text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1354/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη,- Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., για τον οποίο εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Γεώργιος Δουβαράς και δήλωσε ότι τον εκπροσωπεί, περί αναιρέσεως της 8359/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους: 1. Σ. Π. του Κ. και 2. Θ. Α. του Κ.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ? Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠΔ οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση (στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου) με συνήγορο. Ο διορισμός συνηγόρου του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου γίνεται (και στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου) κατά το άρθρο 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, εφόσον ο τελευταίος παρίσταται, με προφορική δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. β' και γ', δηλαδή με πληρεξούσιο ή με απλή έγγραφη δήλωση, στην οποία βεβαιώνεται η γνησιότητα της επ' αυτής υπογραφής του εντολέα από αρχή ή δικηγόρο, και αν αυτός (κατηγορούμενος) κρατείται στη φυλακή, κατά το άρθρο 513 παρ. 3 εδ. β' ΚΠΔ, με δήλωσή του στο διευθυντή της φυλακής. Αν δεν προσκομίζεται πληρεξούσιο ή δήλωση, εξετάζεται η κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ κλήτευση του αναιρεσείοντος και των λοιπών διαδίκων στο ακροατήριο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ` αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠΔ αν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με συνήγορο ή ο παριστάμενος γι' αυτόν ως εκπρόσωπος συνήγορος δεν έχει νομίμως κατά τα ανωτέρω διορισθεί, οπότε ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη εκπροσωπούμενος από τον εν λόγω συνήγορο και ως εκ τούτου απών, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου, Ε. Π. του Γ., για αναίρεση της 8359/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, εμφανίσθηκε ο Δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Δουβαράς, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον απόντα κατ' αυτήν αναιρεσείοντα και ότι παρίσταται γι' αυτόν. Όμως κατά τη συζήτηση, αλλά και μέσα στη σχετική προθεσμία που του χορηγήθηκε, ήτοι μέχρι 5-10-2012, δεν προσκόμισε αυτός κανένα από τα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έδωσε σ' αυτόν εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Έτσι, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε κατά τη συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Εφόσον δε, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6-3-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 18-9-2012 κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αναβολής, λόγω κωλύματος του ως άνω συνηγόρου του (βλ. τη σχετική υπ' αριθ. 1094/18-9-2012 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επέχει, κατά τα ανωτέρω, θέση κλητεύσεως του αναιρεσείοντος για την τελευταία δικάσιμο), πρέπει, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2012, υπ' αριθμό πρωτ. 600/24-1-2012, αίτηση του Ε. Π. του Γ., για αναίρεση της 8359/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά και μέσα στη σχετική προθεσμία που δόθηκε, δεν προσκόμισε ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος πληρεξούσιο ή δήλωση από το οποίο να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έδωσε σ' αυτόν εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Έτσι, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε κατά τη συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεως του ενώπιον του Δικαστηρίου και εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα, η αναίρεση του απορρίπτεται.
null
null
2
Αριθμός 1360/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του,στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. ΑΕ-ΕSPET S.A" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 3. Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., και 4. Ζ. Π. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Αττικής ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της σε "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ATTICA BANK". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 914/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε λόγω αρμοδιότητας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, 13/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και 1839/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 7-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 94,96, 104, 143, 226 παρ.4 εδ. γ' και δ', 568, 575 και 576 παρ.παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως στη δικάσιμο που ορίστηκε μετά από αναβολή εκ του πινακίου από προηγούμενη δικάσιμο κατά την οποία (προηγούμενη δικάσιμο) ο αναιρεσείων, που απουσιάζει κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο, είχε παραστεί δια δικηγόρου που φέρεται ως πληρεξούσιός του, πρέπει να αποδεικνύεται, είτε ότι ο αναιρεσείων επισπεύδει αυτός τη συζήτηση της αιτήσεώς του είτε ότι ο παραστάς ως ανωτέρω κατά την αρχική δικάσιμο δικηγόρος είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα του αναιρεσείοντος είτε τέλος, ότι ο τελευταίος (αναιρεσείων) έχει κλητευθεί για τη συζήτηση της υπόθεσης από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο για την αρχική ή τη μετ' αναβολήν δικάσιμο, κατά την οποία και έλαβε χώραν η συζήτηση. Εάν καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχει, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και αυτεπαγγέλτως. ΙΙ. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως φέρεται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο μετά από αναβολή εκ του πινακίου της δικασίμου της 22-11-2010, η οποία είχε αρχικώς ορισθεί προς συζήτησή της. Όπως προκύπτει από το πινάκιο της προαναφερθείσης (αρχικής) δικασίμου, οι αναιρεσείοντες είχαν παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή δια του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους, όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την παρούσα, μετ' αναβολήν, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση της αιτήσεως. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει αν τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες ούτε αν ο παραστάς ως ανωτέρω, κατά την αναβολή της υποθέσεως, δικηγόρος είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα των αναιρεσειόντων, ενώ, τέλος, δεν προκύπτει επίσης αν η παριστάμενη αναιρεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία έχει καλέσει τους αναιρεσείοντες να παραστούν στη συζήτηση της υπόθεσης είτε κατά την αρχική, ως άνω, δικάσιμο είτε κατά την παρούσα, μετ' αναβολήν δικάσιμο. Επομένως και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσης, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-12-2008 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Α.Ε.-ESPET S.A." κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1839/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συζήτηση. Για να συζητηθεί η υπόθεση κατά τη μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, κατά την οποία απουσιάζει ο αναιρεσείων, πρέπει να αποδεικνύεται είτε ότι ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση είτε ότι παραστάθηκε νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο, κατγά την οπία και αναβλήθηκε η συζήτηση, είτε ότι κλητεύτηκε νόμιμα από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο για την αρχική η την μετ' αναβολήν συζήτηση (δικάσιμο). Αν καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχει, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και αυτεπαγγέλτως.
null
null
0
Αριθμός 1361/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Α. και 2. Σ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6195/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 8-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 568§4 και 576§1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου που δεν επισπεύδει τη συζήτηση πρέπει να έχει επιδοθεί σ' αυτόν από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως με την κάτω από αυτήν πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, και αυτεπαγγέλτως. Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση η από 8-2-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6195/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες-ενάγουσες τα ποσά των 453,15 ευρώ και 1.117,66 ευρώ, αντιστοίχως, ως οφειλόμενο σ' αυτές οικογενειακό επίδομα από τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου. Η υπόθεση είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 13-10-2010, κατά την οποία όμως, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, η συζήτησή της αναβλήθηκε από αυτό (πινάκιο) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης ενώ απουσίαζαν οι αναιρεσίβλητες. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έχει επιδώσει στις αναιρεσίβλητες αντίγραφο της αιτήσεως-αναιρέσεως με πράξη ορισμού της ανωτέρω αρχικής δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή (αρχική) ή κατά την παρούσα, μετ' αναβολήν, δικάσιμο, οι δε αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8.2.2008 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6195/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτικιή Αναιρεση. Συζήτηση. Απαράδεκτο. Για να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως παρά την απουσία του μη επισπεύδοντος αναιρεσιβλήτου πρέπει να έχει επιδοθεί σ΄αυτόν από τον επισπεύδοντος αναιρεσείοντοςα αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου επί αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση. Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και αυτεπαγγέλτως.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1349/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ι. Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Περράκη, περί αναιρέσεως της 37/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 743/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και του άρθρου 1 παρ. 12 β' του Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Κατά δε το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, για το οποίο η κατηγορία, όπως επί ανθρωποκτονίας η έλλειψη ανθρωποκτόνου προθέσεως, ή αυτοτελές απλώς υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει επ' αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Γ. Π., με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 37/2012 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Π. Σ. και οπλοχρησία, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών. Σύμφωνα το σκεπτικό της αναιρεσιβλλομένης αποφάσεώς του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξη, πραγματικά περιστατικά: "Στα ... στις 17-10-2004 ο παθών Π. Σ. του Ι., ηλικίας 41 ετών, ως γεννηθείς στις 10-4-1965, έγγαμος με δύο τέκνα, μαζί με τον αδελφό του Γ. και τον πρώτο εξάδελφο του Γ. Σ. του Γ. στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου στο παλιό Λιμάνι ..., διατηρούσαν επιχείρηση φαστ φουντ, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες της από εξαμήνου ως σερβιτόρα η Τ. Μ.-Μ. ηλικίας 23 ως γεννηθείσα στις 25-9-1982, εν διαστάσει σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου (Ε. Μ. του Σ.) ηλικίας 24 ετών ως γεννηθείς το έτος 1980. Ο τελευταίος είχε υπόνοιες κατά τους δύο τελευταίους μήνες, προ του συμβάντος κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία (17-10-2004), ότι ο ως άνω παθών και η εν διαστάσει σύζυγος του διατηρούσαν ερωτικό δεσμό, διακατείχετο από αίσθημα προδοσίας και ερωτικής αντιζηλίας έναντι τούτου, έτσι ώστε επεδείκνυε προς αυτόν εχθρικές διαθέσεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατά το χρονικό αυτό διάστημα των δύο μηνών προ του συμβάντος είτε μεταβαίνων ο ίδιος στο κατάστημα του παθόντος είτε τηλεφωνικώς επανειλημμένως αξιώνοντας να απολύσει την εν διαστάσει σύζυγο του από την εργασία της ως σερβιτόρας στο κατάστημα απηύθυνε σε αυτόν (παθόντα) απειλές λέγοντας του "θα σου κάψω το μαγαζί άμα δεν την απολύσεις". Στα πλαίσια της ανωτέρω συμπεριφοράς του τις βραδινές ώρες στις 16-10-2004 ο δεύτερος κατηγορούμενος αφού επανειλημμένως πραγματοποίησε απειλητικά τηλεφωνήματα στο κατάστημα του παθόντος λέγοντας "θα κάψω το μαγαζί" πήρε μαζί του τον πρώτο κατηγορούμενο" (ήδη αναιρεσείοντα), "ο οποίος ήταν επιστήθιος παιδικός φίλος του, και περί ώρα 00.05 στις 17-10-2004 μετέβην στο χώρο του καταστήματος του παθόντος. Όταν έφθασε στο εν λόγω κατάστημα αντελήφθη τον παθόντα να εξέρχεται του καταστήματός του μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο του Μαρία, οι οποίοι κατευθύνοντα στο αυτοκίνητο του παθόντος για να επιβιβασθούν σ' αυτό. Εκείνο το βράδυ στις 16-10-2004 ο παθών από το απόγευμα απουσίαζε από το μαγαζί του, ο οποίος μαζί με τη σύζυγο του, τα δύο τέκνα του και την εν διαστάσει σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου (Μ. Μ.), είχαν πάει για φαγητό σε μια ταβέρνα στα ..., όπου περίπου ώρα 23.00 του τηλεφώνησε ο αδελφός του Γ., τον ενημέρωσε ότι δέχθηκε εκ νέου εκείνο το βράδυ απειλητικά τηλεφωνήματα από το σύζυγο της Μ., 2° κατηγορούμενο λέγοντας του "θα κάψω το μαγαζί, άμα δεν διώξετε τη γυναίκα μου" και ζήτησε από τον αδελφό του να πάει ο ίδιος στο μαγαζί, ο οποίος παθών περί ώρα 00.05 της 17ης Οκτωβρίου 2004 πήγε στο μαγαζί του, μαζί με τη Μαρία, η οποία εκείνο το βράδυ ήταν ελεύθερη από την εργασία της. Στο μαγαζί συζήτησε με τον αδελφό του Γιώργο ο οποίος του είπε για τις ως άνω απειλές του Μ.. Στη συνέχεια, μετά την πεντάλεπτη συνομιλία με τον αδελφό του, ο παθών μαζί με τη Μαρία έφυγαν από το μαγαζί του και πήγαιναν να επιβιβασθούν στο αυτοκίνητο του που είχε πριν λίγα λεπτά παρκάρει επί της οδού ... σε απόσταση πέντε μέτρων από το μαγαζί του, όμως την ώρα που ο παθών ετοιμαζόταν να μπει στο αυτοκίνητο του, ο δεύτερος κατηγορούμενος έτρεξε προς αυτόν τον πλησίασε εκ των όπισθεν, τον χτύπησε με τις γροθιές του αρχικά στις πλάτες του, λογομάχησαν μεταξύ τους, ήλθαν σε συμπλοκή, ο παθών τον χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο τον απώθησε με τα χέρια του, τον έριξε στο έδαφος όπου άρχισε να βγάζει αίμα από τη μύτη του, συνέχισε ο παθών να τον κλωτσάει, γύρισε η γλώσσα του γύρισαν τα μάτια του και άρχισε να δείχνει ότι φεύγει από τη ζωή. Τότε παρενέβη ο αδελφός του παθόντος Γ. Σ. του Ι., ο οποίος αντιληφθείς το συμβάν από το εσωτερικό του καταστήματος τους όπου ευρίσκετο προσέτρεξε προκειμένου να βοηθήσει τον παθόντα αλλά και να διαμεσολαβήσει ώστε να λήξει το συμβάν. Ο Γ. Σ. κρατούσε τον αδελφό του (παθόντα) από τα χέρια και προσπαθούσε να τον συγκρατήσει για να μην επιτεθεί στον 2° κατηγορούμενο που ήδη βρισκόταν στο έδαφος. Εκεί αντιληφθείς ότι κινδυνεύει η ζωή του παθόντος που είχε γυρίσει η γλώσσα του, άφησε τον αδελφό του και προσπάθησε να βοηθήσει τον 2° κατηγορούμενο, τότε έτρεξε η σύζυγος του τελευταίου, έβαλε το χέρι της στο στόμα του και του γύρισε τη γλώσσα. Εκείνη την ώρα ο πρώτος κατηγορούμενος (Γ. Π. του Σ.), που ευρίσκεται πλησίον και συγκεκριμένα σε απόσταση 3-4 μέτρων περίπου και παρακολουθούσε το συμβάν μέχρι τότε, μέσα από το αυτοκίνητο που ο ίδιος οδηγούσε με το οποίο είχαν μεταβεί μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο πλησίον του καταστήματος του παθόντος, έτρεξε προς το μέρος του δευτέρου κατηγορουμένου που ευρίσκετο στο έδαφος, όπου στην προσπάθεια του να τον βοηθήσει γονατίσει και με τα χέρια του έπιασε το κεφάλι του επειδή έβγαιναν αίματα από τη μύτη του. Εκείνη τη στιγμή ο παθών κλώτσησε το δεύτερο κατηγορούμενο στο κεφάλι, τότε ο 1ος κατηγορούμενος άφησε το κεφάλι του 2ου κατηγορούμενου, σηκώθηκε που ήταν γονατιστός, επιτέθηκε κατά του παθόντος Π. Σ. του Ι. και κρατώντας το μαχαίρι που έφερε μαζί του, το οποίο αφαίρεσε από τη θήκη όπου το είχε στην οπίσθια δεξιά τσέπη του παντελονιού του, έπληξε τον παθόντα με αυτό στην κοιλιακή χώρα τρείς (3) φορές, προκαλώντας σε αυτόν κατά τα αναφερόμενα στην αναγνωσθείσα επί ακροατηρίου από 7-12-2004 ιατρική γνωμάτευση του αναπληρωτή Διευθυντού του Α' χειρουργικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων Κ. Κ. α) τραύμα δεξιού υποχόνδριου 2 εκατοστών με πτώση άνω επιφάνειας δεξιού λοβού ήπατος β) τραύμα δεξιού λαγονίου βόθρου 2 εκατοστών με λοξή φορά προς αριστερά και γ) πλήρη διατομή αριστερού ορθού κοιλιακού και προκυστικού χώρου. Αμέσως μετά τον ως άνω τραυματισμό ο παθών άρχισε να αιμορραγεί από την κοιλιακή χώρα, όμως ο αδελφός του παθόντος ευθύς του παρείχε τις πρώτες βοήθειες, πρόσδεσε με ένα τραπεζομάντιλο περιφερειακά την κοιλιακή χώρα του παθόντος για να σταματήσει για λίγο την αιμορραγία και πάραυτα τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, όπου υποβλήθηκε σε ηπατορραφή προς επίσχεση της αιμορραγίας του και νοσηλεύτηκε επί τρεις ημέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας και ακολούθως στην α' χειρουργική κλινική και εξήλθε του νοσοκομείου σε καλή κατάσταση στις 26-10-2004 (βλεπ. την προμνημονευμένη ιατρική γνωμάτευση). Από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε να φονεύσει τον παθόντα και αφού μετέβην μαζί με το δεύτερο κατηγορούμενο στο κατάστημα του παθόντος μετά το διαπληκτισμό και τη συμπλοκή που έλαβε χώρα μεταξύ των άλλων δύο, με ψυχραιμία και μεθοδικότητα πράγματι ενεργώντας, έσπευσε αιφνιδίως, από απόσταση 3-4 μέτρων που παρακολουθούσε και επετέθη στον παθόντα, την ώρα που τον είχε αφήσει από τα χέρια του που τον κρατούσε ο αδελφός του παθόντος, προσπαθώντας να τον συγκρατήσει προκειμένου να μην συνεχίσει να επιτεθεί στον 2° κατηγορούμενο που ήδη ευρίσκετο στο έδαφος, έτσι ώστε, να μην γίνει έγκαιρα αντιληπτός και να μην δύνανται ο παθών ή ο αδελφός του να αντιδράσουν και ευρισκόμενος πάντοτε στην ίδια ήρεμη ψυχική κατάσταση έπληξε τον παθόντα με το μαχαίρι που έφερε μαζί του, το οποίο αφαίρεσε από την ειδική θήκη, όπου το είχε στην οπίσθια δεξιά τσέπη του παντελονιού του, προκαλώντας σε αυτόν (παθόντα) τις προαναφερόμενες θανάσιμες σωματικές βλάβες πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του όχι από δική του θέληση αλλά για το λόγο ότι έγκαιρα ο αδελφός του παθόντος του παρείχε τις πρώτες βοήθειες και άμεσα τον μετέφερε στο νοσοκομείο Χανίων όπου πάραυτα υποβλήθηκε σε ηπατορραφή προς επίσχεση της αιμορραγίας. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του 1ου κατηγορούμενου, προκύπτει αναμφίβολα από το μέσο που έφερε μαζί του και χρησιμοποίησε (μαχαίρι), το πληγέν σημείο του σώματος του παθόντος (κοιλιακή χώρα, όπου βρίσκονται ζωτικής φύσεως όργανα του ανθρώπου τα οποία όταν τρωθούν προκαλούν το θάνατο), τα πλείονα τρία πλήγματα που του προκάλεσε, τη σφοδρότητα, την ένταση αυτών, το μέγεθος των τραυμάτων (2 εκατοστά), τρώση του ήπατος με επακόλουθο την αιμορραγία η οποία αντιμετωπίστηκε πάραυτα στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων με ηπατορραφή προς επίσχεση της αιμορραγίας και έτσι αποφεύχθηκε το θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο ασφαλώς θα είχε επέλθει αν δεν τον είχε μεταφέρει αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων ο αδελφός του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο 1ος κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας εις βάρος του ανωτέρω παθόντα και της οπλοχρησίας μαχαιριού". Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στα Χανιά στις 17-10-2004, με πρόθεση τέλεσε περισσότερες αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα ότι: α) στον ως άνω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να τελέσει κακούργημα, δηλαδή να σκοτώσει άλλον, επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, και συγκεκριμένα κατά τον πιο πάνω χρόνο, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Π. Σ. του Ι., μετέβη μαζί με τον Ε. Μ., στην οδό ... της πόλης ..., όπου ο ως άνω παθών είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του. Επακολούθησε φραστικός διαπληκτισμός μεταξύ του Ε. Μ. και του Π. Σ. και εν συνεχεία, συμπλοκή μεταξύ των τελευταίων, στη διάρκεια της οποίας αυτός επιτέθηκε και έπληξε με μαχαίρι τρεις φορές τον ως άνω παθόντα στην κοιλιακή χώρα, με πρόθεση να επιφέρει το θάνατο του, πλην όμως δεν κατόρθωσε να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, καθόσον ο παθών μεταφέρθηκε άμεσα στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων, όπου τα τραύματα που του προκάλεσε αντιμετωπίσθηκαν με επιτυχία, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο με χρήση όπλου και ειδικότερα μαχαιριού, διέπραξε κακούργημα από δόλο και μάλιστα απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση" διέλαβε δε και την διάταξη "Απορρίπτει αίτημα περί αναγνώρισης ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ". Με αυτά που κατ' αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δέχθηκε, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπείρας ανθρωποκτονίας, για το οποίο καταδικάσθηκε αυτός, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν όλα τα ανωτέρω αναγκαία για την θεμελίωση του εγκλήματος της αποπείρας ανθρωποκτονίας περιστατικά αυτά, με ειδική μνεία στην ανθρωποκτόνο πρόθεση του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42, 83, 299 παρ. 1 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική κρίση, ιδίως δε ως προς την ανθρωποκτόνο πρόθεση, είναι αβάσιμος. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. του ΚΠοινΔ. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να συνοδεύεται η επίκλησή τους με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί νοούνται και αυτοί που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, όπως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, γιατί βρισκόταν σε άμυνα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του ΠΚ, δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε κατάσταση άμυνας, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον, από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους, προβαίνει αναγκαίως σε προσβολή του επιτιθέμενου. Επίθεση, είναι ανθρώπινη συμπεριφορά που απειλεί, δηλαδή εκθέτει άμεσα σε κίνδυνο, έννομα αγαθά άλλου προσώπου. Παρούσα δε επίθεση υπάρχει, όταν άρχισε ο κίνδυνος και δεν έληξε ακόμη, αλλά και όταν επίκειται, όταν δηλαδή βάσιμα και δικαιολογημένα μπορεί κανείς να φοβάται άμεση έναρξη της επιθετικής ενέργειας, όχι όμως και όταν δεν θεωρείται ότι επίκειται. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί αμύνης υπέρ του Ε. Μ., Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τον προβαλλόμενο με το αναιρετήριο ισχυρισμό περί αμύνης υπέρ του Ε. Μ., τουναντίον μάλιστα στην απολογία του ισχυρίσθη, συναφώς, ότι έπληξε τον παθόντα όχι όταν ο παθών κτύπησε τον Ε. Μ., αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν ο παθών κλώτσησε και κτυπούσε τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ισχυρισθείς συναφώς επί λέξει ότι: "εγώ πρόσφερα βοήθεια στο φίλο μου, του κράταγα το κεφάλι κι αυτός του έδωσε κλωτσιά στο κεφάλι. Από αντίδραση έβγαλα το σουγιά. Του είπα "ρε πούστη είσαι πολύ άνανδρος" κι αυτός μου έδωσε ένα μπουνίδι και μου έσπασε ένα πλευρό και συνέχισε να με κλωτσάει, άρχισε να με γρονθοκοπάει, κι άνοιξα το σουγιαδάκι, στα δάχτυλα το κρατούσα, σε άμυνα ήμουν, ήθελα να τον ακινητοποιήσω ...". Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε εκ του πράγματος η αναιρεσιβαλλομένη, δεχθείσα ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων δεν κτυπήθηκε από τον παθόντα, αλλά τουναντίον ότι ο τελευταίος ευρισκόμενος σε απόσταση 3-4 μέτρων αιφνιδίως επετέθη στον παθόντα και τον έπληξε με μαχαίρι, και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η κατά τα προεκτεθέντα επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (εδάφιο ε'), "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Για να είναι ορισμένος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να διαλαμβάνει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, όπως να προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα για να κριθεί αν αφορά σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να αναφέρεται στην προσωπικότητα του δράστη. Η παθητική απλώς συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το αίτημα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, κατ' άρθρα 170 παρ. 2 και 333, παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με επίκληση των θεμελιούντων τούτους πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι, αβάσιμος ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττομένη απόφαση Δικαστήριο, χωρίς αιτιολογία, απέρριψε το ζητηθέν ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ. 2 εδάφιο ε' ΠΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, η συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπο του τελευταίου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, χωρίς, όμως, να εκθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως ο δε κατηγορούμενος συναφώς ισχυρίσθηκε μόνον ότι "από το 1999 είμαι διασώστης, έχω βγάλει σχολή, είναι πολλές οι διασώσεις που έχω κάνει", χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη συμπεριφορά του μετά την πράξη και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον εν λόγω αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίον ως εκ περισσού απέρριψε με ιδιαίτερη διάταξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 3/2012) αίτηση του Γ. Π. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 37/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία. Απόπειρα. Η άρνηση ανθρωποκτόνου προθέσεως δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό. Έννοια αυτοτελούς ισχυρισμού .Αυτοί πρέπει να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να συνοδεύεται η επίκληση τους με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, να απαντήσει σ' αυτούς.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1345/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Θ., κατοίκου εν ζωή ..., περί αναιρέσεως της 6492/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/2012. Αφού άκουσε Τον εμφανισθέντα στο ακροατήριο δικηγόρο Δημήτριο Παπαδέλλη, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ. β' του ΚΠοινΔ, η ποινική δίωξη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 22.3.2012 (με αριθ. πρωτ. 2371/26.3.2012) υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον Σ. Π. του Θ. και στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 6492/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για παράβαση άρθρου 76 παρ. 8 του ν. 1969/1991 σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Όπως, όμως, προκύπτει από την υπ' αριθ. .../τόμος Α/2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Πεντέλης Αττικής, η οποία κατατέθηκε στο ακροατήριο σε φωτοαντίγραφο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την επισημείωση, επί του φακέλου της δικογραφίας, του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 31.8.2012, δηλαδή μετά την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6492/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παύει οριστικώς λόγω θανάτου την κατά του Σ. Π. του Θ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: Στην Αθήνα στις 28.4.2004 και 5.7.2004, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν συνέχιση του ιδίου αδικήματος, ως διευθύνων σύμβουλος χρηματιστηριακής εταιρίας, εν γνώσει του υπέβαλε ψευδή ή ανακριβή στοιχεία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας "Ακρόπολις Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ", μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας εγγραφής της "DELTA PROJECT ΑΕ" υπέβαλε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία στην Επιτροπή ως προς την έκβαση της δημόσιας εγγραφής της εν λόγω εταιρίας, καθόσον οι τρεις αλλοδαποί θεσμικοί επενδυτές, οι οποίοι συμμετείχαν στη δημόσια εγγραφή και που εμφανίζονταν να καλύπτουν το 52% των μετοχών, ήτοι οι ΡΚΒ PRIVATBANK AG LUGAN, BANQUE SAFDIE SA, BANQUE MESS PERSON BFL, στην πραγματικότητα ενήργησαν για λογαριασμό ιδιωτών και μάλιστα οι δύο πρώτες εξ αυτών ΡΚΒ PRIVATBANK AG LUGAN, BANQUE SAFDIE SA ενήργησαν κατόπιν διαβίβασης σχετικής εντολής από τον νυν κατηγορούμενο για λογαριασμό αυτού των Κ. Π., Θ. Π., Χ. Π. (των δύο τελευταίων αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της Ακρόπολις Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θάνατος κατηγορουμένου μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1344/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγιάννη, περί αναιρέσεως της 12051/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 493/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474§1, 2 και 509§1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510§1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510§1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιές είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 12051/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ ... Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ούτε γίνεται η απαιτούμενη αξιολόγηση και σύγκριση και δεν διαλαμβάνονται οι συλλογισμοί που οδήγησαν το δικαστήριο στην ενοχή μου και για τον λόγο αυτό ιδρύεται ο στο άρθρο 510 παρ. 1 δ' προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (...). Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη στερείται ενός λογικά θεμελιωμένου συμπεράσματος μιας συγκεκριμένης διεργασίας, η οποία συνίσταται στην αξιολόγηση και σύγκριση του αποδεικτικού υλικού, δηλαδή των αποδεικτικών μέσων που συνηγορούν για την ενοχή ή αθωότητα μου, καθώς και στη διατύπωση των συλλογισμών που οδήγησαν με βάση το συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό στην τελική καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. Βάσει των ως άνω πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη μη κάνοντας αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις αλλά καταγράφοντας απλά την πεποίθηση του δικαστηρίου ότι τέλεσα την αποδιδόμενη σε εμένα πράξη, δεν διαλαμβάνει ένα λογικά κατανοητό και ελέγξιμο συμπέρασμα και για τον λόγο αυτό τυγχάνει αναιρετέα". Έτσι, όμως, διατυπούμενος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες αυτής. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Αν δε το δικαστήριο δεν απαντήσει καθόλου σε νομίμως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προτείνει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του ισχυρισμού του ότι: "Δεν κοινοποιήθηκε ποτέ σε εμένα προσωπικά κάποιο έγγραφο από την Εφορία σχετικά με την υποτιθέμενη παράβαση της μη έγκαιρης καταβολής χρεών μου προς το Δημόσιο καθώς όλες οι κοινοποιήσεις έλαβαν χώρα στο παλαιό κατάστημα της τότε επιχείρησης μου επί της οδού ..,. το οποίο σφραγίστηκε το 1997 και δεν αποτελεί έκτοτε έδρα μου. Όπως είναι επομένως φυσικό μέχρι την γνώση από εμένα της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και την άσκηση της εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης δεν είχα λάβει γνώση της συγκεκριμένης κατηγορίας εναντίον μου, ήτοι για διάστημα τουλάχιστον έξι ετών αγνοούσα πλήρως την ύπαρξη της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και ξαφνικά βρέθηκα να κατηγορούμαι για κάτι που δεν έπραξα. Επιπλέον ο ορισθείς σύνδικος πτωχεύσεως ουδέποτε με ενημέρωσε για την ύπαρξη κάποιας παραβάσεως σχετικά με την μη πληρωμή χρεών στο Δημόσιο, γεγονός που αποδεικνύεται από το αν το ήξερα θα είχα προβεί σε προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά των πράξεων της Εφορίας με τις οποίες μου καταλογίστηκαν τα ποσά που αναφέρονται στη δικογραφία". Όμως, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός ούτε ότι τα πρακτικά διορθώθηκαν κατά τούτο ή προσβλήθηκαν ως πλαστά. Συνεπώς, ορθώς το Δικαστήριο δεν απάντησε, ανεξαρτήτως του ότι δεν θα υπεχρεούτο να απαντήσει και αν είχε προταθεί ο ισχυρισμός αυτός, γιατί αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 7/21 Μαρτίου 2012 αίτηση του Π. Σ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 12051/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Τι πρέπει να περιέχει ο λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ για να είναι ορισμένος. Απόρριψη σχετικού λόγου ως απαραδέκτου. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Πρέπει να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ο οποίος, πάντως, και αν είχε προταθεί, θα ήταν αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν θα είχε υποχρέωση να απαντήσει. Απόρριψη αιτήσεως.
Ισχυρισμός αυτοτελής
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ισχυρισμός αυτοτελής.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1343/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της 5/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του καθώς και στο από 2 Οκτωβρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 568 περ. α' ΚΠοινΔ "η ποινή που επιβλήθηκε εξαλείφεται α) με την παραγραφή, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Ποινικός Κώδικας ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 114 του ΠΚ "οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετακλήτως, αν παρέμειναν ανεκτέλεστες, παραγράφονται: α) ..., β) ..., γ) η φυλάκιση, η χρηματική ποινή και ο περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα (άρθρο 54) μετά δέκα έτη ...", κατά δε το άρθρο 115 του ιδίου Κώδικα "η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση έγινε αμετάκλητη". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετακλήτως παραγράφονται, δηλαδή εκλείπει το δικαίωμα της πολιτείας να τις εκτελέσει, αν αυτές έμειναν ανεκτέλεστες για το προβλεπόμενο για κάθε είδος ποινής χρονικό διάστημα, αφότου η απόφαση, που τις επέβαλε, έγινε αμετάκλητη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του Ν. 2127/1993 "για την εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων κ.λ.π.", επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή και άλλα προϊόντα, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 5 του ιδίου νόμου, η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Κατά τις παραγράφους 1-2 του άρθρου 107 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918), που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της κατωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, "κατά πάσαν περίπτωσιν λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενον αυτής δημεύονται ... Εάν εξ οιουδήποτε λόγου, ήθελε καταστεί αδύνατος η δήμευσις των κατά το παρόν άρθρον εις τοιαύτην υποκειμένων, επιβάλλεται τω ενόχω ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF, προσηυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν εις τα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα νόμον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήμευση, που φέρει μικτό χαρακτήρα παρεπομένης ποινής και αποζημιώσεως του Κράτους, επιβάλλεται υποχρεωτικώς, είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, είτε απαλλαγεί, είτε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και προς τούτο αρκεί μόνο η απόδειξη ότι υφίσταται λαθρεμπορία, δηλαδή ότι διαπιστώθηκε αυτή αντικειμενικά και ότι τα δημευόμενα αντικείμενα αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος και, επομένως, η δήμευση χωρεί, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου οριστικά, λόγω παραγραφής. Η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν κατέστη δυνατόν να κατασχεθεί και στη συνέχεια να δημευθεί με την καταδικαστική περί λαθρεμπορίας απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να επιβάλλει στον ένοχο χρηματική ποινή κατά το αναφερόμενο άρθρο 107 του ως άνω νόμου. Η χρηματική αυτή ποινή αντικαθιστά καθ` ολοκληρίαν το μη ανευρεθέν και μη κατασχεθέν αντικείμενο της λαθρεμπορίας, δεν είναι δε δυνατόν να επιβληθούν σωρευτικώς και οι δύο ποινές, ήτοι η δήμευση και η χρηματική ποινή, αφού σκοπός του νόμου είναι η ικανοποίηση της αξιώσεως του δημοσίου, είτε με την δήμευση είτε με την χρηματική ποινή. Έτσι η χρηματική αυτή ποινή αντικαθιστά τη μη γενομένη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και ταυτίζεται προς αυτή. Συνεπώς αυτή έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή ποινής και αποζημιώσεως του Κράτους. Το διφυές της χρηματικής αυτής ποινής προκύπτει από τις ρυθμίσεις του νόμου, ο οποίος προσδίδει στην χρηματική αυτή ποινή προεχόντως αποζημιωτικό χαρακτήρα, διότι επιβάλλεται και επί καταδίκης αλλά προβλέπεται η επιβολή της έτι και άνευ καταδίκης, όπως σε περίπτωση απαλλαγής ή οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, αρκούσης στην περίπτωση αυτή της κηρύξεως "ενοχής", η οποία ενέχει μόνον χαρακτήρα διαπιστωτικό των γενεσιουργών της αξιώσεως αποζημιώσεως του Κράτους γεγονότων, λόγω της μη δημεύσεως των λαθρεμπορευμάτων, πλην ταυτοχρόνως χαρακτηρίζεται και ως χρηματική ποινή, ώστε να αποκλείεται η επιβολή της υπό του Συμβουλίου. Ο αποζημιωτικός όμως χαρακτήρας της υπερέχει, διότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και επί κηρύξεως ενοχής και ποινικής καταδίκης, το ύψος της δεν καθορίζεται βάσει των καθολικώς ισχυόντων κριτηρίων του άρθρου 79 του ΠΚ, ως επί πάσης άλλης χρηματικής ποινής, δηλαδή υπό του δικαστού βάσει της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστου, στα οποία κατά περίπτωση λαμβάνονται υπ' όψη, βάσει ειδικών διατάξεων και άλλοι παράγοντες, αλλά, ως εκ της φύσεώς της ως υποκαταστάτου της μη γενομένης δημεύσεως, καθορίζεται αποκλειστικώς, κατά το νόμο, βάσει ενός και μόνον αντικειμενικού μεγέθους, δηλαδή της αξίας των λαθρεμπορευμάτων, είναι δε απολύτως ορισμένη δηλαδή ίση με την αξία CIF των εμπορευμάτων (αντικειμένων της λαθρεμπορίας), που, προσαυξάνεται ή μη, όπως ορίζεται στα παραπάνω άρθρα. Ως "ένοχος" στην περίπτωση αυτή, της διαπιστώσεως δηλαδή λαθρεμπορίας και της μη δημεύσεως του λαθρεμπορεύματος, νοείται, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν και εκείνος που απηλλάγη ως και εκείνος για τον οποίο το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, διότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως λόγω παραγραφής. Ερευνάται δηλαδή κατ' εξαίρεση και παρά την απαλλαγή ή την παραγραφή της πράξεως της λαθρεμπορίας, σε πρώτο στάδιο η ύπαρξη λαθρεμπορίας και αντικειμένου αυτής και σε δεύτερο στάδιο η διαπίστωση της αδυναμίας της δημεύσεως και η αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Οι διατάξεις αυτές δεν είναι αντίθετες με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της", αφού δεν πρόκειται για παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., για τη "δίκαιη δίκη", διότι η χρηματική ποινή αντικαθιστά επί του προκειμένου τη δήμευση του αντικειμένου του εγκλήματος, η οποία είναι νοητή και άνευ καταδίκης (άρθρ. 76 παρ. 2 ΠΚ) και, κατά την ρητή πρόβλεψη της άνω διατάξεως, δεν προϋποτίθεται καταδίκη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 122 παρ.7 του ν. 1165/1918, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.14 του ν. 2479/1997, "κατά της καταδικαστικής απόφασης για τη λαθρεμπορία επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης, κατά τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας". Σύμφωνα δε με τα άρθρα 492 και 504 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται να ασκήσει α) έφεση κατά του μέρους της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διατάσσει δήμευση, και β) αναίρεση κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δίκασε την πιο πάνω έφεση. Εν όψει τούτων και του ότι η κατά το ανωτέρω άρθρο 107 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα χρηματική ποινή αντικαθιστά τη μη γενομένη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και ταυτίζεται προς αυτή, ο κατηγορούμενος έχει επίσης το δικαίωμα να ασκήσει, αντιστοίχως, έφεση κατά του μέρους της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που, εν αδυναμία της δημεύσεως, επέβαλε την προαναφερομένη χρηματική ποινή και αναίρεση κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απεφάνθη επί της πιο πάνω εφέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει απ' την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 5/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε εν μέρει την από 14-1-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 34, 35, 36, 37 και 37 α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, καταδικάστηκε για πλαστογραφία και απλή συνέργεια σε λαθρεμπορία σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και σε χρηματική ποινή 612.961.968 δραχμών και ότι οι ποινές αυτές παραγράφηκαν γιατί έμειναν ανεκτέλεστες και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή προκειμένου να εξαλειφθούν οι ως άνω επιβληθείσες ποινές λόγω παραγραφής. Ειδικότερα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ότι ως προς την ανωτέρω επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως η αίτηση είναι και κατ' ουσίαν βάσιμη, εφόσον η ως άνω απόφαση που την επέβαλε, έγινε αμετάκλητη και η εν λόγω ποινή εξαλείφθηκε με την παραγραφή, αφού αυτή έμεινε ανεκτέλεστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, (δοθέντος ότι η κατά της ως άνω υπ' αριθ. 34, 35, 36, 37, και 37 α/1998 αποφάσεως του αυτού Δικαστηρίου ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα - αιτούντα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 143/3-12-1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1304/4-10-2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, και η ως άνω επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των πέντε (5) ετών παρέμεινε ανεκτέλεστη) και ότι ως προς το αίτημά της για εξάλειψη της ανωτέρω χρηματικής ποινής είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 34, 35, 36, 37, και 37α/1998 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου ο αιτών καταδικάστηκε επιπρόσθετα στην ανωτέρω χρηματική ποινή των 612.961.968 δραχμών, λόγω του ότι τα εμπορεύματα της λαθρεμπορίας δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν επειδή είχαν διατεθεί στην κατανάλωση και ως εκ τούτου η χρηματική αυτή ποινή αντικατέστησε τη δήμευση και φέρει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημίωσης του Κράτους και επιβλήθηκε υποχρεωτικώς, αφού αποδείχθηκε ότι υφίστατο αντικειμενικά λαθρεμπορία και το ανέφικτο της δημεύσεως των λαθρεμπορευμάτων. Κατ' ακολουθία, έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την αίτηση μόνο ως προς το αίτημα της περί εξαλείψεως της ως άνω επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των πέντε (5) ετών λόγω παραγραφής αυτής, και απέρριψε αυτή κατά τα λοιπά και αποφάνθηκε ότι η μεν ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) ετών έχει παραγραφεί παρελθούσης δεκαετίας, χωρίς να έχει εκτελεσθεί, ότι η διάταξη όμως αυτής περί επιβολής χρηματικής ποινής 612.961.968 δραχμών είναι εκτελεστή. Με τις άνω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλομένη, μη κηρύξασα παραγεγραμμένη τη χρηματική ποινή και απορρίψασα το σχετικό αίτημα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 114 ΠΚ και πρέπει ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, να απορριφθεί. Με τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους αναιρέσεως, πλήττεται η άνω απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 114 του ΠΚ και των άρθρων 107 παρ. 1, 2 εδ. δ του νόμου 1165/1918 και εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 157 - 160 παρ.1-2του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και των διατάξεων των άρθρων 111 και 113 ΠΚ, καθ' όσον εσφαλμένως "εξομοίωσε την παραγραφή των ποινών του όρθρου 114 ΠΚ με την παραγραφή του ποινικού χαρακτήρα των πράξεων που προσδιορίζονται από τις διατάξεις του ... καταργηθέντος τελωνειακού νόμου 1165/1918 αλλά και από τις διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και των οποίων κατά τα άρθρα 111 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία όταν πρόκειται για πλημμελήματα είναι πενταετής, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 89 του Ν 1165/1916 και 157-169 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα". Οι λόγοι αυτοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 111 και 113 του ΠΚ περί παραγραφής της ποινικής αξιώσεως της Πολιτείας, αλλ' ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 114 ΠΚ που αφορά την παραγραφή της ποινής, η δε παραγραφή της επιβληθείσης ποινής κατ' άρθρο 114 ΠΚ δεν συνάπτεται προς τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά προς το είδος και το μέγεθος της επιβληθείσης ποινής. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η άνω απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας διότι εδέχθη στην μείζονα πρόταση του σκεπτικού της ότι επί λαθρεμπορίας είναι σύννομος η επιβολή της χρηματικής ποινής για μη γενομένη δήμευση ακόμη και αν επήλθε παραγραφή και "διότι παρέλειψε να αναγνώσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις το περιεχόμενο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου" τις οποίες μνημονεύει και παρέλειψε να κάνει δεκτή την αίτησή του. Ο λόγος αυτός, ο οποίος προδήλως έχει την έννοια ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομένη προέβη στην άνω παραδοχή αν και η νομολογία του άνω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ακολουθεί διάφορη άποψη, ότι δηλαδή επί παραγραφής δεν είναι συμβατή η επιβολή της χρηματικής ποινής είναι αβάσιμος, καθ' όσον τούτο δεν δέχθηκε ότι αυτή είναι διφυής με προεχόντως αποζημιωτικό χαρακτήρα, σε κάθε δε περίπτωση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη αμετακλήτως για την πράξη της λαθρεμπορίας και δεν έπαυσε οριστικά, ως προς αυτόν, η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, όπως στην περίπτωση της άνω αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Συνεπώς και ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ.ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι "ο αιτών με την από 14-1-2011 αίτηση του ισχυρίζεται ότι με την υπ' αριθμ. 34, 35, 36, 37 και 37α/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, καταδικάστηκε για πλαστογραφία και απλή συνεργεία σε λαθρεμπορία σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και σε χρηματική ποινή 612.961.968 δραχμές και ότι οι ποινές αυτές παραγράφηκαν γιατί έμειναν ανεκτέλεστες μέχρι σήμερα και ζητεί να γίνει αυτή δεκτή προκειμένου να εξαλειφθούν οι ως άνω επιβληθείσες ποινές λόγω παραγραφής. Η υπό κρίση αίτηση, που αρμόδια εισήχθη στο Δικαστήριο αυτό, στο οποίο διατελεί ο εντεταλμένος την εκτέλεση Εισαγγελέας, εφόσον εγείρεται προ της εκτελέσεως της απόφασης αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 549 παρ. 1 και 565 Κ.Π.Δ. είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει ως προς την ανωτέρω επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εφόσον η ως άνω απόφαση που την επέβαλε, έγινε αμετάκλητη και η εν λόγω ποινή εξαλείφθηκε με την παραγραφή, αφού αυτή έμεινε ανεκτέλεστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, δοθέντος ότι η κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 34, 35, 36, 37, και 37 α/1998 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού ασκηθείσα από τον ήδη αιτούντα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 143/3-12-1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1304/4-10-2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, και η ως άνω επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των πέντε (5) ετών παραμένει ανεκτέλεστη. Όμως, η ένδικη αίτηση ως προς το αίτημα της για εξάλειψη της ανωτέρω χρηματικής ποινής είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορριπτέα, γιατί όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 34, 35, 36, 37, και 37α/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ο αιτών καταδικάστηκε επιπρόσθετα στην ανωτέρω χρηματική ποινή των 612.961.968 δραχμών, διότι τα εμπορεύματα της λαθρεμπορίας δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν γιατί είχαν διατεθεί στην κατανάλωση. Ως εκ τούτου η χρηματική αυτή ποινή αντικατέστησε τη δήμευση και φέρει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημίωσης του Κράτους και επιβλήθηκε υποχρεωτικώς, αφού αποδείχθηκε ότι υφίστατο αντικειμενικά λαθρεμπορία και το ανέφικτο της δημεύσεως των λαθρεμπορευμάτων. Κατ' ακολουθία, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην πιο πάνω νομική σκέψη μόνο ως προς το αίτημα της περί εξαλείψεως της ως άνω επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των πέντε (5) ετών λόγω παραγραφής αυτής, καθόσον συντρέχουν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης". Με αυτά που δέχθηκε διέλαβε πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε αμετακλήτως για λαθρεμπορία σε χρηματική ποινή επειδή δεν δημεύθηκαν τα αντικείμενα της λαθρεμπορίας και ότι αυτή η ποινή δεν υπόκειται στην άνω δεκαετή παραγραφή από του αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο πλήττεται η άνω απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, καθ' όσον οι αιτιολογίες της "συνίστανται από αδικαιολόγητη εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ασαφούς προσδιορισμού πραγματικών περιστατικών", είναι αβάσιμος, καθ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε την επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εν όψει δε του ότι διέλαβε αιτιολογία, δεν εξειδικεύεται σε αυτόν σε τι συνίστανται οι τυχόν ελλείψεις. Κατά την διάταξη του άρθρου 171 ΚΠοινΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο (απόλυτη ακυρότητα) ακόμη προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. 2. Αν ο πολιτικός ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Με τον αυτό λόγο και κατά το έτερον σκέλος αυτού πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο "έλαβε υπ' όψιν του στις 10.1.2012, τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου 2116/2004 και 75/2006, το σκεπτικό και διατακτικό των οποίων είχε καταργηθεί από το ΕΔΔΑ με την απόφασή του επί της υποθέσεως Παραπονιάρη κατά Ελλάδος". Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εννοιολογικώς η άνω αιτίαση δεν υπάγεται στις επαγόμενες απόλυτη ακυρότητα ανωτέρω περιπτώσεις, κατά τα προδιαληφθέντα. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.1.2012 αίτηση αναιρέσεως του Π. Χ. του Κ. και τους από 2/4.10.2012 Προσθέτους Λόγους αυτής, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5/10.1.2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία. Η κατά τα άρθρο 107 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα χρηματική ποινή, επειδή αντικαθιστά τη μη γενομένη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και ταυτίζεται προς αυτή δεν υπόκειται στην 10ετή παραγραφή του άρθρου 114 του ΠΚ.
null
null
1
Αριθμός 1348/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Tου αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Μήνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4926/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1412/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.- Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10616/23-11-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, η αναιρεσείουσα κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεώς της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, με επίδοση, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, της σχετικής κλήσης κάτω από αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και της πράξεως ορισμού της προαναφερθείσης δικασίμου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρ. 576 παρ.2 του ΚΠολΔ), η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτησή της, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου. ΙΙ.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 4926/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και κατά παραδοχήν της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λόγω υπερδιετούς διαστάσεως. ΙΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.12 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από κάποιο άλλο, όπως δεν δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθορυ 559 αρ.19 του ΚΠολΔ από την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 του ΚΠολΔ δεχόμενο ως ισχυρότερο αποδεικτικό μέσο "το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος στις φορολογικές του δηλώσεις εδήλωνε "σε διάσταση" και δεν αναγράφεται σε αυτές ως "τόπος κατοικίας του η συζυγική οικία, και ως ασθενέστερο αποδεικτικό μέσο το γεγονός ότι μέρος της αλληλογραφίας του πήγαινε στην παλαιά του διεύθυνση και συγκεκριμένα στη συζυγική οικία", με τον δεύτερο δε λόγο ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου "αφού η αφορώσα τον αναιρεσίβλητο αιτιολογία της απόφασης είναι πληρέστερη και αντιφατική στην αφορώσα την αναιρεσείουσα ως προς τις μαρτυρικές αποδείξεις και ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εκατέρωθεν εγγράφων, δεχόμενη (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι τα αποδεικτικά μέσα του αναιρεσιβλήτου εναρμονίζονται πλήρως με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, ενώ η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση, παρά το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 2009 είχε δει (ο μάρτυράς της) τον ενάγοντα στη συζυγική οικία". Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο των λόγων του αναιρετηρίου είναι προφανές ότι πλήττεται με αυτούς η εκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων, τα οποία όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα οι (μοναδικοί) αυτοί λόγοι του αναιρετηρίου να είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. IV. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-5-2011 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1412/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική Αναίρεση. ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμά καποιο αποδεικτό μέσον ως περισσότερο αξιοπιστο από κάποιο άλλο, όπως δεν δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 19 του ίδιου άρθρου από την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι ( επικυρώνει Εφ. ΑΘ. 1412/2011).
null
null
1
Αριθμός 1317/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρούδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1908-1909/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Ζ. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) K. G. του P. και 2) D. G. του N., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια είναι, εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και οι ισχυρισμοί από τα άρθρα 22, 23, 84, 299 παρ.2 και 311 του ΠΚ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1908-1909/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος των αξιοποίνων πράξεων, ανθρωποκτονίας με πρόθεση, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, παράνομης οπλοκατοχής, οπλοφορίας και οπλοχρησίας και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλακίσεως έξι ετών και έξι μηνών. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "ΕΠΕΙΔΗ, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών και της απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης, αλλά και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας δίκης και την απολογία του παρόντος [1ου] κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Κ., στη Θεσσαλονίκη, στις 18-1-2005, αγόρασε από αγνώστων στοιχείων ταυτότητας Αλβανό με το ψευδώνυμο "M.", ποσότητα χιλίων τετρακοσίων (1400) γραμμαρίων (1,4 kg) ινδικής κάνναβης. Κατείχε δε, από 18 έως 24 Ιανουαρίου 2005 την παραπάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης. Στην Περαία Θεσσαλονίκης, την 20-1-2005, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης του, πυροβόλησε εκ του σύνεγγυς επανειλημμένα και μάλιστα τέσσερις (4) φορές, με πιστόλι τύπου CRVENA ZASTAVA 99, με αριθμό ..., διαμετρήματος 9 mm PARA, τον C. T. του K., υπήκοο Αλβανίας, τον οποίο έπληξε στο ώμο και στην κοιλιακή χώρα, επιφέροντας σ' αυτόν διάφορες κακώσεις και πρόκληση αιμορραγικού "shock", συνεπεία τρώσεως της κοιλιακής αορτής, με επακόλουθο την επέλευση του θανάτου αυτού. Ούτω, στις 20 και 24-1-2005, έφερε το πιο πάνω, χωρίς την προς τούτο άδεια της αρμόδιας αρχής. Την 20-1-2005, με την χρήση του ίδιου, όπως πιο πάνω, όπλου, διέπραξε το προπεριγραφόμενο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κατά το από 20 Δεκεμβρίου 2004 έως και 24-1-2005 κατείχε το προαναφερόμενο πιστόλι CRVENA ZASTAVA 99, καθώς και πενήντα (50) φυσίγγια πιστολιού. Ειδικότερα σχετικά με τις παραπάνω πράξεις του κατηγορουμένου αυτού, αποδείχθηκε ότι, το απόγευμα της 20-1-2005, ο T. C. τηλεφώνησε στον φίλο του Δ. Α. και του ζήτησε να πάει σπίτι του, στην Περαία Θεσσαλονίκης. Μετά τη συνάντηση τους, ο T. C. τηλεφώνησε σε κάποιο Μ. και είπε στον Δ. Α. ότι ο "Μ. θα του έφερνε λεφτά". Μέχρι να έλθει ο "Μ.", ο T. C. έλαβε ένα τηλεφώνημα, όπου συνομίλησε στα αλβανικά και στη συνέχεια με το αυτοκίνητο του Δ. Α., πήγαν απέναντι από τη πιάτσα των ταξί Περαίας. Σε λίγο σταμάτησε στη στάση των ταξί ένα αυτοκίνητο, Toyota Yaris, στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα. Ο T. C. μπήκε στο αυτοκίνητο αυτό, το οποίο στη συνέχεια στάθμευσε κοντά στην καφετέρια "Ακτή" Περαίας. Ο Δ. Α. τους ακολούθησε με το αυτοκίνητο του και όλοι μαζί μπήκαν στην καφετέρια. Εκεί ήταν ο D. M. (Μ.), ο φίλος του T. C. και ο οποίος τους γνώρισε τον Δ. Κ. (πρώτο κατηγορούμενο), με το αυτοκίνητο του οποίου είχαν μεταβεί (πρώτος κατηγορούμενος και Μ.) στην Περαία. Στη συζήτηση που έγινε ο T. C. συζητούσε να πωλήσει στον πρώτο κατηγορούμενο ινδική κάνναβη. Τότε ο Δ. Α. άκουσε για πρώτη φορά τον T. C. να ασχολείται με ναρκωτικά. Έμαθε επίσης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν έγκλειστος στη Φυλακή Πατρών και ότι ήταν σε άδεια, τους επέδειξε δε το όπλο το οποίο είχε μαζί του. Σε ερώτηση του Δ. Α. γιατί το έχει, αυτός είπε "ότι ένιωθε ανασφαλής". Κάποια στιγμή όταν ο T. C. με τον Δ. Α. πήγαν στην τουαλέτα και ο πρώτος ρώτησε τον δεύτερο "πώς σου φάνηκε ο Δ.", ο Δ.Α. απάντησε ότι είναι "μαλάκας" και ο T. C. απάντησε "μαλάκας είναι, αλλά θα τον γαμήσω". Αργότερα και ενώ είχε νυχτώσει, όλοι μαζί πήγαν προς τα αυτοκίνητα τους και ο T. C. είπε στον πρώτο κατηγορούμενο "έλα λίγο να κουβεντιάσουμε", μαζί δε απομακρύνθηκαν σε ένα σκοτεινό στενό, οι δε, Δ. Α. και ο D. M. (Μ.) μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου. Ξαφνικά άκουσαν τρεις πυροβολισμούς και ο Δ. Α. είδε κάποιον να τρέχει κρατώντας όπλο. Ο Μ. είπε να πάνε να δούνε τι συνέβη, αλλά ο Δ. Α. οδήγησε το αυτοκίνητο του κυκλικά στο οικοδομικό τετράγωνο και πέρασαν από το σημείο πυροβολισμού για να βρουν τον T. C., πλην όμως δεν είδαν απολύτως τίποτε λόγω του σκότους. Τότε ο D. M., με προτροπή του Δ. Α., τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο, για να πληροφορηθεί τι έγινε, και αυτός του είπε "ο φίλος σας μου επιτέθηκε και εγώ έριξα στον αέρα, δεν τον κτύπησα". Πιστεύοντας ότι ο T. C. δεν είχε πάθε τίποτε, συνέχισαν να τον ψάχνουν και μη μπορώντας να τον εντοπίσουν, ο D. M. πήγε στο σπίτι του T. C., όπου η μητέρα του είπε ότι δεν είχε επιστρέψει. Τους πυροβολισμούς άκουσε και ο Q. J., ο οποίος μιλούσε στη γωνία των οδών ... και ..., σε θάλαμο του ΟΤΕ και είδε δύο άτομα, που συζητούσαν στο σκοτάδι, στη συνέχεια να τρέχουν, χωρίς να διακρίνει ποια ήταν τα άτομα αυτά. Την επομένη, 21-1-2005, οι αστυνομικοί Δ. Μ. και Ν. Σ., της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, πληροφορήθηκαν από την Άμεση Δράση ότι σε πιλοτή οικοδομής επί της οδού ..., Περαίας Θεσσαλονίκης, βρέθηκε πτώμα άνδρα. Αμέσως μετέβησαν εκεί και βρήκαν το πτώμα του T. C., με τραύμα στον αριστερό μηρό και τρία τραύματα στην κοιλιακή χώρα, ενώ στα ρούχα του βρέθηκε θραύσμα βολίδας πυροβόλου όπλου. Ο ιατροδικαστής Μ. Τ. που εξήτασε το πτώμα, διαπίστωσε κακώσεις από βλήματα πυροβόλου όπλου στην κοιλιακή χώρα και μάλιστα "τυφλό τραύμα διαμέτρου 0,5 εκατ. εις την περιοχή του ομφαλού τρώση του μεσεντερίου και δημιουργία μετρίου αιμοπετριτοναίου" από το βλήμα που "προσέκρουσε εις την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και εξοστρακίσθηκε εντός των μαλακών μορίων των γλουτών", καταστροφή κατά την πορεία του βλήματος της περιοχής "της κοιλιακής αορτής ακριβώς εις τον διχασμόν των λαγονίων με αποτέλεσμα την αθρόα οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία, διαμπερές τραύμα οριζοντίως φερόμενο κατά το κάτω τριτημόριο του αριστερού αντιβραχίου, με πύλη εισόδου εις την εκτατική [ραχιαία] επιφάνεια και έξοδο εις την καμπτική [κάτω] επιφάνεια του αντίχειρος, διαμέτρου 0,5 εκ., πύλη εισόδου βλήματος εξ ελαχίστης αποστάσεως εις την έξω άνω πλαγία επιφάνεια του αριστερού μηρού φορά εκ των άνω προς τα κάτω και οπίσω με έξοδο κατά το οπίσθιο κάτω τριτημόριο του μηρού". Από τις ως άνω κακώσεις και την τρώση της κοιλιακής αορτής προκλήθηκε αιμορραγικό "shock", συνεπεία του οποίου, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του νυκτερινές ώρες της 20-1-2005 [174/21-1-2005 ιατροδικαστική εξέταση του προαναφερόμενου ιατροδικαστή, στην οποία από παραδρομή αναφέρεται ότι ο θάνατος επήλθε νυκτερινές ώρες της 19-1-2005]. Επακολούθησε έρευνα προς εντοπισμό του δράστη και των αυτόπτων μαρτύρων του εγκλήματος. Από την έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί, εντόπισαν τον Δ.Α., ο οποίος ήταν παρών κατά τη συνάντηση του T. C. με τον "Μ." και τον "Δ." στην καφετέρια "Ακτή", γνώριζε για το επεισόδιο και κατά την εξέτασή του κατέθεσε αναλυτικά τα γεγονότα που έγιναν στην Περαία Θεσσαλονίκης και ότι ο "Δ." είχε πυροβολήσει και φονεύσει το θύμα. Έτσι, οι αστυνομικοί βεβαιώθηκαν ότι ο δράστης ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ.Κ.. Προχώρησαν σε έρευνες και στις 24-1-2005 τον εντόπισαν στο πλωτό μπάρ "εν πλώ" στην παραλία Θεσσαλονίκης και στις 05.50, που έβγαινε από το μπάρ, του έκαναν σωματική έρευνα και βρήκαν στη ζώνη του ένα πιστόλι 9 mm, με εννέα σφαίρες στον γεμιστήρα, και μία σφαίρα στη θαλάμη του όπλου, έτοιμο για χρήση. Ο Δ. Κ.ς, οδηγήθηκε στην υπηρεσία τους, όπου εξεταζόμενος, δήλωσε ότι στο σπίτι του είχε 1400 γραμ. ινδικής κάνναβης και 25 φυσίγγια των 9 χιλιοστών. Τα ναρκωτικά είπε ότι τα είχε προμηθευθεί από κάποιον με το όνομα "Μ.", με τον οποίο είχε συνεργασθεί παλαιότερα, και τα κατείχε για δική του χρήση, ενώ το όπλο το αγόρασε από τον δεύτερο κατηγορούμενο Α. Ζ. αντί 1000 ευρώ, από φόβο και για ασφάλεια του, επειδή είχε πυροβολήσει αλβανό το έτος 2000. Επίσης δήλωσε ότι στη φυλακή ήταν, γιατί είχε πυροβολήσει κάποιον αλβανό στο πόδι. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι πυροβόλησε το θύμα, αλλά δεν γνώριζε ότι το είχε σκοτώσει και γι' αυτό έφυγε από τον τόπο. Οι αστυνομικοί είχαν πληροφορίες ότι αυτός διαρκώς οπλοφορούσε και είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα κατά την σύλληψη του. Άλλωστε, με το γεμάτο όπλο που είχε μαζί του μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πυροβολήσει οποιονδήποτε. Αποδείχθηκε λοιπόν, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε τον C. T. του K., υπήκοο Αλβανίας, πυροβολώντας αυτόν από πολύ κοντά τέσσερις (4) φορές με πιστόλι, τύπου CRVENA ZASTAVA 99, με αριθμό ..., διαμετρήματος 9 mm PARA, τον οποίο έπληξε στον ώμο και στην κοιλιακή χώρα, επιφέροντας σ' αυτόν τις αναφερόμενες πιο πάνω κακώσεις. Ο κατηγορούμενος αυτός, ισχυρίζεται ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του C. T. οφείλεται σε εκπυρσοκρότηση του όπλου του κατά τη συμπλοκή τους από υπαιτιότητα του θύματος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: "... ο T. ... με ρώτησε γιατί κτύπησες πάλι αλβανό και άρχισε να με γρονθοκοπεί, εγώ έφυγα προς τα πίσω και εκείνος έκανε άλμα στον αέρα. Πιαστήκαμε στα χέρια, τραβούσα σπασμωδικά το όπλο. 'Ηλθαν οι άλλοι και μας κρατούσαν. Το όπλο εκπυρσοκρότησε. Με το πόδι του πάνω μου τραβούσε το όπλο. Παραπάτησα και κράτησα το όπλο να μην πέσει. Δεν είδα πως εκπυρσοκρότησε. Δεν είδα αίματα. Είδα το θύμα να τρέχει και έφυγα ...". Τα ίδια ισχυρίσθηκε και κατά την προανακριτική του απολογία. Ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα, αντικρούεται αφενός μεν από το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε στους αστυνομικούς ότι πυροβόλησε το θύμα και ότι δεν εκπυρσοκρότησε το όπλο κατά τη συμπλοκή τους καθώς και το ότι το θύμα πυροβολήθηκε τέσσερις φορές από πολύ κοντά στον ώμο και στην κοιλιακή χώρα, αφετέρου δε από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ.Α. και Q. J., οι οποίοι ήταν κοντά στον τόπο του συμβάντος και άκουσαν πυροβολισμούς και όχι "πυροβολισμό". Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέος είναι και αυτοτελής ισχυρισμός του περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 22, 23 και 311 ΠΚ, ως και οι λοιποί ισχυρισμοί του. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος την 20 και 24-1-2005 έφερε το προαναφερόμενο όπλο χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, την 20-1-2005 με την χρήση του διέπραξε την ανωτέρω ανθρωποκτονία από πρόθεση και από 20 Δεκεμβρίου 2004 έως και 24-1-2005 κατείχε το παραπάνω όπλο, καθώς και πενήντα (50) φυσίγγια πιστολιού. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, α)κατά το από 1 έως 22 Ιανουαρίου 2005 χρονικό διάστημα, στις 18-1-2005 αγόρασε ναρκωτικά με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους με κέρδος σε τρίτους και ειδικότερα αγόρασε, από αγνώστων στοιχείων ταυτότητας αλβανό με το προσωνύμιο "Μ." ποσότητα χιλίων τετρακοσίων (1400) γραμμαρίων (1,4 kg) ινδικής κάνναβης, η οποία είναι ναρκωτική ουσία, δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή, β) κατά το από 18 έως 24 Ιανουαρίου 2005 χρονικό διάστημα κατείχε ναρκωτικά, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση, κατά τρόπο που μπορούσε να διαπιστώσει σε κάθε στιγμή την ύπαρξη της και να τη διαθέσει κατά την πραγματική βούληση του, την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης. Επομένως, ο κατηγορούμενος Δ. Κ., πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1908-1909/2010 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 299 παρ.1 του ΠΚ, 4 παρ. 1,3 Πιν. Α6, 5 παρ.1 β, ζ, 22, 27 του ν. 1729/1987, όπως ισχύουν μετά την κωδικ. με το ν. 3459/2006 περί ναρκωτικών και 1 παρ.1 α, δ, και 2 α, β, γ, 8 α, 7 παρ. 1,2, 8 α, 13 α, 14 του ν. 2168/1993 περί όπλων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, στο προεκτεθέν αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου: α) αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας, με άμεσο δόλο τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, και των λοιπών πλημμελημάτων κατά συρροή, β) αναφέρεται με σαφήνεια και αναλυτικά ο τρόπος τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, γ) από το σύνολο των παραδοχών και τη γενόμενη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δε συνάγεται ότι το δικαστήριο αγνόησε και δε συνεκτίμησε και την αναγνωσθείσα από 26-1-2005 έκθεση ένορκης κατάθεσης του απουσιάζοντος μάρτυρος D. M., που καταθέτει περί προηγηθείσας επίθεσης με γροθιά και περί άμυνας, αντίθετα το δικαστήριο αιτιολογημένα αποκρούει την εκδοχή αυτή, επικαλούμενο δύο άλλες καταθέσεις μαρτύρων και την προανακριτική απολογία του ίδιου του κατηγορούμενου, στη δε σελίδα 20 και 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται ειδική αναφορά στον άνω μάρτυρα, ενώ άλλωστε στο αιτιολογικό δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδικότερη αναφορά του καθενός αποδεικτικού μέσου χωριστά και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, δ) απέρριψε με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δεχθέν, 1) ανυπαρξία κατάστασης βρασμού ψυχικής ορμής κατά τη λήψη της απόφασης και κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας με τέσσερις πυροβολισμούς, αντίθετα δέχθηκε ότι ενήργησε τελών σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αιτιολογώντας επαρκώς το άνω συμπέρασμα του δικαστηρίου, από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, από τους τέσσερις πυροβολισμούς και από τις άλλες ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας, 2) μη συνδρομή στοιχείων μεταβολής της κατηγορίας σε θανατηφόρο σωματική βλάβη, απορρίψαν την εκδοχή απλής εκπυρσοκρότησης του όπλου κατά τη συμπλοκή δράστη και θύματος, 3) μη συνδρομής περιστάσεων κατάστασης άμυνας, άλλως υπερβάσεως των ορίων της άμυνας και 4) μη συνδρομής περιστάσεων ελαφρυντικής περίστασης προηγηθείσας ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος προς το δράστη κατηγορούμενο, με το να δεχθεί, από το σύνολο των παραδοχών, άμεσο δόλο ανθρωποκτονίας με σχεδιασμό και εκτέλεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Επομένως, όλοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 26/22-12-2011 αίτηση του Δ. Κ. του Α., περί αναιρέσεως της 1908-1909/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία με πρόθεση - Παράβαση του Ν. Ναρκωτικών -Οπλοφορία - Οπλοχρησία - Οπλοκατοχή. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Οπλοχρησία
Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1316/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Χαμαλέλη, περί αναιρέσεως της 51068/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 101/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ.1 του άρθρου 1 α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται ... Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση ... Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και, θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το οποίο δίκασε ως Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα των οπίων έγινε η ανάγνωση, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω περιστατικά: "... Στην Αθήνα στις 26-5-2006 ο κατηγορούμενος ως εργοδότης της επιχείρησης φανοποιεία, βαφές αυτοκινήτων, με την επωνυμία "Κ. Κ.", αν και απασχόλησε στην επιχείρηση του κατά τη χρονική περίοδο από 5/2003 έως 12/2005, μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ήταν ασφαλισμένοι στο Ι ΚΑ δεν κατέβαλε, ως όφειλε για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού εισφορές συνολικού ποσού 47.141, 56 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία. Ειδικότερα, δεν κατέβαλε, ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση προς τούτο: α) τις βαρύνουσες τον ίδιο εργοδοτικές εισφορές ποσού 31.427,70 ευρ. στον ως άνω οργανισμό, μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές για την παραπάνω χρονική περίοδο και β) δεν απέδωσε τις εργατικές ασφαλιστικές εισφορές ποσού 15.713,85 που είχε παρακρατήσει από τους μισθούς των εργαζομένων στην επιχείρηση του και δεν κατέβαλε στον παραπάνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, για την παραπάνω χρονική περίοδο. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται ...". Με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις αυτές που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, τελέσθηκαν την 26-5-2006 και για την μη καταβολή τους συντάχθηκε η με αριθμό 79628/2006 ΠΕΕ και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών και συνολική χρηματική τοιαύτη εννιακοσίων (900) ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές και, ειδικότερα, ότι ο χρόνος απασχόλησης του άνω προσωπικού ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 5/2003 έως 12/2005, ο δε χρόνος τελέσεως των δύο τούτων εγκλημάτων είναι η 26-5-2006, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος, για τον οποίο ο χρόνος τελέσεως τους τοποθετείται πολύ αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και το χρόνο καταβολής των οφειλομένων αποδοχών, αφού, ελλείψει συμφωνίας οι αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε μήνα (άρθρο 655 Α.Κ.) και οι, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α οριζόμενες εισφορές γίνονται, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Ν. 1846/1951, απαιτητές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, υπάρχει ασάφεια, ως προς τις παραδοχές της απόφασης για το χρόνο τέλεσης των πράξεων τούτων, που είναι κρίσιμος καθόσον εν προκειμένω ανακύπτει περίπτωση μερικής εξαλείψεως του αξιοποίνου των άνω πράξεων λόγω παραγραφής (Ολ.Α.Π. 1/1996). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή μετά την όποια μέχρι σήμερα επελθούσα μερική παραγραφή, πιθανόν να γεννάται και ζήτημα ερεύνης του ανεγκλήτου των εν λόγω πράξεων λόγω του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών που τυχόν απομένουν και εντεύθεν ανάγκη εφαρμογής, σε μια τέτοια περίπτωση, της διάταξης του άρθρου30 του νόμου 3904/2010, που ισχύει από 23-12-2010 και είναι επιεικέστερη της τοιαύτης του άρθρου 33 του νόμου 3346/2005, έρευνα όμως που άπτεται της ουσίας της υποθέσεως με την οποία ο Άρειος Πάγος δεν ασχολείται, πρέπει ως εκ τούτου να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 51068/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών .Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στη δικαστική απόφαση. Αναιρείται η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση, για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, απόφαση λόγω ασάφεια αιτιολογίας, διότι στο διατακτικό της απόφασης εμφιλοχωρεί ασάφεια ως προς τον πραγματικό χρόνο τελέσεως των πράξεων, στοιχείο κρίσιμο για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής. Αναιρεί και παραπέμπει.
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1315/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρούνια, περί αναιρέσεως της 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1220/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2, 499, 502 παρ.2 και 523 επ. του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης επί όλων των κεφαλαίων αυτής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής είναι καθολικό, διότι μεταβιβάζεται η υπόθεση στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση από την αρχή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να αποσαφηνίσει ή συμπληρώσει τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπό τον περιορισμό μόνον του άρθρου 470 του ΚΠΔ, ήτοι της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, δίνοντας μάλιστα, εάν συντρέχει περίπτωση, και τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε η υπέρ αυτού, δε μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτοδίκως, έστω και εσφαλμένα. Έτσι, επί συρροής δύο εγκλημάτων, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε εσφαλμένα μία ποινή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δε μπορεί σύμφωνα με την άνω διάταξη να επιβάλει δύο ποινές. Επίσης, είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο νέας ποινής, έστω και αν εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε, από παραδρομή παραλείψει να επιβάλει ποινή για μία πράξη που είχε καταγνώσει ενοχή. Όμως, τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου δε δημιουργείται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι, υπό τα αυτά δεκτά γενόμενα και πρωτοδίκως πραγματικά περιστατικά, η πράξη τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, εφόσον η υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβληθείσα ποινή είναι ίση ή μικρότερη από την πρωτοδίκως επιβληθείσα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη 224/2011 απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του με την μορφή της νομικής χειροτερεύσεως της θέσης του, καθόσον ενώ τον αθώωσε για τα λοιπά εγκλήματα και για τετελεσμένη ληστεία, τον καταδίκασε μόνον για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας και του επέβαλε, το πρώτον όμως, μία νέα ποινή κάθειρξης πέντε ετών, ενώ το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, έστω εσφαλμένα, είχεν παραλείψει να του επιβάλει οιαδήποτε ποινή για την άνω πράξη της απόπειρας ληστείας. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του παραπάνω προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου: α) Το αιτιολογικό της πρωτόδικης 427/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ως εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία κάθε κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, όσον αφορά στον πρώτο κατηγορούμενο Β. Μπουραζάνα αποδείχθηκαν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της απόφασης αυτής που εκόντως αναφερόμενες στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της απόφασης αυτής πράξεις, τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία. Οι καταθέσεις των απολειπομένων μαρτύρων Χ. και Κ., τόσο προανακριτικά, όσο και ανακριτικά οι οποίες διαβάστηκαν με συναίνεση των κατηγορουμένων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την τέλεση των πράξεων από τον πρώτο κατηγορούμενο τον οποίο αναγνώρισαν και οι δύο ως άνω μάρτυρες, δεδομένου ότι ήταν άτομο γνωστό σ' αυτούς, και στον μεν πρώτο (μάρτυρα) από παλαιότερες προσαγωγές του α' κατηγορουμένου στην ασφάλεια, που τις είχε διενεργήσει ο ίδιος μάρτυρας, ο οποίος μάλιστα δηλώνει με σαφήνεια ότι ο α' κατηγορούμενος ομολόγησε τις πράξεις του, προανακριτικά, χωρίς να πιεστεί από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα και στον δεύτερο (μάρτυρα), λόγω των συχνών επισκέψεων του εν λόγω κατηγορουμένου σε συνεργείο μοτοποδηλάτων, που βρισκόταν πλησίον της οικίας του και λόγω του ότι στενά συγγενικά πρόσωπα του κατηγορουμένου διαμένουν πλησίον οικίας της μητέρας του. Επομένως, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όλων των αναφερομένων στο κατηγορητήριο πράξεων με την αποδειχθείσα ελαφρ. περ. του άρθρ. 84§2ε' ΠΚ". Με την ίδια 427/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Στις 11-2-2001, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, ήτοι χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει (από αυτόν) ξένο ολικά κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μια τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα και αφού μετέβη επί της οδού ... επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό του καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά. Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Ειδικότερα και ενώ επιχείρησε βίαια να αφαιρέσει την τσάντα της παραπάνω παθούσας, την έσυρε στο οδόστρωμα κρατώντας την από την τσάντα και σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων με αποτέλεσμα να της προξενήσει κακώσεις μαλακών μορίων, ερυθρότητα του δέρματος της έξω επιφάνειας του αριστερού μηρού και αριστερού άκρου ποδός της αριστερής ωμοπλάτης και της έξω επιφάνειας του αριστερού βραχίονα. Γ) Κατά τον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα. Ειδικότερα και ενώ έσερνε στο οδόστρωμα την παραπάνω παθούσα καταστράφηκαν το παλτό της, το δερμάτινο γιλέκο, το παντελόνι, τα παπούτσια και η τσάντα της συνολικής αξίας 180.000 δραχμών περίπου. Δ) Στις 20-1-2001 χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον άλλου προσώπου αφήρεσε από αυτόν ξένο ολικά κινητό πράγμα. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο οδηγώντας το δίκυκλο μοτ/το ιδιοκτησίας του, τράβηξε και απέσπασε την τσάντα της Β. Γ. που περιείχε ατομικά της έγγραφα. Ε) Στον ίδιο τόπο και χρόνο προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Ειδικότερα και στην προσπάθειά του να αφαιρέσει την τσάντα έριξε την παραπάνω στο οδόστρωμα, την έσυρε για περίπου πέντε μέτρα και χτύπησε έτσι ελαφρά στο κεφάλι. ΣΤ) Στις 23-3-2000 αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, διαπράττει δε κλοπές ή ληστείες κατ' "επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο και ενώ οδηγούσε το δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του, αυτός άρπαξε από το καλάθι του ποδηλάτου που οδηγούσε η Δ. Λ. - Γ. την τσάντα της που περιείχε ένα φάκελο με συμβόλαιο, δύο πορτοφόλια σε 50.000 δραχμές, ένα βιβλιάριο καταθέσεων, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ERICSSON και τα κλειδιά του σπιτιού της. Ζ) Στις 19-1-2001 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφήρεσε την τσάντα της Α. Κ. που περιείχε ένα πορτοφόλι με 20.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Η) Στις 19-8-2000 και ενώ επέβαινε με μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφήρεσε την τσάντα περιείχε ένα πορτοφόλι με 14.000 δραχμές. Θ) Στις 18-7-2000 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφαίρεσε την τσάντα της Α. Μ. που περιείχε 30.000 δραχμές ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ και λοιπά έγγραφα. Ι) Στις 9-5-2000 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφαίρεσε την τσάντα της Φ. Μ. και περιείχε 30.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Κ) Στις 1-6-2000 που επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ίδιος αφήρεσε την τσάντα της Αθηνάς Αντωνίου που περιείχε 30.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Από την επανειλημμένη τέλεση των παραπάνω πράξεων προκύπτει αφενός μεν σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε σταθερή ροπή του για την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο 1ος κατηγορούμενος Β. Μ. συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (αρ. 84 παρ.2ε' Π.Κ.)". Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινές, με αιτιολογικό και διατακτικό που έχουν, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια απόφαση, ως εξής: "Επειδή οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94 παρ.1, 83, 98, 308 παρ.1α, 381 παρ.1, 380 παρ.1, 374 περ.δ' σε συνδ. με άρθρο 372 παρ.1α του ΠΚ, κλπ, .... καταδικάζει τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την ληστεία και ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την κλοπή, ενός (1) έτους για τη σωματική βλάβη και έξι (6) μηνών για τη φθορά και επιβάλλει συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών". β) Το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ως εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, Β. Μ., στα Τρίκαλα, περί την 11η νυκτερινή ώρα της 11ης Φεβρουαρίου 2001 έχοντας αποφασίσει την εκτέλεση κακουργηματικής πράξης και συγκεκριμένα να χρησιμοποιήσει σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει από αυτό ξένο ολικά γι' αυτόν κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μία τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα μετέβη στην οδό ... της πόλης των Τρικάλων, όπου επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια, χωρίς όμως να επιτύχει τον σκοπό του, καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά. Τα παραπάνω προκύπτουν από το όλο αποδεικτικό υλικό και κυρίως τις μαρτυρικές καταθέσεις των Σ. Κ. και Σ. Χ., που είναι ιδιαιτέρως πειστικές και ουδεμία αμφιβολία καταλείπουν για την προαναφερθείσα εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Το περιεχόμενο των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων δεν αναιρείται ούτε ανατρέπεται από αυτό των καταθέσεων των λοιπών, που δεν ήσαν παρόντες κατά το χρόνο και τόπο της ληστρικής απόπειρας που αποδίδεται στον παρόντα κατηγορούμενο. Αντίθετα οι προαναφερθέντες μάρτυρες, Σ.Κ. και Σ. Χ., είναι παρόντες στον τόπο και χρόνο της απόπειρας ληστείας που διέπραξε ο κατηγορούμενος εις βάρος της πρώτης από αυτού5και αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο. Πρέπει, λοιπόν, να κηρυχθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος ένοχος για την ως άνω απόπειρα ληστείας και να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. εφόσον αυτός επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της παραπάνω πράξης συμπεριφέρθηκε καλά μέσα στην κοινωνία. Αναφορικά με τις λοιπές πράξεις, ληστείας, και διακεκριμένων κλοπών, δεν υπήρξαν ικανά αποδεικτικά στοιχεία, που να στοιχειοθετούν τις νομοτυπικές τους μορφές και να συνδέουν αυτές με τον εν λόγω κατηγορούμενο και πρέπει μετά από αυτά ο τελευταίος να κηρυχθεί αθώος των κατηγοριών αυτών. Τέλος, σχετικά με τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις σωματικών βλαβών και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του ως άνω κατηγορουμένου, εφόσον γi' αυτές ως έχουσες πλημμεληματικό χαρακτήρα το αξιόποινο εξαλείφθηκε με την παραγραφή (308 παρ.1, 381 παρ.1 και 111-113 του ΠΚ)". Από την ίδια προσβαλλόμενη 224/2011 απόφαση του δευτεροβαθμίου Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος κηρύχθηκε ένοχος μίας μόνον πράξης, της απόπειρας ληστείας και δη του ότι: "Στις 11-02-2001 στα Τρίκαλα, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, ήτοι χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει (από αυτόν) ξένο ολικά κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μία τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα και αφού μετέβη επί της οδού ... επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια, χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό του, καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά", και κηρύχθηκε αθώος όλων των λοιπών πράξεων και του επιβλήθηκε μία ποινή κάθειρξης πέντε ετών για την απόπειρα ληστείας. Από όλες τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Λάρισας αναμφίβολα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, εισαχθείς σε δίκη, για μία ληστεία και για μία απόπειρα ληστείας, για έξι διακεκριμένες κλοπές, για μία απλή σωματική βλάβη και για μία φθορά ξένης ιδιοκτησίας, με συμπέρασμα του αιτιολογικού ότι πρέπει ο κατηγορούμενος Β. Μ. "να κηρυχθεί ένοχος όλων των αναφερομένων στο κατηγορητήριο πράξεων, αθώοι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι", πράγματι με το διατακτικό κηρύσσεται ένοχος όλων των αποδιδομένων σε αυτόν ως παραπάνω πράξεων και ειδικότερα της υπό στοιχεία Α' του διατακτικού απόπειρας ληστείας και της υπό στοιχεία Δ' του διατακτικού τετελεσμένης ληστείας. Και ναι μεν στην επικεφαλίδα του διατακτικού αναφέρει ότι τον κηρύσσει ένοχο "του ότι με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα του ενός εγκλήματα" και συγκεκριμένα, τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Κ, αυτό όμως το αναφέρει λόγω των παραπάνω πολλών αληθώς συρρεόντων εγκλημάτων (κλοπών, σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας) και δεν αναφέρει από παραδρομή ταυτόχρονα και την πανηγυρική φράση του άρθρου 98 του ΠΚ, όσον αφορά τη ληστεία και την απόπειρα ληστείας, ότι συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Όμως, στο περαιτέρω αιτιολογικό του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σαφώς αναφέρει το άρθρο 42 παρ.1 του ΠΚ, που προβλέπει την απόπειρα και το παραπάνω άρθρο 98 του ΠΚ, που προβλέπει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα και κατά την επιμέτρηση των ποινών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως είχε διακριτική ευχέρεια, επέβαλε επομένως για τις πράξεις της ληστείας, και της απόπειρας ληστείας, μία ποινή κάθειρξης έξι ετών. Όταν δε στο διατακτικό ορίζει ότι επιβάλλει ποινή κάθειρξης έξι ετών " για τη ληστεία", όπως επίσης φυλάκιση δύο ετών "για την κλοπή", ενώ έχει καταδικάσει τον κατηγορούμενο για έξι κλοπές, προδήλως εκφράστηκε στενά και εννοεί για τη ληστεία και για την απόπειρα ληστείας, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (τετελεσμένου και σε απόπειρα) και προδήλως προκύπτει ότι επέβαλε μία μόνον ποινή για την ληστεία και για την απόπειρα της ληστείας, για την οποία και είχε κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο. Όταν περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, δικάζον κατ' έφεση του κατηγορουμένου, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος "ένοχος δύο ληστειών και των κλοπών", κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο της πράξεως της τετελεσμένης ληστείας και ένοχο μόνο για την πράξη της απόπειρας ληστείας (και αθώο των έξι κλοπών και έπαυσε την ποινική δίωξη για τη σωματική βλάβη και για τη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, λόγω παραγραφής), και περαιτέρω του επέβαλε, μετά εισαγγελική πρόταση, για την απόπειρα αυτή ληστείας, που κηρύχθηκε ένοχος, ποινή κάθειρξης πέντε ετών, μικρότερη των έξι ετών, που του είχεν επιβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το ίδιο έγκλημα, κατ' εξακολούθηση, (ληστείας και απόπειρας ληστείας), δεν επέβαλε το πρώτον ποινή, για πράξη που δεν είχε επιβάλλει ποινή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού είχεν επιβληθεί πρωτοδίκως ορθά και σύμφωνα με το αναφερθέν στην απόφαση άρθρο 98 του ΠΚ, μία ποινή ομού για τη ληστεία και για την απόπειρα ληστείας. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη ως παραπάνω απόφασή του, με το να επιβάλει ποινή για την πράξη της απόπειρας ληστείας, που κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου και δεν υπερέβη θετικά τη εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, ο μοναδικός συναφής λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου παραδεκτού αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 9/12-5-2011 αίτηση του Β. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για θετική υπέρβαση εξουσίας, λόγω χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με το να του επιβληθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή κάθειρξης 5 ετών, για απόπειρα ληστείας, καίτοι δεν του είχεν επιβληθεί καμία ποινή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την πράξη αυτή.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Ληστεία.
2
Αριθμός 1314/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπόμπορα, για αναίρεση της υπ'αριθ.31283/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 921/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεως του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ειδικώς και την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνο όμως όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αν αναφέρονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Αν έγινε προβολή ή όχι και δη παραδεκτά, προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά του δικαστηρίου, που κατ' άρθρο 142 παρ. 3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά μέχρι να διορθωθούν με τη νόμιμη διαδικασία ή ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, εκείνοι οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Επίσης, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτηση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, για συνεκδίκαση με άλλη συναφή υπόθεση του ιδίου που δικάστηκε χωριστά στον πρώτο βαθμό, κατά τα άρθρα 128 παρ.2 και 139 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει η απόφαση να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αίτησης αυτής κρίση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. α', β' και ε' του ΠΚ, οι με τη διάταξη αυτή καθιερούμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ακόμη και αν δεν προταθούν ή προταθούν αορίστως. Για να είναι όμως, υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει σε υποβληθέντα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμό μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις και να αιτιολογήσει την τυχόν απόρριψη τους, ώστε να μπορεί και να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, πρέπει να υποβληθούν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένοι οι ισχυρισμοί αυτοί, πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, α) του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα (και όχι μεταγενέστερα), έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό αυτό, η επίκληση μόνο του λευκού ποινικού μητρώου, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος ή εργασίας προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται η επίκληση περιστατικών θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς, β) του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ποία, ή από μεγάλη ένδεια, που πρέπει να προσδιορίζει, ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή συγκεκριμένης εντολής ή προσταγής προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Πρέπει δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, ε) του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά μετά την πράξη επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, με παράθεση περιστατικών θετικής καλής συμπεριφοράς, υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας μέσα στην κοινωνία διαβιών. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, πρότεινε και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά έγγραφοι ισχυρισμοί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, που αναπτύχθηκαν και έχουν κατά λέξη ως εξής: "1. Όπως και κατά την διαδικασία ανέπτυξα και εξήγησα, δια του υπ' αριθμ. 22 πρακτικού γενικής συνέλευσης των εταίρων της εταιρίας περιορισμένης Ευθύνης ΕΞΠΡΟ ΕΠΕ, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα στα Βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο υπ αριθμ. φύλλου 8337/2110.1998 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ήδη από την 8.10.1998, χρόνο κατά τον οποίο μεταβίβασα και το εταιρικό μερίδιο μου, έπαψα να είμαι διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής αντικατασταθείς από τον νέο μέτοχο, ιδιοκτήτη και διαχειριστή αυτής κ. Θ. Κ.. Στην συνέχεια από το έτος 2000 μετέβην, εγκαταστάθηκα μόνιμα και εργάζομαι στην Ρουμανία, ασκώντας το επάγγελμα του μηχανολόγου - μηχανικού και αποβάλλοντας πλέον την ιδιότητα του εμπόρου. Μέχρι τον χρόνο αποχώρησης μου από την άνω εταιρία όλες οι φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις της όπως και κάθε είδους δοσοληψία της ήταν απολύτως τακτοποιημένες. Όταν πολύ αργότερα και δη μετά από 6 ολόκληρα χρόνια, κατά το έτος 2004 η εταιρία αυτή λόγω φορολογικών παραβάσεων στις οποίες υπέπεσε (δεν προσκόμισε τα βιβλία της προς έλεγχο) και απορρίφθηκαν τα βιβλία της και υπολογίσθηκαν εξωλογιστικά τα εισοδήματα της αναγόμενα μάλιστα και σε χρόνο πολύ προγενέστερο και της επεβλήθησαν τεράστια πρόστιμα, ούτε ήμουν σε θέση, ούτε γνώριζα αυτά όλα, αφού δεν εκλήθην, ούτε είχα την οικονομική δυνατότητα, ούτε τέλος είχα την ουσιαστική ευθύνη και την εκπροσώπηση της εταιρίας, ώστε να έχω την αντικειμενική δυνατότητα να προβώ σε οποιαδήποτε ρύθμιση ή εξόφληση των χρεών αυτών που επεβλήθησαν. Κατά συνέπεια το αδίκημα το οποίο φέρομαι να τέλεσα προκύπτει από αντικειμενική ευθύνη και όχι από πρόθεση, ενώ δεν ήμουν σε θέση να αποτρέψω τις συνέπειες του. Συνεπώς όπως από όλα τα παραπάνω προκύπτει και αποδεικνύεται, στηρίζεται επαρκώς και πρέπει να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων στην διάπραξη του αδικήματος εκ του άρθρου 84, 2β'ΠΚ. 2. Καθόλη την ζωή μου μέχρι την εκδίκαση της παρούσης και την τέλεση της πράξης που φέρομαι να τέλεσα, έχω διάγει ιδιαίτερα έντιμη κοινωνικά, οικονομικά επαγγελματικά και οικογενειακά ζωή. Είμαι. 57 ετών, έχω σπουδάσει, μηχανολόγος - μηχανικός, έχω κάνει μεταπτυχιακές ειδικευμένες σπουδές με αντικείμενο τα μεγάλα έργα, έχω δύο τέκνα που ανέθρεψα με υγιείς αρχές και σπούδασαν επίσης, ήμουν πάντοτε ιδιαίτερα συνεπής στην καταβολή των φόρων και όλων των υποχρεώσεών μου προς το κράτος και βοήθησα επανειλημμένα και πολλούς άλλους συμπολίτες μου από το στενό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μου. Στις παρούσες ιδιαίτερα δύσκολες εποχές, παρά την ηλικία μου έχω εγκατασταθεί μόνος μου στην Ρουμανία όπου εργάζομαι σταθερά σε κρατικό φορέα δημοσίων έργων, τιμώντας το Ελληνικό όνομα και αποκτώντας εισόδημα, με το οποίο συντηρώ την οικογένεια μου στην Ελλάδα. Δεν είχα προσωπικές ή άλλες αντιδικίες οποιασδήποτε φύσης και δεν έχω υποπέσει στο παρελθόν σε κανένα αδίκημα και συνεπώς έχω λευκό ποινικό μητρώο. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω περιστατικών δικαιολογεί την αναγνώριση σ' εμένα και των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων των άρθρων 84,2α και 84,2ε περί προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη που φέρεται ότι τέλεσα". Περαιτέρω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 31283/2012 αποφάσεως του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 1-12-2004 όντα οφειλέτης του Δημοσίου και με την ιδιότητα του τυπικά και εν τοις πράγμασι διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΟ ΕΠΕ" με αντικείμενο εργασιών "Εισαγωγή και Εμπορία εισαγομένων και εγχωρίων προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ Νέας Ιωνίας Αττικής διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου που συνολικά υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, καθυστέρησε την καταβολή αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και συγκεκριμένα ποσό 674.550,66 ευρώ από Φ.Π.Α οριστικά βεβαιωθείς και καταβλητέος σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 30-6-2004 και 30-7-2004, ποσό 1.288.195,60 ευρώ από Φ.Π.Α οριστικά βεβαιωθείς και καταβλητέος σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 30-6-2004 και 30-7-2004, ποσό 1.241.780,22 ευρώ από Φ.Π.Α οριστικά βεβαιωθείς και καταβλητέος σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 30-6-2004 και 30-7-2004, ποσό 1.273.475,13 ευρώ από Φ.Π.Α οριστικά βεβαιωθείς και καταβλητέος σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 30-6-2004 και 30-7-2004, ποσό 2.135.818,92 ευρώ από Φ.Π.Α οριστικά βεβαιωθείς και καταβλητέος σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 30-6-2004 και 30-7-2004 και συνολικά ποσό 6.613.820,53 ευρώ. Πρέπει επομένως, απορριπτόμενου του αιτήματος περί αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου αυτή να συνεκδικαστεί με άλλη συναφή στις 15-6-2012 διότι με την συνεκδίκαση και τη λόγω αυτής αναβολή, δεν επιτυγχάνεται ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης, (αρθρ. 128 και 130 παρ. 2 ΚΠΔ) ενώ υπάρχει και κίνδυνος παραγραφής της υπό κρίση υπόθεσης σε περίπτωση άλλης αναβολής λόγω της συνεκδίκασης, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος χωρίς να του αναγνωριστεί ελαφρυντικό διότι δεν αποδείχθηκε ότι αν και απουσίαζε για εργασία στο εξωτερικό δεν είχε τη δυνατότητα και την υποχρέωση να λαμβάνει γνώση της πορείας των υποθέσεων της εταιρίας στην οποία ήταν διαχειριστής". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 1/12/04 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης νια την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "ΕΞΠΡΟ ΕΠΕ" με αντικείμενο εργασιών Εισαγωγή και Εμπορία Εισαγομένων Εγχώριων Προϊόντων Ευρείας Κατανάλωσης, όπου τυγχάνει διαχειριστής στη ΔΟΥ Ν.Ιωνίας διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.ειδ.βιβλίου 30/05) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 25/4/2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 6.613.820,53, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 31283/2012 αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 6.613.820,53 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ. 1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) προσδιορίζεται στην απόφαση, προσαρτώμενου στο διατακτικό αυτής του μνημονευόμενου σε αυτή με αρ. 30/2005 Πίνακα Χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ Ν. Ιωνίας Αττικής, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (η ΔΟΥ Ν. Ιωνίας Αττικής), το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση (ΦΠΑ ετών χρήσης της ΕΠΕ 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998, με οριστική βεβαίωση την 27-5-2004), συνολικού ποσού 6.613.820,92 ευρώ και ο τρόπος πληρωμής τους σε δύο μηνιαίες δόσεις, που προσδιορίζονται, με ημερομηνίες λήξεως πρώτης την 30-6-2004 και της δεύτερης και τελευταίας δόσεως την 30-7-2004, αναφέρεται ορθά και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους και τελέσεως του εγκλήματος, η 1-12-2004, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο το άνω συνολικό χρέος, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως του, έπρεπε να καταβληθεί από τον υπόχρεο κατηγορούμενο διαχειριστή της οφειλέτριας ΕΠΕ, παρελθόντος τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί την 30-7-2005 η τελευταία δόση του χρέους, χωρίς καμία εξόφληση, β)επαρκώς δε ειδικώς αιτιολογημένα, απορρίπτεται και ο παραδεκτά, κατ'άρθρο 128 παρ.2 και 130 του ΚΠΔ προβληθείς εκ μέρους του κατηγορουμένου αυτοτελής ισχυρισμός αναβολής της δίκης, για να συνεκδικασθεί η υπόθεση με άλλη συναφή υπόθεση του ιδίου κατηγορουμένου για φοροδιαφυγή, που εκδικάστηκε χωριστά στον πρώτο βαθμό, γ) Επίσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 εδ. α του άρθρου 25 του ν. 1882/1998 οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ. 1 αυτού του άρθρου, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερθέντα, "επιβάλλονται μεταξύ άλλων περιπτώσεων οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών και από τις διατάξεις αυτές και εκείνη της παραγράφου 1β' του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 2523/1997, συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) είναι εκείνος, ο οποίος ήταν διαχειριστής της εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή (βλ. ΑΠ 382/2011) και όταν ελλείπει ή απουσιάζει αυτός, ευθύνεται ο κάθε εταίρος και κατά τη διάταξη της παραγράφου 6 του αυτού άρθρου 20, οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί, τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητα τους και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος(ΑΠ 1746/2011). Ήτοι ο διαχειριστής της ΕΠΕ και αν μετά τη λήξη της θητείας του ή μετά την παραίτηση του από το αξίωμα του διαχειριστή ή μετά τη μεταβίβαση της εταιρικής του μερίδας σε άλλον, εφόσον η ΕΠΕ δε λύθηκε, συνεχίσει να ασκεί πράγματι, "εν τοις πράγμασι", προσωρινά ή διαρκώς, τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω, είναι ποινικά υπεύθυνος για τα χρέη της ΕΠΕ.(βλ. και ΑΠ 1726/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που καταδικάστηκε για χρέη της εταιρείας "ΕΞΠΡΟ ΕΠΕ", ως διαχειριστής αυτής, στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι από 8-10-1998, με πρακτικό της Γ.Σ. των εταίρων της ΕΠΕ, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο Πρωτοδικείο Αθηνών και στο με αρ. 8337/21-10-1998 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο και έπαψε να είναι διαχειριστής της άνω ΕΠΕ, αντικατασταθείς έκτοτε από το νέο διαχειριστή Θ. Κ. και επομένως δεν είναι αυτός ποινικά υπεύθυνος για τα άνω χρέη της ΕΠΕ. Σύμφωνα όμως, με τα προαναφερθέντα και τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο καταδικασθείς κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι ήταν τυπικά και εν τοις πράγμασι διαχειριστής της υπόχρεης ΕΠΕ κατά τον ανωτέρω τυπικά κρίσιμο χρόνο και συνεπώς ήταν ποινικά υπεύθυνος για τα άνω χρέη της ΕΠΕ, που αφορούσαν ΦΠΑ των οικονομικών ετών 1994,1995,1996, 1997 και 1998 και που βεβαιώθηκαν στις 27-5-2004. Επομένως, αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποίο λόγο έγινε δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε ποινική ευθύνη για τα χρέη της ανωτέρω ΕΠΕ, αφού κατά τις παραδοχές, κατά το άνω κρίσιμο χρόνο, συνέχισε αυτός να ασκεί καθήκοντα πραγματικής διαχείρισης αυτής ως εκπροσωπών την οφειλέτιδα ΕΠΕ, σε βάρος της οποίας και βεβαιώθηκαν στη συνέχεια τα προκύψαντα και οφειλόμενα επί της θητείας του προς το δημόσιο χρέη της ΕΠΕ. δ). Η παραπάνω εκτεθείσα αιτιολογία, όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης στο πρόσωπο του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος των τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, που έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, είναι επαρκής, μόνον όσον αφορά τη μη αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, για διάπραξη του εγκλήματος από μη ταπεινά αίτια. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, όσον αφορά την ενοχή, την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και την απόρριψη του ισχυρισμού αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όσον αφορά όμως την απόρριψη του παραδεκτά ως παραπάνω προβληθέντος εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου και σαφώς ορισμένου αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε του ΠΚ, το προεκτεθέν σκεπτικό του δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία, ήτοι απορρίφθηκαν σιγή, ενώ ο αναιρεσείων παραδεκτώς είχε προβάλει αρκετά θετικά της προσωπικότητας του στοιχεία, όπως, ότι διατηρεί οικογένεια με σύζυγο και δυο τέκνα, ότι έχει σπουδάσει ο ίδιος και τα τέκνα του, ο ίδιος και με μεταπτυχιακές σπουδές , ότι έχει εγκατασταθεί στη Ρουμανία όπου εργάζεται σε κρατικό φορέα δημοσίων έργων, ότι δεν έχει υποπέσει σε κανένα αδίκημα και ήταν πάντα συνεπής στην καταβολή των φόρων και των άλλων υποχρεώσεων του, ότι βοήθησε επανειλημμένα πολλούς άλλους συμπολίτες του, ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, περιστατικά όμως για τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δε διέλαβε καμία αιτιολογία. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την απορριπτική των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και ε' του ΠΚ, και σε καταφατική περίπτωση να τις συνεκτιμήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 31283/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο α) ως προς τη διάταξη της που απέρριψε τους ισχυρισμούς περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου και του ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και β) ως προς τη διάταξη της περί της ποινής που επιβλήθηκε για την εν λόγω πράξη. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Ιουλίου 2012 αίτηση-δήλωση του Κ. Ν. του Α., για αναίρεση της ίδιας (με αριθμό 31283/2012) αποφάσεως του. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1,2,3 ν. 1882/1990, όπως τροπ. με 34 παρ.1 ν. 3220/2004. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή, την απόρριψη αιτήματος αναβολής και την απόρριψη ελαφρυντικού άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ. 2. Βάσιμος λόγος αναίρεσης, για σιγή, χωρίς αιτιολογία, παραδεκτά προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού ελαφρυντικών περιστάσεων αρ. 84 παρ. 2 α και ε του ΠΚ.
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1313/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Μ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη, περί αναιρέσεως της 135/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ε. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 2. Σ. Κ. του Ι., ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού του Ι.-Φ. Κ. και 3. Κ. Γ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 14 Σεπτεμβρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 3500/2006 "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και δι' αμφοτέρων. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη, η οποία δε μπορεί να αποκρουσθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί παρά τη θέλησή του σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, ενώ απειλή βίας είναι κάθε απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του υφισταμένου την απειλή βίας και που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικείμενου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυνάμενη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί, ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος τελέσεως, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση του, που εξωτερικεύτηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα. λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτει η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύση ασέλγεια, η πεολειχία κλπ, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, η οποία αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος) και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς, το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος (δόλος) περιλαμβάνει, ακόμη, την γνώση ότι ο "άλλος" δε συναινεί στην τέλεση αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 135/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, κρίθηκε ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις 1) της ληστείας κατά συναυτουργία και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος των ανηλίκων α) Κ. Γ., β) Ι. - Φ. Κ. και γ) Ε. Κ., 2) του βιασμού σε βάρος της παραπάνω, Ε. Κ. και 3) της παράνομης οπλοφορίας. Κρίθηκε ποινικά υπεύθυνος για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, και του βιασμού ενώ κρίθηκε ποινικά ανεύθυνος για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της ληστείας και κάθειρξη πέντε (5) ετών για την πράξη του βιασμού και κατά συγχώνευση συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά της που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 31 Δεκεμβρίου 2005, οι Ε. Κ., Κ. Γ. και Ιωάννης-Φ. Κ., όλοι τότε ανήλικοι, μεσημβρινή ώρα, είχαν εισέλθει στην επί της Λεωφόρου ..., στον ..., πολυκατοικία, προκειμένου να πουν τα κάλαντα. Όταν τελείωσαν και κατέβηκαν με το ασανσέρ στο ισόγειο της πιο πάνω πολυκατοικίας, τους περίμενε ο κατηγορούμενος Χ. Μ. με τον εξάδελφό του Α. Μ.. Ο κατηγορούμενος, με την απειλή μαχαιριού, το οποίο έφερε παράνομα, ζήτησε από τους ανηλίκους να τους παραδώσουν τα χρήματα που κατείχαν και τα κινητά τους τηλέφωνα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, καθώς και να κατέβουν από την εσωτερική σκάλα στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Οι ως άνω ανήλικοι τρομοκρατημένοι από τις απειλές ότι θα τους σφάξουν, εάν δεν υπακούσουν, κατέβηκαν στο υπόγειο και οι δεύτερη και τρίτος εξ αυτών παρέδωσαν το χρηματικό ποσό των 207 €, που είχαν μαζέψει και τα κινητά τους τηλέφωνα. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, με την απειλή του μαχαιριού, οδήγησε την Ε. Κ. σε μία γωνία του υπογείου, η οποία δεν ήταν ορατή από το σημείο, στο οποίο άφησε τον εξάδελφό του και με τα δύο άλλα ανήλικα παιδιά να περιμένουν. Εκεί, με την απειλή του μαχαιριού και κάμπτοντας με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την προβαλλόμενη από την Ε. Κ. αντίσταση, σήκωσε τα ενδύματα της παθούσας και άρχισε να την θωπεύει και να την φιλά στο στήθος. Επίσης, προσπάθησε να της κατεβάσει το παντελόνι, αλλά αυτή αντιδρούσε και τον έσπρωχνε. Στη συνέχεια, αφού έβγαλε το πέος του, άρχισε να τρίβεται πάνω στο σώμα της, εξαναγκάζοντας αυτήν, παρά την αντίδρασή της, να θωπεύει το πέος του και εκσπερμάτωσε δίπλα της, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. Αφού ικανοποίησε τη γενετήσια ορμή του, με την απειλή του μαχαιριού, εξανάγκασε την εν λόγω παθούσα να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Ακολούθως, έφυγαν, λέγοντας στους ανηλίκους να παραμείνουν εκεί δέκα λεπτά και τούτο, προφανώς, για να προλάβουν να απομακρυνθούν και να χάσουν τα ίχνη τους. Μετά την απομάκρυνση των δραστών, οι ανήλικοι ενημέρωσαν τους γονείς τους για το συμβάν, καθώς και την Αστυνομία. Επακολούθησε σχετική έρευνα και οι δύο δράστες εντοπίστηκαν στην περιοχή Αγίου Δημητρίου, όπου συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, ενώ βρέθηκαν επάνω τους τα κινητά τηλέφωνα και τα χρήματα, που αφαίρεσαν από τους ως άνω ανηλίκους. Περί αυτών, σαφείς και πειστικές είναι οι καταθέσεις των τριών παθόντων, οι οποίοι με κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσαν τα όσα διαδραματίσθηκαν ενώπιόν τους και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, ούτε από τα όσα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος απολογούμενος, ο οποίος βέβαια παραδέχθηκε ότι αφαίρεσε τα χρήματα των ανηλίκων και τα κινητά τους τηλέφωνα, αρνήθηκε όμως την πράξη του βιασμού και ότι έφερε μαζί του μαχαίρι. Οι συνθήκες τέλεσης των ανωτέρω πράξεων δεν εμφανίζουν στοιχεία συμπεριφοράς, που να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τέλεσης αυτών, είχε μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, η δε επίκληση από τον συνήγορό του, προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού, ότι τελούσε υπό καθεστώς εντόνου άγχους, συναισθημάτων κατάθλιψης και χαμηλής αυτοεκτίμησης, πέραν του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι συνέτρεχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν τον εμπόδιζαν να διακρίνει το άδικο των πράξεών του και να ελέγξει τη συμπεριφορά του, και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 44 παρ.1 ΠΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα και όχι περί απόπειρας βιασμού, όπως υπολαμβάνει. Επίσης, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του περί μεταβολής της κατηγορίας σε προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, κατ' άρθρο 337 παρ.1 ΠΚ, διότι η τελευταία αυτή διάταξη κολάζει τις ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις, δηλαδή πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της τέλεσης ασελγούς πράξης (ΑΠ 1629/2005, Ποιν.Χρ. ΝΣΤ'430), ενώ στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τελέστηκαν ασελγείς πράξεις. Με βάση τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση, του βιασμού και της παράνομης οπλοφορίας. Συνεπώς, για τις δύο πρώτες εξ αυτών, οι οποίες, αν τις τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακουργήματα, πρέπει να κηρυχθεί ποινικά υπεύθυνος και ενόψει του ότι αυτός, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης κατ' έφεση, έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε στις 20-12-1989), πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 130 παρ.1 ΠΚ, να του επιβληθούν οι προβλεπόμενες από τον ποινικό νόμο για τις πράξεις αυτές ποινές, μειωμένες κατά το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, διότι η επιβολή θεραπευτικών μέτρων δεν είναι επαρκής και ο περιορισμός του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μολονότι αναγκαίος, δεν είναι πλέον σκόπιμος. Όσον αφορά την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, για την οποία ο νόμος προβλέπει την επιβολή μόνο αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων, πρέπει να κηρυχθεί ποινικά ανεύθυνος, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κρίθηκε ότι τέλεσε τις πιο κάτω πράξεις και κηρύχθηκε ποινικά υπεύθυνος γι' αυτές και ειδικότερα του ότι: "ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πιο κάτω πράξεις και τον κηρύσσει ποινικά υπεύθυνο και ειδικότερα του ότι: 1) Στον ..., στις 31 Δεκεμβρίου 2005, από κοινού ενεργώντας με τον Α. Μ., αλλά και κατά μόνας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, εξανάγκασε άλλους να του παραδώσουν ξένα (ολικά) κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα: α) κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τον Α. Μ., απείλησε με μαχαίρι τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των ανηλίκων Κ. Γ. και Ι.-Φ. Κ., απαιτώντας από αυτούς να του παραδώσουν τα χρήματα που κατείχαν και είχαν συλλέξει από τα κάλαντα, καθώς και τα κινητά τους τηλέφωνα και υπό το κράτος της απειλής αυτής εξαναγκάσθηκαν οι τελευταίοι να του παραδώσουν το ποσό των 207 ευρώ, που κατείχαν, και δύο κινητά τηλέφωνα, μάρκας SONY ERICSSON, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. β) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, απείλησε με μαχαίρι τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα της ανήλικης Ε. Κ., απαιτώντας από αυτή να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο μάρκας NOKIA, το οποίο η τελευταία υπό το κράτος της απειλής αυτής εξαναγκάσθηκε να του το παραδώσει και το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα. 2) Στον ..., στις 31 Δεκεμβρίου 2005, εξανάγκασε άλλον με σωματική βία και με την απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου σε ανοχή και επιχείρηση ασελγούς πράξης και ειδικότερα, με την απειλή μαχαιριού, οδήγησε την ανήλικη Ε. Κ. στο υπόγειο πολυκατοικίας επί των οδών ... και ... και κάμπτοντας με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την προβαλλόμενη από αυτή αντίσταση, σήκωσε τα ρούχα της, της φίλησε και της θώπευσε το στήθος και στη συνέχεια, βγάζοντας το γεννητικό του όργανα, τριβόταν πάνω στο σώμα της, εξαναγκάζοντας αυτήν, παρά την αντίδρασή της, να του το χαϊδέψει, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων (ληστεία κατά συναυτουργία και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, και βιασμός) τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 45, 94 παρ.1, 98, 130 παρ.1 336, παρ.1 και 380 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, καθόσον αφορά την πράξη του βιασμού α) εξαναγκασμός της παθούσας σε ανοχή ασελγών πράξεων (θωπείες, φιλιά στο στήθος, εξαγωγή του πέους του κατηγορουμένου και εξαναγκασμός της παθούσας προς θωπεία αυτού και εν τέλει εκσπερμάτωση αυτού, δίπλα της, προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και β) εξαναγκασμός με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου (απειλή με μαχαίρι). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, α) περί του ότι δε στοιχειοθετείται το αδίκημα του βιασμού (άρθρο 336 Π.Κ.) αλλά αυτό της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.) και β) περί του ότι δεν εξειδικεύεται ο εξαναγκασμός της παθούσας και η άσκηση βίας για την τέλεση του ως άνω αδικήματος, είναι αβάσιμες, διότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά ορθώς αξιολογούμενα, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού με τη μορφή του εξαναγκασμού της παθούσας, με σωματική βία και απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου (μαχαίρι) σε ανοχή ασελγών πράξεων , σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, 2ος , 3ος, και 4ος λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περιεχόμενες περαιτέρω, στον ως άνω, 3ο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, περί λήψης υπόψη από το δικαστήριο, ως αξιόπιστης, της κατάθεσης της παθούσης μάρτυρος, Ε. Κ., καθόσον αφορά την πράξη του βιασμού, παρά το γεγονός ότι περιέπεσε σε αντιφάσεις και μετέβαλε ουσιωδώς τα πραγματικά περιστατικά παραλλάσσοντας τμήμα της κατάθεσης της, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η λήψη υπόψη της ως άνω κατάθεσης από το δικαστήριο, δεν παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α' της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα της δίκαιης δίκης, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με τον αυτό ως άνω, 3ο λόγο αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή ασκείται από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα κατά το αστικό δίκαιο και αν είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από το νόμιμο αντιπρόσωπο του. Αν πρόκειται για ανήλικο, η πολιτική αγωγή ασκείται για λογαριασμό του, σύμφωνα με το άρθρο 1510 του ΑΚ, και από τους δύο γονείς που έχουν τη γονική μέριμνα, από κοινού. Εξ' άλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1519 παρ. 1 εδ. α', 1511 παρ. 1, 1512 και 1516 Α.Κ., συνάγεται ότι οι γονείς του ανήλικου τέκνου, στους οποίους ανήκει η γονική μέριμνα, που περιλαμβάνει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του ή την περιουσία του, είναι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού και από τη φύση και το χαρακτήρα της γονικής μέριμνας, ως λειτουργικού δικαιώματος το οποίο είναι συνάμα και καθήκον των γονέων, η άσκηση αυτής γίνεται από κοινού πάντοτε προς το συμφέρον του τέκνου, με την έννοια ότι από κοινού ρητώς ή σιωπηρώς αποφασίζουν για τη λήψη των μέτρων τα οποία επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου τους χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπράττουν και κατά την επιχείρηση της ενέργειας με την οποία πραγματώνεται το περιεχόμενο του μέτρου που έχουν συναποφασίσει. Μάλιστα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 Α.Κ. μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποίαν πρόκειται για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Θα πρέπει, μέσα στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας που διαγράφουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Α.Κ, να γίνει δεκτό, ότι πράξεις του ενός γονέα, που ασκούνται κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας προς το συμφέρον του τέκνου, αν δεν πρόκειται για πράξεις που πρέπει να υποβληθούν σε πανηγυρικό τύπο (συμβολαιογραφικό έγγραφο π.χ.) είναι έγκυρες και παράγουν νομικά αποτελέσματα προς όφελος του τέκνου, εφόσον ο άλλος γονέας δεν προβάλλει την αντίθεσή του και κατά συνέπεια εκείνος που έχει ενεργήσει μόνος τεκμαίρεται ότι έχει και τη σιωπηρή έγκριση του άλλου να ενεργήσει προς το συμφέρον του τέκνου τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση, συνάγεται ότι δύναται ο ανήλικος παθών, χωρίς έγγραφη προδικασία να παραστεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, χωρίς το νόμιμο αντιπρόσωπό του, προς άσκηση της εκ του άρθρου 932 ΑΚ απαιτήσεώς του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, από την αξιόποινη πράξη της ληστείας, υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη εκείνος μόνο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη αυτή. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 135/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίστηκε, μετά την έναρξη της διαδικασίας, μεταξύ άλλων, ο Σ. Κ. του Ι. και δήλωσε προφορικώς, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ότι παρίσταται, ως νόμιμος αντιπρόσωπος του ανηλίκου υιού του Ι.-Φ. Κ. (άρθρο 82 παρ.2 Κ.Π.Δ.), ως πολιτικώς ενάγων για λογαριασμό του ανηλίκου κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει, με την ως άνω ιδιότητά του, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας σε βάρος του ανηλίκου, το ποσό των 44 ευρώ, όπως και πρωτοδίκως. Κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής δεν προβλήθηκε αντίρρηση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως επίσης από την επισκόπηση της υπ' αριθμό 42/2007 απόφασής του, μετά οικείων πρακτικών προκύπτει, δέχθηκε την ιδία ως άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής του Σ. Κ. του Ι., πατέρα του ως άνω ανηλίκου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (του ανηλίκου). Κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προβλήθηκε αντίρρηση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω πρακτικών. Η παραπάνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα προβολή καμίας αντιρρήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι νόμιμη, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αφού έγινε για λογαριασμό του ανηλίκου, από μόνο τον πατέρα του, στα πλαίσια άσκησης της επιμέλειας του τέκνου του, προς το συμφέρον του, και με τη σιωπηρή συναίνεση της μητέρας του. Πέραν των ανωτέρω, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως από την προαναφερθείσα υπ' αριθμό 42/2007 απόφασή του προκύπτει, δηλώθηκε παράσταση της πολιτικής αγωγής, επίσης από μόνο τον πατέρα του ανηλίκου, Σ. Κ., συνεπώς η παραπάνω δήλωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι νόμιμη, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν ήταν αναγκαίο για τη νομιμότητα αυτής, να εκτίθενται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά, ήτοι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και της μητέρας από κοινού με τον πατέρα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της. Επομένως, ορθώς παρέστη στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, δια σχετικής δηλώσεώς του, ως πολιτικώς ενάγων, ο πατέρας του παθόντος ανηλίκου, για την ως άνω απαίτηση, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου συναφής 1ος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, πρέπει να απορριφθεί, κατά το σκέλος αυτό, ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα διήλθε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην οποία έχει ενσωματωθεί και η πρωτόδικη, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως καθ' ο μέρος στρέφεται, και κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, υπ' αριθμό 42/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ανηλίκων Αθηνών, με τη αιτίαση ότι ακύρως και απαραδέκτως είχαν παρασταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής η μεν Ε. Κ. του Γ. εκπροσωπούμενη μόνο από τη μητέρα της, Κ. Ρ., λόγω της ανηλικότητάς της, η δε Κ. Γ., αυτοπροσώπως, παρά την ανηλικότητά της, είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Τα παραπάνω, ανεξαρτήτως του ότι, ορθώς παρέστη στο ακροατήριο δια σχετικής δηλώσεώς της, ως πολιτικώς ενάγουσα η παραπάνω παθούσα ανήλικη, Κ. Γ., για τέτοια απαίτηση, σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου συναφής επίσης 1ος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, για τον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί, και κατά το σκέλος αυτό, ως αβάσιμος. Σε συνέχεια του παραπάνω λόγου, ορθώς παρέστησαν, στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια σχετικής δηλώσεώς τους, ως πολιτικώς ενάγουσες 1) η Ε. Κ. του Γ., ηλικίας 21 ετών και 2) η Κ. Γ. του Γ., ηλικίας 20 ετών, ως παθούσες για την ως άνω απαίτηση, της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις σε βάρος τους αξιόποινες πράξεις, του βιασμού και της ληστείας η πρώτη και της ληστείας η δεύτερη, αφού πλέον ήταν ενήλικες, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου συναφής επίσης 1ος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, για τον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί, και κατά το σκέλος αυτό, ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι καμία ακυρότητα δε δημιουργείται αν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δε βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.) εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ' της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μίας τέτοιας κατάθεσης δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι απαραδέκτως αναγνώστηκε η από 31-12-2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Μ. του Χ., αστυνομικού, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η κατάθεση αυτή αναγνώστηκε χωρίς εναντίωση του αναιρεσείοντος, ενώ η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η από το εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, η από το εδάφιο δ' της ως άνω παραγράφου του ιδίου άρθρου ελαφρυντική περίσταση ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και, η από το εδάφιο ε' της ως άνω παραγράφου του ιδίου άρθρου ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εγγράφως, μεταξύ άλλων, τους παρακάτω ισχυρισμούς, για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2, α, δ' και ε' Π.Κ. τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς και οι οποίοι, για τη θεμελίωσή τους, έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: "Προ της τελέσεως των αδικημάτων για τα οποία φέρομαι ως κατηγορούμενος, είχα λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε είχα καταδικασθεί για καμία αξιόποινη πράξη. Η ζωή μου κυλούσε σε ομαλούς ρυθμούς, συνηθισμένους για έναν έφηβο και το καθημερινό πρόγραμμά μου περιελάμβανε σχολείο, συναντήσεις με φίλους και αθλοπαιδιές. Η οικογένειά μου είναι πολύ ισορροπημένη και δεν βιώνουμε περιστατικά διάσπασης και εχθρικών διαθέσεων. Ως εκ τούτου προ του επιδίκου περιστατικού διήγα βίο εντιμότατο και νόμιμο. Περαιτέρω, δέον όπως υπαχθώ και στην περ.δ' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ δεδομένου ότι ως αναφέρω στο από 4-1-2006 υπόμνημά μου ενώπιον της κ. Ανακριτού του 14ου Τμήματος Αθηνών, αφού συνήλθα από την περιπέτεια της 31-12-2005, καθ' όλα επιπόλαιη, ανώριμη και απερίσκεπτη, αναγνωρίζω την απερισκεψία μου αυτή και μετανοώ ειλικρινά για όσα έπραξα εις βάρος των συνομηλίκων μου και ζητών προσωπικά συγγνώμη και από τους συνομηλίκους μου και από τους γονείς τους και υπόσχομαι ότι θα προβώ σε κάθε ενέργεια που θα οδηγήσει στην ικανοποίησή τους. Τέλος, δέον όπως υπαχθώ και στην περ.ε' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ, δεδομένου ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης μου, επιδεικνύω άψογη συμπεριφορά και διαγωγή. Συγκεκριμένα και προς απόδειξη του ισχυρισμού μου επικαλούμαι τα εξής περιστατικά: την 11-6-2007 και έπειτα από συνεχή βελτίωση των μαθητικών επιδόσεών μου, ως αναφέρει και ο Λυκειάρχης του σχολείου μου κ. Η. Κ., έλαβε από το 3ο Τ.Ε.Ε. Νέας Σμύρνης, στο οποίο φοιτούσα, το πτυχίου μου στην ειδικότητα Μηχανικών και Συστημάτων Αυτοκινήτου του τομέα Μηχανολογικού Α' Κύκλου με διαγωγή κοσμιοτάτη και έκτοτε απασχολούμαι ως βοηθός ηλεκτρονικού στην εταιρία (αντιπροσωπεία αυτοκινήτων) "CORSA SCORPIOS A.E.E.", ως αποδεικνύουν οι από 1-2-2008 και 6-4-2009 βεβαιώσεις της εν λόγω επιχείρησης. Τέλος, ως νομοταγής πολίτης εκπλήρωσα τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις από την 12-11-2008 έως και 11-2-2009, ότε και απολύθηκα. Μάλιστα, από τον Μάρτιο του έτους 2006, προς βελτίωση της συμπεριφοράς μου και προς καταπολέμηση των έντονων ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζω (ήτοι κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, έντονο άγχος και ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα, όπως αναφέρει η από 16-2-2007 Ιατρική Γνωμάτευση του Παιδοψυχιάτρου μου κ. Π.) επισκέπτομαι τακτικά Παιδοψυχίατρο, ο οποίος μου προσφέρει ψυχοθεραπευτική υποστήριξη. Εκ των ανωτέρω, διαφαίνεται κρυστάλλινα ότι η συμπεριφορά μου την ημέρα της 31-12-2005 ήταν προϊόν απερισκεψίας και εφηβικής ανοησίας, για την οποία έχω μετανοήσει ειλικρινά και προσπαθώ εμπράκτως να ενστερνιστώ τους κανόνες της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης, επανενταχθώ στην κοινωνία και να καταστώ ενεργός πολίτης και συνετός και υγιής, σωματικά και ψυχολογικά νέος άνθρωπος". Το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την παρακάτω αιτιολογία: "Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μετάνοιας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ.2α, δ και ε ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί, διότι, ως προς την πρώτη ελαφρυντική περίστασης, δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός, μέχρι την τέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, η δε ανεπίληπτη μέχρι τότε ποινική του κατάσταση δεν αποτελεί βάση προς συναγωγή ασφαλούς αποδεικτικού πορίσματος για έντιμη διαβίωσή του, ως προς τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια και ότι επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, μη αρκούσης της απλής συγγνώμης, ενώ ως προς την τρίτη ελαφρυντική περίσταση, η επικαλούμενη βελτίωση των μαθητικών του επιδόσεων και η εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, δεν αρκούν για την κατάφαση της καλής συμπεριφοράς του επί σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του". Επομένως, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', δ' και ε' ΠΚ. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 5ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός των προσθέτων λόγων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-5-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 1101/23-5-2012) αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Μ. καθώς και τους επ' αυτής με χρονολογία 14-9-2012 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 135/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βιασμός Ληστεία. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης εγκλήματος βιασμού. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος, ειλικρινής μετάνοια και μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αιτιολογημένη απόρριψη τους. Απόλυτη ακυρότητα. Τέτοια δεν δημιουργείται όταν αναγνωστεί κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη το δικαστήριο δεν βεβαιώσει στην απόφαση του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης μάρτυρα) εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος. Απόλυτη ακυρότητα. Τέτοια δεν δημιουργείται όταν ο ανήλικος παθών, παρασταθεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, χωρίς το νόμιμο αντιπρόσωπο του, προς άσκηση της εκ του άρθρου 932 ΑΚ απαιτήσεως του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο ανήλικος παρασταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την ως άνω αξίωση, με μόνο τον ένα γονέα του, όταν και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραστάθηκε με τον ίδιο τρόπο, αφού τεκμαίρεται ότι έχει και τη σιωπηρή έγκριση του άλλου να ενεργήσει προς το συμφέρον του τέκνου τους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει πρόσθετους λόγους.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1312/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 11665/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 131/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 11665/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο και την όλη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, την 1-6-2005 και την 1-3-2006, με πρόθεση παραβίασε τις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμίες καταβολής των χρεών του και δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των εκατόν εβδομήντα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι έξι ευρώ και πέντε λεπτών (177.526,05 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 129.673,63 ευρώ και προσαυξήσεις 47.852,42 ευρώ), τα οποία χρέη είναι βεβαιωμένα, στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διαχειριστή της στην ΒΙ.ΠΕ Σίνδου Θεσσαλονίκης εδρεύουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Δημητριακών ΕΠΕ", κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές και τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, ως εξής: α/α Α.Φ.Μ Ιδιότητα Στοιχεία Βεβαίωση Αριθμ. Ημερ. Οικον. Έτος Είδος φόρου Αρχ. Βεβαίωση Διαγραφέν Εισπραχθέν Υπολ. οφειλής Ληξιπ. Κεφάλαιο Συνεισπρατόμενα ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος Πληρωμής Αριθ. Ληξιπ. Δόσης Ημερ. λήξης Α' δόσης. Ημ. λήξης τελ..δόσης 1 095389659 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ 8438 20/12/2004 2004 Ε.ΔΕ. ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 61,63 0,00 0,00 61,63 61,63 25,58 87,21 Εφάπαξ 1. 31/01/2005 31/01/2005 2 095389659 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ 2563 08/04/2005 2004 ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΚΒΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 129.612,00 0,00 0,00 129.612,00 129.612,00 47.826,84 177.438,84 6 Μηνιαίες Δόσεις 6 30/05/2005 31/10/2005 129.673,63 ΣΥΝΟΛΑ 0,00 0,00 129.673,63 129.673,63 47.852,42 177.526,05 / ΣΥΝΟΛΟ ΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη στις 1-6-2005 και 1-3-2006, με πρόθεση παραβίασε τις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμίες καταβολής των χρεών του, και δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των εκατόν εβδομήντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι έξι ευρώ και πέντε λεπτών (177.526,05 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 129.673,63 ευρώ και προσαυξήσεις 47.852,42 ευρώ), τα οποία χρέη είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διαχειριστή της, στην ΒΙ.ΠΕ Σίνδου Θεσσαλονίκης, εδρεύουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Δημητριακών ΕΠΕ", κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές και τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, ως εξής α/α Α.Φ.Μ Ιδιότητα Στοιχεία Βεβαίωση Αριθμ. Ημερ. Οικον. Έτος Είδος φόρου Αρχ. Βεβαίωση Διαγραφέν Εισπραχθέν Υπολ. οφειλή ς Ληξιπ. Κεφάλαιο Συνεισπρατόμενα ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος Πληρωμής Αριθ. Ληξιπ. Δόσης Ημερ. λήξης Α' δόσης. Ημ. λήξης τελ.δόσης 1 095389659 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ 8438 20/12/2004 2004 Ε.ΔΕ. ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 61,63 0,00 0,00 61,63 61,63 25,58 87,21 Εφάπαξ 1. 31/01/2005 31/01/2005 2 095389659 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ 2563 08/04/2005 2004 ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΚΒΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 129.612,00 0,00 0,00 129.612,00 129.612,00 47.826,84 177.438,84 6 Μηνιαίες Δόσεις 6 30/05/2005 31/10/2005 129.673,63 ΣΥΝΟΛΑ 0,00 0,00 129.673,63 129.673,63 47.852,42 177.526,05 / ΣΥΝΟΛΟ: ΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 11665/2011 αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 177.526,05 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α). το αιτιολογικό, καίτοι αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, είναι πλήρες και περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωχθέντος εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και δε χρειαζόταν η παράθεση άλλων περιστατικών, β). προσδιορίζεται στην απόφαση, προσαρτώμενου στο διατακτικό αυτής του μνημονευόμενου σε αυτή με αρ. 39/2008 Πίνακα Χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, που είχε προσαρτηθεί στη μηνυτήρια αναφορά της άνω αρμόδιας ΔΟΥ, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (η ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης), το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση ( πρόστιμο ΚΒΣ, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά και συγκεκριμένα, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης ποσού 87,21 ευρώ, βεβαιωμένα στις 20-12-2004 και καταβλητέα εφάπαξ στις 31-1-2005, με χρόνο τελέσεως επομένως μετά τετράμηνο την 1-6-2005 και ορισμένα ποσού 177.438,84 ευρώ από πρόστιμο ΚΒΣ, καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως της πρώτης την 30-5-2005 και της τελευταίας δόσεως την 31-10-2005, με χρόνο τελέσεως την 1-3-2006, μετά τετράμηνο από τη λήξη της τελευταίας μη καταβληθείσας δόσης, αναφέρεται δηλαδή και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, ως διαχειριστή, εκπρόσωπο της αναφερόμενης οφειλέτριας ΕΠΕ "Ελληνική Εταιρεία Δημητριακών ΕΠΕ", παρελθόντος τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το κάθε χρέος, χωρίς εξόφληση. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια και αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές, ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής χρεών, στο παραπάνω αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως, με την αναφορά των ανωτέρω δύο ημεροχρονολογιών τελέσεως του αδικήματος και δεν συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού επρόκειτο για δύο οφειλόμενα βεβαιωμένα χρέη, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ημεροχρονολογία πληρωμής και ορθά και σύμφωνα με το νόμο 1882/1990 άρ. 25, όπως τροπ. με το ν. 3220/2004, αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως του ενός εγκλήματος που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι ανωτέρω δύο ημεροχρονολογίες με λήξη του τετραμήνου της καταβολής μετά την πάροδο της ημέρας καταβολής καθενός, χρόνοι που είναι και οι πραγματικοί τελέσεως των επί μέρους πράξεων του διωχθέντος ενός εγκλήματος και δεν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για κατ' εξακολούθηση τέλεση. Δηλαδή από τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με το νόμο, σαφώς συνάγεται ο πραγματικός χρόνος τελέσεως της πράξεως καθυστερήσεως χρεών, βάσει δε των χρόνων αυτών, 1-6-2005 και 1-3-2006, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτόν μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 28-9-2011, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί ούτε εν μέρει η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, γ). Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1β' του άρθρου 20 του ιδίου ν. 2523/1997 στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής προκειμένου για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης θεωρούνται οι διαχειριστές αυτών των εταιρειών που είχαν την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη ή και κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς αυτών, στην προκειμένη δε περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές ο καταδικασθείς αναιρεσείων ήταν διαχειριστής της οφειλέτριας ΕΠΕ και κατά τους δύο ανωτέρω χρόνους, όπως άλλωστε δεν το αμφισβητεί ο ίδιος αναιρεσείων, ούτε επικαλείται άλλωστε ότι είχεν προβάλλει κάποιο σχετικό αρνητικό ισχυρισμό στο ακροατήριο του Εφετείου ότι δεν ήταν διαχειριστής και επομένως ο αναιρεσείων είχε ποινική ευθύνη για τα χρέη της ανωτέρω ΕΠΕ και δεν υπάρχει καμία ασάφεια περί του αν απέκτησε την ιδιότητα του διαχειριστή προ ή μετά τη βεβαίωση των ανωτέρω χρεών της ΕΠΕ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση του Ε. Μ. του Ν., περί αναιρέσεως της 11665/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
0
Αριθμός 1311/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη και 2) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1435/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 και 9 Σεπτεμβρίου 2011 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1077/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (ΟλΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια ειδική αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1435/2011 απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τυπικά την 109/8-4-2010 έφεση που άσκησε ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λάρισας κατά της με αριθ. 186/2010 αθωωτικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ενόχους τους δύο κατηγορούμενους -αναιρεσείοντες ιατρούς για ανθρωποκτονία από αμέλεια της ίδιας παθούσας που στο μεταξύ απεβίωσε μετά την αρχικά ασκηθείσα ποινική δίωξη. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα από την αρμόδια Γραμματέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Από τα στοιχεία της δικογραφίας και την εν γένει ακροαματική διαδικασία, τα έγγραφα, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η Ά. Χ.-Κ., γεννηθείσα στις 9-11-1963, δηλαδή ηλικίας 40 ετών περίπου, έγκυος, διανύουσα την 36η εβδομάδα της κυήσεως, κατόπιν υπόδειξης του μαιευτήρα-χειρουργού-γυναικολόγου της Σ. Ν., δηλαδή του δευτέρου κατηγορουμένου, εισήχθη στις 16-10-2003 περί ώρα 06:30 περίπου στην ιδιωτική μαιευτική κλινική της Λάρισας "...", προκειμένου να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή. Κατά τους ισχυρισμούς του δευτέρου κατηγορουμένου, που προσκόμισε σχετικές εκτυπώσεις στοιχείων καταχωρισμένων στον υπολογιστή του, ήταν απαραίτητο η ανωτέρω να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή, λόγω του ότι σε πλείονα του ενός καρδιοτοκογραφήματα είχε διαπιστώσει χαμηλή διαφοροποίηση του βασικού καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, που επέβαλε τη διενέργεια του τοκετού, ο οποίος κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χαρακτηρίζεται ως πρόωρος με βάση την εβδομάδα της κύησης. Περά από την ηλικία των 40 ετών, η επίτοκος παρουσίαζε και διαβήτη κυήσεως, η εμφάνιση του οποίου είναι συνήθης στις εγκύους και δεν συνιστά παθολογική κατάσταση, ενέχει δε περισσότερους κινδύνους για το έμβρυο παρά για την επίτοκο, ενώ κατά τα λοιπά ήταν υγιέστατη. Ο συγκεκριμένος τοκετός ήταν καθ' όλα προγραμματισμένος, δεν επρόκειτο δηλαδή για τοκετό επείγοντος χαρακτήρα, λ.χ. εξαιτίας κινδύνου για τη ζωή της επιτόκου ή του εμβρύου η δε επιλογή της καισαρικής τομής προς διενέργεια του τοκετού από τον δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ορθή δεδομένου ότι προ δύο και πλέον ετών η Ά. Χ. Κ. είχε γεννήσει στην ίδια ιδιωτική κλινική με καισαρική τομή, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη για την εκ νέου διενέργεια καισαρικής τομής (βλ. ενδεικτικά Μαιευτική και Γυναικολογία Ιω. Μεσσήνη). Κατά την προετοιμασία του χειρουργείου, ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ., ιατρός-αναισθησιολόγος, ο οποίος σε συνεργασία με τον Σ. Ν. είχε αναλάβει την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης, υπέδειξε στην Ά. Χ. τη μέθοδο της γενικής αναισθησίας ως κατάλληλη για την περαίωση της καισαρικής τομής. Είναι προφανές ότι η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συμφωνεί η επίτοκος, στην πραγματικότητα αποτελεί απόφαση του αναισθησιολόγου. Εδώ ας σημειωθεί ότι η γενική αναισθησία πράγματι εμφανίζει ορισμένα πλεονεκτήματα όπως ταχεία εισαγωγή, καρδιαγγειακή σταθερότητα, ασφαλέστερο έλεγχο της αναπνευστικής οδού κ.α. ωστόσο παρουσιάζει ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα που συνδέονται με αυξημένους σε σχέση με την περιοχική αναισθησία κινδύνους θανάτου της επιτόκου, όπως είναι η πιθανότητα εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου (1:500-400) και η αδυναμία διασωλήνωσης της τραχείας (1:300), για τους λόγους δε αυτούς εφαρμόζεται όλο και λιγότερο στη μαιευτική πρακτική (βλ. συνδυαστικά Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα και Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail). Όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση της εισρόφησης, θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι η έγκυος είναι επιρρεπής σε σοβαρές πνευμονίτιδες από αυτή την αιτία, διότι έχει αυξημένη ποσότητα γαστρικού υγρού με χαμηλό ρΗ εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών, της υπερέντασης, των μηχανικών εμποδίων και των ναρκωτικών φαρμάκων που δίνονται στον τοκετό. Η επίτοκος δεν μπορεί να θεωρείται με άδειο στομάχι ακόμη και μετά από παρατεταμένη ασιτία (βλ. Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Έτσι πριν από την εισαγωγή της γενικής αναισθησίας πρέπει να εξασφαλισθούν ιδανικές συνθήκες για την πρόληψη της εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου, και μεταξύ άλλων, να χορηγηθούν ειδικά αντιόξινα φάρμακα προ 30 λεπτών με στόχο τη διατήρηση του γαστρικού ρΗ πάνω από 2,5 καινά επιτευχθεί η ταχεία διασωλήνωση της τραχείας με στόχο την ελάττωση της πιθανότητας σοβαρής πνευμονίας από εισρόφηση (βλ. συνδυαστικά Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail και Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Επιπροσθέτως ο αναισθησιολόγος πρέπει εξαρχής να εκτιμήσει τον δύσκολο αεραγωγό, να είναι προετοιμασμένος για δύσκολη διασωλήνωση και αν του επιτρέπουν οι συνθήκες να εφαρμόσει περιοχική αναισθησία και να μην προχωρήσει σε γενική (βλ. Στοιχεία Περιεγχειρητικής Ιατρικής Νικ. Μπαλαμούτσου). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το πρωτόκολλο αναισθησιολογίας της Αμερικανικής Εταιρείας Αναισθησιολογίας (ΑSΑ) η απολύτως ενδεδειγμένη μέθοδος για την εξασφάλιση του αερισμού της επιτόκου όταν πρόκειται να γεννήσει με καισαρική τομή υπό γενική αναισθησία είναι εκείνη της διασωλήνωσης, σε περίπτωση δε που αυτή δεν καταστεί δυνατή, ο αναισθησιολόγος οφείλει να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το ανωτέρω πρωτόκολλο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατήγορου μένος, επιλογή του οποίου ήταν ουσιαστικά, η γενική αναισθησία, πριν προχωρήσει σε εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου στην Ά. Χ.-Κ. δεν εκτίμησε ορθώς αλλά πλημμελώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης της με αποτέλεσμα να θεωρεί περίπου δεδομένη την επιτυχία της διασωλήνωσης. Επιπροσθέτως, διενήργησε μεν προοξυγόνωση της τελευταίας, όμως θεωρώντας εσφαλμένως ότι η διασωλήνωση ήταν εξασφαλισμένη δεν χορήγησε αντιόξινα φάρμακα σε αυτή, οι δε αντίθετοι σχετικοί ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν από πουθενά. Εν συνεχεία, περί ώρα 07:45 περίπου η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε γενική αναισθησία, παρόντες δε πλην των κατηγορουμένων ήταν ως βοηθός χειρουργός ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Α. Κ. και η μαία Κ. Λ.. Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή, ο Σ. Μ. επιχείρησε να διασωληνώσει την επίτοκο, πλην όμως είτε για λόγους υποκειμενικής αδυναμίας είτε για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, τους οποίους δεν είχε διαγνώσει προηγουμένως κατά την εκτίμηση του αεραγωγού της δεν το κατόρθωσε, παρά τις προσπάθειες (τρεις στον αριθμό) που κατέβαλε. Τελικώς, ο πρώτος κατηγορούμενος, μολονότι είχε εν τω μεταξύ καλέσει τηλεφωνικώς τον ιατρό-αναισθησιολόγο Χ. Κ. για να συνδράμει στη διασωλήνωση, δεν προχώρησε σε αφύπνιση της επιτόκου, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επέμβαση δεν ήταν επείγουσα αλλά προγραμματισμένη, ο αερισμός της επιτόκου επαρκής κατά την επιχείρηση της διασωλήνωσης (η μάρτυρας-πραγματογνώμονας Χ. Τ. αν και μάλλον ασαφής στην κατάθεση της ως προς το ζήτημα αυτό, φαίνεται να αποδέχεται ότι η επάρκεια του αερισμού αφορούσε στη χρήση της προσωπικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της διασωλήνωσης) και δεν υπήρχε εμβρυϊκή δυσπραγία αλλά αντί για την εν λόγω μέθοδο επέλεξε να εξασφαλίσει τον αερισμό της επιτόκου με τη χρήση λαρυγγικής μάσκας. Η τελευταία (λαρυγγική μάσκα) εφαρμόζεται με τυφλό τρόπο (χωρίς λαρυγγοσκόπηση). Σε περίπτωση που δεν τοποθετηθεί σωστά επιτρέπει τη διαφυγή αέρος με συνέπεια μείωση του αερισμού και διάταση του στομάχου. Δεν εξασφαλίζει στεγανό αεραγωγό και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εισρόφησης ιδίως στις περιπτώσεις με πλήρη στόμαχο. Εφαρμόζεται σε μικροεπεμβάσεις και στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση (βλ. Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα). Τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ούτως ή άλλως υπαρκτός κίνδυνος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου εξαιτίας της εφαρμογής της τεχνικής της γενικής αναισθησίας ενισχύεται σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διασωλήνωση και χρησιμοποιηθεί αντί αυτής η λαρυγγική μάσκα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του περιλαμβανομένου στη δικογραφία αναισθησιολογικού διαγράμματος που συνέταξε ο πρώτος κατήγορου μένος, ο κορεσμός του οξυγόνου στο αίμα της επιτόκου κατά το ίδιο χρονικό σημείο, δηλαδή στις 07:45 με 08:00 ήταν με χρήση της λαρυγγικής μάσκας 98%, δηλαδή επαρκής, ενώ οι σφίξεις αυτής ήταν 95 ανά λεπτό. Όμως, πέρα από αυτό το χρονικό σημείο δεν υφίσταται καμία καταγραφή του κορεσμού, ενώ μετά τις 10:00 δεν καταγράφονται πλέον ούτε οι σφίξεις. Όσον αφορά στον ίδιο τον τοκετό, αυτός διεκπεραιώθηκε επιτυχώς με τη γέννηση ενός υγιούς θήλεος τέκνου, η δε επέμβαση ολοκληρώθηκε, περί ώρα 08:10 περίπου, οπότε το μεν νεογνό παρεδόθη σε παιδίατρο, η δε λεχωίδα πλέον Ά. Χ. Κ. παρέμεινε στο χειρουργείο προς ανάνηψη. Η τελευταία συνήλθε από το χειρουργείο, περίπου στις 08:30, σε κακή όμως κατάσταση, δεδομένου ότι εμφάνιζε δύσπνοια, υποξαιμία, δηλαδή χαμηλό κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα, και ταχυκαρδία. Για την αντιμετώπιση της υποξαιμίας, χρησιμοποιήθηκε από τους κατηγορουμένους προσωπική μάσκα οξυγόνου (που είναι διαφορετική της λαρυγγικής μάσκας), όμως τα ως άνω συμπτώματα όχι μόνο παρέμεναν αλλά έδιδαν σαφή εικόνα προοδευτικά σοβαρής επιδείνωσης τους. Οι κατηγορούμενοι, που υπέχουν από κοινού ευθύνη για την ομαλή μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, βλέποντας ότι η κατάσταση της δεν βελτιωνόταν με τη μάσκα αλλά επιδεινωνόταν, κάλεσαν περί ώρα 09:00 περίπου τον ιατρό- αναισθησιολόγο Γ. Π., που και ο ίδιος διαπίστωσε τα προαναφερθέντα συμπτώματα, σύμφωνα δε με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου η ασθενής, με μάσκα οξυγόνου είχε κορεσμό κατά τις ενδείξεις του μόνιτορ 95-96% και χωρίς μάσκα οξυγόνου, είχε κορεσμό περίπου 80% (δηλαδή κορεσμό χωρίς μάσκα σε κάθε περίπτωση μη φυσιολογικό). Μετά την εξέταση της ασθενούς από τον Γ. Π. και ενώ τα συμπτώματα παρέμεναν χωρίς να υπάρχει ουδεμία ένδειξη και προοπτική βελτίωσης, οι κατηγορούμενοι θεωρώντας εσφαλμένα, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα παρακάτω, ότι ενδεχομένως τα αίτια της κατάστασης αυτής είναι καρδιολογικής φύσης κάλεσαν περί ώρα 09:30 περίπου τον ιατρό-καρδιολόγο Σ. Κ. για να εξετάσει την ασθενή. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας καρδιογράφο 12 απαγωγών, που έφερε από το ιατρείο του, καθόσον το σχετικό μηχάνημα που διέθετε η κλινική ήταν 3 απαγωγών, εξέτασε την Ά. Χ. Κ. και διαπίστωσε ότι εμφάνιζε έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες (σύμπτωμα το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως αρχόμενο πνευμονικό οίδημα), φλεβοκομβική ταχυκαρδία, ενώ σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση του, ο κορεσμός οξυγόνου της ασθενούς, προφανώς με τη χρήση της μάσκας ήταν 95%, χορήγησε δε σε αυτή φάρμακα καρδιοτόνωσης και διούρησης, που όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ όμως, η κατάσταση της ασθενούς συνέχιζε να επιδεινώνεται, οι δε σφίξεις της μετά τις 10:00 είχαν φτάσει τουλάχιστον τις 120 ανά λεπτό (κατά τη σχετική καταγραφή του αναισθησιολογικού διαγράμματος). Ας τονιστεί ότι σε αντίθεση προς τα αναφερόμενα από τους ανωτέρω μάρτυρες ως προς τα ποσοστά κορεσμού, οι πραγματικές τιμές αυτών ήταν οπωσδήποτε χαμηλότερες λαμβανομένου υπόψη ότι: α)στις καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων στην προδικασία που βρίσκονται πλησιέστερα χρονικά προς τα γεγονότα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποσοστά κορεσμού και επομένως τίθεται το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατόν με τις μεταγενέστερες επ' ακροατηρίου καταθέσεις τους να προσδιορίζουν με ακρίβεια αυτά, β)τα εν λόγω ποσοστά δεν επιβεβαιώνονται από το αναισθησιολογικό διάγραμμα, όπου δεν υφίστανται σχετικές καταγραφές, ενώ ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν καταγράφεται ο κορεσμός διότι παρέμενε συνεχώς στα ίδια επίπεδα που ήταν στις 07:45 (δηλαδή 98%) δεν κρίνεται πειστικός, αφού αν ήταν έτσι τα πράγματα δεν είχε λόγο ταυτόχρονα να καταγράψει τις σφίξεις της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα 09:00 έως 10:00 αφού ήταν ίδιες με του αμέσως προηγουμένου χρονικού διαστήματος και γ)η ακριβής μέτρηση των ποσοστών κορεσμού, προϋποθέτει εξέταση των αερίων αίματος (όπως άλλωστε και ο αναισθησιολόγος Γ. Π. καταθέτει), που δεν μπορούσε να γίνει εντός της ιδιωτικής κλινικής. Τελικώς, οι κατηγορούμενοι, αντιλήφθηκαν επιτέλους ότι απαιτείτο επείγουσα διακομιδή της ασθενούς σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα δημόσιου νοσοκομείου και περί ώρα 11:05 κάλεσαν το ΕΚΑΒ, το οποίο μετέβη στην Κλινική ... στις 11:12 και συνοδεία του πρώτου κατηγορουμένου, του αναισθησιολόγου Γ. Π. και του συζύγου της ασθενούς τη μετέφερε στις 11:28 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας (βλ. τη σχετική βεβαίωση του Ε.Κ.Α.Β.). Εκεί ανέλαβαν την ασθενή οι αναισθησιολόγοι Β. Κ. και Α. Φ. και η καρδιολόγος Τ. Ν.. Υποβλήθηκε δε αυτή σε άμεσο καρδιολογικό, ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο και εν συνεχεία οι αναισθησιολόγοι προέβησαν σε επείγουσα διασωλήνωση της και επειδή δεν υπήρχαν κλίνες εντατικής θεραπείας μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα περί ώρα 15:00 περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου. Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση των εγγράφων του Γ.Ν. Λάρισας και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις κ,λπ.) η ασθενής παρουσίαζε κατά τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. τα ακόλουθα συμπτώματα: έντονη δύσπνοια, κορεσμό οξυγόνου 65% προφανώς με μάσκα (αφού δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι της αφαιρέθηκε η μάσκα στην κατάσταση της για να διαπιστωθεί ο κορεσμός χωρίς αυτή) που είναι ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό και υποδηλώνει έντονη υποξαιμία, ακτινολογική εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων, οξύ πνευμονικό οίδημα, ταχυκαρδία (140 σφίξεις ανά λεπτό), μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ποσοστό 25%). Γενικά η εικόνα που έδινε η ασθενής ήταν εκείνη ενός σοβαρότατου περιστατικού που αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα ενείχε κίνδυνο για την ίδια τη ζωή της (βλ. επ' ακροατηρίου κατάθεση Α. Φ. που χαρακτηρίζει το περιστατικό αυτολεξεί ως "βαρύ"). Άλλωστε, αν δεν εμφάνιζε την εικόνα αυτή, είναι προφανές, κατά την κοινή τουλάχιστον λογική, ότι δεν θα χρειαζόταν εισαγωγή της σε Μ.Ε.Θ. Ως προς το ζήτημα περί του αν η ασθενής κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδο της από το χειρουργείο της ιδιωτικής κλινικής έως την διακομιδή και διασωλήνωσή της στο Τ.Ε.Π. είχε ή όχι τις αισθήσεις της ή είχε ήδη υποστεί εγκεφαλοπάθεια οφειλόμενη σε ελλιπή οξυγόνωση του εγκεφάλου της, δηλαδή περιέλθει ουσιαστικά σε κώμα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος της παθούσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέμεινε χωρίς καθόλου οξυγόνο επί 3 έως 4 συνεχή λεπτά, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη νέκρωση του. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτυρικών καταθέσεων, που βέβαια κατά κύριο λόγο προέρχονται από συναδέλφους των κατηγορουμένων, αναφέρει ότι η παθούσα είχε τις αισθήσεις της τόσο μετά την ανάνηψη της από χο χειρουργείο όσο και κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ. Από την άλλη όμως δεν κρίνονται πειστικές οι ως άνω καταθέσεις, κατά το μέρος τους που εμφανίζουν μια εξωραϊσμένη εικόνα μιας ασθενούς που μιλούσε κανονικά, μετακινούνταν, ήταν σε πλήρη εγρήγορση μεν, πλην όμως "ζορισμένη". Η αλήθεια, είναι όπως προεκτέθηκε ότι η κατάσταση της παθούσας κατά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ ήταν σοβαρότατη, λαμβανομένου υπόψη ότι από την έξοδο της από το χειρουργείο έως την τελική διασωλήνωση της είχαν ήδη παρέλθει τρεις κρισιμότατες ώρες, κατά τις οποίες διατελούσε σε καθεστώς παρατεταμένης και έντονης δύσπνοιας, συνεχιζόμενης υποξαιμίας, αφού ο αερισμός της ακόμη και με μάσκα δεν ήταν επαρκής (όπως συνάγεται από το ποσοστό κορεσμού 65% που εμφάνισε κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ.) και ταχυκαρδίας, που είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί οξύ αναπνευστικό οίδημα που επέβαλε την άμεση διασωλήνωση της διότι κινδύνευε πλέον η ίδια η ζωή της. Το χρονικό αυτό σημείο είναι κρίσιμο διότι τότε είναι που εν γένει εγκαθίστανται όλες εκείνες οι σοβαρές βλάβες της υγείας της που προοδευτικά θα οδηγήσουν την ασθενή σε κώμα. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό και θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρωτόκολλο αντιμετώπισης επείγοντος δεν καταγράφεται η προβλεπόμενη με βάση την κλίμακα Γλασκώβης νευρολογική εκτίμηση, γεγονός που σε συνδυασμό με την κατάθεση του συζύγου της ασθενούς επιβεβαιώνει ότι ήδη από τότε η νευρολογική εικόνα της δεν ήταν φυσιολογική. Αυτό δεν αναιρείται από τη δυνατότητα της ενδεχομένως να αντιληφθεί τους ιατρούς και να συνεννοηθεί με αυτούς σε στοιχειώδες επίπεδο (όπως λ.χ. με νεύματα). Περαιτέρω, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ασθενής παρέμεινε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου από τις 16-10-2003 έως τις 27-10-2003 οπότε και διακομίσθηκε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου, όπου μεταφέρθηκε σε καταστολή και διασωληνωμένη με διάγνωση εισαγωγής πνευμονικό οίδημα-αναπνευστική ανεπάρκεια, παρουσίασε: στις 16-10-2003 (μικρή) διάταση αριστεράς κοιλίας με έκδηλη υποκινησία του μυοκαρδίου και ενώ το σχετικό σχετικό ΗΚΔ ήταν κατά φύση (έδειξε φλεβοκομβική ταχυκαρδία), στις 17-10-2003 διεγνώσθη και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με διάχυτη υποκινησία με κλάσμα εξώθησης 15-20%, στις 19-10-2003 παρουσίαζε επεισόδια ταχυκαρδίας 180 σφίξεων ανά λεπτό και περί τις 19:00 έγινε ηλεκτρική ανάταξη από τον καρδιολόγο Β. Σ., ενώ έγιναν και 2 ΗΚΓ, στις 20-10-2003 παρουσιάζει και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 25%, στις 22-10-2003 μετά από αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα, δεν παρατηρείται ενδοεγκεφαλική αιμορραγία ούτε παρεκτόπιση μέσης γραμμής, παρατηρείται καλός διαχωρισμός φαιάς-λευκής ουσίας και επασβεστώσεις χοριοειδών πλεγμάτων και επίφυσης, όμως κλινικά η ασθενής εμφανίζει δείκτη κλίμακας Γλασκώβης 6/15 με τετραπάρεση, δηλαδή ουσιαστικά βρίσκεται σε κώμα, στις 24-10-2003 η αριστερή κοιλία παρουσιάζει φυσιολογικά όρια και εμφανίζει καλό κλάσμα εξώθησης (60%). Ακολούθως, στις 27-10-2003 η ασθενής εισάγεται διασωληνωμένη στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Η διάγνωση εισαγωγής είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή και η μαγνητική τομογραφία (ΜRI) εισαγωγής καταδεικνύει εκτεταμένη περιοχή παθολογικής έντασης σήματος στα βασικά γάγγλια άμφω, στη λευκή ουσία των ημιωοειδών στο σπληνίο του μεσολοβίου και λιγότερο στο μεσεγκέφαλο και το φλοιό. Η ασθενής τίθεται σε μηχανικό αερισμό και ενδοκράνιο monitoring. Στις 11-11-2003 ο έλεγχος καρδιάς αναδεικνύει υποκινησία τοιχωμάτων αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 45%, ενώ οι νέες μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν στις 4-11-2003 και 13-11-2003 δεν δείχνουν σημαντική βελτίωση. Στις 27-1-2004 η ασθενής μεταφέρεται στο Π.Π.Ν.Λ. για τοποθέτηση βαλβίδας αντιμετώπισης υδροκεφάλου και συνέχιση της υποστηρικτικής αγωγής όπου νοσηλεύεται έως τις 9-2-2004 και έκτοτε παρέμεινε σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, υποφέροντας από πόνους, δακρύζοντας κατά διαστήματα, φέροντας τραχειοστομία και γαστροστομία, αντιδρώντας στα επώδυνα εξωτερικά ερεθίσματα, μέχρι που τελικά το προηγούμενο έτος απεβίωσε μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού απότοκη της μακροχρόνιας νοσηλείας της στη Μ.Ε.Θ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τίθεται το ζήτημα αν τα συμπτώματα της ασθενούς μετά την έξοδο της από το χειρουργείο είναι απότοκα καρδιογενών αιτίων (λ.χ. της λεγόμενης μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας), όπως ισχυρίζονται οι κατήγορουμενοι ή οφείλονται σε πράξεις και παραλείψεις των τελευταίων, σε περίπτωση δε που ισχύει το τελευταίο θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν ο χρόνος μεσολάβησε από την εμφάνιση τους μέχρι τη διακομιδή της ασθενούς στο ΤΕΠ του ΓΝΛ ήταν ή όχι κρίσιμος για την εξέλιξη της κατάστασής της. Επιπροσθέτως θα πρέπει να κριθεί το ζήτημα αν η κωματώδης κατάσταση στην οποία τελικά περιήλθε η ασθενής και τελικά ο θάνατος της συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση έως τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. Όσον αφορά στη λεγόμενη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας και εν γένει τα καρδιογενή αίτια των μετεγχειρητικών συμπτωμάτων της ασθενούς, ο σχετικός υπερασπιστικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων καταρρίπτεται από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα: α)πλείστα όσα έγγραφα των εμπλεκομένων στην υπόθεση νοσοκομείων δεν θέτουν ως διάγνωση κάποιου είδους καρδιοπάθεια (για πρώτη φορά αναφέρονται σε καρδιακή ανεπάρκεια με την έννοια πάντως του συμπτώματος και όχι της αιτιολογίας εμφάνισης του οι καρτέλες της Μ.Ε.Θ. του Βόλου από τις 21-10-2003 και μετά, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι προηγουμένως γινόταν στις εν λόγω καρτέλες αναφορά σε οξύ πνευμονικό οίδημα), β)αν η ασθενής πράγματι είχε τέτοιου είδους μυοκαρδιοπάθεια, τότε δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η θεαματική άνοδος του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας από 25% στις 16-10-2003, 15-20% στις 17-10-2003 και 25% στις 20-10-2003 σε 60% στις 24-10-2003 (κάτι τέτοιο αποκλείει και η καρδιολόγος Τ. Ν., η οποία θεώρησε ως πιθανή τη μυοκαρδιοπάθεια). Ο ισχυρισμός ότι η τιμή 60% του κλάσματος εξώθησης που καταγράφεται στις 24-10-2003 είναι εσφαλμένη είναι αστήρικτος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τη μετέπειτα σαφώς βελτιωμένη καρδιολογική εικόνα της ασθενούς, ενώ όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο καρδιολόγος του Γ.Ν. Βόλου Β. Σ. δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιου λάθους ούτε μία στο εκατομμύριο, γ)η εν λόγω νόσος σε καμία περίπτωση δεν είναι συνηθισμένη αλλά αντιθέτως είναι σπανιότατη (η πιθανότητα εμφάνισης της είναι 1 στις 3000 με 15.000 τελειόμηνες κυήσεις), δ)ακόμη και οι ιατροί που κάνουν λόγο για τη συγκεκριμένη ασθένεια είναι επιφυλακτικοί και ομιλούν απλώς για πιθανότητα να πρόκειται για αυτή και σε καμία περίπτωση για βεβαιότητα. Επομένως, είναι εσφαλμένη η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού-καρδιολόγου Δ. Μ., η οποία χρησιμοποιείται από τους κατήγορου μένους για την υποστήριξη της εκδοχής της μυοκαρδιοπάθειας, αφού υιοθετεί κατ' ουσίαν την εκδοχή αυτή χωρίς όμως προηγουμένως, να εξηγήσει για ποιους ειδικότερα λόγους αποκλείονται άλλα αίτια για τη συνολική κατάσταση της, στην οποία περιλαμβάνονται και τα όποια καρδιολογικά ευρήματα, τα οποία (αίτια) εμφανίζουν σαφέστατα μεγαλύτερη συχνότητα και πιθανότητα εμφάνισης (όπως δηλαδή εκείνα που συνδέονται με τις επιπλοκές αυτής καθ' αυτής της γενικής αναισθησίας, της αποτυχημένης διασωλήνωσης, της χρήσης λαρυγγικής μάσκας κ,λπ.) και χωρίς να εξηγεί πως έζησε η ασθενής για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό χωρίς να εμφανίζει καρδιολογικά προβλήματα, δεδομένου ότι η εν λόγω καρδιοπάθεια χαρακτηρίζεται από μεγάλα, συγκριτικά, ποσοστά θνησιμότητας. Διαφορετικά θα έπρεπε εσφαλμένα να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη σπανιότερη μορφή μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας που εμφανίζεται και εξαφανίζεται εντός οκτώ ημερών. Χαρακτηριστικό εξάλλου για την αξιολόγηση της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης είναι ότι δέχεται ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 90-96% μετά την αφύπνιση της ασθενούς, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες καταγραφές στο αναισθησιολογικό διάγραμμα. Ενόψει των προεκτεθέντων, θα πρέπει να αποκλεισθεί η μυοκαρδιοπάθεια και κάθε άλλο αίτιο καρδιογενούς προέλευσης σχετικά με την πρόκληση των συμπτωμάτων που εμφάνισε μετά την επέμβαση η Ά. Χ. Κ.. Αντιθέτως, τα μετεγχειρητικά συμπτώματα της ασθενούς προέρχονται από αναγωγή-εισρόφηφη -γαστρικού περιεχομένου, που οφείλεται στην εσφαλμένη εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου επιλογή αρχικά της τεχνικής της γενικής αναισθησίας και την εν συνεχεία χρήση λαρυγγικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Ειδικότερα, ο πρώτος κατήγορου μένος, πέραν του γεγονότος ότι χωρίς ειδικό λόγο και χωρίς να υπάρχει ειδική προς τούτο ένδειξη επέλεξε τη γενική αναισθησία δηλαδή μια μέθοδο που ενέχει περισσότερους κινδύνους θνησιμότητας για την επίτοκο αντί της περιοχικής αναισθησίας, επαυξάνοντας έτσι άσκοπα σε βάρος της τους εν λόγω κινδύνους, προτού να επιχειρήσει τη γενική αναισθησία, δεν εκτίμησε ορθώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης, ως όφειλε αλλά πλημμελώς. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η δυσχέρεια προέκυψε μόνο όταν επιχείρησε τη διασωλήνωση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, εφόσον ο αερισμός της επιτόκου ήταν επαρκής και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε μετά την αδυναμία διασωλήνωσης κίνδυνος για το έμβρυο (λ.χ. η ονομαζόμενη ως εμβρυϊκή δυσπραγία), ώστε να επείγει η διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης, τότε, όπως επιβάλλει η ιατρική επιστήμη και το σχετικό πρωτόκολλο αναισθησιολογίας (ASA) που όφειλε και μπορούσε να τηρήσει κατά γράμμα και δεν τήρησε, θα έπρεπε να προβεί σε αφύπνιση της παθούσας και εν συνεχεία να επιχειρήσει είτε περιοχική αναισθησία είτε βέλτιστη προσπάθεια διασωλήνωσης. 0 ισχυρισμός ότι εν προκειμένω η αφύπνιση ενέχει κινδύνους για το έμβρυο δεν αποδεικνύεται από πουθενά, ενώ αντιβαίνει και προς τα επιστημονικά δεδομένα που με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο συνιστούν σε αυτές τις περιπτώσεις την αφύπνιση. Αντί όμως να αφυπνίσει την επίτοκο και χωρίς να έχει χορηγήσει προηγουμένως αντιόξινα φάρμακα, χρησιμοποίησε για την οξυγόνωση της τη λαρυγγική μάσκα, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μικροεπεμβάσεις, με αποτέλεσμα να επαυξήσει σημαντικά τον ούτως ή άλλως υπαρκτό στη γενική αναισθησία κίνδυνο αναγωγής γαστρικού περιεχομένου. Ο εν λόγω κίνδυνος τελικά πραγματώθηκε κατά τη διάρκεια της επέμβασης, τα δε συμπτώματα του εκδηλώθηκαν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αμέσως μετά την ανάνηψη της ασθενούς. Η αναφορά σε εισρόφηση δεν αποτελεί υπόθεση ούτε εκδοχή αλλά βάσιμο συμπέρασμα που στηρίζεται στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Τα βασικά συμπτώματα που εκδηλώθηκαν μετά το χειρουργείο, δηλαδή η δύσπνοια-υποξαιμία, η ταχυκαρδία, το πνευμονικό οίδημα, ο χρόνος αλλά και ο τρόπος εκδήλωσης τους, συνηγορούν και στηρίζουν το συμπέρασμα αυτό. Μάλιστα θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν η πορεία της νόσου επιβαρυνθεί εμφανίζεται και καρδιακή κάμψη (όπως πράγματι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. Βασική Μαιευτική και Περιγεννητική Ιατρική Σ.Ε. Καρπάθιου). Ενισχύεται δε το εν λόγω συμπέρασμα και από το γεγονός ότι: α)ο σύζυγος της παθούσας αναφέρεται σε εμφάνιση σπασμών μετά το χειρουργείο, αφού συνήθης σε αυτή την περίπτωση είναι η εμφάνιση βρογχόσπασμων, β) η ακτινογραφία εμφάνισε εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων. Η εικόνα αυτή σύμφωνα με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο ιατροδικαστής Χ. Κ. αλλά και ο ιατρός καρδιολόγος Δ. Μ. είναι συμβατή με την εισρόφηση-χημική πνευμονίτιδα. Άλλωστε, όπως ανέφερε και η αναισθησιολόγος του ΤΕΠ Β. Κ., είναι δυνατό η εισρόφηση ακόμη και να μην απεικονίζεται στη σχετική ακτινογραφία και γ) από τη χρήση της λέξης "εισρόφηση" στο από 16-10-2003 έγγραφο της ΜΕΘ του Βόλου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα συμπτώματα οδηγούσαν ευθέως στην αναζήτηση της αιτίας του προβλήματος. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι τα ως άνω συμπτώματα δεν οφείλονταν σε εισρόφηση, τότε δοθέντος ότι αποκλείονται τα καρδιογενή αίτια εμφάνισης αυτών (μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας ή άλλου είδους καρδιοπάθεια), είναι προφανές ότι αυτά θα πρέπει να αποδοθούν σε ανεπαρκή αερισμό της ασθενούς κατά τη διάρκεια της επέμβασης, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης της παροχής οξυγόνου στην επίτοκο από τον πρώτο κατηγορούμενο, διαφορετικά είναι αδύνατο να εξηγηθεί πως μια καθ' όλα υγιής πριν το τοκετό γυναίκα εμφανίζει μετά από αυτόν τα προαναφερθέντα συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση και συνοψίζοντας, η κατάσταση της ασθενούς όπως εκδηλώθηκε μετά την ανάνηψη οφείλεται στην προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού τούτο θα ήταν δυνατό και για κάθε άλλο ενεργούντα στη θέση του μετρίως συνετό και ευσυνείδητο ιατρό-αναισθησιολόγο, παραβίασε τον κοινώς αναγνωρισμένο κανόνα της ιατρικής επιστήμης που στη συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλε την αφύπνιση της ασθενούς και προχώρησε εσφαλμένως σε εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας, με το προαναφερθέντα μετεγχειρητικά αποτελέσματα. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι η εσφαλμένη και πλημμελής αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και τη χρήση της λαρυγγικής μάσκας αλλά συνεχίστηκε εκ μέρους και των δύο κατήγορου μένων πλέον και μετά την ανάνηψη της παθούσας από το χειρουργείο. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ως συνυπεύθυνοι ιατροί για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απρόβλεπτης σωματικής βλάβης ή επιπλοκής που θα αντιμετώπιζε μετεγχειρητικά η Ά. Χ. Κ. (όπως άλλωστε και η ιατρός Χ. Τ. αναφέρει στην περιλαμβανόμενη στη δικογραφία από 10-4-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της), παρά το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική αφενός μεν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διακριβωθούν τα αίτια των συμπτωμάτων που εμφάνισε η ασθενής, μέσω πλήρους ακτινολογικού, εργαστηριακού, βιοχημικού και καρδιολογικού ελέγχου αφετέρου δε δεν μπορούσαν οι ίδιοι να εξασφαλίσουν τον επαρκή αερισμό της με διασωλήνωση, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τη σοβαρότητα της κατάστασης της, αφού εμφάνιζε παρατεταμένη και προοδευτικά επιδεινούμενη υποξαιμία, έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες, ταχυκαρδία, προτίμησαν να καλέσουν συναδέλφους τους προς εκτίμηση της κατάστασης, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία δυνατότητα υπήρχε προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με αποτέλεσμα από την έξοδο της ασθενούς από το χειρουργείο έως την διασωλήνωση της στο ΤΕΠ να παρέλθουν τρεις ολόκληρες ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε άσκοπα, παρά τα όσα κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες που προσπάθησαν να εξωραΐσουν την κατάσταση, ήταν κρίσιμο και απέβη τελικά κατ' ουσίαν μοιραίο για την ασθενή. Αυτό συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α)την προανακριτική κατάθεση του Σ. Κ. που αναφέρει επί λέξει ότι κλήθηκε στην κλινική για "οξύ και επείγον περιστατικό δύσπνοιας", δηλαδή στις 09:30 που κλήθηκε το περιστατικό ήταν ήδη οξύ και επείγον, β)τις καταθέσεις του Α. Φ. προανακριτικά και επ' ακροατηρίου όπου κάνει λόγο για επείγον και βαρύ περιστατικό, έντονη δύσπνοια, γ)την συντομότατη διασωλήνωση της ασθενούς μετά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ, δ)τη χρήση της φράσης "διασωληνώθηκε εσπευσμένα" στο πληροφοριακό σημείωμα της ΜΕΘ Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. ε)τη διενέργεια ακτινογραφίας εντός του χώρου του ΤΕΠ που καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης και στ)το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προφανώς αντιληφθείς καθυστερημένα την κρισιμότητα της κατάστασης συνόδευσε την ασθενή στο ΤΕΠ μαζί με τον αναισθησιολόγο Γ. Π.. Ιδιαίτερη όμως μνεία για τη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος θα πρέπει να γίνει στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του αναισθησιολόγου του ΤΕΠ Α. Φ., ο οποίος όχι μόνο επί λέξει χαρακτηρίζει το περιστατικό που αντιμετώπισε ως βαρύ, αλλά αναφέρει ότι σε περίπτωση που καθυστερούσε περαιτέρω η διασωλήνωση της παθούσας κινδύνευε και η ίδια η ζωή της ακόμη. Αυτό αποδεικνύει την κρισιμότητα του χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Οι κατηγορούμενοι δηλαδή κρατούσαν επί 2,5 και πλέον ώρες στην ιδιωτική κλινική μια ασθενή με παρατεταμένη και έντονη δύσπνοια, ταχυκαρδία, πνευμονικό οίδημα, ανεπαρκή αερισμό-υποξαιμία και με τάση διαρκούς επιδείνωσης των συμπτωμάτων της χωρίς να μπορούν ούτε να διαγνώσουν με ασφάλεια τα αίτια της κατάστασης της ούτε να της προσφέρουν την επιβαλλόμενη ιατρική φροντίδα και είναι βέβαιο ότι αν είχαν καθυστερήσει λίγο ακόμη να καλέσουν το ΕΚΑΒ η άτυχη ασθενής θα πέθαινε στα χέρια τους. Αντιθέτως, επίσης βέβαιο είναι ότι η εικόνα της θα ήταν πολύ διαφορετική αν, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν ενόψει της εμπειρίας και των γνώσεων τους, αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα και κρισιμότητα της κατάστασης της ασθενούς και την δική τους υποκειμενική και αντικειμενική αδυναμία να τη βοηθήσουν και φρόντιζαν για την άμεση διακομιδή της μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων στο Νοσοκομείο που διέθετε εξειδικευμένο προσωπικό και κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, πράγμα που βέβαια δεν έπραξαν υποτιμώντας την ανάγκη επείγουσας αντιμετώπισης του ζητήματος και θεωρώντας εσφαλμένως ότι μπορούσαν να επαναφέρουν την ασθενή και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εντός της κλινικής, μολονότι αυτό ήταν εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο. Τέλος, τίθεται το ζήτησα του πως οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων συνδέονται με τη βαριά εγκεφαλική βλάβη, κατ' ουσίαν δηλαδή την κωματώδη-φυτική κατάσταση την οποία η παθούσα εξεδήλωσε κλινικά στις 22-10-2003. Βεβαίως κατά την εξέταση της με αξονικό τομογράφο την ίδια ημέρα δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα. Το αληθές όμως είναι ότι αυτά απλώς δεν απεικονίστηκαν στην αξονική τομογραφία αλλά μεταγενέστερα στη μαγνητική αφού την ίδια στιγμή η ασθενής παρουσίαζε τετραπάρεση με κλίμακα Γλασκώβης 6/15, δηλαδή ήδη βρισκόταν σε κώμα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επειδή η κατάσταση αυτή της ασθενούς εκδηλώθηκε μετά από την ηλεκτρική ανάταξη που έγινε στις 19-10-2003 οφείλεται ουσιαστικά στα καρδιογενή αίτια και ειδικότερα στη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας που επέβαλε λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της (λ.χ. εξαιτίας κάποιας κακοήθους αρρυθμίας) την ανάταξη. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ασθενής δεν έπασχε από κανενός είδους καρδιοπάθεια. Η βαριά κατάσταση της υγείας της που επέβαλε την εισαγωγή της στη Μ.Ε.Θ. οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ήδη από το χρόνο διακομιδής της στο ΤΕΠ οι επιβαρυντικές εκείνες ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και στις εγκεφαλικές βλάβες που κλινικά καταγράφηκαν για πρώτη φορά στις 22-10-2003. Άλλωστε όταν εισάγεται ένας ασθενής στη Μ.Ε.Θ. είναι δεδομένο ότι κινδυνεύει ακόμη και η ίδια του η ζωή και έτσι είναι αναμενόμενο η αρχικά επιβαρυμένη υγεία του να επιδεινωθεί δραματικά και με απρόβλεπτο τρόπο και τούτο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διακοπή της αιτιώδους συνάφειας αλλά αντιθέτως αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξης της. Για το λόγο αυτό δε η διάγνωση στο πληροφοριακό σημείωμα του Γ.Ν.Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή. Η σύνδεση εν προκειμένω δεν είναι απλώς χρονική ούτε τέθηκε τυχαία αλλά υποδηλώνει την ενότητα και τη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των κατηγορουμένων και της τελικής κατάστασης της ασθενούς ως αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη βεβαρημένης υγείας της εντός της Μ.Ε.Θ. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι οι εγκεφαλικές βλάβες δεν επήλθαν προοδευτικά αλλά εμφανίστηκαν στις 22-10-2003 κατά την χρονολογία κλινικής καταγραφής τους, τότε, αποκλειόμενης της μυοκαρδιοπάθειας, είναι πρόδηλο ότι οι εν λόγω εγκεφαλικές βλάβες οφείλονται σε καρδιολογικής μεν φύσης επιπλοκές (λ.χ. κάποιον θρόμβο), που επέβαλαν την ανάταξη, γενεσιουργός αιτία των οποίων όμιως ήταν η ήδη διαγνωσθείσα κατά την εισαγωγή της ασθενούς στο ΤΕΠ κάμψη και επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας της. Επαληθεύεται λοιπόν και σε αυτήν ακόμη την (υποθετική) περίπτωση ο αιτιώδης σύνδεσμος της ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων. Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι και ο θάνατος της ασθενούς που επήλθε ως αναμενόμενο και σύνηθες αποτέλεσμα επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας της λόγω της κωματώδους κατάστασης της στη Μ.Ε.Θ. εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσης αξιόποινης πράξεως και ως εκ τούτου συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν. Επειδή, παρά τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, αξιολογώντας πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό, κήρυξε τους κατηγορουμένους αθώους λόγω αμφιβολιών. Ειδικότερα, δέχθηκε: α)ότι η εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και μάλιστα η μετά την αποτυχία της διασωλήνωσης της παθούσας χρήση της λαρυγγικής μάσκας προς παροχή σε αυτή οξυγόνου ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και διενεργήθηκε lege artis χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα στην επίτοκο κατά τη διάρκεια του τοκετού και δη εισρόφηση-χημική πνευμονίτιδα ή οποιοδήποτε άλλο (λ.χ. οφειλόμενο σε κακή εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου), χωρίς όμως παράλληλα να εξηγεί σε ποια επιστημονικά-ιατρικά δεδομένα στηρίζεται η συγκεκριμένη θέση και για ποιο λόγο η ασθενής αμέσως μετά την ανάνηψη από το χειρουργείο εμφάνισε δύσπνοια-υποξία και τα λοιπά προπεριγραφέντα συμπτώματα, β) ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έξοδο της παθούσας από το χειρουργείο έως τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. δεν είχε ουδεμία επίδραση και μάλιστα κρίσιμη στην εξέλιξη της υγείας της και ότι η εντός της ιδιωτικής κλινικής αντιμετώπιση του προβλήματος που εμφάνιζε η εν λόγω ασθενής από τους κατηγορουμένους ήταν ενδεδειγμένη και σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς όμως να αιτιολογεί με βάση ποια ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία συνήγαγε το εν λόγω συμπέρασμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο τεκμηριώνεται η κρίσιμη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος για την εξέλιξη της πορείας της ασθενούς, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, γ)ότι κατά τη διακομιδή της παθούσας στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας η κατάσταση της δεν ήταν κρίσιμη αλλά αναστρέψιμη, θεωρώντας ότι το ποσοστό κορεσμού οξυγόνου στο αίμα της ασθενούς ήταν 80% περίπου, χωρίς όμως να συνεκτιμήσει το ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 65% που αναφέρεται ότι παρουσίασε μετά το πέρας της επέμβασης η ασθενής στο από 16-10-2003 έγγραφο της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν.Βόλου και τη σημασία του εν λόγω ποσοστού στην εξέλιξη της κατάστασης της και δ)ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τον χρόνο πρόκλησης των εγκεφαλικών βλαβών στην παθούσα, χωρίς όμως να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα αν οι εν λόγω βλάβες, ανεξαρτήτως του χρόνου εκδήλωσης τους συνδέονται με τις ενέργειες των κατηγορουμένων στην ιδιωτική κλινική ή όχι και για ποιο λόγο. Επειδή, αντιθέτως, αξιολογώντας ορθώς το αποδεικτικό υλικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, θα έπρεπε κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού της αποδιδομένης στους κατηγορούμενους αξιόποινης πράξης και χωρίς να επέρχεται με τον τρόπο αυτό ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας (ΑΠ 1438/2001, ΠοινΔνη 2004.1239, ΑΠ 490/1996, ΠοινΧρ 1997. 97, ΑΠ 650/1992, ΝοΒ 1993.122) να κηρύξει αυτούς ενόχους για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (αρθρ. 28, 302 Π.Κ.) της Ά. Χ.-Κ.." Η έφεση αυτή, όπως παραπάνω αναλυτικά διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αφού εκτίθεται σε αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως, που δέχθηκε συνδρομή αμφιβολιών, ως προς τις πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που αρχικά αποδιδόταν στους κατηγορουμένους και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα και θάπρεπε να αχθεί σε ενοχή των κατηγορουμένων υπαιτίων ιατρών τελικά και επιτρεπτώς κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό για ανθρωποκτονία της στο μεταξύ θανούσας επιτόκου από αμέλεια. Ειδικότερα εκτίθεται εκτενώς, αναλυτικά και εμπεριστατωμένα σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εκτίμηση του εισφερθέντος στην ακροαματική διαδικασία αποδεικτικού υλικού και ποία η αμελής συμπεριφορά και ποία η αιτιώδης συνάφεια των αναφερομένων στην έκθεση ιατρικών σφαλμάτων και παραλείψεων καθενός των δύο κατηγορουμένων ιατρών, τόσον κατά το αρχικό στάδιο της αναισθησίας και της χειρουργικής καισαρικής επέμβασης της παθούσας επιτόκου στην ιδιωτική κλινική αυτών, όσον και κατά την επέμβαση και το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης των εμφανισθέντων στην παθούσα επιπλοκών δύσπνοιας, υποξαιμίας, ταχυκαρδίας, πνευμονικού οιδήματος και την καθυστερημένη αναγκαία διακομιδή της σε κρατικό νοσοκομείο και εκεί διασωλήνωση της και του επελθόντος αποτελέσματος, αρχικά της σωματικής βλάβης της επιτόκου κατά την καισαρική τομή και δη του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης και αργότερα του θανάτου αυτής, ως αποτελέσματος επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας στη ΜΕΘ σε κωματώδη κατάσταση μετά έξι έτη, συνάγεται δε σαφώς και το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου αναισθησιολόγου ιατρού, της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, από τα αναφερόμενα στην έφεση στοιχεία αμέλειας αυτού. Συνεπώς αντικρούεται με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με συλλογισμούς και με επίκληση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, η αθωωτική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθενται στην έκθεση αυτή εφέσεως αναλυτικά άλλα στοιχεία για να αντικρούσουν την αθωωτική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να θεμελιώσουν την άσκηση της εν λόγω εφέσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με το να κρίνει ορισμένη και τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα με την προσβαλλόμενη απόφαση του και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής και να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Μ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού, λόγω του επαγγέλματος του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δη κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, όπως π.χ. της νάρκωσης ασθενούς από αναισθησιολόγο και της χειρουργικής επέμβασης από χειρούργο, όσον και της αντιμετώπισης τυχόν εμφανισθέντων στον ασθενή επιπλοκών κατά το εγχειρητικό ή μετεγχειρητικό στάδιο. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1435/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έγινε δεκτή έφεση του εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της 186/2010 πρωτοβάθμιας αθωωτικής απόφασης, που είχεν αθωώσει τους δύο κατηγορουμένους ιατρούς, της τότε υπάρχουσας και αποδοθείσας πράξης σωματικής βλάβης, της χειρουργηθείσας με καισαρική τομή επιτόκου, λόγω αμφιβολιών και κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, οι δύο αναιρεσείοντες ιατροί, αναισθησιολόγος και μαιευτήρας γυναικολόγος ιατρός αντίστοιχα, λόγω στο μεταξύ επελθόντος θανάτου της επιτόκου, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, επιδειχθείσα κατά τη διάρκεια καισαρικής χειρουργικής επέμβασης και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης σοβαρών επιπλοκών της χειρουργηθείσας επιτόκου, και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ιατροί σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών ο καθένας, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση της εκκαλουμένης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η Α. Χ.-Κ., γεννηθείσα στις 9-11-1963, δηλαδή ηλικίας 40 ετών περίπου, έγκυος, διανύουσα την 36η εβδομάδα της κυήσεως, κατόπιν υπόδειξης του μαιευτήρα-χειρουργού-γυναικολόγου της Σ. Ν., δηλαδή του δευτέρου κατηγορουμένου, εισήχθη στις 16-10-2003 περί ώρα 06:30 περίπου στην ιδιωτική μαιευτική κλινική της Λάρισας "...", προκειμένου να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή. Κατά τους ισχυρισμούς του δευτέρου κατηγορουμένου, που προσκόμισε σχετικές εκτυπώσεις στοιχείων καταχωρισμένων στον υπολογιστή του, ήταν απαραίτητο η ανωτέρω να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή, λόγω του ότι σε πλείονα του ενός καρδιοτοκογραφήματα είχε διαπιστώσει χαμηλή διαφοροποίηση του βασικού καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, που επέβαλε τη διενέργεια του τοκετού, ο οποίος κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χαρακτηρίζεται ως πρόωρος με βάση την εβδομάδα της κύησης. Περά από την ηλικία των 40 ετών, η επίτοκος παρουσίαζε και διαβήτη κυήσεως, η εμφάνιση του οποίου είναι συνήθης στις εγκύους και δεν συνιστά παθολογική κατάσταση, ενέχει δε περισσότερους κινδύνους για το έμβρυο παρά για την επίτοκο, ενώ κατά τα λοιπά ήταν υγιέστατη. Ο συγκεκριμένος τοκετός ήταν καθ' όλα προγραμματισμένος, δεν επρόκειτο δηλαδή για τοκετό επείγοντος χαρακτήρα, λ.χ. εξαιτίας κινδύνου για τη ζωή της επιτόκου ή τονι εμβρύου η δε επιλογή της καισαρικής τομής προς διενέργεια του τοκετού από τον δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ορθή δεδομένοι ότι προ δύο και πλέον ετών η Ά. Χ. Κ. είχε γεννήσει στην ίδια ιδιωτική κλινική με καισαρική τομή, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη για την εκ νέου διενέργεια καισαρικής τομής (βλ. ενδεικτικά Μαιευτική και Γυναικολογία Ιω. Μεσσήνη). Κατά την προετοιμασία του χειρουργείου, ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ., ιατρός-αναισθησιολόγος. ο οποίος σε συνεργασία με τον Σ. Ν. είχε αναλάβει την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης, υπέδειξε στην Ά. Χ. τη μέθοδο της γενικής αναισθησίας ως κατάλληλης για την περαίωση της καισαρικής τομής. Είναι προφανές ότι η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συμφωνεί η επίτοκος, στην πραγματικότητα αποτελεί απόφαση του αναισθησιολόγου. Εδώ, ας σημειωθεί ότι η γενική αναισθησία πράγματι εμφανίζει ορισμένα πλεονεκτήματα όπως ταχεία εισαγωγή, καρδιαγγειακή σταθερότητα, ασφαλέστερο έλεγχο της αναπνευστικής οδού κ.α. ωστόσο παρουσιάζει ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα που συνδέονται με αυξημένους σε σχέση με την περιοχική αναισθησία κινδύνους θανάτου της επιτόκου, όπως είναι η πιθανότητα εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου (1:500-400) και η αδυναμία διασωλήνωσης της τραχείας (1:300), για τους λόγους δε αυτούς εφαρμόζεται όλο και λιγότερο στη μαιευτική πρακτική (βλ. συνδυαστικά Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου-Παπακώστα και Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail). Όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση της εισρόφησης, θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι η έγκυος είναι επιρρεπής σε σοβαρές πνευμονίτιδες από αυτή την αιτία, διότι έχει αυξημένη ποσότητα γαστρικού υγρού με χαμηλό ρΗ εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών, της υπερέντασης, των μηχανικών εμποδίων και των ναρκωτικών φαρμάκων που δίνονται στον τοκετό. Η επίτοκος δε μπορεί να θεωρείται με άδειο στομάχι ακόμη και μετά από παρατεταμένη ασιτία (βλ. Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Έτσι πριν από την εισαγωγή της γενικής αναισθησίας πρέπει να εξασφαλισθούν ιδανικές συνθήκες για την πρόληψη της εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου, και μεταξύ άλλων, να χορηγηθούν ειδικά αντιόξινα φάρμακα προ 30 λεπτών με στόχο τη διατήρηση του γαστρικού ρΗ πάνω από 2,5 και να επιτευχθεί η ταχεία διασωλήνωση της τραχείας με στόχο την ελάττωση της πιθανότητας σοβαρής πνευμονίας από εισρόφηση (βλ. συνδυαστικά Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail και Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Επιπροσθέτως ο αναισθησιολόγος πρέπει εξαρχής να εκτιμήσει το δύσκολο αεραγωγό, να είναι προετοιμασμένος για δύσκολη διασωλήνωση και αν του επιτρέπουν οι συνθήκες να εφαρμόσει περιοχική αναισθησία και να μην προχωρήσει σε γενική (βλ. Στοιχεία Περιεγχερητικής Ιατρικής Νικ. Μπαλαμούτσου). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το πρωτόκολλο αναισθησιολογίας της Αμερικανικής Εταιρείας Αναισθησιολογίας (ASA) η απολύτως ενδεδειγμένη μέθοδος για την εξασφάλιση του αερισμού της επιτόκου όταν πρόκειται να γεννήσει με καισαρική τομή υπό γενική αναισθησία είναι εκείνη της διασωλήνωσης, σε περίπτωση δε που αυτή δεν καταστεί δυνατή, ο αναισθησιολόγος οφείλει να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το ανωτέρω πρωτόκολλο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος, επιλογή του οποίου ήταν ουσιαστικά, η γενική αναισθησία, πριν προχωρήσει σε εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου στην Ά. Χ.- Κ. δεν εκτίμησε ορθώς αλλά πλημμελώς τις δυσκολίες διασωλήνωσής της με αποτέλεσμα να θεωρεί περίπου δεδομένη την επιτυχία της διασωλήνωσης. Επιπροσθέτως, διενήργησε μεν προοξυγόνωση της τελευταίας, όμως θεωρώντας εσφαλμένως ότι η διασωλήνωση ήταν εξασφαλισμένη δε χορήγησε αντιόξινα φάρμακα σε αυτή, οι δε αντίθετοι σχετικοί ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν από πουθενά. Εν συνεχεία, περί ώρα 07:45 περίπου η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε γενική αναισθησία, παρόντες δε πλην των κατηγορουμένων ήταν ως βοηθός χειρουργός ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Α. Κ. και η μαία Κ. Λ.. Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή, ο Σ. Μ. επιχείρησε να διασωληνώσει την επίτοκο, πλην όμως είτε για λόγους υποκειμενικής αδυναμίας είτε για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, τους οποίους δεν είχε διαγνώσει προηγουμένως κατά την εκτίμηση του αεραγωγού της, δεν το κατόρθωσε, παρά τις προσπάθειες (τρεις στον αριθμό) που κατέβαλε. Τελικώς, ο πρώτος κατηγορούμενος, μολονότι είχε εν τω μεταξύ καλέσει τηλεφωνικώς τον ιατρό-αναισθησιολόγο Χ. Κ. για να συνδράμει στη διασωλήνωση, δεν προχώρησε σε αφύπνιση της επιτόκου, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επέμβαση δεν ήταν επείγουσα αλλά προγραμματισμένη, ο αερισμός της επιτόκου επαρκής κατά την επιχείρηση της διασωλήνωσης (η μάρτυρας-πραγματογνώμονας Χ. Τ. αν και μάλλον ασαφής στην κατάθεση της ως προς το ζήτημα αυτό, φαίνεται να αποδέχεται ότι η επάρκεια του αερισμού αφορούσε στη χρήση της προσωπικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της διασωλήνωσης) και δεν υπήρχε εμβρυϊκή δυσπραγία αλλά αντί για την εν λόγω μέθοδο επέλεξε να εξασφαλίσει τον αερισμό της επιτόκου με τη χρήση λαρυγγικής μάσκας. Η τελευταία (λαρυγγική μάσκα) εφαρμόζεται με τυφλό τρόπο (χωρίς λαρυγγοσκόπηση). Σε περίπτωση που δεν τοποθετηθεί σωστά επιτρέπει τη διαφυγή αέρος με συνέπεια μείωση του αερισμού και διάταση του στομάχου. Δεν εξασφαλίζει στεγανό αεραγωγό και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εισρόφησης ιδίως στις περιπτώσεις με πλήρη στόμαχο. Εφαρμόζεται σε μικροεπεμβάσεις και στην καρδιοαναπνευοτική αναζωογόννηση (βλ. Αναισθησιολογία-Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα). Τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ούτως ή άλλως υπαρκτός κίνδυνος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου εξαιτίας της εφαρμογής της τεχνικής της γενικής αναισθησίας ενισχύεται σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διασωλήνωση και χρησιμοποιηθεί αντί αυτής η λαρυγγική μάσκα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του περιλαμβανομένου στη δικογραφία αναισθησιολογικού διαγράμματος που συνέταξε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο κορεσμός του οξυγόνο" στο αίμα της επιτόκου κατά το ίδιο χρονικό σημείο, δηλαδή στις 07:45 με 08:00 ήταν με χρήση της λαρυγγικής μάσκας 98%, δηλαδή επαρκής, ενώ οι σφίξεις αυτής ήταν 95 ανά λεπτό. Όμως, πέρα από αυτό το χρονικό σημείο δεν υφίσταται καμία καταγραφή του κορεσμού, ενώ μετά τις 10.00 δεν καταγράφονται πλέον ούτε οι σφίξεις. Όσον αφορά στον ίδιο τον τοκετό, αυτός διεκπεραιώθηκε επιτυχώς με τη γέννηση ενός υγιούς θήλεος τέκνο", η δε επέμβαση ολοκληρώθηκε, περί ώρα 08:10 περίπου, οπότε το μεν νεογνό παρεδόθη σε παιδίατρο, η δε λεχωίδα πλέον Ά. Χ. Κ. παρέμεινε στο χειρουργείο προς ανάνηψη. Η τελευταία συνήλθε από το χειρουργείο, περίπου στις 08:30, σε κακή όμως κατάσταση, δεδομένου ότι εμφάνιζε δύσπνοια, υποξαιμία, δηλαδή χαμηλό κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα, και ταχυκαρδία. Για την αντιμετώπιση της υποξαιμίας, χρησιμοποιήθηκε από τους κατηγορουμένους προσωπική μάσκα οξυγόνου (που είναι διαφορετική της λαρυγγικής μάσκας), όμως τα ως άνω συμπτώματα όχι μόνο παρέμεναν αλλά έδιδαν σαφή εικόνα προοδευτικά σοβαρής επιδείνωσης τους. Οι κατηγορούμενοι, που υπέχουν από κοινού ευθύνη για την ομαλή μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, βλέποντας ότι η κατάσταση της δεν βελτιωνόταν με τη μάσκα αλλά επιδεινωνόταν, κάλεσαν περί ώρα 09:00 περίπου τον ιατρό-αναισθησιολόγο Γ. Π., που και ο ίδιος διαπίστωσε τα προαναφερθέντα συμπτώματα, σύμφωνα δε με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου η ασθενής, με μάσκα οξυγόνου είχε κορεσμό κατά τις ενδείξεις του μόνιτορ 95-96% και χωρίς μάσκα οξυγόνου, είχε κορεσμό περίπου 80% (δηλαδή κορεσμό χωρίς μάσκα σε κάθε περίπτωση μη φυσιολογικό). Μετά την εξέταση της ασθενούς από τον Γ. Π. και ενώ τα συμπτώματα παρέμεναν χωρίς να υπάρχει ουδεμία ένδειξη και προοπτική βελτίωσης, οι κατηγορούμενοι θεωρώντας εσφαλμένα, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα παρακάτω, ότι ενδεχομένως τα αίτια της κατάστασης αυτής είναι καρδιολογικής φύσης κάλεσαν περί ώρα 09:30 περίπου τον ιατρό-καρδιολόγο Σ. Κ. για να εξετάσει την ασθενή. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας καρδιογράφο 12 απαγωγών, που έφερε από το ιατρείο του, καθόσον το σχετικό μηχάνημα που διέθετε η κλινική ήταν 3 απαγωγών, εξέτασε την Ά. Χ. Κ. και διαπίστωσε ότι εμφάνιζε έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες (σύμπτωμα το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως αρχόμενο πνευμονικό οίδημα), φλεβοκομβική ταχυκαρδία, ενώ σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση του, ο κορεσμός οξυγόνου της ασθενούς, προφανώς με τη χρήση της μάσκας ήταν 95%, χορήγησε δε σε αυτή φάρμακα καρδιοτόνωσης και διούρησης, που όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ όμως, η κατάσταση της ασθενούς συνέχιζε να επιδεινώνεται, οι δε σφίξεις της μετά τις 10:00 είχαν φτάσει τουλάχιστον τις 120 ανά λεπτό κατά τη σχετική καταγραφή του αναισθησιολογικού διαγράμματος). Ας τονιστεί ότι σε αντίθεση προς τα αναφερόμενα από τους ανωτέρω μάρτυρες ως προς τα ποσοστά κορεσμού, οι πραγματικές τιμές αυτών ήταν οπωσδήποτε χαμηλότερες λαμβανομένου υπόψη ότι: α)στις καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων στην προδικασία που βρίσκονται πλησιέστερα χρονικά προς τα γεγονότα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποσοστά κορεσμού και επομένως τίθεται το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατόν με τις μεταγενέστερες επ' ακροατηρίου καταθέσεις τους να προσδιορίζουν με ακρίβεια αυτά, β)τα εν λόγω ποσοστά δεν επιβεβαιώνονται από το αναισθησιολογικό διάγραμμα, όπου δεν υφίστανται σχετικές καταγραφές, ενώ ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν καταγράφεται ο κορεσμός διότι παρέμενε συνεχώς στα ίδια επίπεδα που ήταν στις 07:45 (δηλαδή 98%) δεν κρίνεται πειστικός, αφού αν ήταν έτσι τα πράγματα δεν είχε λόγο ταυτόχρονα να καταγράψει τις σφίξεις της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα 09:00 έως 10:00 αφού ήταν ίδιες με του αμέσως προηγουμένου χρονικού διαστήματος και γ)η ακριβής μέτρηση των ποσοστών κορεσμού, προϋποθέτει εξέταση των αερίων αίματος (όπως άλλωστε και ο αναισθησιολόγος Γ. Π. καταθέτει), που δε μπορούσε να γίνει εντός της ιδιωτικής κλινικής. Τελικώς, οι κατηγορούμενοι, αντιλήφθηκαν επιτέλους ότι απαιτείτο επείγουσα διακομιδή της ασθενούς σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα δημόσιου νοσοκομείου και περί ώρα 11:05 κάλεσαν το ΕΚΑΒ, το οποίο μετέβη στην Κλινική ... στις 11:12 και συνοδεία του πρώτου κατηγορουμένου, του αναισθησιολόγου Γ. Π. και του συζύγου της ασθενούς τη μετέφερε στις 11:28 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας (βλ. τη σχετική βεβαίωση του Ε.Κ.Α.Β.). Εκεί ανέλαβαν την ασθενή οι αναισθησιολόγοι Β. Κ. και Α. Φ. και η καρδιολόγος Τ. Ν.. Υποβλήθηκε δε αυτή σε άμεσο καρδιολογικό, ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο και εν συνεχεία οι αναισθησιολόγοι προέβησαν σε επείγουσα διασωλήνωση της και επειδή δεν υπήρχαν κλίνες εντατικής θεραπείας μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα περί ώρα 15:00 περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου. Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση των εγγράφων του Γ.Ν. Λάρισας και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις κ.λπ.) η ασθενής παρουσίαζε κατά τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. τα ακόλουθα συμπτώματα: έντονη δύσπνοια, κορεσμό οξυγόνου 65% προφανώς με μάσκα (αφού δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι της αφαιρέθηκε η μάσκα στην κατάσταση της για να διαπιστωθεί ο κορεσμός χωρίς αυτή) που είναι ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό και υποδηλώνει έντονη υποξαιμία, ακτινολογική εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων, οξύ πνευμονικό οίδημα, ταχυκαρδία (140 σφίξεις ανά λεπτό), μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ποσοστό 25%). Γενικά η εικόνα που έδινε η ασθενής ήταν εκείνη ενός σοβαρότατου περιστατικού που αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα ενείχε κίνδυνο για την ίδια τη ζωή της (βλ. επ' ακροατηρίου κατάθεση Α. Φ. που χαρακτηρίζει το περιστατικό αυτολεξεί ως "βαρύ"). Άλλωστε, αν δεν εμφάνιζε την εικόνα αυτή, είναι προφανές, κατά την κοινή τουλάχιστον λογική, ότι δε θα χρειαζόταν εισαγωγή της σε Μ.Ε.Θ. Ως προς το ζήτημα περί του αν η ασθενής κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδο της από το χειρουργείο της ιδιωτικής κλινικής έως την διακομιδή και διασωλήνωση της στο Τ.Ε.Π. είχε ή όχι τις αισθήσεις της ή είχε ήδη υποστεί εγκεφαλοπάθεια οφειλόμενη σε ελλιπή οξυγόνωση του εγκεφάλου της, δηλαδή περιέλθει ουσιαστικά σε κώμα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δε μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος της παθούσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέμεινε χωρίς καθόλου οξυγόνο επί 3 έως 4 συνεχή λεπτά, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη νέκρωση του. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτυρικών καταθέσεων, που βέβαια κατά κύριο λόγο προέρχονται από συναδέλφους των κατηγορουμένων, αναφέρει ότι η παθούσα είχε τις αισθήσεις της τόσο μετά την ανάνηψη της από το χειρουργείο όσο και κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ. Από την άλλη όμως δεν κρίνονται πειστικές οι ως άνω καταθέσεις, κατά το μέρος τους που εμφανίζουν μια εξωραϊσμένη εικόνα μιας ασθενούς που μιλούσε κανονικά, μετακινούνταν, ήταν σε πλήρη εγρήγορση μεν, πλην όμως "ζορισμένη". Η αλήθεια, είναι όπως προεκτέθηκε ότι η κατάσταση της παθούσας κατά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ ήταν σοβαρότατη, λαμβανομένου υπόψη ότι από την έξοδο της από το χειρουργείο έως την τελική διασωλήνωση της είχαν ήδη παρέλθει τρεις κρισιμότατες ώρες, κατά τις οποίες διατελούσε σε καθεστώς παρατεταμένης και έντονης δύσπνοιας, συνεχιζόμενης υποξαιμίας, αφού ο αερισμός της ακόμη και με μάσκα δεν ήταν επαρκής (όπως συνάγεται από το ποσοστό κορεσμού 65% που εμφάνισε κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ.) και ταχυκαρδίας, που είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί οξύ αναπνευστικό οίδημα που επέβαλε την άμεση διασωλήνωση της διότι κινδύνευε πλέον η ίδια η ζωή της. Το χρονικό αυτό σημείο είναι κρίσιμο διότι τότε είναι που εν γένει εγκαθίστανται όλες εκείνες οι σοβαρές βλάβες της υγείας της που προοδευτικά θα οδηγήσουν την ασθενή σε κώμα. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό και θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρωτόκολλο αντιμετώπισης επείγοντος καταγράφεται η προβλεπόμενη με βάση την κλίμακα Γλασκώβης νευρολογική εκτίμηση, γεγονός που σε συνδυασμό με την κατάθεση του συζύγου της ασθενούς επιβεβαιώνει ότι ήδη από τότε η νευρολογική εικόνα της δεν ήταν φυσιολογική. Αυτό δεν αναιρείται από τη δυνατότητα της ενδεχομένως να αντιληφθεί τους ιατρούς και να συνεννοηθεί με αυτούς σε στοιχειώδες επίπεδο (όπως λ.χ. με νεύματα). Περαιτέρω, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ασθενής παρέμεινε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου από τις 16-10-2003 έως τις 27-10-2003 οπότε και διακομίσθηκε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου, όπου μεταφέρθηκε σε καταστολή και διασωληνωμένη με διάγνωση εισαγωγής πνευμονικό οίδημα-αναπνευστική ανεπάρκεια, παρουσίασε: στις 16-10-2003 (μικρή) διάταση αριστεράς κοιλίας με έκδηλη υποκινησία του μυοκαρδίου και ενώ το σχετικό σχετικό ΗΚΔ ήταν κατά φύση (έδειξε φλεβοκομβική ταχυκαρδία), στις 17-10-2003 διεγνώσθη και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με διάχυτη υποκινησία με κλάσμα εξώθησης 15-20%, στις 19-10-2003 παρουσίαζε επεισόδια ταχυκαρδίας 180 σφίξεων ανά λεπτό και περί τις 19:00 έγινε ηλεκτρική ανάταξη από τον καρδιολόγο Β. Σ., ενώ έγιναν και 2 ΗΚΓ, στις 20-10-2003 παρουσιάζει και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 25%, στις 22-10-2003 μετά από αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα, δεν παρατηρείται ενδοεγκεφαλική αιμορραγία ούτε παρεκτόπιση μέσης γραμμής, παρατηρείται καλός διαχωρισμός φαιάς-λευκής ουσίας και επασβεστωσεις χοριοειδών πλεγμάτων και επίφυσης, όμως κλινικά η ασθενής εμφανίζει δείκτη κλίμακας Γλασκώβης 6/15 με τετραπάρεση, δηλαδή ουσιαστικά βρίσκεται σε κώμα, στις 24-10-2003 η αριστερή κοιλία παρουσιάζει φυσιολογικά όρια και εμφανίζει καλό κλάσμα εξώθησης (60%). Ακολούθως, στις 27-10-2003 η ασθενής εισάγεται διασωληνωμένη στη ΜΕ.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Η διάγνωση εισαγωγής είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή και η μαγνητική τομογραφία (ΜΚ.Ι) εισαγωγής καταδεικνύει εκτεταμένη περιοχή παθολογικής έντασης σήματος στα βασικά γάγγλια άμφω, στη λευκή ουσία των ημιωοειδων στο σπληνίο του μεσολοβίου και λιγότερο στο μεσεγκέφαλο και το φλοιό. Η ασθενής τίθεται σε μηχανικό αερισμό και ενδοκράνιο monitoring. Στις 11-11-2003 ο έλεγχος καρδιάς αναδεικνύει υποκινησία τοιχωμάτων αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 45%, ενώ οι νέες μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν στις 4-11-2003 και 13-11-2003 δε δείχνουν σημαντική βελτίωση. Στις 27-1-2004 η ασθενής μεταφέρεται στο Π.Π.Ν.Λ. για τοποθέτηση βαλβίδας αντιμετώπισης υδροκεφάλου και συνέχιση της υποστηρικτικής αγωγής όπου νοσηλεύεται έως τις 9-2-2004 και έκτοτε παρέμεινε σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, υποφέροντας από πόνους, δακρύζοντας κατά διαστήματα, φέροντας τραχειοστομία και γαστροστομία, αντιδρώντας στα επώδυνα εξωτερικά ερεθίσματα, μέχρι που τελικά το προηγούμενο έτος απεβίωσε μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού απότοκη της μακροχρόνιας νοσηλείας της στη Μ.Ε.Θ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τίθεται το ζήτημα αν τα συμπτώματα της ασθενούς μετά την έξοδο της από το χειρουργείο είναι απότοκα καρδιογενών αιτίων (λ.χ. της λεγόμενης μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας), όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ή οφείλονται σε πράξεις και παραλείψεις των τελευταίων, σε περίπτωση δε που ισχύει το τελευταίο θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν ο χρόνος που μεσολάβησε από την εμφάνιση τους μέχρι τη διακομιδή της ασθενούς στο ΤΕΠ του ΓΝΛ ήταν ή όχι κρίσιμος για την εξέλιξη της κατάστασης της. Επιπροσθέτως θα πρέπει να κριθεί το ζήτημα αν η κωματώδης κατάσταση στην οποία τελικά περιήλθε η ασθενής και τελικά ο θάνατος της συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση έως τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. Όσον αφορά στη λεγόμενη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας και εν γένει τα καρδιογενή αίτια των μετεγχειρητικών συμπτωμάτων της ασθενούς, ο σχετικός υπερασπιστικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων καταρρίπτεται από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα: α) πλείστα όσα έγγραφα των εμπλεκομένων στην υπόθεση νοσοκομείων δε θέτουν ως διάγνωση κάποιου είδους καρδιοπάθειας (για πρώτη φορά αναφέρονται σε καρδιακή ανεπάρκεια με την έννοια πάντως του συμπτώματος και όχι της αιτιολογίας εμφάνισής του οι καρτέλες της Μ.Ε.Θ. του Βόλου από τις 21-10-2003 και μετά, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι προηγουμένως γινόταν στις εν λόγω καρτέλες αναφορά σε οξύ πνευμονικό οίδημα), β)αν η ασθενής πράγματι είχε τέτοιου είδους μυοκαρδιοπάθεια, τότε δε δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η θεαματική άνοδος του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας από 25% στις 16-10-2003, 15-20% στις 17-10-2003 και 25% στις 20-10-2003 σε 60% στις 24-10-2003 (κάτι τέτοιο αποκλείει και η καρδιολόγος Τ. Ν., η οποία θεώρησε ως πιθανή τη μυοκαρδιοπάθεια). Ο ισχυρισμός ότι η τιμή 60% του κλάσματος εξώθησης που καταγράφεται στις 24-10-2003 είναι εσφαλμένη είναι αστήρικτος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τη μετέπειτα σαφώς βελτιωμένη καρδιολογική εικόνα της ασθενούς, ενώ όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο καρδιολόγος του Γ.Ν. Βόλου Β. Σ. δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιου λάθους ούτε μία στο εκατομμύριο, γ)η εν λόγω νόσος σε καμία περίπτωση δεν είναι συνηθισμένη αλλά αντιθέτως είναι σπανιότατη (η πιθανότητα εμφάνισης της είναι 1 στις 3000 με 15.000 τελειόμηνες κυήσεις), δ)ακόμη και οι ιατροί που κάνουν λόγο για τη συγκεκριμένη ασθένεια είναι επιφυλακτικοί και ομιλούν απλώς για πιθανότητα να πρόκειται για αυτή και σε καμία περίπτωση για βεβαιότητα. Επομένως, είναι εσφαλμένη η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού-καρδιολόγου Δ. Μ., η οποία χρησιμοποιείται από τους κατηγορουμένους για την υποστήριξη της εκδοχής της μυοκαρδιοπάθειας, αφού υιοθετεί κατ' ουσίαν την εκδοχή αυτή χωρίς όμως προηγουμένως, να εξηγήσει για ποιους ειδικότερα λόγους αποκλείονται άλλα αίτια για τη συνολική κατάσταση της, οτην οποία περιλαμβάνονται και τα όποια καρδιολογικά ευρήματα, τα οποία (αίτια) εμφανίζουν σαφέστατα μεγαλύτερη συχνότητα και πιθανότητα εμφάνισης (όπως δηλαδή εκείνα που συνδέονται με τις επιπλοκές αυτής καθ' αυτής της γενικής αναισθησίας, της αποτυχημένης διασωλήνωσης, της χρήσης λαρυγγικής μάσκας κ.λπ.) και χωρίς να εξηγεί πως έζησε η ασθενής για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό χωρίς να εμφανίζει καρδιολογικά προβλήματα, δεδομένου ότι η εν λόγω καρδιοπάθεια χαρακτηρίζεται από μεγάλα, συγκριτικά, ποσοστά θνησιμότητας. Διαφορετικά θα έπρεπε εσφαλμένα να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη σπανιότερη μορφή μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας που εμφανίζεται και εξαφανίζεται εντός οκτώ ημερών. Χαρακτηριστικό εξάλλου για την αξιολόγηση της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης είναι ότι δέχεται ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 90-96% μετά την αφύπνιση της ασθενούς, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες καταγραφές στο αναισθησιολογικό διάγραμμα. Ενόψει των προεκτεθέντων, θα πρέπει να αποκλεισθεί η μυοκαρδιοπάθεια και κάθε άλλο αίτιο καρδιογενούς προέλευσης σχετικά με την πρόκληση των συμπτωμάτων που εμφάνισε μετά την επέμβαση η Α. Χ.-Κ.. Αντιθέτως, τα μετεγχειρητικά συμπτώματα της ασθενούς προέρχονται από αναγωγή-εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου, που οφείλεται στην εσφαλμένη εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου επιλογή αρχικά της τεχνικής της γενικής αναισθησίας και την εν συνεχεία χρήση λαρυγγικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος πέραν του γεγονότος ότι χωρίς ειδικό λόγο και χωρίς να υπάρχει ειδική προς τούτο ένδειξη επέλεξε τη γενική αναισθησία δηλαδή μια μέθοδο που ενέχει περισσότερους κινδύνους θνησιμότητας για την επίτοκο αντί της περιοχικής αναισθησίας, επαυξάνοντας έτσι άσκοπα σε βάρος της τους εν λόγω κινδύνους, προτού να επιχειρήσει τη γενική αναισθησία, δεν τίμησε ορθώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης, ως όφειλε αλλά πλημμελώς. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η δυσχέρεια προέκυψε μόνο όταν επιχείρησε τη διασωλήνωση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, εφόσον ο αερισμός της επιτόκου ήταν επαρκής και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε μετά την αδυναμία διασωλήνωσης κίνδυνος για το έμβρυο (λ.χ. η ονομαζόμενη ως εμβρυϊκή δυσπραγία), ώστε να επείγει η διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης, τότε, όπως επιβάλλει η ιατρική επιστήμη και το σχετικό πρωτόκολλο αναισθησιολογίας (ASA) που όφειλε και μπορούσε να τηρήσει κατά γράμμα και δεν τήρησε, θα έπρεπε να προβεί σε αφύπνιση της παθούσας και εν συνεχεία να επιχειρήσει είτε περιοχική αναισθησία είτε βέλτιστη προσπάθεια διασωλήνωσης. Ο ισχυρισμός ότι εν προκειμένω η αφύπνιση ενέχει κινδύνους για το έμβρυο δεν αποδεικνύεται από πουθενά, ενώ αντιβαίνει και προς τα επιστημονικά δεδομένα που με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο συνιστούν σε αυτές τις περιπτώσεις την αφύπνιση. Αντί όμως να αφυπνίσει την επίτοκο και χωρίς να έχει χορηγήσει προηγουμένως αντιόξινα φάρμακα, χρησιμοποίησε για την οξυγόνωση της τη λαρυγγική μάσκα, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μικροεπεμβάσεις, με αποτέλεσμα να επαυξήσει σημαντικά τον ούτως ή άλλοις υπαρκτό στη γενική αναισθησία κίνδυνο αναγωγής γαστρικού περιεχομένου. Ο εν λόγω κίνδυνος τελικά πραγματώθηκε κατά τη διάρκεια της επέμβασης, τα δε συμπτώματα του εκδηλώθηκαν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αμέσως μετά την ανάνηψη της ασθενούς. Η αναφορά σε εισρόφηση δεν αποτελεί υπόθεση ούτε εκδοχή αλλά βάσιμο συμπέρασμα που στηρίζεται στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Τα βασικά συμπτώματα που εκδηλώθηκαν μετά το χειρουργείο, δηλαδή η δύσπνοια-υποξαιμία, η ταχυκαρδία, το πνευμονικό οίδημα, ο χρόνος αλλά και ο τρόπος εκδήλωσης τους, συνηγορούν και στηρίζουν το συμπέρασμα αυτό. Μάλιστα θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν η πορεία της νόσου επιβαρυνθεί εμφανίζεται και καρδιακή κάμψη (όπως πράγματι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. Βασική Μαιευτική και Περιγεννητική Ιατρική Σ. Ε. Καρπάθιου). Ενισχύεται δε το εν λόγω συμπέρασμα και από το γεγονός ότι: α)ο σύζυγος της παθούσας αναφέρεται σε εμφάνιση σπασμών μετά το χειρουργείο, αφού συνήθης σε αυτή την περίπτωση είναι η εμφάνιση βρογχόσπασμων, β) η ακτινογραφία εμφάνισε εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων. Η εικόνα αυτή σύμφωνα με οσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο ιατροδικαστής Χ. Κ. αλλά και ο ιατρός καρδιολόγος Δ. Μ. είναι συμβατή με την εισρόφηση-χημίκη πνευμονίτιδα. Άλλωστε, όπως ανέφερε και η αναισθησιολόγος του ΤΕΠ Β. Κ., είναι δυνατό η εισρόφηση ακόμη και να μην απεικονίζεται στη σχετική ακτινογραφία και γ) από τη χρήση της λέξης "εισρόφηφη" στο από 16-10-2003 έγγραφο της ΜΕΘ του Βόλου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα συμπτώματα οδηγούσαν ευθέως στην αναζήτηση της αιτίας του προβλήματος. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι τα ως άνω συμπτώματα δεν οφείλονταν σε εισρόφηση, τότε δοθέντος ότι αποκλείονται τα καρδιογενή αίτια εμφάνισης αυτών (μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας ή άλλου είδους καρδιοπάθεια), είναι προφανές ότι αυτά θα πρέπει να αποδοθούν σε ανεπαρκή αερισμό της ασθενούς κατά τη διάρκεια της επέμβασης, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης της παροχής οξυγόνου στην επίτοκο από τον πρώτο κατηγορούμενο, διαφορετικά είναι αδύνατο να εξηγηθεί πως μια καθ' όλα υγιής πριν το τοκετό γυναίκα εμφανίζει μετά από αυτόν τα προαναφερθέντα συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση και συνοψίζοντας, η κατάσταση της ασθενούς όπως εκδηλώθηκε μετά την ανάνηψη οφείλεται στην προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού τούτο θα ήταν δυνατό και για κάθε άλλο ενεργούντα στη θέση του μετρίως συνετό και ευσυνείδητο ιατρό-αναισθησιολόγο, παραβίασε τον κοινώς αναγνωρισμένο κανόνα της ιατρικής επιστήμης που στη συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλε την αφύπνιση της ασθενούς και προχώρησε εσφαλμένως σε εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας, με το προαναφερθέντα μετεγχειρητικά αποτελέσματα, θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι η εσφαλμένη και πλημμελής αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και τη χρήση της λαρυγγικής μάσκας αλλά συνεχίστηκε εκ μέρους και των δύο κατηγορουμένων πλέον και μετά την ανάνηψη της παθούσας από το χειρουργείο. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ως συνυπεύθυνοι ιατροί για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απρόβλεπτης σωματικής βλάβης ή επιπλοκής που θα αντιμετώπιζε μετεγχειρητικά η Ά. Χ. Κ. (όπως άλλωστε και η ιατρός Χ. Τ. αναφέρει στην περιλαμβανόμενη στη δικογραφία από 10-4-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της), παρά το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική αφενός μεν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διακριβωθούν τα αίτια των συμπτωμάτων που εμφάνισε η ασθενής, μέσω πλήρους ακτινολογικού, εργαστηριακού, βιοχημικού και καρδιολογικού ελέγχου αφετέρου δε μπορούσαν οι ίδιοι να εξασφαλίσουν τον επαρκή αερισμό της με διασωλήνωση, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τη σοβαρότητα της κατάστασης της, αφού εμφάνιζε παρατεταμένη και προοδευτικά επιδεινούμενη υποξαιμία, έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες, ταχυκαρδία, προτίμησαν να καλέσουν συναδέλφους τους προς εκτίμηση της κατάστασης, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία δυνατότητα υπήρχε προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με αποτέλεσμα από την έξοδο της ασθενούς από το χειρουργείο έως την διασωλήνωση της στο ΤΕΠ να παρέλθουν τρεις ολόκληρες ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε άσκοπα, παρά τα όσα κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες που προσπάθησαν να εξωραΐσουν την κατάσταση, ήταν κρίσιμο και απέβη τελικά κατ' ουσίαν μοιραίο για την ασθενή. Αυτό συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α)την προανακριτική κατάθεση του Σ. Κ. που αναφέρει επί λέξει ότι κλήθηκε στην κλινική για "οξύ και επείγον περιστατικό δύσπνοιας", δηλαδή στις 09:30 που κλήθηκε το περιστατικό ήταν ήδη οξύ και επείγον. β)τις καταθέσεις του Α. Φ. προανακριτικά και επ' ακροατηρίου όπου κάνει λόγο για επείγον και βαρύ περιστατικό, έντονη δύσπνοια, γ)την συντομότατη διασωλήνωση της ασθενούς μετά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. δ)τη χρήση της φράσης "διασωληνώθηκε εσπευσμένα" το πληροφοριακό σημείωμα της ΜΕΘ Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. ε)τη διενέργεια ακτινογραφίας εντός του χώρου του ΤΕΠ που καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης και στ)το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προφανώς αντιληφθείς καθυστερημένα την κρισιμότητα της κατάστασης συνόδευσε την ασθενή στο ΤΕΠ μαζί με τον αναισθησιολόγο Γ. Π.. Ιδιαίτερη όμως μνεία για τη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος θα πρέπει να γίνει στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του αναισθησιολόγου του ΤΕΠ Α. Φ., ο οποίος όχι μόνο επί λέξει χαρακτηρίζει το περιστατικό που αντιμετώπισε ως βαρύ, αλλά αναφέρει ότι σε περίπτωση που καθυστερούσε περαιτέρω η διασωλήνωση της παθούσας κινδύνευε και η ίδια η ζωή της ακόμη. Αυτό αποδεικνύει την κρισιμότητα του χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Οι κατηγορούμενοι δηλαδή κρατούσαν επί 2,5 και πλέον ώρες στην ιδιωτική κλινική μια ασθενή με παρατεταμένη και έντονη δύσπνοια, ταχυκαρδία, πνευμονικό οίδημα, ανεπαρκή αερισμό-υποξαιμία και με τάση διαρκούς επιδείνωσης των συμπτωμάτων της χωρίς να μπορούν ούτε να διαγνώσουν με ασφάλεια τα αίτια της κατάστασης της ούτε να της προσφέρουν την επιβαλλόμενη ιατρική φροντίδα και είναι βέβαιο ότι αν είχαν καθυστερήσει λίγο ακόμη να καλέσουν το ΕΚΑΒ η άτυχη ασθενής θα πέθαινε στα χέρια τους. Αντιθέτως, επίσης βέβαιο είναι ότι η εικόνα της θα ήταν πολύ διαφορετική αν, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν ενόψει της εμπειρίας και των γνώσεων τους, αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα και κρισιμότητα της κατάστασης της ασθενούς και την δική τους υποκειμενική και αντικειμενική αδυναμία να τη βοηθήσουν και φρόντιζαν για την άμεση διακομιδή της μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων στο Νοσοκομείο που διέθετε εξειδικευμένο προσωπικό και κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, πράγμα που βέβαια δεν έπραξαν υποτιμώντας την ανάγκη επείγουσας αντιμετώπισης του ζητήματος και θεωρώντας εσφαλμένως ότι μπορούσαν να επαναφέρουν την ασθενή και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εντός της κλινικής, μολονότι αυτό εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο. Τέλος, τίθεται το ζήτημα του πως οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων συνδέονται με τη βαριά εγκεφαλική βλάβη, κατ' ουσίαν δηλαδή την κωματώδη-φυτική κατάσταση την οποία η παθούσα εξεδήλωσε κλινικά στις 22-10-2003. Βεβαίως κατά την εξέταση της με αξονικό τομογράφο την ίδια ημέρα διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα. Το αληθές όμως είναι ότι αυτά απλώς δεν απεικονίστηκαν στην αξονική τομογραφία αλλά μεταγενέστερα στη μαγνητική αφού την ίδια στιγμή η ασθενής παρουσίαζε τετραπάρεση με κλίμακα Γλασκώβης 6/15, δηλαδή ήδη βρισκόταν σε κώμα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επειδή η κατάσταση αυτή της ασθενούς εκδηλώθηκε μετά από την ηλεκτρική ανάταξη που έγινε στις 19-10-2003 οφείλεται ουσιαστικά στα καρδιογενή αίτια και ειδικότερα στη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας που επέβαλε λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της (λ.χ. εξαιτίας κάποιας κακοήθους αρρυθμίας) την ανάταξη. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ασθενής δεν έπασχε από κανενός είδους καρδιοπάθεια. Η βαριά κατάσταση της υγείας της που επέβαλε την εισαγωγή της στη Μ.Ε.Θ. οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ήδη από το χρόνο διακομιδής της στο ΤΕΠ οι επιβαρυντικές εκείνες ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και στις εγκεφαλικές βλάβες που κλινικά καταγράφηκαν για πρώτη φορά στις 22-10-2003. Άλλωστε όταν εισάγεται ένας ασθενής στη Μ.Ε.Θ. είναι δεδομένο ότι κινδυνεύει ακόμη και η ίδια του η ζωή και έτσι είναι αναμενόμενο η αρχικά επιβαρυμένη υγεία του να επιδεινωθεί δραματικά και με απρόβλεπτο τρόπο και τούτο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ως διακοπή της αιτιώδους συνάφειας αλλά αντιθέτως αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξης της. Για το λόγο δε αυτό η διάγνωση στο πληροφοριακό σημείωμα του Γ.Ν. Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή. Η σύνδεση εν προκειμένω δεν είναι απλώς χρονική ούτε τέθηκε τυχαία αλλά υποδηλώνει την ενότητα και τη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των κατηγορουμένων και της τελικής κατάστασης της ασθενούς ως αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη βεβαρημένης υγείας της εντός της Μ.Ε.Θ. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι οι εγκεφαλικές βλάβες δεν επήλθαν προοδευτικά αλλά εμφανίστηκαν στις 22-10-2003 κατά την χρονολογία κλινικής καταγραφής τους, τότε, αποκλειόμενης της μυοκαρδιοπάθειας, είναι πρόδηλο ότι οι εν λόγω εγκεφαλικές βλάβες οφείλονται σε καρδιολογικής μεν φύσης επιπλοκές (λ.χ. κάποιον θρόμβο), που επέβαλαν την ανάταξη, γενεσιουργός αιτία των οποίων όμως ήταν η ήδη διαγνωσθείσα κατά την εισαγωγή της ασθενούς στο ΤΕΠ κάμψη και επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας της. Επαληθεύεται λοιπόν και σε αυτήν ακόμη την (υποθετική) περίπτωση ο αιτιώδης σύνδεσμος της ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων. Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι και ο θάνατος της ασθενούς που επήλθε ως αναμενόμενο και σύνηθες αποτέλεσμα επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας της λόγω της κωματώδους κατάστασης της στη Μ.Ε.Θ. εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσης αξιόποινης πράξεως και ως εκ τούτου συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Ά. Χ. Κ. κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό αντί για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους για την οποία είχε αρχικά ασκηθεί ποινική δίωξη και χωρίς να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας ΑΠ 1438/2001 Ποιν/Δνη 2004 σελ.1239, να αναγνωριστεί όμως σ' αυτούς το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, γιατί αυτοί πράγματι έζησαν έως το χρόνο που τέλεσαν την ως άνω πράξη έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1435/2011 απόφαση του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελικά καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι ιατροί, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των δύο αναιρεσειόντων: α) η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν αιτιολογείται η αμελής συμπεριφορά και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι στο αιτιολογικό, αναφέρεται εμπεριστατωμένα και επαρκώς η αμελής συμπεριφορά καθενός κατά την παροχή υπ' αυτών των ιατρικών υπηρεσιών τους, των αναφερομένων σε αυτό ιατρικών σφαλμάτων και των επί μέρους παραλείψεων των δύο κατηγορουμένων ιατρών, αναισθησιολόγου και χειρούργου γυναικολόγου, αντίστοιχα τόσον κατά το αρχικό στάδιο της γενικής αναισθησίας και της χειρουργικής επέμβασης της παθούσας επιτόκου στην ιδιωτική κλινική αυτών, όσον και κατά την επέμβαση με καισαρική τομή, αλλά και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης των εμφανισθέντων στην παθούσα επιπλοκών, ως αποτελέσματος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου και στη συνέχεια δύσπνοιας, υποξαιμίας, ταχυκαρδίας, πνευμονικού οιδήματος, συνεπεία εσφαλμένης επιλογής της γενικής αναισθησίας και μη επιτυχούς διασωλήνωσης, ανεπαρκούς αερισμού λόγω εσφαλμένης στη συνέχεια εφαρμογής λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης από τον αναισθησιολόγο της παροχής οξυγόνου και από την καθυστερημένη αναγκαία διακομιδή της σε κρατικό νοσοκομείο για την εκεί άμεση διασωλήνωση της. Επίσης αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραπάνω παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος, αρχικά της σωματικής βλάβης της επιτόκου κατά την καισαρική τομή και δη του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης, απου οφειλόταν στις παραπάνω επιπλοκές που δεν αντιμετώπισαν ορθά και εγκαίρως και αργότερα, το 2009 μετά έξι έτη, του θανάτου αυτής, από λοίμωξη αναπνευστικού, ως αποτόκου αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη ως παραπάνω βεβαρημένης υγείας της εντός της ΜΕΘ, λόγω της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας αυτής στη ΜΕΘ και στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, που την έφεραν οι μνημονευόμενες παραλείψεις των δύο κατηγορουμένων. Προσθέτως, αιτιολογείται ειδικά και χωρίς αντιφάσεις η απόρριψη του, από τους κατηγορούμενους ιατρούς, που είχαν αναλάβει συμβατικά ως θεράποντες τον τοκετό, προβληθέντος ισχυρισμού περί διακοπής του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, των παραλείψεων αυτών και του μετέπειτα θανάτου της παθούσας επιτόκου, β) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του την ύπαρξη μόνον ενός είδους αμέλειας, της άνευ συνειδήσεως αμέλειας και των δύο κατηγορουμένων ιατρών, αναισθησιολόγου και μαιευτήρα χειρουργού γυναικολόγου αντίστοιχα, για την πράξη της ανθρωποκτονίας, λόγω του, στο μεταξύ, επελθόντος θανάτου της επιτόκου, από αμέλεια αμφοτέρων, την οποία αμέλεια και εξειδικεύει για τον καθένα χωριστά, γ) η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 10-4-2008, από 10-4-2008 και από 15-4-2008 τρεις ιατρικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, της Γ. Δ., της Χ. Τ. και Δ. Μ., που συνιστούν, κατ' άρθρο 178 περ.γ' του ΚΠΔ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, ναι μεν δε μνημονεύονται στην αρχή του προεκτεθέντος αιτιολογικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται γενικά κατά το είδος τους, αλλά από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, 1) για συνδρομή αμέλειας των δύο κατηγορουμένων ιατρών, 2) για ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ των αναφερομένων συγκεκριμένων παραλείψεων αυτών, που δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα και ορθά τις επιπλοκές της παθούσας, των λανθασμένων χειρισμών και της εκ μέρους τους υποτίμησης της ανάγκης επείγουσας αντιμετώπισης των επιπλοκών αυτών σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, και του επελθόντος αποτελέσματος του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης και αργότερα του θανάτου αυτής, 3) περί μη διακοπής του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, όσον και 4) περί απόρριψης της εκδοχής της καρδιοπάθειας ως αιτίου των επιπλοκών και του μεταγενέστερου θανάτου της επιτόκου, προκύπτει ότι και οι τρεις αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αντικρούεται εμπεριστατωμένα και με επιχειρηματολογία, εμμέσως πλην σαφώς, το αντίθετο προς τις άνω παραδοχές πόρισμα αυτών. Ειδικότερα στο άνω αιτιολογικό μνημονεύονται ρητά και αντικρούονται επαρκώς οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Χ. Τ. και Δ. Μ., (βλ. σελ. 76, 82 και 84 αιτιολογικού), που δεν καταλογίζουν ευθύνες στους κατηγορούμενους. Επίσης, το πόρισμα της άλλης πραγματογνωμοσύνης της Γ. Δ., Διευθύντριας Γυναικολογικού τμήματος Γ.Ν. Λάρισας, κατά το οποίο απλώς "ο μαιευτήρας ιατρός Σ. Ν., ορθά προέβη σε καισαρική τομή, ότι η εκτέλεση αυτής ήταν η πρέπουσα και ότι ουδεμία βλάβη προκλήθηκε από την άνω επέμβαση", ανεξάρτητα του ότι το πόρισμα αυτό δεν αφορά και δεν απαντά στη συγκεκριμένη προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά και του κατηγορουμένου χειρουργού ιατρού, για το μετά την καισαρική τομή χρονικό διάστημα κατά το μετεγχειρητικό στάδιο που του αποδίδεται, για τη μη έγκαιρη και ορθή αντιμετώπιση των άνω επιπλοκών, για την οποία συνυπεύθυνοι ήσαν και οι δύο ιατροί, πλήρως και σαφώς αντικρούεται από το σύνολο των παραδοχών και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκε και αυτή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δ) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Σ. Ν., ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν υπάρχει αναφορά στη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ και γιατί δεν έχει ερευνηθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, διότι από τις παραδοχές του αιτιολογικού, όσον και του διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ιατροί υπέχουν αμέλεια συνεπεία των σε αυτές εκτιθεμένων παραλείψεων τους, η δε υποχρέωση τους στις αναφερόμενες ενέργειες που παρέλειψαν, σαφώς συνάγονται, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, από τους αναγνωρισμένους και κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το καθήκον επιμέλειας, συνεπεία άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, είναι δε αδιάφορο ότι το παραπάνω άρθρο 15 ΠΚ, δεν αναφέρεται στο οικείο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, σελίδα 91, στα άρθρα που προβλέπουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, στην οποία και αναφέρονται τα άρθρα 28, 83, 84 και 302 του ΠΚ, χωρίς να προκύπτει κάποια ασάφεια ή αντίφαση από τη μη αναφορά και του άρθρου αυτού. Άλλωστε ο λόγος αναίρεσης ότι δεν αναφέρονται οι ποινικές διατάξεις στην απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνεται σε κανένα από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους, μετά την κατάργηση του υπό στοιχείο Η' λόγου αναιρέσεως με το άρθρο 50 παρ. 4 ν. 3160/2009, ε) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Σ. Μ. ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως και ως εκ τούτου τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που καταδικάστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι, είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη. Ως χρόνος δε τελέσεως της πράξης της ανθρωποκτονίας που καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό οι κατηγορούμενοι, αναφέρεται σαφώς τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, η 16-10-2003, που έγινε η καισαρική τομή και η αμελής αντιμετώπιση των σοβαρών επιπλοκών μετά την ανάνηψη της επιτόκου, αναφέρεται δε συγκεκριμένα ότι επήλθε μεταγενέστερα το έτος 2009 ο θάνατος της επιτόκου, ως επακόλουθο των προηγηθεισών παραλείψεων των κατηγορουμένων θεραπόντων ιατρών συνεπεία επιπλοκών που δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα και ορθά, σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής και το συγκεκριμένο καθοριζόμενο χρονικά μετεγχειρητικό στάδιο, χωρίς να προκύπτει πλέον ζήτημα παραγραφής του εν λόγω πλημμελήματος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά παρέλευση πενταετίας από της 16-10-2003, ενώ ούτε κατά την 29-7-2011 που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας είχε συμπληρωθεί οκταετία, δηλαδή και η τριετία της επελθούσας αναστολής με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για την πράξη της σωματικής βλάβης, αφού τότε δεν είχε επέλθει ακόμα ο θάνατος της παθούσας. Επίσης, η αναστολή της παραγραφής έγινε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για την υπάρχουσα τότε σωματική βλάβη και δεν ήταν αναγκαία η επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορουμένους για ανθρωποκτονία από αμέλεια, λόγω του μεταγενέστερα επελθόντος κατά τα παραπάνω το 2009 θανάτου της παθούσας, στ) η αιτίαση Σ. Μ. ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε πλην άλλων αποδεικτικών μέσων ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα αναισθησιολόγου ιατρού Γ. Π., που όμως από τα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι δεν εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι από τα 186/2010 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (σελ. 7), προκύπτει ότι ο μάρτυρας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περαιτέρω, εφόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η πρωτοβάθμια απόφαση μαζί με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μέσω των πρακτικών αυτών αναγνώσθηκε στο Εφετείο και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που παραδεκτά πλέον γίνεται χρήση της στο αιτιολογικό του Εφετείου και δεν προκύπτει ότι πρόκειται για μη αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση ή για ανύπαρκτη κατάθεση του μάρτυρα αυτού. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, 2ος β' σκέλος, 3ος , 4ος, 5ος , 6ος, 7ος και 8ος του αναιρεσείοντος Σ. Μ. και 2ος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για μη δίκαιη δίκη, λόγω ελλιπών, ακατάληπτων, αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων αιτιολογιών, του αναιρεσείοντος Σ. Μ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358. Από την άποψη αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο τούτο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά την οποία όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεση του που είχε δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση μόνο μεμονωμένων περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν αντιφάσεις του. Από αυτή συνάγεται, ότι δε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση που έδωσε ο μάρτυρας στην προδικασία, ως αναγνωστέο έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκ των αναιρεσειόντων Σ. Ν., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το γεγονός ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση περί ενοχής του, έλαβε υπόψη του και απόσπασμα από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ. και του Γ. Π., οι οποίες όμως, δεν είχαν αναγνωσθεί. Πράγματι, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Κ. και Γ. Π., που δόθηκαν στην προδικασία, χωρίς όμως, αυτές να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, ή ακόμη περικοπές τους. Πλην όμως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, στο σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, ιατροδικαστικές εκθέσεις, απολογίες των κατηγορουμένων) και όχι αποκλειστικά και μόνο στις παραπάνω καταθέσεις των μαρτύρων που προαναφέρθηκαν. Άλλωστε, ο μάρτυρας Σ. Κ., εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί όλων εκείνων των ζητημάτων που είχε καταθέσει και κατά προδικασία, όπως και ο έτερος μάρτυρας Γ. Π.. Και είναι γεγονός ότι ο τελευταίος ναι μεν, δεν εξετάσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ίδιο δικαστήριο (δευτεροβάθμιο), όμως, η κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, και η οποία (κατάθεση) σε κάθε περίπτωση συνέχεται με εκείνα τα περιστατικά που αναφέρονται στην προανακριτική κατάθεση του, ώστε πλέον από τη μη ανάγνωση τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να μη δημιουργείται ακυρότητα. Ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α1 ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος, που προβάλλει ο αναιρεσείων Σ. Ν., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 και 369 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος την ποινική δίκη, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα στο ακροατήριο δίδει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Ν., το λόγο σε αυτόν, μετά την κατάθεση της μάρτυρος Κ. Λ. και την κατ' αντιπαράσταση εξέταση αυτής με τον πολιτικώς ενάγοντα Π. Κ., για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία των άνω μαρτύρων, όπως διατείνεται ο άνω αναιρεσείων, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι παριστάμενοι δύο συνήγοροι του άνω αναιρεσείοντος ζήτησαν το λόγο για να προβούν σε παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και ο διευθύνων τη συζήτηση, αρνήθηκε τούτο. Αντίθετα από τα πρακτικά αυτά (σελ. 65), προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Εφετείου έδιδε το λόγο μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και στους συνηγόρους υπεράσπισης, "αν είχαν κάτι να παρατηρήσουν", και έτσι, ο προβαλλόμενος συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 21 επ. 43, 49 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250, 321 και 386 επ. του ΚΠΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη πράξη, έστω και συναφή. Διαφορετικά παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το αρθρ. 171 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και με βούλευμα παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Όμως τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά.που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, τα κατά την αποδεικτική διαδικασία, προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, ούτε όταν, μετά την ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια, επήλθε από την ίδια αιτία ο θάνατος του παθόντος, οπότε οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις σωματικής βλάβης και ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο όμως εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ιατροί εισήχθησαν σε δίκη για την πράξη της σωματικής βλάβης επιτόκου από αμέλεια, όπως και είχεν αρχικά ασκηθεί η ποινική δίωξη. Η αμέλεια τους, δε με βάση το σχετικό κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, στοιχειοθετείτο στο ότι προέβησαν αυτοί, αναισθησιολόγος και γυναικολόγος χειρουργός αντίστοιχα, στις 16-10-2003, σε πράξεις και παραλείψεις από αμέλεια κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη χειρουργική επέμβαση του τοκετού δια καισαρικής τομής, που είχαν ως αποτέλεσμα αρχικά σοβαρές επιπλοκές και μετά εγκεφαλικές βλάβες και την περιέλευση της επιτόκου σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, μέχρι που τελικά από την ίδια ενεργό αιτία το έτος 2009, λόγω επιπλοκών της παρατεταμένης κωματώδους κατάστασης και της διαρκούς νοσηλείας της σε ΜΕΘ, απεβίωσε από λοίμωξη του αναπνευστικού. Όμως, κατά τα προαναφερθέντα η παραπάνω καταδίκη των κατηγορουμένων ιατρών από το Εφετείο για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενώ η ποινική δίωξη και το επιδοθέν στους κατηγορουμένους κλητήριο θέσπισμα αφορούσε σωματική βλάβη από αμέλεια, που τότε χρονικά μόνον υπήρχε, δε συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, παράγουσα απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, αφού δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, οι δύο δε αυτές αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο τελευταίο του θανάτου επήλθε μετά έξι έτη και εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της ορθά διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης, αφού ήταν μέλλον και αβέβαιο αν και πότε θα επέλθει μεταγενέστερα ο θάνατος της βλαβείσας αρχικά στην υγεία της παθούσας. Συνακόλουθα, δε συντρέχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, ούτε υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε ήταν αναγκαία η επίδοση στους κατηγορουμένους νέου κλητηρίου θεσπίσματος με κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια, μη παραγραφείσας εκ τούτου της αξιόποινης αυτής πράξης, αφού το κλητήριο θέσπισμα για σωματική βλάβη, τους επιδόθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, εντός της πενταετίας και έτσι ανεστάλη η ποινική διαδικασία επί τριετία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29-7-2011, ήτοι πριν συμπληρωθεί οκταετία από της κατά την 16-10-2003 τελέσεως της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Επομένως οι αντίθετοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 3ος, 4ος και 7ος λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Μ. και 2ος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-9-2011 αίτηση - δήλωση του Σ. Μ. του Α. και τη με αρ. εκθ. 16/9-9-2011 αίτηση του Σ. Ν. του Α., περί αναιρέσεως της 1435/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία επιτόκου κατά την καισαρική τομή, από αμέλεια αναισθησιολόγου και γυναικολόγου χειρουργού ιατρού. Έννοια 15,28,302 ΠΚ. (ΑΠ 221, 535, 543/2008, 2024/2007). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. παραδεκτά γίνεται χρήση στο αιτιολογικό της κατάθεσης μάρτυρος εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η πρωτοβάθμια απόφαση με τα πρακτικά αυτής, γιατί μέσω των πρακτικών αυτών αναγνώσθηκε στο Εφετείο και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προκύπτει ότι πρόκειται για μη αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση ή για ανύπαρκτη κατάθεση του μάρτυρος αυτού. δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, τα κατά την αποδεικτική διαδικασία, προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, ούτε όταν, μετά την ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια, επήλθεν από την ίδια αιτία ο θάνατος του παθόντος, οπότε οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις σωματικής βλάβης και ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο όμως εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια (βλ. και ΑΠ 1438/2001, 650/1992).
Ανθρωποκτονία από αμέλεια
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 1303/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Γ. Κ. του Κ. και 2.Κ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 136/6-6-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 7/14-11-2011 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Κ. Σ. Κ., κατοίκου ... και β) Γ. Κ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 34γ του Ν. 3904/23-12-2010, καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ. η οποία παρείχε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος στις περιπτώσεις που αυτό την επέτρεπε. Στην προκειμένη περίπτωση οι παραπάνω αναιρεσείοντες άσκησαν την ανωτέρω αναίρεσή τους κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτες τις υπ' αριθμ. 3/2010 και 4/2010 εφέσεις των αναιρεσειόντων. Επειδή δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του παραπάνω βουλεύματος από τον κατηγορούμενο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 7/2011 αίτηση αναίρεσης των Κ. Σ. Κ. και Γ. Κ. Κ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των αρθρ. 596§1, 601§1 εδ.β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος- Εξ άλλου, με το αρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το αρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το αρθρ. 38 εδ.α' τούτου, αφού στο αρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ'921). Επομένως, αν ο κατηγορούμενος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1,485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι αυτός δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το αρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10. Αντίθετα, αν όμως ο κατηγορούμενος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν, είτε μετά την 23-12-2010, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος που εκδόθηκε πριν την 23-12-2010, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε αναδρομική ισχύ στο αρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το αρθρ. 482 ΚΠΔ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 7/2011 έκθεση, πλήττεται το υπ' αριθμ. 259/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010 και με το οποίο, όπως προκύπτει: α] απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 3/2010 και 4/2010 εφέσεις των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων, καθό μέρος στρέφονταν κατά του υπ' αριθμ. 147/2009 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, β] έγιναν δεκτές τυπικά οι άνω εφέσεις καθό μέρος στρέφονταν κατά του υπ' αριθ. 108/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, ανεβλήθη δε η έκδοση οριστικού βουλεύματος απ' αυτό και διετάχθη η διενέργεια περαιτέρω κύριας ανάκρισης. Ενόψει όμως του ότι το άνω βούλευμα, εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010 ήτοι προ της καταργήσεως του άρθρου 482 ΚΠοινΔ, από το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/ 23-12-2010, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, δεν είναι απαράδεκτη από το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ, όπως εκθέτει στην πρότασή του ο εισαγγελέας ο οποίος προτείνει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η ίδια όμως αίτηση είναι απαράδεκτη διότι: α) σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠΔ δεν παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψες το ένδικο αυτό μέσο (έφεσή τους) κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτο, β) δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά μη οριστικού βουλεύματος, όπως εν προκειμένων στην υπό στοιχείο β' περίπτωση (άρθρο 482 ΚΠΔ, όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, στις 23-12-2010). Συνεπώς εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μεν στις 14-11-2011, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 34γ'του Ν. 3904/23-10-2010, η οποία κατάργησε τη διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ. η οποία παρείχε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος στις περιπτώσεις που αυτή το επέτρεπε αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010, δηλαδή, πριν από τις 23-10-2010, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο, δεν είναι απαράδεκτο και δεν πρέπει να απορριφθεί. Βεβαίως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη εκ του λόγου ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. δεν παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, αλλά μόνον κατά της απόφασης, που απέρριψε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, όπως δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά μη οριστικού βουλεύματος, όπως εν προκειμένω. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί για τους παραπάνω λόγους. Κατόπιν αυτών, αφού ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την επί του φακέλλου της δικογραφίας επισημείωση του γραμματέα (ΚΠΔ 476§1), απορριπτομένης δε κατά τα άνω της αιτήσεως, πρέπει να επιβληθούν σε καθένα από αυτούς τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14 Νοεμβρίου 2011 ενώπιον του γραμματέα (τμ. Βουλευμάτων) του Εφετείου Κρήτης, ασκηθείσες με αριθμούς 7/2011, αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Κ. Κ. του Σ. και β) Γ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., κατά του με αριθμό 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν ο κατηγορούμενος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, το οποίο εκδόθηκε μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτήν απαράδεκτη, αφού το άρθρο 482 ΚΠΔ, έχει καταργηθεί από 23-12-10. Αν όμως ασκήσει αίτηση αναίρεσης είτε πριν είτε μετά την 23-12-10 κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν από τις 23-12-10, τότε το ένδικο αυτό μέσο, είναι παραδεκτό. Δεν παρέχεται δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, αλλά μόνο κατά της απόφασης, που απέρριψε το ένδικο μέσο, ως απαράδεκτο. Δεν παρέχεται επίσης στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά μη οριστικού βουλεύματος.
null
null
0
Αριθμός 1284/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενες τις: 1) Θ. Μ., 2) Φ. Π. και 3) Β. Π.. Και εγκαλούντα τον Α. Τ. του Γ., κρατούμενο στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30-5-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 692/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου με αριθμό 186/28-9-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. πρωτ. 167.505/30-5-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περί Καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: II. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή, την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 137 § 1 γ' Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως εν προκειμένω που το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έχει την ευχέρεια για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, αφού σε αυτό υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Αθηνών. III. Στην προκειμένη περίπτωση ο Α. Τ. του Γ., κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού κατήγγειλε με την από 18-20/5/2008 μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά τους Δικαστές του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που εξέδωσε το υπ' αρ. 236/2008 βούλευμα στις 21-3-2008 και συγκεκριμένα τις Θ. Μ., τότε Πρόεδρο Πρωτοδικών, Φ. Π., τότε Πρωτοδίκη και Β. Π., τότε Πάρεδρο Πρωτοδικών. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο) με την υπ' αρ. 440/2010 απόφαση του, μετά την υπ' αρ. 1580/1.10.2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, είχε ορίσει ως κατά παραπομπή αρμόδιες επί της ως άνω υποθέσεως τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, επειδή τότε οι δύο πρώτες από τις καταγγελλόμενες υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Πειραιά, η δε τρίτη στο Πρωτοδικείο Ηλείας. Εν συνεχεία επελήφθη ο κατά παραπομπή αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών της ως άνω υποθέσεως που έλαβε ΑΒΜ Η2010/9608, ο οποίος διαπίστωσε ότι εντωμεταξύ οι εγκαλούμενες είχαν μετατεθεί και υπηρετούσαν όπως εκτίθεται κατωτέρω: 1. Η Θ. Μ., Εφέτης, στο Εφετείο Πατρών. 2. Η Φ. Π., Πρόεδρος Πρωτοδικών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 3. Η Β. Π., Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Μετά ταύτα, ο ως άνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την υπ' αρ. 167505/30.5.2012 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά νέο καθορισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω του ότι η εγκαλούμενη Φ. Π. υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Μετά από έλεγχο της Γραμματείας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου διαπιστώθηκε ότι οι ως άνω εγκαλούμενες Δικαστές ήδη υπηρετούν: 1.Η Θ. Μ., Εφέτης, στο Εφετείο Δωδεκανήσου. 2.Η Φ. Π., Πρόεδρος Πρωτοδικών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 3.Η Β. Π., Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Πειραιά. IV. Επειδή η ως άνω δεύτερη των εγκαλουμένων Φ. Π. υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δηλαδή, στο αρμόδιο μετά τον καθορισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή δυνάμει της υπ' αρ. 440/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο) και η ως άνω τρίτη των εγκαλουμένων, Β. Π., στο Πρωτοδικείο Πειραιά, δηλαδή, στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση νέου κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά και τις ορισθείσες κατά παραπομπή αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Εύβοιας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση (Α.Π. 237/2006 ΣΤ' Ποιν. Τμήμα σε Συμβούλιο). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να διαταχτεί η παραπομπή της υπ' ΑΒΜ Η2010/9608 ποινικής υπόθεσης, που αφορά μηνυτήρια αναφορά του Α. Τ. κατά Δικαστών και επί της οποίας υπεβλήθη η υπ' αρ. 167.505/30-5-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, που είχαν ορισθεί κατά παραπομπή κατά τόπον αρμόδιες για να αποφανθούν γι' αυτήν με την υπ' αρ. 440/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο), στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Εύβοιας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Αθήνα 27.9.2012 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο (αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α' και β' του δευτέρου ως άνω άρθρου) η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο," ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. II. Εξάλλου, συμφωνά με τις διατάξεις του ιδίου ως άνω άρθρου 137 παρ. 1 γ 1 Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου και όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως εν προκειμένω που το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έχει την ευχέρεια για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, αφού σε αυτό υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Αθηνών. III. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Α. Τ. του Γ., κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού κατήγγειλε με την από 18-20/5/2008 μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά τους Δικαστές του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που εξέδωσε το υπ' αρ. 236/2008 βούλευμα στις 21-3-2008 και συγκεκριμένα τις Θ. Μ., τότε Πρόεδρο Πρωτοδικών, Φ. Π., τότε Πρωτοδίκη και Β. Π., τότε Πάρεδρο Πρωτοδικών. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο) με την υπ' αρ. 440/2010 απόφαση του, μετά την υπ' αρ. 1580/1.10.2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, είχε ορίσει, ως κατά παραπομπή αρμόδιες επί της ως άνω υποθέσεως, τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, επειδή τότε οι δύο πρώτες από τις εγκαλούμενες υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Πειραιά, η δε τρίτη στο Πρωτοδικείο Ηλείας. Ο κατά παραπομπή αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών της ως άνω υποθέσεως που έλαβε ΑΒΜ Η2010/9608, διαπίστωσε ότι εν τω μεταξύ οι εγκαλούμενες είχαν μετατεθεί και υπηρετούσαν η Θ. Μ., Εφέτης, στο Εφετείο Πατρών, η Φ. Π., Πρόεδρος Πρωτοδικών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών και η Β. Π., Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου και, μετά ταύτα, με την υπ' αρ. 167505/30.5.2012 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητά νέο καθορισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω του ότι η εγκαλούμενη Φ. Π. υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ήδη δε οι ως άνω εγκαλούμενες Δικαστές υπηρετούν, η Θ. Μ., Εφέτης, στο Εφετείο Δωδεκανήσου η Φ. Π., Πρόεδρος Πρωτοδικών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών και η Β. Π., Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Πειραιά. IV. Επειδή η ως άνω δεύτερη των εγκαλουμένων Φ. Π. υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δηλαδή, στο αρμόδιο μετά τον καθορισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή δυνάμει της υπ' αρ. 440/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο) και η ως άνω τρίτη των εγκαλουμένων, Β. Π., στο Πρωτοδικείο Πειραιά, δηλαδή, στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, πρέπει, η ανωτέρω αίτηση να γίνει δεκτή και να χωρήσει νέος κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά και τις ορισθείσες κατά παραπομπή αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Εύβοιας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπ' ΑΒΜ Η2010/9608 ποινική υπόθεση, επί της οποίας υπεβλήθη η υπ' αρ. 167.505/30-5-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, που είχαν ορισθεί κατά παραπομπή κατά τόπον αρμόδιες για να αποφανθούν γι' αυτήν με την υπ' αρ. 440/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΣΤ' Ποιν. Τμήμα (σε Συμβούλιο), στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και τις ίδιες αρχές του Εφετείου Εύβοιας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που δεν έχει την ευχέρεια για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, αφού σε αυτό υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Αθηνών.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1283/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους 1. A. Γ.-Μ., 2. Ι. Κ., 3. Π. Κ., 4. Ε. Σ., 5. Χ. Μ., 6. Ε. Π.-Μ., 7. Γ. Κ., 8. Κ. Θ., 9. Μ. Κ., 10. Γ. Κ., 11. Γ. Χ., 12, Γ. Γ., 13. Ι. Α. και 14. Χ. Κ.. Και εγκαλούντα: Κ. Σ. του Ι., κάτοικο ... . Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 1.5.2012 και με αριθμό 164891, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 647/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 164 και ημερομηνία 17.9.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, την υπ' αριθ. πρωτ. 16489/1-5-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 ΚΠΔ, και εκθέτουμε τα εξής: 1. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας με το προαναφερθέν έγγραφο του -μετά της συνημμένης σ' αυτό ΑΒΜ: 02011/8243 μηνύσεως του Κ. Σ., κατοίκου ..., -που στρέφεται κατά των αναφερόμενων σ' αυτή, δικαστικών λειτουργών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θηβών και την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου -, ζήτησε προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο. 2. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, "εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του άρ. 137 ΚΠΔ, "την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται νια περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγ. Ι του αρ. 137 ΚΠΔ", συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Επισημαίνεται ότι η Νομολογία δέχεται ότι η περίπτωση του αρθ. 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ αποβλέπει στο αδιάβλητο της δικαστικής κρίσεως στην κοινή συνείδηση, γι' αυτό δε τον λόγο η παραπομπή μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία (ΑΠ 1481/2009 ΑΠ 634/2008 ΑΠ 2080/2007, ΑΠ 440/2006, ΑΠ 2449/2005 ΑΠ 840/2005, ΑΠ 2050/2004, ΑΠ 733/2003). 3. Επειδή ο Κ. Π. με τη μήνυση του, στρέφεται κατά των: 1) Α. Γ.-Μ., Εφέτη Αθηνών, 2) Ι. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Π. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Ε. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 5) Ε. Π.-Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 6) Ε. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 7) Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, 8) Κ. Θ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 9) Μ. Κ., Αντεισαγγελέα, Πρωτοδικών Αθηνών, 10) Γ. Κ., τέως Αντεισαγγελέα Εφετών Λαμίας, 11) Γ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 12) Γ. Γ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 13) Ι. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 14) Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στους οποίους αποδίδει, την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως (αρ. 363-362 ΠΚ). 4. Επειδή όμως -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθηνών και ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 16489/1-5-2012 έγγραφο του υπέβαλε την αναφορά-αίτηση του, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να αποφασίσει σχετικώς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι, κατά τα εκτεθέντα, "σε κάθε άλλη περίπτωση" αρμόδιο. 5. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να χωρήσει από το Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και να ορισθεί ως αρμόδιος να επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως και να κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να διατάξει το Δικαστήριο Σας την παραπομπή της υποθέσεως, - την οποία ζητεί, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 16489/1-5-2012 έγγραφο του, (που αναφέρεται στην ABM: O2011/8243 μήνυση του Κ. Σ.,, 1) Α. Γ.-Μ. , Εφέτη Αθηνών, 2) Ι. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Π. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Ε. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 5) Ε. Π.-Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 6) Ε. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών 7) Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, 8) Κ. Θ. , Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 9) Μ. Κ., Αντεισαγγελέα, Πρωτοδικών Αθηνών, 10) Γ. Κ., τέως Αντεισαγγελέα Εφετών Λαμίας, 11) Γ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 12) Γ. Γ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 13) Ι. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 14) Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, Ανακριτικές Αρχές και Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά, για να επιληφθούν ανάλογα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Αθήνα 4-9-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Γεώργιος Κ. Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την με ΑΒΜ Θ2011/8243 μήνυσή του, ο Κ. Σ. του Ι.., κάτοικος ..., καταγγέλλει τους δικαστικούς λειτουργούς Α. Γ. - Μ., Εφέτη Αθηνών, Ι. Κ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, Π. Κ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, Ε. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Ε. Π. - Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, Κ. Θ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, Μ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Γ. Κ., τέως Αντεισαγγελέα Εφετών Λαμίας, Γ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Γ. Γ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Ι. Α., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση. Ως εκ τούτου, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, κατ' άρθρο 136 περίπτωση ε του ΚΠοινΔ. Τον κανονισμό αυτό ζητεί από τον Άρειο Πάγο ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθ. πρωτ. 164891/1.5.2002 αίτησή του, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως πλησιέστερου, και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου Πειραιώς, ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετούν έξι από τους ανωτέρω δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, ενώ στο Εφετείο Αθηνών υπηρετούν πέντε από αυτούς, και δη ως προς όλους τους καταγγελλομένους λόγω συναφείας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση που αναφέρεται στο σκεπτικό, επί της οποίας έχει σχηματισθεί η ΑΒΜ Θ2011/8243 δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, οι πλείστοι από τους οποίους υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο Αθηνών. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σ' αυτές του Εφετείου Πειραιώς, ως προς όλους τους εγκαλούμενους λόγω συνάφειας.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1281/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1088/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 295 και ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525.1 περ.2, 527.1 και 3 και 528 ΚΠΔ, την από 29.3.2011 αίτηση του Χ. Α. Τ., κατοίκου ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας πού περατώθηκε με την υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 5 μηνών για ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση σε ψευδορκία μάρτυρα και ψευδή καταμήνυση και εκθέτω τα εξής: Κατά την διάταξη του άρθρου 525.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντα για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και, όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τα δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα ως άνω γεγονότα ή αποδείξεις πρέπει να ήταν άγνωστα και στον αιτούντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά σ' αυτόν έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η μη προβολή τους δεν θεμελιώνει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξάλλου σύμφωνα με τα άρθρα 528 §1 εδ. α' και 527 §3 του ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο ( ΑΠ 1162/2010). Στην κρινόμενη υπόθεση, η πιο πάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας είναι αμετάκλητη, δεδομένου, ότι κατ' αυτής ασκήθηκε από τον αιτούντα η από 30.4.2002 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1597/2003 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω υπ'αριθ.5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας. Με την τελευταία αυτή απόφαση ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι: Στην Αθήνα στις 25.10.1995 και 8.1.1996 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και ειδικότερα παρότρυνε τον Ι. Μ. με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ και φορτικότητα να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε συγκατηγορούμενός του Ι. Μ. καταδικάσθηκε για το ότι στην Αθήνα: Α) Στις 25.10.1995 εν γνώσει ανέφερε για άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και συγκεκριμένα εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών του ανέφερε ψευδώς για τον Δ. Μ. στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με την από 20.10.1995 αναφορά του, ότι τον Φεβρουάριο του 1990 του παρέδωσε μία συναλλαγματική λήξεως στις 30.10.1989, ποσού 400.000 δρχ., αποδοχής ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ Ε.Π.Ε., εκδόσεως του Χ. Τ. στις 5.9.1984, για να φροντίσει για την είσπραξη και πληρωμή της και ότι του έδωσε και 50.000 δρχ. για έξοδα και αμοιβή, ότι στις αρχές του 1992 του παρέδωσε την υπ? αριθ. 22738/91 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μαζί με μία συναλλαγματική λήξεως 30.9.1989, ποσού 300.000 δρχ., αποδοχής της ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ, εκδόσεως Χ. Τ. στις 5.9.1989, με το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, για να φροντίσει για την είσπραξη και απόδοση των χρημάτων και ότι του κατέβαλε και 30.000 δρχ., ότι τον Φεβρουάριο του 1992 του παρέδωσε μία συναλλαγματική λήξεως στις 15.9.89, ποσού 400.000 δρχ., αποδοχής της εταιρείας ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ, εκδόσεως Χ. Τ. στις 5.9.89, για να φροντίσει για κάθε νόμιμη διαδικασία και ότι του έδωσε, ως έξοδα και αμοιβή το ποσό των 50.000 δρχ., ότι δεν του έδωσε καμία πληροφορία για την τύχη των υποθέσεών του, ότι από πληροφορίες και ισχυρισμούς της ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ συνάγεται, ότι είχε εισπράξει ορισμένα χρήματα, ότι ήρθε στα μαγαζί του για να ζητήσει πληροφορίες και ότι τον αποκάλεσε βλάκα και ηλίθιο, λέγοντάς του συγχρόνως, ότι ουδέποτε υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος του, ζητώντας, τέλος, με την αναφορά του από τον Δικηγορικό Σύλλογο, να μεσολαβήσει, για να του αποδώσει τα χρήματα που έχει εισπράξει, καθώς και τους τίτλους με τα εκτελεστά απόγραφα και τα άλλα σχετικά έγγραφα. Β) Στις 8.1.1996, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και μάλιστα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, σε μήνυση του εγκαλούντος Δ. Μ. κατά του Χ. Τ., κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, ότι του ανέθεσε τρεις υποθέσεις, ότι του έδωσε 80.000 δρχ. ως προκαταβολή και ότι οι υποθέσεις του χρονίζανε, παρά τις τηλεφωνικές του οχλήσεις, ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν εντολές του δικηγόρου Δ. Μ.. Το Δικαστήριο, στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, κατέληξε με βάση τόσο την ανώμοτη κατάθεση του μηνυτή Δ. Μ., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Ν. Χ., όσο και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία ανέγνωσε. Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα όσα κατέθεσε ο μηνυτής Δ. Μ. στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθήνας), που εξέδωσε την υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση, ήταν ψευδή προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται ορισμένα έγγραφα και δη: α) την από 18.10.1995 αγωγή του μηνυτή Δ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθήνας κατ' αυτού, β) την υπ' αριθμ. 68526/99 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, γ) την από 21.4.1992 ανακοπή της εταιρείας ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ κατά του Ι. Μ., δ) την υπ' αριθμ. 405/92 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθήνας, ε) την υπ' αριθμ. 213/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθήνας, τα οποία, κατ' αυτόν αποτελούν νέα, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας γεγονότα ή στοιχεία, πλην όμως, γνωστά σε αυτόν, αφού, όπως αναφέρει στην υπό κρίση αίτηση (σελ. 17), δεν τα παρουσίασε στο δικαστήριο, επειδή ο δικηγόρος του μηνυτή Γ. Σ. τον συμβούλευσε να μην τα παρουσιάσει, γιατί, όπως αναφέρει, θα "μπέρδευε" τους δικαστές. Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν μέχρι εδώ συνάγεται, ότι, ανεξάρτητα από την βασιμότητα ή μη των φερομένων ως "νέων" αυτών στοιχείων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απαλλαγή του αιτούντα, τα στοιχεία αυτά, αφού ήσαν γνωστά στον ίδιο, κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατ' ουσίαν, η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 29-3-2011 αίτηση του Χ. Α. Τ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντα. Αθήνα 14-12-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Κατά δε την περ. 3, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, επίσης, και αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, και ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, στην περίπτωση, όμως, αυτή, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πρέπει να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη (οπότε πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία των παρ. 2-5 του άρθρου 528, κατά την παρ. 2 αυτού). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για πλημμελήματα, υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι αφενός η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στην ψευδή κατάθεση του εγκαλούντος Δ. Μ. και αφετέρου, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι, κατά το δεύτερο σκέλος, νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το πρώτο, όμως, σκέλος, δεν είναι νόμιμη, και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού ο αιτών δεν επικαλείται ότι ο ως άνω Δ. Μ. έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για ψευδή ανώμοτη κατάθεση ούτε ότι δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 525 του ΚΠοινΔ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1597/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για κατ' εξακολούθηση ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός: "Στην Αθήνα στις 25.10.1995 και 8.1.1996, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και ειδικότερα παρότρυνε τον Ι. Μ. με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ και φορτικότητα να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα". Οι πράξεις δε της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο συγκατηγορούμενός του Ι. Μ., συνίστανται στο ότι αυτός: "Στην Αθήνα: Α) Στις 25.10.1995 εν γνώσει ανέφερε για άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και συγκεκριμένα εν γνώσει της αναληθείας των ισχυρισμών του ανέφερε ψευδώς για τον Δ. Μ. στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με την από 20.10.1995 αναφορά του, ότι τον Φεβρουάριο του 1990 του παρέδωσε μία συναλλαγματική λήξεως στις 30.10.1989, ποσού 400.000 δρχ., αποδοχής ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ Ε.Π.Ε., εκδόσεως του Χ. Τ. στις 5.9.1984, για να φροντίσει για την είσπραξη και πληρωμή της και ότι του έδωσε και 50.000 δρχ. για έξοδα και αμοιβή, ότι στις αρχές του 1992 του παρέδωσε την υπ' αριθ. 22738/91 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μαζί με μία συναλλαγματική λήξεως 30.9.1989, ποσού 300.000 δρχ., αποδοχής της ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ, εκδόσεως Χ. Τ. στις 5.9.1989, με το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, για να φροντίσει για την είσπραξη και απόδοση των χρημάτων και ότι του κατέβαλε και 30.000 δρχ., ότι τον Φεβρουάριο του 1992 του παρέδωσε μία συναλλαγματική λήξεως στις 15.9.89, ποσού 400.000 δρχ., αποδοχής της εταιρίας ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ, εκδόσεως Χ. Τ. στις 5.9.89, για να φροντίσει για κάθε νόμιμη διαδικασία και ότι του έδωσε, ως έξοδα και αμοιβή, το ποσό των 50.000 δρχ., ότι δεν του έδωσε καμία πληροφορία για την τύχη των υποθέσεών του, ότι από πληροφορίες και ισχυρισμούς της ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ συνάγεται, ότι είχε εισπράξει ορισμένα χρήματα, ότι ήρθε στα μαγαζί του για να ζητήσει πληροφορίες και ότι τον αποκάλεσε βλάκα και ηλίθιο, λέγοντάς του, συγχρόνως, ότι ουδέποτε υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος του, ζητώντας, τέλος, με την αναφορά του, από τον Δικηγορικό Σύλλογο να μεσολαβήσει, για να του αποδώσει τα χρήματα που έχει εισπράξει, καθώς και τους τίτλους με τα εκτελεστά απόγραφα και τα άλλα σχετικά έγγραφα. Β) Στις 8.1.1996, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και μάλιστα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, σε μήνυση του εγκαλούντος Δ. Μ. κατά του Χ. Τ. κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ότι του ανέθεσε τρεις υποθέσεις, ότι του έδωσε 80.000 δρχ. ως προκαταβολή και ότι οι υποθέσεις του χρονίζανε, παρά τις τηλεφωνικές του οχλήσεις, ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν εντολές του δικηγόρου Δ. Μ.". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία: α) Την από 27.2.1990 και με αριθ. κατ. 2111/1990 αίτηση του Ι. Μ. κατά του αιτούντος την επανάληψη Χ. Τ. και της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία απευθυνόταν ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και υπογραφόταν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Μ. Δ. Μ., β) την από 20.4.1992 και με αριθ. εκθ. κατ. 1005/1992 ανακοπή της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." κατά του Ι. Μ. και της υπ' αριθ. 3686/1992 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την υπ' αριθ. 39/6.4.1990 απόδειξη εισπράξεως ποσού 310.000 δρχ., το οποίο κατέβαλε η εταιρία "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθ. 2237/1990 διαταγής πληρωμής, δ) την υπ' αριθ. 405/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." περί αναστολής εκτελέσεως διαταγής πληρωμής, ε) την υπ' αριθ. 3049/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή της ίδιας εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 22738/1991 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών και των συναφών εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως και προγράμματος δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, καθώς και προσεπίκληση αυτής προς τον Χ. Τ., στ) την υπ' αριθ. 213/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ανακοπής της ίδιας εταιρίας κατά της αυτής ως άνω διαταγής πληρωμής, ζ) το υπ' αριθ. .../21.12.1989 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πούλια, με το οποίο οι Χ. χήρα Ν. Κ., Α. Κ. και Ν. Κ. έδωσαν στον Ι. Μ. πληρεξουσιότητα για πώληση κληρονομιαίου ακινήτου τους, η) το υπ' αριθ. .../22.3.1991 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πούλια, με το οποίο οι ως άνω κληρονόμοι έδωσαν στον Ι. Μ. πληρεξουσιότητα να αποδεχθεί την κληρονομία του Ν. Κ. και η) την από 3.6.2004 υπεύθυνη δήλωση του Α. Π. του Θ.. Από τις ως άνω νέες αποδείξεις (τις οποίες, πλην της τελευταίας, ο αιτών δεν τις είχε παρουσιάσει στο Δικαστήριο, γιατί, όπως ισχυρίζεται, έτσι τον συμβούλευσε ο δικηγόρος του Γ. Σ., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε εκπροσωπήσει και τους δύο κατηγορουμένους και όχι μόνο τον Ι. Μ., όπως υπολαμβάνει ο αιτών στο από 17.9.2012 έγγραφο υπόμνημά του), εκτιμώμενες καθ' εαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 5465/2001 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών Χ. Τ.ς, ο οποίος ήταν πελάτης του εγκαλούντος δικηγόρου Δ. Μ., δάνειζε την εταιρία "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." διάφορα χρηματικά ποσά, για την είσπραξη των οποίων εξέδιδε συναλλαγματικές, τις οποίες αποδεχόταν η οφειλέτρια. Όμως, η τελευταία δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και ο αιτών έδωσε εντολή στον εγκαλούντα δικηγόρο να ζητήσει την έκδοση διαταγών πληρωμής. Εν τω μεταξύ, όμως, ο αιτών, τρεις από τις εν λόγω συναλλαγματικές, ποσού 300.000 δρχ., 400.000 δρχ. και 400.000 δρχ. και λήξεως 30.9.1989, 30.10.1989 και 15.9.1989, αντιστοίχως, είχε μεταβιβάσει, με λευκή οπισθογράφηση, στον συγκατηγορούμενό του Ι. Μ. και η δικαστική επιδίωξη της εισπράξεως αυτών είχε γίνει, κατ' εντολήν του αιτούντος προς τον εγκαλούντα, στο όνομα του φερόμενου ως νόμιμου τελευταίου κομιστή τους Ι. Μ., ο οποίος, όμως, δεν είχε δώσει τέτοια εντολή στον εγκαλούντα, με τον οποίο δεν τον συνέδεε τότε επαγγελματική σχέση. Στις 17.3.1997 καταρτίστηκε μεταξύ του αιτούντος Χ. Τ. και της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ ΕΠΕ - ΑΦΟΙ Σ. Μ." ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ο αιτών συμφώνησε όχι μόνο για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό του Ι. Μ. ότι δεν έχει αξίωση από τις ως άνω συναλλαγματικές και ότι παραιτείται κάθε δικαιώματός του από αυτές. Έτσι, ορθώς ο εγκαλών δεν απέδωσε στον Ι. Μ. λογαριασμό χρημάτων και των σωμάτων των συναλλαγματικών, αφού εντολέας του ήταν ο αιτών. Δηλαδή, ο Ι. Μ.ς, με την από 20.10.1995 αναφορά του προς τον Δ.Σ.Α., κατήγγειλε τα αντίθετα, εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική δίωξη του εγκαλούντος, ενώ και στις 8.1.1996, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, επί μηνύσεως του εγκαλούντος κατά του αιτούντος, κατέθεσε ψευδή γεγονότα, ενόψει της αναληθείας τους. Την απόφασή του δε να τελέσει τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, του προκάλεσε ο αιτών, παροτρύνοντάς τον με συμβουλές, οδηγίες, πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να δημιουργηθεί σύγχυση όσον αφορά τις απαιτήσεις του εγκαλούντος για την πληρωμή των αμοιβών και εξόδων, στις οποίες υποβλήθηκε για τις υποθέσεις που ο αιτών αποκλειστικά του είχε αναθέσει. Τα επικαλούμενα, ως νέα, στοιχεία που τώρα, μετά πάροδο οκτώ ετών από του αμετακλήτου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προσκομίζει ο αιτών, δεν θα οδηγούσαν στην, πέραν κάθε αμφιβολίας, αθώωση του αιτούντος, ενόψει και α) του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο ο αιτών, στην ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου απολογία του, συνομολογεί ότι υπέγραψε, πλην ισχυρίζεται ότι την επόμενη ημέρα το κατήγγειλε, προσβάλλοντάς το ως προϊόν εκβιασμού, με εξώδικό του προς την ΣΙΔΗΡΟΠΑΚ, χωρίς, όμως, να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του και β) του ότι, όπως αναφέρθηκε, δεν επικαλείται ο αιτών ούτε αποδεικνύει ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος δικηγόρου για την κατάθεση που έδωσε τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε ότι έχει καταδικαστεί αυτός αμετακλήτως για ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Τα ως άνω στοιχεία, όπως έχει αναφερθεί, δεν προσκόμισε ο αιτών κατόπιν προτροπής του δικηγόρου Γ. Σ.. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αφού ο αιτών είχε ήδη καταδικασθεί με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 68526/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και θα έπρεπε, αν αυτά αποδείκνυαν την αθωότητά του, να τα προσκομίσει στο Εφετείο για να βελτιώσει τη θέση του. Τέλος, τα προσκομιζόμενα πληρεξούσια δεν έχουν καμιά σχέση με την επίδικη υπόθεση, αφού αφορούν εντολή προς τον Ι. Μ. για αποδοχή κληρονομία και μεταβίβαση κληρονομιαίου ακινήτου, χωρίς να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του αιτούντος ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν σ' αυτόν και ότι αυτός είχε προεξοφλήσει στους δικαιούχους το τίμημα, καίτοι, και αν υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός αυτός, δεν ασκεί έννομη επιρροή. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει ούτε η υπεύθυνη δήλωση του Α. Π., κατά την οποία αυτός δεν προσήλθε στη δίκη για να καταθέσει ως μάρτυρας υπερασπίσεως του αιτούντος, γιατί είχε υποστεί εκβιασμό από μέρους του εγκαλούντος δικηγόρου, καθόσον ο υποτιθέμενος εκβιασμός, για τον οποίο δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε οποιαδήποτε μήνυση έστω και μετά τη λήψη της υπεύθυνης δηλώσεως, δεν αποδείχθηκε. Ανεξαρτήτως αυτού, ο εν λόγω μάρτυρας δεν αναφέρει, στη δήλωσή του, τι θα κατέθετε στη δίκη, το οποίο θα οδηγούσε στην απαλλαγή του αιτούντος. Από όλα τα ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί, και κατά το δεύτερο σκέλος της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 7045/2011) αίτηση του Χ. Τ. του Α., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 5465/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής, για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε ο αιτών δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος. Κατά το μέρος, με το οποίο ο αιτών διατείνεται ότι η απόφαση στηρίχθηκε στην ψευδή κατάθεση του εγκαλούντος, η αίτηση δεν είναι νόμιμη, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι ο εγκαλών έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για ψευδή ανώμοτη κατάθεση ή ότι δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση για κάποιον από τους λόγους της παρ. 2 του αρθρ. 525 ΚΠΔ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1278/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. συζ. Δ. Ρ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Παναγιώτα Τσίχλα, περί αναιρέσεως της 1339-1340/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/12. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 211A του ΚΠοινΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο, γιατί αυτές δεν μπορούν να έχουν την αξιοπιστία της αμέσου γνώσεως. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτήν όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης α) κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πωλήσεως, προς τους συγκατηγορουμένους της Ε. Α. και Α. Κ., ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα και β) έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, ως προς τους Ε. Α. και Α. Κ. για από κοινού κατοχή ναρκωτικών ουσιών παρά τοξικομανούς, ως προς τον πρώτο δε και για αγορά, πώληση ναρκωτικών ουσιών και διάθεση χώρου σε άλλους για χρήση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλει, δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου, τον ισχυρισμό ότι το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο που υπήρχε σε βάρος της ήταν η προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου της Ε. Α.. Το δικάσαν Εφετείο απέρριψε, κατά πλειοψηφία, τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "... Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 211 Α' του ΚΠοινΔ, ..., πρέπει, ..., ν' απορριφθεί, γιατί στην περί ενοχής της τρίτης κατηγορουμένης (...) καταλήγει το Δικαστήριο όχι μόνον από την κατάθεση - απολογία του συγκατηγορουμένου της Ε. Α. (...), αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού Ι. Β., ο οποίος καταθέτει σαφώς ότι οι πληροφορίες του ήταν ότι η τρίτη κατηγορουμένη προμήθευε στους λοιπούς δύο τις αναφερόμενες στην εν λόγω κατάθεση ποσότητες ηρωίνης". Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1906/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο ως άνω μάρτυρας, ο οποίος απουσίαζε κατά τη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, είχε καταθέσει ότι "μας είπαν ότι τα προμηθεύθηκαν από την τρίτη κατηγορουμένη Α. Ρ. ... Για την Τρίτη κατηγορουμένη δεν είχαμε άλλα στοιχεία". Είναι, λοιπόν, φανερό ότι το Πενταμελές Εφετείο, για να οδηγηθεί στην καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην απολογία των συγκατηγορουμένων της και σε όσα είχαν αναφέρει αυτοί στον μάρτυρα αστυνομικό Ι. Β. και όχι και σε άλλες μαρτυρικές καταθέσεις ή έγγραφα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές παραβίασε την διάταξη του άρθρου 211 Α του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ του ίδιου Κώδικα, και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1339-1340/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρ. 211 Α' ΚΠΔ. Καταδικαστική απόφαση για πώληση ναρκωτικών ουσιών. Απόλυτη ακυρότητα γιατί λήφθηκε υπόψη αποκλειστικά η απολογία συγκατηγορουμένων της αναιρεσείουσας και η κατάθεση μάρτυρα - αστυνομικού, ο οποίος ως μοναδική πηγή πληροφορήσεως του είχε τους συγκατηγορουμένους, γιατί αυτή δεν μπορούσε να έχει την αξιοπιστία της αμέσου γνώσεως. Δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη αν η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία του συγκατηγορουμένου ληφθεί υπόψη συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα. Αναίρεση και παραπομπή.
null
null
0
Aριθμός 1283/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδόση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αθανασίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας και στο μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο, αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς τις οδηγίες του άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης, από τον έλεγχο του τελευταίου, υπηρεσιακής δράσεως. Εξάλλου, το στοιχείο της εξάρτησης από τον εργοδότη, έστω και χαλαρώς, υπάρχει και στην περίπτωση των κατά το άρθρο 2 εδ. α' της διεθνούς συμβάσεως της Ουάσιγκτον (που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1929) διευθυνόντων υπαλλήλων, δηλαδή των προσώπων εκείνων που έχουν εξαιρετικά προσόντα και απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχειρήσεως, ο οποίος τους αναθέτει καθήκοντα εποπτείας του προσωπικού και γενικότερης διευθύνσεως, ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης του εργοδότη, ασκώντας έτσι με πρωτοβουλία και υπευθυνότητα εργοδοτικά καθήκοντα (ΑΠ 403/2000, ΑΠ 1241/1999). Λόγω της εξέχουσας θέσης τους και των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους, οι εν λόγω διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται συνήθως με μισθό, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές. Γι' αυτό και τα ως άνω πρόσωπα αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την δεσπόζουσα θέση τους, όπως περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία και περί αδείας. Η εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σ` αυτούς αυξημένες αποδοχές. Περαιτέρω, με το άρθρο 21 του ν. 2932/2001, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Καβάλας" μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε." με έδρα την Καβάλα. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αποτελείται από μία μετοχή η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ δε των οργάνων της διοίκησης της εταιρίας περιλαμβάνεται και ο διευθύνων σύμβουλος. Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ο διευθύνων Σύμβουλος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, η δε διάρκεια της θητείας του είναι ανεξάρτητη από εκείνη των υπολοίπων μελών. Η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Εταιρίας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της Εταιρίας, του συμβουλίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την παρ. 13β του άρθρου 35 του ν. 3274/2004, ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται για χρονικό διάστημα πέντε ετών (ήδη ορίζεται ότι προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης, τα ελάχιστα δε απαιτούμενα προσόντα για την κατάληψη της θέσης αυτής, είναι πτυχίο Α.Ε.Ι., της ημεδαπής ή αλλοδαπής, με επαγγελματική εμπειρία στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Η προκήρυξη της θέσης του Διευθύνοντος Συμβούλου γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, με την οποία ορίζονται τα ιδιαίτερα προσόντα του και η διαδικασία επιλογής. Η πρόσληψή του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και η αμοιβή του καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας η σύμβαση του Διευθύνοντος Συμβούλου μπορεί να καταγγελθεί και ο διορισμός του να ανακληθεί, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Τέλος, κατά την παρ. 4, ο Διευθύνων Σύμβουλος έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το Διοικητικό Συμβούλιο: α) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σκοπών που ορίζονται στο καταστατικό και προβλέπονται στο Επιχειρησιακό και Στρατηγικό σχέδιο, καθώς και στο Συμβόλαιο Διαχείρισης, β) αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι του ποσού εκείνου που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο, γ) εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, δ) αποφασίζει για τα θέματα προσωπικού της Εταιρείας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας, των συμβατικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Συμβόλαιο Διαχείρισης, ε) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του προσωπικού, προτείνοντας στο Διοικητικό Συμβούλιο, για έγκριση, την κατάρτιση των αναγκαίων κατά την κρίση του νέων κανονισμών προσωπικού οργανογραμμάτων, προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής του, στ) υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις για την έκδοση των αναγκαίων κανονισμών και τιμολογίων και τέλος, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή από έναν από τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της Εταιρείας, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου. Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (6-8-2004) λήγει αυτοδικαίως η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από τη σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας οργάνων διοίκησης καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον ν. 2860/2000, γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών τού τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 2 (εταιριών που ανήκουν στο Κράτος ή το Κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ανήκει και η αναιρεσίβλητη, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, για την αυτοδίκαιη λήξη της θητείας των ως άνω προσώπων, δηλαδή στελεχών που κατέχουν επιτελικές θέσεις χάριν δημοσίου συμφέροντος, όπως ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσίβλητης, έχει σκοπό την αναδιοργάνωση της διοίκησης με την αντικατάσταση προσώπων που καλύπτουν ανώτατες διοικητικές θέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από άλλα καταλληλότερα, κατά την κρίση των αρμοδίων κατά περίπτωση κυβερνητικών οργάνων, για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στον αντίστοιχο τομέα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Με την 5118.12.047.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας προκηρύχθηκε η θέση του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, ενώ με τη με αριθμό 5118.12./13/2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και μετά από θετική αξιολόγηση της υποβληθείσας υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος, για την πλήρωση της παραπάνω θέσης και την ειδικότερη εκτίμηση των ουσιαστικών και τυπικών του προσόντων, ο οποίος ήταν πτυχιούχος Φυσικής με Master στην ηλεκτρονική Φυσική και μέχρι τότε κατείχε τη θέση του αερολιμενάρχη Καβάλας, αποφασίστηκε η πρόσληψή του. Στη συνέχεια με την από 23-10-2001 σύμβαση που καταρτίσθηκε στο Πειραιά μεταξύ αυτού και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, προσλήφθηκε αυτός ως διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας για χρονικό διάστημα πέντε ετών αντί μηνιαίας αμοιβής 1.600.000 δραχμών (4.695,52 ευρώ), ενώ επίσης συνομολογήθηκε η καταβολή 14 μηνιαίων μισθών, υπολογιζόμενων των δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Η σύμβαση άρχιζε στις 9-10-2001 και έληγε την 8-10-2006. Η αναιρεσίβλητη, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, στην ετήσια Γενική Συνέλευση των μετόχων της αποφάσισε ομόφωνα τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του διευθύνοντος συμβούλου στο ποσό των 3.200 ευρώ και στη συνέχεια με τη με αριθμό 8312.6/05/04/6-10-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας με θέμα "Αναπροσαρμογή αμοιβής του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε.", αναπροσαρμόστηκαν, οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του διευθύνοντος συμβούλου στο άνω ποσό των 3.200 ευρώ, ενώ ορίσθηκε ότι η εν λόγω απόφαση ισχύει αναδρομικά από 1-7-2004. Ακολούθως, εκδόθηκε ο νόμος 3260/2004, στο άρθρο 10 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει επίσης αυτοδικαίως η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε από σύμβαση των διευθυνόντων συμβούλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων, εταιριών, ενώ στο άρθρο 11 παρ. 4 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: "τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου 10 εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους. Με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου και δυνάμει της με αριθμό 5118.12/20/2005/21-3-2005 διαπιστωτικής απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον ενάγοντα το με αριθμό 464/18-3-2005 έγγραφό της με το οποίο του γνωστοποίησε την αυτοδίκαια παύση της θητείας του και τη λήξη της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης από 21-3-2005. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παραπάνω νόμου, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Εταιρείας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της Εταιρείας, του Συμβολαίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου. Έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το Διοικητικό Συμβούλιο και συγκεκριμένα: α) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σκοπών που ορίζονται στο καταστατικό και προβλέπονται στο Επιχειρησιακό και Στρατηγικό σχέδιο, καθώς και στο Συμβόλαιο Διαχείρισης, β) αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι του ποσού εκείνου που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο, γ) εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, δ) αποφασίζει για τα θέματα προσωπικού της Εταιρείας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας, των συμβατικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Συμβόλαιο Διαχείρισης, ε) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του προσωπικού, προτείνοντας στο Διοικητικό Συμβούλιο, για έγκριση, την κατάρτιση των αναγκαίων κατά την κρίση του νέων κανονισμών προσωπικού οργανογραμμάτων, προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής του, στ) υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις για την έκδοση των αναγκαίων κανονισμών και τιμολογίων και τέλος, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή από έναν από τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της Εταιρείας, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου. Με βάση τα ανωτέρω το αντικείμενο της από το νόμο και τη σύμβαση απασχόλησης του ενάγοντος είχε σχέση με το έργο της εναγομένης που επωμίζεται ο διευθύνων σύμβουλος και συνίσταται στην εν γένει εποπτεία των εργασιών της. Ο αναιρεσείων εκτέλεσε πράγματι προσηκόντως τα ανωτέρω καθήκοντά του εργαζόμενος καθημερινά, πολλές δε φορές σε αργίες και Σαββατοκύριακα, καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, τόσο στα γραφεία του Οργανισμού στο Λιμάνι της Καβάλας, όσο και σε εξωτερικούς χώρους της αρμοδιότητάς του παρακολουθώντας την υλοποίηση των αποφάσεων των οργάνων της και, εντοπίζοντας τα τυχόν προβλήματα, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτής ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, αλλά καθόριζε ο ίδιος τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της απασχόλησής του, μη υποκείμενος σε νομική εξάρτηση της εναγομένης. Άλλωστε και από αυτό το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων, όπως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 11 του άνω νόμου, ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι το αντικείμενο της κατά το νόμο και τη σύμβαση, απασχόλησής του, είχε σχέση με το έργο που, κατά το καταστατικό της εναγομένης, επωμίζεται ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και συνίσταται στην εν γένει εποπτεία των εργασιών της και την άσκηση διοικητικής και διαχειριστικής εξουσίας με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπόκειτο σε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι η τελευταία ήλεγχε και επόπτευε την εργασία του και εκείνος αντίστοιχα είχε υποχρέωση υπακοής στις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, γεγονός το οποίο ούτε και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του και πάντως η όποια δέσμευση και εξάρτηση με την έννοια ότι ελάμβανε αποφάσεις στα πλαίσια των διατάξεων που διείπαν τη λειτουργία της εναγομένης και υπέβαλλε στο Δ.Σ. προτάσεις και εισηγήσεις προς έγκριση δεν υποδηλώνουν νομική εξάρτηση, αλλά τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση. Επομένως, κατέληξε η παραπάνω μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας καταρτισθείσα σύμβαση με την οποία ανέλαβε αυτός καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, αν και στην από 23-10-2001 έγγραφη σύμβαση γίνεται λόγος για εργασία του αναιρεσείοντος, αποτέλεσε και λειτούργησε ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι ο αναιρεσείων αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων την άσκηση των πράξεων διαχείρισης της εταιρείας, την οργάνωση, εποπτεία και τον έλεγχο σε όλους τους τομείς δραστηριότητάς της και παρέχοντας τις υπηρεσίες του στα γραφεία της εναγομένης αλλά και οπουδήποτε αλλού ήταν αναγκαίο, καθόριζε ο ίδιος τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της απασχόλησής του, μη υποκείμενος σε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη με την έννοια της υποχρέωσης υπακοής του στις εντολές και οδηγίες του Δ.Σ. αυτής. Τα ανωτέρω δε δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή στον ενάγοντα επιδομάτων εορτών και αδείας, εφόσον τέτοιου είδους απολαβές, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται να συμφωνηθούν στα πλαίσια της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, το κρίσιμο δε στοιχείο για το διαχωρισμό των δύο συμβάσεων είναι η υποβολή ή μη του διευθύνοντος συμβούλου σε νομική εξάρτηση από τα όργανα της εταιρείας. Με βάση όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, εφόσον η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εκείνο της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, μπορούσε να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τις οποίες για την έγκυρη λύση της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποτίθεται αναγκαίως η ύπαρξη σπουδαίο λόγου. Αλλά και γενικώς ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, η οποία αποτελεί κατά την αγωγή, την ιστορική και νομική αιτία των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, "τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα περί άκυρης καταγγελίας της σύμβασής του από την εναγομένη και της αντισυνταγματικότητάς των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004 κατ' εφαρμογή των οποίων ενήργησε η τελευταία και έπαυσε τη θητεία του προ του συμφωνημένου χρόνου της λήξης της, αντίκειται σε βασικές αρχές και προστατευόμενα από το Σύνταγμα έννομα αγαθά, της συνέχειας των υπηρεσιών, της ισότιμης δυνατότητας συμμετοχής όλων των Ελλήνων πολιτών, αλλά και στη συνταγματική αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθώς με τις διατάξεις των άρθρων 7-11 του ν. 3260/2004 αναδιοργανώθηκε η δημόσια διοίκηση και τα Ν.Π.Δ.Δ. και δεν παραβιάζεται με την παύση της θητείας όλων των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων, το άρθρο 4 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ισότητας και οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, δεδομένου ότι οι περιορισμοί που τίθενται με τις παραπάνω διατάξεις είναι γενικοί και αντικειμενικοί και στοχεύουν στη γενική αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ούτε περαιτέρω προσβάλλει το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας με την έννοια της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρα και της οικονομικής ελευθερίας και ως εκ τούτου δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν όλους τους λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ενόλω η αγωγή με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να του επιδικαστούν μισθοί υπερημερίας για τον μετά την καταγγελία χρόνο μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου λήξεως της συμβάσεώς του, καθώς και τις διαφορές των αποδοχών του ισχυριζόμενος ότι με τη μείωση του μισθού του με την ως άνω Υπουργική απόφαση επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι κατά το μέρος που το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004 είναι σύμφωνες με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και ότι η βασιζόμενη στις διατάξεις αυτές καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι είναι άκυρη παραβίασε το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος γιατί αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά μεγάλο αριθμό της αυτής κατηγορίας εργαζομένων οι συμβάσεις των οποίων έχουν καταγγελθεί με τις ίδιες διατάξεις και εκκρεμούν ενώπιον και του παρόντος δικαστηρίου. Το ζήτημα που τίθεται με τις ως άνω διατάξεις κατά το μέρος που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λήξη μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών, και ειδικότερα προβλέπουν τη λήξη των συμβάσεων προσώπων που προσλήφθηκαν με σύμβαση εργασίας για ορισμένο χρόνο ως μονομελή όργανα διοίκησης, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος κατά τα συμφωνηθέντα, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους υπαλλήλους που κατέχουν θέση εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από την μονιμότητα, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 5 του Συντάγματος, είναι αν αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχείο β' του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό δεύτερο λόγο της από 15-3-2010 αιτήσεως του Δ. Ψ., για αναίρεση της 21/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας για τον παραπεμπόμενο σε αυτή λόγο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική Ακυρότητα. Αναίρεση: Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή μη βλάβης (αρθρ. 159 παρ. 3 Κ.ΠολΔ) για την απαγγελία ακυρότητας διαδικαστική πράξη ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Διαζύγιο λόγω τετραετούς διαστάσεως Στοιχεία της σχετικής αγωγής. Αναιρετικός λόγος από το άρθρθο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος ( Επικυρώνει Εφ. Πατρ. 742/2009.
null
null
0
Αριθμός 1274/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 187/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 140/8.6.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 481 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 6/2012 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ν. Ν. του Π. και της Ε., κατοίκου ..., κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμ. 187/2012, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 189/2011 έφεση του και διατάχθηκε ή εκτέλεση του προβαλλομένου βουλεύματος, και εκθέτω προς εσάς τα ακόλουθα: Ι. H κρινόμενη αίτηση αναίρεσης τυγχάνει εμπρόθεσμη ως ασκηθείσα εντός της νομίμου προθεσμίας [30 ημέρες] από της δημοσιεύσεως του βουλεύματος, τη 27 Ιανουαρίου 2012 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 22-2-2012, νομότυπη καθόσον ασκήθηκε από τον Δικηγόρο του Ζαφείριο Π. Ροζάκο ΔΣΑ ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, (Ε. Καλλιντέρη), και περιέχει στην αίτηση αναίρεσης του τουλάχιστον ένα λόγον αναίρεσης, (άρθρο 474 § 2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, και να εξετασθεί από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας των λόγων της. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η υπ' αριθμ. 189/20-9-2011 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 2512/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, κηρύχθηκε απαράδεκτη και διετάχθη η εκτέλεση του βουλεύματος Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. ΙΙ. Κατά το άρθρο 478 Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 24 του Ν. 3904/2010, ο κατηγορούμενος που παραπέμπεται στο δικαστήριό για κακούργημα με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών, μπορεί να το προσβάλλει με το ένδικο μέσο της έφεσης μόνο για τους λόγους: α) της απόλυτης ακυρότητας (171 Κ.Π.Δ.) και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του Συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του Νόμου, όπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσης (ΟΛΟΜ. ΑΠ 9/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 § 18 Ν. 2408/96, "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...". ΙΙΙ) Στη κρινόμενη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2512/2011 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών τον Ν. Ν. του Π., κάτοικο ... για την αξιόποινη πράξη της απάτης τελεσθείσα από υπαίτιο δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα όχι μόνο το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, αλλά αυτό των 73.000 ΕΥΡΩ, κατ' εξακολούθηση. Κατά του παραπάνω βουλεύματος, ο ως άνω κατηγορούμενος και εγκαλών, άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζαφειρίου Ροζάκου, την από 20-9-2011, και με αριθμό 189/2011 έφεσή του, η οποία με το υπ' αριθμ. 187/2012 προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κηρύχθηκε απαράδεκτη, διατάσσοντας την εκτέλεση του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και επέβαλε τα νόμιμα δικαστικά έξοδα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου των Εφετών Αθηνών, (187/2012), ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 6/2012 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση του τυγχάνει εμπρόθεσμη μεν, (δημοσίευση του βουλεύματος στις 27 Ιανουαρίου 2012 και άσκηση αναίρεσης στις 22-2-2012), πλην όμως είναι απαράδεκτη, καθόσον κατά τα προ αναφερόμενα, δεν επιτρέπεται άσκηση αναίρεσης μετά του Ν. 3904/2010, αλλά μόνον έφεση (478 Κ.Π.Δ). κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών και μόνον για τους δύο λόγους α) της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 Κ.Π.Δ.), και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, και πρέπει να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρα 476 § 1 και 583 Κ.Π.Δ. ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιο σας α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 6/2012 αίτηση αναίρεσης του Ν. Ν. του Π. και της Ε., κατοίκου ..., κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμό 187/2012. β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα (250 ΕΥΡΩ). Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ., το οποίο προέβλεπε σε ποιες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματικές πράξεις, καταργήθηκε. Η ισχύς του προαναφερθέντος Νόμου, κατά το άρθρο 38 αυτού, άρχισε από της δημοσιεύσεώς του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23-12-2010. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, η, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα από 22 Φεβρουαρίου 2012, αίτηση αναίρεσης κατά του 187/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε την, από 20-9-2011, έφεση του ιδίου, κατά του 2512/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικαστεί ως υπαίτιος του κακουργήματος (απάτης κατ' εξακολούθηση το περιουσιακό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ) πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22 Φεβρουαρίου 2012, αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση του 187/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για κακούργημα, λόγω κατάργησης του άρθρου 482 Κ.Π.Δ με το άρθρο 34 στοιχ. γ' Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε κατά το άρθρο 38 αυτού από 23/12/2010.
null
null
0
Αριθμός 1273/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 345/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 144/13.6.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ, την με αριθμό 7/27.1.2012 αίτηση του Κ. Μ. του Δ., για αναίρεση του 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ, κατά της αποφάσεως του συμβουλίου εφετών που εκδίδεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου κώδικα, δηλαδή για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση της ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση. (Ολ.ΑΠ 2/2002, Ολ.ΑΠ 19/2001, ΑΠ 602/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη 7/27.1.2012 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το 3574/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 8.7.2011 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 69870/2001 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δραχμές ημερησίως, για μη καταβολή χρεών στο δημόσιο. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής Αλικαρνασσού, αναφέρονται δε σ' αυτήν, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, επακριβώς, τα εξής: "δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του αριθμ. 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που απορρίφθηκε αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, εμπρόθεσμα καταθέτει το παρόν δια το τυπικό, νομότυπα και επί της ουσίας συμπληρωματικά δια του συνηγόρου του θα καταθέσει ενώπιον του Αρείου Πάγου". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, απαράδεκτη, αφού δεν περιέχονται σ' αυτήν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, ούτε προσδιορίζονται οι αποδιδόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλειες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού κληθεί ο αναιρεσείων, προκειμένου να παραστεί αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου στο δικαστήριο, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 εδ. α του ΚΠΔ, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 7/27.1.2012 αίτηση του Κ. Μ. του Δ., για αναίρεση του 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 12 Ιουνίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ.1 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ, κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που εκδίδεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου κώδικα, δηλαδή για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. α' και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στην δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 484 παρ.1 και 510 λόγους (αναιρέσεως), η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων (Ολ.ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη υπ' αριθ. 7/27-1-2012 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται το υπ' αριθ. 3574/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η από 8-7-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 69870/2001 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής Αλικαρνασσού, στην οποία ήταν κρατούμενος ο αναιρεσείων. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως, ο αναιρεσείων εκθέτει, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, κατά πιστή εδώ μεταφορά τα εξής: "ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας, δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά του αριθμ. 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που απορρίφθηκε αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, εμπρόθεσμα καταθέτει το παρόν δια το τυπικό νομότυπα και επί της ουσίας συμπληρωματικά δια του συνηγόρου του θα καταθέσει ενώπιον του Αρείου Πάγου". Με το ως άνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, αφού με αυτήν δεν προβάλλεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ, ούτε προσδιορίζονται οι αποδιδόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλειες. Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος και την μη εμφάνισή του, (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/27-1-2012 αίτηση του Κ. Μ. του Δ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 3574/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη, αφού δεν περιέχει ούτε ένα λόγο σαφή και ορισμένο.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1272/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕΞ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1463/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 20/26.1.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 30-9-2011 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Α. Λ. κατοίκου ... κατά της 2042/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών με τριετή αναστολή για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 1 και 465 ΚΠΔ, ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσον από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική και όχι απορριπτική της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ή ως απαράδεκτης, όσο και από τον αντιπρόσωπό αυτού που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1, εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή της (ΑΠ 478/2009, ΑΠ 383/2009, ΑΠ 724/2007, ΑΠ 362/2006). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο), για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη αυτού που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. ΙΙΙ. Η παραπάνω (Ι) αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε για λογαριασμό του καταδικασθέντος κατηγορουμένου κατά της 2042/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21-9-2011, από τον δικηγόρο Αθηνών Νικ. Αναγνωστόπουλο στις 30-9-2011 με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο δικηγόρος όμως αυτός, που δεν είχε παρασταθεί κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής ως υπερασπιστής του αναιρεσείοντα όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ούτε κατά την επίδοση της δηλώσεως αυτής ούτε στο επόμενο εικοσαήμερο, δηλ. μέχρι τις 20-10-2011, προσκόμισε σχετικό πληρεξούσιο του καταδικασθέντος για την αίτηση αυτή αναιρέσεως που άσκησε. Με βάση τα δεδομένα αυτά, και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκθέσαμε, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-9-2011 αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος Δ. Α. Λ. κατοίκου ... κατά της 2042/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών με τριετή αναστολή για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 250 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου µέσου δι' αντιπροσώπου, απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησής του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και µε απλή έγγραφη δήλωση, µε βεβαιωµένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δηµόσια, δηµοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωµένο αντίγραφό του στη σχετική έκθεση άσκησης του ενδίκου µέσου. Αν το ένδικο μέσο ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το αρμόδιο συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει και τους διαδίκους, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή η επίκληση ανωτέρας βίας προς δικαιολόγηση της έλλειψης της πληρεξουσιότητας. Το ένδικο µέσο της αναίρεσης, κατ' άρθρο 465 παρ. 2 του ΚΠΔ, µπορεί επίσης να ασκηθεί για λογαριασµό του καταδικασθέντος και από το συνήγορό του που είχε παραστεί στη συζήτηση, χωρίς να υποχρεούται να έχει ή να προσαρτήσει σχετικό ειδικό πληρεξούσιο, η δε ιδιότητα του ασκούντος την αναίρεση δικηγόρου, ως συνηγόρου του κατηγορουµένου παραστάντος κατά τη δίκη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και να προκύπτει από την απόφαση. Αν το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης ασκηθεί για λογαριασμό εκείνου που καταδικάστηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, που δεν είχε παραστεί ως συνήγορος κατά τη συζήτηση μετά την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, τότε το πληρεξούσιο προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ή επικυρωμένο αντίγραφό του πρέπει με ποινή το απαράδεκτο, να προσαρτάται στη σχετική έκθεση, και αν εκείνος που καταδικάστηκε δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτό μπορεί να προσκομιστεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Αν δε το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκηθεί από πληρεξούσιο, με επίδοση δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ), και εκείνος που καταδικάστηκε ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης, το πληρεξούσιο για την άσκηση της αναίρεσης πρέπει να προσαρτηθεί στην επιδιδόμενη δήλωση για την αναίρεση της απόφασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ.3 του ν. 1756/1988, περί ΚΟΔΚΔΛ, "στον Άρειο Πάγο, που λειτουργούν τρία ποινικά τμήματα, τα Ε', ΣΤ' και Ζ', στο προηγούµενο κατά τη σειρά της αρίθµησης τµήµα εισάγονται οι αιτήσεις αναίρεσης, στις οποίες κατά την προσβαλλόµενη απόφαση ή κατά το προσβαλλόµενο βούλευµα, το επώνυµο του κατηγορουµένου (αναιρεσείοντος ή αναιρεσιβλήτου) ή του πρώτου από αυτούς, αρχίζει από τα γράµµατα Α µέχρι και ΚΑ, στο δεύτερο εισάγονται όσων το επώνυµο αρχίζει από τα γράµµατα KB µέχρι και ΠΑ και στο επόµενο τµήµα εισάγονται οι υπόλοιπες υποθέσεις". Επομένως στο Ε' ποινικό τμήμα υπάγονται οι υποθέσεις, που αφορούν αναιρεσείοντες των οποίων τα επώνυμα αρχίζουν από το γράμμα Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, στο παρόν συμβούλιο του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος εισήχθη, με πρόταση του Εισαγγελέα, η από 30-9-2011 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Λ., κατά της 2042/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ασκήσεως της αναιρέσεως με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το δικηγόρο Αθηνών Νικ. Αναγνωστόπουλο, χωρίς την προσκομιδή σχετικού πληρεξουσίου του κατηγορουμένου και χωρίς αυτός να είναι ο παραστάς στην εν λόγω δίκη. Όμως, από τα εκτεθέντα στο ακροατήριο από τον παραστάντα στο συμβούλιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον Εισαγγελέα της έδρας και από τα προσκομισθέντα έγγραφα, προκύπτει ότι α) ο εν λόγω δικηγόρος Νικ. Αναγνωστόπουλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται παραστάς, όχι για τον παρόντα αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, αλλά για τον συγκατηγορούμενό του Χ. Ν., πλην ήδη τα πρακτικά της δίκης αυτής διορθώθηκαν ως προς τα από παραδρομή λανθασμένα αναγραφέντα αντίστοιχα ονοματεπώνυμα των δύο παρασταθέντων δικηγόρων των δύο κατηγορουμένων και β) εκκρεμεί δεύτερη εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης του ιδίου αναιρεσείοντος κατά της ήδη διορθωμένης ιδίας 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώπιον του αρμοδίου για την εκδίκασή της Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Μετά από αυτά, το παρόν συμβούλιο κρίνει αναγκαίο, να απόσχει να αποφανθεί επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που εισάγεται σε αυτό από τον Εισαγγελέα για να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι ο ασκήσας την αναίρεση δικηγόρος, δεν είναι ο παραστάς στη δίκη, ώστε να εισαχθεί η υπόθεση στο Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, κατά το προαναφερθέν άρθρο 23 παρ.3 του ν. 1756/1988, επειδή το πραγματικό επώνυμο του αναιρεσείοντος (είναι Δ. και όχι Λ.), αρχίζει από Δ, στο δε άνω τμήμα Ε' έχει εισαχθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 514 εδ.γ' του ΚΠΔ και δεν έχει ακόμη εκδικασθεί δεύτερη αίτηση αναίρεσης του ιδίου κατηγορουμένου κατά της αυτής αποφάσεως, της οποίας τα πρακτικά έχουν διορθωθεί κατά το άνω πατρώνυμο και κατά το όνομα του λανθασμένα αναγραφόμενου ως παραστάντος συνηγόρου του, που άσκησεν και την κρινόμενη αναίρεση, χωρίς ειδικό πληρεξούσιο, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 96 παρ.1 και 465 του ΚΠΔ, ώστε οι δύο αυτές εμπρόθεσμες αιτήσεις αναιρέσεως που εκκρεμούν και στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, να συνεκδικασθούν στο αρμόδιο τμήμα, γιατί η μία συμπληρώνει την άλλη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί (σε συμβούλιο) επί της από 28 Σεπτεμβρίου 2011 αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Λ. του Α.. Διατάσσει την εισαγωγή της υποθέσεως στο αρμόδιο Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, για να συνεκδικασθεί με δεύτερη μη εκδικασθείσα αίτηση του ιδίου αναιρεσείοντος, στρεφόμενη κατά της αυτής προσβαλλόμενης και ήδη διορθωμένης 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που εισάγεται στο παρόν συμβούλιο για να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι ο ασκήσας την αναίρεση δικηγόρος, δεν είναι ο παραστάς στη δίκη, ώστε να εισαχθεί η υπόθεση στο Ε' Ποιν. Τμημ. του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΟΔΚΔΛ, Ν. 1756/1988, επειδή το επώνυμο του αναιρεσείοντος είναι Δ. με μικρό όνομα Λ. και όχι Λ. Δ., ήτοι αρχίζει από Δ, στο δε άνω τμήμα Ε' έχει εισαχθεί και δεν έχει ακόμη εκδικασθεί δεύτερη εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης του ιδίου κατ/νου κατά της αυτής απόφασης, της οποίας τα πρακτικά έχουν διορθωθεί κατά το άνω πατρώνυμο του κατ/νου και κατά το όνομα του λανθασμένα αναγραφόμενου ως παραστάντός συνηγόρου του, που άσκησεν πλέον παραδεκτά την αναίρεση, χωρίς ειδικό πληρεξούσιο με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τα άρθρα 96 παρ.1 και 465 του ΚΠΔ και πρέπει οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως να συνεκδικασθούν στο Ε' Ποιν. Τμήμα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1268/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητρολόπουλο, περί αναιρέσεως της 1821/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 145/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς . Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Με τον 1.Β και 2o συναφείς λόγους αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Συνίσταται δε αυτή στο ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είχε προβάλει παραδεκτώς και αναπτύξει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, είχε προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι σύμφωνα με το από 11-2-2009 κλητήριο θέσπισμα του κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την παράβαση του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 2971/2001, καθόσον στις 31-1-2005 επέφερε με πρόθεση μεταβολή στον αιγιαλό, χωρίς αδεία και ειδικότερα προέβη στις εκεί αναφερόμενες κατασκευές επί εκτάσεως 93 τ.μ. (σενάζι, πάχους 40 εκατοστά με συρματόπλεγμα μήκους 16,5μ., καγκελένια πόρτα , μήκους 3μ.και , τοίχο πλάτους 20 εκατοστά ) και με την υπ' αριθ. AT 1723/2010 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κρίθηκε ένοχος για την ανωτέρω πράξη , πλην όμως προσδιορίσθηκε ως χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών η 31/10/2004. Ότι η τυχόν τέλεση των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων που τιμωρούνται ως πλημμέλημα, ανάγονται σε χρόνο πέραν της 5ετίας από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία έλαβε χώρα στις 3-6-2009 και πάντως δεν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τις εν λόγω πράξεις εντός 8ετίας από την τυχόν τέλεσή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη της μεταβολής αιγιαλού και ειδικότερα ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "… Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί ιδιοκτησία , ήτοι ακίνητο , συνολικής εκτάσεως 7.828,80 τ.μ. μετά της επ' αυτού οικοδομής, στην περιοχή Καβουρόπετρα Κυψέλης της νήσου Αίγινας Αττικής κατά το πρώτο πενθήμερο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004, χωρίς οποιαδήποτε άδεια της αρμόδιας αρχής επέφερε με πρόθεση μεταβολή στον ευρισκόμενο βορείως της ιδιοκτησίας του αιγιαλό. Ειδικότερα όπως διαπιστώθηκε σε αυτοψία που διενήργησε η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς κατά μήνα Μάιο 2004 ο ανωτέρω είχε κατασκευάσει αυθαιρέτως σε έκταση 93 τ.μ. α) σενάζι, πάχους 40 εκατοστά με συρματόπλεγμα μήκους 16,5 μ. β) καγκελένια πόρτα, μήκους 3 μ. και γ) τοίχο πλάτους 20 εκατοστά και μήκους 3,5 μ., με τις κατασκευές δε αυτές, για τις οποίες συντάχθηκε η από 31-1-2005έκθεση ελέγχου της υπαλλήλου Κ. Χ. και το από Μαΐου 2004 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Ι. Τ. κλπ, επήλθε αναμφισβήτητα μεταβολή στον αιγιαλό. Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν παράβασης του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 2971/2001, η οποία τελέσθηκε κατ' επιτρεπτή μεταβολή κατά το πρώτο πενθήμερο του μηνός Φεβρουαρίου 2004 απορριπτόμενου, ως αβασίμου του προβληθέντος περί παραγραφής αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν επήλθε οκταετία από της τελέσεως της πράξης (1-5/2-2004 έως 24-11-2011). Με τις άνω όμως παραδοχές του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς σε σχέση με τον προβαλλόμενο αυτοτελή ισχυρισμό για εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω πενταετούς παραγραφής η προσβαλλομένη στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας χρόνος τελέσεως του αδικήματος δέχεται ότι είναι το πρώτο πενθήμερο του Φεβρουαρίου 2004 και ότι μέχρι την επίδοση του από 10-2-2009 κλητηρίου θεσπίσματος στις 18-3-2009 παρήλθε ο χρόνος των 5 ετών από την τέλεση της πράξεως. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠοινΔ 1B και 2 λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου εκ πλαγίου σε σχέση με την παρέλευση 5ετίας από το χρόνο τελέσεως της πράξεως (1 έως 5/2004) και πριν την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (18-3-2009)είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκει δε μετά τούτα η έρευνα των άλλων λόγων αναιρέσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικατ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠοινΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος (ΟλΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1821/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μεταβολής αιγιαλού χωρίς άδεια, που τελέσθηκε το πρώτο πενθήμερο του μηνός Φεβρουαρίου 2004. Η πράξη όμως αυτή υπέπεσε σε παραγραφή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αφού από το χρόνο τελέσεως αυτής (πρώτο πενθήμερο Φεβρουαρίου 2004) και μέχρι και τη συζήτηση της παρούσης (9-10-2012) σε κάθε δε περίπτωση μέχρι και τη διάσκεψη της υπόθεσης (23.10.2012) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει βάσιμο κατά τα παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά παραδοχή του οποίου αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη ποινική δίωξη. Μετά ταύτα πρέπει: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1821/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς και β) να παύσει οριστικά του η σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την άνω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ.1821/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς Παύει οριστικά την, κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: Στην Αίγινα Αττικής κατά το πρώτο πενθήμερο του Φεβρουαρίου του έτους 2004 επέφερε μεταβολή στον αιγιαλό, παραλία ή θάλασσα με κατασκευή κτισμάτων χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια. Ειδικότερα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να έχει κατασκευάσει επί του αιγιαλού στην περιοχή Καβουρόπετρα Κυψέλης Αίγινας σε έκταση 93 τ.μ. α) σενάζι πάχους (40) εκατοστών με συρματόπλεγμα μήκους (16,5) μέτρων, β) καγκελένια πόρτα μήκους (3) μέτρων και γ) τοίχο πλάτους (20) εκατοστών μήκους (3,5) μέτρων χωρίς άδεια και κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2971/2001, επιφέροντας με τον τρόπο αυτό παράνομα μεταβολή επί του αιγιαλού. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταβολή αιγιαλού. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ισχυρισμός αυτοτελής. Παραγραφή εξάλειψη του αξιοποίνου. Αιτίαση περί παραγραφής λόγω παρελεύσεως πενταετίας μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Δεκτή η αιτίαση. Αναιρεί λόγω ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και Εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1266/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 1250/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Σ. Κ. του Θ. και 2. Ν. Μ. του Μ. . Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εν μέρει και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα λοιπά, μόνο για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1250/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, ένοχος δύο πλημμελημάτων, της Διευκόλυνσης εισόδου τεσσάρων αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος (άρ. 88 παρ.1 α, 87 παρ.5 ν. 3386/2005) και της μη συμμόρφωσης σε σήμα στάθμευσης αστυνομικού οργάνου (άρ. 45 παρ. 1, 4 ν. 2696/1999-ΚΟΚ) και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εικοσιενός μηνός και δέκα ημερών μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Μετά το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη με παρόντα το Γραμματέα, κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση με αριθμό 1250/6-7-2010, η οποία είναι η εξής: Στις 26-1- 2008, στο 10 χιλιόμετρο της Ε.Ο. Αλεξανδρούπολης - Κομοτηνής, ο Μ. Μ. (πρώτος κατηγορούμενος) διευκόλυνε τη μεταφορά των παρακάτω αναφερομένων υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα και ειδικότερα παρέλαβε, προώθησε και διευκόλυνε τη μεταφορά υπηκόων τρίτης χώρας, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Μ. Σ. του Ν., μετέφερε τους παρακάτω αναφερόμενους αλλοδαπούς οι οποίοι εισήλθαν στο Ελληνικό έδαφος από δρόμο παράλληλο με τις εγκαταστάσεις και εκτός αυτών του Σ.Σ. Κήπων και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Οι κατά τα παραπάνω αναφερόμενοι αλλοδαποί είναι: 1. Β. G. του Μ., 2. Κ. Ζ. του Τ., 3. Μ. Ι. του Ζ. και 4. D. T. του G., άπαντες κάτοικοι ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Σ. Κ. και Ν. Μ. (δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι) στις 26-1-2008 στο συνοριακό σταθμό Κήπων Έβρου, από κοινού και με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό τους Μ. Μ., πριν από την τέλεση και κατά την διάρκεια της τέλεσης της παραπάνω πράξεως που αυτός διέπραξε και συγκεκριμένα ο Ν. Μ. μετέφερε έως το συνοριακό σημείο Κήπων, με το υπ' αριθ. ... τουριστικό λεωφορείο που εκτελούσε το τακτικό δρομολόγιο Γεωργίας - Ελλάδας, τους παραπάνω αναφερόμενους λαθρομετανάστες, όπου και τους αποβίβασε και τους υπέδειξαν, μαζί με τον κατηγορούμενο Σ. Κ., το χώρο πλησίον του συνοριακού σημείου Κήπων όπου τους ανέμενε ο κατηγορούμενος Μ. Κ., έχοντας συνεννοηθεί μαζί τους συγκατηγορουμένους του, ο οποίος και τους επιβίβασε στο ανωτέρω όχημα με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό της χώρας. Επιπλέον ο κατηγορούμενος Σ. Κ. επιβιβάστηκε στο υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και προπορευόταν του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οποίο είχαν επιβιβασθεί οι λαθρομετανάστες, με σκοπό να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο Μ. Μ. σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου ή άλλου σχετικού εμποδίου. Με την ενέργειά τους αυτοί οι κατηγορούμενοι διευκόλυναν τον συγκατηγορούμενό τους Μ. Μ. στην τέλεση ως και στην ολοκλήρωση της παραπάνω αναφερόμενης πράξης. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Μ. διευκόλυνε την είσοδο στο Ελληνικό έδαφος των παραπάνω αναφερομένων υπηκόων τρίτης χώρας, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, χωρίς να υποβληθούν στον απαιτούμενο έλεγχο. Συγκεκριμένα διευκόλυνε την είσοδο στο Ελληνικό έδαφος των ανωτέρω λαθρομεταναστών, υποδεικνύοντάς τους δρόμο, τον οποίο ακολούθως περπάτησαν πεζοί, παράλληλα με τις εγκαταστάσεις και εκτός αυτών, του συνοριακού σταθμού Κήπων, εισερχόμενοι έτσι στο Ελληνικό έδαφος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Μ. Μ. και Σ. Κ. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οδηγώντας τα υπ' αριθ. ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητα αντιστοίχως, δεν εστάθμευσαν σε σήμα στάσεως που τους δόθηκε από αστυνομικό όργανο με στολή και συγκεκριμένα από συνοριοφύλακες του τμήματος συνοριακής φύλαξης Φερών αλλά τράπηκαν σε φυγή. Επομένως, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, να αναγνωριστεί όμως στους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου, στο δε τρίτο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2ε ΠΚ, απορριπτομένων των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Όμως, όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και από τα πρακτικά της δίκης, το δικαστήριο δεν αναφέρεται καθόλου στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, ούτε στο προοίμιο γενικά αναφέρει αυτά κατά το είδος τους, δηλαδή λείπει παντελώς η αναφορά των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του παρόντος και απολογηθέντος κατηγορουμένου), ενώ ούτε και στο περιεχόμενο των άνω παραδοχών γίνεται καμία αναφορά στα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για να συναγάγει την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, δεν είναι η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη κατά τα προαναφερόμενα. Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός περί ελλείψεως αιτιολογίας τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, στο σύνολό της. Περαιτέρω επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός, που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, τέτοιος δε επιεικέστερος νόμος είναι και εκείνος, ο οποίος τιμωρεί σε βαθμό πταίσματος μία αξιόποινη πράξη, ενώ προηγουμένως την τιμωρούσε σε βαθμό πλημμελήματος. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 45 παρ. 1 και 4 του Ν. 2696/1999 περί ΚΟΚ, ετιμωρείτο σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους η μη συμμόρφωση οδηγού σε σήμα στάσης το οποίο δίνουν αστυνομικά όργανα με στολή, πλην ήδη κατά το άρθρο 31 παρ. 1 α του Ν. 3904/ 23-12-2010 η οδική αυτή συμπεριφορά τιμωρείται πλέον με κράτηση μέχρι έξι μηνών και με πρόστιμο μέχρι 3.000 ευρώ και συνεπώς συνιστά πταισματική παράβαση (άρθρο 18 εδ. γ' ΠΚ), με αποτέλεσμα, η τελευταία διάταξη να είναι επιεικέστερη και επομένως εφαρμοστέα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που αναιρείται η απόφαση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 4, 112 και 113 παρ. 2 και 3 ΠΚ, που εφαρμόζονται, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης, (26-1-2008), πριν την αντικατάστασή τους με το άρ. 24 του νέου ν. 4055/2012, (που τα πταίσματα παραγράφονται πλέον μετά δύο έτη), συνάγεται, ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος αυτής στα πταίσματα είναι ένα (1) έτος και αρχίζει να τρέχει αυτός από την ημέρα τέλεσης της αξιόποινης πράξης και η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι, όμως, περισσότερο από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Συνεπώς, εφόσον από την, στις 26-1-2008, τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης από τον αναιρεσείοντα, που κατέστη πταίσμα και μέχρι σήμερα που αναιρείται η καταδικαστική απόφαση στο σύνολό της παρήλθεν χρόνος διετίας και περισσότερος, πρέπει ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, δοθέντος ότι έγινε δεκτός, ως βάσιμος, ο προσημειωθείς αναιρετικός λόγος, να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για το παραπάνω αδίκημα της μη συμμόρφωσης τούτου σε σήμα αστυνομικού οργάνου με στολή, λόγω παραγραφής. Ακολούθως δε, όσον αφορά το ανωτέρω πρώτο πλημμέλημα, που αναιρείται η καταδικαστική απόφαση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1250/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Θράκης, καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Μ. Μ. του Ι. στο σύνολό της. Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική εναντίον του Μ. Μ. του Ι. για το ότι στο 10ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αλεξανδρούπολης - Κομοτηνής την 26-1-2008, οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, δε στάθμευσε σε σήμα στάσεως που του δόθηκε από αστυνομικά όργανα με στολή και συγκεκριμένα από συνοριοφύλακες του Τμήματος Φερών, αλλά τράπηκε σε φυγή. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το πλημμέλημα της Διευκόλυνσης εισόδου αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος, όσον αφορά μόνον τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Μ. Μ. του Ι., για νέα συζήτηση στο ίδιο ως παραπάνω δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Θράκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , από την μη αναφορά παντελώς στο αιτιολογικό των αποδεικτικών μέσων που στήριξαν την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. 2. Παύει οριστικά δίωξη για β' πλημ/κή πράξη παραβ. αρ.45 παρ. 1, 4 του ΚΟΚ, κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, λόγω νομοθετικής μεταβολής και εφαρμογής αυτεπάγγελτα του επιεικέστερου αυτού νόμου, κατ' άρθρο 31 παρ. 1 α του Ν. 3904/2020, που μετέτρεψε την πράξη από πλημμέλημα σε πταίσμα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1265/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 205-208/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 153/12. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α` του ν.2168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξεις", "όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα" και ο παραβάτης των διατάξεων του παραπάνω νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. ε' του ν. 2168/1993, ως εκρηκτικές ύλες, θεωρούνται "τα στερεά ή υγρά σώματα τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά", ως εκρηκτικός δε μηχανισμός κατά το στοιχείο στ' της ίδιας διάταξης, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης, είδος δε εκρηκτικού μηχανισμού αποτελεί και η γνωστή με την ονομασία "βόμβα Μολότωφ", ήτοι φιάλη περιέχουσα εύφλεκτο υγρό, όπως η βενζίνη, που εκσφενδονίζεται με αναμμένο το φυτίλι και προκαλεί με την πτώση της σε σκληρή επιφάνεια έκρηξη, γιατί αν και ως τελικό αποτέλεσμα έχει τον εμπρησμό, παρά ταύτα το άμεσο αποτέλεσμα της δεν είναι η πυρκαγιά, αλλά η έκρηξη, δηλαδή η λόγω της ανάφλεξης και της ανύψωσης της θερμοκρασίας βίαιη ρήξη των τοιχωμάτων της φιάλης και η απελευθέρωση αερίων, συνέπεια της οποίας είναι η μετά την έκρηξη πυρκαγιά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 δ, 7 παρ.1, 7, 8α και γ' του ίδιου νόμου προκύπτει ότι απαγορεύεται η κατοχή όπλων και και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρόντος νόμου, όπως πυρομαχικών, εκρηκτικών μηχανισμών και ο παραβάτης τιμωρείται με τις ίδιες ως άνω ποινές, ενώ όποιος βρίσκει αντικείμενα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, μεταξύ των οποίων και τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, υποχρεούται να τα παραδώσει αμέσως στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή να ειδοποιήσει αυτήν για την παραλαβή τους, αλλιώς τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών και, σε περίπτωση που αποσκοπεί σε κατακράτηση των ανευρεθέντων αντικειμένων, με τις αναφερθείσες στην αρχή ποινές, ανάλογα με το είδος του ανευρεθέντος αντικειμένου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 205-208/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος, κατά πλειοψηφία, κατοχής εκρηκτικού μηχανισμού και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και δύο μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είχε δεσμό με την Κ. Κ.. Η τελευταία στις αρχές του Μαΐου 2005, ανακοίνωσε στον κατηγορούμενο ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της σχέσεως αυτής. Ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε την επιθυμία αυτή της Κ. και προκειμένου να την εξαναγκάσει να συνεχίσει τη σχέση μαζί του, άρχισε να δημιουργεί διάφορα επεισόδια σε βάρος της και σε βάρος της οικογενειακής της επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΑΓΚΡΟΒΕΤ Κ. Κ. ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΑ Α.Ε.", επί της ... στη ..., όπου και η ίδια εργαζόταν. Στα πλαίσια αυτής της επαναλαμβανόμενης βίαιης και απειλητικής συμπεριφοράς του σε βάρος της πρώην ερωμένης του στις 16-6-2005, έθραυσε με πλάκα πεζοδρομίου την πρόσοψη, (κρύσταλλο-παράθυρα) και τον εξωτερικό υαλοπίνακα-προθήκη του ως άνω καταστήματος της παραπάνω εταιρίας, ενώ παράλληλα τοποθέτησε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το ως άνω κατάστημα αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό , γνωστό ως "κοκτέιλ μολότοφ" αποτελούμενο από φιάλη βότκας 750 ml, γεμάτη με εύφλεκτη ύλη (πετρέλαιο) και προσαρμοσμένο στο στόμιο της τεμάχιο υφάσματος, που κατείχε. Τον εκρηκτικό αυτό μηχανισμό κατείχε και τοποθέτησε μπροστά από το κατάστημα ο κατηγορούμενος, όχι με σκοπό να προκαλέσει έκρηξη και με αυτή κοινό κίνδυνο, αλλά με μόνο στόχο να προκαλέσει ανησυχία στην πρώην ερωμένη του και τους στενούς συγγενείς της, χωρίς να έχει πρόθεση να τον ενεργοποιήσει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατοχής εκρηκτικού μηχανισμού που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 7 του ν. 2168/1993 , κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από κατοχή εκρηκτικής βόμβας με σκοπό την πρόκληση κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα του άρθρου 272 του ΠΚ και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη 205-208/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 381 του ΠΚ και 1, 7 του ν. 2168/1993 περί όπλων κλπ. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σημειώνονται τα ακόλουθα: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των δύο εγκλημάτων της κατοχής εκρηκτικού μηχανισμού και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, β) αναφέρεται και αιτιολογείται σαφώς η παρά του κατηγορουμένου κατοχή του εκρηκτικού μηχανισμού, χωρίς να είναι αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου της φυσικής εξουσιάσεως αυτού, γ) περιγράφεται με σαφήνεια ο εκρηκτικός μηχανισμός, όπως είναι και η αυτοσχέδια κατασκευή, η γνωστή με την ονομασία "βόμβα Μολότωφ", που ο κατηγορούμενος κατείχε και τοποθέτησε στο πεζοδρόμιο μπροστά στο κατάστημα της πρώην φίλης του μηνύτριας, ο οποίος και συνιστά εκρηκτικό μηχανισμό κατά το στοιχείο στ' της διάταξης του άρθρου 1 ν. 2168/1993, και που μπορούσε να προκαλέσει έκρηξη και ορθά καταδικάστηκε για απλή κατοχή εκρηκτικού μηχανισμού,(άρθρο 7 παρ.1 ν. 2168/1993), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αντί της πράξης του άρθρου 272 του ΠΚ, που εισήχθη σε δίκη, ελλείψει απόδειξης σκοπού πρόκλησης κοινού κινδύνου, δ) από την απαλλακτική κρίση του δικαστηρίου, ελλείψει αποδείξεων, για την πράξη της φθοράς που τελέσθηκε 5-6-2005, με εκσφενδονισμό πέτρας στον υαλοπίνακα προθήκης του καταστήματος της μηνύτριας, δε συνάγεται ασάφεια ή αντίφαση σε σχέση με την παραδοχή και καταδίκη για τέλεση ίδιας ως άνω φθοράς με πέταγμα πλάκας πεζοδρομίου από τον κατηγορούμενο κατά την 16-6-2005. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ, μεταξύ των αποδεικτικών µέσων περιλαµβάνεται και η πραγµατογνωµοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα ή µετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού µέσου η πραγµατογνωµοσύνη πρέπει να µνηµονεύεται ειδικά στην αιτιολογία µεταξύ των αποδεικτικών µέσων, στο πρoοίµιό της ή τουλάχιστον, από το όλο περιεχόµενο του αιτιολογικού της προσβαλλόµενης καταδικαστικής απόφασης να συνάγεται βεβαιότητα ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιµήθηκε µε τα λοιπά αποδεικτικό µέσα. Όμως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με σχετικό αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ασάφεια ως προς τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, με την αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και α) η από 25-6-2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, β) η από 25-6-2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του επίμαχου εκρηκτικού μηχανισμού, που συντάχθηκαν από Υπαστυνόμους- Χημικούς, κατόπιν της υπ' αριθ. 1045/2/231-α της 23-1-2001 εγγράφου παραγγελίας των διενεργούντων την προανάκριση αστυνομικών οργάνων και γ) η από 23-5-2005 ιατροδικαστική έκθεση, οι οποίες εκθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι οι αναγνωσθείσες ως παραπάνω στο ακροατήριο τρεις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης πράγματι δεν μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όμως, το δικαστήριο αναμφίβολα τις έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού τα όσα βεβαιώνονται στις εκθέσεις αυτές, στις δύο πρώτες που είναι ταυτόσημες με ιδία ημερομηνία της ιδίας αστυνομικής υπηρεσίας ΔΕΕ/ΕΛΑΣ/ΥΕΕ Βορ. Ελλάδος και συνιστούν εργαστηριακή εξέταση της κατασχεθείσας γυάλινης φιάλης με εύφλεκτο υλικό πετρελαίου και που οι συντάξαντες δύο χημικοί αστυνομικοί καταλήγουν ότι πρόκειται για ένα είδος αυτοσχέδιου εμπρηστικού μηχανισμού, γνωστού με την ονομασία κοκτέϊλ μολότωφ, έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, αφού το συµπέρασµά τους, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, δεν είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισµα της απόφασης, αλλά ταυτίζεται µε εκείνο. Όσον δε αφορά την αναγνωσθείσα από 23-5-2005 ιατροδικαστική έκθεση της Ε. Ζ., όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, αφορά σε εξέταση της μηνύτριας Κ. - Σ. Κ., στο σώμα της οποίας παρατηρήθηκαν εκδορές και εκχυμώσεις, λόγω αναφερόμενου ξυλοδαρμού της 21-5-2005, ήτοι αφορά πράξη άσχετη, που δε συνδέεται με τις άνω δύο πράξεις που ο αναιρεσείων καταδικάστηκε. Επομένως δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς την συνεκτίμηση των άνω τριών εκθέσεων, που δεν αναφέρονται ειδικά στο αιτιολογικό ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-1-2012 αίτηση - δήλωση του Μ. Π. του Κ., περί αναιρέσεως της 205-208/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατοχή εκρηκτικού μηχανισμού- βόμβας μολότωφ. Άρθρα 1,7 του ν. 2168/1993. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
null
null
0
Αριθμός 1264/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Λ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 599/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ν. Ε. του Ε. και 2) Ε. Δ. του Γ., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 936/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί αποβολής της πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτός δεν επαναλήφθηκε στο Εφετείο. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα του ότι ο κατηγορούμενος είχε συμπεριλάβει ειδικό λόγο έφεσης στην έκθεση εφέσεώς του και συνακόλουθα το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να τον εξετάσει αυτεπάγγελτα. Το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που δεν επαναφέρθηκε σε αυτό, όταν ειδικότερα ο εκκαλών κατηγορούμενος απουσιάζει κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως ή της υπέρβασης εξουσίας, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' και Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία από αμέλεια συνεπιβάτη του σε μοτοσυκλέτα που αυτός οδηγούσε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της δηλωθείσας παράστασης πολιτικής αγωγής των Ν. Ε. και Ε. Δ., γονέων του θανόντος και ζήτησε την αποβολή τους, λόγω πλήρους αποζημιώσεώς τους από το Επικουρικό Κεφάλαιο και παραίτησής τους από κάθε αστική αξίωση. Το πρωτοβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την 4105/2008 απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή ως αβάσιμη και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιδίκασε στους άνω παρασταθέντες πολιτικώς ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση 10 ευρώ στον καθένα για ψυχική οδύνη. Ο κατηγορούμενος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την 349/2008 έφεση, με καθολικό το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, επαναφέροντας στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με ειδικό λόγο έφεσης και τον ίδιο ως παραπάνω ισχυρισμό, ότι έπρεπε να αποβληθεί η πολιτική αγωγή λόγω μη ενεργητικής νομιμοποίησης των πολιτικώς εναγόντων. Κατά την δευτεροβάθμια δίκη, ο εκκαλών κατηγορούμενος, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και επομένως δεν επαναφέρθηκε στο ακροατήριο ο παραπάνω ισχυρισμός του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, που δηλώθηκε εκ νέου και στο Εφετείο και έτσι το Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και εξέδωσε την προσβαλλόμενη 599/201 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να ασχοληθεί εκ νέου με τον παραπάνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ήδη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παραπονείται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που παρέλειψε να αποφανθεί επί του παραπάνω ισχυρισμού του και δεν τον εξέτασε αυτεπάγγελτα, παρά την απουσία του, αφού είχεν συμπεριλάβει σχετικό ειδικό λόγο εφέσεως στην 349/2008 έκθεση εφέσεώς του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, με την παραδοχή από το Τριμελές Εφετείο, ως τυπικά παραδεκτής της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία που είχεν απορρίψει τον άνω ισχυρισμό ατόνησε και με την προσβαλλόμενη απόφαση η υπόθεση εξετάσθηκε εκ νέου από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο στο σύνολό της και συνεπώς, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αυτεπάγγελτα στον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, αφού ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε στο Εφετείο και δεν επανέφερε τον ισχυρισμό του αυτό στο ακροατήριο του Εφετείου, που δηλώθηκε εκ νέου παράσταση πολιτικής αγωγής, για να αποφανθεί το δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 599/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων οδηγός μοτοσυκλέτας ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από την ανωμοτί κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό ο κατ/νος οδηγούσε την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του με επιβαίνοντα τον θιο των πολιτικώς εναγόντων Ε. Ε.. Αυτός από αμέλεια του επειδή οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς) ενόψει ιδίως και της οδού που εκινείτο και του γεγονότος ότι επικρατούσε σκοτάδι και την οποία δεν είχε μειώσει αναλόγως έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί προς τα δεξιά να πέσει σε λακκούβα, να ανατραπεί, και τελικά να επιπέσει σε κολώνα φωτισμού. Από την σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε θανάσιμα όπως στο διατακτικό ο υιός των πολιτικώς εναγόντων. Ο μοναδικός υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατ/νου είναι ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος αλλά ο θανών. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται ενόψει ιδίως του ότι αυτός αποτελεί όψιμο ισχυρισμό του κατ/νου, ο οποίος αρχικά είχε αναφέρει ότι οδηγούσε ο ίδιος όπως ανέφερε και ο δίδυμος αδελφός του Κ. Λ., έχοντας ενημέρωση από τον κατ/νο, στην μητέρα του θανόντος, αμέσως μετά το ατύχημα. Επομένως ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 599/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, β) αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα και δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο που αποφάνθηκε ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις που επικρατούσαν (σκοτάδι, λακούβες στο οδόστρωμα), να προσδιορίσει επακριβώς την ταχύτητα αυτή και γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπερβολικής ταχύτητας που ανέπτυξε ο κατηγορούμενος οδηγός και της απώλειας του ελέγχου της μοτοσυκλέτας, από πτώση σε λακκούβα του οδοστρώματος συνεπεία της οποίας και εξετράπη αυτή της πορείας της, ανετράπη και επέπεσε σε παρακείμενη σιδερένια κολώνα Δημοτικού φωτισμού, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θανάσιμος τραυματισμός του συνεπιβάτη του Ε. Ε.. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ, μεταξύ των αποδεικτικών µέσων περιλαµβάνεται και η πραγµατογνωµοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα ή µετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού µέσου η πραγµατογνωµοσύνη πρέπει να µνηµονεύεται ειδικά στην αιτιολογία µεταξύ των αποδεικτικών µέσων, στο προίµιό της ή τουλάχιστον, από το όλο περιεχόµενο του αιτιολογικού της προσβαλλόµενης καταδικαστικής απόφασης να συνάγεται βεβαιότητα ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιµήθηκε µε τα λοιπά αποδεικτικά µέσα. Όμως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με σχετικό αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ασάφεια ως προς τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, με την αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και η από 20-7-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού οχημάτων Γ. Ο., που συντάχθηκε κατόπιν εγγράφου παραγγελίας των διενεργούντων την προανάκριση αστυνομικών οργάνων, η οποία έκθεση και δεν λήφθηκε υπόψη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα ως παραπάνω στο ακροατήριο έκθεση πραγματογνωμοσύνης πράγματι δεν μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όμως, όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο αναμφίβολα την έλαβε υπόψη του, αφού τα όσα βεβαιώνονται στην έκθεση αυτή για την κατάσταση της μοτοσυκλέτας και τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δεν είναι αντίθετα προς το αποδεικτικό πόρισµα της αποφάσεως. Επομένως δεν προκύπτει καμία ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την συνεκτίμηση από το Εφετείο και της άνω αναγνωσθείσας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που δεν αναφέρεται ειδικά στο αιτιολογικό ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και ο συναφής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-7-2011 αίτηση - δήλωση του Α. Λ. του Θ., περί αναιρέσεως της 599/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οδηγός Μοτοσυκλέττας. Ανθρωποκτονία από αμέλεια. 1. Το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί αποβολής της πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτός δεν επαναλήφθηκε στο Εφετείο, ανεξάρτητα του ότι είχε συμπεριλάβει ειδικό λόγο έφεσης στην έκθεση εφέσεως του και συνακόλουθα το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να τον εξετάσει αυτεπάγγελτα και με το να μην απαντήσει σε ισχυρισμό που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που δεν επαναφέρθηκε σε αυτό, όταν ειδικότερα ο εκκαλών κατηγορούμενος απουσιάζει κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως ή της υπέρβασης εξουσίας, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' και Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. 2. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 3. Δεν προκύπτει καμία ασάφεια ως προς την συνεκτίμηση από το Εφετείο και της αναγνωσθείσας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που δεν αναφέρεται ειδικά στο αιτιολογικό ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αναμφίβολα την έλαβε υπόψη του, αφού τα όσα βεβαιώνονται στην έκθεση αυτή, έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1262/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Ε. Σ.-Π., κάτοικο ... . Με εγκαλούμενη την Θ. Μ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 158863/13.3.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 415/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 148/20.6.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών υπέβαλλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 158863/13-3-2012 έγγραφό του, τη συνημμένη από 5-2-2012 "ΑΝΑΦΟΡΑ - ΑΙΤΗΣΗ" της Ε. Σ. Π., κατοίκου ..., με την οποία καταγγέλλει την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Θ. Μ., για την αξιόποινη πράξη της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως (άρθρο 254 Π.Κ.) και ζήτησε την παραπομπή της παραπάνω "ΑΝΑΦΟΡΑΣ - ΑΙΤΗΣΗΣ" κατά τα άρθρα 136 ε' και 137 Κ.Π.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περιπτ. Ε' Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 112-125, δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 156/2003). Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση η καθ' ης η παραπάνω "ΑΝΑΦΟΡΑ - ΑΙΤΗΣΗ", εγκαλούμενη Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θ. Μ., υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία είναι η μόνη στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σε αυτό των Πρωτοδικείων και Εισαγγελιών Χαλκίδας και Θηβών και δεν παρέχεται εν προκειμένω η ευχέρεια της παραπομπής της ανωτέρω αναφοράς σε άλλη Εισαγγελία ή Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, προκειμένου η εισαγγελική αυτής αρχή και τα αντίστοιχα δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια να ασχοληθούν με την διερεύνηση της παραπάνω "ΑΝΑΦΟΡΑΣ - ΑΙΤΗΣΗΣ", με την οποία αποδίδεται στην μνημονευόμενη Εισαγγελέα Πρωτοδικών η τέλεση εκ μέρους της του αδικήματος της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης (άρθρο 254 Π.Κ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: να αποφασίσει το Δικαστήριό σας την παραπομπή της υπόθεσης που αφορά την από 5-2-2012 "ΑΝΑΦΟΡΑ - ΑΙΤΗΣΗ", της Ε. Σ. Π., κατά της Θ. Μ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στην Εισαγγελία και το Πρωτοδικείο Πειραιά. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 ΚΠοινΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και κατ` αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 5.2.2012 αναφορά - αίτησή της, η Ε. Σ. - Π., κάτοικος ..., καταγγέλλει την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Θ. Μ. για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως. Ως εκ τούτου, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, κατ' άρθρο 136 περίπτωση ε του ΚΠοινΔ, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (άρθρ. 137 παρ. 1 περ. γ), ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί η ανωτέρω εισαγγελική λειτουργός. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. πρωτ. 158863/13.3.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω αναφοράς, και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, αυτές του Εφετείου Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση που αναφέρεται στο σκεπτικό στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αναφορά για παρασιώπηση λόγου εξαιρέσεως σε βάρος Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί η εγκαλουμένη, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σ' αυτές του Εφετείου Πειραιώς.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1261/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. E. E. του I., κρατούμενου στις Φυλακές ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 377/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον G. E. του B.. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 387/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 150/20.6.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 79/12.12.2011 αίτηση του S. E. ή E. του I., για αναίρεση της 377/24.11.2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002, Ολ.ΑΠ 19/2001, ΑΠ 602/2010). Τέλος, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων και γενικώς όλες οι αιτιάσεις οι οποίες, υπό την επίκληση νομίμων λόγων αναιρέσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1823/2011, ΑΠ 1770/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος S. E. ή E. του I. στο Διευθυντή του Καταστήματος της Κλειστής Φυλακής Αλικαρνασσού, όπου κρατείται, πλήττεται η 377/24.11.2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για κατοχή, μεταφορά και αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών από κοινού. Στη συνταχθείσα προς τούτο 79/12.12.2011 έκθεση αναιρέσεως αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "... ενώπιον εμού του Ευαγγέλου Κορογιάννη, Διευθυντή της Φυλακής, παρουσιάστηκε ο κρατούμενος κατάδικος S. E. ή E. του I. και ζήτησε τη σύνταξη της παρούσας, δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της 377/24.11.2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης ... για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει, δηλαδή δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς τα δικονομικά επιχειρήματα με αποτέλεσμα την καταδίκη του στην ανωτέρω αναγραφόμενη ποινή ...". Από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν αναφέρεται ούτε επισυνάπτεται κάποιο άλλο έγγραφο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτήν κανένας λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ούτε διατυπώνεται κάποια πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 79/12.12.2011 αίτηση του S. E. ή E. του I., για αναίρεση της 377/24.11.2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 12 Ιουνίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Δεν αποτελούν δε λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος S. E. ή E. του I. στο Διευθυντή του Καταστήματος της Κλειστής Φυλακής Αλικαρνασσού, όπου κρατείται, πλήττεται η υπ' αριθ. 377/24.11.2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για κατοχή, μεταφορά και αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών από κοινού. Στη συνταχθείσα προς τούτο 79/12.12.2011 έκθεση αναιρέσεως αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, τα εξής: "... δηλαδή δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς τα δικονομικά επιχειρήματα με αποτέλεσμα την καταδίκη του στην ανωτέρω αναγραφόμενη ποινή ...". Από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν αναφέρεται ούτε επισυνάπτεται κάποιο άλλο έγγραφο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτήν κανένας λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ούτε διατυπώνεται κάποια πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, πρέπει η αίτηση αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠοινΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την με αριθμό 79/12.12.2011 αίτηση του αναιρεσείοντος S. E. ή E. του I. για αναίρεση της υπ' αριθ. 377/24.11.2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικός στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως,.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1267/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή, περί αναιρέσεως της 36628/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 εδ. α' και 474 παρ.1 εδ. α' Κ.Π.Δ, που ορίζουν, η πρώτη ότι "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1" και η δεύτερη ότι "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του άρθρ. 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος", προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί παραδεκτά. Τέτοια απόφαση είναι εκείνη που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, όχι όμως και η απορρίπτουσα, για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη την έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο με δήλωση κατά τον τρόπο που ορίζεται από την δεύτερη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (474 παρ. 1 εδ. α'), εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικα, και όχι με δήλωση επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την 36628/2011 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την ασκηθείσα υπό του νυν αναιρεσείοντος έφεση, κατά της 134172/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δια της οποίας αυτός κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης, της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983 (εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 Ευρώ ημερησίως. Η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Εφετείου στις 20-7-201, όπως από την επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα στην αρχή αυτής, προκύπτει. Ο αναιρεσείων, άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, την από 7-9-2011 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού την 8-9- 2011 (υπ' αριθμό πρωτ. 6772) προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, εν όψει των αναφερθεισών διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ.476 παρ.1 ΚΠΔ), γιατί η πληττομένη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 7-9-2011 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδοθείσα την 8-9-2011, (υπ' αριθμό πρωτ. 6772) αίτηση του Π. Π. του Κ., περί αναιρέσεως της 36628/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της. Αναίρεση. Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ασκείται στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του ΑΠ. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 1253/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Eταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΜΔΑ, ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ, ΕΞΑΓΩΓΑΙ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7850/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5607/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5607/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 919 του ίδιου Κώδικα "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων των άρθρων 928 και 929 του ΑΚ αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία έχει μόνο ο αμέσως ζημιωθείς από αυτήν, το πρόσωπο δηλαδή που είναι φορέας ή δικαιούχος του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε από την άδικη πράξη, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, του άρθρου 919 του ΑΚ μόνο εκείνος έναντι του ή και του οποίου η ζημιογόνος συμπεριφορά του υπαιτίου αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν δεν εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθετε σ' αυτήν: Ότι από το έτος 1985 συνεργαζόταν με την Τράπεζα Εργασίας, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και η οποία, εκτός από τις χορηγούμενες πιστώσεις με ανοικτούς λογαριασμούς που είχε ανοίξει για κεφάλαια κίνησης, είχε χρηματοδοτήσει και επενδύσεις της αναιρεσείουσας στο εργοστάσιό της στα Ιωάννινα. Ότι το έτος 1993 η ενάγουσα ζήτησε την υπαγωγή της στον Κανονισμό ΕΟΚ 866/1990 (που προέβλεπε 50% επιδότηση από ΕΟΚ, 25% δανειακά κεφάλαια και 25% ίδια κεφάλαια) για επένδυση ύψους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, που αφορούσε την επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων και τον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της στην κοινότητα Κατσίκα Ιωαννίνων, μετά δε από αίτησή της η ίδια Τράπεζα Εργασίας στις 6-4-1993 εκδήλωσε ενδιαφέρον για την επένδυση αυτή και έτσι δρομολογήθηκε η διαδικασία εγκρίσεως της. Ότι ο βασικός εταίρος και διαχειριστής της ενάγουσας Δ. Σ. διατηρούσε τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων σε συνάλλαγμα στο υποκατάστημα 37 της Τράπεζας Εργασίας, ύψους τότε τουλάχιστον 510.000 δολαρίων ΗΠΑ, και στα μέσα Μαΐου του 1994 ο εν λόγω διαχειριστής της, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά και ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, ζήτησε από το ως άνω υποκατάστημα τη δραχμοποίηση των δολαρίων του, ώστε να συνεισφέρει ως κεφάλαιο στην ενάγουσα το ποσό που θα προέκυπτε και με αυτό η τελευταία να εξοφλήσει τις οφειλές της προς την τράπεζα αυτή από τη λήψη πιστώσεων για κεφάλαια κίνησης με ανοικτούς λογαριασμούς, να εξυγιανθεί οικονομικά ενόψει της επέκτασης που σχεδίαζε και να μην επιβαρύνεται με τους ιδιαίτερα υψηλούς την εποχή εκείνη τόκους. Ότι με την ισοτιμία της 17-5-1994 η δραχμοποίηση θα απέφερε 126.085.260 δραχμές, που θα συνεισέφερε ο διαχειριστής προς αύξηση του κεφαλαίου της, και η ενάγουσα με το ποσό αυτό θα εξοφλούσε τις προς την εναγομένη οφειλές της, ανερχόμενες τότε σε 116.000.000 δρχ., και θα της απέμενε το υπόλοιπο ποσό (10.085.260 δρχ.), ώστε να μην αναγκαστεί στις 15-6-1994 να δανειστεί εκ νέου 15.000.000 δρχ. από την εναγομένη για κεφάλαιο κίνησης. Ότι το ως άνω υποκατάστημα Εργασίας αρνήθηκε παράνομα να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό του διαχειριστή της, με σκοπό να ωφελείται από την είσπραξη τόκων από τις συμβάσεις χορήγησης πιστώσεων σ' αυτή. Ότι στην επιμονή του η εν λόγω τράπεζα απάντησε ότι αν συνέχιζαν να προτάσσουν το αίτημα αυτό, η τράπεζα θα σταματούσε τη χρηματοδότηση της εταιρείας για κεφάλαιο κίνησης, δεν θα εξέδιδε εγγυητική επιστολή ύψους 90.000.000 δρχ. που της ήταν απαραίτητη για τη συμμετοχή της στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και δεν θα συμμετείχε στη χρηματοδότηση του επενδυτικού αυτού σχεδίου. Προκειμένου λοιπόν να μη ματαιωθεί το σχέδιό της αυτό συνεχίζει η ενάγουσα εξαναγκάστηκε ο διαχειριστής της να διατηρήσει την κατάθεση σε δολάρια ΗΠΑ με πολύ μικρό τόκο κατάθεσης, αυτή δε να δανείζεται πληρώνοντας πολλαπλάσιους τόκους. Ότι το Μάιο του 1995, για να περιορίσει τις δαπάνες της από τις πληρωμές τόκων δανείστηκε από την τράπεζα 700.000 δολάρια ΗΠΑ που είχαν μικρότερο επιτόκιο, δάνειο με το οποίο εξόφλησε υποχρεώσεις της προς την εναγομένη και το οποίο δεν θα ήταν αναγκαίο να συνάψει αν είχε γίνει η αιτηθείσα δραχμοποίηση. Ότι το Μάιο του 1999 οι δόσεις και οι τόκοι των ληφθέντων δανείων ανέρχονταν σε δεκάδες εκατομμύρια δραχμών, η δε ενάγουσα είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση. Ότι ο διαχειριστής της, συμβουλευθείς δικηγόρο, ζήτησε εγγράφως στις 6-5-1999 να δραχμοποιηθεί ο ως άνω λογαριασμός του και το προϊόν της δραχμοποίησης να κατατεθεί στους δανειακούς της λογαριασμούς. Ότι η Τράπεζα Εργασίας, αντιληφθείσα ότι στένεψαν τα περιθώρια εκμετάλλευσης της ενάγουσας, την ίδια ημέρα δραχμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω λογαριασμού του διαχειριστή της, για να λήξει έτσι η "κατάσταση ομηρίας" της ενάγουσας, στην οποία έχει περιέλθει με την προαναφερθείσα παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, συνεπεία της οποίας ζημιώθηκε κατά το ποσό των τόκων που υποχρεώθηκε να πληρώσει στην τελευταία, όσο διαρκούσε η άρνησή της, στα πλαίσια του παραπάνω ανοικτού λογαριασμού, για ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία του μη δραχμοποιηθέντος συναλλάγματος (126.085.260 δρχ), όπως αυτό αυξανόταν ανά τρίμηνο με τους κεφαλαιοποιούμενους τόκους, δοθέντος ότι αν η Τράπεζα εκτελούσε την εντολή δραχμοποίησης, το ποσό θα ετίθετο στην διάθεση της ενάγουσας από το διαχειριστή της. Ότι ειδικότερα, από την ως άνω αιτία η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-1994 μέχρι 6-5-1999 κατά το συνολικό ποσό των 221.059.045 δρχ. ή 648.743,67 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή. Ότι την 7-5-1999 η Τράπεζα διοχέτευσε στους εκκρεμείς λογαριασμούς της ενάγουσας το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος της δραχμοποίησης, ήτοι 130.063.728 δρχ., αλλά κατά παράβαση της σχετικής εντολής του διαχειριστή της Δ. Σ. το κράτησε δεσμευμένο στον αναφερόμενο στην αγωγή άτοκο λογαριασμό όψεως της ενάγουσας, παρά τις έντονες αντιδράσεις της, με συνέπεια αυτή από 1-4-1999 έως 31-3-2000, που έγινε τελικά η εν λόγω διοχέτευση, να πληρώσει επιπλέον τόκους στην εναγομένη, ζημιωθείσα κατά το ποσό των 25.770,32 ευρώ, όπως επίσης αναφέρεται στην αγωγή. Ότι στις 18-11-1996 υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας η υπ'αρ. 1582 σύμβαση δανείου δρχ. 225.000.00, αφορώσα τη συμμετοχή της Τράπεζας στην ανωτέρω επένδυση, πλην όμως αυτή, χωρίς συμβατική πρόβλεψη, επιβάρυνε κάθε τμηματική εκταμίευση από το εν λόγω δάνειο επένδυσης με ποσοστό 30% και το ποσό που προέκυπτε το κατέθετε ως εγγύηση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό καταθέσεων που άνοιξε αυθαίρετα στο όνομα της ενάγουσας για το σκοπό αυτό, με συνέπεια από την παραπάνω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης να υποστεί ζημία για το χρονικό διάστημα από 2-12-1996 έως 19-2-1999 ανερχόμενη σε 13.664,88 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή. Και βάσει του ιστορικού αυτού ζητούσε η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη Τράπεζα οφείλει να της καταβάλει τα ανωτέρω ποσά και συνολικά το ποσό των 688.178,87 ευρώ, ως αποζημίωση για ισόποση ζημία την οποία υπέστη, από την προαναφερθείσα και όπως την χαρακτηρίζει "αντισυμβατική, αυθαίρετη, κακόπιστη, καταχρηστική, εκβιαστική, αντίθετη με τα χρηστά ήθη, αντίθετη με τα συναλλακτικά ήθη και ως εκ τούτων παράνομη" συμπεριφορά της Τράπεζας Εργασίας, συνισταμένη στην άρνησή της να εκτελέσει την εντολή του βασικού της (αναιρεσείουσας) εταίρου και διαχειριστή Δ. Σ. για τη δραχμοποίηση του ειρημένου λογαριασμού του σε συνάλλαγμα και τον εξαναγκασμό του να διατηρήσει την κατάθεσή του αυτή και να μην τη διαθέσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο που επιθυμούσε (εισφορά στην αναιρεσείουσα) και, περαιτέρω, στη δέσμευση του δραχμοποιηθέντος ποσού και την κατά τα προεκτεθέντα επιβάρυνση κάθε τμηματικής εκταμίευσης του δανείου, με τα προειρημένα αποτελέσματα (πληρωμή τόκων κ.λπ.). Από το κατά τα ανωτέρω ιστορικό και αίτημα της ένδικης αυτής αγωγής προκύπτει ότι κατ' αυτήν (αγωγή) η αναιρεσείουσα είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή φέρεται ως δικαιούχος του προσβληθέντος εννόμου αγαθού (περιουσίας) και έναντι ακριβώς αυτής η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αντίκεται στο χρηστά ήθη. Επομένως η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες περί αδικοπραξιών διατάξεις και εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ , οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και το Εφετείο, που, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, με την αιτιολογία ότι υπό τα ιστορούμενα σ' αυτήν η αναιρεσείουσα ήταν εμμέσως και όχι αμέσως ζημιωθείσα, παραβίασε με την μη εφαρμογή τους τις διατάξεις αυτές και υπέπεσε, έτσι στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγους της αιτήσεως της. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναί δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5607/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία. Αποζημίωση. Δικαιούχος αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και 919 του ΑΚ είναι ο αμέσως ζημιωθείς από την άδικη πράξη. Τέτοιος είναι ο φορέας ή δικαιούχος του προσβληθέντος εννόμου αγαθού, στην περίπτωση του άρθρου 919 μόνο εκείνος έναντί του ή και του οποίου η ζημιογόνος συμπεριφορά του υπαιτίου αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται και όταν δεν εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Αναιρεί την Εφ.Αθ. 5607/2009.
null
null
0
Αριθμός 1250/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιούγκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68423/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 195/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α' και β' ΚΠοινΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση, όμως, αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 462 του ΚΠοινΔ, να διαλάβει στη έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεώς του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ' αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εκ του λόγου όμως αυτού δεν παραβιάζεται το, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανωτέρου βαθμού δικαστήριο, αφού η απαίτηση να διαλαμβάνονται οι λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου επιβάλλεται από λόγους ορθού χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα περί του παραδεκτού ή μη της ασκήσεως αυτού, η έρευνα του οποίου και προηγείται της κατ' ουσίαν κρίσεως των λόγων του και να δυνηθεί ο Εισαγγελέας να εκτιμήσει τους προβαλλομένους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και να προτείνει σχετικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρθηκε του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Εάν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκησή του, το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και, όταν το δικαστήριο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 476 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ενώπιόν του αν εμφανισθεί σ` αυτό ή με υπόμνημα. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 161 παρ.1 και 2 και 162 ΚΠοινΔ, οι οποίες ορίζουν, πλην άλλων, ότι για την κατά τα άρθρα 155-158 επίδοση, εκείνος που ενεργεί την επίδοση οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται, στο οποίο, με ποινή ακυρότητος της επιδόσεως, σημειώνεται το έτος, ο μήνας και η ημέρα κατά την οποία έγινε η επίδοση και ακόμη να σημειώσει στο έγγραφο που επιδίδει τη χρονολογία της επιδόσεως και να υπογράψει τη σημείωση αυτή και ότι το αποδεικτικό που συντάσσεται κατά τον ως άνω τρόπο έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα, συνάγεται σαφώς ότι αν υπάρχει διαφορά στη χρονολογία της επίδοσης μεταξύ του αποδεικτικού και της σημείωσης επικρατεί το αποδεικτικό. Η επισημείωση του επιδίδοντος πάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο επιβάλλεται για την ενημέρωση του ενδιαφερομένου και προς υπόμνησή του ως προς την ακριβή ημέρα επιδόσεως, από την οποία εξαρτάται η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου, χωρίς η παράλειψη της να δημιουργεί ακυρότητα της επίδοσης (άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Μόνο δε στην περίπτωση που από τη διαφορά, ως προς την χρονολογία, μεταξύ του αποδεικτικού και της κατ' άρθρο 161 παρ. 2 ΚΠοινΔ επισημειώσεως του δικαστικού επιμελητή, επί του επιδιδομένου εγγράφου, δημιουργηθεί στον ενδιαφερόμενο διάδικο εύλογη μεν, πλην ανακριβής, πεποίθηση για τον ακριβή χρόνο επιδόσεως και συνεπώς για την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκήσει το ένδικο μέσο, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέτρεξε ανωτέρα βία στην άσκηση του ενδίκου μέσου. Πρέπει όμως τότε, ο ασκών εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του τον δικαιολογητικό αυτό λόγο του εκπροθέσμου και τα αποδεικτικά του μέσα, άλλως, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (αρθρ. 476 ΚΠοινΔ). Αν δε η γνώση του για το εκπρόθεσμο ανακύψει μετά την άσκηση, μπορεί να προταθεί ο δικαιολογητικός λόγος κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να μπορεί ο διάδικος αυτός να προτείνει την πλάνη αυτή και την από αυτή απώλεια της προθεσμίας εφέσεως το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1, 2 ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, κατά της αποφάσεως που απέρριψε ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται στον ασκήσαντα τούτο το ένδικο μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως με βάση την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, ενώ κάθε άλλος λόγος αναιρέσεως, που αναφέρεται στην ουσία της υποθέσεως, είναι απαράδεκτος και δεν ερευνάται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση, με αριθμό εκθέσεως 7769/2009 του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά της, ερήμην του εκδοθείσης, 93083/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για αυθαίρετη κατασκευή. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται "Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται έφεση κατά της υπ' αριθμόν 93.083/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών καταδικάστηκε ερήμην για αυθαίρετη κατασκευή κτίσματος (αρ. 17 παρ. 8 ν. 1337/1983). Η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση, κατά την απαγγελία της οποίας ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν ήταν παρών, επιδόθηκε νομότυπα και έγκυρα στον τελευταίο ως γνωστής διαμονής στις 12/5/2009 στην κατοικία του στην οδό ... αρ. 5 στα ..., όπου, αφού ο αρμόδιος για την επίδοση Αρχ. Α.Τ. Μελισσίων ... δεν βρήκε τον ίδιο προσωπικά, αλλά τη σύνοικο σύζυγο του Β. Σ., παρέδωσε στα χέρια της την πιο πάνω απόφαση και της ανακοίνωσε το περιεχόμενο της, όπως προκύπτει από το από 12/5/2009 αποδεικτικό επίδοσης ερήμην απόφασης του ως άνω Αρχιφύλακα. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση δια εξουσιοδοτήσεως στις 25/5/2009, όπως προκύπτει από την οικεία υπ' αριθμ. πρωτ. 7.767/25-5-2009 έκθεση εφέσεως της αρμόδιας Γραμματέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία τάσσεται από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, για την περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται από τον κατηγορούμενο που δεν ήταν παρών, γνωστής όμως διαμονής, κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εκπρόθεσμα. Ωστόσο, από τη σχετική υπ' αρ. πρωτ. 7.767/25-5-2009 έκθεση εφέσεως της Γραμματέως Πλημμελειοδικών Αθηνών προκύπτει ότι αν και η έφεση έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν διαλαμβάνει στη σχετική έκθεση το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη και, συνεπώς, απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, είναι η επιβαλλομένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι διαλαμβάνει τη χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση του αποφάσεως (12-5-2009), ως γνωστής διαμονής, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή και τη χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (25-5-2009), με ρητή μνεία στην αιτιολογία των στοιχείων του αποδεικτικού. Στην ανωτέρω έκθεση εφέσεως, ο ήδη αναιρεσείων, δεν διέλαβε, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της εφέσεως του, λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα την έφεση, ούτε επικαλείται ακυρότητα της επιδόσεως και συνεπώς η περί του εκπροθέσμου της εφέσεως ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, αφού, μάλιστα, δεν ισχυρίστηκε, ο ίδιος, ώστε να διαληφθεί σχετική αιτιολογία, ούτε και κατά την συζήτηση της εφέσεως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την συζήτηση της οποίας ήταν παρών, το προβαλλόμενο, το πρώτον με την αναίρεση, ότι στην επιδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναγράφηκε χρόνος επίδοσης η χρονολογία 14 -5-2009 και ότι ως εκ τούτου θεώρησε ότι η προθεσμία άρχιζε από την επομένη αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Επειδή όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος θεμελιώνεται όταν η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αναφέρεται σε ουσιαστική ποινική διάταξη, και όχι σε δικονομική τοιαύτη, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 473 και 474 ΚΠοινΔ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 473 και 474 ΚΠοινΔ απερρίφθη η έφεσή του ως εκπρόθεσμη είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 10/20 Ιανουαρίου 2012 αίτηση του Α. Π. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 68423/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εάν υπάρχει διαφορά ως προς την χρονολογία μεταξύ του αποδεικτικού και της επισημειώσεως του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή, επικρατεί το αποδεικτικό. Εάν δημιουργηθεί εύλογη πεποίθηση στο διάδικο για τον ακριβή χρόνο επιδόσεως και συνεπώς για την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου, μπορεί, να θεωρηθεί, ότι συνέτρεξε ανωτέρα βία. Πρέπει όμως, ο ασκών εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του τον λόγο αυτό του εκπροθέσμου και τα αποδεικτικά του μέσα, άλλως, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν η γνώση του για το εκπρόθεσμο ανακύψει μετά την άσκηση, μπορεί να προταθεί ο δικαιολογητικός λόγος κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή ενώπιον τούτου δικάζοντος ως Συμβούλιο, δεν μπορεί όμως να προτείνει την πλάνη αυτή το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
null
null
0
Αριθμός 1246/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Σ., o οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η πληρεξούσια δικηγόρος Ευμορφία Ρήγα δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 12-5-2012 και κληρονομήθηκε από τις 1. Μ. χήρα Β. Π., το γένος Γ. Μ. και Β. Π. του Β., ..., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτήν την ίδια. Της αναιρεσίβλητης: "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7847/1999, 3224/2005 μη οριστικές, 7019/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6989/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-5-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με το υπ' αριθμ. ... ένταλμα πληρωμής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ανέλαβε την 20-2-1978 από τον τηρούμενο στην τελευταία προθεσμιακό του λογαριασμό συναλλάγματος το ποσό των 2.470 δολλαρίων ΗΠΑ, το δε υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, ποσού 4.000 δολλαρίων, μεταφέρθηκε την 19-3-1978 και πιστώθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσείοντος με το υπ' αριθμ. ... ένταλμα της αναιρεσίβλητης, κατόπιν εντολής του ιδίου (αναιρεσείοντος), που σημειώθηκε χειρογράφως από αυτόν στην οικεία καρτέλα του προθεσμιακού λογαριασμού με την ένδειξη "να μεταφερθούν το ποσό και οι τόκοι εις λογ. ..." και υπογράφηκε από τον αναιρεσείοντα, και ότι (δέχθηκε το Εφετείο) με αυτόν τον τρόπο εξοφλήθηκε ο προαναφερθείς προθεσμιακός λογαριασμός συναλλάγματος του αναιρεσείοντος και παρέμεινε σε ισχύ μόνον ο λογαριασμός Ταμιευτηρίου, ο οποίος και λειτούργησε έκτοτε μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, που έλαβε χώραν την 8-8-1983. Και βάσει των περιστατικών αυτών, στα οποία στηριζόταν η προταθείσα από την αναιρεσίβλητη-εναγομένη ένσταση εξοφλήσεως, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, έκρινε αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.470 δολλαρίων, μετά των νομίμων τόκων, που αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο του προθεσμιακού λογαριασμού μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία της 20-2-1978. ΙΙ. Με τους πρώτον, δεύτερο και τρίτο, από τους αριθμούς 8, 11α' και 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι α) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό - λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ότι το υπ' αριθμ. ... ένταλμα πληρωμής της αναιρεσίβλητης, με το οποίο εφέρετο ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε αναλάβει, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των 2.470 δολλαρίων από τον ένδικο προθεσμιακό λογαριασμό συναλλάγματος, δεν ήταν γνήσιο (αμφισβήτηση γνησιότητας εγγράφου), ότι β) το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το έγγραφο αυτό (ένταλμα πληρωμής), το οποίο είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη σε απλή (ανεπικύρωτη) φωτοτυπία, που δεν έχει αποδεικτική δύναμη, και το οποίο γ) εν πάση περιπτώσει, και αν δηλαδή γινόταν δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει το ειρημένο ένταλμα σε νόμιμο (επικυρωμένο) φωτοαντίγραφο, το Εφετείο το έλαβε υπόψη χωρίς να το έχει επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη, η οποία και είχε επικαλεσθεί μόνο την προαναφερθείσα απλή φωτοτυπία. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι, αφού, και αντιστοίχως, αα) από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος περί μη γνησιότητας του ως άνω εγγράφου (εντάλματος), δεχόμενο ως αποδειχθείσα τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, ββ) από την ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων (άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ), βεβαίωση του Εφετείου ότι το ανωτέρω έγγραφο, ρητώς, μεταξύ των άλλων, μνημονευόμενο στην απόφαση, προσκομίστηκε ενώπιον του Εφετείου σε φωτοαντίγραφο νομίμως επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Κων. Φραγκανδρέα, ο οποίος και βεβαιώνει ενυπογράφως στο έγγραφο αυτό ότι αποτελεί ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου, προκύπτει ότι (και) το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε νομίμως, ως ανωτέρω (σε επικυρωμένη από τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης φωτοτυπία), και έχοντας, κατά συνέπειαν, αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο (άρθρ. 449§2 του ΚΠολΔ 52 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων"), ενώ, τέλος, γ) από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι η τελευταία επικαλέστηκε το προαναφερθέν, νομίμως επικυρωμένο, φωτοαντίγραφο (φωτοτυπία) του ειρημένου εγγράφου, το οποίο και είχε προσκομίσει, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, από την ίδια, προσβαλλόμενη, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την διά μαρτύρων απόδειξη επειδή ω ς προς το αποδεικτικό θέμα της ενστάσεως εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης υπήρχε αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη (άρθρ. 394§1α' του ΚΠολΔ), και ειδικότερα από τις οκτώ καρτέλες του τηρουμένου προθεσμιακού λογαριασμού του αναιρεσείοντος, οι οποίες έφεραν την υπογραφή του αναιρεσείοντος και η χρονολογικώς τελευταία από τις οποίες έφερε την υπογραφή του ιδίου υπό την προαναφερθείσα ένδειξη εντολής "να μεταφερθούν το ποσό και οι τόκοι εις λογ. ...". Ενόψει της παραδοχής αυτής ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι εν προκειμένω δεν ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 393§1 του ΚΠολΔ, η δια μαρτύρων απόδειξη, είναι αβάσιμος, αφού η ανωτέρω αντίθετη παραδοχή του Εφετείου εμπεριέχει απόρριψη του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ο οποίος και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Τέλος, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι προαναφερθείς οκτώ καρτέλες της αναιρεσίβλητης έφεραν την υπογραφή του αναιρεσείοντος, και ότι το υπ' αριθμ. ... ένταλμα πληρωμής της ιδίας, με το οποίο εκτελέστηκε η εντολή του αναιρεσείοντος και μεταφέρθηκε το ποσό των 4.000 δολλαρίων στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του τελευταίου, δεν φέρει (το ως άνω ένταλμα) και δεν ήταν δυνατόν να φέρει την υπογραφή του τελευταίου, αλλά την ένδειξη "υπηρεσιακώς" ως εσωτερικό έγγραφο της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10, "άλλως 20, άλλως 19" του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεώς του, ο οποίος και είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι καλούσες Μ. Π. και Β. Π., κληρονόμοι του θανόντος ήδη αναιρεσείοντος, που συνεχίζυν τη δίκη, στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-5-2010 αίτηση του Β. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6989/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τις καλούσες Μ. Π. και Β. Π. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως αβάσιμους λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 6, 10 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σχετικά με την απόρριψη ενστάσεως εξοφλήσεως. Επικυρώνει ΕφΑθ 6989/2009.
null
null
0
Αριθμός 1241/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Λ.-Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθηνόδωρο Συρόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18134/2001 μη οριστική και 32947/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 1658/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 211 παρ.1 εδ.α' του Α.Κ. δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, κατά τα άρθρα 216 και 223 του ΑΚ η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα), η οποία, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με τον θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα εκείνου που έδωσε ή που έλαβε την πληρεξουσιότητα, και, τέλος, κατά το άρθρο 235 του ίδιου ΑΚ ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης, αυτοσύμβαση δε που δεν έχει περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεταξύ των άλλων ότι η αυτοσύμβαση, ήτοι η δικαιοπραξία που επιχειρεί ο αντιπρόσωπος με τον εαυτό του ατομικά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου βάσει πληρεξουσίου ή (και) μεταπληρεξουσίου, είναι έγκυρη αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία αυτή, αυτοσύμβαση όμως που επιχειρείται μετά τον θάνατο του αντιπροσωπευομένου και την εντεύθεν παύση της πληρεξουσιότητας (άρθρ.223) δεν είναι έγκυρη, ως ενεργούμενη καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας (αρθρ.211 παρ.1), εκτός εάν συνάγεται το αντίθετο, η ύπαρξη δηλαδή μεταθανάτιας πληρεξουσιότητας, ρητώς παρεχόμενη ή συναγόμενη από το πληρεξούσιο έγγραφο. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης δημιουργείται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση ή μη της έννομης συνέπειάς του. ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ των άλλων: ότι η μητέρα των διαδίκων με το υπ' αριθμ. .../1-7-1991 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικ.Ιωαννίδου είχε διορίσει πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό της τον σύζυγό της και πατέρα των διαδίκων Κ. Σ. προκειμένου αυτός να εκμισθώνει αντί γι' αυτήν και για λογαριασμό της το επίδικο ακίνητο της ιδιοκτησίας της, ήτοι ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην επί των οδών ... και ..., στην ..., οικοδομή, εμβαδού 75,50 τ.μ., ή και να πωλήσει το κατάστημα αυτό σε οποιονδήποτε τρίτον, ακόμη και στον εαυτό του, και έναντι οποιουδήποτε συμφέροντος τιμήματος, υπογράφοντας αντί γι' αυτήν το σχετικό συμβόλαιο, προσύμφωνο ή οριστικό ότι βάσει του προρρηθέντος πληρεξουσίου ο πατέρας των διαδίκων την 22-8-1994, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό της μητέρας τους, με το υπ' αριθμ. .../1994 προσύμφωνο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πασχαλιάς Νάσιου-Χουλιάρα προσυμφώνησε την πώληση προς τον αναιρεσίβλητο της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ως άνω καταστήματος έναντι τιμήματος 10.000.000 δραχμών, παρέχοντας συγχρόνως στον τελευταίο το δικαίωμα να υπογράψει την οριστική σύμβαση πωλήσεως με αυτοσύμβαση ότι η μητέρα των διαδίκων απεβίωσε την 4-6-1996, ενώ ήδη είχε αποβιώσει και ο πατέρας τους, η ίδια δε με την υπ' αριθμ. .../17-2-1992 δημόσια διαθήκη της, που συνέταξε στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Αικ.Ιωαννίδου, είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της στο ανωτέρω ακίνητο τον αναιρεσείοντα, και ότι ο αναιρεσίβλητος μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων και ειδικότερα την 14-11-1996 προέβη στη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../1996 οριστικού συμβολαίου πωλήσεως με αυτοσύμβαση, δυνάμει του οποίου και βάσει του ειρημένου υπ' αριθμ..../1994 προσυμφώνου μεταβίβασε στον εαυτό του το επίδικο κατάστημα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε μεταξύ των άλλων, να αναγνωρισθούν άκυρα, ως γενόμενα καθ' υπέρβαση της δοθείσης πληρεξουσιότητας, τα υπ' αριθμ. .../1994 και .../1996, προσύμφωνο και οριστικό, αντίστοιχα, ως ανωτέρω συμβόλαια πωλήσεως ακινήτου (επίδικου καταστήματος). Ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων και ιδίως εκείνης του άρθρου 223 του ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με τον θάνατο εκείνου που την έδωσε (εντολέα-αντιπροσωπευομένου) εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, όφειλε το Εφετείο, για να έχει η απόφασή του νομική βάση και ειδικότερα επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της ανωτέρω αυτοσύμβασης, να αναφέρει στην ελάσσονα πρότασή του πως κατέληξε στην παραδοχή (πόρισμα) ότι ο αναιρεσίβλητος εγκύρως και όχι καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που είχε δοθεί από τη μητέρα των διαδίκων, πωλήτρια-αντιπροσωπευομένη από αυτόν βάσει του προρρηθέντος προσυμφώνου (μεταπληρεξούσιο, που είχε συντάξει ο αρχικός πληρεξούσιός της και πατέρας των διαδίκων Κ. Σ.), προέβη στην επιχείρηση της αυτοσύμβασης αυτής μετά τον θάνατο της εντολέως-πωλήτριας, τούτο δε αφού από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου δεν προκύπτει και παραδοχή ότι εκ μέρους της τελευταίας είχε δοθεί και μεταθανάτια πληρεξουσιότητα για την πώληση του ακινήτου. Επομένως το Εφετείο, που δεν αναφέρει τα ανωτέρω, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αιτιολογίες ως προς το ειρημένο ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της ένδικης αυτοσύμβασης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ), και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν του ως άνω δεύτερου λόγου της αιτήσεως, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1658/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πληρεξουσιότητα. Αυτοσύμβαση. Η πληρεξουσιότητα παύει με τον θάνατο εκείνου που την έδωσε, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο. Αυτοσύμβαση που επιχειρείται μετά τον θάνατο του εντολέα–αντιπροσωπευομένου είναι έγκυρη μόνο αν προκύπτει από το πληρεξούσιο έγγραφο μεταθανάτια πληρεξουσιότητα, άλλως η αυτοσύμβαση είναι άκυρη, ως επιχειρούμενη καθ’ υπέρβαση της δοθείσης πληρεξουσιότητας. Πότε δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών Αναιρεί την ΕφΘεσ. 1658/2009.
null
null
0
Αριθμός 1238/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ (ΕΤΒΑ ΑΕ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA AEBTE" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα στην προκειμένη περίπτωση από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Κιλκίς και τον Υπουργό Οικονομικών. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-3-2004, 15-6-2004 ανακοπές, τους από 1-11-2004 πρόσθετους λόγους ανακοπής και 7-7-2004 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1471/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2007 αίτησή της και τους από 7-10-2011 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 30 παρ.παρ.1 και 2α' του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και παρ.8 εδ.β', που προστέθηκε με το ίδιο άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίστηκε μεταξύ των άλλων ότι κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί μέχρι 31.12.2000 δεν μπορεί να υπερβεί το τετραπλάσιο, αν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985, το τριπλάσιο, εάν έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1990, και το διπλάσιο, εάν οι συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι την 31.12.2000, του ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' ανώτατο όριο, ότι όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ των οφειλετών αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο 1, και ότι σε όσες από τις ανωτέρω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συνολική οφειλή από τα ρυθμιζόμενα τραπεζικά δάνεια δεν μπορεί να υπερβεί το οριζόμενο κατά περίπτωση όριο (ληφθέν κεφάλαιο δανείου ή άθροισμα κεφαλαίων περισσότερων δανείων, προσαυξημένο με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι το 50% του κεφαλαίου, επί τον προσήκοντα ως άνω συντελεστή 4,3 ή 2), στην προκύπτουσα δε μετά τον υπολογισμό αυτό συνολική οφειλή δεν μπορεί να προστεθεί οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση, δηλαδή οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα, οριοθετουμένης έτσι της εν γένει εκτάσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη μέχρι την κατά τα ανωτέρω προκύπτουσα συνολική οφειλή. Τέτοιοι φόροι κ.λ.π., που δεν μπορούν να προστεθούν στην συνολική αυτή οφειλή, είναι και ο "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ)" που επιβλήθηκε με το άρθρο 6 του ν.1676/1986 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.3 του ίδιου ν.1676/86 επιρρίπτεται από τις Τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενό τους (φόρος που καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 33 του ν. 2873/2000), καθώς και η εισφορά που επιβλήθηκε με το άρθρο 1 παρ.παρ.1 και 3 του ν. 128/1975 εις βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχόμενη σε ποσοστό 1% ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων. Με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/22-8-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42 παρ.10 του ειρημένου ν. 2912/2001, υπήχθησαν στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και οι οφειλές που προέρχονται από δάνεια εγγυημένα ή μη από το Ελληνικό δημόσιο και έχουν τύχει επιδοτήσεως κατά τον ν. 128/1975, οι οποίες έχουν ρυθμισθεί με τις αναφερόμενες σ'αυτήν κοινές Υπουργικές αποφάσεις, όπως και η υπ' αριθμ. 66336/Β/.398/1994 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ν. 128/1975 και 166/1982, παρασχέθηκε δε στους οφειλέτες η ευχέρεια να επιλέξουν με γραπτή δήλωσή τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα είτε την εξακολούθηση της υφιστάμενης ρύθμισης των οφειλών τους είτε την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και ορίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση επιλογής της υπαγωγής των οφειλών στις διατάξεις αυτές παύει να ισχύει η ρύθμιση που έγινε με την οικεία Υπουργική απόφαση. Τέλος, με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 66336/Β/398/14-9-1993 κοινή Υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30-6-1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια σε δραχμές ή συνάλλαγμα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Φλώρινας και Κιλκίς θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε δέκα (10) έτη με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, κ.λ.π. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τα ένδικα τρία δάνεια που χορήγησε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ" (ΕΤΒΑ Α.Ε.), η οποία συγχωνεύτηκε στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." με απορρόφηση, στην πρώτη αναιρεσίβλητη-ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA Α.Ε.Β.Τ.Ε." και δη με τα υπ' αριθμ. .../30-9-1983 και .../24-2-1983 δανειστικά συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Κόκα και την από 21-1-1986 ιδιωτική σύμβαση δανείου, ποσών, αντίστοιχα, 145.915.000, 21.170.000 και 36.300.000 δραχμών, ήτοι: Κατόπιν συμφωνίας των μερών που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Μιχελά οι ληξιπρόθεσμες και άληκτες από τα δάνεια αυτά οφειλές της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας υπήχθησαν την 23-9-1994 στη ρύθμιση που προβλέπεται από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 66336/Β/398/1994 κοινή Υπουργική Απόφαση με τη θέση που εμφάνιζαν τα δάνεια κατά την 30-6-1993, ήτοι για οφειλόμενα τότε ποσά 638.685.213, 13.166.750 και 44.784.859 δραχμών, αντίστοιχα, συνολικού δε ποσού 697.026.428 δραχμών, από το ποσό δε αυτό, βάσει της ειρημένης Υπουργικής Απόφασης και της υπ' αριθμ. 2059171/11090/0025/1993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, ποσό 450.357.127 δραχμών, που αντιστοιχούσε σε τόκους υπερημερίας μέχρι 31-12-1992 (δρχ. 416.977.368) και στον αναλογούντα στους τόκους αυτούς Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ-δρχ. 33.359.789), θα καταβαλλόταν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης από το Ελληνικό δημόσιο και το υπόλοιπο εκ δραχμών 246.669.271 θα καταβαλλόταν από την αναιρεσίβλητη τμηματικά εντός δεκαετίας και σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη από τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί την 1-1-1994 και η τελευταία την 1-7-2003. Το τελευταίο αυτό ποσό (δρχ. 246.669.271) αποτέλεσε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66336/Β/398/1999 Υπουργική Απόφαση ένα νέο δάνειο διαρκείας δέκα (10) ετών, όπως άλλωστε αναφέρθηκε και στο ειρημένο υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο, ως τέτοιο δε, νέο, δάνειο λειτούργησε έκτοτε και επ' αυτού η δανείστρια Τράπεζα υπελόγιζε ανά εξάμηνο συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας, ΕΦΤΕ και έξοδα, και επί του αθροίσματος των επιμέρους αυτών κονδυλίων κατελόγιζε τις καταβολές που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη. Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2912/2001 (8-5-2001), συνεχίζει το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη, με την από 21-12-2001 εξώδικη δήλωσή της προς την "ΕΤΒΑ Α.Ε." γνωστοποίησε σ'αυτήν ότι επιλέγει την υπαγωγή των οφειλών της από τις ένδικες τρεις δανειακές συμβάσεις στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική απόφαση, και όχι την εξακολούθηση της υφιστάμενης ρύθμισης των οφειλών της σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66336/Β/.398/1993 κοινή Υπουργική Απόφαση, επισημαίνοντας παράλληλα ότι με την υπαγωγή των οφειλών της στη νέα ρύθμιση και με τις αναφερόμενες καταβολές οι οφειλές αυτές έχουν πλέον εξοφληθεί. Τέλος, δέχεται το Εφετείο, με τη νέα αυτή ρύθμιση των ένδικων δανείων, την υπαγωγή τους δηλαδή στην υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική Απόφαση, και σύμφωνα με την ίδια αυτή Απόφαση έπαυσε μεν να ισχύει η προηγούμενη ως ανωτέρω ρύθμιση (υπαγωγή στην υπ' αριθμ. 66336/Β/938/1993 κοινή Υπουργική Απόφαση), πλην όμως οι αρχικές δανειακές συμβάσεις, που αποτελούσαν ήδη με την προηγούμενη αυτή ρύθμιση ένα νέο δάνειο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ανέκτησαν την αυτοτέλειά τους, ενόψει του ότι με το προειρημένο υπ'αριθμ. .../1994 ρυθμιστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι όροι και οι συμφωνίες των αρχικών αυτών δανειακών συμβάσεων θα ίσχυαν μόνο σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν θα ίσχυε ή δεν θα επραγματοποιείτο η ως άνω ρύθμιση (αρχική), περίπτωση όμως που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, αφού η ρύθμιση αυτή ίσχυσε μέχρι την κατά τα ανωτέρω επιλογή της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας της υπαγωγής της οφειλής της στη νέα ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως τούτο ισχύει μετά το άρθρο 42 του ν.2912/2001, και από τη νέα αυτή ρύθμιση δεν συνάγεται ότι επήλθε αναβίωση των αρχικών συμβάσεων, όπως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό δημόσιο-εκκαλούντες. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού δημοσίου και της αναιρεσείουσας Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 342/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με τις οποίες και αφού απορρίφθηκαν οι πρόσθετες παρεμβάσεις ης ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." υπέρ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού δημοσίου έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες ανακοπές της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του τελευταίου (Ελληνικού δημοσίου) και ακυρώθηκαν οι ανακοπτόμενες υπ' αριθμ. 504/26-1-2004 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κιλκίς, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 137/2-2-2004 ατομική ειδοποίηση χρεών εις βάρος της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας για ποσό 243.899,31 ευρώ, και η υπ' αριθμ. 2431/28-4-2004 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ίδιας Δ.Ο.Υ., βάσεις της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 977/3-5-2004 ατομική ειδοποίηση χρεών εις βάρος της ίδιας αναιρεσίβλητης για ποσό 47.590 ευρώ. Τα ποσά αυτά των ανακοπτόμενων ταμειακών βεβαιώσεων κα ατομικών ειδοποιήσεων χρεών είχαν κατά τις παραδοχές του Εφετείου (και τις όμοιες του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) καταλογισθεί εις βάρος της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας ως οφειλόμενο κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους υπόλοιπό από το δεύτερο των ένδικων τριών (αρχικώς) δανείων, όπως τούτο (δάνειο) είχε διαμορφωθεί μετά τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικ. με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική Απόφαση, στην οποία τα ένδικα δάνεια είχαν κατά τα προεκτεθέντα υπαχθεί, αποτελούσαν δε τα ως άνω ποσά στο σύνολό τους το αναφερόμενο υπόλοιπο δανείου (δρχ.64.704.394), πλέον εξόδων, φόρων και εισφορών του ν.128/1975 ( δρχ. 3.325.294) που όφειλε η δανείστρια Τράπεζα. Ο καταλογισμός δε αυτός ήταν, κατά τις ίδιες παραδοχές, μη σύννομος, ενόψει των προειρημένων διατάξεων νόμου και Υπουργικών Αποφάσεων, και τούτο διότι ενώ το σύνολο των γενομένων εκ μέρους του Ελληνικού δημοσίου, ως εγγυητή, και της ίδιας της αναιρεσίβλητης-οφειλέτριας εταιρείας καταβολών, ύψους 1.204.271.333 δραχμών, υπερκάλυπταν το σύνολο των οφειλών των ένδικων τριών αρχικώς και ήδη ενός (νέου) δανείων, ύψους 1.165.860.000 δραχμών, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις και χωρίς να συνυπολογίζονται τα αντίστοιχα ποσά της εισφοράς του ν.128/1975 και του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), η αναιρεσείουσα Τράπεζα α) από τα ποσά των πρώτου και τρίτου δανείων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την αφαίρεση των γενόμενων σχετικώς καταβολών, αφαίρεσε τα ποσά των 70.750.983 και 9.213.156 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία όφειλε για έξοδα, φόρους και εισφορά του ν. 128/1975 από τα δάνεια αυτά, τα οποία και πάλι υπερκαλύπτοντο από τις γενόμενες καταβολές, ώστε να μην προκύπτει οφειλόμενο υπόλοιπο από τα δάνεια αυτά, στο προκύψαν δε, μετά την αφαίρεση των καταβολών, υπόλοιπο εκ δραχμών 64.704.394 του δεύτερου από τα ειρημένα δάνεια πρόσθεσε το ποσό των 3.325.294 δραχμών των εξόδων, φόρων και εισφορών του ν.128/75 που όφειλε η Τράπεζα από το δάνειο αυτό, με αποτέλεσμα να προκύπτει εις βάρος της αναιρεσίβλητης οφειλόμενο υπόλοιπο του δεύτερου αυτού δανείου εκ δραχμών 68.029.689, το οποίο και της καταλογίστηκε με τις ανακοπτόμενες πράξεις, ενώ β) κατελόγισε (η αναιρεσείουσα Τράπεζα), όπως και από τα ανωτέρω προκύπτει , το σύνολο των καταβολών (δρχ. 1.204.271.333) στα τρία επί μέρους δάνεια με βάση το ποσοστό συμμετοχής του καθενός από αυτά στο σύνολό της οφειλής, ύψους 1.165.860.000 δραχμών, και όχι στο σύνολο αυτό της οφειλής του ενός πλέον, μετά την υπαγωγή των δανείων στην υπ'αριθμ. 66336/Β/398/1993 κοινή Υπουργική απόφαση, που ίσχυσε και μετά τη νέα ρύθμιση, κατά τα προεκτεθέντα, δανείου, και το οποίο (σύνολο οφειλής) είχε υπερκαλυφθεί, όπως προαναφέρθηκε, από τις γενόμενες συνολικώς καταβολές (οι οποίες εν πάση περιπτώσει, δέχεται το Εφετείο, έπρεπε κατά το άρθρο 422 του ΑΚ να καταλογισθούν πρώτα στο επαχθέστερο δάνειο (ανωτέρω δεύτερο δάνειο), η οφειλή από το ποίο υπερκαλυπτόταν και αυτή από τις γενόμενες καταβολές). Με τις παραδοχές του αυτές, στις οποίες στηρίζεται τα διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο 1ον) δεν παραβίασε τη ρηθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 30 του ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001, και δη ως προς τον προσδιορισμό της συνολικής κατ' ανώτατο όριο οφειλής από τα ένδικα δάνεια της αναιρεσίβλητης, ούτε και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, σε συνδυασμό με το άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία δεν αποκλείουν τη θέση περιορισμών στην εν γένει οικονομική ελευθερία όταν αυτό γίνεται χάριν της εθνικής οικονομίας κατά το άρθρο 106 παρ.2 του Συντάγματος και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος, ομοίως από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ 2ον) διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της υπαγωγής των ένδικων δανείων στις ρυθμίσεις των υπ' αριθμ. 66336/Β/398/14-9-1993, αρχικώς, και 27362/Β/1312/22-8-2001, μεταγενεστέρως, κοινών Υπουργικών Αποφάσεων και του τρόπου υπολογισμού, σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, σε συνδυασμό με την προμνησθείσα διάταξη του ν.2789/2001, της συνολικής οφειλής της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την αναιρεσείουσα από τα ένδικα δάνεια, και τις οποίες διατάξεις και Υπουργικές αποφάσεις δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους δεύτερο, του αναιρετηρίου και δεύτερο, επίσης, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 και 1 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως είναι, ομοίως, αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, ως αβάσιμη, τούτο δε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία (ανακόπτουσα-εφεσίβλητη), ενώ ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ελληνικό δημόσιο (καθού η ανακοπή-υπέρ του οποίου η πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας) η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στρεφόμενη κατά ομοδίκου (μη αντιδίκου) στην ενώπιον του Εφετείου δίκη και μη περιέχοντας λόγον αναιρέσεως κατά τούτου (Ελληνικού δημοσίου). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-11-2007 αίτηση της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 147/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ως προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA Α.Ε.Β.Τ.Ε." και στο ποσό των 300 ευρώ ως προς το αναιρεσίβλητο ελληνικό δημόσιο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τράπεζες. Ανατοκισμός. Ρύθμιση συνολικής οφειλής δανειοληπτών με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά τον ν. 2912/2001 (άρθρ. 42). Για τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της οφειλής συνυπολογίζονται και τα ποσά που αναλογούν στον «Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ)» και στην εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975. Απορρίπτονται λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει Εφ/Θεσσ. 1471/2007.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1231/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Μ. χήρα Ν., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, 2) Ε. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο και 3) Ι. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8578/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 168/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Παντελή, με αριθμό 105/23-4-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 51 3 του Κ.Π.Δ την από 18-1-2012 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 8578/2011 αποφάσεως του Ζ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, σε ποινή φυλάκισης 11 μηνών ανασταλείσα επί τριετία, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ 2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στην σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομιστεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Εξάλλου με την διάταξη της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί κατά την συζήτηση ...". Ακόμη με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8578/2011 απόφαση του Ζ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο Χ. Γ. του Ι., κάτοικος ..., καταδικάστηκε κατ' έφεση για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε ποινή φυλάκισης 11 μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο δικηγόρος Απόστολος Λύτρας την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18-1-2012. Ο πιο πάνω όμως δικηγόρος, ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν (άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ) ήταν, ούτε ειδικό πληρεξούσιο που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης προσκόμισε (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο και ειδικότερα από αντιπρόσωπο, ο οποίος όμως στερείτο ειδικής πληρεξουσιότητας. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 18-1-2012 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 8578/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 20 Απριλίου 2012. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρ, 465 παρ. 1 του ΚΠΔ ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του αρ. 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αφορά το διορισμό των συνηγόρων των διαδίκων ο διορισμός μπορεί να γίνει (αρ. 96 παρ. 2 β ΚΠΔ) κατά τις διατυπώσεις του αρ. 42 παρ. 2 εδ. β και γ, δηλαδή και με απλή έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας, η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα δε, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου αρ. 465 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης το οποίο παρέχεται σ' εκείνο που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτο το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε παραστεί ως συνήγορος στη συζήτηση, κατά την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνος που καταδικάστηκε ήταν παρών κατά την απαγγελία της, αν δεν προσαρτάται στη σχετική έκθεση πληρεξούσιο έγγραφο ή επικυρωμένο αντίγραφό του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8578/2011 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο Χ. Γ. του Ι., κάτοικος ..., καταδικάστηκε κατ' έφεση για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε ποινή φυλάκισης 11 μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο δικηγόρος, Απόστολος Λύτρας, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18-1-2012. Ο πιο πάνω όμως δικηγόρος, ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ) ήταν, ούτε ειδικό πληρεξούσιο που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης προσκόμισε (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο και ειδικότερα από αντιπρόσωπο, ο οποίος όμως στερείτο ειδικής πληρεξουσιότητας. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 18-1-2012 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 8578/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.- Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως από δικηγόρο, ο οποίος ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν, ούτε ειδικό πληρεξούσιο, που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, προσκόμισε. Η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο σε άσκησή της και απορρίπτεται ως απαράδεκτη.-
null
null
0
Αριθμός 1202/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5443/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Χ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Πετρίτση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 916/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητος ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφ' ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη δε η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από κάθε ένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ.Α.Π. 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 5443/2012 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη στις 15-12-2004 στην Αθήνα ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, στα γραφεία του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, ενώπιον της Ε. Χ., ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα, Κ. Χ. "Η Χ. ήταν σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια και έχει διαχειριστεί δισεκατομμύρια. Έχει φάει αυτή ...", ήτοι η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα γεγονός που μπορεί αναμφιβόλως να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως α) στην κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης, η οποία λέγει "μου τηλεφώνησε η κ. Χ. και μου είπε ότι η Μ. φώναζε παρουσία όλων και έλεγε ότι ήμουν σε συμβούλια και επιτροπές και ότι έχω φάει πολλά. Όλα αυτά είναι ψευδή", β) στην κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Δ. Α., η οποία λέγει ότι "Με πλησίασε η κ. Χ. και μου είπε ότι η Μ. της είπε ότι η Χ. έχει φάει πολλά και ότι έχει κάνει καταχρήσεις, ..., έχει εμπάθεια μαζί της", γ) στην κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Ε. Χ., η οποία λέγει ότι "με πλησίασε η κ. Μ. , ..., και μου είπε ότι εδώ την έχω, ότι ήταν σε πολλές επιτροπές και συμβούλια και ότι έχει φάει πολλά,..., είχε εμπάθεια με την Χ.", μη αναιρουμένη από την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία αρνείται ότι ανέφερε τα ως άνω ψευδή γεγονότα, πλην όμως διαψεύδεται από τις ανωτέρω μάρτυρες. Τελούσε δε η κατηγορουμένη σε άμεσο δόλο, διότι αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή, εν τούτοις ισχυρίσθηκε αυτά ενώπιον των ανωτέρων μαρτύρων, προκειμένου να πλήξει την τιμή και υπόληψη, της εγκαλούσης. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως (συκοφαντικής δυσφημήσεως), απορριπτόμενου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού της εκ του άρθρου 84§2ε Π.Κ, αναγνωριζομένης όμως στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84§2α Π.Κ. κατά το διατακτικό. Μετά ταύτα κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: την 15η Δεκεμβρίου 2004 στην Αθήνα ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, στα γραφεία του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, ενώπιον της Ε. Χ., ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα, Κ. Χ. "Η Χ. ήταν σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια και έχει διαχειριστεί δισεκατομμύρια. Έχει φάει αυτή ...", ήτοι η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα γεγονός που μπορεί αναμφιβόλως να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτά το συμπληρώνει και δεν το αντιγράφει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη γνώση της αναληθείας των γεγονότων που διέδωσε και ισχυρίσθηκε αυτή, και έλαβαν γνώση οι άνω αναφερόμενοι. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει απλώς στο σκεπτικό ότι: "η κατηγορουμένη τελούσε σε άμεσο δόλο, διότι αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή, εν τούτοις ισχυρίσθηκε αυτά ενώπιον ..." στο δε διατακτικό της ότι: "η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα γεγονός ψευδές που μπορεί αναμφιβόλως να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές", χωρίς όμως να εκθέτει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή, η οποία, να σημειωθεί, δεν προκύπτει ούτε από τις καθόλου παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεώς του, ούτε και με βάση όσα εκτίθενται στο σκεπτικό, είναι αυτονόητη. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 5443/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των). Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, περιστατικά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή της εγκαλούσας. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι η εγκαλούσα ήταν σε χίλιες επιτροπές και συμβούλια. Έχει φάει αυτή ... Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί την απόφαση λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου, αφού δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογούν και θεμελιώνουν την από την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που διέδωσε.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1198/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου I. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Φιλιππίδη, περί αναιρέσεως της 3734/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1276/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωση του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο), ηθελημένη ενέργεια να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν η παραπλάνηση και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. ΓΕ5701/1-9-1994 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 221/1974, τμήμα του υπ' αριθ. 3333 κοινοχρήστου τεμαχίου της Συμπληρωματικής Διανομής του έτους 1987 του αγροκτήματος Βρόντου -Κονταριώτισσας προκειμένου να ανεγείρει σ' αυτό σταβλικές εγκαταστάσεις Συγκεκριμένα του παραχωρήθηκε το υπ' αριθ. 3333ιε τεμάχιο, έκτασης 4000τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Ο-Ι-Ε στο συνημμένο στην ως άνω απόφαση από 15-7-1994 εξαρτημένο (με συντεταγμένες) τοπογραφικό διάγραμμα των πολιτικών μηχανικών Κ. Δ. και Α. Δ. . Όμως, αυτός παράνομα το έτος 2001 κατέλαβε και αυθαίρετα κατασκεύασε σταβλικές εγκαταστάσεις σε όμορο του προαναφερθέντος τεμάχιο, έκτασης επίσης 4000 τ.μ .το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 3333ιδ' τεμαχίου, που έχει συνολική έκταση 6290 τ.μ. και με την υπ' αριθ. ΓΕ5702/8-9-1994 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας είχε παραχωρηθεί στην τότε κοινότητα Κονταριώτισσας Πιερίας. Επιδιώκοντας δε, να ιδιοποιηθεί την καταληφθείσα έκταση, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις αρμόδιες αρχές και να πείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτών, ότι το ακίνητο που του είχε παραχωρηθεί το έτος 1994 δεν ήταν το υπ' αριθ. 3333ιε τεμάχιο αλλά το ανωτέρω (τμήμα του υπ' αριθ. 3333ιδ τεμαχίου) που ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, είχε παρανόμως καταλάβει. Ειδικότερα για να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του, στην Κατερίνη την 14 Ιουνίου 2005, επί ενός άλλου επίσης πρωτοτύπου και με ημερομηνία σύνταξης 15-7-1994 εξαρτημένου (με συντεταγμένες) τοπογραφικού διαγράμματος των πολιτικών μηχανικών Κ. Δ. και Α. Δ., στο οποίο εμφανιζόταν η αιτηθείσα από τον κατηγορούμενο προς παραχώρηση έκταση σε άλλη θέση και με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η, έθεσε αυθαίρετα την επίσημη σφραγίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας, και την επισημείωση "Ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου που βρίσκεται στον φάκελο και συνοδεύει την υπ' αριθ. ΓΕ 5701/1994 απόφαση Νομάρχη" ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης την ένδειξη "Κατερίνη 14-602005", την προσωπική σφραγίδα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης, Τοπογραφήσεως και Κτηματολογίου της Ν.Α. Πιερίας Π. Μ. και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου. Περαιτέρω, στον ίδιο ως άνω τόπο, την 20η Δεκεμβρίου 2006, επί ενός απλού φωτοτυπικού αντιγράφου του προαναφερθέντος από 15-7-1994 τοπογραφικού διαγράμματος των πολιτικών μηχανικών Κ. Δ. και Α. Δ. το οποίο έφερε, κατά τα ανωτέρω, την πλαστογραφημένη υπογραφή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης και Τοπογραφήσεων της Ν.Α. Πιερίας Π. Μ., έθεσε αυθαίρετα την επίσημη σφραγίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας, την επισημείωση "Ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου που βρίσκεται στον φάκελο και συνοδεύει την υπ' αριθ. ΓΕ 5701/1994 ΑΠΟΦΑΣΗ Νομάρχη", ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης την ένδειξη "Κατερίνη, 20-12-2006", καθώς και μία δυσανάγνωστη υπογραφή, ώστε να φαίνεται ότι αυτή προέρχεται από αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης και τοπογραφήσεων της Ν.Α. Πιερίας. Ο κατηγορούμενος προσδοκούσε όφελος από τη χρήση των δύο ως άνω πλαστών εγγράφων. Προέβη δε στην κατάρτιση τους με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει και συγκεκριμένα να τα προσκομίσει ενώπιον των αρμοδίων αρχών, ήτοι της Διεύθυνσης Γεωργικής Γης -Τμήμα Πολιτικής Γης Της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και να παραπείσει τους υπαλλήλους των αρμοδίων ως άνω υπηρεσιών ότι το πραγματικά παραχωρηθέν σ' αυτόν τεμάχιο δεν ήταν το 3333ιε, έκτασης 4000 τ.μ. αλλά ίσης έκτασης τμήμα του 3333ιδ τεμαχίου. Το εδαφικό αυτό τμήμα όπως αναφέρθηκε παραπάνω είχε καταλάβει παρανόμως το 2001, είχε κατασκευάσει επ' αυτού τις σταβλικές του εγκαταστάσεις και επεδίωκε να το ιδιοποιηθεί, μολονότι γνώριζε, ότι τούτο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου τεμαχίου παραχωρηθέντος στην Κοινότητα Κονταριώτισσας. Η τελευταία εξαρχής είχε λάβει το τεμάχιο αυτό, ώστε να μην υπάρχουν σταβλικές εγκαταστάσεις με πρόσοψη στον Κοινοτικό δρόμο, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος αγνόησε και προέβη σε αυθαίρετες κατασκευές, επί 'έκτασης που δεν δικαιούτο. Απώτερος σκοπός του ήταν η μελλοντική διεκδίκηση της έκτασης αυτής, σκοπό τον οποίο θα επεδίωκε να πετύχει με τη χρήση και των ανωτέρω πλαστογραφημένων εγγράφων. Περί αυτών κατέθεσαν οι αρμόδιοι εν ενεργεία και συνταξιούχοι υπάλληλοι, οι οποίοι ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος προσκόμισε στην Υπηρεσία Πολιτικής Γης και Κτηματολογίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας τοπογραφικό διάγραμμα το οποίο δεν υπήρχε στο αρχείο της ανωτέρω υπηρεσίας και δεν είχε γίνει με αυτό η παραχώρηση των τεμαχίων και ότι ουδέποτε το τοπογραφικό διάγραμμα ιδιώτη μηχανικού επικυρώνεται από υπάλληλο της Υπηρεσίας Πολιτικής Γης αλλά αρχή της ανωτέρω υπηρεσίας είναι ότι αντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος εκδίδει μόνο ο ιδιώτης μηχανικός που εξέδωσε το πρωτότυπο. Επίσης, κατατέθηκε ότι δεν παραχωρούνταν τεμάχια για την κατασκευή σταβλικών εγκαταστάσεων μπροστά στο δρόμο αλλά σε απόσταση από αυτόν και ότι ο κατηγορούμενος ήθελε οι εγκαταστάσεις του να είναι μπροστά στο δρόμο. Περαιτέρω, ο αδελφός του κατηγορουμένου Ν. Π. εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "Αγόρασα το κτήμα ΙΕ, από τον αδελφό μου το 1997 αντί 2000000 δραχμών, ο οποίος το 2006 έκανε αίτηση ζητώντας το ΙΔ κτήμα, όμως αντέδρασε η Κοινότητα και η αρμόδια υπηρεσία του είπε ότι εφόσον του είχε παραχωρήσει μία έκταση στο παρελθόν την οποία αυτός επούλησε, δεν δικαιούταν άλλης παραχώρησης ...". Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν ανακρούσθηκαν από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα η μάρτυρας υπεράσπισης, σύζυγος του κατηγορουμένου, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του Ν. Π. κατέχουν διαφορετικά τεμάχια, ανέφερε όμως ότι ο κατηγορούμενος κατέχει το εμπρόσθιο του αδελφού του τεμάχιο τουλάχιστον από το 1997, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατέλαβε την έκταση των 4000 τ.μ. του υπ' αριθ 3333ιδ τεμαχίου, το έτος 2001 (βλ. ιδίως τις υπ' αριθ. 110, 111, 112, και 113/2010 διατάξεις της Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης Κωνσταντινιάς Δρενζτίδου). Μετά από αυτά εφόσον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 216 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος προέβη στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα, στο σκεπτικό αναφέρεται σε τι συνίσταται η κατάρτιση των πλαστών, το ψευδές περιεχόμενο, η αιτιώδης συνάφεια και οι έννομες συνέπειες ήτοι ότι τα έγγραφα (τα δήθεν τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών Κ. Δ. και Α. Δ. με την δήθεν επίσημη σφραγίδα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Πιερίας, την δήθεν προσωπική σφραγίδα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης, Τοπογραφήσεως και Κτηματολογίου της Ν. Α. Πιερίας Π. Μ. και του αρμοδίου υπαλλήλου της προαναφερόμενης Διεύθυνσης, την δήθεν υπογραφή του τελευταίου, την δυσανάγνωστη υπογραφή ως δήθεν υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου της προαναφερόμενης διεύθυνσης και τις επισημειώσεις επ' αυτών ότι είναι " Ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου που βρίσκεται στο φάκελλο και συνοδεύει την υπ' αριθ. ΓΕ 5701/1994 ΑΠΟΦΑΣΗ Νομάρχη " και την ένδειξη "Κατερίνη, 14-602005 και 20-12-2006") που καταρτίστηκαν ήταν πρόσφορα να παραπλανήσουν άλλον για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες. Εξάλλου, αιτιολογείται ο δόλος του αναίρεσε ιόντος κατηγορουμένου και ειδικότερα ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και να αποκομίσει περιουσιακό όφελος, με τις παραδοχές κατά πιστή μεταφορά τους: "Επιδιώκοντας δε, να ιδιοποιηθεί την καταληφθείσα έκταση, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις αρμόδιες αρχές και να πείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτών, ότι το ακίνητο που του είχε παραχωρηθεί το έτος 1994 δεν ήταν το υπ' αριθ. 3333ιε τεμάχιο αλλά το ανωτέρω (τμήμα του υπ' αριθ. 3333ιδ τεμαχίου) που ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, είχε παρανόμως καταλάβει ...". Περαιτέρω, από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία ρητά μνημονεύει κατά το είδος του. Έτσι η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει τις αποδείξεις βάσει των οποίων το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα .Ενώ όσο ν αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη έκρινε για θέμα που δεν ήταν της αρμοδιότητος του δικαστηρίου πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή ή διακοπή της δίκης προκειμένου να κληθούν και να εξετασθούν απουσιάζοντες μάρτυρες κατηγορίας. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του . Διαφορετικά αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Δ του ΚΠΔ. Όμως το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει την σιωπηρά ή τη ρητή απόρριψη όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου ζήτησαν από το Δικαστήριο τη διήμερη διακοπή της δίκης προκειμένου να κληθούν και να καταθέσουν οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας και στη συνέχεια υπέβαλαν το αίτημα της βιαίας προσαγωγής των απολειπομένων μαρτύρων κατηγορίας. Ο εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των άνω αιτημάτων και το Δικαστήριο με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε τα άνω αιτήματα με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι από την κατάθεση των προαναφερομένων μαρτύρων και την ανάγνωση των προαναφερομένων εγγράφων έχει συγκεντρωθεί εν προκειμένω το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό με βάση το οποίο το δικαστήριο θα κρίνει περί της ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου και δεν απαιτείται να διακοπεί ή να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να κλητευθούν οι απολειπόμενοι μάρτυρες, γι' αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του κατηγορουμένου αίτημα για αναβολή της δίκης". Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για βίαιη προσαγωγή των εν λόγω μαρτύρων κατά την παρούσα δικάσιμο γιατί δεν κρίνεται αφενός μεν απαραίτητη η παρουσία τους για τους λόγους που αναφέρονται παραπάνω, επί πλέον δε γιατί είναι αδύνατη η βίαιη προσαγωγή τους κατά την παρούσα δικάσιμο, καθόσον κατοικούν εκτός Θεσσαλονίκης . Η αιτιολογία την οποία διέλαβε για την απόρριψη του άνω αιτήματος είναι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Σ και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. Τούτο γιατί εκτίθενται αναλυτικώς οι λόγοι για τους οποίους δεν κρίθηκε αναγκαία η προσαγωγή και εξέταση των απολειπομένων μαρτύρων και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι από την κατάθεση των εξετασθέντων μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων έχει συγκεντρωθεί το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό με βάση το οποίο ήταν σε θέση να κρίνει περί της ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και όχι Β, Ε, ΣΤ Κ.Π.Δ., κατ' ορθή εκτίμηση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό πρωτ. 25/2011 αίτηση του Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3734/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για την πράξη της πλημμεληματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση.
null
null
0
Αριθμός 1172/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 και 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου N. K. του M., Αλβανού υπηκόου, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, κατά της υπ' αριθμ. 67/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία γνωμοδότησε την έκδοση του ανωτέρω εκζητουμένου στις Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό και ημερομηνία 22/10.5.2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως Ευγενίας Καλλιντέρη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 638/2012. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση (υπ' αριθμό 22/10-5-2012) κατά της υπ' αριθμό 67/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως, στις Αλβανικές Αρχές, του εκκαλούντος - εκζητουμένου K. N. του M. για να εκτίσει ποινή φυλακίσεως δέκα εννέα (19) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την 884/11-12-2002 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας Τιράνων της Αλβανίας, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (437-456 του ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου η από 13/12/1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα την 6/5/1961 με τον Ν. 4165/1961, και από την Αλβανία από 19-5-1998, με έναρξη ισχύος από 17-8-1998, διέπει από την κύρωση της το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, ενώ συμπληρωματικώς εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που περιέχονται στα άρθρα 34 έως και 43 της από 17-5-1993 συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, που έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με το νόμο 2311/1995 με θέση σε ισχύ από 15-9-1995. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 της από 13-12-1957 ανωτέρω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφάλειας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί δι' απευθείας συνεννοήσεως μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξη της να προσαχθούν, α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από την νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεως τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Εξάλλου κατά το άρθρο 34 του ν. 2311/1995, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να αναφέρει το όνομα του εκζητούμενου προσώπου, την κατοικία ή διαμονή του, τη φύση του εγκλήματος και τη ζημία που προκάλεσε και πρέπει να συνοδεύεται α) αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής από την απόφαση με ισχύ δεδικασμένου β) από το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος μέρους σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται γ) από την εξωτερική περιγραφή του εκζητούμενου προσώπου και αν είναι δυνατόν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τη φωτογραφία του. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 6 και 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 32 της παραπάνω σύμβασης Δικαστικής Αρωγής μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται έκδοση α) για πολιτικές πράξεις, β) για στρατιωτικές παραβάσεις, γ) για φορολογικές παραβάσεις, δ) υπηκόων του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση και ε) εφόσον κατά τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους ή του κράτους, παρά του οποίου ζητείται η έκδοση έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της επιβληθείσας ποινής. Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές, που είναι υπερνομοθετικής ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οσάκις καταδικάσθηκε ως κατηγορούμενος, σε ποινή, στο έδαφος του αιτούντος κράτους ο εκζητούμενος, για να εκτίσει την δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί να είναι εκτελεστή όχι όμως και αμετάκλητη η απόφαση αυτή, διότι με το άρθρο 2 του ν. 4165/1961 δεν διατυπώθηκε όπως σε σχέση με άλλες διατάξεις επιφύλαξη εφαρμογής και του άρθρου 443 παρ.1 του ΚΠΔ, όπου γίνεται λόγος για αμετάκλητο της σχετικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, από τα πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και από όσα εξέθεσαν ο ίδιος ο εκκαλών-εκζητούμενος καθώς και ο συνήγορος του προφορικώς και με το υποβληθέν υπόμνημά του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου K.-N. του M. και της M., για να εκτίσει ποινή φυλακίσεως δέκα εννέα (19) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την 884/11-12-2002 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας Τιράνων της Αλβανίας, για ανθρωποκτονία από πρόθεση και κατοχή πολεμικού όπλου. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη στις 9-3-2012 και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, δυνάμει της υπ' αριθμό 23/9-3-2012 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στη συνέχεια βάσει του υπ' αριθμό 54/10- 4-2012 εντάλματος σύλληψης της Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νομίμως από το κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθμό πρωτ. 409/1/2-4-2012 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Αθήνα, η υπ' αριθμό πρωτ. 140/3/30-3-2012 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών από το Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με το υπ' αριθ. πρωτ. 33919 ΦΕΑ 1392/6-4-2012 αντίστοιχο έγγραφο του. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα, τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα, σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην Ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο και συγκεκριμένα: α) επίσημο αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμό 884/11-12-2002 ερήμην απόφασης του Πρωτοδικείου της δικαστικής περιφέρειας Τιράνων, με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως 19 ετών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και παράνομης κατοχής πολεμικού όπλου. Στην ανωτέρω απόφαση προσδιορίζονται με ακρίβεια ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεως των ως άνω αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, ο οποίος δεν ήταν μεν παρών κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του, αφού ολίγες ημέρες μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, διέφυγε από την Αλβανία στην Ελλάδα, πλην όμως, έτυχε υπεράσπισης από δικηγόρο, τον οποίο το δικαστήριο διόρισε αυτεπάγγελτα. Ειδικότερα στην ανωτέρω απόφαση, αναφέρεται με λεπτομέρεια ότι ο κατηγορούμενος διαπληκτίσθηκε στις 18-3-2002, με τον παθόντα S. Η., τον οποίο φόνευσε, με όπλο τύπου "ZASTABA", το οποίο κατείχε χωρίς άδεια. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 21-12-2002. β) επίσημο αντίγραφο της έκθεσης του Εισαγγελέα της Δικαστικής Περιφέρειας Τιράνων, για τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, για τα οποία ζητείται η έκδοση, για τον τόπο και χρόνο διάπραξης αυτών, τον χαρακτηρισμό τους και τις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, καθώς και το χρόνο, που κατέστη τελεσίδικη η απόφαση γ) επίσημο αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και δ) ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Τιράνων, για την εκτέλεση της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης. Επομένως προσκομίζονται όλα τα αναγκαία έγγραφα προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι παραπάνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκκαλών, προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τα άρθρα 76 και 278/2 του Ποινικού Κώδικα Αλβανίας και είναι και αξιόποινες και κατά την Ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ και ν. 2168/1993). Ο εκκαλών, με την κρινόμενη έφεσή του, παραπονείται ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε το αίτημα του, για αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου να γίνει ταυτοποίηση του προσώπου του, με το εκζητούμενο άτομο, αφού αμφισβητεί ότι είναι το εκζητούμενο πρόσωπο. Όμως, ο ισχυρισμός του αναιρείται από την ταύτιση των στοιχείων του με αυτά του εκζητούμενου, που είναι ίδια δηλ. το όνομα και το επώνυμο του, το όνομα των γονέων του και η ημερομηνία γέννησής του (5-12-1962), η οποία αναγράφεται και στο διαβατήριο του, που ο ίδιος προσκόμισε σε φωτοτυπία τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κατηγορούμενος, με βάση όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Συμβουλίου, ήλθε στην Ελλάδα περί τα τέλη του μηνός Μαρτίου του έτους 2002, δηλαδή λίγες ημέρες μετά από την ημερομηνία, που φέρεται ότι διέπραξε τις αξιόποινες πράξεις (18-3-2002). Τα ανωτέρω ενισχύονται, από το με ημερομηνία 29-3-2012 σήμα τελεφάξ του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας - Τμήμα Διεθνών Οργανισμών/Ιντερπόλ, με το οποίο διαβιβάζεται στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών σχετικό έγγραφο της Ιντερπόλ Αλβανίας, που πιστοποιεί την ταύτιση του συλληφθέντος ατόμου με τον εκζητούμενο, για τον οποίο έχουν αποσταλεί φωτογραφίες και δακτυλικά αποτυπώματα. Κατόπιν αυτού και δεδομένου ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται περί του εκζητούμενου προσώπου, ορθά το πρωτοβάθμιο συμβούλιο απέρριψε το ως άνω αίτημά του για αναβολή, προκειμένου να γίνει ταυτοποίηση του προσώπου του με το εκζητούμενο άτομο και ο σχετικός λόγος έφεσης, που υποστηρίζει αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, οι προβληθέντες στο ακροατήριο και στο έγγραφο υπόμνημά του λόγοι, αναγόμενοι στην οικογενειακή του κατάσταση και τη διαμονή του στην Ελλάδα, δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί του αντικειμένου της προκειμένης εκδόσεως, η οποία όπως προαναφέρθηκε γίνεται με βάση τις διατάξεις που έχουν σημειωθεί. Τέλος, και ο περιεχόμενος στο αυτό ως άνω υπόμνημα ισχυρισμός, περί του ότι δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό περί αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, επί εκδόσεως αλλοδαπού προς εκτέλεση ποινικής απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, αρκεί η τελεσιδικία αυτής όπως στην προκειμένη περίπτωση, και όχι το αμετάκλητο, σύμφωνα με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Εξάλλου, εν όψει της περιοριστικής απαριθμήσεως των περιπτώσεων απαγορεύσεως εκδόσεως του εκζητουμένου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Π.Δ. και σε συνδυασμό με τις περιέχουσες ανάλογες εξαιρέσεις από την έκδοση υποχρεωτικού ή δυνητικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 3 έως 11 της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως και με τις απαγορεύουσες την έκδοση σχετικές διατάξεις του άρθρου 32 της Συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας, που κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995, δεν αποτελεί λόγο απαγορεύσεως της εκδόσεως η προβαλλόμενη από τον εκζητούμενο διακινδύνευση της ακεραιότητας της ζωής του από τρίτα μη σχετιζόμενα προς το εκζητούν Κράτος, πρόσωπα. Επομένως, δεν είναι νόμιμος και δεν ασκεί καμία επιρροή ο ισχυρισμός του, που περιέχεται στο αυτό ως άνω υπόμνημά του, ότι η έκδοσή του θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, λόγω υπάρξεως στην Αλβανική κοινότητα βεντέτας ερειδόμενης σε αντεκδίκηση από την οικογένεια του θύματος, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα. Τέλος, ο ισχυρισμός του, που περιέχεται στο αυτό ως άνω υπόμνημά του, για παροχή εγγυήσεων επανεξέτασης της υπόθεσής του, σε περίπτωση εκτελέσεως του παραπάνω εντάλματος, αφού η εν λόγω υπόθεση εκδόθηκε ερήμην του, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την απόφαση η οποία πρόκειται να εκτελεστεί, και τα λοιπά έγγραφα που αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ο εκζητούμενος, ήταν άγνωστης διαμονής, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσής του, (11-12-2002), στο Πρωτοδικείο Δικαστικής Περιφέρειας Τιράνων, αφού ευθύς μετά, την κατά τα άνω, τέλεση από μέρους του των αξιόποινων πράξεων, αναχώρησε από την πατρίδα του και ήλθε στην Ελλάδα, στην οποία η διεύθυνση διαμονής του, δεν ήταν γνωστή στις Αλβανικές Αρχές, για το λόγο αυτό δικάσθηκε ερήμην, εκπροσωπηθείς στο δικαστήριο από τον δικηγόρο Ndrec Kola. Αναφέρεται μάλιστα στην ίδια απόφαση, ότι ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα άσκησης Έφεσης στο Εφετείο Τιράνων εντός 10 ημερών από της επομένης της δημοσίευσης της απόφασης. Συνεπώς, εφόσον από το δίκαιο του εκζητούντος κράτους, δεν στερήθηκε στον ερημοδικασθέντα κατηγορούμενο, η δικονομική δυνατότητα να παραστεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του αντίθετα, λόγω της απουσίας του ορίσθηκε δικηγόρος αυτεπάγγελτα για να τον υπερασπισθεί, και του παρασχέθηκε και δικαίωμα άσκησης έφεσης, η απώλεια δε των ως άνω δικονομικών δικαιωμάτων του, οφείλεται σε επιλογή αυτού, να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ασκήσει τα δικονομικά δικαιώματα που ο νόμος του παρέχει (αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο δικαστήριο, άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης), δεν υφίσταται πεδίο ικανοποίησης του αιτήματός του, για την παροχή εγγυήσεων, αφού ήδη τέτοιες εγγυήσεις παρασχέθηκαν. Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την άνω σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος προς τον ανωτέρω σκοπό. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς δεν έσφαλε και συνακολούθως ο σχετικός λόγος έφεσης και η έφεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ' αριθμό 22/10-5-2012 έφεση κατά της υπ' αριθμό 67/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως, στις Αλβανικές Αρχές, του εκζητουμένου - εκκαλούντος, K. N. του M. και M. ή Μ., Αλβανού υπηκόου, που γεννήθηκε στην πόλη ... της Αλβανίας, στις 5-12-1962, κρατούμενου στο Κ.Κ. Κορυδαλλού. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Αλλοδαποί. Έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου. Ανθρωποκτονία από πρόθεση, και παράνομη κατοχή πολεμικού όπλου. Έφεση ενώπιον του ΑΠ κατά της αποφάσεως του Συμβ. Εφ. Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στην Αλβανία του Αλβανού υπηκόου. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως. Προϋποθέσεις εκδόσεως. Διττό αξιόποινο. Εκτελεστότητα του τίτλου με βάση τον οποίο ζητείται η έκδοση του προσώπου. Εφόσον η έκδοση ζητείται κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, δεν απαιτείται η καταδικαστική απόφαση να είναι αμετάκλητη, διότι η Ελλάδα δεν κράτησε επιφύλαξη περί τούτου. Απορρίπτει έφεση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1160/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Καραμπλιάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3970/2011 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Το Πταισματοδικείο Ηρακλείου Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 457/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 131/22.5.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476.1 και 513.1 Κ.Π.Δ., την από 1.3.2012 αίτηση αναίρεσης του Ε. Ε. Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 3970/2011 απόφασης του Πταισματοδικείου Ηρακλείου, με την οποία ο πιο πάνω κηρύχθηκε ένοχος παράβασης των άρθρων 22 και 87 του από 14-19/10.12.38 Υγειονομικού Κανονισμού και του επιβλήθηκε πρόστιμο διακοσίων (200) € και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση εκείνου που το άσκησε, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (σε συμβούλιο), απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 .1, 2 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης, αν ο διάδικος είναι παρών, διαφορετικά από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παραγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατ' άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου, δεν ισχύει απαρέγκλιτα για όλες τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, αλλά μόνο για εκείνες που δεν εξαιρούνται από τον κανόνα της καθαρογραφής. Αντίθετα, δεν περιλαμβάνεται η κατηγορία των αποφάσεων εκείνων του Πταισματοδικείου και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, που προβλέπονται στις παραγράφους 3-5 του άρθρου 142 του Κ.Π.Δ., για τις οποίες ο νομοθέτης, λόγω της απλότητας των υποθέσεων και προς επιτάχυνση των διαδικασιών, έχει ειδική ρύθμιση και προβλέπει, αντί καθαρογραφής, την κοινή καταχώρηση των πρακτικών και της απόφασης σε ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία. Στις αποφάσεις αυτές που δεν καθαρογράφονται, κατ' εξαίρεση, δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του ά. 473 Κ.Π.Δ. και για την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατ' αυτών ισχύει η γενική ρύθμιση της πρώτης παραγράφου του ά. 473 σε συνδ. με το ά. 507.1 Κ.Π.Δ., δηλαδή η προθεσμία αναίρεσης αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης για τους παρόντες και από την επίδοση για τους απόντες (ΑΠ 1274/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κατά την συζήτηση της υπόθεσής του στο ακροατήριο του Πταισματοδικείου Ηρακλείου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Καραμπλιάνη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής, και συνεπώς θεωρείται παρών. Στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι άσκησε την αναίρεση αυτή εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα προ της έναρξης της προθεσμίας για την άσκησή της, δηλαδή προ της καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο, δεδομένου, ότι, όπως υποστηρίζει, στην γραμματεία του Πταισματοδικείου Ηρακλείου δεν τηρείται τέτοιο βιβλίο. Ο ισχυρισμός του αυτός και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί επιρροή επί του εμπροθέσμου ή μη της κρινόμενης αναίρεσης, δεδομένου, ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προθεσμία για την άσκησή της ήταν δεκαήμερη και άρχιζε από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον ο αναιρεσείων δικάστηκε σαν να ήταν παρών. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί η από 1.3.2012 αίτηση αναίρεσης του Ε. Ε. Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 3970/2011 απόφασης του Πταισματοδικείου Ηρακλείου και β) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία, ή αν έπαυσε οριστικά, ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Αναίρεση κατά των αποφάσεων του Πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Γ', Ε', ΣΤ' και Η'". Κατά το άρθρο 507 παρ.2 του ΚΠΔ, "Για τις ανέκκλητες καταδικαστικές αποφάσεις του Πταισματοδικείου που επιβάλλουν στον απόντα κατηγορούμενο μόνο την ποινή του προστίμου, η προθεσμία για την αναίρεση είναι μηνιαία και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης. Περαιτέρω στο άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, στο οποίο ρητώς παραπέμπει το άρθρο 507 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ... ". Η τελευταία αυτή διάταξη υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να έχει ο ενδιαφερόμενος υπόψη του το πλήρες κείμενο του αιτιολογικού της αποφάσεως, για να είναι σε θέση να διατυπώσει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως και να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως, όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου. Εξάλλου, οι αποφάσεις, που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες", θεωρούνται δε ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία έννοια τελεσίδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ, 3 ΚΠΔ, περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων κατά των οποίων επιτρέπεται αναίρεση, σύμφωνα με το άνω άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνον οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση (ανέκκλητες) και δη, είτε από διάδικους και εισαγγελείς, είτε μόνον από τον ασκούντα την αναίρεση (βλ. ΟλΑΠ 6/2002). Τη λύση αυτή επιβάλλει, όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, στην οποία ο νομοθέτης εκφράστηκε στενότερα, αναφέροντας μόνο τις τελεσίδικες αποφάσεις γιατί αυτές είναι το συνήθως συμβαίνον, αλλά επιβάλλει και η προαναφερόμενη ανάγκη την οποία η ίδια διάταξη στοχεύει να ικανοποιήσει και η οποία συντρέχει, τόσο για τις αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, όσο και για τις αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως κατά τα εκτεθέντα, αρχίζει, αδιακρίτως για όλους τους ενδιαφερομένους (διαδίκους και εισαγγελείς), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η προθεσμία αναιρέσεως αρχίζει από τη δημοσίευση και όχι από την, μετά την καθαρογραφή, ως άνω καταχώρηση, φαλκιδεύει το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου του καταδικασθέντος σε μη εφέσιμη ποινή και παραβιάζει έτσι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού άλλως θα υποχρεωνόταν σε προσβολή της προφορικά και αναιτιολόγητα εξενεχθείσας στο ακροατήριο κρίσης του δικαστηρίου, με λόγους αναίρεσης πριν η απόφαση λάβει υλική μορφή με τη συνταγή και την καταχώρηση αυτής καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου (βλ. την από 11-4-2002 απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως ΑΕΠΙ κατά Ελλάδος). Και ναι μεν κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 507 ΚΠΔ, ορίζεται ειδικά ότι "για τις ανέκκλητες καταδικαστικές αποφάσεις του Πταισματοδικείου που επιβάλλουν στον απόντα κατηγορούμενο μόνο την ποινή του προστίμου, η προθεσμία για την αναίρεση είναι μηνιαία και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης", ωστόσο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ έχει γενική εφαρμογή και άρα ως αφετηρία της σχετικής ειδικής προθεσμίας λαμβάνεται η καθαρογραφή και καταχώριση και της ως άνω ανέκκλητης απόφασης του Πταισματοδικείου και όχι η απλή δημοσίευση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, η με αναίρεση προσβαλλόμενη 3970/2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Ηρακλείου, δημοσιεύθηκε στις 23-12-2011 με εκπροσωπούμενο δια δικηγόρου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε πρόστιμο διακοσίων ευρώ, ήτοι η απόφαση αυτή κατ' άρθρο 489 παρ.1 α' ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε έφεση και είναι ανέκκλητη. Όπως όμως προκύπτει από το θεωρημένο την 15.3.2012 υπηρεσιακό αντίγραφο αυτής, η καθαρογραμμένη απόφαση, που έλαβε χώρα μεταγενέστερα, κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος, δεν καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής των αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ούτε άλλωστε προκύπτει καταχώρηση αυτής καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο δημοσιεύσεων του άνω Πταισματοδικείου, που προβλέπει ρητά το άρθρο 142 ΚΠΔ στην παρ.3 αυτού. Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προκύπτει, από το δικόγραφο αυτής, ότι στρέφεται κατά ανέκκλητης απόφασης Πταισματοδικείου και ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9-3-2011, έπεται ότι αυτή παρά το ότι ασκήθηκε μετά παρέλευση χρόνου πλέον του διμήνου από της δημοσιεύσεώς της, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ως ασκηθείσα προ πάσης καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο του Πταισματοδικείου και έπρεπε κατ' άρθρ. 513 παρ.1 εδ. β' του ΚΠΔ να εισαχθεί για συζήτηση ενώπιον του δημοσία συνεδριάζοντος Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και όχι σε συμβούλιο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενόμενη σε συμβούλιο συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή της αναίρεσης αυτής για συζήτηση κατά την συνήθη πλέον διαδικασία, μετά τήρηση της νόμιμης προθεσμίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη γενόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Συμβουλίου, συζήτηση της από 1 Μαρτίου 2012 αιτήσεως- δηλώσεως του Ε. Π. του Ε. για αναίρεση της 3970/2011 απόφασης του Πταισματοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Απέχει να αποφασίσει επί των λόγων της ανωτέρω αναίρεσης και Διατάσσει την εισαγωγή της αναίρεσης αυτής για συζήτηση ενώπιον του Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τη συνήθη διαδικασία πινακίου. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη γενόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως Συμβουλίου, συζήτηση της από 1 Μαρτίου 2012 αιτήσεως- δηλώσεως για αναίρεση απόφασης του Πταισματοδικείου Ηρακλείου Κρήτης. Απέχει να αποφασίσει επί των λόγων της ανωτέρω αναίρεσης και Διατάσσει την εισαγωγή της αναίρεσης αυτής για συζήτηση ενώπιον του Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τη συνήθη διαδικασία πινακίου. Η αναίρεση κατά ανέκκλητης απόφασης Πταισματοδικείο, κατά τα άρθρα 473 παρ.1, 3, 504 παρ.1 και 507 παρ.2 του ΚΠΔ, υπόκειται σε αναίρεση, η προθεσμία της οποίας αρχίζει όχι από της δημοσίευσης, αλλά από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραμμένης, με εντολή του Πταισματοδίκη, ύστερα από αίτηση καθενός που έχει έννομο συμφέρον, σε τηρούμενο ειδικό βιβλίο δημοσίευσης, κατ' άρθρο 142 παρ.3 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 6/2002, ΑΠ 1255/2008, 2024, 2229/2002).
null
null
2
Αριθμός 1159/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1764/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Π. Κ., 2. Γ. Μ., 3. Π. Π., 4. Κ. Σ., 5 Γ. Σ., 6 Ζ. Σ., 7 Η. Τ., 8. Χ. Σ., 9 Σ. Σ., 10 Σ. Τ., 11 Δ. Ρ., 12 Ε. Ζ., 13 Α. Ζ., 14 Η. Μ., 15 Σ.-Μ. Λ., 16 Γ. Μ., 17. Σ. Σ., 18 Μ. Μ., 19 Κ. Γ., 20 Α. Γ., 21 Α. Β., 22 Γ. Π., 23. Γ.-Ε. Κ., 24 Κ. Μ., 25 Β. Β., 26 Ι. Γ., 27 J. S., 28 Κ. Α., 29. Θ. Δ.Α., 30 Θ. Ι.Α., 31 Ι. Σ., 32 Μ. Π., 33 Θ. Ρ., 34 Α. Τ., 35 Λ. Τ., 36 Β. Μ., 37. Α. Κ., 38 Π.-Ε. Κ., 39 Α. Π., 40 Σ. Γ., 41 Γ. Λ., 42 Α. Π., 43 Ι. Τ., 44. Β. Τ., 45 Ι. Α., 46 Ι.-Γ. Ρ., 47 Σ. Σ. , 48 Κ. Ι. και 49 Σ. Β. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 159/8.8.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 33/25-7-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Σ. του Η. και της Α., 51 ετών, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1764/9-7-2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το ως άνω βούλευμα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα η υπ' αριθμ. 533/15-10-2009 έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 2749/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), με το οποίο παρεπέμπετο ομού με έτερους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για νομιμοποίηση εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα [άρθρα 26 παρ. 1α, 27 ΠΚ και άρθρα 2 παρ. 2 εδάφιο γ, 3 εδάφιο ιη, 4, 45 παρ. 1 εδαφ. α, 46 του Ν. 3691/2008 (1 στοιχείο (α), (ακ), 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995)], και ορισμένοι από τους συμπαραπεμπομένους και για έτερες συναφείς αξιόποινες πράξεις (κακουργηματική απάτη -κακουργηματική υπεξαίρεση). Το εν λόγω προσβαλλόμενο βούλευμα (1764/9-7-2012) επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13 Ιουλίου 2012 με θυροκόλληση παρουσία μάρτυρα, στην δηλωθείσα κατά την ανάκριση διεύθυνση κατοικίας του (οδός ...), και στον διορισμένο από τον ίδιο αντίκλητο του Πέτρο Πάγκαλο, ομοίως με θυροκόλληση παρουσία μάρτυρα στις 18 Ιουλίου 2012 (άρθρο 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς εμπρόθεσμη καθόσο ασκήθηκε μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 473 Κ.Π.Δ. Ανεξάρτητα όμως από το ότι ο προβαλλόμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως λόγος για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 περίπτωση (στ) Κ.Π.Δ. εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1764/9-7-2012 βούλευμα είναι αβάσιμος, διότι δεν επέρχεται αναστολή των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων κατά την περίοδο που εκάστοτε ορίζεται με σχετική υπουργική απόφαση κατά την διάρκεια που έχουν προκηρυχθεί Εθνικές Βουλευτικές εκλογές. Εν προκειμένω όμως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ., διότι σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 δεν συγχωρείται πλέον άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεως. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν προβλέπεται από το νόμο η υπ' αριθμ. πρωτ. 33/25-7-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Σ. του Η. και της Α., 51 ετών, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1764/9-7-2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κωδ. Ποιν. Δικ. στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, ο οποίος ισχύει (κατά το άρθρο 61 αυτού) από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 30 Ιουνίου 2003, "κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, από της ανωτέρω χρονολογίας, αναίρεση επιτρέπεται μόνον εναντίον αποφάσεων, όχι και βουλευμάτων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Επομένως, τυχόν ασκηθείσα αναιρετική αίτηση από τον κατηγορούμενο μετά την 30 Ιουνίου 2003, κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ), αφού στρέφεται κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται αναίρεση από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Σ., με αριθμό εκθέσεως 33/2012, στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 1764/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθ. 533/15.10.2009 έφεσή του κατά του υπ' αριθ. 2749/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, να δικασθεί για νομιμοποίηση εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα. Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα, μετά την 30 Ιουνίου 2003, κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, από τις εν λόγω χρονολογίες, αναίρεση και πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως), να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 33/25.7.2012 αίτηση του Ι. Σ. του Η. περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 1764/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), δεν επιτρέπεται (476 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 38 ν. 3160/2003) και απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1157/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήττα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων 1. Ν. Σ. του Ε. και 2. Χ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 243/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 440/12. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 129 και ημερομηνία 21 Μαΐου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 243/2012 απόφαση του, στη διαδικασία της έκδοσης της οποίας οι κατηγορούμενοι Χ. Σ. και Ν. Σ. παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και δη του δικηγόρου Πειραιώς Παύλου Καββάγια, απέρριψε ως απαράδεκτες, ήτοι ως εκπρόθεσμες, τις υπ' αριθμ. 1110 και 1111/23-12-2011 εφέσεις αυτών κατά της υπ' αριθμ. AT 7252/22-10-2009 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς. Κατά της άνω απόφασης οι άνω κατηγορούμενοι άσκησαν δια πληρεξουσίου και δη του Βασίλη Κούσουλα στις 12-3-2012 την υπ' αριθμ. 141/2012 αίτηση αναίρεσης με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ' εφαρμογή του άρθρου 473§2 Κ.Ποιν.Δ. II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ. "Η. αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ...". Η διάταξη αυτή είναι σαφής, προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση και μόνο. Επομένως η με τον οριζόμενο τρόπο ασκήσεως αναιρέσεως πρέπει να στρέφεται μόνο κατά καταδικαστικής απόφασης, άλλως ασκείται "παρά τις διατυπώσεις του νόμου" κατά το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ. Όπως είναι γνωστόν καταδικαστική είναι μια απόφαση όταν καταδικάζει (κηρύσσει ένοχον) τον κατηγορούμενο για κάποια αξιόποινη πράξη και του επιβάλλει ποινή (βλ. ΑΠ 2378/2005, ΑΠ 5/2000 Ολ. κ.α.) Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) δεν είναι καταδικαστική (βλ. ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1345/2008, ΑΠ 273/2007 κ.α.). Έτσι η υπό κρίση αναίρεση είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 141/2012 αίτηση αναίρεσης των Χ. Σ. και Ν. Σ. κατά της υπ' αριθμ. 243/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος αυτών. Αθήνα 27-4-2012 Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον την καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και εντεύθεν απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν εισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 243/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες και συνεπώς απαράδεκτες οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσείοντες Χ. Σ. και Ν. Σ. κατά της υπ' αριθ. ΑΤ 7252/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχαν καταδικασθεί για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, η δε δεύτερη και για απάτη ενώπιον δικαστηρίου σε ποινές φυλακίσεως οκτώ (8) και δώδεκα (12) μηνών, αντιστοίχως, μετατραπείσα σε χρηματική. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά της μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, υπ' αριθ. 243/2012 ως άνω αποφάσεως, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως των αναιρεσειόντων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις για την άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειόντων, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως, να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 2017/2012) αίτηση των Χ. Σ. του Χ. και Ν. συζ. Χ. Σ., το γένος Ε. Μ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 243/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2012.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, οποία είναι και αυτή που απορρίπτει έφεση ως εκπρόθεσμη, ασκείται μόνο με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 ΚΠΔ προσώπων. Απόρριψη ως απαράδεκτης αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε εφέσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων ως εκπρόθεσμες, γιατί αυτή ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
null
null
0
Αριθμός 1155/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ TMHMA - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Κ. Σ. του Ι., κάτοικο ... και εγκαλούμενους τους: 1. Ε. Π. και 2. Ι. Π.. Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 307/6.3.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 430/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 122/15.5.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία, την 307/6-3-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ, και εκθέτω τα εξής: ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 370/12011, ΑΠ 83/2011, ΑΠ 852/2010). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (α. 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α' και β', 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 1989/2010, ΑΠ 317/2010, ΑΠ 2082/2009). ΙΙΙ. Με την από 19-10-2010 έγκλησή του ο Κ. Ι. Σ., κάτοικος ..., ζήτησε την ποινική δίωξη του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς Ι. Π. για συκοφαντική δυσφήμηση. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με την Β 11/7384/43 από 21-11-2011 διάταξή του απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά της διατάξεως αυτής ο παραπάνω εγκαλών προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την 16/19-12-2011 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, επειδή ο εγκαλούμενος Ι. Π. υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών για να αποφανθεί για την 16/2011 προσφυγή του Κ. Ι. Σ., κατοίκου ..., κατά της την Β 11/7384/43 από 21-11-2011 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Αθηνών και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο (αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α' και β' του ίδιου άρθρου) η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Εξ άλλου κατά το άρθρο 48 ΚΠοινΔ, ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, να προσφύγει κατά της διατάξεως αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή, εφαρμόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 43. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. Β 11/7384/43 από 21.11.2011 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Αθηνάς Προκοπίδου, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η από 19.10.2010 έγκληση του Κ. Ι.Σ., κατοίκου ..., με τον οποία ο εγκαλών ζήτησε την ποινική δίωξη (και) του Ι. Π., Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς για συκοφαντική δυσφήμηση, τελεσθείσα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σε βάρος του εγκαλούντος. Κατά της Διατάξεως αυτής προσέφυγε ο ανωτέρω εγκαλών ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, με την υπ' αριθμό 16/19.12.2011 προσφυγή του. Εν όψει αυτών ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ο ως άνω εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς. Τον κανονισμό αρμοδιότητος ζητεί από τον Άρειο Πάγο η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς κατά τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθ. 307/6.3.2012 αίτησή της, η οποία είναι νόμιμη και, κατόπιν των προεκτεθέντων, κατ' ουσίαν βάσιμη. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητος, ώστε να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος θα επιληφθεί της ανωτέρω προσφυγής και θα ενεργήσει στα πλαίσια της αρμοδιότητός του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση, επί της οποίας η υπ' αριθ. 16/19.12.2011 προσφυγή του εγκαλούντος Κ. Ι. Σ. κατά της με αριθμό Β 11/7384/43 από 21.11.2011 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, περί απορρίψεως της από 19.10.2010 εγκλήσεως του άνω εγκαλούντος κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς Ι. Π., για συκοφαντική δυσφήμηση, από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως, στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητος. Προσφυγή κατά Διατάξεως Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών που απέρριψε έγκληση κατά εισαγγελικού λειτουργού που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος θα επιληφθεί της ανωτέρω και θα ενεργήσει στα πλαίσια της αρμοδιότητος του καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των Αθηνών, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως.
null
null
0
Αριθμός 1150/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 414/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 109/25-4-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 12-4-2012 αίτηση της Π. Α. Λ., κατοίκου ..., με την οποία ζητάει προς το συμφέρον της την επανάληψη της διαδικασίας της 414/15-2-2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την 2954-3073/2010 απόφασή του καταδίκασε την παραπάνω αιτούσα σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση (άρθρα 46 και 242 παρ. 1 του Π.Κ.) πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 31-3-2003. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η καταδικασθείσα άσκησε την από 5-1-2011 αίτηση αναιρέσεως αυτής η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της με την 414/15-2-2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η ίδια καταδικασθείσα με την παραπάνω (Ι) από 12-4-2012 αίτησή της ζητάει την επανάληψη διαδικασίας υπέρ της κατά της απόφασης αυτής του Αρείου Πάγου επειδή κατά την άποψή της κακώς εκδικάστηκε η αίτησή της αναιρέσεως αφού έπρεπε ο Άρειος Πάγος να απόσχει από την εκδίκασή της σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/13-2-2012 επειδή της είχε επιβληθεί ποινή της φυλακίσεως πέντε μηνών δηλ. ποινή που ήταν κατώτερη των έξη μηνών. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/13-2-2012 " 1. Ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. 3. Εξαιρούνται των άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 235, 236, 237, 242. 256, 258, 259 και 390 του Ποινικού Κώδικα". Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημμέλημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή των νέων γεγονότων υπάγεται και η άγνοια νόμου από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κατηγορίας σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει λόγος που εμποδίζει την ουσιαστική έρευνα αυτής (ΑΠ 1948/2002). Τέτοια ρύθμιση είναι και το παραπάνω άρθρο 2 του Ν. 4043/13-2-2012 το οποίο όμως ρητά, σύμφωνα με την παράγραφο 3 αυτού, εξαιρεί από την ρύθμιση αυτή τις ποινές που έχουν επιβληθεί για ψευδή βεβαίωση έστω και αν αυτές είναι κατώτερες των έξη μηνών. Κατά συνέπεια ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή, δηλαδή καταδίκης σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση, οφείλει να εκδικάσει την αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης και όχι να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/2012 (ΑΠ 670 και 671/2012, ΑΠ 924/2010, ΑΠ 182/2006, ΑΠ 63/2006). Τέλος αρμόδιο για την αξιολόγηση αιτήσεως επαναλήψεως κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου είναι, σύμφωνα με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. IV. Επειδή η αιτούσα: α) καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση και β) η καταδίκη της αυτή ρητά εξαιρείται από την εφαρμογή του α. 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012 ορθά ο Άρειος Πάγος με την 414/2012 απόφασή του απέρριψε την από 5-1-2011 αίτησή της για αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως, δηλ. δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του, όπως αυτή εσφαλμένα υποστηρίζει. Επειδή μετά από αυτά η αίτηση αυτή επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμη στην ουσία της πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα και με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν, να απορρίψει αυτή και να επιβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σ' αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 12-4-2012 αίτηση της Π. Α. Λ. κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της 414/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου και Β) Να επιβληθούν σ' αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 250 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 12 Μαΐου 2012 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητρίας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αιτούσα, η οποία επιδιώκει, με την κρινόμενη από 12 Απριλίου 2012 αίτηση, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την, δια της υπ' αριθ. 4145/.2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής γι' αυτήν για πλημμέλημα υπ' αριθ. 3073/10.12.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κλητεύθηκε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με επίδοση κλήσεως προς αυτήν (άρθρ. 528 παρ. 1 εδ. α', 513 παρ. 1 εδ. β', 166 και 155 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ). Εφόσον, επομένως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί ερήμην της αιτούσης. Επειδή κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Στην έννοια του γεγονότος, κατ' άρθρο 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ, εμπίπτει και η άγνοια της υπάρξεως νέου, ευμενούς για τον κατηγορούμενο, νόμου, που εμποδίζει την ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας, γιατί συνιστά εξωτερικώς άμεσα ή έμμεσα αντιληπτό και επιδεκτικό αποδείξεως συμβάν, η δε αποκάλυψή του εκ των υστέρων, καθιστά αυτό "νέο και άγνωστο" στους δικάσαντες δικαστές, αφού προϋπήρχε της εκδικάσεως της υποθέσεως και δεν είχε τυχόν περιέλθει ακόμη σε γνώση τους (ΑΠ 1948/2002). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, διότι η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Αρμόδιο για την αξιολόγηση αιτήσεως επαναλήψεως κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου είναι, σύμφωνα με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 12 Απριλίου 2012 αίτηση, επιδιώκει η αιτούσα την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την, δια της υπ' αριθ. 4145/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής γι' αυτήν για πλημμέλημα υπ' αριθ. 3073/10.12.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταδίκασε την αιτούσα σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση (άρθρα 46 και 242 παρ. 1 του Π.Κ.) πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 31-3-2003. Ως λόγο επαναλήψεως προβάλλει η αιτούσα ότι εσφαλμένως και, κατ' εκτίμηση, λόγω αγνοίας της αμέσως κατωτέρω διατάξεως εκδικάστηκε η αίτηση της αναιρέσεως αφού έπρεπε ο Άρειος Πάγος να απόσχει από την εκδίκαση της σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/13-2-2012 επειδή της είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών δηλ. ποινή που ήταν κατώτερη των έξι μηνών. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/13-2-2012 " 1. Ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. 3. Εξαιρούνται των άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259 και 390 του Ποινικού Κώδικα". Κατά συνέπεια ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση, οφείλει να εκδικάσει την αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/2012. Επειδή η αιτούσα: α) καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για άμεση συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση και β) η καταδίκη της αυτή ρητά εξαιρείται από την εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012. Συνεπώς προς τα ανωτέρω η αίτηση είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν εις βάρος της αιτούσης τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την στο σκεπτικό από 11-4-2012 αίτηση της επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας της Π. Α. Λ., κατοίκου ... . Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Αρμόδιο για την αξιολόγηση αιτήσεως επαναλήψεως κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου είναι, σύμφωνα με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. Στην έννοια του γεγονότος, εμπίπτει και η άγνοια της υπάρξεως νέου, ευμενούς για τον κατηγορούμενο, νόμου, που εμποδίζει την ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας. Ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση μικρότερη των εξ μηνών για ψευδή βεβαίωση, οφείλει να εκδικάσει την αίτηση αναιρέσεως και όχι να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/2012, διότι η ψευδής βεβαίωση εξαιρέθηκε με την άνω διάταξη.
null
null
0
Αριθμός 1146/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοσσίδα, για αναίρεση της υπ'αριθ.10/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον A. S. J.. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 716/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδ. ζ' του ν. 3459/ 2006, (Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος κατέχει ναρκωτικά ..., ενώ κατά το άρθρο 23 του ιδίου νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ... . Ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Εξάλλου, στο άρθρο 29 παρ. 1 του ιδίου ν. 3459/2006 ορίζεται ότι, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε μικρή ποσότητα ή κάνει χρήση τους τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων και μάλιστα από αυτήν του άρθρου 23 του ανωτέρω κωδικοποιημένου νόμου περί ναρκωτικών, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής, είναι η βαρυτέρα τιμωρία των ατόμων εκείνων, τα οποία παρουσιάζουν μια επικινδυνότητα σχετική με την βαρύτητα των αδικημάτων, ως αυτά οριοθετούνται από τη διάταξη αυτή και σχετίζονται με την εμπορία των ναρκωτικών (άρθρα 20, 21 και 22 του Ν. 3459/2006). Τέτοια επικινδυνότητα, η οποία αποτελεί την ουσιώδη και βασική προϋπόθεση της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως του υποτρόπου, δε δύναται να καταλογισθεί σε εκείνον τον δράστη, ο οποίος προμηθεύεται ή κατέχει σε μικροποσότητα ναρκωτικές ουσίες για δική του αποκλειστική χρήση και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επικίνδυνο το άτομο εκείνο, το οποίο έχει καταδικασθεί για την πράξη του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987 (ήδη ανωτέρω άρθρ. 29 παρ. 1 του ΚΝΝ). Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, ο δράστης της παραβάσεως αυτής δεν εμφανίζει αντικειμενική επικινδυνότητα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο το νομοθέτη, ο οποίος τιμωρεί την συγκεκριμένη παράβαση με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, αλλά και από το γεγονός ότι επιτρέπεται η μετατροπή της ποινής αυτής, την οποίαν προβλέπει η εν λόγω διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 1729/1987, σε χρηματική ποινή. Ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 3459/2006, που αντιμετωπίζει τις διάφορες περιπτώσεις παραβατικότητος περί τα ναρκωτικά με προέχον στοιχείο αυτό της εμπορίας, δεν περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987, γεγονός το οποίο υποδηλώνει τη βούληση του νομοθέτη να μην καταλαμβάνει η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής τον παραβάτη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 1 του αυτού νομοθετήματος. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, ακόμη και για τον περιστασιακό δράστη, ο οποίος θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να θεωρηθεί υπότροπος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 του άνω Ν. 3459/2006, εφόσον στο χρόνο που θέτει η διάταξη αυτή, της τελευταίας δηλαδή πενταετίας, καταδικαστεί εκ νέου σε βαθμό πλημμελήματος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Έτσι, σε περίπτωση τελέσεως κακουργηματικής περί τα ναρκωτικά πράξεως, η μικρή προηγούμενη ποινική απαξία της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών για ίδια αποκλειστική χρήση, δεν δικαιολογεί για τη νέα του πράξη ως κακουργήματος την επίταση της ποινής του λόγω υποτροπής, εφόσον στην περίπτωση αυτή είναι προφανής η δυσαναλογία ποινής - ενοχής κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος η οποία απορρέει από το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 25 του ισχύοντος Συντάγματος. Η κατοχή, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, πραγματώνεται με τη φυσική εξουσία του δράστη επί των ουσιών, ώστε αυτός να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, δηλαδή των ισχυρισμών που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των ισχυρισμών περί συνδρομής πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να τους ερευνήσει και να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του. Δεν αποτελούν πάντως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιος ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς είναι και ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε ή κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση. Πρέπει, όμως, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση του και δεν αρκεί η επανάληψη της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στην νομική ορολογία. Η αόριστη υποβολή του ισχυρισμού αυτού, δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν και να απαντήσει. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 30. Έτσι ο κατηγορούμενος για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, όταν προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τα κατεχόμενα από αυτόν ναρκωτικά προορίζονταν για αποκλειστικά δική του χρήση, πρέπει, για την πληρότητα του ισχυρισμού του αυτού, να αναφέρει, μεταξύ των άλλων, ότι η ποσότητα που κατείχε, ήταν πρόσφορη για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προσδιορίζοντας επακριβώς και την ποσότητα της ημερησίας δόσεως, η οποία ήταν απολύτως αναγκαία σ' αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό δέχθηκε ότι από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει και προσδιορίζει κατά το είδος των, απεδείχθη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος A. S. του J., "συνελήφθη στην ..., στις 13-11-2007 και περί ώρα 16:15, από αστυνομικά όργανα να κατέχει, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση, ποσότητα ηρωίνης σε μορφή βράχου, συνολικού μικτού βάρους είκοσι εννέα (29) γραμμαρίων, τοποθετημένη σε χάρτινη συσκευασία, τυλιγμένη με αυτοκόλλητη διάφανη ταινία"... "Την ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, στις 13-11-2007 και περί τις απογευματινές ώρες, μετέφερε από την ..., στη Μυτιλήνη, στην περιοχή όπου βρίσκεται το κατάστημα με την επωνυμία LIDL, στον επαρχιακό δρόμο Μυτιλήνης-Θέρμης"... και ότι "ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Τ. του Σ. (αναιρεσείων), ο οποίος είναι τοξικομανής, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη, συνελήφθη στη Μυτιλήνη στις 13-11-2007, τις απογευματινές ώρες, από αστυνομικά όργανα, να παραλαμβάνει από τον πρώτο κατηγορούμενο (A. S. του J.) και να κατέχει, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση της, ποσότητα ηρωίνης σε μορφή βράχου, συνολικού μικτού βάρους είκοσι εννέα (29) γραμμαρίων, τοποθετημένη σε χάρτινη συσκευασία, τυλιγμένη με αυτοκόλλητη διάφανη ταινία. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν ετελέσθη το αδίκημα, αλλά ότι η συμπεριφορά του συνιστά απρόσφορη απόπειρα κατοχής ναρκωτικών, διότι η περιελθούσα σ' αυτόν ποσότητα είχε προηγουμένως κατασχεθεί από αστυνομικά όργανα είναι απορριπτέος, διότι εννοιολογικώς δεν αποκλείεται η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, έστω και αν πρόκειται περί κατεσχημένης ποσότητος. Τέλος, την άνω πράξη ο κατηγορούμενος τέλεσε καθ' υποτροπή, δηλαδή ενώ είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της τελευταίας δεκαετίας σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάστηκε αμετάκλητα για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της αποστολής δέματος, που εν γνώσει του περιείχε οποιοδήποτε ναρκωτικό σε ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ, με την υπ' αριθμ. 496/9-3-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη", και τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και μην μπορώντας να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις: Στη Μυτιλήνη, κατά τον παρακάτω χρόνο, με πρόθεση κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξη της, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση τους και συγκεκριμένα: Στον ανωτέρω τόπο, στις 13-11-2007, τις απογευματινές ώρες, με πρόθεση κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και κατά τρόπο που μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξη τους, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση τους, ποσότητα ηρωίνης σε μορφή βράχου, συνολικού μικτού βάρους είκοσι εννέα (29) γραμμαρίων, τοποθετημένη σε χάρτινη συσκευασία, τυλιγμένη με αυτοκόλλητη διάφανη ταινία. Είναι δε η ηρωίνη ναρκωτική ουσία, αφού περιλαμβάνεται στον πίνακα Α5 αρ. 1 παρ. 1 του ν. 3459/2006, δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου απ' αυτή. Τέλος, την παραπάνω πράξη του, για την οποία κατηγορείται, την τέλεσε καθ' υποτροπή, δηλαδή ενώ είχε καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της τελευταίας δεκαετίας σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα καταδικάστηκε αμετάκλητα για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της αποστολής δέματος, που εν γνώσει του περιείχε οποιοδήποτε ναρκωτικό σε ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ, με την υπ' αριθμ. 496/9-3-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη". Με αυτά που δέχθηκε, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14, 26 παρ.1 και 27 του Π.Κ και των άρθρων 20 παρ.1 και 23 του Ν 3459/2006, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν παρίστατο δε ανάγκη να τα εκθέσει αναλυτικά καθώς επίσης και το τι προέκυψε χωριστά από κάθε ένα από αυτά. Περαιτέρω η απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι δεν κατείχε κατά την έννοια του νόμου, την ποσότητα ναρκωτικών για την οποία καταδικάστηκε, επειδή αυτή είχε προηγουμένως κατασχεθεί από τους αστυνομικούς και ότι συνεπώς η πράξη του χαρακτηρίζεται όχι ως τετελεσμένη κατοχή, αλλά ως απρόσφορη απόπειρα κατοχής ναρκωτικών, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της και τα όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο εδέχθη, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων όντως είχε στην φυσική του εξουσία την ποσότητα των 29 γραμμαρίων ηρωίνης και μπορούσε να την διαθέσει πραγματικά κατά την βούληση του, το πραγματικό δε αυτό γεγονός δεν ανατρέπεται από το ότι, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προηγήθηκε κατάσχεση της από τα αστυνομικά όργανα τα ναρκωτικά για τα οποία κατεδικάσθη, καθ' όσον το Δικαστήριο δεν εδέχθη ότι η ποσότης αυτή είχε όντως κατασχεθεί, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων είχε στερηθεί την επ' αυτής φυσική εξουσίαση. Επίσης η προσβαλλόμενη, με τις σαφείς παραδοχές της, οι οποίες ως προς το σημείο αυτό δεν ελέγχονται αναιρετικώς, εδέχθη αιτιολογημένως ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε κατάσταση υποτροπής, και ότι συνεπώς συνέτρεχε στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 23 του Ν. 3459/2006, αφού με την υπ' αριθμ. 496/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας, κατεδικάσθη σε ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών για το κακούργημα της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών και αποστολής δέματος περιέχοντος ναρκωτικά. Η ιδιότητα δε του αναιρεσείοντος ως εξαρτημένου χρήστη ναρκωτικών, δεν εμποδίζει την εφαρμογή της περί υποτροπής διατάξεως του άρθρου 23 του Ν 3459/006. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων υπέβαλε δια της συνηγόρου του τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι έπρεπε "να κριθεί ατιμώρητος ως τοξικομανής για προμήθεια προς ιδία χρήση". Έτσι όμως όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν εντελώς αόριστος και δεν υποχρέωνε το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, ουδέ καν να απαντήσει σ' αυτόν. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, ο οποίος απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι "ζήτησα μία ποσότητα για τον εαυτό μου", αλλά και η συνήγορος του κατά την ανάπτυξη του ισχυρισμού αυτού, δεν προέβαλαν κατά τρόπο ορισμένο ότι η ποσότητα των 29 γραμμαρίων ηρωίνης, που βρέθηκε να κατέχει, ήταν πρόσφορη για τη κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, δεν προσδιόρισαν επακριβώς την ποσότητα της ημερησίας δόσεως η οποία του ήταν απολύτως αναγκαία. Ανεξαρτήτως όμως από την αοριστία του ισχυρισμού αυτού, το δικαστήριο αιτιολογημένως τον απέρριψε, αφού εδέχθη ότι απεδείχθη ότι την ποσότητα των 29 γραμμαρίων ηρωίνης ο κατηγορούμενος την κατείχε με σκοπό την περαιτέρω διάθεση της. Επομένως ο αντίθετος προς τα ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοιν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της απολύτου ακυρότητος λόγω διπλής παραβιάσεως των αρχών περί δικαίας δίκης η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α, συνισταμένης αφ' ενός μεν στο ότι το δικαστήριο εδέχθη ότι κατασχεθείσα προηγουμένως από αστυνομικούς ποσότης ναρκωτικών, είναι δεκτική περαιτέρω διαθέσεως από τρίτο άτομο, αφ' ετέρου δε ότι είναι δυνατή η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της υποτροπής, ακόμη και όταν ο δράστης τυγχάνει τοξικομανής. Η πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ποσότητα ηρωίνης, την οποία ευρέθη να κατέχει είχε προηγουμένως κατασχεθεί από τις αστυνομικές Αρχές, δεν έγινε δεκτός από το δικαστήριο, η διαπίστωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται από την, ως εκ περισσού, διατυπωθείσα επικουρική νομική σκέψη του δικαστηρίου, ότι δηλαδή και επί ναρκωτικών που έχουν προηγουμένως κατασχεθεί, είναι δυνατόν να υπάρξει κατοχή κατά την έννοια του άρθρου 20 του Ν 3459/2006. Η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα, διότι η ιδιότητα κάποιου ως εξαρτημένου, δεν εμποδίζει την εφαρμογή της περί υποτροπής διατάξεως του άρθρου 23 του Ν 3459/2006, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 30 παρ.4β εδάφιο β του Ν 3459/2006, στην οποία δεν γίνεται καμία διάκριση ως προς τον τρόπο τιμωρήσεως των εξαρτημένων, όταν στο πρόσωπο τους συντρέχει κάποια επιβαρυντική περίπτωση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποτροπή. Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοιν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Μαΐου 2011 αίτηση του Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 10/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοξικομανής. Σε περίπτωση τελέσεως κακουργηματικής περί τα ναρκωτικά πράξεως, η προηγούμενη ποινική καταδίκη για τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών για ίδια αποκλειστική χρήση ή της παραβάσεως του αρθρ. 29 παρ. 1 του ΚΝΝ δεν δικαιολογεί την επίταση της ποινής λόγω υποτροπής. Η ιδιότητα του καταδικασθέντος για εμπορία ναρκωτικών ως εξαρτημένου χρήστη ναρκωτικών, δεν εμποδίζει την εφαρμογή της περί υποτροπής διατάξεως του άρθρου 23 του Ν 3459/006. Ο ισχυρισμός ότι έπρεπε «να κριθεί ατιμώρητος ως τοξικομανής για προμήθεια προς ιδία χρήση» όπως προβλήθηκε ήταν εντελώς αόριστος και δεν υποχρέωνε το δικαστήριο να απαντήσει. Για την πληρότητα του ισχυρισμού αυτού, απαιτείται να αναφερθεί, μεταξύ των άλλων, ότι η ποσότητα, που κατείχε, ήταν πρόσφορη για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προσδιορίζοντας επακριβώς και την ποσότητα της ημερησίας δόσεως, η οποία ήταν απολύτως αναγκαία σ' αυτόν.
null
null
0
Αριθμός 1147/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 15η Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Αμπατζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κουλοχέρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 421/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 219/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1406/1983 ορίζεται ότι: "1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: (...) η) την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1, 2 και 4 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις διοικητικές διαφορές, επί των οποίων τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και οφείλουν να απορρίπτουν ως απαράδεκτο το τυχόν ενώπιον αυτών ασκούμενο ένδικο βοήθημα, υπάγονται μεταξύ των άλλων και οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται επί ευθύνης προς αποζημίωση που απορρέει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, όταν η παράνομη συμπεριφορά συντελείται είτε με εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις προς έκδοση τοιούτων πράξεων εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων είτε με άλλες υλικές ενέργειες, που τελούνται σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας αυτής, εφ' όσον, όμως, ούτε συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου και των εν λόγω νομικών προσώπων, ούτε οφείλονται σε πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1780/2009). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 212/1969, ο "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ.1 του ν. 3144/2003 ορίσθηκε ότι ο ΟΑΕΔ, για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών των Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων (ΤΕΕ), μπορεί να προσλαμβάνει, εκτός των ωρομισθίων του άρθρου 2 του ν. 2336/1995 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2643/1998, και προσωρινούς αναπληρωτές εκπαιδευτικούς των κλάδων ΠΕ και ΤΕ με πλήρες ή μειωμένο ωράριο διδασκαλίας, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του ν. 1566/ 1985, των οποίων η σύμβαση απασχόλησης είναι σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και έχει διάρκεια από την ημερομηνία πρόσληψής τους μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου διδακτικού έτους. Στο άρθρο 13 παρ.3 του ν. 3144/2003 ορίσθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί των κλάδων ΠΕ και ΤΕ που υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου ως ωρομίσθιοι στα κέντρα μαθητείας (ΤΕΕ) του ΟΑΕΔ, εφ' όσον είχαν συμπληρώσει μέχρι την έναρξη ισχύος του διδακτική προϋπηρεσία τουλάχιστον χιλίων διακοσίων (1.200) ωρών στη δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση του ΟΑΕΔ, εντάσσονται σε ενιαίο πίνακα για την κάλυψη των αναγκών των ΤΕΕ και προσλαμβάνονται κατ' απόλυτη προτεραιότητα ως αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι στα ΤΕΕ του ΟΑΕΔ, με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική διδακτική προϋπηρεσία και ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες του ΟΑΕΔ ανά κλάδο και ειδικότητα. Ακόμη, στο άρθρο 13 παρ.8 του ν. 3144/2003 ορίσθηκε ότι εφ' όσον οι ανάγκες του ΟΑΕΔ για αναπληρωτές ή ωρομίσθιο εκπαιδευτικό προσωπικό δεν καλυφθούν από τους πίνακες της παρ.3 του παρόντος άρθρου, καλύπτονται από τους πίνακες των εκπαιδευτικών που ο ΟΑΕΔ καταρτίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2336/1995, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2643/1998. Και τέλος, με την 190898/7-7-2004 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 1035/8-7-2004) αντικαταστάθηκε η 190862/2-8-2002 απόφαση του ιδίου ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων επιλογής και της διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής του εκπαιδευτικού προσωπικού των σχολών ΤΕΕ του ΟΑΕΔ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 22-11-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγής της αναιρεσείουσας, αυτή, ως ενάγουσα, ισχυρίσθηκε ότι είναι πτυχιούχος φιλόλογος του κλάδου ΠΕ 02 και ότι με την ειδικότητα αυτή, κατά το παρελθόν, παρείχε τις υπηρεσίες της στα κέντρα μαθητείας (ΤΕΕ) του αναιρεσίβλητου ΟΑΕΔ, στον Πύργο της Ηλείας, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός. Ότι εν όψει της σχολικής περιόδου 2004 - 2005 ζήτησε και πάλι από τον αναιρεσίβλητο να την προσλάβει με παρόμοια σύμβαση για να απασχοληθεί με την αυτή ιδιότητα. Ότι αν και, σύμφωνα με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, την προϋπηρεσία και τα προσόντα της, είχε τοποθετηθεί στην πρώτη θέση του πίνακα κατάταξης των υποψηφίων, τελικώς, δεν προσλήφθηκε από το αρμόδιο όργανο του αναιρεσίβλητου, διότι αυτό εφάρμοσε την τότε, προσφάτως εκδοθείσα 190898/7-7-2004 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (την οποία ως παράνομη και καταχρηστική θα έπρεπε να μην εφαρμόσει και κατά της οποίας η αναιρεσείουσα με άλλους συναδέλφους της έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας) και με βάση αυτήν προσέλαβε αντί της αναιρεσείουσας την Ε. Λ., που είχε λιγότερα προσόντα από αυτήν και ήταν πέμπτη στη σειρά του ίδιου πίνακα κατάταξης. Ότι με τον τρόπο αυτό, που συνιστούσε παράνομη και υπαίτια παράλειψη του αρμοδίου οργάνου του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, η τελευταία ζημιώθηκε κατά το ποσό των 12.414 ευρώ, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ως νόμιμες αποδοχές, εάν η παράλειψη δεν είχε συντελεσθεί και η πρόσληψή της είχε διενεργηθεί νομίμως, όπως και στο παρελθόν. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η αναιρεσείουσα ζητεί την καταψήφιση του αναιρεσίβλητου στο ως άνω χρηματικό ποσό νομιμοτόκως, ως αποζημίωση. Παρατηρείται, όμως, ότι με την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς της προς αποζημίωση, επικαλείται παρανομία οργάνου του εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ως προς τη μη πρόσληψή της κατά το σχολικό έτος 2004 - 2005 και στηρίζει την αξίωσή της στα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Η υπό κρίση διαφορά, δηλαδή, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ανέκυψε χωρίς να υφίσταται σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των διαδίκων, η οποία και μόνο θα μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να θεμελιώσει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η αναφορά στις νόμιμες αποδοχές, τις οποίες η αναιρεσείουσα θα ελάμβανε ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός του αναιρεσίβλητου αν δεν μεσολαβούσε η παρανομία (μη πρόσληψη), την οποία επικαλείται, γίνεται μόνο για τον υπολογισμό της έκτασης της ζημίας, την οποία επέφερε σ' αυτήν η παρανομία και δεν υποδηλώνει το αντίθετο. Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 21/2005, επί μη προσλήψεως δικηγόρου). Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια, ορθά και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, των άρθρων 1, 2 και 4 ΚΠολΔ και του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η' του ν. 1406/1983 απήγγειλε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-5-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 219/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΟΑΕΔ. Η αξίωση φιλολόγου για αποζημίωση λόγω παράνομης παράλειψης του αρμοδίου οργάνου να τον προσλάβει ως ωρομίσθιο εκπαιδευτικό σε κέντρο μαθητείας ΤΕΕ ιδρύει διοικητική διαφορά ουσίας και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 1148/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 15η Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Γκούβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 356/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 681/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2010 αίτησή της και τους από 4-10-2011 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις 11939/ στ'/16-9-2011 και 128/ζ'/6-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του επ' αυτής δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τις αντίστοιχες πράξεις ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (8-11-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε, εμπροθέσμως, την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή (βλ. την από 15-5-2012 επισημείωση του γραμματέα περί του ότι η εν λόγω δήλωση περιήλθε σ' αυτόν κατά την ημέρα της δικασίμου και όχι μέχρι την προτεραία αυτής). Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτού (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). 2. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους και, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση, που χορηγείται κατά τα ανωτέρω λόγω συνταξιοδότησης, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα, όσα ορίζονται στα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18-7-1920, εκτός από αυτά που αφορούν στην προειδοποίηση. Εξ άλλου, κατά την παρ.2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν. 2112/1920 και το β.δ. της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, κατ' αρχήν, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος απ' ευθείας από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται βάσει άλλων διατάξεων νόμων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον ως άνω νόμο ή βασιλικό διάταγμα μόνο για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της αποζημιώσεως (ΑΠ 1950/2007). Τέτοια, είναι η περίπτωση που προβλέπεται στη διαιτητική απόφαση 47/1987 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 10661/1988 (ΦΕΚ Β' 68/5-2-1988), για την αποζημίωση που δικαιούνται όσοι από τους εργαζόμενους στα ΚΤΕΛ όλης της Χώρας αποχωρούν από την εργασία τους λόγω διαρκούς και ολικής ανικανότητας (ΑΠ 464/2010). Στην περίπτωση, όμως, της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, η παραπομπή δεν γίνεται μόνο στο ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920 για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της αποζημίωσης, αλλά και σε άλλες διατάξεις του ν. 3198/1955, μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 6, στην παρ.2 του οποίου προβλέπεται η τήρηση αποκλειστικής προθεσμίας έξι μηνών για την άσκηση της σχετικής αξίωσης. Συνεπώς, και η αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία. Και είναι αληθές ότι στο άρθρο 30 του ν. 2556/1997 ορίζεται ότι "οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 (...)". Η διάταξη αυτή, όμως, θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο για να επιλύσει νομοθετικώς το ζήτημα της μη εφαρμογής, ως προς τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ, των περιορισμών του α.ν. 173/1967 ως προς το ανώτατο ποσό της δικαιούμενης αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, η αναφορά σ' αυτήν "της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920" γίνεται μόνο με την έννοια του καθορισμού του ύψους του ποσού της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται υπό όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος αυτός σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 435/1976, με περαιτέρω αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 46/2005, ΑΠ 2250/2009). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). Και ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) στην ένδικη, από 18-12-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή, προσλήφθηκε το έτος 1975 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα, τότε ΚΤΕΛ νομού Αχαΐας), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε ως εφεδρικός οδηγός λεωφορείου μέχρι τα τέλη του μηνός Μαΐου 1986. Ότι, κατόπιν, η εναγομένη έπαυσε να τον απασχολεί πραγματικά, χωρίς να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και χωρίς να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως. Ότι λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και η εναγομένη, που είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, περιήλθε σε υπερημερία ως εργοδότης και υποχρεώθηκε να καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές μέχρι το μήνα Μάιο 1992, περιστατικό που διαγνώσθηκε τελεσιδίκως. Ότι ο ενάγων, την 11-10-2004, που είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος, υπέβαλε την ταυτόχρονη αίτηση συνταξιοδότησης προς το αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ και, τυπικά, αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου είχε αποσβεσθεί λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, ως εκ του ότι, ενώ η αξίωση είχε γεννηθεί την 11-10-2004, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 9-1-2008, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί αποζημίωση ύψους 42.224 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την ίδια αιτία το ποσό των 16.889,60 ευρώ. Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2556/1997 και 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, διότι, με βάση τις παραδοχές του, η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως του εργαζόμενου από την υπηρεσία προς συνταξιοδότηση λόγω γήρατος και όχι λόγω διαρκούς και ολικής αδυναμίας, ήταν, πράγματι, απαράδεκτη, ως έχουσα ασκηθεί μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπεται από τη δεύτερη εκ των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προβάλλονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. 3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Εν προκειμένω, μοναδικό αίτημα της ένδικης, από 18-12-2007 αγωγής είναι ο καθορισμός και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, οφείλει η αναιρεσείουσα προς αυτόν, λόγω της επελθούσας συνταξιοδότησής του. Όπως αναφέρθηκε, όμως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αν και ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος την 11-10-2004, οπότε υπέβαλε προς το αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ την ταυτόχρονη αίτηση, άσκησε την ένδικη αγωγή μόλις την 9-1-2008, οπότε διενεργήθηκε η επίδοση αυτής προς την αναιρεσείουσα. Εξ αυτού προκύπτει ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου έχει αποσβεσθεί λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 681/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 18-12-2007 αγωγή. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 31η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 28η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Η σχετική αξίωση υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955. Αναιρεί και απορρίπτει την αγωγή.
null
null
2
Αριθμός 1151/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54707/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο Κ. Α. και πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ.. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1212/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου με αριθμό 294/23.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις 476§1 και 513§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 7805/14-10-2011 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Δ. Σ., κατοίκου ..., , κατά της υπ' αριθ. 54707/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 του Κ.Π.Δ. "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγής της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504§1 του Κ.Π.Δ. "1. Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Αναίρεση κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510§1 στοιχ. Α', Γ', Ε', ΣΤ' και Η'". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 489§1 του Κ.Π.Δ. "1. Εκείνος που καταδικάσθηκε και ο Εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση: α) ... β) κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ή αν επιδικάσθηκε εναντίον του οποιαδήποτε αποζημίωση και ικανοποίηση πάνω από διακόσια πενήντα ευρώ συνολικά ή αν καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε ποινή που συνεπάγεται τις στερήσεις και τις ανικανότητες που ορίζονται στην επόμενη περίπτωση (στοιχείο γ') ή ακόμα αν συνεπάγεται την έκτιση άλλης ποινής φυλάκισης που είχε ανασταλεί και είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες ή συνεπάγεται τα ίδια αποτελέσματα". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 54707/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή όπως απαγγέλθηκε προσβάλλονταν με έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (ανωτέρω άρθρο 489§1β Κ.Π.Δ.) και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (ανωτέρω, άρθρο 504§1 Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 7805/14-10-2011 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Δ. Σ., κατά της υπ' αριθ. 54707/2011 αποφάσεως του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 489 παρ. 1 περιπτ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της πρώτης περιόδου της πρώτης παραγράφου από την παρ. 11 του άρθρου 33 του Νόμου 4055/12.3.2012, επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από 1000 ευρώ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως κατά της οποίας δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη 54707/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής είχε δικαίωμα ο αναιρεσείων να ασκήσει έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως, η κατά της εν λόγω αποφάσεως στρεφόμενη υπό κρίση υπ' αριθ. πρωτ. 7805/14.10.2011 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτηση του Α. Δ. Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 54707/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπόκειται στο ένδικο μέσοτης αναιρέσεως η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως. Αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως υποκειμένης σε έφεση. Κηρύσσεται απαράδεκτη η αίτηση της αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1142/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Β. Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό και 2. Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Β. Χ., περί αναιρέσεως της 745α/2011 και 61/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανούστη και 2. Ν. Ν. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Φεβρουαρίου 2012 και 17 Φεβρουαρίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 17.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1510/2012) του Π. Π. του Ε. και 2) η από 21.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1488/2012) του Β. Κ. του Κ., για αναίρεση των υπ' αριθ. 745α/2011 και 61/2012, παρεμπίπτουσας και καταδικαστικής, αντιστοίχως, αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται με την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται στη θέληση παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και, συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς αναφοράς προς την αρχή απαιτείται να έγινε ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε Αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της αναφοράς να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο αναφέρων να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε την αναφορά με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που αναφέρεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 745α/2011 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, περί απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς κατά της υπ' αριθ. 278/2011 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς και δέχθηκε τυπικώς την έφεση αυτού, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, με την υπ' αριθ. 61/2012 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, τον Π. Π. παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και τον Β. Κ. ψευδούς αναφοράς προς την Αρχή και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Ν. Ν., πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών τον πρώτο και συνολική έντεκα (11) μηνών τον δεύτερο, ανασταλείσα, ενώ τους κήρυξε αθώους τον πρώτο για ψευδή αναφορά προς την Αρχή και συκοφαντική δυσφήμηση και τον δεύτερο για παράβαση καθήκοντος. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, με αριθμό 23/28.2.2011, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Δεν εκτιμήθηκαν ορθώς τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία. Ειδικότερα όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Ν. ο ψηφιακός δίσκος, ο οποίος εγχειρίσθηκε από τον Α. Κ. μερικές ημέρες μετά το τροχαίο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα την 18-1-2004 και περί ώρα 16,17 στη διασταύρωση της Λεωφόρου ... και ... εις την Σαλαμίνα συνεπεία του οποίου απεβίωσε ο Σ. Κ., ήταν γνήσιος απεικόνιζε ευκρινώς την εικόνα της βιντεοληπτικής μηχανής την οποία είχε ενεργοποιήσει ο Ν. Ν. και ουχί παραποιημένος όπως εξέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος ο τελευταίος δε με την υπ' αριθμ. 2514/9/103-Σ/3-2-2004 παραγγελία του διόρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο ως ειδικό πραγματογνώμονα για την εξέταση της γνησιότητος του λεχθέντος ψηφιακού δίσκου ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ναι μεν περιλαμβάνεται εις τον καταρτισθέντα για το έτος 2004 πίνακα πραγματογνωμόνων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 471/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, για τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων όχι όμως και εις την ειδική κατηγορία εξετάσεως ψηφιακών πειστηρίων και κατά παράβαση των άρθρων 184 και 186 του ΚΠΔ και του Π.Δ. 14/2001 όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ 223/2003 περί οργανώσεως Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας όπου υπήρχε τμήμα εξετάσεως ψηφιακών πειστηρίων στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας και θα έπρεπε αρχικά να απευθυνθεί προς την υπηρεσία αυτή με αίτημα την εξέταση της γνησιότητος του ανωτέρω ψηφιακού δίσκου σε διαφορετική περίπτωση να προβεί σε διορισμό δύο πραγματογνωμόνων. Περαιτέρω ο πρώτος κατηγορούμενος όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ. κάλεσε εις την κατοικία του κατά παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος τον αδελφό του μάρτυρα αυτού Α. Κ. και επεχείρησε, ισχυριζόμενος εις αυτόν ότι ο ψηφιακός δίσκος ήταν παραποιημένος, να τον αποτρέψει από την συμμετοχή του ως πολιτικώς ενάγοντος εις την εξακολούθηση της ποινικής υπόθεσης που είχε ήδη αρχίσει καθιστώντας ως υπαίτιο της πλαστότητος του ανωτέρω ψηφιακού δίσκου τον Ν. Ν.. Εξάλλου από την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δήλωσε εις αυτόν όπως μη ασχοληθεί άλλο με την υπόθεση αλλά να θεωρήσουν υπαίτιο μόνο τον Ν. Ν., προσέτι δε το υπέδειξε τον Β. Χ. ή Χ. ο οποίος όπως εκθέτουν οι Α. Κ. και Ν. Ν. είναι δικηγόρος και εκπροσωπούσε τους εμπλακέντες εις το ατύχημα οδηγούς. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Ν. και Ι. Ν. προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. πρωτ. 251/4/9/13-ι αναφορά του πρώτου κατηγορουμένου εις την οποία διέλαβε τα ακόλουθα "Από την εν γένει συμπεριφορά του πατέρα και των δύο αδελφών του νεκρού υποθέσαμε ότι αυτοί είχαν άγνοια της πλαστότητας και υπαίτιος αυτής ήταν ο στρατιώτης Ν. Ν. ο οποίος σύμφωνα με τον πατέρα ένιωθε τύψεις για το χαμό του φίλου του γιατί ήταν αυτός που ξεσήκωσε το γιό του ενώ αυτός κοιμόταν και τον προέτρεψε να πάνε βόλτα στη Σαλαμίνα" είναι ψευδής με αυτή δε επιχείρησε να καταστήσει ύποπτο τέλεσης αυτεπάγγελτων διωκομένων εγκλημάτων τον Ν. Ν. και να βλάψει αυτόν και τον Α. Κ. από τους οποίους οπ δεύτερος επιθυμούσε την διαλεύκανση της υπόθεσης του θανάσιμου τραυματισμού του υιού του και να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του υπαιτίου οδηγού του θανάσιμου τραυματισμού του. Από τις ίδιες καταθέσεις προκύπτει ότι με την λεχθείσα υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/13-ι υποβλητική αναφορά του κατηγορούμενου αυτού προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς. Ο κατηγορούμενος επεδίωκε την καταδίωξη του Ν. Ν. για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ψευδορκία μάρτυρα και ψευδούς αναφοράς εις την Αρχή, καθόσον το περιεχόμενο της αναφοράς αυτής έρχεται εις αντίθεση και με την ένορκη κατάθεση του Α. Κ. από τις οποίες προκύπτει ότι υπαίτιος του τροχαίου συμβάντος που έλαβε χώρα την 18-1-2004 και περί ώρα 16.15 στην Σαλαμίνα κατά το οποίο τραυματίστηκε ο Σ. Κ. ήταν ο οδηγός του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Μ.. Από τις προαναφερθείσες δε καταθέσεις προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος με την ανωτέρω αναφερόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/13-ι αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς για τον Ν. Ν. τα αναφερόμενα εις την αναφορά αυτή ψευδή γεγονότα που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του και συγκεκριμένα ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς αναφοράς εις την Αρχή. Από τις καταθέσεις του Ι. Ν. προκύπτει ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων είχε υποχρέωση όπως απέχει από την ζητηθείσα από αυτόν πραγματογνωμοσύνη εις το προαναφερθέν ψηφιακό δίσκο και να ζητήσει την απαλλαγή του από τον διορίσαντα αυτόν. Παρά ταύτα όμως διενήργησε την από 9-3-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποφανθείς ότι ο ψηφιακός δίσκος που εζήτησε ήταν παραποιημένος (πλαστός) από ομάδα ανθρώπων τα οποία επιχειρούν να επιρρίψουν ευθύνες για το τροχαίο ατύχημα σε μη υπαίτιο οδηγό. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος όντας υπάλληλος παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα Ν. Ν. τον οποίο επεχείρησε να καταστήσει ύποπτο τέλεσης αυτεπαγγέλτων διωκομένων εγκλημάτων και τον Α. Κ. που επιθυμούσε να διερευνηθεί η υπόθεση του θανάσιμου τραυματισμού του υιού του Σ. Κ. καθόσον διορίσθηκε εις τα πλαίσια της διενεργούμενης από τον συγκατηγορούμενό του Π. Π. αστυνομικής προανάκρισης για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα προκειμένου να αποφανθεί με αιτιολογημένη έκθεση του αφενός για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ανωτέρω ατύχημα αφετέρου δε για την γνησιότητα του εγχειρισθέντος εις τον συγκατηγορούμενό του υπό τον Ν. Ν. ψηφιακού δίσκου στον οποίο απεικονιζόταν ευκρινώς η εικόνα βιντεοληπτικήν μηχανήν την οποία ο τελευταίος είχε ενεργοποιήσει κατά την διάρκεια του τροχαίου συμβάντος όπου φαινόταν ένα όχημα μελανού χρώματος να εξέρχεται από την οδό ... προς την Λεωφόρο ... αποκόπτοντας την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του θανόντα παρά το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβανόταν εις τον ορισθέντα δυνάμει του υπ' αριθμ. 471/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά πίνακα πραγματογνωμόνων στην ειδική κατηγορία εξέτασης ψηφιακών πειστηρίων παρά μόνο για την διερεύνηση τεχνικών ζητημάτων επί τροχαίων ατυχημάτων. Από τις ένορκες καταθέσεις των Ν. Ν. και Α. Κ. από τις οποίες συνάγεται ότι υπαίτιος του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του Α. Μ. ο οποίος εξήλθε από την οδό ... και παρευρέθηκε αιφνίδια στην πορεία του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Σ. Κ. προκύπτει η από τον κατηγορούμενο τέλεση της εν γνώσει του αναφοράς κάποιου άλλου ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του καθόσον μετά το πέρας της προανακριτικής διαδικασίας που διενήργησε ο συγκατηγορούμενός του Π. Π. έχοντας ως στοιχείο την από 9-3-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διαβίβασε αυτή με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/113-1/18-6-2004 αναφορά του, την σχετική δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, ο οποίος αφού έλαβε γνώση μεταξύ και άλλων εγγράφων και την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη κίνησε σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την ποινική διαδικασία σε βάρος του Ν. Ν.. Από την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Ν. προέκυψε η από τον κατηγορούμενο τέλεση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο παραδοθείς από τον μάρτυρα τούτο ψηφιακός δίσκος (CD) ήταν γνήσιος και όχι πλαστός όπως εκθέτει ο κατηγορούμενος δεν είναι αντίγραφο πρωτότυπης βιντεοταινίας το οποίο με κατάλληλη ηλεκτρονική επεξεργασία έχει παραποιηθεί και παραμορφωθεί κακοβούλως ούτε είχε αντιγραφεί εσκεμμένως με πολύ χαμηλή ευκρίνεια και από λάθος του δράστη είχε τοποθετηθεί ημερομηνία και ώρα οκτώ (8) λεπτά ενωρίτερα της ώρας του ατυχήματος δεν έγινε δε μεθοδευμένη και μελετημένη απόπειρα παραπλάνησης των Ανακριτικών και Δικαστικών Αρχών από ομάδα ατόμων με την κατασκευή πειστηρίων του συμβάντος με τα οποία επιχειρείται να επιρριφθεί η ευθύνη του ατυχήματος στον οδηγό του οχήματος με στοιχείο Γ'. Διαβιβάσθηκε δε συνταχθείσα από τον κατηγορούμενο πραγματογνωμοσύνη εις την οποία αναφέρονται τα ανωτέρω εις τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και συγκεκριμένα ότι ο πιο πάνω πλαστός δίσκος παραδόθηκε από τον Ν. Ν. τον οποίο ναι μεν δεν κατονόμασε ο κατηγορούμενος πλην έμμεσα και αναμφίβολα προσδιόρισε ισχυρισθείς γι' αυτόν ψευδή γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του δηλαδή ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς αναφοράς στην αρχή". Η πιο πάνω αιτιολογία της εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι για τις πιο πάνω πράξεις και, επιπλέον, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των ως άνω αξιοποίνων πράξεως. Ειδικότερα: α) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της, το Τριμελές Εφετείο, προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τους κατηγορούμενους κρίση του, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως) που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την διαδικασία. Έπρεπε, λοιπόν, στην έφεση να μνημονεύονται, έστω και κατ' είδος, τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ' ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι. Όμως, σ' αυτήν δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο (πλην των μαρτύρων κατηγορίας Ν. Ν. - πολιτικώς ενάγοντος, Σ. Κ. και Ι. Ν.), ούτε γίνεται αναφορά ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά που θεμελιώνουν την ενοχή των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση του Π. Π. και της ψευδούς αναφοράς προς την Αρχή και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του Β. Κ. και, επομένως, αυτοί, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκαν αθώοι. Το Τριμελές, όμως, Εφετείο έλαβε υπόψη του, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Κ. και Α. Κ. και υπερασπίσεως Θ. Μ., Σ. Τ., Γ. Κ., Ε. Π., Η. Κ., Ι. Γ., και Γ. Ψ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 18 μέχρι 20 της εκκαλουμένης αποφάσεως με τους αριθμούς 1-13 του κατηγορητηρίου, 1-11 που προσκομίστηκαν από την πολιτική αγωγή, 1-14 που προσκόμισε ο κατηγορούμενος Π. Π. και 1-3 που προσκόμισε ο κατηγορούμενος Β. Κ., και τις απολογίες των κατηγορουμένων. Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τους πιο πάνω δύο κατηγορουμένους κρίση του προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην έφεση που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, ούτε αυτός αντικρούει με συλλογισμούς την περί της αθωότητας των εν λόγω κατηγορουμένων κρίση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα. β) Ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι η βασική εντολή του αναιρεσείοντος Π. Π. προς τον αναιρεσείοντα Β. Κ. να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη προς διακρίβωση των συνθηκών του ατυχήματος, η οποία δόθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως που ενεργούσε, ήταν καθόλα νόμιμη, καθόσον ο ανωτέρω περιλαμβανόταν στον ισχύοντα τότε πίνακα πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Πειραιώς επί ζητημάτων διερευνήσεως τροχαίων ατυχημάτων και ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η περαιτέρω εντολή του για διερεύνηση από τον ίδιο πραγματογνώμονα της γνησιότητας ή μη του παραδοθέντος σ' αυτόν ψηφιακού πειστηρίου (CD) που φερόταν να απεικονίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε λάβει χώρα το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, το οποίο φερόταν ότι είχε μαγνητοσκοπηθεί τυχαία με την χρήση ψηφιακής κάμερας από τον φίλο του θανόντος Ν. Ν., δεν αφορούσε την εξέταση της γνησιότητας ψηφιακού πειστηρίου, αλλά την απόφανση περί των συνθηκών του ίδιου ατυχήματος, στο εάν δηλαδή η κινηματογραφική λήψη είχε γίνει την ίδια την ώρα του ατυχήματος ή σε μεταγενέστερο χρόνο, δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου Π. Π. δεν συνιστούσε κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία πράξη παραβάσεως καθήκοντος, όπως του αποδιδόταν, εν τούτοις ο Εισαγγελέας ουδέν διαλαμβάνει στην έφεσή του προς αντίκρουση των σκέψεων αυτών και προς υποστήριξη της αντίθετης δικής του απόψεως, ότι δηλαδή η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου συνιστούσε παράβαση καθήκοντος. γ) Ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχεται ότι η ενέργεια του ίδιου κατηγορουμένου να καλέσει στο σπίτι του τον αδελφό του θανόντος Α. Κ. και να του συστήσει να αποφύγει η οικογένειά του να στηρίξει τις όποιες δικαστικές της διεκδικήσεις σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος στον ψηφιακό δίσκο που φερόταν να αποτυπώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, καθόσον αυτός ήταν πλαστός και είχε κατασκευασθεί από τον Ν. Ν., δεν συνιστούσε αξιόποινη πράξη παραβάσεως καθήκοντος, όπως του αποδιδόταν, αλλά πειθαρχικώς ελεγκτέα συμπεριφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.2, 18 και 20 του τότε ισχύοντος Π.Δ. 22/1996, εν τούτοις ο Εισαγγελέας ουδέν διέλαβε στην έφεσή του προς αντίκρουση των σκέψεων αυτών και προς υποστήριξη της αντίθετης δικής του απόψεως, ότι δηλαδή η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου θεμελίωνε κατά τον νόμο πράξη παραβάσεως καθήκοντος. δ) Ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, έστω με επικουρική σκέψη, ότι τα αναγραφέντα από τον κατηγορούμενο Π. Π. στην από 18-6-2004 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με την οποία υπέβαλε την σχετική δικογραφία για το περί ου ο λόγος τροχαίο ατύχημα, αποτελούσαν στην ουσία τους δυσμενείς εκφράσεις που είχαν περιληφθεί σε έγγραφο δημόσιας Αρχής και ότι δεν συγκροτούσαν έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως, ούτε και απλής τοιαύτης ή εξυβρίσεως, καθόσον ο άδικος χαρακτήρας των τελευταίων αιρόταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1β του Π.Κ, εν τούτοις ο Εισαγγελέας ουδέν διέλαβε στην έφεσή του προς αντίκρουση των σκέψεων αυτών. ε) Ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, επίσης, ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο Β. Κ. παράβαση καθήκοντος, συνιστάμενη στο ότι αυτός διενήργησε πραγματογνωμοσύνη επί του ζητήματος της γνησιότητας του ψηφιακού δίσκου που απεικόνιζε τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, παρά το ότι δεν περιλαμβανόταν στον ειδικό κατάλογο πραγματογνωμόνων επί ζητημάτων εξετάσεως ψηφιακών πειστηρίων, δεν στοιχειοθετούσε αντικειμενικά έγκλημα παραβάσεως καθήκοντος, ελλείψει της ιδιότητας του υπάλληλου, εν τούτοις ο Εισαγγελέας Εφετών ουδέν διέλαβε στην έφεσή του προς απόκρουση της σκέψεως αυτής. στ) Ενώ για την κατά τον νόμο υποκειμενική θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, άμεσος δόλος (άρθρα 229 παρ. 1, 362 σε συνδ. προς 363 και 27 παρ.2 εδάφιο α του ΠΚ), επιπροσθέτως δε, για τη θεμελίωση και ολοκλήρωση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, η συνδρομή του πρόσθετου υποκειμενικού στοιχείου του σκοπού προκλήσεως από τον υπαίτιο βλάβης στο Κράτος ή τρίτον ή της παράνομης ωφέλειας του εαυτού του ή τρίτου, εν τούτοις ο Εισαγγελέας δεν αιτιολόγησε ειδικά τον άμεσο δόλο των κατηγορουμένων σε σχέση με τα εγκλήματα αυτά, παραθέτοντας περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την γνώση τους ότι ήταν ανακριβή όσα εξέθεταν ο μεν πρώτος στην από 18-6-2004 αναφορά του και ο δεύτερος στην από 9-3-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η περίπτωση αυτοί να ενήργησαν από ενδεχόμενο δόλο ή και χωρίς δόλο, γιατί πίστευαν καλόπιστα ότι αυτά ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, επιπλέον δε δεν αιτιολογεί τον σκοπό βλάβης των πολιτικώς εναγόντων, τον οποίο επιδίωκαν με την φερόμενη ως τελεσθείσα παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. Η ανάγκη αιτιολογήσεως του δόλου στην προκειμένη περίπτωση, αποτελούσε προϋπόθεση για να θεωρηθεί η έφεση του Εισαγγελέα ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακριβώς λόγω ελλείψεως του υποκειμενικού αυτού στοιχείου, καθόσον, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό της: 1) "σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος αυτός (αναφέρεται στον Π. Π.) ενήργησε όπως παραπάνω με πρόθεση να παραβεί το καθήκον της υπηρεσίας του και με σκοπό να βλάψει τους εγκαλούντες Ν. Ν. και Α. Κ., με το να καταστήσει ύποπτο τέλεσης αξιοποίνων πράξεων τον πρώτο ή να αποτρέψει τον δεύτερο από την άσκηση κάθε αξίωσής του για τον θανάσιμο τραυματισμό του γιού του ή να ωφελήσει τρίτους (όπως τις τυχόν υπόχρεες σε αποζημίωση ασφαλιστικές εταιρείες, όπως υποθετικά και αόριστα κατέθεσαν στο δικαστήριο). Για τον ίδιο λόγο, δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες στον ίδιο κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του Ν. Ν., καθόσον κατά τον χρόνο σύνταξης και υποβολής της εν λόγω αναφοράς (18-6-2004), δεν προέκυψε ότι αυτός είχε σαφή γνώση και τεκμηριωμένη - από κάποιο άλλο στοιχείο, πλην της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, ενόψει του ότι η έκθεση του διορισθέντος από την Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα, ειδικού σε θέματα εξέτασης ψηφιακών πειστηρίων, υπαστυνόμου Ι. Π. συντάχθηκε στις 11-7-2005, δηλαδή σε μεταγενέστερο χρόνο - άποψη για την γνησιότητα του επίμαχου ψηφιακού δίσκου, ώστε να γίνει δεκτό ότι εν γνώσει του ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ψευδή περιστατικά, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του καταδίωξη και να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του ...." και 2) "δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος (αναφέρεται στον Κ.) διέλαβε τα ως άνω περιστατικά και τις άμεσα συνδεόμενες με αυτά δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμούς, εν γνώσει του ότι ήταν ψευδή, αντίθετα αποτύπωσε την πεποίθησή του περί μη γνησιότητας του ψηφιακού δίσκου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα πλαίσια της διεκπεραίωσης της εντολής που έλαβε, χωρίς πρόθεση να βλάψει την τιμή και τη υπόληψη του εγκαλούντος και χωρίς σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη". Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων, και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ενόχους αυτούς, τον Π. Π. για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και τον Β. Κ. για ψευδή αναφορά προς την Αρχή και συκοφαντική δυσφήμηση, υπερέβη θετικά την εξουσία του και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες (παρεμπίπτουσα και οριστική) αποφάσεις στο σύνολό τους, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων. Αφού δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και πρέπει ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 745α/2011, 61/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 23/28.2.2011 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 278/2011 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς ως απαράδεκτη. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αθωωτική απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για παράβαση καθήκοντος κατ" εξακολούθηση, ψευδή αναφορά προς την Αρχή και συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Έφεση εισαγγελέα. Πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αναίρεση προσβαλλόμενης αποφάσεως για θετική υπέρβαση εξουσίας, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το ότι η έφεση του εισαγγελέα δεν ήταν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, απέρριψε σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και σε καταδικαστική κρίση. Δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση, γιατί η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική και ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1141/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Θ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της 11345/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Τ. συζ. Β. Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαλόη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσεων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 267/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπονται από τα άρθρα 229§1 και 224§2 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην πρώτη περίπτωση, και ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι επίσης ψευδή, στη δεύτερη περίπτωση. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος της Τ. Κ., πράξεις που τέλεσε με τα ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών (13) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στις 25-6-2004 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή και συγκεκριμένα την άνω ημερομηνία υπέβαλλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-6-2004 μήνυση κατά της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας Τ. συζύγου Β. Κ., στην οποία (μήνυση) ανέφερε ψευδώς ότι η ως άνω εγκαλούσα στις 4-6-2003 τέλεσε σε βάρος του την πράξη της απάτης, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό, στο οποίο το δικαστήριο παραπέμπει προς συμπλήρωση του σκεπτικού. Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στην παραπάνω μήνυση του ήταν ψευδή, αφού, όπως αποδείχθηκε η εγκαλούσα του είχε παραδώσει όλα τα εμπορεύματα που του είχε πωλήσει και αναφέρονται στα υπ' αριθμ. ΤΙ - 000151/4-6-2003 και ΤΙ - 000152/4-6-2003 Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής που αυτή εξέδωσε και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, παρά ταύτα κατέθεσε την ως άνω από 15-6-2004 ψευδή μήνυσή του με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος της εγκαλούσας ποινική δίωξη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 16-12-2004 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή και συγκεκριμένα την άνω ημερομηνία υπέβαλλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-12-2004 μήνυση κατά της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας Τ. συζύγου Β. Κ., στην οποία (μήνυση) ανέφερε ψευδώς ότι η ως άνω εγκαλούσα τέλεσε σε βάρος του την πράξη της νόθευσης των παραπάνω υπ' αριθμ. ΤΙ - 000151/4-6-2003 και ΤΙ - 000152/4-6-2003 Τιμολογίων - Δελτίων Αποστολής, πλαστογραφώντας την υπογραφή του επ' αυτών στη θέση "ΠΑΡΑΛΑΒΗ" και την πράξη της απάτης στο δικαστήριο, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό, στο οποίο το δικαστήριο παραπέμπει προς συμπλήρωση του σκεπτικού. Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στην παραπάνω μήνυσή του ήταν ψευδή, αφού, όπως αποδείχθηκε η εγκαλούσα του δεν είχε θέσει η ίδια στα άνω εκδοθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής την υπογραφή αυτού και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, παρά ταύτα κατέθεσε την ως άνω από 15-6-2004 ψευδή μήνυσή του με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος της εγκαλούσας ποινική δίωξη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 23-6-2005 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή και συγκεκριμένα την άνω ημερομηνία υπέβαλλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 23-6-2005 μήνυση κατά της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας Τ. συζύγου Β. Κ., στην οποία (μήνυση) ανέφερε ψευδώς ότι η ως άνω εγκαλούσα τέλεσε σε βάρος του την πράξη της νόθευσης του παραπάνω υπ' αριθμ. ΤΙ - 000152/4-6-2003 Τιμολογίου - Δελτίου Αποστολής, πλαστογραφώντας την υπογραφή του επ' αυτού στη θέση "ΠΑΡΑΛΑΒΗ" και την πράξη της απάτης στο δικαστήριο, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό, στο οποίο το δικαστήριο παραπέμπει προς συμπλήρωση του σκεπτικού. Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στην παραπάνω μήνυση του ήταν ψευδή, αφού, όπως αποδείχθηκε η εγκαλούσα του δεν είχε θέσει η ίδια στο άνω εκδοθέν τιμολόγιο - δελτίο αποστολής την υπογραφή αυτού και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, παρά ταύτα κατέθεσε την ως άνω από 23-6-2005 ψευδή μήνυσή του με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος της εγκαλούσας ποινική δίωξη. Για τα ανωτέρω πείστηκε το δικαστήριο από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου μαρτύρων. Σημειώνεται ότι επί της πρώτης από 15-6-2004 μήνυσης εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 3467/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο απάλλαξε την κατηγορουμένη από την κατηγορία. Επί της δεύτερης από 15-12-2004 μήνυσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39486/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώα για τι παραπάνω πράξεις. Επί δε της τρίτης από 23-6-2005 μήνυσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48794/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αθωώθηκε για τις πράξεις που της αποδίδονταν. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ' αριθμ. 39486/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο στις 9-6-2006 εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας και μεταξύ άλλων κατέθεσε εν γνώσει του ότι είναι ψέματα ότι η εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα πλαστογράφησε (νόθευσε) τα παραπάνω τιμολόγια - δελτία αποστολής και περαιτέρω ότι προσπάθησε να εξαπατήσει το δικαστήριο. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ...". Στο δε διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθεται ότι οι πράξεις, για τις οποίες καταμηνύθηκε ψευδώς η εγκαλούσα, συνίστανται στα εξής: "α) Με την πρώτη ως άνω μήνυση, ότι αυτή ενεργώντας από κοινού μετά του συζύγου της περί τις 15-9-2003 τον εξαπάτησαν, ειδικότερα πως παρέστησαν σε αυτόν ψευδώς ότι ενόψει πώλησης προς τον ίδιο εμπορευμάτων της επιχείρησής της και ειδικότερα των αναγραφομένων στα αντίστοιχα εκδοθέντα υπ' αριθ. ΤΙ-000151/4-6-2003 και ΤΙ-000152/4-6-2003 τιμολόγια - δελτία αποστολής συνολικής αξίας μετά Φ.Π.Α. 68.367,68 ευρώ, μέρος των οποίων και δη αξίας τούτων 15.357,33 ευρώ μετά Φ.Π.Α δεν είχαν ωστόσο παραδοθεί και παραληφθεί εκ μέρους του, πλην όμως επέκειτο κατά τις σχετικές διαβεβαιώσεις της η παράδοση και αυτών τις επόμενες ημέρες και τούτο καθόσον αυτή είχε αδειάσει την μία εκ των δύο διατηρουμένων αποθηκών της και λόγω μεταφοράς του συνόλου των εμπορευμάτων ήταν δύσκολη η ανεύρεση και ο σχετικός διαχωρισμός τους, παρέπεισαν τοιουτοτρόπως αυτόν να εκδώσει και για τα εν λόγω εμπορεύματα (τα μη παραδοθέντα) και να παραδώσει στην άνω εγκαλούσα τις υπ' αριθ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές του της Τραπέζης Πειραιώς με ημερομηνίες φερομένης εκδόσεως των και ποσών αντίστοιχα την 31-5-04 ποσού 7.500 ευρώ και την 30-6-04 ποσού επίσης 7.500 ευρώ, σε συνολική έτσι εξόφληση του αναγραφομένου στα άνω τιμολόγια τιμήματος της συμφωνηθείσας αγοραπωλησίας προκαλώντας του όμως ισόποση ζημία, καθόσον μέρος των πωλούμενων εμπορευμάτων και ειδικότερα τα άνω εμπορεύματα αξίας 15.357,33 ευρώ ουδόλως και ουδέποτε του παραδόθηκαν, καθώς και ότι αρνήθηκε αυτή (η εδώ εγκαλούσα) να του επιστρέψει τα σώματα των δύο ως άνω επιταγών, οι οποίες αντιστοιχούσαν στην αξία των μη παραδοθέντων εμπορευμάτων και για το λόγο αυτό είχαν ανακληθεί, β) με την δεύτερη των άνω μηνύσεων, ότι αυτή νόθευσε τα ανωτέρω υπ' αριθ. ΤΙ-000151/4-6-2003 και ΤΙ-000152/4-6-2003 τιμολόγια - δελτία αποστολής συνολικής αξίας μετά Φ.Π.Α. 68.367,68 ευρώ, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είχε παραλάβει όλα τα αναφερόμενα στα τιμολόγια εμπορεύματα και στην συνέχεια έκανε χρήση των νοθευμένων αυτών τιμολογίων προσκομίζοντας τα ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκδικαζόταν αίτηση του προς χορήγηση προσωρινής διαταγής περί αναστολής εκτελέσεως της υπ'αριθ.7275/2004 Διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος του κατ' αίτηση της, καθώς και ότι εξαπάτησε τον ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την συζήτηση της άνω αιτήσεώς του προς έκδοση προσωρινής διαταγής περί μη εκτελέσεως (αναστολής) της άνω Διαταγής πληρωμής προσκομίζοντας σε αυτόν τα άνω, νοθευμένα ωστόσο τιμολόγια και παριστάνοντας ότι αυτά φέρουν την πραγματική του υπογραφή στην θέση του παραλαβόντος τα εμπορεύματα, άρα ότι αυτός είχε όλα αυτά παραλάβει και συνεπώς υφίστατο καθ' ολοκληρία το άνω της Διαταγής πληρωμής επιδικασθέν χρέος του και τοιουτοτρόπως αυτή πέτυχε να του απορριφθεί η ανωτέρω αίτησή του χορηγήσεως προσωρινής διαταγής (αναστολής εκτέλεσης) και να εκτελεσθεί ακολούθως η Διαταγή αυτή πληρωμής, και γ) με την τρίτη των άνω μηνύσεων και. πάλι κατήγγειλε την άνω, ήδη εγκαλούσα, ότι αυτή νόθευσε το ανωτέρω υπ' αριθ. ΤΙ-000152/4-6-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είχε παραλάβει όλα τα αναφερόμενα στο τιμολόγιο αυτό εμπορεύματα και στην συνέχεια έκανε και πάλι χρήση του νοθευμένου αυτού τιμολογίου προσκομίζοντας το ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκδικαζόταν αυτή τη φορά ανακοπή του κατ' αυτής και της ανωτέρω υπ' αριθ. 7275/2004 Διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος του, καθώς και ότι με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να εξαπατήσει και τον ανωτέρω Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την συζήτηση της άνω ανακοπής προσκομίζοντας σ' αυτόν το άνω, νοθευμένο ωστόσο τιμολόγιο και παριστάνοντας έτσι ότι φέρει αυτό την πραγματική του υπογραφή στην θέση του παραλαβόντος τα εμπορεύματα, άρα ότι αυτός είχε όλα αυτά παραλάβει και συνεπώς υφίστατο καθ' ολοκληρία το άνω της Διαταγής πληρωμής επιδικασθέν σε αυτήν χρέος του και τοιουτοτρόπως να πετύχει να του απορριφθεί η ανωτέρω επίδικη ανακοπή του και να επικυρωθεί ακολούθως η Διαταγή αυτή πληρωμής". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά της εγκαλούσας Τ. Κ. στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών τις από 25.6.2004, 16.12.2004 και 23.6.2005 μηνύσεις, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτές και ήταν ψευδή, ήτοι ότι η εγκαλούσα τέλεσε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα εγκλήματα της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφων και της απάτης στο δικαστήριο, αιτιολογείται δε ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για τα ως άνω εγκλήματα. Και β) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονταν στην από 16.12.2004 μήνυση του αναιρεσείοντος και τα οποία αυτός κατέθεσε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 9.6.2006 ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε επαρκώς και ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατέθεσε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ποιο ήταν το πρόσωπο που έθεσε στα τιμολόγια την υπογραφή του αναιρεσείοντος κατ' απομίμηση της δικής του ή αν, ενδεχομένως, την είχε θέσει ο ίδιος ο αναιρεσείων, αρκεί η παραδοχή ότι πλαστογράφος δεν ήταν η εγκαλούσα και ότι αυτή είχε ήδη απαλλαγεί για τις πράξεις που της αποδίδονταν, ότι, δηλαδή, οι μηνύσεις, που την έφεραν ως πλαστογράφο, ήταν ψευδείς. β) Το Δικαστήριο, με την παραδοχή ότι η εγκαλούσα είχε παραδώσει στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο όλα τα εμπορεύματα που του είχε πωλήσει και αναφέρονταν στα τιμολόγια - δελτία αποστολής που αυτή εξέδωσε και ότι, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, αυτός τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, στήριξε τον άμεσο δόλο αυτού στην προσωπική του πεποίθηση ότι η εγκαλούσα δεν είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες την είχε αυτός καταμηνύσει, ώστε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να μην απαιτείται, για τη θεμελίωση του στοιχείου της γνώσεως της αναληθείας των περιστατικών που αναφέρονταν στις μηνύσεις, πρόσθετη αιτιολογία. γ) Από το αναγραφόμενο στο σκεπτικό (σελ. 9 της προσβαλλόμενης αποφάσεως) ότι "από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ' αριθμ. 39486/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο στις 9-6-2006 εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας και μεταξύ άλλων κατέθεσε εν γνώσει του ότι είναι ψέματα ότι η εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα πλαστογράφησε (νόθευσε) τα παραπάνω τιμολόγια - δελτία αποστολής και περαιτέρω ότι προσπάθησε να εξαπατήσει το δικαστήριο" δεν γεννάται καμιά αντίφαση με το διατακτικό, γιατί η αδόκιμη και αντιβαίνουσα στους κανόνες της λογικής φράση "ότι είναι ψέματα" οφείλεται σε φανερή παραδρομή, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, που περιέχονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, συνάγεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε σαφώς ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε σε βάρος της εγκαλούσας ότι αυτή νόθευσε τα τιμολόγια - δελτία αποστολής και ότι προσπάθησε να εξαπατήσει το δικαστήριο. δ) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αρκεί ότι τα μνημονεύει κατ' είδος. Ακόμη, το γεγονός ότι, στο σκεπτικό, εξειδικεύει ορισμένα από αυτά (καταθέσεις μαρτύρων, δικαστικές αποφάσεις), τα οποία βάρυναν στην κρίση του, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τα άλλα. Συγκεκριμένα: Η από 20.3.2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Γ. Χ., όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπησή της, είναι ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και προσκομίστηκε από αυτόν, και, επομένως, όπως αναφέρθηκε, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και ορθώς περιλαμβάνεται στα έγγραφα, μετά των οποίων και συνεκτιμήθηκε, χωρίς να ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αντικρούσει τα αντίθετα συμπεράσματα του εν λόγω γραφολόγου. Ούτε, βεβαίως, είχε υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικώς την υπ' αριθ. 36304/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.1.2012 (με αριθ. πρωτ. 835/2012) αίτηση (δήλωση) του Θ. Χ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 11345/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τ. συζ. Β. Κ. από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία εγκλημάτων. Τα ψευδή περιστατικά θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση του δράστη και δεν απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Πότε η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όχι η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη. Όχι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 1143/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 11541/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 του ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσοτέρους ποινικούς νόμους, από τη λογική και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει ότι ένας μόνον από τους νόμους αυτούς είναι ο εφαρμοστέος, αποκλείοντας τους λοιπούς, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Όθεν, φαινομένη συρροή υφίσταται στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι, οι οποίοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικόν, οπότε, κατά την αρχή της ειδικότητος, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητος, αποκλείει, βάσει του κανόνος "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα", την εφαρμογή του γενικού, αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις οι οποίες διώκονται ποινικώς δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, διότι συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμον ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεση αυτής, είτε τέλος εμφανίζεται ως συνέπεια της πράξεως η οποία προηγήθη, οπότε διώκεται μόνο αυτή, από την οποία απορροφάται η άλλη, εφόσον η τελευταία δεν προσβάλλει διάφορο έννομο αγαθόν. Όταν όμως με την εγκληματική δραστηριότητα ενός προσώπου προσβάλλονται διάφορα έννομα αγαθά, τα οποία προστατεύονται από διάφορους νόμους, τότε υπάρχει αληθής συρροή. ΙΙ. Επειδή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του Ν 998/1979 "εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ' υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Α του Ν 2801/2000 ορίζεται ότι "για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών ...", ενώ σύμφωνα με την περίπτωση Β της αυτής ως άνω παραγράφου "πριν από νέα κατασκευή κεραίας ή τροποποίηση υφιστάμενης κατασκευής, ο κάτοχος του σταθμού πρέπει να μεριμνήσει για την έκδοση της άδειας ή την τροποποίηση της ...". Περαιτέρω με την παράγραφο 1 Ε του αυτού ως άνω νόμου, ορίζεται ότι " για την εγκατάσταση σταθμών των εταιρειών που παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό, επιτρέπεται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, η κατασκευή οικίσκου στέγασης μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας, πάνω από το μέγιστο ύψος της περιοχής και μέσα στο ιδεατό στερεό της παρ. 6 του άρθρου 9 του Ν. 1577/1985 και δομικών κατασκευών (μεταλλικών πυλώνων, ιστών, δικτυωμάτων κ.λπ.) για την τοποθέτηση κεραιών εκπομπής ή και λήψης ραδιοηλεκτρικών σημάτων πάνω από το μέγιστο ύψος και το ιδεατό στερεό, ως εξής: α) Για τις εντός σχεδίου περιοχές: Σε άρτια οικόπεδα, σε δώμα κτιρίου, στο πέραν του, υποχρεωτικώς, αφημένου τμήματος του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου και εντός του κτιρίου. Γενικά, επιτρέπεται η τοποθέτηση κατασκευής κεραίας και πάνω από την απόληξη κλιμακοστασίου και φρέατος ανελκυστήρα που κατασκευάζεται σύμφωνα με το όρθρο 16 του ν. 1577/1985. β) (ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με την παρ. 17 του άρθρου 29 του Ν. 4053/2012 (ΦΕΚ Α τεύχος 4 της 7 -3 -2012) Για τις εκτός σχεδίου περιοχές: Όπως στην περίπτωση α', καθώς και σε γήπεδα ελάχιστου εμβαδού 500 τετραγωνικών μέτρων και σε αποστάσεις από τα όρια των γηπέδων τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων. Ήδη στην άνω περίπτωση β μετά την αντικατάσταση με την παρ. 17 του άρθρου 29 του Ν. 4053/2012 (ΦΕΚ Α τεύχος 4 της 7 -3 -2012)β) ορίζεται ότι "Στην περίπτωση που η επέμβαση πραγματοποιείται σε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, επιτρέπεται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η κατασκευή οικίσκου και συναφών δομικών κατασκευών, απαραίτητων για την λειτουργία της κατασκευής κεραίας, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω". Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 4 Α του άρθρου 1 του αυτού ως άνω νόμου "επιτρέπεται η εγκατάσταση δομικών ή μηχανικών κατασκευών, πάνω στις οποίες τοποθετούνται κεραίες, πομποί, αναμεταδότες και άλλες συναφείς εγκαταστάσεις, καθώς και η κατασκευή των απαραίτητων συνοδών έργων αυτών (όπως οδοποιίας, οικίσκων) σε δάση, δασικές, δημόσιες χορτολιβαδικές και αναδασωτέες εκτάσεις ή σε πυρήνες εθνικών δρυμών, εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος πυρκαγιάς ή ζημιάς στο δάσος, ύστερα από άδεια του οικείου Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ήδη Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 24 του Ν 3431/2006) και με την προϋπόθεση προσκόμισης της άδειας εγκατάστασης κατασκευής κεραίας ή, εφόσον αυτή δεν απαιτείται, της εκχώρησης ή της έγκρισης των ραδιοσυχνοτήτων λειτουργίας.", ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4Β του αυτού ως άνω άρθρου " η εν λόγω άδεια χορηγείται σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς που έχουν άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας και τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο την ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία δικτύων ραδιοεπικοινωνιών και φυσικό ή νομικό πρόσωπα που εγκαθιστούν ανεξάρτητα δίκτυα με άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.14 εδ. κ` του νεότερου ν. 2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ορίζεται ότι "η Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 19-12-2000, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω τελευταίου νόμου, για την εγκατάσταση σταθμού βάσεως εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά για λήψη ραδιοσήματος, απαιτείται σχετική άδεια αρχής, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που τις εξέδιδε μέχρι 19-12-2000. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 5Α του αυτού άρθρου "η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εφόσον αυτή απαιτείται, η χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς άδεια ή η παραχώρηση ηλεκτρικού ρεύματος σε εγκαταστάσεις άλλου, ο οποίος κατέχει ή λειτουργεί σταθμό εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος με ή χωρίς άδεια, η παραχώρηση της κατασκευής σε άλλον για την εγκατάσταση κεραίας χωρίς άδεια, εφόσον απαιτείται, καθώς και η παρεμπόδιση ή παρενόχληση των αρμόδιων οργάνων να πραγματοποιήσουν έλεγχο των σταθμών εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και των εγκαταστάσεων αυτών ή η παροχή με δόλο εσφαλμένων πληροφοριών για την άσκηση του ελέγχου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) ευρώ έως τριάντα οκτώ χιλιάδες (38.000) ευρώ. Σε περίπτωση καταδίκης διατάσσεται η αφαίρεση της τυχόν υφιστάμενης άδειας και η δήμευση του εξοπλισμού του σταθμού και των συναφών εγκαταστάσεων του". Από την παραβολή των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι μεταξύ των εγκλημάτων τα οποία προβλέπονται αφ' ενός μεν από τη διάταξη του άρθρου 71 παρ.1 του Ν 998/1979, αφ' ετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 Α του Ν 2801/2000, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή, καθ' όσον ουδεμία εξ αυτών τελεί σε σχέση ειδικού προς γενικόν, εκάστη τούτων προστατεύει διαφορετικά έννομα αγαθά, η μεν πρώτη την μη μεταβολή άνευ αδείας τη αρμοδίας Αρχής της κατά τον προορισμόν του χρήσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η δε δευτέρα τη διαχείριση από το Κράτος, στο οποίο και ανήκουν, των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και την παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης, μετά από έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, ούτως ώστε να μη παρεμβάλλονται εμπόδια στις επικοινωνίες, καμία δε από αυτές δεν αποτελεί κατά νόμον συστατικό στοιχείο, επιβαρυντική περίπτωση η αναγκαίο μέσον τελέσεως της ετέρας, ούτε παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης (ΟλομΑΠ 180/1990). Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην διάταξη που εφήρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11541/2011 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα, για παράβαση του άρθρου 71 παρ.1 του Ν. 998/1979, συνισταμένη στο ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2005 στην θέση "Πουρναράδες" του Δημοτικού Διαμερίσματος Θεσσαλονίκης και δη στην θέση "Τσιρονούκι" του δημοσίου δάσους "Σκεπαστού", προέβη στην τοποθέτηση δύο κινητών εγκαταστάσεων (κοντέινερ) με κεραίες κινητής τηλεφωνίας, εντός δημοσίων δασικών εκτάσεων, χωρίς να έχει την προς τούτο άδειαν του αρμοδίου Νομάρχου. Δέχθηκε ειδικότερα το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 71 παρ.1 του Ν 998/1979 και του άρθρου 1 παρ. 5 Α του Ν 2801/2000, υφίσταται αληθής και όχι φαινομένη συρροή, απορρίψαν σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, ως ειδική, ήταν η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 Α του Ν 2801/2000, για την οποία δεν είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη. Με αυτά που δέχθηκε, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω και τις περί συρροής διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αίτηση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση του Π. Δ. Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 11541/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2012. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην διάταξη που εφήρμοσε. Μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 71 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και του άρθρου 1 παρ. 5Α του Ν. 2801/200, υφίσταται αληθής και όχι φαινόμενη συρροή.
null
null
0
Αριθμός 1145/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Πρωτοβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ ΑΜΥΚΛΩΝ - ΛΑΚΩΝΙΑ ΣΥΝΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στις Αμύκλες Λακωνίας και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Απόστολου Γεροντίδη και Γεωργίου Κοντομαρίνου, εκ των οποίων μόνο ο πρώτος κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Παναγιώτη Σαπουντζάκη και Αναστασίου Κοκκονού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2009 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 338/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 350/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/55 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ και επί της αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Ως απόρριψη της αγωγής "για λόγους μη ουσιαστικούς" νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που δεν συνδέονται με το υποστατό της αξίωσης, αλλά ανάγονται σε δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο, όπως συμβαίνει και όταν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη. Ως "έγερση και πάλι" νοείται η εκ νέου άσκηση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Η εκ νέου άσκηση, προκειμένου περί αγωγής για την οποία ο νόμος καθιερώνει παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία βραχύτερη των έξι μηνών, πρέπει να γίνει μέσα στο βραχύτερο αυτό χρόνο από την απόρριψη της προηγούμενης (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008). Η νέα αγωγή μπορεί να ασκηθεί και πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 2074/2007). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι με το 4995/16-2-2007 έγγραφο της εναγομένης Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης (ήδη αναιρεσείουσας) ανακοινώθηκε προς τον ενάγοντα υπάλληλο αυτής (ήδη αναιρεσίβλητο) ότι με την 159/14-2-2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ είχε επικυρωθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, που είχε επιβληθεί στον ενάγοντα αρμοδίως από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και ότι η εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής επρόκειτο να αρχίσει από 21-2-2007. Ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε τα ανωτέρω και άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την 126/9-5-2007 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 11-5-2007. Ότι στην αγωγή εκείνη, κατ' ορθή εκτίμηση του όλου περιεχομένου αυτής, αναφερόταν ότι η εναγομένη με τις ανωτέρω ενέργειές της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη αφ' ενός μεν ως παράνομη, διότι ο ενάγων ήταν συνδικαλιστής και δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982 και αφ' ετέρου ως καταχρηστική, διότι έγινε για λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του, ότι η εναγομένη δεν αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και ότι η ίδια έχει καταστεί υπερήμερη, οφείλοντας τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21-2-2007 έως και 30-4-2007, συνολικού ποσού 4.778,06 ευρώ. Ότι η αγωγή αυτή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λύση της εργασιακής σχέσης, που είχε επέλθει την 21-2-2007 και διέκοψε την εν λόγω προθεσμία ως προς την αξίωση του ενάγοντος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, η έρευνα της οποίας έπρεπε να προηγηθεί για να καταστεί δυνατή η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας σ' αυτόν. Ότι ακολούθησε η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου των 190/2007 και 281/2007 αγωγών κατά της εναγομένης, με το ίδιο περιεχόμενο, με τις οποίες ζητήθηκε η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα και μέχρι την 31-10-2007. Ότι το Ειρηνοδικείο Σπάρτης, με την 72/26-5-2008 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις τρεις αγωγές και δέχθηκε ότι αντικείμενο αυτών δεν είναι μόνο τα αιτούμενα ποσά των αποδοχών υπερημερίας, αλλά και η ύπαρξη ή μη ισχυρής σύμβασης εργασίας μετά την καταγγελία, για την οποία αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε τις τρεις αγωγές στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Ότι, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής, οι τρεις αγωγές εισήχθησαν στο αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο με την 52/13-3-2009 απόφασή του τις απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας. Ότι ο ενάγων, ακολούθως, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης την ένδικη, 262/2009 αγωγή, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 29-4-2009. Ότι η νέα αγωγή στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις τρεις προηγούμενες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης και, ιδίως, με την πρώτη από αυτές, που διέκοψε την τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, περιέχοντας ως πρόσθετο στοιχείο το ρητό αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, εντός της τρίμηνης προθεσμίας από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης και απέρριψε την περί απαραδέκτου ένσταση της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας ή, άλλως, έλαβε υπ' όψη πράγμα μη προταθέν και έχον ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 559 αρ.8 ή 14), ως εκ του ότι στην αγωγή δεν γινόταν επίκληση των προϋποθέσεων της συνδικαλιστικής προστασίας του αναιρεσίβλητου, καθώς και του περιστατικού ότι αυτός είχε γνωστοποιήσει προς την αναιρεσείουσα τη συνδικαλιστική του ιδιότητα, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά αναφέρονταν σαφώς στην ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου της αναιρεσείουσας απολογία του αναιρεσείοντος, της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται αυτούσιο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. 2. Στο άρθρο 38 παρ.1 του ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" (ΑΣΟ) ορίζεται ότι το προσωπικό των ΑΣΟ είναι: α) Τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης. β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης. Περαιτέρω, ως προς την κατάσταση του εν λόγω προσωπικού και κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 38 παρ.2 του ν. 2810/2000, εκδόθηκε η ΥΑ 52800/2-10-2006 (ΦΕΚ Β' 1443) "Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ", η οποία έχει ισχύ νόμου και σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας: "Η εργασιακή σχέση του προσωπικού λύεται με το θάνατο, την έκπτωση, την αποδοχή της παραίτησης και την απόλυση" (άρθρο 41). "Ο υπάλληλος απολύεται: α) Όταν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. β) Για σωματική ή πνευματική ανικανότητα (...). γ) Για επαγγελματική ανεπάρκεια (...), καταγγελλόμενης της σχέσης εργασίας του μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (...). δ) Εάν ο υπάλληλος κριθεί τρεις (3) συνεχείς φορές μη προακτέος. ε) Για κατάργηση θέσης (...). στ) Για συμπλήρωση υποχρεωτικού ορίου ηλικίας, που είναι το 65ο έτος. ζ) Για συμπλήρωση 35 ετών πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. η) Με κοινή συμφωνία Οργάνωσης και υπαλλήλου, κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου (...). θ) Για λόγους οικονομοτεχνικούς (...). ι) Για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 44). "Κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος ή ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συνεταιριστικού υπαλλήλου συμπεριφορά ή ηθελημένη βλάβη των συμφερόντων της Οργάνωσης, αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού" (άρθρο 45 παρ.1). "Οι πειθαρχικές ποινές, που επιβάλλονται στο προσωπικό, είναι: α) Έγγραφη επίπληξη. β) Πρόστιμο μέχρι τις αποδοχές ενός μηνός. γ) Προσωρινή απόλυση μέχρι τρεις (3) μήνες με στέρηση αποδοχών, (...). δ) Οριστική απόλυση. Η υποτροπή θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση κατά την επιβολή της ποινής" (άρθρο 46). "Αδικήματα, που τιμωρούνται με οριστική απόλυση είναι κυρίως: α) Αντιπειθαρχική συμπεριφορά εξαιρετικά βαριάς μορφής, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει τη συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης. Αντιπειθαρχική συμπεριφορά βαριάς μορφής προς τους Προϊσταμένους. β) (...). ια) (...). Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν: α) Κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία, του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου των αποδοχών ενός (1) μηνός ή β) Κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός" (άρθρο 47). "Πειθαρχική εξουσία στους Υπαλλήλους, ασκούν: α) Ο Γενικός Διευθυντής. β) Το Διοικητικό Συμβούλιο. γ) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ" (άρθρο 49). "Κανένας δεν τιμωρείται χωρίς να απολογηθεί (...). Η κλήση σε απολογία είναι έγγραφη. Στην κλήση πρέπει να καθορίζεται, με σαφήνεια, ποια είναι η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο αποδίδεται στον εγκαλούμενο και να ορίζεται η προθεσμία, για την υποβολή της απολογίας, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών" (άρθρο 54 παρ.1 και 2). "Οι πειθαρχικές αποφάσεις, που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης, δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της έγκρισης του Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ" (άρθρο 50 παρ.5). "Οι πειθαρχικές αποφάσεις είναι υποχρεωτικές για την Οργάνωση" (άρθρο 52 παρ.4). "Η εκτέλεση των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων καθώς και των αποφάσεων, που εκδόθηκαν από το Γενικό Διευθυντή, γίνεται με τη φροντίδα της αρμόδιας, κατά περίπτωση, Υπηρεσίας ή όπως ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού της Οργάνωσης ορίζει (...). Οι πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν ποινή προσωρινής ή οριστικής απόλυσης, επιδίδονται από την Οργάνωση στον εγκαλούμενο με δικαστικό Επιμελητή εντός δέκα (10) ημερών αφ' ότου περιήλθαν σ' αυτήν" (άρθρο 60 παρ.1 και 4). "Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη δίκη και δεν αναστέλλεται από την ύπαρξή της" (άρθρο 63). 3. Η επιβολή πειθαρχικής ποινής από τον εργοδότη ή το πειθαρχικό συμβούλιο της υπηρεσίας ή της επιχείρησής του, που ενεργεί ως όργανό του, όπως είναι και η οριστική απόλυση του εργαζόμενου που προβλέπεται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού, συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Ως εκ τούτου, και η επιβολή πειθαρχικής ποινής, όπως η άσκηση κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180) την επιβολή της πειθαρχικής ποινής και τη συνακόλουθη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Τέτοια κατάχρηση δικαιώματος υπάρχει και όταν η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης έγινε από κακότητα, εχθρότητα ή διάθεση εκδίκησης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, λόγω νόμιμης συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη (ΑΠ 1693/2011). 4. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ, της συνδικαλιστικής οργάνωσης. β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 ΑΚ, συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 ΑΚ. Και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ.10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 (άρθρο 14 παρ.5). Η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προσώπων που προστατεύονται σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο άρθρο αυτό, επιτρέπεται μόνον: α) Όταν, κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας με τον εργοδότη, ο εργαζόμενος τον εξαπάτησε παρουσιάζοντας ψεύτικα πιστοποιητικά ή βιβλιάρια για να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή. β) Όταν ο εργαζόμενος απεκάλυψε βιομηχανικά ή εμπορικά μυστικά ή ζήτησε ή δέχτηκε αθέμιτα πλεονεκτήματα, κυρίως προμήθειες από τρίτους. γ) Όταν ο εργαζόμενος προκάλεσε σωματικές βλάβες ή εξύβρισε σοβαρά ή απείλησε τον εργοδότη ή τον εκπρόσωπό του. δ) Όταν ο εργαζόμενος, επίμονα και αδικαιολόγητα, αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία για την οποία έχει προσληφθεί. ε) Όταν ο εργαζόμενος δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην εργασία του για περισσότερο από 7 ημέρες διάστημα ή εξακολουθεί να συμμετέχει σε απεργία που κρίθηκε με δικαστική απόφαση μη νόμιμη ή καταχρηστική (μετά την δια του άρθρου 10 του ν. 2224/1994 κατάργηση του άρθρου 1 του ν. 1915/1990, δια του οποίου είχε αντικατασταθεί η αρχική διατύπωση της περ. ε', η οποία και επανήλθε σε ισχύ). Η συνδρομή κάποιου από τους παραπάνω σπουδαίους λόγους δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από τις υποχρεώσεις που έχει σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την καταγγελία της σχέσεως εργασίας (άρθρο 14 παρ.10). Για την ύπαρξη ενός από τους λόγους του άρθρου 14 παρ.10 πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας αποφασίζει, κατά πλειοψηφία, Επιτροπή, της οποίας η απόφαση υπόκειται σε έφεση (άρθρο 15 παρ.1). 5. Από το συνδυασμό των διατάξεων που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις (αρ.2, 3 και 4) συνάγεται ότι στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις, όπου η κατάσταση του απασχολούμενου προσωπικού διέπεται από κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας με ισχύ νόμου, η λύση της συμβάσεως εργασίας είναι δυνατό να επέλθει με περισσότερους από ένα τρόπους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται τόσο η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, ύστερα από συγκεκριμένη διαδικασία που παρέχει εγγυήσεις για την προστασία του διωκόμενου, όσο και η καταγγελία της συμβάσεως για σωματική ή πνευματική ανικανότητα ή για επαγγελματική ανεπάρκεια ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου, η πειθαρχική διαδικασία, όπως ρητώς προβλέπεται αυτοτελής έναντι της τυχόν παράλληλης ποινικής διαδικασίας, έτσι είναι και ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (ΟλΑΠ 43/2002). Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί και οι διατυπώσεις, που κατά τις γενικές διατάξεις του ν. 1264/1982 διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των συνδικαλιστικών στελεχών, δεν έχουν εφαρμογή στην κατά τις ειδικές διατάξεις περί ΑΣΟ πειθαρχική διαδικασία, κατά την οποία η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης δεν εναπόκειται στην αναιτιολόγητη κρίση του εργοδότη, αλλά επέρχεται ύστερα από διαδικασία που εξασφαλίζει το δικαίωμα της ακρόασης του εργαζόμενου και του επανέλεγχου της υπόθεσής του από υπερκείμενο πειθαρχικό όργανο, με εχέγγυα αμεροληψίας. Η αντίθετη εκδοχή θα ανέτρεπε τις αρχές του πειθαρχικού δικαίου υπέρ των συνδικαλιστών, διότι θα περιόριζε γι' αυτούς τα πειθαρχικά παραπτώματα μόνο στις υπό του άρθρου 14 παρ.10 του ν. 1264/1982 προβλεπόμενες περιπτώσεις, με δυσμενή διάκριση για τους υπόλοιπους εργαζόμενους και θα παρέλυε την πειθαρχική διαδικασία, διότι θα εξαρτούσε την αποτελεσματικότητά της από την απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 1264/1982, αντίθετα προς το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας που αναφέρθηκε. Παρά ταύτα, η λύση της συμβάσεως εργασίας λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, αν και δεν προαπαιτεί την άδεια της ως άνω Επιτροπής όταν αναφέρεται σε προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος, υπόκειται στον έλεγχο της απαγόρευσης της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος. 6. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εφ' όσον πράγματι συντρέχουν, ο λόγος αναιρέσεως θα μπορούσε να κριθεί βάσιμος. Εάν, όμως, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται επαρκώς σε δεύτερη, επάλληλη αιτιολογία και με την αίτηση αναιρέσεως είτε δεν πλήττεται η αιτιολογία αυτή είτε πλήττεται μεν, αλλά η προσβολή της δεν είναι επιτυχής, η αναιρετική αιτίαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τη διατύπωση της πρώτης ελέγχεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 258/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε προσληφθεί την 13-2-1987, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί στο εργοστάσιο επεξεργασίας εσπεριδοειδών, που η εναγομένη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση (ήδη αναιρεσείουσα) διατηρεί. Ότι την 23-9-2004 ο ενάγων εκλέχθηκε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης και άρχισε να αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Ότι μετά από αναφορές του ενάγοντος προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας που έβλαπταν είτε τον ίδιο είτε άλλους συναδέλφους του, επιβλήθηκαν έξι (6) πρόστιμα σε βάρος της εναγομένης, με ισάριθμες Πράξεις της εν λόγω υπηρεσίας που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 7-12-2005 έως 1-3-2007. Ότι η εναγομένη, για να εκδικηθεί και για να εκφοβίσει τον ενάγοντα, άρχισε να ασκεί σε βάρος αυτού πειθαρχικές διώξεις για περιστατικά που είχαν σχέση με τις εν λόγω αναφορές και το περιεχόμενό τους και, ύστερα από την προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία, επέβαλε σ' αυτόν α) με την 1223/17-2-2005 απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου, ποινή στέρησης αποδοχών ενός μηνός, διότι "με την από 6-12-2004 αίτησή του είχε ζητήσει να σταματήσουν οι απειλές προς τον ίδιο και τους άλλους εργαζόμενους", β) με την 1255/31-1-2006 απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου, ποινή προσωρινής απόλυσης για χρονικό διάστημα δύο μηνών και είκοσι ημερών, διότι "μέσω καταγγελίας προς το συνδικάτο μηχανικών και θερμαστών Πελοποννήσου είχε ισχυρισθεί ότι η εναγομένη εξαναγκάζει τους πρακτικούς μηχανικούς και θερμαστές να προσφέρουν εργασία διαφορετική και υποδεέστερη κατ' είδος από αυτήν που κατά τον κανονισμό και τους νόμους υποχρεούνται να προσφέρουν", γ) με την 1265/30-5-2006 απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου, ποινή προσωρινής απόλυσης για χρονικό διάστημα δύο μηνών και είκοσι πέντε ημερών, διότι "στην από 3-2-2006 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, στρεφόμενη κατά της εναγομένης, είχε ισχυρισθεί ότι κατά την εκδίκαση προηγούμενης πειθαρχικής αγωγής εναντίον του δεν του επιτράπηκε να απολογηθεί μαζί με πληρεξούσιο δικηγόρο, ότι του ασκήθηκε ψυχολογική πίεση και ότι η τιμωρία του ήταν προειλημμένη" και δ) με την 1272/5-10-2006 απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου, ποινή προσωρινής απόλυσης για χρονικό διάστημα δύο μηνών και είκοσι εννέα ημερών, διότι "ενώ του είχε ανατεθεί υπερωριακή εργασία, δεν διατύπωσε εγγράφως τις αντιρρήσεις του, σύμφωνα με τον Κανονισμό των ΑΣΟ, αλλά κατήγγειλε το γεγονός στην Επιθεώρηση Εργασίας". Ότι την 15-11-2005, η συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης κατέστη αδύνατη, λόγω παραιτήσεως τριών τακτικών και απάντων των αναπληρωματικών μελών αυτού. Ότι, κατόπιν αυτού, προσωρινή διοίκηση του σωματείου διορίσθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς μεταξύ των μελών αυτής να περιληφθεί ο ενάγων. Ότι νέες αρχαιρεσίες έγιναν το Φεβρουάριο 2006, κατά τις οποίες ο ενάγων δεν εξελέγη. Ότι παρά ταύτα, επικαλούμενος την ιδιότητα του συνδικαλιστή στο ως άνω σωματείο, ο ενάγων υπέβαλε προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας την από 27-12-2005 αίτηση, με την οποία ζήτησε να ελεγχθεί η εναγομένη για δεκατρείς, κατά τη γνώμη του, παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και για το ότι δεν καταβαλλόταν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας στον εργαζόμενο Ι. Τ., ως απασχολούμενο σε ψυκτικούς θαλάμους. Ότι επί του ιδίου θέματος, ο ενάγων επανήλθε την 18-8-2006 με νέα αίτηση. Ότι ύστερα από μήνυση της εναγομένης, ο ενάγων καταδικάσθηκε με την 1369-1447/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης για το ότι εν γνώσει του ανέφερε ψευδώς προς την αρμόδια αρχή ότι είναι συνδικαλιστής και ότι ο ως άνω εργαζόμενος απασχολείτο σε ψυκτικούς θαλάμους. Ότι για την υποβολή των από 27-12-2005 και 18-8-2006 αιτήσεων - καταγγελιών, τις οποίες η εναγομένη θεώρησε ψευδείς και συνιστώσες το πειθαρχικό παράπτωμα της ασυμβίβαστης προς την ιδιότητα του συνεταιριστικού υπαλλήλου ηθελημένης βλάβης των συμφερόντων της συνεταιριστικής οργάνωσης, ασκήθηκε νέα πειθαρχική δίωξη κατά του ενάγοντος και, μετά την απολογία του, επιβλήθηκε σ' αυτόν, με την 1286/15-1-2007 απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου, η ποινή της οριστικής απόλυσης, κυρίως, διότι διαπιστώθηκε η τέλεση του εν λόγω πειθαρχικού παραπτώματος και, επικουρικώς, διότι ο ενάγων ήταν υπότροπος, ως καταδικασθείς κατ' επανάληψη στις ως άνω πειθαρχικές ποινές της προσωρινής απόλυσης. Ότι, στη συνέχεια, η απόφαση επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης επικυρώθηκε με την 159/14-2-2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ. Ότι με το 4995/16-2-2007 έγγραφο της εναγομένης, επιδόθηκε στον ενάγοντα η επικυρωτική απόφαση και γνωστοποιήθηκε ότι η εκτέλεση της ποινής του θα αρχίσει την 21-2-2007. Ότι ο ενάγων, από την 30-10-2006, ήταν μέλος του εννεαμελούς διοικητικού συμβουλίου του κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "Συνδικάτο Μηχανικών - Θερμαστών Περιφέρειας Πελοποννήσου", έχοντας εκλεγεί πέμπτος κατά σειρά επιτυχίας, ιδιότητα που είχε γνωστοποιηθεί προς την εναγομένη την 10-11-2006. Ότι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης έγινε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία του ν. 1264/1982 και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η επιβολή της ως άνω πειθαρχικής ποινής, η οποία κατ' αποτέλεσμα ταυτίζεται με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, έγινε από αντίδραση της εναγομένης στη νόμιμη, συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας αναγνώρισε "ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, η οποία έγινε με το 4995/16-2-2007 έγγραφο της εναγομένης σε εκτέλεση της 159/14-2-2007 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ, με την οποία επικυρώθηκε η 1286/15-1-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης". Με τα όσα δέχθηκε, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στο μέτρο, κατά το οποίο απαίτησε για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης σε εργαζόμενο αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης, που έχει και την ιδιότητα του συνδικαλιστή, την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ.5 και 10 και του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 1264/1982, ενώ οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην πειθαρχική διαδικασία που καθορίζεται για το προσωπικό των ΑΣΟ από τις ισχύ νόμου έχουσες διατάξεις της ΥΑ 52800/2-10-2006 (ΦΕΚ Β' 1443). Περαιτέρω, όμως, με δεδομένο το ότι στην ένδικη αγωγή, προς θεμελίωση της ακυρότητας της λύσεως της συμβάσεως εργασίας, γινόταν, παράλληλα, επίκληση (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1) καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατά την επιβολή στον αναιρεσίβλητο της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως, ως γενομένης από λόγους εκδίκησης κατ' αυτού για την προηγηθείσα νόμιμη συνδικαλιστική του δραστηριότητα, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται επαρκώς στην προαναφερθείσα, επάλληλη παραδοχή του Εφετείου περί των στοιχειοθετούντων την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας περιστατικών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται αληθές σφάλμα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων που διέπουν την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως σε συνδικαλιστικό στέλεχος (ΚΠολΔ 559 αρ.1), ελέγχεται κατ' αποτέλεσμα αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι η ως προς την ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως εργασίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας θεμελιώνεται επαρκώς στην κατάχρηση δικαιώματος. 7. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ` αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου λύθηκε κατόπιν επιβολής σ' αυτόν, με απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού οργάνου της αναιρεσείουσας, της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως, η οποία, ως προς το αποτέλεσμα, δεν διέφερε από τη λύση της συμβάσεως λόγω καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη και ως προς την οποία θα έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών. Ανεξάρτητα προς το σφάλμα της ερμηνείας αυτής, περί της οποίας έγινε ήδη λόγος (βλ. παραπάνω, σκέψεις αρ.5 και 6), η αιτιολογία αυτή δεν ενέχει αντίφαση, αφού, σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι η διαπίστωση του κύρους ή της ακυρότητας της λύσεως της συμβάσεως εργασίας, προς την οποία συνδέονται οι ένδικες αξιώσεις. Και περαιτέρω, η εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας αναφορά στο 4995/16-2-2007 έγγραφο της αναιρεσείουσας, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο η επικύρωση της ως άνω πειθαρχικής ποινής εκ μέρους του πειθαρχικού συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ και η εκτέλεση της ποινής αυτής από 21-2-2007, ουδεμία παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού συνιστούσε. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 και 20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 8. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-12-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 350/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 28η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις. Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης σε εργαζόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού που διέπει την κατάσταση του προσωπικού τους, αποτελεί τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας διαφορετικό από την καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη και, προκειμένου περί συνδικαλιστικού στελέχους, δεν προϋποθέτει την τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982. Υπόκειται, όμως, σε έλεγχο για κατάχρηση δικαιώματος. Απορρίπτει την αίτηση, διότι, παρά το σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ν. 1264/1982, η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως εργασίας θεμελιώθηκε και στην κατάχρηση δικαιώματος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1117/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καζαντζίδη περί αναιρέσεως της 5032/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Χ.-Β. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 εδ.α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της "απλής δυσφημήσεως", απαιτούνται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε, τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε τέτοιο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, ενώ η πεποίθηση του δράστη περί την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει τον δόλο. Τέλος από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.1 και 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της δυσφημήσεως. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά δε το δόλο, που κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση με την προσβαλλομένη απόφασή του και ειδικότερα από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης αλλά και στα πρακτικά της παρούσας δίκης σε συνδυασμό και προς την απολογία του κατηγορουμένου δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορουμένου, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες ομόρων οικοπέδων (ενός οικοπέδου ο καθένας) υφίσταται από το έτος 2000 δικαστική διαμάχη, με εμπράγματο αντικείμενο, πού εκτυλίσσεται τόσο ενώπιον πολιτικών όσο και ποινικών δικαστηρίων αλλά και με εκατέρωθεν αναφορές προς διοικητικές αρχές με την αποστολή πληθώρας εγγράφων. Συγκεκριμένα αφορμή της διένεξής τους υπήρξε η εκ μέρους του κατηγορουμένου, κατά τον Ιανουάριο, του έτους 2000, διάνοιξη δρόμου, συνολικής έκτασης 220 τ.μ. περίπου, μέσω του ομόρου οικοπέδου της πολιτικώς ενάγουσας, προκειμένου το δικό του οικόπεδο να αποκτήσει πρόσβαση σε παρακείμενη κοινοτική οδό και ο συναφώς προβαλλόμενος ο ισχυρισμός του, ότι ο δρόμος πού από τον ίδιο ανοίχθηκε αποτελεί ανέκαθεν υπάρχουσα κοινοτική οδό αλλά και η αδυναμία της πολιτικώς ενάγουσας και του γιου της να εκδώσουν άδεια ανεγέρσεως συγκροτήματος κατοικιών εντός του ομόρου οικοπέδου τους, εκτάσεως 1460 τ.μ., εξ αιτίας των αναφορών πού ο κατηγορούμενος απευθύνει προς διάφορες διοικητικές αρχές, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του άνω οικοπέδου αλλά και άλλων ακινήτων (αγροί, καστανοτεμάχια κλπ) της πολιτικώς ενάγουσας και της οικογενείας της. Έτσι, ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για την πολιτικώς ενάγουσα γεγονότα, πού μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της και ειδικότερα με την από 13-1-2005 επιστολή του προς τον Δήμαρχο Ανατολικού Ολύμπου, τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου, την κα Κ., το Υπουργείο Οικονομικών, Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας, τον πρόεδρο του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δ.Π.Α.Κ., τον Νομάρχη Πιερίας, την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Πιερίας, τον Γ.Γ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κ. Τ., τον Διευθυντή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Πιερίας, κ. Ν., ισχυρίσθηκε για την ανωτέρω εγκαλούσα ενώπιον όλων των ανωτέρω που έλαβαν γνώση της επιστολής αυτής τα ακόλουθα: "Διαπιστώνω μια μακροχρόνια ανοχή προς την κα Χ.-Β., που με θράσος καταλαμβάνει ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ - και όχι μόνον - εκτάσεις, πέραν των ιδιοκτησιών της. Αυτό προκύπτει αδιαμφισβήτητα με μια απλή σύγκριση των εκτάσεων, των παλαιών με νεότερους τίτλους της οικογένειας της. Στην από 24-6-2005 επιστολή του, απευθυνόμενη προς τον Δήμαρχο Ανατολικού Ολύμπου, τον προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου και προς την Νομική Σύμβουλο του Δημάρχου Λεπτοκαρυάς Πιερίας ισχυρίσθηκε για την ανωτέρω εγκαλούσα ενώπιον όλων των ανωτέρω που έλαβαν γνώση της επιστολής αυτής τα κατωτέρω: "... διεπίστωσα πως δεκατρία (13) οικόπεδα ιδιοκτησίας οικογένειας Χ. -Ν. Κ. (μεταξύ των οποίων οικοπέδων συγκαταλέγεται και η δική μου περίπτωση και των γειτόνων μας Α. κ Γ. Χ. κατοίκων ...), έχουν αυξηθεί ως προς την έκταση τους κατά πολύ, από περίπου 34 στρέμματα σε 89 στρέμματα συνολικά!! ... Σε περίπτωση που δεν λάβω απάντηση σας, εντός της νόμιμης προθεσμίας θα θεωρήσω πως πράγματι οι αυξήσεις των οικοπέδων Χ. - Κ. είναι ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ και θα γνωστοποιήσω τα στοιχεία αυτά στις αρμόδιες αρχές". Με την από 23-11-2005 επιστολή του, απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δ.Π.Α.Κ.-ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, πού κοινοποιήθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Πιερίας και στο Δασαρχείο Κατερίνης, ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, ενώπιον των υπαλλήλων των ανωτέρω υπηρεσιών, που έλαβαν γνώση της επιστολής αυτής τα κατωτέρω: "ΟΜΩΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ Χ.-Β. ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ, ΝΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΟΥΝ ΠΩΣ: Η κυρία αυτή με οικογένεια της, έχει αυξήσει την έκταση και άλλων 13 οικοπέδων στην περιοχή, πράγμα που αναμφίβολα αποδεικνύεται με απλή αντιπαραβολή των εκτάσεων που αναφέρονται στους παλαιότερους τίτλους της (διαθήκες .../79, .../79), με την αποδοχή κληρονομιάς .../86, έγγραφα που σας επισυνάπτω. Σας επισυνάπτω επίσης αναλυτικό πίνακα με τις ονομασίες των τοποθεσιών, ενώ δεν βρήκα ούτε μία αναγνωριστική αγωγή χρησικτησίας κατά γειτόνων στο ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ, ΑΡΑ ΟΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ 13 ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΤΑΛΗΦΘΕΙΣΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ Ή ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ, ΌΠΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ". Τέλος, με την από 8-2-2005 επιστολή του απευθυνόμενη στον Πρωθυπουργό και Υπουργό Πολιτισμού, Κώστα Καραμανλή, στην Φάνη Πετραλιά, αναπληρώτρια Υπουργού, Τατούλη Πέτρο, Υφυπουργό Πολιτισμού, Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, ενώπιον όλων των ανωτέρω, που έλαβαν γνώση της επιστολής αυτής τα ακόλουθα: "... παρακαλώ όπως μου επιβεβαιώσετε ότι το Υπουργείο Σας και η υφιστάμενη Υπηρεσίας Σας, δεν έχουν έννομο συμφέρον για το ιδιόκτητο (;) οικόπεδο της αρχαιολόγου κας Δ. Χ.-Β. στον... και συνεπώς η κυρία αδίκως ενέπλεξε το Υπουργείο με πιθανότατη πρόθεση κατάχρησης εξουσίας ...". Αποδείχθηκε επίσης α] ότι τα παραπάνω γεγονότα που διέδωσε ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, μπορούσαν να βλάψουν κατ' αντικειμενική κρίση, την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ενόψει και της ιδιότητας αυτής, ως εφόρου αρχαιοτήτων επί τιμή σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η διάδοση έγινε όχι μόνον σε κεντρικές αρχές αλλά και στους οικείους φορείς και αρχές του τόπου καταγωγής της και περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων, β] ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση ότι τα διαδιδόμενα γεγονότα, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη της εγκαλούσας και γ] η θέληση του κατηγορούμενου να προβεί σε τέτοια βλαπτική της τιμής και της υπόληψης της διάδοση, όπως από όλους τους εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας κατατέθηκε. Ενόψει αυτών, στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης [άρθρο 362 ΠΚ], όπως και πρωτοδίκως κρίθηκε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης για την οποία και καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1α, 98 και 362 ΠΚ τις οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου με την παράθεση πραγματικών περιστατικών και μάλιστα κατ' εξακολούθηση, από τα οποία προκύπτει η γνώση του ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της μηνύτριας και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτων τα βλαπτικά γεγονότα. Επομένως οι συναφείς υπό στοιχεία 1, 2, 4 και 6 λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ.1Δ ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων(άρθ. 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω εφόσον από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε με πληρότητα και σαφήνεια τον από το άρθρο 366 παρ.1 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν αληθινά οι υπό στοιχ. 3 και 5 συναφείς λόγοι της αναίρεσης ότι καθίσταται ανέφικτος αναιρετικός έλεγχος εάν σωστά ή όχι δεν εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 366 ΠΚ λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, πρέπει να απορριφθούν, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-1-2012 αίτηση του Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 5032/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για απλή δυσφήμιση με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη εφαρμογή του άρθρου 366 παρ. 1 Π.Κ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1114 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωτόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 73123/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1531/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 παρ.1, 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με την απόφαση, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκησή της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται η υπ' αριθμ. 73.123/4-10-10 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 15414 από 4-12-2009 έφεση της εκκαλούσας κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 12.561/ από 28-1-2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και σε χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ΕΥΡΩ (παράβαση Ν. 5960/1933 περί επιταγών). Για την αναίρεση αυτή, εμφανίστηκε ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο εξουσιοδοτημένος από την εκκαλούσα συνήγορός της και δήλωσε ότι ασκεί για λογαριασμό της αναίρεση (για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 64/14-10-2010 έκθεση), κατά της 73123/10 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τους λόγους, όπως ακριβώς σε αυτή, αναφέρει: "η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως διότι δεν αιτιολογεί για ποιό λόγο η έφεσή της θεωρήθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα ενώ η πρωτόδικη απόφαση δεν της επιδόθηκε νομίμως, αφού η επίδοση αυτής έγινε ως "άγνωστης διαμονής" στις 3-11-2005, ενώ κατά το χρόνο αυτό είχε διεύθυνση γνωστή στις δημόσιες αρχές και δη, Δικαστικές, όπως αυτό προκύπτει από πληθώρα δημοσίων εγγράφων και δικαστικών αποφάσεων, που είχε στη διάθεσή του το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο". Όμως, το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο, διότι δεν αναφέρεται σαφώς και ορισμένως κάποιος από τους λόγους από το άρθρο 510 ΚΠΔ, χωρίς να αρκεί η απλή επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων αυτών, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και δεν προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι η εκκαλούσα είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα να εμφανιστεί στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς (για το σαφές και ορισμένο αυτής), να απαιτείται η μνεία όλων των στοιχείων της επιδόσεως κατά το άρθρο 161 παρ.1 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 6,7/1994). Δηλαδή, πρέπει να εκτίθεται πότε και πως κλήθηκε η εκκαλούσα για τη δικάσιμο που συζητήθηκε η έφεσή της και ο λόγος για τον οποίο η εκκαλούσα έπρεπε να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη. Επίσης, εφόσον με το ένδικο μέσο αμφισβητήθηκε ο τόπος κατοικίας και το άγνωστο της διαμονής της και εντεύθεν αδυναμία γνώσης της, της επίδοσης, πρέπει να διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία περί αυτού. Εξάλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν γίνεται στην έκθεση για την άσκησή της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλ. σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το πληττόμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1, 509 παρ.2 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων, και διότι είναι αόριστη και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς, ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των ασαφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Αν δεν υπάρχει τουλάχιστον ένας ορισμένος λόγος αναιρέσεως, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αναίρεση (Ολ.ΑΠ 19/01). Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, σαφούς και ορισμένου, προς έρευνα, είναι αόριστη και πρέπει, εφόσον τηρήθηκε η διαδικασία της ΚΠΔ 476 παρ.1, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πρέπει, επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι ασκηθέντες με ξεχωριστό δικόγραφο, από 8-4-2011, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 64/14-10-2010 αίτηση και τους, με το από 18-4-2011 ξεχωριστό δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, της Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 73.123/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Εάν δεν είναι ορισμένος έστω και ένας λόγος, είναι απαράδεκτη η αίτηση. Απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Δεν επιτρέπεται με απαράδεκτους πρόσθετους λόγους, ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των ασαφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1113 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωτόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 73122/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1530/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 παρ.1, 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με την απόφαση, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκησή της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται η υπ' αριθμ. 73.122/4-10-10 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 15415 από 4-12-2009 έφεση της εκκαλούσας κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 63.242/ από 14-5-2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών σε ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ, (παράβαση Ν. 5960/1933 περί επιταγών). Για την αναίρεση αυτή, εμφανίστηκε ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο εξουσιοδοτημένος από την εκκαλούσα συνήγορός της και δήλωσε ότι ασκεί για λογαριασμό της αναίρεση (για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 63/14-10-2010 έκθεση), κατά της 73122/10 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τους λόγους, όπως ακριβώς σε αυτή, αναφέρει ειδικότερα ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως διότι δεν αιτιολογεί για ποιό λόγο η έφεσή της θεωρήθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα ενώ η πρωτόδικη απόφαση δεν της επιδόθηκε νομίμως, αφού η επίδοση αυτής έγινε ως "άγνωστης διαμονής" στις 18-6-2006, ενώ κατά το χρόνο αυτό είχε διεύθυνση γνωστή στις δημόσιες αρχές και δη, Δικαστικές, όπως αυτό προκύπτει από πληθώρα δημοσίων εγγράφων και δικαστικών αποφάσεων, που είχε στη διάθεσή του το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο". Όμως, το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο, διότι δεν αναφέρεται σαφώς και ορισμένως κάποιος από τους λόγους από το άρθρο 510 ΚΠΔ, χωρίς να αρκεί η απλή επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων αυτών, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και δεν προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι η εκκαλούσα είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα να εμφανιστεί στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς (για το σαφές και ορισμένο αυτής), να απαιτείται η μνεία όλων των στοιχείων της επιδόσεως κατά το άρθρο 161 παρ.1 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 6,7/1994). Δηλαδή, πρέπει να εκτίθεται πότε και πως κλήθηκε η εκκαλούσα για τη δικάσιμο που συζητήθηκε η έφεσή της και ο λόγος για τον οποίο η εκκαλούσα έπρεπε να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη. Επίσης, εφόσον με το ένδικο μέσο αμφισβητήθηκε ο τόπος κατοικίας και το άγνωστο της διαμονής της και εντεύθεν αδυναμία γνώσης της, της επίδοσης, πρέπει να διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία περί αυτού. Εξάλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν γίνεται στην έκθεση για την άσκησή της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλ. σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το πληττόμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1, 509 παρ.2 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων, και διότι είναι αόριστη και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς, ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των ασαφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Αν δεν υπάρχει τουλάχιστον ένας ορισμένος λόγος αναιρέσεως, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αναίρεση (Ολ.ΑΠ 19/01). Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, σαφούς και ορισμένου, προς έρευνα, είναι αόριστη και πρέπει, εφόσον τηρήθηκε η διαδικασία της ΚΠΔ 476 παρ.1, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πρέπει, επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι ασκηθέντες με ξεχωριστό δικόγραφο, από 8-4-2011, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 63/14-10-2010 αίτηση και τους, με το από 18-4-2011 ξεχωριστό δικόγραφο, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, της Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 73.122/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Εάν δεν είναι ορισμένος έστω και ένας λόγος, είναι απαράδεκτη η αίτηση. Απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Δεν επιτρέπεται με απαράδεκτους πρόσθετους λόγους, ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των ασαφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1110/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1868/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 492/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 126/17.5.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 13/10-2-2012 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. του Δ., κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., κατά της υπ' αριθμ. 1868/15-7-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξ' άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, όταν αυτή ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον διευθυντή της φυλακής που κρατείται, είναι δεκαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Περαιτέρω τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ., συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά, η αναίρεση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1052/2007, ΑΠ 2078/2006). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 1868/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων η οποία εξεδόθη με απόντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων την 28-11-2011, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 19-3-2012 υπηρεσιακή βεβαίωση τις γραμματέας του Πρωτοδικείου Χανίων. Στη συνέχεια επιδόθηκε νομοτύπως στον αναιρεσείοντα την 26-1-2012 (βλ. το από 26-1-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου υπαλλήλου της Γραμματείας του Καταστήματος Κρατήσεως Αλικαρνασσού, στο οποίο κρατείται ο αναιρεσείων) Παρά ταύτα όμως ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 10-2-2012, ημέρα Παρασκευή, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 ΚΠΔ., δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για τον ακόλουθο, ισοτίμως επαγόμενο την ίδια έννομη συνέπεια, λόγο, ότι δηλαδή ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται. Συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 20 παραγρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ)", που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (Ολομ.ΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχή να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικώς ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρ. 370 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Τέλος από το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 497 παρ. 7 και 8 Κ.Π.Δ., προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του καταδικασθέντος πρωτοδίκως κατηγορουμένου για αναστολή εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς ανασταλτική δύναμη. Αν δε ασκηθεί αναίρεση εναντίον μιας τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και εκ τούτου απορρίπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1868/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου για αναστολή εκτελέσεως, κατά τη διαδικασία του άρθρου 497 παρ. 7 Κ.Π.Δ., της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλακίσεως, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 2355/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, μέχρι την εκδίκαση της υπ' αριθμ. 6/2010 εφέσεως που άσκησε εναντίον της αποφάσεως αυτής. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν η εν λόγω υπ' αριθμ. 1868/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και, ως τέτοια, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 13/10-2-2012 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. του Δ., κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., κατά της υπ' αριθμ. 1868/15-7-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ,ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Αν όμως η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τότε που θα επιδοθεί, η καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, τελεσίδικη απόφαση. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλομένη υπ' αριθμό 1868/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων, εκδόθηκε, με απόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 28-11-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική από 19-3-2012 βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως. Στη συνέχεια επιδόθηκε νομοτύπως στον αναιρεσείοντα την 26-1-2012,(βλ. το από 26-1-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του αρμόδιου υπαλλήλου της Γραμματείας του καταστήματος κράτησης Αλικαρνασσού, στο οποίο κρατείται ο αναιρεσείων, Χ. Σ.). Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του ενώπιον του διευθυντή της παραπάνω φυλακής, Μ. Κ., στις 10-2-2012, ημέρα Παρασκευή, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας από της κατά τα άνω, επιδόσεως σε αυτόν της ως άνω αποφάσεως. Στη δήλωση αναιρέσεως δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ως απαράδεκτη, για τον ως άνω λόγο. Πέραν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και για τον ακόλουθο, επαγόμενο την ίδια έννομη συνέπεια, λόγο, ότι δηλαδή ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται. Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάθε άτομο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που θα εκδοθούν. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (370 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίωξη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων του άρθρου 497 παρ.7 και 8 του ΚΠΔ που καθορίζουν την ανασταλτική δύναμη της έφεσης, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε, αίτηση του καταδικασθέντος πρωτοδίκως κατηγορουμένου για αναστολή εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς ανασταλτική δύναμη. Εάν δε ασκηθεί αναίρεση κατά τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και ως εκ τούτου απορρίπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1868/2011 προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, απορρίφθηκε η από 15/7/2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε αυτός την αναστολή εκτέλεσης, κατά τη διαδικασία του άρθρου 497 παρ.7 του Κ.Π.Δ. της υπ' αριθμό 2355/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, μέχρι την εκδίκαση της υπ' αριθμό 6/2010 εφέσεως που άσκησε εναντίον της απόφασης αυτής. Η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και κατ' αυτής δεν είναι επιτρεπτό κατά το νόμο να ασκηθεί αυτοτελής αίτηση αναίρεσης. Κατ' ακολουθία τούτων, μετά την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το από 5-6-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέα του Κ.Κ. Αλικαρνασσού ..., να εμφανισθεί στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το άνω απαράδεκτο και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-2-2012 με αριθμό 13/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στην κλειστή Φυλακή ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.1868/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη αίτησης αναστολής εκτέλεσης απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκκρεμούσης εφέσεως (άρθρο 497 παρ. 7 ΚΠΔ). Αναίρεση κατά της απόφασης αυτής με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών. Προθεσμία. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Περαιτέρω, απαράδεκτο αναιρέσεως γιατί δεν επρόκειτο για απόφαση τελειωτική επί της κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1112/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Π. Χ. του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 733/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 693/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 267/5.12.2011 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 527§§1,3, 528§1 Κ.Π.Δ., την από 12-4-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του καταδικασμένου Π. Χ. του Ε., κατά της υπ' αριθμ. 733/10 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ΑΘηνών και εκθέτω τα εξής: α) Κατά το άρ. 525§1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις πέντε αναφερόμενες περιοριστικά περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρ. 525§1 εδ. 2 ΚΠΔ, κατά την οποία, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα, που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν στον κατ/νο γνωστά, έπρεπε να είχαν απ' αυτόν προβληθεί (Α.Π. 585/10) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 127/11). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 527§1 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 465§ 1, 96§2 και 42§2 του ΚΠΔ, αναλόγως εφαρμοζόμενες, εφόσον η ανωτέρω αίτηση δεν αποτελεί κατά κυριολεξία ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης επανάληψης διαδικασίας μέσω αντιπροσώπου, (δικηγόρου, ασκουμένου δικηγόρου ή μη δικηγόρου), απαιτείται να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησής της, σχετική προς τούτο εντολή του καταδικασμένου. Το πληρεξούσιο της εντολής έγγραφο προσαρτάται στη σχετική έκθεση - αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. (Α.Π. 1513/07, Π.Χρ. ΝΗ' 438 - Α.Π. 712/03). Γι' αυτό και δεν μπορεί, εν ελλείψει τούτου να προσαρτηθεί ή προσκομισθεί άλλο πληρεξούσιο, μεταγενέστερο του χρόνου κατάθεσης - υποβολής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (465§1 Κ.Π.Δ.). Η έλλειψη πληρεξουσίου, ή η προσκομιδή τέτοιου, μεταγενέστερου του χρόνου υποβολής της αίτησης συνταχθέντος, καθιστά την αίτηση απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476§1 Κ.Π.Δ., αναλογικά εφαρμοζόμενο. (Α.Π. 598/94, Π.Χρ. ΜΔ'654), β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την 52859/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών Χ 10 ευρώ ημερησίως, για πλαστογραφία με χρήση και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. Κατόπιν υπ' αυτού ασκηθείσης εφέσεως εκδόθηκε η 733/22-1-10 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, δια της οποίας καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών Χ 10 ευρώ ημερησίως, για τα ίδια εγκλήματα. Στην δίκη αυτή παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου του Δ.Σ.Α. Εμμανουήλ Μαγειρόπουλου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 31-3-10 αναίρεση. Επί της αναίρεσης αυτής εκδόθηκε η 75/11 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε αυτή. Συνεπώς η 733/10 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε αυτόν, κατέστη αμετάκλητη (546 ΚΠΔ). γ) Με την υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, τούτος ζητά αυτή κατά της υπ' αριθμ. 733/10 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (εκ προφανούς παραδρομής ζητά την επανάληψη για την πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ως και εκ προφανούς παραδρομής υπεβλήθη η αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γι' αυτό και διαβιβάσθηκε αυτή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το 20689/4-6-11 έγγραφο της ανωτέρω Εισαγγελίας Εφετών), διότι κατ' αυτόν, μετά την αμετάκλητη καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αν το δικαστήριο τότε τα λάμβανε υπόψη, θα κήρυττε τούτον αθώο. δ) Η αίτηση όμως αυτή υποβλήθηκε - κατατέθηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα και γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, από τον δικηγόρο του Δ.Σ.Α. Δημήτριο Σεφερλή, την 12-4-11, χωρίς ο δικηγόρος τούτος να ήταν και ο παραστάς στη δίκη, επί της οποίας η 733/10 ανωτέρω καταδικαστική αμετάκλητη απόφαση. Υποβλήθηκε - κατατέθηκε δε αυτή χωρίς την εντολή του καταδικασμένου, αφού ταυτόχρονα με την κατάθεση - υποβολή τούτης, που έλαβε χώρα την 12-4-11, δεν υπάρχει σ' αυτή προσαρτηθέν πληρεξούσιο με την ίδια ημερομηνοχρονολογία (12-4-11). Το προσαρτηθέν ή προσκομισθέν πληρεξούσιο με χρόνο σύνταξης αυτού την 13 (ή 19)/4/11, ως μεταγενέστερο του χρόνου υποβολής της αίτησης, δεν καθιστά αυτή παραδεκτή, ούτε επικυρώνει την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, αφού το πληρεξούσιο πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, δηλαδή να έχει συνταχθεί είτε πριν, είτε κατά την κατάθεση - υποβολή της. δ) Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με τα άρθρ. 527§1 , 528§1, 476§1, 465§1, 96§2, 42§2 Κ.Π.Δ., η προκειμένη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο αιτών, να καταδικασθεί δε αυτός εις τα της δίκης έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, κατ' άρθρ. 583§1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-4-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του καταδικασμένου Π. Χ. του Ε., κατά της υπ' αριθμ. 733/10 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, στον ανωτέρω αιτούντα. Αθήνα 1-12-2011. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του αρθρ. 528 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει ότι η κλήτευση του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική και ότι εφόσον αυτός κλητεύθηκε και δεν εμφανίστηκε για να εκθέσει τις απόψεις του, το δικαστικό συμβούλιο αφού ακούσει τον εισαγγελέα, αποφασίζει επί της αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 1-2-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Λάμπρου Χούμου, επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του κατηγορουμένου (αιτούντος) από την ευρισκόμενη στην Αθήνα (...) κατοικία του και μη ευρέσεως άλλου προσώπου σε αυτή από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ.2 ΚΠΔ πρόσωπα, παρουσία του μάρτυρα, Π. Δ., η από 19-12-11 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία τον καλεί στο ακροατήριο του Συμβουλίου αυτού στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο στη συζήτηση της αιτήσεώς του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της 733/10 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως δεν εμφανίστηκε αυτός κατ' αυτή. Μετά από αυτά, πρέπει ο αιτών να δικασθεί σαν να ήταν παρών. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις διατάξεις του αυτού άρθρου, προκύπτει ότι η επανάληψη διαδικασίας δεν αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, με την οποία επιδιώκεται, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, η ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή, αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως (βλ. ΑΠ 2270/02). Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις. 'Ετσι, έχει γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονται επί επαναλήψεως της διαδικασίας ανάλογα οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων, όπου προσήκει, όπως το αρθρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ, περί ειδοποιήσεως με κάθε μέσο από τον Εισαγγελέα, του διαδίκου που άσκησε απαράδεκτα ένδικο μέσο ή του αντικλήτου του, να προσέλθει στο Συμβούλιο και να διατυπώσει τις απόψεις του. Κατά την εφαρμοζόμενη δε και στην παρούσα περίπτωση διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν εισάγεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (σε συμβούλιο) πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικά και τηλεφωνικά) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει αυτό στο φάκελλο της δικογραφίας (παρ.1). Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι όταν πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, η μη έγκαιρη (προ 24 ωρών) ειδοποίηση του κατηγορουμένου ή του αντικλήτου του να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, γιατί έτσι παραβιάστηκε η διάταξη που αφορά την εμφάνιση και εκπροσώπηση του κατηγορουμένου αλλά και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) αυτό, προκύπτουν τα εξής: Με την 52859/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, για πλαστογραφία με χρήση και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. Κατόπιν υπ' αυτού ασκηθείσης εφέσεως εκδόθηκε η 733/22-1-10 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, διά της οποίας καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών μετατραπείσα επίσης, προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, για τα ίδια εγκλήματα. Στην δίκη αυτή παρέστη διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου του Δ.Σ.Α. Εμμανουήλ Μαγειρόπουλου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 31-3-10 αναίρεση. Επί της αναίρεσης αυτής εκδόθηκε η 75/11 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε αυτή. Συνεπώς η 733/10 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε αυτόν, κατέστη αμετάκλητη (546 ΚΠΔ). Περαιτέρω δε, από τις διατάξεις επίσης του αρθρ. 527 παρ.1 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 465 παρ.1, 96 παρ.2 και 42 παρ.2 του ΚΠΔ, αναλόγως εφαρμοζόμενες, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω αίτηση δεν αποτελεί κατά κυριολεξία ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης επανάληψης διαδικασίας μέσω αντιπροσώπου, (δικηγόρου, ασκουμένου δικηγόρου ή μη δικηγόρου), απαιτείται να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησής της, σχετική προς τούτο εντολή του καταδικασμένου. Το πληρεξούσιο της εντολής έγγραφο προσαρτάται στη σχετική έκθεση - αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. (Α.Π. 1513/07). Γι' αυτό και δεν μπορεί, εν ελλείψει τούτου να προσαρτηθεί ή προσκομισθεί άλλο πληρεξούσιο, μεταγενέστερο του χρόνου κατάθεσης - υποβολής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (465 παρ.1 Κ.Π.Δ.). Η έλλειψη πληρεξουσίου, ή η προσκομιδή τέτοιου, μεταγενέστερου του χρόνου υποβολής της αίτησης συνταχθέντος, καθιστά την αίτηση απαράδεκτη, κατ' αρθρ. 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., αναλογικά εφαρμοζόμενο. Με την κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος ζητά αυτή κατά της υπ' αριθμ. 733/10 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (εκ προφανούς παραδρομής ζητά την επανάληψη για την πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ως και εκ προφανούς παραδρομής υπεβλήθη η αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γι' αυτό και διαβιβάσθηκε αυτή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το 20689/4-6-11 έγγραφο της ανωτέρω Εισαγγελίας Εφετών), διότι κατ' αυτόν, μετά την αμετάκλητη καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αν το δικαστήριο τότε τα λάμβανε υπόψη, θα κήρυττε τούτον αθώο. Η αίτηση όμως αυτή υποβλήθηκε - κατατέθηκε στον αρμόδιο εισαγγελέα και γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, από τον δικηγόρο του Δ.Σ.Α., Δημήτριο Σεφερλή, την 12-4-11, χωρίς ο δικηγόρος τούτος να ήταν και ο παραστάς στη δίκη, επί της οποίας η 733/10 ανωτέρω καταδικαστική αμετάκλητη απόφαση. Υποβλήθηκε - κατατέθηκε δε αυτή χωρίς την εντολή του καταδικασμένου, αφού ταυτόχρονα με την κατάθεση - υποβολή τούτης, που έλαβε χώρα την 12-4-11, δεν υπάρχει σ' αυτή προσαρτηθέν πληρεξούσιο με την ίδια ημερομηνοχρονολογία (12-4-11). Το προσαρτηθέν ή προσκομισθέν πληρεξούσιο με χρόνο σύνταξης αυτού την 13 Απριλίου 2011, ως μεταγενέστερο του χρόνου υποβολής της αίτησης, δεν καθιστά αυτή παραδεκτή, ούτε επικυρώνει την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, αφού το πληρεξούσιο πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, δηλαδή να έχει συνταχθεί είτε πριν, είτε κατά την κατάθεση - υποβολή της. Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με τα αρθρ. 527 παρ.1, 528 παρ.1, 476 παρ.1, 465 παρ.1, 96 παρ.2, 42 παρ.2 Κ.Π.Δ., η προκείμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο αιτών κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραστεί στο Συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2011 αίτηση του καταδικασμένου, Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη με αριθμό 733/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απόντος του νόμιμα κληθέντος αιτούντος, δικάζεται ωσεί παρών. Δεν αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασίας με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως. Εφαρμόζονται ανάλογα ορισμένες διατάξεις περί ενδίκων μέσων, μεταξύ των οποίων η διάταξη της ΚΠΔ 476§1 περί ειδοποιήσεως του ασκήσαντος την αίτηση επαναλήψεως, όταν αυτή είναι απαράδεκτη για να διατυπώσει τις απόψεις του. Το προσαρτηθέν πληρεξούσιο είναι μεταγενέστερο του χρόνου υποβολής της αίτησης. Απορρίπτει αυτή ως απαράδεκτη.
null
null
2
Αριθμός 1127/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Μ. του Μ. και 2) Δ. Κ.-Μ. σύζυγος Γ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 46/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 119/15-5-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "(Ι.) Εισάγω στο Δικαστήριό σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 2/23-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων (1) Γ. Μ. Μ. και (2) Δ. συζ. Γ. Μ., κατοίκων ..., που ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χανίων Μαρία Βουντουράκη, κατά του υπ' αριθμ. 46/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα: (ΙΙ.) Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμες τις από 19/8/2009 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 258/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου - Κρήτης με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης να δικαστούν για: α) απάτη κατά συναυτουργία, το όφελος της οποίας και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. β) υποβολή ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης με σκοπό οφέλους και αντίστοιχης βλάβης, πάνω από 73.000 Ευρώ συνολικά. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσείοντες στις 15/3/2012 (βλ. συνημμένα, (2) αποδεικτικά επίδοσης.) (ΙΙΙ.) Η αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακούργημα από τον κατηγορούμενο επιτρεπόταν σύμφωνα με το α. 482 παρ. 1α του ΚΠΔ μέχρι τις 23-12-2010. Το δικαίωμα αυτό του κατηγορουμένου από την ημερομηνία αυτή καταργήθηκε με το αρ. 34 του Ν. 3904/23-12-2010. Το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτού και όχι τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (Ολ.ΑΠ 1282/1990 ΠΧ 1992.921). Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων για κακούργημα που εκδόθηκαν μετά τις 23-12-2010. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). (IV.) Επειδή η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 23-3-2012 χωρίς οι αναιρεσείοντες να έχουν σχετικό δικαίωμα αφού αυτό καταργήθηκε στις 23-12-2010, πρέπει το Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με όσα παραπάνω (III) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ., 513 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006, 123827/23.12.2010 (ΦΕΚ. Β 1991/23.12.2010), Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: (α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και (β) να επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα νόμιμα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 2/23-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων (1) Γ. Μ. του Μ. και (2) Δ. συζ. Γ. Μ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 46/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης (Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και (Γ) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα νόμιμα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα καταργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34 στ.γ'Ν.3904/2010 η ισχύς του οποίου άρχισε κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ήτοι από 23 Δεκεμβρίου 2010. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση προ 24ώρου από το γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου με το υπ' αριθ. 258/2009 βούλευμα που εξέδωσε παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κρήτης, τους κατηγορουμένους Γ. Μ. και Δ. Κ. συζ. Γ. Μ. για να δικασθούν για τις πράξεις της απάτης από κοινού με προξενηθείσα ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης με σκοπό οφέλους ή βλάβης που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Κατά του ως άνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις από 19-8-2009 εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 46/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο απέρριψε τις άνω εφέσεις και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης η πληρεξούσια δικηγόρος των κατηγορουμένων με δήλωσή της στις 23-3-2012 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Κρήτης άσκησε την υπ' αριθμό 2/2012 από 23-2-2012 κοινή αναίρεση των κατηγορουμένων. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠολΔ η οποία καταργήθηκε από 23-12-2012, έχει καταργηθεί και δεν προβλέπεται πλέον η δυνατότητα των κατηγορουμένων να ασκήσουν αναίρεση κατά του άνω βουλεύματος των εν λόγω. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3904/2010, (23-12-2010) πρέπει μετά και την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα (αρθ. 476 παρ.1 ΚΠΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ) τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα εξ αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό 2 από 23-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων Γ. Μ. και Δ. Κ. συζ. Γ. Μ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αρ. 46/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά βουλεύματος παραπεμπτικού για κακούργημα. Ο νόμος 3904/23-12-2010 κατάργησε το δικαίωμα που επιτρεπόταν με το άρθρο 482 παρ. 1α μέχρι 23-12-2012. Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης.
null
null
1
Αριθμός 1104/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (ως συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Ειρήνη Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 και 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου A. M. του I., Ρουμάνου υπηκόου, ήδη προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 2/16.8.2012 έφεση του ανωτέρω κατά της 6/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, η οποία αποφάσισε την εκτέλεση του 4/14.1.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των αρχών της Ρουμανίας σε βάρος του πιο πάνω εκζητουμένου. Το Συμβούλιο Εφετών Ευβοίας, με την υπ' αριθμ. 6/2012 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 14.1.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή των αρχών της Ρουμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Ευβοίας την με αριθμό και ημερομηνία 2/16-8-2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα αυτού, Κων/νο Καράμπελα, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2012. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ρουμανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμ. εκθ. 70/9-4-2009 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας ασκηθείσα 2/16-8-2012 έφεση του εκζητουμένου αλλοδαπού κατά της 6/16-8-2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, με την οποία τούτο διέταξε την εκτέλεση του με αρ. φακ. 4514/120/2009 με αρ. 4/14-1-2009 Eυρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών Dambovita Ρουμανίας κατά του εκκαλούντος Ρουμάνου υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Eισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων, και για κακουργηματική πράξη (στοιχ. ιγ). Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα συμπληρωματικά στοιχεία που ζήτησε και έλαβε το Συμβούλιο Εφετών Ευβοίας, από τα με αριθ. 5 και 6/2012 πρακτικά του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος ο εκζητούμενος παριστάμενος αυτοπρόσωπα εξέθεσε στο Εφετείο και ενώπιον του Αρείου Πάγου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Ευβοίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του με αρ. φακ. 4514/120/2009 με αρ. 4/14-1-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών Dambovita Ρουμανίας, που είναι κράτος- μέλος της Ε.Ε., κατά του άνω εκκαλούντος Ρουμάνου υπηκόου. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, εκδόθηκε προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της δικαστικής αρχής Dambovita Ρουμανίας που εξέδωσε το με αρ. 18/U/4-6-2009 ένταλμα σύλληψης και προληπτικής κράτησης, για να δικασθεί στη Ρουμανία για την αξιόποινη πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την με παραποίηση βεβαιώσεων μισθών, εξαπάτηση τραπεζών και την παράνομη έγκριση δανείων, με αποτέλεσμα την πρόκληση σε τραπεζικά ιδρύματα της Ρουμανίας ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Συγκεκριμένα ο εκζητούμενος διώχθηκε για το ότι, στην Κομητεία Dambovita Ρουμανίας, κατά τα έτη 2007-2008, εντάχθηκε σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την με παραποίηση βεβαιώσεων μισθών, την εξαπάτηση τραπεζών και την παράνομη έγκριση δανείων, με αποτέλεσμα την πρόκληση σε τραπεζικά ιδρύματα της Ρουμανίας ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Η αξιόποινη αυτή κακουργηματική πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 41, 42, 215, 290 και 291 του ΠΚ Ρουμανίας, 7 παρ.1 του ν. 39/2003 Ρουμανίας και των άρθρων 187 παρ.1, 386 και 216 του Ελληνικού ΠΚ. Το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η δίωξη και η έκδοση εντάλματος περί σύλληψης, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιoποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής, ο τόπος και οι περιστάσεις τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων και επομένως πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του, κατά το Ν. 3251/2004. Προσθέτως, οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώχθηκε στη Ρουμανία ο εκζητούμενος, εμπίπτουν σε εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περιπτ. α' και κ' του Ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία κατά τα παραπάνω συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού τα παραπάνω αδικήματα εγκληματικής οργάνωσης και απάτης τιμωρούνται στη Ρουμανία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ρουμανικού ΠΚ με ποινή φυλάκισης μέχρι 20 έτη το καθένα. Ανεξαρτήτως τούτου, οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται και από το Ελληνικό ποινικό δίκαιο, (άρθρο 187 παρ.1, 216 παρ.1,3 ΠΚ) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα έτη. Τέλος, συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του Ν. 3251/2004 θετικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεση του άνω εντάλματος, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για τις προαναφερόμενες πράξεις που διώχθηκε ο εκζητούμενος εκκαλών, αντιστοίχως. Επίσης η ύπαρξη οικογένειας στην Ελλάδα και η παραμονή και εργασία του εκζητούμενου στην Ελλάδα επί τέσσερα έτη, ανεξάρτητα του ότι ο εκκαλών δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, δεν μπορεί να δικαιολογήσουν τη μη έκδοσή του στη Ρουμανία και δεν αποτελούν λόγο που δικαιολογεί, κατά τον εφαρμοζόμενο παραπάνω Ν. 3251/2004, τη μη έκδοσή του στη Ρουμανία για να δικαστεί για τις παραπάνω κακουργηματικές αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι διέπραξε. Περαιτέρω, κατά τη διαδικασία εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν ερευνάται η βασιμότητα της κατηγορίας και η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, δεδομένου ότι αφενός μεν αυτό δεν προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις και αφετέρου ο Ν. 3251/2004, βασίζεται στην αυξημένη αμοιβαιότητα και την αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, αφού κατά τα προεκτεθέντα συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών Ευβoiας, το οποίο με την προσβαλλόμενη 6/16-8-2012 απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 παρ. 1, 2 εδ.ιγ, 11 περ.ζ και 19 παρ.1,3 του Ν. 3251/2004, ορθά όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους ο εκζητούμενος - εκκαλών επικαλείται ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και το ένδικο ένταλμα σύλληψης δεν πρέπει να εκτελεσθεί, γιατί είναι αθώος των αποδιδομένων στην Ρουμανία πράξεων και γιατί διαμένει και εργάζεται με την τετραμελή οικογένειά του επί τέσσερα έτη στην Ελλάδα, στην οποία και επιθυμεί να παραμείνει, χωρίς να έχει διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη εδώ στην Ελλάδα, όπου φοιτούν σε σχολείο τα δύο ανήλικα παιδιά του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έξοδα δικαστικά επιβάλλονται στη διαδικασία έκδοσης, κατ' άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ, και όταν γίνεται με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, η δε πρόβλεψη του άρθρου 37 του Ν. 3251/2004, ότι η δαπάνη έκδοσης βαρύνει το κράτος, δεν αφορά και στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει κατ' ουσία τη με αριθ. εκθ. 2/16-8-2012 έφεση του Α. M. του I., υπηκόου Ρουμανίας, κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 6/16-8-2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ευβοίας, με την οποία αποφασίστηκε η σε βάρος του εκτέλεση του με αρ. φακ. 4514/120/2009 με αρ.4/14-1-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών Dambovita Ρουμανίας, προκειμένου να εκτελεστεί στη Ρουμανία το με αρ. 18/U/4-6-2009 ένταλμα σύλληψης και προληπτικής κράτησης, για να δικασθεί στη Ρουμανία για την αξιόποινη πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την με παραποίηση βεβαιώσεων μισθών, εξαπάτηση τραπεζών και την παράνομη έγκριση δανείων, με αποτέλεσμα την πρόκληση σε τραπεζικά ιδρύματα της Ρουμανίας ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση υπηκόου Ρουμανίας σε Δικαστικές Αρχές Ρουμανίας, για να δικασθεί για διάφορα εγκλήματα, με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη η έφεση.
null
null
0
Αριθμός 1103/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μανιακούρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1353/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Α. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2011αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 21 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 927/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες: α)από 4-7-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Ν. Τ. και β)οι με το ξεχωριστό από 21-11-2011 δικόγραφο, από τον αυτό κατηγορούμενο πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμ. 1353/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Με τις παρακάτω διατάξεις του ΚΠΔ ορίζεται ότι: α)Με αυτή του άρθρου 140 εδ. α: τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται με ευθύνη του γραμματέα με ευθύνη δική του, καθώς και με την ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. β)του αρθρ. 141 παρ.1: τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων ... γ)του αρθρ.142 παρ.1: μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει, θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά, που συντάχθηκαν από το γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Με την παρ.2 του αυτού άρθρου: Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από τη συνεδρίαση, καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή, ... Αν ο γραμματέας που συμμετείχε στη συζήτηση, απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή, ... πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συντάσσει ... με βάσει τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Τα πρακτικά υπογράφονται από αυτόν και το διευθύνοντα τη συζήτηση, σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερομηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών ... Από το περιεχόμενο και τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων, που αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης των ποινικών δικαστηρίων, γίνεται σαφές ότι ο νόμος όταν αναφέρεται σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, εννοεί τα καθαρογραμμένα πρακτικά που συντάσσονται από το γραμματέα της σύνθεσης του δικαστηρίου με βάση τα πρόχειρα πρακτικά, που τηρεί ο ίδιος κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και τα οποία υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Πλέον χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του εδ.β' της παρ.2 του αρθρ.142 ΚΠΔ, όπου, όπως προαναφέρεται, ορίζεται ότι "σε περίπτωση απομάκρυνσης ή θανάτου του γραμματέα που τήρησε τα πρόχειρα πρακτικά, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου, με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Είναι σαφές ότι ο νόμος δεν θεωρεί ως πρακτικά επίσημα, αυτά δηλαδή που τίθενται στη δικογραφία και τα οποία λαμβάνει υπόψη του, το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του, τα πρόχειρα πρακτικά, αφού, όπως ρητά η διάταξη αυτή αναφέρει, τα (επίσημα) πρακτικά, στην περίπτωση αυτή, συντάσσονται όχι μόνο με βάση τα πρόχειρα πρακτικά, αλλά με βάση και τα σχετικά έγγραφα, που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Σε όλες τις διατάξεις του ΚΠΔ που γίνεται αναφορά σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, γίνεται διάκριση μεταξύ των "πρόχειρων πρακτικών" και των "πρακτικών" και, πάντοτε το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του λαμβάνει υπόψη τα "πρακτικά" (τα καθαρογραμμένα) και όχι τα "πρόχειρα" πρακτικά που τηρεί ο γραμματέας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Καμία διάταξη του ΚΠΔ δεν προβλέπει χρήση των πρόχειρων πρακτικών από το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του και πολύ περισσότερο, χρήση αυτών (πρόχειρων πρακτικών) από τους διαδίκους και μάλιστα για άλλους σκοπούς, πέραν δηλαδή της δίκης, για την οποία τηρήθηκαν αυτά. Ακόμα, και η σχετικά νέα διάταξη του άρθρου 142 Α' ΚΠΔ, που προστέθηκε με το αρθρ. 9 Ν. 3346/05 και προβλέπει την εφαρμογή του συστήματος τήρησης των πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία, κάνει διάκριση μεταξύ των "πρακτικών" και των "πρόχειρων πρακτικών" ορίζοντας στην παρ.5 του αρθρ. αυτού, ότι "το απομαγνητοφωνημένο" κείμενο, υπογραφόμενο από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και το γραμματέα, τίθεται στη δικογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του 142 παρ.2, κείμενο των πρακτικών. Τέλος, με το άρθρο 141 παρ.3 του αυτού Κώδικα, ορίζεται ότι τα πρακτικά, (δηλ. τα καθαρογραμμένα τα επίσημα) εωσότου προσβληθούν ως πλαστά, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο. Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησής του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι παρά το ότι, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του εφετείου, προέβαλλε την ένσταση ακυρότητας κατ' άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως με την οποία εκαλείτο στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου αυτού Δικαστηρίου, το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις του αυτές. Και ότι με την επακολουθήσασα συζήτηση της υποθέσεως και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα στην πληττόμενη απόφαση και, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ, άνω λόγου της αίτησής του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1353/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά (δηλ.τα καθαρογραμμένα, δηλ. κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, από τα επίσημα) της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο παριστάμενος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοπροσώπως κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με αριθμό 152/10 και της κλήσεώς του να παραστεί στο εφετείο, κατ' άρθρο 324 παρ.4 του ΚΠΔ, με την επίκληση ότι αυτά δεν περιέχουν ακριβή καθορισμό της πράξης που κατηγορείται, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση ως προς τις κατηγορίες που εκκρεμούν σε βάρος του. Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς-ενστάσεις του αυτές και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία που έχει κατά λέξη ως εξής: "Από τη διάταξη του άρθρου 500 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας κλητεύει εκείνον που άσκησε την έφεση και όλους τους λοιπούς διαδίκους που παραστάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη. Η κλήτευση γίνεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, με επίδοση της κλήσεως, στην οποία αρκεί να αναφέρεται ο αριθμός της εκκαλουμένης αποφάσεως (Ζησιάδη, Ποιν.Δικ. εκδ. Γ'σελ. 250) και δεν απαιτείται να αναφέρεται η πράξη για την οποία θα δικασθεί ο εκκαλών-κατηγορούμενος. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις του εκκαλούντος-κατηγορουμένου περί ακυρότητας της υπ'αριθ.152/2010 κλήσεως (και του κλητηρίου θεσπίσματος) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες". Επομένως, ο άνω λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, αφού η κλήτευση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου στο Εφετείο γίνεται με επίδοση κλήσης στην οποία αρκεί να αναφέρεται ο αριθμός της εκκαλούμενης απόφασης (Μ. Μαργαρίτης, ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αρθρ. 500, αρ.6), όπως από το κλητήριο θέσπισμα και την κλήση, στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει. Κατά συνέπεια, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο του αυτού δικογράφου, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.β'ΚΠΔ, διότι ενώ η διευθύνουσα τη συζήτηση έδωσε το λόγο στους λοιπούς παράγοντες της δίκης να αναπτύξουν τις απόψεις τους για την υπόθεση, παρέλειψε να δώσει το λόγο τελευταία σε αυτόν (κατηγορούμενο), ο οποίος είχε εμφανιστεί χωρίς συνήγορο, για να αναπτύξει την υπεράσπισή του, στο ζήτημα της ενοχής του και έτσι, με την παραβίαση της ΚΠΔ 369 από το δικάσαν εφετείο, εμφανίστηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την ΚΠΔ 179 παρ.1 στοιχ.δ' και, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού από το αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' λόγον της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τα επίσημα (καθαρογραμμένα, σελ.69) πρακτικά της πληττόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μετά την απολογία του κατηγορουμένου, η διευθύνουσα τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα "ο οποίος αφού, ανέπτυξε τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος", "οι συνήγοροι του πολιτικώς ενάγοντος, αφού έλαβαν το λόγο διαδικά από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν τις απόψεις τους και ζήτησαν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος", "ο κατηγορούμενος, αφού έλαβε το λόγο, από την Πρόεδρο, ζήτησε την αθώωση του", όπως ακριβώς σε αυτά αναφέρεται. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από τη διευθύνουσα τη συζήτηση δόθηκε τελευταία ο λόγος στον κατηγορούμενο να αναπτύξει τις απόψεις του για την ενοχή του και δεν έλαβε χώρα καμία ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, και ο λόγος αυτός της αίτησης είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω ελλείψεως ακροάσεως κατ' άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 20 παρ.1 του Συντ/τος και ειδικότερα, διότι ενώ κατά την απολογία του ζήτησε από το Δικαστήριο να επανεξεταστούν οι εξετασθέντες προηγουμένως μάρτυρες του κατηγορητηρίου, Α. και Π., το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του αυτό και έτσι, με την παραβίαση της διάταξης του αρθρ. 368 του ΚΠΔ, εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το αρθρ. 170 παρ.2 του αυτού Κώδικα και, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού από το αρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠΔ λόγον της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη ακρόασης η πληττόμενη απόφαση. Από τα ίδια (τα καθαρογραμμένα και επίσημα) πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν εφετείο απέρριψε το αίτημά του αυτό με την εξής κατά λέξη πλήρη και σαφή αιτιολογία: "το αίτημα του κατηγορουμένου περί επανεξέτασης των άνω δύο εξετασθέντων μαρτύρων, πρέπει να απορριφθεί, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διευκρινίζει επί ποίων συγκεκριμένων θεμάτων, που έχουν σχέση με την επίδικη υπόθεση, θέλει να επανεξετάσει τους άνω μάρτυρες, το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται καταχρηστικά, προς παρέλκυση της δίκης και διαιώνιση της, δεδομένου ότι στον κατηγορούμενο δινόταν ο λόγος, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα να υποβάλει ερωτήσεις, όπως και υπέβαλε, ζητούσε δε και διευκρινίσεις, σχολιάζοντας μάλιστα τις καταθέσεις τους και αυτό έγινε και με τους μάρτυρες Α. και Π.. Άλλωστε οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων ήταν σαφείς, μη χρήζουσες διευκρινίσεων, το δε Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου." (βλ. σελ.68 άνω πρακτικών). Σε άλλο δε σημείο των αυτών πρακτικών, μετά την εξέταση των άνω καθώς και των άλλων μαρτύρων, αναφέρονται (σελ.62 πρακτικών), κατά λέξη τα παρακάτω: "Σημειώνεται, ότι οι παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι κλήθηκαν ένας -ένας και εξετάστηκαν προφορικά, μετά την εξέταση τους παρέμειναν στο ακροατήριο και ότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα (μεταξύ των οποίων και οι Α. και Π.) η Πρόεδρος έδινε το λόγο στην Εισαγγελέα, στους Δικαστές, στους πληρεξούσιους δικηγόρους του πολιτικώς ενάγοντες, καθώς και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, για να απευθύνουν, αν είχαν ερωτήσεις, προς τους μάρτυρες, οι ανωτέρω δε ρωτούσαν και οι μάρτυρες απαντούσαν σχετικά με τις ερωτήσεις, όπως αναφέρεται ειδικότερα στην κατάθεση του κάθε μάρτυρα. Επίσης, σημειώνεται, ότι η Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, αν θέλουν να προβούν σε δημόσιες δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων και των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αυτοί απάντησαν αρνητικά." Επίσης, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει η αβασιμότητα της παραπάνω αιτίασης του αναιρεσείοντος καθόσον σε αυτά, μετά την απολογία του κατηγορουμένου, αναφέρονται (σελ.69) κατά λέξη τα εξής: "Στην συνέχεια η Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα, τους Δικαστές, τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής, καθώς και τον κατηγορούμενο, αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή από συμπληρωματική διασάφηση, αυτοί αφού απάντησαν αρνητικά, κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος αφού ανέπτυξε τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως και πρωτοδίκως." Επομένως, και ο λόγος αυτός της αιτήσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει επικυρωμένα από το δικαστή, που διεύθυνε τη συνεδρίαση και το γραμματέα, πρόχειρα πρακτικά της άνω συνεδριάσεως της κρινόμενης υπόθεσης επισημαίνοντας διαφορές τους με τα καθαρογραφημένα (και επίσημα) πρακτικά της αυτής συνεδρίασης. Ζητεί δε στη συνέχεια, την προσβολή των καθαρογραφημένων πρακτικών ως πλαστών λόγω των διαφορών τους αυτών, μάλιστα δε επισημαίνει με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι "η παρούσα (δηλ. η προσβολή) βασίζεται στα πρόχειρα πρακτικά της δίκης, όπως αυτά θεωρήθηκαν από την πρόεδρο και τη γραμματέα του δικαστηρίου" (βλ.σελ.2), όπως κατά λέξη σε αυτό αναφέρεται. Δεν κατονομάζει όμως τον πλαστογράφο, αλλά κάνει την υπόμνηση: "Εκτιμάται ότι, η συγκεκριμένη πλαστογράφηση οφείλεται στην χρήση από τους γραμματείς της έδρας ενός προτύπου πρακτικών, στο οποίο περιέχονται συμβάντα που θεωρητικά και σε γενικές γραμμές λαμβάνουν χώρα στο ακροατήριο, και το οποίο διαφοροποιείται για κάθε υπόθεση ανάλογα με τα θεωρημένα πρόχειρα πρακτικά, πλην όμως στη συγκεκριμένη υπόθεση η διαφοροποίηση αυτή δεν έγινε σωστά και έτσι ώστε να αποτυπώνονται τα συμβάντα που είναι πραγματικά καταγεγραμμένα στα θεωρημένα πρόχειρα πρακτικά", όπως ακριβώς στο εν λόγω δικόγραφο, σε κάθε διαφορά των πρακτικών, αναφέρει. Όμως, ενόψει όσων στην αρχή περί προχείρων και καθαρογραφημένων (επισήμων) πρακτικών έχουν λεχθεί και, δοθέντος ότι η αναφερόμενη ως πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι το εν λόγω έγγραφο είναι πλαστό, ώστε να έχει υποχρέωση να αναβάλλει την υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 338 ΚΠΔ, εωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία και πρέπει, να συνεχίσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ, διότι στη δικάσιμο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μετείχε ο Αντεισαγγελέας Εφετών, Χαρ.Παπαγεωργίου, ο οποίος είχε ασκήσει έφεση κατά του αθωωτικού μέρους της πρωτοβάθμιας απόφασης με παράνομο και άδικο τρόπο, αφού όχι μόνο δεν έλαβε γνώση της δικογραφίας, αλλά και ψεύδεται για το αντίθετο, εγείροντας έτσι υπόνοιες μεροληψίας και εμφανή δυσπιστία για την αμεροληψία του. Η παράβαση δε αυτή αποτελεί τον, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και πρέπει, να γίνει δεκτός ο άνω πρόσθετος λόγος. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το δικάσαν Εφετείο, με την παρακάτω πλήρη και ειδικώς εμπεριστατωμένη αιτιολογία: "ο εκκαλών-κατηγορούμενος προέβαλε την ένσταση εξαιρέσεως του Εισαγγελέα της έδρας Χαράλαμπου Παπαγεωργίου, για το λόγο ότι ο άνω Εισαγγελέας έχει προβεί σε παράνομες και επομένως άδικες πράξεις κατ' αυτού (κατηγορουμένου) και ότι η συμμετοχή του στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου παραβιάζει τις διατάξεις περί δίκαιης δίκης. Ότι ειδικότερα, ο εν λόγω Εισαγγελέας πριν από την άσκηση της κρινόμενης υπ' αριθ. 87/24-12-2008 εφέσεως του (κατά του απαλλακτικού μέρους της εκκαλουμένης) δεν έλαβε γνώση της δικογραφίας, ώστε να μπορέσει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένο την έφεσή του, όπως απαιτείται, καθόσον σύμφωνα με τα άνω προσκομισθέντα απ' αυτόν και αναγνωσθέντα έγγραφα, ο πολιτικώς ενάγων υπέβαλε αίτηση για άσκηση εφέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης την 23-12-2008 και ώρα 13:40, ο δε Εισαγγελέας Χαράλαμπος Παπαγεωργίου άσκησε την κρινόμενη έφεσή του την 24-12-2008 και ώρα 10:30, ενώ δεν προκύπτει από έγγραφα ή μαρτυρίες αρμοδίων υπαλλήλων ότι τέθηκε στη διάθεσή του η δικογραφία της υποθέσεως για τη μελέτη των πρόχειρων πρακτικών αυτής και για την άσκηση της ένδικης εφέσεως. Όμως, ο λόγος αυτός της εξαιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των άνω αιτιάσεων, ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται σαφή γεγονότα που να εγείρουν υπόνοιες μεροληψίας του άνω Εισαγγελέως, οι δε προαναφερθείσες αιτιάσεις του προσβάλλουν προέχοντος το παραδεκτό (ορισμένο) της εφέσεως, που θα κριθεί κατωτέρω. Εξάλλου, επί προηγηθείσας αιτήσεως αποχής του άνω Εισαγγελέα από την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως, για λόγους ευπρέπειας, το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθ. 427/2010 βούλευμα του έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος αποχής του." Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία ακυρότητα στη προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας αυτού και ο άνω σχετικός λόγος του προσθέτου δικογράφου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ως προς την επικαλούμενη αιτίαση για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ελλείψεως ακροάσεως και ειδικότερα, διότι ενώ προέβαλλε στο δικάσαν εφετείο την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας λόγω συμμετοχής του Αντεισαγγελέα, Αχ. Ζήση, στη σύνθεση αυτού το εν λόγω Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης ενστάσεως, είναι αβάσιμος (ο σχετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων) και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο απάντησε στην εν λόγω αιτίαση και απέρριψε την ένσταση αυτή, διότι ο αντεισαγγελέας αυτός είχε συμμετοχή στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που δίκασε την αίτηση εξαίρεσης του προηγούμενου αντεισαγγελέα και όχι στην κρινόμενη υπόθεση. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διατάξεως από το δικάσαν Εφετείο, ως προς τις απορρίψεις των αιτήσεων εξαίρεσης που αυτός (αναιρεσείων) υπέβαλε κατά όλων των Εισαγγελέων της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης και των Εφετών του Εφετείου Θεσ/νίκης, ως απαραδέκτων, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της ΚΠΔ 474 παρ.1 κατά την άσκησή τους. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί τέλος ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής αποφάσεως της ένστασης ακυρότητας της υπ' αριθμόν 2870/2010 προπαρασκευαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 171 παρ.1 ΚΠΔ, διότι οι επικαλούμενες ακυρότητες αφορούν την άνω προπαρασκευαστική απόφαση και όχι στην κρινόμενη υπόθεση, όπως ορθά απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι σχετικοί περί αυτών ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, τόσο της κυρίας αιτήσεως όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της καθώς και οι με ξεχωριστό δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2011 (με αριθμ.23/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσ/νίκης) αίτηση του Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., καθώς και τους, με το από 21-11-2011 με ξεχωριστό δικόγραφο, ασκηθέντες από τον ίδιο, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 1353/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πρακτικά συνεδριάσεως ποινικού δικαστηρίου. Όταν ο νόμος αναφέρεται σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, εννοεί τα καθαρογραμμένα πρακτικά που συντάσσονται από το γραμματέα της σύνθεσης του δικαστηρίου με βάση τα πρόχειρα πρακτικά που τηρεί ο ίδιος κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και τα οποία υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Σε όλες τις διατάξεις του ΚΠΔ, που γίνεται αναφορά σε πρακτικό συνεδρίασης του δικαστηρίου, γίνεται διάκριση μεταξύ των «προχείρων πρακτικών» και των «πρακτικών» και πάντοτε για την έκδοση της απόφασής του λαμβάνει υπόψη τα «πρακτικά» (τα καθαρογραμμένα) και όχι τα «πρόχειρα» πρακτικά που τηρεί ο γραμματέας, κατά τη συζήτησης της υπόθεσης. Καμία διάταξη του ΚΠΔ δεν προβλέπει τη χρήση των πρόχειρων πρακτικών από το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης του. Αβάσιμα ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας στο δικάσαν εφετείο, διότι η κλήτευσή του να παραστεί δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης που κατηγορείται, αφού στην κλήση του αρκεί να αναφέρεται ο αριθμός της εκκαλουμένης αποφάσεως. Αβάσιμη επίσης η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του Εφετείου, επειδή ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε τελευταία το λόγο στον αυτοπροσώπως παριστάμενο κατηγορούμενο να αναπτύξει την υπεράσπισή του, αφού από τα επίσημα (καθαρογραμμένα) πρακτικά προκύπτει το αντίθετο. Αβάσιμα επίσης ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, επικαλούμενος έλλειψη ακροάσεως διότι ενώ ζήτησε την επανεξέταση δύο μαρτύρων του κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο παρέλειψε να το πράξει, αφού από τα καθαρογραφημένα πρακτικά δεν προκύπτει τέτοια παράλειψη. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
null
null
1
Αριθμός 1092/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-5-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γλύκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2824/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4561/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι όροι Κανονισμού ή Οργανισμού Λειτουργίας των Υπηρεσιών του εργοδότη, με ισχύ ουσιαστικού νόμου, στον οποίο ο εργαζόμενος προσχωρεί, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενό της εργασιακής συμβάσεως (άρθρα 1 παρ. 2 ν.δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 ν. 2224/1994). Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, από την 1.1.2001, έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ, διακριτικός τίτλος Δ.Ε.Η. ΑΕ ή Δ.Ε.Η. (άρθρα πρώτο, δεύτερο π.δ. 333/2000, 1 ν. 1468/1950, 43 ν. 2773/1999, 1 κ. ν. 2190/1920). Ο Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. ΑΕ - Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 1316/5-10- 1973), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την 2842/442/24.10.1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και κυρώθηκε, αναδρομικώς, από 31.12.1973, με το άρθρο 2 ν.δ. 210/1974, έτσι, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠΟλ. 4/2007). Στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 22, 23, 25, 34, 42 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 210/1974, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με τον Κανονισμό, ρυθμίζονται, για το κάθε φύσεως προσωπικό/ μισθωτούς της εργοδότριας Δ.Ε.Η., οι όροι της συμβάσεως εργασίας, οι σχέσεις που διαμορφώνονται στην εκτέλεση της εργασίας και τα της ασκήσεως πειθαρχικής εξουσίας. Το προσωπικό συνδέεται μετά της Δ.Ε.Η., με "σχέση" εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε, σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται, αυτοδικαίως, στον Κανονισμό. Το έκτακτο προσωπικό είναι αυτό, που προσλαμβάνεται με έγγραφη σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Δ.Ε.Η. και, για όσο χρόνο παραμένει έκτακτο, δεν κατατάσσεται σε κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα ή μισθολογικό κλιμάκιο. Επί του τακτικού προσωπικού έχουν εφαρμογή μόνο οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 15, 17, 18 και 19 του Κανονισμού (Αποζημιώσεις και οδοιπορικά έξοδα, ευκολίες συσσιτίου Ι Ηθικές αμοιβές προσωπικού, έκτακτες αμοιβές και παροχές / Ώρες εργασίας / Απαγόρευση άλλων έργων και ασχολιών / Υποχρεώσεις επιμέλειας, υπακοής και εχεμύθειας / Συμπεριφορά προσωπικού εσωτερική και προς τρίτους). Κατά τα λοιπά, οι σχέσεις του έκτακτου προσωπικού μετά της Δ.Ε.Η. διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ουδείς μισθωτός της Δ.Ε.Η. προσλαμβάνεται απευθείας, ως τακτικός. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, οι κλάδοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι κατηγορίες μπορεί να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού, κατά το είδος της απασχολήσεώς του. Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων. Κάθε τακτικός μισθωτός "εντάσσεται" (κατατάσσεται) σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως. Το έκτακτο προσωπικό μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό. Η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας. Ο προηγηθείς της εντάξεως μισθωτού χρόνος υπηρεσίας του (προϋπηρεσία), ως έκτακτου, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο που, κατά τον Κανονισμό, απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή και θεωρείται πως διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως. Στο άρθρο 9 της από 5.10.1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας/Ε.Σ.Σ.Ε. μεταξύ Δ.Ε.Η. και Γενικής Ομοσπονδίας Προσωπικού Δ.Ε.Η (ΓENOΠ/Δ.Ε.H.), η οποία υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 256/15.10.1989, ΦΕΚ Β' 277, Πράξη Καταθέσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 117/7.11.1989) και άρχισε να ισχύει από 5.10.1989, ορίζεται ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας πριν από την ένταξη, που διανύθηκε στη Δ.Ε.Η. οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, συνεχή ή διακοπτόμενη, προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν προσμετράται ο πιο πάνω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, στις περιπτώσεις λύσεως της συμβάσεως εργασίας, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, επιβολής ποινής απολύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα ή τρίτης στασιμότητας. Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, ως άνω, "αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο" από τις αντίστοιχες έγγραφες συμβάσεις εργασίας μετά της Δ.Ε.Η. και, "εν ελλείψει αυτών, αθροιστικά από υπηρεσιακές βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, που θα αναφέρουν ρητά το είδος απασχολήσεως και βεβαιώσεις Ασφαλιστικού Οργανισμού ή ασφαλιστικά βιβλιάρια ή άλλο επίσημο αποδεικτικό στοιχείο δημόσιας Αρχής". Η προσμέτρηση του χρόνου αυτού υπηρεσίας, για τον τακτικό μισθωτό, κατά την 1.1.1986, "θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου, που κατείχε, κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθεμένης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία, εν τω μεταξύ, έχει προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως" και εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, οι διατάξεις των άρθρων 4 (κλάδοι, κατηγορίας Ι ειδικότητες, βαθμίδες, προσόντα, οργανικές θέσεις προσωπικού), 22 (μισθολογικές προαγωγές) και 23 (μετατάξεις) του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. Για το μισθωτό, που εντάσσεται στο τακτικό προσωπικό, μετά την 1.1.1986, η προσμέτρηση του παραπάνω χρόνου "θα γίνεται, με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης, μετά την ένταξη, προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως" και εφαρμόζονται, επίσης, οι ρυθμίσεις των πιο πάνω άρθρων 4, 22 και 23 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. Οι σχετικές υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού και οι οικονομικές συνέπειες των υπηρεσιακών αυτών μεταβολών δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να ανατρέξουν σε χρόνο πριν από την 1.1.1986. Από τα προηγούμενα, προκύπτουν τα εξής: Κατά την ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η., προσμετράται ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του, που διανύθηκε στη Δ.Ε.Η., πριν από την ένταξή του, οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, συνεχή ή διακοπτόμενη, εκτός αν ο χρόνος αυτός έχει ήδη προσμετρηθεί, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση και δεν συντρέχει λόγος, από τους αναφερόμενους, μη συνυπολογισμού. Άλλη προϋπόθεση δεν τίθεται, όπως, για την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας, να πρέπει η προϋπηρεσία να έχει διανυθεί σε καθήκοντα ομοειδή με εκείνα του κλάδου και της κατηγορίας, στην οποία γίνεται η ένταξη του μισθωτού. Για την προσμέτρηση τέτοιου χρόνου προϋπηρεσίας του μισθωτού, θεμελιώνεται ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού (άρθρο 288 ΑΚ), που πηγάζει από την πιο πάνω Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τον Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και αντίστοιχη υποχρέωση της Δ.Ε.Η., η μη εκπλήρωση της οποίας συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου γυμνασίου από το έτος 1973, απασχολείται στην ήδη αναιρεσείουσα, ως προσωπικό της, αντί μηνιαίου μισθού. Ημερομηνία προσλήψεώς του, ως έκτακτο προσωπικό, ήταν η 1.4.1978. Εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, την 1.2.1989, στον κλάδο Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών, κατηγορία/ ειδικότητα ΓΥ3/Β (Φύλακες - Θυρωροί), μισθολογικό κλιμάκιο 13, βαθμίδα γ', με ταυτόχρονη μετάταξη στην κατηγορία ΔΟ2, κλάδος Διοικητικό - οικονομικοί, ειδικότητα Α (Διοικητικό - οικονομικοί Επιμελητές), μισθολογικό κλιμάκιο 12, βαθμίδα ε' και οργανική θέση στο Κέντρο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ήδη Διεύθυνση Πληροφορικής (169/31.1.1989 απόφαση εκκαλούσης). Η εργασιακή του σύμβαση διέπεται από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της εκκαλούσης, στον οποίο έχει προσχωρήσει. Για την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, ως άνω, η εκκαλούσα προσμέτρησε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, στο έκτακτο προσωπικό της, 4 έτη, 7 μήνες και 16 ημέρες. Εν τούτοις, προσμετρούμενο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην εκκαλούσα, ως έκτακτο προσωπικό, πριν από την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, είχε 7 έτη, 9 μήνες και 4 ημέρες (2.829 ημέρες). Ο εφεσίβλητος είχε δικαίωμα, κατά τον Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και την από 5.10.1989 Ε.Σ.Σ.Κ., να προσμετρήσει χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην εκκαλούσα, ως έκτακτο προσωπικό, πριν από την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, 7 έτη, 9 μήνες και 4 ημέρες. Με την προσμέτρηση αυτή, έπρεπε να κατέχει το 12ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1981, το 11ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1984, το 10ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1987, το 9ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1990, το 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.10.1991 (ανακλιμάκωση, κατά την από 28.2.1990 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 22/22.3.1990, ΦΕΚ Β' 227, Πράξη Καταθέσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 13/28.3.1990), το 6ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1993, το 5ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1996, το 4ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1999, το 3ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.2002 και το 2ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.2005. Από την κατά τα παραπάνω, ορθή ένταξη, προκύπτουν, στο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι, 30.11.2006, μισθολογικές διαφορές, συνολικού ποσού 12.260,89 ευρώ. Τα μισθολογικά κλιμάκια, ως άνω, που έπρεπε να κατέχει ο εφεσίβλητος, με την προσμέτρηση πραγματικής υπηρεσίας του 7 ετών, 9 μηνών και 4 ημερών, ως έκτακτο προσωπικό καθώς και οι μισθολογικές διαφορές του, κατά τον υπολογισμό τους, δεν είναι εκκληθέντα κεφάλαια. Η αξίωση του εφεσιβλήτου προς ορθή ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της εκκαλούσης, με την προσμέτρηση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας του σε αυτήν, ως έκτακτο προσωπικό, στηρίζεται στις διατάξεις του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και στην από 5.10.1989 Ε.Σ.Σ.Ε. Καταλήγοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή, με τις ίδιες παραδοχές, δεν έσφαλε και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές και στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, και η παραδοχή ότι η ένταξη και η μετάταξη του αναιρεσίβλητου έγιναν συγχρόνως από την αναιρεσείουσα, δίχως, κατά τον υπολογισμό των μισθολογικών κλιμακίων, να προσμετρηθεί ολόκληρη η παραπάνω πραγματική υπηρεσία του, πριν από την ένταξη και την ταυτόχρονη μετάταξή του, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του είναι πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ίδιων διατάξεων. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός από τους αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 23-2-2010, αίτηση για την αναίρεση της 4561/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατά την ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η., προσμετράται ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του, που διανύθηκε στη Δ.Ε.Η., πριν από την ένταξή του, οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, συνεχή ή διακοπτόμενη, εκτός αν ο χρόνος αυτός έχει ήδη προσμετρηθεί, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση και δεν συντρέχει λόγος, από τους αναφερόμενους, μη συνυπολογισμού. Άλλη προϋπόθεση δεν τίθεται, όπως, για την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας, να πρέπει η προϋπηρεσία να έχει διανυθεί σε καθήκοντα ομοειδή με εκείνα του κλάδου και της κατηγορίας, στην οποία γίνεται η ένταξη του μισθωτού
null
null
0
Aριθμός 1088/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 7) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικό διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ", το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 3-12-2008 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκε η 306/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-4-2011, για την 24-1-2012 και στη συνέχεια για τη σημερινή (22-5-2012), συζητήθηκε η από 7-7-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 306/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, το δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)". Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να αποδείξουν τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, κατά την αρχική δικάσιμο, επικαλούνται και προσκομίζουν την 4863/Γ/3-9-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από την οποία, όμως προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσης για συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-4-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε διαδοχικώς και ορίστηκε τελευταία εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο και όχι στο απολιπόμενο αναιρεσίβλητο, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Επομένως, εφόσον, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτό παραστάθηκε, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ή ότι κλητεύθηκε από τους παρόντες αναιρεσείοντες, είτε από τον ομόδικό του, πρώτο αναιρεσίβλητο, κατά την δικάσιμο εκείνη ή την σημερινή, η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 7-7-2010, αίτησης των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 306/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης.
null
null
1
Aριθμός 1085/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Χ., έως και 55) Μ. Ζ. του Ι., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 1ου (Δ. Χ. Α.) και της 25ης (Κ. - Σ. Β. Β.) των αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 1ος αναιρεσείων Δ. Χ. Α. απεβίωσε στις 23-5-2009 και κληρονομήθηκε από τους Χ. Δ. Α., Ε. συζ. Χ. Α. και Π. Χ. Α., οι οποίοι δεν συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Α. του Χρήστου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσείοντες, πρώτος και 25η, δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την 144/21-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... και τις 5537γ', 5538γ, 5539γ'/21-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παραστάντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, της, από 16-3-2012, βεβαίωσης αναβολής της εκδίκασης της, για τη δικάσιμο της 22-5-2012 και της κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν (22-5-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα 1) στην 25η αναιρεσείουσα Κ. - Σ. Β. του Β. και 2) στους α) Χ. Α. του Δ., β) Ε. σύζυγο Χ. Α. και γ) Π. Α. του Χ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη, κατά την 23-5-2009, αποβιώσαντος 1ου αναιρεσείοντος Δ. Α., (βλέπε τα παρακάτω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα α) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, με αρ. 171, συνταχθείσα την 26/05/2009 ενώπιον της Ληξιάρχου lωαννίνων ..., β) τα 5954 και 5956/2012 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήµου Πωγωνίου, γ) το 15458/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) το 3139/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ε) το 1404/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου lωαννίνων, περί µη δηµοσίευσης διαθήκης του, στ) την 9415/2012 βεβαίωση πλησιεστέρων συγγενών του Δηµάρχου Πωγωνίου Ν. lωαννίνων, από την οποία προκύπτει ότι ο Δ. Α. του Χ. και Ε., που απεβίωσε στις 23/05/2009 στην Αίγινα κατέλειπε, ως πλησιέστερους συγγενείς του, τον πατέρα του Χ. Α., την µητέρα του Ε. Α. και την αδελφή του Π. Α., ζ) το 6803/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, η) το 578/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, θ) το 6802/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών περί µη αµφισβήτησης του κληρονοµικού δικαιώµατος των ανωτέρω αναφερθέντων κληρονόµων του και ι) το 3228/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη προσβολής του κληρονοµικού δικαιώµατος των ίδιων κληρονόµων του). Επομένως, η 25η αναιρεσείουσα και οι υπεισελθόντες στη θέση του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος, παραπάνω αποκλειστικοί κληρονόμοι του, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90§3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6§1α' της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ. 9/2009). Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2§3α' (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5§1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14§1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνοµοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, μέσω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από το έτος 1993 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργαζόμενοι ως συντηρητές αρχαιοτήτων, κατέχοντας προς τούτο πτυχίο συντηρητή μνημείων και παρέχοντας την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους εργαζόμενους με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το εναγόμενο από 1-7-2002 και εφεξής χορήγησε στους εργαζομένους συντηρητές αρχαιοτήτων, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το προβλεπόμενο από το άρθρο 80 παρ. 10 Ν. 3057/2002 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, αλλά αρνείται να χορηγήσει τούτο στους ενάγοντες με την αιτιολογία ότι αυτοί συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, διότι αυτοί προσφέρουν την ίδια ακριβώς εργασία με τους συναδέλφους τους, που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας άπαντες πτυχίο συντηρητή µνηµείων και κάτω από τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας, ενώ η εξαίρεσή τους από την καταβολή του επιδόματος δεν δικαιολογείται από λόγους δηµοσίου συμφέροντος. Οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το επίδοµα αυτό για το διάστηµα που εργάστηκαν και για το οποίο η αξίωσή τους, έως το χρόνο άσκησης της αγωγής τους, η οποία επιδόθηκε στις 31-1-2006, δεν έχει υποπέσει στην, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995, λαµβανόµενη υπόψη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, η οποία, εκ περισσού, προτάθηκε από το εναγόµενο πρωτοδίκως και επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου µε το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το χρόνο γέννησης της αξίωσης, σύµφωνα µε όσα εκτίθενται ανωτέρω και διακόπτεται µε την άσκηση της αγωγής και µε τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο 93 του Ν. 2362/1995, ήτοι η αξίωση καταβολής του ένδικου επιδόματος έχει υποπέσει σε παραγραφή για το προ της διετίας πριν από την άσκηση της αγωγής διάστηµα έως και τις 30-1-2004. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή, ως παραγεγραμμένη, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο παραπάνω διάστημα. Έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 26-11-2009, αίτηση αναιρέσεως της 5797/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
null
null
1
Αριθμός 1086/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Χ., έως και 49) Ά. Ζ. του Σ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 1ου (Δ. Χ. Α.) και της 22ης (Κ. - Σ. Β. Β.) των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 1ος αναιρεσίβλητος Δ. Χ. Α. απεβίωσε στις 23-5-2009 και κληρονομήθηκε από τους Χ. Δ. Α., Ε. συζ. Χ. Α. και Π. Χ. Α., οι οποίοι δεν συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και β) το όνομα πατρός της 25ης αναιρεσίβλητης Ε. Γ. γράφτηκε στο αναιρετήριο εκ παραδρομής "Α." αντί του ορθού "Α.". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Δ. Α. του Χ. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι, πρώτος και 22η, δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την 145/21-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., τις 5540γ', 5541γ' και 5542γ'/21-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παραστάντες αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της, από 18-6-2010, αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, της, από 10-2-2012, βεβαίωσης αναβολής της εκδίκασης της, για τη δικάσιμο της 22-5-2012 και της κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν (22-5-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα 1) στην 22η αναιρεσίβλητη Κ. - Σ. Β. του Β. και 2) στους α) Χ. Α. του Δ., β) Ε. σύζυγο Χ. Α. και γ) Π. Α. του Χ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη, κατά την 23-5-2009, αποβιώσαντος 1ου αναιρεσίβλητου Δ. Α., (βλέπε τα παρακάτω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα α) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, με αρ. 171, συνταχθείσα την 26/05/2009 ενώπιον της Ληξιάρχου lωαννίνων ..., β) τα 5954 και 5956/2012 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήµου Πωγωνίου, γ) το 15458/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) το 3139/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ε) το 1404/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου lωαννίνων, περί µη δηµοσίευσης διαθήκης του, στ) την 9415/2012 βεβαίωση πλησιεστέρων συγγενών του Δηµάρχου Πωγωνίου Ν. lωαννίνων, από την οποία προκύπτει ότι ο Δ. Α. του Χ. και Ε., που απεβίωσε στις 23/05/2009 στην Αίγινα κατέλειπε, ως πλησιέστερους συγγενείς του, τον πατέρα του Χ. Α., την µητέρα του Ε. Α. και την αδελφή του Π. Α., ζ) το 6803/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, η) το 578/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, θ) το 6802/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών περί µη αµφισβήτησης του κληρονοµικού δικαιώµατος των ανωτέρω αναφερθέντων κληρονόµων του και ι) το 3228/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη προσβολής του κληρονοµικού δικαιώµατος των ίδιων κληρονόµων του). Επομένως, η 22η αναιρεσίβλητη και οι υπεισελθόντες στη θέση του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου, παραπάνω αποκλειστικοί κληρονόμοι του, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Η διάταξη του αρθρ. 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσον ενώπιον του Νόμου" και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επόμ. και 87 επόμ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει την δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", γιατί νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (Ολ.ΑΠ 13/1991, ΑΠ 60/1992). Ειδικά δε όσον αφορά το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τα συναφή προς αυτό επιδόματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την παροχή της εργασίας κάθε αυτήν, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η ως άνω αρχή, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, αρκεί ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους αυτούς δυσμενείς όρους. Εξάλλου, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002 ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Στο µόνιµο και µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) των κλάδων και ειδικοτήτων Συντηρητών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόµενων από αυτό υπηρεσιών, αλλά και των Χηµικών, βοηθών Χηµικών, Μουσειακών Γλυπτών, οι οποίοι απασχολούνται στον τοµέα της Συντήρησης Αρχαιοτήτων, χορηγείται µηνιαίο επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, οριζόμενο σε 90 ευρώ από 1.7.2002 και αναπροσαρμοζόμενο µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού". Στην προκειμένη υπόθεση το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την ερευνώμενη υπόθεση, περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, μέσω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από το έτος 1993 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργαζόμενοι ως συντηρητές αρχαιοτήτων, κατέχοντας, προς τούτο, πτυχίο συντηρητή μνημείων και παρέχοντας την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους εργαζόμενους με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το εναγόμενο από 1-7-2002 και εφεξής χορήγησε στους εργαζομένους συντηρητές αρχαιοτήτων, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το προβλεπόμενο από το άρθρο 80 παρ. 10 Ν. 3057/2002 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, αλλά αρνείται να χορηγήσει τούτο στους ενάγοντες, με την αιτιολογία ότι αυτοί συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, διότι αυτοί προσφέρουν την ίδια ακριβώς εργασία με τους συναδέλφους τους, που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας άπαντες πτυχίο συντηρητή µνηµείων και κάτω από τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας, ενώ η εξαίρεσή τους από την καταβολή του επιδόματος δεν δικαιολογείται από λόγους δηµοσίου συμφέροντος. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και αφού, για άλλη πλημμέλεια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, τα ποσά που αναφέρονται στην απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων ερείδεται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία παραβίασε ο νομοθέτης, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002, κατά το μέρος του με το οποίο παρέλειψε, αδικαιολογήτως, να χορηγήσει και σ' αυτούς το άνω επίδομα, καίτοι παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή σε θέσεις εργασίας ανθυγιεινές και επικίνδυνες, όπως οι εργαζόμενοι με σχέση δημοσίου δικαίου και ειδικά, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους έχει χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα, εισάγοντας έτσι εξαίρεση και κάνοντας διάκριση σε βάρος των αναιρεσίβλητων, παρεχόντων την εργασία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δίχως τούτο να επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, οι ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων, αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 18-6-2010, αίτηση για την αναίρεση της 5797/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων ερείδεται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία παραβίασε ο νομοθέτης, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002, κατά το μέρος του με το οποίο παρέλειψε, αδικαιολογήτως, να χορηγήσει και σ' αυτούς το άνω επίδομα, καίτοι παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή σε θέσεις εργασίας ανθυγιεινές και επικίνδυνες, όπως οι εργαζόμενοι με σχέση δημοσίου δικαίου και ειδικά, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους έχει χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα, εισάγοντας έτσι εξαίρεση και κάνοντας διάκριση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, παρεχόντων την εργασία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δίχως τούτο να επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
null
null
0
Αριθμός 1064/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Αναστασόπουλο και Βασίλειο Χριστόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-3-2009 αίτησή του και με τους από 15-12-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 3-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 15-12-2011 δικογράφου πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του ν.5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ.951/1971, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους εκείνους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (Τράπεζας) αφ' ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή και οι περισσότεροι καταθέτες, τα πρόσωπα δηλαδή υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, έχουν μεταξύ τους δικαίωμα κατ' ίσα μέρη επί της καταθέσεως, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση τους. Έτσι, σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της καταθέσεως από έναν δικαιούχο, που επιφέρει απόσβεση της απαίτησης καθ' ολοκληρίαν έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλον, τον μη αναλαβόντα δηλαδή δικαιούχο, ο τελευταίος αποκτά εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το ήμισυ της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους του μη αναλαβόντος (ΑΠ 1545/2008, 1357/2002), το βάρος δε της επικλήσεως και αποδείξεως της εξαίρεσης αυτής φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω εξαιρετικό δικαίωμά του (ΑΠ 1462/2006). Παρέπεται ότι, με την επιφύλαξη της προαναφερθείσης εξαιρέσεως, σε περίπτωση που ο δικαιούχος αναλάβει το ήμισυ του ποσού της καταθέσεων δεν γεννάται εναντίον του καμιά απαίτηση του άλλου (μη αναλαβόντος) δικαιούχου, υπέρ του οποίου παραμένει το υπόλοιπο ήμισυ της καταθέσεως, το οποίο δεν ανέλαβε ο πρώτος. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης δεν δημιουργείται όταν η απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και το διατακτικό της (κατάφαση ή άρνηση της έννομης συνέπειας του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου) και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, πρώην σύζυγος του αναιρεσείοντος, αμέσως μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και δη την 5-4-2001 και την 17-4-2001 ανέλαβε από τους αναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς αμοιβαίων κεφαλαίων τα οποία ρευστοποίησε, και ταμιευτηρίου που διατηρούσαν οι διάδικοι στις επίσης αναφερόμενες Τράπεζες το ήμισυ των συνολικά κατατεθειμένων στους λογαριασμούς αυτούς ποσών, ανερχομένου (του αναληφθέντος ημίσεως) στο ποσό των 60.012.022 δραχμών ή 176.117,45 ευρώ, ενώ είχε αναλάβει ήδη, την 9-6-1999, από τον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου και το ποσό των 2.198.400 δραχμών ή 6.451,65 ευρώ, και ότι (δέχεται το Εφετείο) δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί προελεύσεως των κατατεθειμένων ως άνω ποσών από δικά του αποκλειστικά χρήματα και περί υπάρξεως ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη μόνο δικαίωμα καταθέσεων, κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος, και αναλήψεων, για τις οικογενειακές τους ανάγκες, είχε από τους λογαριασμούς των διαδίκων, χωρίς κανένα περαιτέρω δικαίωμα της ιδίας επί των χρημάτων αυτών. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως προέβη στην ανάληψη, για δικό της λογαριασμό, των ως άνω ποσών του "τεκμαιρομένου" κατά νόμον (προρρηθείσες διατάξεις) ημίσεως των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών των διαδίκων, και απέρριψε, κατά παραδοχήν της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του αποδώσει το αναληφθέν ως άνω (συνολικό) ποσό. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η κατά τον αναιρεσείοντα εσωτερική σχέση των διαδίκων (συμφωνία) βάσει της οποίας η αναιρεσίβλητη δεν είχε δικαίωμα επί των κατατεθειμένων χρημάτων, δικαίωμα δηλαδή αναλήψεως για δικό της λογαριασμό (το βάρος αποδείξεως της οποίας (συμφωνίας) είχε κατά τα προεκτεθέντα ο αναιρεσείων-επικαλούμενος την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας), και ότι επομένως η αναιρεσίβλητη είχε κατά νόμον, ως ανωτέρω, δικαίωμα επί του ημίσεως των καταθέσεων. Η παραδοχή αυτή του Εφετείου στηρίζει, σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και το διατακτικό της απόφασης του (απόρριψη αγωγής αναιρεσείοντος), με αποτέλεσμα η απόφαση να έχει νόμιμη βάση, περιέχοντας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο πέμπτος, στοιχ. α', από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι ενόψει των προεκτεθέντων και ο τέταρτος, του αναιρετηρίου, και ο συναφής πρώτος, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως αναπόδεικτο τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της ειρημένης εσωτερικής σχέσης (συμφωνίας) των διαδίκων παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης. Από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη εκτός των άλλων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθμ. 2156/2001 και 13747/2007 ένορκες βεβαιώσεις από άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ως δικαστικά τεκμήρια ο αναιρεσείων. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα έγγραφα (ένορκες βεβαιώσεις από άλλη δίκη), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι για τον σχηματισμό του τελικού ποσού των καταθέσεων των ένδικων κοινών λογαριασμών είχε συμβάλει ο ίδιος και με τα ποσά των 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών, που προήρχοντο από την εκμετάλλευση κινηματογράφου και δωρεά εκ μέρους της μητέρας του, αντίστοιχα. Παρεκτός του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς περιέχεται κρίση και για τα ποσά αυτά, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Εφετείο στήριξε την κρίση του στη παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η ρηθείσα εσωτερική σχέση (συμφωνία) μεταξύ των διαδίκων την οποία είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν είχε δικό της δικαίωμα επί των χρημάτων των κοινών λογαριασμών, όχι δε στην κατά ποσό συμμετοχή του κάθε διαδίκου στον σχηματισμό των τελικών ποσών των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, ώστε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ο ανωτέρω ισχυρισμός ("πράγμα") και να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να τον λάβει υπόψη. Για τον ίδιο αυτόν ως άνω λόγο είναι απορριπτέος επίσης προεχόντως ως αλυσιτελής και ο πέμπτος, στοιχ. β-ε', του αναιρετηρίου, και ο συναφής δεύτερος, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν ως συμβολή του κάθε διαδίκου στον σχηματισμό των τελικών ποσών των κοινών λογαριασμών, αφού η συμβολή αυτή δεν ασκεί, όπως προαναφέρθηκε, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στήριξε το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ελέγχεται για ανεπαρκείς κ.λπ αιτιολογίες, κατά τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ. ΙΙ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όπως επίσης προαναφέρθηκε, ότι και κατά τις παραδοχές του Εφετείου η αναιρεσίβλητη προ της αναλήψεως του ειρημένου στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσης ημίσεως των καταθέσεων των διαδίκων και δη την 9-6-1999 είχε αναλάβει για τον εαυτό της από τον κοινό λογαριασμό καταθέσεων και το ποσό των 2.198.400 δραχμών ή 6.451,65 ευρώ. Ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την αγωγή του, όπως από αυτήν προκύπτει, και το ποσόν αυτό, ως μέρος του ζητούμενου ποσού που συνολικά είχε αναλάβει η αναιρεσίβλητη από τους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων, ο ίδιος δε αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της εφέσεώς του, επανέφερε στο Εφετείο το αίτημα για επιδίκαση (και) του ποσού αυτού, που είχε γίνει δεκτό κατά τα 2/3 (όπως όλο το ζητούμενο με την αγωγή ποσό) με την πρωτόδικη απόφαση. Ενόψει των ανωτέρω και της ορθής, κατά τα προεκτεθέντα, παραδοχής του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο να λάβει το ήμισυ των κατατεθειμένων χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων, έπρεπε (το Εφετείο) να εκφέρει κρίση και για το ως άνω ποσό των 6.451,65 ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό του αναληφθέντος ημίσεως, απαντώντας στον προρρηθέντα έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και δικάζοντας το σχετικό αίτημά του. Επομένως, το Εφετείο, που δεν διέλαβε κρίση για το αίτημα αυτό, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή άφησε αίτηση αδίκαστη, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της κατά το οποίο άφησε αδίκαστο τον έκτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και το σχετικό αίτημά του για το ποσό των 6.451,65 ευρώ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), να συμψηφισθούν δε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, κατά τα άρθρα 178 παρ.1 και 2, 183 εδ. β' του ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση. Εικονικότητα. Πότε μία σύμβαση είναι εικονική, ιδίως επί αγοραπωλησίας ακινήτου. Προϋποθέσεις για την εγκυρότητα καλυπτόμενης άλλης σύμβασης. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει ΕφΚαλ 155/2009.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1062/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου το Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 11352/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του αρ. 394 παρ. 1ΠΚ προκύπτει, ότι στοιχείο του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, ως δυνάμενο να συντελεσθεί με ένα από τους αναφερόμενους σ' αυτήν τρόπους και προϋποθέτει προηγούμενη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάστηκε σε τρίτο, είναι εκτός άλλων, ο δόλος του αποδεχόμενου το προϊόν του εγκλήματος, δηλαδή η γνώση αυτού ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και η θέληση αποδοχής αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευση του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι για να είναι κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της αξιόποινης προέλευση του πράγματος. Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο καθ' υπέρβαση εξουσίας απέρριψε την ένσταση που υπέβαλε σε αυτό εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριό του περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης κατά το άρθρο 57 παρ.1,3 ΚΠΔ για την πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, που καταδικάστηκε, συνιστάμενης στο ότι για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, κατά την υποκειμενική και την αντικειμενική της υπόσταση, έχει ασκηθεί σε προηγούμενο χρόνο και εναντίον του, όπως και κατά του μηνυτή, ποινική δίωξη και έχει εκδοθεί το με αριθμό 1289/2010 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν για κακουργηματική πλαστογραφία, που υπερβαίνει τις 15.000 €, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και για απάτη, επίσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και ότι, με την έκδοση του παραπάνω βουλεύματος, λόγω ταυτότητας πράξεως και ταυτότητας προσώπου, έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο ως προς αυτόν για την πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος για την οποία καταδικάζεται στο άνω Δικαστήριο, άλλως, έστω και αν δοθεί στην πράξη αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός, υπάρχει εκκρεμοδικία και έτσι, θα έπρεπε και πάλι να κηρυχθεί απαράδεκτη η κινηθείσα μεταγενέστερη ποινική δίωξη, για την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 11352/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια (1) τριετία. Από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε την άνω ένστασή του, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Από το υπ' αριθμ. 1289/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που αναγνώστηκε, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Σ. Τ. του Ι. παραπέμπεται με το βούλευμα αυτό, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι ενεργώντας από κοινού με τους σ'αυτό αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, μεταξύ των οποίων και ο εδώ μηνυτής Γ. Ζ. του Β., κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκαναν χρήση των πλαστών εγγράφων. Η πράξη τους δε αυτή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ το όφελος που επεδίωξαν και η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 1150.000 ευρώ. Την πράξη τους δε αυτή διαπράττουν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτής αλλά και την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, έχουν δε αποκτήσει σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Ειδικότερα, οι ανωτέρω, στην Αθήνα από κοινού δρώντες, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 έως τα μέσα του έτους 2005, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα ταξινόμησης και εκτελωνισμού αυτοκινήτων οχημάτων τα οποία εν συνεχεία χρησιμοποίησαν ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της οικείας Διεύθυνσης Συγκοινωνιών, με σκοπό να τους παραπλανήσουν σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα ότι είχαν πληρωθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι για τα οχήματα, προκειμένου να εκδώσουν γι' αυτά άδειες και. πινακίδες κυκλοφορίας. Έτσι, με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να εκδοθούν άδειες κυκλοφορίας και πινακίδες για τα αναφερόμενα στο βούλευμα οχήματα, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES SLK 320, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Ειδικότερα, σχετικά με το αυτοκίνητο αυτό, κατηγορείται με το παραπάνω βούλευμα ότι με βάση πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης που κατάρτισε ο κατηγορούμενος από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, πέτυχαν να εκδοθεί στις 27-5-2003 από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Ανατολικής Αττικής, άδεια κυκλοφορίας στο όνομα της Χ. Μ. και ότι εξαιτίας της πράξης του αυτής προκλήθηκε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο ανερχόμενη στο ποσό των 16.034,86 ευρώ,, συνιστάμενη στους δασμούς και λοιπούς φόρους, που δεν καταβλήθηκαν στο Δημόσιο, με ισόποσο δικό τους όφελος, αφού απέφυγαν την καταβολή του ως άνω ποσού. Στην παρούσα υπόθεση ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Σ. Τ., μετά την από 12-1-2006 μηνυτήρια αναφορά του συγκατηγορουμένου του, Γ. Ζ. του Β., για τις αξιόποινες πράξεις της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, που αφορούν το ίδιο αυτοκίνητο, δηλαδή το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES SLK 320, οι οποίες (πράξεις) φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από αρχές 2003 έως και τον Ιούνιο 2003. Επομένως, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που αφορούν το ίδιο αυτοκίνητο όχημα, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης, αφού η νέα κατηγορία για την πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία άσκησε την υπό κρίση έφεση του ο εκκαλών - κατηγορούμενος, συγκροτείται εξ αντικειμένου από διαφορετικά περιστατικά, δηλαδή από διαφορετικά κατά χρόνο και τρόπο τέλεσης ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής. Συνεπώς, η υποβληθείσα από το συνήγορο του κατηγορουμένου έγγραφη ένσταση, την οποία ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ότι η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία." Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, αφού η νέα κατηγορία για την πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη η απόφαση, συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά από εκείνα από τα οποία απαρτίζονται οι αναφερόμενες στο άνω βούλευμα, πράξει και έτσι, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει η κατ' άρθρο 57 παρ.παρ.1,3 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο υποβληθείσα ένσταση εκκρεμοδικίας. Επομένως, ορθά έκρινε το δικάσαν Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου περί εκκρεμοδικίας, αφού αντικείμενο της κατηγορίας σε σχέση με το παραπάνω βούλευμα, δεν ήταν η αποδοχή του Ι.Χ. αυτοκινήτου, ως αντικειμένου της κλοπής, αλλά η νομιμοποίηση αυτού με αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα, με πλαστογραφία, απάτη, λαθρεμπορία, δηλαδή, εντελώς διαφορετικές πράξεις. Κατόπιν αυτών, με την απόρριψη της άνω ενστάσεως, δεν διαπράχθηκε από το δικάσαν Εφετείο υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ.ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και τα αντίθετα, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως του αναιρεσείοντος από αυτόν υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμα, όπως αβάσιμος είναι και ο λόγος αυτός της αιτήσεως και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1ης Μαρτίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1967/2-3-11 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 11352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ορθά το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί εκκρεμοδικίας, αφού δεν υπήρχε ταυτότητα πράξεως της κρινόμενης τότε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με εκείνες για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη προηγουμένως κατά του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αφού αντικείμενο της κατηγορίας σε σχέση με τις αναφερόμενες στο βούλευμα αξιόποινες πράξεις, δεν ήταν η αποδοχή του αυτοκινήτου ως αντικειμένου της κλοπής αλλά η νομιμοποίηση αυτού με αξιόποινες πράξεις. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1060/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της 271/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ.2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ.1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ.1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις του αρ.321 παρ.1 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, η μέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντας αυτήν αρ. του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρ.27 παρ.2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρ. 339, 340, 343 και 349 παρ./1,2 του ΚΠΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καλείται και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 271/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας με χρήση, με αντικείμενο πλέον των 73.000 ΕΥΡΩ με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.α' και ε' ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα απέρριψε την προσηκόντως προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ έπρεπε να κάνει αυτή δεκτή, δεδομένου ότι: α) δεν εμνημονεύετο σε αυτό το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, β) δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρ. 308 παρ.1 ΚΠΔ. Η απόρριψη της ενστάσεως αυτής, έγινε με την αιτιολογία ότι ίσχυε εν προκειμένω ο Ν. 3074/2002, πράγμα όμως που δεν συνέβαινε γιατί το άρθρ. 6 παρ.2γ'1 του Ν. 3074/02, που προβλέπει την παραπομπή του κατηγορουμένου με απευθείας κλήση, εφαρμόζεται στις κακουργηματικού χαρακτήρα υποθέσεις της παρ.3 του άρθρ.2 του Ν. αυτού, που είναι τα στην παράγραφο αυτή εγκλήματα, που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά υπάλληλοι των φορέων της παραγρ. 2 του Ν. αυτού, ενώ αυτός (αναιρεσείων) δεν ήταν υπάλληλος της Δημ. Επιχείρησης, ούτε αποδίδεται σ' αυτόν με το κλητήριο θέσπισμα, η ιδιότητα του υπαλλήλου. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στο δικάσαν Εφετείο προέβαλε ένσταση ακυρότητας, οποιασδήποτε, του κλητηρίου θεσπίσματος και ότι εναντιώθηκε στην πρόοδο της δίκης. Εξάλλου, κατά τα προεκτεθέντα, πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ενώ, για τις πράξεις της διαδικασίας, κύριας και προπαρασκευαστικής, αρμόδιο είναι το Δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τα ίδια όμως πρακτικά προκύπτει ότι πριν αρχίσει η εξέταση των μαρτύρων ο αυτός αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλλε γραπτά και εγχείρισε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, τη μοναδική ένσταση, το περιεχόμενο της οποίας έχει κατά λέξη ως εξής: "ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου- αυτό πάσχει ακυρότητα: 1) για μη μνημόνευση του Ν. 1608/50, 2) έλλειψη προδικασίας, επεραιώθη ανάκριση, χωρίς την έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, κατά το άρθρ. 308 παρ.1 ΚΠΔ. Το άρθρ. 6 παρ.2γ'1 του Ν. 3074/02 δεν εφαρμόζεται ...". Το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, απέρριψε την παραπάνω ένστασή του. Έτσι, και αν ακόμα υποτεθεί, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, ότι με τον άνω λόγο αναιρεσειβάλλεται η απόφαση, ως προς την απόρριψη της άνω ενστάσεως για ακυρότητα του κατηγορητηρίου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από τα ίδια επίσης πρακτικά προκύπτει ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με την εξής πλήρη και ειδικά εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που έχει κατά λέξη ως εξής: "στην προκείμενη υπόθεση ορθά εφαρμόσθηκε η προαναφερθείσα διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ. Ι, II του ν. 3074/2002, αποκλειόμενης της ενδιάμεσης διαδικασίας δια των Δικαστικών Συμβουλίων, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (βλ. ΒουλΣυμβΕφΛαρ 290/2005 σε ΤρΝομΠληρ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡ) και ως εκ τούτου, πρέπει ν απορριφθεί η προβληθείσα υπό των κατηγορουμένων ένσταση ακυρότητος του κατηγορητηρίου για έλλειψη προδικασίας και ειδικότερα ως εκ του ότι η ανάκριση περαιώθηκε χωρίς την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, και εκ του ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήταν υπάλληλοι της ως άνω Δημοτικής Επιχείρησης και ούτε φέρονται ως τέτοιοι με το κλητήριο θέσπισμα και ακόμη, εκ της μη αναφοράς στο κατηγορητήριο, του νόμου 1608/1950, δεδομένου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πληροί την ιδιότητα αυτή του Δημοτικού υπαλλήλου, καθότι με βάση αυτήν ήταν πρόεδρος της προ αναφερθείσας Δημοτικής Επιχείρησης, ο δε δεύτερος, που δεν είχε την ιδιότητα του δημοτικού υπαλλήλου, παραπέμφθηκε με την ίδια διαδικασία μαζί με τον πρώτο, αναγκαστικά λόγω συνάφειας, εφόσον κατηγορείται για άμεση συνεργεία στις πράξεις του πρώτου, όπως ρητά ορίζεται στον ίδιο το νόμο 3074/ 2002 (παρ. 6) για τους συμμέτοχους. Περαιτέρω, δεν πάσχει ακυρότητας το κατηγορητήριο εκ της μη αναφοράς του Ν. 1608/1950, προς θεμελίωση των ως άνω πράξεων, καθότι δεν απαιτείτο η αναφορά του Ν. 1608 /1950 (άρθρο 1), δεδομένου ότι η ζημία που φέρεται να προκλήθηκε στο δημόσιο, εκ των πράξεων αυτών των κατηγορουμένων, δεν υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, όπως ρητά ορίζεται στην παράγ. 1 του εν λόγω νόμου, ως βασική προϋπόθεση εφαρμογής του. Επομένως, πρέπει ν απορριφθεί η ως άνω ένσταση στο σύνολο της". Κατόπιν των παραπάνω, ορθά η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως αβάσιμη, το δε δικάσαν Εφετείο ως προς την απορριπτική αυτή κρίση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έτσι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος (πρώτος) αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "διότι όχι ορθά η αυτή απόφαση απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω ερημοδικίας, η οποία προέκυπτε από την άσκηση εναντίον του κατηγορίας για την έκδοση πλαστού τιμολογίου, ήτοι του περιλαμβανόμενου και στο προσβληθέν ως άκυρο κλητήριο θέσπισμα". Όπως όμως προκύπτει από τα παραπάνω πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως στο δικάσαν Δικαστήριο, δεν έχει προβάλει ο αναιρεσείων, αλλά ένσταση εκκρεμοδικίας προτάθηκε στο δικάσαν Εφετείο από τον αθωωθέντα, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, συγκατηγορούμενό του, Γ. Σ.. Επομένως, και ο λόγος αυτός της αιτήσεως πρέπει, ως αβάσιμος, να απορριφθεί. Τέλος, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση διότι αυτή (απόφαση) "που έκρινε τον αναιρεσείοντα ένοχο πλαστογραφίας με την επιβαρυντική περίπτωση της προκλήσεως βλάβης στο Ελληνικό Δημόσιο, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, στερείται παντάπασι αιτιολογίας και, ως προς την περί ενοχής κρίση και, ως προς το ύψος της βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου, αφού παραλείπει την αναφορά κρισίμων προσδιοριστικών αυτής στοιχείων", όπως ακριβώς στην αίτησή του αναφέρει. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "O πρώτος κατηγορούμενος Η. Τ., στις Φιλιάτες Θεσπρωτίας εντός του έτους 2004 και σε κάθε περίπτωση, μετά την 30-11-2004, νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία το χρησιμοποίησε σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ενώ η προξενηθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΑΦ (ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ), ήτοι έχοντας την ιδιότητα του δημοτικού υπαλλήλου για το χρονικό διάστημα από 27-1-2003 έως 20-2-2006, νόθευσε το υπ' αριθ. 29/30-11-2004 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που φέρεται ότι εκδόθηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο, εργολάβο τότε δημοτικών έργων στην περιοχή Φιλιατών, και με λήπτρια τη ΔΕΥ ΑΦ, αξίας 8.000 ευρώ, αλλοιώνοντας το ποσό τούτο κατά τα αριθμητικά του στοιχεία, ήτοι προσθέτοντας ένα μηδενικό ώστε από 8.000 ευρώ να γίνει 80.000 ευρώ, προκειμένου να υποβληθεί υπό της ΔΕΥΑΦ ως δικαιολογητικό είσπραξης επιδότησης για λογαριασμό της αφού αυτή είχε λάβει προέγκριση από το ΥΠΕΧΩΔΕ με βάση την υπ' αριθ. πρωτ. Οικ. 137528/570/δ/30-1-2004 απόφαση χρηματοδότησης για την εκτέλεση του έργου "Διαμορφώσεις-αναπλάσεις ελευθέρων κοινοχρήστων χώρων του Δήμου Φιλιατών Νομού Θεσπρωτίας", είχε δε εκ του ποσού των 80.000 ευρώ, εκταμιευθεί χωρίς νόμιμη αιτία, το ποσό των 40,000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου (80.000 ευρώ) αφού το ως άνω έργο δεν πραγματοποιήθηκε, ήτοι δεν αντιστοιχούσε σε πραγματική δαπάνη 80.000 ευρώ γι' αυτό το συγκεκριμένο έργο αλλά σε δαπάνη μικρότερη των 6.000 ευρώ για άλλα έργα που εκτελέστηκαν για τη ΔΕΑΦ. Το συμπέρασμα αυτό συνήχθη εκ του ότι για το ως άνω έργο που φέρεται με βάση το επίδικο τιμολόγιο ότι πραγματοποιήθηκε υπό του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Σ., δεν τηρήθηκε βιβλίο έργου αν και (τυπικά) υπερέβαινε το ποσό των 6.000 ευρώ, στο οποίο να αναγράφονται οι συγκεκριμένες εργασίες που εκτελέστηκαν από την επιχείρηση του τελευταίου, τα υλικά και οι εργάτες που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε συντάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό για το συγκεκριμένο έργο που να έχει κατατεθεί στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως απαιτείται για έργα που ξεπερνούν σε αξία το ποσό των 6.000 ευρώ, το δε το σχετικό τιμολόγιο (επίδικο), στο οποίο αναγραφόταν άλλη αξία στο στέλεχος (η μικρότερη) και άλλη στο πρωτότυπο (η μεγαλύτερη), δεν καταχωρήθηκε κατά το νόμιμο και φορολογικά ενδεδειγμένο τρόπο, στα τηρούμενα βιβλία εσόδων-εξόδων από τη ΔΕΑΦ παρά μόνο έγινε εγγραφή του με μολύβι (που σβήνεται) στη χρήση έτους 2004 στο τέλος του βιβλίου εσόδων-εξόδων με την αιτιολογία "δάνεια" ποσού 80.000 ευρώ, χωρίς άλλη διευκρίνιση. Το μπλοκ των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, το άφησε καθ ομολογία του, στα γραφεία του Δήμου Φιλιατών ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος συνεργαζόταν εκείνο το χρονικό διάστημα με το Δήμο και τη ΔΕΑΦ, επί μία εβδομάδα, προκειμένου να το προωθήσουν οι αρμόδιοι υπάλληλοι για να πληρωθεί αφού είχε συμπληρώσει επ' αυτού ως αξία παροχής υπηρεσιών, το ποσό των 8000 ευρώ, ενώ μέχρι τότε είχε κάνει άλλα έργα που κάλυπταν το ποσό των 8.000 ευρώ, αν και δεν επιτρέπεται να παραδίδεται το μπλοκ των τιμολογίων σε τρίτους και έτσι βοήθησε τον πρώτο κατηγορούμενο να έχει πρόσβαση στο ως άνω τιμολόγιο και να μπορέσει να τελέσει την πράξη αυτή της πλαστογραφίας με χρήση, η οποία ομολογήθηκε υπό αυτού (πρώτου κατηγορουμένου), κατά την απολογία του στο ακροατήριο. Ο τελευταίος βέβαια για να δικαιολογήσει αυτήν, ισχυρίστηκε ότι αλλοίωσε την αξία του τιμολογίου για να εισπραχθεί υπέρ της ΔΕΑΦ, το επί πλέον ποσό προκειμένου να καλυφθούν άλλες χρηματικές ανάγκες αυτής, όπως οφειλές προς τους εργάτες και οι εισφορές τους προς το ΙΚΑ και εξ αυτών, ποσό 40.000 ευρώ κατατέθηκε στην Αγροτική Τράπεζα, υπέρ της ΔΕΑΦ και ότι ο ίδιος δεν αποκόμισε όφελος περιουσιακό (β. ανακριτική απολογία του πρώτου κατηγορουμένου). Όμως, πέραν του ότι οι αόριστοι αυτοί ισχυρισμοί ουδόλως αποδείχθηκαν καθόσον δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις καταβολών έναντι οφειλών της ΔΕΑΦ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που να εκταμιεύτηκαν από το εισπραχθέν αρχικά ποσό των 40.000 ευρώ, ούτε ότι κατασκευάστηκε το συγκεκριμένο έργο ήτοι η ανάπλαση του ξενώνα Φιλιατών, για το οποίο εγκρίθηκε το ποσό των 80.000 ευρώ και ότι η δαπάνη γι' αυτό ήταν ανάλογης αξίας με το ποσό της επιδότησης, αποδείχθηκε ότι με την νόθευση του επιδίκου τιμολογίου είχε σκοπό να περιποιήσει περιουσιακό όφελος στη ΔΕΑΦ αξίας άνω των 73.000 ευρώ χωρίς να το δικαιούται, αφού δεν δαπανήθηκε το εκταμιευθέν ποσό για το συγκεκριμένο έργο για το οποίο είχε εγκριθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ με βάση την προμνημονευθείσα απόφαση. Περί των περιστατικών αυτών, σαφώς και εξ ιδίας αντίληψης κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες κατηγορίας υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Υποδ/νσης Ηπείρου, Σ. Π. και Η. Γ.. Ειδικότερα σχετικά με την κατασκευή του ως άνω έργου, για το οποίο εγκρίθηκε η επιδότηση, κατέθεσαν ότι παρά τον έλεγχο που διενήργησαν, δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιήσουν το έργο ήτοι αν κατασκευάστηκε έργο αντίστοιχο του ποσού του τιμολογίου. Επίσης, σαφώς κατατέθηκε υπ' αυτών ότι η επιχορήγηση ήταν για το συγκεκριμένο έργο ήτοι για την ανάπλαση του ξενώνα Φιλιατών και δεν είχε δικαίωμα ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιήσει τα χρήματα της επιχορήγησης για άλλες οικονομικές υποχρεώσεις της ΔΕΑΦ. Επομένως, συντρέχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις της πρώτης πράξης για την οποία κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής (πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας άνω των 73.000 ευρώ)." Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "στις Φιλιάτες Θεσπρωτίας εντός του έτους 2004 και σε κάθε περίπτωση μετά την 30-11-2004 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες κα. εν συνεχεία χρησιμοποίησε το εν λόγω νοθευμένο έγγραφο σκοπεύοντας να προσπόρισε, στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ενώ η προξενηθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο και υπό την ιδιότητα του ως Πρόεδρου του ΔΣ της ΔΕΑΦ, ήτοι της ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ (της οποίας Πρόεδρος διατέλεσε για το χρονικό διάστημα από 27-1-2003 έως 20-2-2006), νόθευσε το πρωτότυπο του με αρ. 29/30-11-2004 τιμολογίου (του οποίου λήπτρια ήταν η ΔΕΑΦ) που περιεχόταν στο μπλοκ τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του εργολάβου και συγκατηγορούμενού του Γ. Σ. αλλοιώνοντας τα αριθμητικά δεδομένα του εν λόγω στοιχείου με αποτέλεσμα η αξία του από 8.000 ευρώ (στο στέλεχος) να εμφανίζεται 80.000 ευρώ (στο πρωτότυπο του ως άνω φορολογικού στοιχείου) αναγράφοντας ταυτόχρονα επ' αυτού (του πρωτοτύπου) την ένδειξη "εξοφλήθη". Ο τρόπος νόθευσης του πρωτοτύπου του ως άνω φορολογικού στοιχείου είναι έντεχνος (αφού η νόθευση δε γίνεται αντιληπτή αμέσως αν δεν γίνεται πλήρης έλεγχος όλων των στοιχείων) και καταδεικνύει ιδιαίτερη σπουδή και' πρόθεση να εμφανιστεί συνολική αξία (πραγματοποιηθείσας δαπάνης) 80.000 δικαιολογητικό είσπραξης επιδότησης για λογαριασμό της ΔΕΑΦ από το ΥΠΕΧΩΔΕ συνολικού ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία η ως άνω Δημοτική Επιχείρηση είχε λάβει προέγκριση από το ΥΠΕΧΩΔΕ βάσει της με αρ. πρωτ. οικ. 137528/570/6/30-1-2004 απόφασης χρηματοδότησης για την εκτέλεση του έργου "Διαμορφώσεις-αναπλάσεις ελευθέρων κοινοχρήστων χώρων του Δήμου Φιλιατών Νομού Θεσπρωτίας" από την οποία πίστωση το μεν είχε χωρίς νόμιμη αιτία εκταμιευθεί (προκαταβληθεί) το ποσό των 40.000 ευρώ το δε επρόκειτο (μετά την υποβολή του ως άνω νοθευμένου εγγράφου) να εκταμιευθούν τα υπόλοιπα 40.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου (80.000 ευρώ), αφού το ως άνω έργο δεν πραγματοποιήθηκε εξολοκλήρου (η ως άνω πίστωση εξολοκλήρου δεν αντιστοιχούσε σε πραγματική δαπάνη, δηλαδή σε πραγματική ανάθεση έργου), δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε θεωρημένο βιβλίο έργου από την επιχείρηση του Γ.Σ. (στο οποίο να αναγράφονται οι συγκεκριμένες εργασίες, τα υλικά και οι εργάτες που χρησιμοποιήθηκαν), δεν συντάχθηκε σχετικό συμφωνητικό για το συγκεκριμένο έργο, (το οποίο να κατατεθεί στην Εφορία, όπως απαιτείται για δημόσια έργα που ξεπερνούν τα 6.000 ευρώ) ενώ το ως άνω τιμολόγιο (το πρωτότυπο του οποίου εμφάνιζε αξία μεγαλύτερη αυτής του στελέχους) δεν καταχωρήθηκε κατά τον νόμιμο και φορολογικά ενδεδειγμένο κατά τον ΚΒΣ τρόπο στα τηρούμενα βιβλία εσόδων-εξόδων της ΔΕΑΦ παρά μόνο έγινε πρόχειρη εγγραφή στο τέλος της χρήσης 2004 στη στήλη των εσόδων του ως άνω βιβλίου εσόδων-εξόδων με τη χρήση μολυβιού και με την αιτιολογία "δάνεια" ποσού 80.000 ευρώ χωρίς άλλη αναφορά σε συγκεκριμένο στοιχείο. Δέχεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Η. Τ.) έως το χρόνο που έγινε η αξιόποινη πράξη, έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή καθώς και ότι επί σχετικά μεγάλο διάστημα χρόνου μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ο' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ.2α' και Σ', 216 παρ.1 και 3 περ.α' ΠΚ σε συνδυασμό προς άρθρ. 2 παρ.2α και 6 παρ.2γ'ι'ι' του Ν. 3074/2002 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα ,κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ρητά στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος με την περιγραφόμενη πράξη του, της πλαστογραφίας με χρήση, επέφερε αντίστοιχη ζημία στο Δημόσιο 80.000 ΕΥΡΩ, που στοιχειοθετεί την κακουργηματική μορφή της άνω πράξεως (ζημία πλέον των 73.000 ΕΥΡΩ), όχι όμως με την επιβαρυντική της μορφή ως ζημίας του Ελλ. Δημοσίου, αφού η βλάβη αυτού δεν υπερβαίνει τα 150.000 ΕΥΡΩ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την κακουργηματική της μορφή της πλαστογραφίας, όσο και ως προς το ύψος της βλάβης του Ελλ. Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθμ. 1/11 ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας αίτηση του Η. Τ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 271/2011αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με αντικείμενο πλέον των 73.000 € (κακουργηματική). άρθρ. 216 παρ. 1 και 3α΄ΠΚ, σε βάρος του Ελλ. Δημοσίου, όχι όμως με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρ. 1 του Ν. 1608/50, διότι το αντικείμενό της, δεν υπερβαίνει τα 150.000 € (ζημία του Δημοσίου 80.000 €). Η κήρυξη απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας, πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας, είναι το Δικαστικό Συμβούλιο. Των πράξεων δε της διαδικασίας στο ακροατήριο, της κύριας διαδικασίας και της προπαρασκευαστικής, είναι το Δικαστήριο, που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Εάν δεν προταθεί, καλύπτεται και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε και αυτεπαγγέλτως. Ακυρότητες της προδικασίας, δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Αβάσιμη η αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, σε βάρος του Ελλ. Δημοσίου, όταν η ζημία δεν υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο ο Ν. 1608/50. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 1061/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Π. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κάσση, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 270, 271 ,272, 273/1998 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1387/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 27/2.1.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527§3 και 528§1 Κ.Π.Δ., την από 16-10-2011 αίτηση του Γ. Α. Π., κατοίκου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 270, 271, 272, 273/11-5-1998 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της παράνομης οπλοφορίας και γ) της οπλοχρησίας (άρθρα 94§1, 299§1 Π.Κ. και άρθρα 1§1α, 13α και 14 Ν. 2168/93), σε ισόβια κάθειρξη για την α', φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για την β' και φυλάκιση 2 ετών για τη γ' πράξη. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 1217/1999 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 525§1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάσθηκε για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ τούτων είναι και η περίπτωση κατά την οποία, μετά την καταδίκη, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο (και όχι απλώς πιθανό) ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα, για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που είχε διαπράξει. Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 299 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση θανατώσει άλλον, τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι δεν θεσπίζονται με αυτές και δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς με την παράγραφο 2, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της πράξεως της παραγράφου 1, γίνεται απλώς διάκριση της μορφής του δόλου. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ίδια πράξη, κατά τα πραγματικά περιστατικά που την απαρτίζουν, η οποία όμως τιμωρείται επιεικέστερα στην περίπτωση της παραγράφου "2". Έτσι εκείνος που καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δεν μπορεί να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και προσκομίζει, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η ανθρωποκτονία τελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής (Α.Π. 1471/2008 Π.Χρ. ΝΘ/537). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών επικαλείται ως νέα γεγονότα τις από 20-6-2011 ενόρκους βεβαιώσεις των α) Ι. Χ. Σ. και β) Σ. Χ. Σ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Περιστερίου Ανδρονίκης Μανιουδάκη οι οποίες έχουν ως εξής: 1. Του Ι. Σ.: Είμαι αδελφός του θύματος Γ. Σ.. Την ημέρα του φόνου ήμουν στο μαγαζί στο οποίο ήμουν κι εγώ αφανής συνέταιρος. Παίζαμε χαρτιά με τον Γ. Π., τον Δ. ή Σ. και τον συγχωρεμένο τον αδελφό μου Γ.. Ο Π. εκείνη την ημέρα είχε αρκετά χρήματα επάνω του, περί τις 700.000 δρχ. από τη δουλειά του αφού δούλευε στο Σ. με τα λυόμενα σπίτια και τότε έβγαζε αρκετά χρήματα και συμφωνήσαμε κρυφά οι τρεις (3) μας να παίζουμε συνεταιρικά μαζί του, για να του κερδίσουμε τα χρήματα και να τα μοιραστούμε. Στην περίπτωση αυτή για να έχει αποτέλεσμα αυτό που σκεφτήκαμε, συνήθως "στρώναμε", κατά την ορολογία των παιχτών, το φύλλο ο ένας στον άλλο οπότε το ανυποψίαστο "θύμα" ήταν καταδικασμένο από χέρι να χάσει τα λεφτά του. Κάποια στιγμή ο Π. κατάλαβε τι γινόταν σε βάρος του και έχασε τα λεφτά ή μπορεί να του το σφύριξε κρυφά κάποιος θαμώνας, οπότε άρχισε να φωνάζει προς τον αδελφό μου "φέρε τα λεφτά ρε πούστη, ντροπή σου, με έκλεψες" γιατί ο αδελφός μου είχε κερδίσει σχεδόν 650.000 δρχ. και τα υπόλοιπα εγώ με τον Δ.. Τότε ο αδελφός μου αρνήθηκε ότι έκλεβε και άρχισαν να βρίζονται άσχημα. Ο Π. έλεγε: "τι είναι αυτά που κάνεις ρε, έτσι με κλέβεις κάθε μέρα, μου πίνεις το αίμα, ενώ ο αδελφός μου του έλεγε: "Φύγε από δω γαμώ το μουνί της μάνας σου, λινάτσα, πατσαβούρι. Θα μου κλάσεις τα αρχίδια". Ο Π. του είπε ουρλιάζοντας "Σκάσε μαλάκα, αν το ξαναπείς θα σε χτυπήσω" και ο αδελφός μου συνέχισε να του βρίζει τη μάνα και τον ίδιο. Ο Π. συνέχισε να φωνάζει ότι κάτι γίνεται εδώ " φέρτε τα λεφτά πίσω". Ο αδελφός μου του έλεγε "Τι λες ρε, ήταν καλά όταν κέρδιζες εσύ άλλες φορές;" και τον έβριζε χυδαία, ενώ του είπε: "φύγε από δω μέσα, μου χαλάς το μαγαζί παλιοπούστη, γαμώ το μουνί της μάνας σου, γαμώ το Χριστό σου". Ο Π. πλέον, μετά από αυτά ήταν σε έξαλλη κατάσταση, και του φώναζε: "Σκάσε μαλάκα, με φέρνεις στα όρια ... αλλά ο αδελφός μου τον ειρωνεύτηκε "θα μας κάνεις ντα ρε χοντρέ". Τότε ο Π. έξαλλος και αγνώριστος πήγε προς την πόρτα να φύγει και εκείνη τη στιγμή ο αδελφός μου του είπε "φύγε ρε πούστη να μη σου γαμήσω το μουνί που σε γλίστραγε". Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο Π. έγινε έξαλλος εκτός εαυτού σαν θηρίο πληγωμένο βγήκε για λίγο έξω και μετά γύρισε και με το πιστόλι ουρλιάζοντας του είπε: "Τι είπες ρε αρχίδι δε σου είπα να μη βρίζεις τη μάνα μου παληοκαριόλη" και ο αδελφός μου τότε τον προκάλεσε λέγοντας "ναι ρε και βάλε το νεροπίστολο στον κώλο σου δε σε φοβάμαι". Τότε ο Π. σε κατάσταση αμόκ πλέον πυροβόλησε τον αδελφό μου δύο φορές, η μια σφαίρα πήγε στο πάτωμα και η άλλη στην κοιλιά του θύματος που είχε σαν συνέπεια το θάνατο του στο νοσοκομείο που τον πήγαμε. Όλα αυτά που καταθέτω τώρα δεν τα είπα στις αστυνομικές αρχές ούτε στο δικαστήριο γιατί φοβόμουν να μην μπλέξω ο ίδιος και ο Σ. για την απάτη που κάναμε σε βάρος του Π. που τον κλέψαμε στα χαρτιά όπως και άλλες φορές, αλλά και για το λόγο ότι τότε ήταν νωπά τα γεγονότα και είχα μένος εναντίον του επειδή σκότωσε τον αδελφό μου. Όμως όλα αυτά τα χρόνια το έχω βάρος στη συνείδηση μου ότι δεν είπα όλη την αλήθεια με αποτέλεσμα να καταδικαστεί ένας άνθρωπος με την ανώτερη ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ στην πραγματικότητα φταίμε και εμείς που τα πράγματα οδηγήθηκαν εκεί αφού ο Π. στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν ήταν μπράβος και ποτέ δε ζήτησε λεφτά από το μαγαζί, όπως ψευδώς αναφέρθηκε, αλλά ήταν χρόνια φίλος μας, παίζαμε χαρτιά μαζί, πολλά μεσημέρια τρώγαμε όλοι μαζί στο σπίτι του θύματος ακόμα και στο δικό του σπίτι και αρκετά βράδια βγαίναμε όλοι μαζί για νυχτερινή διασκέδαση. Αυτά τα ήξεραν όλοι οι θαμώνες αλλά δε μίλησε κανείς μας διότι η νύφη μου - γυναίκα του συγχωρεμένου του αδελφού μου, Μ. Τ., μας επέβαλε τον νόμο της σιωπής γιατί ήθελε να εκδικηθεί τον Π. που σκότωσε τον άνδρα της. Τη νύφη μου την υπολογίζαμε πολύ και την φοβόμασταν, αφού εκτός του ότι ήταν άνθρωπος που σύχναζε σε λέσχες, συμμετείχε με άντρες σε διάφορα απαγορευμένα παιχνίδια (χαρτιά, ζάρια, κ,λ.π,) τσακώνονταν με το παραμικρό μαζί τους, τους πετούσε τασάκια, ποτήρια, τους έβριζε και τους απειλούσε κάνοντας χρήση του ονόματος του αδελφού της Α. Τ., γνωστού παράνομου της νύχτας στην περιοχή μας και πρωτοπαλίκαρο του Ρ., που μπαινόβγαινε στις φυλακές και ο οποίος επιπλέον δεν συμπαθούσε τον Π.. Έτσι κανείς μας δεν μπορούσε να ανοίξει βεντέτα μαζί τους. Τώρα πια που πέθανε η νύφη μου και ο αδελφός της Α. Τ., μέσα στην φυλακή και δεν φοβάται κανείς αλλά έχει καταλαγιάσει πλέον και το μίσος μου προς τον Π. για το θάνατο του αδελφού μου, αποφάσισα να πω ολόκληρη την αλήθεια και ας τιμωρηθώ διότι θέλω να αποκατασταθεί η πραγματικότητα και το δίκαιο, διότι το φέρω βαρέως ότι σαπίζει στην φυλακή ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων και τις σημαντικές αυτές λεπτομέρειες για το θάνατο του αδελφού μου. Νομίζω ότι ο Π. θα πρέπει να ξαναδικαστεί και να τιμωρηθεί για την πράξη του με πιο έντιμη και δίκαιη δίκη και όχι με το μίσος, το πάθος και την μισή αλήθεια που ακούστηκε στα προηγούμενα δικαστήρια από όλους εμάς τους μάρτυρες αφού φοβόμασταν να πούμε αντίθετα με όσα αξίωσε η νύφη μου και ο αδελφός της. Αυτά τα γνωρίζω εξ ιδίας αντιλήψεως όπως εκτίθεται ανωτέρω και τα καταθέτω για να προσκομιστεί η κατάθεση μου στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και οποιοδήποτε αρμόδιο δικαστήριο ήθελε επιληφθεί της υποθέσεως του Γ. Π.". 2. Του Σ. Σ.: "Είμαι αδερφός του θύματος Γ. Σ.. Την ημέρα του φόνου ήμουν στο μαγαζί στο οποίο ήμουν κι εγώ αφανής συνέταιρος με τα αδέλφια μου και τη νύφη μας. Την ημέρα του φόνου έπαιζαν χαρτιά και συγκεκριμένα χαρακίρι ο αδελφός μου Γ., ο συγχωρεμένος αδελφός μου Γ. και ένας πελάτης με το όνομα Δ. ή Σ.. Ο Π. ήταν πολύ συχνός θαμώνας του μαγαζιού μας και όποτε έρχονταν είχε πάντα χρήματα πάνω του και μάλιστα θα έλεγα αρκετά. Είχε καλή δουλειά, συγκεκριμένα συνεργάζονταν σαν υπεργολάβος με τον Σ. που έφτιαχνε λυόμενα σπίτια αλλά και με τον πατέρα του που ήταν μεγαλοκατασκευαστής και ο οποίος μάλιστα δύο μήνες μετά από την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου που έγινε στο Καρπενήσι δεν άντεξε την καταδίκη του γιου του και αυτοκτόνησε. Την ημέρα του φόνου απ' ό,τι θυμάμαι ο Π. πρέπει να είχε πάνω του περίπου 700.000 έως 800.000 δραχμές. Η αλήθεια και ο πραγματικός λόγος που οδήγησε στον τσακωμό και τη φασαρία μεταξύ του Π. και του συγχωρεμένου του αδελφού μου και που οδήγησε στον τραγικό θάνατο του δυστυχώς ποτέ δεν ακούστηκε στα Δικαστήρια μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα ο Π. να μην έχει δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα την ημέρα εκείνη, όταν ο αδελφός μου ο Γ. από συζήτηση που είχε με τον Π., αντιλήφθηκε ότι είχε πάνω του πολλά λεφτά και επειδή εκείνη την ώρα δεν υπήρχαν άλλοι παίκτες να παίξουν μαζί του, κανόνισαν με το Σ. και τον άλλο τον αδελφό μου Γ. να παίξουν οι ίδιοι μαζί του και μάλιστα συμφώνησαν κρυφά οι τρεις (3) τους να παίξουν συνεταιρικά μαζί του, για να του πάρουν τα χρήματα και να τα μοιραστούν. Σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού ο Π. γκρίνιαζε γιατί έχανε και δε μπορούσε να πιάσει ένα κόλπο όπως λέμε στην ορολογία της χαρτοπαιξίας, με αποτέλεσμα να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά και στο τέλος έχασε όλα τα λεφτά του. Όταν έχασε τα λεφτά του μάλλον κάποιος θαμώνας πρέπει να του είπε ότι το παιχνίδι ήταν πράγματι στημένο και τον "έφαγαν", οπότε τότε άρχισε να βρίζει και να ζητάει πίσω τα λεφτά του από τον αδελφό μου Γ. λέγοντας "ρε πούστη, με έκλεψες θέλω τα λεφτά μου πίσω". Ο αδελφός μου αρνήθηκε ότι τον έκλεψαν και τότε άρχισε να βρίζει ο ένας τον άλλο με βαριές κουβέντες. Ο Π. έλεγε: "έτσι με κλέβετε ρε κάθε μέρα εδώ μέσα, μου πίνεις το αίμα, ενώ ο αδελφός μου του έλεγε: "Φύγε από δω ρε πούστη χοντρέ, γαμώ το μουνί της μάνας σου". Ο Π. του είπε ουρλιάζοντας "Σκάσε μαλάκα, αν ξαναβρίσεις τη μάνα μου θα σε χτυπήσω" αλλά ο αδελφός μου συνέχισε να βρίζει τον ίδιο και τη μάνα του. Ο Π. δεν σταμάτησε να φωνάζει και ζητούσε τα λεφτά του ενώ ο αδελφός μου αρνιόταν να του τα δώσει και τον έβριζε χυδαία, του ζήτησε δε να φύγει από το μαγαζί για να μην το δυσφημίζει. Ο Π. μετά από αυτά έγινε έξαλλος, και του φώναζε: "μαλάκα, μη με φέρνεις στα όρια" αλλά ο αδελφός μου τον ειρωνεύτηκε "τι θα μας κάνεις ρε χοντρέ". Τότε ο Π. έξαλλος βλέποντας ότι δε βγάζει άκρη πήγε προς την πόρτα να φύγει και εκείνη τη στιγμή ο αδελφός μου τον έβρισε "χάσου από δω ρε πούστη και μην ξαναπατήσεις εδώ μέσα, να μη σου γαμήσω το μουνί που σε γλίστραγε". Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο Π. έγινε ακόμη πιο έξαλλος και εκτός εαυτού και γύρισε πίσω ουρλιάζοντας σε αλλόφρονα κατάσταση αφού είχαν γυρίσει τα μάτια του πίσω: "ρε αρχίδι δε σου είπα να μη βρίζεις τη μάνα μου" και τράβηξε ένα πιστόλι που είχε μαζί του αλλά ο αδελφός μου δεν έδωσε τόπο στην οργή και τον ειρωνεύτηκε λέγοντας "άντε ρε βάλε το νεροπίστολο στον κώλο σου δε σε φοβάμαι". Τότε ο Π. που ήταν σε κατάσταση αλλόφρονα πυροβόλησε τον αδελφό μου δύο φορές, η μια σφαίρα χτύπησε στο πάτωμα και η άλλη τον βρήκε στην κοιλιά και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Μεταφέραμε τον αδελφό μου με ταξί στο νοσοκομείο αλλά δυστυχώς μετά από λίγο πέθανε εκεί. Εν τω μεταξύ ο Π. μετά από τους πυροβολισμούς μπήκε σε ένα κόκκινο αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε. Εγώ και τα αδέλφια μου αλλά και η νύφη μου ήμασταν φίλοι με τον Π. και ποτέ δεν ήταν μπράβος ούτε και απείλησε το μαγαζί για να παίρνει χρήματα, όπως ψευδέστατα ακούστηκε στα δικαστήρια, αφού πάντα είχε χρήματα αλλά και κυρίως ήμασταν φίλοι και πολλές φορές τρώγαμε όλοι μαζί, βγαίναμε μαζί παίζαμε χαρτιά και γενικότερα κάναμε παρέα. Αυτά τα ήξεραν όλοι οι πελάτες του μαγαζιού μας. Μάλιστα την ημέρα του φόνου είχαμε φάει στο μαγαζί φακές που είχε μαγειρέψει η νύφη μου. Μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν κατέθεσα σε οποιαδήποτε αστυνομική αρχή ούτε στο δικαστήριο γιατί η νύφη μας - γυναίκα του συγχωρεμένου του αδελφού μας, Μ. Τ., επικαλούμενη συνέχεια το συναισθηματικό μας κομμάτι, ότι δηλαδή ο Π. σκότωσε τον αδελφό μας, αξίωνε τότε να πούμε άλλα πράγματα στο Δικαστήριο και όχι την αλήθεια γιατί ήθελε να εκδικηθεί τον Π. που σκότωσε τον άντρα της. Εγώ αρνήθηκα να της κάνω το χατίρι και ήθελα να πω την αλήθεια αλλά επειδή αυτή επέμενε να μην αναφέρω αυτές τις σημαντικές λεπτομέρειες, ότι δηλαδή ο αδελφός μου τον έκλεψε στα χαρτιά και ότι τον έβριζε άσχημα ειδικά για τη μάνα του και επειδή φοβόμουν ότι μπορεί η νύφη μου να μου έκανε κακό, διαχώρισα τη θέση μου και προτίμησα να μην καταθέσω υποσχόμενος να μη μιλήσω. Η νύφη μου ήταν άνθρωπος που σύχναζε σε λέσχες, έπαιζε διάφορα απαγορευμένα παιχνίδια ακόμα και ζάρια, τσακώνονταν με το παραμικρό με όλους, έβριζε πάρα πολύ και δεν το είχε σε τίποτα να απειλεί όποιον τσακώνονταν μαζί της επικαλούμενη το όνομα του αδελφού της Α. Τ. που ήταν τότε γνωστός παράνομος της νύχτας στη Δυτική Αττική και μάλιστα ήταν πρωτοπαλίκαρο του Ρ., μπαινόβγαινε δε συχνά στις φυλακές και δεν είχε καλές σχέσεις με τον Π.. Τώρα που πέθανε η νύφη μου και ο αδελφός της Α. Τ., θέλω να πω την αλήθεια, διότι είναι κρίμα να βρίσκεται στη φυλακή ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να αποδείξει την αλήθεια που οδήγησε απρόσμενα σε αυτό το τραγικό γεγονός. Ήταν η κακιά ώρα. Αυτά τα γνωρίζω εξ ιδίας αντιλήψεως όπως εκτίθεται ανωτέρω και τα καταθέτω για να προσκομιστεί η κατάθεση μου στον κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και οποιοδήποτε αρμόδιο δικαστήριο ήθελε επιληφθεί της υποθέσεως του Γ. Π.". Με τις νεότερες αυτές καταθέσεις ισχυρίζεται ο αιτών, κατ' εκτίμηση της αιτήσεώς του, ότι έπρεπε να είχε καταδικασθεί, "κατ' ελάχιστον", για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση εν βρασμώ ψυχικής ορμής και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η αναφερόμενη καταδικαστική απόφαση, προκειμένου να του αναγνωρισθεί ότι αυτός τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν, η πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση δεν αποτελεί βαρύτερο έγκλημα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525§1 Κ.Π.Δ. από εκείνο της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εν βρασμώ ψυχικής ορμής και επομένως δεν συντρέχει εν προκειμένω καταδίκη για βαρύτερο έγκλημα, από εκείνο για το οποίο ο αιτών υποστηρίζει με την αίτησή του ότι έπρεπε να είχε καταδικασθεί. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, απορριπτομένου και του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως της εκτιομένης ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 16-10-2011 αίτηση του Γ. Α. Π., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 270, 271, 272 και 273/11-5-1998 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καθώς και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της εκτιομένης ποινής και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2-1-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525§1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάσθηκε για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ τούτων είναι και η περίπτωση κατά την οποία, μετά την καταδίκη, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο (και όχι απλώς πιθανό) ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα, για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που είχε διαπράξει. Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου, λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 299 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση θανατώσει άλλον, τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι δεν θεσπίζονται με αυτές και δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά εγκλήματα, αλλά απλώς με την παράγραφο 2, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της πράξεως της παραγράφου 1, γίνεται απλώς διάκριση της μορφής του δόλου. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ίδια πράξη, κατά τα πραγματικά περιστατικά που την απαρτίζουν, η οποία όμως τιμωρείται επιεικέστερα στην περίπτωση της παραγράφου "2". Έτσι εκείνος που καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δεν μπορεί να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και προσκομίζει, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η ανθρωποκτονία τελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ισχυρίζεται ότι με την 270, 271, 272, 273/11-5-1998 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την 1217/1999 απόφαση του ΑΠ, καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις: α)της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β)της παράνομης οπλοφορίας και γ)της οπλοχρησίας (άρθρα 94§1, 299§1 ΠΚ και άρθρα 1§1α, 13α και 14 Ν. 2168/93), σε ισόβια κάθειρξη για την α', φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για την β' και φυλάκιση 2 ετών για τη γ' πράξη. Στη συνέχεια, με την επίκληση κατά την ΚΠΔ 527§3 ως νέων στοιχείων την από 20-6-2011 ένορκων, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Περιστερίου, βεβαιώσεων των: α) Ι. Χ. Σ. και β) Σ. Χ. Σ., αδελφών του θύματος, Γ. Σ. και με τον ισχυρισμό ότι η ανθρωποκτονία τελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η αναφερόμενη καταδικαστική απόφαση, προκειμένου να του αναγνωρισθεί ότι αυτός τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν, η πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση δεν αποτελεί βαρύτερο έγκλημα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525§1 ΚΠΔ από εκείνο της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως εν βρασμό ψυχικής ορμής και επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω καταδίκη για βαρύτερο έγκλημα, από εκείνο για το οποίο ο αιτών υποστηρίζει με την αίτησή του ότι έπρεπε να είχε καταδικασθεί. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει επίσης, να απορριφθεί και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της εκτιόμενης ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. (583§1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Οκτωβρίου 2011 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Γ. Π. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθμ. 270, 271, 272, 273/11-5-1998 αμετάκλητης αποφάσεως του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καθώς και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της εκτιόμενης με αυτή ποινής. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα, ανερχόμενα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας πότε υπάρχει «βαρύτερο έγκλημα», κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠΔ περί επαναλήψεως της διαδικασίας. Η ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και εκείνη που τελέστηκε με βρασμό ψυχικής ορμής, δεν αποτελούν δύο διαφορετικά εγκλήματα, αλλά με την παράγραφο 2 του άρθρου 299 ΠΚ, γίνεται απλώς διάκριση της μορφής του δόλου. Εκείνος που καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, δεν μπορεί να ζητήσει επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με νέα στοιχεία έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η ανθρωποκτονία τελέστηκε «σε βρασμό ψυχικής ορμής».
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1058/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:1) Α. Χ. του Α. και 2) Ε. σύζ. Κ. Σ., θυγ. Β. Χ., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλυψώ Γούλα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2834/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1325/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες, με το από 11-10-2011, κοινό δικόγραφο ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Α. Χ. και β) Ε. συζ. Κ. Σ., κατά της υπ' αριθμ. 2.834/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε τα αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείτο, η διαπίστωση αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την λογική και αφετέρου ότι είχε την δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για την θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ. Κατά την διάταξη αυτή, "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση δηλαδή ειδική και όχι γενική (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος) μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγουμένη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση. με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ,), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2.834/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και επιβλήθηκε κατά πλειοψηφία σε καθέναν τους ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο Δ. Φ. του Ν., κάτοικος εν ζωή ..., έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση και νοσηλευόταν από 6-11-2003 μέχρι του θανάτου του, που επήλθε στις 28-4-2004, στην ψυχιατρική Κλινική "Άγιος Γεώργιος", η οποία βρίσκεται στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Την εν λόγω κλινική εκμεταλλεύεται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " Κ.Γ. Στασινόπουλος Α.Ε.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος (πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος) είναι η πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Σ. και επιστημονικός διευθυντής, καθώς και θεράπων ιατρός του άνω ασθενούς ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Χ., νευρολόγος- ψυχίατρος. Τις απογευματινές ώρες της 27-4-2004, η κατάσταση του άνω ασθενούς επιδεινώθηκε, εμφάνιζε δε αυτός συμπτώματα επικινδυνότητας για τον εαυτό του και για τους άλλους (έντονη ψυχοκινητική διέγερση) και κρίθηκε αναγκαία η "καθήλωσή" του, ήτοι δέθηκε με ιμάντες στο κρεβάτι του. Κατά το διάστημα εκείνο ο Φ. νοσηλευόταν, μαζί με άλλους δύο ασθενείς, σε θάλαμο της παλαιάς πτέρυγας της άνω Κλινικής, όπου ήταν δυνατή η πρόσβαση, πέραν του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και οποιουδήποτε τρίτου προσώπου επιθυμούσε να τον επισκεφθεί, μπορούσε δε τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί ασθενείς της Κλινικής, οι οποίοι τον επισκέπτονταν, να καπνίζουν ελεύθερα εντός του θαλάμου του, έχοντας στην κατοχή τους τσιγάρα και αναπτήρες. Τις βραδινές ώρες της 27-4-2004, ο ασθενής ήταν ιδιαίτερα διεγερτικός και μάλιστα κατόρθωσε, αν και δεμένος, να σπάσει το τζάμι του παραθύρου του. Η κατάστασή του αυτή συνεχίσθηκε και το επόμενο πρωί της 28-4-2004, οπότε ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε εντολή, να συνεχισθεί η "καθήλωση" του ασθενούς, με το δέσιμό του και από τα τέσσερα άκρα του. Όμως, παρά τη συνέχιση της καθήλωσης του ασθενούς, δεν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα προστασίας του, ούτε βρισκόταν αυτός υπό συνεχή επιτήρηση, όπως απαιτούσε η άνω κατάστασή του . Έτσι, λίγο μετά την 10.00'πρωινή, εισήλθαν και παρέμειναν στο δωμάτιό του 5-6 άτομα, επίσης ασθενείς, οι οποίοι, χωρίς κανέναν έλεγχο, τον προμήθευσαν με τσιγάρα και όλοι μαζί κάπνιζαν, ενώ επικρατούσε στο δωμάτιο έντονη κινητικότητα, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, Μ. Π., που εργαζόταν τότε στο κυλικείο της κλινικής. Ακολούθως, περί ώρα 12:45'ενώ ο ασθενής ήταν μόνος στο θάλαμο, με κλειστή την πόρτα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία έγινε αντιληπτή από υπάλληλο συντήρησης της Κλινικής, που διεπίστωσε να εξέρχεται καπνός από την κλειστή πόρτα του άνω θαλάμου. Έσπευσε τότε ο ίδιος και ο βοηθός του, να ανοίξουν κατ' αρχάς την κλειστή πόρτα του θαλάμου, που είχε σφηνώσει, από άγνωστο λόγο και αναγκάσθηκαν να την παραβιάσουν, ενώ κατόπιν- προσπάθησαν με πυροσβεστήρες να σβήσουν τη φωτιά, όταν δε ο καπνός περιορίσθηκε, αντίκρυσαν το απανθρακωμένο σώμα του Δ. Φ., που εξακολουθούσε να είναι δεμένος επάνω στο κρεβάτι του (βλ. και σχετικές φωτογραφίες). Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Πυροσβεστικής, διαπιστώθηκαν δύο εστίες στα άκρα του στρώματος και των κλινοσκεπασμάτων (μία εμπρός και μία πίσω) που ήταν αδύνατον να προκλήθηκαν από τσιγάρο, αλλά έγιναν μάλλον από χρήση αναπτήρα. Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα με συνέπεια ο παθών να αποβιώσει λόγω των εγκαυμάτων και όχι λόγω ασφυξίας, συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από την ιατροδικαστική έκθεση, καθώς στο αίμα του θανόντος δεν βρέθηκαν ίχνη μονοξειδίου του άνθρακα. Τη φωτιά φέρεται να προκάλεσε ο ασθενής της ίδιας Κλινικής Σ. Μ., ο οποίος λόγω της ελλείψεως μέτρων είχε ελεύθερη πρόσβαση στο δωμάτιο του Δ. Φ. και ο οποίος δεν παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, διότι κρίθηκε ακαταλόγιστος. Υπαίτιοι για το ως άνω περιστατικό είναι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους είχαν υποχρέωση να εξασφαλίσουν συνθήκες ασφαλούς καθήλωσης του παθόντος, λαμβανομένου υπόψη ότι η καθήλωση γίνεται κατ' αρχήν για την προστασία του ίδιου του ασθενούς και δευτερευόντως για τους υπόλοιπους. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι έπρεπε να μεριμνήσουν ώστε η καθήλωση να γίνεται σε συνθήκες απομόνωσης, όπου η πρόσβαση στο χώρο από τρίτα πρόσωπα και μάλιστα από άλλους ασθενείς, εφόσον κριθεί χρήσιμη για τη δημιουργία ενός οικείου περιβάλλοντος του καθηλωμένου ασθενούς (βλ. και κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας Ε. Γ., ψυχιάτρου), να είναι απολύτως ακίνδυνη, που εν προκειμένω δεν ήταν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού οι επισκέπτες- ασθενείς έφεραν μαζί τους αναπτήρες. Επίσης, οι κατηγορούμενοι, όφειλαν να μεριμνήσουν για τη συνεχή και αδιάλειπτη παρακολούθηση του καθηλωμένου ασθενούς αφενός για κατάλληλη σίτιση και ενυδάτωσή του και αφετέρου για την πρόληψη ενεργειών, είτε του ίδιου είτε και τρίτου προσώπου κατ' αυτού. Ενόψει δε του ότι δεν υπήρχε ειδικό σύστημα παρακολούθησης ( με "μόνιτορ"), όπως ομολογείται, έπρεπε να υπάρχει διαρκής παρουσία νοσηλευτή στον ίδιο ή σε εγγύτατο χώρο. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ο παθών ακουγόταν από το προσωπικό να κραυγάζει, εξαιτίας του τρόμου και του αφόρητου πόνου που αισθανόταν, όσο καιγόταν ζωντανός, αλλά οι φωνές του αποδόθηκαν στη διέγερσή του και ουδείς ενδιαφέρθηκε να ελέγξει την αιτία τους. Επίσης, αν και υπήρχε εντολή να παραμένει η πόρτα του θαλάμου ανοικτή, ώστε να υπάρχει ένας στοιχειώδης έλεγχος από τους διερχόμενους νοσηλευτές, αυτή βρέθηκε κλειστή και μάλιστα χρειάσθηκε προσπάθεια και χρόνος για να ανοίξει. Όσο γρήγορη δε και αν ήταν η εξάπλωση της φωτιάς, οπωσδήποτε χρειάσθηκε ένας ορισμένος χρόνος για να επιφέρει το αποτέλεσμα της, στη διάρκεια του οποίου η πόρτα παρέμενε κλειστή, χωρίς κανείς να φροντίσει να την ανοίξει. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ως προς την παράλειψη τους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, επειδή αυτή ήταν η τακτική που ακολουθείτο για πολλά χρόνια στην Κλινική, χωρίς να παρουσιασθεί παρόμοιο περιστατικό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, οι συμπτώσεις μη επελεύσεως δυσάρεστων αποτελεσμάτων από την άνω τακτική, που ακολουθούσαν επί σειρά ετών, δεν αναιρούν την υποχρέωσή τους για τη λήψη των κατάλληλων και αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, ούτε βεβαίως επιτρέπουν τον εφησυχασμό, αφού οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τους κινδύνους και μπορούσαν και τους προβλέψουν στην επίδικη περίπτωση. Η άνω κρίση ενισχύεται και από αυτή την απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος ανέφερε ότι την επόμενη του συμβάντος, έλαβαν στην άνω Κλινική όλα τα ανωτέρω αναγκαία μέτρα, που όφειλαν, αλλά δεν τα είχαν λάβει στην περίπτωση του ως άνω παθόντος. Κατ' ακολουθία τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι η μεν πρώτη κατηγορουμένη, που ανέλαβε να εξασφαλίσει στον άνω ασθενή ασφαλή για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα διαμονή στην εν λόγω Κλινική, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως επιστημονικός διευθυντής και θεράπων ιατρός του, τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, να τους αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), ως και πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κάθε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στο Πανόραμα-Θεσσαλονίκης στις 28.4.2004 από αμέλεια, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και προκάλεσαν το θάνατο σε άλλο άτομο. Συγκεκριμένα, α) η κατηγορούμενη Ε. Σ. του Β., με την ιδιότητα της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Γ. Σ. -Νευροψυχιατρικές Κλινικές Α. Ε.", που διατηρεί και εκμεταλλεύεται την κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" στο ... και είχε αναλάβει την υποχρέωση να εξασφαλίσει στον ασθενή, Δ. Φ. του Ν., ασφαλή για την σωματική ακεραιότητα και ζωή του διαμονή και νοσηλεία εντός της κλινικής, παρέχοντας σ' αυτόν άρτια εκπαιδευμένο, εξειδικευμένο και επαρκές σε αριθμό, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, β) ο κατηγορούμενος Α. Χ. του Α., με την ιδιότητα του ιατρού, νευρολόγου - ψυχίατρου, Επιστημονικού διευθυντή και θεράποντα ιατρού του ανωτέρω ασθενή, ενώ η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται την κλινική, νόμιμα εκπροσωπούμενη, κατάρτισε σύμβαση με τους γονείς του ασθενή Δ. Φ. του Ν., ο οποίος έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, με βάση την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να αποδεχτεί τη διαμονή και νοσηλεία του άνω ασθενή στη κλινική και ειδικότερα στη νέα πτέρυγα αυτής, έναντι ανταλλάγματος που κατέβαλλαν οι γονείς του ασθενή και ενώ ο Δ. Φ. του Ν., με εντολή του θεράποντα ιατρού Α. Χ., είχε μεταφερθεί στο δωμάτιο 319 της παλαιότερης πτέρυγας της κλινικής και είχε τεθεί σε κατάσταση καθηλώσεως, ήτοι ήταν δεμένος σε κρεβάτι με ιμάντες ατά χέρια και στα πόδια, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η οποιαδήποτε κίνηση του, καθώς και η απομάκρυνση του από το κρεβάτι, κατάσταση η οποία ενείχε κίνδυνο για τη ζωή του, καθόσον αυτός ήταν εντελώς ανίκανος να αντιδράσει με τις δικές του δυνάμεις σε οποιαδήποτε κακόβουλη ενέργεια άλλου κατά της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής του, οι μεν κατηγορούμενοι Ε. Σ. του Βασιλείου και Α. Χ. του Α., με τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν παρείχαν, προς αποτροπή του ως άνω κινδύνου, σ' αυτόν, συγκεκριμένο άτομο του νοσηλευτικού προσωπικού, το οποίο αποκλειστικά, χωρίς να είναι επιφορτισμένο με άλλα καθήκοντα, που να εμποδίζουν την συνεχή παρακολούθηση του προαναφερθέντος ασθενούς, να παρευρίσκεται συνεχώς πλησίον του και να τον φροντίζει, ούτε μερίμνησαν για την απομόνωση του ανωτέρω ασθενή σε ειδικό θάλαμο της κλινικής, για την συνεχή εποπτεία και επιτήρηση του από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής, για την απαγόρευση της επίσκεψης και παραμονής στο δωμάτιο του παθόντος άλλων νοσηλευόμενων ψυχικά ασθενών, οι οποίοι έφεραν μαζί τους τσιγάρα και αναπτήρες, παρόλο που οι ως άνω ψυχικά ασθενείς ήταν επικίνδυνοι για την σωματική ακεραιότητα και ζωή του καθηλωμένου ασθενούς, με αποτέλεσμα, άγνωστος ψυχικά ασθενής, " νοσηλευόμενος στην ίδια κλινική, στις 28.4.2004 και περί ώρα 12:45 εισήλθε στο δωμάτιο 319 που νοσηλευόταν καθηλωμένος ο Δ. Φ., χωρίς κανένα προηγούμενο έλεγχο, σχετικά με το αν φέρει μαζί του τσιγάρα και αναπτήρα, τα οποία απαγορεύονται και χωρίς να παρευρίσκεται η νοσηλεύτρια Ε. Σ. του Χ. ή άλλο άτομο του νοσηλευτικού προσωπικού, στη συνέχεια έθεσε με αναπτήρα φωτιά ταυτόχρονα στα δύο άκρα (εμπρός και πίσω) του στρώματος και των κλινοσκεπασμάτων της κλίνης, όπου ήταν καθηλωμένος ο Δ. Φ. και ακολούθως, εγκατέλειψε ανενόχλητος ο δράστης το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά και να απανθρακωθεί ο παθών, χωρίς να είναι σε θέση ο ίδιος να σώσει τον εαυτό του, απομακρυνόμενος με τις δικές του δυνάμεις από το φλεγόμενο κρεβάτι του, ούτε να ζητήσει βοήθεια τρίτου προσώπου, νοσηλευτή ή άλλου ασθενούς, ούτε τέλος να εισακουστούν από το νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής, που εκτελούσε υπηρεσία στον ίδιο όροφο, οι δυνατές κραυγές του για βοήθεια, όταν αντιλήφθηκε ότι προκλήθηκε πυρκαγιά και ο ίδιος καίγεται και έτσι, δεν προσέτρεξε κανείς προς βοήθεια του, από την αμελή δε συμπεριφορά των κατηγορουμένων, επήλθε ο θάνατος του Δ. Φ., από τα θανατηφόρα εγκαύματα που υπέστη από την ανώτερο πυρκαγιά". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο αναγνώρισε σε κάθε αναιρεσείοντα το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 18 β', 26 παρ. 1β', 28, 83,84 παρ. 2α'και 302 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία β' κατηγορουμένου ο α' κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε ), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά καινά εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, η μεν δεύτερη ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ψυχιατρικής Κλινικής "Άγιος Γεώργιος" του Πανοράματος Θεσ/νίκης, ο δε πρώτος με την ιδιότητα του επιστημονικού διευθυντή και θεράποντος ιατρού, εργαζομένου στην άνω Κλινική και ως εκ τούτου υπευθύνου για την ασφαλή παραμονή και θεραπεία των νοσηλευομένων ασθενών, δεν είχαν φροντίσει ώστε όταν ακινητοποιείτο κάποιος ασθενής στην κλίνη του λόγω υπερδιεγέρσεως, συνεπεία εξάρσεως της νόσου, να μην είναι δυνατή η πρόσβαση στο δωμάτιο ακινητοποιημένου και ασθενή, άλλων ψυχωσικών ασθενών στους οποίους επιτρεπόταν η χρήση αναπτήρων για άναμμα τσιγάρων, προς αποφυγή ατυχήματος από εμπρησμό ή και σκόπιμης ακόμη εγκληματικής ενέργειας από ακαταλόγιστα, λόγω ψυχικών παθήσεων, άτομα, τα οποία ήταν και ανεπιτήρητα, με αποτέλεσμα, από τις παραπάνω παραλήψεις, ένας από τους ψυχικά πάσχοντες ασθενείς να εισέλθει στο δωμάτιο, που είχε ακινητοποιηθεί επί της κλίνης του, ο ψυχικά επίσης πάσχων ασθενής, Δ. Φ. (που νοσηλευόταν στην κλινική αυτή και, λόγω εξάρσεως της νόσου του, είχε ακινητοποιηθεί επί της κλίνης του) και, εξαιτίας του ότι ο θάλαμος αυτός, ήταν ανεπιτήρητος, να θέσει φωτιά στα κλινοσκεπάσματα και στο στρώμα με τον αναπτήρα με τον οποίο ήταν εφοδιασμένος, ασφαλίζοντας επίσης την θύρα εισόδου και εξόδου στον και από τον άνω θάλαμο κατά την έξοδό του από αυτόν, ώστε η πρόσβαση κάθε άλλου σε αυτόν να είναι εξαιρετικά δυσχερής, κατόπιν δε αυτών να προκληθεί ο θάνατος του παραπάνω ασθενούς, Δ. Φ., λόγω εγκαυμάτων. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται διαχωρισμός και η εξειδίκευση της νομικής υποχρεώσεως του καθενός από αυτούς για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων και η παράλειψη της λήψης των οποίων, οδήγησε στο επελθόν πιο πάνω αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις της πρώτης, ως νόμιμης εκπροσώπου της κατά τα άνω ανώνυμης εταιρίας που εκμεταλλεύεται την κλινική, στην οποία νοσηλευόταν ο παθών, δεν ταυτίζονται με αυτές του δεύτερου κατηγορουμένου, επιστημονικού διευθυντή και θεράποντος ιατρού του θανόντος και έτσι, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα προσδιορίζονται στην απόφαση τα κατά νόμο στοιχεία για τον καθένα του άνω εγκλήματος, που καταδικάστηκε, με σαφήνεια και πληρότητα. Κατά συνέπεια, αφού αποδείχθηκε κατά τα άνω ότι η μεν κατηγορουμένη που ανέλαβε να εξασφαλίσει στον άνω ασθενή ασφαλή για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα διαμονή στην άνω Κλινική ο δε πρώτος ως επιστημονικός διευθυντής και θεράπων ιατρός του ασθενούς, τέλεσαν την αξιόποινη πράξη, που καταδικάστηκαν. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς τους προβάλλουν την αιτίαση ότι το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό τους, που προέβαλαν στο ακροατήριό του περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ως ουσιαστικά αβάσιμο, χωρίς την απαιτούμενη κατά νόμο αιτιολογία. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δια της συνηγόρου τους, προέβαλλαν γραπτά, με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε η συνήγορός τους, προφορικά, τον παρακάτω ισχυρισμό, όπως κατά λέξη αναφέρουν: "Οι κατηγορούμενοι, εμφορούμενοι από την απόλυτη πεποίθηση τους ότι δεν χρειάζεται η λήψη περισσότερων μέτρων ασφαλείας, συνεπεία της ακολουθούμενης επί σειρά ετών πρακτικής ,κατά τη διαδικασία της προσωρινής καθήλωσης των ασθενών της κλινικής, πίστευαν πεπλανημένα ότι δεν είχαν υποχρέωση να απομονώσουν τον ασθενή από άλλους ασθενείς της κλινικής και να απαγορεύσουν την επικοινωνία του με αυτούς καθώς και ότι δεν ήταν απαραίτητη η συνεχής επιτήρηση και εποπτεία του χώρου όπου εβρίσκετο προσωρινά καθηλωμένος, δια της τοποθετήσεως ατόμου του νοσηλευτικού προσωπικού ως υπεύθυνου για τον συγκεκριμένο ασθενή, δεδομένου ότι δεν είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε και επί σειρά πολλών ετών από την έναρξη λειτουργίας της κλινικής συγκεκριμένο πρόβλημα ή δυσάρεστο περιστατικό εκ της τηρούμενης πρακτικής. Η δε πεπλανημένη πεποίθηση τους, που οδήγησε στη μη λήψη των αναφερόμενων μέτρων, αξιολογούμενη μέσα στα παραπάνω πλαίσια και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν συγγνωστή Συντρέχει δηλαδή στο πρόσωπο τους περίπτωση νομικής πλάνης (31 ΠΚ) που αίρει τον καταλογισμό, και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της αποδιδόμενης κατηγορίας". Στο αρ. 31 παρ. 2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη του κανόνα δικαίου, συντρέχει δε υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο. Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση ο άνω ισχυρισμός τους περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που είναι αυτοτελής, αφού με την παραδοχή του αίρεται ο καταλογισμός και ο δράστης κηρύσσεται αθώος, για να είναι βάσιμος πρέπει ο δράστης όχι μόνο να αγνοούσε αλλά και να μην μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε με τις συνθήκες στη συγκεκριμένη περίπτωση και περιστάσεις, ενόψει και της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων. Το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό απέρριψε το αίτημά τους αυτό, για παραδοχή συγγνωστής τους νομικής πλάνης, με την πιο κάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ως προς την παράλειψη τους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας, επειδή αυτή ήταν η τακτική που ακολουθείτο για πολλά χρόνια στην Κλινική, χωρίς να παρουσιασθεί παρόμοιο περιστατικό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, οι συμπτώσεις μη επελεύσεως δυσάρεστων αποτελεσμάτων από την άνω τακτική, που ακολουθούσαν επί σειράν ετών, δεν αναιρούν την υποχρέωσή τους για τη λήψη των κατάλληλων και αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, ούτε βεβαίως επιτρέπουν τον εφησυχασμό, αφού οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τους κινδύνους και μπορούσαν να τους προβλέψουν στην επίδικη περίπτωση. Η άνω κρίση ενισχύεται και από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος ανέφερε ότι την επόμενη του συμβάντος, έλαβαν στην άνω Κλινική όλα τα ανωτέρω αναγκαία μέτρα, που όφειλαν, αλλά δεν τα είχαν λάβει στην περίπτωση του ως άνω παθόντος". Κατόπιν δε των άνω εκτεθέντων, ορθά ο εν λόγω ισχυρισμός τους απορρίφθηκε ως αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη τακτική της Κλινικής, ως προς τις επισκέψεις των ασθενών τους, εγκυμονεί κινδύνους οι οποίοι μπορούν οποτεδήποτε να εκδηλωθούν και κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, πρέπει να τους λαμβάνει οπωσδήποτε υπόψη. Έτσι, το δικάσαν Εφετείο, με τα παραπάνω ως προς την απορριπτική αυτή κρίση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής των κατηγορουμένων, όσο και ως προς την απόρριψη με το δεύτερο λόγο, του αυτοτελούς ισχυρισμού τους, περί συγγνωστής νόμιμης πλάνης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο κάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται, απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ίων πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7.879/18-10-11 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) κοινή αίτηση των: 1) Α. Χ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ε. συζ. Κ. Σ., θυγ. Β. Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 2.834/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (ΠΚ 302) Στοιχεία. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση για έγκλημα από αμέλεια. όταν η αμέλεια αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 ΠΚ, αλλά και εκείνων του άρθρ. 15 ΠΚ. Ποία είναι η αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρ. 15 ΠΚ. Πηγές ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης. Πότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της δεύτερης των κατηγορουμένων ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσας συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας που εκμεταλλευόταν την ψυχιατρική κλινική, που νοσηλευόταν ο παθών ασθενής και ο πρώτος, ως επιστημονικός διευθυντής και θεράπων ιατρός, ο οποίος εργαζόταν στην κλινική και ως εκ τούτου υπεύθυνος για την ασφαλή παραμονή και θεραπεία των νοσηλευομένων ασθενών, δεν είχαν φροντίσει ώστε, όταν ακινητοποιείτο κάποιος ασθενής επί της κλίνης του λόγω υπερδιεγέρσεως, να μην είναι δυνατή στο δωμάτιο αυτό η είσοδος άλλων ψυχωσικών ασθενών στους οποίους επιτρεπόταν η χρήση αναπτήρων για άναμμα τσιγάρων προς αποφυγή ατυχήματος από εμπρησμό, με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις τους αυτές, ένας από τους ψυχικά πάσχοντες και μη ικανό προς καταλογισμό άτομο να εισέλθει στο δωμάτιο αυτό, που βρισκόταν το ακινητοποιημένο άτομο, εξαιτίας του ότι ο θάλαμος αυτός ήταν ανεπιτήρητος, να θέσει φωτιά στα κλινοσκεπάσματα και στο στρώμα με τον αναπτήρα του, ασφαλίζοντας επίσης την πόρτα εξόδου και κατόπιν αυτών, από τη φωτιά που άναψε, να καεί ζωντανός και τα εκ τούτου να αποβιώσει ο άνω ακινητοποιημένος επί της κλίνη του ασθενής. Ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που είναι αυτοτελής (ισχυρισμός) και απαιτείται για την παραδοχή ή απόρριψή του από το Δικαστήριο της ουσίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απόρριψη με πλήρη αιτιολογία του ισχυρισμού αυτού των κατηγορουμένων από το δικάσαν δικαστήριο. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς το κεφάλαιο της αποφάσεως περί ενοχής των κατηγορουμένων, όσο και ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού τους. Απορρίπτει την αίτηση στο σύνολό της.-
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1056/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου E. T. του E., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνου Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 370/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενους τους 1.V. S. του T., 2. S. N. του K. και 3.V. R. του G.. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1247/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων και προβλέπονται από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία δ' και ε' ήτοι: ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (στοιχ.δ') και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ.ε'). Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 370/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του και μη διαδίκους στην παρούσα δίκη: 1) V. S., 2) S. N. και 3) V. R., κατείχε ναρκωτικά, ήτοι 51,440 χιλιόγραμμα κάνναβης αποξηραμένης σε φούντα και του ότι από κοινού με τον πρώτο από τους παραπάνω με απλή δε συνέργεια των λοιπών, μετέφεραν με δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα την άνω ποσότητα ναρκωτικών από τα Τρίκαλα σε άγνωστο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, αφού του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' και ε' του ΠΚ και, σχετικά με το προαναφερόμενο ελαφρυντικό ζήτησε κατά λέξη τα παρακάτω: "Α) Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ' ΠΚ. Από την πρώτη στιγμή τόσο ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων όσο και ενώπιον του κ. Ανακριτή Τρικάλων ανέφερα τα γεγονότα όπως ακριβώς έλαβαν χώρα, αναγνωρίζοντας το σφάλμα μου. Πράγματι μετάνιωσα ειλικρινά για το κακό που πήγα να κάνω τόσο στον εαυτό μου και στην οικογένειά μου όσο και στην κοινωνία. Ζητώ ειλικρινά συγνώμη και θέλω να διαβεβαιώσω ότι ήταν ένα λάθος της στιγμής που δεν με χαρακτηρίζει βεβαίως ως άνθρωπο. Αγαπώ την οικογένεια, τους ανθρώπους και πάνω απ' όλα τα παιδιά. Πραγματικά δεν είχα συνειδητοποιήσει το λάθος μου και τις συνέπειες. Είμαι συντετριμμένος και ζητώ συγνώμη από τα βάθη της καρδιάς μου. Β) Ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2ε' ΠΚ. Η συμπεριφορά μου (κατηγορουμένου) μετά την τέλεση της πράξης δεν ήταν μόνο "τυπικά" καλή (όπως προκύπτει και από το σχετικό Πιστοποιητικό Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου), αλλά κατέβαλλα προσωπική προσπάθεια να συμμετάσχω σε δραστηριότητες που κατά τεκμήριο σηματοδοτούν θετικές επιπτώσεις στην συμπεριφορά και στην ζωή μου. Έτσι καθ' όλη την διάρκεια της φυλάκισής μου έχω κάνει, μετά από αίτησή μου, ημερομίσθια, συμμετέχω εθελοντικά στα προγράμματα εκπαίδευσης που υλοποιούνται στο σωφρονιστικό κατάστημα που κρατούμαι, ενώ έχω παρακολουθήσει πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης". Το δικάσαν Εφετείο, αφού αναγνώρισε κατά τα προεκτεθέντα στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, που είχε ζητήσει (άρθρ.84§2 στοιχ.α' ΠΚ), απέρριψε σιωπηρά, με την ίδια απόφασή του, τη χορήγηση των άνω ελαφρυντικών στον κατηγορούμενο. Όμως για να έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα το Δικαστήριο, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να περιέχει τα απαραίτητα κατά νόμο πραγματικά περιστατικά που καθιστούν αυτόν ορισμένο, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το ελαφρυντικό της ΠΚ 84§2 στοιχ.δ', δεν αρκεί η απλή συγγνώμη ή έκφραση λύπης για την πράξη, αλλά απαιτείται να είναι έμπρακτη η μετάνοια, δηλ. να συνδυάζεται με περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος επιδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, σε σχέση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 στοιχ.ε' ΠΚ, δεν αρκεί το πιστοποιητικό καλής διαγωγής στις φυλακές διότι η διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει η συμπεριφορά του να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικό χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής του προδιάθεσης ήτοι απαιτείται εκτός από το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Τα παραπάνω στοιχεία δεν αναφέρθηκαν στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και, κατά συνέπεια, δεν ήταν αυτοτελείς. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μη απελάσεώς του από τη χώρα, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά την διάταξη του άρ. 17 παρ. 2 Ν. 1729/1987, όπως αντικατεστάθη με το άρ. 5 παρ. 2 Ν. 3189/2003 (άρ. 35 παρ. 2 Ν. 3459/2006 Κωδ. Νόμων για τα Ναρκωτικά (Κ.Ν.Ν.), "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου σε ποινή καθείρξεως, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από την χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρ. 74 του Π Κ με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιβολή της ισόβιας απέλασης αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης, για παράβαση του Ν. περί ναρκωτικών, σε ποινή καθείρξεως αλλοδαπού υπηκόου κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτως στην περίπτωση αυτή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με το αρ. 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως για απέλαση, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρ. 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, εκτείνεται μόνο στην αναφορά ότι πρόκειται για υπήκοο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτός κατεδικάσθη εις ποινή καθείρξεως για την ανωτέρω παράβαση (Ν. περί Ναρκωτικών, του Κεφαλαίου Δ' ΚΝΝ). Μόνον εφόσον προβληθεί από αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου (ιδίως οικογενειακού), που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που διατάσσει την απέλαση εκτείνεται και στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (αυτοτελούς). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρ. 74 παρ.1 ΠΚ, "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα... Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής. Το αυτό ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή ...". Εκ της διατάξεως του άνω άρθρου, που εντάσσεται εις το Τέταρτο Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικος και στο υπό στοιχ. III μέτρο ασφαλείας, προκύπτει ότι η άνω απέλαση α) είναι μέτρο ασφαλείας, β) επιβάλλεται υπό του δικαστηρίου, αν ο αλλοδαπός κατεδικάσθη σε κάθειρξη ή φυλάκιση (ή εάν κατά την παρ. 2 του άρ. 74 ΠΚ, του επεβλήθη μέτρο ασφαλείας των άρ. 69, 71 και 72) και γ) επιβάλλεται κατά τρόπο δυνητικόν, αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της πράξεως και η προσωπικότης του καταδικασθέντος. Από τα ίδια πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλλε γραπτά, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε ο συνήγορός του και προφορικά, τον παρακάτω ισχυρισμό, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, για μη επιβολή της απέλασής του από τη χώρα, που έχει κατά λέξη ως εξής: "Το Δικαστήριό Σας δύναται με αιτιολογημένη απόφαση να μην επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της δικαστικής απέλασης καθώς συντρέχουν στο πρόσωπό μου σοβαροί λόγοι που επιβάλουν την συνέχιση της παραμονής μου στην χώρα και μετά την έκτιση της ποινής μου. Έτσι διαμένω μόνιμα με την οικογένειά μου στα Ιωάννινα εδώ και 15 και πλέον έτη, έχω δε οργανώσει την οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική μου ζωή (όπως φαίνεται και από τα προσαγόμενα έγγραφα) αποκλειστικά στην Ελλάδα, την οποία θεωρώ μοναδική πατρίδα μου. Προς τούτο κι επειδή ήθελα και θέλω να αφομοιωθώ πλήρως στην ελληνική πραγματικότητα παρακολούθησα σχολείο κι έχω οργανώσει όλη την ζωή μου με γνώμονα και με κέντρο την Ελλάδα". Το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, απέρριψε το αίτημά του αυτό και διέταξε την ισόβια απέλασή του από την χώρα, η οποία, κατά τα άνω εκτεθέντα, αποτελεί παρεπόμενη ποινή, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος E. T. που καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών είναι αλλοδαπός υπήκοος και συγκεκριμένα Αλβανός υπήκοος και δεν αποδείχθηκε ότι αυτός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος του ως άνω εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του εν λόγω αλλοδαπού στη χώρα μας, τον επαγγελματικό προσανατολισμό αυτού και την οικογενειακή του κατάσταση, κρίνει ότι είναι αναγκαία η απέλασή του από τη χώρα". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο εκθέτοντας στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης για ναρκωτικά και είναι υπήκοος Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 93§3 του Συντ/τος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τη διάταξη για ισόβια απέλαση του κατηγορουμένου, που υποχρεωτικά του επέβαλλε. Στον αυτοτελή ισχυρισμό του τελευταίου, που επικαλείται τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, υπάρχει επίσης, όπως προκύπτει από τα άνω εκτεθέντα, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην κατά τα προαναφερόμενα απορριπτική σκέψη του. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως, πρώτος και δεύτερος, για έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της επιβαλλόμενης από τις άνω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που αποτελεί τον από το άρθρο 510§1 περ.Δ' λόγο αναιρέσεως καθώς και έλλειψη ακροάσεως με τον πρώτο λόγο για την απόρριψη αυτή, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 5831). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7591/10-10-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του E. T. του E., γεννηθέντος στην Αλβανία, κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 370/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από κοινού κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ/τος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ , αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του αυτού Κώδικα, ποινής. Όταν όμως ο ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ΠΚ 84 παρ. 2 δ΄, δεν αρκεί η απλή συγγνώμη ή έκφραση λύπης από τον κατηγορούμενο για την πράξη αλλά απαιτείται να είναι έμπρακτη η μετάνοια, δηλ. να συνδυάζεται με περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος επιδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, για το ελαφρυντικά της ΠΚ 84 παρ. 2 ε΄, δεν αρκεί το πιστοποιητικό καλής διαγωγής στις φυλακές, διότι η διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία και υπό καθεστώς ελευθερίας. Δεν αναφέρθηκαν τα παραπάνω στοιχεία στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, με συνέπεια αυτά να μην είναι αυτοτελείς. Σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης σε ποινή κάθειρξης για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε υποχρεούται να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, που δικαιολογούν την παραμονή του σ’ αυτήν. Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η απέλαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 2 Ν.1729/87, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, όταν αναφέρεται σε αυτήν ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, όπως δεν προκύπτει από την άνω διάταξη, η επιβολή της ισόβιας απέλασης, αποτελεί παρεπόμενη ποινή και γι’ αυτή απαιτείται η παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εφόσον προβληθεί από τον κατηγορούμενο, με αυτοτελή ισχυρισμό, η συνδρομή σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα, η αιτιολογία της αποφάσεως που διατάσσει την απέλαση εκτείνεται και στην απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Αβάσιμα προβάλλει με την αίτησή του ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο λόγος της αιτήσεώς του για μη χορήγηση και των άνω ελαφρυντικών, καθώς και ότι χωρίς την αυτή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημά του ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι για τη μη απέλασή του από τη χώρα. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1057/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιφιγένεια Καρανδρέα, περί αναιρέσεως της 138/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Γ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 978/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ.1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 193 του ΣΠΚ (Ν. 2287/96), οι στρατιωτικοί (δηλ. όσοι υπάγονται στο στρατό ξηράς, θάλασσας, αέρα και το λιμενικό σώμα κατά το άρθρο 5§1β' ΣΠΚ), υπάγονται στα στρατιωτικά ποινικά Δικαστήρια (βλ. Μαργαρίτη Ποινικός Κώδικας, Εισ. Σημ. στο άρθρ.1-2, αρ.3 επ.). Υπάγονται δε κατ' εξαίρεση στην αρμοδιότητα των κοινών δικαστηρίων οι στρατιωτικοί: α)εκείνοι οι οποίοι τέλεσαν πλημμελήματα ή κακουργήματα του κοινού ποινικού δικαίου, δηλ. όχι κάποιο από τα στρατιωτικά εγκλήματα που προβλέπονται από το ΣΠΔ κατά τη διάρκεια της άδειας, αργίας ή διαθεσιμότητάς τους, β)όσοι διαπράττουν πλημμελήματα στο ακροατήριο, γ)όσοι διαπράττουν εκλογικά αδικήματα, δ)όσοι διαπράττουν ναυταπάτη, πειρατεία και μονομαχία, ε)όσοι διαπράττουν αδικήματα κατά αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων και στ)όσων τα πλημμελήματα ή κακουργήματα υπάχθηκαν με ειδικό νόμο στο Εφετείο επί συμμετοχής με ιδιώτη (Μαργαρίτης, ό.π.). Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του επικαλείται ακυρότητες της προδικασίας και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από τα δικάσαν Δικαστήριο και ειδικότερα, εκθέτει ότι: Α) η προδικασία είναι άκυρη αφού διενεργήθηκαν πράξεις που αφορούν ιδιωτική υπόθεση μεταξύ αυτού και του Β. Γ., που έπρεπε να εισαχθεί σε πολιτικό δικαστήριο, η δε ακυρότητα των ανακριτικών ενεργειών συνίσταται στο γεγονός της παρακώλυσης της νομικής αλήθειας, αφού διώχθηκε όχι λόγω παρανομιών κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά επειδή ένας ιδιώτης που κατάγγειλε και πιθανολόγησε στην υπηρεσία του άδικες πράξεις, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν και, κατά συνέπεια, η προδικασία πάσχει ακυρότητας, αφού απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατά το δοκούν αλλά με αόριστη ερμηνεία νόμων που έχουν ως απώτερο σκοπό την καταδίωξή του και την εξόντωσή του, Β) ο χαρακτηρισμός των αδίκων πράξεων που φέρεται ότι τέλεσε, πάσχει από αοριστία και ακυρότητα, αφού δεν αποδείχθηκε σε καμμία στάση της δίκης εκ μέρους του άδικη συμπεριφορά, η δε κλήση με αριθμό 10/2009 για το Πενταμελές Ναυτοδικείο Πειραιώς για τη δικάσιμο στις 26-5-2009, πάσχει ακυρότητα, αφού δεν αποδείχθηκε περιουσιακή βλάβη. Επίσης, ως προς την κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση κατηγορία, και αυτή πάσχει από ακυρότητα, αφού θα έπρεπε ο μηνυτής να έχει υποστεί βλάβη πλέον των 73.000 ευρώ, που ουδόλως απέδειξε, καθώς και η συγκρότηση της κατηγορίας πάσχει, αφού δεν ομολογείται ότι πιστωτικά ιδρύματα επλήγησαν από τη φερόμενη ως άδικη πράξη, ενώ η ίδια αναπόδεικτη κατηγορία σε βάρος του σε σχέση με το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ουδόλως αποδείχθηκε, αλλά ούτε και πιθανολογήθηκε απολύτως, Γ)η περιγραφή των εγκλημάτων, που φέρεται ότι τέλεσε, είναι ελλειπής, η δε απόδειξή τους δεν υπάρχει και δεν αποδείχθηκε με γραφολογική εξέταση ότι αυτός είναι πλαστογράφος, αλλά από μαρτυρίες και εικασίες, που δεν αποδείχθηκαν, καταμηνύθηκε και Δ) οι πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε, δεν αφορούν την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, αλλά ιδιωτικές διαφορές, που φέρονται εκτός υπηρεσίας και επομένως το δικαστήριο που δίκασε, ήταν αναρμόδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 138/2011 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς), που δίκασε κατ' έφεση κατά της 65/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Κελευστής του Λιμενικού Σώματος, κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 περ.β' ΠΚ, των αξιοποίνων πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση (μερ.πρ.22), β) της απάτης κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση (μερ.πρ.11), γ) της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση (μερ.πρ.3), δ) της νόθευσης εγγράφου από υπάλληλο, κατ' εξακολούθηση (μερ.πρ.3) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, αναφέρονται στις εκτιθέμενες ακυρότητες της προδικασίας, που δεν αποτελούν, κατά τα άνω, στην αρχή λεχθέντα, κατά νόμο λόγο αναίρεσης, καθώς επίσης δεν συνιστά τέτοιο λόγο, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσείων προσπαθεί να υπαγάγει και την έλλειψη γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αναφέροντας ότι αφού δεν υπάρχει τέτοια πραγματογνωμοσύνη, δεν μπορεί να υπάρξει πλαστογραφία, ούτε και απάτη, πλην όμως αβάσιμα, αφού δεν απαιτείται κατά νόμο τέτοια, όπως άλλωστε αυτό προκύπτει και από τα άρθρο 183 επ. ΚΠΔ. Ούτε επίσης κατά τα αναφερόμενα στην αρχή, το δικάσαν Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να δικάσει την κρινόμενη υπόθεση, αφού ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του στρατιωτικού χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω εξαιρέσεις, υπάγεται για τα κρινόμενα εγκλήματα, στα στρατιωτικά ποινικά Δικαστήρια. Τέλος, οι αναφερόμενοι λόγοι για παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ είναι αόριστοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Αυγούστου 2011 (ενώπιον του γραμματέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και με αριθμό 7/2011, ασκηθείσα) αίτηση του Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., Κελευστή του Λ.Σ. για αναίρεση της με αριθμό 138/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά αποφάσεως Αναθεωρητικού. Αναίρεση κατά πράξεων της προδικασίας δεν επιτρέπεται. Πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά , κάθε ακυρότητα της προδικασίας, καλύπτεται. Δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε και αυτεπαγγέλτως. Αναίρεση δεν επιτρέπεται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Οι στρατιωτικοί, στους οποίους συγκαταλέγονται και οι λιμενικοί, υπάγονται στα στρατιωτικά ποινικά δικαστήρια και κατ’ εξαίρεση στην αρμοδιότητα των κοινών ποινικών δικαστηρίων σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Αβάσιμοι οι λόγοι κατά πράξεων της προδικασίας και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και ο λόγος αναιρέσεως για αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1059/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ. συζ. Α. Τ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κρίθυμο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 223/9.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠοινΔ, την από 8-9-2011 αίτηση της Χ. Τ. συζ. Α., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης ..., με την οποία αυτή ζητάει την επανάληψη, προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 450/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της απάτης με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007, 41, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004, 132, ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ 507). Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν νέες αποδείξεις η διαφορετική αξιολόγηση ή εκτίμηση του ίδιου γεγονότος ή λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠοινΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της αποφάσεως που καταδίκασε την αιτούσα. Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας είναι αμετάκλητη, αφού με την αριθμ. 343/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η αιτούσα και με την αριθμ. 400/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατά της αριθμ. 343/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης της αιτούσας. Με την απόφαση αυτή η αιτούσα την επανάληψη της διαδικασίας Χ. Τ. καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι το Μάιο του έτους 1998 στο Σβαμπαχ της Γερμανίας, στα Τρίκαλα, και στην Αθήνα με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών με συνέπεια την πρόκληση σε αυτόν ζημίας ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. (ή 73.000 ευρώ) και ειδικότερα παρέστησε προς τον Π. Π. και τη θυγατέρα του Α. Π., ότι εκπροσωπεί και συνεργάζεται με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων δια χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας, διαθέτοντας ικανότητα και σχετικές γνώσεις, στοιχεία που την τίμησαν, κατά τα λεγόμενά της, με την εμπιστοσύνη της εταιρίας, της οποίας η φερεγγυότητα και οικονομική ισχύς σε συνδυασμό με τις ικανότητες και τις γνώσεις της καθιστούσαν βέβαιη τη θεαματική αύξηση των χρηματικών ποσών που οι ανωτέρω θα της παρέδιδαν προς επένδυση με αποτέλεσμα οι Π. και Α. Π. να παραδώσουν προς αυτή με διάφορους τρόπους (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, παράδοση σε παρένθετα πρόσωπα) χρηματικό ποσό 113.615 ευρώ ή 38.714.617 δρχ., το οποίο παρέλαβε η ίδια με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη χρήση του ανωτέρω ποσού για τη διευκόλυνση της υπ' αυτών ενασχόλησης, με παντοειδούς φύσεως χρηματιστηριακές συναλλαγές δια μέσου του γραφείου που από κοινού διατηρούσαν επ' ονόματι της περί ης ο λόγος κατηγορουμένης, παραδίδοντας κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά στην εγκαλούσα και στον πατέρα της ως απόδοση της επενδύσεως, ενώ στην πραγματικότητα που αγνοούσαν οι παθόντες, δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις περί τα οικονομικά και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στερούμενη κάθε μορφής επιστημονικού τίτλου και βεβαιώσεως ενώ η συνεργασία της με της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ περιορίζετο σε υποδείξεις καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τρίτων δίχως να υπάρχει συμβατική δέσμευση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ από τους όρους των συμφωνιών που κατήρτιζε ατομικώς και για δικό της λογαριασμό η κατηγορουμένη. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Π., πολιτικώς ενάγουσας, Π. Π., Ι. Μ., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά και στην απολογία της αιτούσας κατηγορουμένης και του τότε συγκατηγορουμένου-συζύγου της Α. Τ.. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα: 1) την αριθμ. 883/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, ύστερα από έφεσή της, κατά της αριθμ. 2666/30-11-2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης, από κοινού με τη συγκατηγορουμένη της Β. Κ., κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ι. Μ., από την οποία η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, 2) την αριθμ. 495/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ύστερα από έφεσή της, κατά της αριθμ. 630/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πρέβεζας, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ν. Γ., 3) την αριθμ. 3443/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 5.000.000 δρχ. σε βάρος των Α. Γ. και Π. Γ., 4) την αριθμ. 502/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, ύστερα από έφεσή της, κατά της αριθμ. 366/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης, από κοινού με τη συγκατηγορουμένη της Π. Τ., κατ' επάγγελμα, ζημίας άνω των 5.000.000 δρχ. σε βάρος του Π. Μ., 5) την αριθμ. 47/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 8-9-2002 αγωγή της Α. Π. κατ' αυτής και του συζύγου της Α. Τ.. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ της. Συγκεκριμένα τις θέσεις της, που αναφέρει στην παραπάνω αίτησή της, ότι δηλαδή ενεργούσε ως εντολοδόχος της Β. Κ., ότι τα χρήματα τα απέδιδε σ' αυτήν, ότι ήταν καλόπιστη στην ενημέρωσή της προς τους πελάτες και δεν είχε κανένα σκοπό να αποκομίσει, ούτε απεκόμισε κανένα κέρδος, τις ανέφερε αναλυτικά στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. αυτοτελείς ισχυρισμούς της που έχουν περιληφθεί στα πρακτικά) και τις διατύπωσε απολογούμενη, αλλά δεν έγιναν δεκτές. Έτσι δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι με τις αριθμ. 883/2006, 495/2006, 3443/2006, 502/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, αντίστοιχα, έγινε διαφορετική αξιολόγηση των ίδιων γεγονότων, ή με την αριθμ. 47/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της Α. Π., καθόσον η αιτούσα επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος της χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντας έμμεσα την κρίση του Δικαστηρίου ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω εκτέθηκε, δικονομικά ανεπίτρεπτο. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές της αιτούσας δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και οδηγούν στην μετά βεβαιότητας αθώωσή της και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή της να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 8-9-2011 αίτηση της Χ. Τ. συζ. Α., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 450/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αιτούσα Χ. Τ.. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας,) ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα, σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μάνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που Εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και Απορρίφθηκαν, έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της με αριθμό 450/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη της, προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις, που ήταν άγνωστες στους δικαστές που την καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάστηκε άδικα, ενώ ήταν αθώα είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι η αιτούσα με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού με την 343/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η αιτούσα και η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 400/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ζημία ανώτερη των 73.000 ΕΥΡΩ και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών ειδικότερα δε, για το ότι :"το Μάιο του έτους 1998 στο Σβαμπαχ της Γερμανίας, στα Τρίκαλα, και στην Αθήνα με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών με συνέπεια την πρόκληση σε αυτόν ζημίας ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. (ή 73.000 ευρώ) και ειδικότερα παρέστησε προς τον Π. Π. και τη θυγατέρα του Α. Π., ότι εκπροσωπεί και συνεργάζεται με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων δια χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας, διαθέτοντας ικανότητα και σχετικές γνώσεις, στοιχεία που την τίμησαν, κατά τα λεγόμενα της, με την εμπιστοσύνη της εταιρίας, της οποίας η φερεγγυότητα και οικονομική ισχύς σε συνδυασμό με τις ικανότητες και τις γνώσεις της καθιστούσαν βέβαιη τη θεαματική αύξηση των χρηματικών ποσών που οι ανωτέρω θα της παρέδιδαν προς επένδυση με αποτέλεσμα οι Π. και Α. Π. να παραδώσουν προς αυτή με διάφορους τρόπους (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, παράδοση σε παρένθετα πρόσωπα) χρηματικό ποσό 113.615 ευρώ ή 38.714.617 δρχ., το οποίο παρέλαβε η ίδια με σκοπό να περιποιηθεί στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη χρήση του ανωτέρω ποσού για τη διευκόλυνση της υπ' αυτών ενασχόλησης, με παντοειδούς φύσεως χρηματιστηριακές συναλλαγές δια μέσου του γραφείου που από κοινού διατηρούσαν επ' ονόματι της περί ης ο λόγος κατηγορουμένης, παραδίδοντας κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά στην εγκαλούσα και στον πατέρα της ως απόδοση της επενδύσεως, ενώ στην πραγματικότητα που αγνοούσαν οι παθόντες, δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις περί τα οικονομικά και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στερούμενη κάθε μορφής επιστημονικού τίτλου και βεβαιώσεως ενώ η συνεργασία της με της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ περιορίζετο σε υποδείξεις καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τρίτων δίχως να υπάρχει συμβατική δέσμευση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ από τους όρους των συμφωνιών που κατήρτιζε ατομικώς και για δικό της λογαριασμό η κατηγορουμένη. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Π., πολιτικώς ενάγουσας, Π. Π., Ι. Μ., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά και στην απολογία της αιτούσας κατηγορουμένης και του τότε συγκατηγορουμένου-συζύγου της Α. Τ.". Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως της επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα; 1) την αριθμ. 883/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, ύστερα από έφεση της, κατά της αριθμ. 2666/30-11-2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης, από κοινού με τη συγκατηγορουμένη της Β. Κ., κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ι. Μ., από την οποία η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη 2) την αριθμ. 495/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ύστερα από έφεση της, κατά της αριθμ. 630/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πρέβεζας, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ν. Γ. 3) την αριθμ. 3443/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 5.000.000 δρχ. σε βάρος των Α. Γ. και Π. Γ. 4) την αριθμ. 502/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, ύστερα από έφεση της, κατά της αριθμ. 366/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, κηρύχθηκε αυτή αθώα της πράξεως της απάτης, από κοινού με τη συγκατηγορουμένη της Π. Τ., κατ' επάγγελμα, ζημίας άνω των 5.000.000 δρχ. σε βάρος του Π. Μ., 5) την αριθμ. 47/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 8-9-2002 αγωγή της Α. Π. κατ' αυτής και του συζύγου της Α. Τ.. Τα εκτιθέμενα, δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις, που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτής, ειδικότερα δε, τις θέσεις της, που αναφέρει στην παραπάνω αίτηση της, ότι δηλαδή ενεργούσε ως εντολοδόχος της Β. Κ., ότι τα χρήματα τα απέδιδε σ' αυτήν, ότι ήταν καλόπιστη στην ενημέρωση της προς τους πελάτες και δεν είχε κανένα σκοπό να αποκομίσει, ούτε απεκόμισε κανένα κέρδος, τις ανέφερε αναλυτικά στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. αυτοτελείς ισχυρισμούς της που έχουν περιληφθεί στα πρακτικά) και τις διατύπωσε απολογούμενη, αλλά -δεν έγιναν δεκτές. Έτσι δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι με τις αριθμ. 883/2006, 495/2006, 3443/2006, 502/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, αντίστοιχα, έγινε διαφορετική αξιολόγηση των ίδιων γεγονότων, ή με την αριθμ. 47/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της Α. Π., καθόσον η αιτούσα επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος της χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντας έμμεσα την κρίση του Δικαστηρίου ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δικονομικά μη επιτρεπτό. Εξάλλου, οι αναφερόμενοι στην αίτηση επανάληψης ως νέοι λόγοι -δηλαδή γεγονότα, περιστατικά, με αποτέλεσμα την άδικη καταδίκη της, ενώ είναι αθώα είναι στην ουσία τους αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού, αφενός μεν δεν αντιστοιχούν στην έννοια της καταδίκης για το παραπάνω έγκλημα, αφετέρου δε, με την επίκληση των ανωτέρω, ως νέων γεγονότων, αγνώστων στους δικαστές, (που όπως από τα πρακτικά προκύπτει, είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου), επιχειρείται και επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της ορθότητας της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές. Έτσι τα παραπάνω στοιχεία, δεν είναι νέα γεγονότα και αποδείξεις, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ.Κατόπιν αυτών, καθίσταται σαφές ότι δεν προέκυψαν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, οι οποίες καθιστούν μάλιστα φανερό, ότι ο αιτών καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, το οποίο πράγματι τέλεσε. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα(ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει στην ουσία της την από 20 Ιουλίου 2011 αίτηση επανάληψη της διαδικασίας, της κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης ..., Χ. Τ. του Α., κατά της υπ' αριθμ.450/2006 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.- Και Επιβάλλει τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, στην αιτούσα ανερχόμενα σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Ουσιαστικά αβάσιμοι οι αναφερόμενοι στην αίτηση ως νέοι λόγοι, διότι δεν καθίσταται προδήλως φανερό ότι η αιτούσα καταδικάστηκε άδικα για την αξιόποινη πράξη της απάτης, ενώ είναι αθώος. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1063/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Παραστατίδη, περί αναιρέσεως της 602-607-608-609/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 και 3 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή και τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ.2 και 3 ΠΚ (όπως ολόκληρο το άρθρο 113 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 και 6 του ν.2408/1996) η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, η αναστολή όμως δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 370 περ.β' και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως δεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, και οδηγεί, εφόσον αυτή διαπιστωθεί, στο τέλος της ποινικής δίκης, με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 320, 321, 340 και 343 ΚΠΔ συνάγεται ότι η κύρια διαδικασία αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο. Την έναρξη της αναστολής της παραγραφής επιφέρει, όπως γίνεται δεκτό, η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον σ' αυτά προσδιορίζεται το δικαστήριο στο οποίο καλείται ο κατηγορούμενος να εμφανισθεί, και το αποτέλεσμα αυτό δεν ανατρέπεται εάν το δικαστήριο αυτό κηρυχθεί αναρμόδιο και παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο και μάλιστα όχι μόνο στην περίπτωση, που το δικαστήριο ήταν κατά τη στιγμή της επίδοσης αρμόδιο, πλην κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατέστη αναρμόδιο, για οποιοδήποτε λόγο. Στην περίπτωση όμως που κηρύσσεται αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση που είχε εισαχθεί σ' αυτό το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.3 ΚΠΔ, δεν παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, αλλά την παραπέμπει στον αρμόδιο εισαγγελέα, (ο οποίος μπορεί να παραγγείλει ανάκριση ή προανάκριση, ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, ή να προκαλέσει τον κανονισμό αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 132 επ. ΚΠΔ), επανέρχεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας και μάλιστα δεν αποκλείεται να μην εισαχθεί πλέον στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αν εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα και συνεπώς η αναστολή της παραγραφής, που είχε επέλθει από την αρχική επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης ανατρέπεται. Μετά την επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης προς εμφάνιση στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, θεωρείται ότι αρχίζει έκτοτε για πρώτη φορά η κύρια διαδικασία, η οποία επιφέρει την αναστολή της παραγραφής, αφού η νέα κλήτευση στην περίπτωση αυτή δεν είναι απλώς διορθωτική ή συμπληρωματική της προηγούμενης, αλλά υποκαθιστά την προηγούμενη που ανατράπηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο Δημοτικό Σύνδεσμο Υδρεύσεως Ζακύνθου, όπου ο κατηγορούμενος, Ι. Π., Δήμαρχος Αλυκών Ζακύνθου, και ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, ήταν Πρόεδρος, διενεργήθηκε έλεγχος και συντάχθηκε η από 18-9-2004 έκθεση ελέγχου από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΟΥ Ζακύνθου, Ε. Β., η οποία θεωρήθηκε αυθημερόν από τον Προϊστάμενο της αυτής ΔΟΥ. Στη συνέχεια, με βάση την από 14-5-2004 μηνυτήρια αναφορά του άνω προϊσταμένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ' αυτού (Δημάρχου) για αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19§1 Ν. 2523/1997 και 98 ΠΚ). Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος κλήθηκε για να δικαστεί για την παραπάνω πράξη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου, σύμφωνα με το από 31-12-2004 κλητήριο θέσπισμα, που του επιδόθηκε στις 19-1-2005, σύμφωνα με το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων, .... Ακολούθησε η 208/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου, με την οποία το Δικαστήριο αυτό κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως Δημάρχου και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Εισαγγελέα κατ' άρθρο 120§3 εδ.α' ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ζακύνθου, εις τον οποίο περιήλθε έκτοτε η υπόθεση, διαβίβασε αυτή στον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, ο οποίος την εισήγαγε να δικαστεί, στο αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της ιδιότητας του κατηγορουμένου, ως Δημάρχου, με το με αριθμό 943 της 29-9-2009 κατηγορητήριο, στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, με επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στις 4-11-2009 στον κατηγορούμενο. Το τελευταίο εξέδωσε την καταδικαστική με αριθμό 887-888/5-4-2011 απόφασή του, κατά της οποίας και, κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, εκδόθηκε η 602-607-608-609/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με αυτή το εν λόγω Δικαστήριο αφού απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής, κήρυξε αυτόν ένοχο της παραβάσεως των άρθρων 98§1 ΠΚ και 19§1, 4, 21 του Ν. 2523/97 και επέβαλλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα. Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη του νόμου (ΚΠΔ 120§3 εδ. πρώτο) ερμηνεία και εφαρμογή απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή άνω ισχυρισμό του, ενώ αν σωστά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο έπρεπε να δεχθεί την ένστασή του και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής την σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη, έτσι δε η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 510§1 περ.Ε' ΚΠΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 120§3 εδ.α' ΚΠΔ, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο παραπέμπει την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, στην περίπτωση που κηρύσσεται αναρμόδιο (καθ' ύλην) το Μονομελές Πλημμελειοδικείο και παραπέμπει την υπόθεση στον Εισαγγελέα, επανέρχεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας και συνεπώς, η αναστολή της παραγραφής, που είχε επέλθει με την αρχική επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, θεωρείται ότι αρχίζει έκτοτε, για πρώτη φορά η κύρια διαδικασία, η οποία επιφέρει την αναστολή της παραγραφής, αφού η νέα κλήση στην περίπτωση αυτή δεν είναι απλώς διορθωτική ή συμπληρωματική της προηγούμενης, αλλά υποκαθιστά την προηγούμενη, που ανατράπηκε. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του, στο άνω Δικαστήριο, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον ισχυρισμό περί παραγραφής της κρινόμενης αξιώσεως και συγκεκριμένα ότι "από τον φερόμενο ως χρόνο τελέσεως της πράξεως είτε εκληφθεί αυτός ως το έτος 1999-2000, όπως αναφέρει το κατηγορητήριο είτε εκληφθεί ως χρόνος ενάρξεως της παραγραφής ο χρόνος θεωρήσεως του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου που είναι η 18-2-2004, έως της κοινοποιήσεως του υπ' αριθμ. 943/2009 κλητηρίου θεσπίσματος διέρρευσε χρόνος μείζων της πενταετίας και επομένως, η αποδιδόμενη πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή", όπως ακριβώς σε αυτά αναφέρεται. Από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι "με την επίδοση εμπροθέσμως και πριν από τη συμπλήρωση της οκταετίας από την έναρξη του χρόνου της παραγραφής (18-2-2004), του νέου κλητηρίου θεσπίσματος, ισχύει η επελθούσα κατ' άρθρο 113§3 ΠΚ, αναστολή της παραγραφής, που είχε επέλθει με την επίδοση του πρώτου, ως άνω, κλητηρίου θεσπίσματος στις 19-1-2005, οπότε από την έναρξη της παραγραφής (18-2-2004) και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως (8-12-2011) και την επακολουθήσασα στο μεταξύ διακοπή της, δεν έχει συμπληρωθεί ο οκταετής χρόνος παραγραφής", απέρριψε στη συνέχεια την υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής και έκρινε αυτόν ένοχο για την παραπάνω πράξη. Έτσι όμως που έκρινε, έσφαλλε στην κρίση του αυτή. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510§1 περ.Ε' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της κατά τα άνω ποινικής διατάξεως, είναι βάσιμος και, δεκτού αυτού γενομένου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της αυτό. Στη συνέχεια, κατά το βάσιμο αίτημα του αναιρεσείοντος, αλλά και μετ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, αφού η αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19 Ν. 2523/97, 98§1 ΠΚ), τελέστηκε στις 18-2-2004 (χρόνος θεωρήσεως του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου), τιμωρείται δε σε βαθμό πλημμελήματος και, μέχρι την επίδοση στον κατηγορούμενο του με αριθμό 943/29-9-2009 νέου κλητηρίου θεσπίσματος στις 4-11-2009 για το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των πέντε (5) ετών, κρίθηκε δε βάσιμος ο πιο πάνω λόγος της αιτήσεως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την πιο πάνω πράξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ΚΠΔ 370 περ.β'. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμούς 602-607-608-609/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, κατά το άνω μέρος της. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου, Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στις Αλυκές Ζακύνθου κατά το χρονικό διάστημα από 23-6-1999 έως τις 30-3-2000 με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ’ εξακολούθηση. Kατηγορούμενος, δήμαρχος, για πλημ/κή πράξη. Το Μονομελές Πλημ/κείο, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος την εισήγαγε προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο, εκδίδοντας νέο κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε όμως στον κατηγορούμενο, μετά τη λήξη της 5ετίας. Το δικάσαν εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθ. 120 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠΔ, απέρριψε την υποβληθείσα νομότυπα από τον κατηγορούμενο, ένσταση παραγραφής, θεωρώντας εσφαλμένα ότι με την επίδοση του πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος για το αναρμόδιο καθ’ ύλην ποινικό δικαστήριο, που μετά την κήρυξη εαυτού ως αναρμοδίου παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα, επήλθε αναστολή της παραγραφής και η υπόθεση δεν έχει υποκύψει στην παραγραφή, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι μετά την επίδοση του νέου κλητηρίου θεσπίσματος προς εμφάνιση στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου θεωρείται ότι αρχίζει έκτοτε για πρώτη φορά η κύρια διαδικασία, η οποία επιφέρει την αναστολή της παραγραφής, αφού η νέα κλήτευση στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απλώς διορθωτική ή συμπληρωματική της προηγούμενης, αλλά υποκαθιστά την προηγούμενη, που ανατράπηκε. Mε τη νέα επίδοση του άνω θεσπίσματος, επήλθε συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και, κατόπιν ενστάσεως του κατηγορουμένου περί αυτής, αλλά και μετ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, παύει αυτό οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου. Βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως, σχετικά με την απόρριψη της υποβληθείσας από τον κατηγορούμενο, ενστάσεως παραγραφής. Αναιρεί προσβαλλομένη απόφαση παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη.-
null
null
0
Αριθμός 1065/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Αναστασόπουλο και Βασίλειο Χριστόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο και πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 155/2009 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση και παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.- Κατά το άρθρο 138 παρ. 1και 2 του ΑΚ "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της".Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο της εικονικότητας μιας σύμβασης είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνήφθη είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες, στην περίπτωση δε της σχετικής εικονικότητας και ότι υπό την εικονική δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη, την οποία ήθελαν τα μέρη, και η οποία είναι έγκυρη αν συντρέχουν και οι απαιτούμενοι για τη σύστασή της όροι. Στη σύμβαση, ειδικότερα, αγοροπωλησίας ακινήτου, όπου συμβαλλόμενοι είναι ο πωλητής- κύριος του πωλουμένου ακινήτου και ο αγοραστής (άρθρ. 513, 1033 του ΑΚ), εικονικότητα θα υπάρχει όταν οι αντίστοιχες δηλώσεις του πωλητή και του αγοραστή ήταν εικονικές και δεν αποσκοπούσαν στη μεταβίβαση της κυριότητας του φερομένου ως πωλουμένου ακινήτου στον αγοραστή και στην καταβολή του τιμήματος από τον τελευταίο, στην περίπτωση δε που υπό την εικονική αυτή πώληση υποκρύπτεται δωρεά, η τελευταία αυτή σύμβαση θα είναι έγκυρη αν την ήθελαν τα συμβληθέντα ως άνω μέρη και συντρέχουν και οι όροι της έγκυρης σύστασής της (συμβολαιογραφικός τύπος και μεταγραφή). Παρέπεται ότι αν δεν συντρέχει το κατά τα προεκτεθέντα ουσιώδες στοιχείο της εικονικότητας η σύμβαση είναι έγκυρη όπως δηλώθηκε και παράγει τα κατά νόμον αποτελέσματά της, στα οποία και αποσκοπούσαν οι συμβληθέντες. Εξάλλου οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αντίστοιχα, δεν δημιουργούνται όταν το δικαστήριο ορθώς εφαρμόζει τον νόμο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα για κατάφαση ή άρνηση της έννομης συνέπειας του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και το διατακτικό της, και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής, ως ανωτέρω, εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα δικαίου. II.- Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με τα αναφερόμενα συμβόλαια που μεταγράφηκαν νόμιμα οι διάδικοι, τότε σύζυγοι, αγόρασαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τα επίσης αναφερόμενα ακίνητα, ήτοι ένα ισόγειο κατάστημα στην πόλη των Αθηνών και ένα οικόπεδο στην πόλη της Καλαμάτας, ότι στην εξόφληση του τιμήματος συνέβαλαν και οι δύο διάδικοι με τα εισοδήματά τους, ο μεν ενάγων (αναιρεσείων) από την εργασία του ως οδοντιάτρου και την εκμετάλλευση κινηματογράφου, η δε εναγομένη (αναιρεσίβλητη) από την εκμίσθωση διαμερισμάτων της στην Αθήνα, χωρίς όμως, λόγω του κοινού συζυγικού βίου των διαδίκων, να μπορεί να εξακριβωθεί, το ακριβές ποσό της συμμετοχής του καθενός, και ότι κατά την κατάρτιση των ειρημένων αγοραπωλησιών οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως όλων των συμβληθέντων(ενάγοντος και εναγομένης αφ' ενός, και οικοπεδούχων και νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρείας στην πρώτη περίπτωση, και πωλητών- κυρίων του οικοπέδου στη δεύτερη, αφ' ετέρου) έγιναν στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, δεν υπεκρύπτετο δε κάτω από τις αγοραπωλησίες αυτές δωρεά ή χαριστική πρόθεση του ενάγοντος υπέρ της εναγομένης για το ποσοστό της συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου) που η τελευταία αποκτούσε επί των αγοραζομένων από τους διαδίκους ως άνω ακινήτων. Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, οι δηλώσεις βουλήσεως που περιλαμβάνονται στις ένδικες αυτές και ως εικονικές προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες αγοραπωλησίας δεν πάσχουν από ελάττωμα και είναι έγκυρες, ως τέτοιες, και δεν υποκρύπτουν δωρεά. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να αναγνωρισθούν άκυρες, ως εικονικές, οι προαναφερθείσες συμβάσεις αγοραπωλησίας κατά το μέρος τους που μεταβιβάζεται με αυτές στην αναιρεσίβλητη λόγω πωλήσεως το ειρημένο 1/2 εξ αδιαιρέτου των πωληθέντων, ως άνω, ακινήτων, να αναγνωρισθεί επίσης ότι υπό τις δικαιοπραξίες αυτές καλύπτεται δωρεά εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη των μεταβιβασθέντων αυτών στην τελευταία ιδανικών μεριδίων επί των ακινήτων, με σκοπό, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω νόμιμος λόγος ανακλήσεως της κρυπτόμενης αυτής δωρεάς λόγω της επικαλούμενης αχαριστίας της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα. Οι προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου στηρίζουν, σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, το αποδεικτικό του πόρισμα και το απορριπτικό της αγωγής του αναιρεσείοντος διατακτικό της απόφασης του, με αποτέλεσμα η απόφαση να έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας ή μη των ένδικων δικαιοπραξιών, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και δεν παραβίασε το Εφετείο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δύο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς του. III.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2010 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 155/2009 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κοινός λογαριασμός. Ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή του κάθε δικαιούχου της κατάθεσης έναντι του δέκτη (Τράπεζα). Στις μεταξύ τους σχέσεις οι περισσότεροι δικαιούχοι έχουν δικαίωμα κατ’ ίσα μέρη επί του ποσού της κατάθεσης, εκτός εάν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση. Ο επικαλούμενος διαφορετική ρύθμιση από την εσωτερική σχέση φέρει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Πότε δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αρ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 8, 11, 13 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. Δέχεται λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 9 Αναιρεί εν μέρει την ΕφΚαλ 28/2009.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1055/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σφέτσιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1494/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 359/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το αρ. 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γενεί εκτάσεων της χώρας", όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το αρ. 46 παρ. 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος η δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα η παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεων πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή οπό 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές). Κατά το αρ. 3 παρ. 1 Ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων οργανικήν ενότητα η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις την διαιτήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει εις την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος". Κατά την παράγραφο 2 του άνω άρθρου "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασης καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του αρ.3 του ιδίου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματο5 της παράνομης εκχέρσωσης δάσους η δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί ο προορισμός του ποσοστού πυκνότητας βλάστησης και να χαρακτηρίζεται ανάλογα με αυτό μια έκταση ως δάσος ή ως δασική. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ .1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα τι ρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1494/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παράνομης εκχέρσωσης δάσους και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια τριετία καθώς και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ΕΥΡΩ, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος, στη δασική θέση ¨Κούρτη¨ του δημοτικού δάσους Πευκόφυτου; κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2004 έως στις 25-1-2007 και σε ημερομηνία που δεν προέκυψε επακριβώς στο ακροατήριο, προέβη σε παρανόμι] εκχέρσωση δάσους και συγκεκριμένα με εκσκαπτικό μηχάνημα εκχέρσωσε δασική έκταση 128 τ.μ. όπου φύονταν κέδρα, δρυς και πλάτανοι χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τις καταθέσεις των δασοφυλάκων-μαρτύρων κατηγορίας. Για το λόγο αυτό, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω άδικης πράξης, η οποία διώκεται αυτεπαγγέλτως, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου". Μετά από αυτά, το άνω Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι " κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο εκχέρσωσε παράνομα δασική έκταση και συγκεκριμένα με εκσκαπτικό μηχάνημα εκχέρσωσε δασική έκταση 128 τ.μ. όπου φύονταν κέδρα, δρυς και πλάτανοι χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τ:ου την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ, 713 και 1 σε συνδ. με 3 παρ. 1 και 2 Ν. 998/79, ως οι παρ. 1 και 3 αντικ. με 46 παρ. 1, 2 Ν. 2145/93 και οι παρ. 1 και 2 άρθρ. 3 αντικ. με 1 παρ. 1 Ν. 3208/03, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του πιο πάνω Δικαστηρίου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος.), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται τα χαρακτηριστικά της δασικής εκτάσεως, περιέχει δε και αντιφατική αναφορά "δάσος" ή "δασική έκταση". Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει τα χαρακτηριστικά της δασικής εκτάσεως, όπως αυτά απαιτούνται από το άρθρο 3 Ν. 998/79, από το είδος δε των αναφερομένων δένδρων, με σαφήνεια προκύπτουν και οι λειτουργίες της δασικής εκτάσεως. Όπως επίσης προκύπτει από την αυτή απόφαση, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για εκχέρσωση δασικής εκτάσεως, η δε μνεία "δάσους" δεν έχει έννομη επιρροή, αφού κατ' άρθρο 71 παρ.3 του Ν. 998/79 (όπως ισχύει) τιμωρείται με την αυτή ποινή "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση" ενώ κατά την παρ. 1 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι " ως δάσος νοείται πάσα έκτασις η οποία ...". Η αιτίαση του επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε σε ισχυρισμό του ότι δεν προκύπτει ο χρόνος τελέσεως της άνω πράξεως και ότι δεν ασκήθηκε μήνυση, εκτός του ότι δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, αφού ρητά αναφέρεται στην απόφαση ο χρόνος τελέσεως της άνω αξιόποινης πράξεως, αρκούσιας και της αναφοράς της χρονικής διάρκειάς του, αφού αναφέρεται ότι δεν εξακριβώθηκε ο ακριβής χρόνος και δεν τίθεται θέμα παραγραφής (εξαλείψεως του αξιοποίνου). Δεν απαιτείται δε μήνυση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού η άνω πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως (ΚΠΔ 36).- Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμελείς της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1918/1-3-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1494/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία παράνομης εκχερσώσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως. Αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 του κατηγορουμένου, ο οποίος εκχέρσωσε παράνομα με σκαπτικό μηχάνημα δασική έκταση, που καλυπτόταν από κέδρα, δρυς και πλατάνους, χωρίς άδεια της αρχής (δασικής). Η ποινική δίωξη κινήθηκε αυτεπαγγέλτως, ύστερα από την αναφορά των δασοφυλάκων ότι διαπράχθηκε η αξιόποινη πράξη της εκχερσώσεως δασικής εκτάσεως από τον κατηγορούμενο. Πότε είναι αναγκαία η ακριβής αναφορά του χρόνου τελέσεως της πράξεως, αρκούντως προς τούτο να αναφέρεται χρονικό διάστημα κατά το οποίο τελέστηκε η πράξη, εφόσον δεν εξακριβώθηκε ο ακριβής χρόνος και δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Αβάσιμα ο αιτών ισχυρίζεται μη ορθή εφαρμογή και εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων, από το δικάσαν δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Δασικά αδικήματα
Δασικά αδικήματα.
1
Αριθμός 1054/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. συζ. Χ. Σ. το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 49364/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1205/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων 329, 331 εδ.Β', 333 και 358 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ' του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον πληρεξούσιο που τον εκπροσωπεί να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν στο ακροατήριο, γιατί ούτως ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματός του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 49.364/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρθρ. 25 Ν. 1882/1990) και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών ετών. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της προβάλλει την αιτίαση ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 510 στοιχ.Α' ΚΠΔ, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος, μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, δεν έδωσε το λόγο στον πληρεξούσιό της, που την εκπροσωπούσε, αν είχε κάτι να παρατηρήσει ή να υπενθυμίσει ή να διασαφήσει, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και η προσβαλλόμενη να είναι αναιρετέα για παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, επίσης δε υπάρχει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 138 παρ.2 του αυτού Κώδικα, διότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την υποβολή εκ μέρους του συνηγόρου της αιτήματος για αναβολή της δίκης προκειμένου να εκδικαστούν οι προσφυγές που εκκρεμούν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς και την εισαγγελική απορριπτική πρόταση του άνω αιτήματός της, δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό της να αντιτάξει την υπεράσπισή της και να αντικρούσει την εισαγγελική πρόταση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, από το σύνολο των αναφερομένων σε αυτά προκύπτει ότι ο λόγος δόθηκε στο συνήγορο της κατηγορουμένης τόσο μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας εάν είχε να παρατηρήσει, υπενθυμίσει ή να διασαφήσει κάτι, σχετικά με την κατάθεση του άνω μάρτυρα, αλλά βεβαιώνεται άλλωστε ρητά αυτό στο τέλος στη σελίδα 29 των άνω πρακτικών, ότι "γίνεται μνεία ότι μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα και πριν από την έκδοση κάθε απόφασης, δινόταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στον κατηγορούμενο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του" όπως ακριβώς σε αυτά αναφέρεται. Κατά συνέπεια, ο σχετικός άνω λόγος της αιτήσεως, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί. Με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα μετά οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη ήταν διαχειρίστρια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΑΜΑΡ ΕΠΕ", με έδρα τη Γλυφάδα Αττικής, επί της οδού Δελφών αριθμός 109, με αντικείμενο εργασιών εμπορία, εισαγωγή και εξαγωγή προϊόντων. Σε βάρος της ως άνω εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2002 έως 20-2-2004, που η κατηγορούμενη είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας διάφορα χρέη και συγκεκριμένα 40 χρέη, όπως αυτά αναφέρονται στον πίνακα χρεών που ενσωματώνεται στο διατακτικό της παρούσας, καταβλητέα εφάπαξ. Ειδικότερα, για τα χρέη του πίνακα, με αριθμούς 4, 5, 6, 7, 8, 9, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 29 έως 40 χρέη, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της ως άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 έως 1-8-2004, καθυστέρησε να καταβάλει τα προαναφερόμενα χρέη προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, δηλαδή τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, όπως τα επιμέρους ποσά κεφαλαίου και προσαυξήσεων, το οικονομικό έτος στο οποίο αφορούν, η αιτία αυτών, ο χρόνος βεβαιώσεώς τους, η πράξη βεβαιώσεως και ο χρόνος καταβολής, εξειδικεύονται στο διατακτικό της παρούσας και το συνολικό τους ύψος ανέρχεται στο ποσό των 2.820.451,35 ευρώ". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της άνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 έως 1-8-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας σε βάρος της εταιρείας "ΛΑΜΑΡ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ", στην οποία τυγχάνει διαχειρίστρια, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, με αριθμούς 4, 5, 6, 7, 8, 9, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 29 έως 40 όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου 40/05) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 25-11-05 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 2.82045,35, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.2 ΠΚ και αρθρ. 25 παρ.1, 2, 3 του Ν.1882/90, όπως αντικ. με αρθρ. 23 Ν. 2523/97, 19 παρ.2 Ν. 2948/01 και αρθρ. 34 παρ.1γ' Ν. 3220/04, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, -εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, καθορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της άνω κατηγορουμένης, ως διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της αναφερόμενης στο σκεπτικό της αποφάσεως ΕΠΕ. Είναι αβάσιμες οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και ειδικότερα, ότι υπάρχει ασάφεια όσον αφορά ποία από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις δέχεται, ήτοι τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, καθόσον ρητά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης ορίζεται ότι τα χρέη ήταν καταβλητέα εφάπαξ, αναφέρεται δε η αρμόδια Δ.Ο.Υ., που ήταν βεβαιωμένα, ο μεγαλύτερος των τεσσάρων (4) μηνών καθυστερήσεως καταβολής τους στο Δημόσιο καθενός από αυτά, το οικονομικό έτος στο οποίο αυτά αφορούν, η αιτία αυτών και εκτός των άλλων, η πράξη βεβαιώσεως και ο χρόνος καταβολής τους, το ύψος καθενός από αυτά και το συνολικό τους. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7876/17-10-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκηθείσα) αίτηση της Μ. συζ. Χ. Σ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 49.364/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. με την αντικατάσταση του άρθρ. 25 παρ. 1 του Ν.1882/90 με το άρθρ. 34 παρ. 1 το Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004 το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων (4) μηνών, από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου, ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας γιατί μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο που την εκπροσώπησε, καθώς και για ακυρότητα της αποφάσεως, γιατί μετά από την απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα, σε αίτημα της για αναβολή της δίκης, δεν δόθηκε ο λόγος στον αυτό συνήγορό της, αφού από το σύνολό των πρακτικών προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, αλλά και της ρητής αναφοράς στα πρακτικά, δεν στερήθηκε των παραπάνω δικαιωμάτων της. Αβάσιμα επίσης προβάλλει την αιτίαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, αφού στο σκεπτικό και το αλληλοσυμπληρούμενο με αυτή διατακτικό της, δεν υπάρχουν ασάφειες και παραλείψεις. Απορρίπτει λόγους της αιτήσεως και αυτή στο σύνολό της ως αβάσιμη.
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1052/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητής, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, περί αναιρέσεως της 16486/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 581/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995, περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ, "καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ.1). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ.2)." Κατά το άρθρο 19 παρ.6 του Ν. 1968/1991, "Στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κλπ, προστίθεται παράγραφος 7, που έχει ως εξής: Οι αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο αυτό υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου". Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιούμενα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά την παρ.7 του ιδίου ως άνω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Τέλος, με την παρ.2 του ιδίου άρθρου 34 του Ν. 3220/ 2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, αντικαθίσταται ως εξής: "7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής." Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ.7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ.2 του Ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής." Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνε, λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο (Ολ.ΑΠ 2/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ως προς τα με στοιχεία 1, 2, 3 και 4 του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του χρέη, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ και τα οποία ανέρχονται στα ποσά των 107,85 ευρώ, 894,94 ευρώ, 84.728,36 ευρώ και 87.406,81 ευρώ αντίστοιχα, ότι αυτά βεβαιώθηκαν την 28-3-2002, την 11-4-2002, την 11-5-2002 και 5ην 5-8-2002 αντίστοιχα και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά την 30-4-2002, την 31-5-2002, την 28-6-2002 και 30-8-2002 αντίστοιχα. Επομένως και σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, σχετικά με τα χρέη αυτά, είναι η 31-8-2002 για το υπό στοιχείο 1 χρέος των 107,85 ευρώ, η 31-9-2002 για το υπό στοιχείο 2 χρέος των 894,94 ευρώ, η 28-10-2002 για το υπό στοιχείο 3 χρέος των 84.728,36 ευρώ και η 30-12-2002 για το υπό στοιχείο 4 χρέος των 87.406,81 ευρώ. Όμως, από τους χρόνους τελέσεως των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων μέχρι την ημεροχρονολογία εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (2-3-2011), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, με αποτέλεσμα να απαλειφθεί το αξιόποινο των εν λόγω τεσσάρων (4) επιμέρους αξιοποίνων πράξεων του εξακολουθούντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, λόγω παραγραφής. Το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής αναφορικά με τα ως άνω με στοιχεία 1, 2, 3 και 4 χρέη, που υπέβαλλε εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά δια του εκπροσωπήσαντος πληρεξουσίου δικηγόρου του. Έτσι όμως κρίνοντας, σχετικά με τα άνω χρέη και δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για τα χρέη αυτά, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί παραγραφής ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος της αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για τα χρέη αυτά. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ, 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α1, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογές τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης κα< θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, και σε σχέση με τα υπό στοιχεία 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως χρέη, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ανερχόμενα στα ποσά των 442,99 ευρώ, 800,14 ευρώ, 370,19 ευρώ, 16,55 ευρώ, 337,33 ευρώ και 364,25 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 2.332,55 ευρώ, το οποίο (ποσό) είναι μικρότερα από τα τασσόμενο με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 34§1 Ν. 3220/2004, όριο των 10.000 ευρώ, έχει αποτέλεσμα όλες οι παραπάνω μερικότερες πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, να καθίστανται πλέον ανέγκλητες και μη αξιόποινες. Έτσι, το δικαστήριο που δίκασε και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις αυτές, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 23§1 Ν. 2523/1997 και 34§1 Ν. 3220/2004. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής λόγος της αιτήσεως, να αναιρεθεί και κατά το τμήμα της αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518§1 ΚΠΔ, να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σχετικά με τα χρέη αυτά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 16.486/2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, σχετικά με τα ακόλουθα χρέη: 1) το χρέος των 107,85 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 2910/28-3-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών, 2) το χρέος των 894,94 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 3282/11-4-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών, 3) το χρέος των 84.728,36 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 4099/15-5-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών και 4) το χρέος των 87.406,81 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 6256/5-8-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών. Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Π. Π. του Α., κάτοικο ... της πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, σχετικά με τα ακόλουθα χρέη: 1) το χρέος των 442,99 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 8256/29-10-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών, 2) το χρέος των 800,14 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 9315/5-12-2002 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών, 3) το χρέος των 370,19 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 46472/19-9-2003 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών και 4) το χρέος των 16,55 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 607/30-1-2004 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών, 5) το χρέος των 337,73 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 1976/29-3-2003 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών και 6) το χρέος των 364,95 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 5744/27-9-2004 πράξη της ΔΟΥ Αχαρνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. μετά την αντικατάσταση με άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3230/2004 της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 Ν.1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διάταξης των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ. Με την πάροδο τετραμήνου από τους χρόνους τελέσεως των αδικημάτων, οι οποίοι, προκειμένου για εφάπαξ καταβλητέα χρέη, είναι αυτοί που κατέστησαν αυτά ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής, και επέρχεται με τη συμπλήρωση οκταετίας (μαζί με την αναστολή), μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως. Αβάσιμα το δικάσαν δικαστήριο, απέρριψε τον νόμιμα υποβληθέντα, πρωτόδικα αυτοτελή ισχυρισμό, περί παραγραφής της πλημμεληματικής μη καταβολής χρεών. Αναιρεί κατά το μέρος αυτό την προσβαλλομένη απόφαση και παύει για τα χρέη αυτά οριστικά την ποινική δίωξη. Για τα λοιπά χρέη που καθένα, αλλά και στο σύνολό τους, είναι μικρότερα του ποσού των 10.000 ΕΥΡΩ και είναι ανέληκτα, αναιρεί επίσης την απόφαση και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1053/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήττα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία περί αναιρέσεως της 940/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον: K. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος κατάρτιζε, πλαστό ή νοθεύει, έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς, δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η υποβολή ή παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένου σε αυτοτελή κύρωση. Κατά το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικό αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια επομένως αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι Πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιοτό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Έτσι η χρήση ανεπικύρωτων ή επικυρωμένων με πλαστή επίσης επικύρωση φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη πλαστογραφηθεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την ίδια διάταξη του άνω άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το όρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ, βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του όρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του όρθρου 217 ΠΚ τελείται. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 και 5 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι και τα κτίρια των ξένων πρεσβειών, που βρίσκονται στο Ελληνικό έδαφος, αποτελούν έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και αντίστροφα, δεν αποτελούν έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας τα κτίρια των Ελληνικών πρεσβειών στην αλλοδαπή. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 940/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατά το άρθρο 111 παρ.7 ΚΠΔ, η αναιρεσείουσα, κηρύχθηκε ένοχος, πλαστογραφίας με χρήση, πλημ/κής, με το ελαφρυντικό της ΠΚ 84 παρ.2α', και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορουμένη και ο πολιτικώς ενάγων ήσαν πρώην σύζυγοι, αφού πλέον έχουν, διαζευχθεί. Ωστόσο, ήδη από το έτος 2003 βρίσκονταν σε διάσταση, με απόφαση δε του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του είχε ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους Ν.. Η κατηγορουμένη, η οποία είναι δικηγόρος, κατά την εποχή εκείνη διέμενε μόνιμα στην Αυστραλία λόγω δεσμού που είχε συνάψει με τον Σ. Π. και ο πολιτικώς ενάγων, φοβούμενος μήπως η κατηγορουμένη, ερχόμενη κάποτε στην Ελλάδα για να επικοινωνήσει με το γιο τους, όπως είχε δικαίωμα από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, παραλάμβανε μαζί της τον ανήλικο κατά την αναχώρηση της στην Αυστραλία, είχε ενημερώσει την πρεσβεία της χώρας αυτής στην Αθήνα για το γεγονός ότι δυνάμει δικαστικής αποφάσεως είχε ανατεθεί προσωρινά σ' αυτόν η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου τους και ότι ο ίδιος δεν επέτρεπε την αναχώρηση τούτου για την Αυστραλία. Πράγματι κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων 2003 η κατηγορουμένη ήλθε στην Ελλάδα και ασκώντας το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο της το είχε μαζί της καθ'όλη τη διάρκεια των ημερών αυτών. Ωστόσο, την Πρωτοχρονιά 2004, έχοντας ως σκοπό να αναχωρήσει στην Αυστραλία, παραλαμβάνοντας μαζί της και το ανήλικο τέκνο τους κρυφά και χωρίς τη συγκατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, εμφανίσθηκε η ίδια την 1 Ιανουαρίου 2004 στην πρεσβεία της Αυστραλίας στην Αθήνα και ζήτησε την έκδοση VISA από την πρεσβεία, προκειμένου να ταξιδέψει το ανήλικο μαζί της στην Αυστραλία. Η κατηγορουμένη μάλιστα, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση VISA για τον ανήλικο γιο της, παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο της πρεσβείας πλαστή κατά το περιεχόμενο υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, στην οποία ο πατέρας του ανηλίκου και πολιτικώς ενάγων φέρεται να δηλώνει ότι επιτρέπει στην κατηγορουμένη ως μητέρα του παιδιού να το παραλάβει μαζί της στην Αυστραλία για το χρονικό διάστημα από 1-15 Ιανουαρίου 2004, στην υπεύθυνη δε αυτή δήλωση η κατηγορουμένη έθεσε χωρίς δικαίωμα και κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος τέως συζύγου της, καθώς και δήθεν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από τον Ανθυπασπιστή της ΕΛ.ΑΣ Γ. Τ., ο οποίος ωστόσο είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Η κατηγορουμένη ωστόσο δεν κατόρθωσε να παραλάβει μαζί της στην Αυστραλία τον ανήλικο γιο της, δεδομένου ότι οι αρμόδιοι της πρεσβείας, έχοντας ενημερωθεί από τον πατέρα του παιδιού για ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκ μέρους της εν διαστάσει συζύγου του, αρνήθηκαν να χορηγήσουν στο ανήλικο VISA και ενημέρωσαν αυθημερόν το μηνυτή, ο οποίος και τους επιβεβαίωσε ότι δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε υπεύθυνη δήλωση σχετική με την αναχώρηση του τέκνου του για την Αυστραλία. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι την υπεύθυνη αυτή δήλωση την παρέδωσε στην ίδια ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος και συναινούσε στην αναχώρηση του τέκνου του μαζί με τη μητέρα του στην Αυστραλία, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να την παγιδεύσει, ώστε να επιτύχει στη συνέχεια τη δίωξη της, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, έρχεται δε σε αντίθεση και με την κοινή λογική, αφού συνομολογείται ότι κατά την περίοδο εκείνη οι δύο σύζυγοι βρίσκονταν σε διάσταση και υπήρχε οξεία αντιδικία μεταξύ τους ως προς το γονέα που θα ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους. Συνακόλουθα τούτων, ο συναφής ισχυρισμός της κατηγορουμένης για πλάνη αυτής που αίρει τον καταλογισμό (άρθρο 30 ΠΚ), λόγω του ότι η ίδια αγνοούσε και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την οποιαδήποτε παρατυπία, αλλοίωση ή νόθευση του επίμαχου αυτού εγγράφου, αφού ο εγκαλών της παρέδωσε την υπεύθυνη αυτή δήλωση, ενόψει της μεταξύ τους συμφωνίας να παραλάβει το ανήλικο τέκνο τους μαζί της στην Αυστραλία, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι την υπεύθυνη αυτή δήλωση είχε συντάξει ο ίδιος ο εγκαλών, ο οποίος και συναινούσε στο ταξίδι αυτό για το ανήλικο τέκνο τους, περιστατικό ωστόσο που δεν αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν. Ο περαιτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι το κείμενο της υπεύθυνης δηλώσεως δεν έχει γραφεί από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο, -γεγονός που φαίνεται να μη αμφισβητεί και ο εγκαλών, ο οποίος αναφέρει στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "τα γράμματα στην υπεύθυνη δήλωση δεν είναι δικά της"-, προβάλλεται χωρίς έννομη επιρροή, αφού η ευθύνη της για την αξιόποινη πράξη που κατηγορείται θεμελιώνεται στην εκ μέρους της υπογραφή του εν λόγω εγγράφου ως εκδοθέντος δήθεν από τον πατέρα του ανήλικου τέκνου της και στη δήθεν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από ανύπαρκτο πρόσωπο της Αστυνομίας, περιστατικά για τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε πλήρως από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, γιατί η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί έγγραφο με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, γιατί πρόκειται για μη επικυρωμένο φωτοαντίγραφο ενός ανύπαρκτου πρωτότυπου εγγράφου. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κατηγορουμένη προσκόμισε στην πρεσβεία της Αυστραλίας την υπεύθυνη δήλωση που βρίσκεται στη δικογραφία, πλην όμως, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της αυστραλιανής πρεσβείας στο σώμα του εν λόγω εγγράφου, τούτο αποτελεί επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου, και κατά συνέπεια υπήρξε υπεύθυνη δήλωση σε πρωτότυπο, που προσκομίσθηκε από την κατηγορουμένη στην πρεσβεία της Αυστραλίας στην Αθήνα, προκειμένου να χορηγηθεί VISA στον ανήλικο γιο της και καλώς περιλήφθηκε στα αναγνωστέα έγγραφα φωτοτυπία του εγγράφου που προσκόμισε η κατηγορουμένη στην πρεσβεία της Αυστραλίας στην Αθήνα. Τέλος, η κατηγορουμένη ζητεί επικουρικά, όπως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας χαρακτηρισθεί η πράξη που την βαρύνει ως πλαστογραφία πιστοποιητικού (άρθρο 217 ΠΚ). Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 217 ΠΚ έχει ως προϋπόθεση την κατάρτιση, νόθευση ή χρήση των αναφερόμενων στο άρθρο τούτο εγγράφων, και συγκεκριμένα πιστοποιητικών, μαρτυρικών ή άλλων εγγράφων που μπορούν να διευκολύνουν την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστη ή άλλου, και η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν.1599/1986 κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάγεται στην κατηγορία των εγγράφων τούτων, είναι άλλο δε το ζήτημα ότι η υπεύθυνη αυτή δήλωση ήταν απαραίτητη για την έκδοση VISA για το ανήλικο, που αποτελεί πιστοποιητικό κατά την έννοια του άρθρου 217 ΠΚ. Πράγματι, το αντικείμενο του εγκλήματος του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται σε πιστοποιητικό, μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως ως τέτοιο, με τη διάκριση δε των εν λόγω εγγράφων ο νομοθέτης επιθυμεί να καταστήσει σαφές ποιου είδους έγγραφα υπάγονται στην ηπιότερη μορφή πλαστογραφίας, κατά διάκριση από τη βασική μορφή του εγκλήματος του άρθρου 216 ΠΚ, που περιλαμβάνει γενικά κάθε έγγραφο που δεν χαρακτηρίζεται ως πιστοποιητικό. Κατόπιν όλων αυτών η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται, δηλαδή πλαστογραφίας με χρήση, να της αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, αφού, όπως προκύπτει και από το δελτίο του ποινικού της μητρώου, μέχρι-το χρόνο που έγινε η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), λαμβάνοντας υπόψη ότι και ο ίδιος ο τέως σύζυγος της αναγνώρισε ότι το μητρικό φίλτρο την έκανε να ενεργήσει με όχι νόμιμο τρόπο". Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, αφού της αναγνώρισε το πιο πάνω ελαφρυντικό και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα στις 1-1-2004, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο για να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο αυτό στη συνέχεια το χρησιμοποίησε. Ειδικότερα η κατηγορουμένη κατάρτισε πλαστή υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 στην οποία έθεσε χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του εγκαλούντος Κ. Μ. καθώς και θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής του από τον Γ. Τ., Ανθ/τη της ΕΛΑΣ, την 1/1/2004 και από την οποία προέκυπτε ότι ο ανωτέρω εγκαλών επέτρεπε στην κατηγορουμένη να ταξιδέψει με το παιδί τους Ν. Μ. στην Αυστραλία από 1/1 μέχρι 15/1/2004. Την πλαστογραφία αυτή την έκανε η κατηγορουμένη, προκειμένου να εμφανισθεί ότι έχει τη συγκατάθεση του εγκαλούντος να ταξιδέψει με το ανήλικο παιδί τους Ν. στην Αυστραλία και να λάβουν από την πρεσβεία της χώρας αυτής στην Αθήνα τη σχετική βίζα. Το πλαστό αυτό έγγραφο στη συνέχεια η κατηγορουμένη το χρησιμοποίησε, εμφανίζοντας την 1/1/2004 στο γραφείο για την έκδοση βίζας της πρεσβείας της Αυστραλίας στην Αθήνα, για τον ανήλικο Ν. Μ., προκειμένου ο τελευταίος να ταξιδέψει μαζί της στην Αυστραλία από 1/1 μέχρι 15/1/2004." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.ζ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α'και 216 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 940/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, αφού: α) το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση διώκεται αυτεπαγγέλτως και για την ποινική του δίωξη αρκεί οποιαδήποτε πληροφορία λάβει ο εισαγγελέας, επομένως και πληροφορία που παρέχεται από οποιοδήποτε έγγραφο, έστω και άκυρο, β) Από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίσης του έλαβε υπόψη του " τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, καθώς και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αναφέρονται στα πρακτικά, αναμφίβολα προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται κατά το είδος τους και όχι ορισμένα από αυτά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ δεν ήταν ανάγκη να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και έτσι, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται από ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε ενημερώσει την πρεσβεία, καθώς και ότι ο αστυνομικός που φέρεται ότι βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής, είναι άγνωστο πρόσωπο. γ) Εξάλλου, με πληρότητα αιτιολογείται και ο δόλος της αναιρεσείουσας, καθώς και ο σκοπός της να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δ) με την παραδοχή ότι στο διατακτικό, το οποίο αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό, ότι την πλαστή υπεύθυνη δήλωση κατάρτισε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να εμφανισθεί στους αρμοδίους υπαλλήλους της πρεσβείας της Αυστραλίας στην Αθήνα και να τους παραπλανήσει ότι δήθεν είχε συγκατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος να ταξιδεύσει το ανήλικο τέκνο τους στην Αυστραλία και να λάβει έτσι σχετική βίζα, ε) Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η εν λόγω πλαστή υπεύθυνη δήλωση, ήταν πρόσφορη και ικανή να παραπλανήσει άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες και προσδιορίζονται. στ) Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η επίμαχη πλαστή δήλωση, δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, αφού πρόκειται για ανεπικύρωτη φωτοτυπία, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι στους αρμόδιους υπαλλήλους της άνω Πρεσβείας, προσκόμισε το πρωτότυπο της πλαστής αυτής υπεύθυνης δήλωσης και όχι ανεπικύρωτη φωτοτυπία της, όλα δε αυτά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας αρκεί η ανεπικύρωτη φωτοτυπία εγγράφου. στ) Είναι επίσης αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι έλαβε υπόψη της τη φωτοτυπία, η οποία δεν συνιστά έγγραφο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ ΚΠΔ. ζ) Με σαφή και πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι αυτή βρισκόταν σε κατάσταση πραγματικής πλάνης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως. η) Με πλήρη επίσης αιτιολογία απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός της ότι η ποινική δίωξη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, το έγκλημα της πλαστογραφίας τελέστηκε στο κτίριο της πρεσβείας της Αυστραλίας, το οποίο, κατ' αυτήν, αποτελεί ξένο έδαφος και επομένως, έπρεπε ο εγκαλών να υποβάλει έγκληση μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 117 ΠΚ Τ.νη προθεσμία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο κάτω αιτιολογία: "η κατηγορουμένη φέρεται να κατάρτισε την 1-1-2004 πλαστό έγγραφο και να έκανε χρήση αυτού, μέσα στο κτίριο της πρεσβείας της Αυστραλίας στην Αθήνα. Κατά συνέπεια, φέρεται να διέπραξε αυτή αξιόποινη πράξη που τιμωρείται από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους σε βαθμό πλημ/τος (ΠΚ 216 παρ.1) μέσα στο κτίριο ξένης πρεσβείας, που βρίσκεται στην Αθήνα, δηλ. σε ελληνικό έδαφος. Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με όσα στην αρχή εκτέθηκαν, για την εν λόγω πράξη έχουν εφαρμογή οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και η κατά νόμο απαιτούμενη. θ) Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος στοιχειοθετεί το έγκλημα της πλαστογραφίας πιστοποιητικού και όχι εκείνο του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην κατάρτιση της εν λόγω πλαστής υπεύθυνης δήλωσης και στην περαιτέρω χρήση της προέβη η αναιρεσείουσα, όχι μόνο για να διευκολύνει την άμεση κίνηση του ανηλίκου τέκνου τους, αλλά και για να βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα, αφού με την απομάκρυνση του άνω τέκνου, θα τον αποστερούσε από το δικαίωμα της γονικής μέριμνας, το οποίο ανήκε αποκλειστικά σε εκείνον. Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, έστω και με διαφορετική απολογία, τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και δέχθηκε ότι τελέστηκε το έγκλημα της πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ. ι) Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το συναφή λόγο αναιρέσεως προσβάλλει την αυτή απόφαση με την ειδικότερη αιτίαση για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, ισχυριζόμενη ότι ζήτησε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί της πλαστής υπεύθυνης δήλωσης και το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει σχετικά. Από τα αυτά πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, ούτε ζητήθηκε η διόρθωση ή η συμπλήρωσή τους, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε το παραπάνω αίτημα καθώς και ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να προβεί στη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ'αυτής, οπότε, θα ήταν βάσιμος ο, στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠΔ, για έλλειψη ακροάσεως, στηριζόμενης λόγος αναιρέσεως. ια) Τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως εξετάζει υποχρεωτικά και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πρωτοδίκως επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όχι μόνο όταν ο πολιτικώς ενάγων, απουσιάζει αλλά και όταν αυτός εμφανίζεται ενώπιον του Εφετείου με την ιδιότητα του μάρτυρα και, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του, της πολιτικής αγωγής, δεν επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του, ως πολιτικώς ενάγοντος, δήλωση, που έγινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 7.718/2006 απόφασή του επιδίκασε στον παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα, πρωτόδικα, Κ. Μ., το ποσό των 40 ΕΥΡΩ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την, σε βάρος του, αξιόποινη πράξη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο ο ανωτέρω, Κ.Μ., απλά κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, χωρίς να δηλώσει εκ νέου παράσταση πολιτικής αγωγής, υποχρέωσε την κατηγορουμένη, αφού την κήρυξε ένοχο, να καταβάλει στον ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντα, το πρωτόδικα επιδικασθέν ποσό των 40 ΕΥΡΩ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. 'Ετσι, το δικάσαν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπερέβη την εξουσία του κρίνοντας έτσι, όπως αβάσιμα με το συναφή από το άρθρο 510 περ. Η' ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 502 παρ.1 εδ. τελ. του αυτού Κώδικα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται. Εξάλλου, η δήλωση του Κ.Μ. ότι δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, δεν συνιστά ταυτοχρόνως νόμιμη παραίτηση από την πολιτική αγωγή, αφού δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 69,83 και 84 ΚΠΔ, ενώ η δήλωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δήλωση παραιτήσεως από την πολιτική αγωγή. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 5900/27-7-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση της Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 940/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Η διαφορά μεταξύ της διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται αφενός στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ΄ έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα. Αφετέρου στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ, τελείται. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, αρκεί η ανεπικύρωτη φωτοτυπία εγγράφου. Τα κτίρια των ξένων πρεσβειών, που βρίσκονται στο ελληνικό έδαφος, αποτελούν έδαφος της Ελληνικής επικράτειας και αντίστροφα, δεν αποτελούν έδαφος της Ελληνικής επικράτειας, τα κτίρια των Ελλ. Πρεσβειών στην αλλοδαπή. Ο Εισαγγελέας ασκεί ποινική δίωξη για αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα, όταν λάβει πληροφορία περί τελέσεως, έστω και με άκυρο έγγραφο. Δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως για μη εντολή από το διευθύνοντα τη συζήτηση διενέργειας πραγματογνωμοσύνης εφόσον από τα πρακτικά προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε αυτό. Η πρωτόδικα επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση εξετάζεται και από το κατ’ έφεση δικάζον Δικαστήριο, όχι μόνο όταν ο πολιτικώς ενάγων απουσιάζει, αλλά και όταν εξετάζεται απλά ως μάρτυρας, χωρίς να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας, έλλειψη ακρόασης και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 1029/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΧΡΟΝΙΑΣ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", η οποία αποτελεί συνέχιση λόγω μετατροπής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΧΡΟΝΙΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Γουλιέλμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ά. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2772/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2194/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον πρώτο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τη συμμόρφωση του εργαζομένου σ' αυτές. Η υποχρέωση του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως. Η εξάρτηση ενδέχεται να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις, στις οποίες ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων αυτού. Πρέπει, όμως, να διαπιστώνεται οπωσδήποτε για να χαρακτηρισθεί μια συγκεκριμένη ενοχική σχέση ως σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Εξ άλλου, σύμβαση προσφοράς ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο προσφέρων παρέχει μεν αντί αμοιβής ή μισθού τις υπηρεσίες του προς το λήπτη αυτών, δεν υπόκειται, όμως, σε έλεγχο και εποπτεία του τελευταίου και δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών. Στη σύμβαση αυτή, ενδέχεται, πάλι, να υφίσταται κάποια δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες έναντι του λήπτη αυτών, όπως συμβαίνει σε κάθε ενοχική σχέση. Η απλή υποχρέωση, όμως, της συμμόρφωσης του παρέχοντος τις υπηρεσίες προς όρους της συμβάσεώς του, ακόμη και αν συνδέονται με τα τοπικά ή χρονικά πλαίσια ή τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών, δεν υποδηλώνει, καθ' εαυτήν, εξάρτηση αυτού από το λήπτη των υπηρεσιών, με την έννοια, την οποία προϋποθέτει η κατάφαση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου αποτελούν μεν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτημένης εργασίας, δεν αρκούν, όμως, για τη διαπίστωση αυτή. Όπως δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή, αυτοτελώς, ούτε ο τρόπος προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου ούτε άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ (ΑΠ 71/2010). Για τη διάκριση μεταξύ παροχής εξαρτημένης εργασίας ή προσφοράς ανεξάρτητων υπηρεσιών αποφασιστικό κριτήριο δεν αποτελεί το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η συγκέντρωση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή το είδος της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως. Το εν λόγω ποιοτικό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων της συμβάσεως και των εν γένει συνθηκών παροχής των υπηρεσιών ή της εργασίας, οπότε, κατά περίπτωση και ανάλογα με το είδος ή τη φύση αυτών, σε συνδυασμό με τις διαπιστούμενες ενδείξεις δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, καθίσταται ασφαλέστερη η διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από τις ανεξάρτητες υπηρεσίες (ΟλΑΠ 28/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία έχει υπεισέλθει νομίμως στη θέση του αρχικού εργοδότη, διατηρούσε στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης επιχείρηση "θεραπευτηρίου", που είχε ως αντικείμενο την παροχή φιλοξενίας ή μετανοσοκομειακής φροντίδας σε πρόσωπα με αναπηρίες ή με χρόνια ή ανίατα νοσήματα. Ότι στα πλαίσια της φροντίδας αυτής, η επιχείρηση παρείχε και παραϊατρικές υπηρεσίες, όπως την τακτική παρακολούθηση της υγείας των τροφίμων, τη χορήγηση φαρμάκων, απλών ή ενέσιμων, την παροχή πρώτων βοηθειών κλπ. Ότι για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, η εναγομένη διατηρούσε σε 24ωρη βάση νοσηλευτικό προσωπικό. Ότι, κατά το μήνα Δεκέμβριο 1992, η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), που ήταν γιατρός "γενικής ιατρικής" και διατηρούσε, παράλληλα, ιδιωτικό ιατρείο, προκειμένου να παρακολουθεί υπεύθυνα την κατάσταση της υγείας των τροφίμων του θεραπευτηρίου και, σε περίπτωση διαπίστωσης κάποιας επιπλοκής που δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί επί τόπου, να επιμελείται προσωπικά τη διακομιδή του ασθενούς στο κατάλληλο νοσοκομείο. Ότι για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσέρχεται στο θεραπευτήριο κατά τις "πρωινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή" εκάστης εβδομάδος, όπου είχε τη συνδρομή του νοσηλευτικού προσωπικού, του οποίου, συγχρόνως, προΐστατο. Ότι σε περίπτωση εκτάκτων περιστατικών, ο ενάγων ενημερωνόταν από το νοσηλευτικό προσωπικό και μετέβαινε άμεσα στο θεραπευτήριο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ότι η αμοιβή του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί εξ αρχής σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως αναπροσαρμόσθηκε κατ' επανάληψη, χωρίς, όμως, να είναι συνδεδεμένο με το αποτέλεσμα της εργασίας του. Ότι κατά την είσπραξη της αμοιβής του, ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι η αναγομένη του κατέβαλλε και επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, ο ενάγων "τελούσε σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη, διότι βρισκόταν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των εκπροσώπων της ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο εκτέλεσης της εργασίας του, την οποία παρείχε καθημερινά στο θεραπευτήριο", υπό οδηγίες και εντολές που ήσαν "δεσμευτικές γι' αυτόν". Ότι, με το ως άνω περιεχόμενο, η συμβατική σχέση των διαδίκων λειτούργησε για περισσότερα από 15 χρόνια, μέχρι την 31-3-2008, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει προς τον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, διατεινόμενη ότι επρόκειτο για σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι "η σχέση που συνέδεε τους συμβαλλομένους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μειωμένη απασχόληση ημερησίως, αφού τα μέρη απέβλεπαν στην παροχή διαρκώς προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος, η οποία δε γινόταν χωρίς έλεγχο και εποπτεία, ώστε να υφίσταται σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών". Κατόπιν αυτού, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2772/ 2009 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έκανε δεκτή κατά το μεγαλύτερο μέρος την ένδικη, από 29-9-2008 αγωγή, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επιδικάζοντας τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε εσφαλμένα τα περιστατικά που δέχθηκε στην έννοια της παροχής εξαρτημένης εργασίας και διέλαβε ελλιπή και εν μέρει ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωσή της, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι τα καθήκοντα του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) εξαντλούνταν στην παρακολούθηση της υγείας των τροφίμων του θεραπευτηρίου και στην αντιμετώπιση των τυχόν προβλημάτων αυτών είτε επί τόπου είτε με διακομιδή στο κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα, ότι τα καθήκοντα αυτά έπρεπε να εκτελούνται χωρίς την επιστημονική επίβλεψη τρίτου προσώπου, αλλά σύμφωνα, αποκλειστικώς, με την κρίση του αναιρεσίβλητου ως γενικού ιατρού και με την απλή βοήθεια του λοιπού, μη ιατρικού προσωπικού και ότι για τη διεκπεραίωσή τους αρκούσε (πλην των εκτάκτων) μια τακτική επίσκεψη του αναιρεσίβλητου κατά τις πρωινές ώρες εκάστης εργασίμου ημέρας, χωρίς ειδικότερο χρονικό ή ποσοτικό προσδιορισμό των ωρών αυτών, έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις αυτές προέκυπτε παροχή οδηγιών εκ μέρους των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας (εναγομένης) και έλεγχος της συμμόρφωσης του αναιρεσίβλητου προς αυτές. Πέραν, όμως, του ότι τα ως άνω καθήκοντα απέρρεαν από τη σύμβαση και η παράλειψη της εκτέλεσής τους θα αποτελούσε μη προσήκουσα εκπλήρωση αυτής, το Εφετείο σε ουδεμία άλλη παραδοχή προέβη, πλην αυτών που αναφέρθηκαν, ως προς την τυχόν εξειδίκευση των οδηγιών των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και το περιεχόμενο του ελέγχου της συμμόρφωσης του αναιρεσίβλητου προς αυτές, ώστε να συνάγεται νομική εξάρτηση ως χαρακτηριστικό της ύπαρξης συμβάσεως εργασίας. Αντίθετα, η ελαστικότητα, με την οποία ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να προσέρχεται στο θεραπευτήριο για να ασκεί τα καθήκοντά του, η επιστημονική ανεξαρτησία που απολάμβανε, η δυνατότητα της παράλληλης διατήρησης ιδιωτικού ιατρείου, ο συμβατικός καθορισμός της εκάστοτε αμοιβής αυτού χωρίς αναφορά προς τις ισχύουσες συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις και η είσπραξη της αμοιβής αυτής με την έκδοση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από αυτόν τον ίδιο, θα μπορούσαν να έχουν υπαχθεί στην έννοια της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (πρβλ. ΟλΑΠ 28/2005). Επομένως, ο αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. 2. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2194/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 12η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και κριτήρια διάκρισης από σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι για παραβίαση των σχετικών διατάξεων και ανεπαρκή αιτιολογία. Αναιρεί.
null
null
0
Αριθμός 1030/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Ξ. Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φωκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 269/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1140/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος, μετά την άκυρη καταγγελία, παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, με σκοπό να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 197/2009). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά το Μάρτιο 1986, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), που είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, είχε προσληφθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), για να προσφέρει στην επιχείρησή της, που τότε είχε έδρα στην Αθήνα, τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία. Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη οικονομική δυσχέρεια, είχε σταματήσει να τον πληρώνει από το Σεπτέμβριο 1991. Ότι, κατά το Μάρτιο 1993, η εναγομένη μετέφερε την έδρα της στη Θεσσαλονίκη και δήλωσε προφορικά στον ενάγοντα ότι στο εξής δεν θα αποδέχεται τις νομικές του υπηρεσίες, διότι, πλέον, δεν τις είχε ανάγκη. Ότι η εναγομένη παρέλειψε να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας. Ότι με τον τρόπο αυτό, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγομένη είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη, γεγονός που έκτοτε διαγνώστηκε δικαστικώς κατ' επανάληψη και οδήγησε στην επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, για προηγούμενα ή διαφορετικά σε σχέση με τα ένδικα χρονικά διαστήματα, όπως προέκυπτε από σειρά δικαστικών αποφάσεων που είχαν προσκομισθεί από τον ενάγοντα. Ότι ο ενάγων, με την ένδικη, από 20-2-2008 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή, ζητεί εκ νέου αποδοχές υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα από 2-10-2004 μέχρι 9-6-2005 και από 9-6-2006 μέχρι 9-6-2008. Ότι κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα, ο ενάγων, ως δικηγόρος, θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει και να προσφέρει ανάλογη εργασία σε νέο εργοδότη, αφού επί 10 και πλέον χρόνια ήταν δεδομένη, ως εκ των δικαστικών αντιδικιών, η άρνηση της εναγομένης να τον απασχολεί, λόγω μεταβολής του τόπου άσκησης της δραστηριότητάς της. Ότι, παρά ταύτα, ο ενάγων απέφυγε αδικαιολόγητα την εξεύρεση νέας θέσεως εργασίας και προτίμησε να παραμείνει άνεργος, με σκοπό να εισπράττει από την εναγομένη τους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να προσφέρει πραγματικές υπηρεσίες σ' αυτήν. Ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων επιδίωκε τη ματαίωση του δικαιώματος της εναγομένης για καταλογισμό της ωφέλειάς του από τη νέα εργασία, την οποία μπορούσε να προσφέρει, στις αποδοχές υπερημερίας, τις οποίες εκείνη ήταν υποχρεωμένη να του πληρώνει. Ότι τα ως άνω περιστατικά δεν είχαν αντικρουσθεί από τον ενάγοντα, που "δεν επικαλέσθηκε, αλλά ούτε και απέδειξε" ότι είχε προσπαθήσει να ανεύρει νέα θέση εργασίας. Ότι υπό τα εν λόγω περιστατικά προέκυπτε προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενάγοντος να εξακολουθήσει την αναζήτηση αποδοχών υπερημερίας, μετά την πάροδο 10 και πλέον ετών από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε κατ' ουσίαν δεκτή την, παραδεκτώς προταθείσα, ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος να αξιώσει αποδοχές υπερημερίας κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την τότε εκκαλουμένη 269/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό κεφάλαιο της ένδικης αγωγής. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 281 και 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, αλλά πλήρης και χωρίς αντιφάσεις αναφορές στα συνιστώντα την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος περιστατικά και στην υπαγωγή αυτών στις ως άνω διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, αν και προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα, με την ως άνω έννοια, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Εν προκειμένω, με το δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο αυτός είχε προσφερθεί να μετακινηθεί από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου η αναιρεσίβλητη να έχει τη δυνατότητα να εξακολουθήσει να τον απασχολεί πραγματικά στη νέα της έδρα, ως νομικό σύμβουλο με πάγια αντιμισθία και β) δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο αυτός είχε παραλείψει, κακόβουλα, να καταβάλει προσπάθειες για την ανεύρεση νέας θέσης εργασίας, με σκοπό να παρατείνει τις συνέπειες της υπερημερίας της. Παρατηρείται, όμως, ότι ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως ενάγοντος, δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά επιχείρημα, με το οποίο αμφισβητείται, ως εκ περισσού, το κίνητρο της καταγγελίας, η οποία στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτως ή άλλως, είναι αναιτιώδης. Επίσης, παρατηρείται ότι ο υπό στοιχείο (β) ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, ως εναγομένης, αποτέλεσε αντικείμενο απόδειξης, υπό την έννοια που αυτή διεξάγεται στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, και το περί του εν λόγω ισχυρισμού πόρισμα προέκυψε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατονομάζονται στην οικεία θέση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.10 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο μέρος αυτού είναι απαράδεκτος και ως προς το δεύτερο μέρος είναι αβάσιμος. 3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007). Και ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον υπέρ του διαδίκου στον οποίο επιβλήθηκε το βάρος αποδείξεως και όχι υπέρ του αντιδίκου αυτού, ο οποίος δεν βλάπτεται, διότι μπορεί, κατ' ανταπόδειξη, να αποδείξει το αντίθετο, χωρίς να χρειάζεται αυτό να έχει διαταχθεί από το δικαστήριο. Εν προκειμένω, με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τα διαδικαστικά έγγραφα της προηγούμενης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων (αγωγές, προτάσεις και δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αναιρετήριο), από τα οποία προκύπτει, σε παλαιότερο σε σχέση με τον ένδικο χρόνο, η απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για την ίδια αιτία, την οποία (ένσταση ΑΚ 281) και τότε είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη προς απόκρουση των κατ' αυτής αγωγών και β) αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος δόλια παράλειψη να ανεύρει νέα θέση εργασίας κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι τα σχετικά περιστατικά "δεν αντικρούονται από τον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος ούτε επικαλείται ούτε και απέδειξε ότι προσπάθησε ν' ανεύρει εργασία" (βλ. για την αναφορά αυτή και παραπάνω, σκέψη αρ.1). Παρατηρείται, όμως, ότι ο υπό στοιχείο (α) αρνητικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως ενάγοντος, ότι, δηλαδή, η ένσταση της αναιρεσίβλητης είχε απορριφθεί στο παρελθόν, δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της παρούσας δίκης, διότι η προηγηθείσα αποφατική κρίση των δικαστηρίων ως προς τη βασιμότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αναφερόταν σε διαφορετικά, προηγούμενα χρονικά διαστήματα και δεν επηρέαζε την ουσιαστική κρίση στην τρέχουσα φάση της αντιδικίας. Άλλωστε, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη την προηγούμενη αντιδικία των μερών, αφού πέραν της γενικής αναφοράς στα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, γίνεται ειδική μνεία και στις δικαστικές αποφάσεις που είχαν προεκδοθεί κατά τη διάρκεια της αντιδικίας αυτής. Επίσης, παρατηρείται ότι η υπό στοιχείο (β) αιτίαση στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δεν επέρριψε βάρος απόδειξης στον αναιρεσείοντα, ως ενάγοντα, περί των πραγματικών περιστατικών που στήριζαν την ένσταση της αναιρεσίβλητης, ως εναγομένης, αλλά από τη μη ειδική απάντησή του επ' αυτών συνήγαγε σιωπηρή ομολογία (ΚΠολΔ 261) και, για να αιτιολογήσει την παραδοχή του, διέλαβε τη φράση ότι ο αναιρεσείων "ούτε επικαλείται ούτε και απέδειξε [υπό την έννοια της ανταπόδειξης] ότι προσπάθησε ν' ανεύρει εργασία". Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' (κατ' ορθή εκτίμηση) και αρ.13 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο μέρος αυτού είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως προς το δεύτερο μέρος είναι αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και οι ενστάσεις, με την προϋπόθεση ότι, εφ' όσον προβάλλονται από τον εναγόμενο, διατυπώνονται με τρόπο ορισμένο και περιλαμβάνουν αίτημα απόρριψης της αγωγής για τη συγκεκριμένη αιτία. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Εν προκειμένω, με τον τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) έλαβε υπ' όψη την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο των προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν περιλαμβάνονταν ούτε περιστατικά, θεμελιωτικά της καταχρήσεως ούτε αίτημα απορρίψεως της αγωγής, δια την αιτία αυτή και β) έκανε δεκτό το λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο εκφραζόταν παράπονο για την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ο λόγος αυτός ήταν αόριστος, διότι δεν εξειδίκευε το σφάλμα που αποδιδόταν στην τότε εκκαλουμένη απόφαση. Παρατηρείται, όμως, ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περιλάμβανε όλα, όσα αναφέρονται ως παραδοχές του Εφετείου στην παραπάνω, με αρ. 1, σκέψη της παρούσας και, επί πλέον, το αίτημα να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστικώς ασκούμενη. Και περαιτέρω, ο σχετικός λόγος της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο πληττόταν η ουσιαστική κρίση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, περιλάμβανε το, δικονομικώς επαρκές κατά τον προσδιορισμό του, παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε οδηγηθεί στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεως λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί. Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' και αρ. 9 περ. α' (κατ' ορθή εκτίμηση μόνο του αρ. 8 περ. α') ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1140/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάχρηση δικαιώματος κατά την επιδίωξη μισθών υπερημερίας μετά την πάροδο 10 ετών από την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες δικηγόρου με πάγια αντιμισθία. Ορθή εφαρμογή σχετικών διατάξεων και επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 1031/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Κ. του Κ., 2) Σ. Κ. του Ν., 3) Δ. Π. του Χ., 4) Α. Π. του Λ., 5) Τ. Κ. του Δ. και 6) Ά. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Μπήινα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 116/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 27/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε δεκτή την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν, εκδόθηκε η 145/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ.1 και 2, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (πρώην 141 της ΣΕΚ), συνάγεται ότι στο πλαίσιο εκπληρώσεως της συμβάσεως εργασίας δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εργοδότη άνιση μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, όταν αυτοί έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν μια συγκεκριμένη απόκλιση δικαιολογείται επαρκώς από κάποια αντικειμενική αιτία. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τα μισθολογικά και άλλα υπηρεσιακά ευεργετήματα, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχουν αναληφθεί συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων (ΑΠ 1554/2004). Η εν λόγω αρχή, όμως, δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι από κάποιες παροχές ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και παρέχουν διαφορετική εργασία (ΑΠ 248/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες στην ένδικη, από 4-3-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητοι) έχουν προσληφθεί από ετών από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, ως τεχνικοί υπάλληλοι εφοδιασμένοι με την κατά νόμο άδεια χειριστή μηχανημάτων τεχνικών έργων Α' τάξεως, με την ειδικότητα του "γεωτρυπανιστή". Ότι στην πραγματικότητα, από την πρόσληψή τους, οι ενάγοντες απασχολούνται ως χειριστές "διατρητικών φορείων" στο ορυχείο Νοτίου Πεδίου του "Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου". Ότι η εργασία των εναγόντων παρέχεται αποκλειστικά εντός του ορυχείου και συνίσταται στην επιχείρηση διατρήσεων και ανατινάξεων επί του εδάφους με τη χρήση μηχανημάτων τύπου "Tabrock", με ισχύ άνω των 300 ίππων, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των βαρέων μηχανημάτων. Ότι το περιστατικό της μη απασχόλησης των εναγόντων ως γεωτρυπανιστών συνάγεται και από το ότι η εναγομένη δεν χορηγεί προς αυτούς το "επίδομα μετακινήσεων", το οποίο χορηγεί μόνο στους πραγματικούς γεωρτυπανιστές λόγω του ότι εργάζονται εκτός των ορυχείων και εκτελούν διερευνητικές γεωτρήσεις σε διάφορα σημεία της Χώρας. Ότι ο χαρακτηρισμός των "διατρητικών φορείων" ως βαρέων μηχανημάτων, που χρησιμοποιούνται εντός των ορυχείων για την αποκατάσταση σκληρών σχηματισμών, προέκυψε από τις καταθέσεις τόσο του μάρτυρα των εναγόντων όσο και εκείνου της εναγομένης. Ότι η εναγομένη, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, χορήγησε από 1-5-1990 ειδικό επίδομα σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού στους "χειριστές και κατευθυντές βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκίνητων ή ντιζελοκίνητων", που είναι κάτοχοι αδειών Α' τάξεως, εργάζονται στα λιγνιτικά κέντρα και "υπάγονται είτε στο σύστημα φυλακής είτε στο προσωπικό ημέρας, αλλά δεν απασχολούνται σε περονοφόρους ανυψωτές συνεργείων". Ότι σκοπός της παροχής αυτής, που ήταν οικειοθελής, υπήρξε η δημιουργία κινήτρου για την αύξηση της παραγωγικότητας, εν όψει των δυσχερών συνθηκών απασχόλησης των χειριστών τέτοιων μηχανημάτων στα λιγνιτωρυχεία, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την απροθυμία της παροχής εργασίας στις θέσεις αυτές. Ότι οι ενάγοντες εξαιρέθηκαν από τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος, διότι θεωρήθηκαν ως χειριστές γεωτρύπανων, τα οποία δεν θεωρούνται βαρέα μηχανήματα. Ότι, αντιθέτως, τα "διατρητικά φορεία", τα οποία, πράγματι, χειρίζονται οι ενάγοντες είναι βαρέα μηχανήματα και, όπως αναφέρθηκε, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά μέσα στα ορυχεία και, μάλιστα, σε έργα ίδια με αυτά, στα οποία χρησιμοποιούνται και τα "βαρέα μηχανήματα ηλεκτροκίνητα ή ντιζελοκίνητα", στους χειριστές και κατευθυντές των οποίων χορηγήθηκε το ένδικο επίδομα. Ότι οι ενάγοντες, στην πραγματικότητα, χειρίζονται μηχανήματα με ανάλογη ιπποδύναμη προς εκείνα, τα οποία χειρίζονται οι εν λόγω συνάδελφοί τους και με την ίδια επαγγελματική άδεια, εργάζονται στον ίδιο χώρο, με τις ίδιες συνθήκες και στην ίδια παραγωγική διαδικασία της εξορύξεως λιγνίτη, με ανάλογο βαθμό δυσκολίας και επικινδυνότητας (θόρυβος, ωράριο, εργασία σε ορυχείο, πίεση για παραγωγή), δεδομένου του ότι η αποκομιδή των σκληρών σχηματισμών, ήτοι η διαδικασία που εκτελείται με τα "βαρέα μηχανήματα ηλεκτροκίνητα ή ντιζελοκίνητα" που χειρίζονται οι εργαζόμενοι που παίρνουν το επίδομα, ακολουθεί κατά πόδας τη διάτρηση, ανατίναξη και αποκατάσταση των σκληρών σχηματισμών, ήτοι τη διαδικασία που εκτελείται με τα "διατρητικά φορεία" που χειρίζονται οι ενάγοντες. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι μεταξύ αφ' ενός των αναιρεσιβλήτων και αφ' ετέρου των χειριστών και κατευθυντών "βαρέων μηχανημάτων ηλεκτροκίνητων ή ντιζελοκίνητων" υπάρχει ουσιώδης ομοιότητα τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, καθώς και συνθηκών εργασίας. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του Εφετείου, η θέσπιση του επιδόματος 20% ως οικονομικού κινήτρου μόνο για τους τελευταίους και η μη χορήγησή του στους πρώτους είναι αδικαιολόγητη και αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων. Κατόπιν αυτού, για την αποκατάσταση της ισότητας, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλλει το επίμαχο επίδομα και στους αναιρεσίβλητους. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ.1 και 2 και 22 παρ.1 του Συντάγματος και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (πρώην 141 της ΣΕΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, τις οποίες εντόπισε στο ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά την παροχή της εργασίας τους στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, χειρίζονται βαρέα μηχανήματα με ισχύ άνω των 300 ίππων, εργάζονται πάντοτε εντός των ορυχείων για την παραγωγή λιγνίτη, εκτελούν καθήκοντα που χρονικώς και λειτουργικώς προηγούνται άμεσα των καθηκόντων, που εκτελούν οι συνάδελφοί τους προς τους οποίους η αναιρεσείουσα χορηγεί το ένδικο επίδομα και, γενικώς, απασχολούνται υπό συνθήκες και προϋποθέσεις ουσιωδώς όμοιες με εκείνες, υπό τις οποίες απασχολούνται οι τελευταίοι. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-4-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 145/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρχή ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. ΔΕΗ, χειριστές διατρητικών φορείων. Προσφέρουν εργασίας υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με τους χειριστές βαρέων μηχανημάτων και δικαιούνται το επίδομα που ο εργοδότης οικειοθελώς χορηγεί στους τελευταίους. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 1017/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερωτόκριτο Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Σπυροπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 21880/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "HELMA Ανώνυμη Εμπορική Εισαγωγική Εξαγωγική Τεχνική Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 698/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά εγκύρου επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του εκδότου, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του δόλου, η ύπαρξή του ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 21880 /2012 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε τα παρακάτω: "ο εκκαλών, στην Αθήνα, στις 31.07.2004 εξέδωσε εκ προθέσεως την υπ' αριθμόν ... επιταγή, ποσού 350.000 ευρώ εις διαταγήν της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΙΒΩΤΟΣ Α.Τ.Ε." προς την "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", η οποία μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΗΕLΜΑ Α.Ε. ΔΟΜΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ-ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ", νομίμως εκπροσωπούμενη από το Δ. Τ., που έγινε έτσι νόμιμη κομίστρια αυτής, και η οποία, όταν εμφανίσθηκε από τον τελευταίο εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 06.08.2004 στην επιτασσόμενη προς τούτο πληρώτρια Τράπεζα, όπως αρμοδίως βεβαιώθηκε επί του σώματος της, δεν πληρώθηκε το ποσό της λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς κάλυψη της στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό του εκκαλούντος, σε χρέωση του οποίου αυτή εκδόθηκε, γεγονός που ο τελευταίος γνώριζε και αποδεχόταν κατά το χρόνο εκδόσεως και εμφανίσεως της προς πληρωμή, λόγω και της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως, στην οποία, έκτοτε, βρισκόταν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η επιταγή αυτή δόθηκε προς την εγκαλούσα για την εξασφάλιση πληρωμής τιμήματος από σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚΙΒΩΤΟΣ Α.Ε." και αφορούσε αγορά μηχανημάτων από την τελευταία, της οποίας συνεργάτες ήταν ο εκκαλών και ο ανεψιός του Κ. Κ.. Λόγω καθυστερήσεως των πληρωμών από τα έργα που είχε αναλάβει η άνω εταιρεία αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και έτσι δεν πληρώθηκε η επίδικη επιταγή, με συνέπεια η εγκαλούσα να προβεί στη σφράγιση της επιταγής αυτής που είχε λάβει προς εξασφάλιση της πληρωμής της, η οποία και δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, κατά τα προαναφερθέντα. Επομένως, ο εκκαλών τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής." Μετά ταύτα κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2 ) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα στις 31-7-2004 με πρόθεση εξέδωσε μία επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμόν ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης την 31.7.2004 για να πληρωθεί από την Τράπεζα ALPHA για το χρηματικό ποσό των 350.000,00 ευρώ σε διαταγή "ΚΙΒΩΤΟΣ Α.Τ.Ε." περιελθούσα νομίμως με οπισθογράφηση στην εταιρείαν "HELMA A.E. ΔΟΜΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" που εκπροσωπείται νομίμως από τον Δ. Τ. και αφού παρουσιάστηκε στις 6.8.2004 στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσης του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, ήτοι της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής της εν λόγω επιταγής, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον, μετά την ισχύ του ν. δ. 1325/1972 ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή, με την ανωτέρω παραδοχή στο σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή εν γνώσει του ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής αυτής. Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τον αναιρεσείοντα, της επίδικης επιταγής, υπογραφείσα υπ' αυτού, ως και τον χρόνο εκδόσεώς της, την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της εκδόσεως και πληρωμής και τον οποίον η απόφαση εκθέτει σαφώς και ορισμένως, με το να δεχθεί, ότι αφού παρουσιάσθηκε την 6-8-2004, στη πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κ.Π.Δ. 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ. Από την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη, ο νόμιμος κομιστής αυτής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της στην πληρώτρια τράπεζα ο οποίος ως άμεσα ζημιωθείς νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για τη βλάβη αυτή. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Στο άνω άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση . εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. Ολ.ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η παραγραφή της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο, αν παρίσταται, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως, αν ήταν απών στον πρώτο βαθμό, πρέπει να προβάλλεται με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της ερήμην καταδικαστικής απόφασης. Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υπόχρεου. Εφόσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών της. Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως (Α.Π. 944/2011, Α.Π. 128/2012). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι παρά το νόμο παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στη δευτεροβάθμια δίκη, η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "HELMA A.E ΔΟΜΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως αυτής, διότι δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην πρωτόδικη δίκη, μετά πενταετία, ότε και είχε παραγραφεί η σχετική αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης και δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς να παραστεί στην ποινική διαδικασία. Όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ' αριθμό 96351/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "HELMA A.E. ΔΟΜΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" και δήλωσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Με την απόφαση αυτή, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, έγινε δεκτό το αίτημα της παθούσας πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να της πληρώσει το αιτηθέν ως άνω ποσό. Στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου, κατόπιν της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ίδιας εγκαλούσας και επανέλαβε τη δήλωση, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, για το ως άνω ποσό, των 44 ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την κρινόμενη άδικη πράξη, ενώ από την πλευρά του κατηγορουμένου προβλήθηκε στην δίκη κατ' έφεση, ένσταση για αποβολή της πολιτικής αγωγής, λόγω του ότι, παρήλθε πενταετία από τη φερόμενη ημερομηνία τέλεσης της πράξης (2004). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα, πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, ως απαράδεκτη, αφού από τα πρακτικά της πρωτόδικης υπ' αριθμό 96351/2007 απόφασης, προκύπτει ότι κατά της γενόμενης στον πρώτο βαθμό δηλώσεως παράστασης πολιτικής αγωγής της εγκαλούσας εταιρείας, ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε και δη, παραγραφή της προβληθείσας αξιώσεώς της από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, από δε την έκθεση της έφεσης του κατηγορουμένου προκύπτει ότι δεν προσέβαλε αυτός με ειδικό λόγο εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στην ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα, η οποία παραδεκτά επανέλαβε τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής και στο εφετείο, στο οποίο το πρώτον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαραδέκτως προβλήθηκε η παραπάνω ένσταση, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το εφετείο κρίνει την υπόθεση μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος που καθορίζει η ασκηθείσα έφεση. Κατόπιν, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, επεδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ, αφού προηγούμενα, κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχε απορρίψει την προταθείσα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω παραγραφής, ως απαράδεκτη. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, περί απαραδέκτου προβολής της άνω ένστασης περί παραγραφής, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η αξίωση της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας σε κάθε περίπτωση, δεν υπέκυψε σε παραγραφή, όπως αβάσιμα αυτή διατείνεται, καθόσον από τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που έγινε με την υποβολή της μήνυσης, την 5-11-2004, όπως από την επισκόπηση του οικείου φακέλου προκύπτει, και μέχρι 30-10-2007, οπότε επανελήφθη αυτή, κατά τη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπου δηλώθηκε η παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν παρήλθε, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, πενταετία και η αξίωση της τελευταίας δεν υπέκυψε σε παραγραφή, η ούτω δε διακοπείσα και εκ νέου αρξαμένη παραγραφή, δεν συμπληρώθηκε μέχρι 2-4-2012, οπότε επανελήφθη αυτή, κατά τη συνεδρίαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπου δηλώθηκε εκ νέου η παράσταση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Συνεπώς, δεν παρέστη παρά το νόμο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο η πολιτικώς ενάγουσα, ούτε εκ της παραστάσεως της δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του Κ.Π.Δ 1ος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας από τη μη αποβολή της πολιτικής αγωγής, εκ του ως άνω λόγου παραγραφής, είναι απορριπτέος, κατά το σκέλος αυτό, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 65 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο υπό του δικαιουμένου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1 και 67 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα η πολιτική αγωγή η οποία ασκήθηκε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο εφόσον δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 321 έως 324 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι αποκλείεται η εισαγωγή της πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικοπραξίας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μόνον εφόσον αυτή ασκήθηκε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και εκδόθηκε για αυτή οριστική απόφαση εκτός εάν ο δικαιούχος επιφυλάχθηκε να ζητήσει μέρος της απαιτήσεώς του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Φυσικά θα πρέπει να ταυτίζονται οι αξιώσεις που εισάγονται ενώπιον των δύο δικαστηρίων, κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία. Δηλαδή η έκδοση από το πολιτικό δικαστήριο οριστικής αποφάσεως επί αγωγής, η οποία έχει πραγματική και νομική βάση την αξιόποινη πράξη που δικάζεται στο ποινικό δικαστήριο, καθώς και το ίδιο αντικείμενο με εκείνο της πολιτικής αγωγής, εμποδίζει το ποινικό δικαστήριο να επιληφθεί και να αποφανθεί επί της ασκούμενης ενώπιον αυτού πολιτικής αγωγής. Διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.2), που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α/ ΚΠΔ αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον αυτό ως άνω, 1ο λόγο αναίρεσης, με το έτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 Κ.Π.Δ, πέραν του αναπτυχθέντος ως άνω λόγου, και εκ του λόγου ότι, παρανόμως η εγκαλούσα παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου, διότι όταν αυτή δημοσιεύθηκε (2012) ήδη είχε εκδοθεί η 2043/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απήγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω της αδικοπραξίας του, εκ του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας ,για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "HELMA A.E. ΔΟΜΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ" είχε ασκήσει κατά του κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-10-2007 αγωγή της με την οποία είχε ζητήσει να απαγγελθεί σε βάρος του, προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, λόγω της αδικοπραξίας του, από την έκδοση της ένδικης ακάλυπτης επιταγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2043/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απήγγειλε την προσωπική κράτηση κατά του τότε εναγομένου - κατηγορουμένου, διάρκειας έξι (6) μηνών. Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο, απεφάνθη νομίμως, μόνο κατά το κεφάλαιο περί προσωπικής κράτησης κατά το οποίο εισήχθη η αγωγή προς κρίση ενώπιόν του και όχι κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο είναι διαφορετικό και ουδέποτε εισήχθη προς κρίση ενώπιον του ως άνω πολιτικού δικαστηρίου. Συνεπώς, αφού δεν ταυτίζονται οι δύο αξιώσεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανάλωση της σχετικής περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αξιώσεως της εγκαλούσας, με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Όθεν η εγκαλούσα, νομίμως στη συνέχεια, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για ποσό 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την δικαζόμενη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Κατόπιν, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, επεδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ, αφού προηγούμενα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είχε απορρίψει την προταθείσα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, εκ του ως άνω λόγου. Συνεπώς, δεν παρέστη παρά το νόμο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο η πολιτικώς ενάγουσα, ούτε εκ της παραστάσεως της δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ 1ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, εκ της παρά το νόμο παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας, διότι είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 2043/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απήγγειλε σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση, πρέπει να απορριφθεί και κατά το σκέλος αυτό, ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιασθούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει, όσα ορίζονται στο άρθρο 38, χωρίς, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. Κατά δε την παρ. 2, αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει, ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την πλαστότητά του, αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη, ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία. Άλλως, απορρίπτει το σχετικό αίτημα για την κήρυξη του εγγράφου ως πλαστού και προχωρεί στην έρευνα του βασίμου της κατηγορίας (ΑΠ 845/2002 ). Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 εδ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα όλες οι δικαστικές αποφάσεις χωρίς εξαίρεση, επομένως και η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα να κηρυχθεί έγγραφο, ως πλαστό. Έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης αυτής, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., συντρέχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 338 Κ.Π.Δ. Εφόσον απορριφθεί το αίτημα αυτό χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στη συνέχεια, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, η συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, που τον εκπροσώπησε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση, Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προέβαλε εγγράφως την ένσταση της πλαστότητας (μεταξύ άλλων επιταγών που δεν αφορούσαν την ως άνω υπόθεση) και της ένδικης με αριθμό ... επιταγής, την οποία ένσταση ανέπτυξε και προφορικά, αναφέροντας ότι η επιταγή αυτή παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο, στον ανεψιό του, Κ. Κ. του Ν., εν τοις πράγμασι εκπρόσωπο και διαχειριστή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής ως επιταγή ευκολίας, φέρουσα μόνο την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, προκειμένου να τον διευκολύνει λόγω της συγγενικής τους σχέσεως, ώστε η ως άνω εταιρία την οποία αφανώς διαχειριζόταν να αποκτήσει πιστοληπτική ικανότητα, με τη ρητή συμφωνία ότι η επιταγή αυτή θα συμπληρωνόταν μόνο κατόπιν έγγραφης συναινέσεως αυτού και θα εξοφλούνταν πλήρως από αυτόν (Κ.Κ.) και την ανωτέρω εταιρία συμφερόντων του, ότι την επιταγή αυτή τη συμπλήρωσε ο μηνυτής, που ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "HELMA AE" στην οποία μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση ως προς όλα τα στοιχεία της, πλην της υπογραφής του, από κοινού με τους Κ.Κ. και Π. Κ., χωρίς σχετική συμφωνία μεταξύ τους, και άρα αυτή τυγχάνει προϊόν πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως του περιεχομένου της και ζήτησε την απαλλαγή του από την κατηγορία του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως και πρότεινε μάρτυρα τον Κ. Κ. του Α.. Το δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αυτή με την εξής αιτιολογία: "Κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε παρόντος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ο τελευταίος άσκησε την από 30.10.2007 έφεση του, με την οποία δεν προέβαλε με σχετικό λόγο εφέσεως την πλαστότητα της επίδικης επιταγής, με βάση την οποία αυτός καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, παρά μόνο το παράπονο ότι "το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε". Κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής στη σημερινή δικάσιμο ο εκκαλών, δια της συνηγόρου του, προέβαλε τον ισχυρισμό περί πλαστότητας της επίδικης επιταγής, υπό τη μορφή της νόθευσης εγγράφου: και δη τη συμπλήρωση αυτής καθ' όλα τα στοιχεία της χωρίς τη συναίνεση του, προτείνοντας ως μάρτυρα για την πλαστότητα τον αναφερόμενο Κ. Κ. του Α.. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, που προτείνεται για πρώτη φορά με τον παραπάνω τρόπο, δηλαδή χωρίς σχετικό λόγο εφέσεως, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητάς του (ενόψει του ότι η συμπλήρωση της επιταγής παρά τα συμφωνηθέντα, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών στον έγγραφο ισχυρισμό του περί πλαστότητας, που ενσωματώνεται στα πρακτικά της δίκης, δεν συνιστά πλαστογραφία), θα πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε ήδη στην προηγούμενη απορριπτική απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως και συνεπώς η για πρώτη φορά προβολή της επικαλούμενης πλαστότητας της επίδικης επιταγής από τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτη. Πάντως, σε κάθε περίπτωση ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προέβαλε ισχυρισμό περί πλαστότητας της επίδικης επιταγής, αλλά αντιθέτως, όπως και ο ίδιος ομολογεί στον άνω έγγραφο αυτοτελή ισχυρισμό του, και προκύπτει από το περιεχόμενο της απολογίας του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εμμέσως πλην σαφώς ομολόγησε την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο" Η αιτιολογία αυτή της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης που αφορά την απόρριψη της ένστασης πλαστότητας της επιταγής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη των παραδοχών της, περί απαραδέκτου προβολής της εν λόγω ένστασης το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς η ένσταση αυτή να αποτελεί λόγο έφεσης, η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση περιέχει και επάλληλη, πλην της άνω, αιτιολογία, η οποία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην ως άνω κρίση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την κρίση του αυτή, και ειδικότερα τις ομολογίες του κατηγορουμένου, που προκύπτουν από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτοτελών ισχυρισμών του που υπέβαλε στο δικαστήριο και την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η απολογία αυτή, να σημειωθεί, είχε ήδη αναγνωστεί, κατά την έκδοση της ως άνω παρεμπίπτουσας περί πλαστότητας απόφασης, και ειδικότερα σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, κατά την έκδοση, άλλης παρεμπίπτουσας απόφασης, που αφορούσε το αίτημα αποβολής της πολιτικής αγωγής, όπως προκύπτει, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, (βλ. σελίδα 8 στο τέλος της των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης). Επομένως, ο αντίθετος περί των ανωτέρω, 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' Κ.Π.Δ. κατά το πρώτο σκέλος του καθ' όσον με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την με ελλιπή και εσφαλμένη αιτιολογία απόρριψη του άνω αιτήματος της ένστασης πλαστότητας και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει στο ανωτέρω αίτημα ή δεν αιτιολογήσει, ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται, αντιστοίχως, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως ή έλλειψη αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ή Δ' ΚΠΔ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες (Α.Π. 2482/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, η συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, που τον εκπροσώπησε κατά τα άνω, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, προέβαλε εγγράφως μαζί με την κατά τα άνω ένσταση της πλαστότητας και σε συνέχεια αυτής και το αίτημα πραγματογνωμοσύνης και το ανέπτυξε και προφορικά. Το αίτημα αυτό επί λέξει έχει ως εξής: "Προς επίρρωση του ισχυρισμού μου ότι τα στοιχεία της επίδικης επιταγής δεν τέθηκαν από εμένα, υποβάλλω στο δικαστήριό Σας το αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να καταλήξετε σε δίκαιη δικανική πεποίθηση". Το δικαστήριο, με την κατά τα άνω, παρεμπίπτουσα επί της ένστασης πλαστότητας απόφαση και μετά τις παραδοχές του για απόρριψη της ένστασης αυτής, απέρριψε το αίτημα περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με την διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι "ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελές και το αίτημα του εκκαλούντος περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αφού μετά την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού του περί πλαστότητας της επίδικης επιταγής δεν έχει πλέον αντικείμενο". Όπως υποβλήθηκε το άνω αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από την συνήγορο που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη ήταν αόριστο, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτό, περί τίνος ακριβώς θέματος θα αποφαινόταν ο γραφολόγος, εν όψει του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι η ένδικη επιταγή, έφερε μόνο την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, συνεπώς δεν ετίθετο θέμα πλαστότητας της υπογραφής του και κατά τα λοιπά στοιχεία της, η επιταγή ήταν λευκή και συνεπώς η συμπλήρωση αυτής μπορούσε να γίνει από τον λήπτη αυτής, ή τρίτο πρόσωπο, άλλο δε, είναι το ζήτημα της συμπλήρωσης αυτής αντίθετα από τα συμφωνηθέντα. Συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα στο ανωτέρω αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος, αφού αυτό ήταν αόριστο, εκ περισσού δε, παρά ταύτα το απέρριψε με την αιτιολογία ότι είναι αλυσιτελές και άνευ αντικειμένου. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν χρειάζεται η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκ του πράγματος δέχθηκε ότι ήταν σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί της εν λόγω ένστασης πλαστογραφίας της ενδίκου επιταγής από τα υπάρχοντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η αιτιολογία δε αυτή, που συμπληρώνεται από το σύνολο των παραδοχών της παρεμπίπτουσας αποφάσεως ως προς την ένσταση της πλαστογραφίας, είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το δικαστήριο, για την πληρότητά της, άλλα επί πλέον στοιχεία. (Α.Π. 294/ 2009). Επομένως, ο αντίθετος περί των ανωτέρω 2ος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. κατά το δεύτερο σκέλος του καθ' όσον με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την με ελλιπή και εσφαλμένη αιτιολογία απόρριψη του άνω αιτήματος για γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-5-2012 (υπ' αριθμό πρωτ.53/2012) αίτηση αναιρέσεως του Π. Γ. του Ι., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 21880/2012 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας Πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία αδικήματος. Δόλος. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πολιτική αγωγή. Ενεργητική νομιμοποίηση. Προβολή λόγου περί παραγραφής της αστικής αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Δεν εξετάζεται το θέμα της παραγραφής αυτής αυτεπάγγελτα, αλλά κατ' ένσταση του υποχρέου. Προβολή της ενστάσεως κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι το πρώτον στο Εφετείο. Εν προκειμένω προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο και ως εκ τούτου, απορριπτέα η αιτίαση. Προβολή λόγου περί ανάλωσης της αστικής αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω άσκησης αγωγής σε πολιτικό δικαστήριο. Απορρίπτει. Προβολή ισχυρισμού περί πλαστότητας της ένδικης επιταγής και διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης. Απορρίπτει. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 1003/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερωτόκριτο Καλούδη, Προεδρεύοντα Αεροπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Στυλιανή Γιαννούκου και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου B. X. του X., Αλβανού υπηκόου, προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 59/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 25-2-2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Ανακριτή του Δικαστηρίου της CATANIA, της Ιταλίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 19/24-4-2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2012. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ... και άλλες διατάξεις", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο εκζητούμενος και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσόμενης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Συνεπώς η κρινόμενη, από 24-4-2012 έφεση, με αριθμό 19/2012, του Αλβανού υπηκόου, X. B. του X. και B., που γεννήθηκε στις 7-4-1978, στην πόλη Fier Αλβανίας, κατά της υπ' αριθ. 59/24-4-2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση, του κατ' αυτού εκδοθέντος, από 25-2-2011, Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως των Ιταλικών Αρχών, που εκδόθηκε από τον Ανακριτή του δικαστηρίου της CATANIA Ιταλίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του Γραμματέως του ανωτέρω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) να ασκηθεί ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που έχει ήδη αποδοθεί σ' αυτό ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει, ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στο άρθρο 12 οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του. Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (νομότυπη έκδοση) (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου. Μεταξύ των λόγων υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. β' του ως άνω άρθρου 11 του ν. 3251/2004, σύμφωνα με την οποία "αν από πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση". Περαιτέρω, οφείλει να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 12 του ν. 3251/2004, λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Μεταξύ των λόγων δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. δ' του ως άνω άρθρου 12 του ν. 3251/2004, σύμφωνα με την οποία "αν από πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση". Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο ο παραστάς (χωρίς συνήγορο) εκκαλών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφαση του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 4979/07 R.G.N.R - 6251/ 09 R.G.G.I.P (στοιχεία της δικογραφίας 4979/07 Γεν. Μητρ. Κατ. Αξιόποινων πράξεων και 6251/09 Γεν. Μητρ. Δικαστή για προανακρίσεις) από 25-2-2011, Εντάλματος Συλλήψεως, του Ανακριτή του Δικαστηρίου της CATANIA Ιταλίας, κατά του εκκαλούντα, X. B. του X. και B., που γεννήθηκε στις 7-4-1978 στην πόλη Fier Αλβανίας, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, προκειμένου να εκδοθεί στις Ιταλικές Αρχές, ώστε να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για τις αναφερόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις: α) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που αποσκοπούσε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών που προβλέπεται στο άρθρο 74 παρ.1 και 3 DPR (ΘΠΔ) 309/90 και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 24 έτη, και β) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών που προβλέπεται από τα άρθρα 81 Π.Κ. και 73 και 80 του DPR (ΘΠΔ) 309/90 και τμωρείται με ποινή φυλάκισης 20 έτη. Οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις, α) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που αποσκοπούσε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και β) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών προβλέπονται και τιμωρούνται, και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα και ειδικότερα, από τα άρθρα 187 παρ. 1 Π.Κ. που προβλέπει ποινή καθείρξεως, μέχρι δέκα (10) ετών, για την πρώτη και από τα άρθρα 20 παρ.1 α' β' και ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (ν. 3459/2006) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 εδ. θ' Ποινικού Κώδικα που προβλέπει ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα (10) ετών για τη δεύτερη. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περ. ε' του ν. 3251/2004, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, πλην άλλων, και στην περίπτωση που αφορά παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, εφόσον η αξιόποινη αυτή πράξη, τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, προϋπόθεση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία της φύσεως και το νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για τα οποία πρόκειται να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις αξιόποινες πράξεις, οι ποινές που απειλούνται, και οι νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις εν λόγω πράξεις. Συνεπώς, πληροί τους όρους της τυπικής νομιμότητας αυτού κατά το ν. 3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες ζητείται να εκδοθεί ο εκζητούμενος και τιμωρούνται, όπως προαναφέρθηκε, με ποινή φυλάκισης μέχρι 24 έτη η πρώτη (συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση) και 20 έτη η δεύτερη (διακίνηση ναρκωτικών ουσιών), συνίστανται στο ότι: α) για την πράξη της συμμετοχής σε εγκληματική Οργάνωση, ότι συνεργάστηκε με πάνω από δέκα (10) άτομα και με άλλα που δεν έχουν αναγνωριστεί ώστε να διαπράξουν περισσότερα εγκλήματα μεταξύ των οποίων και εκείνα που προβλέπονται από το άρθρο 73 του ίδιου ως άνω θεσπίσματος. Συγκεκριμένα, αγόρασαν, εισήγαγαν από την Αλβανία και την Ελλάδα, πώλησαν και σε κάθε περίπτωση παραχώρησαν σε τρίτους μαριχουάνα και ηρωίνη, ναρκωτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του άρθρου 14 του ανωτέρω θεσπίσματος. Αρχηγοί της εγκληματικής οργάνωσης-διοργανωτές ήταν οι Ρ. L., Χ. Β., Ν. S. και κάποιος Τ. (ο οποίος δεν έχει αναγνωρισθεί). Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η οργάνωση οπλοφορούσε. Τα γεγονότα επράχθησαν στην Αλβανία, στην Ελλάδα, στην Κατάνια, στις Συρακούσες στο Τορίνο και στην Παβία μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007, β) για το έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, όπως προβλέπεται από το άρθρο 81 ΠΚ και άρθρα 73 και 80 DPR (ΘΠΔ) 309/90 και ακόλουθες τροποποιήσεις, γιατί μόνοι, αλλά και συνεργαζόμενοι, με περισσότερα από πέντε άτομα και πέραν των περιστάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 17 του ανωτέρω θεσπίσματος, με διάφορες πράξεις για την επίτευξη του ίδιου εγκληματικού σχεδίου εισήγαγαν από την Αλβανία και την Ελλάδα, αγόρασαν, διέθεταν, πώλησαν και σε κάθε περίπτωση παραχώρησαν σε τρίτους μαριχουάνα και ηρωίνη, ναρκωτικές ουσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του άρθρου 14 του ανωτέρω θεσπίσματος. Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί τα γεγονός ότι το έγκλημα που διαπράχθηκε αφορούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Βαθμός συμμετοχής του καταζητούμενου: διοργανωτής και υποκινητής. Τα γεγονότα επράχθησαν στην Αλβανία, στην Ελλάδα, στην Κατάνια, στις Συρακούσες στο Τορίνο και στην Παβία μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007. Ο εκκαλών εκζητούμενος, με τον μοναδικό λόγο εφέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει την ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής δίκης, ενώπιον του Εφετείου, στην Αλβανία, με κατηγορούμενο τον ίδιο, χωρίς κατά τους ισχυρισμούς του να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται. Η επίκληση του λόγου αυτού δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις γ' και δ' που προβλέπονται στο άρθρο 12 του ν. 3251/2004 και κατά τις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του. Δεν προκύπτει, από όσα ισχυρίζεται ο ήδη εκκαλών - εκζητούμενος και από τα έγγραφα που προσκόμισε, ότι αυτός έχει δικασθεί αμετάκλητα σε χώρα κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, ούτε ότι, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, αυτός έχει δικασθεί αμετάκλητα για την ίδια πράξη σε τρίτη χώρα, όπως η Αλβανία, ώστε σε περίπτωση καταδίκης η ποινή είτε θα έχει εκτιθεί, είτε να εκτίεται ή να μη μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου, η επίκληση από τον ήδη εκκαλούντα, του γεγονότος ότι, στα Αλβανικά δικαστήρια και συγκεκριμένα στο Εφετείο, εξακολουθεί να είναι εκκρεμής η ως άνω ποινική υπόθεση που τον αφορά και ότι, η εν λόγω υπόθεση αφορά την ίδια πράξη που του αποδίδεται με το υπό εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, γίνεται όλως αορίστως, αφού δεν διευκρινίζεται, καν, το δικαστήριο της Αλβανίας στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, όπως ο ίδιος ο εκκαλών διατείνεται, η εν λόγω καταδίκη δεν είναι αμετάκλητη, ώστε να έχει εφαρμογή η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 στοιχ. δ' του ως άνω νόμου. Επίσης απορριπτέος είναι και ο πιο πάνω λόγος έφεσης, κατά το επί μέρους σκέλος του, ότι δεν έχει ο εκζητούμενος σχέση με τις αναφερόμενες στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πράξεις, αφού βρίσκεται στην Ελλάδα από επταετίας, καθόσον στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεν συγχωρείται στο Δικαστικό Συμβούλιο του Κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αιτήσεως, να προβεί στην εξέταση της βασιμότητας της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο κατηγορίας. Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι με την κρινόμενη έφεση προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και ο συναφής λόγος έφεσης του εκκαλούντος- εκζητούμενου, ως προς όλα τα σκέλη αυτού. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, και εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 απαιτούμενα τυπικά στοιχεία, και συνεπώς είναι τυπικά έγκυρο, συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 10, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ανωτέρω νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος, και δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση. Ο εκκαλών, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσία, την υπ' αριθμό 19/24-4-2012 Έφεση του B. X. του X., Αλβανού υπηκόου, κατοίκου προσωρινά Κ.Κ. Κορυδαλλού, κατά της υπ' αριθμό 59/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμό 4979/07 R.G.N.R - 6251/ 09 R.G.G.I.P (στοιχεία της δικογραφίας 4979/07 Γεν. Μητρ. Κατ. Αξιόποινων πράξεων και 6251/09 Γεν. Μητρ. Δικαστή για προανακρίσεις), από 25-2-2011, Εντάλματος Συλλήψεως του Ανακριτή του Δικαστηρίου της CATANIA Ιταλίας. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 3 Ιουλίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αλλοδαποί. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ένταλμα σύλληψης Ιταλικών αρχών σε βάρος Αλβανού υπηκόου. Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που αποσκοπούσε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Έφεση κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος, ενώπιον του ΑΠ. Στοιχεία τυπικής εγκυρότητας εντάλματος. Περιπτώσεις αρνήσεως εκτέλεσης του εντάλματος: αμετάκλητη καταδίκη σε τρίτη χώρα, εφ' όσον η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίνεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Επίκληση εκκρεμούς ποινικής δίκης στην Αλβανία για την ίδια πράξη. Δεν επικαλείται ότι έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, ούτε προκύπτει ότι έχει δικαστεί για την ίδια πράξη. Απορρίπτει έφεση.
null
null
0
Αριθμός 1004/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερωτόκριτο Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Στυλιανή Γιαννούκου και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Δ. Τ. του Η., Έλληνα υπηκόου, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, κατά της υπ' αριθμ. 71/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό 13.707083-11/9.12.2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου του Αμστερντάμ Ολλανδίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/6.4.2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας Μ. Φυτσιώρη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/2012. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου ως απαράδεκτη, λόγω παραιτήσεως του ανωτέρω εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3251/2004, και στη διαδικασία εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως, κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου εφετών (επί εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου) επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, για την έφεση δε αυτή συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών και επ' αυτής όπως ορίζει η παρ.2 του ίδιου άρθρου αποφαίνεται ο Άρειος Πάγος μέσα σε οκτώ ημέρες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 475 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, που επίσης εφαρμόζεται και στην ανωτέρω διαδικασία ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση η οποία υποβάλλεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ.1 ΚΠοινΔ, ήτοι, ειδικώς επί κρατουμένου στη Φυλακή, με δήλωση σ' εκείνον που τη διευθύνει, και για την οποία συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που τη δέχεται. Στην περίπτωση που έγινε τέτοια παραίτηση, το ασκηθέν ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ και αυτός που το άσκησε καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την 71/2012 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 13707083-11/9-12-2011 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Άμστερνταμ Ολλανδίας κατά του Δ. Τ. του Η. Έλληνος υπηκόου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκζητούμενος με την 2/6-4-2012 έφεση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας από την οποία, όμως, παραιτήθηκε με την από 22-05-2012 δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Λάρισας περί της οποίας συντάχθηκε η 48/22-05/2012 Έκθεση Παραιτήσεως από ένδικο μέσο. Επομένως, η έφεση αυτή μετά και την κλήτευση του εκκαλούντος να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο (βλ.από 24-5-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του (... Γραμματέως Καταστήματος Κράτησης Λάρισας) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-4-2012 έφεση του Τ. Δ. του Η. και Ε., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... κατά της 71/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1018/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ερωτόκριτο Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ.-Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1353/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Κ., 2) Ζ. Κ. του Ν. και 3) Μ. συζ. Γ. Κ.. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 125/16.5.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§ 1 εδαφ. α' του Κ.Π.Δ., την από 9-3-2012 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Σ. - Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1353/23-9-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473§1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή. Περαιτέρω κατά την παράγραφο "2" του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους". Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων", μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 65 §§ 1 και 2 του τελευταίου αυτού νόμου, οι οποίες όριζαν ειδική βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο. Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου του Ν. 2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ και το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και επί αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, για εγκλήματα τελούμενα δια του τύπου, η οποία ασκείται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η χορηγούμενη προς τούτο, κατά το άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., προθεσμία των είκοσι ημερών, συντέμνεται στο ήμισυ. Είναι δηλαδή δέκα ημέρες και αρχίζει, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, από την καταχώριση της αποφάσεως, καθαρογραμμένης, στο τηρούμενο από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου 473 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 123/2008 Π.Χρ. ΝΗ/887). Ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την από 9-3-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1353/23-9-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής διαφήμισης δια του τύπου, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 94§1, 98, 362 και 363 Π.Κ.), παρών. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 22-2-2012, με αύξοντα αριθμό 129 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9-3-2012, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαήμερης κατά τα παραπάνω προθεσμίας. Έτσι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και δεν γίνεται σ' αυτή επίκληση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 51 3§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 9-3-2012 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Σ. - Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 1353/23-9-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15 Μαΐου 2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ. Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του ΑΝ 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνον του Ν. 1178/1981. Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 5060/1931, που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 οι παραπάνω προβλεπόμενες, δεκαήμερη και εικοσαήμερη, προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, προκύπτει ότι, επί αναιρέσεως ασκούμενης από τον καταδικασμένο, η προς τούτο χορηγούμενη από το άρθρο 473§§1, 2 ΚΠΔ προθεσμία των 10 ημερών ή των 20 ημερών (αν η αίτηση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) συντέμνεται στο ήμισυ και αρχίζει στην τελευταία περίπτωση, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ. Εάν, όμως, ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία δεν αρχίζει εάν προηγουμένως δεν επιδοθεί σ' αυτόν η απόφαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1353/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, δημοσιευθείσα, παρόντος του κατηγορουμένου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε για Συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα δια του τύπου, σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, η απόφαση δε αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Θράκης στις 22-2-2012, με αύξοντα αριθμό 129, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Θράκης. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στις 9-3-2012, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, άρα εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο της δεκαήμερης κατά τα άνω προθεσμίας από της καταχώρησης της προσβαλλόμενης απόφασης, που συντελέστηκε στις 22-2- 2012. Επομένως, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου, αφού σε αυτήν δε γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ειδοποιηθέντος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο. Ο αναιρεσείων θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. πρωτ. 585/9-3-2012 αίτηση αναίρεσης του Σ.- Δ. Λ., περί αναίρεσης της υπ' αριθμό 1353/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Πραγματικά περιστατικά. Συκοφαντική δυσφήμηση των πολιτικώς εναγόντων από τον κατηγορούμενο ως εκδότη, διευθυντή και συντάκτη σε τοπική εφημερίδα. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Προθεσμία ασκήσεώς της. Στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του Τύπου οι προβλεπόμενες στον ΚΠΔ με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις 5 ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ, ήτοι 5 ημέρες (με δήλωση στο γραμματέα) και 10 ημέρες (με δήλωση στον Εισαγγελέα του ΑΠ). Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της.
null
null
0
Αριθμός 865/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Πoινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Eισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 666/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Θεόδωρος Χρόνης και Θεμιστοκλής Σοφός. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 20 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1002/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 222 ΠΚ, όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 666/ 2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι μεταξύ της εγκαλούσας εδρεύουσας στην ... ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και του κατηγορουμένου Χ, καταρτίσθηκε στο ... στις 23-11-2000 σύμβαση έργου αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η εγκαλούσα εταιρία ανέθεσε και ο κατηγορούμενος ανέλαβε ως Περιφερειακός Διευθυντής, έναντι συμφωνημένης αμοιβής, το έργο του ελέγχου της πιστής εφαρμογής των κανονισμών λειτουργίας από τους διευθυντές (συντονιστές) καταστημάτων, της μέριμνας της δημιουργίας νέων καταστημάτων και της υλοποίησης των ετησίων προϋπολογισμών παραγωγής δαπανών και λοιπών ποιοτικών συντελεστών της περιφέρειας ευθύνης του, με σκοπό την επίτευξη του ετήσιου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, που η εγκαλούσα εταιρία ορίζει κάθε φορά σε δωδεκάμηνη βάση για τη θέση του περιφερειακού διευθυντή (συντονιστή), προβλέφθηκε δε η δυνατότητα στο καθένα συμβαλλόμενο μέρος να λύσει με έγγραφη καταγγελία τη μεταξύ τους λειτουργούσα σύμβαση, οποτεδήποτε, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχονταν δύο (2) μήνες μετά την επίδοση αυτής, εκτός από τις κάτωθι περιπτώσεις : α) δόλιας ενέργειας εις βάρος της εταιρίας, β) υπεξαίρεσης χρημάτων αυτής ή πελατών της, γ) συμπεριφοράς βλάπτουσας τη φήμη της και δ) προσχώρησης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και απόσπασης ή απόπειρας απόσπασης συνεργατών ή συμβολαίων της εταιρίας, που αναπτύχθηκαν με ή χωρίς προσπάθειες του κατηγορουμένου, οπότε η εγκαλούσα εταιρία θα είχε το δικαίωμα καταγγελίας, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχρνταν άμεσα με την επίδοση αυτής στον κατηγορούμενο, ο οποίος υποχρεούτο ν' αποδώσει, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας σ' αυτόν, όπως κατά λέξη αναγράφεται στην εν λόγω σύμβαση : "κάθε οφειλόμενο κατά την ημερομηνία της καταγγελίας ποσό, ευθυνόμενος ταυτόχρονα για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας που προξένησε η αντισυμβατική συμπεριφορά του στην εταιρία", καθώς επίσης και "το σύνολο των δαπανών της για τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συνεργασία τους, δηλαδή δαπανών προσελκύσεως, εκπαιδεύσεως, αμοιβών και κάθε άλλης σχετικής δαπάνης πλην τυχόν δικαιουμένων προμηθειών, σύμφωνα με την προς τούτο εκκαθάριση των δαπανών αυτών από την εταιρία". Εξάλλου, οι ανωτέρω υποχρεώσεις συμφωνήθηκε να βαρύνουν τον κατηγορούμενο και στην περίπτωση που η επίμαχη σύμβαση θα λυόταν με δική του πρωτοβουλία, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της είτε μετά τη λύση της συνέτρεχαν οι ανωτέρω υπό στοιχ. α', β', γ' και δ' περιπτώσεις. Η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι την 20-6-2003, οπότε ο κατηγορούμενος με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωση του - καταγγελία - διαμαρτυρία - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εγκαλούσα στις 25-6-2003, επικαλούμενος αντισυμβατική συμπεριφορά της εγκαλούσας τόσο απέναντι στον ίδιο όσο και απέναντι στους ασφαλισμένους, με αποτέλεσμα την έκθεση του ως άμεσα ερχόμενο σ' επαφή με τους τελευταίους, καθώς επίσης και μειωτικές του προσώπου του ενέργειες της εγκαλούσας με συνέπεια την προσβολή αυτού και τη σοβαρή μείωση του εισοδήματος του, κατήγγειλε αυτήν. Η εγκαλούσα α.ε. με την από 30-6-2003 εξώδικη δήλωση της, η οποία επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 1-7-2003, αντιμετωπίζοντας τα ανωτέρω περιλαμβανόμενα στην εξώδικη δήλωση του κατηγορουμένου την οποία συνυπέγραψαν και άλλοι δεκατρείς συνεργάτες αυτής, ως εμπίπτοντα στις προβλεπόμενες από τη μεταξύ τους λειτουργούσα επίμαχη σύμβαση προαναφερθείσες υπό στοιχ. γ' και δ' περιπτώσεις, και εκτιμώντας ότι επλήγη η φήμη της και ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου αποσκοπούσαν στη συμμετοχή του στην ανταγωνιστική διαδικασία με την απόσπαση και προσέλκυση εργατικού δυναμικού αυτής, επέσπευσε την αποσύνδεση του κατηγορουμένου από την επίδικη διαρκή σύμβαση, στη λειτουργία της οποίας επήλθε ανεπανόρθωτος κλονισμός και από ενδιαφέρον αποκατάστασης της ομαλότητας στην προώθηση των υπηρεσιών της στον χώρο της βόρειας Ελλάδας, κατήγγειλε αυτήν και ζήτησε την άμεση παράδοση κάθε φύσης υλικού που του παρασχέθηκε για την εκτέλεση του σ' αυτόν ανατεθέντος έργου. Το συμφέρον της εγκαλούσας προς καταγγελία της υπόψη σύμβασης από την ίδια με την ενεργοποίηση του ανωτέρω όρου, ώστε να επέλθουν άμεσα αποτελέσματα αυτής, ήταν εύλογο, ώστε να εξεύρει έγκαιρα αντικαταστάτη του κατηγορουμένου και να μη παρουσιαστεί κενό στο σύστημα προώθησης των υπηρεσιών της και αποδυναμωθεί η ανταγωνιστική της θέση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα με την από 4-7-2003 εξώδικο δήλωση της, η οποία επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αυθημερόν, κάλεσε αυτόν να της αποδώσει σαράντα τρεις (43) επιταγές, έκδοσης οφειλετών της εγκαλούσας εις διαταγήν της ή μεταβιβασθείσες σ' αυτήν με οπισθογράφηση από οφειλέτες της, ώστε να μπορέσει αυτή να εξοφλήσει αιτηθείσες εξαγορές ασφαλιστηρίων συμβολαίων του κλάδου ζωής και δη : 1.Για εξαγορά του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου του πελάτη της εγκαλούσας ..., κατοίκου ..., καθαρής αξίας εξαγοράς 161.339,75 ευρώ: α) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, έκδοσης ..., στο ... ποσού 929,41 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. β) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Eurobank, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 4.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 29-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. γ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Eurobank, έκδοσης ... στον ..., ποσού 4.300,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 27-9-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. δ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 5.445,46 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ε) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης ... Ε.Π.Ε., στα ..., ποσού 3.100,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 27-8-2003 εις διαταγήν ..., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. στ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 3.554,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ζ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Eurobank, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 108.500,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. η) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 2.382,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 27-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. θ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 3.643,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν ..., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ι) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης της εταιρίας "ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ... Α.Ε.", στην ..., ποσού 2.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 18-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ία) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Eurobank, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 2.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 18-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιβ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, έκδοσης της εταιρίας "...-Εισαγωγική-Εμπορική-Προμηθευτική Εταιρία Εξοπλισμού Επιχειρήσεων", στο ..., ποσού 800,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιγ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης της εταιρίας "... Ο.Ε.", στην ..., ποσού 700,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιδ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, έκδοσης του ..., στην ..., ποσού 15.027,68 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιέ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, έκδοσης ..., στο ..., ποσού 1.209,60 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιστ) την υπ' αριθ. ...ης ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης "...Ο.Β.Ε.Ε.", στο ..., ποσού 3.582,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. 2. Για εξαγορά του υπ' αριθ. . ασφαλιστηρίου συμβολαίου της πελάτισσας της εγκαλούσας ..., κατοίκου ..., καθαρής αξίας εξαγοράς 67.033,16 ευρώ: α) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εurobank, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.417,30 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. β) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Ergasias, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.639,94 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 25-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. γ) την υπ' αριθ. ...επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης "LEADER S.Α. ΒΕΚΟ", στην ..., ποσού 2.156,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-8-2003 εις διαταγήν Α.Ι.S. ΑΣΦΑΛ. ΠΡΑΚΤ. ΕΠΕ., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. δ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.909,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 15-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ε) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.437,83 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 25-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. στ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Eurobank, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.885,61 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 20-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ζ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης ..., στην ...57 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. η) την υπ' αριθ. ... της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 10.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. θ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 2.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν ..., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ι) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑΙΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στο ..., ποσού 467,17 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. ία) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Εrgasias, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 17.340,34 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιβ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Ευrobank, έκδοσης "ΑΦΟΙ ... Ε.Π.Ε.", στην ..., ποσού 933,52 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 17-8-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. 3. Για εξαγορά του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου του πελάτη της εγκαλούσας ..., κατοίκου ..., καθαρής αξίας εξαγοράς 30.892,50 ευρώ: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.500,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν του ιδίου, νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. β) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, έκδοσης ..., στην .., ποσού 2.887,74 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003, εις διαταγήν της εταιρίας "ΙΝΤΕRLISE - ΙΝFΟΡΑΝΚ Α.Ε.", νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. γ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας ..., στις ..., ποσού 1.379,69 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 20-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. δ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 2.129,32 ευρώ με φερόμενο χρόνο έκδοσης 26-7-2003 εις διαταγήν του ιδίου, νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ε) την υπ' αριθ. . επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης της εταιρίας "... κ' ΣΙΑ Ο.Ε.", στην ..., ποσού 1.484,67 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. στ) την υπ'αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.192,15 ευρώ με φερόμενο χρόνο έκδοσης 20-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ζ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 2.000,00 ευρώ με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. η) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης της εταιρίας "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.Ε.Ε.", στην ..., ποσού 2.100,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εταιρίας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... Α.Ε.", νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. θ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Ergasias, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.041,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ι) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, έκδοσης της εταιρίας "ΚΥΜΟΘΟΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ Α.Ε.", στην ..., ποσού 3.274,50 ευρώ με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν ..., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ία) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης ... φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν ..., νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ιβ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εurobank, έκδοσης ..., στην ..., ποσού 1.449,54 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 31-7-2003 εις διαταγήν της εγκαλούσας. ιγ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης "... κ' ΣΙΑ Ο.Ε. ", στην ..., ποσού 3.000,00 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εταιρίας "Α.Ε.Β.Ε. Λατομείων ...", νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ιδ) την υπ' αριθ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, έκδοσης "... ΔΟΜΙΚΗ Α.Ε.", στο ..., ποσού 3.067,53 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν "ΔΕΛΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ", νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. ιέ) την υπ' αριθμ. . επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, έκδοσης ..., στον ..., ποσού 1.266,89 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης 30-7-2003 εις διαταγήν της εταιρίας "ΑΦΟΙ ... Α.Ε.Β.Ε.", νόμιμη κομίστρια της οποίας κατέστη η εγκαλούσα. Οι εν λόγω επιταγές είχαν παραδοθεί στον κατηγορούμενο κατά το διάστημα που λειτουργούσε η μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας συνεργασία, προκειμένου αυτός, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της να εκτελέσει την εντολή εξόφλησης των ανωτέρω πελατών της λόγω εξαγοράς των οικείων ασφαλιστηρίων συμβολαίων με τη μεταβίβαση των υπόψη επιταγών στους τελευταίους. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, αν και είχε αποσυνδεθεί από το δίκτυο προώθησης υπηρεσιών της εγκαλούσας άμεσα και δεν συνδεόταν με τα αξιόγραφα αυτά με οποιαδήποτε σχέση, αρνήθηκε την απόδοση τους στην εγκαλούσα, με σκοπό να βλάψει αυτήν, η οποία αναγκάσθηκε, αφενός μεν να ενημερώσει τους προαναφερθέντες πελάτες της για τη δυσλειτουργία που προκλήθηκε στη διαδικασία εξαγοράς των συμβολαίων που τους αφορούσαν, με αποτέλεσμα ν' αποκαλυφθεί η αδυναμία της επιτυχούς αντιμετώπισης οποιουδήποτε προβλήματος της παρουσιαζόταν ως απολαμβάνουσας στις συναλλαγές κύρους, πίστης, έχουσας φερεγγυότητα και μεγάλη οικονομική επιφάνεια ασφαλιστικής επιχείρησης, αφετέρου δε ν' απευθυνθεί ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, προκειμένου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ν' αποδοθούν σ' αυτήν τα προαναφερθέντα αξιόγραφα, τα οποία απεδείκνυαν την ενσωματούμενη σ' αυτά απαίτηση της και χάριν καταβολής του χρέους της που απέρρεε από την εξαγορά των υπόψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων θα τα μεταβίβαζε στους ανωτέρω ασφαλισμένους της. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η υποχρέωση του προς παράδοση στην εγκαλούσα των επίμαχων επιταγών τοποθετείται χρονικά στη λήξη του διμήνου από της ανωτέρω καταγγελίας του, άλλως στη λήξη του 15νθημέρου από της καταγγελίας εκ μέρους της εγκαλούσας κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, δεν συνέτρεχε εν προκειμένω η περίπτωση της ελεύθερης, αζήμιας και απεριόριστης χωρίς δέσμευση καταγγελίας, αλλά η περίπτωση της για σοβαρό λόγο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από την εγκαλούσα, οπότε άμεση ήταν η διακοπή της συνεργασίας της με τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν εδικαιούτο να εκτελέσει τις εντολές που του είχαν δοθεί έως του ανωτέρω χρονικού σημείου αποσύνδεσης του από το δίκτυο της εγκαλούσας, στις οποίες περιλαμβανόταν και η παράδοση χάριν εξόφλησης των εν λόγω επιταγών στους προαναφερθέντες ασφαλισμένους της, ενώ η προβλεπόμενη από την ως άνω σύμβαση 15νθήμερη προθεσμία αφορούσε την υποχρέωση του προς απόδοση στην, εγκαλούσα κάθε οφειλόμενου κατά την ημερομηνία της καταγγελίας ποσού καθώς επίσης και του συνόλου των δαπανών της εγκαλούσας για τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συνεργασία τους. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο με ασφάλεια οδηγείται στην κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής συγκρότησης της αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξης και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων, με το ακόλουθο διατακτικό ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Στην Καβάλα στις 10-7-2003, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και ειδικότερα ενώ ο ίδιος είχε καταγγείλει με την από 20-6-2003 εξώδικη δήλωση του τη σύμβαση έργου, που τον συνέδεε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και είχε παύσει έκτοτε να έχει την ιδιότητα του Διευθυντού Πωλήσεων Βορείου Ελλάδος της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και είχε κληθεί ήδη από τις 4-7-2003 να επιστρέψει άμεσα σαράντα τρεις (43) επιταγές εκδόσεως ή οπισθογραφήσεως οφειλετών της ανωτέρω εταιρίας, με σκοπό να βλάψει την ανωτέρω εταιρία, ώστε η τελευταία να μην μπορέσει να εξοφλήσει αιτηθείσες εξαγορές τριών ασφαλιστηρίων συμβολαίων του κλάδου ζωής, δεν παρέδωσε σ' αυτή ενώ κλήθηκε νόμιμα, τις ακόλουθες επιταγές: 1. Για εξαγορά του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου του πελάτη της κ. ..., κατοίκου ..., καθαρής αξίας εξαγοράς 161.339,75 ΕURΟ: Α)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, εκδόσεως ,,,, στο ..., ποσού 929,41 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-8-2003. Β)την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Ευrobanκ, εκδόσεως ..., στο ..., ποσού 4.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 29-8-2003. Γ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobanκ, εκδόσεως ... στον ..., ποσού 4.300 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 27-9-2003. Δ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 5.445,46 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-8-2003. Ε)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως ... Ε.Π.Ε., στα ..., ποσού 3.100 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 27-8-2003. ΣΤ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, εκδόσεως ...., στο ..., ποσού 3.554 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Ζ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobanκ, εκδόσεως ... 108.500 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-8-2003. Η)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Παγκρήτριας Συνεταιριστικής Τράπεζας, εκδόσεως ..., στο ..., ποσού 2.382 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 27-8-2003. Θ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 3.643 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Ι)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως "ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ Α.Ε.", στην ..., ποσού 2.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 18-8-2003. Κ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobanκ, εκδόσεως ..., στο..., ποσού 2.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 18-7-2003. Λ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, εκδόσεως της εταιρίας "...-Εισαγωγική-Εμπορική-Προμηθευτική Εταιρία Εξοπλισμού Επιχειρήσεων", στο ..., ποσού 800 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Μ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως της εταιρίας ".... Ο.Ε.", στην ..., ποσού 700 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Ν)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, εκδόσεως του ..., στην ..., ποσού 15.027,68 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. Ξ)την υπ' αριθμ. ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, εκδόσεως ..., στο ..., ποσού 1.209,6 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. O)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως "... Ο.Β.Ε.Ε.", στο ..., ποσού 3.582 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-8-2003. 2. Για εξαγορά του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου της πελάτισσας της κ. ..., κατοίκου ..., καθαρής αξίας εξαγοράς 67.033,16 ΕURΟ: Α)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobank, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.417,30 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Β)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εrgasias, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.639,94 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 25-8-03. Γ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως "LEADER S.Α. ΒΕΚΟ", στην ..., ποσού 2.156 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-8-2003. Δ)την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.909 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 15-7-2003. Ε)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.437,83 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 25-8-2003. ΣΤ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobank, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.885,61 Ε ΙΙΚΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 20-8-2003. Ζ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 25.635,57 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Η)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως ..., στην ... 10.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. Θ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 2.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Ι) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στο . ..., ποσού 467,17 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Κ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εrgasias, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 17.340,34 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-8-2003. Λ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εurobanκ, εκδόσεως "ΑΦΟΙ ......, ποσού 933,52 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 17-8-2003. 3.Για εξαγορά του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου του πελάτη μας κ. ..., κατοίκου ...., καθαρής αξίας εξαγοράς 30.892,50 ΕURΟ: Α)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.500 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Β)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 2.887,74 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Γ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εrgasias, εκδόσεως ..., στις ...ποσού 1.379,69 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 20-7-2003. Δ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στην .., ποσού 2.129,32 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 26-7-2003. Ε)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως "... κ' ΣΙΑ Ο.Ε.", στην ..., ποσού 1.484,67 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. ΣΤ)την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.192,15 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 20-7-2003. Ζ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 2.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Η) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.Ε.Ε.", στην ..., ποσού 2.100 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Θ)την υπ' αριθμ.... επιταγή της Τράπεζας Εrgasias, εκδόσεως ... 1.041 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. Ι)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, εκδόσεως "ΚΥΜΟΘΟΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ Α.Ε.", στην ..., ποσού 3.274,50 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. Κ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 3.000 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Λ)την υπ' αριθμ. ... της Εurobanκ, εκδόσεως ..., στην ..., ποσού 1.449,54 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-7-2003. Μ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ".... κ' ΣΙΑ Ο.Ε. ", στην ... ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Ν)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, εκδόσεως ". ... ΔΟΜΙΚΗ Α.Ε.", στο ..., ποσού 3.067,53 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Ξ)την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεως ..., στον ... ποσού 1.266,89 ΕURΟ, με ημερομηνία πληρωμής την 30-7-2003. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 222 του ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας με τις άνω παραδοχές του διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σκοπό βλάβης της εγκαλούσας εταιρείας και εξειδικεύει τη βλάβη αυτή αφού διέλαβε ότι ο αναιρεσείων μη επιστρέφοντας στην εγκαλούσα εταιρεία τις άνω επιταγές απέβλεψε στη βλάβη αυτής δια της δυσλειτουργίας που θα επήρχετο κατά τη διαδικασία εξαγοράς των συμβολαίων των πελατών της και της αδυναμίας της να αντιμετωπίσει τα διάφορα συναφή με τη λειτουργία της οικονομικά προβλήματα, εξάλλου δε στέρησε από την εγκαλούσα τη δυνατότητα να αποδεικνύει την ενσωματωμένη στις επιταγές απαίτηση, με αποτέλεσμα μάλιστα η εγκαλούσα να αναγκαστεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια προκειμένου να της αποδοθούν οι επιταγές αυτές. Περαιτέρω, με το να δεχθεί ότι στην έννοια του "ποσού" (σχετικού όρου της συμβάσεως) δεν περιλαμβάνονται και οι επιταγές αφού αυτές δεν είναι τραπεζογραμμάτια, ορθώς έκρινε ότι δια της καταγγελίας του τα αποτελέσματα ήταν άμεσα και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων υπεχρεούτο σε άμεση απόδοση των επιταγών αυτών στην εγκαλούσα το αργότερο σε κάθε περίπτωση την 10-07-2003 και όχι αργότερα ήτοι μετά δίμηνο από της καταγγελίας αφού, ως ελέχθη, αυτή είχε άμεσα αποτελέσματα. Έτσι, το Δικαστήριο ουσίας ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 222 ΠΚ. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο χρόνος επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας του ήταν 15θήμερος κατά την άνω σύμβαση, και πάλι το αργότερο που έπρεπε να επιστραφούν οι επιταγές φτάνει μέχρι της 10ης Ιουλίου 2003 που ορθώς κατά την προσβαλλόμενη αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. Τέλος από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης και εντεύθεν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπεχρεούτο να απαντήσει ούτε να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία. Όθεν οι αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετοι τοιούτοι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παράστασης ως πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 άρθρο 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-06-2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 20-10-2009 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 666/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαγωγή εγγράφου. Έννοια. Πότε υπάρχει ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ισχυρισμός περί νομικής πλάνης. Όταν ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αορίστως το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαγωγή εγγράφων, Πλάνη νομική.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 993/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση , Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6431/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 13 Φεβρουαρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1462/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 21-11-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Σ. Τ., καθώς και οι από 13-2-2012, με ξεχωριστό δικόγραφο από τον αυτό κατηγορούμενο, προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθμ. 6431/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Με την προσβαλλόμενη 6431/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών, αποτελούμενη από την ποινή φυλακίσεως των δεκαπέντε (15) μηνών, που επιβλήθηκε για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, (πρώτη), κατ' επαύξηση ανά τρεις (3) μήνες για κάθε μια από τις ποινές φυλακίσεως των έξι (6) μηνών που επιβλήθηκαν για τις δεύτερη και τρίτη πράξεις, καθώς και χρηματική ποινή εκατόν πενήντα (150) ΕΥΡΩ, που επιβλήθηκε για τη δεύτερη πράξη, η εκτέλεση δε της άνω συνολικής ποινής, ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Περαιτέρω, ως προς τις επιμετρηθείσες στη συνολική, ποινές: Α) Τις μικρότερες των έξι (6) μηνών, ποινές φυλακίσεως, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: Από τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι οι ποινές που συρρέουν και προσμετρώνται σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλεια τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής κοινής και δεν απορροφώνται από αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν. 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή .στερητική της ελευθερίας ανώτερη τον έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανώτερο νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων του παραπάνω άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ και του άρθρου 114 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρον 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών και πρόκειται για ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη, Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 114 του ΠΚ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ' και 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη (6431/2011) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημ/των), κρίθηκε ένοχος κατά τα άνω και των αξιοποίνων πράξεων: 1) της παράνομης οπλοφορίας και 2) της οπλοχρησίας (παρ. άρθρ. 1 παρ. 2 στοιχ. 8, 10 παρ. 1, 3 στοιχ. β', 14 του Ν. 2168/1993) και επιβλήθηκαν σε αυτόν οι παραπάνω ποινές, που προσμετρήθηκαν κατά τα άνω στη συνολική ποινή φυλακίσεως. Σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί στην αρχή της σκέψης αυτής, οι συρρέουσες αυτές και προσμετρηθείσες σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και δεν απορροφώνται από την άνω ποινή. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και οι ποινές δεν έχουν εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις τον Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα, πρέπει, κατά το τμήμα της αυτό: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφούν υπό όρο οι ποινές των έξι (6) μηνών φυλάκισης για κάθε μία από τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας, που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 4043/2012, αφού η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως και β) να διαταχθεί η παραγραφή των καταγνωσθεισών στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω πράξης, ποινών φυλακίσεως τριών (3) μηνών, που επιμετρήθηκαν κατά τα άνω και της άνω χρηματικής ποινής, με τον προβλεπόμενο στο ίδιο άρθρο όρο. - Β) Ως προς την πρώτη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία η προσμετρηθείσα ποινή φυλακίσεως των δεκαπέντε (15) μηνών, που επιβλήθηκε και που δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 4043/2012, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγω αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για "Κρείσσονες αποδείξεις" κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει ο αναφερόμενος μάρτυράς του, χωρίς την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 του αυτού Κώδικα λόγο αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων προέβαλε με έγγραφο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου να καταστεί εφικτή η προσέλευση και εξέταση του αυτόπτη μάρτυρά του, Σ. Σ., ο οποίος δεν κατέστη, λόγω εξετάσεών του στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, να προσέλθει στο Δικαστήριο αυτό και να εξεταστεί, προσκομίζοντας τα έγγραφα που συνόδευαν. Το εν λόγω Δικαστήριο, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Κανένας από τους μάρτυρες δεν είδαν στον τόπο του ατυχήματος τον ανήλικο τότε (δωδεκαετή κατά τον αναιρεσείοντα) εγγονό του κατηγορουμένου, Σ. Σ., ο κατηγορούμενος δε πρωτοδίκως δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών, ούτε τον πρότεινε ως μάρτυρα. Ενόψει των ανωτέρω δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο ανωτέρω για να καταθέσει ως μάρτυρας και το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, αφού αναφέρονται σε αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και τις αποδείξεις που την στηρίζουν. Επομένως, τα αντιθέτως με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα για ελλιπή από τα άνω άρθρα αιτιολογία ως προς την απόρριψη αυτή, είναι αβάσιμα και ο λόγος, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από το άρθρο 22 του ΠΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωση της και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άνω άρθρα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει την από την προρρηθείσα διάταξη του ΚΠΔ αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί άμυνας, αφού η παραδοχή αυτού αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, στο ακροατήριο, ανέπτυξε προφορικά και ενεχείρισε έγγράφως τον ισχυρισμό που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έχει κατά λέξη ως εξής: "ένσταση κατηγορουμένου- άμυνας: Διότι με άρπαξε από το πουκάμισο να με χτυπήσει με γροθιές, τον απώθησα με βίαιη κίνηση της πόρτας". Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, όπως προκύπτει από την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, παρά το ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει την, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της σκέψεως αυτής, τον θεμελιώνουν, διότι δεν αρκεί η επίκληση του χαρακτηρισμού του, με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο, ως προς την πράξη αυτή, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεως, για ελλιπή εκ της μη αναφοράς περιστατικών της απορρίψεως του άνω ισχυρισμού του, αιτιολογία, είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο μοναδικός λόγος του ιδιαίτερου δικογράφου των προσθέτων λόγων και ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλειπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, υποστηρίζοντας ότι βρέθηκε σε κατάσταση νόμιμης άμυνας, καθόσον με τα εκτιθέμενα περιστατικά αντιτίθεται στις ουσιαστικές παραδοχές του .Κατά συνέπεια, εφόσον για την πράξη αυτή, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος της αυτό, να απορριφθεί ως αβάσιμη και απαράδεκτη κατά τα άνω αντίστοιχα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Αναιρεί την 6431/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών ως προς τις επιμετρηθείσες στη συνολική, μικρότερες των έξι (6) μηνών και τη χρηματική παρακάτω ποινές. Παραγράφει υπό όρο τις ποινές φυλακίσεως των έξι (6) μηνών που επιβλήθηκαν για καθεμία από τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας και της χρηματικής ποινής των εκατόν πενήντα (150) ΕΥΡΩ, που επιβλήθηκε για την πρώτη από αυτές (παρ. άρθρ. 1 παρ. 2 στοιχ. γ', 10 παρ. 1, 13 στοιχ. β', 14 του Ν. 2168/1993), στον κατηγορούμενο Σ. Ν. Τ., σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4043/12. - Διατάσσει την παραγραφή των καταγνωσθεισών στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω πράξεις άνω ποινών φυλακίσεως και με χρηματική ποινή με τον προβλεπόμενο στο άρθρο αυτό όρο. Β) Απορρίπτει κατά το μέρος της, που αφορά την πρώτη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, την από 21 Νοεμβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8808/24-11-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση καθώς και τους από 13 Φεβρουαρίου 2012 κατά της αυτής αποφάσεως πρόσθετους λόγους του Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 6.431/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη (φυλάκιση 21 μ.) παράνομη οπλοφορία (φυλάκιση 6 μ + χρηματική ποινή 150 €) παράνομη οπλοχρησία (φυλάκιση 6 μ.) επιμέτρηση (φυλάκιση 21 μ + 3 μ + 3 μ + 150 €). Οι ποινές που συρρέουν στη συνολική, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και, κατά τον καθορισμό της συνολικής δεν απορροφώνται από αυτή. Οι επιμέρους ποινές που επιμετρήθηκαν στη συνολική ποινή, εφόσον δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες καθεμιά τους, παραγράφονται κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012, αν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 13-2-2012, δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί καθ’ οιουδήποτε τρόπο, υπό τον όρο μη τελέσεως από τον καταδικασθέντα νέας αξιόποινης πράξης από δόλο μέσα στην επόμενη διετία και καταδίκης του αμετάκλητα σε ποινή ανώτερη των έξι μηνών, οπότε εκτίει και την πρώτη ποινή αθροιστικά. Παραγράφονται, με τους αυτούς όρους και οι χρηματικές ποινές. Ως προς την προσμετρηθείσα ποινή φυλακίσεως, που επιβλήθηκε για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης των είκοσι ενός (21) μηνών, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 4043/2012, είναι αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αόριστα προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός για άμυνα και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι διότι, με τα εκτιθέμενα, περιέχουν αντιθέσεις προς τις παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 992/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Χ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 168, 168α, 169/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών. Με κατηγορούμενους τους 1. Δ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 2. Δ. Β. του Κ., 3. Χ. Τ. του Κ. και 4. Ι. Λ. του Μ., κάτοικοι ... . Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1408/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη με αριθμό 19 από 25-1-12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 1/3-11-2011 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Λ. Τ., κατοίκου ..., κατά της 168,168α και 169/2011 αποφάσεως του Μ.Ο.Δ. Θηβών και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Μ.Ο.Δ. Θηβών με την προσβαλλόμενη απόφασή του αθώωσε τους: α) Δ. Ν. Κ., κάτοικο ..., β) Δ. Κ. Β., κάτοικο ..., γ) Χ. Κ. Τ., κάτοικο ... και δ) Ι. Μ. Λ., κάτοικο ... για τα εγκλήματα: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού, β) του εμπρησμού από κοινού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και γ) της φθοράς με φωτιά από κοινού, τα οποία αυτοί φέρονται ότι τέλεσαν στις 21-11-2005 στην Αθήνα (Λ. Αθηνών 107) σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντα Χ. Λ. Τ.. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Μ.Ο.Δ. Θηβών στις 17-10-2011. Ο ήδη αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο παραπάνω δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων παρά το ότι είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στην προδικασία. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 506 του ΚΠΔ, όπως αντ. από το α. 50 παρ. 3 του Ν. 3160/2003, την αναίρεση της αθωωτικής αποφάσεως μπορεί να ζητήσει, εκτός των άλλων, τόσο ο εγκαλών όσο και ο μηνυτής αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο φερόμενος ως παθών, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ως πολιτικώς ενάγων, δεν μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της σχετικής αθωωτικής αποφάσεως για τα εγκλήματα που φέρονται ότι τελέστηκαν σε βάρος του (ΑΠ 607/2003, ΑΠ 1461/2000, ΑΠ 58/1989). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). ΙV. Επειδή ο αναιρεσείων: α) δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και β) δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα δικαστικά έξοδα πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη, αφού αυτός δεν δικαιούται να ασκήσει την αναίρεση που άσκησε, και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 1/3-11-2011 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Λ. Τ., κατοίκου ... ), κατά της 168,168α και 169/2011 αποφάσεως του Μ.Ο.Δ. Θηβών. Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 250 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 506 του αυτού Κώδικα, την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων, μπορούσαν να ζητήσουν: α) ... γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (ΚΠΔ 71). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μ.Ο.Δ. Θηβών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 168, 168α'και 169/2011 απόφασή του αθώωσε τους : α) Δ. Ν. Κ., β) Δ. Κ. Β., γ) Χ. Κ. Τ. και Ι. Μ. Λ. για τα εγκλήματα: α) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού, β) του εμπρησμού από κοινού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και γ) της φθοράς με φωτιά από κοινού, τα οποία αυτοί φέρονται ότι τέλεσαν στις 21-11-2005 στην Αθήνα (Λ. Αθηνών 107) σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος Χ. Λ. Τ.. 'Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο εν λόγω αναιρεσείων: α) δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και β) δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα δικαστικά έξοδα με την άνω αθωωτική απόφαση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει, εφόσον προς τούτο ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του, σύμφωνα με την περί αυτού βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα κατά την επισημείωση αυτού στο φάκελλο της δικογραφίας, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2011 και με αριθμό καταθέσεως ενώπιον του γραμματέα του ΜΟΔ Θηβών 1/2011, αίτηση του Χ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 168, 168α, 169/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Την αναίρεση αθωωτικής αποφάσεως, μπορούν, εκτός άλλων, να ζητήσουν ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, υπό την προϋπόθεση όμως να καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα δικαστικά έξοδα, κατά άρθρο 71 ΚΠΔ. Απαράδεκτη η αίτηση, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω προϋποθέσεις.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 991/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Τ.-Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ-4220/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1254/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 31 από 9-2-12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 12/21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως της Α. Τ. συζύγου Ν. το γένος Α. και Κ. Β., γεννημένη το έτος 1956, φαρμακοποιού, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου της Δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Παπαγρηγορίου δυνάμει της από 7-9-2011 εξουσιοδοτήσεως, κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ - 4220/3-6-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών που μετετράπη προς 4,40 ΕΥΡΩ ημερησίως και σε χρηματική ποινή 1.000 ΕΥΡΩ για κατ' εξακολούθηση έκδοση ακαλύπτων επιταγών (άρθρα 26 παρ. 1α, 27,98 ΠΚ και άρθρο 79 Ν. 5960/1933), και εκθέτω τα ακόλουθα : Η εν λόγω προσβαλλομένη απόφαση όπως τούτο προκύπτει από 21-10-2011 βεβαίωση της προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Σαμουρέλη καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 12-10-2011, και στις 21-10-2011 η εν λόγω αναιρεσείουσα υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά Γεώργιο Μπρούντζα μέσω του πληρεξουσίου της Δικηγόρου Δημητρίου Παπαγρηγορίου. Ασκήθηκε συνεπώς εμπρόθεσμα μέσα δηλαδή στην δεκαήμερη προθεσμία (10ήμερη) που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Ως λόγους δε αναιρέσεως επικαλείται: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ Κ.Π.Δ.), και β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1Ε Κ.Π.Δ.). Εν προκειμένω όμως εκτός από την γραμματική διατύπωση των σχετικών ως άνω λόγων αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν εξειδικεύονται σε τι συνίστανται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις επικαλούμενες αιτιάσεις ώστε να προσδιορίζονται ειδικότερα οι νομικές πλημμέλειες που προσάπτονται στην απόφαση ή στο βούλευμα (Α.Π. 1018/2000 Ποινική Δίκη 2000.1204, Α.Π. 980/1998 Ποιν.Χρον. ΜΕ 557, Α.Π. 1332/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ/725). Επομένως, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο (άρθρο 474 παρ. 2 σε συνδ. με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και για τον λόγο αυτό να απορριφθεί και να δικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 12/21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως της Α. Τ. συζύγου Ν. το γένος Α. και Κ. Β., γεννημένη το έτος 1956, φαρμακοποιού, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ - 4220/3-6-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα 30/12/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 .παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 πορ.1 εδ. α' ΚΠΔ) Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπουμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που-εφαρμόσθηκε με την απόφαση, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκηση της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ΒΤ 4220/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή χιλίων (1000) ΕΥΡΩ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 12/21-10-2011 έκθεση. Σε αυτή διαλαμβάνεται κατά λέξη τα ακόλουθα: "ασκεί αναίρεση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους παρακάτω λόγους και συγκεκριμένα :1) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και 2) για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, επιφυλασσόμενη να αναλύσει περαιτέρω τους ως άνω λόγους, αλλά και να διατυπώσει και άλλους με ιδιαίτερο δικόγραφο", χωρίς όμως να προβεί στη συνέχεια σε κάτι τέτοιο. Έτσι όμως, διατυπούμενοι οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού δεν προσδιορίζει ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλο9υ της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση της Α. Τ., συζ. Ν. Τ. το γένος Α. Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 4220/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν περιέχει ούτε ένα λόγο αναιρέσεως, σαφή και ορισμένο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος της αναιρεσείουσας.
null
null
0
Αριθμός 1000/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2. Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Ταταράκη. Του αναιρεσίβλητου: Δ. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 244/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Αυγούστου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, ως προς αμφότερα τα επικουρικώς προβαλλόμενα μέρη του, και του πέμπτου κατά το πρώτο μέρος του λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ορισμένο γεγονός να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336§4 ΚΠολΔ), ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ (ΑΠ 228/2012, 1.741/2006, 119/2006, 1197/2005, 831/2005). Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σε συνδυασμό με την ΥΑ ΔΙΠΑΔ/Οικ. 502/2003 "Έγκριση Τεχνικής Προδιαγραφής Σήμανσης Εκτελούμενων Οδικών Έργων εντός και εκτός κατοικημένων περιοχών ως ελάχιστα όρια" δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 228/2012, 831/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ως ορισμοί και αφηρημένες υποθετικές κρίσεις αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση νομικών εννοιών, με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, και όχι όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 747/2006, 119/2006, 249/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, τα εξής : Δυνάμει της υπ' αριθ. 126/2004 αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Μυκηναίων και της υπ' αριθ. 81/2004 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του ίδιου Δήμου αποφασίσθηκε η εκτέλεση του έργου "Ασφαλτόστρωση δρόμου από Κολιζέρα προς Άγιο Αθανάσιο στο Δ.Δ. Μυκηνών" με απευθείας ανάθεση σε εργοληπτική επιχείρηση. Με το υπ' αριθ. πρωτ. 5153/20.10.2004 συμφωνητικό η εκτέλεση του ως άνω έργου ανατέθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα πρώτο εναγόμενο Σ. Μ., ως εργολάβο υπό τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται σε αυτό, στη συνέχεια δε εκείνος ανέθεσε υπεργολαβικά την εκτέλεση του έργου αυτού στο δεύτερο αναιρεσείοντα δεύτερο εναγόμενο. Ο τελευταίος στις 23.11.2004 εγκαταστάθηκε στο έργο, δηλαδή στην ανώνυμη οδό του Δήμου Μυκηναίων, πάροδο του 2,300 χλμ της Εθνικής Οδού Φιχτίου - Μυκηνών, και ξεκίνησε τις πρώτες εργασίες με την παρουσία και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος τις επέβλεπε. Τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας, και ενώ εκτελούνταν εργασίες, ο αναιρεσίβλητος ενάγων διήλθε τον δρόμο αυτό με κατεύθυνση από Μυκήνες προς Άγιο Αθανάσιο μαζί με το γιο του, προκειμένου να μεταβεί στα κτήματά του για τη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων, που καλλιεργούσε. Αρχικά, κατά την διέλευση του από το δρόμο, ήταν σε εξέλιξη οι εργασίες, και συγκεκριμένα σε κάποια σημεία του δρόμου ένα γκρέιντερ, μηχάνημα έργου ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγομένων, οδηγούμενο από τον ίδιο, "έστρωνε" στο δρόμο κάποιους σωρούς αμμοχάλικου (3Α), που ξεφόρτωνε φορτηγό οδηγούμενο από τον υπάλληλο του Α. Σ.. Στην αρχή της οδού, όπου εξελισσόταν το έργο, υπήρχε άσφαλτος και συνέχιζε χωμάτινος δρόμος μέχρι το σημείο του έργου, πλάτους περίπου 6,00 μέτρων. Περί ώρα 11.45 π.μ. της ίδιας ημέρας είχαν εναποτεθεί στο αριστερό μέρος του ρεύματος πορείας από Μυκήνες προς Άγιο Αθανάσιο, καταλαμβάνοντας όλη την λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης και μέρος του ρεύματος προς Άγιο Αθανάσιο εννέα λόφοι από αμμοχάλικο, διαστάσεων μήκους 4,20 μέτρων και πλάτους περίπου 2,50 μέτρων. Απέναντι από τον πρώτο λόφο αμμοχάλικου ήταν ακινητοποιημένο, καταλαμβάνοντας το ρεύμα πορείας προς Άγιο Αθανάσιο, ένα μηχάνημα γκρέιντερ, μήκους περίπου 3,00 μέτρων. Την ίδια ώρα 11.45 π.μ. ο αναιρεσίβλητος ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του γιου του Χ. Β., με πορεία προς Άγιο Αθανάσιο, ενώ πλησίαζε στο σημείο εκείνο, αντιλήφθηκε το γκρέϊντερ, που βρισκόταν στο ρεύμα πορείας του, καθώς και ένα σωρό αμμοχάλικο, τα οποία εμπόδιζαν τελείως την πορεία του. Έτσι, αναγκάσθηκε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα (αριστερά της πορείας του), όπου είχαν εναποτεθεί οι λόφοι αμμοχάλικου, αποδεχόμενος ότι για να διασχίσει το δρόμο θα έπρεπε να περάσει πάνω από τον πρώτο λόφο αμμοχάλικου. Αφού περίμενε να περάσει αντιθέτως ερχόμενος γεωργικός ελκυστήρας, ο οποίος για να διέλθει "πάτησε" αναγκαστικά πάνω στο πρώτο λόφο από αμμοχάλικο και στην άκρη του χωραφιού, οδήγησε την μοτοσικλέτα του πάνω στην άκρη του πρώτου λόφου αμμοχάλικου, που ήταν πλησιέστερα στο μέσο του δρόμου. Όμως, λόγω του ότι στο σημείο εκείνο της οδού υπήρχε στένωση και το υλικό ήταν αμμοχάλικο, η μοτοσικλέτα του εξετράπη ανάμεσα στο δεύτερο και στον τρίτο λόφο, με αποτέλεσμα να υποστεί εκτεταμένα τραύματα. Η πρόσκρουση του ενάγοντος στον λόφο αμμοχάλικου, η εκτροπή του οχήματός του και ο τραυματισμός του προκλήθηκαν κατά αιτιώδη συνάφεια από αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι, ενώ κατά την εκτέλεση του έργου, που τους ανατέθηκε, κατέλαβαν με την εναπόθεση των λόφων αμμοχάλικου πάνω στο δρόμο τη λωρίδα κυκλοφορίας από Άγιο Αθανάσιο προς Μυκήνες και επιπλέον ακινητοποίησαν αντικανονικά το μηχάνημα (γκρέιντερ), με το οποίο εκτελούσαν το έργο, στην αντίθετη λωρίδα του άνω δρόμου, αποκλείοντας έτσι τη διέλευση των οχημάτων, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα και επαρκή προς αποφυγή ατυχημάτων μέτρα. Ειδικότερα, τα μέτρα αυτά συνίσταντο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπου εκτελείτο το έργο (επαρχιακή οδός, χωμάτινος δρόμος, χρησιμοποίηση υλικών - αμμοχάλικα), που διακινδύνευαν την ομαλή διέλευση οχημάτων και πεζών, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η οδός αυτή εχρησιμοποιείτο από ιδιοκτήτες κτημάτων της περιοχής, στην τοποθέτηση πρόσφορων σημείων προς επισήμανση της θέσεως των λόφων αμμοχάλικου και του γκρέιντερ ή ακόμη και εμποδίων που να αποκλείουν την από εκεί διέλευση οχημάτων. Κατά τα αναφερόμενα στην από 23.11.2004 έκθεση αυτοψίας οι εναγόμενοι είχαν λάβει κάποια μέτρα, και ειδικότερα είχαν τοποθετήσει πριν το σημείο του ατυχήματος πινακίδα με την ένδειξη "Προσοχή έργα Νομαρχίας Αργολίδος", πινακίδα Ρ - 48 υποχρεωτικής πορείας πριν το σημείο της πρόσκρουσης, πινακίδα αναγγελίας κινδύνου και μετακινούμενους πλαστικούς κώνους, τα οποία όμως δεν ήταν επαρκή, κατάλληλα και πρόσφορα στο να αποτρέψουν τη πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, καθόσον έπρεπε να απαγορεύσουν πλήρως τη διέλευση οχημάτων για όσο χρόνο χρειαζόταν, αφού δεν υπήρχε τμήμα του δρόμου ελεύθερο, από όπου τα οχήματα θα μπορούσαν να κινηθούν, χωρίς να ανέλθουν στους αμμόλοφους, με αποτέλεσμα να είναι άκρως επικίνδυνη η διέλευσή τους και πολύ πιθανή η ανατροπή τους, ιδιαίτερα αυτών που κινούνταν σε δύο τροχούς, όπως εν προκειμένω η μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα των εναγομένων συνίσταται στο ότι, ενώ αυτοί μπάζωσαν το επίμαχο σημείο του οδοστρώματος και μετέφεραν οικοδομικά υλικά για την έναρξη των εργασιών ασφαλτόστρωσής του, ακινητοποίησαν το μηχάνημα έργου και εναπόθεσαν λόφους από αμμοχάλικο, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η διέλευση οχημάτων από το σημείο, δεν φρόντισαν να τοποθετήσουν σε κατάλληλες θέσεις όλες τις προβλεπόμενες από το ν. 2696/99 (ΚΟΚ) πινακίδες σήμανσης κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές, ακόμη και να διακόψουν την κυκλοφορία για μικρό χρονικό διάστημα, όπως ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 9§1, άρθρ. 47§§1 και 2 του ν. 2696/1999 σε συνδυασμό με την ΥΑ ΔΙΠΑΔ/Οικ. 502/2003 "Έγκριση Τεχνικής Προδιαγραφής Σήμανσης Εκτελούμενων Οδικών Έργων εντός και εκτός κατοικημένων περιοχών ως ελάχιστα όρια". Η αναφερθείσα ελλιπής σήμανση του έργου έλαβε χώρα λίγο πριν από το ατύχημα (βλ. απολογία του δεύτερου εναγομένου κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, όπου κατηγορείτο με τον πρώτο εναγόμενο για πρόκληση σωματικών βλαβών από αμέλεια από υπόχρεο, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι "Στα περισσότερα έργα δεν κάνουμε τη σήμανση γιατί δεν υπάρχει περιθώριο. Κλείνουν από μόνοι τους οι δρόμοι. Τη σήμανση τη βάλαμε γύρω στις 10.00 το πρωί). Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου για την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά των εναγομένων ενισχύεται και από την υπ' αριθ. 2249/23.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία οι εναγόμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, διότι δεν μερίμνησαν για την εναπόθεση των οικοδομικών υλικών (αμμοχάλικων) κατά τρόπο που να μην παρεμποδίζεται η κυκλοφορία και για την τοποθέτηση της δέουσας σχετικής σήμανσης, με αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών στον ενάγοντα από την πρόσκρουση σε αυτά, και καταδικάσθηκαν για την πράξη τους αυτή σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών ο καθένας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δρόμος, όπου συνέβη το ατύχημα, ήταν ευθύς, οριζόντιος και η ορατότητα των προσερχόμενων οδηγών στο σημείο δεν περιοριζόταν. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων ήταν ηλικίας 67 ετών, στερούνταν της νόμιμης άδειας ικανότητας οδηγού για την οδήγηση της συγκεκριμένης μοτοσικλέτας και η όρασή του επιβοηθούταν από γυαλιά οράσεως, διότι έπασχε από καταρράκτη. Την ώρα του ατυχήματος, περίπου 11.45 π.μ., επικρατούσε καλοκαιρία και ο ενάγων δεν φορούσε τα βοηθητικά γυαλιά οράσεως, καθώς ναι μεν μετά την πρόσκρουση και την ανατροπή του τα αναζήτησε, αλλά αυτά δεν βρέθηκαν στο τόπο του ατυχήματος. Συνεπώς, σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ενάγων λόγω της ασθένειας καταρράκτη, που αντιμετώπιζε, σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρουσίαζε μειωμένη όραση, η οποία επηρέασε την οδήγησή του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με τέτοιο τρόπο ώστε αιτιωδώς συνέβαλε στην πρόκλησή του. Συγκεκριμένα, αν και αντιλήφθηκε τους λόφους αμμοχάλικου, δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει την απόσταση τους σε σχέση με το γκρέιντερ, ώστε είτε να ανακόψει την πορεία του και να αποφύγει την διέλευση της μοτοσικλέτας πάνω από τον λόφο αμμοχάλικου, είτε να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς (δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσικλέτας) για να αποφύγει την εκτροπή της. Επιπλέον, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο ενάγων κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας έφερε μια σακούλα με αρτοσκευάσματα, που βρέθηκε σφηνωμένη ενδιάμεσα της αριστερής πλευράς της ζάντας του οπίσθιου τροχού, του προφυλακτήρα της αλυσίδας και του ταμπούρου, για τον λόγο δε αυτό κατά τον ελιγμό του προς την αριστερή πλευρά του δρόμου δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων, για να ενεργήσει τον αναγκαίο για την περίσταση χειρισμό, με συνέπεια η σακούλα να σφηνώσει στα ως άνω μέρη της μοτοσικλέτας και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του αμμοχάλικου, να συμβάλει στην ανατροπή της. Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε, ότι για την πρόκληση του ατυχήματος βαρυνόταν με υπαιτιότητα και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος ενάγων. Τούτο δε διότι ο τελευταίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλλει, δεν αντέδρασε έγκαιρα, όταν αντιλήφθηκε το εμπόδιο στην πορεία του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, ενώ αν κατέβαλε την προσοχή που επιδεικνύει ο μέσος συνετός άνθρωπος κατά την κίνηση της μοτοσικλέτας του, θα είχε τροχοπεδήσει και θα φρόντιζε να έχει πλήρη ελευθερία κινήσεων για να ενεργεί ελεύθερα τους αναγκαίους χειρισμούς (άρθρ. 13 ΚΟΚ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των διαδίκων μερών σε ποσοστό 50% για τον καθένα, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης για συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφεραν στο εφετείο με λόγο της εφέσεώς τους. Ενόψει τούτων το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί συντρέχουσα υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος κατά ποσοστό 30%, κράτησε την υπόθεση, την δίκασε κατ' ουσίαν και δέχθηκε συνυπαιτιότητα του τελευταίου κατά 50%. Όμως, με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, διότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, συνισταμένη στην παράνομη παράλειψη τοποθέτησης της επιβαλλόμενης από το νόμο σημάνσεως στο εκτελούμενο έργο, δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της η πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα (τραυματισμός του ενάγοντος), αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης: α) ο παθών ενάγων, έχοντας διέλθει και τις πρωινές ώρες από το χώρο του εργοταξίου με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά την εκ νέου προσέγγισή του εκεί περί ώρα 11.45 π.μ. αντιλήφθηκε το, όπως επισημαινόταν, εργοτάξιο και σταμάτησε μπροστά από τους λόφους αμμοχάλικου για να περάσει ένας αντιθέτως κινούμενος γεωργικός ελκυστήρας, με συνέπεια η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της σήμανσης του εκτελούμενου έργου να είναι άνευ εννόμου σημασίας για το επελθόν στη συνέχεια αποτέλεσμα εξαιτίας της κινήσεως του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, γνώστη των λόγω της εκτελέσεως του έργου συνθηκών της οδού και οφείλοντος να τις εκτιμήσει, να διασχίσει το δρόμο κινούμενος προς τα αριστερά κατά την πορεία του και να περάσει υποχρεωτικά πάνω από λόφο αμμοχάλικου, β) ο ενάγων έπασχε από καταρράκτη, που περιόριζε σε σημαντικό βαθμό την όρασή του, με συνέπεια να μην μπορεί να εκτιμήσει προσηκόντως την κατάσταση της οδού και να οδηγήσει τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ανάμεσα στα εμπόδια, παρότι βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από αυτά και αμέσως πριν είχε διέλθει ασφαλώς από το ίδιο σημείο κινούμενος αντιθέτως, υπό την παρουσία του, ο πολλαπλάσιου όγκου γεωργικός ελκυστήρας, την πορεία του οποίου, κινούμενος αντιθέτως, όφειλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να ακολουθήσει για να διέλθει ασφαλώς από το σημείο αυτό της οδού, μέσα μάλιστα από το δεξιό κατά την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, και γ) ο ίδιος, ηλικίας τότε 67 ετών, στερούνταν αδείας οδηγήσεως δικύκλου, γεγονός από το οποίο προέκυπτε η έλλειψη επαρκούς εμπειρίας στην οδήγησή του, που συνεπαγόταν αναγκαία και την εκ μέρους του μη επαρκή εκτίμηση της οδικής καταστάσεως, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τους σωρούς αμμοχάλικου και τη συνεχόμενη εναπόθεσή τους στο αριστερό του οδοστρώματος, ενώ επιπλέον κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας πάνω στο σωρό από αμμοχάλικο κρατούσε και σακούλα με αρτοσκευάσματα, που δυσχέραινε περαιτέρω την ελευθερία κινήσεων του. Αυτά δε ανεξαρτήτως του ότι, οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως 1) ότι ο δρόμος ήταν τελείως κλειστός σε όλο το πλάτος του λόγω αντικανονικής στάθμευσης του γκρέιντερ και της εναπόθεσης σωρών αμμοχάλικου διαστάσεων 4,20 μ Χ 2,50 μ.. 2) ότι η σήμανση ήταν ανεπαρκής, διότι λόγω της ολικής αποφράξεως του οδοστρώματος έπρεπε να απαγορευθεί πλήρως η κυκλοφορία και η διέλευση των οχημάτων στο χώρο του εκτελούμενου έργου, και 3) ότι ο παθών ενάγων για να μπορέσει να διέλθει το δρόμο ήταν υποχρεωμένος να περάσει πάνω από τον πρώτο λόφο από αμμοχάλικο, δεν αναιρούν την κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μη προσήκουσα υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, αφού σε κάθε περίπτωση ο ενάγων, έχοντας άμεση γνώση των οδικών συνθηκών, που αποτέλεσαν και την αιτία της διακοπής της πορείας του αμέσως πριν από το εκτελούμενο έργο, όφειλε να σταθμίσει ο ίδιος ως μέσος συνετός οδηγός το τι έπρεπε να πράξει και τελικά, αν έπρεπε να διέλθει από τον γεμάτο εμπόδια δρόμο ή να μην επιχειρήσει τη διέλευση αυτή. Η δε απόφασή του αυτή δεν συνδεόταν πια με την ύπαρξη της ανεπαρκούς σημάνσεως, διότι ο ίδιος, έχοντας διακόψει την πορεία του προ της ζώνης των έργων και των υφιστάμενων εμποδίων, όφειλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να έχει αντιληφθεί τις δυσκολίες που εγκυμονούσε γι' αυτόν το εγχείρημα της διελεύσεως της οδού. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα όλων των άλλων λόγων αναιρέσεως. Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§3 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 244/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία, όροι, άρθρ. 297, 298, 330, 914 ΑΚ. αμέλεια. αποκλειστική υπαιτιότητα, συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, άρθρ. 300 ΑΚ. Παράνομη συμπεριφορά του δράστη συνιστάμενη σε παράλειψη. Αιτιώδης συνάφεια. διδάγματα κοινής πείρας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ορισμένο γεγονός να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ και των διατάξεων σήμανσης των οδικών έργων δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, συνιστά όμως στοιχείο που θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου πράξεως ή παραλείψεως και επελθόντος αποτελέσματος. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, όταν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. πραγματικά περιστατικά. Παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον αόριστο νομικό κανόνα της αιτιώδους συνάφειας, διότι η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη στην παράνομη παράλειψη τοποθέτησης της επιβαλλόμενης από το νόμο σημάνσεως στο εκτελούμενο έργο, δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της η πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως λόγω παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
null
null
2
Αριθμός 982/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πουλάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρέίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 808/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Μαρτίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 849 του Α.Κ. "η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπλήρωσε την οφειλή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847, 160 και 185 του Α.Κ. συνάγεται ότι, όταν ο νόμος ορίζει ως συστατικό τον έγγραφο τύπο για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας, όπως είναι η δήλωση του εγγυητή σε σύμβαση εγγυήσεως, τότε πρέπει η επί του συστατικού εγγράφου δήλωση του υποχρέου να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη (άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ.) και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρο 180 του Α.Κ.). Αν η δήλωση του εγγυητή γίνεται δι' αντιπροσώπου κατά το άρθρο 211 του Α.Κ., τότε η παροχή πληρεξουσιότητας στον αντιπρόσωπο πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 εδ. β', 158, 159 παρ. α' και 180 του Α.Κ., να έχει περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου, ακόμα και όταν αιτία της πληρεξουσιότητας είναι σύμβαση εντολής, αφού δεν δύναται να συναχθεί κάτι διαφορετικό από άλλες, εκτός του Α.Κ., διατάξεις νόμου (Α.Π. 1925/2006). Σε περίπτωση δε ελλείψεως συναινέσεως, που λείπει και όταν η δικαιοπραξία εξαιτίας μη τηρήσεως του ως άνω απαιτούμενου έγγραφου συστατικού της τύπου είναι άκυρη και λογίζεται συνεπώς μη γενόμενη (Α.Κ. 180), η έγκριση δημιουργεί για τον εγκρίνοντα ευθύνη, αν η δήλωση περί εγκρίσεως γίνει εγγράφως (Α.Κ. 236, 238, 217 παρ. 2, συνδυαζόμενα), αφού στην ανωτέρω περίπτωση η έγκριση, ως αναπληρωματική συναινέσεως ταυτιζόμενης προς πληρεξουσιότητα, υπόκειται στον έγγραφο τύπο ως συστατικό της (Α.Π. 859/1992). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, 28/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι στην υπ' αριθμ. .../1-4-1988 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ, της οποίας η αναιρεσίβλητη κατέστη καθολική διάδοχος και της ανώνυμης εταιρίας "Αφοί Δ. ΑΒΕ¨, ο αναιρεσείων εγγυήθηκε υπέρ της τελευταίας (δανειολήπτριας), ως αυτοφειλέτης τόσο για το αρχικό ποσό των 5.000.000 δραχμών με έγγραφη δήλωσή του, όσο και για τα μεταγενέστερα ποσά των προσθέτων συμβάσεων αύξησης της πίστωσης, όπως η επίμαχη από 28-2-2001 για ποσό 350.000.000 δραχμών, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προβάλλει με την ένδικη ανακοπή του για μη υπογραφή του στην επίμαχη σύμβαση, με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του τελευταίου (ανακόπτοντος - ήδη αναιρεσείοντος), που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, ότι αυτός δεν έχει υπογράψει ως εγγυητής την άνω από 28-2-2001 αυξητική σύμβαση και ότι η υπάρχουσα φερομένη ως υπογραφή του στη σύμβαση αυτή έχει πλαστογραφηθεί από τους κατονομαζομένους ως πλαστογράφους, Γ. Α. Λ., Γ. Ε. Β., εκπροσώπους της καθής τράπεζας και Σ. Τ. Δ., εκπρόσωπο της άνω πιστούχου εταιρείας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ανακόπτων με τον αδελφό του Α. Δ. και τον εξάδελφό του Σ. Δ. (σε βάρος και των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής) ήταν εταίροι της ως άνω πιστούχου εταιρείας. Λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους στενής συγγενικής σχέσης και της συνεπεία αυτής αμοιβαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης συμφώνησαν, όπως στις συναλλαγές της εταιρείας υπογράφει ένας από αυτούς, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή των άλλων, για την ταχύτητα των συναλλαγών και την αποφυγή της σχετικής ταλαιπωρίας των ιδίων. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εκ των μελών του Δ.Σ. Σ. Δ. έθεσε στην άνω, από 28-2-2001 πρόσθετη (συμπληρωματική) αυξητική σύμβαση, κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανακόπτοντος ως εγγυητή, καθώς ο τελευταίος ήταν σοβαρά άρρωστος, έχοντας υποστεί στις 19-2-2001 εγκεφαλικό επεισόδιο. Τέθηκε δηλαδή η υπογραφή αυτή κατ' εντολή του ανακόπτοντος και συνεπώς, δεν υφίσταται πλαστογραφία. Εξάλλου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων με το αριθμ. 106/2006 βούλευμά του αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω Σ. Δ. για πλαστογραφία της άνω από 28-2-2001 (συμπληρωματικής) σύμβασης θέτοντας κατ' απομίμηση σ' αυτή στη θέση του εγγυητή την υπογραφή του ανακόπτοντος, με την αιτιολογία, ότι την υπογραφή αυτή έθεσε ο (κατηγορούμενος) Σ. Δ. κατ' εντολή του τελευταίου (ανακόπτοντος). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον προαναφερόμενο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, έσφαλε από πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό (τέταρτο) λόγο της ένδικης έφεσης και πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιό της αυτό". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 849, 158 παρ.1, 160, 180, 185, 211 και 217 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η συγκατάθεση για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας που υποβάλλεται από το νόμο σε έγγραφο τύπο (όπως η δήλωση του εγγυητή) είναι έγκυρη και όταν δίδεται προφορικά, ενώ επιβάλλεται από τον νόμο και ως προς τη συναίνεση ή έγκριση μιας τέτοιας τυπικής δικαιοπραξίας ο ίδιος έγγραφος τύπος, με ποινή ακυρότητάς της, είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση δεν στοιχειοθετεί (από υποκειμενική άποψη) ποινικό αδίκημα πλαστογραφίας. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, γι' αυτό και παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 808/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Ποιν.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 808/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παροχή πληρεξουσιότητας για συναίνεση σε εγγύηση (ανάληψη εγγυητικής ευθύνης) υπόκειται με ποινή ακυρότητας σε έγγραφο τύπο και δεν ασκεί επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση του παρασχόντος εγγύηση για λογαριασμό άλλου χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα δεν στοιχειοθετεί από υποκειμενική άποψη αδίκημα πλαστογραφίας (άρθρα 849, 158 παρ.1, 160, 185, 211, 217 ΑΚ). Το Εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
null
null
0
Αριθμός 972/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Δ. του Ν., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βρόντο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1312/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1475/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ.Α.Π. 8/1995, 4/1995). Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφορά όχι μόνο την κύρια απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής. Η διάταξη του άρθρου 349 Κ.Π.Δ. για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανιστεί για λόγους ανώτερης βίας κ.τ.λ. ( άρθρο 501 παρ.1 εδ.δ' Κ.Π.Δ.) Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1312/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1087/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί ερήμην για την πράξη της παράβασης του Ν. περί επιταγής σε φυλάκιση δύο (2) ετών μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, αποδεικνύεται ότι, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά εμφανίσθηκε ως άγγελος, ο μάρτυρας Κ. Γ. του Ε. , ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί, λόγω σημαντικών αιτίων να εμφανιστεί στο δικαστήριο, και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του κωλύματος εμφάνισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, εξετάστηκε ενόρκως, ως μάρτυρας και κατέθεσε τα εξής: "είμαι συνεργάτης του κατηγορουμένου και μου έδωσε την από 25-9-2011 πρόσκληση της εταιρείας Friendship Investment SRL, την οποία σας προσκομίζω και μου είπε να έρθω να ζητήσω αναβολή για λογαριασμό του, καθόσον ο ίδιος βρίσκεται στη Βουλγαρία για επαγγελματικό ραντεβού". Στη συνέχεια αναγνώστηκε το προσκομιζόμενο ως άνω από 25-9-2011 έγγραφο (FΑΧ σε φωτοτυπία) της παραπάνω εταιρείας "Friendship Investment SRL" που εδρεύει στην Κωστάντζα Ρουμανίας, το οποίο φέρεται να επιβεβαιώνει κάποιο προγραμματισμένο επαγγελματικό ραντεβού του κατηγορουμένου στη Βάρνα Βουλγαρίας στις 26-9-2011, ήτοι την ημέρα της δικασίμου. Το δικαστήριο ακολούθως απέρριψε το κατά τα άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων ή οι συνήγοροί τους ζητούν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση τους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορούμενου, ο οποίος σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 349 του Κ.Π.Δ. υποβάλλει αίτημα αναβολής ης δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του ή στο πρόσωπο του συνηγόρου του. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορούμενου, υπόκειται στην κυριαρχική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος αυτού, οφείλει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 139 εδ. β' του Κ.Π,Δ. να διαλάβει στη σχετική απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ( βλ. Α.Π. 75/2000 Π.Χ. Ν'σελ. 309). Στην προκείμενη περίπτωση, το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της παρούσας δίκης είναι μεν νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 349 παρ.1, 2 του Κ.Π.Δ, πρέπει όμως ν' απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, διότι κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο λόγος προβάλλεται προσχηματικώς, με σκοπό την παρέλκυση της δίκης ,εν όψει και του γεγονότος ότι μπορούσε ευχερέστατα να εξουσιοδοτήσει δικηγόρο να παραστεί στο όνομα του και για λογαριασμό του ενώπιον του δικαστηρίου και να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, αφού από το προσκομισθέν ιδιωτικό έγγραφο προέκυψε ότι το ραντεβού του κατηγορούμενου στη Βάρνα Βουλγαρίας, ήταν προγραμματισμένο και όχι ξαφνικό. Μετά ταύτα, πρέπει να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, καθόσον περιέχει την παραδοχή ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ο μάρτυρας του κατηγορουμένου για να επιτύχει ο τελευταίος την αναβολή της δίκης, δηλαδή την απουσία του στη Βάρνα Βουλγαρίας, για προγραμματισμένο και όχι αιφνίδιο ραντεβού, δεν συνιστούν ανώτερη βία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 349 Κ.Π.Δ. αλλά προσχηματικό λόγο αναβολής και παρέλκυσης της δίκης, καθώς και τις σκέψεις ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής. Επομένως ο περί του αντιθέτου υπό το Λατινικό στοιχείο Ι πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά τα ειδικότερα μέρη του με στοιχεία 1 και 2 από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και Η' περί ελλείψεως αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης που απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης και υπέρβασης εξουσίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει η προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά το μέρος εκείνο με το οποίο, μετά την κατά τα άνω απόρριψη του αιτήματος αναβολής, απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, ως εκπρόθεσμη. Από τη σχετική 134/14-6-2011 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής ενώ ουδέποτε υπήρξε αγνώστου διαμονής σε κάθε περίπτωση δε η επίδοση είναι άκυρη γιατί δεν έγινε στο Δήμαρχο, όπως προβλέπεται για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, αλλά σε τρίτο πρόσωπο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης, διέλαβε, την παρακάτω αιτιολογία: "Από τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώ αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ενώ για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 465 § 1) και από εκείνον που τη δέχεται, στην δε έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο (ΚΠΔ 474 §§ 1, 2). Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμένος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 §§ 1 και 2 ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και σε άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 § 1 εδ. δ' ΚΠΔ προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ. Τόπος, δε, κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 § 1 ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (για όλα τα ανωτέρω βλ. ΑΠ 79/2011, 137/2011, 391/2011, αδημοσίευτες στο νομικό τύπο). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και χρηματική ποινή 2.000,00 ευρώ για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών. Η απόφαση του επιδόθηκε στις 24.10.2010 ως αγνώστου διαμονής, επειδή, όπως αποδεικνύεται από τη με ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση του Αρχιφύλακα Α.Τ. Καρδίτσας Κ. Μ. , ο κατηγορούμενος μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως στις 14.6.2011, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 134/2011 έκθεση εφέσεως ενώπιον του Γραμματέως Πλημ/κείου Καρδίτσας Θ. Κ. , δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Στην έφεσή του, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, επικαλείται: 1) ότι είναι άκυρη η επίδοση της εκκαλουμένης, διότι από το ανωτέρω αποδεικτικό δεν προκύπτει σε ποιο πρόσωπο παραδόθηκε και αν ο παραλήπτης έχει ορισθεί για την παραλαβή εγγράφων που επιδίδονται στους αγνώστου διαμονής πολίτες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ' όσον από το εν λόγω αποδεικτικό σαφώς προκύπτει ότι ο παραπάνω αρχιφύλακας, αφού βεβαίωσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι κατόπιν έρευνας που διενήργησε, δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε στην τελευταία γνωστή κατοικία του κατηγορούμενου ή αλλού κάποιο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 § 1 ΚΠΔ για να εγχειρίσει σε αυτό την απόφαση, δηλ. σύζυγος ή ελλείψει συζύγου, γονέας ή αδελφός ή άλλος εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού συγγενής του προς τον οποίο η επίδοση κατηγορουμένου, μετέβη και παρέδωσε την απόφαση στον, επί τούτω από το Δήμαρχο Καρδίτσας ορισθέντα, Α. Κ. , Διευθυντή διοικητικών υπηρεσιών Δήμου Καρδίτσας, που υπέγραψε υπό τη σφραγίδα του δήμου. Εφ' όσον, δε, ο κατηγορούμενος δεν προβάλει με την έφεση του ότι είχε καταστήσει γνωστή στην εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, τη διεύθυνση της κατοικίας του στην ... , νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας που αναφέρεται στην από 26.10.2009 έγκληση που υπέβαλε εναντίον του, ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΣΙΤ Α.Ε.Β.Ε.", η παθούσα - δικαιούχος των επιταγών, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ. Β. και Σια ΟΕ", ως τελευταία γνωστή κατοικία του. 2) Ότι, ποτέ δεν ήταν κάτοικος της οδού ... , όπου αναζητήθηκε από το όργανο επιδόσεως της αποφάσεως και δεν βρέθηκε, καθώς και όπου του επιδόθηκε και το κλητήριο θέσπισμα με θυροκόλληση, αλλά διαμένει μόνιμα στο χωριό ... . Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθ' όσον στην προκείμενη περίπτωση δεν προηγήθηκε προανάκριση, οπότε ως τόπος διαμονής θεωρείτο εκείνος που αναφερόταν στην έγκληση, όπως προαναφέρθηκε, ήτοι η οδός ... και, επομένως, ορθώς του επιδόθηκε στη διεύθυνση αυτή τόσο η απόφαση όσο και το κλητήριο θέσπισμα (βλ. το από 13.3.2010 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος του Αρχιφύλακα Α. Τ. Καρδίτσας Γ. Ι. , το οποίο θυροκολλήθηκε). Η αστυνομική του ταυτότητα, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην έφεση του και επικαλείται, ουδόλως αποδεικνύει τον ισχυρισμό του περί διαμονής στην ... , αφού το ως άνω έγγραφο δεν αναφέρει διεύθυνση κατοικίας. Επίσης, από τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας που επικαλείται, προκύπτει ο τόπος κατοικίας του μόνο για το χρόνο εκδόσεως αυτής (2011) και όχι για τον (προγενέστερο) χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως (2010). Επίσης, η ειδοποίηση τελών κατανάλωσης που επικαλείται και προσκομίζει δεν αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος και εκεί αναγραφόμενος ως οφειλέτης, ήταν κάτοικος ... κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Μετά ταύτα, αφού δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενοι με το εφετήριο λόγοι του εκκαλούντος, ότι πάσχει ακυρότητας η επίδοση της αποφάσεως και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο της ημέρας εκδίκασης της υπόθεσης, όσο και της επίδοσης αντιγράφου της απόφασης που, κατά τον ισχυρισμό του, τον εμπόδισε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον κατηγορούμενο τα έξοδα της δίκης αυτής." Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (24-8-2010), (εκ παραδρομής αναφέρεται 24-10-2010), εκείνον της άσκησης της έφεσης (14-06-2011) και το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα του Α. Τ Καρδίτσας Κ. Μ. από το οποίο, επισκοπούμενο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την έρευνα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η εκκαλούμενη ερήμην απόφαση. Ως προς το αποδεικτικό αυτό, αναφέρεται ο χρόνος επίδοσης και το όνομα του συντάξαντος αυτό Αρχιφύλακα του Α.Τ.Καρδίτσας Κ. Μ. , που είναι ο συντάξας και τη βεβαίωση περί του ότι ο κατηγορούμενος ήταν άγνωστης διαμονής. Η επίδοση αυτή έγινε νομίμως, ως αγνώστου διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην άνω γνωστή στην Εισαγγελική αρχή διεύθυνση ... , μετά την άκαρπη αναζήτηση των κατά το άρθρο 156 προσώπων. Στη διεύθυνση αυτή αναζητήθηκε και για την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, δεν ανευρέθη και έγινε θυροκόλληση αυτού, το σχετικό δε αποδεικτικό επίδοσης διαλαμβάνεται στην απόφαση, (το από 13-3-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Α.Τ. Καρδίτσας Γ. Ι. ). Περαιτέρω δε, η άνω διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε και απέβη άκαρπη η επίδοση της εκκαλουμένης ήταν, κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία γνωστή διαμονή του αναιρεσείοντος στην Εισαγγελική Αρχή Καρδίτσας, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Εξάλλου, στην άνω έφεση δεν διαλαμβάνεται ότι η αναφερομένη σε αυτήν κατοικία του αναιρεσείοντος στο χωριό ... ήταν γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή Καρδίτσας. Το Δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία σε σχέση και με το θέμα, αν ο αναιρεσείων διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που αναφέρει ο ίδιος στην έφεσή του (... ) και με αναφορά στα έγγραφα που ο εκκαλών με την έφεσή του είχε επικαλεστεί και επισυνάψει (αστυνομική ταυτότητα, βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, απόδειξη τελών κατανάλωσης) καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι κατά το κρίσιμο διάστημα, δεν διέμενε στην επικαλούμενη από αυτόν, ως άνω, διεύθυνση. Περαιτέρω από το άνω αποδεικτικό επίδοσης, χωρίς καμία αμφιβολία, προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, στο Δήμαρχο Καρδίτσας , αφού κάτω από την υπογραφή έχει τεθεί και η υπηρεσιακή σφραγίδα του Δήμου Καρδίτσας και αναφέρεται το όνομα του παραλαβόντος την εκκαλουμένη υπαλλήλου του Δήμου, Α. Κ. , Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών Δήμου Καρδίτσας, του οποίου φέρει και την ιδιόχειρη υπογραφή. (βλ. το ως άνω αποδεικτικό σε πρωτότυπο). Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως υπό το Λατινικό στοιχείο ΙΙ και κατά το σκέλος του με στοιχείο 1 περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Στον αυτό ως άνω, ΙΙο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο σκέλος του υπό στοιχείο 2, προβάλλονται αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που συνίστανται στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο, το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, η από 26-10-2009 έγκληση σε βάρος του, η βεβαίωση μόνιμης κατοικίας του και η ειδοποίηση-απόδειξη των τελών κατανάλωσης, χωρίς να αναγνωσθούν. Οι από το άρθρο 510§1 στοιχ.α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 περ.1 δ' του ΚΠΔ λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, για τους παρακάτω λόγους: Τα έγγραφα αυτά, πλην της από 26-10-2009 έγκλησης, περιέχονται στην υπ' αριθμό 134/14-6-2011 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος, η οποία αναγνώσθηκε από το δικαστήριο, όπως από την επισκόπηση, των οικείων πρακτικών προκύπτει και συνεπώς θεωρούνται αναγνωστέα και τα περιεχόμενα σε αυτήν έγγραφα τα οποία αναλύονται. Πέραν των ανωτέρω, το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης και η από 26-10-2009 έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα αλλά διαδικαστικά, μάλιστα η από 26-10-2009 έγκληση αποτέλεσε τη βάση του εξεταζόμενου αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και το γεγονός ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να αναγνωστούν, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 4/12-12-2011, αίτηση του Δ. Β. του Ν. , για αναίρεση της 1312/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη αιτήματος αναβολής και εφέσεως στη συνέχεια, ως εκπρόθεσμης. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής.. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παρεμπίπτουσας και κύριας απόφασης. Η επίδοση έγινε στην τελευταία γνωστή διαμονή. Διαλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση το χρόνο επίδοσης, το αποδεικτικό αυτής και το χρόνο άσκησης της έφεσης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 970/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2254/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργ. Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Σ. Π. του Ε., 2. Ι. Τ., 3. Χ. Π. του Σ., 4. Δ. Μ. του Π. και 5. Γ. Π. του Η., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργ. Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 242/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 46/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 527 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να τη ζητήσει μόνο ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο Προϊστάμενός του Εισαγγελέας. Στην προκειμένη περίπτωση υπεβλήθη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η από 30-12-2011 αίτηση του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον των κατηγορουμένων Σ. Π. του Ε., Ι. Τ., Χ. Π. του Σ., Δ. Μ. του Π. και Γ. Π. του Η., που αυτός καταμήνυσε για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση ως διαχειριστές ξένης περιουσίας και άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης και αθωώθηκαν με την αριθμ. 2254/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για την αθώωσή τους είχε η από πρόθεση παράβαση του δικαστικού καθήκοντος των δικαστών της σύνθεσης του Δικαστηρίου, που συνέπραξαν στην αθώωσή τους. Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επανάληψη της διαδικασίας, διότι ο αιτών και μηνυτής δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας του κατηγορουμένου, που αθωώθηκε, παρά μόνο ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση ή ο Προϊστάμενός του Εισαγγελέας, και να καταδικασθεί αυτός (αιτών) στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-12-2011 αίτηση του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 2254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Ι. Μ. του Θ.. Αθήνα 20.2.2012 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 527 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε, μπορεί να ζητήσει μόνο ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενός του εισαγγελέας. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εναντίον εκείνου που αμετακλήτως αθωώθηκε ή για τον οποίο το δικαστικό συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όταν ασκείται όχι από τον εισαγγελέα, αλλά από τον πολιτικώς ενάγοντα ή άλλο τρίτο πρόσωπο. Εν προκειμένω, με την 2254/2009 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Σ. Π. του Ε., Ι. Τ., Χ. Π. του Σ., Δ. Μ. του Π. και Γ. Π. του Η. για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση ως διαχειριστές ξένης περιουσίας και άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη της υπεξαιρέσεως, κατόπιν μηνύσεως του Ι. Μ., κατοίκου .... Ήδη, ο ανωτέρω μηνυτής Ι. Μ. του Θ., υπέβαλε διά του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 30 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση "Περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου επανάληψης της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2254/09 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ...", με την οποία ζητεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την επανάληψη της διαδικασίας. Δηλαδή, από το περιεχόμενο της αιτήσεως, η οποία δεν απευθύνεται προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αλλ' όπως εκτίθεται παραπάνω στο ν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι ο ως άνω μηνυτής και ήδη αιτών δεν ασκεί ίδιο δικαίωμα υποβολής αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, αλλά ζητεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επικαλούμενος τους αναφερόμενους στην αίτησή του λόγους, να ασκήσει εκείνος, δηλαδή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μέσα στα πλαίσια των κατ' άρθρο 527 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αρμοδιοτήτων του, αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Ενόψει των ανωτέρω, απαραδέκτως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), αντί να ερευνήσει εκείνος την αίτηση και, κατά την κρίση του, ή να ασκήσει εκείνος αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας εις βάρος των αθωωθέντων ή να απορρίψει την αίτηση του μηνυτή. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή της αιτήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την εισαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) της αιτήσεως του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αιτήσεως επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της 2254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση ακυρώσεως ποινικής διαδικασίας εις βάρος των κατηγορουμένων που αθωώθηκαν. Κηρύσσεται απαράδεκτη η εισαγωγή της αιτήσεως, διότι αυτή δεν απευθύνεται προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αιτήσεως (του μη δικαιουμένου σε αυτήν) μηνυτή, αλλ' απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτός να ασκήσει, εάν κρίνει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 969/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό, περί αναιρέσεως της 10377/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου Κώδικα "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας, χάριν προστασίας των υπομνημάτων, τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα, με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου κατηρτισμένου ήδη γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευθέντος εγγράφου να παραπλανηθεί άλλος για το γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με στόχο την επιδίωξη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει άλλον, χωρίς να ασκεί επιρροή η επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή η βλάβη τρίτου. Περαιτέρω, ως έγγραφο, κατά την έννοια του νόμου είναι, κατ' άρθρο 13 περ. γ' του Ποινικού Κώδικα, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Η χρήση του πλαστού εγγράφου τότε μόνον συνιστά αυτοτελές αδίκημα, όταν γίνεται από τρίτο πρόσωπο, εκτός από τον φερόμενο ως πλαστογράφο. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο θεωρείται επιβαρυντική περίσταση και σε περίπτωση ενοχής επιβάλλεται μία ποινή, με επαύξηση του ελάχιστου ορίου. Δεν αποκλείεται να υπάρξει περίπτωση ενοχής εκείνου που φέρεται ως πλαστογράφος, μόνο για την χρήση του πλαστού εγγράφου, εφ' όσον έχει παραγραφεί το βασικό αδίκημα της πλαστογραφίας ή οσάκις αθωώθηκε για την πράξη της πλαστογραφίας, διότι κρίθηκε ότι δεν υπήρξε αυτουργός της πράξεως, όμως εν γνώσει της πλαστότητας χρησιμοποίησε το πλαστό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχείο β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι ενώ με την 67.592/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, στη συνέχεια, αφού άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση, καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 10.377/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για το αυτοτελές αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Ενόψει όμως των εκτεθέντων ορθώς το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο της χρήσεως πλαστού εγγράφου, αφού δέχθηκε ότι ήταν τρίτος και όχι εκείνος που κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα και επομένως πρέπει ο ως άνω πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10377/2011 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην Αθήνα στις 4.2.2004, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των παρακάτω πλαστών εγγράφων τους αρμοδίους για την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης ότι ο Ν. Ζ. είχε εισοδήματα από την παροχή μισθωτής εργασίας στον εργοδότη Γ. Ν., συνολικού ποσού 25.213,57 ευρώ, αυτός, (δηλ. ο κατηγορούμενος) υπέβαλε τα πλαστά αυτά έγγραφα ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της ΔΟΥ Γλυφάδας και συγκεκριμένα, την από 4.2.2004 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004, η οποία ανέγραφε τα στοιχεία του Ν. Ζ. και ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των 25.213,57 ευρώ και β) την από 4.2.2004 βεβαίωση αποδοχών του εργοδότη Γ. Ν., η οποία περιείχε ως στοιχεία μισθωτή τα στοιχεία του Ν. Ζ., ακολούθως ανεγράφετο ακαθάριστο ποσό αποδοχών το ποσό των 3.850,39 ευρώ, καθώς και την υπογραφή του Γ. Ν., κάτωθι της θέσης "ο βεβαιών". Τα πλαστά αυτά έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να εξαπατηθούν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών και να αποκτηθούν άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας , ώστε να φαίνεται ότι εισήχθη και κυκλοφορεί νόμιμα στην Ελλάδα το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που το έφερε στην Ελλάδα ο κατηγορούμενος και με τη χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων εξαπάτησε, όπως αναφέρθηκε τις υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών, το δε αυτοκίνητο δεν εκτελωνίστηκε ποτέ και δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστών εγγράφων, όπως ορίζεται στο διατακτικό ...". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην Αθήνα την 4.2.2004 με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ήτοι έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των παρακάτω πλαστών εγγράφων τους αρμόδιους για την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης ότι ο Ν. Ζ. είχε εισοδήματα από την παροχή μισθωτής εργασίας στον εργοδότη Γ. Ν. συνολικού ποσού 25.213,5ρ7 ευρώ, αυτός (κατηγορούμενος) υπέβαλε τα πλαστά αυτά έγγραφα ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της ΔΟΥ Γλυφάδας και συγκεκριμένα υπέβαλε την από 4.2.04 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004, η οποία ανέγραφε τα στοιχεία του Ν. Ζ. και ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των 2;5.313,57 ευρώ και β) την από 4.2.04 δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 2004, η οποία συμπεριελάμβανε κάτωθι της θέσης ο δηλών, την υπογραφή του Ν. Ζ. και γ) τη με ημερομηνία 30.1.2004 βεβαίωση αποδοχών του εργοδότη Γ. Ν., η οποία περιείχε ως στοιχεία μισθωτή τα στοιχεία του Ν. Ζ., ακολούθως περιείχε ακαθάριστο ποσό αποδοχών το ποσό των 29.850,46 ευρώ και ως σύνολο παρακρατηθέντος φόρου το ποσό των 3.850,39 ευρώ, καθώς και την υπογραφή του Γ. Ν., κάτωθι της θέσης ο βεβαιών". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Γίνεται επίσης λόγος στην αιτιολογία, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διστακτικού και του απαιτούμενου για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του αδικήματος υπερχειλούς δόλου του κατηγορουμένου, ο οποίος συνίστατο στο ότι ο τελευταίος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των αναφερόμενων πλαστών εγγράφων αρμόδιους για την εκκαθάριση της ως άνω φορολογικής δηλώσεως, υπέβαλε τα πλαστά αυτά έγγραφα ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της ΔΟΥ Γλυφάδας, προκειμένου να εξαπατηθούν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών και να αποκτηθούν άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας, ώστε να φαίνεται ότι εισήχθη και κυκλοφορεί νόμιμα στην Ελλάδα το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που αυτός (κατηγορούμενος) έφερε στην Ελλάδα. Από τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε να εφοδιάσει το ως άνω αυτοκίνητο με άδεια κυκλοφορίας και πινακίδες, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις συνάγεται σαφώς και η γνώση του κατηγορουμένου για την πλαστότητα των ως άνω εγγράφων, τα οποία ο ίδιος προμηθεύτηκε προς εκπλήρωση του σκοπού του αυτού και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αυτή (η γνώση) πανηγυρικά στην αιτιολογία της αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω α) ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως και β) ο από το αυτό άρθρο παρ. 1 στοιχ. Ε' τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 510παρ. 1 στοιχ. Η. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπέρβαση εξουσίας ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ή το πλαίσιο της; ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, δέχεται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχτεί το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη βαρύτητα του εγκλήματος. Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα για την χρήση των πλαστών εγγράφων, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο, ούτε από την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από τους μάρτυρες κατηγορίας ούτε από τα αναγνωστέα έγγραφα προέκυψε ότι τα επίδικα πλαστά έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν ενώπιον του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προκειμένου να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας και πινακίδες για το αυτοκίνητο ώστε να φαίνεται ότι κυκλοφορεί νόμιμα στην Ελλάδα, με συνέπεια με το σκεπτικό και διατακτικό του να καταστήσει χειρότερη τη θέση μου ως κατηγορουμένου έστω και αν μου επιβλήθηκε ποινή ίδια με την πρωτόδικη, αφού με το σκεπτικό του αυτό, επιβάρυνε τη νομική μου μεταχείριση, αφού στην ουσία αναγνωρίσθηκε βαρύτερη ενοχή μου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική μεταχείριση) κατά παράβαση του άρθρου 470 του Κ.Π.Δ. έστω και αν η ποινή που μου επιβλήθηκε είναι ίδια με την πρωτόδικη και ως εκ τούτου το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του". Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως αναφέρεται στις παραπάνω σκέψεις το Δικαστήριο εκτιμώντας τις αποδείξεις και ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις μνημονευόμενες παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο χρήσεως πλαστών εγγράφων, επιβάλλοντας σ' αυτόν την πρωτόδικη ποινή, χωρίς η μεταβολή της κατηγορίας από πλαστογραφία με χρήση, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως να προσδίδει μεγαλύτερη απαξία στην πράξη της χρήσεως πλαστών εγγράφων από εκείνη της πλαστογραφίας με χρήση και να καθιστά έτσι χειρότερη τη θέση του. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση του Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της 10.377/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση πλαστών εγγράφων. Λόγοι αναιρέσεως: απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 970/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη. Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FORD MOTOR HELLAS A.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ιδρυθείσας και λειτουργούσας νόμιμα κατά το δίκαιο της Πολιτείας του Deleware των Η.Π.Α ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "FORD MOTOR COMPANY", που εδρεύει στο Deleware των Η.Π.Α και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ιδρυθείσας και λειτουργούσας νόμιμα κατά το δίκαιο της Αγγλίας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ""FORD MOTOR COMPANY LIMITED", που εδρεύει στο Brentwood του Essex του Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μούκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Αυγούστου 1999 και 22 Νοεμβρίου 1999 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2001 προδικαστική, 55/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 116/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, αναιρείται επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά τη διαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον θεμελιωτικό της αγωγής του κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης εναγομένης και την ενστάσεως του κατά της αγωγής των αναιρεσίβλητων εναγουσών ισχυρισμό ότι συνδεόταν με την πρώτη από αυτές με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, προς τεκμηρίωση της οποίας επικαλείται και σειρά επιχειρημάτων. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ενάγοντος - εναγομένου και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο δεχόμενο εν τέλει, ότι δεν συνέδεε τούτον και τις αναιρεσίβλητες εναγομένη - ενάγουσες η επικαλούμενη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, απαντώντας σχετικώς με τις παραδοχές του και στα προβαλλόμενα από τον ίδιο επιχειρήματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (άρθρ. 11§2) - εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρ. 8§1α πδ 219/1991) για λόγους μόνο αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρθρ. 1§2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό αντιπρόσωπο του, έναντι αμοιβής (προμήθειας), συνήθως για ορισμένη περιοχή, τη μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής : Η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ" είναι η μητρική εταιρία του διεθνώς γνωστού ομίλου κατασκευής και εμπορίας - διανομής σε όλο τον κόσμο αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων με το σήμα FORD, τα oποία στο σύνολο τους διακρίνονται για την ποιότητα και τις υψηλές λειτουργικές τους προδιαγραφές. Οι δύο άλλες αναιρεσίβλητες εταιρίες "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED" και "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" είναι θυγατρικές εταιρίες της ως άνω μητρικής εταιρίας "FORD ΜΟΤΟR COMPANY", η δε εταιρία "FORD ΜΟΤΟR. ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", που ιδρύθηκε το έτος 1995, έχει οργανώσει στην Ελλάδα, με την εξουσιοδότηση των δύο ανωτέρω εταιριών, ένα αποκλειστικό δίκτυο διανομής εξουσιοδοτημένων εμπόρων, μέσω του οποίου διανέμονται αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και εξαρτήματα με το σήμα FORD και παρέχεται τεχνική υποστήριξη - εξυπηρέτηση σε αυτά. Πριν το έτος 1996 η εισαγωγή και διανομή γινόταν από επίσημους εμπόρους, που είχαν ορίσει η δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρίες. Κατά τα έτη 1996 - 2000 η εισαγωγή και διανομή των αυτοκινήτων FORD γινόταν από επίσημους εμπόρους που είχε ορίσει η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", αλλά από το 2000 και εφεξής την εισαγωγή και την χονδρική πώληση προς τους επίσημους εμπόρους, που περιορίστηκαν στις λιανικές πωλήσεις, ανέλαβε η ίδια η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ". Η ως άνω μητρική εταιρία, καθώς και η εδρεύουσα στην Αγγλία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED", είναι οι μοναδικές κύριες και αποκλειστικές δικαιούχοι των σημάτων FORD, που διακρίνουν τα προϊόντα τους, τα οποία έχουν κατοχυρωθεί, τόσο παγκοσμίως, όσο και στην Ελλάδα και διακρίνουν, μεταξύ άλλων, τα ευρέως γνωστά οχήματα, μηχανήματα, ανταλλακτικά, εργαλεία και υπηρεσίες κατασκευής και ασφάλισης οχημάτων, που φέρουν το ίδιο όνομα. Ειδικότερα, για την Ελλάδα τα αλλοδαπά σήματα, δικαιούχος των οποίων είναι η αμερικάνικη εταιρεία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY" είναι τα νόμιμα κατατεθειμένα, καταχωρημένα και ισχύοντα σήματα υπ' αριθ. 84493/31.12.1986, FORD (λέξη FORD σε οβάλ περίγραμμα), Κλ. 7, 9 12, 112090/23.12.1992, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 36, 37, 112092/23.12.1992, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 10, ενώ αντίστοιχα, τα αλλοδαπά σήματα, των οποίων δικαιούχος είναι η αγγλική εταιρεία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED" είναι τα νόμιμα κατατεθειμένα, καταχωρημένα και ισχύοντα στην Ελλάδα σήματα υπ' αριθ. 11009/28.7.1937, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ.9, 14829/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 6, 8, 9, 11, 12, 21,14830/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 9, 11, 12,14831/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 7, 11, 12,14832/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 7, 10, 12. Δυνάμει της από 20.5.1997 συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως των ανωτέρω σημάτων, η οποία έχει καταχωρηθεί νόμιμα στα οικεία Βιβλία Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" ήταν η αποκλειστική αδειούχος χρήσεώς τους για την Ελλάδα και, ως εκ τούτου, η μόνη που μπορούσε να παραχωρεί περαιτέρω (υπο)άδειες χρήσης αυτών στους απαρτίζοντες το αποκλειστικό δίκτυο διανομής της εξουσιοδοτημένους εμπόρους. Όλα τα ως άνω σήματα διακρίνουν κατ' απόλυτο και μοναδικό τρόπο τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, καθώς και τα επίσημα δίκτυα διανομής και τεχνικής υποστήριξής τους, οπουδήποτε στον κόσμο δραστηριοποιούνται και φυσικά και το δίκτυο διανομής, που έχει οργανώσει στην Ελλάδα η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ". Τα σήματα αυτά είναι παγκοσμίου φήμης ισχυρότατα σήματα, τα οποία, λόγω της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που διακρίνουν, απολαμβάνουν της μέγιστης εκτιμήσεως και εμπιστοσύνης των καταναλωτών των προϊόντων και υπηρεσιών FORD. Ταυτόχρονα, η λέξη FORD αποτελεί το κύριο επωνυμικό στοιχείο των αναιρεσίβλητων εταιριών, νόμιμα κατοχυρωμένο, καθώς και διακριτικό γνώρισμα των επιχειρήσεών τους. Μέχρι το έτος 1996, η δεύτερη και η τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρίες διόριζαν γενικούς αντιπροσώπους - διανομείς των προϊόντων FORD για γεωγραφικές περιφέρειες της Ελλάδος. Ειδικότερα, τέτοιοι γενικοί αντιπρόσωποι - διανομείς ευρύτερων περιφερειών ήταν οι εταιρίες "Κ. ΑΕ", "ΣΤΑΚΟΡ - Κορτέσης ΑΕ", "Βελμάρ ΑΕΒΕΑ" και "Α. ΑΕ". Κάθε μια από αυτές είχε ορισθεί ως γενικός αντιπρόσωπος - διανομέας FORD, εισήγαγε από το εξωτερικό τα προϊόντα FORD και οργάνωνε τις γεωγραφικές περιφέρειες ευθύνης της, είτε ιδρύοντας δικά της καταστήματα είτε οργανώνοντας δίκτυο γνήσιων υποαντιπροσώπων. Τέτοιος υποαντιπρόσωπος, χωρίς άμεση συμβατική σχέση με τις αναιρεσίβλητες, αλλά μόνον με την εταιρία - διανομέα "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" ήταν κατά το χρόνο εκείνο και η επιχείρηση του αναιρεσείοντος εναγόμενου - ενάγοντος. Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε συμβατικής ή οικονομικής σχέσεως μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της επιχείρησης του αναιρεσείοντος συνομολογείται ουσιαστικά από τον τελευταίο στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων αυτού, προκύπτει δε και από τις μαρτυρικές καταθέσεις, που τέθηκαν υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συνεπώς, από τους τέσσερις προαναφερόμενους γενικούς αντιπροσώπους της FORD, ο αναιρεσείων συνεργαζόταν με την "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", ανήκοντας ως γνήσιος υποαντιπρόσωπος αυτής στο δίκτυο της, όπως κατέθεσε και η σύζυγος του Χ. Σ.. Το έτος 1995 ιδρύθηκε η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", θυγατρική της "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ". Σε εκπλήρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, η ως άνω εταιρία, αντικαθιστώντας την "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ" και την "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ LΙΜΙΤΕD", οργάνωσε ένα επιλεγμένο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων στην Ελλάδα για τη διανομή των προϊόντων FORD και την παροχή τεχνικής εξυπηρέτησης σε αυτούς. Ειδικότερα, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" παραχώρησε, δυνάμει σχετικών συμβάσεων, αποκλειστικά δικαιώματα διανομής και τεχνικής εξυπηρέτησης εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών, σε επιχειρήσεις - κύριους διανομείς, που αναλάμβαναν εντός των περιοχών τους να διορίσουν και να οργανώσουν υποδίκτυα αντιπροσώπων τους, με τους οποίους συμβάλλονταν αποκλειστικά και μόνο οι ίδιες για την περαιτέρω διανομή και τεχνική εξυπηρέτηση των προϊόντων FORD. Τόσο οι κύριοι διανομείς (δυνάμει των σχετικών συμβάσεων τους με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ"), όσο και τα υποδίκτυά τους (υποαντιπρόσωποι, ως συμβληθέντες με τους κύριους και μόνο διανομείς), όφειλαν να τηρούν αυστηρές προδιαγραφές οργάνωσης, λειτουργίας και εμφανίσεως - σήμανσης, ώστε να παρέχονται, υπό ενιαία εμφάνιση υψηλών προδιαγραφών, υπηρεσίες εφάμιλλες της παγκόσμιας και εξαιρετικής φήμης των προϊόντων FORD. Οι διανομείς και οι μετ' αυτων συμβαλλόμενοι υποαντιπρόσωποι, λειτουργούντες ως ενιαίο σύνολο, συνιστούσαν το επίσημο δίκτυο FORD στην Ελλάδα.. Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" πωλούσε προς τους κύριους διανομείς τα προϊόντα FORD, αυτοί δε στη συνέχεια τα διέθεταν με μεταπώληση στους τελικούς καταναλωτές ή όπου αυτοί διέθεταν υποδίκτυα υποαντιπροσώπων, οι τελευταίοι διαμεσολαβούσαν επί προμηθεία στις πωλήσεις των κύριων διανομέων προς τους τελικούς καταναλωτές. Οι αναιρεσίβλητες δεν συναλλάσσονταν με τους υποαντιπροσώπους των κύριων διανομέων, ούτε τους προμήθευαν με προϊόντα FORD. Έτσι, η δραστηριότητα του παραπάνω γνήσιου υποαντιπροσώπου αναιρεσείοντος ήταν διαμεσολαβητική και συνίστατο είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως των ως άνω προϊόντων (αυτοκινήτων), στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου εμπορικού αντιπροσώπου στο Νομό Φθιώτιδας "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" έναντι προμήθειας, που καταβαλλόταν από αυτόν. Συνεπώς, ο αναιρεσείων από το έτος 1990 ήταν γνήσιος υποαντιπρόσωπος της "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", η οποία και του κατέβαλε τις οφειλόμενες κάθε φορά προμήθειες, όπως τούτο αναφέρεται και στην αγωγή του, η δε δεύτερη ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος των αναιρεσίβλητων. Η εταιρία αυτή ενεργούσε συναλλακτικές πράξεις με τους τελικούς αγοραστές των προϊόντων (αυτοκινήτων) FORD στο όνομά της και εξέδιδε τα τιμολόγια πωλήσεως στο όνομά τους, όπως της υποδείκνυε ο αναιρεσείων, που μεσολαβούσε στην κατάρτιση των συμβάσεων. Όμως, ουδεμία συμβατική σχέση συνέδεε τον αναιρεσείοντα με τις αναιρεσίβλητες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος, χωρίς επίκληση διαμεσολαβητικής δραστηριότητας σε πωλήσεις προϊόντων FORD από την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ". Η επίκληση από τον αναιρεσείοντα περιστατικών, όπως ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" του απέστελνε διαφημιστικά φυλλάδια των αυτοκινήτων FORD, ότι τον καλούσε στα συνέδρια αντιπροσώπων FORD κατά τις παρουσιάσεις νέων προϊόντων της, ότι ήταν μέλος του δικτύου FORD και ότι ως τέτοιο στέλεχος της άνω αναιρεσίβλητης επισκέπτονταν τις εγκαταστάσεις της, δεν μπορούν, ούτε αρκούν για να θεμελιώσουν συμβατική σχέση εμπορικής αντιπροσωπείας. Τούτο δε, διότι η παραπάνω συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης λάμβανε χώρα με σκοπό να συμμορφωθεί ο αναιρεσείων με τις ενιαίες προδιαγραφές σήμανσης, εμφάνισης, επιπέδου τεχνικής εξυπηρετήσεως και εν γένει για την ενιαία αντιμετώπιση των θεμάτων που ανέκυπταν από το σύνολο των αντιπροσώπων και λοιπών μελών του δικτύου (υποαντιπροσώπων κλπ). Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", όπως συνηθιζόταν και ήταν απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του δικτύου σε ένα σύστημα επιλεκτικής - αποκλειστικής διανομής και για τη διαφύλαξη της παγκόσμιας εικόνας του ομίλου FORD, έλεγχε, επόπτευε και παρείχε συμβουλευτικές και οργανωτικής φύσεως υποστηρικτικές λειτουργίες προς τους κύριους διανομείς και τους υποαντιπροσώπους τους, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση ενιαίας σήμανσης και ενιαίων προδιαγραφών επιπέδου τεχνικής εξυπηρέτησης και λοιπών προσφερομένων υπηρεσιών, εφάμιλλων της φήμης των προϊόντων FORD. Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", δαπανούσε σε ετήσια βάση μεγάλα ποσά και υποστήριζε με κάθε δυνατό τρόπο (διαφημίσεις, έντυπα, προωθητικές ενέργειες) την εν γένει επιχειρηματική δράση του επίσημου δικτύου FORD, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, περιλάμβανε τόσο τους κύριους διανομείς, όσο και τα δίκτυα των υποαντιπροσώπων τους. Η τήρηση συγκεκριμένων προδιαγραφών εμφάνισης και λειτουργίας από τα μέλη του επίσημου δικτύου FORD (είτε ήταν διανομείς είτε υποαντιπρόσωποι διανομέων) ήταν υποχρεωτική και από την ευρωπαϊκή νομοθεσία ανταγωνισμού (κανονισμοί 1475/1995 και 1400/2002). Η ευθύνη επιτήρησης του δικτύου για την από αυτό τήρηση των προδιαγραφών ανήκε στην "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", καταλάμβανε δε, τόσο τους διανομείς, όσο και τους μη συμβατικά συνδεόμενους με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" γνήσιους υποαντιπροσώπους των διανομέων, αφού άπαντες ήταν το επίσημο δίκτυο της FORD. Προς επίταση της αναγνωρισιμότητας του επίσημου δικτύου FORD, τόσο παγκοσμίως, όσο και στην Ελλάδα, εχρησιμοποιείτο ομοιόμορφη εξωτερική εμφάνιση των καταστημάτων του εν λόγω επίσημου δικτύου, που συνίστατο στην ομοιομορφία της σήμανσης και του χρωματισμού τους. Η σήμανση διακρινόταν από τη χρήση συγκεκριμένων στοιχείων, και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα : α) από τη λέξη FORD γραμμένη με ειδικό χαρακτηριστικότατο τυπογραφικό χαρακτήρα σε μπλε οβάλ φόντο. Τα γράμματα FORD και η περιφέρεια του οβάλ ήταν πάντα λευκά και το μπλε χρώμα πάντα συγκεκριμένο. Το διακριτικό αυτό γνώρισμα είναι το πρωτεύον σημείο σήμανσης και ταυτίζεται με το σήμα 84493/86. β) Η ένδειξη αυτή εχρησιμοποιείτο, τόσο στις μαρκίζες των καταστημάτων του επίσημου δικτύου FORD, όσο και σε πυλώνες που θέτονταν έξω από τα καταστήματα αυτοτελώς, και σε συνδυασμό με την επωνυμία (όνομα) του διανομέως και του υποαντιπροσώπου αυτού, όπως και σε συνδυασμό με περιγραφή δραστηριοτήτων. Έτσι, στον πυλώνα εμφανίζονταν πάνω από τις περιγραφικές ενδείξεις αυτοκίνητα μεταχειρισμένα, αυτοκίνητα - συνεργείο - ανταλλακτικά κλπ. γ) Όλο το επίσημο δίκτυο FORD χαρακτηριζόταν από συγκεκριμένο χρωματικό συνδυασμό, μοναδικό για τον κλάδο των αυτοκινήτων, ήτοι από τον συνδυασμό μπλε με λευκό - ασημί. Η ενιαία εμφάνιση των καταστημάτων (εκθέσεων αυτοκινήτων - ανταλλακτικών και συνεργείων), ήταν απαραίτητη για τη διαφοροποίηση και προβολή του επίσημου δικτύου και είχε σχεδιασθεί έτσι, ώστε να είναι ιδιαίτερα καλαίσθητη, αντίστοιχη της φήμης και της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών των αναιρεσίβλητων και της εκτίμησης που έτρεφαν οι καταναλωτές για αυτά. Η ως άνω σήμανση αποτελούσε ισχυρότατο και μοναδικό διακριτικό γνώρισμα των αναιρεσίβλητων και, ως εκ τούτου, ήταν επιτρεπτή η χρήση του μόνον από τα μέλη (διανομείς και υποαντιπροσώπους αυτών) του επίσημου δικτύου FORD και για όσο χρονικό διάστημα αυτά διατηρούσαν την ιδιότητα τους ως μέλη του επίσημου δικτύου. Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" συστάθηκε το έτος 1995, προκειμένου να οργανώσει ένα επιλεγμένο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων - διανομέων σε όλη την Ελλάδα. Οι υπάρχοντες εισαγωγείς - διανομείς, στους οποίους κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχαν απονεμηθεί διακριτές περιοχές ευθύνης και δραστηριοποίησης, χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως σε διάφορες περιοχές, στις οποίες παράλληλα δραστηριοποιούνταν και άλλοι διανομείς προϊόντων FORD, τοπικούς εμπόρους επί προμηθεία. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά τη σύσταση της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" καταγγέλθηκαν οι υπάρχουσες παλαιές συμβάσεις με τους εισαγωγείς - διανομείς, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν και η "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", και συνάφθηκαν νέες αναλυτικές έγγραφες συμβάσεις με παλαιούς (αλλά και νέους) διανομείς, τους οποίους έχρισε ως επίσημους εμπόρους - διανομείς FORD και στους οποίους απένειμε συγκεκριμένες πλέον και αποκλειστικές περιοχές ευθύνης - δραστηριοποίησης, ενώ παράλληλα τους παραχώρησε και το δικαίωμα χρήσης των σημάτων FORD. Στο Νομό Φθιώτιδας (και σε ορισμένους άλλους νομούς) δεν ορίστηκε αμέσως επίσημος έμπορος - διανομέας FORD, διότι η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" βρισκόταν σε διαδικασία αναζήτησης του πλέον κατάλληλου για την περιοχή συνεργάτη - εμπόρου, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος νομός να παραμείνει "ανοιχτός" μέχρι το Μάρτιο του έτους 1999, χωρίς δηλαδή να αποτελεί αποκλειστική περιοχή ευθύνης ενός συγκεκριμένου εμπόρου - διανομέα FORD. Όσο διήρκησε η φάση αναζήτησης συνεργάτη για τη συγκεκριμένη περιοχή, ο αναιρεσείων συνέχισε να δραστηριοποιείται σε αυτή, όχι πλέον ως αποκλειστικός υποαντιπρόσωπος της "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", αφού από το τέλος του έτους 1996, με βάση τη νέα σύμβαση διανομής που υπέγραψε η "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", η Λαμία και ο Νομός Φθιώτιδας δεν συγκαταλέγονταν στις αποκλειστικές περιοχές ευθύνης της, αλλά απλά και μόνο ως ελεύθερος χονδρέμπορος, διότι, αφού καταγγέλθηκε η σύμβαση με την "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", διεκόπη αυτομάτως και η εξαρτώμενη από αυτήν παρεπόμενη σύμβαση μεταξύ "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" και αναιρεσείοντος. Τελικά, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", μετά από έρευνα αγοράς, κατέληξε στην επιλογή της εταιρίας "Κ. ΑΕΒΕ", την οποία έχρισε στις 31.3.1999 επίσημο έμπορο - διανομέα της στην Ανατολική Στερεά. Παράλληλα, ήλθε σε επικοινωνία με την επιχείρηση του αναιρεσείοντος και του πρότεινε να ενταχθεί στο επίσημο δίκτυο της ως υποαντιπρόσωπος της "Κ. ΑΕΒΕ", πρόταση την οποία όμως απέρριψε αυτός, δηλώνοντας ότι αποτελούσε εν τοις πράγμασι υποβιβασμό του, ζήτησε δε να ορισθεί ο ίδιος επίσημος έμπορος του Νομού Φθιώτιδος, υπογραμμίζοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα δεχόταν να ορισθεί υποαντιπρόσωπος μόνο του επίσημου εμπόρου FORD στη Λάρισα. Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την ως άνω απόρριψη της πρότασης συνεργασίας, που του απηύθυνε η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", σε συνδυασμό με την απονομή της περιοχής του Νομού Φθιώτιδας κατ' αποκλειστικότητα στην "Κ. ΑΕΒΕ", ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν πλέον να δραστηριοποιείται στην εν λόγω περιοχή, ούτε να φέρει τα σήματα FORD και μάλιστα εν είδει επωνυμίας της επιχείρησης του, κατά τρόπο δηλαδή που προκαλούσε σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, υποδηλώνοντας ότι αποτελούσε μέλος του επίσημου δικτύου της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", γεγονός που δεν ίσχυε στην πραγματικότητα. Η ιδιότητα του χονδρεμπόρου επίσημων - αυθεντικών προϊόντων FORD, που διατήρησε κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε ανάμεσα στην απαγόρευση στη "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" να δραστηριοποιείται στην περιοχή της Λαμίας και του Νομού Φθιώτιδας και στην απονομή της εν λόγω περιοχής στην "Κ. ΑΕΒΕ", του έδινε το δικαίωμα να φέρει τα σήματα FORD μόνο για τους σκοπούς εμπορίας των εν λόγω προϊόντων FORD (άρθρ. 20§1 ν. 2.239/94 "Περί Σημάτων") και σε καμία περίπτωση ως τμήμα της επωνυμίας της επιχείρησής του ή ως διακριτικό γνώρισμα αυτής, εκμεταλλευόμενος με αυτόν τον τρόπο την αναγνωρισιμότητα των σημάτων FORD προς ίδιον και αθέμιτο όφελος της επιχείρησης του, σε βάρος μάλιστα του ήδη ορισθέντος αποκλειστικού επίσημου εμπόρου - διανομέα για την περιοχή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι 1) μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων δεν υπήρχε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αιτία για την οποία παρείλκε η έρευνα της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, 2) ότι ως υποαντιπρόσωπος της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" δεν συνδεόταν συμβατικά με αυτή και άρα δεν δικαιούταν αποζημιώσεως, και 3) ότι δεν συνέδεε τους διαδίκους σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και εξαιτίας τούτου δεν δικαιούταν εκείνος να ποιείται χρήση όλων των σημάτων, των διακριτικών γνωρισμάτων και της επωνυμίας FORD, Ι) δέχθηκε τυπικά και κατουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατουσίαν τις από 6.8.1999 και 22.11.1999 αντίθετες αγωγές των αναιρεσίβλητων και του αναιρεσείοντος, αντιστοίχως, ΙΙ) απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, μετά τον περιορισμό του αιτήματος με παραίτησή του από την κύρια βάση αυτής και τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της επικουρικής βάσεως σε αναγνωριστικό, κατά την εξετασθείσα από αυτό επικουρική της βάση για αναγνώριση της υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως για θετική και αποθετική ζημία, και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και ΙΙΙ) δέχθηκε εν μέρει την από 6.8.1999 αγωγή των αναιρεσίβλητων ως κατουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να παραλείπει τη χρήση όλων των σημάτων, διακριτικών γνωρισμάτων και της επωνυμίας FORD, που έχουν καταχωρηθεί νόμιμα, από όλα τα σημεία της επιχείρησής του ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, να αφαιρέσει δε αυτά από τις επιγραφές, τις πινακίδες, το έντυπο ή μη διαφημιστικό υλικό και από οπουδήποτε αλλού έχει τοποθετήσει αυτά, να παύσει αμέσως και στο μέλλον την καθ' οιονδήποτε τρόπο εμφάνιση, δήλωση, παράσταση ή διαφήμιση του κατά τρόπο που να συνδέεται ή να εμφανίζεται ως έχων την εξουσιοδότησή της για την άσκηση της εμπορίας του ή ως παρέχων εγγύηση καλής λειτουργίας για τα υπ' αυτού πωλούμενα ή επισκευαζόμενα προϊόντα FORD, απειλώντας κατ' αυτού ως μέσο εκτελέσεως χρηματική ποινή 1.000 ευρώ καθώς και προσωπική κράτηση διαρκείας μέχρι ενός (1) μηνός σε βάρος του, για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεως του προς το διατακτικό της αποφάσεως και διατάσσοντας τη δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως μια φορά σε δύο ημερήσιες εφημερίδες επιλογής των εναγουσών και με δαπάνες του εναγομένου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 1§2 και 9 του πδ 291/1991 και 361 ΑΚ κρίνοντας, ότι δεν υπήρχε περίπτωση εφαρμογής τους, ούτε στέρησε περαιτέρω την απόφασή του νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε σε αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε όλα τα ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αφενός μεν για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, αφετέρου δε και εκείνης που δεν απαγγέλθηκε, με δεδομένο περαιτέρω ότι αιτιολόγησε ειδικώς που θεμελιωνόταν η αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για συμμόρφωση του αναιρεσείοντος στις προδιαγραφές του δικτύου FORD και την υπαγωγή της επιχειρήσεώς του στον έλεγχό της παρά την ανυπαρξία μεταξύ τους συμβατικού δεσμού. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, ακολούθως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Κ. Σ. του Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2009 απόφασης του Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Τι συνιστά πράγμα κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, διότι ο πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας κατά το άρθρ. 1 § 2 του πδ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων». έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Πραγματικά περιστατικά. Ανυπαρξία τέτοιας ιδιότητας, διότι ο αναιρεσείων δεν είχε συμβατικό δεσμό με τις αναιρεσίβλητες, αλλά με εμπορικό αντιπρόσωπο αυτών, συνδεόμενος μόνο με τούτον με σύμβαση εμπορικής υποαντιπροσωπείας. Aναιρετικοί λόγοι από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Απόρριψη αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 971/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Θ. του Ι., κατοίκου ... και 2. λιβεριανής υπερακτίου εταιρείας με την επωνυμία "KINGSPORT HOLDINGS Ltd", που εδρεύει στην Μονρόβια Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γρηγορίου. Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση τελούσας αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "EUROYACHT S.R.L.", που εδρεύει στην πόλη Viareggio της Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον M. N. του M., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χρυσούλα Πετρουλέα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3645/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 39/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Μαρτίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 28 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β και 346 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρο. 240 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς των "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, όπως του μέρους των πρακτικών συνεδριάσεως δικαστηρίου άλλης δίκης, που περιέχουν μαρτυρική κατάθεση από άλλη δίκη, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος ή ο αντίδικός του είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, ταυτόσημους λόγους αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να κρίνει επί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης της αναιρεσίβλητης για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων επί της ένδικης διαφοράς, που ανοίχθηκε με την από 28.9.2005 αγωγή τους κατ' αυτής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα πρακτικά προηγούμενης δίκης, που ανοίχθηκε με την από 27.7.2003 αγωγή αυτών και της εταιρίας με την επωνυμία "Φυσιοκράτης ΑΕ", που στρεφόταν επίσης κατ' αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1.434/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, τα οποία (πρακτικά) είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες και στα οποία περιεχόταν η κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., χωρίς ωστόσο με τις υποβληθείσες στο Εφετείο από την αναιρεσίβλητη προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να γίνει ειδική παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεών της, στα οποία να περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ανωτέρω πρακτικών συνεδριάσεως. Πράγματι, από την επισκόπηση των προτάσεων, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτή επανέφερε μεν σε αυτό την προβληθείσα και πρωτοδίκως στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά με τις προτάσεις της ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για εκδίκαση της ένδικης διαφοράς και ότι προς απόδειξή της επικαλέστηκε και "όλα τα σχετικά έγγραφα, που είχε προσκομίσει και πρωτοδίκως", αλλά με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου δεν έγινε περαιτέρω ειδική παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεών της, ώστε να υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των περιεχόντων τη μαρτυρική κατάθεση του Σ. Κ. ως άνω πρακτικών συνεδριάσεως, τα οποία, έστω και αν τα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες, είχαν καταστεί κοινό αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια, η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε νομίμως αποδεικτικό μέσο, δηλαδή τα πρακτικά άλλης δίκης, στα οποία περιλαμβανόταν η μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω, που αποτέλεσε και το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για να κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένστασή της για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς. Επομένως, το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε νομίμως και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, αιτία για την οποία παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 39/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ. Ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων. Επίκληση στο εφετείο από τον ενιστάμενο με τις προτάσεις του όλων των εγγράφων, που ο διάδικος ή ο αντίδικος του είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, προς απόδειξη της ενστάσεώς του. Λήψη υπόψη από το εφετείο για την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως των πρακτικών συνεδριάσεως και της περιεχόμενης σε αυτή μαρτυρικής καταθέσεως άλλης πολιτικής δίκης, που προσκόμισε πρωτοδίκως ο αντίδικος του ενισταμένου, χωρίς ωστόσο ο ενιστάμενος με τις προτάσεις του στο εφετείο, αναφερόμενος στα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα με τις πρωτόδικες προτάσεις του, να κάνει ειδική παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεών του, ώστε να υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των ως άνω πρακτικών συνεδριάσεως. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.
null
null
1
Αριθμός 973/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Φ., συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ. του Β., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γεωργάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιανουαρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4696/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4668/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 10.989Γ/6.3.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της. Επειδή, για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απορρέουσας ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχόμενου από το άρθρ. 1439 § 3 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, η οποία μπορεί να στηριχθεί μόνο σε μεταγενέστερα της διαστάσεως πραγματικά περιστατικά, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου εκ των συζύγων, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων, που είναι συνήθεις και αυτονόητες, και να οδηγούν, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα και της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπερμέτρως σκληρής για τον εναγόμενο, ώστε εκ τούτου να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρ. 1439 § 3 ΑΚ, προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματος, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το διαζύγιο θα έχει γι' αυτή εξαιρετικά σκληρές και ιδιαίτερα ασυνήθιστες, έκτακτες και βαριές συνέπειες, εν όψει της ηλικίας της (52 ετών), αλλά και της σοβαρότατα κλονισμένης και διαταραγμένης από μείζονα κατάθλιψη ψυχικής και πνευματικής υγείας της, που οφείλεται αποκλειστικά στην υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, είναι δε απαγορευτικές ως προς την δυνατότητα να συνάψει σχέση με άλλον και να αποκτήσει οικογένεια. Επιπλέον δε είναι βέβαιο, ότι η παραδοχή της αγωγής και η έκδοση διαζυγίου θα έχει εξαιρετικά και ασυνήθιστα σκληρές και βαρύτατες συνέπειες σε βάρος της ψυχικής και πνευματικής της υγείας, αφού προβλέπεται εκ του ασφαλούς, ότι θα υποστεί ψυχολογικό σόκ, θα επιδεινωθεί σοβαρά η εύθραυστη και κλονισμένη υγεία της, για την οποία βρίσκεται συνεχώς σε ιατρική και φαρμακευτική υποστήριξη και αγωγή, και θα καταδικαστεί σε αθεράπευτη και μη αναστρέψιμη κατάθλιψη και μαρασμό, με αποτέλεσμα την κοινωνική της απομόνωση, την νοσηλεία της σε νευροψυχιατρικές κλινικές, την απώλεια των κοινωνικών της σχέσεων και της εργασίας της ως εκπαιδευτικού, χωρίς να αποκλείονται και τα χειρότερα λόγω των αυτοκαταστροφικών τάσεων από την ασθένειά της. Την ένσταση αυτή απέρριψε το εφετείο ως νόμω αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα προς θεμελίωσή της προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά, τα οποία αφορούν δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου, που επέρχονται από τη φύση του καθεαυτή, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματος διαζεύξεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρου 559 § 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Από όσα, όμως, αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα σκέψη της παρούσας είναι προφανές, ότι η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνά της κατουσίαν. Επομένως, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, γι' αυτό και οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι νόμιμοι. Επειδή, ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση της Α. Κ. του Φ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4.668/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη εμφάνιση αναιρεσείουσας παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο. Η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία της. Ένσταση της αναιρεσείουσας εναγόμενης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διαζεύξεως από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα. Περιστατικά αναφερόμενα κατά βάση στις δυσμενείς συνέπειες του διαζυγίου. Mη νόμιμη η ένσταση από το άρθρ. 281 ΑΚ και αβάσιμος ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Μη νόμιμοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για απόρριψη του από το άρθρ. 281 ΑΚ ισχυρισμού ως μη νόμιμου χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
null
null
0
Αριθμός 980/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Της αναιρεσίβλητης: εδρευούσης στην Αθήνα ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως και την από 23 Ιουλίου 2001 ομοία του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 458/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3206/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Απριλίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν "αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, με το άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν, εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, ο οποίος για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, εκτός αν επακολούθησε νόμιμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον παριστάμενο αντίδικό του για τη δικάσιμο που συζητήθηκε η αίτηση αναιρέσεως (Α.Π. 22/2011, 1023/2010, 770/2006, 1278/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όταν εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση, δεν παραστάθηκε, ενώ ο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του υπογράφων το αναιρετήριο και επιμεληθείς την επίσπευση της συζήτησης της υποθέσεως δικηγόρος Ιωάννης-Διονύσιος Φιλιώτης δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα από τον αναιρεσείοντα, αφού δεν υπάρχει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στο φάκελο της δικογραφίας, ούτε εξάλλου επικαλείται η παριστάμενη αναιρεσίβλητη ότι κλήτευσε τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, ώστε να προκύπτει ότι έλαβε αυτός γνώση του αντικειμένου της δίκης προκειμένου να διαμορφώσει τη βούλησή του, αν θα παραστεί στη δίκη αυτή. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-4-2008 αιτήσεως του Δ. Θ. για αναίρεση της 3206/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί ερημοδικίας του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που υπογράφει το αναιρετήριο και επέσπευσε τη συζήτηση, ούτε κλήτευση του ίδιου του αναιρεσείοντος από την παριστάμενη στη συζήτηση αναιρεσίβλητη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Άρθρα 94§1, 96§7, 104 και 576§1 Κ.Πολ.Δ.
null
null
0
Αριθμός 981/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πουλάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 806/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Μαρτίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 849 του Α.Κ. "η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπλήρωσε την οφειλή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847, 160 και 185 του Α.Κ. συνάγεται ότι, όταν ο νόμος ορίζει ως συστατικό τον έγγραφο τύπο για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας, όπως είναι η δήλωση του εγγυητή σε σύμβαση εγγυήσεως, τότε πρέπει η επί του συστατικού εγγράφου δήλωση του υποχρέου να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη (άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ.) και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρο 180 του Α.Κ.). Αν η δήλωση του εγγυητή γίνεται δι' αντιπροσώπου κατά το άρθρο 211 του Α.Κ., τότε η παροχή πληρεξουσιότητας στον αντιπρόσωπο πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 εδ. β', 158, 159 παρ. α' και 180 του Α.Κ., να έχει περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου, ακόμα και όταν αιτία της πληρεξουσιότητας είναι σύμβαση εντολής, αφού δεν δύναται να συναχθεί κάτι διαφορετικό από άλλες, εκτός του Α.Κ. διατάξεις νόμου (Α.Π. 1925/2006). Σε περίπτωση δε ελλείψεως συναινέσεως, που λείπει και όταν η δικαιοπραξία εξαιτίας μη τηρήσεως του ως άνω απαιτούμενου έγγραφου συστατικού της τύπου είναι άκυρη και λογίζεται συνεπώς μη γενόμενη (Α.Κ. 180), η έγκριση δημιουργεί για τον εγκρίνοντα ευθύνη, αν η δήλωση περί εγκρίσεως γίνει εγγράφως (Α.Κ. 236, 238, 217 παρ. 2, συνδυαζόμενα), αφού στην ανωτέρω περίπτωση η έγκριση, ως αναπληρωματική συναινέσεως ταυτιζόμενης προς πληρεξουσιότητα, υπόκειται στον έγγραφο τύπο ως συστατικό της (Α.Π. 859/1992). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, 28/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι στην υπ' αριθμ. .../15-7-1998 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ, της οποίας η αναιρεσίβλητη κατέστη καθολική διάδοχος και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΕΒΕΣΤΟΔΕΡ ΕΠΕ" ο αναιρεσείων εγγυήθηκε υπέρ της τελευταίας (δανειολήπτριας), ως αυτοφειλέτης τόσο για το αρχικό ποσό των 100.000.000 δραχμών με έγγραφη δήλωσή του, όσο και για τα μεταγενέστερα ποσά των προσθέτων συμβάσεων αύξησης της πίστωσης, όπως η επίμαχη από 27-4-2001 για ποσό 140.000.000 δραχμών, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προβάλλει με την ένδικη ανακοπή του για την υπογραφή του στην επίμαχη σύμβαση, με την εξής σκέψη: "Ο ισχυρισμός του τελευταίου (ανακόπτοντος - ήδη αναιρεσείοντος), που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, ότι αυτός δεν έχει υπογράψει ως εγγυητής την άνω από 28-2-2001 αυξητική σύμβαση και ότι η υπάρχουσα φερομένη ως υπογραφή του στη σύμβαση αυτή έχει πλαστογραφηθεί από τους κατονομαζομένους ως πλαστογράφους, Γ. Α. Λ., Γ. Ε. Β., εκπροσώπους της καθής τράπεζας και Σ. Τ. Δ., εκπρόσωπο της άνω πιστούχου εταιρείας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ανακόπτων με τον αδελφό του Α. Δ. και τον εξάδελφό του Σ. Δ. (σε βάρος και των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής) ήταν εταίροι της ως άνω πιστούχου εταιρείας. Λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους στενής συγγενικής σχέσης και της συνεπεία αυτής αμοιβαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης συμφώνησαν, όπως στις συναλλαγές της εταιρείας υπογράφει ένας από αυτούς, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή των άλλων, για την ταχύτητα των συναλλαγών και την αποφυγή της σχετικής ταλαιπωρίας των ιδίων. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εκ των εταίρων Σ. Δ. έθεσε στην άνω, από 27-4-2001 πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης ύψους 40.000.000 δρχ., κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανακόπτοντος ως εγγυητή, καθώς ο τελευταίος ήταν σοβαρά άρρωστος, έχοντας υποστεί στις 19-2-2001 εγκεφαλικό επεισόδιο. Τέθηκε δηλαδή η υπογραφή αυτή κατ' εντολή του ανακόπτοντος και συνεπώς, δεν υφίσταται πλαστογραφία (ΑΠ 1641/2003 ΠΧρ ΝΔ 528-1841/1993 ΠΧρ ΜΔ, 176). Εξάλλου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων με το αριθμ. 106/ 2006 βούλευμά του αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω Σ. Δ. για πλαστογραφία της άνω από 27-4-2001 πρόσθετης πράξης αύξησης της πίστωσης ύψους 40.000.000 δρχ., θέτοντας κατ' απομίμηση σ' αυτή στη θέση του εγγυητή την υπογραφή του ανακόπτοντος, με την αιτιολογία, ότι την υπογραφή αυτή έθεσε ο (κατηγορούμενος) Σ. Δ. κατ' εντολή του τελευταίου (ανακόπτοντος). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τον προαναφερόμενο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, έσφαλε από πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπό την κρίση του, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό (τέταρτο) λόγο της ένδικης έφεσης και πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιό της αυτό". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 849, 158 παρ. 1, 160, 180, 185, 211 και 217 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η συγκατάθεση για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας που υποβάλλεται από το νόμο σε έγγραφο τύπο (όπως η δήλωση του εγγυητή) είναι έγκυρη και όταν δίδεται προφορικά, ενώ επιβάλλεται από τον νόμο και ως προς τη συναίνεση ή έγκριση μιας τέτοιας τυπικής δικαιοπραξίας ο ίδιος έγγραφος τύπος, με ποινή ακυρότητάς της, είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση δεν στοιχειοθετεί (από υποκειμενική άποψη) ποινικό αδίκημα πλαστογραφίας. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, γι' αυτό και παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 806/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Ποιν.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 806/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παροχή πληρεξουσιότητας για συναίνεση σε εγγύηση (ανάληψη εγγυητικής ευθύνης) υπόκειται με ποινή ακυρότητας σε έγγραφο τύπο και δεν ασκεί επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση του παρασχόντος εγγύηση για λογαριασμό άλλου χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα δεν στοιχειοθετεί από υποκειμενική άποψη αδίκημα πλαστογραφίας (άρθρα 849, 158 παρ.1, 160, 185, 211, 217 ΑΚ). Το Εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
null
null
0