text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 983/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Δημήτριο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. - Λ. - Μ. Λ. (E. L. M. L.) του Ρ. (R.) συζ. Ρ., κατοίκου ... και 2. Ρ. Ρ. Ν. (R. - R. N.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Βασιλική Τριανταφύλλου-Γουνελά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυπριωτάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42 ΤΜ/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 34/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ, β' και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.Α.Π. 2/2008). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (Α.Π. 50/2002, 831/2005). Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλομένου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (Ολ.ΑΠ 6/2009, 6/2011). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της πρωτοδίκης απόφασης, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του με αναληθείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με προφορική σύμβαση έργου που καταρτίστηκε το έτος 2001, ο ενάγων ως αρχιτέκτονας- μηχανικός ανέλαβε τη μελέτη - έκδοση οικοδομικής άδειας, καθώς και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών μιας κατοικίας δύο επιπέδων με χώρο στάθμευσης σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, γαλλοιταλικής υπηκοότητας, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι σύζυγος και γάλλος υπήκοος, ευρισκόμενο στη θέση "Άσπρος Κρημνός" στο Φοίνικα της Σύρου. Οι τελευταίοι αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα και απευθύνθηκαν στον ενάγοντα λόγω της παράλληλης ιδιότητάς του ως προξένου της Γαλλίας τότε στη Σύρο. Για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι ήταν κάτοικοι εξωτερικού, παραλλήλως με την έκδοση της οικοδομικής άδειας το έτος 2002, ανοίχθηκε κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχο, πλην αυτών, και τη σύζυγο του ενάγοντος A. στη τράπεζα Eurobank M.F.G. με αριθμό .../2-10-2002. Τα συνεργεία κατασκευών τα επέλεγε ο ενάγων και θα τα πλήρωνε με τα χρήματα με τα οποία θα ετροφοδοτείτο, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, ο πιο πάνω λογαριασμός. Ωστόσο, όποτε βρισκόταν στην Ελλάδα ερχόταν και η ίδια η πρώτη εναγομένη σε επαφή με τους αντίστοιχους κάθε φορά και για κάθε εργασία επαγγελματίες. Πλην, όμως, από την αρχή της συνεργασίας τους δημιουργήθηκαν προβλήματα, λόγω της καθυστέρησης της πρώτης εναγομένης στην πληρωμή των οφειλών της προς τον ίδιο τον ενάγοντα και το αντίστοιχο συνεργείο κατασκευής με χαρακτηριστικό ότι η επιταγή Νο ... ποσού 5700 ευρώ, που αφορούσε υπόλοιπο αμοιβής του τελευταίου για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καταβλητέου τον μήνα Οκτώβριο του 2002, να εξοφλείται στις 24-1-2003, ούσα στην ουσία της χωρίς αντίκρισμα στον πιο πάνω χρόνο (10-12/2002). Επίσης, το ίδιο διάστημα Φεβρουάριο του 2003, αν και είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς τον εργολάβο Κ. Ρ. ύψους 4.506 προερχόμενη από αμοιβή και ύψους 2.310 € προς απόδοση εισφορών στο ΙΚΑ του ιδίου, κανένα ποσό δεν είχε καταθέσει στον πιο πάνω λογαριασμό, που τότε παρουσίαζε υπόλοιπο 636,076 και τροφοδοτήθηκε εκ νέου μόλις στις 13-3-2003, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποχρεωθεί να καταβάλει αρχικώς εξ ιδίων στον πιο πάνω εργολάβο τις οφειλές της. Τα προβλήματα αυτά συνεχίζονταν και επιτείνονταν στη διαδρομή του χρόνου, επιδεινούμενα και από τη συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι ήταν αναποφάσιστοι ως προς τις επιλογές τους και πολλές φορές με διαφορετική γνώμη ο καθένας σχετικά με το πώς ήθελαν να διαμορφώνεται η κατασκευή, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος έδειχνε συχνά δυσαρεστημένος και μιλούσε άσχημα και με τρόπο υποτιμητικό στους εργάτες των συνεργείων. Κατόπιν όλων αυτών και όταν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2004 η πρώτη εναγομένη συνέχιζε να οφείλει διάφορα ποσά ληξιπρόθεσμων οφειλών της, τόσο στους προμηθευτές και συνεργεία, όσο και-στον ίδιο τον ενάγοντα ως αμοιβή του από την επίβλεψη του έργου, ο τελευταίος εκδήλωσε την επιθυμία της διακοπής της συνεργασίας τους, η δε σύζυγός του συνδικαιούχος του κοινού με των εναγομένων πιο πάνω λογαριασμού, ζήτησε εγγράφως από 2-11-2004 να μην συμμετέχει πλέον σ' αυτόν με την αιτιολογία, ότι ο σύζυγός της διέκοψε μονομερώς την συνεργασία του μαζί τους. Το διάστημα αυτό ο πιο πάνω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο 9.309,98 €. Κατά το ίδιο διάστημα ο ενάγων προσδιόριζε τις οφειλές του από το έργο σε 35.346 €. Παρόλα αυτά η σύμβαση έργου, που είχαν καταρτίσει, δεν καταγγέλθηκε από την πρώτη εναγομένη, όπως μόνη αυτή εδικαιούτο να ενεργήσει κατά νόμο, παρά μόνον στις 23-2-2005, που του επέδωσε την από 22-2-2005 δήλωση της, ότι από 10-2-2005 ανέθεσε την επίβλεψη των υπολοίπων εργασιών της οικοδομής της στον αρχιτέκτονα Γ. Ψ.. Τότε μόνον και ο ενάγων υπέβαλε προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας Σύρου την από 2-3-2005 δήλωση παραίτησης, η οποία αναφέρεται τόσο στους λόγους της παραίτησής του, όσο και στο στάδιο των εργασιών, που το έργο ευρίσκετο. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη προκάλεσε πραγματογνωμοσύνη από μηχανικό του ΤΕΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον μήνα Ιούλιο του 2005 από την μηχανικό Σ. Ρ., η οποία αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων που δεν αφορούσαν τον ενάγοντα, ως υπεύθυνο (τον) επιβλέποντα και επιλέξαντα το συνεργείο κατασκευής τους Μ. Δ., για κακοτεχνία στα εξωτερικά επιχρίσματα του ήδη κατασκευασθέντος και κατοικούμενου ξενώνα (υγρασίες), μικρού κόστους αποκατάστασης ανερχόμενου κατά τον νέο επιβλέποντα μηχανικό σε 150 €, σε συνολικό μέχρι τότε κόστος οικοδομής 283.800 ευρώ. Εξάλλου, οι διαφοροποιήσεις κατασκευών ως προς την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, που χρειάστηκε για τον λόγο αυτό αναθεώρηση, έγιναν κατόπιν επιλογής της πρώτης εναγομένης ιδιοκτήτριας. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι κατά το διάστημα της μη ενασχόλησης του ενάγοντος με την οικοδομή της πρώτης εναγομένης, μέχρι την νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (αρχές Νοεμβρίου 2004 έως 23-2-2005) η τελευταία προχωρούσε τις υπόλοιπες εργασίες της οικοδομής της, αναθέτοντας αυτές προσωπικά σε συνεργεία επιλογής της. Παραλλήλως, όμως, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα δηλαδή εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 2005, η πρώτη εναγομένη υποβάλλει εναντίον του ενάγοντος την από 19-5-2005 έγκλησή της ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Σύρου, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ψευδώς, ότι είχε προπληρώσει τον ενάγοντα για όλες τις εργασίες επίβλεψης από τον Ιανουάριο 2003 και εκείνος παρακρατώντας τα χρήματα αυτά διέκοψε μονομερώς παράνομα και καταχρηστικά την συνεργασία τους, ότι ο τελευταίος διαδίδει ψευδώς ότι η ίδια οφείλει σε συνεργείο αμοιβές, καθώς και ότι ευθύνονταν εκείνος για ασυμφωνίες στην κατασκευή μεταξύ της άδειας οικοδομής και της οικοδομής που όντως είχε κατασκευαστεί, για τις οποίες απαιτείτο αναθεώρηση αυτής (άδειας). Τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή, γνώριζε η ίδια το ψεύδος τους, καθόσον ουδέποτε προκατέβαλε η ίδια, στα συνεργεία κατασκευής τις αμοιβές τους, πράγματι όφειλε και στον ίδιο, και σε τρίτους το διάστημα εκείνο, λόγο για τον οποίο ο ενάγων εκδήλωσε την πρόθεσή του να διακόψει την συνεργασία τους, ενώ οποιαδήποτε υπέρβαση έγινε στην εκδοθείσα άδεια οικοδομής είχε αποφασιστεί από την ίδια και όχι από τον ενάγοντα. Τα ίδια δε περιστατικά και οι δύο εναγόμενοι τα υποστήριξαν γνωρίζοντας την αναλήθειά τους και ενώπιον των υπαλλήλων της Πολεοδομίας Σύρου, καθώς και των τεχνιτών εργαζομένων στα συνεργεία κατασκευής της οικοδομής τους. Τα αναληθή δε αυτά περιστατικά έθιξαν την τιμή και το επάγγελμα του ενάγοντος αρχιτέκτονα μηχανικού επιφέροντας και περιουσιακή ζημία σ' αυτόν, καθόσον δεν τον εμπιστεύονταν ως επαγγελματία αρχιτέκτονα, όσοι δεν τον γνώριζαν ατομικά. Εξάλλου, τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγός της με επιστολές τους προς την πρεσβεία της Γαλλίας στην Ελλάδα (ο δεύτερος εναγόμενος) και προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδος (και οι δύο εναγόμενοι) υποστήριζαν τα ίδια αναληθή περιστατικά, ζητώντας μάλιστα στην πρώτη περίπτωση και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του με επιμονή, ως επίτιμου προξένου της Γαλλίας, γεγονός που αποδεικνύεται αναμφίβολα από το περιεχόμενο της απαντητικής από 16-1-2006 επιστολής του προξένου-προϊσταμένου του Προξενικού Τομέα της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα προς την συνήγορο του ενάγοντος και δεν αντικρούεται από το περιεχόμενο των επιστολών του δευτέρου εναγομένου, από τις οποίες προσάγονται μεταφρασμένα μόνο κάποια, αποσπάσματα και όχι ολόκληρο το κείμενο αυτών. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την υποστήριξη από τους εναγομένους των αναληθών αυτών ειδήσεων, εξαιτίας των οποίων επλήγη η πίστη και το επάγγελμά του, το οποίο ασκεί επαρκώς στη νήσο Σύρο για διάστημα είκοσι τριών ετών, από τις οποίες ζημιώθηκε και περιουσιακά, δικαιούμενος και χρηματικής ικανοποίησης. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και το μέγεθος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος των υπαιτίων την έκταση της ζημίας του ενάγοντος, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, την προσδιορίζει στο ποσό των 7.000 € για κάθε εναγόμενο". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του (αναιρεσιβλήτου) από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 932 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) ότι με αφετηρία τη διένεξη των διαδίκων από τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως έργου, που αφορούσε την κατασκευή από τον αναιρεσίβλητο ως επιβλέποντα μηχανικό μιας οικοδομής των αναιρεσειόντων στη Σύρο, προέβαλαν οι τελευταίοι ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου αναληθείς ισχυρισμούς, τους οποίους μάλιστα περιέλαβαν και σε επιστολές τους, που απεστάλησαν προς την πρεσβεία της Γαλλίας στην Ελλάδα και τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, ότι ενώ είχαν προπληρώσει τον αναιρεσίβλητο για όλες τις εργασίες επίβλεψης από τον Ιανουάριο του 2003, αυτός διέκοψε μονομερώς παράνομα και καταχρηστικά τη συνεργασία τους, διαδίδοντας εν γνώσει της ψευδώς, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προκατάβαλε σε συνεργείο αμοιβές και ότι ευθυνόταν εκείνος για ασυμφωνίες στην κατασκευή μεταξύ της άδειας οικοδομής και της κατασκευαζόμενης οικοδομής, για τις οποίες απαιτείτο αναθεώρηση αυτής της άδειας, ενώ οι όποιες υπερβάσεις και ασυμφωνίες είχαν αποφασισθεί από τους αναιρεσείοντες, 2) ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την επαγγελματική υπόσταση του αναιρεσιβλήτου και 3) ότι εν όψει της βλάβης που προξενήθηκε στην πίστη και στο επάγγελμα του αναιρεσιβλήτου και των λοιπών περιστάσεων ήταν εύλογο το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του (7.000 ευρώ Χ 2) που επιδικάσθηκε. Επομένως οι αντίθετοι δεύτερος κατά το οικείο μέρος του, πέμπτος και έκτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση αυτών των λόγων αναιρέσεως πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου ο δεύτερος κατά το οικείο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η πλημμέλεια του ουσιαστικού Δικαστηρίου ως προς την εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ. Με τους πρώτο και τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, διότι: 1) από το συσχετισμό της από 28-3-2003 αποδείξεως πληρωμής του Μ. Δ. και της 2605/17-1-2007 ένορκης, ενώπιον συμβολαιογράφου, βεβαιώσεως του εργολάβου Κ Ρ. έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμών από τους αναιρεσείοντες σε συνεργεία κατασκευής της οικοδομής τους, και 2) δεν συνεκτίμησε προσηκόντως την πινακίδα παρακολούθησης οικοδομικού έργου του ΙΚΑ από 12-12-2006 για το χρόνο διακοπής των οικοδομικών εργασιών (11 μηνών), που αντικρούει τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για συνεχή και αδιάλειπτη εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ούτε επίσης συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια τις δοθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκες, ενώπιον συμβολαιογράφων, βεβαιώσεις 449/13-12-2006 και 866/20-1-2009 των Γ. Ψ. και Ν. Μ.. Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος και τέταρτος (κατά το, πρώτο μέρος του) από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ουσιαστικού Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ. Επίσης κατά το δεύτερο μέρος του ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κατά τη σχετική βεβαίωσή της, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, τις δύο ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος και λήφθηκαν νομότυπα στα πλαίσια της εκκρεμούς δίκης, "καθώς και όλα τα έγγραφα" που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία έγγραφα ενέπιπταν και οι στα πλαίσια άλλης δίκης δοθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, δεν ήταν δε αναγκαία η ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αρ. 4, 557, 578 και 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (Α.Π. 475/2002, 883/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. .../2-10-2002 τραπεζικού λογαριασμού των αναιρεσειόντων στη Τράπεζα EUROBANK M.F.G. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται τι δέχθηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο αυτού του λογαριασμού και σε ποια σημεία από το ενδεικτικώς αναφερόμενο περιεχόμενο αυτού υπήρχε διαφορά, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί, αν τούτο ανάγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο αυτού καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2011 αίτηση της Ε. Λ. κλπ για αναίρεση της υπ' αρ. 34/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, όπως διορθώθηκε με την 328/2010 απόφασή του. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋποθέσεις επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης επί προσβολής προσωπικότητας. Μειωτικοί για την επαγγελματική υπόσταση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος χαρακτηρισμοί από τους αναιρεσείοντες εργοδότες του, που είχαν αναθέσει σ’ αυτόν την κατασκευή οικοδομής τους (άρθρα 57-59, 932 ΑΚ). Επαρκής αιτιολογία Εφετείου που επιδίκασε ποσό 7.000 ευρώ από κάθε εναγόμενο.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 968/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια,- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεμιστόκλεια Αναδιώτου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 76157/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 905/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγραφών, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας 2ου αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6 & 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 76/157/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος -κατηγορούμενου, που εκπροσωπήθηκε .στη δίκη εκείνη από συνήγορο, κατά της 81,381/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 12 του Ν. 2308/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 2429/95, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική. Από τη σχετική 14.426/16.11.2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλλει, δια της συνηγόρου του, ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως "καταδικάστηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ είναι γνωστής και έλαβε γνώση της καταδικαστικής άνω αποφάσεως μετά από έλεγχο στην Εισαγγελία Αθηνών στις 12.11.09". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και από το γεγονός τούτο μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η Συνήγορος του κατηγορουμένου, η οποία τον εκπροσώπησε στη δίκη κατ' άρθρο 502 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είπε απλώς ότι ο πελάτης της δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ζήτησε να εξετασθεί μάρτυς αποδείξεως για το εμπρόθεσμο της εφέσεως και ότι ο μάρτυς αυτός δεν μπόρεσε να έλθει. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 81388/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 24.6.2009, σύμφωνα με το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής του Αστυφύλακα ..., υπηρετούντος στο Α.Τ. Αμαρουσίου, ενώ η έφεση ασκήθηκε την 16.11.2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτουν περιστατικά της ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρθρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως εκπρόθεσμη, περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της, χωρίς αναφορά στο έγγραφο της ευρέσεως λόγου δικαιολογητικού της εκπρόθεσμης ασκήσεως. Αν και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής ή τους λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, αφού ο ισχυρισμός του εκκαλούντος με την έφεση του, για γνωστή στις Αρχές διαμονή του, χωρίς δηλαδή αναφορά ότι αυτός είχε δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, στην αναφερόμενη στο αποδεικτικό επιδόσεως διεύθυνση της κατοικίας του, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος, στον ισχυρισμό δε αυτό, δεν διαλαμβανόταν όπως αναφέρθηκε και επίκληση λόγων ανωτέρας βίας, εν τούτοις το Δικαστήριο αιτιολογημένα απάντησε και επ' αυτών. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η συνήγορος που τον εκπροσώπησε ζήτησε την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυς, τον οποίο κατά τα ανωτέρω κάλεσε για να βεβαιώσει ότι δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά γνωστής και ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το αίτημα αυτό, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα.
Επειδή, περαιτέρω και η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς δέκα ευρώ (10 €) ημερησίως, χωρίς να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, όπως όφειλε, είναι αβάσιμη, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα καμία ποινή, αλλ' απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της η έφεση κατά της 81.388/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε στην παραπάνω ποινή. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη .αίτηση, στο σύνολο της, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 30ής Ιουνίου 2011 αίτηση του Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της 76157/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου, για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας τον αποδεικτικού και της επιδόσεως.; εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 967/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 9441Α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΑΤΤΕΙΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαλαφέκα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9441Α/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση των μνημονευόμενων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη Μ. Κ. προσελήφθη στις 1.9.1997 από την εγκαλούσα εταιρεία "ΠΡΑΤΤΕΙΝ ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός λογιστή. Η εγκαλούσα που συνεστήθη το 1994 δραστηριοποιείται στη διανομή προϊόντων τροφίμων, αναψυκτικών και ποτών στην περιοχή της Δυτικής Αττικής και απασχολούσε το 2004 περί τα 35 άτομα. Με απόφαση της διοίκησης της εγκαλούσας, η κατηγορουμένη από 10.2.2004 ανέλαβε και τη διαχείριση του ταμείου της εταιρείας. Έτσι, από την ανωτέρω ημερομηνία τα συνολικά καθήκοντα της κατηγορουμένης διαμορφώθηκαν ως εξής: λογιστικές εγγραφές, καταχώριση αγορών, παρακολούθηση προμηθευτών και πληρωμή αυτών με επιταγές, διακίνηση εμπορευμάτων με την εταιρεία με το διακριτικό τίτλο PEPSICO, παρακολούθηση πελατών ως προς τα υπόλοιπα τους και τους επισφαλείς πελάτες σε συνεργασία με τον μεσολαβητή της DAS Ν. Κ. καθώς και καθήκοντα ως υφισταμένη του υπεύθυνου λογιστηρίου Γ. Μ. με αντικείμενο την είσπραξη μετρητών από τους οδηγούς διανομείς και πωλητές, την καταβολή μετρητών κατ' εντολή του προϊσταμένου της ή της διοικήσεως της εταιρείας σε οδηγούς, προμηθευτές κλπ. Για τις ανωτέρω δραστηριότητες ετηρείτο καθημερινά πρόχειρη κατάσταση, όπου καταχωρούντο οι εισπράξεις και οι καταβολές, τα χρήματα τοποθετούντο μέσα σε κουτί, που όλοι αποκαλούσαν κασελάκι, η κλειδαριά του οποίου ήταν χαλασμένη και στο πέρας της εργασίας κάθε ημέρας τοποθετούσε αυτό στο χρηματοκιβώτιο, κλειδιά του οποίου κατείχαν τόσο η ίδια, όσο και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας Α. Β.. Σε ελέγχους που διενήργησαν από κοινού ο προϊστάμενος του λογιστηρίου της εγκαλούσας Γ. Μ. και ο οικονομικός σύμβουλος αυτής Β. Π. διαπίστωσαν μετά από αντιπαραβολή των παραστατικών και των καταχωρίσεων των ημερησίων πρόχειρων καταστάσεων στις 25.2.2004, 27.2.2004 και 9.3.2004 και 20.3.2004, έλλειμμα από το ταμείο και τα ποσά που παρέδωσε η κατηγορουμένη αντιστοίχως τις ανωτέρω ημερομηνίες τα ποσά 120,80 ευρώ, 794,22 ευρώ, 635,73 ευρώ και 1000 ευρώ. Μετά και την τρίτη διαπίστωση, γνωστοποίησαν στην κατηγορουμένη τα ευρήματα των ελέγχων, επίσης ενημέρωσαν και τον Α. Β.. Περί τα μέσα Μαΐου 2004, η κατηγορουμένη προμηθεύτηκε ένα άλλο "κασελάκι" που διέθετε κλειδαριά, τα κλειδιά του οποίου κράτησε η ίδια και μόνον. Σε νέους ελέγχους στις 2.6.2004 και 4.6.2004 τα ίδια πρόσωπα διαπίστωσαν έλλειμμα 1.040 ευρώ και 300 ευρώ αντιστοίχως. Η κατηγορουμένη αρνείται ότι ενσωμάτωσε τα ανωτέρω ποσά, συνολικά 4.090,75 ευρώ, στην περιουσία της, επιχειρηματολογεί δε υπέρ αυτού με τους ισχυρισμούς ότι πρόσβαση στο ταμείο είχαν και άλλα πρόσωπα και ότι κατηγορήθηκε για την υπεξαίρεση των χρημάτων από την εγκαλούσα, προκειμένου να απολυθεί. Αποδείχθηκε όμως από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι οι εισπράξεις της εγκαλούσας μέσω των οδηγών πωλητών εντός του ωραρίου εργασίας της καταμετρώντο από την κατηγορουμένη με την παράδοσή τους σε αυτήν με τα αντίστοιχα παραστατικά και οι εισπράξεις που παρέδιδαν οι οδηγοί μετά το πέρας της εργασίας της κατηγορουμένης τοποθετούντο σε σακουλάκια μαζί με τα παραστατικά και η καταμέτρηση γινόταν από την κατηγορουμένη την επομένη το πρωί. Ουδέποτε δε η κατηγορουμένη απέδωσε λάθος σε οδηγό για τα χρήματα που της παρέδωσε και καταμέτρησε αυθημερόν ή την επομένη της παραδόσεως, ούτε επεσήμανε στον προϊστάμενο αυτής Γ. Μ. ασυμφωνία εισπραττομένων και παραστατικών. Ακόμα και όταν επισημάνθηκε περί τα μέσα Μαρτίου 2004 σε αυτήν η διαπίστωση των ελλειμμάτων κατά τα ανωτέρω, η κατηγορουμένη δεν ζήτησε αντιπαραβολή των στοιχείων, δηλαδή εισπραχθέντων ποσών και παραστατικών βάσει των πρόχειρων καταστάσεων, που η ίδια είχε τηρήσει, ενώ ο πρόσθετος ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι στις καταμετρήσεις των ελέγχω ν δεν είχαν συνυπολογισθεί τα κέρματα, τα οποία τοποθετούντο ξεχωριστά, καταρρίπτεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Β., Γ. Μ., Β. Π., Π. Ν., Μ. Σ., Α. Κ., από τις οποίες συνάγεται ότι στις εισπράξεις κανονικά υπολογίζονταν και τα κέρματα, καίτοι τοποθετούντο ξεχωριστά από τα χαρτονομίσματα. Πρόσβαση βέβαια στο χρηματοκιβώτιο είχε πάντοτε ο Α. Β., ενίοτε και ο Π. Ν., οι οποίοι προέβαιναν σε καταβολές από χρήματα που ευρίσκοντο εκεί, πάντοτε όμως από ήδη καταμετρημένα και καταχωρημένα, ενώ πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο δεν είχαν και άλλα πρόσωπα, όπως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, κατά την σαφή κατάθεση όλων των μαρτύρων του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, μεταξύ Α. Β. και κατηγορουμένης δεν υπήρχε παρά τυπική σχέση εργοδότη - εργαζομένου, μάλιστα προς εργαζομένη την οποία εμπιστευόταν, ενώ μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 22.6.2004 δεν προσελήφθη νέο πρόσωπο, ώστε ο καταβαλλόμενος μισθός να είναι χαμηλότερος με αντίστοιχο όφελος της εργοδότριας εταιρείας, όπως η κατηγορουμένη ισχυρίζεται, αλλά στη θέση της εργάσθηκε η επί έτη υπάλληλος της εταιρείας Α. Κ.. Η δε αποζημίωση της κατηγορουμένης λόγω απόλυσης ανήρχετο στο ποσόν των 3.951,76 ευρώ, όπως η ίδια υπολογίζει σε αγωγή που άσκησε σε βάρος της εγκαλούσας, ποσόν για το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σκόπευε η εγκαλούσα να ωφεληθεί με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, λόγω διαπράξεως ποινικού αδικήματος, ενόψει ότι το 2004 είχε κύκλο εργασιών 5.226.166,63 ευρώ και κέρδη 132.003,29 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τον ισολογισμό έτους 2004, που δημοσιεύθηκε νομίμως. Πέραν των ανωτέρω κατά τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα Β. Π., η κατηγορουμένη ενώπιον του παραδέχθηκε ότι "πήρε αυτή τα χρήματα", προς τούτο δε έγινε συμφωνία να παρακρατείται από το μηνιαίο μισθό της ένα ποσόν, ακολούθως συντάχθηκε συμφωνητικό, τον Ιούνιο 2004 με περιεχόμενο την καταβολή από την κατηγορουμένη προς την εγκαλούσα το ποσόν των 4.770 ευρώ, αποδεχόμενη ισόποσες συναλλαγματικές με τριτεγγυητή το σύζυγο της κατηγορουμένης. Τελικά, δεν υπογράφηκε το συμφωνητικό, μετά από διαφωνία των νομικών παραστατών της κατηγορουμένης, οι οποίοι σε τηλεομοιοτυπικό μήνυμα προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσας σημειώνουν ότι το περιεχόμενο του συμφωνητικού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε σε προηγούμενες συζητήσεις. Όμως, στις 10.10.2007 κατηγορουμένη και Γ. Μ. υπέγραψαν συμφωνητικό, συμφωνώντας να ανακαλέσουν τις εγκλήσεις που έχουν υποβάλει ο ένας σε βάρος του άλλου (αδικήματα συκοφαντικής δυσφήμησης αλλά και ψευδούς καταμήνυσης) με αφετηρία την υπόθεση της υπεξαίρεσης, δεχόμενη η κατηγορουμένη ότι αυτές υπήρξαν προϊόν παρεξηγήσεως περί τα πραγματικά περιστατικά. Υπό όλα τα ανωτέρω, λοιπόν, πλήρως αποδείχθηκε ότι πληρούται το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατά το αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι η κατοχή από την κατηγορουμένη ξένων κινητών πραγμάτων, των χρημάτων της εγκαλούσας, η ιδιοποίηση των χρημάτων από την κατηγορουμένη παρανόμως, όσο και κατά το υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι ο σκοπός ενσωματώσεως των επί μέρους ποσών παρανόμως στην περιουσία της. Πρέπει, λοιπόν, να κηρυχθεί ένοχη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό και σύμφωνα με την εκκαλουμένη, όπως τα πραγματικά περιστατικά αναφέρονται τόσο στο διατακτικό όσο και στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης με συνολικό ποσόν υπεξαιρεθέντων χρημάτων 4.090,75 ευρώ. Αναφορικά με τους υποβληθέντες ισχυρισμούς της κατηγορουμένης υπό τον τίτλο αυτοτελείς, που κατά κύριο λόγο αποτελούν άρνηση της κατηγορίας, επαναλαμβάνονται όλα τα ήδη προεκτεθέντα, με την επισήμανση ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων Α. Β., Γ. Μ., Π. Ν. είναι πλήρεις ως προς τα επί μέρους ποσά που ελέγχθηκαν στους επί μέρους χρόνους και δεν ευρέθησαν εντός ταμείου, ως έπρεπε, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση εμπορικών βιβλίων της εγκαλούσας ως πρόσθετο στοιχείο για απόδειξη, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ερευνάται η τυχόν αναγραφή λανθασμένων στοιχείων επί των βιβλίων, αλλά η ασυμφωνία των αναγραφομένων στα βιβλία και παραστατικά και των εισπραχθέντων χρημάτων και τελικώς αποδοθέντων στην εγκαλούσα εταιρεία. Αναφέρθηκε δε ανωτέρω ότι η αναγραφή στον ισολογισμό της εγκαλούσας υπό το κεφάλαιο χρεώστες διάφοροι περιλαμβάνει και τα επίδικα ποσά. Οι προσκομισθείσες και νομίμως αναγνωσθείσες πρόχειρες καταστάσεις που είχε συμπληρώσει αρχικά η κατηγορουμένη δεν είναι απαραίτητο να φέρουν σφραγίδα και υπογραφή για την εταιρεία, αφού αποτελούσαν πρόχειρα στοιχεία και αναμφισβήτητα βάσει αυτών έγιναν οι έκτακτοι έλεγχοι, που όλοι οι προαναφερθέντες μάρτυρες κατέθεσαν. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν αποτελούσε εργασία της η αναφερομένη στο κατηγορητήριο καταρρίπτεται, αφού η ίδια δέχεται ότι ήταν και αυτή, δηλαδή η παραλαβή των εισπράξεων από τους οδηγούς πωλητές, μέρος των καθηκόντων της, επαναλαμβάνεται δε ότι εισπράξεις, πληρωμές, καταβολές κατά τα Σάββατα ή πέραν του ωραρίου της και όταν η ίδια απουσίαζε γίνονταν πάντοτε από τα ήδη καταμετρηθέντα και καταχωρηθέντα από την ίδια ποσά, αφού αποδείχθηκε ότι τα έχοντα πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο πρόσωπα δεν προέβαιναν αυθαίρετα σε καταβολές, αλλά μόνον από καταμετρηθέντα χρήματα. Για όλους τους αμέσως ανωτέρω αλλά και προαναφερθέντες λόγους οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης είναι απορριπτέοι". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1,98 και 375 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: 1) στην αιτιολογία της αποφάσεως προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος και ο τρόπος περιελεύσεως των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στην κατοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, με τις παραδοχές ότι αυτή (κατηγορουμένη), ως υπάλληλος της πολιτικώς ενάγουσας - εγκαλούσας εταιρείας, με την ανατεθείσα σ' αυτήν εργασία να παραλαμβάνει από τους ανωτέρω αναφερόμενους οδηγούς - πωλητές τις εισπράξεις τους με το αντίγραφο της αντίστοιχης αποδείξεως και κατόπιν ελέγχου στη συνέχεια να τα τοποθετεί στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας του οποίου κλειδιά είχε μόνον αυτή και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Α. Β., κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες από 25 Φεβρουαρίου 2004 μέχρι 4 Ιουνίου 2004, 2001, 2) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της κατηγορουμένης, ο οποίος άλλωστε ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, 3) μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων-κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά και 4) το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που προέβαλε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη υπό τον τίτλο "αυτοτελείς", οι οποίοι είναι αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και, ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόβαση υπερέβη την εξουσία του, διότι την καταδίκασε για πράξη για την οποία είχε αθωωθεί πρωτοδίκως. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση χειροτέρευσε ανεπίτρεπτα τη θέση της κατηγορουμένης, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, καθώς, ενώ το δικάζον δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δίκαζε κατ' έφεση της καταδικασθείσας επί της πρωτοδίκου αποφάσεως με αριθμό 73019/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου είχε κριθεί ένοχη για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που φέρεται να τελέστηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται σε αυτήν, εντούτοις η προσβαλλομένη απόφαση την έκρινε ένοχη και για πράξη που φέρεται να τελέστηκε την 18.3.2004 ενώ στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 73019/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν είχε κριθεί ένοχη για την πράξη αυτή". Από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του αναιρετικού λόγου της αιτιολογίας της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για το συνολικό ποσό των 4090,75 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις ημερομηνίες, που αναφέρονται στο σκεπτικό της, μεταξύ των οποίων και η 18 Μαρτίου 2004 (αφού από το συνολικό ποσό των 4779,67 ευρώ για το οποίο παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα για να δικασθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή παρακράτησε τα ποσά των 581,23, 29,69 και 78 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε άλλες ημερομηνίες και όχι στη 18.3.2004). Καταδικάστηκε δε αυτή κατ' έφεση, με την προβαλλόμενη απόφαση και πάλι για το συνολικό ποσό των 4090,75 ευρώ, όπως και πρωτοδίκως, στο οποίο ποσό συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 200 ευρώ, που αφορά στη μερικότερη πράξη της 18 Μαρτίου 2004, η οποία από πρόδηλη παραδρομή δεν αναφέρεται στο διατακτικό της πρωτόδικης. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπερέβη την εξουσία του και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθία των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παρέστη στον Άρειο Πάγο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση της Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της 9441Α/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΑΤΤΕΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ, ΠΟΤΩΝ, ΕΙΔΩΝ ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ, ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2012
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 959/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 58232/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 234/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τσαγκουρνή με αριθμό 98 από 5/4/2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I). Εισάγω ενώπιον σας την υπ' αριθμ. 15/από 23-1-2012 αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 58232/από 17-10-2011, Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δικάζοντος ως εφετείο, με την οποία απερρίφθει ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησης της υπ' αριθμ. 1713/2009 έφεσης, κατά της 72833/2005 αποφάσεως του Μον/λους Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών τότε καταδικάστηκε σε φυλάκιση 3 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ΕΥΡΩ, για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση,(άρθρο 79 Ν. 5960/33), και εκθέτω τα ακόλουθα:
II) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 §§ 1 και 3 και 476 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση τακτικού ενδίκου μέσου (έφεσης ή αναίρεσης) κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της απόφασης, όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών, ή ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα(10) ημερών, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι αγνώστου διαμονής, οπότε ή προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών, και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρείται καθαρογραμμένη στο Ειδικό βιβλίο αποφάσεων που τηρείται στην γραμματεία του Ποινικού δικαστηρίου.
ΙΙΙ). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 23-1-2012, ημέρα Δευτέρα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών (ως Εφετείο) στην οποία ήτο παρών (άρθρα 501 §§ 1,4, 502 § 1, 344 §1 Κ.Π.Δ.,) δημοσιεύθηκε και καταχωρήθηκε στις 10-1-2012 στο ειδικό βιβλίο, ημέρα Τρίτη. Από την επιούσαν 11-1-2012 ημέρα Τετάρτη έως τις 23-1-2012 παρήλθον 13 ημέρες ήτοι παρήλθε ή νόμιμος προθεσμία των 10 ημερών.(καταληκτική ημέρα άσκησης του ενδίκου μέσου ήτο η 20-1-2012, ημέρα Παρασκευή). Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ως προς τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης απόφασης, και ως προς τον χρόνο καθαρογραφής και καταχώρησης της απόφασης στο Ειδικό βιβλίο, και σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιο Σας: Ι) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 15/23-1-2012 αίτηση αναίρεσης του Μ. Κ. του Α., κατοίκου ...,κατά της υπ' αριθμ. 58232/17-10-2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.
ΙΙ) Να επιβληθούν σε βάρος του τα νόμιμα δικαστικά έξοδα (250 ΕΥΡΩ).
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο, ζήτησε αναβολή της δίκης, απορρίφθηκε το αίτημα, στη συνέχεια ζήτησε διακοπή, έγινε δεκτό το αίτημα και στη συνέχεια δεν εμφανίστηκε, αφού γνωρίζει για τη διεξαγωγή της δίκης και μπορεί να πληροφορηθεί για το αποτέλεσμα αυτής.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 58232/2011 απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθμό 1713/2009 έφεση του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμό 72833/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για παράβαση του Ν. περί επιταγής. Η απόφαση αυτή του Τριμελούς Πλημ/κείου, εκδόθηκε, με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, (άρθρα 501 παρ.4, 502 παρ.1, 344 παρ.1 Κ.Π.Δ.) εφόσον, παραστάθηκε σε αυτό, ζήτησε αναβολή της δίκης, απορρίφθηκε το αίτημα, στη συνέχεια ζήτησε διακοπή αυτής, έγινε δεκτό το αίτημα, διακόπηκε η δίκη και μετά τη διακοπή δεν εμφανίστηκε, όπως σημειώνεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 10-1-2012, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, (που παραδεκτά συμπληρώθηκε με χωριστό δικόγραφο, που επισυνάπτεται στην αίτηση αναιρέσεως), με δήλωσή του, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 23-1-2012, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο (καταληκτική ημερομηνία άσκησης του ενδίκου μέσου ήταν η 20-1-2012, ημέρα Παρασκευή). Στη δήλωση αναιρέσεως δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ως απαράδεκτη, και τούτο ανεξάρτητα από την ερημοδικία του αναιρεσείοντα, αφού προηγείται το νομότυπο άσκησης αυτής, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 89/2010), καταδικαζομένου του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2012 με αριθμό 15/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58232/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 957/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. ή Σ. Π. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της 14651-17328/2012 αποφάσεως του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Α' Αυτόφωρο Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο πρώτο του ν. 1708/1987, κυρώθηκε και ισχύει ως αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο εν προοιμίω παραπέμπει η διάταξη αυτή, η σύμβαση για την μεταφορά των καταδίκων που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 21 Μαρτίου 1983. Κατά τις διατάξεις της διεθνούς αυτής συμβάσεως, σκοπός της οποίας είναι η παροχή δυνατότητας στους αλλοδαπούς, που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, εξαιτίας κάποιας ποινικής παράβασης, να εκτίουν την ποινή τους στον κοινωνικό χώρο που ανήκουν, ένα πρόσωπο που καταδικάζεται στο έδαφος κάποιας χώρας, μπορεί να μεταφέρεται στο έδαφος μιας άλλης χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής, για να εκτίσει εκεί την ποινή, κατά την επιθυμία του καταδικασθέντος, που εκφράσθηκε στο κράτος της καταδίκης ή το κράτος της εκτέλεσης και κατ' αίτηση του κράτους καταδίκης ή του κράτους της εκτέλεσης (άρθρ. 1 και 2 παρ. 2 και 3). Μεταξύ των προϋποθέσεων, που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της μεταφοράς του κατάδικου, είναι όπως οι πράξεις ή οι παραλείψεις, που αποτέλεσαν το λόγο της καταδίκης, αποτελούν ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους της εκτέλεσης ή θα έπρεπε να αποτελούσαν ένα τέτοιο αδίκημα, εάν είχαν διαπραχθεί στο έδαφος του (άρθρ. 3 παρ. 1ε). Οι αρχές του κράτους της εκτέλεσης οφείλουν είτε: α) να εξακολουθήσουν την εκτέλεση της καταδίκης αμέσως ή βάσει δικαστικής ή διοικητικής απόφασης, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 10 της συμβάσεως, β) να μετατρέψουν την καταδίκη, με μια δικαστική ή διοικητική απόφαση του κράτους αυτού, αντικαθιστώντας με αυτό τον τρόπο την επιβληθείσα ποινή από το κράτος της καταδίκης σε μια ποινή που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους της εκτέλεσης για το ίδιο έγκλημα, κατά τους όρους του άρθρου 11 (άρθρ. 9 παρ. 1, α και β). Η εκτέλεση της καταδίκης διέπεται από το δίκαιο του κράτους της εκτέλεσης και αυτό το κράτος είναι το μόνο αρμόδιο για να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις (άρθρ. 9 παρ. 3). Στην περίπτωση που θα συνεχισθεί η εκτέλεση της ποινής, το κράτος δεσμεύεται από τη νομική φύση και τη διάρκεια της ποινής, όπως αυτές καθορίζονται στην καταδικαστική απόφαση. Εν τούτοις, αν η φύση ή η διάρκεια της ποινής δεν συμβιβάζονται με τη νομοθεσία του κράτους της εκτέλεσης ή εάν η νομοθεσία του κράτους αυτού το απαιτεί, το κράτος της εκτέλεσης μπορεί, με δικαστική ή διοικητική απόφαση, να προσαρμόσει αυτή την κύρωση στην ποινή ή στο μέτρο που προβλέπονται από τη δική του νομοθεσία για παραβάσεις της ίδιας φύσης. Η ποινή αυτή ή το μέτρο αντιστοιχούν, κατά το δυνατό, ως προς τη φύση τους, στην ποινή ή στο μέτρο που επιβάλλονται από την καταδικαστική απόφαση και δεν μπορούν να επιβαρύνουν με τη φύση τους ή τη διάρκειά τους την ποινή που έχει απαγγελθεί από το κράτος της καταδίκης, ούτε να υπερβούν το ανώτατο όριο, που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους της εκτέλεσης (άρθρ. 10 παρ. 1 και 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: 1) δια του καθιερούμενου θεσμού της μεταφοράς καταδίκου από μια χώρα (της καταδίκης) σε άλλη (της εκτέλεσης), προς εκπλήρωση του ως άνω σκοπού του, τα μέρη προσέβλεψαν αφ' ενός στο συμφέρον του καταδικασθέντος δια της εκτίσεως της ποινής του στο δικό του κοινωνικό περιβάλλον και αφ' ετέρου στον, κατά το δυνατό, σεβασμό της, με τη δικαστική απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, διατυπωθείσας κρίσης για την ποινική μεταχείριση του καταδίκου, 2) η προσαρμογή της ποινής στο κράτος της εκτέλεσης πρέπει να γίνεται με βάση τις ως άνω αρχές και κατ' εφαρμογή της σχετικής ποινικής πρόβλεψης που υπάρχει στο δίκαιο του κράτους αυτού κατά το χρόνο της μεταφοράς ή κατά το χρόνο της τελέσεως της πράξεως, αν δεν υπάρχει ποινική πρόβλεψη κατά το χρόνο της μεταφοράς και 3) η προσαρμογή της ποινής ή του μέτρου γίνεται από το δικαστήριο του κράτους της εκτελέσεως κατά την ελεύθερη κρίση του, μέσα πάντως στα ως άνω πλαίσια, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από τη χρήση στη σύμβαση του όρου "κατά το δυνατό". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος" Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί". Η κατά τα ανωτέρω απονεμόμενη χάρη δεν επιφέρει την εξαφάνιση της καταδίκης, υπό την έννοια να θεωρούνται και τα ήδη, συνεπεία αυτής, χωρήσαντα αποτελέσματα ως μηδέποτε λαβόντα χώρα, αλλά, απλώς, αίρει για το μέλλον τις, συνεπεία της καταδίκης, επελθούσες στερήσεις και ανικανότητες (ΣΤΕ 183, 2164, 2588/04, 2938/03).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών, Έλληνας υπήκοος, με την υπ' αριθμ. 257/1995 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου των Ιεροσολύμων, καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ειδικότερα για το ότι ο αιτών στις 20-9-1995 προκάλεσε προσχεδιασμένα το θάνατο της μοναχής Γ. Ζ., 26 ετών, αφού αποφάσισε να τη φονεύσει εν ψυχρώ χωρίς να έχει προηγηθεί πρόκληση, κάτω από περιστάσεις που μπορούσε να σκεφθεί και να αντιληφθεί τα αποτελέσματα των πράξεών του και αφού προετοίμασε τον εαυτό του για την εκτέλεση του φόνου. Την ποινή αυτή ο αιτών άρχισε να εκτίει από την ημερομηνία της σύλληψής του την 20-9-1995. Ακολούθως, την 2-6-2004 ο Πρόεδρος του κράτους του Ισραήλ, ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, απένειμε χάρη στον αιτούντα ελαφρύνοντας την ως άνω ποινή που του επιβλήθηκε και καθορίζοντάς την σε ποινή καθείρξεως τριάντα (30) ετών. Μετά από σχετική αίτηση του αιτούντος, τόσο το κράτος του Ισραήλ όσο και η Ελλάδα συγκατατέθηκαν στην μεταφορά του αιτούντος καταδίκου, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Στρασβούργου, προκειμένου αυτός να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του στην Ελλάδα ... Τόσο η φύση όσο και η διάρκεια της ποινής που επέβαλε στον αιτούντα το Περιφερειακό Δικαστήριο Ιεροσολύμων με την 257/1995 απόφασή του συμβιβάζονται απολύτως με την Ελληνική νομοθεσία , δηλ. την ποινή του προβλέπει ο Ελληνικός Ποινικός Κώδικας για παράβαση της ίδιας φύσης, ήτοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Με βάση τα ανωτέρω, και με το ότι (α) η Ελληνική Πολιτεία δεσμεύεται από τη νομική φύση και τη διάρκεια της ποινής όπως αυτές καθορίζονται στην καταδικαστική απόφαση και (β) σε περίπτωση προσδιορισμού της ποινής την οποία θα εκτίσει ο καταδικασθείς, αυτός ο προσδιορισμός γίνεται μέσα στα πλαίσια της απειλούμενης ποινής στην Ελλάδα για την πράξη για την οποία αυτός καταδικάστηκε, ουδόλως ανακύπτει θέμα "προσαρμογής" στην Ελληνική νομοθεσία της ποινής που επέβαλε στον αιτούντα η 257/1995 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ιεροσολύμων για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, αφού η ίδια ποινή προβλέπεται και στη ελληνική νομοθεσία. Όπως, εξάλλου, προαναφέρθηκε, ο μετριασμός της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την καταδικαστική απόφαση, μετά από τη χάρη που του δόθηκε από τον Πρόεδρο του Κράτους του Ισραήλ , εμποδίζει απλώς και μόνο την εκτέλεση αυτής εν μέρει, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα που αφορά ο γενόμενος μετριασμός, και συνεπώς ο αιτών θα συνεχίσει να εκτίει την μετριασθείσα ποινή της καθείρξεως των τριάντα ( 30 ) ετών, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτής ... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων , το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, που έχει ως αίτημα την "προσαρμογή" της ποινής καθείρξεως των 30 ετών σε ποινή κάθειρξης από 10 έως 20 έτη". Ένα μέλος του δικαστηρίου είχε την άποψη ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η παραπάνω αίτηση.
Έτσι που αποφάσισε (κατά πλειοψηφία) το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, για τους παρακάτω λόγους: Η υπό του Περιφερειακού Δικαστηρίου των Ιεροσολύμων, επιβληθείσα ποινή της ισόβιας κάθειρξης υποκαταστάθηκε με την υπό της χάριτος, χορηγηθείσα νέα, κατ' είδος και διάρκεια ποινή, της καθείρξεως 30 ετών, τουλάχιστον ως προς την εκτέλεση αυτής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Δεν υπάρχει συνεπώς στάδιο εκτέλεσης της αρχικής ποινής, ούτε δυνατότητα εκτελέσεως αυτής, αφού αυτή έχει αντικατασταθεί από άλλη, η οποία και μόνο πρέπει να εκτελεστεί, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη διαλαμβάνονται Η απονομή χάριτος αποτελεί λόγο παύσεως της εκτέλεσης της ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 567 περ. β' Π.Κ. Είναι εντελώς διάφορο το ζήτημα για άλλα θέματα π.χ. μετατροπής της ποινής, μετά τον μετριασμό της αρχικής ποινής. Έτσι και στο ανάλογο ζήτημα της υφ' όρο απόλυσης, ως επιβληθείσα ποινή, εν περιπτώσει μετριασμού αυτής διά χάριτος, θεωρείται η μετριασθείσα ποινή (Μπουρόπουλος Ερμηνεία Π.Κ. Τ.Α' σελ.279, Ζησιάδη, Ποινικό Δίκαιο Τ.Β'σελ. 421, Βαβαρέτου Ποινικός Κώδιξ, έκδ. Ε' υπ' άρθρο 105, σελ. 438-439), αφού πρόκειται για στάδιο εκτέλεσης και στην υπό του δικαστού επιβληθείσα ποινή, υποκαθίσταται η νέα ποινή (βλ. και άρθρο 94 παρ.3 Π.Κ.).
Συνεπώς αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η προς εκτέλεση ποινή και αν αυτή συμβιβάζεται ή όχι με τη φύση και το πλαίσιο ποινής που προβλέπει η Ελληνική ποινική νομοθεσία σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης που προαναφέρθηκε. Η Ελληνική ποινική νομοθεσία προβλέπει στο άρθρο 52 παρ.1 Π.Κ. ότι η ποινή της κάθειρξης είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ενώ στο ίδιο άρθρο στην παρ. 3 προβλέπει ότι η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη. Επομένως ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης που είναι άνω των είκοσι ετών (για μία πράξη) δεν συμβιβάζεται με την παραπάνω διάταξη. Η άποψη της προσβαλλομένης απόφασης ότι δεν ανακύπτει θέμα "προσαρμογής" στην Ελληνική νομοθεσία της ποινής που επέβαλε στον αιτούντα η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου των Ιεροσολύμων, αφού η επιβληθείσα ποινή της ισόβιας κάθειρξης συμβιβάζεται με την Ελληνική νομοθεσία, δεν είναι σύμφωνη με όσα προαναφέρθηκαν, καθόσον η ποινή που θα εκτελεστεί μετά την χορήγηση της χάριτος, δεν είναι η αρχικώς επιβληθείσα ποινή, η οποία δεν υφίσταται πλέον, αλλά η μετέπειτα διαμορφωθείσα. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, έπρεπε η προσβαλλομένη απόφαση να προσαρμόσει την ως άνω ποινή της κάθειρξης των 30 ετών στο ανώτατο όριο της ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης που προβλέπει ο Ελληνικός ποινικός Κώδικας, ήτοι στα 20 έτη, σύμφωνα και με τους ορισμούς του προαναφερθέντος άρθρου 10 παρ.2 της ως άνω σύμβασης σε συνδυασμό με τις λοιπές προαναφερθείσες διατάξεις και ειδικότερα την διάταξη της παρ.3 του άρθρου 9, κατά την οποία η εκτέλεση της καταδίκης διέπεται από το δίκαιο του κράτους της εκτέλεσης και αυτό το κράτος είναι το μόνο αρμόδιο για να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις.
Συνεπώς ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αναιρουμένης της απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και μη υφισταμένου πλαισίου ποινής, στο οποίο θα κινηθεί το δικαστήριο της ουσίας, για την κατά τα άνω προσαρμογή της ποινής, αφού, κατά τα εκτεθέντα, η ποινή θα προσαρμοστεί στο ανώτατο όριο της ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης (20 έτη) , πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να γίνει δεκτή η από 28-2-2012 αίτηση του αιτούντος και να προβεί το δικαστήριο αυτό στην προσαρμογή της κατά τα άνω επιβληθείσης, με την υπ' αριθμό 257/1995 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ιεροσολύμων, στον αιτούντα ποινής της ισοβίου καθείρξεως, η οποία μετριάστηκε από τον Πρόεδρο του Ισραήλ με την από 2-6-2004 απόφασή του, σε ποινή καθείρξεως τριάντα (30) ετών, στην ποινή των είκοσι (20) ετών που προβλέπεται από την ελληνική ποινική νομοθεσία ως ανώτατο όριο, για την ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ' αριθμό 40/28-3-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ν. (ή Σ.) Π. του Ι..
Αναιρεί την υπ' αριθμό 14651 - 17428/2012 απόφαση του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Δέχεται την από 28-2-2012, αίτηση του Ν. ή Σ. Π., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατοίκου ..., με την οποία αιτείται την προσαρμογή της ποινής της ισοβίου καθείρξεως που του επεβλήθη με την υπ' αριθμό 257/1995 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ιεροσολύμων, η οποία μετριάστηκε από τον Πρόεδρο του Ισραήλ με την από 2-6-2004 απόφασή του, σε ποινή καθείρξεως τριάντα (30) ετών.
Προσαρμόζει την παραπάνω ποινή της ισοβίου καθείρξεως που επεβλήθη στον αιτούντα, με την αμέσως παραπάνω απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Ιεροσολύμων, η οποία μετριάστηκε από τον Πρόεδρο του Ισραήλ με την προαναφερθείσα απόφασή του, σε ποινή καθείρξεως τριάντα (30) ετών, στο ανώτατο όριο προσωρινής καθείρξεως που προβλέπεται από την Ελληνική ποινική νομοθεσία, ήτοι σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσαρμογή της επιβληθείσης ποινής στο κράτος της εκτέλεσης της ποινής κατ' άρθρο 10 της σύμβασης για μεταφορά καταδίκων (Ν. 1708/1987). Πλαίσια μέσα στα οποία γίνεται επιμέτρηση της ποινής κατά το ελληνικό δίκαιο. Ποινή ισόβιας κάθειρξης, για ανθρωποκτονία, από το Δικαστήριο των Ιεροσολύμων του Ισραήλ. Μετριασμός με χάρη, από τον Πρόεδρο του Κράτους του Ισραήλ της παραπάνω ποινής σε κάθειρξη 30 ετών. Μετατροπή κατά το ελληνικό δίκαιο στο ανώτατο όριο της ποινής κάθειρξης 20 ετών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 964/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο και 2. ... του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 28 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 2015/2007 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και β) με την από 29 Σεπτεμβρίου 2005 ομοία του ιδίου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο αυτό δικαστήριο και εκδόθηκε η 6611/2007 οριστική του απόφαση. Την 3 Σεπτεμβρίου 2008 ο προσθέτως παρεμβαίνων Ε. Σ. κατέθεσε πρόσθετη παρέμβαση.
Εκδόθηκε η 1845/2009 απόφαση και 1668/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαΐου 2011 αίτησή του και τους από 3 Ιουνίου 2011 και 6 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση που ασκείται από το διάδικο κατά του οποίου είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, έστω και αν πρόκειται περί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου, καθόσον στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, προσθέτως υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου παρεμβάντος στην κατ' έφεση δίκη, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 εδ.1β, 346 και 453 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, για την ίδρυση ή μη από τη μη λήψη υπόψη τούτων αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.11 του Κ.Πολ.Δικ., νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι' αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, δεν συνιστά "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000, 23/2008). Η δικονομική αυτή ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς τη θεσπιζόμενη αρχή της δίκαιης δίκης με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε με την αρχή της αναλογικότητας και με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμα για απόδειξη των ισχυρισμών του διαδίκου με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση της νόμιμης επίκλησής του, η οποία υπηρετεί αφενός μεν την απόδειξη προσαγωγής του, αφετέρου δε αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως και εξασφαλίζει επιπλέον το δικαίωμα ανταποδείξεως του αντιδίκου. Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνον από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ημεδαπό ή αλλοδαπό, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά τον αριθμό δε 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) "για δίκαιη δίκη", έκρινε ότι "δεν λαμβάνονται υπόψη οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις πρωτόδικες προτάσεις του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσείοντος) όσον αφορά την με αριθμό 10981/2007 έφεση του αντιδίκου του καθώς και τα έγγραφα που επικαλείται με αυτές, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) της δικασίμου 6-11-2008, διότι δεν γίνεται κανονική επαναφορά των ισχυρισμών και επίκληση των εγγράφων αντίστοιχα", με αποτέλεσμα να δεχθεί του αγωγικούς ισχυρισμούς σε βάρος του αναιρεσείοντος-εναγομένου. Επομένως, εφόσον η διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ δεν αντίκειται στην αυξημένης τυπικής ισχύος ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το Εφετείο με το να κρίνει δικονομικώς απαράδεκτη την επίκληση ενώπιον αυτού από τον αναιρεσείοντα, χωρίς" νόμιμη επαναφορά των πρωτόδικων προτάσεων του, των επικαλούμενων με αυτές αποδεικτικών μέσων και έτσι να μη λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν παραβίασε ευθέως την εν λόγω ουσιαστική διάταξη ούτε προέβη παρά το νόμο σε κήρυξη απαραδέκτου και οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεις, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987). Μετά την κατάργηση του προβλέποντος την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του ν 2915/2001 και την αντικατάσταση, με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ., του οποίου η παρ.2 προβλέπει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός από αυτά (και) συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", δεν είναι ανεπίτρεπτο, κατά την τακτική διαδικασία, να λαμβάνονται υπόψη και να εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων και έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα από τον εκδότη τους, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατά αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες ή αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, εκτός από τα μη γνήσια έγγραφα που αποτελούν ψευδή αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία. Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 80, 82, 84 και 85 του Κ.Πολ.Δικ, η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου, εάν δεν ανέλαβε τη δίκη ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως μεταξύ των κυρίων διαδίκων. Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την ένορκη κατάθεση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε εξετασθεί πρωτοδίκως ως μάρτυρας του πρώτου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου και άσκησε υπέρ αυτού στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρόσθετη παρέμβαση, έχοντας έτσι καταστεί διάδικος με πρόδηλο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Επομένως εφόσον, αφενός μεν η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της μεταξύ των κυρίων διαδίκων δίκης, αφετέρου δε ενόψει του χρόνου της πρώτης συζητήσεως των ένδικων αγωγών στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (6.10.2005 και 1.2.2007) ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, η λήψη υπόψη και μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, όπως οι καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1993). Η δε ποιοτική αριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 149 εδ. β', 914, 297 εδ. β' και 937 παρ.2 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον ο οποίος με απατηλή συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του οδηγήθηκε στην κατάρτιση δικαιοπραξίας, παρέχεται, εκτός από το δικαίωμα ακύρωσης της δικαιοπραξίας με παράλληλη δυνατότητά του να ζητήσει την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και αυτοτελές δικαίωμα αποδεχόμενος τη δικαιοπραξία να ζητήσει μόνον την ανόρθωση της ζημίας του με τις ίδιες διατάξεις περί αδικοπραξιών, χωρίς να είναι απαραίτητο, για τη θεμελίωση μιας τέτοιας αξιώσεως, η δόλια παραπλανητική συμπεριφορά να αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος ή του παρόντος, όπως επιβάλλεται επί ποινικού αδικήματος απάτης (άρθρο 386 ΠΚ), αλλά αρκεί για τη θεμελίωση του αστικού αδικήματος οι παραπλανητικές ψευδείς παραστάσεις να αναφέρονται και σε μελλοντικά γεγονότα, η δε τυχόν παράλληλη ύπαρξη και ποινικού αδικήματος έχει σημασία μόνον για το ενδεχόμενο επιμηκύνσεως του χρόνου παραγραφής του αστικού αδικήματος, που συστοιχείται στην περίπτωση αυτή με τον μακρότερο χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.2 του ΑΚ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), επισκόπηση των ένδικων αγωγών του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκτίθενται σ' αυτές τα ακόλουθα: 1) Στην από 28.7.2003: Ότι κατά το έτος 1988 ο αναιρεσίβλητος-ενάγων ετύγχανε φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό και τη διαχείριση των περιουσιακών θεμάτων του, στην Ελλάδα, ανέθεσε στον εναγόμενο δικηγόρο, Ι. Κ. παλαιό συμμαθητή και παιδικό φίλο του, τον οποίο είχε διορίσει πληρεξούσιο, μαζί με άλλους δικηγόρους. Ότι κατά το έτος 1989, ενώ διέμενε στο Παρίσι και είχε αποκτήσει χρήματα από προσοδοφόρες δραστηριότητες, σχετικές με τις διεθνείς χρηματαγορές, ο εναγόμενος του παρέστησε ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά του σε αγορές ακινήτων, με μεγάλες αποδόσεις και έτσι τον έπεισε να μεταβούν σε Τράπεζα της Γενεύης, στην οποία ο ενάγων διατηρούσε λογαριασμό και να ανοίξουν ένα λογαριασμό νουμερικό (όχι ονομαστικό) με δικαιούχο τον εναγόμενο. Ότι στον τελευταίο αυτό λογαριασμό ο ενάγων απέστειλε, το έτος 1989, διάφορα χρηματικά ποσά, σε αλλοδαπά νομίσματα, συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των 200.054 ευρώ, κατά τις ισοτιμίες σε ευρώ, που αναφέρονται και αναλύονται στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είχε προαποφασίσει να μην επενδύσει τα χρήματά του (ενάγοντος), αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, με προσχηματικές δικαιολογίες παραπλανούσε τον τελευταίο, για την καθυστέρηση των δήθεν επενδύσεων, μέχρις ότου, στο τέλος του έτους 1993, ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος σε καμία επένδυση δεν είχε προβεί, αλλά είχε ιδιοποιηθεί παράνομα το παραπάνω ποσό των 200.054 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του (ενάγοντος), στον οποίο προξένησε, έτσι και ηθική βλάβη, αρνείται δε την αποκατάσταση της ζημίας, παρά την από 18-5-1994 εξώδικη όχληση αυτού (ενάγοντος). Ζήτησε δε γι' αυτό μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων του πρωτόδικα, δια της μετατροπής τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται, να του καταβάλει το ποσό των 200.054 ευρώ, για αποζημίωσή του, με το νόμιμο τόκο από την όχληση (18-5-1994), άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των 99.956 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, του εναγομένου ευθυνόμενου κύρια μεν από αδικοπραξία, η οποία στηρίζεται στα περιστατικά της απάτης και της υπεξαίρεσης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω αιτίας που δεν επακολούθησε. 2) Στην από 29.2.2005 αγωγή του : Ότι κατά το έτος 1987 κατέστη φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό και το έτος 1989, ενώ διέμενε στο Παρίσι, πείσθηκε από τον εναγόμενο Ι. Κ., δικηγόρο του και παλιό φίλο του, να αγοράσει ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στον Πόρο της Τροιζηνίας, για να πραγματοποιηθεί δε αυτή η αγορά, στις 2-5-1989 αγόρασε μια Λιβεριανή εταιρεία, με την επωνυμία "ROPPALL INVESTMENTS Corporation", από δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου, αντί τιμήματος 1.850 δολλαρίων Η.Π.Α. Ότι Πρόεδρος του Δ.Σ. και πληρεξούσιος της εταιρείας αυτής διορίστηκε ο φίλος του ενάγοντος Έ. Σ., με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. δύο αλλοδαπούς δικηγόρους, οι οποίοι αμέσως μετά την έκδοση των τίτλων των μετοχών της παραιτήθησαν. Ότι στις 9-5-1989 εκδόθησαν, με εντολή του ενάγοντος, οι με αριθμούς 000001, 000002 και 000003 τρεις (3) τίτλοι μετοχών, που ενσωμάτωναν, αντίστοιχα, 166, 166 και 168 μετοχές και αποτελούσαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου των 500 μετοχών. Ότι ο ενάγων απέστειλε στον εντολοδόχο δικηγόρο του Ε. Μ., τον οποίο είχε συστήσει ο εναγόμενος, 60.000 συνολικά δολλάρια Η.Π.Α. και με το υπ' αρ. .../10-6-1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινής Κυπριωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πιο πάνω off shore Λιβεριανή εταιρεία αγόρασε το περιγραφόμενο αγροτεμάχιο, στον Πόρο, έκτασης 16.010 τ.μ., με 100 περίπου ελαιόδεντρα, αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος των 9.500.000 δραχμών, που υπολειπόταν του πραγματικού τιμήματός του. Ότι μετά την αγορά του οικοπέδου ο Έ. Σ., ύστερα από εντολή του ενάγοντος παρέδωσε στις 28.6.89, στον εναγόμενο ολόκληρο το φάκελλο της παραπάνω εταιρείας, με τις μετοχές της και 22 ασυμπλήρωτους τίτλους μετοχών, για φύλαξη και διαχείριση, καθιστώντας τον εναγόμενο πληρεξούσιο και αντίκλητο της εταιρείας, ο δε εναγόμενος αργότερα, στις 17-11-1989 κατέστησε τον ενάγοντα αντίκλητο πληρεξούσιο και εκπρόσωπο της εταιρείας του. Ότι μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 1994 ο εναγόμενος κατείχε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, τους τίτλους των ανώνυμων μετοχών της προαναφερόμενης εταιρείας, εκμεταλλευόμενος, όμως, την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του ενάγοντος και την αδυναμία του να παρακολουθεί τις υποθέσεις του, λόγω της φυγοποινίας του στο εξωτερικό, ιδιοποιήθηκε στη συνέχεια, παράνομα τις 500 μετοχές της εταιρείας, στην οποία ανήκει το αγροτεμάχιο στον Πόρο, προβαίνοντας στην πλαστογράφηση δύο ασυμπλήρωτων και ανυπόγραφων τίτλων μετοχών, προκειμένου να εμφανίσει τον εαυτό του ως κύριο αυτών, κατά τα ιστορούμενα αναλυτικά στην αγωγή. Αρνείται δε να επιστρέψει στον ενάγοντα, παρά τις οχλήσεις του, τις επίδικες μετοχές, αξίας τουλάχιστον 200.000 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωρισθεί ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, του συνόλου των μετοχών της παραπάνω Λιβεριανής εταιρείας". Με το ως άνω, και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, περιεχόμενο οι αγωγές ήταν ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 147, 149 εδ.β', 914, 932, 297, 299, 346, 713-719, 211 του ΑΚ και 70 του Κ.Πολ.Δικ. ήταν δε χωρίς έννομη επιρροή για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων το ότι: 1)Τα προβαλλόμενα ως παραπλανητικά γεγονότα δεν αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν, αλλά είχαν αναφορά στο μέλλον και δεν συγκροτούσαν παραλλήλως ποινικά αδικήματα και 2)είχε αποσβεσθεί το δικαίωμα ακυρώσεως της δικαιοπραξίας. Επομένως οι αντίθετοι πέμπτος, δέκατος, δέκατος-τέταρτος και δέκατος-όγδοος του κύριου δικογράφου και δεύτερος του από 6-11-2011 πρόσθετου δικογράφου από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., όπως και δέκατος-τρίτος από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως, έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. Α.Κ.), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής. Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις συνεπώς η απάτη αντιμετωπίζεται από το δίκαιο του Αστικού Κώδικα υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας ελαττωματικότητας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία δημιουργεί υποχρέωσή του προς αποζημίωση του απατηθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., ανεξαρτήτως αν η απάτη αυτή αποτελεί και ποινικό αδίκημα. Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη, και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 713-719 και 211 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εντολοδόχος οτιδήποτε αποκτά στο όνομα του εντολέα του στα πλαίσια αντιπροσωπευτικής εξουσίας του υποχρεούται να το αποδώσει στον εντολέα του, υποχρεούμενος επί υπαίτιας μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε αποζημίωση (άρθρα 914 και 297 ΑΚ). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν ενώ οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναγράφονται διόλου ή αναφερόντα ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) Κ. Κ. και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) Ι. Κ., Δικηγόρος Αθηνών, ετύγχαναν παλιοί συμμαθητές και φίλοι, ο δε εναγόμενος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου, σε διάφορες νομικής φύσης υποθέσεις του. Το έτος 1988 ο ενάγων καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 3 1/2 ετών για απάτη. Κατέστη φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό, χρησιμοποιώντας διάφορα ονόματα. Το έτος 1989 και ενώ ο ενάγων διέμενε στο Παρίσι, ο εναγόμενος, που κατάγεται από τον Πόρο, τον διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να επενδύσει χρήματα αυτού, καθώς και τρίτων ατόμων, σε αγορές ευκαιρίας οικοπεδικών εκτάσεων στον Πόρο, όπου ο εναγόμενος είχε διατελέσει και δημοτικός σύμβουλος. Έτσι παρέπεισε τον ενάγοντα και τον προέτρεψε να μεταβούν στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου ο ενάγων διατηρούσε τον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα "GRINDLAYS ΒΑΝΚ" με το ψευδώνυμο Γ. Ν.. Στην Τράπεζα αυτή ο εναγόμενος άνοιξε τον μη ονομαστικό (νουμερικό) λογαριασμό με τα στοιχεία .../ΑΑΜΧ, προκειμένου ο ενάγων να καταθέτει τα χρήματα για τις δήθεν επενδύσεις σε ακίνητα, που του είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος. Ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης στον παραπάνω λογαριασμό, του οποίου αποκλειστικός δικαιούχος ήταν ο εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε χορηγήσει μόνο εντολή προς την Τράπεζα, να μεταφέρει ο ενάγων, όποτε ο εναγόμενος το ζητούσε εντολές του στην Τράπεζα, σχετικά με τις τοποθετήσεις κεφαλαίων στις χρηματαγορές. Στον πιο πάνω νουμερικό λογαριασμό του εναγομένου, εστάλθηκαν, από τον προαναφερθέντα με αριθμό ... λογαριασμό του ενάγοντος και πιστώθηκαν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Στις 28-7-1989, 19.000 λίρες Αγγλίας, ήτοι 26.904,60 ευρώ. 2) Στις 28-7-1989, 248.400 Γαλλικά φράγκα, ήτοι 37.868,30 ευρώ. 3) Στις 24-10-1989, 27.582 λίρες Αγγλίας, ήτοι 39.056,90 ευρώ. 4) Στις 20-11-1989, 46.250 μάρκα Γερμανίας, ήτοι 23.647,20 ευρώ. 5) Στις 20-11-1989, 10.000 δολλάρια Η.Π.Α., ήτοι 8.724,48 ευρώ. 6) Στις 20-11-1989, 39.000 λίρες Αγγλίας, ήτοι 55.225 ευρώ και 7) Στις 15-12-1989, 57.000 Γαλλικά φράγκα, ήτοι 8.627,60 ευρώ. Συνολικά, δηλαδή, πιστώθηκε το ισάξιο των 200.054 ευρώ, σύμφωνα με τις ισοτιμίες των ξένων νομισμάτων που παρετίθενται στην αγωγή, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, σημειωμένου και του ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, για ζημία που υπολογίζεται σε ξένο νόμισμα, απώτατος χρόνος προσδιορισμού της ζημίας στο ημεδαπό νόμισμα είναι αυτός της πρώτης συζήτησης της αγωγής. Το γεγονός ότι ο με αριθμό ... λογαριασμός ανήκει στον ενάγοντα και ανοίχθηκε με το ψευδώνυμο Γ. Ν., πλήρως αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρά του, που δεν αναιρείται από αυτή του εναγομένου, ο οποίος δηλώνει άγνοια για το ζήτημα τούτο. Επίσης το γεγονός ότι από το λογαριασμό αυτό μεταφέρθηκαν τα παραπάνω ποσά στον με αριθμό .../ΑΑΜΧ λογαριασμό του εναγομένου, αποδεικνύεται από την προσήκουσα συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ιδιαίτερα δε από επτά (7) τηλεγραφήματα της Τράπεζας "ANZ GRINDLAYS ΒΑΝΚ PLC", που προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, από την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. Τον Φεβρουάριο του έτους 1991 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι ο πιο πάνω .../ΑΑΜΧ λογαριασμός του έπρεπε να κλείσει, βάσει του κανονισμού της Τράπεζας, διότι το υπόλοιπό του ήταν κάτω των 250.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Από το λογαριασμό αυτό έστειλε στον με αριθμό ... λογαριασμό του ενάγοντος 28.585 δολλάρια Η.Π.Α. σε χρεώγραφα, 1.384,59 δολλάρια Η.Π.Α. σε μετρητά και 830,34 μάρκα Γερμανίας, ποσά που με εντολή του εναγομένου, εμβάστηκαν μετά σε τράπεζα της Αγγλίας, σε λογαριασμό χρηματιστηριακής εταιρείας, τον οποίο διατηρούσε ο εναγόμενος, γεγονός που ο ίδιος δεν αμφισβητεί ειδικά. Δεν βεβαιώθηκε αν ο παραπάνω λογαριασμός του εναγομένου περιείχε κατατεθειμένα άλλα ποσά και ποιου ύψους, πλέον των προαναφερόμενων που είχε εμβάσει ο ενάγων, δηλαδή του ισάξιου των 200.054 ευρώ. Έτσι, από τον αγωγικό ισχυρισμό ότι από το λογαριασμό αυτό του εναγομένου είχε εμβαστεί το ποσό των 50.000 δολλαρίων Η.Π.Α., προκειμένου να αγορασθούν συμβόλαια πετρελαίου για λογαριασμό του εναγομένου στην Ελλάδα, δεν εξάγεται ότι το αμέσως παραπάνω ποσό προερχόταν από τα επίδικα ποσά του ενάγοντος. Ο εναγόμενος άλλωστε, δεν προτείνει ένσταση μερικής εξόφλησης με βάση το περιστατικό αυτό. Στο τέλος του έτους 1993 ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος σε ουδεμία επένδυση των χρημάτων του είχε προβεί, αλλά τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων, με την από 17-5-1994 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 23-5-1994 (βλ. την με αριθμό 6743/23-5-1994 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Από κανένα στοιχείο δεν εξάγεται ότι ο εναγόμενος επέστρεψε στον ενάγοντα μέρος του επίδικου ποσού. Με τα δεδομένα αυτά πλήρως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ψευδώς, σε γνώση του, παρέστησε στον ενάγοντα ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά του σε αγορές ακινήτων στον Πόρο, ενώ είχε προαποφασίσει να τα λάβει και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε, ζημιώνοντας, υπαίτια, τον ενάγοντα κατά το ποσό των 200.054 ευρώ. Επομένως, η εκκαλούμενη με αριθμό 2015/2007 απόφαση που έκρινε ότι είναι αμφίβολο αν τα ονόματα Κ. Κ. και Γ. Ν. αντιστοιχούν στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή στον ενάγοντα και ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να κινεί τον επίδικο .../ΑΑΜΧ νουμερικό λογαριασμό και απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των τριών πρώτων, σχετικών, λόγων της από 14-12-2007 έφεσης, να εξαφανισθεί. Ακόμη, η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την κύρια βάση της αδικοπραξίας που στηρίζεται στα περιστατικά της απάτης, δεχόμενη ότι αυτά αφορούν το μέλλον. Τούτο δε, διότι στην αστική απάτη του άρθρου 147 ΑΚ, σε αντίθεση με την ποινική απάτη του άρθρου 386 ΑΚ, τα απατηλά περιστατικά μπορεί να αναφέρονται και στο μέλλον. Έτσι κατά ουσιαστική παραδοχή του, σχετικού, τέταρτου λόγου της ίδιας έφεσης, πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανισθεί και ως προς τη διάταξη της αυτή. Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η από 28-7-2003 αγωγή που είναι νόμιμη (άρθρα 914, 932, 147, 297, 298, ΑΚ 375, ΠΚ. 70 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της κατά τα εκτεθέντα. Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγων, εκτός από τη ζημία των 200.054 ευρώ, υπέστη και ηθική βλάβη. Για την αποκατάστασή της εύλογη χρηματική ικανοποίηση, μετά από στάθμιση των κατά τον νόμο (άρθρο 932 ΑΚ) στοιχείων και ιδιαίτερα των συνθηκών της αδικοπραξίας, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, του ύψους της ζημίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, είναι το ποσό των 10.000 ευρώ. Το επιπλέον αιτούμενο ποσό κρίνεται αβάσιμο, ως υπερβολικό. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 28-7-2003 αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 200.054 + 10.000 - 210.054 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (Ολ.ΑΠ 13/1994 ΝοΒ 44, 33) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, σημειουμένου ότι η μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δεν συνεπάγεται και παραίτηση από το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα της τοκοδοσίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω, πλέον των όσων έγιναν δεκτά με την από 14.12.2007 έφεση (του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατά της 2015/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου) και τα ακόλουθα (ως προς τη δεύτερη έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος που είχε απορρίψει την αναγνωριστική αγωγή του κυριότητας νομής και κατοχής 500 μετοχών αλλοδαπής εταιρείας, που αγοράσθηκαν στα πλαίσια διαχειρίσεως και πάλι κεφαλαίων του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα, ως εντολοδόχο), πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος Ι. Κ., πριν παραπείσει τον ενάγοντα Κ. Κ. για δήθεν επενδύσεις σε ακίνητα στον Πόρο είχε υποδείξει σε αυτόν την αγορά ενός συγκεκριμένου αγροτεμαχίου, έκτασης 16.010 τ.μ., με 100 περίπου ελαιόδεντρα, που βρίσκεται στη θέση "Κόκλα" της νήσου Καλαυρίας, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πόρου Τροιζηνίας. Για το σκοπό αυτό ο ενάγων αγόρασε, στις 2-5-1989, μια off shore Λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία "ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION". Η αγορά έγινε από το δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου "CONSTANT AND CONSTANT" αντί του ποσού των 1.850 δολλαρίων Η.Π.Α. Την εταιρεία αγόρασε ο Κ. Τ. (μη διάδικος), ο οποίος πληροφόρησε το αλλοδαπό δικηγορικό γραφείο ότι στην αγορά προέβη για λογαριασμό του ενάγοντος και όχι για δικό του λογαριασμό και ζήτησε όλη η αλληλογραφία που αφορά την εταιρεία να αποστέλλεται στον εναγόμενο, στην Αθήνα, ο οποίος είχε διορισθεί πληρεξούσιος και αντίκλητος της εταιρείας (βλ. την Νο 69799/2-6-1994 επιστολή του παραπάνω δικηγορικού γραφείου, σε επίσημη μετάφραση). Το αρχικό Διοικητικό Συμβούλιο της επίδικης εταιρείας απετέλεσαν ο Έ. Σ., φίλος του ενάγοντος και ο προσθέτως παρεμβαίνων, ως Πρόεδρος και πληρεξούσιος αυτής καθώς και δύο αλλοδαποί δικηγόροι. Εκδόθηκαν, με εντολή του πιο πάνω Προέδρου του Δ.Σ., στις 9-5-1989, τρεις (3) τίτλοι μετοχών, με τους αριθμούς 000001, 000002 και 000003, που ενσωμάτωναν 166, 166 και 168 μετοχές ανώνυμες, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 500 μετοχές, που εξαντλούσαν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Στη συνέχεια ο ενάγων απέστειλε στον εντολοδόχο Δικηγόρο του Ε. Μ., 40.000 δολλάρια Η.Π.Α. στις 30-5-1989 και 20.000 δολλάρια Η.Π.Α. στις 11-5-1989. Με τα χρήματα αυτά η προαναφερόμενη εταιρεία του ενάγοντος αγόρασε το πιο πάνω αγροτεμάχιο, με το με αριθμό .../10-6-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινής Κυπριωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 9.500.000 δραχμών, το οποίο υπολειπόταν του πραγματικού τιμήματος των 27.000.000 δραχμών, με εκτιμηθείσα αξία ακινήτου από τον Έφορο, στο ποσό, των 37.300.000 δραχμών. Λίγες ημέρες μετά την αγορά του, ο Έ. Σ., κατ' εντολήν του ενάγοντος, ήλθε στην Αθήνα και παρέδωσε στον εναγόμενο ολόκληρο το φάκελο της εταιρείας, με το σύνολο των μετοχών της και 22 ανυπόγραφους και ασυμπλήρωτους τίτλους μετοχών, για φύλαξη και διαχείριση αυτής από τον εναγόμενο. Η δε εταιρεία, στις 17-11-1989, διόρισε τον ενάγοντα ως νόμιμο και μόνο πληρεξούσιό της. Στις 1-2-1994 η εταιρεία αυτή καταργήθηκε, λόγω μη καταβολής των ετήσιων τελών το 1992. Να σημειωθεί, ότι τα εν λόγω τέλη, μέχρι του ως άνω χρόνου, 1992 τα κατέβαλε ο ενάγων, στον οποίο ανήκε η ως άνω εταιρεία. Το έτος 1994 ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την απουσία του ενάγοντα στο εξωτερικό, που ήταν φυγόποινος, εκδήλωσε την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του συνόλου των μετοχών της Λιβεριανής εταιρείας, που ανήκαν στον ενάγοντα. Ειδικότερα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι ήταν κύριος αρχικά 168 μετοχών, στη συνέχεια αγόρασε από τον ... τις δικές του 166 μετοχές και στις 9-4-1992 από τον ενάγοντα τις άλλες 166 μετοχές. Στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της επίδικης εταιρείας, στις 28-6-1989, ο Έ. Σ. εμφανίζεται κύριος 166 μετοχών και ο εναγόμενος κύριος 334 μετοχών, ομολογεί όμως, στις προτάσεις του, ότι του ανήκαν μόνο οι 168 μετοχές, ενώ οι υπόλοιπες 166 ανήκαν στον ενάγοντα. Ο παρεμβαίνων Έ. Σ., όμως, που εξετάστηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος πρωτόδικα, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κύριος των μετοχών, το δε παραπάνω πρακτικό της γενικής συνέλευσης υπέγραψε ύστερα από υπόδειξη του εναγομένου και ένεκα της εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε ο ενάγων στον εναγόμενο, λόγος για τον οποίο είχε δώσει εντολή στον μάρτυρα να υπογράφει όσα έγγραφα του προσκόμιζε ο εναγόμενος. Ο τελευταίος, στις 21-7-1994, προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκαζε την από 21-4-1994 αίτηση του για ανάκληση απόφασης για εγγραφή προσημείωσης στο επίμαχο αγροτεμάχιο της εταιρείας, στον Πόρο, τους με αριθμούς 000004, 000005 και 000006 τίτλους μετοχών, 334 συνολικά μετοχών της παραπάνω εταιρείας. Η αίτησή του έγινε τότε δεκτή, η δε προσημείωση αφορούσε εξασφάλιση φερόμενου δανείου της επίδικης Λιβεριανής εταιρείας, από την εταιρεία "Γιουνικρεντιτ", μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών. Οι τίτλοι αυτοί προέρχονταν από τα λευκά φύλλα τίτλων, που είχε στην κατοχή του, όπως προαναφέρθηκε και ήσαν πλαστοί ως προς τις υπογραφές του Προέδρου της εταιρείας ... και των αλλοδαπών διευθυντών της ... και ..., όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του ..., και την από 28-7-1997 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ..., που διατάχθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας με την με αριθμό 276/1997 διάταξη της Ανακρίτριας του 27ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών. Εξάλλου, ο τεχνικός σύμβουλος που ο ίδιος ο εναγόμενος διόρισε, ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ..., στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, δηλαδή της μη γνησιότητας των επίμαχων υπογραφών, θεωρεί, όμως, ως πιθανή την πλαστογράφησή τους από τον ενάγοντα. Όπως βεβαιώνει ο Έ. Σ., που ενεργούσε κατ' εντολή του ενάγοντος, τους πιο πάνω τίτλους μετοχών είχε παραδώσει, μαζί με όλο το φάκελο της εταιρείας, εντελώς λευκούς στον εναγόμενο. Να σημειωθεί, ότι ο τελευταίος, στις έγγραφες προτάσεις του, της παρούσας δίκης, ομολογεί ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα λοιπά στοιχεία των με αριθμούς 000004, 000005 και 000006 τίτλων μετοχών ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι όταν τους παρέλαβε έφεραν τις υπογραφές του ..., Προέδρου και των δύο αλλοδαπών διευθυντών της εταιρείας τις οποίες θεώρησε ως γνήσιες. Ο ισχυρισμός του δε αυτός έρχεται σε αντίθεση με το γραφολογικό πόρισμα του πραγματογνώμονα, αλλά και του τεχνικού του συμβούλου, που αποφαίνονται ότι οι παραπάνω υπογραφές είναι πλαστές, τούτο διότι, αποδείχθηκε ότι αυτός τις είχε παραλάβει λευκές. Άλλωστε, τα πρωτότυπα των τίτλων αυτών, ουδέποτε παρέδωσε στον πραγματογνώμονα για εξέταση, ούτε τα προσκόμισε σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε κάποιο ποσό για την αγορά μετοχών, που αντιπροσώπευαν την αξία του αγροτεμαχίου. Ο δε ισχυρισμός του ότι στις 9-4-1992 αγόρασε από τον ενάγοντα 166 μετοχές αντί τιμήματος 15.000.000 δραχμών, εκ των οποίων τα 11.000.000 δραχμές κατέβαλε δι' αναδοχής χρέους του ενάγοντα προς τον Β. ..., κρίνεται αβάσιμος. Μεταξύ του εναγομένου και του Β. ... καταρτίστηκε μεν το από 9-4-1992 συμφωνητικό αναδοχής χρέους, όμως, από κανένα στοιχείο αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι ο ενάγων εξόφλησε τέτοιο χρέος με συμφωνία και παράδοση των μετοχών του στον ^εναγόμενο. Για την παράνομη ιδιοποίηση των μετοχών του ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο με την προαναφερόμενη από 17-5-94 εξώδικη δήλωση του. Κατόπιν δε εγκλήσεώς του ο εναγόμενος καταδικάστηκε για υπεξαίρεση 334 μετοχών, με την με αριθμό 2619/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, σε βάρος του, για την πλαστογραφία των τίτλων των μετοχών, λόγω παραγραφής. Με την με αριθμό 2014/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, όμως, ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της υπεξαίρεσης, σε δεύτερο βαθμό, ένεκα ελάχιστων αμφιβολιών του Δικαστηρίου. Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι κύριος, νομέας και νόμιμος κάτοχος των επιδίκων μετοχών, τις οποίες φύλασσε και διαχειριζόταν με σχέση εμπιστοσύνης, ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ..., ήδη παρεμβαίνοντος, εξάγεται απόδειξη, για δική του κυριότητα των μετοχών, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Ο εν λόγω μάρτυρας από ίδια αντίληψη κατέθεσε, πειστικά, ότι η επίμαχη Λιβεριανή εταιρεία αγοράστηκε με χρήματα και για λογαριασμό του ενάγοντος, στις 2-5-1989, ότι ο ένας αρχικά τίτλος μετοχής διασπάστηκε σε τρεις (3) τίτλους, στις 9-5-1989, από τον ίδιο, προκειμένου ο ενάγων να μπορεί να εκποιεί τμήματα του ακινήτου που θα αγόραζε η εταιρεία, ότι χρήματα για την αγορά του αγροτεμαχίου της εταιρείας κατέβαλε ο ενάγων, χωρίς να γνωρίζει, για τέτοια καταβολή από τον εναγόμενο και ότι παρέδωσε, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, το φάκελο της εταιρείας, με τους τρεις τίτλους μετοχών και 22 λευκούς τίτλους, στον εναγόμενο, ως εκπρόσωπο του ενάγοντος, χωρίς να συνδέει αυτόν (εναγόμενο) κάποιος νομικός δεσμός με τις μετοχές. Η κατάθεση του δεν αναιρείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από αυτήν του μάρτυρα του εναγομένου, ..., διότι αυτός, όταν αγοράστηκε η εταιρεία και στη συνέχεια, το αγροτεμάχιο από αυτήν, δεν γνώριζε ούτε τον ενάγοντα, ούτε τον ... και συνεπώς, δεν είχε άμεση γνώση των τότε συμφωνιών μεταξύ αυτών και μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου. Τα όσα δε καταθέτει, σχετικά με την επικαλούμενη κτήση των μετοχών από τον εναγόμενο και την οικονομική συμμετοχή τούτου στην αγορά της εταιρείας και του ακινήτου της, αντλεί σε, αορίστως αναφερόμενες, τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων, από το έτος 1992 και μετέπειτα. Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι στη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας στις 28-6-1989, εμφανίζονται ως μέτοχοι και διευθυντές αυτής ο Έ. Σ., με 166 μετοχές και ο εναγόμενος με 334 μετοχές, στην οποία αποφασίστηκε ότι για την πώληση του ακινήτου της απαιτείται πλειοψηφία των 2/3 των μετοχών, αποδεικνύει αναμφίβολα, από μόνο του, μετοχική σχέση του εναγομένου. Όπως προαναφέρθηκε, ο Έ. Σ. κατέθεσε ότι υπέγραψε το πρακτικό αυτό της γενικής συνέλευσης, διότι του το προσεκόμισε ο εναγόμενος, επικαλούμενος ότι είχε δώσει, προς τούτο, σχετική εντολή ο ενάγων, ο οποίος λόγω της αδελφικής εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε προς τον εναγόμενο, είχε προκαταβολικά πει στον μάρτυρα, Πρόεδρο της Εταιρείας, να υπογράψει όποιο έγγραφο του προσκόμιζε ο εναγόμενος. Ο Έ. Σ., όμως, δεν έχει, προφανώς, συμφέρον να αρνείται την μετοχική του ιδιότητα, αν αυτή ήταν υπαρκτή, καθόσον αντιπροσώπευε το 1/3 της αξίας του ακινήτου της εταιρείας. Ακόμη, ο εναγόμενος δεν εξηγεί πειστικά, γιατί εμφανίστηκε, στη γενική αυτή συνέλευση, ως κύριος 334 μετοχών, ενώ, όπως ομολογεί στις προτάσεις του, κύριος των 166 μετοχών ήταν τότε ο ενάγων. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν, από το χρόνο αγοράς της εταιρείας, κύριος 168 μετοχών, όπως επικαλείται, ούτε ότι ο Έ. Σ. ήταν ποτέ κύριος 166 μετοχών τις οποίες να επώλησε στον εναγόμενο, ούτε ότι αγόρασε 166 μετοχές από τον ενάγοντα, στις 9-4-1992, εξοφλώντας αυτές με αναδοχή χρέους του ενάγοντα προς τον Β. ..., ποσού 11.000.000 δραχμών, καθώς και ότι αγόρασε 84 μετοχές από τον ενάγοντα, ο οποίος προηγουμένως τις είχε αγοράσει, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, από τον ... και αφού βεβαιώθηκε ότι οι με αριθμούς 000005 και 000006 τίτλοι μετοχών, των 82 και 84 μετοχών αντίστοιχα, που κατείχε ο εναγόμενος, ήσαν πλαστοί, όπως και ο με αριθμό 000004 τίτλος, το Δικαστήριο τούτο πείθεται ότι δεν συνδέει τον εναγόμενο νομικός δεσμός με τις επίδικες μετοχές, αλλά ότι κύριος, νομέας και νόμιμος κάτοχος αυτών είναι ο ενάγων. Οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο καταβολές, συνολικού ύψους 7.500.000 δραχμών περίπου, στις οποίες βασίζει, μεταξύ άλλων, την αγορά του 1/3 των μετοχών δια της συμμετοχής στο τίμημα αγοράς του ακινήτου της εταιρείας, εκτός του ότι δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό τίμημα αγοράς του, δεν βεβαιώνεται ότι έγιναν με αιτία απόκτησης μετοχών. Οι δε 1876/94 και 1874/94 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων υπέρ του, δεν αποτελούν δεδικασμένο στην παρούσα δίκη. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη, από 29.9.2005 αγωγή, έπρεπε να γίνει δεκτή, ως ουσία βάσιμη. Κατά συνέπεια, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα και απέρριψε αυτήν κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών λόγων της από 17-4-2008 έφεσης, να εξαφανισθεί, δεκτής καθισταμένης έτσι και της πρόσθετης παρέμβασης, υπέρ του εκκαλούντος. Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και αφού ερευνηθεί η αγωγή, που είναι νόμιμη, (άρθρα 1094, 111 ΑΚ, 216, 375 ΠΚ και 70 ΚΠολΔ), να γίνει αυτή δεκτή και στην ουσία της και να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος, νομέας και κάτοχος των ως άνω μετοχών". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτές τις ένδικες αγωγές αποζημίωσης από αδικοπραξία και αναγνωρίσεως της κυριότητας κινητών πραγμάτων (ανωνύμων μετοχών), αναγνωρίζοντας αφενός μεν την υποχρέωση του αναιρεσείοντος-εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ως αποζημίωση από αδικοπραξία (απάτη στα πλαίσια καταρτίσεως συμβάσεως χρηματιστηριακής επενδύσεως κεφαλαίων του αναιρεσείοντος), όπως και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, το ποσό των 210.054 (200.540+10.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, αφετέρου δε αναγνωρίζοντας τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα ως αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο του συνόλου των (500) μετοχών της off shore Λιβεριανής εταιρείας με την επωνυμία ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION, που είχαν αγορασθεί με κεφάλαια του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, και κατ' εντολήν του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού του πορίσματος, εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 147, 149 εδ. β', 914, 932, 297, 299, 346 του ΑΚ και 713-719, 211, 914 και 297 εδ. β' του ΑΚ αντιστοίχως, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς, και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: Α) Ως προς την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία (απάτη): 1) Ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως δικηγόρου και ιδίως την εμπιστοσύνη, λόγω παλαιάς φιλίας του με τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος ως φυγόποινος διέμενε στην αλλοδαπή και επιθυμούσε να επενδύσει τα κεφάλαιά του, κατά το έτος 1989 παρέστησε προς αυτόν δολίως, με σκοπό να προσπορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι είχε δυνατότητα επικερδούς επένδυσης αυτών των κεφαλαίων σε αγορά οικοπέδων στην ημεδαπή (στον Πόρο) και τον παρέπεισε προηγουμένως να καταθέσει το ισάξιο 200.054 ευρώ σε ξένα νομίσματα, όχι στο όνομα ενός από τους δυο, αλλά σε μη ονομαστικό (νουμερικό) λογαριασμό με τα στοιχεία .../ΑΑΜΧ στην Τράπεζα GRINDLAYS BANK της Γενεύης της Ελβετίας, όπου ο αναιρεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης (μολονότι διατηρούσε στην ίδια τράπεζα τον υπ' αρ. ... λογαριασμό) και αποκλειστικός δικαιούχος του ήταν ο αναιρεσείων, ενώ επί πλέον χορήγησε ο αναιρεσίβλητος εντολή στην τράπεζα αυτή να μεταφέρει ο αναιρεσείων για λογαριασμό εκείνου τις εντολές επένδυσης κεφαλαίων του στις χρηματαγορές. 2) Ότι κατά το έτος 1991 ο αναιρεσείων, με τη δικαιολογία ότι το επενδυόμενο ποσό ήταν μικρότερο του προβλεπόμενου από τον κανονισμό της θεματοφύλακα τράπεζας ποσού των 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ, μετέφερε το κεφάλαιο σε τηρούμενο από τον ίδιο λογαριασμό χρηματιστηριακής εταιρείας μιας τράπεζας της Αγγλίας, με τη συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου και 3) Ότι ο αναιρεσείων δεν διαβίβασε καμία εντολή χρηματιστηριακής επένδυσης του εμπιστευμένου σ' αυτόν κεφαλαίου του αναιρεσιβλήτου μέχρι το έτος 1994, παρά τη σχετική διαμαρτυρία του τελευταίου και εκδήλωσε με τρόπο αναμφίβολο τη βούληση παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού αυτού ποσού (200.054 ευρώ), με συνέπεια να γεννάται υποχρέωσή του ισόποσης αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του με το ποσό των 10.000 ευρώ. Β) Ως προς την αγωγή αναγνωρίσεως της κυριότητας νομής και κατοχής επί των 500 μετοχών αλλοδαπής εταιρείας: 1) Ότι της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου προηγήθηκε η στη βάση των ιδίων υποσχέσεων του αναιρεσείοντος (για δυνατότητά του επιτυχούς μεσολαβήσεως για επένδυση κεφαλαίων του αναιρεσιβλήτου σε ακίνητα στον Πόρο) υπόσχεση αγοράς αγροτεμαχίου 16.010 τ.μ. στη θέση Κόκλα της νήσου Καλαβρίας της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πόρου Τροιζηνίας. 2) Ότι για το σκοπό αυτό, κατά τις 2.5.1989, ο αναιρεσίβλητος, αντιπροσωπευόμενος από τον μη διάδικο Κ. Τ., αγόρασε την off shore Λιβεριανή εταιρεία, "ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION" δια μέσου του δικηγορικού γραφείου στο Λονδίνο, "CONSTANT AND CONSTANT" έναντι 1.850 δολλαρίων ΗΠΑ, με τον όρο η σχετική αλληλογραφία να αποστέλλεται στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε διορισθεί πληρεξούσιος και αντίκλητος της εταιρείας, ενώ πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ορίσθηκε ο Ε. Σ., ο οποίος μερίμνησε για την έκδοση 3 τίτλων που ενσωμάτωναν τις 500 συνολικά (166+166+168) μετοχές της εταιρείας. 3) Ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε, δια μέσου του δικηγόρου του για την αγορά του ως άνω ακινήτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../10-6-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινή Κυπριωτάκη, το συμφωνημένο τίμημα των 60.000 δολλαρίων ΗΠΑ. 4) Ότι ο ως άνω πρόεδρος του Δ.Σ. της αγοράστριας του ακινήτου Λιβεριανής εταιρείας, κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου, παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ολόκληρο το φάκελο της εταιρείας με το σύνολο των μετοχών της και νόμιμος και μοναδικός πληρεξούσιός της, ορίσθηκε ο αναιρεσείων. 5) Ότι κατά την 1.2.1994 η εταιρεία καταργήθηκε λόγω μη καταβολής των ετήσιων τελών του έτους 1992, τα οποία μέχρι τότε κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος και ακολούθως ο αναιρεσείων εκδήλωσε βούληση παράνομης ιδιοποίησης του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, που ανήκαν στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, υπέχοντας έτσι υποχρέωση αποδόσεώς τους στο δικαιούχο αναιρεσίβλητο. Επομένως οι αντίθετοι τέταρτος, έβδομος, ένατος, δωδέκατος και δέκατος-έβδομος από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ. και έκτος, όγδοος, ενδέκατος, δέκατος-πέμπτος και δέκατος-ένατος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. από το κύριο δικόγραφο, όπως και πρώτος, τρίτος από το από 6-11-2011 πρόσθετο δικόγραφο, δεύτερος και τρίτος κατά το οικείο μέρος του από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δραστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1987). Τούτο δε ισχύει και ως προς την ένσταση της παραγραφής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων ηττάται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνον με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις. Με τον δέκατο έκτο από το κύριο δικόγραφο και πρώτο από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο εκ των άρθρων 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ δεν απέρριψε τις από αδικοπραξία δυο αγωγές του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, ενόψει του ότι από τον επικαλούμενο χρόνο γενέσεως (και γνώσης από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα) των αγωγικών αξιώσεων (έτη 1993 και 1995) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ και ότι η εν λόγω διάταξη αφορά τη δημόσια τάξη και ήταν αυτεπαγγέλτως εφαρμοστέα από το Εφετείο, μολονότι δεν προτάθηκε σχετικός ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον ο περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα και δεν αφορούσε τη δημόσια τάξη, δηλαδή δεν απέβλεπε στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφου, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα (Α.Π. 562/1985, 763/1985),εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου τους. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ. Δικ. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (ΟλΑ.Π. 1/1999), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναίρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό ως προς τα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους υπό στοιχ.2.2 από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 12, 13 και 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί με το αποδεικτικό του πόρισμα ότι: "Στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της επίδικης εταιρίας, στις 28-06-1989 ο Έ. Σ. εμφανίζεται κύριος 166 μετοχών και ο εναγόμενος κύριος 334 μετοχών, ομολογεί όμως στις προτάσεις του ότι του ανήκαν μόνον 168 μετοχές, ενώ οι υπόλοιπες 166 ανήκαν στον ενάγοντα. Ο παρεμβαίνων Έ. Σ. όμως που εξετάσθηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος πρωτόδικα, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κύριος των μετοχών, το δε παραπάνω πρακτικό της γενικής συνέλευσης υπέγραψε ύστερα από υπόδειξη του εναγομένου και ένεκα της εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε ο ενάγων στον εναγόμενο, λόγος για τον οποίο είχε δώσει εντολή στον μάρτυρα να υπογράψει όσα έγγραφα του προσκόμιζε ο εναγόμενος", αφενός μεν μη νομίμως παραβίασε τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου και εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης αφετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ο Ε. Σ. ήταν μέτοχος με 166 μετοχές. Με το περιεχόμενο αυτό όμως ο μεν εκ του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζεται πώς συντελέσθηκε η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και ποίοι δικονομικοί κανόνες δικαίου παραβιάσθηκαν, οι δε δύο λοιποί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Διότι υπό τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά το Εφετείο, προσέδωσε στις δηλώσεις των εκδοτών του εγγράφου, με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα (δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος-εναγομένου, μαρτυρική κατάθεση του παρεμβαίνοντος κλπ) την αληθινή τους έννοια, ενώ περαιτέρω δεν προσέδωσε στο εν λόγω ιδιωτικό έγγραφο, με εσφαλμένη ανάγνωσή του, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2011 αίτηση του Ι. Κ. με τους από 3-6-2011 και 6-11-2011 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1668/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει, για καθένα από αυτούς, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαίωμα αποζημίωσης επί απάτης κατά τα άρθρα 147-149 του ΑΚ: δεν ενδιαφέρει αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν ή και το μέλλον, ούτε αν η συνεπεία της απάτης πλάνη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, και να συνδέεται με αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, που αποτελεί πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος, κρίση που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. Ανάληψη διαχείρισης από εντολοδόχο τραπεζικού λογαριασμού του εντολέα και αξιοποίησης άλλων περιουσιακών στοιχείων (μετοχών του). Παράνομη ιδιοποίηση όλων αυτών από τον εντολοδόχο. Επαρκής αιτιολογία της απόφασης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 949/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 107/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 47/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 στοιχ. α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, την 3/2.12.2011 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., για αναίρεση του 107/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 462 του ΚΠΔ ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι: α) η έφεση και β) η αίτηση για αναίρεση, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 463 του ιδίου Κώδικα ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Μετά δε την κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠΔ με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, που ισχύει, κατά το άρθρο 38 αυτού, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.12.2010, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., πλήττεται το 107/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η 3/2010 έφεση αυτού κατά του 85/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, δυνάμει του οποίου έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή, παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης κατοχής πυρομαχικών, παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας, εξυβρίσεως κατά συρροή και απειλής κατ' εξακολούθηση. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε στις 15.11.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ.1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η 3/2.12.2011 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., για αναίρεση του 107/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 15 Φεβρουαρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 34 περ.γ' του Ν. 3904 (ΦΕΚ Α' 218/23.12.2010, ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου" η ισχύς του οποίου κατ' άρθρο 38 αυτό "αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" στις "23 Δεκεμβρίου 2010" καταργείται, εκτός άλλων και ... "το άρθρο 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", το οποίο είχε τίτλο "Αίτηση αναίρεσης - πότε επιτρέπεται στους διαδίκους" και περιεχόμενο: "§1. ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. §2. Αν το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ.1. "Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από τις 23.12.2010, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην §1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων. Ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου, δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν. 1705/87), ούτε στο άρθρο 14§5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν.2 462/97), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή (ΑΠ 1694/10). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476§1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 462 περ.β' του αυτού Κώδικα, είναι και η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς ή τηλεφωνικώς) στην αναφερόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελλο της δικογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., προσβάλλεται το 107/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η 3/2010 έφεση αυτού κατά του 85/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, δυνάμει του οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή, παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης κατοχής πυρομαχικών, παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας, εξυβρίσεως κατά συρροή και απειλής κατ' εξακολούθηση. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε στις 15.11.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ.1 και 513 παρ.1α του ΚΠΔ) δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος παριστάμενος στην παρούσα συζήτηση δια του συνηγόρου του έλαβε γνώση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό 3 από 2.12.2011 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου, Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του 107/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από την έναρξη ισχύος του Ν. 3904/10, στις 23-12-2010, που καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο επέτρεπε στον κατηγορούμενο την άσκηση αναίρεσης κατά βουλευμάτων, όταν τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα και μαζί με αυτό (το έγκλημα) για τα συρρέοντα ή συναφή εγκλήματα, δεν επιτρέπεται πλέον στον κατηγορούμενο η άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην παρ. 1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων. Αναίρεση που ασκήθηκε κατά των βουλευμάτων αυτών, μετά τις 23-12-2010, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 948/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγκο, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή. (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2527/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 17/24.1.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο) την υπ' αριθ. 40/2011 εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης του Κ. Γ. Π., κρατουμένου Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού κατά της υπ' αριθ. 2527/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας και εκθέτω τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Αθήνας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο εγκληματικής οργάνωσης, ληστειών κατ' εξακολούθηση, παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση, οπλοχρησίας κατ' εξακολούθηση, παράνομης οπλοκατοχής και παράνομης προμήθειας και κατοχής προς ιδία χρήση ναρκωτικής ουσίας και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης 23 ετών και 1 μηνός και συνολική χρηματική ποινή 1.500 €. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του αυτή ζητά την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης για τους λόγους που επικαλείται στην αίτησή του (βλ. αυτή). Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης (άρθρο 473.2, 474.2, 476.1, 509.1 και 510 ΚΠΔ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 513 ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476.1 ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2.18 Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση, ο αναιρεσείων επικαλείται, ως αναιρετικούς λόγους, καθ' υπόθεση, απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα τα εξής: "Δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, επίσημα έγγραφα που αποδεικνύουν την τοξικομανία μου και δεν εξετιμήθησαν σωστά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία θα μπορούσε να μου επιβληθεί μικρότερη ποινή από την ποινή που τελικά μου επεβλήθη", χωρίς να προσδιορίζει την ταυτότητα των εγγράφων, καθώς και τα γεγονότα που επικαλείται και τα οποία θα οδηγούσαν στην επιβολή μικρότερης ποινής, θα πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν και τα άρθρα 476.1, 513 και 583.1 ΚΠΔ: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα (άρθρα 583.1 ΚΠΔ, 3.3 Ν. 663/1977 και 123827/23.12.2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 40/2011 αίτηση αναίρεσης του Κ. Γ. Π., κρατουμένου Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού κατά της υπ'αριθ. 2527/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, 2) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και 3) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24.1.2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πριν αρχίσει η παρούσα (16.5.2008) συζήτηση, εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος, Στέλλα Τσολακίδου, και ζήτησε αναβολή της συζητήσεως της υπόθεσης, για το λόγο ότι η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Μαριάννα Παπαδάκη, δικάζει σήμερα στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και δεν μπορεί να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Όπως όμως προκύπτει από τις αποφάσεις 277/2012 και 563/2012 του Δικαστηρίου αυτού, που υπάρχουν στη δικογραφία, η υπόθεση αυτή με αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε κάθε φορά από άγγελό του στο Δικαστήριο αυτό, έχει αναβληθεί για τις ρητές δικασίμους της 21 Μαρτίου και τη σημερινή, δηλαδή. άλλες δύο (2) φορές και, κατά συνέπεια, κατά την ΚΠΔ 515§1, δεν μπορεί να αναβληθεί για άλλη μία (1) φορά. Επομένως, το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ 2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με την απόφαση, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκησή της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 3 Οκτωβρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 2527/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι τριών (23) ετών και ενός (1) μηνός και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για ληστεία από κοινού κατά συρροή, εγκληματική οργάνωση, παράνομη οπλοφορία, παράνομη οπλοχρησία, παράνομη οπλοκατοχή και προμήθεια και κατοχή μικρής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών προς ιδίαν χρήση. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον της Διευθύντριας του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου αυτός κρατείτο και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 40/3.10.2011 έκθεση. Σε αυτή διαλαμβάνονται, ως λόγος αναιρέσεως, κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά λέξη τα ακόλουθα: "Δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο επίσημα έγγραφα που αποδεικνύουν την τοξικομανία μου και δεν εξετιμήθησαν σωστά τα γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία θα μπορούσε να μου επιβληθεί πολύ μικρότερη ποινή από την ποινή που τελικά μου επεβλήθη". Με αυτά, προσπαθεί να θεμελιώσει ως λόγο της προσβαλλόμενης αποφάσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της. Έτσι όμως, διατυπούμενος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσεις τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2011 αίτηση του Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 2527/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτημα για τρίτη αναβολή. Το δικόγραφο δεν περιέχει ούτε ένα λόγο αναιρέσεως, σαφή και ορισμένο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 947/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ TMHMA - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγκο, σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Π. Τ. του Ν., κάτοικο ... και εγκαλούμενους τους 1. Α. Ζ. και 2. Σ. Γ..
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 1809/13.2.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη, με αριθμό 87/29.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, με την συνημμένη δικογραφία, την υπ' αριθ. 1809/ 13.2.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε 1 του Κ.Π.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ 894).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 29.3.2010 μηνυτήρια αναφορά του Π. Τ., κατοίκου ..., ο εν λόγω κατεμήνυσε τους Α. Ζ. Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και Σ. Γ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής για παράβαση καθήκοντος, συνισταμένη στο ότι, ενώ ο προαναφερόμενος Π. Τ. είχε υποβάλει την από 12.1.2009 μηνυτήρια αναφορά κατά της Προέδρου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς για το ότι δεν τήρησε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διαδικασία στο ακροατήριο, όπου ο εν λόγω ήταν κατηγορούμενος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, ο μεν δεύτερος εγκαλούμενος Σ. Γ., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκιδικής απέρριψε την πιο πάνω έγκλησή του, ως νόμω αβάσιμη, με την υπ' αριθ. 96/10.10.2009, ο δε πρώτος Α. Ζ., Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε την υπ' αριθ. 38/30.12.2009 προσφυγή του εγκαλούντα κατά της αμέσως προηγούμενης απορριπτικής διάταξης του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής. Στην συνέχεια και μετά από την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 1/2012 διάταξη απέρριψε την από 29.3.2010 μηνυτήρια αναφορά του προαναφερόμενου Π. Τ. κατά των Α. Ζ. Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και Σ. Γ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης ο προαναφερόμενος άσκησε την υπ' αριθ. 10/2012 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, η κρίση επί της οποίας ήδη εκκρεμεί. Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθ. 1809/13.2.2012 έγγραφο προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί από το Δικαστήριο Σας κανονισμό αρμοδιότητας, δεδομένου ότι στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης υπηρετεί ο ένας από τους εγκαλουμένους και συγκεκριμένα ο Αντεισαγγελέας Εφετών Α. Ζ., προκειμένου να αποφασίσετε την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Συντρέχει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 132, 135 και 136 περίπτωση ε 1 Κ.Π.Δ, για τον τελευταίο πιο πάνω εισαγγελικό λειτουργό Α. Ζ. και λόγω συναφείας και για τον έτερο Σ. Γ. για να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να αποφανθούν σχετικά με την υπ' αριθ. 10/2012 προσφυγή του Π. Τ. κατά της υπ' αριθ. 1/2012 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να ορισθούν κατά παραπομπή οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. 10/2012 προσφυγής του Π. Τ., κατοίκου ... κατά της υπ' αριθ. 1/2012 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Αθήνα 20.3.2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125, για την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επ. αρ. 137§1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των Πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Π. Τ., κάτοικος ..., με την από 29.3.2010 μηνυτήρια αναφορά του κατεμήνυσε τους Α. Ζ. Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και Σ. Γ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής για παράβαση καθήκοντος, συνισταμένη στο ότι, ενώ ο προαναφερόμενος Π. Τ. είχε υποβάλει την από 12.1.2009 μηνυτήρια αναφορά κατά της Προέδρου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς για το ότι δεν τήρησε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διαδικασία στο ακροατήριο, όπου ο εν λόγω ήταν κατηγορούμενος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, ο μεν δεύτερος εγκαλούμενος Σ. Γ., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκιδικής απέρριψε την πιο πάνω έγκλησή του, ως νόμω αβάσιμη, με την υπ' αριθ. 96/10.10.2009 διάταξη, ο δε πρώτος Α. Ζ., Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, απέρριψε την υπ' αριθ. 38/30.12.2009 προσφυγή του εγκαλούντα κατά της αμέσως προηγούμενης απορριπτικής διάταξης του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής.
Κατόπιν αυτών, αφού διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την 1/2012 διάταξη απέρριψε την από 29.3.2010 μηνυτήρια αναφορά του Π. Τ. κατά των: α) Α. Ζ. και β) Σ. Γ.. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης ο Π. Τ. άσκησε τη 10/2012 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία εισέτι εκκρεμεί. Στη συνέχεια, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, με το 1809/13.2.2012 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπέβαλε την ποινική δικογραφία, προκειμένου, κατά τα άρθρα 136 περ. ε και 137 παρ.1 εδ. γ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να ορισθούν οι κατά παραπομπή αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές, οι οποίες θα αποφανθούν επί της πιο πάνω προσφυγής του Π. Τ., η οποία στρέφεται κατά της με αριθμό 1/2012 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι ο εκ των εγκαλουμένων, Α. Ζ., είναι Αντεισαγγελέας Εφετών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης.
Κατά συνέπεια, συντρέχει περίπτωση να οριστεί η αρμοδιότητα κατά παραπομπή κατά τα άρθρα 132, 135 και 136 περ.1ε'ΚΠΔ, για τον παραπάνω εισαγγελικό λειτουργό, Α. Ζ. και, λόγω συναφείας για το δεύτερο, Σ. Γ. και να οριστούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Κοζάνης και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για να αποφανθούν σχετικά με τη 10/2012 προσφυγή του Π. Τ., κατά της 1/2012 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καθορίζει κατά παραπομπή τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Κοζάνης και του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. 10/2012 προσφυγής του Π. Τ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1/2012 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Εφετών (προκειμένου να καθοριστεί από το Δικαστήριο αυτό η αρμοδιότητα των δικαστικών και Εισαγγελικών αρχών), η ποινική δικογραφία που αφορά εισαγγελικό λειτουργό, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσ/νίκης. Παραπέμπει στις αρχές (εισαγγελικές και δικαστικές) του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 946/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου , Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Μ. Τ. του Τ. κατοίκου ... . Με εγκαλουμένη την Ε. Σ. .
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 152911/25.1.2012 που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/2012 .
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 88/29.3.2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες την από 25-1-2012 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, μετά της από 25-6-2010 μηνύσεως της Μ. Τ., κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Ε. Σ., για τον Κανονισμό αρμοδιότητας, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ, Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Επομένως, η ανωτέρω αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, πρέπει, ελλείψει άλλου Πρωτοδικείου που να ανήκει στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει δεκτή και να διαταχθεί από τον Άρειο Πάγο, ως αρμοδίου κατ' εφαρμογήν των μνημονευθεισών διατάξεων του ΚΠΔ, η παραπομπή της αναφερθείσης μηνύσεως στις κατωτέρω προτεινόμενες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές. Κατόπιν αυτών, Προτείνομεν Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι α) ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Κορίνθου για τις κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ ενέργειες, επί της από 25-6-2010 μηνύσεως της Μ. Τ. του Τ. κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Ε. Σ.. Και β) Οι Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Κορίνθου, καθώς και οι Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Ναυπλίου, αν συντρέξει περίπτωση, για να επιληφθούν επί της συγκεκριμένης υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 137 του ίδιου Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, μεταξύ άλλων και ο Εισαγγελέας, αρμόδιο δε να αποφασίσει γι' αυτήν είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφόσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού (137), συνεπώς και στην περίπτωση, κατά την οποία πρόκειται να κριθεί η τύχη εγκλήσεως κατά δικαστικού λειτουργού της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ανήκει η εν λόγω Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και αντίστοιχα Εισαγγελία Πλημμελειοδικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Μ. Τ. του Τ., με την από 25-6-2010 μήνυσή της, καταμήνυσε την Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, για την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος (ΠΚ 259). Η εν λόγω εγκαλούμενη εισαγγελική λειτουργός υπηρετεί ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 152.922/25-1-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο, εκτός από το Πρωτοδικείο Αθηνών.
Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές, εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς, για να επιληφθούν αυτές της σχετικής υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, που αφορά τη δικογραφία, επί της οποίας η από 25-6-2010 αίτηση- μήνυση της Μ. Τ. του Τ. και της Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές, εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές, του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Εφετών (προκειμένου να καθοριστεί από το Δικαστήριο αυτό η αρμοδιότητα των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών), η ποινική δικογραφία που αφορά εισαγγελικό λειτουργό, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Παραπέμπει στις αρχές (Εισαγγελικές και δικαστικές) Πειραιά.-
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 934/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκανιά, περί αναιρέσεως της 1502/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τ. Μ. του Τ., κάτοικο ... , η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 21 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 414/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απόρριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά την από 4.3.2011 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 21-9-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης 1502/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης με την οποία καταδικάστηκε για το έγκλημα της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής. Η άνω αίτηση αναιρέσεως περιέχει, πλην άλλων, ως λόγους αναιρέσεως ορισμένους και νόμιμους, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 358 του Ποινικού Κώδικα, ασκήθηκε δε και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και οι προβαλλόμενοι κατ' άρθρο 509 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εμπρόθεσμα πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεως. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως αναγνώσεως από τον διευθύνοντα τη συζήτηση του εγγράφου που προσκομίστηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, κατά την ακροαματική διαδικασία, να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά τον νόμο απορρίψεως της προσφυγής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι ενώ ο αναιρεσείων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του προσήγαγε και ζήτησε την ανάγνωση και των ακόλουθων εγγράφων και δη: 1) της από 3.1.2007 τριτανακοπής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, 2) της 92/2007 αποφάσεως του προαναφερόμενου Δικαστηρίου επί της τριτανακοπής αυτής, 3) της 125/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, 4) των 43/2007, 46/2007, 117/2007, 174/2007, 175/2007, 221/2007, 241/2007, 317/2007, 318/2007, 380/2007, 408/2007, 83/2008, 84/2008, 107/2008, 222/2008, 238/2008, 239/2008, 268/2008, 366/2008, 367/2008, 380/2008, 384/2008, 27/2009, 55/2009, 115/2009, 190/2009, 300/2009, 301/2009, 302/2009 και 303/2009 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, 5) της 31/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και 6) της 131/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, εν τούτοις το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δεν τα ανέγνωσε και δεν απάντησε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επί του σχετικού του αιτήματος και συνεπώς δημιουργήθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1502.2010 αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, προκύπτει ότι με το από 23.11.2010 δικόγραφο αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατέθεσε στο Δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς, που ανέπτυξε και προφορικά και έχουν ως εξής: "1/.Προσάγω ως αναγνωστέα υπ' αριθμό .../6.9.1994 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, από την οποία αποδεικνύεται ο τελεσθείς στις 20 Αυγούστου 1994 γάμος μου με την εγκαλούσα. Στην ως άνω ληξιαρχική πράξη γάμου γίνεται η εξής ρητή μνεία: "... ενεφανίσθη ο Μ. Σ. ... προσκομίσας την ... από 20/8/1994 δήλωσιν του ... Ιμάμη Ι. Χ. αυτής, ενορίας του Ιερού ... Τεμένους Κιμμερίων ...". Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων, νομού Ξάνθης. 2/ ... Προσάγω ως αναγνωστέα από 20 Αυγούστου 1994 δήλωσιν γάμου υπό Ιμάμη της Μουφτείας Ξάνθης, η οποία έχει ως εξής: "ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΞΑΝΘΗΣ
Εν Ξάνθη αυτής 20 Αυγούστου 1994 ΔΗΛΩΣΙΣ ΓΑΜΟΥ ΥΠΟ ΙΜΑΜΗ ΤΕΜΕΝΟΣ ΚΙΜΜΕΡΙΩΝ ΞΑΝΘΗΣ Δηλώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ι. Χ. του Σ., Ιμάμης του Τεμένους Κιμμερίων Ξάνθης, ότι σήμερον την 20ή του μηνός Αυγούστου του έτους 1994 και περί ώραν 11η π.μ. ετέλεσα τον γάμον των κάτωθι συζύγων: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΑΜΒΡΟΥ Επώνυμον Μ., Όνομα Σ., Θρήσκευμα: Μουσουλμάνος, Υπηκοότης Ελληνική, Κατοικία ... . ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΥΜΦΗΣ: Επώνυμον: Τ., Όνομα: Μ., Θρήσκευμα: Μουσουλμάνος, Υπηκοότης: Ελληνική, Κατοικία ... . Ο ανωτέρω γάμος ετελέσθη κατά τους τύπους της Μουσουλμανικής ημών Θρησκείας. Η παρούσα χορηγείται ατελώς, προς χρήσιν του Ληξιαρχείου Δήμου ... ή Κοινότητος Κιμμερίων Ξάνθης. Ο τελέσας τον γάμον Ιμάμης. Οι συζευχθέντες". Αποδεικνύεται εν ολίγοις ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής δηλώσεως της Μουφτείας Ξάνθης. 3) Προσάγω ως αναγνωστέα από 20 Αυγούστου 1994 "βεβαίωση γάμου" του Ιμάμη Κιμμερίων Νομού Ξάνθης Ι. Χ., η οποία έχει ως εξής: "ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΑΜΟΥ. Εγώ, ο Ι. Χ., Ιμάμης Κιμμερίων Ξάνθης, δηλώνω ότι ενώπιον εμού και των μαρτύρων, εμφανίσθηκαν η Μ. θυγατέρα Τ. Τ., κάτοικος ..., Ελληνίδα υπήκοος και θρησκεύματος Μωαμεθανή, και ο Σ. Μ. του Χ., κάτοικος ..., Έλληνας υπήκοος και θρησκεύματος Μωαμεθανός, και δήλωσαν ότι επιθυμούν να παντρευτούν με θρησκευτικό γάμο, όπως προβλέπεται από το Μουσουλμανικό Δίκαιο και επειδή δεν υπήρξε αντίρρηση από κανέναν, εγώ τέλεσα τον γάμο τους. Πληρεξούσιος της συζύγου Τ. Τ. Μάρτυρες Τ. Χ., Τ. Α., Πληρεξούσιος του συζύγου! Μ. Χ., Μάρτυρες: Π. Χ., Τ. Χ.. Συμφωνία γάμου: Μόνο πενήντα μία χρυσές "Ρεσάτ" λίρες. Συμφωνία Αρραβώνας: Ένα σύνολο χρυσού κολιέ , ένα ρολόι χειρός, μία χρυσή αλυσίδα χειρός, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, δύο δαχτυλίδια χρυσά, μία χρυσή αλυσίδα περιλαίμιου, δύο σύνολα φορεμάτων, ένα στρώμα, ένα πάπλωμα και 35 κιλά χαλκό. Κιμμέρια 20 Αυγούστου 1994. Ο Ιμάμης Κιμμερίων". Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του θρησκευτικού λειτουργού (ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής βεβαιώσεως γάμου (νικιάχ). 4) Προάγω ως αναγνωστέα από 27.8.2008 βεβαίωση του Ιμάμη Κιμμερίων Νομού Ξάνθης Ι. Χ., η οποία έχει ως εξής: "Εγώ, ο Ιμάμης των Κιμμερίων Ξάνθης Ι. Χ. του Σ. πιστοποιώ ότι ο γάμος του Μ. Σ. και της Τ. Μ. (20.8.1994) είναι θρησκευτικός βάσει των νόμων του Ισλάμ". Αποδεικνύεται, εν ολίγοις, ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας. 5/. Σύμφωνα με το άρθρο 1367 Α.Κ. "Ο γάμος τελείται είτε με τη σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σ' αυτό (πολιτικός γάμος) είτε με ιερολογία από ιερές της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος η θρησκεύματος, γνωστού στην Ελλάδα ... Οι προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτήν διέπονται από το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος ή του θρησκεύματος σύμφωνα με το οποίο γίνεται η ιεροτελεστία, εφόσον δεν είναι αντίθετοι με τη δημόσια τάξη. Ο θρησκευτικός λειτουργός είναι υποχρεωμένος να συντάξει αμέσως σχετική πράξη ...". Εν ολίγοις, ο γάμος μου με την εγκαλούσα πρόκειται για θρησκευτικό γάμο, καθόσον τελέσθηκε κατά τους ιερούς κανόνες της Μουσουλμανικής θρησκείας, ενώπιον του αναγνωριζομένου δημοσίου λειτουργού (Ιμάμη) του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με τη σύνταξη της σχετικής βεβαιώσεως γάμου και της σχετικής δηλώσεως της Μουφτείας Ξάνθης, καθώς και της σχετικής ληξιαρχικής πράξεως γάμου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ο γάμος είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ο μουσουλμανικός γάμος δεν απαιτεί ιερολογία, αλλά μόνο επίσημη δήλωση μπροστά σε δύο άρρενες μάρτυρα ή έναν άρρενα και δύο θήλεις, η οποία θα πρέπει να γίνει δεκτή από τον άλλο μελλόνυμφο. Ο άνδρας υποχρεούται να προσφέρει στη γυναίκα ένα είδος δωρεάς και να της εξασφαλίσει διατροφή ως αντιπαροχή για το δικαίωμά του να έχει μαζί της συζυγικές σχέσεις. Έτσι, ως προς τη διαδικασία, έχουμε την πρόταση γάμου από τον άνδρα, αποδοχή της πρότασης από τη γυναίκα ή τον κηδεμόνα της (walli) στο όνομα του Αλλάχ (fatima) με παρουσία των κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα μαρτύρων και καθορισμός της δωρεάς (nikah). Ο θρησκευτικός λειτουργός (Ιμάμης ή Μουφτής) έχει περιορισμένη συμμετοχή στην τέλεση του γάμου, ήτοι εκφωνεί την fatiha, εκτός αν αυτή εκφωνηθεί από τον wali και συντάσσει τη σύμβαση του γάμου, η οποία περιέχει τα στοιχεία των νεονύμφων, την ημερομηνία σύναψης και την αναλυτική καταγραφή της δωρεάς. Βασικός κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζει το θέμα των οικογενειακών σχέσεων των ελλήνων μουσουλμάνων είναι το άρθρο 4 του ν. 147/1914 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις, εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτής οργανώσεως", όπου ορίζεται ότι: "Τα του γάμου των εις μουσουλμανικόν ... θρήσκευμα ανηκόντων, ήτοι τα αφορώντα εις την νόμιμον σύστασιν και την διάλυσιν του γάμου και εις τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και των συγγενικών δεσμών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται κατ' αυτόν ...". Η εκ του άρθρου 4 του Ν. 147/1914 αρμοδιότητα του Μουφτή για τον γάμο ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 1367 παρ. 1 ΑΚ αρμοδιότητα. Η εκ του ΑΚ αρμοδιότητα ανατίθεται στον Μουφτή με την ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού και όχι του Ιεροδίκη. Η διάκριση μεταξύ Μουφτή - θρησκευτικού λειτουργού και Μουφτή - Ιεροδίκη προκύπτει σαφώς από την αντιδιαστολή που κάνει ο νομοθέτης μεταξύ των θρησκευτικών καθηκόντων του Μουφτή (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 1920/1991 "Ο Μουφτής ασκεί στην περιφέρειά του ... τα θρησκευτικά καθήκοντα που απορρέουν από τον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Διορίζει, εποπτεύει και παύει τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς, τελεί ή επικυρώνει θρησκευτικούς γάμους μεταξύ μουσουλμάνων ...") και των δικαιοδοτικών καθηκόντων του (άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 1920/1991: "Ο μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειάς του επί γάμων ..."). Εν ολίγοις, αναφορικά με τον γάμο, η αρμοδιότητα του Μουφτή βασίζεται σε άλλη νομική βάση από εκείνη του Μουφτή - Ιεροδίκη.
Συνεπώς, είναι συντρέχουσα με αυτή των άλλων αναγνωρισμένων μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών, ήτοι αυτή των Ιμάμηδων, τους οποίους ο Μουφτής διορίζει, εποπτεύει ή παύει. Οι πράξεις αμφοτέρων δε, ελέγχονται από τον ληξίαρχο, κατ' εφαρμογή του Ν. 344/1976 "περί ληξιαρχικών πράξεων", κατά το άρθρο 16 του οποίου: "1. Ο θρησκευτικός λειτουργός, ο τελέσας ή συμπράξας εις ιεροπραξίαν ... γάμου, υποχρεούται να συντάξη επί τόπου, άμα τω πέρατι της ιεροπραξίας, δήλωσιν περιέχουσαν πάντα τα στοιχεία της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, υπογραφομένην υπ' αυτού. 2Τη δήλωση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο υπογράφουν επίσης επί μεν θρησκευτικού γάμου οι σύζυγοι και ο παράνυμφος ...". Εξάλλου, και η γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 1920/1991 ρητά οδηγεί στο συμπέρασμα της μη αποκλειστικής άσκησης της θρησκευτικής αρμοδιότητας από τον Μουφτή, καθόσον αναφέρεται ότι "... τελεί ή επικυρώνει θρησκευτικούς γάμους ..." και όχι ΤΟΥΣ θρησκευτικούς γάμους. Εξάλλου σε σχέση με την τηρούμενη διαδικασία τέλεσης του μουσουλμανικού θρησκευτικού γάμου, ο όρος "τελεί" αναφέρεται στην εκφώνηση εκ μέρους του μουσουλμάνου θρησκευτικού λειτουργού της fatima, ενώ ο όρος "επικυρώνει" αναφέρεται μόνο στη σύνταξη της σύμβασης γάμου, όπου η fatima εκφωνήθηκε από τον walli, και όχι στην δήθεν επικύρωση των θρησκευτικών γάμων που τελέσθηκαν από Ιμάμη, ήτοι τον έτερο θρησκευτικό λειτουργό. Περαιτέρω, από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται να δηλωθεί στον Μουφτή ο από άλλον Μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό τελεσθείς γάμος, ο οποίος δηλώνεται νομίμως στον αρμόδιο ληξίαρχο. Το γεγονός ότι ο Μουφτής δεν είναι επιφορτισμένος με αποκλειστική αρμοδιότητα τέλεσης ή επικύρωσης των θρησκευτικών γάμων προκύπτει και από το ότι η νομολογία (ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1981,25) δέχεται (ορθώς) ότι η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 147/1914 εισάγει προσωπικό δίκαιο εν γένει και όχι προσωπικό δίκαιο τοπικού χαρακτήρα, ήτοι ο Ιερός Νόμος είναι το προσωπικό δίκαιο εν γένει των Μουσουλμάνων Ελλήνων Πολιτών, ανεξάρτητα δηλαδή αν οι τελευταίοι κατοικούν στη Δ. Θράκη (όπου υφίστανται Μουφτήδες) ή στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε με αφορμή αίτηση διατροφής (για την ίδια και τον γιο της) διαζευγμένης μουσουλμάνας μητέρας. Όταν νυμφεύθηκε την αιτούσα, ο σύζυγος (Έλληνας από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου) ασπάσθηκε το Ισλάμ. Η δε αιτούσα (αιγυπτιακής καταγωγής) απέκτησε με τον γάμο της την ελληνική υπηκοότητα. Και οι δύο διάδικοι ήταν κάτοικοι Αθηνών από το έτος 1965. Ο Άρειος Πάγος απεφάνθη ότι ο Μουφτής Ξάνθης είναι αρμόδιος για την επίλυση της διαφοράς, χαρακτηρίζοντας τον Μουφτή ως "νόμιμο δικαστή" των Μουσουλμάνων Ελλήνων Πολιτών (άρθρο 8 παρ. 1 Συντάγματος) "... επί των ωρισμένων τούτων προσώπων, ανεξάρτητα του τόπου κατοικίας αυτών ...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 346/1976 "1. Προς βεβαίωσιν της αστικής καταστάσεως του φυσικού προσώπου, τηρούνται εις έκαστον ληξιαρχείον βιβλία ... γάμων ... 2. Τα ληξιαρχικά βιβλία είναι δημόσια. 3. Εις τα ληξιαρχικά βιβλία καταχωρίζονται οι πράξεις, αι έχουσαι αντικείμενον την βεβαίωσιν γάμου του φυσικού προσώπου, την μεταβολήν του περιεχομένου ή την διόρθωσιν τοιαύτης ληξιαρχικής πράξεως ... 5. Τα κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου βιβλία αριθμούνται και μονογραφούνται υπό του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκου ...". Κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου "1. Αι ληξιαρχικαί πράξεις καταχωρίζονται εις τα ληξιαρχικά βιβλία, κατ' αύξοντα αριθμόν ...". Κατά το άρθρο 12 του ιδίου νόμου "1. Η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταρτιζομένη ληξιαρχική πράξις γάμου αποδεικνύει β. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου, τα γεγονότα των οποίων ο ληξίαρχος βεβαιοί ότι έλαβε γνώσιν εκ των δηλώσεων των εμφανισθέντων ... 4. Επί πλειόνων ληξιαρχικών πράξεων, αφορωσών εις το αυτό γεγονός, ως επικρατεστέρα θεωρείται η εγκύρως συνταχθείσα προγενεστέρα τοιαύτη, των λοιπών κηρυσσομένων ανισχύρων διά πράξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελεύς, του Ειρηνοδίκου, εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται το ληξιαρχείον όπου έχει καταχωρηθεί η κυρυσσομένη ως ανίσχυρος πράξις". Κατά δε το άρθρον 7 του ιδίου νόμου " Η επιθεώρησις των ληξιαρχείων ενεργείται υπό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, δυναμένου να αναθέτει ταύτην, προκειμένου μεν περί ληξιαρχείων της έδρας του Πρωτοδικείου εις Αντεισαγγελέα, προκειμένου δε περί ληξιαρχείων εκτός της έδρας του Πρωτοδικείου, εις τον κατά τόπον αρμόδιον Ειρηνοδίκην, υποχρεουμένων εις σύνταξιν εις διπλούν, ιδιαιτέρας εκθέσεως επιθεωρήσεως, δι' έκαστον ληξιαρχείον. 2) Η επιθεώρησις, των μεν εις την έδραν του Πρωτοδικείου ληξιαρχείων, ενεργείται εντός του πρώτου διμήνου από της λήξεως εκάστου εξαμήνου, των δε λοιπών, εντός του πρώτου τετραμήνου από της λήξεως εκάστου έτους. 3. Οι ενεργούντες την επιθεώρησιν συντάσσουν ιδιαιτέρας ατομικάς εκθέσεις, εις διπλούν, δι' έκαστον ληξίαρχον περί των εκ της επιθεωρήσεως διαπιστωθέντων και ιδία περί των διαπιστωθεισών παραβάσεων, των εχουσών χαρακτήρα πειθαρχικού παραπτώματος ή δυναμένων να αποδοθούν εις ηλαττωμένην επάρκειαν και ικανότητα του υπαιτίου ...".
Εν προκειμένω δε, ασκήθηκε ο κατά τα ως άνω προβλεπόμενος έλεγχος της υπ' αριθμό .../6.9.1994 ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, που αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, διαπιστώθηκε ότι αυτός τελέσθηκε εγκύρως από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό, καθώς επίσης διαπιστώθηκε ότι ο ληξίαρχος δεν προέβη σε καμία παράβαση ή αμέλεια κατά τη σύνταξη και καταχώριση της άνω ληξιαρχικής πράξης, η οποία καταχωρήθηκε εγκύρως στα δημόσια ληξιαρχικά βιβλία. Μετά ταύτα, η άνω ληξιαρχική πράξη, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί, ως προς όλες τις αστικού τύπου έννομες συνέπειες, πλήρη απόδειξη., κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔ. 6. Προσάγω ως αναγνωστέο υπ' αριθμό πρωτοκ. 22564/23.4.2007 πιστοποιητικό του Δημάρχου Ξάνθης περί της οικογενειακής μου κατάστασης, από το οποίο προκύπτει ότι ο θρησκευτικός γάμος μου με την εγκαλούσα αναγνωρίζεται ρητά από την Ελληνική Δημοκρατία, επί 16 έτη μέχρι και σήμερα, ως νόμιμος, έγκυρος και υφιστάμενος, καθώς επίσης ότι από αυτόν αποκτήθηκαν δύο παιδιά, ο Τ., ηλικίας σήμερα 15 ετών και η Α., ηλικίας σήμερα 12 ετών. 7. Προσάγω ως αναγνωστέα την υπ' αριθμό πρωτοκ. 173/00/Φ.56/10.5.2000 Γνωμάτευση (ρήτρα - φετβά) του Μουφτή Κομοτηνής, η οποία έχει ως εξής: "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, χειραφεσίας ΕΡΩΤΗΜΑ: Σύμφωνα με το Ιερό Οικογενειακό Δίκαιο του Ισλάμ, δύναται η έγγαμος σύζυγος να διαζευγνύει τον σύζυγον αυτής; ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Σύμφωνα με το Ιερό Οικογενειακό Δίκαιο του Ισλάμ, το δικαίωμα του διαζυγίου, αν δεν έχει δοθεί και στην σύζυγο κατά την προγαμιαία συμφωνία κατά την τέλεση του γάμου (Νικιάχ) ΑΝΗΚΕΙ στον σύζυγο, ο οποίος μόνο εκείνος για διαφόρους σοβαρούς λόγους δύναται να διαζευγνύει την σύζυγό του, πάντα βέβαια υποχρεούμενος να καταβάλει την αποζημίωση της λύσης του γάμου και το αντίτιμο των δωρεών (μιχρ) που έχουν συμφωνηθεί και συνομολογηθεί, κατά την τέλεση του γάμου τους, που είναι καταχωρημένα εθιμικά και στην άδεια γάμου τους ... Ούτως στα Ιερονομικά Συγγράμματα Κομοτηνή, 10ην Μαΐου 2000 Ο Μουφτής Κομοτηνής". Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 2345/1920, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24.12.1990 πράξη νομοθετικού περιεχομένου "Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", όμως στο άρθρο 5 παρ. 2 αυτού (ν. 1920/1991) επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ; νόμου, 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών (1.11.1913), η οποία κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, 4 του ν.147/1914, 1, 6 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι οι διαπροσωπικές οικογενειακές σχέσεις των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Ειδικότερα: Η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στους Μουσουλμάνους Έλληνες υπηκόους κατοχυρώθηκε με διεθνείς υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε η Ελληνική Πολιτεία. Η Σύμβαση Ελλάδος - Τουρκίας της 10ης Ιουνίου 1981, που κυρώθηκε με τον Νόμο ΞΛΖ της 11 Μαρτίου 1882 (άρθρ. 3 και 8), εξασφάλισε για πρώτη φορά στους Έλληνες Μουσουλμάνους την εφαρμογή του Μουσουλμανικού δικαίου. Στη συνέχεια το άρθρ. 1.1 της συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, που κυρώθηκε με τον νόμο ΔΣΙΓ της 14 Νοεμβρίου 1913, καθιέρωσε τον απόλυτο σεβασμό των εθίμων κατοίκων των χωρών που εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα και καθόρισε σε ποιες σχέσεις θα ασκούν δικαιοδοσία μεταξύ των Μουσουλμάνων οι Μουφτήδες. Η παραπάνω διάταξη διατηρήθηκε σε ισχύ και από το άρθρο 4 εδάφ. 2 του νόμου 147/1914, που καθόρισε ότι ως προς τους Μουσουλμάνους ισχύουν ακόμη οι περί αυτών ειδικοί όροι της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συνθήκης των Αθηνών του 1913. Ο μετέπειτα νόμος 2345/1929 επανέλαβε στο άρθρο 10 εδάφ. 1 τις διατάξεις του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών. Συγκεκριμένα, για τη δικαιοδοσία των Μουφτήδων καθόρισε ότι "οι Μουφτήδες πλην καθαρώς θρησκευτικών καθηκόντων κατά τον ιερόν νόμον ασκούσι δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον διέπονται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και έχουν γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος, θρησκευτικού, κληρονομικού ή οικογενειακού των Μωαμεθανών δικαίου". Τελικά, η Συνθήκη των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29 Σεπτ./30 Οκτωβ. 1923 (άρθρ. 14 παρ. 1) και η Συνθήκη της Λοζάννης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25 Αυγούστου 1923 (άρθρ. 42 και 45), εξασφάλισαν και πάλι την εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στους μουσουλμάνους το θρήσκευμα υπηκόους. Αυτό το καθεστώς δεν ανέτρεψε ο Αστικός Κώδικας του 1940, που τέθηκε σε εφαρμογή στις 23 Φεβρουαρίου 1946. Το άρθρο 6 του ΕισΝ του ΑΚ δεν κατάργησε το άρθρο 4 του νόμου 147/1914 όσον αφορά τους Μουσουλμάνους, ενώ αντίθετα σαφώς κατάργησε τούτο ως προς τους Έλληνες Ισραηλίτες, αλλά ούτε και το νόμο 2345/1920 περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων. Ακόμη δε και πιο πρόσφατα, ο νομοθέτης, με το άρθρο 8 του ΕισΝ του ΚΠολΔ (Α.Ν.657/1971), διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 10 του νόμου 2345/1920 "περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων των εν τω Κράτει Μουσουλμάνων". Ήδη δε, με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24.12.1990 πράξη νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", καταργήθηκε ο ν. 2345/1920. Όμως στο άρθρο 5 παρ. 2 του νέου ν. 1920/1991 επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920. Το άρθρο 5 παρ. 2 του 1920/1991 έχει ως εξής: "Ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφερείας του, επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών ... εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο".
Συνεπώς, οι διαπροσωπικές σχέσεις (γάμος, διαζύγιο, διατροφή, κηδεμονία ανηλίκων τέκνων κ.λ.π.) των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, κατόπιν και ρητής προσφάτου νομοθετικής επιταγής. Περαιτέρω, το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, καθιερωθέν με τις προαναφερθείσες κι επικυρωθείσες διά Νόμων διεθνείς συνθήκες, αποτελεί κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει πάσης αντιθέτου διατάξεως Νόμου. Οι διεθνείς συνθήκες από τις οποίες επιβάλλεται η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου επί ορισμένων εννόμων σχέσεων των κατοικούντων στην Ελλάδα Μωαμεθανών Ελλήνων υπηκόων, αποτελούν κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύουν πάσης αντιθέτου διατάξεως νόμου.
Συνεπώς, οι περί εκδικάσεως των σχετικών διαφορών αναφερόμενες διατάξεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 8 παρ. αυτού, κατά τις οποίες οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου και κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του τον δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος. Οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες εξασφαλίσθηκαν με τις προαναφερθείσες Συνθήκες των Σεβρών και της Λοζάννης, είναι προστατευτικές από άποψη εφαρμοστέου δικαίου για τους Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους, αποτελούν δε ειδικό δίκαιο, που εφαρμόζεται με βάση τις διατάξεις του διαπροσωπικού δικαίου και δεν αντίκεινται ούτε στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μη τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μίας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, η επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στη συμπορευόμενη με αυτό διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμβάσεως περί υπερασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ούτε προς το συμπορευόμενο με αυτό δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο και της "δίκαιης δίκης", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της αυτής Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας τη δίκαιη δίκη υπό την έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων. Τα ανωτέρω δε ισχύον ανεξάρτητα από το σε ποιον τόπο και ενώπιον ποίου θρησκευτικού λειτουργού τελέσθηκε ο γάμος, αρκεί αυτός (γάμος) να "ιερολογήθηκε" σύμφωνα με τον Ιερό των Μουσουλμάνων Νόμο. ΟΡΑΤΕ ΑΠ 1723/1980 ΕΕΝ 1991 725 (αφορά θρησκευτικό μεταξύ μουσουλμάνων γάμο, που τελέσθηκε στην Αίγυπτο, ήτοι γάμο που δεν τελέσθηκε από Έλληνα Μουφτή ούτε και δηλώθηκε ενώπιον Έλληνα Μουφτή). Εν ολίγοις, σε ότι αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, εφαρμοστέο τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, του οποίου η εφαρμογή είναι υποχρεωτική, δικαιοδοσία δε για τις από αυτόν γεννώμενες διαφορές έχει ο Μουφτής Ξάνθης. 9/ Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 εμφανίσθηκα ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης και υπέβαλα προφορική αίτηση λύσης του γάμου μου με την εγκαλούσα. Πλην όμως, ο Μουφτής Ξάνθης αρνήθηκε παράνομα και αδικαιολόγητα να δεχθεί να προσδιορίσει προς συζήτηση και να συζητήσει την αίτησή μου, δηλώνοντάς μου ότι υφίσταται ήδη σε βάρος μου απόφασή του διατροφής υπέρ της εγκαλούσας. Ευθύς αμέσως, ήτοι στις 19.9.2006, κοινοποίησα στον Μουφτή Ξάνθης τη ν από 18.9.2006 εξώδικη κλήση μετά διαμαρτυρίας κι επιφυλάξεως, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, διά της οποίας υπέβαλα και εγγράφως την αίτησή μου για την λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "... Όπως γνωρίζετε, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση καθήκοντος αρνείσθε να αποδεχθείτε την κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο αίτησή μου για λύση του γάμου μου με την Μ. Τ. του Τ. και της Α., κάτοικο ..., που τελέσθηκε κατά τους Ιερούς Κανόνες στις 20.8.1994 στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης, και για αναγνώριση - καθορισμό της επιτροπείας των εξ αυτού γεννηθέντων τέκνων μου, ήτοι του άρρενος Τ. ετών 11 (γεννήθηκε αυτής 18.5.1995) και του θήλεος Α., ετών 8 (γεννήθηκε αυτής 21.8.1998). Αντ' αυτού με απειλείτε ότι θα υπογράψετε ήδη συνταχθείσα (όπως ισχυρίζεσθε), ερήμην μου και εν αγνοία μου, κατά παράβαση καθήκοντος, σε βάρος μου απόφαση για καταβολή διατροφής 2.000 ευρώ το μήνα στην ως άνω σύζυγό μου. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου, σας υποβάλλω διά της παρούσης και εγγράφως την κατά τα ως άνω αίτησή μου και σας καλώ: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για την συζήτηση αυτής ενώπιόν σας. 2) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχόμενου κάθε υποβληθείσας ή υποβληθησομένης ενώπιόν σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος της συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεώς σας ...". Κατόπιν αυτού και σε απόδειξη της σε βάρους μου συμπαιγνίας, τη συνεργεία του Μουφτή Ξάνθης και της εγκαλούσας, όπως αυτή αναπτύσσεται και αποδεικνύεται κατωτέρω, μου κοινοποιήθηκε στις 26.9.2006 και ώρα 16.20 μ.μ., μία προχρονολογημένη αίτηση της εγκαλούσας προς τον Μουφτή Ξάνθης, στρεφόμενη σε βάρος μου, η οποία φέρεται να συντάχθηκε δήθεν στις 12.9.2006, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, προκειμένου να φαίνεται ότι κατατέθηκε στον Μουφτή Ξάνθης πριν την κοινοποίηση σε αυτόν της ως άνω εξωδίκου κλήσης μου, το ακριβές όμως αντίγραφο αυτής, που μου κοινοποιήθηκε, φέρει την αποκαλυπτική ημερομηνία 26.9.2006, που είναι και η ημέρα επίδοσής της σε μένα. Το περιεχόμενο δε της ως άνω αιτήσεως, στα κύρια σημεία του έχει ως εξής: "Στις 20.8.1994 στα Κιμμέρια Ξάνθης με τον σύζυγό μου Μ. (επώνυμο) Σ. (όνομα) του Χ. και της Τ., τελέσαμε νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου Κιμμερίων, Από τον γάμο μας αυτό στις 18.5.1995 αποκτήσαμε το πρώτο τέκνο μας, τον Τ. ηλικίας σήμερα 11 ετών και στις 21.8.1998 αποκτήσαμε τον Α. ηλικίας σήμερα 8 ετών. Επειδή με τον σύζυγό μου, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα προέκυψαν στην έγγαμη σχέση μας έριδες και διαπληκτισμοί ... Επειδή το τελευταίο διάστημα του 1,5 μήνα ευρισκόμαστε σε διάσταση με τον σύζυγό μου. Επειδή, εγώ δεν εργάζομαι πουθενά, αφού δεν έχω τη δυνατότητα να εργασθώ, αφού δεν γνωρίζω καμία τέχνη στην οποία μπορώ να παρέχω τις υπηρεσίες μου, αλλά ούτε και έχω αγρούς ή άλλα ακίνητα στο όνομά μου από τους οποίους θα δύναμαι να αποκτήσω εισοδήματα ... Επιπρόσθετα όλων αυτών, δεν έχω, ούτε εγώ, ούτε τα ανήλικα τέκνα μας κατοικία στην οποία να μπορούμε να καλύψουμε τις στεγαστικές μας ανάγκες και για το λόγο αυτό αναγκάζομαι να νοικιάζω σπίτι στα ... και καταβάλλω μηνιαίως 250 ευρώ ως μίσθωμα. Η οικονομική μας κατάσταση επιδεινώνεται επειδή εγώ δεν είμαι πουθενά ασφαλισμένη και τα παιδιά μας έχουν ανάγκη από ιατροφαρμακευτική φροντίδα, όπως και έχουν ανάγκη δαπανών για την εκπαίδευσή τους, αφού πηγαίνουν στο δημοτικό σχολείο και έχουν αυξημένα έξοδα. Μέχρι σήμερα δε για την εξασφάλιση της διατροφής μας και των αναγκών μας για ιατροφαρμακευτική φροντίδα και τις ανάγκες εκπαίδευσης των παιδιών μας αναγκάζομαι να ζητώ δανεικά χρήματα από τους γονείς μου, τους συγγενείς και φίλους μας. Επειδή εξαιτίας των ανωτέρω και της αδιαφορίας του συζύγου μου για την διατροφή μας, δεν έχω την δυνατότητα να διατρέψω τόσο τον εαυτό μου, όσο και τα ανήλικα τέκνα μας, ενώ αντίθετα ο σύζυγός μου δύναται να διατρέψει τόσο τον εαυτό του όσο και εμάς σύμφωνα με την υποχρέωση που έχει από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, αφού εργάζεται και διατηρεί στα ... επιχείρηση χονδρικού εμπορίου εμφιαλωμένου υγραερίου και ξυλάνθρακα και τα ετήσια έσοδά του ευρώ. Επίσης, ο σύζυγός μου είναι κάτοχος πολλών οχημάτων που χρησιμοποιεί για τις επαγγελματικές του ανάγκες αλλά και για την προσωπική του χρήση και τα εισοδήματά του είναι αρκετά ώστε να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες, αλλά και εκείνες τις δικές μου και των τέκνων μας. Επειδή μέσα στα πλαίσια αυτής της δικαιοδοσίας σας ως Μουφτής Ξάνθης δύνασθε να υποχρεώσετε το σύζυγό μου να μου χορηγήσει μηνιαία διατροφή τόσο για την εξασφάλιση της δικής μου διατροφής όσο και για την εξασφάλιση της διατροφής των ανηλίκων τέκνων μας, χωρίς να διακινδυνεύσει η διατροφή του συζύγου μου από το χρονικό διάστημα που ξεκίνησε η διάστασή μας. Επειδή πρέπει να υποχρεωθεί ο σύζυγός μου με απόφαση που θα εκδώσει ο Μουφτής να μου παραχωρήσει όλα τα αντικείμενα που ήδη υπάρχουν εντός αυτής (είδη οικοσκευής) για την κάλυψη των αναγκών τόσο των δικών μου όσο και των ανηλίκων. Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω δικαιούμαι να μου καταβάλει ο σύζυγός μου διατροφή, τόσο για μένα, όσο και για τα ανήλικα τέκνα μας για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της διάστασης, αλλά και μετά από την ενδεχόμενη λύση του γάμου μας και μέχρι την ενηλικίωση των ανηλίκων τέκνων μας Α) Να μου αποδοθεί η γονική μέριμνα και επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τέκνων μας και Β) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που θα εκδώσει ο σοφολογιότατος Μουφτής Ξάνθης να μου καταβάλει μηνιαία διατροφή τόσο για μένα και τα ανήλικα τέκνα μας που διαβιούν μαζί μου, τουλάχιστον το ποσό των 1.800 ευρώ σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα και να μου παραδώσει όλα τα είδη οικοσκευής και τα προσωπικά μας είδη (εμένα και των ανηλίκων μας) που βρίσκονται στην οικία μας και που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των αναγκών τόσο των δικών μου όσο και των ανηλίκων ..." Εν ολίγοις, φέρεται να υποβάλλεται το πρώτον δήθεν εκ μέρους της εγκαλούσας και ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, αίτηση σε βάρος μου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα, για καταβολή σε αυτήν διατροφής και για παράδοση σε αυτήν κινητών πραγμάτων. Κατόπιν τούτου, ευθύς αμέσως, ήτοι στις 27.9.2006 και ώρα 11.00 κοινοποίησα στον Μουφτή Ξάνθης την από 27.9.2006 εξώδικη κλήση μετά διαμαρτυρίας και επιφυλάξεως, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με το εξής περιεχόμενο: "... Όπως γνωρίζεται, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση καθήκοντος αρνηθήκατε να αποδεχθείτε την κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο αίτησή μου για λύση του γάμου μου με την Μ. Τ. του Τ. και της Α., κάτοικο ..., που τελέσθηκε κατά τους Ιερούς Κανόνες στις 20.8.1994 στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης και για αναγνώριση της επιτροπείας και κηδεμονίας των εξ αυτού γεννηθέντων τέκνων μου, ήτοι του άρρενος Τ., ετών 11 και του θήλεος Α., ετών 8. Αντ' αυτού με απειλήσατε ότι θα υπογράψετε ήδη συνταχθείσα (όπως ισχυρισθήκατε) ερήμην μου και εν αγνοία μου, κατά παράβαση καθήκοντος, σε βάρος μου απόφαση για καταβολή διατροφής 2.000 ευρώ το μήνα στην ως άνω σύζυγό μου. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου, σας κοινοποίησα την από 18.9.2006 εξώδικη κλήση μου μετά διαμαρτυρίας κι επιφυλάξεως και με την οποία σας υπέβαλα και εγγράφως την κατά τα ως άνω αίτησή μου και σας κάλεσα: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για τη συζήτηση αυτής ενώπιόν σας. 2) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχομένου κάθε υποβληθείσας η υποβληθησομένης ενώπιόν σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος της συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεώς σας. Όμως, ούτε και κατόπιν αυτού ορίσατε τόπο και χρόνο για συζήτηση της αιτήσεώς μου. Αυτό δε έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να εμφανίζεται η σύζυγός μου ως δικαιούχος διατροφής, ενώ, κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, η σύζυγος δικαιούται διατροφή (νεφακά) για χρονικό διάστημα εκατό ημερών από τη λύση του γάμου, χρονικό διάστημα που θα επιτρέψει στη σύζυγο να τεθεί υπό την προστασία άλλου συζύγου. Όλως περιέργως δε, προέκυψε μία προχρονολογημένη έγγραφη αίτηση ενώπιόν σας της συζύγου μου, συνταχθείσα δήθεν στις 12.9.2006, το ακριβές όμως αντίγραφο της οποίας μου κοινοποιήθηκε φέρει την αποκαλυπτική ημερομηνία 26.9.2006, η οποία μου επιδόθηκε στις 26.9.2006και ώρα 16.20 μ.μ. Επί του ως άνω δε χειρογράφου υπάρχει η εξής χειρόγραφη αναφορά: "Η συζήτηση της αίτησης θα γίνει Τετάρτη 27.9.06 ώρα 12.00". Την αναφορά δε αυτή δεν ακολουθεί αυτοτελής υπογραφή και σφραγίδα σας, ώστε να προκύπτει εάν πράγματι ετέθη από εσάς τον ίδιο. Εξάλλου, σε αυτή ουδόλως αναφέρεται ο τόπος συζήτησης της αίτησης, ο φερόμενος δε ως χρόνος προσδιορισμού της συζήτησης, λίγες μόλις ώρες μετά την κοινοποίηση αυτής μόνο εύλογος δεν είναι, συνεπώς δεν έχω κλητευθεί νομότυπα. Με την ως άνω αίτηση δε, επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της προγενέστερης απειλής σας, καθόσον με αυτή ζητείται μεταξύ άλλων, επιδίκαση διατροφής "... τουλάχιστον το ποσό των 1.800 ευρώ ..." Περαιτέρω, κατά παράβαση καθήκοντος, παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή ζητείται η ρύθμιση της χρήσης κινητών πραγμάτων, με παραχώρηση της οικοσκευής μας στη σύζυγό μου, σχέση όμως η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 1920/1991. Επίσης δε, κατά παράβαση καθήκοντος παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή ζητείται η ανάθεση γονικής μέριμνας και επιμελείας ανηλίκων τέκνων, έννοιες όμως, οι οποίες δεν έχουν σχέση με το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο και δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 1920/1991, καθόσον κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, αναγνωρίζονται οι σχέσεις της επιτροπείας και της κηδεμονίας, επίτροπος δε και κηδεμόνας των αρρένων τέκνων μετά το έβδομο έτος της ηλικίας των και των θηλέων τέκνων μετά το ένατο έτος της ηλικίας τους είναι ο πατέρας, πριν δε η μητέρα. Επίσης δε κατά παράβαση καθήκοντος παραλάβατε την ως άνω αίτηση, καθόσον με αυτή εμφανίζεται η αιτούσα σύζυγός μου να ενεργεί και για λογαριασμό του άρρενος τέκνου μας Τ., ηλικίας 11 ετών, ενώ όμως, κατά τα ανωτέρω, επίτροπος και κηδεμόνας αυτού είμαι εγώ και η σύζυγός μου δεν νομιμοποιείται να τον εκπροσωπεί δικαστικά. Είναι εν ολίγοις προφανές ότι ενεργείται κατά παράβαση καθήκοντος, με σκοπό να προσπορίσετε όφελος στη σύζυγό μου και να προκαλέσετε βλάβη σε μένα. Κατόπιν των ανωτέρω, διαμαρτυρόμενος έντονα, ακόμη μία φορά, για την ως άνω συμπεριφορά κι επιφυλασσόμενος ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου, σας καλώ για τελευταία φορά: 1) Να ορίσετε τόπο και χρόνο για τη συζήτηση της αιτήσεώς μου ενώπιόν σας. 2) Να απέχετε από τη συζήτηση της ως άνω αναφερομένης αιτήσεως της συζύγου μου. 3) Να αποφύγετε κάθε ενέργεια και ιδιαίτερα έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, χωρίς προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων και κοινοποίηση σε αυτούς του περιεχομένου κάθε υποβληθείσας ή υποβληθησομένης ενώπιόν σας αιτήσεως και με μνεία των εφαρμοζομένων εν προκειμένω διατάξεων του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους μας άσκηση των δικαιωμάτων μας και ο έλεγχος αυτής συνταγματικότητας της όποιας αποφάσεώς σας ...". Ακολούθως δε, στις 21.12.2006, μου κοινοποιήθηκε αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμό 318/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Ευθύς ανέτρεξα στην σχετική δικογραφία που φυλάσσεται στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και διαπίστωσα τα εξής: Η εγκαλούσα υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 13.10.2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 370/23.10.2006) αίτησή της, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με αίτημα να κηρυχθεί εκτελεστή (ορθότερα να αναγνωριστεί το δεδικασμένο) η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Η άνω υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, την οποία για πρώτη φορά αντίκρισα, εκδόθηκε παράνομα στις 28.8.2006, σε υποτιθέμενη συνεδρίαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου της Μουφτείας Ξάνθης, χωρίς την δική μου παρουσία και χωρίς την προηγούμενη κλήτευσή μου να παραστώ σε αυτή, με παρούσα, όμως, την εγκαλούσα, εμφανιζόμενη να παρίσταται μετά δύο πληρεξουσίων δικηγόρων, το δε περιεχόμενό της έχει ως εξής: "Αριθμός 122. Πρωτόκολλο. Στο Ιερονομικό Δικαστήριο της Μουφτείας Ξάνθης εμφανίσθηκε η Τ. Μ. του Τ. και της Α., κάτοικος ..., σύζυγος του Μ. Σ. του Χ.. Κατά τη συνεδρίασή του σήμερα στις 27.8.2006 παριστάμενη μετά δύο συνηγόρων της η Μ. κόρη του Τ. εμφανιζόμενη η ίδια, λαβούσα το λόγο, κατέθεσε κατά περίληψη τα εξής: "Σοφολογιότατε, τον Αύγουστο του έτους 1994, ήλθαμε σε γάμο κοινωνία και από το γάμο μας αυτό αποκτήσαμε δύο τέκνα, ονόματι του άρρενος "Τ." ηλικίας 11 ετών και της θηλαίας Α., ηλικίας οκτώ". Η παριστάμενη Μ. ζήτησε διατροφή για τον εαυτό της και για τα ανήλικα τέκνα της. Αναφέρθηκε στο 12ετή παρελθόν τους και στα νόμιμα και μη νόμιμα γεγονότα. δυστυχώς από αυτά ανακύπτουν πολύ κακές συμπεριφορές. Δήλωσε ότι ο σύζυγός της έχει συμπεριφερθεί κατά τον χυδαιότερο τρόπο και σε αυτήν και στα παιδιά και δεν έφθασε μονάχα εκεί, προχώρησε σε επιθετικές και προσβλητικές συμπεριφορές και σε έντονο ξυλοδαρμό. Επίσης ενώπιόν της και φανερά της δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν την θέλει, ότι την απεχθάνεται. Πέραν τούτο συνήψε σε εξώγαμο δεσμό, κατά αντίθεση με το Ιερονομικό δίκαιο και εγκληματικό τρόπο με άλλη γυναίκα. Δήλωσε δε ότι την διαζευγνύει. Κατόπιν το δικαστήριο τούτο, σκεπτόμενο σύμφωνα με το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο, διαπίστωσε την αλήθεια των παραπάνω και ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ: Υποχρεώνει τον σύζυγο να καταβάλλει στην σύζυγο μηνιαία διατροφή το ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1800 €), τις οποίες θα δίνει στην σύζυγο διά μέσω της Μουφτείας. Αναθέτει την επιμέλεια των παραπάνω ανηλίκων στην μητέρα τους. Διατάζει την παράδοση των προσωπικών αντικειμένων της συζύγου και Παρέχει το δικαίωμα στον σύζυγο να βλέπει δύο φορές τον μήνα τα παιδιά του, να τα παίρνει σπίτι για 24 ώρες και θα τα επιστρέφει. 28.8.2006 Ο Μουφτής Ξάνθης Μεμέτ Εμίν Σινίκογλου". Εν ολίγοις, εκδόθηκε ένα μήνα πριν (28.6.2006) την κοινοποίηση σε μήνα της ως άνω δήθεν από 12.9.2006 (ψευδ)αιτήσεως της εγκαλούσας προς τον Μουφτή Ξάνθης που μου κοινοποιήθηκε στις 29.9.2006, με την οποία φέρεται ψευδώς να υποβάλλεται, το πρώτον δήθεν εκ μέρους της εγκαλούσας και ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, αίτηση σε βάρος μου για ανάθεση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα, για καταβολή σε αυτήν διατροφής και για παράδοση σε αυτήν κινητών πραγμάτων. Όπως είναι προφανές, η άνω (ψευδ)αίτηση αποτελεί προϊόν μεθόδευσης και κατατέθηκε και επιδόθηκε για να προσδώσει νομιμοφάνεια στην σε βάρος μου συμπαιγνία και ατυχή νομική "έμπνευση". Επιχειρήθηκε δηλαδή με μία συνεδρίαση παρωδία στις 27.9.2006, μεταγενέστερη της δήθεν συνεδρίαση της 28.8.2006, κατά την οποία ήδη είχε εκδοθεί η σε βάρος μου υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, χωρίς ποτέ να κλητεύθηκα και φυσικά να παραστώ, να δοθεί νομιμοφάνεια στην σε βάρος μου συμπαιγνία. Σε κάθε περίπτωση δε εγώ, στις 26.9.2006 κλητεύθηκα για τη συνεδρίαση της 27.9.2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 7.9.2006 προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Ουδέποτε δε κλητεύθηκα για τη δήθεν συνεδρίαση της 28.82006, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/29.9.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Η πρώτη μου ενέργεια μετά την πλήρη αποκάλυψη των ανωτέρω παρανόμων ενεργειών, ήταν να διαμαρτυρηθώ έντονα στον Μουφτή Ξάνθης, η οποία διαμαρτυρία μου ως φαίνεται θορύβησε τον Μουφτή Ξάνθης, καθόσον ακολούθησε εκ μέρους του μία "διπλωματική" κίνηση, ήτοι εξέδωσε ο Μουφτής Ξάνθης, οίκοθεν, χωρίς δημόσια συνεδρίαση και χωρίς αίτημα ουδενός, το υπ' αριθμό 101/17-12006 έγγραφό του, που τιτλοφορεί "απόφαση", με το οποίο ανακάλεσε και ακύρωσε αυτεπαγγέλτως την προηγούμενη υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφασή του και το από 27.9.2006 προσάρτημα, με το αβάσιμο και αστήρικτο νομικά "επιχείρημα" ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης και ως εκ τούτου θεωρείται δήθεν "πολιτικός γάμος". είναι προφανές ότι η κίνηση αυτή επιλέχθηκε για να "αντιμετωπισθούν" οι έννομες συνέπειες της προγενέστερης σε βάρος μου παράνομης συμπεριφοράς του, πλην όμως είναι και αυτή παράνομη. Επιχειρήθηκε δε, η μία παράνομη ενέργεια να καλυφθεί με μία άλλη παράνομη ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση δε, επί της ουσίας του περιεχομένου της ως άνω (νέας) δήθεν "αποφάσεως" του Μουφτή Ξάνθης, επισημαίνω τα εξής: α) Η ως άνω "απόφαση" του Μουφτή Ξάνθης ουδέποτε κηρύχθηκε εκτελεστή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεπώς, από αυτή δεν εκπορεύεται δεδικασμένο, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 1920/1991. β) Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991 "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφερείας του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο", κατά δε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 "Το Δικαστήριο ερευνά μόνον αν η απόφαση εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόστηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα ζητήματα του οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, που ανήκουν στη δικαιοδοσία του Μουφτή ως ιεροδίκη, είναι σαφώς καθορισμένα και περιορισμένα. Τούτο, αφού οι διατάξεις αυτές εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο, του οποίου η διασταλτική ερμηνεία ή ανάλογη εφαρμογή είναι ανεπίτρεπτη. Ύστερα από αυτά, συνάγεται ότι η απόφαση του Μουφτή, η οποία αναφέρεται στην ανάκληση ή ακύρωση ή αναστολή άλλης αποφάσεως του Μουφτή, δεν υπάγεται στις αποφάσεις εκείνες του Μουφτή που κηρύσσονται εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Μουφτή. Συμπερασματικά δε: Η ως άνω "απόφαση" του Μουφτή Ξάνθης δεν παράγει έννομες συνέπειες. Ο γάμος μου με την εγκαλούσα είναι θρησκευτικός κατά το μουσουλμανικό θρησκευτικό δόγμα. Κατά της υπ' αριθμό 318/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) άσκησα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 3.1.2007 (αύξ. αριθμ. καταθ. 11/9.1.2007) τριτανακοπή μου, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, καθόσον στη συζήτηση της αιτήσεως, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, δεν κλητεύθηκα ποτέ, προκειμένου να παραστώ και να συμμετέχω σε αυτή, ούτε με επιμέλεια της εγκαλούσας, ούτε μετά από διαταγή του δικαστηρίου, ούτε δε και με άλλο τρόπο έλαβα γνώση αυτής, ώστε δεν άσκησα παρέμβαση, μα αποτέλεσμα να μη λάβω την ιδιότητα του διαδίκου και η ως άνω απόφαση να εκδοθεί χωρίς να ακουστώ, ζητώντας να ακυρωθεί αυτή (απόφαση). Πρώτος και εκ των δύο κυρίων λόγων της τριτανακοπής μου ήταν ο εξής: κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος: "Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη ..." Περαιτέρω δε, το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και οι μεταξύ των προσώπων αυτών διαφορές, που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, εκδικάζονται από τον Μουφτή, ο οποίος αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και τον κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος φυσικό δικαστή των εν λόγω προσώπων. Επομένως, οι αποφάσεις του, ως δικαστικές, οφείλουν, κατά ρητή επιταγή του Συντάγματος, να είναι ειδικά εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες. Έλλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του συντάγματος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ο νομικός κανόνας που εφαρμόσθηκε, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η κηρυχθείσα όμως εκτελεστή υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης στερείται παντελώς της απαιτουμένης ως άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, εκτός από μία γενική και αόριστη αναφορά στο περιεχόμενο της υποβληθείσας εκ μέρους της εγκαλούσας προφορικής αιτήσεως (στην οποία, σημειωτέον, δεν περιλαμβάνεται αίτημα για ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων μας και για απόδοση των προσωπικών της αντικειμένων, πλην όμως η απόφαση περιέχει διατάξεις και για αυτά), ουδέν άλλο αναφέρει, παρά μόνο προβαίνει στην τυπική και αόριστη αναφορά "... διαπίστωσε την αλήθεια των παραπάνω ..." χωρίς να αναφέρει ποιοι είναι εν προκειμένω οι εφαρμοστέοι κανόνες του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ποια ακριβώς περιστατικά διαπίστωσε, με ποιο τρόπο έκανε τη διαπίστωση αυτή και σε ποια αποδεικτικά μέσα στηρίχθηκε, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε ο Μουφτής στην κρίση του, περαιτέρω δε, δεν αναφέρει από την εκτίμηση ποιων πραγματικών περιστατικών οδηγήθηκε στην κρίση του περί επιδίκασης ως μηνιαίας διατροφής της εγκαλούσας του υπέρογκου ποσού των 1.800 Ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο μηνιαίο μισθό και δεν καθορίζει για ποιο χρονικό διάστημα επιδικάζεται διατροφή, δεν αναφέρει από την εκτίμηση ποιων πραγματικών περιστατικών οδηγήθηκε στην κρίση του περί ανάθεσης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μας στην εγκαλούσα. Ως εκ τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της εγκαλούσας για κήρυξη εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια ελέγχου της συνταγματικότητας αυτής, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να εξετάσει και να εφαρμόσει την ως άνω παραβιασθείσα διάταξη και να απορρίψει την αίτηση, καθόσον, μάλιστα, η κατά τα ως άνω έλλειψη αιτιολογίας προκύπτει ευθέως από το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης. Η έλλειψη αιτιολογίας δε ανάγεται στη σύμπλευση της απόφασης του Μουφτή με το Σύνταγμα και δεν αφορά την ανέλεγκτη κρίση του Μουφτή περί του εάν ορθώς ή όχι εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις. Επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, ήτοι την Προεδρεύουσα και του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τον άνω λόγο τριτανακοπής μου, κρίνοντας ως εξής: "... ο προβαλλόμενος λόγος αυτός λόγος είναι μη νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον στην παράγραφο 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος, καθορίζεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των πολιτικών, διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων και δεν αφορά η παραπάνω ρύθμιση τις αποφάσεις του Μουφτή, ο οποίος έχει μεν δικαστικές αρμοδιότητες μόνο για τους Έλληνες και Ελληνίδες υπηκόους που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, δηλαδή ασκεί δικαστικές αρμοδιότητες για μία ορισμένη μερίδα Ελλήνων. Επομένως, οι αποφάσεις που εκδίδει ο Μουφτής δεν αποτελούν δικαστική απόφαση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 93 του Συντάγματος ...". Εν ολίγοις, λέγεται ότι η "ορισμένη μερίδα" των Ελλήνων πολιτών "που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα" δεν έχουν δικαίωμα καν σε δικαστική απόφαση, πολύ περισσότερο δε, δεν αναφέρεται σε αυτούς η συνταγματική επιταγή για αιτιολογημένη δικαιοδοτική κρίση, που το άρθρο ν93 παρ. 3 του Συντάγματος αναγνωρίζει, κατά την άνω απόφαση και δικαστή, στην πλειοψηφική "μη μερίδα" των υπολοίπων Ελλήνων πολιτών. Εν ολίγοις, κατά την άνω απόφαση και δικαστή, το γεγονός και μόνο ότι είμαι μουσουλμάνος και ανήκω στη θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα των Ελλήνων πολιτών, ήτοι για λόγους αποκλειστικά θρησκευτικών πεποιθήσεων , με εξαιρεί αυτομάτως από την απόλαυση της άνω συνταγματικής επιταγής. Και ενώ το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και οι μεταξύ των προσώπων αυτών διαφορές3, που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24.12,.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, εκδικάζονται από τον Μουφτή, ο οποίος αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και τον κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του συντάγματος φυσικό δικαστή των εν λόγω προσώπων, και ενώ στην παρ. 2 του άρθρ. 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 1920/1991, ρητά ορίζεται ότι "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία", στη δε παρ. 3 του ιδίου άρθρου ότι ο Μουφτής εκδίδει "αποφάσεις επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας", οι οποίες κηρύσσονται εκτελεστές με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ήτοι ως εκ τούτων οι αποφάσεις του Μουφτή είναι δικαστικές αποφάσεις, το δε Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να κηρύξει εκτελεστή την απόφαση του Μουφτή, προβαίνει σε έλεγχο συνταγματικότητας αυτής, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 5 παρ. 3 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, κατά την άνω απόφαση και δικαστή, οι αποφάσεις του Μουφτή δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, επειδή αφορούν "ορισμένη μερίδα" των Ελλήνων πολιτών, "που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα", οι οποίοι αυτομάτως, περιέρχονται σε θέση ανισότητας εν σχέσει με την χριστιανική πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, κατά παράβαση της άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και έχουν ίσα δικαιώματα, αλλά και της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός, καθώς και της υπερνομοθετικής επιταγής του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δέον να εξασφαλίζονται ασχέτως διακρίσεως θρησκείας ή συμμετοχής σε εθνική μειονότητα. Δεύτερος και εκ των δύο κυρίων λόγος της τριτανακοπής μου ήταν ο εξής: Όπως προκύπτει από την ίδια την κηρυχθείσα εκτελεστή υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, αυτή εκδόθηκε στις 28.8.2006, σε δήθεν συνεδρίαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου της Μουφτείας χωρίς την δική μου παρουσία και χωρίς την προηγούμενη κλήτευσή μου να παραστώ σε αυτή. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας όλων όσων βρίσκονται υπό την δικαιοδοσία της Ελληνικής Πολιτείας κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Στη δε διεθνή δικαιοταξία υφίσταται αντίστοιχη διάταξη, ήτοι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπου ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως ...". Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας είναι πρώτα από όλα δικαίωμα σε προηγούμενη δικαστική ακρόαση, με την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η δικονομική δυνατότητα άσκησής του, πριν ακόμη το δικαστήριο αρχίσει να συλλέγει το πραγματικό και αποδεικτικό υλικό της δίκης. Για το λόγο αυτό όλοι οι διάδικοι πρέπει να κλητεύονται εξ αρχής με τον προσήκοντα τρόπο σε όλες τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, αλλά και σε όλες τις φάσεις της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν ουδέποτε κληθεί ένας διάδικος, τότε παραβιάζεται η ουσία του δικαιώματός του στη δικαστική ακρόαση (αδυναμία πρόσβασης σε δικαστήριο) [ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Τσιρώνης κατά Ελλάδας, 6.12.2001, παρ. 28]. Αν πάλι κληθεί καθυστερημένα, δεν θεραπεύεται η παραβίαση του δικαιώματός του, διότι βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε δυσμενέστερη θέση από τον αντίδικό του. Η αρχή της ισότητας των όπλων περιέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Περιλαμβάνει την υποχρέωση να δίδεται εύλογη δυνατότητα σε κάθε διάδικο μέρος να παρουσιάσει την υπόθεσή του μέσα σε συνθήκες που δεν το θέτουν σε καθαρά μειονεκτική κατάσταση σε σύγκριση με τον αντίδικό του. Κοντολογίς, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας προσβάλλεται αν ο διάδικος δεν κληθεί εξ αρχής στη συνεδρίαση του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεσή του. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία αν η παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης συντελείται στο πλαίσιο εκδίκασης διαφοράς οικογενειακού δικαίου. Αν και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή) δεν υπαγορεύει ρητά συγκεκριμένες δικονομικές εγγυήσεις για την επίλυση των διαφορών αυτών, στο μέτρο που η δικαστική ή άλλη επίλυσή τους ισοδυναμεί με επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος, είναι επιβεβλημένο τα υποκείμενα του δικαιώματος να έχουν την ευχέρεια να συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης όλων των σχετικών αποφάσεων για την προάσπιση των συμφερόντων του. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι προφανές ότι στερήθηκα το δικαίωμά μου σε προηγούμενη ακρόαση και σε δίκαιη δίκη, καθόσον ουδέποτε κλητεύθηκα, σε εύλογο μάλιστα χρόνο, προκειμένου να παραστώ κατά τη συνεδρίαση του Ιεροδικείου της Μουφτείας Ξάνθης στις 28.8.2006, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Προσέτι δε, η υποτιθέμενη κλήτευσή μου για την συνεδρίαση της 27.9.2006, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της γενομένης ερήμην μου συνεδρίασης της 28.8.2006 και της κατ' αυτήν λήψης και έκδοσης της υπ' αριθμό 122/28.8.2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης δεν θεραπεύει την παραβίαση του δικαιώματός μου. Ως εκ τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της εγκαλούσας για κήρυξη εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια του ελέγχου συνταγματικότητας αυτής, κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να εξετάσει και να εφαρμόσει τις ως άνω παραβιασθείσες συνταγματικές και εκ διεθνών συνθηκών εκπορευόμενες διατάξεις και να απορρίψει την αίτηση, καθόσον μάλιστα, η μη συμμετοχή μου στη δίκη ενώπιον του Ιεροδικείου και η μη κλήτευσή μου σε αυτή προκύπτουν ευθέως από το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης. Κατά την ανάπτυξη δε του άνω λόγου της τριτανακοπής μου και σε ότι αφορά την συνεδρίαση της 27.9.2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 27.9.2006, προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, επικουρικά ανέφερα ότι η υποτιθέμενη κλήτευσή μου για τη συνεδρίαση της 27.9.2006 προ είκοσι (20) μόλις ωρών, αφ' ενός μεν δεν έγινε σε εύλογο χρόνο, ώστε να δύναμαι πράγματι να ασκήσω το δικαίωμά μου, με την προσήκουσα προετοιμασία, αφ' ετέρου δε δεν καθόριζε τον τόπο της συνεδρίασης, με αποτέλεσμα ούτως ή άλλως, να μην είναι ούτε έγκαιρη ούτε έγκυρη. Όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, η οποία απέρριψε τον άνω λόγο τριτανακοπής μου, κρίνοντας ως εξής: "... Η υπ' αριθμ. 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης φαίνεται ότι εκδόθηκε στις 28.8.2006, ενώ η συμπληρωματική αυτής, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της, εκδόθηκε στις 27.9.2006. Από το σώμα της εκδοθησομένης απόφασης δεν φαίνεται εάν ο τριτανακόπτων κλήθηκε κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, όμως προκύπτει ότι στη δεύτερη συνεδρίαση της 27.9.2006 ο τριτανακόπτων εκλήθη την προηγούμενη της συζήτησης, ήτοι την 26.9.2006, όπως και ο ίδιος ομολογεί, πλην όμως δεν παρέστη. Ο ίδιος επικαλείται ότι δεν κλήθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας, πλην όμως από καμία διάταξη δεν προκύπτει η υποχρέωση κλητεύσεως εντός ευλόγου προθεσμίας για την ενώπιον του Μουφτή διαδικασία, ο ίδιος δε προτίμησε να απαντήσει με την από 27.9.2006 εξώδικό του προς τον Μουφτή Ξάνθης, η οποία κοινοποιήθηκε λίγο πριν την συνεδρίαση και όχι με κάποια αναβολή για να μπορέσει να έχει εύλογο χρόνο για την δικαστική του ακρόαση. Επομένως από τα παραπάνω συνάγεται ότι ακόμη και την προηγουμένη της δεύτερης συνεδρίασης της 27.9.2006 που αφορά την πιο πάνω απόφαση, ο τριτανακόπτων εκλήθη να παραστεί και επομένως δεν στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης ...". Εν ολίγοις, κατακρεουργήθηκε το δικαίωμά μου της προηγούμενης δικαστικής μου ακρόασης, καθόσον με αυθαίρετο τρόπο και λογικά άλματα, προσπερνάται το γεγονός ότι πράγματι δεν κλήθηκα κατά την δήθεν συνεδρίαση της 28.9.2006, κατά την οποία και εκδόθηκε η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, επειδή δήθεν κλήθηκα για την συνεδρίαση της 27.9.2006, κατά την οποία εκδόθηκε το από 27.9.2006 προσάρτημα και όχι η υπ' αριθμό 122/28.8.,2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης. Ήδη, αντιληφθείς, όμως, την σε βάρος μου συμπαιγνία, με αυτουργούς τον Μουφτή Ξάνθης και την εγκαλούσα και ιδιαίτερα την προσπάθεια "διαφυγής" του Μουφτή Ξάνθης από τις ποινικές, αστικές και διοικητικές ευθύνες του, με την έκδοση του υπ' αριθμ. πρωτοκ. 101/176.12006 εγγράφου του, διά του οποίου εμφανίζεται να ανακαλεί οίκοθεν την υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφασή του και το από 27.9.2006 προσάρτημα, για τον λόγο ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε από Ιμάμη και δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης, καθιστάμενος δήθεν έτσι πολιτικός γάμος, και για να μη μείνει τίποτε αιωρούμενο, ώστε να δυνηθώ να ασκήσω ακολούθως τα ουσιαστικά και δικονομικής φύσης δικαιώματά μου, περιέλαβα στην τριτανακοπή μου και τον εξής κατά λέξη εκτιθέμενο λόγο: "... Για να ασκεί δικαιοδοσία ο Μουφτής επί γάμων, διαζυγίων και διατροφών, θα πρέπει ο γάμος να έχει συναφθεί σύμφωνα με τον Ιερό Νόμο και από τον ίδιο. Σε διαφορετική περίπτωση, π.χ. σύναψη γάμου από Ιμάμη κάποιου Ισλαμικού Τεμένους, είναι μεν έγκυρος ο γάμος, κατά το άρθρο 2367 Α.Κ., αλλά γι τη λύση του και τη ρύθμιση του δικαιώματος διατροφής αρμόδιος είναι ο τακτικός πολιτικός δικαστής.
Εν προκειμένω, ο γάμος μου με την καθ' ής η παρούσα τελέσθηκε στις 20.8.1994 από τον Ιμάμη του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης, με σχετική δήλωση του οποίου δηλώθηκε στον Ληξίαρχο της τότε Κοινότητας Κιμμερίου Νομού Ξάνθης και συντάχθηκε η υπ' αριθμό .../6.9.1994 ληξιαρχική πράξη αυτού, ουδέποτε δε, δηλώθηκε ή καταχωρήθηκε στα βιβλία της Μουφτείας Ξάνθης. Ως εκ τούτου, ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία επί ζητημάτων που ανακύπτουν από τον γάμο αυτό, όπως για ρύθμιση των δικαιωμάτων διατροφής κλπ.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως της καθ' ης η παρούσα για κήρυξε εκτελεστής της υπ' αριθμό 122/2006 αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης, στα πλαίσια του ελέγχου εάν αυτή εκδόθηκε στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή ή όχι κατ' άρθρο 5 παρ. 3 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, όφειλε να απορρίψει την αίτηση, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης δεν είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης και την έκδοση της ως άνω αποφάσεως ...". Έτσι, με τον τρόπο αυτό έδωσα την ευκαιρία στο Δικαστήριο να άρει με καταλυτικό τρόπο τις αβάσιμες αιτιάσεις του Μουφτή Ξάνθης και, εφαρμόζοντας το Νόμο, να καταστήσει σαφές ότι τα ανωτέρω είναι αβάσιμα. Πλην όμως, όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, η οποία αγνόησε εντελώς τον άνω λόγο τριτανακοπής και δεν απάντησε καθόλου σε αυτόν, προσβάλλοντας βάναυσα με τον τρόπο αυτό το δικαίωμά μου της πρόσβασης σε δικαστήριο και της παροχής δικαστικής προστασίας, στα οποία δικαιώματα πρωτίστως εμπεριέχεται η εκδίκαση των αιτήσεών μου και η αιτιολογημένη απάντηση (απόρριψη ή αποδοχή) επί αυτών, κατά παράβαση και της άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του. Επίσης δε, αντιληφθείς, όπως προείπα, την σε βάρος μου συμπαιγνία, με αυτουργούς τον Μουφτή Ξάνθης και την εγκαλούσα, και ιδιαίτερα την προσπάθεια "διαφυγής" του Μουφτή Ξάνθης από τις ποινικές, αστικές και διοικητικές ευθύνες του, με την έκδοση του υπ' αριθμό 101/17-12006 εγγράφου του, διά του οποίου εμφανίζεται να ανακαλεί οίκοθεν την υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφασή του και το από 27.9.2006 προσάρτημα, για τον λόγο ότι δήθεν ο γάμος μου με την εγκαλούσα τελέσθηκε από Ιμάμη και δεν δηλώθηκε στον Μουφτή Ξάνθης, καθιστάμενος δήθεν έτσι πολιτικός γάμος, και για να μη μείνει τίποτε αιωρούμενο, ώστε να δυνηθώ να ασκήσω ακολούθως τα ουσιαστικά και δικονομικής φύσης δικαιώματά μου, περιέλαβα στην τριτανακοπή μου και τον εξής κατά λέξη εκτιθέμενο λόγο: "Η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης ανακλήθηκε και ακυρώθηκε αυτεπαγγέλτως, με νεότερη απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/2006 από 17.1.2006 απόφαση ανάκλησης και ακύρωσης προηγούμενης αποφάσεως, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης διεπίστωσε εκ των υστέρων οίκοθεν έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του ... Επομένως, κατόπιν τούτου, η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης στερείται πλέον εκτελεστότητος, ως ανακληθείσα και ακυρωθείσα και η κηρύξασα αυτήν (εκτελεστότητα) προσβαλλομένη απόφαση στερείται πλέον νομίμου βάσεως ...". Πλην όμως, όπως προειπώθηκε, επί της τριτανακοπής μου εκδόθηκε η υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, η οποία, ως προς τον άνω λόγο τριτανακοπής, έκρινε ως εξής: "... Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με το ν νόμο 1920/1991, "ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειάς του, επί γάμων, ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου "οι εκδιδόμενες από τον Μουφτή αποφάσεις επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν μπορούν να εκτελεστούν, ούτε αποτελούν δεδικασμένο, αν δεν κηρυχθούν εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα", όχι όμως και το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως αν με αυτή έγινε ορθή εφαρμογή ή μη του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, αν τήρησε το προσήκον είδος διαδικασίας και τους δικονομικούς τύπους ή αν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι με την υπ' αριθμ. 101/2006 απόφαση ο ίδιος ο Μουφτής κρίνει ότι δεν είχε δικαιοδοσία στην μεταξύ των διαδίκων διαφορά, καθόσον δεν διέπεται από το Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, αφού ο μεταξύ τους γάμος δεν θεωρείται θρησκευτικός και επομένως ότι αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς είναι τα Ελληνικά Δικαστήρια. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει το αν ο Μουφτής έπρεπε ή δεν έπρεπε να ασκήσει δικαιοδοσία, διότι έτσι θα υπεισέρχονταν σε θέματα ουσίας και ορθής εφαρμογής του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, γεγονός που απαγορεύεται σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθησαν ...". Αφού, δηλαδή η άνω απόφαση και δικαστής αγνόησε τον αμέσως ως άνω λόγο τριτανακοπής και αρνήθηκε να διατυπώσει το αυτονόητο, νόμιμο και αποδεικνυόμενο, ήτοι ο γάμος μου με τον εγκαλούντα είναι θρησκευτικός, γεγονός που αυτομάτως άγει σε δικαιοδοσία του αρμοδίου Μουφτή, ακολούθως ανάγει το ζήτημα της δικαιοδοσίας σε υποτιθέμενο ζήτημα ουσίας και έμμεσα το τοποθετεί στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας των δικαιοδοτικών οργάνων, τα οποία εμφανίζονται με τον τρόπο αυτό να επιλέγουν πότε επιθυμούν να ασκούν την δικαιοδοσία τους και πότε όχι και να "βαφτίζουν" κατά το δοκούν συγκεκριμένες διάφανες και μη επιδεχόμενες ερμηνειών υφιστάμενες έννομες σχέσεις, όπως ο θρησκευτικός μουσουλμανικός γάμος. Κι ενώ δε, κλήθηκε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της από 24.12.1990 Πράξεως νομοθετικού περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 1920/1991, να ερευνήσει αν η απόφαση του Μουφτή εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του, αποποιείται την αποστολή της αυτή και εκχωρεί την σχετική κρίση στον ίδιο τον "κρινόμενο" Μουφτή. Εν ολίγοις, η επί της τριτανακοπής μου εκδοθείσα υπ' αριθμό 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Σοφία Πλατάκη, έθεσε τις βάσεις για την μέχρι σήμερα κλιμακωτή βάναυση παραβίαση των ουσιαστικών και δικονομικής φύσης δικαιωμάτων μου, με κορύφωση την ακραία παραβίαση του δικαιώματός μου σε δίκαιη δίκη, όπως ειδικότερα παρακάτω αναπτύσσεται. Οι δε ως άνω παραδοχές και κρίσεις αυτής, δεν πρόκειται για απλά σφάλματα ή για κακή εκτίμηση αποδείξεων, αλλά για πλήρη απαξίωση και προσβολή των άνω αναλυτικά αναφερομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων μου, κατά τρόπον που υποδηλώνει είτε δικαιοδοτική ανεπάρκεια, έλλειψη γνώσης και έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα και στις Διεθνείς Συνθήκες, είτε δόλια διαστροφή της αλήθειας, γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο υποβληθησομένων αρμοδίως αναφοράς και ενδίκων μέσων. Πάντως, με τον τρόπο αυτό, περιεβλήθη με "ασπίδα προστασίας" ο Μουφτής Ξάνθης για την σε βάρος μου παράνομη συμπεριφορά του. Σε ότι αφορά την εγκαλούσα, προσέφυγε πλέον στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ασκώντας αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η επίμαχη υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), συγκροτηθέντος από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδη, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, με την οποία ο άνω δικαστής έκρινε ως εξής: "... Κατ' αρχάς, το αίτημα που τίθεται a priori στην ένδικη υπόθεση έγκειται στο αν το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης, διότι εδώ πρόκειται περί Ελλήνων μεν πολιτών, αλλά θρησκεύματος μουσουλμανικού, που τέλεσαν μεν γάμο κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, στη συνέχεια όμως αυτός ανακλήθηκε, όπως εκτίθεται στην αίτηση. Επί του ζητήματος αυτού, η κρίση του παρόντος δικαστηρίου είναι καταφατική, διότι, ναι μεν, κατά το προμνησθέν και αναλυτικώς εκτεθέν ως άνω άρθρο 5 παρ. 2 ν. 1920/91, ο Μουφτής έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί όμοιων υποθέσεων, όπως τα αιτήματα της ένδικης αίτησης, όμως, όπως εκτίθεται στην αίτηση και προαποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η αριθμ. 122/06 προμνησθείσα απόφαση του Μουφτή Ξάνθης που κηρύχθηκε εκτελεστή με την αριθμ. 318/06 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσιας δικαιοδοσίας), ανακλήθηκε με την αριθμ. 101/06 απόφαση του ιδίου Μουφτή, ο οποίος αποφάνθηκε ότι δεν έχει καμιά αρμοδιότητα και δικαιοδοσία επί τω ν θεμάτων όπως τα θέματα της παρούσας αίτησης, ακολούθως δε (συνεπεία της άνω ανακλητικής απόφασης του Μουφτή) ακυρώθηκε με την 92/07 προμνησθείσα απόφαση και η αριθμ. 318/06 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσιας δικαιοδοσίας) που κήρυξε εκτελεστή την αριθμ. 122/06 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο Μουφτής αποφάνθηκε ότι δεν έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα εκδίκασης θεμάτων όπως της ένδικης αίτησης, εφόσον πρόκειται περί Ελλήνων πολιτών, δικαιοδοσία έχει το παρόν δικαστήριο, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών του καθού. Διαφορετικά, αν ήθελε γίνει δεκτή η θέση του καθού περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, υφίσταται κενό, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο Μουφτής Ξάνθης απεκδύθηκε της δικαιοδοσίας του, η αναπλήρωση δε αυτού του κενού δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα καλείται να δικάσει υπό την επείγουσα μορφή των ασφαλιστικών μέτρων χωρίς τη δικονομική πολυτέλεια π.χ. μιας τελεσίδικης απόφασης επί αναγνωριστικής, ενδεχομένως, αγωγής ως προς τη μορφή του γάμου τ6ων διαδίκων, δηλαδή αν αυτός ήταν θρησκευτικός κατά τον τύπο του μουσουλμανικού δικαίου ή πολιτικός, όπως αποφαίνεται ο ίδιος ο Μουφτής Ξάνθης στην προμνησθείσα αριθμ. 101/06 απόφασή του ή ανυπόστατος, κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου (βλ. άρθρο 1367, 1372 παρ. 2 Α.Κ.) ...". Εν ολίγοις, η άνω απόφαση και δικαστής, αφού πρώτου διαλαμβάνει εσφαλμένα ότι ανακλήθηκε ο ίδιος ο γάμος μου, δεν προβαίνει σε ευθύ ή παρεμπίπτοντα έλεγχο περί του είδους ή του κύρους του γάμου μου με την εγκαλούσα και κατασκευάζει ένα "νομικό επιχείρημα", σύμφωνα με το οποίο δύναται ο φυσικός δικαστής εκάστου Έλληνα πολίτη να αυτοσχεδιάζει και να αυτοαποποιείται κατά βούληση την ιδιότητά του αυτή. Αναφερόμενος δε και επαναλαμβάνοντας τις πλημμέλειες της άνω υπ' αριθμό 92/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία), δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μου στερεί τον κατ' άρθρο 8 του Συντάγματος φυσικό μου δικαστή, που είναι ο Μουφτής Ξάνθης και να καλύπτει δι' αυτού του τρόπου τις παραβάσεις στις οποίες αυτές περιέπεσε. Το διακύβευμα που ανέκυψε από την παράνομη συμπεριφορά του Μουφτή Ξάνθης και της εγκαλούσας σε βάρος μου δεν είναι να στερηθώ χωρίς τη θέλησή μου τον φυσικό μου δικαστή, αλλά ο έλεγχος (ποινικός, πειθαρχικός κλπ) αυτού. Προκειμένου να καλυφθεί ο επίορκος φυσικός δικαστής δεν θα στερηθώ εγώ το θεμελιώδες δικαίωμά μου. Σε ότι αφορά δε την εκ μέρους μου άσκηση των δικαιωμάτων μου, δεδομένων πλέον των άνω κρίσεων, προσέφυγα για την λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ενώπιον του οποίου άσκησα την από 21.4.2007 (αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 65/30.5.2007) αγωγή διαζυγίου, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, στην οποία εξέθεσα στα ουσιώδη σημεία τους τα ανωτέρω και της οποίας το περιεχόμενο έχει κατά λέξη ως εξής: "... Με την εναγομένη είμαστε τυπικά σύζυγοι, ο δε γάμος μας τελέσθηκε στα Κιμμέρια Νομού Ξάνθης την 20ή Αυγούστου 1994, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, για τον οποίο συντάχθηκε αρμοδίως η υπ' αριθμό .../6.9.1994 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου της τότε Κοινότητος Κιμμερίων Νομού Ξάνθης. Από το γάμο μας αυτό αποκτήσαμε δύο τέκνα ήτοι α) τον Τ., που γεννήθηκε την 18 Μαΐου 1995 στην Ξάνθη και β) την Α., που γεννήθηκε την 21 Αυγούστου 1998 στην Ξάνθη, η δε κοινή μας διαμονή (οικογενειακή στέγη) βρισκόταν πάντοτε στα ... Νομού Ξάνθης. Η έγγαμη συμβίωσή μας, όμως διεκόπη οριστικά το Καλοκαίρι του έτους 2006, λόγω ακραίας και οριστικής ρήξης στις μεταξύ μας σχέσεις, που επέφερε οριστική ρήξη και σε κάθε μεταξύ μας συναισθηματικό δεσμό, για λόγους που, κατ' αρχήν, αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο και τη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία αδιαφορούσε πλήρως για τις συναισθηματικές μου ανάγκες, εκδήλωνε ψυχρότητα και συναισθηματική αδιαφορία, καθώς και αποχή από κοινή κλίνη και διακοπή κάθε σαρκικής επαφής: Μετά την ως άνω οριστική ρήξη της σχέσης μας, το καλοκαίρι του έτους 2006, αμφότεροι εγκαταλείψαμε την οικογενειακή μας στέγη, η δε εναγομένη εγκαταστάθηκε σε άλλη κατοικία κι έτσι διεκόπη οριστικά η έγγαμη συμβίωσή μας, αλλά και κάθε είδους σχέση ή επαφή μεταξύ μας. Μάλιστα δε, ήδη έχω συνδεθεί συναισθηματικά με νέα σύντροφο, με την οποία προτίθεμαι να συνάψω άμεσα γάμου, ήτοι με την Σ. Μ. Α. του Χ. και της Ο. , κάτοικο ..., με την οποία αναπτύξαμε έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό, που τον διακρίνουν η αμοιβαία τρυφερότητα, αγάπη και αφοσίωση. Περαιτέρω δε, η εναγομένη έχει εκδηλώσει ρητά, με ενέργειές της, την πρόθεσή της για διάζευξή μας, καθόσον: Υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 13.10.2006 (αριθμ. εκθ. καταθ. 370/23.102006) αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 318/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) , με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η υπ' αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, το περιεχόμενο της οποίας (αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης) είχε ως εξής: Η ως άνω απόφαση του Μουφτή Ξάνθης ανακλήθηκε και ακυρώθηκε, αυτεπαγγέλτως, με νεότερη απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό πρωτοκ. 101/2006 από 17.1.2006 απόφαση ανάκλησης και ακύρωσης προηγούμενης αποφάσεως, καθόσον ο Μουφτής Ξάνθης διεπίστωσε εκ των υστέρων, οίκοθεν, έλλειψη αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας του. Το ακριβές περιεχόμενο της ως άνω ανακλητικής αποφάσεως του Μουφτή Ξάνθης έχει ως εξής: "Από έρευνα στα βιβλία Μουφτείας προέκυψε ότι ο γάμος της Μ. Τ. του Τ. και της Α. και του Σ. Μ. του Χ. και της Τ., κατοίκων ..., δεν έχει δηλωθεί στη Μουφτεία Ξάνθης και δεν έχει καταχωρηθεί ως θρησκευτικός γάμος. Επομένως θεωρείται πολιτικός γάμος και ο Μουφτής δεν έχει καμία αρμοδιότητα και δικαιοδοσία. Για τον λόγο αυτό ανακαλείται και ακυρώνεται η υπ' αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του Ιερονομικού Δικαστηρίου ...". Περαιτέρω δε, η εναγομένη στις 13.9.2006, ενέγραψε σε βάρος μου υποθήκη στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας μου, επικαλούμενη υποτιθέμενη αξίωση από αποκτήματα. Επειδή, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, είναι φανερό ότι επήλθε ισχυρός κλονισμός των μεταξύ εμού και της εναγομένης σχέσεων, από λόγους που αφορούν αρχικά μεν αποκλειστικά την εναγομένη, στη συνέχεια δε και τους δύο μας, ώστε βάσιμα η τυπική εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης μας να είναι αφόρητη τόσο για μένα όσο και για την εναγομένη. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να λυθεί ο γάμος μου με την εναγομένη. Επικουρικά δε, εφόσον ήθελε κριθεί ότι, παρά την εν προκειμένω υφισταμένη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, προκειμένου περί Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, όπως αμφότεροι οι διάδικοι, εφαρμοστέο από αυτά (τακτικά πολιτικά δικαστήρια) τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Οικογενειακό Δίκαιο, και πάλι συντρέχει λόγος διαζυγίου, καθόσον, κατά τους κανόνες αυτού (Ιερού Μουσουλμανικού Οικογενειακού Δικαίου), σε περίπτωση που η κοινή συμβίωση μεταξύ των συζύγων είναι πλέον αδύνατη, ο σύζυγος δικαιούται να χωρίσει την σύζυγο, με την προϋπόθεση να καταβάλει το ποσό που της έχει υποσχεθεί κατά την τέλεση του γάμου (νικιάχ). Με την παρούσα δε, δηλώνω ρητά ότι χωρίζω με την εναγομένη, προσφερόμενος στην καταβολή του νικιάχ, ανερχομένου σε πενήντα μία χρυσές "Ρεσάτ" λίρες. Επομένως, επικουρικά συντρέχει νόμιμη περίπτωση να λυθεί ο γάμος μου με την εναγομένη, με την καταβολή εκ μέρους μου στην εναγομένη του χρηματικού ισοτίμου πενήντα μίας χρυσών "Ρεσάτ" λιρών ...". Επί της άνω αγωγής μου δε, εκδόθηκε η υπ' αριθμό 89/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία γαμικών διαφορών), προεδρεύοντος του Προέδρου Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδη, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, η οποία απέρριψε την αγωγή μου για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθόσον κρίθηκε ομόφωνα, ορθότατα και νόμιμα, ότι για τη λύση του γάμου μου με την εγκαλούσα, δικαιοδοσία έχει ο Μουφτής Ξάνθης και με καταδίκασε μάλιστα και στην εκ 500 ευρώ δικαστική δαπάνη της εγκαλούσας. Όμως, ο ίδιος δικαστής, ήτοι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Μιχαήλ Κακαμανούδης, όταν κλήθηκε να κρίνει επί δικού μου αιτήματος, εξέφρασε εκ διαμέτρου αντίθετη κρίση με την κρίση που εξέφρασε όταν κλήθηκε να κρίνει επί αιτήματος της εγκαλούσας. Η συμπεριφορά δε αυτή δεν πρόκειται για απλά σφάλματα ή για κακή εκτίμηση αποδείξεων, αλλά για πλήρη απαξίωση και προσβολή των παρακάτω αναφερομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων μου, κατά τρόπο που υποδηλώνει είτε δικαιοδοτική ανεπάρκεια, έλλειψη γνώσης και έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα, είτε δόλια σε βάρος μου συμπεριφορά, γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο υποβληθησομένων αρμοδίως αναφοράς και ενδίκων μέσων. Εν ολίγοις, όταν εγώ προσέφυγα σε πολιτικό δικαστήριο, η αγωγή μου απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, ενώ όταν προσέφυγε σε Πολιτικό δικαστήριο η εγκαλούσα, η αίτησή της εσφαλμένα εκδικάσθηκε από αυτό, λόγω δήθεν υφισταμένης δικαιοδοσίας του. Έτσι όμως, παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 και το άρθρο 20 του Συντάγματος, καθόσον αντιμετωπιζόμεθα με διαφορετικό τρόπο οι διάδικοι και διαμορφώνεται για την ίδια έννομη σχέση και τους ίδιους διαδίκους διαφορετικό κάθε φορά καθεστώς δικαιοδοσίας και παροχής έννομης προστασίας. Εκτός από εμένα, όμως, και η εγκαλούσα προσέφυγε περαιτέρω, με τακτική αγωγή διατροφής και ανάθεσης γονικής μέριμνας τέκνων, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ενώπιον του οποίου άσκησε την από 26.7.2007 (αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 125/1.8.2007) αγωγή της, την οποία προσάγω ως αναγνωστέα, της οποίας το περιεχόμενο έχει στα κρίσιμα ουσιώδη σημεία του κατά λέξη ως εξής: "... Στις 20.8.1994 στα Κιμμέρια Ξάνθης, με τον σύζυγό μου Μ. (επώνυμο) Σ. (όνομα) του Χ. και της Τ. τελέσαμε νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξης γάμου του ληξιάρχου Κιμμερίων. Από τον γάμο μας αυτό στις 18.5.1995 αποκτήσαμε το πρώτο τέκνο μας, τον Τ., ηλικίας σήμερα 12 ετών και στις 21.8.1998 αποκτήσαμε την Α., ηλικίας σήμερα 9 ετών ...
Επειδή μολονότι είχαμε τελέσει νόμιμο θρησκευτικού τύπου γάμο κατά τους τύπους της Μουσουλμανικής Θρησκείας και απευθυνθήκαμε ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης τόσο για τη λύση του γάμου όσο και για την διευθέτηση των μεταξύ μας ως συζύγων διαφορών μας με την διατροφή και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων μας, ενώ αρχικά εξεδόθη η με αριθμό 122/28.8.2006 απόφαση του ιερονομικού Δικαστηρίου και το συμπλήρωμα αυτής με ημερομ. 27.9.2006 για τη διευθέτηση των θεμάτων αυτών, κατόπιν εξεδόθη από την Μουφτεία Ξάνθης η με ημερ. 17 Νοεμβρίου 2006 απόφαση ανάκλησης και ακύρωσης της προηγούμενης απόφασης (με αριθμό122/06) λόγω του ότι ο γάμος μου θεωρήθηκε πολιτικός επειδή δεν είχε καταχωρηθεί ως θρησκευτικός γάμος στη Μουφτεία Ξάνθης, επομένως θεωρείται πολιτικός και ο Μουφτής δεν έχει καμία δικαιοδοσία ...". Επί της άνω αγωγής της εγκαλούσας εκδόθηκε υπ' αριθμό 125/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (ειδική διαδικασία), συγκροτηθέντος από την Πρωτοδίκη Ευαγγελία Μπάλλα, η οποία αφού έκρινε ορθά ότι "... οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες του Ιερού Νόμου των Μουσουλμάνων, ήτοι με πρόταση του εναγομένου και αποδοχή της ενάγουσας στο όνομα του Αλλάχ (fatima), ενώπιον δύο αρρένων μαρτύρων και καθορισμό της δωρεάς (nikah), ενώπιον του Ιμάμη Κιμμερίων, θρησκευτικού λειτουργού της μουσουλμανικής θρησκείας, στις 20.8.1994, ο οποίος καταχωρήθηκε ως θρησκευτικός στο ληξιαρχείο Κιμμερίων Ν. Ξάνθης ...", καθώς καθότι "... ο γάμος όμως είναι έγκυρος ως θρησκευτικός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε στη Μουφτεία ...", έκρινε αυτή τη φορά, εσφαλμένα, ότι ο Μουφτής δεν έχει δήθεν δικαιοδοσία, διότι δεν αποτελεί φυσικό δικαστή, κατά την έννοια των άρθρων 87 επ. του Συντάγματος, στερείται των κατά το Σύνταγμα προσόντων του δικαστή, αφού δεν διορίζεται όπως προβλέπει το Σύνταγμα, δεν είναι ισόβιος και δεν απολαύει της κατά το Σύνταγμα λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, ότι οι άνω αναφερόμενες διατάξεις δεν υπερισχύουν των διατάξεων του Συντάγματος, που αφορούν την διάκριση των λειτουργιών και την ανεξαρτησία του Δικαστηρίου, ούτε και των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία διεθνή δέσμευση να εφαρμόσει τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ότι οι υποθέσεις επιμέλειας και οι υποθέσεις διατροφής της συζύγου πέραν του τριμήνου δεν περιλαμβάνονται στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία του Μουφτή προσβάλλει την θρησκευτική ελευθερία, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό καθεστώς μεταξύ των ελλήνων μουσουλμάνων, και ως εκ τούτου αντιβαίνει στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Παρά την διαφορετική προς την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κρίση της, ήτοι παρά το γεγονός ότι ορθώς έκρινε ότι ο γάμος μου με την εγκαλούσα είναι υποστατός και έγκυρος, απέρριψε το υποβληθέν νομότυπα αίτημά μου για ανάκληση των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), θεμελιώνοντας την απορριπτική κρίση της στην υποτιθέμενη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων και στο γεγονός ότι, εάν εκαλείτο να λάβει τα ίδια ασφαλιστικά μέτρα, θα τα ελάμβανε. Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, συγκροτούμενο από την ίδια Πρωτοδίκη Ευαγγελία Μπάλλα, εξέδωσε, πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης, δεκάδες αποφάσεις με αντίθετο περιεχόμενο, ενδεικτικά δε αναφέρονται οι εκδοθείσες κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 είκοσι οκτώ (28) συνολικά αποφάσεις, επί αιτήσεων για κήρυξε εκτελεστών αποφάσεων του Μουφτή Ξάνθης, ήτοι οι υπ' αριθμούς 43/2007, 46/2007, 117/2007, 174/2007, 175/2007, 221/2007, 241/2007, 317/2007, 318/2007, 380/2007, 408/2007, 3/2008, 84/2008, 107/2008, 222/2008, 238/2008, 239/2008, 268/2008, 366/2008, 367/2008, 380/2008, 384/2008, 27/2009, 55/2009, 115/2009, 190/2009, 300/2009, 301/2009, 302/2009, 330/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) με τις οποίες επικύρωσε τις αποφάσεις του Μουφτή Ξάνθης (πλην μίας αναβλητικής, με την οποία διέταξε την κλήτευση διαδίκου) και δεν έκρινε ότι δήθεν ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία, δεν αποτελεί φυσικό δικαστή και η δικαιοδοσία του αντιβαίνει στις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση διατάξεις. Αντιθέτως δέχθηκε ότι οι κηρυχθείσες εκτελεστές αποφάσεις του Μουφτή Ξάνθης εκδόθηκαν μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας αυτού, επί διαφορών μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, κατοίκων της περιφερείας του, επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και ότι οι διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου που εφαρμόσθηκαν δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Μάλιστα δε, ενδεικτικά αναφέρεται ότι εξέδωσε την υπ' αριθμό 31/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (τακτική διαδικασία) επί αγωγής περί κλήρου, ήτοι επί κληρονομικής διαφοράς μεταξύ Ελλήνων Μουσουλμάνων πολιτών, με την οποία έκρινε ότι δικαιοδοσία επ' αυτής έχει ο Μουφτής Ξάνθης και την οποία προσάγω ως αναγνωστέα. Το πλέον αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός ότι και μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, εξέδωσε την υπ' αριθμό 131/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκούσια δικαιοδοσία) με την οποία και πάλι κήρυξε εκτελεστή απόφαση του Μουφτή Ξάνθης και δεν έκρινε ότι δήθεν ο Μουφτής δεν έχει δικαιοδοσία, δεν αποτελεί φυσικό δικαστή και η δικαιοδοσία του αντιβαίνει στις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση διατάξεις. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι η κηρυχθείσα εκτελεστή απόφαση του Μουφτή Ξάνθης εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας αυτού, επί διαφοράς μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, κατοίκων της περιφερείας του, επί υποθέσεως αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και ότι οι διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου που εφαρμόσθηκαν δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Εν ολίγοις, η κρίση της επί της αγωγής της εγκαλούσας δεν οφείλεται στην ανέλεγκτη ανεξάρτητη νομική θέση της, αλλά οφείλεται σε προφανή δόλια διαφορετική αντιμετώπιση μόνον εμού, ώστε να καλυφθούν δι' αυτού του τρόπου, με νέα παράβαση, οι προγενέστερες σε βάρος μου παραβάσεις. Ενόψει δε της ανωτέρω άπαξ μεταβολής της κρίσης της, μόνον στη δική μου υπόθεση, δεν δύναμαι στην περίπτωση αυτή να πιθανολογήσω απλώς δικαιοδοτική ανεπάρκεια ή έλλειψη γνώσης. Πλέον, διογκώνονται σε βάρος μου τα "σφάλματα" και οι αντιφάσεις, προκειμένου να καλυφθούν οι σε βάρος μου παραβάσεις των ιδίων των δικαιοδοτικών οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και καταδεικνύεται από το γεγονός ότι τα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε δύο ποινικές δίκες, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι καταδικαστικές σε βάρος μου υπ' αριθμούς 794/6.3.2009 και 2871/13.11.2009 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, κατά τις οποίες ο Εισαγγελέας της έδρας, ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Διονύσιος Λαμπρίδης, ουδέν έπραξε, παρά την κατ' άρθρο 36 ΚΠΔ υποχρέωσή του για κίνηση της σχετικής ποινικής διαδικασίας, όταν πληροφορείται με οποιονδήποτε τρόπο ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη. 10/. Συμπερασματικά: Σε ότι αφορά τον γάμο μου με την εγκαλούσα, εφαρμοστέο τυγχάνει το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, του οποίου η εφαρμογή είναι υποχρεωτική, δικαιοδοσία δε επί υποθέσεων διατροφής της εγκαλούσας και των τέκνων μας έχει ο Μουφτής Ξάνθης και όχι τα Πολιτικά Δικαστήρια. Συνεπώς, η υπ' αριθμόν 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) εκδόθηκε αφ' ενός από στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, στερώντας μου τον κατ' άρθρο 8 του Συντάγματος φυσικό μου δικαστή, αφ' ετέρου δε χωρίς να εφαρμόσει έστω η ίδια το οικογενειακό διαπροσωπικό μου δίκαιο, ήτοι το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, προσέτι δε, αποτελεί η ίδια αποτέλεσμα μη σύννομων σε βάρος μου ενεργειών. Προσάγω δε, στο σημείο αυτό, την από 5.2.2007 γνωμοδότηση (ΦΕΤΒΑ) του ιδίου του Μουφτή Ξάνθης, στην οποία βεβαιώνονται τα εξής: "... Κατά το θρησκευτικό μας δόγμα (αίρεση Χανεφή), εάν υπάρχει τέκνο, η επιμέλειά του ανήκει στην μητέρα του μέχρι να γίνει 7,5 το πολύ χρονών, ενώ ο πατέρας ... καταβάλλει το ποσό των 250 ευρώ ως διατροφή. Η επιμέλεια του τέκνου, μετά το 10ο έτος της ηλικίας του ανήκει στον πατέρα ..." Στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, συγχρόνως με τη λύση του γάμου ρυθμίζεται το ζήτημα της "κηδεμονίας" των ανηλίκων τέκνων. Σύμφωνα με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, η "κηδεμονία" των αγοριών μέχρι ηλικίας επτά (7) ετών, των δε κοριτσιών μέχρι ηλικίας εννέα (9) ετών, ανήκει στη μητέρα. Στη συνέχεια και μέχρι την ενηλικίωση, την κηδεμονία τους αναλαμβάνει ο πατέρας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, όμως, με την υπ' αριθμό 2308/2007 απόφασή του (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), υπέπεσε σε μείζον σφάλμα, ήτοι εφαρμόζοντας τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι αυτές του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, παραβιάζοντας τις ως άνω Διεθνείς Συνθήκες, οι οποίες μάλιστα τυγχάνουν Συνθήκες Ειρήνης, ήτοι με τον σεβασμό και την εφαρμογή τους συνδέεται η ασφάλεια και η ειρήνευση των λαών των συμβαλλομένων χωρών, και καταπατώντας τα εξ αυτών προστατευόμενα δικαιώματά μου, εκτρεπόμενο από τις διεθνείς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, υπό δικαστηρίου, το οποίον θα αποφασίση επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως".Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ: "Παν πρόσωπον ... έχει το δικαίωμα πραγματικής [=αποτελεσματικής] προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής ...".
Εν προκειμένω, όμως, ενώ, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εγώ είμαι αυτός που πρώτος προσέφυγα στον Μουφτή Ξάνθης, αυτός αρνήθηκε παράνομα να εκδικάσει την αίτησή μου για λύση του γάμου μου, στη συνέχεια δε, χωρίς προηγούμενη ακρόασή μου (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), εξέδωσε παράνομα σε βάρος μου απόφαση διατροφής και κηδεμονίας των ανηλίκων τέκνων μου, την οποία ακολούθως επίσης με παράνομη αιτιολογία ανακάλεσε, παραπέμποντας έμμεσα την διαφορά στα Πολιτικά Δικαστήρια, τα οποία με τη σειρά τους, παρέπεμψαν εκ νέου την υπόθεση στον Μουφτή Ξάνθης. Έτσι όμως, δεν δύναται να γίνει λόγος για "δίκαιη δίκη" και πολύ περισσότερο για "αποτελεσματική προσφυγή", καθόσον στην περίπτωσή μου ισχύει το γεγονός ότι δεν δύναμαι τελικά να αξιώσω δικαστική προστασία από καμία εθνική αρχή. Εν ολίγοις, στην πραγματικότητα, ενώ υποτίθεται ότι έχω προστατευόμενο δικαίωμα στην αναγνώριση και κήρυξη της λύσης του γάμου μου με την εγκαλούσα και στην κηδεμονία των ανηλίκων τέκνων μου, συνακόλουθα δε και στη διατροφή αυτών, καθόσον, εφόσον έχω την κηδεμονία αυτών, έχω εγώ και όχι η εγκαλούσα την εν γένει φροντίδα της διατροφής τους και ότι δικαιούμαι και δύναμαι να αξιώσω δικαστική προστασία του δικαιώματός μου αυτού, δεν πρόκειται για πραγματική, αλλά για προσχηματική δυνατότητα.
Συνεπώς, παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. Εν τούτοις, ενώ οι εθνικές αρχές αρνούνται κατά τα ανωτέρω να κρίνουν οριστικά επί της υποθέσεώς μου, βρίσκομαι κατηγορούμενος και κινδυνεύω με οριστική καταδίκη και στέρηση της ελευθερίας μου, για δήθεν παραβίαση μίας απόφασης με προσωρινή ισχύ (άρθρο 695 ΚΠολΔ), κατά της οποίας δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα (άρθρο 695 ΚΠολΔ), χωρίς καμία απολύτως εγγύηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, μετά την μέλλουσα οριστική κρίση της υπόθεσης, και η οποία απόφαση, με τη σειρά της, είναι και η ίδια προϊόν παραβίασης των εφαρμοζομένων στην περίπτωσή μου διατάξεων, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα (έλλειψη δικαιοδοσίας, μη εφαρμογή μουσουλμανικού δικαίου). Υπ' αυτές τις συνθήκες όμως παραβιάζεται επιπλέον και η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι άγομαι σε οριστική ποινική καταδίκη από τις ίδιες εθνικές αρχές (δικαστήρια), που αρνούνται, κατά τα ανωτέρω, να επιληφθούν και επιλύσουν οριστικά τις σχετικές προσφυγές μου. Εν κατακλείδι, προσβάλλεται το δικαίωμά μου σε δίκαιη δίκη, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η φερόμενη ως δήθεν άρνησή μου να εφαρμόσω την παράνομη υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) δεν οφείλεται σε κακοβουλία μου ως προς την υποχρέωσή μου καταβολής διατροφής στα τέκνα μου, τα οποία φροντίζω να διατρέφω, καλύπτοντας τις σχετικές ανάγκες τους άμεσα και όχι με καταβολή των ορισθέντων ποσών στην εγκαλούσα, αλλά πρόκειται για την έσχατη ενέργεια προάσπισης των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων μου, καθόσον με τις συνδυασμένες ενέργειες των δικαιοδοτικών οργάνων της Ελληνικής Δημοκρατίας προσβάλλεται βάναυσα η προστατευόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αξία μου ως ανθρώπου. Αφού τα δικαιοδοτικά όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας εξέδωσαν κατά παράβαση καθήκοντος την υπ' αριθμό 2.308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, στη συνέχεια κρύπτονται πίσω από το τυποποιημένο επιχείρημα της τυπικής ισχύος της αποφάσεως αυτής, ώστε να με καταδικάζουν. Δικάζομαι δε και καταδικάζομαι από τους δημιουργούς ψευδοπροϋποθέσεων της υποτιθέμενης ενοχής μου, οι δε καταδίκες μου αποτελούν το όχημα της συγκάλυψης των παραβάσεων των ιδίων των οργάνων απονομής δικαιοσύνης. Η δε παραβίαση των δικαιωμάτων μου σε δίκαιη δίκη είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η Ελληνική Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κι ως εκ τούτου αποδέχθηκε και κύρωσε την Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία υπεγράφη στις 2.10.1997 και τη Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία υπεγράφη στις 26.2.2001 και τέθηκε σε ισχύ στις 1.2.2003, στην Ελλάδα δε η κύρωσή της έγινε με τον Ν. 3001/2002 (ΦΕΚ Α' 73/8.4.2002). Περαιτέρω, με το ΝΔ 53/1974 (ΦΕΚ Α' 256/20.9.1974), η Ελληνική Δημοκρατία κύρωσε την εν Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία διατυπώθηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις, μετά την επικύρωσή τους και τη θέση τους σε ισχύ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης διάταξης νόμου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως υπό δικαστηρίου, το οποίον θα αποφασίση ... επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ..." Η δε υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εκτείνεται τόσο στον ουσιαστικό έλεγχο επί ποινικής κατηγορίας όσο και στον νομικό και συνακόλουθα και στον αναιρετικό έλεγχο. ΟΡΑΤΕ: ΕΔΑΔ, Υπόθεση Periana κατά Ελλάδας. Απόφαση της 22.02.2007, Εφημ.ΔΔ 2007, 331.
Συνεπώς, για όσα αναλυτικά εκτέθηκαν, δεν είναι βάσιμη η εναντίον μου ποινική κατηγορία της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής, δεδομένου ότι διώκομαι κατά παράβαση των ως άνω αναλυτικά αναφερομένων δικαιωμάτων μου ως Έλληνα πολίτη και ως ανθρώπου, τόσο δε η δημιουργία των προϋποθέσεων του αποδιδόμενου σε μένα ποινικού αδικήματος, ήτοι η έκδοση της υπ' αριθμό 2.308/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), όσο και ακολούθως, η ποινική διαδικασία, από την σε βάρος μου άσκηση ποινικής δίωξης μέχρι και την παρούσα κατ' έφεση δίκη, διεξάγεται κατά προφανή παραβίαση του δικαιώματός μου σε δίκαιη δίκη και πρέπει να κηρυχθώ αθώος". Από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει περαιτέρω ότι δια των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ζήτησε την ανάγνωση από τα αναφερόμενα στους ισχυρισμούς έγγραφα, (που διατείνεται ότι ζήτησε την ανάγνωση και δεν αναγνώσθηκαν), μόνον όσον αφορά τα παραπάνω υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 5 έγγραφα δηλαδή την από 3-1-2007 τριτανακοπή της 92/2007 επ' αυτής απόφαση την 125/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και την 31/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Όμως ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατά την προφορική ανάπτυξη του πιο πάνω ισχυρισμού του ρητά αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των πιο πάνω τεσσάρων εγγράφων (βλ. σελ. 32, 34 και 53 των πρακτικών), και με κάθε λεπτομέρεια σχολίασε το περιεχόμενό τους προς το Δικαστήριο, το οποίο περιέλαβε στο σκεπτικό του το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων όπως αναπτύχθηκε από το συνήγορο. Εξάλλου τα λοιπά έγγραφα, δηλαδή τις 30 συγκεντρωτικά αναφερόμενες αποφάσεις (με τον αριθμό 4 πιο πάνω) και την υπ' αριθ. 31/2010 (με τον αριθμό 6) ο συνήγορος του αναιρεσείοντος τις αναφέρει διηγηματικά, στο αναγνωσθέν υπόμνημά του χωρίς οιοδήποτε αίτημα αναγνώσεως, και δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι τα έγγραφα αυτά πράγματι προσκομίστηκαν και παραδόθηκαν στην διευθύνουσα προς ανάγνωση, τη χρονική αυτή στιγμή καταθέσεως στην έδρα του πολυσέλιδου εγγράφου αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε προκύπτει ότι ο συνήγορος παρέδωσε αργότερα τα έγγραφα αυτά κατά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων της υποθέσεως για ανάγνωση. Επιπλέον, από τα ίδια τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά, (που δεν περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στα πρακτικά ως αναγνωστέα και αναγνωσθέντα έγγραφα), προσκομίστηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου αλλά και δεν προκύπτει ότι κατά της αρνήσεως της διευθύνουσας τη συζήτηση να ικανοποιήσει το αίτημα του κατηγορουμένου να αναγνώσει όλα τα πιο πάνω έγγραφα ή της παραλείψεως να αποφανθεί επί αιτήματος αναγνώσεως ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προσέφυγε στο δικαστήριο και αυτό, παρά τον νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως, ο ως παραπάνω σχετικός πρώτος πρόσθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, πέρα από το γεγονός ότι καθόσον αφορά τα υπό στοιχεία Δ, 2, 3 και 5 έγγραφα είναι και αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούµενο δικαιωµάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστή να δηµιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωµάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούµενη σχετική αίτηση του κατηγορουµένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, τον λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές µε τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση στο ακροατήριο της μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας η διευθύνουσα τη συζήτηση της υποθέσεως δεν έδωσε μεν το λόγο στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, προκειμένου να ασκήσει το από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δικαίωμά του, δηλαδή να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση της μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας της πολιτικώς ενάγουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο αλλά δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος αυτός και δε δόθηκε.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη µη παροχή εκ μέρους της διευθύνουσας τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, τον λόγο σε αυτόν, μετά την κατάθεση της μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας της πολιτικώς ενάγουσας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά µε την αξιοπιστία αυτής και έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τρίτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο εκός εάν αυτά αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του α) την 125/22.10.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (ειδική διαδικασία), β) την 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκουσία δικαιοδοσία) και γ) την αρ. 3-1-2007 τριτανακοπή του (αναιρεσείοντος) κατά της 318/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκουσία δικαιοδοσία), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 92/2007 απόφαση, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν συμπεριλαμβάνονται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ότι επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, αφ' ενός μεν, τα ως άνω έγγραφα αναφέρονται διηγηματικώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφ' ετέρου δε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο ρητώς αναφέρεται στα έγγραφα αυτά, κατά το περιεχόμενό τους των οποίων, μάλιστα αποσπάσματα των περιεχομένων τους μεταφέρει στους ισχυρισμούς του αυτούσια (βλ. σελ. 32 των πρακτικών, όπου ο αναιρεσείων επικαλείται την ως άνω τριτανακοπή του, σελ. 34 των πρακτικών όπου ο αναιρεσείων εκθέτει ότι επί της ως άνω τριτανακοπής του εκδόθηκε η 92/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, σελ. 34 όπου γίνεται εκ νέου αναφορά για την ως άνω 92/2007 απόφαση, σελ. 53 όπου γίνεται αναφορά στην 125/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης Ειδικής διαδικασίας, διαγραφής, που εκδόθηκε επί του με αριθμό 126/1-2-2007 τακτικής αγωγής). Επομένως, ο αναιρεσείων δεν αποστερήθηκε της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με τα ως άνω έγγραφα, αλλ' αντιθέτως με κάθε λεπτομέρεια σχολίασε τα έγγραφα αυτά, που ο ίδιος άλλωστε επικαλέστηκε, γνωρίζοντας το ακριβές περιεχόμενό τους. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του Ποινικού Κώδικα "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τον δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ' ευθείαν γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων, β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής, γ) δόλος, ήτοι δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή από κακοβουλία, δηλαδή ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, οφειλόμενη σε κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, η δε οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Στον δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως, βάσει όμως ήδη δικαστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε σε βάρος του, της οποίας έλαβε γνώση ο δράστης και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του και δ) ο δικαιούχος να υποστεί πράγματι στερήσεις ή να αναγκασθεί να ζητήσει ή να δεχθεί βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή τελείται κατ' εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών), αν δε η στέρηση αφορά περισσότερα από ένα πρόσωπα, όπως δύο ανήλικα τέκνα, πρόκειται για ισάριθμα εγκλήματα σε αληθινή συρροή, δηλαδή για αυτοτελή εγκλήματα, (όσα και τα δικαιούχα πρόσωπα) που τελέσθηκε το καθένα κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, που υποχρεώνει κάποιον σε καταβολή διατροφής, έστω και προσωρινά, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν είναι υποστατή, αν ισχύει και είναι εκτελεστή, έστω προσωρινά, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, σε συνάρτηση με τον χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όμως δεν ελέγχει και την ορθότητά της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο, το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1502/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για παραβίαση υποχρεώσεως διατροφής δύο ανηλίκων τέκνων του, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα είναι Έλληνες Μουσουλμάνοι, κάτοικοι ... . Με τη με αριθμό 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην εγκαλούσα για λογαριασμό της, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή, το ποσό των 400 ευρώ και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, Τ. και Α., που γεννήθηκαν αντίστοιχα κατά τα έτη 1955 και 1998 και των οποίων αυτή ασκούσε προσωρινά την επιμέλεια, τα ποσά των 400 και 300 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθμό 2869/1684/21.9.2007 αίτησης. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 8.1.2008, σύμφωνα με τη με αριθμό 10732Β'/2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ... και ίσχυε μέχρις ότου εκδοθεί η με αριθμό 125/22.10.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ειδική διαδικασία διατροφών), που εκδόθηκε επί της με αριθμό 126/1.8.2007 τακτικής αγωγής. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, κακόβουλα, δηλαδή από κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί η σύζυγος και τα τέκνα τους τα αναγκαία για τη διατροφή τους, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε αδυναμία καταβολής των πιο πάνω ποσών, καθόσον διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας υγραερίου και αυτοκινήτων, διέθετε περιουσία και η οικονομική του κατάσταση ήταν πολύ καλή και επιπλέον γνώριζε ότι οι δικαιούχοι της προσωρινής διατροφής, η άμεση ανάγκη των οποίων πιθανολογήθηκε κατά την έκδοση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, κινδυνεύουν να μην έχουν τους αναγκαίους πόρους προς το ζην και ότι θα αναγκαστούν να προσφύγουν στη βοήθεια άλλων, δεν κατέβαλε τη διατροφή, που είχε επιδικαστεί με την πιο πάνω απόφαση, κατά το χρονικό διάστημα από 6.6.2007 έως 6.5.2008, συνολικού ύψους 13.200 ευρώ και ειδικότερα, 4.800 ευρώ για την πολιτικώς ενάγουσα, 4.800 ευρώ για τον ανήλικο γιο του Τ. και 3.600 ευρώ για την ανήλικη κόρη του Α.. Εξαιτίας της από δόλο κακόβουλης παραβίασης της υποχρέωσής του για διατροφή των πιο πάνω δικαιούχων προσώπων, αυτοί αναγκάστηκαν να υποστούν στερήσεις και να καταφύγουν στη βοήθεια άλλων και ειδικότερα του πατέρα της εγκαλούσας, διότι η τελευταία αδυνατούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες διατροφής της ίδιας και των παιδιών τους για τροφή, ένδυση, υπόδηση, εκπαίδευση, καθόσον δεν εργαζόταν εκτός της οικίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα τέλεσαν θρησκευτικό γάμο κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, ενώπιον του Ιμάμη Κιμμερίων, με την παρουσία δύο μαρτύρων, ο οποίος καταχωρήθηκε στο ληξιαρχείο Κιμμερίων, όχι όμως και στη Μουφτεία Ξάνθης. Η εγκαλούσα, μετά τη διάστασή τους, υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης και ζήτησε τη λύση του γάμου, τη σ' αυτή ανάθεση της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων τους και ακόμη να υποχρεωθεί ο σύζυγός της να καταβάλλει μηνιαία διατροφή στην ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 122.2006 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην πολιτικώς ενάγουσα και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να της καταβάλλει το ποσό των 1.800 ευρώ, ως μηνιαία διατροφή αυτής και των τέκνων τους. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε εκτελεστή με τη με αριθμό 318/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (εκουσία δικαιοδοσία). Στη συνέχεια, ο Μουφτής Ξάνθης, με τη με αριθμό 101/17.11.2006 απόφασή του, ανακάλεσε την πιο πάνω με αριθμό 122/2006 δική του απόφαση, διότι όπως αναγράφεται στην απόφαση ανάκλησης "από έρευνα στα βιβλία της Μουφτείας προέκυψε ότι ο γάμος της Μ. Τ. του Τ. και της Α. και του Σ. Μ. του Χ. και της Τ., κατοίκων ..., δεν έχει δηλωθεί στη Μουφτεία Ξάνθης και δεν έχει καταχωρηθεί ως θρησκευτικός γάμος. Επομένως θεωρείται ως πολιτικός και ο Μουφτής δεν έχει καμία αρμοδιότητα και δικαιοδοσία". Επιπλέον, η πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ακυρώθηκε με τη με αριθμό 92/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, μετά την κατ' αυτής άσκηση τριτανακοπής από τον κατηγορούμενο. Εξαιτίας αυτού η πολιτικώς ενάγουσα κατέφυγε στα πολιτικά δικαστήρια και κατόπιν αίτησής της εκδόθηκε με αριθμό 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ο καθ' ου η αίτηση - κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει προσωρινή διατροφή στη σύζυγο και τα τέκνα του. Έτσι, ακόμη και αν ο κατηγορούμενος είχε αμφιβολία για το αν ο γάμος του με την εγκαλούσα είχε χαρακτήρα θρησκευτικού - κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, όπως ο ίδιος πίστευε, ή πολιτικού (επειδή τελέστηκε από τον Ιμάμη Κιμμερίων, αλλά δεν καταχωρήθηκε στη Μουφτεία), όπως αποφάνθηκε ο Μουφτής Ξάνθης, γνώριζε ότι υποχρεούται να καταβάλλει διατροφή προς την εν διαστάσει σύζυγό του και τα τέκνα του. Έτσι, το ότι ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε πως ανακλήθηκε η με αριθμό 122/2006 απόφαση του Μουφτή για καταβολή διατροφής, επειδή τελικά ο Μουφτής αποφάνθηκε ότι ο γάμος του με την εγκαλούσα είχε το χαρακτήρα πολιτικού γάμου, ωστόσο δεν αποδέχθηκε την υποχρέωση για καταβολή διατροφής, που του επιδίκασε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης με τη με αριθμό 2308/2007 απόφαση, όπου κατέφυγε η εγκαλούσα μετά την ανάκληση της απόφασης του Μουφτή και δεν κατέβαλε τη διατροφή, που όριζε η πιο πάνω απόφαση, ενισχύουν το δόλο του για τη θέληση αυτού να περιέλθουν οι πιο πάνω δικαιούχοι σε ανέχεια και να αναγκαστούν να καταφύγουν στη βοήθεια άλλων. Επομένως αποδείχθηκε ότι αυτός (ο κατηγορούμενος) τέλεσε την πράξη της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Τέλος, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, που εξέδωσε τη με αριθμό 2308/2007 απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλλει προσωρινή διατροφή στην εγκαλούσα και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, είχε αποκλειστική δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη διαφορά, είτε ο γάμος των διαδίκων ήθελε θεωρηθεί πολιτικός είτε θεωρηθεί θρησκευτικός, κατά το Μουσουλμανικό Νόμο, καθόσον, στην τελευταία περίπτωση, οι αξιώσεις για διατροφή της συζύγου του κατηγορουμένου, οι οποίες αφορούν χρόνο πέραν του διαστήματος των τριών πρώτων μηνών από τη διάσταση, που, στην ένδικη περίπτωση, είχε επέλθει το καλοκαίρι του έτους 2006, καθώς και για διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, που εξέδωσε τη με αριθμό 2308/2007 απόφαση, δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη διαφορά, διότι αποκλειστική δικαιοδοσία είχε ο Μουφτής Ξάνθης, επειδή οι διάδικοι είναι Έλληνες Μουσουλμάνοι που τέλεσαν θρησκευτικό γάμο κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο και άρα υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή. Ακολούθως, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού και αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά το κατηγορητήριο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1502/2010 απόφασή του της προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει τη σχετική του κρίση και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 94, 98, 358 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης είχε δικαιοδοσία να δικάσει την αίτηση διατροφής μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών και απέρριψε επαρκώς αιτιολογημένα τον αντίθετο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: Η απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου και δη η 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, που εφαρμόσθηκε και επιδίκασε στη σύζυγο και στα δύο ανήλικα τέκνα του κατηγορουμένου διατροφή, έστω και προσωρινά και για παραβίαση της οποίας υποχρεώσεως καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς την ύπαρξη υποχρεώσεως διατροφής, το ποινικό δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει μόνο και την τυπική ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνάρτηση με τον χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητά της, τυχόν δε ζήτημα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Μουφτή Ξάνθης, λόγω του ότι και οι δύο διάδικοι είναι Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνοι Ξάνθης και το ζήτημα εγκυρότητας ή ακυρότητας του γάμου των αντιδίκων συζύγων, που έγινε ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, βάσει του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, το ζήτημα ποίος από τους γονείς έχει την κηδεμονία των ανηλίκων τέκνων τους και αν ο Μουφτής ήταν αποκλειστικά αρμόδιος να επιληφθεί των απαιτήσεων διατροφής των ανηλίκων τέκνων κατά του κατηγορουμένου πατέρα τους, αφορούσαν προδικαστικό ζήτημα, όχι του ποινικού δικαστηρίου, αλλά του πολιτικού δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που επιδίκασε τη διατροφή, στο οποίο πολιτικό δικαστήριο και έπρεπε να τεθούν τα ζητήματα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας, η δε παραπάνω πολιτική απόφαση με αριθμό 2308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, είναι τυπικά έγκυρη και υποστατή, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει ανατραπεί ή ανακληθεί στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 696, 697 και 698 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και επομένως, μη κρινόμενη για την ορθότητά της στα πλαίσια της ποινικής δίκης παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής δέσμευε το ποινικό δικαστήριο, ως προς την υποχρέωση διατροφής του κατηγορουμένου και ορθά σύμφωνα με τον νόμο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και περαιτέρω με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος παρέστη με συνήγορο χωρίς να παραβιασθεί οιοδήποτε υπερασπιστικό του δικαίωμα και απαντήθηκαν όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του και τα υποβληθέντα αιτήματα. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος, εκδικάζοντας αναίρεση κατά ποινικής αποφάσεως ελληνικού δικαστηρίου, περιορίζεται στην έρευνα του λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας μόνον εάν το ποινικό δικαστήριο της ουσίας του οποίου την απόφαση κρίνει, υπερέβη την δικαιοδοσία του κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και αν όχι το πολιτικό δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση περί διατροφής υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Επομένως, τα αντίθετα που ισχυρίζεται με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό απορρέει από το άρθρο 6 παρ. 1, 13 της ΕΣΔΑ, από την έκδοση παράνομης πολιτικής αποφάσεως, και για μη αποτελεσματική προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια και τη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση ποινική του καταδίκη, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτα, διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως.
Οι λοιπές αιτιάσεις για έλλειψη κακοβουλίας μη εφαρμογής της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως που τον υποχρέωσε σε καταβολή διατροφής λόγω των παραπάνω νομικών αμφισβητήσεων αυτού, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους, στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) όχι δε και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, που δεν παρέστη στον Άρειο Πάγο καίτοι κατέθεσε έγγραφο υπόμνημα την προτεραία της δικασίμου.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2011 αίτηση (δήλωση αναιρέσεως του Σ. Μ. του Χ. και τους από 21 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους αυτού, για αναίρεση της 1502/2010 αποφάσεως του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατροφή. Διάδικοι Μουσουλμάνοι Έλληνες Πολίτες. Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος. Θέματα αρμοδιότητας Μουφτή Ξάνθης και ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Παραβίαση από το Δευτεροβάθμιο Ποινικό Δικαστήριο του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη. Απόλυτη ακυρότητα διότι ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν. 'Έλλειψη ακροάσεως διότι δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα, την ανάγνωση των οποίων ζήτησε ο κατηγορούμενος. Απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν δόθηκε από τη διευθύνουσα τη συζήτηση ο λόγος στον κατηγορούμενο, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων. Το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά -περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει τη σχετική του κρίση και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98, 358 ΠΚ και δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης είχε δικαιοδοσία να δικάσει την αίτηση διατροφής μεταξύ Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών και απέρριψε επαρκώς αιτιολογημένα τον αντίθετο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό τον κατηγορουμένου. Ειδικότερα: Η απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, που εφαρμόσθηκε και επιδίκασε στη σύζυγο και στα δύο ανήλικα τέκνα τον κατηγορουμένου διατροφή, έστω και προσωρινά και για παραβίαση της οποίας υποχρεώσεως καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς την ύπαρξη υποχρεώσεως διατροφής, το ποινικό δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει μόνο και την τυπική ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 ΚΠΔ, σε συνάρτηση με τον χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητά της, τυχόν δε ζήτημα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του Μουφτή Ξάνθης, λόγω τον ότι και οι δύο διάδικοι είναι Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνοι Ξάνθης και το ζήτημα εγκυρότητας ή ακυρότητας του γάμου των αντιδίκων συζύγων, που έγινε ενώπιον του Μουφτή Ξάνθης, βάσει του ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, το ζήτημα ποίος από τους γονείς έχει την κηδεμονία των ανηλίκων τέκνων τους και αν ο Μουφτής ήταν αποκλειστικά αρμόδιος να επιληφθεί των απαιτήσεων διατροφής των ανηλίκων τέκνων κατά του κατηγορουμένου πατέρα τους, αφορούσαν προδικαστικό ζήτημα, όχι του ποινικού δικαστηρίου, αλλά τον πολιτικού δικαστηρίου που επιδίκασε τη διατροφή, στο οποίο πολιτικό δικαστήριο και έπρεπε να τεθούν τα ζητήματα δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας, η δε πολιτική απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, είναι τυπικά έγκυρη και υποστατή, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει ανατραπεί ή ανακληθεί στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 696, 697 και 698 ΚΠολΔ και επομένως, μη κρινόμενη για την ορθότητά της στα πλαίσια της ποινικής δίκης παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής δέσμευε το ποινικό δικαστήριο, ως προς την υποχρέωση διατροφής του κατηγορουμένου και ορθά σύμφωνα με τον νόμο, απορρίφθηκαν οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη; όπως αυτό απορρέει από το άρθρο é παρ. 1, 13 της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Απορρίπτεται η αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 933/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 58233/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 249/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 101/11.4.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 58233/2011 απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, έφεση του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά της αριθμ. 27395/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 Ευρώ ημερησίως και σε χρηματική ποινή 1000 Ευρώ για παράβαση του Νόμου περί επιταγών. Κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης ο κατηγορούμενος, τότε εκκαλών και τώρα αναιρεσείων, εμφανίσθηκε και υπέβαλε αίτημα αναβολής, μετά δε την απόρριψή του και τη λήψη των στοιχείων της ταυτότητάς του, η δίκη διακόπηκε, κατά ολίγον, κατόπιν αιτήματός του για να προσέλθει ο δικηγόρος του, όμως, στη συνέχεια, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1-4, 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 8/2006), η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 10/1/2012 (βλ. σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 23/1/2012, ημέρα Δευτέρα, εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτοπροσώπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω με αριθμό 58233/17-10-2011 απόφασης και έτσι, συντάχθηκε η με αριθμό 14/23-1-2012 έκθεση αναίρεσης.
Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ' αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 14/23-1-2012 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Κ. Μ. του Α., κάτοικο ..., κατά της αριθμ. 58233/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 9/4/2012
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται από το άρθρο 473 και κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ως περίπτωση δε απαραδέκτου του ενδίκου μέσου προβλέπεται από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και όταν τούτο ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Εκπρόθεσμο ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την με αριθμ. 58233/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην, αλλά ωσεί παρόντος του κατηγορουμένου, που θεωρείται επομένως παρών και κατά την απαγγελία της αποφάσεως (Α.Π. 1878/2010), (αρθ. 501 παρ. 1, 4, 502 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) γιατί είχε εμφανισθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης και στη συνέχεια αποχώρησε, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα υπ' αυτού έφεση, η δε απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 17-10-2011, όπως προκύπτει από σχετική επί του σώματος της απόφασης βεβαίωση του γραμματέα του άνω δικαστηρίου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο του άνω Πλημμελειοδικείου στις 10-1-2012, οπότε και άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης.
Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη με αρ. εκθ. 14/23-1-2012 αίτηση αναίρεσής του, με δήλωση ενώπιον της δικαστικής γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 23-1-2012, ήτοι εκπρόθεσμα, μετά τη λήξη της άνω δεκαημέρου προθεσμίας, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσής του κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την άνω εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσής του.
Επομένως, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο για να εκθέσει τις απόψεις του περί του απαραδέκτου και αυτός δεν παραστάθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη τη με αρ. εκθ. 14/23-1-2012 αίτηση του Κ. Μ. του Α., για αναίρεση της με αριθμ. 58233/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, ασκηθείσα μετά το δεκαήμερο από της καταχωρήσεως και ελλείψει επίκλησης στο δικόγραφο της αναίρεσης οιουδήποτε λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 932/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2678/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 178/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 159/9.6.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ' αριθμ. 13/28-1-2011 αίτηση του Δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Ν. Ραζέλου, κατοίκου ομοίως, ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2678/18-10-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-7-2010 αίτηση της Α. Μ. του Δ. και της Ι. χήρας Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία κρατείται ήδη στο Κατάστημα Κρατήσεως Γυναικών στον Ελαιώνα Θηβών Βοιωτίας, περί μετατροπής της ποινής των πέντε (5) ετών καθείρξεως που της επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 2435/16-10-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρο 375 παρ. 2 του ΠΚ), κατά την έκδοση της οποίας (υπ' αριθμ. 2678/18-10-2010) αποφάσεως παρέστη ο εν λόγω αιτών Δικηγόρος ως πληρεξούσιος εκπρόσωπος της ανωτέρω αιτούσης Α. Μ..
Με την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ο παραστάς αιτών Δικηγόρος Δημήτριος Ραζέλος επικαλείται ως λόγους αναιρέσεως τους εξής: α) Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου διότι κατά τον εν λόγω αναιρεσείοντα δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο διορισμός με κλήρωση των μελών του δικαστηρίου. β) Έλλειψη της Ειδικής και Εμπεριστατωμένης Αιτιολογίας που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. να έχει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαια αυτής.
Ανεξάρτητα από την βασιμότητα ή μη των προτεινομένων ως άνω λόγων αναιρέσεως η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., καθόσο στρέφεται κατά αποφάσεως, υπ' αριθμ. 2678/16-10-2010, η οποία δεν είναι καταδικαστική όπως προβλέπεται από το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ για να είναι παραδεκτή αφενός, και αφετέρου ασκείται από τον παραστάντα Δικηγόρο κατά την έκδοση αυτής χωρίς η εν λόγω απόφαση, υπ' αριθμ. 2678/18-10-2010, να είναι καταδικαστική όπως επίσης απαιτείται κατ' άρθρο 465 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. για το παραδεκτό αυτής.
Ο μόνος ο οποίος μπορούσε εν προκειμένω να ασκήσει αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ήταν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., πλην όμως έχει παρέλθει ήδη η προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.
Ως εκ τούτου η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και ο εν λόγω αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω:
α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ.13/28-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του παραστάντος Δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Ν. Ραζέλου κατά της υπ' αριθμ. 2678/2010 αποφάσεως.
β) Να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 1-6-2011
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση εμφανίστηκε ενώπιον του παρόντος συμβουλίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Δημήτριος Ραζέλος και ζήτησε αναβολή της υποθέσεως, επικαλεσθείς αποφυλάκιση και βαρεία ασθένεια της αναιρεσείουσας και εκ τούτων έλλειψη εγγράφου πληρεξουσίου νομιμοποίησής του. Όμως από τις με αρ. 1439/18-10-2011 και 322/14-2-2012 αποφάσεις του συμβουλίου τούτου προκύπτει ότι η συζήτηση της υπόθεσης έχει ήδη αναβληθεί δύο φορές με αίτημα του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, λόγω αποχής δικηγόρων, αλλά έχει παρέλθει αρκετός χρόνος και αυτός είχε τη χρονική ευχέρεια να εφοδιασθεί από την αναιρεσείουσα με νομιμοποιητικά έγγραφα και δεν συντρέχει επομένως ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση για να αναβληθεί και πάλιν για τρίτη φορά η υπόθεση, που εισάγεται στο παρόν συμβούλιο από τον εισαγγελέα, για να απορριφθεί η ασκηθείσα αναίρεση ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου, εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου κώδικα τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Επίσης, κατ' άρθρο 465 παρ. 2 ΚΠΔ, ορίζεται ότι το ένδικο µέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε µπορεί να ασκηθεί για λογαριασµό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση. Ήτοι ο συνήγορος του κατηγορουµένου, µπορεί να ασκήσει, αναίρεση (δεν απαιτείται πληρεξούσιο), µόνο κατά απόφασης καταδικαστικής. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται, κατ' άρθρο 370 στοιχ.α' και 504 παρ.1 του ΚΠΔ, μόνο εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο, ήτοι όταν το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την κατηγορία και επιβάλλει στον κατηγορούμενο στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή (ΑΠ 2021/2010, 2569, 2661/2008).
Άρα, ένδικο µέσο κατά οιασδήποτε άλλης απόφασης, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται κατ' άρ. 473 παρ. 2 ΚΠΔ, ν' ασκήσει, ο κατ' άρ. 465 παρ. 2 ΚΠΔ συνήγορος του κατηγορουµένου. Με βάση τα ανωτέρω, ο συνήγορος αυτός δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατ' αποφάσεως, που απορρίπτει την αυτοτελή αίτηση του κατηγορουμένου περί μετατροπής ποινής επιβληθείσας σε αυτόν με άλλη προηγούμενη απόφαση, χωρίς πληρεξούσιο, διότι δεν είναι καταδικαστική.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 2678/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε αίτηση της αναιρεσείουσας περί μετατροπής ποινής καθείρξεως πέντε ετών επιβληθείσας σε αυτόν με άλλη προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ως απαράδεκτη, λόγω ασκήσεώς της εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο διμήνου, (μέχρι 22-2-2010), που αποκλειστικά όριζε το προβλέπον κατ' εξαίρεση την μετατροπή αυτή ποινών άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3811/2009, με τίτλο "Προσωρινά μέτρα για την άμεση βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στα καταστήματα κράτησης".
Εναντίον της ως άνω 2678/2010 μη καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την αυτοτελή αίτηση της κατηγορουμένης ως απαράδεκτη, η ανωτέρω άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στη γραμματέα του εκδόντος ως άνω δικαστηρίου δια του παραστάντος στη δίκη αυτή συνηγόρου της Δημητρίου Ραζέλου, χωρίς σχετικό πληρεξούσιο, συνταγείσας της με αρ. 13/28-1-2011 εκθέσεως. Η αίτηση όμως αυτή αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα δεν έχει ασκηθεί νομότυπα και είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από τον παραστάντα συνήγορο και όχι από την ίδια την αιτούσα, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, εφόσον ειδοποιήθηκε η αναιρεσείουσα, δια του ορισθέντος αντικλήτου δικηγόρου τους, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας και μετά την απόρριψη του υποβληθέντος ως άνω αιτήματος αναβολής της δίκης, δεν παραστάθηκε στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο ο παραστάς και ενώπιον του εφετείου και ασκήσας την αναίρεση πληρεξούσιος και αντίκλητος δικηγόρος της ή άλλος συνήγορος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη τη με αρ. εκθ. 13/28-1-2011 αίτηση της Α. Μ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμ. 2678/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μετατροπή ποινής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίψασα αίτηση μετατροπής επιβληθείσας ποινής, δεν είναι καταδικαστική και ασκήθηκε όχι από την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, αλλά από τον παραστάντα συνήγορο (465§2 ΚΠΔ).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 931/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-ΠετρουΛ., Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 3620/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Φεβρουαρίου και 20 Φεβρουαρίου 2012 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2012.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 9.2.2012 και 20.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1155 και 1492/2012, αντιστοίχως) αιτήσεις του Ε. Π. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3620/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να θεωρηθεί η δεύτερη ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επ` αυτής (άρθρο 514 εδάφ. γ' ΚΠοινΔ), όπως, άλλωστε, ζητεί και ο ίδιος ο αναιρεσείων.
Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 3§4 του Α' Κεφαλαίου του ν. 3727/2008), που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές, κατά τρόπο βάναυσο, της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λπ. του παθόντος. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός), αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 του ΠΚ. Τέλος, αν περισσότερες διακεκριμένες πράξεις του δράστη στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου, πρόκειται για έγκλημα κατ` εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποπλανήσεως ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του, κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, σε βάρος του Π. Π., πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν...τα εξής: Η εγκαλούσα Κ. Γ. και ο πρώτος των εκκαλούντων κατ/νων Ε. Π. (αναιρεσείων) τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Θεσσαλονίκη, στις 28-9-1989 και απέκτησαν από τον γάμο τους ένα αγόρι, τον Π., που γεννήθηκε μετά από εννέα περίπου έτη, και συγκεκριμένα στις 2-3-1998. Η έγγαμη ζωή του ζευγαριού διήρκεσε μέχρι τις 29-10-2001, οπότε και διασπάστηκε οριστικά, με την αποχώρηση του συζύγου (1ου κατηγορουμένου) από τη συζυγική στέγη, και ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί αμετακλήτως. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, η επιμέλεια του ανηλίκου γιου τους, με την υπ` αριθμ. 7/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διατροφών) ανατέθηκε αποκλειστικά στην εγκαλούσα, σύμφωνα με το από 5-7-2002 συμφωνητικό τους, με το οποίο είχαν συμφωνήσει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους να ασκεί αποκλειστικά η μητέρα του, ο δε σύζυγος (1ος κατ/νος) υποχρεώθηκε να καταβάλλει μηνιαίως διατροφή για το τέκνο τους, ενώ ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό και μάλιστα ως εξής:...Λίγον καιρό μετά την έναρξη της επικοινωνίας του 1ου κατ/νου με το ανήλικο τέκνο του, το παιδί άρχισε να είναι απρόθυμο έως αρνητικό να ακολουθήσει τον πατέρα του και, σε σχετικές ερωτήσεις της μητέρας του (ήδη εγκαλούσας0 της παραπονέθηκε ότι ο πατέρας του το χτυπούσε, ενώ ήδη η συμπεριφορά του παιδιού είχε αρχίσει να αλλάζει όταν επέστρεφε από το σπίτι του πατέρα του. Έτσι, το βράδυ της 19-5-1992 (εννοεί "2002"), όταν η μητέρα έβαλε τον μικρό στο κρεβάτι για ύπνο, εκείνος - ηλικίας τότε τεσσάρων ετών - της ζήτησε να κάνουν αυτά που κάνει με τον μπαμπά του και, όταν η μητέρα του τον ρώτησε τι εννοεί, της ζήτησε να γδυθεί και να ξαπλώσει στο κρεβάτι μαζί του. Η μητέρα του ξεκούμπωσε το πάνω μέρος της πιτζάμας της και ξάπλωσε πλάι του, και τότε το παιδί άρχισε να τη φιλάει στον λαιμό, κατεβαίνοντας προς το στήθος για να πιπιλίσει τη θηλή της. Τον Σεπτέμβριο του 2003, η μητέρα του Π. - ηλικίας τότε πεντέμισυ ετών - αντιλήφθηκε ότι ο γιος της, κρυμμένος κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας, είχε κατεβάσει το παντελονάκι του και το εσώρουχό του και, βάζοντας σάλιο στα δάχτυλά του, προσπαθούσε να φθάσει το πέος του και να το βάλει στο στόμα του και, όταν τον ρώτησε τι προσπαθεί να κάνει, εκείνος απάντησε ότι δεν μπορεί να φθάσει το πέος του και να το πιπιλίσει, όπως το κάνει ο πατέρας του, που το σαλιώνει. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του 2003, η γιαγιά του ανηλίκου - μητέρα της μητέρας του - αντιλήφθηκε τον εγγονό της να προσπαθεί να βάλει ένα μολύβι στον πρωκτό του, πράγμα που επανέλαβε και δύο ακόμα φορές, όπως διαπίστωσε η μητέρα του, η οποία ρώτησε τον μικρό γιατί το κάνει αυτό, εκείνος δεν της έδωσε καμία εξήγηση. Τον Σεπτέμβριο του 2004, ενώ ο ανήλικος ήταν ήδη εξήμιση ετών, επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές διακοπές που είχε περάσει στην Αυλίδα Ευβοίας με τον πατέρα του, εκμυστηρεύθηκε στη μητέρα του ότι, στη διάρκεια των διακοπών, κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τον πατέρα του και τον φίλο του πατέρα του τον Λ.. Τότε η μητέρα, θορυβημένη, απευθύνθηκε στη Μονάδα Κοινωνικής Μέριμνας του Δήμου Δάφνης Αττικής και ανέφερε όλα τα ανωτέρω περιστατικά, ζητώντας να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την κατάσταση, τα ίδια δε περιστατικά, μετά την υποβολή εγκλήσεως από τη μητέρα του κατά του πατέρα του, επιβεβαίωσε ο ανήλικος Π., κατά τη διάρκεια της διαταχθείσας κυρίας ανακρίσεως, ενώπιον της 6ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, στην από 13-7-2007, χωρίς όρκο κατάθεσή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει και τα εξής: "Ότι, όταν τον έπαιρνε ο πατέρας του στο σπίτι, κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο, σε δύο κρεβάτια κολλητά μεταξύ τους, ότι κάποιες φορές ο πατέρας του κοιμόταν και με τον φίλο του τον Λ. και ότι τον χάιδευαν παντού, ακόμα και στα γεννητικά του όργανα, πάνω από το σλιπάκι του. Ότι, από τότε που χώρισαν οι γονείς του, όταν ο πατέρας του τον έπαιρνε στο σπίτι του, πήγαινε στο κρεβάτι του, τον έβαζε να τον φιλάει στον λαιμό και να του πιπιλάει το στήθος και το ίδιο έκανε και ο πατέρας του σ` εκείνον. Ότι ο πατέρας του άρχισε να του γλείφει το πουλάκι του και να το βάζει στο στόμα του, ότι του ζητούσε να κάνει το ίδιο και στο δικό του πουλάκι, αλλιώς δεν θα του έπαιρνε το απόγευμα παγωτό και έτσι το έκανε, αλλά επειδή έκανε εμετό, δεν τον έβαλε να το ξανακάνει. Ότι, όταν πήγαινε στο μπάνιο να πλυθεί, ο πατέρας του έβαζε το δάχτυλο στον ποπό του βαθειά και το κουνούσε κάθε φορά που πλενόταν μετά την τουαλέτα. Ότι όλα αυτά δεν τα έλεγε στη μητέρα του, γιατί ο πατέρας του απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει". Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2004, ο ανήλικος Π., όταν ο πατέρας του, ασκώντας το δικαίωμα επικοινωνίας, πήγε να τον πάρει από το σπίτι της μητέρας του, αρνήθηκε κατηγορηματικά να τον ακολουθήσει, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να ζητήσει κατ` επανάληψη της επέμβαση της Αστυνομικής Αρχής, ενώ άσκησε και αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενος μεταβολή των συνθηκών, ζήτησε να ανακληθεί η υπ` αριθμ. 7/2003 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία, όπως προελέχθη, πλην των άλλων, ανατέθηκε στη μητέρα η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, και να ανατεθεί η επιμέλειά του σ` αυτόν. Επί της αγωγής του εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 1629/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού επί ασκηθείσας κατ` αυτής εφέσεως, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 4725/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του και μεταρρύθμισε τον τρόπο επικοινωνίας του με τον ανήλικο, επιβάλλοντας να επικοινωνεί με αυτόν χωρίς διανυκτέρευση και με την παρουσία της μητέρας του ή της γιαγιάς του (μητέρας της μητέρας του). Στην εν λόγω απόφαση, η οποία εκδόθηκε αφού ο Δικαστής που συγκρότησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ήλθε σε επαφή με τον ανήλικο Π., ας σημειωθεί ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Κατά την επικοινωνία του δικαστηρίου με τον ανήλικο διαπιστώθηκε ότι αυτός έχει ιδιαίτερη αγάπη στη μητέρα του, πλησίον της οποίας αισθάνεται ασφαλής, ενώ δυσκολευόταν να αναφερθεί στον πατέρα του και την οικογένεια αυτού αποφεύγοντας οποιαδήποτε συζήτηση γι` αυτόν, είναι δε προφανές ότι δεν επιθυμεί να είναι μαζί του. Ανεξαρτήτως της μικρής του ηλικίας και της εντεύθεν ανωριμότητάς του να αντιληφθεί και να κρίνει για το συμφέρον του, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτός είναι ψυχολογικά προσκολλημένος στη μητέρα του, η οποία τον περιβάλλει με στοργή και αφοσίωση, ενδιαφερομένη για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη και ασκεί επιτυχώς την επιμέλειά του μέχρι σήμερα. Ακολούθως στην απόφαση αυτή αναφέρονται και τα εξής αξιοσημείωτα: "Λαμβανομένου υπόψη ότι ο ανήλικος είναι αρνητικός στην επικοινωνία με τον πατέρα του και η δια της βίας επιβολή αυτής θα έχει περισσότερο αρνητικά αποτελέσματα, προς ομαλοποίηση της σχέσης του ενάγοντος μαζί του και για το συμφέρον του ανηλίκου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η επικοινωνία θα γίνεται χωρίς διανυκτέρευση και με την παρουσία της μητέρας του ή της γιαγιάς του". Ο 1ος των εκκαλούντων κατ/νων, πατέρας του ανηλίκου, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι αυτή (κατηγορία) μεθοδεύτηκε από την ήδη εγκαλούσα σύζυγό του και μητέρα του ανηλίκου τέκνου τους, μετά την εξώδικη δήλωση που αυτός της απηύθυνε το έτος 2004 - στην οποία την εγκαλούσε ότι δεν ασκούσε προσηκόντως την επιμέλεια του τέκνου τους - με σκοπό να μη της αφαιρεθεί η άσκηση της επιμέλειας και δοθεί σ` εκείνον. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του 1ου των κατ/νων, ο οποίος διατείνεται επίσης ότι η καταγγελία και η κατάθεση του ανηλίκου τέκνου τους είναι υποβολιμαίες, υπαγορευθείσες από την πρώην σύζυγό του και μητέρα του παιδιού, είναι αβάσιμος, καθ` όσον, α) η σαφής και χωρίς αντιφάσεις ανωμοτί κατάθεση του ανηλίκου ενώπιον της Ανακρίτριας (...) όπως και στην κοινων. Λειτουργό Α. Κ., η οποία ήλθε σε επαφή μαζί του (...), καθώς και η απόλυτη άρνηση που εξέφρασε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την επικοινωνία τους, να είναι με τον πατέρα του, με τον οποίο, ας σημειωθεί, αρνείται μέχρι σήμερα να επικοινωνήσει, καταδεικνύουν σαφώς ότι ο ανήλικος κατέθεσε αληθή περιστατικά, καθώς κρίνεται αδύνατον να υποβληθεί σ` ένα τόσο μικρό παιδί το περιεχόμενο της κατάθεσής του χωρίς αυτό να υποπέσει σε αντιφάσεις, αλλά και να του υποδειχθεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα. ...με βάση τα προεκτεθέντα, τα οποία πλήρως αποδείχθηκαν, πρέπει...να κηρυχθεί...ο δε 1ος των εκκαλούντων κατ/νων (Π.) ένοχος όπως και πρωτοδίκως, ήτοι αποπλανήσεως ανηλίκου μη συμπληρώσαντος το 10ο έτος της ηλικίας του, κατ` εξακολούθηση, από κοινού και κατά μόνας,...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 339§1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και το υπ` αριθ. πρωτ. 8/18.1.2005 έγγραφο της Διευθύντριας του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος του Κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας Παγκρατίου Ο. Μ. - Μ., το οποίο απευθύνεται προς την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Τμήματος Ανηλίκων, Π. Φ., συντάχθηκε κατόπιν του υπ` αριθ. 382/04 της 27.9.2004 εγγράφου της τελευταίας και έχει θέμα "παιδοψυχιατρική εκτίμηση του Π. Π. με ημερ. γεν 2.5.98". Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την έννοια του νόμου, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την παιδοψυχιατρική εκτίμηση του παθόντος δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για το διορισμό πραγματογνώμονος (διορισμός από ανακριτικό υπάλληλο, δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όρκιση, κ.λπ. - άρθρα 183 επ. ΚΠοινΔ), αλλά αυτό είναι απλό ενημερωτικό της καταστάσεως του ανηλίκου. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στο προοίμιο του σκεπτικού ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, θεωρούμενο έγγραφο και εκτιμώμενο ελευθέρως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. β) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ή να αξιολογείται το καθένα χωριστά ή να αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν δέχθηκε τα εκτιθέμενα στο ως άνω έγγραφο ή τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ή των Χ. Β., Μ. Π. και Ε. Π., αρκεί το ότι λήφθηκαν όλα υπόψη, πράγμα που προκύπτει και από το ότι παρατίθεται πλήρης και πειστική σκέψη, γιατί δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η κατάθεση του παθόντος ανηλίκου τέκνου του είχε υπαγορευθεί από την πρώην σύζυγό του. γ) Ορθώς το Πενταμελές Εφετείο θεώρησε όλες τις πράξεις, που αποτελούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ως εμπίπτουσες στη διάταξη του άρθρου 339§1 του ΠΚ και όχι σ` αυτή του άρθρου 337§1 αυτού, καθόσον, κατά τις παραδοχές αυτού, όλες οι πράξεις (οι οποίες περιγράφονται σαφώς - θέση πέους ανηλίκου στο στόμα του κατηγορουμένου, φιλήματα στο λαιμό και στο στήθος του τελευταίου από τον παθόντα, θωπείες στα γεννητικά όργανα του ανηλίκου) είχαν έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατέτειναν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. δ) Από την αξιολόγηση των γενομένων δεκτών με την υπ` αριθ. 1629/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι, δηλαδή, ο ανήλικος παθών δυσκολευόταν να αναφερθεί στον πατέρα του, αποφεύγοντας κάθε συζήτηση γι` αυτόν, και ότι ήταν προφανές ότι δεν επιθυμούσε να είναι μαζί του, δεν γεννάται καμιά αντίφαση με την κρίση ότι ο παθών είχε εκφράσει στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου απόλυτη άρνηση να επικοινωνεί με τον πατέρα του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της πρώτης και πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους έκτο και έβδομο λόγους της δεύτερης αιτήσεως, για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (της ως άνω αποφάσεως, της από 13.7.2007 χωρίς όρκο καταθέσεως του παθόντος, της από 1.10.2004 χωρίς όρκο καταθέσεως του ίδιου, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, της ως άνω παιδοψυχιατρικής εκτιμήσεως, της από 15.1.2007 γνωμοδοτήσεως του ψυχολόγου Β. Θ., της εκθέσεως κοινωνικής έρευνας της Α. Κ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το δικάσαν Εφετείο μνημονεύει στο σκεπτικό του την υπ` αριθ. 4725/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της υπ` αριθ. 1629/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στην πρωτόδικη ή στην κατ` έφεση δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν λήφθηκε αυτή υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, αλλά αναφέρεται διηγηματικώς, με σκοπό να επισημανθεί η τελεσιδικία της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τα συμπεράσματα και τις κρίσεις της οποίας και μόνο συνεκτίμησε το Πενταμελές Εφετείο. Επομένως, από τη μνεία της αποφάσεως αυτής, που δεν αναγνώσθηκε, δεν γεννήθηκε καμιά ακυρότητα και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της πρώτης και πρώτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το άρθρο τρίτο παρ. 4 του ν. 3625/24.12.2007 "Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και άλλες διατάξεις" προστέθηκε στον ΚΠοινΔ άρθρο 226 Α, κατά το οποίο, ως ισχύει: "1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α`, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204-208. 2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή ο παιδοψυχολόγος και ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. 3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. 4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως. 5. ... 6. ...". Η νομοθετική αυτή παρέμβαση έγινε σε εφαρμογή του άρθρου 12 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992, και του άρθρου 8§§1, 3 του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της και έχει ως σκοπό την εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα καταθέσεως των ανηλίκων θυμάτων των ως άνω πράξεων. Όμως, η ισχύς του άρθρου αυτού και, επομένως, η εφαρμογή των σ` αυτό οριζόμενων διατυπώσεων για τη λήψη καταθέσεως ανήλικου παθόντος, καταλαμβάνει μόνο τις καταθέσεις που έγιναν μετά την έναρξη ισχύος του, μετά, δηλαδή, τη δημοσίευση του ν. 3625/2007 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο ένατο αυτού), όχι δε και αυτές που έγιναν σε προγενέστερο χρόνο στα πλαίσια ανακρίσεως για την έρευνα της τελέσεως σε βάρος του ανηλίκου αξιόποινης πράξεως από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ, οι οποίες (καταθέσεις), για να είναι αποδεικτικώς αξιοποιήσιμες και να μπορούν να εκτιμηθούν από το δικαστήριο, αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο χωρίς να απαιτείται η νέα εξέταση του ανηλίκου με την τήρηση, πλέον, των διατυπώσεων που επιβάλλονται από τις παραπάνω διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ανήλικος παθών εξετάστηκε, ενώπιον της Ανακρίτριας, στις 13.7.2007, χωρίς να ορκιστεί, η δε έκθεση εξετάσεώς του αναγνώστηκε στο ακροατήριο και λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Και ναι μεν η εξέτασή του έγινε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των διατάξεων του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ, χωρίς, δηλαδή, να προηγηθεί διορισμός παιδοψυχιάτρου ή παιδοψυχολόγου, ως πραγματογνώμονος, ο οποίος να τον προετοιμάσει για την εξέταση και να παρίσταται κατ` αυτήν. Όμως, η εξέταση έγινε, με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, νομοτύπως, δεδομένου ότι έλαβε χώραν πριν από την έκδοση του ως άνω νόμου και την έναρξη ισχύος του (νέου) άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ από την 24-12-2007 και, επομένως, παραδεκτώς η έκθεση εξετάσεώς του αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο χωρίς να γεννάται καμιά ακυρότητα, ο δε ισχυρισμός, που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, ότι, για τον παραπάνω λόγο, δεν έπρεπε αυτή να αναγνωσθεί, δεν ήταν νόμιμος και ορθώς δεν απαντήθηκε. Κατά συνέπειαν, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της πρώτης και τρίτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση της παραπάνω χωρίς όρκο καταθέσεως του ανήλικου παθόντος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω κατά τρόπο νόμιμο υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού και απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ.1 εδ. β, δ και παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 357§4 εδ. β και γ του ΚΠοινΔ, "όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεσή του που είχε δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση μόνο περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν αντιφάσεις του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί, και μάλιστα πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, να ζητήσει την ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρος, ο οποίος είτε πρόκειται να εξεταστεί στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είτε έχει εξεταστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη. Επιτρέπεται μόνο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να υποβάλει αίτημα αναγνώσεως περικοπών της κατά την προδικασία καταθέσεως μάρτυρα που εξετάζεται στο ακροατήριο και μάλιστα κατά τη διάρκεια της εξετάσεως αυτού και όχι εκ των προτέρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, υπέβαλε το αίτημα να αναγνωσθούν α) η από 23.10.2007 ανακριτική κατάθεση του Προϊσταμένου και Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως Χ. Β., β) η από 11.7.2006 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ. και γ) οι από 21.12.2001 προτάσεις - σημείωμα της μηνύτριας Κ. Γ., όπου εκείνη "αναφέρει μόνο κάποια επεισόδια που, όπως ισχυριζόταν, είχαν συμβεί ανάμεσά τους". Όμως, το αίτημα αυτό, όσον αφορά την ανάγνωση των καταθέσεων, δεν ήταν νόμιμο, γιατί οι μάρτυρες αυτοί εξετάστηκαν στο ακροατήριο και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι καταθέσεις που έδωσαν κατά την προδικασία δεν ήταν επιτρεπτό να αναγνωσθούν. Όσον δε αφορά την ανάγνωση των προτάσεων - σημειώματος της εγκαλούσας, ήταν αόριστο, γιατί δεν εξέθεσε ο αναιρεσείων για ποιο ζήτημα η εγκαλούσα είχε ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ποια ακριβώς επεισόδια περιέγραφε αυτή στο σημείωμά της και τι ακριβώς, σε σχέση με την υπόθεση, θα αποδεικνυόταν από την ανάγνωση αυτού. Κατά συνέπειαν, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αναγνώσει τα ως άνω έγγραφα, αλλά ούτε και να απαντήσει, πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του, και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της πρώτης και τέταρτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, χωρίς το Δικαστήριο να απαντήσει επί του σχετικού αιτήματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, περιλαμβάνεται και "η με αριθμ. 6978/2005 απόφαση". Με την εν λόγω αναφορά της αποφάσεως αυτής επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά της και δεν ήταν αναγκαία η μνεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε ούτε η αναφορά του αντικειμένου της, αφού με την ανάγνωση του κειμένου της κατέστη γνωστή και κατά το περιεχόμενό της στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό της, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως αναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ το ως άνω έγγραφο ήταν το μοναδικό, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και της αποφάσεως αυτής. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, η συναφής με τους πρώτο της πρώτης και τρίτο της δεύτερης αιτήσεως λόγους αιτίαση, η οποία προβάλλεται με τον όγδοο λόγο της δεύτερης αιτήσεως, ότι το Δικαστήριο, με το να μη αποφανθεί επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος να μη αναγνωσθεί η από 13.7.2007 ανωμοτί κατάθεση του τέκνου του στην Ανακρίτρια και με το να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή, σε κάθε περίπτωση, σε αποφασιστικό βαθμό, σ` αυτήν, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6§3 δ της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύει η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκε, αφού, η ως άνω κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, το δε Πενταμελές Εφετείο, που στήριξε την κρίση του και σ` αυτήν (και όχι μόνο ή κατά μεγάλο βαθμό σ` αυτήν), δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες (και αλληλοσυμπληρούμενες, θεωρούμενες ως μία) αιτήσεις και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 9.2.2012 και 20.2.2012 (με αριθ. πρωτ. 1155 και 1492/2012, αντιστοίχως) αιτήσεις του Ε. Π. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3620/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αποπλάνηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει το 10° έτος της ηλικίας του. Στοιχεία εγκλήματος. Διαφορά από προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας. Ορθά δεν μνημονεύθηκε παιδοψυχιατρική εκτίμηση παθόντος ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού αυτό δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την έννοια του νόμου. Ορθώς μνημονεύεται στο σκεπτικό έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αφού αυτό αναφέρεται διηγηματικώς και δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Ορθώς αναγνώστηκε στο ακροατήριο η χωρίς όρκο ανακριτική κατάθεση του παθόντος, η οποία λήφθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 226 Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με τον ν. 3625/2007, και, επομένως, χωρίς τις διατυπώσεις που προβλέπει αυτό. Ορθώς το Δικαστήριο δεν απήντησε σε αίτημα αναγνώσεως καταθέσεων μαρτύρων που δόθηκαν κατά την προδικασία, το οποίο δεν ήταν νόμιμο, γιατί οι μάρτυρες αυτοί εξετάστηκαν στο ακροατήριο (άρθρ. 357§4 ΚΠΔ), και σε αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, το οποίο υποβλήθηκε αορίστως. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Η παραβίαση διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως. Απόρριψη αιτήσεων, που αλληλοσυμπληρώνονται και θεωρούνται ως μια.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 929/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή και 2. Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, περί αναιρέσεως της 965/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Νοεμβρίου 2011 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 81/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση του Ν. Π. ως απαράδεκτη και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ. Ν..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Επί της αναιρέσεως του Ν. Π..
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται από το άρθρο 473 και κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ως περίπτωση δε απαραδέκτου του ενδίκου μέσου προβλέπεται από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και όταν τούτο ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Εκπρόθεσμο δε ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 965/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που δημοσιεύθηκε με την παρουσία παρασταθέντος εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου Ν. Π., ο αναιρεσείων αυτός κατηγορούμενος καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η απόφαση δε αυτή, που δημοσιεύθηκε στις10-6-2011, όπως προκύπτει από την από 31-10-2011 βεβαίωση του γραμματέα του άνω δικαστηρίου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο του άνω Πλημμελειοδικείου στις 31-10-2011, οπότε και άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης.
Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ν. Π. άσκησε την κρινόμενη με αρ. εκθ. 3/ 21-11-2011 αναίρεσή του, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων, στις 21-11-2011, ήτοι εκπρόθεσμα μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας από της άνω καταχωρήσεως, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την άνω εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσής του. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παρασταθέντος αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Β. Επί της αναιρέσεως του Χ. Ν..
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη . . . και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδαφ. α' και δ' του ΚΠΔ, αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ. 2, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 344, σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου, η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της έφεσής του και μετά την έναρξη της συζήτησης αποχωρήσει, η δίκη συνεχίζεται και αυτός λογίζεται ότι είναι παρών και στο υπόλοιπο μέρος της συνεχισθείσης δίκης μέχρι και την έκδοση της απόφασης (ΟλΑΠ 8/2006). Επομένως θεωρείται ότι η απόφαση απαγγέλθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, πράγμα που έχει σημασία για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη αυτή απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης η δίκη αναβληθεί ή διακοπεί για άλλη δικάσιμο και δεν εμφανισθεί αυτός κατά τη νέα δικάσιμο, δικάζεται πάλιν σαν να ήταν παρών, κατά το άρθρο 501 παρ. 4 του ΚΠΔ, και θεωρείται ότι η απόφαση που θα εκδοθεί κατά τη νέα δικάσιμο απαγγέλθηκε με παρόντα τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και έτσι η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο και δεν απαιτείται η επίδοση αυτής στον κατηγορούμενο, αφού γνωρίζει για τη διεξαγωγή της εναντίον του δίκης και μπορεί να πληροφορηθεί για το αποτέλεσμα αυτής , όπως και το χρόνο καταχώρησης της τυχόν καταδικαστικής αποφάσεως (ΑΠ 1878/2010, ΑΠ 1567/2008). Τέλος κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 127/26-1-2011 αναβλητική και η προσβαλλόμενη με αριθ. 965/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Ν., εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο της 26-1-2011 δια νομίμως εξουσιοδοτημένου δικηγόρου για να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 2818/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, οπότε και με την παρουσία αυτού αναβλήθηκε η υπόθεση για την 31-5-2011, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο εισαγγελέας ανέπτυξε τις εφέσεις των δύο κατηγορουμένων και ο Πρόεδρος εκφώνησε και το όνομα της μάρτυρος κατηγορίας, ο οποίος βρέθηκε παρών, άρχισε η αποδεικτική διαδικασία και μετά την εξέταση της μάρτυρος, το δικαστήριο διέκοψε τη συζήτηση για την 10-6-2011, οπότε επανεκφωνηθείσας της υπόθεσης, εμφανίστηκε για λογαριασμό του απολιπομένου δευτέρου κατηγορουμένου Χ. Ν. και του απουσιάζοντος, αρχικά παρασταθέντος δικηγόρου του Θεοδώρου Μπίτζιου, ο δικηγόρος Δημήτριος Πουλιανίτης, και σαν άγγελος του άνω εξουσιοδοτουμένου δικηγόρου, ζήτησε αναβολή της δίκης λόγω κωλύματος του δικηγόρου του σε απασχόλησή του σε άλλο δικαστήριο των Αθηνών, πλην το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αβάσιμο και διατάχθηκε η πρόοδος της δίκης χωρίς να παρασταθεί κανείς για λογαριασμό του δευτέρου αυτού κατηγορουμένου Χ. Ν. και η διαδικασία συνεχίστηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εξέτασε την έφεση και του κατηγορουμένου αυτού ως προς την ουσία της και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους και τους δύο κατηγορουμένους. Η απόφαση αυτή, η οποία στο διατακτικό της ορίζει ότι δικάζει με παρόντα δια πληρεξουσίου τον πρώτο κατηγορούμενο και με απόντα το δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Ν., αφού δεν απέρριψε την έφεση του τελευταίου ως ανυποστήρικτη, αλλά τη δίκασε στην ουσία, ανεξαρτήτως του άνω περιεχομένου του διατακτικού της, είναι τελεσίδικη, λογίζεται δε ότι ο άνω κατηγορούμενος είναι παρών και στο υπόλοιπο μέρος της συνεχισθείσης δίκης και θεωρείται ότι ήταν παρών και κατά την απαγγελία της αποφάσεως, ήτοι θεωρείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε ωσεί παρόντος του δευτέρου κατηγορουμένου, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του εκδόντος δικαστηρίου την 31-10-2011(βλ. σχετική βεβαίωση γραμματέα) και επομένως η προθεσμία της αναιρέσεως άρχισε την 31-10-2011 που καταχωρίστηκε η απόφαση αυτή καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, πλην όμως η κατ' αυτής κρινόμενη αναίρεση του Χ. Ν. ασκήθηκε την 21-11-2011 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων (αριθμό εκθέσεως 4/21-11-2011).
Συνεπώς ασκήθηκε εκπροθέσμως μετά την εκπνοή του νομίμου δεκαημέρου, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την άνω εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσής του και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1, 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 3/21-11-2011 αίτηση του Ν. Π. του Α. για αναίρεση της με αρ. 965/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων 965/2011 αποφάσεως του.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 4/21-11-2011 αίτηση του Χ. Ν. του Α., για αναίρεση της με αρ. 965/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης 1ου αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης 2ου αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 928/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Λ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1492/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 351Α του Π Κ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.3064/2002, "η ασελγής πράξη με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή ή με άλλα υλικά ανταλλάγματα ... τιμωρείται ως εξής: α).... β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκαπέντε έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων, έως πενήντα χιλιάδων ευρώ...". Στοιχεία, λοιπόν, του εν λόγω εγκλήματος είναι: α) Η τέλεση από ενήλικο ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με ανήλικο, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του ανηλίκου, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη. Και β) η παροχή στον ανήλικο αμοιβής ή άλλου υλικού ανταλλάγματος (χρημάτων, δώρων, υποσχέσεων δώρων). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν, ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία( στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσοι) χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του. το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ασέλγειας με ανηλίκους έναντι αμοιβής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Μετά από καταγγελία στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων για αποπλάνηση ανηλίκων από ηλικιωμένο άτομο, που είναι τυφλό, διαμένει την οδό ... και ονομάζεται Β., η οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται στην οδό ..., τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση από Αστυνομικούς της ανωτέρω Υπηρεσίας, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι στην εν λόγω οικία εισέρχονταν ανήλικοι. Επιπρόσθετα, ο Αστυνομικός Γ. Κ. άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει τους ανήλικους, που βρίσκονταν στην οικία του να μεταβούν στον σταθμό Λαρίσης προκειμένου να του φέρουν από εκεί και άλλους συνομήλικους τους. Ακολούθως, από την οικία του κατηγορουμένου αρχικά εξήλθαν οι ανήλικοι Ε. Ι., Ζ. Μ. και Ο. Ά. και αργότερα οι G. Y. και Σ. Θ., τους οποίους οι Αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν την οικία του κατηγορουμένου, τους οδήγησαν στην Ασφάλεια. Στην συνέχεια οι Αστυνομικοί μετέβησαν στον σταθμό Λαρίσης, όπου εντόπισαν τους ανήλικους G. S...Δ. Τ. και Ν. Τ. και τους οδήγησαν στην Ασφάλεια. Από... αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος κατά το από 15-1-2009 έως 15-1-2010 χρονικό διάστημα, όντας ενήλικος, εντός της οικίας του - διαμερίσματος του, που βρίσκεται..., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα, όντας ενήλικος, τέλεσε περισσότερες φορές ασελγείς πράξεις, επ' αμοιβή, τόσο με ανηλίκους, ηλικίας δέκα έως δεκαπέντε ετών, όσο και με ανηλίκους, ηλικίας άνω των δεκαπέντε ετών. Ειδικότερα: α) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-12-2009 έως 14-1-2010, κατ' επακολούθηση, δέκα φορές (μία εκ των οποίων στις 13-1 -2010,) οι δε λοιπές σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, ειδικότερα, έβαλε τον ανήλικο Ά. Ο., ηλικίας 12 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες πορνογραφικού περιεχομένου σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση τoυ, να αυνανιστεί, ενώ θώπευε το πέος του πάνω από το παντελόνι του. δίδοντας του, ως αμοιβή μία φορά το ποσό των 15 ευρώ και τις άλλες φορές άγνωστα χρηματικά ποσά. β) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-8-2009 έως 14-1-2010 μία φορά, σε ημερομηνία, που δεν έχει εξακριβωθεί ειδικότερα, έβαλε τον ανήλικο Ι. Ε., ηλικίας 13 ετών, να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη υπολογιστή και τηλεόραση του, να τον φιλήσει στο μάγουλο και θώπευε το πέος του, διδοντάς του, ως αμοιβή το ποσό των 20 έως 30 ευρώ. γ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-12-2009 έως 15-1-2010, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τέσσερις φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Θ. Σ., ηλικίας 12 ετών, να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, τον χάιδεψε σε χέρια και πρόσωπο, τον φιλούσε στο μάγουλο δίδοντας του, ως αμοιβή το ποσό των 2 έως 5 ευρώ, κάθε φορά. δ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-11-2009 έως 14-1-2010, και' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τρεις φορές, εκ των οποίων μία τα Χριστούγεννα 2009 και τις άλλες σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Y. G. , ηλικίας δώδεκα ετών να παρακολουθήσει ψηφιακούς δίσκους (DVD) και |5ίντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, έπαιρνε τα χέρια του και τα ακουμπούσε στο στήθος του και το πέος του, δίνοντας του, ως αμοιβή την μία από τις παραπάνω φορές, το ποσό των 2 ευρώ. ε) Εντός του χρονικού διαστήματος από 1-12-2009 έως 14-12-2009, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα τρεις φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί, έβαλε τον Ν. Τ., ηλικίας 14 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, τον χάιδευε στα μαλλιά, στα χέρια και στα πόδια και τον φίλησε στο μάγουλο, δίδοντας του, ως αμοιβή το ποσό των 4,5 ευρώ, εκάστη φορά. ζ) Εντός του χρονικού διαστήματος από 15-7-2009 έως 14-1-2010, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα δέκα φορές, σε ημερομηνίες, που δεν έχουν εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο Μ. Ζ., ηλικίας 15 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DVD) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου, σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, να αυνανιστεί και θώπευε το πέος του μέσα από το παντελόνι του, δίδοντας του, ως αμοιβή, το ποσό των 5 έως 10 ευρώ, εκάστη φορά. Και η) εντός του χρονικού διαστήματος από 15.1.2009 έως 14.1.2010 μία φορά και σε ημερομηνία, που δεν έχει εξακριβωθεί, έβαλε τον ανήλικο S. G., ηλικίας 16 ετών, να παρακολουθεί ψηφιακούς δίσκους (DND) και βιντεοκασέτες, πορνογραφικού περιεχομένου σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και τηλεόραση του, να αυνανιστεί και στην συνέχεια έπιασε το πέος του θέλοντας να τοποθετήσει σ' αυτό δονητή, χωρίς να το επιτύχει, διότι το αρνήθηκε, δίνοντας του, ως αμοιβή άγνωστο χρηματικό ποσό. Ο κατηγορούμενος, αντίθετα, δέχεται ότι οι προαναφερθέντες ανήλικοι πήγαιναν στο ανωτέρω -διαμέρισμα, όπου διέμενε - όχι, όμως, για να τελέσει ασελγείς πράξεις σε βάρος τους αλλά για να λάβουν απ' αυτόν φαγητό. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίσθηκε, ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ένδικων βιντεοκασετών - DVD, τα οποία βρέθηκαν από τα αρμόδια-αστυνομικά όργανα κάτω από το κρεβάτι του. Συγκεκριμένα για το θέμα αυτό ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Δεν ήταν δικές μου οι κασέτες. Βρέθηκαν κάτω από το κρεβάτι μου στη γωνία. Έμεινα άφωνος. Δεν το ήξερα αυτό εγώ...". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν κρίνονται πειστικοί, αφού ανατρέπονται τόσο από τις προπαρατεθείσες ένορκες καταθέσεις των Αστυνομικών, που εξετάσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και από τις ανώμοτες εξετάσεις των (Ανηλίκων ενώπιον του Ανακριτή. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του, έχει ξαναδικαστεί για την ίδια πράξη και γι' αυτό φοβάται...
Συνεπώς αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο κατηγορούμενος, όντας ενήλικος, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις, οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω, σε βάρος των ανωτέρω ανηλίκων, εκ των οποίων οι πέντε είχαν συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας τους, όχι όμως και το δέκατο πέμπτο, οι δε υπόλοιποι δύο είχαν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους και γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμαι από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος καν του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ασέλγειας με ανηλίκους έναντι αμοιβής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 351 Α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό περιέχει και περιστατικά επί πλέον των αναφερομένων στο διατακτικό, το οποίο, πάντως, είναι πλήρες, ώστε δεν χρειαζόταν διαφοροποίηση της διατυπώσεώς του. β) Από το σύνολο των αναφερομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις, τις οποίες τέλεσε σε βάρος των ως άνω ανηλίκων ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, είχαν έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατέτειναν δε στη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών. γ) Σαφώς-αναφέρεται και ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκαν οι. πράξεις (θωπείες του πέους των ανηλίκων, χάδια, φιλήματα, αυνανισμοί, κ.λπ. σε συνδυασμό με παρακολούθηση από αυτούς ψηφιακών δίσκων και βιντεοκασετών, πορνογραφικού περιεχομένου), δ) Το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά και στους, αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, οι οποίοι περιέχονται στην απολογία του, την οποία αξιολόγησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών, ότι εξετάστηκε ως μάρτυρας και ο αδελφός αυτού. Επομένως, οι, από το άρθρο_510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, σχετικοί (χωρίς αρίθμηση) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 § 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, και, κατά το επόμενο άρθρο 174 § 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 § 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της προπαρασκευαστικής και της κύριας, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτους, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο τρίτο παρ. 4 του ν. 3625/24,12.2007 "Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και άλλες διατάξεις" προστέθηκε στον ΚΠοινΔ άρθρο 226 Α, κατά το οποίο, ως ισχύει: "1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α\ 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338,.239. 342, 343, 345, 346, 347. 348, 348Α, 349, 351, 351Α του ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψης τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204-208. 2, Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή ο παιδοψυχολόγος και ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώ μένη πράξη. 3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας, 4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως. 5. ... 6. ...". Η νομοθετική αυτή παρέμβαση έγινε σε εφαρμογή του άρθρου 12 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992, και του άρθρου 8§§ 1, 3 του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της και έχει ως σκοπό την εξασφάλιση αντικειμενικής καν ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα καταθέσεως των ανηλίκων θυμάτων των ως άνω πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση 'των εγγράφων της δικογραφίας, και οι επτά ως άνω ανήλικοι - παθόντες από τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εξετάστηκαν από τον νευρολόγο- ψυχίατρο Μ. Έ., ο οποίος είχε διοριστεί πραγματογνώμονας και παρίστατο κατά την χωρίς όρκο εξέταση τους ενώπιον του 3ου Ειδικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, τηρήθηκαν, δηλαδή, οι διατυπώσεις που ορίζει η ως άνω διάταξη του άρθρου 226 Α του ΚΠοινΔ. Επομένως, ορθώς το Πενταμελές Εφετείο ανέγνωσε τις καταθέσεις τους (μόνο τις ανακριτικές, όχι και τις προανακριτικές). Οποιαδήποτε δε πλημμέλεια της προδικασίας έχει καλυφθεί, γιατί ο αναιρεσείων δεν την πρότεινε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο (αλλά ούτε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε με λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και II του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως παρά το ότι α) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, που άσκησε την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, και ο Ανακριτής δεν έλαβαν ένορκες καταθέσεις που να έχουν συνταγεί νομοτύπως, ενώ ο Ανακριτής έλαβέ την απολογία του και διέταξε, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, την προσωρινή του κράτηση, χωρίς, προηγουμένους, να έχουν ληφθεί η καταθέσεις των ανηλίκων, .στερώντας τον, έτσι, από το δικαίωμα ακροάσεως, β) η δίωξη ασκήθηκε εναντίον του με βάση άκυρες καταθέσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές, στη συνέχεια, λήφθηκαν σύμφωνα με το νόμο, γ) ότι αυτός, μετά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων, δεν κλήθηκε σε συμπληρωματική απολογία για να εκφράσει τους ισχυρισμούς και επιχειρήματα του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226Α§5 εδ. α του ίδιου Κώδικα, "μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, εάν οι ανήλικοι έχουν δώσει κατάθεση στην ανάκριση, συγχωρείται να ζητηθεί να εξεταστούν μόνο συμπληρωματικά για να διευκρινίσουν σημεία της ανακριτικής καταθέσεως τους και όχι να καταθέσουν εκ νέου. Από καμιά δε διάταξη νόμου δεν επιβάλλεται η κλήση προς εξέταση και των ασκούντων τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη. .αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικό, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μετά τη εξέταση των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το αίτημα "να κλητευθούν και να προσέλθουν οι ανήλικοι παθόντες να καταθέσουν", ενώ δεν υπέβαλε αίτημα να κληθούν και οι ασκούντες τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων. Το αίτημα, όπως υποβλήθηκε, δεν ήταν νόμιμο, καθόσον οι ανήλικοι είχαν δώσει ανακριτικές καταθέσεις και μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, κατά τους νομίμους τύπους, δεν ζητήθηκε δε να προσέλθουν αυτοί για συμπληρωματική εξέταση με προσδιορισμό και των ζητημάτων που έπρεπε να διευκρινιστούν, και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε το αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "...Ακολούθως το Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, καθόσον έκρινε., ότι η εκ νέου αφήγηση των πραγματικών περιστατικών της ένδικης πράξεως, που ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος τους θα είναι επιβλαβής γι' αυτούς και θα έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική τους ταλαιπωρία, δοθέντος, ότι οι εν λόγω ανήλικοι έχουν εξετασθεί ενώπιον του Ανακριτή. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση προσαγωγής και εξέτασης-ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου των παθόντων ανηλίκων και κατά συνέπεια το σχετικό περί τούτου αίτημα του κατηγορουμένου θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσία". Ακόμη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να καλέσει, ως μάρτυρες, τους ασκούντες τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των ανηλίκων, αφενός γιατί, όπως αναφέρθηκε, αυτό δεν προβλέπεται και αφετέρου γιατί δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§ϊ στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος και για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να καλέσει, για εξέταση, τους ανηλίκους, καθώς και τους ασκούντες σ' αυτούς τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 126/21 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Β. Λ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1492/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ασέλγεια με ανηλίκους έναντι αμοιβής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλήματος. Μέχρι πότε μπορούν να προταθούν ακυρότητες από πράξεις της προδικασίας. Ορθώς αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο οι ανακριτικές καταθέσεις των παθόντων ανηλίκων, οι οποίες λήφθηκαν σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για να προσέλθουν και εξεταστούν οι παθόντες, το οποίο, πάντως, δεν ήταν νόμιμο (άρθρο 226Α§5 ΚΠΔ). Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 927/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ν. ν. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, περί αναιρέσεως της 2384/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Σεπτεμβρίου 2011 και 16 Νοεμβρίου 2011, αιτήσεις του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1416/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αρ. εκθ. 20/22- 9 - 2011 και από 16 - 11 - 2011 δύο αλληλοσυμπληρούμενες αιτήσεις αναιρέσεως του ιδίου του κατηγορουμένου και του παραστάντος στην προσβαλλόμενη απόφαση συνηγόρου του Κωνσταντίνου Ζαχαράκη αντίστοιχα, κατά της αυτής με αρ. 2384/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ιδίου ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ καθόριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". 'Όμως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/ 1996, που καθόριζε, ότι "3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999 και αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη σήμερα 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (ήδη σήμερα 73.000 ευρώ)". Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1,2 του ν. 4055/12-3-2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2-4-2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α'και β'της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ (10.000.000 δραχμών) αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠΔ, ορίζεται ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα και εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει και μετά τη δημοσίευσή της.
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατ' άρθρο 577 παρ.2 ΚΠΔ "Το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων από το δικαστικό γραμματέα συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη". Εξάλλου κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ) την εμφάνιση ... και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ..." και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση προσβάσεως στο περιεχόμενο του δελτίου του ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στον σχηματισμό καθαράς δικαστικής πεποιθήσεως που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποιήσεως σε βάρος του προηγουμένων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι ώστε η παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όταν όμως το δελτίο του ποινικού μητρώου δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά αποσφραγίστηκε και αναγνώσθηκε μετά την απόφαση περί ενοχής και μόνο για την τυχόν χορήγηση ελαφρυντικής περιστάσεως και τον καθορισμό της ποινής, δεν υπάρχει ακυρότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η άνω διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2384/2011 απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτεμβρίου 1991 έως και Ιανουαρίου 1992, από κοινού με άλλον, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, συνολικού ποσού οφέλους 7.150.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σήμερα σε 20.984,59 ευρώ, ήτοι σε ποσό κατώτερο του ποσού των 30.000 ευρώ, που απαιτείται για να έχει σήμερα μετά την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 386 ΠΚ κακουργηματική μορφή η απάτη, άρα η ανωτέρω συγκεκριμένη πράξη απάτης που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μετά τον ανωτέρω νέο επιεικέστερο νόμο 4055/12-3-2012, προσέλαβε πλημμεληματικό χαρακτήρα και πρέπει πλέον να ερευνηθεί στο πλαίσιο αυτό η τέλεση της απάτης και η τυχόν προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραγραφή της πράξης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2384/2011 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ουσιαστικό μέρος της υποθέσεως: "Στις 31-1-1977 ο Δ. Δ. έκλεισε τον ... λογαριασμό του που διατηρούσε από τις 3-12-1976 στην τράπεζα "ALLEMENE BANK NEDERLAND N.V.". Μετά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού παρέμειναν στην κατοχή αυτού: α) ένα μπλοκ επιταγών με αριθ. από 030426 μέχρι ... και β) άλλο ένα μπλοκ με αριθ. από ... μέχρι ... . Τα δύο αυτά μπλοκ τελικά χωρίς την θέληση του δικαιούχου τους κατέληξαν το αργότερο το καλοκαίρι του έτους 1991 στον ήδη εκκαλούντα κατηγορούμενο ..., κάτοικο ..., και στον Β. Ε. που έχει ήδη πεθάνει και η ποινική δίωξη σε βάρος του έχει παύσει οριστικά. Ταυτόχρονα την ίδια εποχή στην κατοχή του ίδιου εκκαλούντα Ν. Ν. περιήλθε με άγνωστο τρόπο το ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας που ανήκε στον Ν. Σ. Ρ.. Μετά από αυτά ο εκκαλών και ο θανών αποφάσισαν: α) να συμπληρώσουν τις παραπάνω επιταγές ώστε αυτές να φαίνονται ότι προέρχονται από τον παραπάνω νόμιμο δικαιούχο Δ. Δ., β) να εμφανίζεται ο εκκαλών ως Ν. Ρ. και ως πραγματικός δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού, γ) να ενδιαφέρονται για την αγορά διαφόρων ειδών σημαντικής αξίας από διάφορους εμπόρους, δ) να παραπλανούν αυτούς τόσο για την νομιμότητα των επιταγών όσο και για την ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων και ε) να ζημιώνουν αυτούς με την παραλαβή των εμπορευμάτων τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούντο. Έτσι αυτοί μετά από κοινή απόφαση έθεσαν σε εφαρμογή το παραπάνω ολοκληρωμένο και με υποδομή εγκληματικό σχέδιο το οποίο δύσκολα μπορούσε να διακριβωθεί και να αντιμετωπισθεί αφού για την υλοποίησή του αυτοί χρησιμοποιούσαν τόσο γνήσια έγγραφα (αστυνομική ταυτότητα Ρ.) όσο και πλαστά (γνήσιες επιταγές που συμπλήρωναν χωρίς δικαίωμα). Στα πλαίσια εφαρμογής του σχεδίου αυτού ο εκκαλών ν. Ν.ς: Α) πήγε τον Νοέμβριο του 1991 μαζί με τον θανόντα στην αποθήκη ειδών ενδύσεως, που διατηρούσε στον Πειραιά (...) ο Ε. Κ. και παρέστησε σ' αυτόν ότι ονομάζεται Ν. Ρ., ενδιαφέρεται για την αγορά συγκεκριμένων ειδών ενδύσεως και του πρόσφερε για την εξόφληση του τιμήματος αυτών: 1) την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης, την 28/12/1991, που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ίδιου για ποσό 700.000 δρχ, η οποία στις 8/1/1992 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της Σ. Μ. και δεν πληρώθηκε, 2) την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης, την 30/1/1992, που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ίδιου για ποσό 600.000 δρχ, η οποία την 3/2/1992 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της Π. Π. και δεν πληρώθηκε, 3) την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 31/12/1991, που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ίδιου για ποσό 600.000 δρχ, η οποία την 31/1/1992 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της Ε. Π. και δεν πληρώθηκε, 4) την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης, την 28/12/1991, που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ίδιου για ποσό 600.000 δρχ, η οποία την 3/2/1992 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της Σ. Μ. και δεν πληρώθηκε.
Ο Ε. Κ. πείστηκε από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και του παρέδωσε τα προϊόντα που ζήτησε τα οποία ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα αφού, όπως παραπάνω εκτέθηκε, αυτός χρησιμοποίησε ψευδή στοιχεία ταυτότητας και τις παραπάνω πλαστές επιταγές που ο ίδιος δημιούργησε. Ο εκκαλών μάλιστα αργότερα που ανακαλύφθηκε η δράση του αυτή αναγνωρίστηκε χωρίς καμιά επιφύλαξη τόσο από τον παραπάνω Ε. Κ. όσο και από τον υπάλληλό του Α. Π..
Β) πήγε την ίδια εποχή μαζί με τον θανόντα στην εταιρεία "Εισαγωγική ποτών" που διατηρούσαν στον Πειραιά (...) οι αδελφοί Κ. και παρέστησαν σ' αυτούς ότι ονομάζεται Ν. Ρ., ενδιαφέρεται για την αγορά ποτών και αναψυκτικών και τους πρόφερε για την εξόφληση του τιμήματος την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 25/12/1991, που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ν. Ρ. για ποσό 650.000 δρχ, η οποία την 31/12/1991 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από την νόμιμο κομιστή της "ΒΑΛΚΑΝΕΞΠΟΡΤ Α.Ε.", και δεν πληρώθηκε. Αυτοί παραπλανήθηκαν και του παρέδωσαν τα προϊόντα που τους ζήτησε να αγοράσει τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία τους.
Γ) πήγε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1991 εποχή μαζί με τον θανόντα στην εταιρεία "Π.Γ. Ν. ΑΒΕ" και παρέστησε στους εκπροσώπους της ότι ονομάζεται Ν. Ρ., ενδιαφέρεται για την αγορά διαφόρων ειδών και τους πρόσφερε για την εξόφληση του τιμήματος την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης την 5/10/1991 που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του Β. Ε. για ποσό 510.000 δρχ, η οποία την 9/10/1991 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της "Π.Γ. Ν. Α.Β.Ε.", και δεν πληρώθηκε. Αυτοί παραπλανήθηκαν και του παρέδωσαν τα προϊόντα που τους ζήτησε να αγοράσει τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία τους.
Δ) πήγε την ίδια εποχή μαζί με τον θανόντα στην εταιρεία "Γ.-ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΑΕΕ" και παρέστησε στους εκπροσώπους της αυτόν ότι ονομάζεται Ν. Ρ., ενδιαφέρεται για την αγορά μπαταριών και τους πρόσφερε για την εξόφληση του τιμήματος την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 7/10/1991 που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ν. Ρ. για ποσό 1.055.500 δρχ, η οποία την 8/10/1991 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της "Γ. - ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ Α.Ε.Ε.", και δεν πληρώθηκε. Αυτοί παραπλανήθηκαν και του παρέδωσαν τα προϊόντα που τους ζήτησε να αγοράσει τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία τους.
Ε) πήγε την ίδια εποχή μαζί με τον θανόντα σε δύο άγνωστους μέχρι τώρα εμπόρους και παρέστησε σ' αυτούς ότι ονομάζεται Ν. Ρ., ενδιαφέρεται για την αγορά διαφόρων προϊόντων που αυτοί πουλούσαν και τους πρόσφερε για την εξόφληση του τιμήματος: α) την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης την 5/10/1991 που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του ν. Ρ. για ποσό 1.650.000 δρχ, η οποία την 9/10/1991 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της και δεν πληρώθηκε και β) την ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 30/9/1991 που φέρεται ότι εξέδωσε ως δικαιούχος του παραπάνω λογαριασμού σε διαταγή του Ν. Ρ. για ποσό 785.000 δρχ, η οποία την 2/10/1991 εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα από τον νόμιμο κομιστή της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΛΩΔΙΑ Α.Ε.", και δεν πληρώθηκε. Αυτοί παραπλανήθηκαν και του παρέδωσαν τα προϊόντα που τους ζήτησε να αγοράσει τα οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία τους .
Ο κατηγορούμενος με την κατάρτιση και χρήση των παραπάνω επιταγών σκόπευε: α) να παραπλανήσει τους παραπάνω καταστηματάρχες τόσο για την γνησιότητά τους όσο και για την ύπαρξη διαθεσίμων και να παραλάβει τα εμπορεύματα τα οποία νωρίτερα είχε διαπραγματευτεί μαζί τους και β) να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 7.150.500 δρχ. βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία τους. Με την εγκληματική του αυτή δράση αυτός, που είναι η συνέχεια πολύ σοβαρού εγκληματικού παρελθόντος του όπως προκύπτει από το Ποινικό του Μητρώο, είχε σκοπό να έχει σταθερό και υψηλό εισόδημα και είχε καταρτίσει οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο με την απαραίτητη υποδομή (χρησιμοποίηση γνήσιας ταυτότητας άλλου - πλαστές επιταγές σε μικρό χρονικό διάστημα) δηλ. συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της εξακολουθητικής απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Ακόμα στο πρόσωπο του ίδιου συντρέχει και η άλλη επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως επειδή αυτός επιδόθηκε κατ' επανάληψη στην κατάρτιση πολλών επιταγών σε μικρό χρονικό διάστημα από ροπή στο έγκλημα της απάτης όπως προκύπτει από το Ποινικό του Μητρώο που φιλοξενεί πολλές καταδίκες του για πλαστογραφίες και απάτες δηλ. αυτός έχει ροπή στην τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επειδή το παραπάνω αποδεικτικό υλικό είναι ικανό και πλήρες για σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως.
Ο εκκαλών κατηγορούμενος Ν. Ν. απολογούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμιά σχέση με όσα του αποδίδονται ως απάτη. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν και επιπλέον επειδή αυτός (κατ/νος) αναγνωρίστηκε τόσο από τους παθόντες όσο και από τον μεταφορέα Α. Σ., κάτοικο ... που μετέφερε όσα αυτός αγόραζε με απάτες και τις παραπάνω πλαστές επιταγές στην αποθήκη που διατηρούσε στην Κυψέλη Αττικής (...).
Ακόμα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι μία από τις παραπάνω επιταγές και συγκεκριμένα η ... ποσού 650.000 δρχ. εξοφλήθηκε από τον θανόντα Β. Ε. και κατά συνέπεια αν αφαιρεθεί αυτή το ποσό της απάτης δεν υπερβαίνει συνολικά τα 5.000.000 δρχ. με συνέπεια η πράξη αυτή να έχει την μορφή του πλημμελήματος της απάτης και να έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης οκταετίας. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή: α) η επιταγή αυτή δεν εξοφλήθηκε από τον Β. Ε. αλλά από άλλον οπισθογράφο και β) η εξόφληση αυτής δεν αναιρεί την απάτη που τέλεσε ο ήδη εκκαλών και η λήψη από αυτόν εμπορευμάτων αξίας 650.000 δρχ. με χρησιμοποίηση της επιταγής αυτής που ήταν πλαστή και ο ίδιος την είχε καταρτίσει.
Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι από τον χρόνο τέλεσης (Σεπτέμβριος 1991) μέχρι την ημέρα εκδίκασης (7 και 15/9/1991) έχει παρέλθει εικοσαετία και κατά συνέπεια μερικές από τις εξακολουθητικές πράξεις έχουν παραγραφεί.
Για τον ισχυρισμό του αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία για τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης όπως η απάτη σε βαθμό κακουργήματος, είναι δεκαπέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα, που τελέσθηκε η πράξη. Κατά δε το άρθρο 113 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 4 παρ.1 ν. 1738/1987, 5 παρ.1 Ν 1941/1991, 19 παρ. 1 ν. 1968/1991 και 33 παρ. 4 ν. 2172/1993, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνον, δυνάμει διατάξεως του νόμου, η ποινική δίωξη δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει. Επίσης, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνον διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, όχι, όμως, πέραν των τριών ετών για τα κακουργήματα, ενώ, μετά την αντικατάστασή της εν λόγω διάταξης με το άρθρο 1 παρ.6 ν. 2408/1996 η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη. Τέλος η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται από την έκδοση της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών (α. 432 παρ.1 του ΚΠΔ) με την οποία αναστέλλεται η διαδικασία στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για κακούργημα μέχρις ότου αυτός, που είναι αγνώστου διαμονής, συλληφθεί (ΑΠ 1434/2003, ΑΠ 2249/2002, ΑΠ 1628/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, η παραγραφή του αξιοποίνου της παραπάνω κακουργηματικής πράξης της απάτης του εκκαλούντος να τρέχει από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης της και ειδικότερα από τον Σεπτέμβριο του 1991 μέχρι τις 9-2-1998 που εκδόθηκε η 41/1998 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο του αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου για την παραπάνω κατηγορία που αναφέρεται στο 5043/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και το 5/1994 ένταλμα συλλήψεως αυτού που εκδόθηκε από τον 9° Ανακριτή Αθηνών. Από την ημέρα αυτή (9-2-1998) η παραγραφή ανεστάλη μέχρι τις 7-6-2011 που αυτός συνελήφθη. Κατά συνέπεια ο χρόνος που έχει παρέλθει και υπολογίζεται στην παραγραφή είναι από τον Σεπτέμβριο του 1991 μέχρι τις 9-2-1998 και από τις 7-6-2011 μέχρι σήμερα δηλ. σε καμιά περίπτωση αν υπολογιστούν αυτά τα χρονικά διαστήματα δεν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των 18 ετών ώστε η πράξη της απάτης να παραγραφεί. Με βάση τα στοιχεία αυτά ο προβαλλόμενος λόγος της παραγραφής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με βάση τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της εξακολουθητικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και βλάβη πάνω από 5.000.000 δρχ. όπως πρωτοδίκως .
Η συμπλήρωση των παραπάνω επιταγών από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο δηλ. η εξακολουθητική πλαστογραφία που του αποδίδεται, έχει την μορφή του πλημμελήματος και όχι κακουργήματος επειδή: α) όλες οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν τον ν. 2408/1996) και β) καμιά από αυτές δεν αφορά όφελος ή βλάβη πάνω από 25.000.000 δρχ.
Επειδή από την τέλεση του πλημμελήματος αυτού της εξακολουθητικής πλαστογραφίας (28/12/1991-30/1/1992) έχει παρέλθει οκταετία και αυτό έχει παραγραφεί, σύμφωνα με τα α. 111 παρ. 3 και 113 του ΠΚ, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη γι' αυτό σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου".
Όμως με βάση τις παραπάνω παραδοχές και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 2384/2011 καταδικαστικής αποφάσεως, το δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της κακουργηματικής απάτης, για την κατάφαση της ενοχής του, έλαβε υπόψη του αμέσως και συνεκτίμησε ομού με τα άλλα μνημονευόμενα στο αιτιολογικό αυτής αποδεικτικά μέσα και το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αναφέροντας συγκεκριμένα στο αιτιολογικό, στη σελίδα 19 και 20, ότι "ο κατηγορούμενος με την εγκληματική του αυτή δράση της απάτης, που είναι συνέχεια πολύ σοβαρού εγκληματικού παρελθόντος του, όπως προκύπτει από το ποινικό του μητρώο, είχε σκοπό να έχει σταθερό και υψηλό εισόδημα και είχεν καταρτίσει οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο με την απαραίτητη υποδομή, κλπ", για να θεμελιώσει τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης, που όμως ήταν αναγκαία στοιχεία κατά το άρθρο 386 ΠΚ, μαζί με το ύψος του σκοπούμενου οφέλους, για να προσδώσουν στην απάτη κακουργηματική μορφή, όπως και κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, πράγμα που σημαίνει ότι έγινε από το εφετείο παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και πραγματική ανάγνωση και συνεκτίμηση του δελτίου ποινικού μητρώου του δικαζόμενου κατηγορουμένου, πριν από την περί ενοχής απόφασή του. Επομένως, επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ και είναι βάσιμος ο συναφής δέκατος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης από 16-11-2011 αιτήσεως και η απόφαση αναιρετέα στο σύνολό της.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης, είναι δεκαπέντε έτη, για δε τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα, που τελέσθηκε η πράξη. Κατά δε το άρθρο 113 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 4 παρ.1 ν. 1738/ 1987, 5 παρ. 1 ν. 1941/1991, 19 παρ. 1 ν. 1968/1991 και 33 παρ.4 ν. 2172/1993, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνο, δυνάμει διατάξεως του νόμου, η ποινική δίωξη δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει. Επίσης, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, όχι, όμως, πέραν των τριών ετών για τα κακουργήματα, ενώ, μετά την αντικατάσταση της εν λόγω διάταξης με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 2408/1996 η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 432 παρ.1 ΚΠΔ, "αν κάποιος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα, είναι άγνωστης διαμονής και δεν παρουσιαστεί ούτε συλληφθεί μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 156, αναστέλλεται η διαδικασία στο ακροατήριο με διάταξη του εισαγγελέα του εφετείου, ωσότου συλληφθεί ή εμφανιστεί ο κατηγορούμενος. Οι διατάξεις του άρθρου 113 ΠΚ για την αναστολή της παραγραφής του αξιοποίνου εφαρμόζονται και εδώ".
Η έννοια της τελευταίας αυτής ειδικής δικονομικής διάταξης είναι, ότι αναστέλλεται αυτοδικαίως ο χρόνος της παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως και η αναστολή διαρκεί ωσότου εκδοθεί η κατ' αντιμωλίαν απόφαση και ο από αυτήν προβλεπόμενος χρόνος αναστολής της παραγραφής δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωση της υπό των άρθρων 111 και 113 παρ. 1 ΠΚ διαλαμβανομένης, κατά περίπτωση, δεκαοκταετούς ή εικοσαετούς συνολικής παραγραφής για κακουργήματα (ή οκταετούς για τυχόν κατά μεταβολή κατηγορίας πλημμελήματα) και δεν περιορίζεται κατά το άρθρο 113 παρ.3 του ΠΚ για τα κακουργήματα στα 5 χρόνια, αλλά συνιστά ειδική αναστολή αυτής, διότι, κατά τον χρόνο της διαρκείας της, δεν τρέχουν οι ανωτέρω παραγραφές, ενώ με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ και ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ευμενέστερη είναι η ρύθμιση, κατά την οποία στην διάρκεια της κύριας διαδικασίας η παραγραφή για τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης, αναστέλλεται όχι περισσότερο από τρία χρόνια, ήτοι, συνολικώς η παραγραφή ανέρχεται για τα κακουργήματα σε 18 χρόνια και όχι σε 20 χρόνια (15 + 3 αναστολής και όχι + 5).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, για να ερευνηθεί ο περί παραγραφής συναφής έτερος λόγος αναιρέσεως, η παραγραφή του αξιοποίνου της προεκτεθείσας κακουργηματικής πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, που ήδη με το άρθρο 25 του νέου ν. 4055/12-3-2012, κατέστη η πράξη αυτή πλημμέλημα, λόγω αναπροσαρμογής των ποσών οφέλους- βλάβης, άρχισε να τρέχει από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης της και ειδικότερα από Σεπτέμβριο του 1991 έως και τον Ιανουάριο του 1992, μέχρι δε την 9-2-1998 που εκδόθηκε η με αρ. 41/1998 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναστολής της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη παρουσιάσεως αυτού και μη συλλήψεώς του, ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο του τότε αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου για την παραπάνω κατηγορία της κακουργηματικής απάτης, που αναφέρεται στο 5043/1996 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και το 5/1994 ένταλμα σύλληψης αυτού που εκδόθηκε από τον 9ο Ανακριτή Αθηνών. Από την ημέρα αυτή (9-2-1998) η παραγραφή ανεστάλη μέχρι και την 7-6-2011 που ο κατηγορούμενος συνελήφθη και άρχισε να τρέχει εκ νέου η παραγραφή, όπως ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις εφάρμοσε και έκρινε το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί παραγραφής της απάτης.
Συνεπώς, από 1-9-1991 που άρχισε η παραγραφή της πράξης και υπολογίζεται κατά το νόμο, μέχρι 9-2-1998 που ανεστάλη η παραγραφή (6 χρόνια, 5 μήνες και 8 ημέρες), δεν είχε συμπληρωθεί ο αναγκαίος χρόνος παραγραφής της πράξης της απάτης, με την κακουργηματική μορφή που είχε τότε (ούτε και οκταετία), από δε της 7-6-2011 που συνελήφθη και άρχισε να τρέχει πάλιν ο χρόνος της παραγραφής, μέχρι και σήμερα 29-5-2012, ημέρα της διάσκεψης της υποθέσεως στον Άρειο Πάγο, που φέρει πλέον βάσει του ν. 4055/12-3-2012, πλημμεληματικό χαρακτήρα, (7-6-2011 έως 29-5-2012 = 11 μήνες και 22 ημέρες συν 6 χρόνια 5 μήνες και 8 ημέρες ίσον 7 έτη, 4 μήνες και 30 ημέρες) και πάλιν δεν έχει συμπληρωθεί η οκταετής παραγραφή του ήδη δια του νέου νόμου 4055/2012 καταστάντος πλημμελήματος της απάτης, λόγω της προαναφερθείσας αναστολής του άρθρου 432 παρ.1 του ΚΠΔ και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Άρα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠΔ, εξετάζοντας και εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα τον ανωτέρω επιεικέστερο νόμο 4055/2012, που ισχύει και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η κακουργηματική πράξη της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατέστη με το νέο ν. 4055/ 2012, λόγω ποσού κατά τα παραπάνω, πλημμέλημα, ο Άρειος Πάγος οφείλει, αναιρώντας κατά τα παραπάνω την προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι έχει επιβληθεί στον αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης 5 ετών για κακουργηματική απάτη, πρέπει να αναιρέσει ως παραπάνω ολικά την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις καταδικαστικές της διατάξεις και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για συζήτηση και έρευνα, και δη για τέλεση ή μη εκ μέρους του κατηγορουμένου, όχι πλέον κακουργηματικής, αλλά πλημμεληματικής μορφής απάτης κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού 7.150.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σήμερα σε 20.984,59 ευρώ, ήτοι σε ποσό κατώτερο του ποσού των 30.000 ευρώ, αξιόποινη πράξη μη παραγεγραμμένη, λόγω της ως παραπάνω μεσολαβήσασας ειδικής αναστολής, για την οποία πλημμεληματική πράξη το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα, προβλέπει "ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών".
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις καταδικαστικές αυτής διατάξεις και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, υπό τη μορφή πλημμελήματος όπως παραπάνω, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 2384/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τις καταδικαστικές αυτής διατάξεις.
Παραπέμπει την ένδικη υπόθεση απάτης, για νέα εκδίκαση υπό τη μορφή πλημμελήματος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, ποσού ανώτερου των 15.000 € και κατώτερου των 30.000 €. Επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι βάσιμος ο συναφής δέκατος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και η απόφαση αναιρετέα στο σύνολο της, διότι έγινε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και πραγματική ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου του δικαζόμενου κατηγορουμένου, πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου. Η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, σε βαθμό κακουργήματος, αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, συνολικού ποσού οφέλους 20.984,59 €, ως ανώτερου 15.000 €, για την οποία και καταδικάστηκε, φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτεμβρίου 1991 έως και Ιανουαρίου 1992, και άρα, κατ' εφαρμογή αυτεπάγγελτα του νέου επιεικέστερου ν. 4055/2012, που περιέχει ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ, η πράξη αυτή φέρουσα πλέον χαρακτήρα πλημμελήματος, λόγω οφέλους ποσού κατώτερου των 30.000 €, όπως αναπροσαρμόστηκε το ποσό με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012. Το κακούργημα, όπως είχεν καταδικασθεί, αλλά και το πλημμέλημα αυτό, όπως σύμφωνα με τον άνω νέο νόμο μετετράπη, δεν υπέκυψε σε παραγραφή, ως παρελθόντος μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης 2384/15-9-2011 αποφάσεως χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από του χρόνου της ως άνω τελέσεώς της, λόγω αναστολής παραγραφής, κατ' άρθρο 432 παρ.1 ΚΠΔ, η οποία αναστολή δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωση της υπό των άρθρων 111 και 113 παρ. 1 ΠΚ διαλαμβανομένης, κατά περίπτωση, δεκαοκταετούς συνολικής παραγραφής για κακουργήματα (ή οκταετούς για τυχόν κατά μεταβολή κατηγορίας πλημμελήματα) και δεν περιορίζεται κατά το άρθρο 113 παρ.3 του ΠΚ για τα κακουργήματα στα 5 χρόνια, αλλά συνιστά ειδική αναστολή αυτής, διότι, κατά τον χρόνο της διαρκείας της, δεν τρέχουν οι ανωτέρω παραγραφές.
| null | null | 0
|
Αριθμός 926/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ.775-776/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Π. του Ι. και πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΕΓΑ ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" που εδρεύει στη Θέρμη, Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Κεφάλα. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 862/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη, κατ'άρθρο 25 παρ.1 δ του ν. 4055/2012, αν υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη, κατ'άρθρο 25 παρ.1 δ του ν. 4055/2012, αν υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Οι ψευδείς δε παραστάσεις πρέπει να είναι πρόσφορες να παραπλανήσουν τον παθόντα. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή xειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή και άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1,2 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μικρότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτήν, πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής. Επί εγκλήματος δε κατ' εξακολούθηση, για την αντικειμενική υπόσταση του οποίου ή το χαρακτηρισμό του ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, απαιτείται ορισμένο ποσό οφέλους ή ζημίας, το οποίο μετά την ισχύ του ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του, εφόσον όμως ο δράστης απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα, η αιτιολογία επεκτείνεται και στην επιδίωξη του δράστη για το συνολικό αυτό αποτέλεσμα.
Επίσης, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά και χωριστά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό την παραπλάνηση του θύματος και το παράνομο περιουσιακού όφελος όλων ή και ενός από αυτούς, με αντίστοιχη βλάβη του απατηθέντος.
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ως παραπάνω ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, απαιτείται και για την απόρριψη παραδεκτά υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών. Αυτοτελείς δε ισχυρισµοί στην ποινική δίκη, είναι εκείνοι που προβάλλονται από τον κατηγορούµενο ή το συνήγορό του στο ποινικό δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, έχουν ορισµένο αίτηµα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισµό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη µείωση της ποινής. Ήτοι είναι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννοµη σηµασία και πρέπει να απαντηθούν από το δικαστήριο, όπως είναι και οι ισχυρισμοί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 775,776/2010 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Π. Π. και τους λοιπούς μη αναιρεσείοντες συγκαταδικασθέντες συναυτουργούς αυτού: "Οι κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι της μηνύτριας και πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, και ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς (Π. Π.) προσλήφθηκε σ' αυτήν στις 18-5-1998 και απασχολήθηκε αρχικά σε διάφορους κλάδους της (αυτοκινήτων, πυρός, κλπ.) τον δε Φεβρουάριο του 2000 έγινε διακανονιστής στο τμήμα ζημιών, ο δεύτερος (Χ. Μ.) προσλήφθηκε στις 16-3-1995 και απασχολήθηκε στο τμήμα ζημιών - αποζημιώσεων κατ' αρχήν, μέχρι το 1997 ως βοηθός διακανονιστή και εν συνεχεία ως διακανονιστής, ιδιότητα που είχε επίσης σε όλο το παρακάτω επίδικο χρονικό διάστημα, και ο τρίτος (Χ. Π.), προσλήφθηκε στις 18-5-1999 και απασχολήθηκε αρχικά ως υπάλληλος στο κέντρο συντονισμού της οδικής βοήθειας, ενώ το Σεπτέμβριο του 1999 αποσπάστηκε στο τμήμα αποζημιώσεων, όπου απασχολήθηκε αρχικά ως μαθητευόμενος, εν συνεχεία ως βοηθός διακανονιστή και από τον Ιανουάριο του 2000 ως διακανονιστής, ενώ ασχολούνταν παράλληλα και πάλι στο τμήμα οδικής βοήθειας. Οι κατηγορούμενοι ήταν αρμόδιοι για την παραλαβή των δηλώσεων ατυχημάτων, τη συγκέντρωση των δικαιολογητικών, την έγκριση και διακανονισμό των αποζημιώσεων μέχρι του ποσού των 200.000 δρχ. Για μεγαλύτερα ποσά ήταν αρμόδιοι, μέχρι μεν των 500.000 δρχ. ο υποδιευθυντής του τμήματος ζημιών Γ. Τ. και μέχρι του 1.000.000 δρχ. ο διευθυντής του Σ. Ζ., πέραν δε και του ποσού αυτού το διοικητικό συμβούλιο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας. Επίσης ήταν αρμόδιοι και για την έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων, εξοφλητικών αποδείξεων και προώθηση των φακέλων με τα ανάλογα δικαιολογητικά προς έγκριση αποζημιώσεων πέραν του ποσού των 200.000 δρχ. στους διευθυντή ή αναπληρωτή διευθυντή αποζημιώσεων, έχοντες και την απόλυτη δυνατότητα ελέγχου και διασταύρωσης των στοιχείων των αποδείξεων με τις αναφερόμενες στους αντίστοιχους φακέλους ζημίες. Λόγω της θέσης τους γνώριζαν τη διαδικασία διεκπεραίωσης των υποθέσεων και αρχειοθέτησης των σχετικών φακέλων μετά την καταβολή των αποζημιώσεων στους δικαιούχους - παθόντες, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν, και έτσι ανέσυραν από το αρχείο της πολιτικώς ενάγουσας διάφορους φακέλους και εξέδιδαν αποδείξεις καταβολής αποζημιώσεων για τις ίδιες ζημιές σε ανύπαρκτους παθόντες, μηχανογραφημένες ή χειρόγραφες, για ποσά μέχρι 1.000.000 δρχ., για τα οποία απαιτούνταν, όπως προαναφέρθηκε, εγκρίσεις των ανωτέρω προσώπων και όχι του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, και μάλιστα σε δυο ή τρία πρόσωπα για την ίδια ζημιά, καταχωρούσαν δε και τα ονόματα των δήθεν παθόντων όπως και τις αντίστοιχες αποδείξεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρίας. Εν συνεχεία έστελναν τις αποδείξεις αυτές με υπηρεσιακά σημειώματα στους εκτός έδρας συνεργάτες, δηλ. στους ασφαλιστικούς πράκτορες της πολιτικώς ενάγουσας στους νομούς της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, οι οποίοι όμως δεν είχαν τη δυνατότητα να ελέγχουν το σύννομο ή μη της καταβολής, ενώ κάθε πληρωμή βάρυνε την πολιτικώς ενάγουσα με πίστωση του τρεχούμενου λογαριασμού οφειλόμενων ασφαλίστρων των συνεργατών. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι και κυρίως ο ήδη καταδικασθείς σε άλλη σχετική δίκη υποδιευθυντής Γ. Τ., πριν από κάθε πληρωμή επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τους συνεργάτες της εταιρίας στην επαρχία και με την παραπάνω ιδιότητα τους παρίσταναν εν γνώσει ψευδώς σ' αυτούς ότι οι εμφανιζόμενοι ενώπιον τους ως δικαιούχοι αποζημιώσεων, που αναγράφονταν στις αποδείξεις πληρωμής, είναι φίλοι τους, κατοικούν στην περιοχή των συνεργατών ή είναι διερχόμενοι από αυτήν, και ζητούσαν από αυτούς (πράκτορες) να προβούν στην άμεση καταβολή των κάθε φορά αναγραφόμενων ποσών, δηλώνοντας παράλληλα ότι οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) έχουν ελέγξει τους σχετικούς-φακέλους και ότι υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Με την απατηλή αυτή συμπεριφορά και τις εν γένει ψευδείς παραστάσεις τους έπειθαν τους συνεργάτες της πολιτικώς ενάγουσας να προβούν τελικά στην καταβολή των χρηματικών ποσών που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, για λογαριασμό της εταιρίας, στους συνεργούς τους και επίσης κατηγορουμένους σε άλλη συναφή δίκη Κ. Π., σύζυγο του τρίτου κατηγορουμένου, στον Π. Σ. και σε έναν αλλοδαπό αγνώστων στοιχείων. Οι τελευταίοι εμφανίζονταν στους συνεργάτες της πολιτικώς ενάγουσας ως δικαιούχοι αποζημιώσεων με πλαστές ταυτότητες, αναλόγως με την περίπτωση που ως δικαιούχος εμφανιζόταν άντρας ή γυναίκα, και εισέπρατταν τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται διεξοδικά στο διατακτικό (εκτός από το ποσό των 575.000 δρχ. του υπ' αριθ. ... φακέλου ζημίας, που δεν μπόρεσαν να εισπράξουν για τη δήθεν δικαιούχο Δ. Κ., για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους) ενώ οι καταβολές που γίνονταν σ' αυτούς με επιταγές των συνεργατών της πολιτικώς ενάγουσας εμφανίζονταν και εισπράττονταν και από τους κατηγορουμένους από τις πληρώτριες τράπεζες, τα δε χρηματικά ποσά που εισέπρατταν κατ' αυτόν τον τρόπο οι κατηγορούμενοι εν συνεχεία διένειμαν μεταξύ τους. Στις εν λόγω ενέργειες προέβησαν οι κατηγορούμενοι ύστερα από κοινή συναπόφαση όλων, μαζί με τους ως άνω Γ. Τ. και Σ. Ζ., δρώντας από κοινού, ως ομάδα και αλυσίδα εξαπάτησης της εταιρίας, με κοινό δόλο και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι ή άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας. Όμως κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, η συμμετοχή των πρώτου και τρίτου των παρόντων κατηγορουμένων στις εγκληματικές αυτές πράξεις της ως άνω ομάδας αρχίζει από τον Ιανουάριο του έτους 2000, από τον χρόνο δηλαδή που έγιναν διακανονιστές και απόκτησαν κυρίως την αρμοδιότητα και της έγκρισης αποζημιώσεων, δεδομένου ότι μέχρι το τέλος του έτους 1999 ήταν βοηθοί διακανονιστών, με δυνατότητα συλλογής και επεξεργασίας των σχετικών δικαιολογητικών και εν συνεχεία υποβολής τους στους διακανονιστές για περαιτέρω έλεγχο (και έγκριση αποζημίωσης μέχρι του ποσού των 200.000 δρχ. για το οποίο οι τελευταίοι είχαν δικαίωμα, αν συνέτρεχε περίπτωση), όχι όμως και έγκρισης οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης, και ειδικότερα στις υποθέσεις περί των οποίων οι φάκελοι ζημιών της εγκαλούσας με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., που αφορούν σε υποθέσεις από τον Ιανουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2000 όπως εκτίθενται αναλυτικά στο διατακτικό, και από τις οποίες λόγω της κατά τα άνω εγκληματικής δράσης τους η συνολική ζημιά της πολιτικώς ενάγουσας ανήλθε στο ποσό των 25.598.000 δρχ. που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. ενώ δεν προέκυψε συμμετοχή τους στις υποθέσεις περί των οποίων οι φάκελοι ζημιών της εγκαλούσας με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., εφόσον αφορούν σε υποθέσεις από τον Μάιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999, όπως επίσης εκτίθενται αναλυτικά στο διατακτικό. Επίσης προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, τον ακριβή σχεδιασμό των προαναφερόμενων ενεργειών, τα μέσα και το τέχνασμα που χρησιμοποίησαν, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, υπαλλήλων και ασφαλιστικών πρακτόρων συνεργατών της πολιτικώς ενάγουσας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίοι κατάθεσαν με σαφήνεια και πειστικότητα ότι οι κατηγορούμενοι, ως διακανονιστές, άνοιγαν κλειστούς φακέλους, καταχωρούσαν τους εικονικούς παθόντες και εν συνεχεία εξέδιδαν αντίστοιχες αποδείξεις ζημίας τους, ζημιώνοντας έτσι την εταιρία. Κατά την έρευνα των οργάνων της πολιτικώς ενάγουσας για τη διαπίστωση της έκτασης της απάτης δεν βρέθηκαν μεν οι ανωτέρω φάκελοι, όμως οι εικονικές αποδείξεις εντοπίστηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, στον οποίο κάθε διακανονιστής είχε δικό του κωδικό αριθμό πρόσβασης, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις του μάρτυρα Θ. Τ.. Ο ίδιος κατονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο ως εκδότη των εικονικών αποδείξεων, και κατάθεσε επίσης, όπως και ο μάρτυρας Α. Κ., ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος φέρεται να τηλεφώνησε στον πράκτορα της Λάρισας για να πληρωθεί κάποια απόδειξη, ενώ στην περίπτωση της φερόμενης ως παθούσας Χ. Π. και οι δύο αποδείξεις εκδόθηκαν από τον ίδιο (α' κατηγορούμενο). Αλλά και ο ίδιος ο α' κατηγορούμενος είχε αποδεχτεί κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι σίγουρα οι Ζ. και Τ. συνεργάστηκαν και βοηθήθηκαν από κάποιον που ήταν στο τμήμα ζημιών, ενώ ο Τ. ομολόγησε τις πράξεις τους, όπως και ότι συγκεντρώνονταν σε μια καφετέρια για να μοιράσουν τα χρήματα, η δε εμπλοκή του πρώτου κατηγορουμένου προκύπτει επίσης και από την επιστολή του συγκατηγορουμένου του Τ. στην πολιτικώς ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του α' κατηγορουμένου ότι στις 7-8-2000, ημέρα που φέρεται ότι εξέδωσε εικονική απόδειξη με την ημερομηνία αυτή έλλειπε σε διακοπές, δεν είναι πειστικός, αφού δεν προσκομίζεται σχετική βεβαίωση του ταξιδιωτικού γραφείου που επικαλείται, ούτε του ξενοδοχείου στο οποίο ισχυρίζεται ότι διέμενε. Ομοίως δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι η πολιτικώς ενάγουσα τον "εκδικείται" επειδή προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεδομένου ότι άσκησε εναντίον της πολλές αγωγές που όμως απορρίφθηκαν, ενώ η ως άνω από 7-8-2000 απόδειξη του δεν μπορεί να έγινε σκόπιμα από την πολιτικώς ενάγουσα για να τον "μπλέξει" όμως ισχυρίζεται (ενώ βρισκόταν σε διακοπές), αφού δεν προκύπτει ότι η τελευταία θα είχε οποιοδήποτε όφελος από μια τέτοια ενέργεια. Από τα ίδια ως άνω στοιχεία προκύπτει και η συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου στις υποθέσεις του έτους 2000, από την αρχή του οποίου ήταν διακανονιστής, η δε άποψη αυτή ενισχύεται τόσο από την αναφορά του στην ως άνω επιστολή του Τ., όσο και από τη συμμετοχή ως συνεργού και της συζύγου του Κ. Π., που δεν ήταν υπάλληλος της πολιτικώς ενάγουσας και δεν είχε κανένα λόγο να δραστηριοποιηθεί μόνη της, πράγμα που αποδεικνύει ότι αυτή είχε εσωτερική πληροφόρηση και ενισχύει την άποψη ότι ο σύζυγος της τρίτος κατηγορούμενος είχε γνώση και προφανή ανάμιξη στην όλη υπόθεση, ο δε μάρτυρας κατηγορίας Π. Κ. αναφέρθηκε και σε τηλεφώνημα του τρίτου κατηγορουμένου στη σύζυγο του ασφαλιστικού πράκτορα της εταιρίας στη Λάρισα, Ε.. Από όλα αυτά γίνεται προφανές ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, ως διακανονιστές και υπεύθυνοι για τον επανέλεγχο των αποδείξεων πληρωμής, αν είχαν προβεί σ' αυτόν θα είχαν αντιληφθεί αμέσως την απάτη κατά της πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης αποδείχτηκε, όπως προαναφέρεται, ότι οι επίδικοι φάκελοι των ζημιών, που ήταν αρχειοθετημένοι στο υπόγειο της εταιρίας, δεν βρέθηκαν, στην είσοδο δε του αρχείου δεν υπήρχε τότε κάμερα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, παρά μόνο στο ταμείο. Άλλωστε χωρίς τη σύμπραξη των κατηγορουμένων οι συγκατηγορούμενοί τους διευθυντής και υποδιευθυντής του τμήματος ζημιών της εγκαλούσας εταιρίας Σ. Ζ. και Γ. Τ. δεν θα μπορούσαν να προβούν στις ως άνω απατηλές πράξεις τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, και εάν κάποιος από τους κατηγορουμένους δεν συμμετείχε, θα διαπίστωνε αμέσως ότι στις ένδικες υποθέσεις δεν υπήρχαν πραγματικοί παθόντες παρά μόνον εικονικοί, οπότε η απάτη θα αποκαλυπτόταν, πέραν και του γεγονότος ότι οι ως άνω τότε διευθυντής και υποδιευθυντής δεν γνώριζαν τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή (βλ. και κατάθεση του Α. Κ., τεχνικού διευθυντή της εγκαλούσας). Ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη συμμετοχή του στην πράξη της απάτης, δεδομένου ότι: όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες κατηγορίας κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι αυτός δεν υπέγραψε κανένα διαβιβαστικό σημείωμα απευθυνόμενο σε κάποιο πράκτορα της επαρχίας, δεν καταχώρησε καμιά απόδειξη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, δεν εισέπραξε καμία επιταγή, δεν ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με κανένα πράκτορα, ενώ στις μη "επιλήψιμες" αποζημιώσεις επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τους πράκτορες ( βλ. κατάθεση Α. Π. πράκτορα Γιαννιτσών). Έτσι τα επιβαρυντικά στοιχεία γι αυτόν είναι : α) ότι ήταν διακανονιστής του τμήματος ζημιών της εγκαλούσας καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Μάιος του 1999 έως και Δεκέμβριος του 2000), β) ότι, η γραφολόγος Χ. Σ., με την από 31-10-2006 γραφολογική έκθεση της, την οποία διενήργησε κατόπιν εντολής της εγκαλούσας, πιθανολόγησε, με βάση το έγγραφο συγκριτικό υλικό που της παραδόθηκε σε φωτοτυπία, ήτοι την από 1-10-1997 δήλωση του εν λόγω κατηγορουμένου περί οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την εταιρία και την από 22-11-1999 χειρόγραφη αναφορά του προς τη Διεύθυνση Ζημιών, ότι σε οκτώ μηχανογραφημένες αποδείξεις ζημιών, που της παραδόθηκαν σε πρωτότυπο και στην έκθεσή της φέρουν την αρίθμηση Χ21, Χ22, Χ25, Χ27, Χ29, Χ30, Χ33, Χ37 τα ελάχιστα χειρόγραφα στοιχεία αυτών στο κάτω μέρος των αποδείξεων, έχουν γραφεί από τον εν λόγω κατηγορούμενο και γ) ότι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος Θ. Τ., ο Γ. Τ., συγκατηγορούμενος του νυν 2ου κατηγορουμένου στις δίκες που προηγήθηκαν, ομολόγησε σ' αυτόν (μάρτυρα) ότι ο ίδιος τέλεσε την πράξη της απάτης από κοινού με τους διακονιστές του τμήματος ζημιών της εγκαλούσας, τους οποίους δεν κατανόμασε. Όμως από την κατάθεση του μάρτυρα Θ. Τ. προέκυψε, όχι σε δύο περιπτώσεις ζημιών (τις αριθμ. 27 και 28 της Χαλκιδικής) ο (συγκατηγορούμενος επίσης στις προηγούμενες δίκες) Σ. Ζ., που ήταν διευθυντής του τμήματος αποζημιώσεων έδρασε μόνος του, που σημαίνει ότι ναι μεν έδρασαν οι λοιποί κατηγορούμενοι ως ομάδα και ήταν αναγκαία η συμμετοχή και διακανονιστών για την τέλεση της απάτης, λόγω αφενός της διαδικασίας που ακολουθείτο κατά την διεκπεραίωση-διακανονισμό μιας αποζημίωσης, όπως αυτή περιγράφεται από τους μάρτυρες και αφετέρου, διότι διαφορετικά θα αποκαλυπτόταν νωρίτερα και ευκολότερα η πιο πάνω εγκληματική δραστηριότητα, πλην όμως μπορούσαν να υπάρξουν και υπήρξαν εξαιρέσεις, όπως και κατά λογική ακολουθία ήταν δυνατόν να μη συμμετάσχουν και όλοι οι διακανονιστές. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Κ., οικονομικού διευθυντή της εγκαλούσας και του Α. Κ. τεχνικού διευθυντή, εάν ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν συμμετείχε στην πράξη της απάτης, τότε ασφαλώς και θα την είχε διαπιστώσει σε κάποια χρονική στιγμή και για κάποια από όλες τις αποδείξεις, όταν αυτές επέστρεφαν μετά την καταβολή της αποζημίωσης, οπότε και επανελέγχονταν σε συσχετισμό με τους φακέλους. Όμως σύμφωνα με την από 6-12-2000 επιστολή του Γ. Τ., προς τον Θ. Τ. σε συνδυασμό και προς το έγγραφο του Δ.Π. από τα μέσα του θέρους 2000, κατόπιν εντολής του Σ. Ζ., ο επανέλεγχος των αποδείξεων όταν επέστρεφαν, δεν γινόταν σε συσχετισμό με τον αντίστοιχο φάκελο, όπως μέχρι τότε συνέβαινε, αλλά προς εξοικονόμηση χρόνου, γιατί πολλές φορές υπήρχε δυσκολία να βρεθεί ο σχετικός φάκελος, προωθούνταν αυτές προς τελική πίστωση δίχως αυτόν τον συσχετισμό με τα στοιχεία του αντίστοιχου φακέλου. Εάν αυτό, που δεν αναιρείται ούτε επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες κατηγορίας, συνέβαινε πράγματι, όπως είναι πολύ πιθανά, αφού μια τέτοια μεθόδευση εξυπηρετούσε τα εγκληματικά σχέδια του ενός εκ των πρωτεργατών της απάτης Σ. Ζ., εφόσον έτσι δεν διακινδύνευε να αποκαλυφθεί αυτή από κάποιον μη συμμετέχοντα διακανονιστή και λαμβανομένου υπόψη ότι "ο κύριος όγκος της απάτης έγινε τον τελευταίο καιρό" όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Θ. Τ., γίνεται φανερό, ότι κάλλιστα μπορούσε να μη γίνει αντιληπτή η απάτη από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Τέλος ως προς τις 8 αποδείξεις, παρά τα όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη ιδιωτική γραφολογική έκθεση, για δύο από αυτές τις αριθμ. Χ33 και Χ37 ( ή αριθμ. 610059 και 610129 ) ο μάρτυρας Σ. Ζ., πράκτορας Πτολεμαϊδας, αναγνώρισε το δικό του γραφικό χαρακτήρα σ' αυτές, δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα ελάχιστα, όπως προαναφέρεται, χειρόγραφα στοιχεία αυτών και κατέθεσε περαιτέρω ότι, οι πράκτορες συμπλήρωναν τα επίμαχα χειρόγραφα στοιχεία στις αποδείξεις. Ενόψει της κατάθεσης αυτής δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθότητα του συμπεράσματος της γραφολόγου και για τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, λόγω των αμφιβολιών που προκύπτουν ως προς την ενοχή του 2ου κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος. Εν όψει όλων αυτών οι μεν πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ομόφωνα για απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία, κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που τους αποδίδεται, και ως προς τις περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και αφορούν στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του έτους 2000, και να γίνει δεκτό ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ως άνω πράξη τους συμπεριφέρθηκαν καλά (αρθρ. 84§2ε'ΠΚ), αθώοι δε για το ίδιο έγκλημα και για τις περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθησή του και αφορούν στο χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως τον Δεκέμβριο του 1999, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος κατά πλειοψηφία του ίδιου εγκλήματος που του αποδίδεται και για όλες τις πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του. Επίσης πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (σε βαθμό πλημμελήματος), που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, λόγω παραγραφής, εφόσον από τον φερόμενο ως χρόνο τέλεσής της (Μάιος του 1999 έως Δεκέμβριος του 2000) μέχρι την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας (άρθρ.111 αρ. 3, 112, 113 αρ. 3 ΠΚ, 370 ΚΠΔ), και να απορριφθούν τα αιτήματα των κατηγορουμένων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στην κεντρική μονάδα του ηλεκτρονικού υπολογιστή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας και για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει και καταθέσει η μάρτυρας Ε. ως ουσιαστικά αβάσιμα εφόσον από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία η υπόθεση έχει διαλευκανθεί επαρκώς και δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω ερευνάς της. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα των α' και γ' κατηγορουμένων, που υπέβαλαν δια των συνηγόρων τους να τους αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ), αφού δεν αποδείχθηκαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για τη χορήγησή του". Στη συνέχεια, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον νυν αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Π. Π. για κακουργηματική απάτη, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε κατά συναυτουργία με το συγκαταδικασθέντα Χ. Π. και άλλους άμεσους συνεργούς, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησαν στην εγκαλούσα εταιρεία και συγκεκριμένα με συνολικό περιουσιακό όφελος 25.598.000 δραχμών, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, αλλά και το ποσό των 30.000 ευρώ ( όπως τροπ. το άρθρο 386 ΠΚ, με το άρθρο 25 παρ.1 περ. ιδ του νέου ν. 4055/12-3-2012, διατηρουμένης λόγου ποσού οφέλους άνω των 30.000 ευρώ και πάλιν της κακουργηματικής μορφής του) και αφού αναγνώρισε στον παραπάνω αναιρεσείοντα την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 εδαφ. ε του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, ανασταλείσα επί τριετία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές στο αιτιολογικό του, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 775,776/2010 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ. 1, 3 περ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και συναφείς λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Π. Π.: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της από κοινού μετά από συναπόφαση των δύο συγκαταδικασθέντων και λοιπών αμέσων συνεργών τους, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της απάτης, από 1-1-2000 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2000 και δη ότι ο νυν αναιρεσείων Π. Π., με τις μερικότερες πράξεις της απάτης που διέπραξε, όντας βοηθός διακανονιστή αρχικά στην εταιρεία μέχρι τέλους 1999 και μετά πλέον ενεργώντας ως διακανονιστής ζημιών, παραπλανώντας τους εκτός έδρας συνεργάτες της ασφαλιστικής εταιρείας ασφαλιστικούς πράκτορες, σκόπευε, ήτοι απέβλεπε στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 25.598.000 δραχμών που πέτυχε και στην αντίστοιχη συνολική ζημία της εγκαλούσας παθούσας ασφαλιστικής εταιρείας που επέφερε, ενεργώντας βάσει οργανωμένου σχεδίου με την ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου αυτής με συμπαιγνία συναδέλφων του, όπως αναλυτικά εκτίθενται οι πράξεις τους εκδόσεως αποδείξεων και εισπράξεως ασφαλιστικών αποζημιώσεων και αποστολή με διαβιβαστικά υπηρεσιακών σημειωμάτων προς πληρωμή, για λογαριασμό ανύπαρκτων - εικονικών δήθεν παθόντων, σε κλεισμένες 28 τον αριθμό υποθέσεις πελατών της παθούσας, παραπλανώντας συναδέλφους τους υπαλλήλους με ψευδείς παραστάσεις, με παράθεση περιστατικών, πρόσφορων να παραπλανήσουν, αναφέρονται αναλυτικά οι πλείονες αναφερόμενες διαδοχικές ψευδείς παραστάσεις και απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος υπαλλήλου συναδέλφου τους που προέβαινε σε πληρωμή και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από την ασφαλιστική τους εταιρεία αποζημιώσεων που δεν οφείλονταν, ήτοι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, και από τον νυν αναιρεσείοντα, είναι δε αδιάφορο το γεγονός αν ο αναιρεσείων ήταν διακανονιστής τμήματος ζημιών επαρχίας, ενώ οι 28 περιπτώσεις φακέλων ζημιών - απάτης, αφορούσαν ζημίες της έδρας, χωρίς να γίνει αντιληπτό από τους συναδέλφους τους, ενόψει των συνεργών τους υπαλλήλων, ήτοι ορθά εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 45 και 98 παρ.1,2 και 386 του ΠΚ, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και η ενότητα του δόλου αυτού και των λοιπών συναυτουργών της απάτης, όπως και οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της απάτης αυτής και δη αναφέρεται η συναπόφαση όλων των συγκαταδικασθέντων και εξωτερίκευση της θελήσεως του νυν αναιρεσείοντος και των λοιπών να παραπλανήσουν την παθούσα ασφαλιστική εταιρεία και να βλάψουν την περιουσία αυτής, με οργανωμένο ακριβές σχέδιο και τέχνασμα και με την όλη υποδομή που διαμόρφωσαν, ώστε τελικά να εισπράττουν οι ίδιοι τις αποζημιώσεις, μέσω τρίτων μη δικαιούχων, που εμφάνιζαν ως παθόντες, είναι δε αδιάφορο αν ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα έγκρισης και διακανονισμού αποζημιώσεων μέχρι 200.000 δραχμές και του ότι παραπλανούσε τους συναδέλφους του πράκτορες Μακεδονίας και Θεσσαλίας για καταβολές μεγαλύτερων ποσών αποζημιώσεων, που απαιτούσαν έγκριση υψηλόβαθμων συναδέλφων τους, γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος καταδικασθέντος και της πλάνης και της βλάβης της παθούσας, δ) δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται πώς το δικαστήριο πείστηκε και έκρινε διαφορετικά ότι δεν προσήκουν και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα οι διαπιστώσεις στο αιτιολογικό, που οδήγησαν στην απαλλαγή του συγκατηγορουμένου του Χ. Μ., λόγω ακούσιας εμπλοκής αυτού και μη έλεγχο των επίμαχων πληρωμών, αφού το δικαστήριο, καταφάσκοντας αιτιολογημένα ως προς το δόλο και την εμπλοκή του καταδικασθέντος αναιρεσείοντα, δεν είχεν υποχρέωση να αιτιολογήσει γιατί δεν προσήκουν και στον αναιρεσείοντα οι απαλλακτικές υπέρ του απαλλαγέντος Χ. Μ. διαπιστώσεις, η δε ευθύνη και συμμετοχή στο έγκλημα κάθε κατηγορουμένου είναι ατομική, ε) όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μόνο την ελαφρυντική περίσταση του εδαφ. ε του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αλλά ο αυτοτελής ισχυρισμός αναγνώρισης στον νυν αναιρεσείοντα και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α του ΠΚ, προβλήθηκε από τον συνήγορο αυτού κατά την αγόρευσή του επί της κατηγορίας, με τη φράση " να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου", ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο, χωρίς επίκληση πραγματικών περιστατικών και δεν απαιτείτο κατά το νόμο αιτιολογημένη απόρριψη του προβαλλόμενου ως άνω αόριστου και μη νομίμως υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, ούτε συντρέχει άλλος βάσιμος λόγος, εξεταζόμενος αυτεπάγγελτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. εκθ. 16/27-6-2011 αίτηση του Π. Π. του Κ., για αναίρεση της με αρ. 775, 776/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Οι λόγοι αναιρέσεως, της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 915/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Η. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 254/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1.Ι. Μ. του Ν. και 2. Ν. Κ. του Ε.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 917/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγω αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της απόφασης ¨αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος¨ λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 254/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά μήνα Οκτώβριο 2004, περιήλθαν στην Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας Αττικής πληροφορίες σχετικές με διακίνηση ναρκωτικών από τρεις Έλληνες υπηκόους, από τους οποίους ο ένας ονομάζεται Ν., διαμένει στην οδό ..., στο ... και κινείται με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FIAT PUNTO, ο άλλος ονομάζεται Γ., μένει στη ... και κινείται με την ... δίκυκλη μοτ/τα και ο τρίτος ονομάζεται Η., διαμένει επί της οδού ... και έχει ένα άσπρο τζιπ, καθώς και μία μαύρη μοτ/τα. Αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας κατηγορίας Ε. Γ., αφού εντόπισαν τους κατηγορουμένους, ως τα πρόσωπα που αφορούσαν οι πληροφορίες, τους έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση. Από την παρακολούθηση προέκυψαν συναντήσεις τους με άτομα ύποπτα περί τα ναρκωτικά. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Ν. Κ., κατά τις απογευματινές ώρες, έφευγε από την οικία του και πήγαινε με το αυτοκίνητο του στην οδό ..., όπου συναντούσε τον κατηγορούμενο Η. Π., ο οποίος διατηρούσε καφενείο στη συμβολή των οδών ... και .... Στη συνέχεια και οι δύο μαζί, είτε με το FIAT PUNTO, είτε με το τζιπ του Π., πήγαιναν στην οδό ..., όπου στην είσοδο της πολυκατοικίας τους ανέμενε ο κατηγορούμενος Ι. Μ. και ακολούθως και οι τρεις μαζί μετέβαιναν σε διαμέρισμα του 4ου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας. Εκεί παρέμεναν για λίγο και στη συνέχεια επιβιβαζόντουσαν στο ίδιο αυτοκίνητο και σε διάφορα σημεία της Αθήνας συναντούσαν άτομα ύποπτα περί τα ναρκωτικά. Μερικές φορές οι κατ/νοι συναντιόντουσαν στην είσοδο της επί της οδού ... αρ. … οικίας, όπου και οι τρεις έμπαιναν και μετ' ολίγον εξερχόντουσαν και συναντούσαν διάφορα άτομα. Στις παραπάνω συναντήσεις τους, που γινόντουσαν σε σκοτεινά και με λίγη κίνηση μέρη, οι κατηγορούμενοι αποβιβαζόντουσαν από το αυτ/το, οι δύο έλεγχαν το χώρο και ο τρίτος ερχόταν σε επαφή με άτομα, ύποπτα περί τα ναρκωτικά. Μάλιστα, όλες τις φορές που οι κατηγορούμενοι πραγματοποιούσαν τις επίμαχες συναντήσεις τους, περνούσαν πρώτα από το διαμέρισμα της οδού ..., είτε από την οικία της οδού ..., η δε παραμονή τους σ' αυτά ήταν ολιγόλεπτη. Στις 19/11/04, κατά τις απογευματινές ώρες, ο κατ/νος Ν. Κ. εξήλθε από την επί της οδού ... οικία του, επιβιβάστηκε στο αυτ/το FIAT PUNTO και κατευθύνθηκε στην οδό ..., όπου στην είσοδο της πολυκατοικίας τον ανέμενε ο κατ/νος Ι. Μ.. Ακολούθως και οι δύο μαζί ανέβηκαν στο διαμέρισμα του 4ου ορόφου και εξερχόμενοι από την πολυκατοικία ακινητοποιήθηκαν από τους αστυνομικούς που τους παρακολουθούσαν, για έλεγχο. Σε έρευνα που επακολούθησε, με τη συγκατάθεσή τους, βρέθηκαν μέσα στο παραπάνω διαμέρισμα μία νάιλον συσκευασία που περιείχε κοκαΐνη, μικτού βάρους 50 γραμμαρίων, τρεις νάιλον συσκευασίες με ακατέργαστη κάνναβη, μικτού βάρους 245 γραμμαρίων, μία ζυγαριά ακριβείας, κατάλληλη για τη ζύγιση ναρκωτικών, ενώ στην κατοχή του 1ου κατ/νου βρέθηκαν τρία κλειδιά, χρησιμοποιούμενα για την είσοδο στο εν λόγω διαμέρισμα. Οι ανωτέρω δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δήλωσαν στους αστυνομικούς ότι ενεργούσαν για λογαριασμό και προς όφελος του 3ου κατ/νου Η. Π. και προς τούτο τους υπέδειξαν την οικία, ιδιοκτησίας του τελευταίου, στην οδό ... αρ. …, όπου κρυβόντουσαν ναρκωτικά. Ακολούθως σε έρευνα που διενεργήθηκε στο διαμέρισμα επί της οδού ... αρ. … βρέθηκε μία αυτοσχέδια συσκευασία, που περιείχε ποσότητα ινδικής κάνναβης, μικτού βάρους 155 γραμμαρίων. Τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες είχαν αγοράσει οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, μετά από σχετική συναπόφασή τους, σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του αμέσως πριν τη σύλληψη τους (19/11/04) εικοσαημέρου, από άγνωστο πρόσωπο, έναντι άγνωστου τιμήματος ........ Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει, να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις της από κοινού αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που τους αποδίδονται. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο την περί ενοχής του 3ου κατηγορουμένου κρίση του τη σχημάτισε όχι μόνο από όσα εξέθεσαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι περί αυτού στο μάρτυρα κατηγορίας Ε. Γ., αστυνομικό, κατά τη σύλληψή τους, αλλά από την όλη αποδεικτική διαδικασία και ιδίως από όσα κατέθεσε ο εν λόγω αστυνομικός, σχετικά με τις κρυφές συναντήσεις των τριών κατηγορουμένων με άτομα ύποπτα περί τα ναρκωτικά, τις κοινές μεταβάσεις και των τριών κατηγορουμένων στα δύο οικήματα, όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά, σε συνδυασμό με την ανεύρεση πράγματι ναρκωτικών στα εν λόγω οικήματα, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, ώστε ο σχετικός κατά το άρθρο 211 Α ΚΠΔ αυτοτελής ισχυρισμός του 3ου κατηγορουμένου είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Θα τους επιβληθεί δε μία ποινή στον καθένα, διότι οι πράξεις τους αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών (άρθρο 5 παρ.2 του ως άνω νόμου) και αυτή θα είναι μειωμένη, λόγω συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, ότι δηλαδή αυτοί ως το χρόνο που έγιναν τα ως άνω εγκλήματά τους έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως έγινε δεκτό και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".
Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε μεταξύ των άλλων συγκατηγορουμένων του (Ν. Κ. και Ι. Μ.), ένοχο και τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα των εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από κοινού, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.α' ΠΚ (πρότερου έντιμου βίου), και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από κοινού, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27παρ.1, 45, 94παρ.1ΠΚ, 4παρ.1, 3πιν.Α5-6, 5παρ.1 εδ.β' και ζ' ν.1729/1987, όπως ίσχυε πριν το ν.3459/2006, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά, και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προδιαληφθέντων εγκλημάτων περιστατικά. Εξάλλου, εφόσον ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, όπως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 ΑΚ, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν αναγκαίως, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητή και το ύψος του τιμήματος, αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου, δεδομένου ότι η παραδοχή αυτή, ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από κοινού από άγνωστο πρόσωπο αντί αγνώστου τιμήματος, λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του από τα πιο πάνω εγκλήματα της αγοράς ναρκωτικών. Άρα, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 511 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη της από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενώ, ο, κατ' ορθό χαρακτηρισμό, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, κατά λέξη "Πολλώ δε μάλλον όταν όλες οι διαδικασίες κατάσχεσης και σύλληψης έγιναν εν απουσία και αγνοία εμού του αναιρεσείοντος. Εξ αυτού του λόγου επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 510 παρ.1 εδ.δ' ΚΠΔ", είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 9 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση του Η. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 254/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών από κοινού. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Απαράδεκτος δε, ως αόριστος, και απορριπτέος και ο λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 913/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Ν. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζούμπο, περί αναιρέσεως της 1251 και 1448/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2012.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 περ. 1 του ν 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", "ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 1 του ίδιου νόμου, "ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ναι μεν ο εργολάβος τμήματος του έργου είναι υπεύθυνος για τη λήψη που αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβε, πλην είναι δυνατόν, με σύμβαση μεταξύ αυτού και του κυρίου του έργου (εργοδότη), να αναλάβει υποχρέωση για το όλο έργο. Αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, και στην περίπτωση συμβατικής υποχρεώσεως του εργολάβου τμήματος του έργου, δυνάμει της οποίας αυτός θα ευθύνεται για την μη λήψη μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, θα εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη περί ευθύνης του μόνο για το μέρος του έργου που έχει αναλάβει, θα οδηγούσε σε ανεπιεική για τους εργαζόμενους, αλλά και για τον κύριο του έργου, αποτελέσματα, αφού θα ευθυνόταν ο τελευταίος για ατυχήματα που θα προκαλούνταν από τη μη λήψη μέτρων ασφαλείας, τα οποία, κατά τη σύμβαση, έπρεπε να λάβει ο εργολάβος, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του εργολάβου μπορεί να πηγάζει όχι μόνο από νομικές διατάξεις, αλλά και από συμβατική υποχρέωση αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 40§1 του π.δ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητος Πολ. Μηχανικού. Μέτρα Ασφαλείας", "καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί στέγαι, φωταγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα, καθώς και δεξαμεναί ή τάφροι...πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι` επικαλύψεως ικανής αντοχής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 111 του ίδιου π.δ., "διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ` όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ` όσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 εδ. α του ως άνω π.δ. 778/1980, "φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι` ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) τού μέτρου, είτε δια της πλήρους καλύψεώς των δι` αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υποχρέου σε βάρος του V. B., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) έχει συνεργείο υδραυλικών εργασιών στο οποίο εργαζόταν ο παθών ως βοηθός υδραυλικού, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος (Δ. Β.) έχει συνεργείο οικοδομικών εργασιών. Στις αρχές Ιουλίου 2004 και τα δύο συνεργεία εργάζονταν σε οικοδομή ιδιοκτησίας του Μ. Σ. στην .... Στις 8-7-2004 το πρωί στο ισόγειο της ως άνω οικοδομής εργάζονταν 3 εργάτες από το συνεργείο του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος όμως αποχώρησε μετά από λίγο, για να επανέλθει το μεσημέρι. Περί ώρα 9,30 στην οικοδομή μετέβη και ο δεύτερος κατηγορούμενος με τον παθόντα προκειμένου ο τελευταίος να εκτελέσει εξωτερικά εργασίες τοποθέτησης υδρορροών καθ` υπόδειξη του κατηγορουμένου Ν. Ν.. Ειδικότερα ο τελευταίος υπέδειξε στον παθόντα τα σημεία πρόσβασης και εργασίας και του ανέθεσε την τοποθέτηση υδρορροών σε επαφή με την τοιχοποιία στο ισόγειο, τον πρώτο όροφο και την πλάκα της ταράτσας με τη χρήση κοπτικού μηχανήματος (κομπρεσέρ). Ενώ ο παθών επιχειρούσε ανύποπτος να κατέλθει στο ισόγειο, εξέλαβε το ευρισκόμενο έμπροσθέν του άνοιγμα του υπό κατασκευή ανελκυστήρος ως κλίμακα καθόδου και τελικά κατέπεσε μέσα στο φρεάτιο του ανελκυστήρος από μεγάλο ύψος και δη από τον πρώτο όροφο στο υπόγειο και να προκληθούν σ` αυτόν βαριές σωματικές κακώσεις στο κεφάλι, στο αριστερό πόδι και κυρίως στη σπονδυλική στήλη με συνακόλουθη σοβαρότατη μόνιμη βλάβη της υγείας του (κατάγματα σπονδύλων, τραυματισμό νωτιαίου μυελού και πρόκληση σπαστικής τετραπάρεσης που δημιουργεί αναπηρία σημαντικού βαθμού και συνακόλουθα ανικανότητα για χειρονακτική εργασία). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα και ειδικότερα, δεν είχε κατασκευάσει στηθαίο γύρω από το φρεάτιο του ανελκυστήρα και χειρολισθήρες περιμετρικά ελάχιστου ύψους ενός μέτρου από το δάπεδο, σανίδας στο μεσοδιάστημα και δωρακίου (σοβατεπί). Επίσης δεν είχε προβεί και στην κατάλληλη σήμανση του φρεατίου προς αποφυγή πτώσεων σ` αυτό. Αποτέλεσμα της παραλείψεώς του αυτής ήταν να παραμείνει το φρεάτιο ανοικτό ενώ οι εργασίες της οικοδομής συνεχίζοντο και να συμβεί το προπεριγραφόμενο ατύχημα. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος..., ως εργολάβος τμήματος του έργου που υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβε, επιπλέον δε υπεχρεούτο (άρθρ. 111 Π.Δ. 1073/81) να παρίσταται και να επιβλέπει διαρκώς τις εκτελούμενες από το προσωπικό του εργασίες ενώ ήταν υποχρεωμένος ως εργολάβος και επικεφαλής συνεργείου να επιδεικνύει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση των εργασιών του συνεργείου του. Ο πρώτος όμως των κατηγορουμένων πρέπει να κηρυχθεί αθώος...". Στο δε διατακτικό, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό: α)Εξειδικεύεται και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι αυτός "από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατ` αντικειμενική κρίση με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και την οποία (προσοχή) μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ως μέσος επαγγελματίας του είδους του με βάση τις προσωπικές του γνώσεις και ικανότητας, προκάλεσε σε άλλον...σωματική βλάβη και κάκωση της υγείας του χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από τις παραλείψεις του" και β) αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος "με τον 5ο όρο του από 10-6-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού που συνήψε με τον κύριο της οικοδομής Μ. Σ. προκειμένου να κατασκευάσει τις υδραυλικές εγκαταστάσεις σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή...ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων στην οικοδομή...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που πηγάζει από την ιδιότητά του ως εργολάβου, ο οποίος απασχολούσε, ως βοηθό υδραυλικού, τον παθόντα, και οι παραλείψεις της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, οι οποίες απορρέουν από τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στη δεύτερη σκέψη της παρούσας σε συνδυασμό με τον 5ο όρο του από 10-6-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού. Επίσης, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως - δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα) και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος των σωματικών βλαβών του παθόντος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το ότι οι εργασίες, τις οποίες είχε υποδείξει ο αναιρεσείων στον παθόντα, ήταν εξωτερικές δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ο τελευταίος επιχείρησε να κατέλθει στο ισόγειο από το εσωτερικό της οικοδομής και κατέπεσε στο αφύλακτο φρεάτιο, τοσούτω μάλλον, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων στην οικοδομή και όχι μόνο των απασχολουμένων στο συνεργείο του. β) Όπως αναφέρθηκε, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για όλη την οικοδομή και όχι μόνο για το μέρος του έργου που είχε αναλάβει (την κατασκευή εξωτερικών υδρορροών), επομένως και για την κατασκευή στηθαίου, κ.λπ., γύρω από το φρεάτιο του ανελκυστήρα που βρισκόταν στο εσωτερικό του κτιρίου, απορρέει από τον 5ο όρο του ως άνω εργολαβικού. γ) Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν μεταξύ των σημείων προσβάσεως και εργασίας του παθόντος περιλαμβανόταν και το φρεάτιο, καθόσον ο αναιρεσείων είχε και ως προς αυτό τις ανωτέρω υποχρεώσεις, ευθυνόμενος αν κάποιος εργαζόμενος, έστω και αν δεν είχε εκεί συγκεκριμένη εργασία, κατέπιπτε εντός αυτού. δ) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων "υπεχρεούτο να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το τμήμα του έργου που ανέλαβε" και της παραδοχής στο διατακτικό ότι "ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων στην οικοδομή". Γιατί, από το σύνολο των παραδοχών, καθίσταται σαφές ότι το Τριμελές Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων, υποχρέωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, πήγαζε από σύμβαση, η οποία υπερισχύει της νομικής διατάξεως του άρθρου 5§1 του ν. 1396/1983 για την υποχρέωση του εργολάβου τμήματος του έργου να τηρεί τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβε, δεδομένου ότι η τελευταία διάταξη δεν αποκλείει στους συμβαλλομένους να καθορίσουν, με σύμβαση, αυξημένη ευθύνη του εργολάβου. ε) Το γεγονός ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος κηρύχθηκε αθώος γιατί αφενός ο παθών δεν ανήκε στο συνεργείο του και αφετέρου, ως εργολάβος επιχρισμάτων, δεν είχε αναθέσει στο προσωπικό του εργασίες μέσα στο κτίριο, όπου βρισκόταν το φρεάτιο, ενώ, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο ισόγειο το πρωί της ένδικης ημέρας γίνονταν εργασίες από το συνεργείο αυτού, δεν ενέχει καμιά αντίφαση, δεδομένου ότι, όπως έχει εκτεθεί, ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος όχι μόνο για το εξωτερικό της οικοδομής, αλλά και για το εσωτερικό αυτής, πράγμα που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν ίσχυε για τον συγκατηγορούμενό του, ο οποίος ήταν υπεύθυνος μόνο για το μέρος του έργου που είχε αναλάβει, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η περιοχή, όπου βρισκόταν το φρεάτιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των νομικών διατάξεων που προπαρατέθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και το από 10-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό - εργολαβικό, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του κυρίου της επίδικης οικοδομής Μ. Σ. και του αναιρεσείοντος και μνημονεύεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης υπ` αριθ. 22183/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει από άλλο έγγραφο και δη από τις υπ` αριθ. 351/2006 και 2202/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Εργατικών Διαφορών), οι οποίες αναγνώσθηκαν τόσο κατά την πρωτοβάθμια (με αριθ. 4), όσο και κατά τη δευτεροβάθμια (με αριθ. 5) δίκη. Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις αυτές μνημονεύεται η ως άνω σύμβαση, στην οποία στηρίχθηκε και η κρίση αυτών. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 320 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που καθορίζει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η κλήση για την εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα λοιπά δε να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, κατά την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου 321 του ΚΠοινΔ, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία, αν δεν καλυφθεί, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Αν πριν από την κλήση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το παραπεμπτικό βούλευμα (άρθρο 313, 314 ΚΠοινΔ) και σ' αυτό γίνεται πλήρης καθορισμός των στοιχείων του εγκλήματος και μνεία της ποινικής διατάξεως που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, δεν επέρχεται σχετική ακυρότητα, καθόσον, ήδη, αυτός έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και της ποινικής διατάξεως που την προβλέπει και για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο. Η ποινική διάταξη, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την πράξη, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, αναφέρεται συνήθως στο σκεπτικό του βουλεύματος, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρεται και στο διατακτικό, το οποίο, άλλωστε, αποτελεί ενιαίο σύνολο με αυτό και διαλαμβάνει μόνο την περιγραφή της πράξεως, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τον ισχυρισμό, ο οποίος είχε προταθεί και πρωτοδίκως και απορρίφθηκε και απετέλεσε και λόγο εφέσεως, ότι η υπ` αριθ. 90400/6.2.2009 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που του επιδόθηκε, είναι άκυρη, γιατί δεν αναφέρονται στο διατακτικό του υπ` αριθ. 3238/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αναφέρεται στην κλήση και, επίσης, του έχει επιδοθεί, οι διατάξεις που τυποποιούν την πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε, και προβλέπουν την απειλούμενη γι` αυτήν ποινή. Όμως, από την επιτρεπτή επισκόπηση άνω βουλεύματος, προκύπτει ότι στο σκεπτικό αυτού αναφέρεται ότι η πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 14, 15, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 314 παρ. 1 α και 315 παρ. 1 εδ. β ΠΚ, 40 και 111 ΠΔ 1073/1981, 20 ΠΔ 778/1980 και 5 ν. 1396/1983. Όπως δε έχει εκτεθεί, οι διατάξεις αυτές δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται και στο διατακτικό, στο οποίο περιγράφεται λεπτομερώς η ένδικη αξιόποινη πράξη. Ορθώς, λοιπόν, το Τριμελές Εφετείο απέρριψε, με την αυτή αιτιολογία, τον ως άνω ισχυρισμό και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι οι ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δεν μνημονεύονται στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 91/23 Μαρτίου 2012 αίτηση του Ν. Ν. του Θ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1448/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου μπορεί να απορρέει είτε από νομικές διατάξεις είτε από σύμβαση, δυνάμει συμβάσεως με τον κύριο του έργου, ο εργολάβος τμήματος αυτού (εξωτερικών υδραυλικών εργασιών) είχε υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την προστασία όλων των εργαζομένων στην οικοδομή. Πτώση εργαζόμενου σε φρεάτιο ανελκυστήρα στο εσωτερικό της οικοδομής. Ορθώς λήφθηκε υπόψη έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, γιατί το περιεχόμενο του προέκυπτε από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Ορθή απόρριψη ισχυρισμού ότι στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος δεν γίνεται μνεία των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν την πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στο σκεπτικό αυτού. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 912/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ά. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λαζανά, περί αναιρέσεως της 1752/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΜΑΖΑΡΑΚΙ Α.Β.Ε.Ε. ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 27 Απριλίου 2012 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 159/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375§2 εδ. α του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1§9 του ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επί πλέον, ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΖΑΡΑΚΙ ΑΒΕΕ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" και τους καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Στη Χαλκίδα κατά τις χρονικές περιόδους από Ιανουάριο 2002 έως και Δεκέμβριο 2002 ο 1ος κατηγορούμενος Ά. Ν. και από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο 2002 ο δεύτερος κατηγορούμενος Β. Τ., ενεργώντας μεμονωμένα ο καθένας, ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της μηνύτριας εταιρίας "ΜΑΖΑΡΑΚΙ ΑΒΕΕ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στην Αθήνα, ιδιοποιήθηκαν παράνομα και εξακολουθητικά ξένα κινητά πράγματα της εντολέα τους, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που είχαν περιέλθει στην κατοχή τους, λόγω της σχέσης τους, ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας, αποβλέποντας εξ αρχής στο συνολικό όφελος από τις μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης που τέλεσαν. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι, έχοντας προσληφθεί και απασχολούμενοι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ως πωλητές - οδηγοί μεταφορικών αυτοκινήτων της εργοδότριας εταιρίας, εξουσιοδοτημένοι (πέραν των εργασιών οδήγησης, μεταφοράς, παράδοσης κ.λπ. πουλερικών σε πελάτες) με εξουσία καθορισμού του πελατολογίου και εκπροσώπησή της μέσα σε προκαθορισμένο πλαίσιο τιμών, αλλά και επιφορτισμένοι με την εντολή να λαμβάνουν από πελάτες της χρήματα, αξιόγραφα κ.λπ. για λογαριασμό της μηνύτριας, δεν απέδωσαν σ' αυτήν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα χρηματικά ποσά και λοιπά αντικείμενα που αναφέρονται στη συνέχεια. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν απέδωσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) Παρέλαβε από σφαγεία συνεργαζόμενα με τη μηνύτρια (εργοδότιδα και εντολέα του) και δεν παρέδωσε σε πελάτες, εκδίδοντας συγχρόνως σε δεκαοχτώ διαφορετικές περιπτώσεις εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής, τις ποσότητες νωπών πουλερικών που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης και διατέθηκαν προς τρίτους συνολικής αξίας ποσού 42.386,13 ευρώ, από το οποίο δεν απέδωσε στη μηνύτρια και ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσό 35.733,84 ευρώ. β) Εισέπραξε για λογαριασμό της μηνύτριας από πελάτες της σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό συνολικό χρηματικό ποσό 10.169,26 ευρώ, το οποίο δεν απέδωσε σ' αυτή και ιδιοποιήθηκε παράνομα. γ) Ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσότητα νωπών πουλερικών αξίας, που διαπιστώθηκε ως έλλειμμα κατά την εκκαθάριση, αξίας 5.914 ευρώ. δ) Παρέλαβε από πελάτες της μηνύτριας με δελτία αποστολής που αυτοί εξέδωσαν και δεν απέδωσε στη μηνύτρια, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα επιστροφές νωπών πουλερικών σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης συνολικής αξίας 3094,09 ευρώ. ε) Δεν απέδωσε στη μηνύτρια 602 κενά τελάρα συνολικής αξίας 709,34 ευρώ. Δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα ο 1ος κατηγορούμενος ως εντολοδόχος και διαχειριστής της μηνύτριας χρήματα και αντικείμενα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικού ποσού 55.575,53 ευρώ. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν απέδωσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) Παρέλαβε από σφαγεία συνεργαζόμενα με τη μηνύτρια (εργοδότιδα και εντολέα του) και δεν παρέδωσε σε πελάτες της, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα, εκδίδοντας συγχρόνως σε δεκαεφτά διαφορετικές περιπτώσεις εικονικά τιμολόγια, δελτία αποστολής, τις ποσότητες νωπών πουλερικών που αναφέρονται αναλυτικά και στο διατακτικό της απόφασης και διατέθηκαν προς τρίτους συνολικής αξίας 23.039,63 ευρώ. β) Εισέπραξε για λογαριασμό της μηνύτριας από πελάτη της (Ν. Α. - Δ.), στις 16-9-2002 και δεν απέδωσε σ' αυτή το ποσό των 131,86 ευρώ, γ) ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσότητα νωπών πουλερικών που διαπιστώθηκε ως έλλειμμα κατά την εκκαθάριση, αξίας 7.044 ευρώ και δ) δεν απέδωσε στη μηνύτρια και ιδιοποιήθηκε παράνομα 269 κενά τελάρα συνολικής αξίας 314,73 ευρώ. Δηλ. ιδιοποιήθηκαν σε βάρος της τα ποσά 68.000 ευρώ και 8.506 ευρώ και παρέδωσαν σχετικές τραπεζικές επιταγές, οι οποίες δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ναι μεν οι κατηγορούμενοι έδωσαν στην πολιτικώς ενάγουσα τρεις επιταγές 15 χιλιάδων ευρώ έναντι του παραπάνω ποσού το οποίο είχαν υπεξαιρέσει, πλην όμως οι επιταγές αυτές δεν εισεπράχθησαν από την μηνύτρια λόγω του ότι έφεραν την υπογραφή ενός τρίτου προσώπου ονόματι Τ. με τον οποίο αυτή δεν είχε καμία οικονομική συναλλαγή και ο οποίος τους ενημέρωσε επί πλέον ότι οι επιταγές αυτές είναι κλεμμένες και έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του εις αυτές. Για τις επιταγές αυτές ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων για πλαστογραφία μετά χρήσεως για την οποία τελικά οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με βάση τη δήλωση του ως άνω - παρά τα όσα αντίθετα αυτός (Τ.) ρητά κατέθετε μέχρι τότε - στο ακροατήριο του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι αυτός έδωσε εντολή να βάλουν την υπογραφή του, χωρίς όμως να εξηγεί γιατί δεν τις υπέγραψε ο ίδιος. Εύλογα επομένως η μηνύτρια δεν τις εισέπραξε φοβούμενη εμπλοκή της σε ποινική πράξη. Επομένως οι κατηγορούμενοι τέλεσαν μεμονωμένα ο καθένας, ως εντολοδόχοι και διαχειριστές της μηνύτριας την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος της κατ' εξακολούθηση ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375§§2 εδ. α και 1 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι αναφέρεται στο μεν σκεπτικό ότι αυτοί ιδιοποιήθηκαν τα ποσά των 68.000 και 8.506 ευρώ αντιστοίχως, στο δε διατακτικό ότι τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν ανέρχονταν, αντιστοίχως, σε 55.620,53 και 30.530,22 ευρώ είναι αβάσιμη, γιατί και στο σκεπτικό αναφέρονται (κατά κατηγορίες) τα επί μέρους ποσά που υπεξαιρέθηκαν, τα οποία συμποσούνται για τον αναιρεσείοντα Ά. Ν. σε 55.620, 53 ευρώ (35.733,84 + 10.169,26 + 5.914 + 3.094,09 + 709,34) και για τον αναιρεσείοντα Β. Τ. σε 30.530,22 ευρώ (23.039,63 + 131,86 + 7.044 + 314,73), το δε αναγραφόμενο παρακάτω ότι ιδιοποιήθηκαν αυτοί 68.000 και 8.506 ευρώ, αντιστοίχως, οφείλεται σε φανερή παραδρομή από το ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 137/2008 Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, στο σκεπτικό αυτής περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες είχαν παραδεχθεί, με έγγραφες δηλώσεις τους προς την εγκαλούσα, ότι είχαν ιδιοποιηθεί σε βάρος της τα ποσά των 68.000 και 8.606, 80 ευρώ, αντιστοίχως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "5. Η από 4.10.2007 βεβαίωση, 20. εκατόν δεκατέσσερα (114) δελτία αποστολής, 21. υπ' αριθ. ... επιταγή Τρ. Ευβοίας, 22. ... επιταγή Τρ. Ευβοίας, 23. ... επιταγή Τρ. Ευβοίας, 24. ... επιταγή Τρ. Ευβοίας και 25. έξι (6) αποδείξεις είσπραξης". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (όνομα εκδότη, τόπος εκδόσεως, κ.λπ.), αφού με την ανάγνωσή του κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλαν καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Πενταμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, "το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου". Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση προσβάσεως στο περιεχόμενο του δελτίου ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποιθήσεως που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποιήσεως σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση, όμως, του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠοινΔ δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, ανέγνωσε τα ποινικά μητρώα αυτών. Επομένως, δεν προκύπτει ότι αυτά είχαν αποσφραγισθεί προηγουμένως και, πολύ περισσότερο, ότι είχαν αναγνωσθεί και είχαν ληφθεί υπόψη για την καταδικαστική κρίση και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι τα ποινικά μητρώα των αναιρεσειόντων ήταν αποσφραγισμένα πριν από την περί ενοχής τους απόφαση και είχαν ληφθεί υπόψη για την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369§1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ..., έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ναι μεν στον πολιτικώς ενάγοντα δίδεται ο λόγος επί της ενοχής και για την υποστήριξη των πολιτικών του αξιώσεων, όχι δε και επί της ποινής, πλην δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, όταν σ' αυτόν έχει δοθεί, από παραδρομή του διευθύνοντος τη συζήτηση, ο λόγος και για την ποινή, πολύ περισσότερο, όταν αυτός δεν έλαβε θέση γι' αυτήν, αλλά έχει αφεθεί στην κρίση του Δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μετά την απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής των κατηγορουμένων, δόθηκε, από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ο λόγος επί της επιβλητέας ποινής κατά σειράν στον Εισαγγελέα, στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής και στο συνήγορο των κατηγορουμένων. Ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής, στον οποίο, από φανερή παραδρομή, δόθηκε ο λόγος για την ποινή, αφέθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, καμιά ακυρότητα δεν γεννήθηκε και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 30.4.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από τη δόση του λόγου στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής για το θέμα της ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 7510/2011) αίτηση των Ά. Ν. του Α. και Β. Τ. του Δ. μετά του από 27/30 Απριλίου 2012 προσθέτου λόγου αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1752/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Ορθή ανάγνωση ποινικού μητρώου μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή (άρθρ. 577§2 ΚΠΔ). Η από παραδρομή δόση του λόγου στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής, ο οποίος αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου, δεν δημιουργεί ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτου λόγου αυτής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 903/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ 'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγια για επανάληψη διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 949/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό5/10.1.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 28.7.2011 αίτηση του Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, και εκθέτουμε τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (ΑΠ 1300/2011, 1096/2011, 1023/2011). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1080/2011, ΑΠ 1042/2011). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 2013/2010, ΑΠ 1233/2010). Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 61/2011 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, για το λόγο ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, από τις μνημονευόμενες σ' αυτήν νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Λ. Κ. του Α., καταδικάστηκε με την 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα (1) έτος, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο προκύπτει από το συνημμένο 771/2.8.2011 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Το παραπάνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Τρίπολη, στις 16.5.2003, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Τριπόλεως, σχετικά με υπόθεση στην οποία ήταν κατηγορούμενη για παράβαση καθήκοντος η Προϊσταμένη του Πολεοδομικού Τμήματος Ναυπλίου, επειδή είχε εκδώσει την .../99 άδεια οικοδομής προκειμένου να νομιμοποιήσει τις υπερβάσεις της προγενέστερης .../73, άδειας, παρόλο που γνώριζε ότι η νομιμοποίηση αυτή ήταν παράνομη, κατέθεσε τα εξής: "...από τον έλεγχο του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διατάξεις για την περίπτωση και δεν συντρέχουν λόγοι ανάκλησης των οικοδομικών αυτών αδειών, διότι, η μεν .../73 άρχισε να εκτελείται, μετά την κατάτμηση του οικοπέδου, γεγονός που νομιμοποιεί την κατάτμηση αυτή, η δε .../99 ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε τη .../73, όσον αφορά στη διαφοροποίηση που παρουσίαζε ως προς το εμβαδόν του νέου πλέον οικοπέδου". Τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του ως Δ/ντής ΠΕΧΩ Περιφέρειας Πελοποννήσου, τα κατέθεσε ψευδώς, έχοντας απόλυτη γνώση περί του ψευδούς της κατάθεσής του, δεδομένου άλλωστε ότι: 1) Η .../73 άδεια εκδόθηκε επί ολοκλήρου του οικοπέδου ενώ εκτελέστηκε μετά την έκδοση της 960/76 οικοδομικής άδειας, η οποία εκδόθηκε σε τμήμα του ιδίου οικοπέδου, κατά παράβαση του α. 3 της 39941/2287/68 υπ. Απόφασης "περί τρόπου έκδοσης οικοδομικών αδειών", το οποίο ορίζει ότι "προκειμένου περί τροποποιήσεως της αρχικής μελέτης απαιτείται εκ νέου υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών και αναθεώρηση της υπ' αριθμ. .../73 άδειας", 2) Η .../99 άδεια που κατά τον κατηγορούμενο ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε την .../73 άδεια, δεν θα μπορούσε αντικειμενικά να έχει αυτό το αποτέλεσμα, καθώς αφενός εκδόθηκε κατά παράβαση των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, αφετέρου αυτή αφορούσε μόνο μικροπαραβάσεις, αφήνοντας μη νομιμοποιημένο το κτίριο στο σύνολό του. Εξάλλου, σύμφωνα με το από 17.7.2002 πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη (κατόπιν ερμηνείας των κειμένων διατάξεων) το πολεοδομικό γραφείο Κρανιδίου κλήθηκε να προβεί άμεσα στην ανάκληση της .../73 οικοδομικής άδειας, διότι δεν τηρήθηκαν τα κριτήρια ισχύος της και κατά συνέπεια να ανακληθεί η .../99 νομιμοποίηση των καθ' υπέρβαση της .../73 οικοδομικής άδειας κατασκευών, γεγονός το οποίο έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος και όφειλε να ερευνήσει εφόσον διαθέτει προς τούτο ειδικές γνώσεις. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε με τις προαναφερόμενες ποινές. Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται και προσκομίζει ως "νέες αποδείξεις", υπέρ της αθωότητάς του τις υπ' αριθμ. 29/15.2.2011 και 231/14.7.2011 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, κρίθηκε νόμιμη η μη ανάκληση τόσο της .../1973 οικοδομικής άδειας όσο και της .../99 άδειας νομιμοποιήσεως κι επομένως γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Από την επισκόπηση της 29/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως που δίκασε αίτηση της Ε. Κ., "για ακύρωση α) της 2399/9.11.2006 απόφασης της Προϊσταμένης του Τμήματος Χωροταξίας - Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας, με την οποία ήρθη η ανάκληση της εκδοθείσας από την υπηρεσία 3/12.1.1999 άδειας για νομιμοποίηση υπέρβασης της .../1973 άδειας και αγροτικής αποθήκης, που είχε διαταχθεί με την 201/21.1.2005 απόφαση της ίδιας ως άνω Προϊσταμένης και β) της εκδηλούμενης κατά την αιτούσα με την ως άνω πράξη άρνησης ανακλήσεως της αρχικής .../1973 άδειας οικοδομής", προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο Γ. Χ. είχε λάβει την .../1973 άδεια από το Γραφείο Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αργολίδας για την ανέγερση διώροφης κατοικίας σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας του, στο Δήμο …. Η οικοδομή άρχισε να κατασκευάζεται, σύμφωνα με τα ασφαλιστικά στοιχεία του ΙΚΑ από 1.11.1977. Προηγουμένως, κατάτμησε το οικόπεδο και με το .../13.7.1976 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Ερμιόνης Βασιλικής Λιακοπούλου Παπαγιάννη δώρησε τμήμα του, εμβαδού 267,50 τ.μ. στον γιο του Ι. Χ.. Το εναπομείναν τμήμα 267,50 τ.μ. δυνάμει του .../26.11.1980 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Βασαγιάννη δώρησε, ακολούθως, στο γιο του Α. Χ.. Στο τελευταίο τμήμα του οικοπέδου κατασκευάσθηκε η οικοδομή της .../1973 άδειας. Κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλων τού Τμήματος Πολεοδομίας διαπιστώθηκε η αυθαίρετη κατασκευή στέγης, αποθήκης, η πλήρης αποπεράτωση του ισογείου που στην άδεια εμφανιζόταν ως αδιαμόρφωτος χώρος, ενώ και η απόσταση από τα όρια δεν ήταν εγκεκριμένη βάσει της άδειας. Με την από 12.1.1999 αίτησή του ο Α. Χ. ζήτησε την έκδοση άδειας νομιμοποίησης για τον ισόγειο όροφο και την αποθήκη, εκδόθηκε δε σχετικώς η 3/12.1.1999 άδεια, που νομιμοποίησε την υπέρβαση της .../1973 άδειας και την αγροτική αποθήκη. Με το αιτιολογικό ότι η οικοδομή, ιδιοκτησίας του Α. Χ. δεν είχε ανεγερθεί σύμφωνα με το τοπογραφικό της αρχικής άδειας δεδομένου ότι τμήμα της, όπως κατέδειξε η σύγκριση των τοπογραφικών των αδειών προς εκείνα των συνημμένων στα συμβόλαια, εμφανιζόταν να βρίσκεται στο χώρο του όμορου οικοπέδου, ιδιοκτησίας Ι. Χ., η Προϊσταμένη του Τμήματος ΧΩΠΟΠΕ θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει νομιμοποίηση του συνόλου του κτιρίου με τις διατάξεις προ του 1983, αφού προηγηθεί τακτοποίηση των ορίων των ιδιοκτησιών με συμβολαιογραφική πράξη, κάλεσε δε με το 1120/10-7-2002 έγγραφό της τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Α. Χ. να καταθέσει τα δικαιολογητικά για την άδεια νομιμοποίησης. Νέα πρόσκληση απηύθυνε και με το 3660/12-12-2003 έγγραφό της, επειδή δε παρόλα αυτά δεν έγινε καμία τακτοποίηση από μέρους του ιδιοκτήτη με την 201/27-1-2005 απόφασή της ανακάλεσε την .../99 άδεια με το ίδιο ως άνω αιτιολογικό. Με την 1187/6-6-2006 αίτησή του ο ιδιοκτήτης κατέθεσε στην Πολεοδομική Υπηρεσία την 9261/16-3-2005 πράξη κατάθεσης τοπογραφικού διαγράμματος της Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Παναγιώτας Πήλια, όπου περιγράφεται το οικόπεδο κατά την έκταση και τα όριά του, καθώς και το κτίσμα, όπως αποτυπώνεται και στο τοπογραφικό διάγραμμα της .../99 άδειας (σχετ. το 1227/13-6-2006 έγγραφο της Προϊσταμένης του Τμήματος προς τη Διεύθυνση ΠΕΧΩ της Περιφέρειας Πελοποννήσου). Ενόψει αυτών και ακολουθώντας τις οδηγίες του 2291/19-10-2006 εγγράφου της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, που δόθηκαν κατόπιν του 1227/13-6-2006 ερωτήματός της η Προϊσταμένη του ως άνω Τμήματος ΧΩΠΟΠΕ με την 2399/9-11-2006 απόφασή της ήρε την ανάκληση της .../99 άδειας. Επειδή, προβάλλεται ότι δεν είναι νόμιμη η άρση της πράξης ανάκλησης της .../99 άδειας νομιμοποίησης δεδομένου ότι παρά το νόμο η άδεια αυτή εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί τακτοποίηση των ορίων με διόρθωση των συμβολαίων κατάτμησης του αρχικού οικοπέδου, καθώς και άρση των υπερβάσεων της .../1973 άδειας, δυνάμενη να επέλθει μόνο με κατεδάφιση ή εξαίρεση από την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εφόσον η ανάκληση της άδειας νομιμοποίησης εχώρησε με μόνη την αιτιολογία της μη τακτοποίησης του οικοπέδου από τον ιδιοκτήτη του, η μεταγενέστερη τακτοποίηση, συνεπαγόμενη μεταβολή των συνθηκών επί των οποίων βασίσθηκε η ανάκληση της άδειας, δικαιολογεί την ανάκληση της ανακλητικής πράξης. Οι πλημμέλειες που αποδίδονται συνιστούν λόγους ακυρώσεως της άδειας νομιμοποίησης, η οποία όμως, εφόσον δεν προσβλήθηκε, έχει διαφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο και έχουσα υπέρ αυτής το τεκμήριο νομιμότητας κάθε διοικητικής πράξης το κύρος της δεν μπορεί να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία της προσβολής της άρσεως της ανακλήσεως. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπροσβάλλεται παραδεκτώς. Διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της 2588/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, η αιτούσα είχε λάβει γνώση της έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης, παρασταθείσα ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη εκείνη για αδικήματα της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας και του μελετητή μηχανικού, που είχαν σχέση με την άδεια, και, συνεπώς, η προσβολή της επι ακυρώσει με την υπό κρίση αίτηση μετά από δύο και πλέον έτη θα ήταν εκπρόθεσμη. Επίσης ο λόγος ότι η τακτοποίηση του ιδιοκτησιακού μπορούσε να γίνει μόνο με διόρθωση των δύο μεταβιβαστικών συμβολαίων και έπρεπε να ελεγχθεί εξ υπαρχής η οικοδομή με βάση τον ΓΟΚ 1985, αμφισβητεί τη νομιμότητα της ανακλητικής πράξης 201/2005, η οποία όμως δεν μπορεί να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας δίκης, αφού δεν έχει προσβληθεί ευθέως και πάντως το κύρος της θα μπορούσε να κριθεί μόνο ενόψει της αιτιολογίας της ανάκλησης. Περαιτέρω, και ο λόγος ότι μπορούσε να γίνει νομιμοποίηση της οικοδομής μόνο με την έκδοση νέας άδειας δεδομένου ότι είχε λήξει η ισχύς της αρχικής άδειας και δεν ήταν δυνατή αλλά ούτε και ζητήθηκε η παράταση της ισχύος της, ώστε να είναι επιτρεπτή η αναθεώρησή της, σχετίζεται με τη νομιμότητα της άδειας νομιμοποίησης που κατά τα προεκτεθέντα δεν συμπροσβάλλεται ούτε εξετάζεται παρεμπιπτόντως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Επίσης, ο λόγος ότι η άρση της ανάκλησης δεν έχει επαρκή αιτιολογία, διότι το συμβόλαιο της πράξης κατάθεσης τοπογραφικού δεν συνιστά την ενδεδειγμένη πράξη τακτοποίησης ούτε αναφέρει τους λόγους της παράλειψης διενέργειας ακριβούς ελέγχου της οικοδομής είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό διότι η ανάκληση εχώρησε, όπως εκτέθηκε ήδη, με μόνη την αιτιολογία της παράλειψης του ιδιοκτήτη να προβεί στην τακτοποίηση του οικοπέδου του και συνεπώς, η τακτοποίηση του οικοπέδου, που επακολούθησε, στηρίζει επαρκώς την άρση της ανάκλησης ενόψει και του ότι δεν εξειδικεύει η αιτούσα κατά ποιο τρόπο η συμβολαιογραφική πράξη τακτοποίησης, η οποία όπως αναφέρεται στο 1227/13-6-2006 έγγραφο της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα της άδειας νομιμοποίησης, δεν είναι η ενδεικνυόμενη για το οικόπεδο. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της ότι η πράξη κατάθεσης του τοπογραφικού προϋποθέτει σύσταση ή αλλοίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και δεν έπρεπε να μεταγραφεί, αφού φέρει τον χαρακτήρα ένορκης βεβαίωσης, αφετέρου μετέβαλε την έκταση και τα όρια του οικοπέδου διατυπώνονται το πρώτον με το από 4-12-2010 υπόμνημα και δεν ερευνώνται πέραν του ότι και το υπόμνημα αυτό έχει κατατεθεί εκπροθέσμως στις 9-12-2010, μετά την παρέλευση της παρασχεθείσας από το Δικαστήριο 10ήμερης προθεσμίας για την υποβολή του. Τέλος, δεδομένου ότι η Διοίκηση δεν υποχρεούται να ανακαλεί έστω και παράνομες πράξεις της, δεν στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας η παράλειψη της Πολεοδομικής Υπηρεσίας να ανακαλέσει την αρχική .../1973 άδεια και, επομένως, απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτής η αιτούσα, αφού δεν προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης η παράλειψη της ανάκλησης". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε την κρινόμενη αίτηση και δέχθηκε την παρέμβαση υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων του Α. Χ., ο οποίος είναι δικαιούχος της ανωτέρω οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της 231/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως που δίκασε αίτηση των Α. Ν. και Ε. Κ., "για ακύρωση α) του 3002/12.9.2005 εγγράφου του Προϊσταμένου Διεύθυνσης ΠΕΧΩΔΕ της Περιφέρειας Πελοποννήσου (τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού) και β) της .../1973 οικοδομικής άδειας", με παρεμβαίνοντα επίσης τον Α. Χ., προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση αυτή - ως εκπρόθεσμη ως προς το δεύτερο σκέλος της - και δέχθηκε την παρέμβαση με τις παραδοχές ότι το ως άνω υπό στοιχ. α προσβαλλόμενο έγγραφο έχει ενημερωτικό και όχι εκτελεστικό χαρακτήρα, εφόσον ενημερώνει τις αιτούσες για το νομικό καθεστώς της .../1973 οικοδομικής άδειας. Από τις επικαλούμενες ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δεν προκύπτουν "νέες αποδείξεις", άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, διότι όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα αιτιολογία τους δεν κρίθηκαν με αυτές: α) οι λόγοι ακυρότητας της .../73 οικοδομικής άδειας, η οποία εκδόθηκε για ανέγερση της οικοδομής επί ολοκλήρου του οικοπέδου, αλλά εκτελέστηκε μετά την κατάτμηση αυτού στο ένα τμήμα του, χωρίς να τηρηθούν τα κριτήρια ισχύος της, δηλαδή η εκ νέου υποβολή στην αρμόδια πολεοδομία των απαιτούμενων δικαιολογητικών και η αναθεώρησή της, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, β) οι λόγοι ακυρότητας και η νομιμότητα της .../99 άδειας που κατά τον αιτούντα κατηγορούμενο ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε την ως άνω (.../73) άδεια, καθώς αυτή δεν μπορούσε να έχει αντικειμενικά το αποτέλεσμα αυτό, αφού αφορούσε μόνο μικροπαραβάσεις, αφήνοντας μη νομιμοποιημένο το κτίριο στο σύνολό του, και γ) η νομιμότητα της παραλείψεως της Πολεοδομικής Υπηρεσίας να ανακαλέσει τις άδειες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών, αφού όπως δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο η παράλειψη της ανακλήσεως προσβάλλεται μόνο με αίτηση ακυρώσεως, η οποία δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, οι παραπάνω αποδείξεις δεν είναι νέες κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, καθόσον δεν διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών και δεν ανατρέπουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προσέτι δε προκύπτει ότι ερευνήθηκαν αυτές αμέσως από τους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και σε κάθε περίπτωση εκτιμώμενες αυτές μόνες τους, αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία καταδικάστηκε. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, συνακόλουθα δε, ως άνευ αντικειμένου, και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων του αιτούντος και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 28.7.2011 αίτηση του Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και το σχετικό αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της ποινής της στερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων. Και Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ` αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ` αυτούς, έστω και κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 28-7-2011 αίτηση, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική με αριθμό 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα (1) έτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφωνπροκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Λ. Κ. του Α., καταδικάστηκε με την 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα (1) έτος, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο προκύπτει από το συνημμένο υπ` αριθμό 771/2-8-2011 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Το παραπάνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Τρίπολη, στις 16-5-2003, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Τρίπολης, σχετικά με υπόθεση στην οποία ήταν κατηγορούμενη για παράβαση καθήκοντος η Προϊσταμένη του Πολεοδομικού Τμήματος Ναυπλίου, επειδή είχε εκδώσει την .../99 άδεια οικοδομής προκειμένου να νομιμοποιήσει τις υπερβάσεις της προγενέστερης .../73, άδειας, παρόλο που γνώριζε ότι η νομιμοποίηση αυτή ήταν παράνομη, κατέθεσε τα εξής: "...από τον έλεγχο του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διατάξεις για την περίπτωση και δεν συντρέχουν λόγοι ανάκλησης των οικοδομικών αυτών αδειών, διότι, η μεν .../73 άρχισε να εκτελείται, μετά την κατάτμηση του οικοπέδου, γεγονός που νομιμοποιεί την κατάτμηση αυτή, η δε .../99 ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε τη .../73, όσον αφορά στη διαφοροποίηση που παρουσίαζε ως προς το εμβαδόν του νέου πλέον οικοπέδου". Τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του ως Δ/ντής ΠΕΧΩ Περιφέρειας Πελοποννήσου, τα κατέθεσε ψευδώς, έχοντας απόλυτη γνώση περί του ψευδούς της κατάθεσής του, δεδομένου άλλωστε ότι: 1) Η .../73 άδεια εκδόθηκε επί ολοκλήρου του οικοπέδου ενώ εκτελέστηκε μετά την έκδοση της 960/76 οικοδομικής άδειας, η οποία εκδόθηκε σε τμήμα του ιδίου οικοπέδου, κατά παράβαση του α. 3 της υπ` αριθμ. 39941/2287/68 Υπ. Απόφασης "περί τρόπου έκδοσης οικοδομικών αδειών", το οποίο ορίζει ότι "προκειμένου περί τροποποιήσεως της αρχικής μελέτης απαιτείται εκ νέου υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών και αναθεώρηση της υπ' αριθμ. .../73 άδειας", 2) Η .../99 άδεια που κατά τον κατηγορούμενο ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε την .../73 άδεια, δεν θα μπορούσε αντικειμενικά να έχει αυτό το αποτέλεσμα, καθώς αφενός εκδόθηκε κατά παράβαση των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, αφετέρου αυτή αφορούσε μόνο μικροπαραβάσεις, αφήνοντας μη νομιμοποιημένο το κτίριο στο σύνολο του. Εξάλλου, σύμφωνα με το από 17-7-2002 πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη (κατόπιν ερμηνείας των κειμένων διατάξεων) το πολεοδομικό γραφείο Κρανιδίου κλήθηκε να προβεί άμεσα στην ανάκληση της .../73 οικοδομικής άδειας, διότι δεν τηρήθηκαν τα κριτήρια ισχύος της και κατά συνέπεια να ανακληθεί η .../99 νομιμοποίηση των καθ' υπέρβαση της .../73 οικοδομικής άδειας κατασκευών, γεγονός το οποίο έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος και όφειλε να ερευνήσει εφόσον διαθέτει προς τούτο ειδικές γνώσεις. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε με τις προαναφερόμενες ποινές.
Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται και προσκομίζει ως "νέες αποδείξεις", υπέρ της αθωότητάς του τις υπ' αριθμ. 29/15-2-2011 και 231/14-7-2011 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, κρίθηκε νόμιμη η μη ανάκληση τόσο της .../1973 οικοδομικής άδειας όσο και της .../99 άδειας νομιμοποιήσεως κι επομένως γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Από την επισκόπηση της 29/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως που δίκασε αίτηση της Ε. Κ., " για ακύρωση α) της 2399/9.11.2006 απόφασης της Προϊσταμένης του Τμήματος Χωροταξίας - Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας, με την οποία ήρθη η ανάκληση της εκδοθείσας από την υπηρεσία 3/12-1-1999 άδειας για νομιμοποίηση υπέρβασης της .../1973 άδειας και αγροτικής αποθήκης, που είχε διαταχθεί με την 201/21-1-2005 απόφαση της ίδιας ως άνω Προϊσταμένης και β) της εκδηλούμενης κατά την αιτούσα με την ως άνω πράξη άρνησης ανακλήσεως της αρχικής .../1973 άδειας οικοδομής", προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο Γ. Χ. είχε λάβει την .../1973 άδεια από το Γραφείο Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αργολίδας για την ανέγερση διώροφης κατοικίας σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας του, στο Δήμο …. Η οικοδομή άρχισε να κατασκευάζεται, σύμφωνα με τα ασφαλιστικά στοιχεία του ΙΚΑ από 1-11-1977. Προηγουμένως, κατάτμησε το οικόπεδο και με το .../13.7.1976 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Ερμιόνης Βασιλικής Λιακοπούλου - Πατταγιάννη δώρησε τμήμα του, εμβαδού 267,50 τ.μ. στον γιο του Ι. Χ.. Το εναπομείναν τμήμα 267,50 τ.μ. δυνάμει του .../26.11.1980 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Βασαγιάννη δώρισε, ακολούθως, στο γιο του Α. Χ.. Στο τελευταίο τμήμα του οικοπέδου κατασκευάσθηκε η οικοδομή της .../1973 άδειας. Κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλων τού Τμήματος Πολεοδομίας διαπιστώθηκε η αυθαίρετη κατασκευή στέγης, αποθήκης, η πλήρης αποπεράτωση του ισογείου που στην άδεια εμφανιζόταν ως αδιαμόρφωτος χώρος, ενώ και η απόσταση από τα όρια δεν ήταν εγκεκριμένη βάσει της άδειας. Με την από 12-1-1999 αίτησή του ο Α. Χ. ζήτησε την έκδοση άδειας νομιμοποίησης για τον ισόγειο όροφο και την αποθήκη, εκδόθηκε δε σχετικώς η 3/12-1-1999 άδεια, που νομιμοποίησε την υπέρβαση της .../1973 άδειας και την αγροτική αποθήκη. Με το αιτιολογικό ότι η οικοδομή, ιδιοκτησίας του Α. Χ. δεν είχε ανεγερθεί σύμφωνα με το τοπογραφικό της αρχικής άδειας δεδομένου ότι τμήμα της, όπως κατέδειξε η σύγκριση των τοπογραφικών των αδειών προς εκείνα των συνημμένων στα συμβόλαια, εμφανιζόταν να βρίσκεται στο χώρο του όμορου οικοπέδου, ιδιοκτησίας Ι. Χ., η Προϊσταμένη του Τμήματος ΧΩΠΟΠΕ θεώρησε ότι έπρεπε να γίνει νομιμοποίηση του συνόλου του κτιρίου με τις διατάξεις προ του 1983, αφού προηγηθεί τακτοποίηση των ορίων των ιδιοκτησιών με συμβολαιογραφική πράξη, κάλεσε δε με το 1120/10-7-2002 έγγραφο της τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Α. Χ. να καταθέσει τα δικαιολογητικά για την άδεια νομιμοποίησης. Νέα πρόσκληση απηύθυνε και με το 3660/12-12-2003 έγγραφο της, επειδή δε παρόλα αυτά δεν έγινε καμία τακτοποίηση από μέρους του ιδιοκτήτη με την 201/27-1-2005 απόφασή της ανακάλεσε την .../99 άδεια με το ίδιο ως άνω αιτιολογικό. Με την 1187/6-6-2006 αίτησή του ο ιδιοκτήτης κατέθεσε στην Πολεοδομική Υπηρεσία την 9261/16-3-2005 πράξη κατάθεσης τοπογραφικού διαγράμματος της Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Παναγιώτας Πήλια, όπου περιγράφεται το οικόπεδο κατά την έκταση και τα όριά του, καθώς και το κτίσμα, όπως αποτυπώνεται και στο τοπογραφικό διάγραμμα της .../99 άδειας (σχετ. το 1227/13-6-2006 έγγραφο της Προϊσταμένης του Τμήματος προς τη Διεύθυνση ΠΕΧΩ της Περιφέρειας Πελοποννήσου). Ενόψει αυτών και ακολουθώντας τις οδηγίες του 2291/19-10-2006 εγγράφου της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, που δόθηκαν κατόπιν του 1227/13-6-2006 ερωτήματος της η Προϊσταμένη του ως άνω Τμήματος ΧΩΠΟΠΕ με την 2399/9- 11-2006 απόφασή της ήρε την ανάκληση της .../99 άδειας. Επειδή, προβάλλεται ότι δεν είναι νόμιμη η άρση της πράξης ανάκλησης της .../99 άδειας νομιμοποίησης δεδομένου ότι παρά το νόμο η άδεια αυτή εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί τακτοποίηση των ορίων με διόρθωση των συμβολαίων κατάτμησης του αρχικού οικοπέδου, καθώς και άρση των υπερβάσεων της .../1973 άδειας, δυνάμενη να επέλθει μόνο με κατεδάφιση ή εξαίρεση από την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εφόσον η ανάκληση της άδειας νομιμοποίησης εχώρησε με μόνη την αιτιολογία της μη τακτοποίησης του οικοπέδου από τον ιδιοκτήτη του, η μεταγενέστερη τακτοποίηση, συνεπαγόμενη μεταβολή των συνθηκών επί των οποίων βασίσθηκε η ανάκληση της άδειας, δικαιολογεί την ανάκληση της ανακλητικής πράξης. Οι πλημμέλειες που αποδίδονται συνιστούν λόγους ακυρώσεως της άδειας νομιμοποίησης, η οποία όμως, εφόσον δεν προσβλήθηκε, έχει διαφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο και έχουσα υπέρ αυτής το τεκμήριο νομιμότητας κάθε διοικητικής πράξης το κύρος της δεν μπορεί να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία της προσβολής της άρσεως της ανακλήσεως. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπροσβάλλεται παραδεκτώς. Διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της 2588/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, η αιτούσα είχε λάβει γνώση της έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης, παρασταθείσα ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη εκείνη για αδικήματα της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας και του μελετητή μηχανικού, που είχαν σχέση με την άδεια, και, συνεπώς, η προσβολή της επι ακυρώσει με την υπό κρίση αίτηση μετά από δύο και πλέον έτη θα ήταν εκπρόθεσμη. Επίσης ο λόγος ότι η τακτοποίηση του ιδιοκτησιακού μπορούσε να γίνει μόνο με διόρθωση των δύο μεταβιβαστικών συμβολαίων και έπρεπε να ελεγχθεί εξ υπαρχής η οικοδομή με βάση τον ΓΟΚ 1985, αμφισβητεί τη νομιμότητα της ανακλητικής πράξης 201/2005, η οποία όμως δεν μπορεί να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας δίκης, αφού δεν έχει προσβληθεί ευθέως και πάντως το κύρος της θα μπορούσε να κριθεί μόνο ενόψει της αιτιολογίας της ανάκλησης. Περαιτέρω, και ο λόγος ότι μπορούσε να γίνει νομιμοποίηση της οικοδομής μόνο με την έκδοση νέας άδειας δεδομένου ότι είχε λήξει η ισχύς της αρχικής άδειας και δεν ήταν δυνατή αλλά ούτε και ζητήθηκε η παράταση της ισχύος της, ώστε να είναι επιτρεπτή η αναθεώρησή της, σχετίζεται με τη νομιμότητα της άδειας νομιμοποίησης που κατά τα προεκτεθέντα δεν συμπροσβάλλεται ούτε εξετάζεται παρεμπιπτόντως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Επίσης, ο λόγος ότι η άρση της ανάκλησης δεν έχει επαρκή αιτιολογία, διότι το συμβόλαιο της πράξης κατάθεσης τοπογραφικού δεν συνιστά την ενδεδειγμένη πράξη τακτοποίησης ούτε αναφέρει τους λόγους της παράλειψης διενέργειας ακριβούς ελέγχου της οικοδομής είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό διότι η ανάκληση εχώρησε, όπως εκτέθηκε ήδη, με μόνη την αιτιολογία της παράλειψης του ιδιοκτήτη να προβεί στην τακτοποίηση του οικοπέδου του και συνεπώς, η τακτοποίηση του οικοπέδου, που επακολούθησε, στηρίζει επαρκώς την άρση της ανάκλησης ενόψει και του ότι δεν εξειδικεύει η αιτούσα κατά ποιο τρόπο η συμβολαιογραφική πράξη τακτοποίησης, η οποία όπως αναφέρεται στο 1227/13-6-2006 έγγραφο της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα της άδειας νομιμοποίησης, δεν είναι η ενδεικνυόμενη για το οικόπεδο. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της ότι η πράξη κατάθεσης του τοπογραφικού προϋποθέτει σύσταση ή αλλοίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και δεν έπρεπε να μεταγραφεί, αφού φέρει τον χαρακτήρα ένορκης βεβαίωσης, αφετέρου μετέβαλε την έκταση και τα όρια του οικοπέδου διατυπώνονται το πρώτον με το από 4-12-2010 υπόμνημα και δεν ερευνώνται πέραν του ότι και το υπόμνημα αυτό έχει κατατεθεί εκπροθέσμως στις 9-12-2010, μετά την παρέλευση της παρασχεθείσας από το Δικαστήριο 10ήμερης προθεσμίας για την υποβολή του. Τέλος, δεδομένου ότι η Διοίκηση δεν υποχρεούται να ανακαλεί έστω και παράνομες πράξεις της, δεν στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας η παράλειψη της Πολεοδομικής Υπηρεσίας να ανακαλέσει την αρχική .../1973 άδεια και, επομένως, απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτής η αιτούσα, αφού δεν προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης η παράλειψη της ανάκλησης". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε την κρινόμενη αίτηση και δέχθηκε την παρέμβαση υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων του Α. Χ., ο οποίος είναι δικαιούχος της ανωτέρω οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της 231/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως που δίκασε αίτηση των Α. Ν. και Ε. Κ., "για ακύρωση α) του 3002/12.9.2005 εγγράφου του Προϊσταμένου Διεύθυνσης ΠΕΧΩΔΕ της Περιφέρειας Πελοποννήσου (τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού) και β) της .../1973 οικοδομικής άδειας", με παρεμβαίνοντα επίσης τον Α. Χ., προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση αυτή - ως εκπρόθεσμη ως προς το δεύτερο σκέλος της - και δέχθηκε την παρέμβαση με τις παραδοχές ότι το ως άνω υπό στοιχ. α προσβαλλόμενο έγγραφο έχει ενημερωτικό και όχι εκτελεστικό χαρακτήρα, εφόσον ενημερώνει τις αιτούσες για το νομικό καθεστώς της .../1973 οικοδομικής άδειας. Από τις επικαλούμενες ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως δεν προκύπτουν "νέες αποδείξεις", άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, διότι όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα αιτιολογία τους δεν κρίθηκαν με αυτές: α) οι λόγοι ακυρότητας της .../73 οικοδομικής άδειας, η οποία εκδόθηκε για ανέγερση της οικοδομής επί ολοκλήρου του οικοπέδου, αλλά εκτελέστηκε μετά την κατάτμηση αυτού στο ένα τμήμα του, χωρίς να τηρηθούν τα κριτήρια ισχύος της, δηλαδή η εκ νέου υποβολή στην αρμόδια πολεοδομία των απαιτούμενων δικαιολογητικών και η αναθεώρησή της, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, β) οι λόγοι ακυρότητας και η νομιμότητα της .../99 άδειας που κατά τον αιτούντα κατηγορούμενο ουσιαστικά αναθεώρησε και νομιμοποίησε την ως άνω (.../73) άδεια, καθώς αυτή δεν μπορούσε να έχει αντικειμενικά το αποτέλεσμα αυτό, αφού αφορούσε μόνο μικροπαραβάσεις, αφήνοντας μη νομιμοποιημένο το κτίριο στο σύνολο του, και γ) η νομιμότητα της παραλείψεως της Πολεοδομικής Υπηρεσίας να ανακαλέσει τις άδειες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών, αφού όπως δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο η παράλειψη της ανακλήσεως προσβάλλεται μόνο με αίτηση ακυρώσεως, η οποία δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς στην προκειμένη περίπτωση. Η αίτηση ακυρώσεως της υπ'αριθμό .../1973 οικοδομικής αδείας, απορρίφθηκε , ως εκπρόθεσμη, με την ως άνω ,υπ'αριθμό 231/2011 απόφαση του Διοιηκητικού Εφετείου Τριπόλεως καθ' α ισχυρίζεται ο αιτών.(Η σχετική απόφαση προσάγεται με τη σημείωση ότι δεν έχει θεωρηθεί). Επομένως, οι παραπάνω αποδείξεις δεν είναι νέες κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, καθόσον δεν διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών εφόσον οι πλημμέλειες της ένδικης άδειας νομιμοποίηση δεν κρίθηκαν από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, αλλά ούτε και οι πλημμέλειες της υπ' αριθ. 201/2005 ανακλητικής πράξης, ούτε η παράλειψη ανάκλησης της υπ' αριθ. .../73 άδειας ώστε δεν ανατρέπουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και σε κάθε περίπτωση εκτιμώμενες αυτές μόνες τους, αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία καταδικάστηκε ή ότι καταδικάσθηκε άδικα. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, συνακόλουθα δε, ως άνευ αντικειμένου, και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων του αιτούντος που περιέχεται στην ίδια αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει : α) την από 28-7-2011 αίτηση του Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 61/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, και β) το αίτημά του για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής της στερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου.2012
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2012
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (525 επ. Κ.Π.Δ.). Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 902/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 866/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 675/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 565 εδ. α' και γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της αποφάσεως και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και τον καταδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τέτοιες αντιρρήσεις του καταδικασμένου μπορεί να αναφέρονται όχι μόνον στην ποινή, αλλά και στο είδος και τη διάρκεια του επιβληθέντος μέτρου ασφαλείας, αφού η χρήση του όρου "ποινή" στο περί εκτελέσεως βιβλίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπου εμπίπτει και η ανωτέρω διάταξη, γίνεται με ευρεία έννοια, ώστε να περιλαμβάνει και τα μέτρα ασφαλείας από τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 69-74 του Ποινικού Κώδικα, με στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση αλλοδαπού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση. Έτσι μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις που αφορούν και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας, όταν επήλθαν γεγονότα, μετά την έκδοση της αποφάσεως, που κωλύουν την εκτέλεσή του. Τέτοιο γεγονός είναι και η παραγραφή του μέτρου ασφαλείας, την οποία ρυθμίζει το άρθρο 75§1 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο, αν από τότε που έγινε αμετάκλητη η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71, 72, και 74 του Ποινικού Κώδικα, περάσει τριετία χωρίς να έχει αρχίσει η εκτέλεση του μέτρου, αυτό δεν μπορεί πια να εκτελεσθεί εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Από την τελευταία, όμως, αυτή διάταξη συνάγεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι αν εκτελεσθεί το μέτρο ασφαλείας της απελάσεως αλλοδαπού που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, η απέλαση αυτή ισχύει και αν περάσει τριετία από τότε που έγινε αμετάκλητη η εν λόγω απόφαση, υπό την έννοια ότι αν ο απελαθείς επανέλθει στη χώρα αυτοβούλως και παρανόμως, το μέτρο αυτό ασφαλείας εξακολουθεί να ισχύει και ο αλλοδαπός απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής αποφάσεως. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, η έλλειψη δε αυτής συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη 866/2011 απόφασή του, απέρριψε τις από 18.4.2011 αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος αλλοδαπού, που αφορούσαν στην περαιτέρω διάρκεια της απελάσεώς του, η οποία είχε διαταχθεί με την 24/12.10.1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ως μέτρο ασφαλείας κατά το άρθρο 74 § 1 του Ποινικού Κώδικα, εν συνεχεία της καταδίκης του με την ίδια αυτή απόφαση σε κάθειρξη επτά (7) ετών και χρηματική ποινή τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών για αγορά ναρκωτικών ουσιών. Για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο αιτών - αντιλέγων καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 24/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας σε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών, για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών, ενώ με την ίδια απόφαση διατάχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 Π.Κ. και 17 παρ. 2 ν. 1729/1987, η ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής του. Όπως ο ίδιος ο αντιλέγων ομολογεί στην κρινόμενη αίτησή του, μετά την εκτέλεση της ποινής του απελάθηκε από τη Χώρα, στις 12.1.2004, βάσει της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου, επανήλθε δε στην Ελληνική Επικράτεια στις 18.6.2007 και έκτοτε διαμένει συνεχώς εδώ. Σε συνέχεια των ανωτέρω υποστηρίζει ότι παρελθόντος χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της τριετίας από την επανείσοδό του στη Χώρα, μέχρι σήμερα, κατά το οποίο δεν εκτελέστηκε εκ νέου η επιβληθείσα σε αυτόν, ως ανωτέρω, απέλαση, το μέτρο αυτό ασφαλείας έχει παραγραφεί και δεν δύναται πλέον να εκτελεστεί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον η απέλαση που επιβλήθηκε στον αντιλέγοντα με την υπ' αριθμ. 24/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, εφόσον εκτελέσθηκε άπαξ, εξακολουθεί να ισχύει και αυτός μπορεί να απελαθεί και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής απόφασης, ακόμη και αν παρήλθε τριετία από τότε που αυτή εκτελέσθηκε για πρώτη φορά. Περαιτέρω, ο αντιλέγων εκθέτει ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω επιβληθείσα σε αυτόν απέλαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί, καθόσον αυτός είναι ομογενής από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου της Αλβανίας, επίκειται δε από αυτόν η απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας, την οποία μάλιστα έχουν αποκτήσει τόσο η σύζυγός του, Λ. Γ., όσο και η ανήλικη κόρη τους, Κ., η οποία γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 10.10.1994. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, αυτός, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί, δεν έχει αποκτήσει ακόμη την Ελληνική Υπηκοότητα, ενώ μόνη η καταγωγή του, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αυτή είναι Ελληνική, δεν αρκεί για να αποτρέψει την απέλασή του. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, η απόκτηση της Ελληνικής Υπηκοότητας από τον αντιλέγοντα δεν πιθανολογείται ούτε ως επικείμενη, καθόσον δεν προέκυψε καν η υποβολή από αυτόν σχετικής αιτήσεως προς τα αρμόδια προς τούτο θεσμικά όργανα.
Συνεπώς, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, οι αντιρρήσεις κατά της υπ' αριθμ. 24/1999 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας πρέπει να απορριφθούν". Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους απέρριψε τις αντιρρήσεις του αντιλέγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί την εκτέλεση του μέτρου ασφαλείας που του επιβλήθηκε με την ως άνω 24/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας η οποία αμετάκλητα έκρινε και για την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως αλλοδαπού, δικαιολογούσαν τη διαταχθείσα απέλαση, και αιτιολογημένα απέρριψε την ένσταση της παραγραφής του της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 75 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει αυτήν ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού έγινε δεκτό ότι δεν χωρεί η τριετής παραγραφή, εφόσον άρχισε η εκτέλεση της αποφάσεως που διέταξε το μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απάντησε και δεν αιτιολόγησε τον ισχυρισμό του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος ότι η διαταχθείσα, με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση, απέλασή του προσβάλλει το δικαίωμά του για προστασία και σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, καθώς αυτός είναι ομογενής από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου της Αλβανίας, επίκειται δε από αυτόν η απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας, την οποία μάλιστα έχουν αποκτήσει τόσο η σύζυγός του, Λ. Γ., όσο και η ανήλικη κόρη τους, Κ., η οποία γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 10.10.1994, η δε απέλασή του θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα ως άνω μέλη της οικογενείας του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι με την παραβίαση αυτή των δικαιωμάτων του δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού τα δικαιώματά του αυτά προασπίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία στο άρθρο 8 προστατεύει το δικαίωμα μη απελάσεως με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας και των παραμέτρων τις οποίες ο αναιρεσείων αναφέρει, στις οποίες περιλαμβάνονται η οικογενειακή κατάσταση και οι οικογενειακοί θεσμοί. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απάντησε αιτιολογημένα στον ως άνω ισχυρισμό που δεν συνιστά λόγο κωλύοντα την εκτέλεση του μέτρου αυτού ασφαλείας, αφού το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύει μεν το δικαίωμα του προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα της πολιτείας να επιβάλλει ποινές και μέτρα ασφαλείας, στα πλαίσια της ποινικής της δικαιοδοσίας, και αν αυτά θίγουν αναγκαίως την οικογενειακή ζωή του καταδικασθέντος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 1/17 Μαΐου 2011 αίτηση του Σ. Κ. του Χ. και Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 866/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής δικαιοδοσίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε αντιρρήσεις τον αναιρεσείοντος κατά της εκτελέσεως μέτρου ασφαλείας που του επιβλήθηκε με καταδικαστική απόφαση. Οι αντιρρήσεις περί την εκτέλεση του άρθρου 565 εδ. α' ΚΠΔ μπορούν να αφορούν όχι μόνον στην ποινή αλλά και στο είδος και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας. Απέλαση αλλοδαπού καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανασταλείσα κατ' άρθρο 99 ΠΚ. Η δικαστική απόφαση που διατάσσει την απέλαση του αλλοδαπού ως μέτρο ασφαλείας εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεση της, απέλαση τον αλλοδαπού, αν δε αυτός επανέλθει στη χώρα αυτοβούλως, απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας αποφάσεως. Μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις που αφορούν και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας, όταν επήλθαν γεγονότα, μετά την έκδοση της αποφάσεως, που κωλύουν την εκτέλεσή του. Τέτοιο γεγονός είναι και η παραγραφή του μέτρου ασφαλείας, την οποία ρυθμίζει το άρθρο 75§1 ΠΚ, κατά το οποίο, αν από τότε που έγινε αμετάκλητη η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71, 72 και 74 ΠΚ, περάσει τριετία χωρίς να έχει αρχίσει η εκτέλεση του μέτρου, αυτό δεν μπορεί πια να εκτελεσθεί εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Από την τελευταία, όμως, αυτή διάταξη συνάγεται, κατ' αντιδιαστολή ότι αν εκτελεσθεί το μέτρο ασφαλείας της απελάσεως αλλοδαπού που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, η απέλαση αυτή ισχύει και αν περάσει τριετία από τότε που έγινε αμετάκλητη η εν λόγω απόφαση. Απορρίπτονται οι αντιρρήσεις.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 901/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ανδρουτσοπούλου, περί αναιρέσεως της 398/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ορεστιάδας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Φ. Τ. του Π. και 2. Γ. Τ. του Κ. , κατοίκους ... , που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ορεστιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 915/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στο άρθρο 42 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η μήνυση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί εγκλήσεως δια πληρεξουσίου (ο οποίος δεν είναι ανάγκη να είναι δικηγόρος), στο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο πρέπει να είναι ειδικό (και όχι γενικό) ή στην έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας, πρέπει να αναφέρεται η εντολή υποβολής εγκλήσεως για ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρέπει να εξατομικεύεται και να προσδιορίζεται κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στοιχειοθετούν, με τρόπο που να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα της, δεν υπάρχει δε ανάγκη να χρησιμοποιείται νομική ορολογία ή να κατονομάζεται ο υπαίτιος, ένας ή περισσότεροι. Αν το πληρεξούσιο δεν είναι ειδικό, αλλά γενικό ή δεν εξατομικεύεται σ' αυτό ή στην έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας και δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, με τον τρόπο που αναφέρθηκε, δεν υπάρχει νόμιμη υποβολή εγκλήσεως και σε περίπτωση που το δικαστήριο χωρήσει, παρά την έλλειψη αυτή, στην έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως, για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτά επισκοπούμενα, κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, οι πολιτικώς ενάγοντες Γ. Τ. και Φ. Τ. εξουσιοδότησαν με την από 11 Σεπτεμβρίου 2008 έγγραφη εξουσιοδότηση τον συνήγορο τους δικηγόρο Ορεστιάδας Χρίστο Καπετανίδη να υποβάλει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ορεστιάδας την από 11 Σεπτεμβρίου 2008 συνημμένη στην ως άνω εξουσιοδότηση έγκληση, στην οποία και περιγράφονται λεπτομερώς οι πράξεις της αυτοδικίας και της εξυβρίσεως, για τις οποίες ασκήθηκε μετέπειτα η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Θ. Κ. , χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία για τις πράξεις και τη βούληση των εντολέων για τη δίωξη των εγκλημάτων που αναφέρονται και περιγράφονται στην ως άνω έγκληση. Δηλαδή με την ως άνω εξουσιοδότησή δεν Εξουσιοδοτήθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εγκαλούντων να συντάξει αυτός έγκληση, αλλά παραδόθηκε σ' αυτόν έγκληση, συνταχθείσα και υπογραφόμενη από τους ίδιους τους εγκαλούντες, με την ειδική εντολή να υποβάλει την έγκληση αυτή στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Επομένως δεν ήταν αναγκαία η περιγραφή των ως άνω διωκόμενων πράξεων στην εξουσιοδότηση και αναφορά περαιτέρω στοιχείων και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως, γιατί στη δήλωση πληρεξουσιότητας, δεν προσδιορίζονται και δεν εξατομικεύονται οι πράξεις και δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι, επιδικάζοντας το Δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ σε καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες, χωρίς να διευκρινίζει το ποσό που επιδικάζει για κάθε έγκλημα, ενόψει του ότι αυτός καταδικάσθηκε για μεν το αδίκημα της αυτοδικίας εις βάρος και των δύο πολιτικώς εναγόντων για δε το αδίκημα της εξυβρίσεως εις βάρος μόνο της πολιτικώς ενάγουσας Φ. Τ. , προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα. Ο λόγος, αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο επιδίκασε την παραπάνω χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν οι παθόντες από τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων συνολικώς, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύεται το ποσό για κάθε μία από αυτές, αφού η σχετική παράσταση έγινε χωρίς τέτοια διάκριση.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέως ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, εφ' όσον συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 365/1982).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε τη διόρθωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το επώνυμο του αναιρεσείοντος από το εσφαλμένο "Κ. " στο ορθό "Κ. ". Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ζήτησε την προσκόμιση πιστοποιητικού από το οποίο να προκύπτουν τα ανωτέρω και της δόθηκε διήμερη προθεσμία προς τούτο. Ήδη, εντός της προθεσμίας αυτής και ειδικότερα την 9η Φεβρουαρίου 2012, προσκομίσθηκε το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό του Δήμου Διδυμοτείχου και φωτοτυπία των δύο (2) όψεων του ... δελτίου ταυτότητας του αναιρεσείοντος, που εκδόθηκε από το Τμήμα ασφαλείας Διδυμοτείχου, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ονομάζεται Θ. Κ. του Κ., όπως αναφέρεται άλλωστε και στο δικόγραφο της αναιρέσεως, και όχι Κ. , όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βασίμου του κατά τη συζήτηση τής αιτήσεως αναιρέσεως υποβληθέντος από τη συνήγορο του αναιρεσείοντος σχετικού αιτήματος, πρέπει να διορθωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να τεθεί ως επώνυμο του αναιρεσείοντος το ορθό "Κ. " αντί του εσφαλμένου "Κ. ".
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 3/18.7.2011 .αίτηση του Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ... , για αναίρεση της 398/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Διατάσσει τη διόρθωση της παραπάνω αποφάσεως ως προς το επώνυμο του κατηγορουμένου από το εσφαλμένο "Κ. " στο ορθό "Κ. " και ειδικότερα α) και στο εισαγωγικό μέρος στη μεσαία στήλη κάτω από την ένδειξη "Εκκαλών - Κατηγορούμενος", αντί "Θ. Κ. " να γραφεί "Θ. Κ. ", β) στο σκεπτικό επί της ενοχής στη σελίδα 14 και στον στίχο 11 από κάτω αντί του εσφαλμένου "κατηγορουμένου Θ. Κ. " να γραφεί "κατηγορουμένου Θ. Κ. ", γ) στο διατακτικό επί της ενοχής στη σελίδα 16 να γραφεί αντί του εσφαλμένου "Δικάζει με παρόντα τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Θ. Κ. " το ορθό "Δικάζει με παρόντα τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Θ. Κ. " δ) στο σκεπτικό επί της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στη σελίδα 21 και στον στίχο 6 από κάτω να γραφεί αντί του εσφαλμένου "Θ. Κ. " το ορθό "Θ. Κ. " και ε) στο διατακτικό επί της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στη σελίδα 22 να γραφεί αντί του εσφαλμένου "Υποχρεώνει τον ως άνω καταδικασθέντα Θ. Κ. " το ορθό "Υποχρεώνει τον καταδικασθέντα Θ. Κ. ".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επί εγκλήσεως δια πληρεξουσίου (ο οποίος δεν είναι ανάγκη να είναι δικηγόρος), στο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο πρέπει να είναι ειδικό (και όχι γενικό) ή στην έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας, πρέπει να αναφέρεται η εντολή υποβολής εγκλήσεως για ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρέπει να εξατομικεύεται και να προσδιορίζεται κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στοιχειοθετούν, με τρόπο που να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά της. Εάν δίδεται η πληρεξουσιότητα για υποβολή (κατάθεση) συγκεκριμένης εγκλήσεως, η οποία ήδη έχει υπογραφεί από τον εγκαλούντα στην οποία περιγράφονται ειδικώς τα εγκλήματα για τα οποία υποβάλλεται η έγκληση, δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται και στο έγγραφο του πληρεξουσίου τα ανωτέρω εγκλήματα
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 900/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2200/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ. του Α. , κάτοικο ... .
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 99/6.4.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 1/11.1.2012 αίτηση (δήλωση) του Μ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της 2200/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 - 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της, ενώ αν ο δικαιούμενος ήταν απών, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1479/2010, ΑΠ 815/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (ΑΠ 985/2011, ΑΠ 1639/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 2200/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατ' έφεση, σε φυλάκιση δεκατεσσάρων (14) μηνών για υπεξαίρεση (άρθρ. 375 παρ. 1 του ΠΚ). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του ανωτέρω κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 22.12.2011, όπως προκύπτει από την επισημείωση στο σώμα αυτής του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αγρινίου Ιωάννη Τσέλιου. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του ενώπιον του ανωτέρω Γραμματέως στις 11.1.2012, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η με αριθμό 1/11.1.2012 αίτηση (δήλωση) του Μ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της 2200/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 5 Απριλίου 2012
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλομένη υπ` αριθμό 2200/2011 καταδικαστική απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου, ο ήδη αναιρεσείων, καταδικάσθηκε για την πράξη της Υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ.1 Π.Κ.) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η απόφαση αυτή, εκδόθηκε, με παρόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 22-12-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 11-1-2012, δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Στη δήλωση αναιρέσεως δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν, ως απαράδεκτη, και τούτο ανεξάρτητα από την ερημοδικία του αναιρεσείοντα, αφού προηγείται το νομότυπο άσκησης αυτής, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 89/2010), καταδικαζομένου του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2012 με αριθμό 1/2012 αίτηση του Μ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ.2200/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 899/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση-συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 283/2012 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους Δ. Κ. του Π. και Π. Κ. του Α., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.3.2012 αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. 41/1.3.2012 πράξεως του Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 329/2012.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 145 παρ.1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του Εισαγγελέως ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου με την οποία ζητείται η διόρθωση - συμπλήρωση της 283/2012 αποφάσεως του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, στο διατακτικό της οποίας από παραδρομή δεν αναφέρεται η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι στο σκεπτικό γίνεται ρητή μνεία. Η αίτηση αυτή, η οποία επιδόθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα και στους κατηγορουμένους, όπως προκύπτει από τα από 16 Μαρτίου 2012 αποδεικτικά επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., είναι νόμιμη στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη, καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο, γι' αυτό η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή και να διαταχθούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Διατάσσει τη διόρθωση - συμπλήρωση της 283/2012 αποφάσεως του ΣΤ' τμήματος του Αρείου Πάγου ως προς την αναφερόμενη στο διατακτικό παράλειψη της αναφοράς της δικαστικής δαπάνης της πολιτικώς ενάγουσας και θέτει μετά την διάταξη περί καταδίκης των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, την εξής διάταξη: "Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €)".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση διόρθωση αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δεκτή. Διορθώνει και συμπληρώνει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 899/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Α. Κ. - Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πάτρα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ν. Σ. - Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 753/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 652, 653 και 656 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης, ασκώντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό. Η μη αποδοχή εκ μέρους του εργοδότη των προσφερομένων υπηρεσιών του μισθωτού δεν έχει, κατά τις ως άνω διατάξεις, άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του ως δανειστή. Η κατ' αρχήν, όμως, νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ και, έτσι, αποβαίνει καταχρηστική. Αυτό συμβαίνει όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914, 919 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να προτείνονται και να διαπιστώνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του ν. 1264/1982, που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά παράγεται με τη συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (ΟλΑΠ 9/2011). Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς, τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, σε συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού προέβη στις ως άνω νομικές σκέψεις, δέχθηκε τα εξής: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), με την ένδικη, από 16-11-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή, αφού ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-10-2007 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που τη συνέδεε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ως γενομένης από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας και, κατά συνέπεια, καταχρηστικά, υπέβαλε, μεταξύ άλλων, το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες της στο μέλλον με την απειλή των κυρώσεων του άρθρου 946 παρ.1 ΚΠολΔ. Ότι η ενάγουσα δεν εξέθετε στην ένδικη αγωγή περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις εκ μέρους της προσφερόμενες υπηρεσίες γινόταν με υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος (ΑΚ 281) ή με τρόπο που συνιστούσε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της (ΑΚ 57 και 59) ή που τη ζημίωνε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη (ΑΚ 919) ή που εμπόδιζε την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της ή τη συμμετοχή της στην οικονομική ζωή (Σύνταγμα 5 παρ.1). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι, ως προς το αίτημα τής, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πραγματικής, εκ νέου απασχόλησης της ενάγουσας, η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη και, για το λόγο αυτό, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το εξεταζόμενο αίτημα είχε γίνει δεκτό, και απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω διατάξεις, διότι δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή τους και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, η επίκληση περιστατικών, τα οποία, υποτιθέμενα αληθινά, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, δεν αρκεί και για τη θεμελίωση των επί πλέον προϋποθέσεων, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική και την άρνηση του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό, τον οποίο ακύρως είχε απολύσει (ΟλΑΠ 9/2011). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Αντιθέτως, "πράγματα" δεν θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 632/2008).
Εν προκειμένω, με τους τρίτο και τέταρτο από τους λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας α) ενώ κατέληξε στην ουσιαστική παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η εμπάθεια και εκδικητικότητα της αναιρεσίβλητης (εναγομένης, εργοδότριας), που την οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είχαν άλλη αφορμή και δεν συνδέονταν με την άρνηση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας, εργαζόμενης) και του συζύγου της να δεχθούν τις προτροπές της αναιρεσίβλητης και να καταθέσουν αναληθή περιστατικά στο πλαίσιο ανακριτικής έρευνας για διαχειριστικές αταξίες, οι οποίες είχαν αποκαλυφθεί μετά από οικονομικό έλεγχο και συνδέονταν με τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου, όπου παρείχετο η εργασία, διότι οι προτροπές ανάγονταν σε παρωχημένο χρόνο, [το δικαστήριο της ουσίας] δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι προτροπές αυτές είχαν επαναληφθεί με φορτικότητα και κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα πριν από την καταγγελία, μετά την υποβολή του από 30-7-2007 υπομνήματος της αναιρεσίβλητης στο πλαίσιο της ίδιας ανακριτικής έρευνας, οπότε η άρνηση της αναιρεσείουσας και του συζύγου της να τις αποδεχθούν είχε άμεση σχέση με την εμπάθεια και εκδικητικότητα της αναιρεσίβλητης και β) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αυτή, κατά την πρόσληψή της στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης (στο Υποθηκοφυλακείο), είχε προϋπηρεσία σε άλλους εργοδότες, την οποία είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη και η οποία είχε αναγνωρισθεί από την τελευταία. Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων παρατηρούνται, αντιστοίχως, τα εξής: αα) Ο ισχυρισμός περί επαναλήψεως των προτροπών της αναιρεσίβλητης και περί απορρίψεως αυτών εκ μέρους της αναιρεσείουσας σε χρόνο εγγύτερο προς την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά είναι απλό επιχείρημα. Πέραν τούτου, με δεδομένο το ότι η ένδικη αγωγή, ως προς το κεφάλαιο περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως γενομένης από εμπάθεια και εκδικητικότητα, ήτοι με κατάχρηση δικαιώματος, έχει γίνει δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος να προβάλει την εν λόγω αιτίαση. ββ) Σε κανένα σημείο της ένδικης αγωγής δεν υπάρχει αναφορά ούτε σε προϋπηρεσία της αναιρεσείουσας, ούτε σε γνωστοποίηση αυτής προς την αναιρεσίβλητη, ούτε σε αναγνώριση τέτοιας προϋπόθεσης εκ μέρους της τελευταίας, με αποτέλεσμα να μην είναι παραδεκτή η θεμελίωση αναιρετικού λόγου επί ισχυρισμού που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2). Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 95 που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 119 παρ.2 της Συνθήκης ΕΟΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης, εκτός από το μισθό που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση, μπορεί να προβαίνει προς αυτόν και σε οικειοθελείς παροχές, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση. Η χορήγηση μιας οικειοθελούς παροχής συνιστά ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, οπότε, όταν επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται επί μακρό χρόνο και, μάλιστα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής δεν μπορεί, πλέον, να διακοπεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να τη διακόψει στο μέλλον (ΑΠ 540/2010).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο από τους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει για το μήνα Σεπτέμβριο 2007 τις πρόσθετες αποδοχές για επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή, ταμειακό επίδομα και πάγια αμοιβή υπερεργασίας 10 ωρών μηνιαίως, ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν έκανε ούτε χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ούτε ταμειακές εργασίες, ούτε υπερεργασία, χωρίς να λάβει υπόψη ότι οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές ζητούντο με την αγωγή όχι διότι η αναιρεσείουσα πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να τις λάβει, αλλά διότι από την έναρξη της λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας (Δεκέμβριος 2006) μέχρι και τον προηγούμενο μήνα (Αύγουστο 2007) πριν από την καταγγελία αυτής (τέλος Σεπτεμβρίου 2007) τις λάμβανε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τακτικά, ως οικειοθελή παροχή. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 16-11-2007 αγωγής προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, που αποτελεί "πράγμα", διότι είναι αυτοτελής και στηρίζει το συγκεκριμένο αίτημα αυτής, προτάθηκε παραδεκτά από την αναιρεσείουσα. Από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή μετά την ολική εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν έλαβε υπ' όψη τον εν λόγω ισχυρισμό, αλλά περιορίσθηκε στην ουσιαστική κρίση που αναφέρεται στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο στην έκταση που καθορίζεται με τον πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε ανάλογο προς την ήττα της μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα επτακόσια πενήντα (750) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας, άκυρη ως καταχρηστική. Για τη θεμελίωση του αιτήματος πραγματικής απασχόλησης μετά την αναγνώριση της ακυρότητας, απαιτείται η επίκληση πρόσθετων περιστατικών, που καθιστούν καταχρηστική και την άρνηση της απασχόλησης (ΟλΑΠ 9/2011). Οικειοθελείς παροχές του εργοδότη. Ο ισχυρισμός ότι οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών αποτελούσαν οικειοθελή παροχή αποτελεί «πράγμα» και η μη λήψη υπ' όψη του ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 895/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ι. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 11251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 199/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 90/30.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την από 17/1/2012 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Ι. , κατοίκου ... κατά της υπ' αριθ. 11251/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη -εκπρόθεσμη- η υπ' αριθ. 11634/06 έφεση του κατά της 49303/02 αποφάσεως του Μον/λους Πλημ/κείου Αθηνών. και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ., συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλημα που κατέστησε αδύναμη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την από 17/1/2012 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πλημ/κείου Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 11251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την υπ' αριθ. 11634/2006 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 49303/2002 αποφάσεως του Μον/λους Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 12/3/07. Η αίτηση αυτή, η οποία σημειωτέον δεν αναφέρει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, είναι εκπρόθεσμη και δεν γίνεται σ' αυτή επίκληση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1, 513 § α' και 583 § 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:α)Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 17/1/2012 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Ι. , κατοίκου ... κατά της υπ' αριθ. 11251/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγω ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την προσβαλλομένη υπ` αριθμό 11251/2007 απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθμό 11634/2006 έφεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα κατά της υπ` αριθμό 49303/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών για παράβαση του Ν. περί επιταγής. Η απόφαση αυτή του Τριμελούς Πλημ/κείου, εκδόθηκε, με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, εφόσον εκπροσωπήθηκε από την εξουσιοδοτημένη συνήγορό του, Ανθή Ροβύθη, κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 502 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως σημειώνεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-2-2007 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 12-3-2007, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε, στις 17-1-2012, όπως από την επισκόπηση του αναιρετηρίου προκύπτει, ήτοι εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, και ειδικότερα, μετά την πάροδο, πενταετίας περίπου, από την καταχώρηση, της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο κατ` άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο, από την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην αίτηση αναιρέσεως δεν γίνεται επίκληση λόγων ανωτέρας βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της.
Υπό τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, ασκήθηκε εκπροθέσμως, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πέραν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα επίσης ως απαράδεκτη και εκ του λόγου ότι με αυτήν δεν προβάλλεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης. Οι επικαλούμενοι λόγοι "έλλειψης από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως", είναι αόριστοι, καθόσον δεν προσδιορίζεται, σε σχέση με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ενώ σε σχέση με την εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διατάξεως δεν προσδιορίζεται ποια διάταξη παραβιάσθηκε.
Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και τούτο ανεξάρτητα από την ερημοδικία του αναιρεσείοντα, αφού προηγείται το νομότυπο άσκησης αυτής, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 89/2010), καταδικαζομένου του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2012 με αριθμό 2/2012 αίτηση του Γ. Κ. του Ι. , για αναίρεση της υπ` αριθμ.11251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
| null | null | 2
|
Αριθμός 895/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ν. Σ. - Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Κ. - Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πάτρα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 753/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, αναιτιώδη. Κατά συνέπεια, για το κύρος της καταγγελίας δεν είναι αναγκαία ούτε η επίκληση κάποιας αιτίας ούτε η απόδειξη της βασιμότητας της αιτίας, που τυχόν έχει προβληθεί από τον καταγγέλλοντα. Όπως, όμως, ισχύει για κάθε δικαίωμα, και η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καθιστά την καταγγελία απαγορευμένη και, ως εκ τούτου, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται από λόγους που βρίσκονται καταφανώς έξω από τις γενικές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι όταν ενέχουν εμπάθεια, έχθρα ή εκδικητικότητα συνεπεία προηγηθείσας, νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία δεν ήταν αρεστή στον εργοδότη. Τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 701/2010). Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με την ιδιότητά της ως άμισθου υποθηκοφύλακα Καλλιθέας Αττικής, την 19-12-2006 προσέλαβε την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως, αντί των εκάστοτε ισχυουσών νομίμων αποδοχών. Ότι, ειδικότερα, αντικείμενο της απασχόλησης της ενάγουσας ήταν η παρακολούθηση και ο έλεγχος των εγγραφών στα βιβλία μεταγραφών και βαρών του Υποθηκοφυλακείου. Ότι από τις πρώτες ημέρες εφαρμογής της συμβάσεως εργασίας, η εναγομένη έδωσε στην ενάγουσα την εντολή να διενεργεί, τόσο με τη φυσική παρουσία της όσο και διά μέσου κλειστού κυκλώματος τηλεοράσεως, την παρακολούθηση της εργασίας των υπολοίπων υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου, ασκώντας έλεγχο σ' αυτούς, δίνοντας οδηγίες και κάνοντας παρατηρήσεις ως προς την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά το γεγονός ότι η ίδια ήταν νεότερη στην υπηρεσία και χωρίς εμπειρία στο αντικείμενο. Ότι ενάγουσα αποδέχθηκε και εκτέλεσε την ως άνω εντολή, αλλά αυτό δημιούργησε άσχημο κλίμα στις σχέσεις μεταξύ αυτής και των συναδέλφων της. Ότι η ενάγουσα, την 10-9-2007, μη μπορώντας πλέον να συνεχίσει την ως άνω συμπεριφορά, υπέβαλε προς την εναγομένη την ταυτόχρονη γραπτή αναφορά, με την οποία της ανακοίνωσε ότι αρνείται πλέον τη συμμόρφωσή της προς την προαναφερθείσα εντολή. Ότι η ενάγουσα ανέγνωσε και προς τους συναδέλφους της το περιεχόμενο της εν λόγω αναφοράς. Ότι η ενέργεια αυτή κατέστησε την ενάγουσα μη αρεστή στην εναγομένη, η οποία, κινούμενη από εμπάθεια και εκδικητικότητα εξ αιτίας της μεταβολής της στάσης της ενάγουσας και της κοινολόγησης του προηγούμενου ρόλου της στους λοιπούς εργαζόμενους, αρχικά της χορήγησε υποχρεωτική άδεια δύο εβδομάδων και, αμέσως μετά τη λήξη της άδειας αυτής, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, από 1-10-2007 και κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι το άσχημο κλίμα μεταξύ των υπαλλήλων, εξ αιτίας του οποίου η ενάγουσα υπέβαλε την από 10-9-2007 αναφορά, είχε δημιουργηθεί με ευθύνη της εναγομένης, η οποία είχε ζητήσει από την ενάγουσα να ασκεί το ρόλο που προαναφέρθηκε. Ότι το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνεται και από την από 10-9-2007 δήλωση παραίτησης της Β. Κ. από την εργασία της στο Υποθηκοφυλακείο, η οποία ήταν θεία της εναγομένης και από την οποία είχε ζητηθεί, επίσης, να παρακολουθεί τις κινήσεις των λοιπών υπαλλήλων. Ότι υπό τις περιστάσεις αυτές η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, χωρίς υπαιτιότητα οποιασδήποτε φύσης εκ μέρους της ενάγουσας, απλά και μόνο επειδή αυτή είχε υποβάλει την από 10-9-2007 αναφορά, την οποία ανέγνωσε και προς τους συναδέλφους της. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας έγινε με προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού και απάγγειλε την ακυρότητά της, ως καταχρηστικής, αφού προηγουμένως απέκλεισε, ως αβάσιμους και μη συνδεόμενους χρονικώς με την καταγγελία, τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας, εργαζομένης) σύμφωνα με τους οποίους η εμπάθεια και εκδικητικότητα της αναιρεσείουσας (εναγομένης, εργοδότριας) είχε προκληθεί από την άρνηση της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της να δεχθούν τις προτροπές της αναιρεσείουσας και να καταθέσουν αναληθή περιστατικά στο πλαίσιο ανακριτικής έρευνας για διαχειριστικές αταξίες, οι οποίες είχαν αποκαλυφθεί μετά από οικονομικό έλεγχο και συνδέονταν με τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε εσφαλμένως τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθή, στη διάταξη περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, την οποία εφάρμοσε και, επί πλέον, παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως από το σύνολο των παραδοχών του νοηματικώς συνάγεται, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποδεχθεί χωρίς αντίρρηση την εντολή της αναιρεσείουσας, να παίζει το ρόλο του κατασκόπου αυτής ανάμεσα στο προσωπικό του Υποθηκοφυλακείου, από την πρόσληψή της (Δεκέμβριος 2006) μέχρι την υποβολή της επίμαχης αναφοράς της (Σεπτέμβριος 2007) και ότι η ίδια ανταποκρίθηκε εκουσίως στο ρόλο αυτό με περισσή προθυμία και ενεργητικότητα, με συνέπεια να δημιουργηθεί άσχημο κλίμα μεταξύ αυτής και των λοιπών εργαζομένων (αλλά όχι μεταξύ των τελευταίων και της εργοδότριας, περιστατικό για το οποίο δεν υπάρχει παραδοχή και το οποίο υποδηλώνει ότι ο μυστικός ρόλος της εργαζομένης δεν είχε αποκαλυφθεί) δέχθηκε, επίσης, ότι για την κατάσταση αυτή υπεύθυνη ήταν αποκλειστικά η αναιρεσείουσα, χωρίς καμιά υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης. Και περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι η αποποίηση του ως άνω ρόλου για το μέλλον αποτελούσε άσκηση δικαιώματος για την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, επίσης, ότι στην άσκηση του δικαιώματος αυτού ενέπιπτε και η κοινολόγηση του περιεχομένου της αναφοράς στους συναδέλφους της, η οποία στην πραγματικότητα συνιστούσε αποποίηση της προσωπικής της ευθύνης και επίρριψη του συνόλου αυτής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, την οποία αποκάλυπτε να ενεργεί υποχθονίως, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μια τέτοια αποκάλυψη θα μπορούσε να έχει για την εύρυθμη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου. Με τις εν λόγω παραδοχές, όμως, που άλλοτε εμφανίζονται ελλιπείς και άλλοτε αντιφατικές, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας έγινε επειδή δεν ήταν πλέον ανεκτή, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συνεργασία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ή, αντιθέτως, έγινε με τρόπο που υπερέβαινε και, μάλιστα, προφανώς, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τις λοιπές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, όπως εκτιμάται και κατ' εξαίρεση συμπληρώνεται από τον εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ.4), με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 932 ΑΚ συνάγεται ότι αν, συνεπεία της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επήλθε προσβολή της προσωπικότητας του απολυθέντος, ο τελευταίος δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, όμως, δεν αρκεί αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλ' απαιτείται η επίκληση πρόσθετων περιστατικών (όπως π.χ. το αναληθές περιεχόμενο των αιτίων της απόλυσης, τα υποκρυπτόμενα στοιχεία εμπάθειας ή εκδικητικότητας και, κυρίως, τα τυχόν υφιστάμενα επί πλέον γεγονότα, που επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας και καθόρισαν την ένταση της προσβολής αυτής), καθώς και ο προσδιορισμός της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του μισθωτού και του εργοδότη (ΑΠ 1540/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, επί του ζητήματος της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην αναιρεσίβλητη το Εφετείο δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), η οποία επιχειρήθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) κατά κατάχρηση δικαιώματος, ήτοι παρανόμως και υπαιτίως, αυτή (η ενάγουσα) υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, συνισταμένης στην καταφρόνηση προς το πρόσωπό της και στη μείωση της επαγγελματικής της εικόνας. Ότι για την αποκατάσταση της βλάβης αυτής η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το εύλογο ποσό της οποίας, εν όψει του θιγομένου αγαθού, των συνθηκών και του μεγέθους της προσβολής, του βαθμού της υπαιτιότητας της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων ανέρχεται σε 1.000 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, που δεν συμπληρώνονται από καμιά άλλη, πέραν εκείνων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.1), το δικαστήριο της ουσίας εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει το σχετικό κεφάλαιο της ένδικης αγωγής ως αβάσιμο και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε για την αιτία αυτό το ποσό που αναφέρθηκε. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση από την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από το σύνολο των παραδοχών του, πέραν των ως άνω γενικών αναφορών που αφορούν στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, ουδέν το συγκεκριμένο προκύπτει ως προς τις κατ' ιδίαν περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα, προκειμένου να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση εάν οι περιστάσεις αυτές ήσαν, αντικειμενικώς, ικανές να επιφέρουν και εάν, πράγματι, επέφεραν "καταφρόνηση προς το πρόσωπο και μείωση της επαγγελματικής εικόνας", που στοιχειοθετούν υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Πότε άκυρη ως γενομένη με κατάχρηση δικαιώματος. Ελλιπής και αντιφατική αιτιολογία. Σώρευση αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Περιστατικά πέραν της ακυρότητας της καταγγελίας, που πρέπει να αναφέρονται προς θεμελίωση του δικαιώματος. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 891/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Γαλατσίου Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΥΑΜΙΣ ΤΟΥΡΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σίνου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1418/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1234/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Ο εργοδότης, ως οφειλέτης του μισθού επί συμβάσεως εργασίας (ΑΚ 648, 653), προβαίνοντας σε καταβολή των νομίμων ή των συμφωνημένων αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο, ως δανειστή, αντιστοίχως, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη. Η απόδειξη πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ' όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό. Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο είναι εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ. ΑΠ 646/2009). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 445 και 352 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι από τις ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη (ως εναγομένη) και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει ως γνήσια την υπογραφή του ο αναιρεσείων (ως ενάγων), προέκυπτε αμάχητο τεκμήριο "ως προς την απόδειξη του περιεχομένου" αυτών, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε αμφισβητήσει την ακρίβεια του εν λόγω περιεχομένου, με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά που φέρονταν ως καταβληθέντα και οι αιτίες της καταβολής αυτών είχαν καταχωρηθεί μετά τη θέση της υπογραφής του αναιρεσείοντος και απεικόνιζαν αποδοχές υπέρτερες εκείνων, που πράγματι είχαν καταβληθεί. Και ακόμη, στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο, αντί να επιτρέψει την ανταπόδειξη ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και να τα εκτιμήσει ελευθέρως, προσέδωσε σ' αυτά αποδεικτική δύναμη την οποία δεν τους αναγνώριζε ο νόμος. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, προκύπτει ότι επί του ως άνω ζητήματος το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι επίμαχες ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών είχαν προσκομισθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Ότι ο ενάγων είχε αναγνωρίσει επ' αυτών την υπογραφή του, αλλά είχε αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου τους, με τον ισχυρισμό ότι αυτό είχε συμπληρωθεί εκ των υστέρων από την εναγομένη και δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα. Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί παραδεκτά και δεν μπορούσε να αξιολογηθεί ως ένσταση πλαστότητας. Ότι η αναγνώριση της υπογραφής του ενάγοντος δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ως προς το ότι το υπερκείμενο περιεχόμενο των αποδείξεων καταβολής αποδοχών καλυπτόταν από αυτήν. Ότι, περαιτέρω, το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παροχής εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος κατά τα Σάββατα χωρίς να χορηγείται σ' αυτόν άλλη ημέρα ανάπαυσης μέσα στην εβδομάδα (ρεπό), ήταν αληθές, διότι βρισκόταν πλησιέστερα προς την πραγματικότητα σε σύγκριση αφ' ενός προς την άποψη αυτού, σύμφωνα με την οποία σε όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (από 1-1-2002 μέχρι 18-7-2007) εργαζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, πράγμα που "προσέκρουε στα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με τις αντοχές, τις δυνατότητες, αλλά και τις οικογενειακές, κοινωνικές και λοιπές ανάγκες του κάθε μισθωτού" και αφ' ετέρου προς την άποψη της εναγομένης, σύμφωνα με την οποία, κατά κανόνα, ο ενάγων αναπαυόταν τα σαββατοκύριακα. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε απασχοληθεί για περισσότερα από ένα (1) σαββατοκύριακα το μήνα, κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα γίνονται στην προσβαλλομένη απόφαση και, κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και υπολόγισε τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών. Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε και την ένσταση εξοφλήσεως μέρους των νομίμων αποδοχών, την οποία είχε προβάλει παραδεκτώς η αναιρεσίβλητη και, τελικώς, επιδίκασε ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις δικονομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, διότι ως έννομη συνέπεια της αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος επί των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών δέχθηκε μόνο τη δημιουργία αμαχήτου τεκμηρίου ως προς το ότι η δήλωση που καλυπτόταν από την υπογραφή είχε προέλθει από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ενώ ως προς την εξακρίβωση της αλήθειας του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής προέβη σε συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ορθολογική στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, ενώ ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις επίμαχες εξοφλητικές αποδείξεις ούτε απαγόρευσε την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά αναζήτησε το αληθινό περιεχόμενό τους κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων και λαμβάνοντας υπ' όψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.
2. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να αναζητήσει το αληθινό περιεχόμενο των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει την υπογραφή του ο αναιρεσίβλητος, παρέλειψε να λάβει υπ' όψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, που είχε εξετασθεί στο ακροατήριο, καθώς και τις 3857 και 3858/2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν δοθεί νομίμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του επί του περιεχομένου των επίμαχων αποδείξεων καταβολής αποδοχών, μεταξύ των άλλων και από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύει. Επομένως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία περί του ότι τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1234/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ιδιωτικό έγγραφο. Η αναγνώριση της γνησιότητας δεν εμποδίζει την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 892/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.4984/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1421/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρων 308 παρ. Ια του Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι " Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", 310 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" και 29 του Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη" . Αυτή, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, υπάρχει, όταν ο δράστης από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του (ασυνείδητη αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα υπάρχει ιδίως, αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοια του, απαιτείται: α) πρόκληση σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλου, β) δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του άλλου και γ) η πράξη να είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Αντίθετα, σύμφωνα με την παρ.3 της ίδιας διάταξης του αρθ.310 του Π.Κ. αν ο υπαίτιος επεδίωκε και το αποτέλεσμα του προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Προκειμένου για το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, πρέπει επί πλέον, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως, να αιτιολογείται και ο δόλος του δράστη, ήτοι ο σκοπός αυτού που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του άλλου, ο οποίος μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, που όμως πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, καθώς επίσης να αναφέρεται σε αυτή και ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου και να καθορίζεται ποιο είδος αμελείας (συνειδητής ή μη) συνέτρεξε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Τέλος λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ ιδρύεται και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, περίπτωση της οποίας είναι και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής που συντρέχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.4984/2011 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία , για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση το, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 17-6-2004 και περί ώρα 11.40 στον Άλιμο Αττικής ο Δ. Κ. εργαζόταν στη νέα υπόγεια γέφυρα Αλίμου ως εργοδηγός κατά την κατασκευή τροχιοδρόμου του τράμ, υποδεικνύοντας στα αντικανονικώς διερχόμενα αυτοκίνητα μέσω του τροχιοδρόμου του τράμ, πώς να βγούν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος. Κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος Γ. Μ., ως οδηγός του υπ'αριθ.... ιδιοκτησίας της ΔΕΗ, της οποία επιχείρησης ετύγχανε υπάλληλός της, αρνήθηκε να συμμορφωθεί στην υπόδειξη του Δ.Κ. και να αλλάξει διαδρομή, απειλώντας τον να φύγει από μπροστά του, διαφορετικά να τον πατήσει με το όχημά του. Συγκεκριμένα, του είπε επί λέξει "φεύγεις ή θα σε βάλω από κάτω", ενώ ταυτόχρονα άφηνε το συμπλέκτη του οχήματος και τον ακούμπαγε, ώστε να τον εξαναγκάσει να φύγει. Ενόψει αυτού του κινδύνου ο Δ.Κ. αποφάσισε να παραμερίσει και να αφήσει τον κατηγορούμενο να περάσει, αλλά πριν προλάβει να απομακρυνθεί ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα, παρασύροντας με τον καθρέπτη του αυτοκινήτου τον εργοδηγό Δ.Κ. και ρίχνοντας τον στο έδαφος όπου σύρθηκε για περίπου δεκαπέντε μέτρα, τραυματίζοντας τον σε διάφορα σημεία του σώματός του, ενώ αδιαφόρησε για την τύχη του παθόντος και συνέχισε ανενόχλητος την πορεία του. Ο εργοδηγός υπέστη κάταγμα βραχιονίας κεφαλής της αριστερής ωμικής χώρας, εκδορές παλαμιαίας επιφάνειας άκρων χειρών, θλαστικό τραύμα στην περιοχή της αριστεράς κατ'αγκώνα άρθρωσης, διάσπαρτες εκδορές οπίσθιας επιφάνειας αριστερού αντιβραχίου, εκδορές αριστεράς κατά γόνυ άρθρωσης και θλαστικό τραύμα στην περιοχή της αριστερής ποδοκνημικής, η ως άνω δε βλάβη είναι βαριά, αφού, όπως αποδείχθηκε, εμπόδισε τον παθόντα σημαντικά και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ημερών να χρησιμοποιήσει το σώμα του (βλ.υπ'αριθ.1113/18.6.04 και 1446/26-7-04 ιατροδικαστικές εκθέσεις και από 22-7-2004 ιατρική βεβαίωση του διαγνωστικού κέντρου "Διαγνωστική Θεραπευτική Α.Ε."). Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι βρισκόταν με το παραπάνω όχημα στην υπόγεια γέφυρα Αλίμου κατά τον άνω τόπο και χρόνο και κατ'επέκταση είναι αυτός που παρέσυρε και τραυμάτισε τον εργοδηγό, πράγμα που υποστηρίζουν και οι εξετασθέντες μάρτυρες-συνάδελφοί του. Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον άνω τόπο και χρόνο και προξένησε με το όχημα που οδηγούσε βαριά σωματική βλάβη στον παθόντα και επρόκειτο για το υπ'αριθ.κυκλ.... αυτοκίνητο της ΔΕΗ στο οποίο επέβαιναν άλλα δύο άτομα, προφανώς συνάδελφοι του κατηγορουμένου. Ο ίδιος ο παθών-πολιτικώς ενάγων αναγνώρισε ανεπιφύλακτα και κατά τρόπο κατηγορηματικό στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον οδηγό της ΔΕΗ που με το παραπάνω όχημα τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε. Μάλιστα όπως ο ίδιος καταθέτει "Δεν υπάρχει περίπτωση να μην είναι ο κατηγορούμενος. Τα χαρακτηριστικά του είναι ίδια, του έφυγαν μόνο λίγα μαλλιά τώρα. Μου έφεραν για αναγνώριση και όλους τους οδηγούς..." Τα όσα δε καταθέτουν οι μάρτυρες-συνάδελφοι του κατηγορουμένου με τα οποία ισχυρίζονται και αποσκοπούν στο να πείσουν ότι το δρομολόγιο του κατηγορουμένου κατά την κρίσιμη ημέρα (διαδρομή από Φάληρο προς Ν.Σμύρνη και από εκεί Πειραιά) δεν δικαιολογεί διέλευσή του από το επίμαχο σημείο, δεν κρίνονται καθόλου πειστικά. Αυτόπτες μάρτυρες του άνω περιγραφόμενου περιστατικού ήταν οι Ά. Π. και Ε. Κ., εργαζόμενοι στο ίδιο εργοτάξιο με τον παθόντα Δ.Κ., οι οποίοι σύμφωνα με τις αναγνωσθείσες προανακριτικές τους καταθέσεις επιβεβαιώνουν την παραπάνω περιγραφή που κάνει ο παθών και το μόνο που δεν μπόρεσαν να συκρατούσουν (διότι ευρίσκοντο σε απόσταση 30 μέτρων) τα χαρακτηριστικά του οδηγού του "πορτοκαλί" φορτηγού της ΔΕΗ, που εκινείτο πάνω στις γραμμές του τράμ και τον αριθμό κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος. Ενόψει όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις (κληθούν νέοι μάρτυρες) αφού είναι επαρκή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης (πλήρους) απορριπτόμενου του αιτήματος του κατηγορουμένου θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος βαριά σωματική βλάβη, κατά τα ειδικότερων στο διατακτικό". Στο διατακτικό δέχθηκε τα παρακάτω: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία του ότι: Στην Αθήνα στις 17-6-2004 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, η οποία ήταν βαριά αφού εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο τον παθόντα Δ. Κ. του Κ. να χρησιμοποιεί το σώμα του και συγκεκριμένα κατά την ως άνω ημερομηνία στην υπόγεια γέφυρα Αλίμου στην Αττική και ενώ οδηγούσε το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας ΔΕΗ, της οποίας επιχείρησης ετύγχανε υπάλληλος και ενώ είχε διένεξη προφορική με τον ως άνω παθόντα ο οποίος ως εργοδηγός στο ως άνω σημείο κατά την κατασκευή τροχιοδρόμου του τραμ υποδείκνυε στα οχήματα τον τρόπο απομάκρυνσής του από τον τροχιόδρομο και την έξοδο τους, στη Λεωφόρο Ποσειδώνος, ανέπτυξε ταχύτητα παρασύροντας με το αυτοκίνητο τον ως άνω παθόντα, προκαλώντας του κάταγμα βραχιονίας κεφαλής της αριστερής ωμικής χώρας, εκδορές παλαμιαίας επιφανείας άκρων χειρών, θλαστικό τραύμα στην περιοχή της αριστεράς κατ' αγκώνα άρθρωσης, διάσπαρτες εκδορές οπίσθιας επιφανείας αριστερού αντιβραχίου, εκδορές αριστεράς κατά γόνυ άρθρωσης και θλαστικό τραύμα στην περιοχή της αριστερής ποδοκνημικής, η ως άνω δε βλάβη είναι βαριά αφού εμπόδισε τον παθόντα σημαντικά και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 20 ημερών να χρησιμοποιήσει το σώμα του." Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Εφετείο στο σκεπτικό του, αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ναι μεν, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά που συγκροτούν το δόλο που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της βαριάς σωματικής βλάβης σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία δικάστηκε ο κατηγ/νος- αναιρεσείων, δεδομένου ότι με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος, ως οδηγός οχήματος απηύθυνε προς τον παθόντα που ρύθμιζε την αντικανονική κίνηση οχημάτων, λόγω κατασκευής έργων στο σημείο αυτό, τη φράση "Φεύγεις ή θα σε βάλλω από κάτω", ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξε ταχύτατα παρασύροντας τον με τον καθρέπτη του αυτοκινήτου και ρίχνοντας τον στο έδαφος, πληρούται η έννοια του αμέσου δόλου που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κάκωσης ή της βλάβης της υγείας του άλλου, όμως δεν διαλαμβάνει η απόφαση τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, όπως ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αν το επελθόν ως άνω βαρύτερο, σε σχέση με την απλή σωματική βλάβη του εγκαλούντος αποτέλεσμα, οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου και ποιου είδους αμέλεια αυτού συνέτρεξε. Έτσι όμως, δεν υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση και δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 308 παρ.1 και 310 παρ.1 και 2 του ΑΚ που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως πρέπει κατ' αποδοχή, ως βάσιμου, του σχετικού μοναδικού λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ να γίνει δεκτή στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές διαφορετικούς από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4984/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σωματική βλάβη. Βάσιμοι οι λόγοι έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρ. 308 παρ. 1 και 310 παρ. 1 και 2 ΠΚ, διότι δεν εκτίθεται αν το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου και ποιου είδους. Αναιρεί.
| null | null | 1
|
Αριθμός 886/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά το, την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου Φανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1891/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5059/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-1-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1595/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 2-3-2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της κλήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθεί βάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 8-1-2009 αίτησης και αβάσιμος ο πρώτος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 2-3-2011 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από την έκδοση της 1595/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου, των οποίων η μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο με κάποιον από τους ειδικούς λόγους, που προβλέπονται για τέτοιες περιπτώσεις στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 περ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", απαιτείται όχι μόνο να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα ή το απαράδεκτο, αλλά και να αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2, ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, 69 και 73 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να έχει κηρύξει την ένδικη αγωγή απαράδεκτη, διότι στρεφόταν κατά του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), το οποίο είχε δημιουργηθεί με την από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των υπαλλήλων αυτής, με σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της πρώτης και των μελών του δευτέρου, όχι ως ένωση προσώπων, αλλά με τη μορφή του "ειδικού λογαριασμού", χωρίς ποτέ να αποκτήσει νομική προσωπικότητα και χωρίς να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος (με επίκληση της ΟλΑΠ 25/2008). O εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι αφ' ενός, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και αφ' ετέρου, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνει ότι το αναιρεσείον είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως της ως άνω ικανότητας ως προς το ΤΕΑΠΕΤΕ. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον, ως εκ του νόμου καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ με νομική προσωπικότητα και δικονομική ικανότητα (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και 6 παρ.1 του ν. 3029/2002), υπεισήλθε από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στη δικονομική θέση εκείνου, ως εναγομένου και, έκτοτε, διεξήγαγε τη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την παθητική του νομιμοποίηση.
3. Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010). Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010). Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 103/2010). Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 1179/1996, ΑΠ 1139/1980). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΤΕΑΠΕΤΕ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006) το ΕΤΕΑΜ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσείον), υπήρξε ειδικός λογαριασμός, χωρίς νομική προσωπικότητα, ο οποίος είχε δημιουργηθεί κατά το έτος 1948, με συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή και παρείχε υποχρεωτική, κοινωνική, επικουρική ασφάλιση. Ότι το Καταστατικό λειτουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, οι δε κατά καιρούς τροποποιήσεις αυτού έγιναν με συλλογικές συμφωνίες μεταξύ των φορέων που είχαν ιδρύσει το Ταμείο, οι οποίες είχαν, επίσης, συμβατικό χαρακτήρα. Ότι με την τροποποίηση που έγινε την 12-12-1984 δόθηκαν κίνητρα στους ασφαλισμένους για να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Τράπεζα, πριν θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του φορέα της κύριας ασφάλισής τους (που ήταν το ΙΚΑ) και να λάβουν την ανάλογη, επικουρική σύνταξη από το ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, που ίσχυε κατά το χρόνο εξόδου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) από την Τράπεζα, "η σύνταξη των δικαιούχων του άρθρου 7 καθορίζεται σε ποσοστό πάνω στις συντάξιμες αποδοχές του μήνα εξόδου τους από την Τράπεζα, ανάλογα με τα συντάξιμα χρόνια τους και προσαυξάνεται με τα επιδόματα συζύγου και παιδιών και την ΑΤΑ, μειούμενη, όμως, κατά το ποσό της σύνταξης που παίρνουν ή δικαιούνται να πάρουν από οποιοδήποτε φορέα κύριας σύνταξης, όπως ειδικότερα καθορίζεται παρακάτω". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. α' της αυτής τροποποίησης, "το ποσό της σύνταξης του κύριου φορέα κατά το οποίο θα μειώνεται η κατά την παρ.1 χορηγούμενη από το Ταμείο [επικουρική] σύνταξη είναι: (1) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό που κάθε φορά θα παίρνουν από τον κύριο αυτό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του και ανάλογα με τα χρόνια που υπολογίστηκαν για τη σύνταξή τους από το Ταμείο. (2) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούνταν από τον κύριο φορέα κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, εάν δεν είχαν συνεχίσει την ασφάλισή τους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα και όπως αυτή η σύνταξη θα διαμορφωνόταν κάθε φορά. Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους δεν επιμεληθούν τη λήψη της σύνταξής τους από τον κύριο φορέα, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. β' της από 12-12-1984 τροποποίησης, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να αρχίσει η εφαρμογή της μείωσης της επικουρικής σύνταξης, ορίσθηκε ότι "στην περίπτωση που ο δικαιούχος έχει ή αποκτήσει το κατά την παρ.1 απαιτητό δικαίωμα κύριας σύνταξης (μειωμένης ή πλήρους) από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, το Ταμείο δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση του να επιλέξει αυτό, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, το χρόνο που θα μειώσει, κατά τα οριζόμενα στην παρ.1, τη σύνταξη που του παρέχει". Ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τους εργαζομένους, οι οποίοι μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα θα συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, απασχολούμενοι σε άλλον εργοδότη, η καταβαλλόμενη επικουρική σύνταξη θα μειώνεται, όταν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα για την κύρια σύνταξη, κατά το (υποθετικό) ποσό που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τις (λιγότερες από τις πραγματικές) ημέρες ασφάλισης που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της εξόδου του από την Τράπεζα, δηλαδή χωρίς το συνυπολογισμό των ημερών ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά την ως άνω έξοδο του ασφαλισμένου. Ότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 10 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, ο εν λόγω υπολογισμός της μείωσης, που αποτελούσε το κίνητρο της πρόωρης, οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων από την Τράπεζα, ήταν ομοιόμορφος τόσο για τους ασφαλισμένους, που θα συνέχιζαν την ασφάλισή τους στον κύριο φορέα μέσω άλλου εργοδότη όσο και γι' αυτούς, που δεν θα εργάζονταν μετά την έξοδό τους. Ότι την 12-4-1995 έγινε νέα τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε στο άρθρο 10 παρ.4 εδ. ε' ότι για τον υπολογισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης τόσο για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα όσο και για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα συνεχίζουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, "ως ασφαλιστική κλάση λαμβάνεται υπ' όψη εκείνη της συνταξιοδότησης από τον κύριο φορέα". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10ε παρ.7 της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, "οι τροποποιήσεις των διατάξεων των άρθρων 10, 10α, 10β, 10γ, 10δ και του παρόντος έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτών, τόσο για τις συντάξεις που απονεμήθηκαν όσο και για εκείνες που θα απονεμηθούν στο μέλλον". Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν υποχρεωτικά επικουρικώς ασφαλισμένος στο ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι ο ίδιος, την 10-7-1990, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στην Τράπεζα, έχοντας πραγματοποιήσει 9.160 ημέρες ασφάλισης στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που ήταν ο κύριος ασφαλιστικός του φορέας. Ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κατά το χρόνο της αποχώρησής του δεν είχε τις προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ και γι' αυτό, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα από 12-12-1984 τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, έλαβε επικουρική σύνταξη από το τελευταίο με βάση την μέχρι τότε υπηρεσία του στην Τράπεζα. Ότι ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα και την παράλληλη λήψη της επικουρικής σύνταξης, απασχολήθηκε σε άλλον εργοδότη και επαύξησε τις ημέρες ασφάλισής του στο ΙΚΑ. Ότι, στο τέλος Ιουλίου 1999, ο ενάγων είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ. Ότι, από την 1-8-1999, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας την τότε ισχύουσα, νεότερη, από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού του, μείωσε την επικουρική σύνταξη, την οποία μέχρι τότε κατέβαλλε προς τον ενάγοντα, προσδιορίζοντας το ποσό της μείωσης όχι σύμφωνα με τις ημέρες ασφάλισης, τις οποίες ο ενάγων είχε πραγματοποιήσει εργαζόμενος στην Τράπεζα (δηλαδή, με βάση τις 9.160 ημέρες ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα της 10-7-1990, που είχαν ληφθεί υπ' όψη για τον προσδιορισμό της επικουρικής σύνταξης), αλλά προσθέτοντας σ' αυτές και τις ημέρες ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει μετά την αποχώρησή του από αυτήν, απασχολούμενος σε νέο εργοδότη (δηλαδή, με βάση το γενικό σύνολο των ημερών ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα του τέλους Ιουλίου 1999, που λήφθηκαν υπ' όψη για τον προσδιορισμό της κύριας σύνταξης). Ότι, λαμβανομένου υπ' όψη του χρόνου κατά τον οποίο ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και συνταξιοδοτηθεί από το ΤΕΑΠΕΤΕ (10-7-1990), ήσαν εφαρμοστέες οι διατάξεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, όπως είχαν ισχύσει μετά την από 12-12-1984 τροποποίηση και όχι όπως ίσχυαν μετά τη νεότερη τροποποίηση της 12-4-1995. Ότι το εναγόμενο εσφαλμένως υπολόγισε το ποσό της μείωσης με βάση το σύνολο των ημερών ασφάλισης του ενάγοντος στο ΙΚΑ και όχι εκείνων μόνο (δηλαδή των 9.160 ημερών ασφάλισης), τις οποίες είχε κατά την έξοδό του από την Τράπεζα. Ότι οι ως άνω διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επιβολής της μείωσης της επικουρικής συντάξεως και ανεξάρτητα από την αναδρομικότητα, που είχαν προσδώσει σ' αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντος, διότι αυτός είχε εξέλθει από την υπηρεσία της Τράπεζας και είχε λάβει την επικουρική σύνταξη σε χρόνο που ίσχυαν οι διατάξεις της προηγούμενης, από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού. Ότι, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας παρά το νόμο τις διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του κατά τον προσδιορισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης προς τον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-12-2003, είχε παρακρατήσει επί πλέον του ποσού, κατά το οποίο είχε το δικαίωμα να μειώσει την επικουρική σύνταξη με προσήκουσα εφαρμογή των καταστατικών του διατάξεων, το ποσό των 20.464,93 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με δεδομένο το ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει δεκτή την αγωγή για το ίδιο ποσό, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΤΕΑΠΕΤΕ. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι, όπως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, δέχθηκε ότι οι ορισμοί του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, με τους οποίους οι συμβαλλόμενοι (Τράπεζα και Σύλλογος εργαζομένων) είχαν ρυθμίσει τις προϋποθέσεις της αρχικής χορήγησης και της μετέπειτα μείωσης της επικουρικής συντάξεως, είναι σαφείς και δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας, χωρίς να καταφύγει, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, σε οποιαδήποτε αναζήτηση κάποιας άλλης, διαφορετικής από την εκφρασθείσα, βούλησης αυτών, τυχόν συναγομένης από το συσχετισμό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων μεταξύ τους ή με άλλα στοιχεία, κείμενα έξω από αυτές. Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι κρίσιμος για την εξεύρεση των διατάξεων του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να γίνει η μείωση της επικουρικής συντάξεως του αναιρεσιβλήτου μετά τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ, είναι ο χρόνος της εξόδου του από την υπηρεσία της Τράπεζας και της θεμελίωσης του δικαιώματος να λάβει επικουρική σύνταξη. Και ότι με βάση το χρόνο αυτό, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις της από 12-12-1984 τροποποίησης, σύμφωνα με τις οποίες για τον προσδιορισμό του ποσού της μείωσης πρέπει να ληφθούν υπ' όψη τα ασφαλιστικά δεδομένα του χρόνου, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από την εργασία του στην Τράπεζα και όχι εκείνου, κατά τον οποίο είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του ΙΚΑ. Πέραν τούτου, η αναφορά του δικαστηρίου της ουσίας στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, που είχε δοθεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν είχε την έννοια της αναζήτησης επιχειρήματος προς εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως των μερών που είχαν καταρτίσει τις ως άνω τροποποιήσεις του Καταστατικού του Ταμείου, αλλά της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία βρέθηκαν και ενήργησαν οι διάδικοι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται, αντιστοίχως, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας (ΟλΑΠ 2/1996). Με τη δεύτερη διάταξη διαχωρίζονται από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφ' όσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως" και, πάντως, εφ' όσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά". Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας (ΣΣΕ), περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφ' άπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη". Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι κατά καιρούς τροποποιήσεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ δεν είχαν κανονιστικό χαρακτήρα, διότι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν νομίμως περιεχόμενο ΣΣΕ. Αντιθέτως, είχαν συμβατικό χαρακτήρα, ισχύουσες μόνο μεταξύ των φορέων που τις είχαν καταρτίσει και των μελών αυτών. Κατά συνέπεια, η από το αναιρεσείον προβαλλόμενη ως ισχύουσα και έναντι του αναιρεσιβλήτου από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού, δεν μπορούσε να αναπτύξει δεσμευτική ισχύ έναντι αυτού, εφ' όσον κατά τη συνομολόγησή της είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και είχε παύσει να είναι μέλος του Συλλόγου των εργαζομένων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο λόγω του δήθεν κανονιστικού χαρακτήρα της τροποποίησης και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι, επίσης, αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Περαιτέρω, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, 317/2007). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ν. 3029/2002, το δι' αυτού συσταθέν αναιρεσείον ΕΤΕΑΜ διέπεται από το σύνολο των διατάξεων τού, παραλλήλως, καταργηθέντος ΙΚΑ ΤΕΑΜ, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω, περί δικαστικών εξόδων αναφερόμενες. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-1-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 5059/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΕΤΕΑΜ, καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ. Ο αναιρετικός λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ.1 δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων. Η ίδρυση αναιρετικού λόγου για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου προϋποθέτει την προβολή σχετικού ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Μη αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200 όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι εφαρμοστέες συμβατικές ρυθμίσεις ήσαν σαφείς. Διένεξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης μετά την έναρξη της συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα. Απορρίπτει αίτηση του ΕΤΕΑΜ. Επιβολή μειωμένης δικαστικής δαπάνης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 881/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ιωάννη Σισμάνη του Ξενοφώντα, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 701/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1394/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό68/8.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρθρ. 476§1α', 485§1α', 513§1α' Κ.Π.Δ., την από 14-11-11/5 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. του Ξ. και Ε., αυτοκινητιστή, ετών 64, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 701/11 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 §1α', 485 §1, 513§1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης και όταν ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα τούτο. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). β) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. (Α.Π. 607/11). γ) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 Κ.Π.Δ., ήτοι την 14-11-11, αφού το εκκαλούμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, την 6-11-11, προσέτι δε ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. (465 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.). δ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το με αριθμό 1309/10 βούλευμά του, παρέπεμψε αρμοδίως τον αναιρεσείοντα για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, (42 §1, 299 §1, 10 §13 α', 14 Ν. 2168/93). Κατά του βουλεύματος τούτου ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το 701/30-9-11 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ε) Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού ο κατ/νος και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, καθόσον το δικαίωμά του αυτό (αναίρεση κατά βουλεύματος) έχει πλέον καταργηθεί. Και αφού ακουσθεί ο αναιρεσείων, να επιβληθούν σ' αυτόν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. (583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 14-11-11/5 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. του Ξ. και Ε., αυτοκινητιστή, ετών 64, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 701/11 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας στον ανωτέρω αναιρεσείοντα. Αθήνα 08-03-12 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των αρθρ. 698 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτά των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται συμφωνά με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το αρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το αρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το αρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο αρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.ΑΠ/1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1,485§1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι αυτός δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το αρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το με αριθμό 1309/20-12-2010, βούλευμά του, παρέπεμψε αρμοδίως τον αναιρεσείοντα για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, (42 §1, 299 §1, 10 §13 α', 14 Ν. 2168/93). Κατά του βουλεύματος τούτου ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το 701/30-9-11 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε στην ουσία την έφεση του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη από 14-11-2011 αίτηση αναίρεσης. Κατόπιν των παραπάνω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού ο κατ/νος και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, καθόσον το δικαίωμα του αυτό (αναίρεση κατά βουλεύματος) έχει πλέον καταργηθεί. Κατόπιν αυτών, αφού κλήθηκε προς τούτο ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την επί του φακέλου της δικογραφίας, επισημείωση του γραμματέα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν σ' αυτόν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 14-11-11/5 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. του Ξ. και Ε., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 701/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατηγορουμένου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμπεται και για κακούργημα, που έχει δημοσιευθεί (εκδοθεί) το βούλευμα -μετά τις 23-12-10, οπότε δημοσιεύθηκε ο Ν. 3904/2010, με τον οποίο καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠΔ, που επέτρεπε την αναίρεση κατά βουλεύματος στον κατηγορούμενο. Απαράδεκτη η αίτηση. Κλήθηκε ο ίδιος να εκθέσει τις απόψεις του. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 881/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφαλιακό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης και εκείνων που προηγήθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την από 12-1-2005 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως εξής: "Στις 3-5-1995 και με επίσπευση της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης εξετέθη σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ένα ακίνητό μου κείμενο στα Μάλλια Ηρακλείου (...). Τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε το ποσό των 20.000.000 δρχ. Κατά το στάδιο της προδικασίας του πλειστηριασμού ο εναγόμενος ήλθε, μέσω μεσιτικού γραφείου, σε επικοινωνία με εμένα και τον σύζυγό μου Δ. Μ. και κατόπιν διαπραγματεύσεων, λαβουσών χώρα στο Ηράκλειο και στα Μάλλια, υποσχέθηκε ότι στη(ν) περίπτωση κατά την οποία αυτός θα αποκτούσε το υπό πλειστηριασμό ακίνητό μου στη(ν) τιμή της πρώτης προσφοράς, θα μοιραζόμαστε την διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της κατά το πρόγραμμα τοιαύτης των 40.000.000 δρχ. έχοντας αναγνωρίσει ότι η αξία του ακινήτου υπερέβαινε τα 65.000.000 δρχ. Πράγματι στον πλειστηριασμό μετέσχε ο εναγόμενος και ανεδείχθη μόνος υπερθεμαστής προσενεγκών το ποσό των 20.010.000 δρχ. Με γραπτή δήλωση που απηύθυνε σε μένα μετά τον πλειστηριασμό υποσχέθηκε να εκπληρώσει την παροχή του μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του παραπάνω πλειστηριασμού και εκδικάσεως αυτών, αποστέλλοντας στη(ν) κατοικία μου ποσό 10.000.000 δρχ. Όμως αν και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία υποβολής και εκδίκασης ενστάσεων, απέκτησε δε ο εναγόμενος το ακίνητο διά της μεταγραφής της οικείας κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Χερσονήσου Πολυτίμης Πρίφτη, δεν έχει εκπληρώσει την υπόσχεση του αν και παρήλθε ολόκληρο το συνήθως απαιτούμενο εξάμηνο από του πλειστηριασμού, μετά το οποίο εγώ επανειλημμένως όχλησα τούτον προσωπικώς, διά του συζύγου μου και του μεσίτου κ. Γ. να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Επομένως μη στέργοντος του εναγομένου στη(ν) πληρωμή του προς εμένα χρέους, ισουμένου ήδη προς 29.347 ευρώ, πρέπει να υποχρεωθεί εις αυτήν δικαστικώς.
Για τους λόγους αυτούς - Ζητώ - Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου πληρώσει το ποσό των 29.347 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-1-96, άλλως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως. Η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, με την υπ' αριθμ. 1687/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ'αριθμ. 505/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, μετά δε την εκ νέου εκδίκασή της από το ίδιο Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 26.412 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα πληρωμής του συμφωνηθέντος ως ανωτέρω ποσού, ούτε προηγούμενη όχληση για την καταβολή του. Ως προς τις τελευταίες αυτές παραδοχές της (κεφάλαιο τοκοδοσίας) προσβάλλει ήδη η αναιρεσείουσα την ανωτέρω απόφαση με την κρινόμενη αίτησή της, και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου της αναιρεσείουσας έγινε την 3-5-1995 και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο έναντι εκπλειστηριάσματος 20.010.000 δραχμών, ο οποίος και έγινε κύριος του ακινήτου με την μεταγραφή της σχετικής περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, που έλαβε χώραν την 9-5-1995, δέχθηκε εν συνεχεία και ειδικότερα ως προς το ενδιαφέρον εδώ ζήτημα της επιδίκασης τόκων τα εξής, ήτοι "Κατά τον ίδιο (του πλειστηριασμού) χρόνο ο τελευταίος (εναγόμενος) συμφώνησε με την ενάγουσα ότι τελικά θα της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών, εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού και σε περίπτωση υποβολής τους μετά την εκδίκαση αυτών (...). Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εναγόμενος κατέβαλε (στον μεσίτη Μιχ. Γ.) την 24-7-1995 ποσό ύψους 1.000.000 για λογαριασμό της ενάγουσας, αιτία για την οποία η τελευταία περιόρισε το αγωγικό αίτημά της (...). Παράλληλα ο εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα την από 9-5-1995 επιστολή - δήλωση, με την οποία δηλώνει επί λέξει τα εξής: "Δηλώνω διά της παρούσης μου επιστολής ότι τα συμφωνηθέντα που αφορούν το πλειστηριασθέν ακίνητο στη θέση Παναγιά Μαλίων ισχύουν μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του πλειστηριασμού (...) και μετά την απόφαση εκδίκασης τυχόν ενστάσεων (...)". Ωστόσο, μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού ο εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό ύψους 9.000.000 δραχμών, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της (...). Κατόπιν αυτών η ένδικη αγωγή (...) πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 26.412 ευρώ (9.000.000 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα καταβολής του πιο πάνω ποσού ή όχληση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο σε προηγούμενο χρόνο". Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο δεν δέχεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων δήλη ημέρα πληρωμής του ένδικου χρέους ούτε ότι εχώρησε όχληση σε συγκεκριμένο χρόνο εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για την πληρωμή του χρέους, ώστε να γεννάται η κατά τα άρθρα 341, 340 και 345 του ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων, από την δήλη ημέρα ή την όχληση, αντίστοιχα. Ειδικότερα α) η παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος συμφώνησε με την ενάγουσα ότι θα της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών "εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού και σε περίπτωση υποβολής τους μετά την εκδίκαση αυτών" και ότι με την προρρηθείσα επιστολή του δήλωσε στην ενάγουσα ότι τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ισχύουν "μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων ανατροπής του πλειστηριασμού" δεν περιέχει και παραδοχή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένη (δήλη) ημέρα καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού και δη η επομένη της λήξεως της προθεσμίας προσβολής του πλειστηριασμού με ανακοπή, που κατά το άρθρο 934 παρ. 1γ' και 2 του ΚΠολΔ προκειμένου για ακίνητα είναι ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ή κάποια άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία. Τέτοια άλλωστε δήλη ημέρα πληρωμής δεν επικαλείται σαφώς και ορισμένως η αναιρεσείουσα στην αγωγή της, όπως τούτο προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, όπου αναφέρεται σχετικώς και ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του (περί καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού) "αν και παρήλθε ολόκληρο το συνήθως απαιτούμενο εξάμηνο από του πλειστηριασμού" και με την οποία (αγωγή) ζητούνται τόκοι όχι από τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας των ενενήντα ημερών (9-8-1995), αλλά από την 1-1-1996, κατά πολύ μεταγενέστερη της προηγούμενης. Και β) από την επίσης παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος μετά την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 1.000.000 δραχμών αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτήν το υπόλοιπο ποσό των 9.000.000 δραχμών "παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της" δεν προκύπτει και παραδοχή για συγκεκριμένον χρόνο οχλήσεως, που θα ήταν άλλωστε αυθαίρετος, αφού ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται κάποιον συγκεκριμένο χρόνο οχλήσεως στην αγωγή της, όπου αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, αορίστως ότι μετά την παρέλευση του μνημονευόμενου ως άνω εξαμήνου επανειλημμένως όχλησε τον εναγόμενο να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Οι παραδοχές επομένως αυτές του Εφετείου δεν αντιφάσκουν προς τις εν συνεχεία παραδοχές του ότι "δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα καταβολής του πιο πάνω ποσού ή όχληση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο σε προηγούμενο (της επιδόσεως της αγωγής) χρόνο", βάσει των οποίων και επιδίκασε τόκους από την επίδοση της αγωγής, κατά το επικουρικό της αίτημα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτον και δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα. Τέλος, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως δήλης ημέρας πληρωμής ή (και) οχλήσεως έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα της αναιρεσείουσας Χ. Α., καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Μ. και Μ. Γ., τις οποίες και ειδικώς μνημονεύει το Εφετείο, όπως έλαβε υπόψη και τους περιεχόμενους στις προτάσεις του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ισχυρισμούς του τελευταίου με τους οποίους ομολογεί μεν, τις προαναφερθείσες συμφωνίες των διαδίκων, όχι όμως και συμφωνία για δήλη ημέρα πληρωμής ή συγκεκριμένη όχληση για την καταβολή του χρέους. Επομένως και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, είναι επίσης αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2010 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 182/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Τόκοι. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σχετικά με επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής λόγω μη αποδείξεως δήλης ημέρας πληρωμής ή προγενέστερης της επιδόσεως όχλησης Επικυρώνει Εφ.Κρ. 102/2010.
| null | null | 1
|
Αριθμός 885/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αποστόλου Φανού και Νικολάου Δικαίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1897/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5082/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-1-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1596/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 2-3-2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της κλήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθούν βάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 8-1-2009 αίτησης και αβάσιμος ο πρώτος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 2-3-2011 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από την έκδοση της 1596/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου, των οποίων η μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο με κάποιον από τους ειδικούς λόγους, που προβλέπονται για τέτοιες περιπτώσεις στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 περ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", απαιτείται όχι μόνο να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα ή το απαράδεκτο, αλλά και να αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2, ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, 69 και 73 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να έχει κηρύξει την ένδικη αγωγή απαράδεκτη, διότι στρεφόταν κατά του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), το οποίο είχε δημιουργηθεί με την από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των υπαλλήλων αυτής, με σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της πρώτης και των μελών του δευτέρου, όχι ως ένωση προσώπων, αλλά με τη μορφή του "ειδικού λογαριασμού", χωρίς ποτέ να αποκτήσει νομική προσωπικότητα και χωρίς να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος (με επίκληση της ΟλΑΠ 25/2008). O εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι αφ' ενός ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και αφ' ετέρου ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ δεν διαλαμβάνει ότι το αναιρεσείον είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως της ως άνω ικανότητας ως προς το ΤΕΑΠΕΤΕ. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον, ως εκ του νόμου καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ με νομική προσωπικότητα και δικονομική ικανότητα (άρθρα 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και 6 παρ.1 του ν. 3029/2002), υπεισήλθε από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στη δικονομική θέση εκείνου, ως εναγομένου και, έκτοτε, διεξήγαγε τη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την παθητική του νομιμοποίηση.
3. Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010). Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010). Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 103/2010). Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 1179/1996, ΑΠ 1139/1980). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΤΕΑΠΕΤΕ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006) το ΕΤΕΑΜ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσείον), υπήρξε ειδικός λογαριασμός, χωρίς νομική προσωπικότητα, ο οποίος είχε δημιουργηθεί κατά το έτος 1948, με συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή και παρείχε υποχρεωτική, κοινωνική, επικουρική ασφάλιση. Ότι το Καταστατικό λειτουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, οι δε κατά καιρούς τροποποιήσεις αυτού έγιναν με συλλογικές συμφωνίες μεταξύ των φορέων που είχαν ιδρύσει το Ταμείο, οι οποίες είχαν, επίσης, συμβατικό χαρακτήρα. Ότι με την τροποποίηση που έγινε την 12-12-1984 δόθηκαν κίνητρα στους ασφαλισμένους για να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Τράπεζα, πριν θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του φορέα της κύριας ασφάλισής τους (που, κατά κανόνα, ήταν το ΙΚΑ) και να λάβουν την ανάλογη, επικουρική σύνταξη από το ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, που ίσχυε κατά το χρόνο εξόδου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) από την Τράπεζα, "η σύνταξη των δικαιούχων του άρθρου 7 καθορίζεται σε ποσοστό πάνω στις συντάξιμες αποδοχές του μήνα εξόδου τους από την Τράπεζα, ανάλογα με τα συντάξιμα χρόνια τους και προσαυξάνεται με τα επιδόματα συζύγου και παιδιών και την ΑΤΑ, μειούμενη, όμως, κατά το ποσό της σύνταξης που παίρνουν ή δικαιούνται να πάρουν από οποιοδήποτε φορέα κύριας σύνταξης, όπως ειδικότερα καθορίζεται παρακάτω". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. α' της αυτής τροποποίησης, "το ποσό της σύνταξης του κύριου φορέα κατά το οποίο θα μειώνεται η κατά την παρ.1 χορηγούμενη από το Ταμείο [επικουρική] σύνταξη είναι: (1) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό που κάθε φορά θα παίρνουν από τον κύριο αυτό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του και ανάλογα με τα χρόνια που υπολογίστηκαν για τη σύνταξή τους από το Ταμείο. (2) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούνταν από τον κύριο φορέα κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, εάν δεν είχαν συνεχίσει την ασφάλισή τους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα και όπως αυτή η σύνταξη θα διαμορφωνόταν κάθε φορά. Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους δεν επιμεληθούν τη λήψη της σύνταξής τους από τον κύριο φορέα, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. β' της από 12-12-1984 τροποποίησης, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να αρχίσει η εφαρμογή της μείωσης της επικουρικής σύνταξης, ορίσθηκε ότι "στην περίπτωση που ο δικαιούχος έχει ή αποκτήσει το κατά την παρ.1 απαιτητό δικαίωμα κύριας σύνταξης (μειωμένης ή πλήρους) από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, το Ταμείο δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση του να επιλέξει αυτό, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, το χρόνο που θα μειώσει, κατά τα οριζόμενα στην παρ.1, τη σύνταξη που του παρέχει". Ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς να συντρέχει ανάγκη ερμηνείας τους ότι για τους εργαζομένους, οι οποίοι μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα θα συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, απασχολούμενοι σε άλλον εργοδότη, η καταβαλλόμενη επικουρική σύνταξη θα μειώνεται, όταν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα για την κύρια σύνταξη, κατά το (υποθετικό) ποσό που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τις (λιγότερες από τις πραγματικές) ημέρες ασφάλισης που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της εξόδου του από την Τράπεζα, δηλαδή χωρίς το συνυπολογισμό των ημερών ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά την ως άνω έξοδο του ασφαλισμένου. Ότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 10 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, ο εν λόγω υπολογισμός της μείωσης, που αποτελούσε το κίνητρο της πρόωρης, οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων από την Ττράπεζα, ήταν ομοιόμορφος τόσο για τους ασφαλισμένους, που θα συνέχιζαν την ασφάλισή τους στον κύριο φορέα μέσω άλλου εργοδότη όσο και γι' αυτούς, που δεν θα εργάζονταν μετά την έξοδό τους. Ότι την 12-4-1995 έγινε νέα τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε στο άρθρο 10 παρ.4 εδ. ε' ότι για τον υπολογισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης τόσο για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα όσο και για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα συνεχίζουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, "ως ασφαλιστική κλάση λαμβάνεται υπ' όψη εκείνη της συνταξιοδότησης από τον κύριο φορέα". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10ε παρ.7 της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, "οι τροποποιήσεις των διατάξεων των άρθρων 10, 10α, 10β, 10γ, 10δ και του παρόντος έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτών, τόσο για τις συντάξεις που απονεμήθηκαν όσο και για εκείνες που θα απονεμηθούν στο μέλλον". Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος από το έτος 1956, ήταν υποχρεωτικά επικουρικώς ασφαλισμένος στο ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι ο ίδιος, την 3-9-1985, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στην Τράπεζα, σε ηλικία 49 ετών, έχοντας πραγματοποιήσει 8.332 ημέρες ασφάλισης στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που ήταν ο κύριος ασφαλιστικός του φορέας. Ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κατά το χρόνο της αποχώρησής του δεν είχε τις προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ και γι' αυτό, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα από 12-12-1984 τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, έλαβε επικουρική σύνταξη από το τελευταίο με βάση την μέχρι τότε υπηρεσία του στην Τράπεζα. Ότι ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα και την παράλληλη λήψη της επικουρικής σύνταξης, απασχολήθηκε σε άλλον εργοδότη και επαύξησε τις ημέρες ασφάλισής του στο ΙΚΑ. Ότι, στο τέλος Νοεμβρίου 1996, ο ενάγων είχε φθάσει σε ηλικία 60 ετών και είχε συμπληρώσει 10.500 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ, οπότε, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, είχε αποκτήσει το δικαίωμα να λάβει από αυτό την κύρια σύνταξη. Ότι, από την 1-12-1996 του ιδίου έτους, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας την τότε ισχύουσα, νεότερη, από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού του, μείωσε την επικουρική σύνταξη, την οποία μέχρι τότε κατέβαλλε προς τον ενάγοντα, προσδιορίζοντας το ποσό της μείωσης όχι σύμφωνα με τις ημέρες ασφάλισης, τις οποίες ο ενάγων είχε πραγματοποιήσει εργαζόμενος στην Τράπεζα (δηλαδή, με βάση τις 8.332 ημέρες ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα της 3-9-1985, που είχαν ληφθεί υπ' όψη για τον προσδιορισμό της επικουρικής σύνταξης), αλλά προσθέτοντας σ' αυτές και τις ημέρες ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει μετά την αποχώρησή του από αυτήν, απασχολούμενος σε νέο εργοδότη (δηλαδή, με βάση τις 10.500 ημέρες συνολικής ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα της 30-11-1996, που λήφθηκαν υπ' όψη για τον προσδιορισμό της κύριας σύνταξης). Ότι, λαμβανομένου υπ' όψη χρόνου κατά τον οποίο ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και συνταξιοδοτηθεί από το ΤΕΑΠΕΤΕ (3-9-1985), ήσαν εφαρμοστέες οι διατάξεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, όπως είχαν ισχύσει μετά την από 12-12-1984 τροποποίηση και όχι όπως ίσχυαν μετά τη νεότερη τροποποίηση της 12-4-1995. Ότι το εναγόμενο, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο επέβαλε τη μείωση της επικουρικής σύνταξης, ορθώς έλαβε υπ' όψη την εκ μέρους του ενάγοντος συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας με 10.500 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ και την επί τη βάσει των προϋποθέσεων αυτών θεμελίωση του δικαιώματός του να λάβει κύρια σύνταξη, αλλά εσφαλμένως υπολόγισε το ποσό της μείωσης με βάση το σύνολο των ημερών ασφάλισης στο ΙΚΑ και όχι εκείνων μόνο (δηλαδή των 8.332 ημερών ασφάλισης), τις οποίες είχε κατά την έξοδό του από την Τράπεζα. Ότι οι ως άνω διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επιβολής της μείωσης της επικουρικής συντάξεως και ανεξάρτητα από την αναδρομικότητα, που είχαν προσδώσει σ' αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντος, διότι αυτός είχε εξέλθει από την υπηρεσία της Τράπεζας και λάβει την επικουρική σύνταξη σε χρόνο που ίσχυαν οι διατάξεις της προηγούμενης, από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού. Ότι, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας παρά το νόμο τις διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του κατά τον προσδιορισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης προς τον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 μέχρι 31-12-2003, είχε παρακρατήσει επί πλέον του ποσού, κατά το οποίο είχε το δικαίωμα να μειώσει την επικουρική σύνταξη με προσήκουσα εφαρμογή των καταστατικών του διατάξεων, το ποσό των 42.592,06 ευρώ, ως προς το οποίο τον ζημίωσε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με δεδομένο το ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει δεκτή την αγωγή για το ίδιο ποσό [αν και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία], απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΤΕΑΠΕΤΕ. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι απερίφραστα δέχθηκε ότι οι ορισμοί του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, με τους οποίους οι συμβαλλόμενοι (Τράπεζα και Σύλλογος εργαζομένων) είχαν ρυθμίσει τις προϋποθέσεις της αρχικής χορήγησης και της μετέπειτα μείωσης της επικουρικής συντάξεως, είναι σαφείς και δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας, χωρίς να καταφύγει, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, σε οποιαδήποτε αναζήτηση κάποιας άλλης, διαφορετικής από την εκφρασθείσα, βούλησης αυτών, τυχόν συναγομένης από το συσχετισμό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων ή άλλα στοιχεία, κείμενα έξω από αυτές. Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι κρίσιμος για την εξεύρεση των διατάξεων του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να γίνει η μείωση της επικουρικής συντάξεως του αναιρεσιβλήτου μετά τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ, είναι ο χρόνος της εξόδου του από την υπηρεσία της Τράπεζας και της θεμελίωσης του δικαιώματος να λάβει επικουρική σύνταξη. Και ότι με βάση το χρόνο αυτό, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις της από 12-12-1984 τροποποίησης, σύμφωνα με τις οποίες για τον προσδιορισμό του ποσού της μείωσης πρέπει να ληφθούν υπ' όψη τα ασφαλιστικά δεδομένα του χρόνου, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από την εργασία του στην Τράπεζα και όχι εκείνου, κατά τον οποίο είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του ΙΚΑ. Άλλωστε, κατά το χρόνο της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, που είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, ο αναιρεσίβλητος είχε παύσει να είναι μέλος του Συλλόγου των εργαζομένων και δεν ήταν δυνατό να δεσμεύεται από τις συμφωνίες του τελευταίου με την Τράπεζα. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, ως προς αμφότερα τα μέρη αυτού, υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται, αντιστοίχως, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Στο άρθρο 321 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Στο άρθρο 322 παρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ ορίζεται ότι "το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού". Στο άρθρο 324 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία". Στο άρθρο 325 περ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων". Και στο άρθρο 331 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση κάποιου από τους διαδίκους ως προς την έρευνα της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να ενισχύσει τις ουσιαστικές παραδοχές, τις οποίες συνήγαγε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2670/2003 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί μεταξύ των αυτών διαδίκων, παρισταμένων υπό την αυτή ιδιότητα και με αφορμή την ίδια έννομη σχέση και η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο τον καθορισμό του χρονικού σημείου, από του οποίου το ΤΕΑΠΕΤΕ δικαιούταν να αρχίσει την περικοπή της επικουρικής συντάξεως του αναιρεσιβλήτου και το οποίο, όπως έγινε δεκτό, ήταν η 1-12-1996. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι με την 2670/2003, προηγηθείσα τελεσίδικη απόφασή του είχε κριθεί παρεμπιπτόντως α) ότι στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, διότι αυτός υπό την ισχύ τους είχε εξέλθει από την υπηρεσία της Τράπεζας και όχι οι μεταγενέστερες της από 12-4-1995 τροποποίησης και β) ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της από 12-12-1984 τροποποίησης, κατά τον υπολογισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης που έπαιρνε ο αναιρεσίβλητος, θα έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη μόνο ο χρόνος ασφάλισης κατά την εργασία του στην Τράπεζα και να μη συνυπολογισθεί ο μεταγενέστερος χρόνος της ασφάλισης αυτού λόγω της απασχόλησής του σε νέο εργοδότη. Και ότι τα εν λόγω παρεμπίπτοντα ζητήματα ήσαν αναγκαίως συνεχόμενα προς το κύριο ζήτημα, το οποίο είχε αποτελέσει αντικείμενο της 2670/2003 αποφάσεως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου, διότι η επίλυση του ζητήματος της διαπιστώσεως του χρονικού σημείου, από του οποίου θα έπρεπε να αρχίσει η μείωση της επικουρικής συντάξεως, προϋπέθετε αναγκαίως τη διερεύνηση του συνολικού συμβατικού πλαισίου εντός του οποίου είχε χορηγηθεί η εν λόγω σύνταξη και είχε προκαθορισθεί ο τρόπος της μείωσής της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ.17, 251 και 253 ΑΚ, οι αξιώσεις εκ συντάξεων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 937 Α. Κ. οι αξιώσεις από αδικοπραξία παραγράφονται μετά πενταετία, αφ' ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας από τις διατάξεις αυτές, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής απαιτείται, εκτός από τη γνώση της ζημίας και η γνώση των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία μπορεί ο ζημιωθείς να εγείρει αγωγή κατά ορισμένου προσώπου. Ως εκ τούτου, η συναφής άγνοια νοείται μόνον στο πλαίσιο της μη γνώσεως των πραγματικών περιστατικών και όχι των νομικών διατάξεων, που μπορούν να θεμελιώσουν το αίτημα της παροχής δικαστικής προστασίας (ΑΠ 924/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη επί του περί παραγραφής, κατά το άρθρο 250 αρ.17 ΑΚ, μέρους των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ως εναγομένου και εκκαλούντος: Ότι ο ενάγων, προς θεμελίωση των αξιώσεών του, επικαλείται την, κατά παράβαση των διατάξεων του εφαρμοστέου Καταστατικού του εναγομένου, μηνιαία παρακράτηση από την επικουρική σύνταξη, την οποία έπαιρνε, ποσού μεγαλυτέρου από το προσήκον και την εντεύθεν ζημία αυτού από υπαιτιότητα των οργάνων του τελευταίου. Ότι με την επίκληση αυτή θεμελιώνει την αγωγή στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με συνέπεια να έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του, ως προς την παραγραφή, η ΑΚ 937. Ότι ως εκ τούτου, για την έναρξη του χρόνου παραγραφής των αξιώσεών του έπρεπε ο ενάγων να λάβει συνειδητή γνώση των επιζήμιων συνεπειών της παράβασης και της πραγματικής έκτασης αυτών, ήτοι των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία θα μπορούσε, ως ζημιωθείς, να εγείρει αγωγή αποζημιώσεως κατά του εναγομένου. Ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε τα περιστατικά αυτά με την έκδοση της 2670/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία περατώθηκε η διένεξη που είχε με το Ταμείο ως προς το χρόνο έναρξης της μειώσεως της επικουρικής συντάξεώς του (βλ. παραπάνω, αρ.4), οπότε από την εν λόγω ημερομηνία, κείμενη εντός του έτους 2003, μέχρι την επίδοση της αγωγής, που έγινε την 29-12-2003, δεν παρήλθε πενταετία. Ότι, ειδικότερα, τότε διαπίστωσε ότι υπήρξε ζήτημα μη ορθού υπολογισμού της μείωσης, οπότε, ύστερα από σύγκριση της δικής του επικουρικής σύνταξης με εκείνη άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την Τράπεζα με τις ίδιες προϋποθέσεις και δεν είχαν συνεχίσει την ασφάλισή τους εργαζόμενοι σε νέο εργοδότη και ύστερα από ενημερωτική αλληλογραφία με το Ταμείο, πληροφορήθηκε τον μη προσήκοντα τρόπο υπολογισμού της μείωσης και την έκταση αυτής, ήτοι τα περιστατικά που ήσαν αναγκαία για την άσκηση της ένδικης αγωγής. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμο το λόγο της εφέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον είχε επαναφέρει την ένσταση παραγραφής ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε αφ' ενός ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και αφ' ετέρου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 937 ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής, τη συμπλήρωση του οποίου απέκλεισε. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Περαιτέρω, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, 317/2007). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ν. 3029/2002, το δι' αυτού συσταθέν αναιρεσείον ΕΤΕΑΜ διέπεται από το σύνολο των διατάξεων τού, παραλλήλως, καταργηθέντος ΙΚΑ ΤΕΑΜ, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω, περί δικαστικών εξόδων αναφερόμενες. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-1-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 5082/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΕΤΕΑΜ, καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ. Ο αναιρετικός λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ.1 δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων. Η ίδρυση αναιρετικού λόγου για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου προϋποθέτει την προβολή σχετικού ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Μη αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200 όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι εφαρμοστέες συμβατικές ρυθμίσεις ήσαν σαφείς. Διένεξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης μετά την έναρξη της συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα. Απορρίπτει αίτηση του ΕΤΕΑΜ. Επιβολή μειωμένης δικαστικής δαπάνης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 887/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Χ. χήρας Σ. Δ., 2) Ν. Δ. του Σ. και 3) Δ. Δ. του Σ., κατοίκων ..., ως μοναδικών κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος Σ. Δ., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου Φανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος, Σ. Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1889/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5083/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-1-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1597/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι νόμιμοι κληρονόμοι του αναιρεσιβλήτου με την από 2-3-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της κλήσεως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να κριθεί βάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 8-1-2009 αίτησης και αβάσιμος ο πρώτος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 2-3-2011 κλήση των νομίμων κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από την έκδοση της 1597/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου, των οποίων η μη ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνο με κάποιον από τους ειδικούς λόγους, που προβλέπονται για τέτοιες περιπτώσεις στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 περ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", απαιτείται όχι μόνο να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα ή το απαράδεκτο, αλλά και να αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2, ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, 69 και 73 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να έχει κηρύξει την ένδικη αγωγή απαράδεκτη, διότι στρεφόταν κατά του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), το οποίο είχε δημιουργηθεί με την από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των υπαλλήλων αυτής, με σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της πρώτης και των μελών του δευτέρου, όχι ως ένωση προσώπων, αλλά με τη μορφή του "ειδικού λογαριασμού", χωρίς ποτέ να αποκτήσει νομική προσωπικότητα και χωρίς να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος (με επίκληση της ΟλΑΠ 25/2008). O εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι αφ' ενός, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και αφ' ετέρου, ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνει ότι το αναιρεσείον είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως της ως άνω ικανότητας ως προς το ΤΕΑΠΕΤΕ. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον, ως εκ του νόμου καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ με νομική προσωπικότητα και δικονομική ικανότητα (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006 και 6 παρ.1 του ν. 3029/2002), υπεισήλθε από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στη δικονομική θέση εκείνου, ως εναγομένου και, έκτοτε, διεξήγαγε τη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την παθητική του νομιμοποίηση.
3. Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις". Στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010). Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010). Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 103/2010). Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 1179/1996, ΑΠ 1139/1980). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο ΤΕΑΠΕΤΕ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως (άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3455/2006) το ΕΤΕΑΜ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσείον), υπήρξε ειδικός λογαριασμός, χωρίς νομική προσωπικότητα, ο οποίος είχε δημιουργηθεί κατά το έτος 1948, με συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή και παρείχε υποχρεωτική, κοινωνική, επικουρική ασφάλιση. Ότι το Καταστατικό λειτουργίας του ΤΕΑΠΕΤΕ είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, οι δε κατά καιρούς τροποποιήσεις αυτού έγιναν με συλλογικές συμφωνίες μεταξύ των φορέων που είχαν ιδρύσει το Ταμείο, οι οποίες είχαν, επίσης, συμβατικό χαρακτήρα. Ότι με την τροποποίηση που έγινε την 12-12-1984 δόθηκαν κίνητρα στους ασφαλισμένους για να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Τράπεζα, πριν θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του φορέα της κύριας ασφάλισής τους (που ήταν το ΙΚΑ) και να λάβουν την ανάλογη, επικουρική σύνταξη από το ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, που ίσχυε κατά το χρόνο εξόδου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του) από την Τράπεζα, "η σύνταξη των δικαιούχων του άρθρου 7 καθορίζεται σε ποσοστό πάνω στις συντάξιμες αποδοχές του μήνα εξόδου τους από την Τράπεζα, ανάλογα με τα συντάξιμα χρόνια τους και προσαυξάνεται με τα επιδόματα συζύγου και παιδιών και την ΑΤΑ, μειούμενη, όμως, κατά το ποσό της σύνταξης που παίρνουν ή δικαιούνται να πάρουν από οποιοδήποτε φορέα κύριας σύνταξης, όπως ειδικότερα καθορίζεται παρακάτω". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. α' της αυτής τροποποίησης, "το ποσό της σύνταξης του κύριου φορέα κατά το οποίο θα μειώνεται η κατά την παρ.1 χορηγούμενη από το Ταμείο [επικουρική] σύνταξη είναι: (1) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό που κάθε φορά θα παίρνουν από τον κύριο αυτό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του και ανάλογα με τα χρόνια που υπολογίστηκαν για τη σύνταξή τους από το Ταμείο. (2) Για όσους, μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα, συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούνταν από τον κύριο φορέα κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, εάν δεν είχαν συνεχίσει την ασφάλισή τους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα και όπως αυτή η σύνταξη θα διαμορφωνόταν κάθε φορά. Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους δεν επιμεληθούν τη λήψη της σύνταξής τους από τον κύριο φορέα, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.3 στοιχείο Α περ. β' της από 12-12-1984 τροποποίησης, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να αρχίσει η εφαρμογή της μείωσης της επικουρικής σύνταξης, ορίσθηκε ότι "στην περίπτωση που ο δικαιούχος έχει ή αποκτήσει το κατά την παρ.1 απαιτητό δικαίωμα κύριας σύνταξης (μειωμένης ή πλήρους) από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, το Ταμείο δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση του να επιλέξει αυτό, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, το χρόνο που θα μειώσει, κατά τα οριζόμενα στην παρ.1, τη σύνταξη που του παρέχει". Ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς να συντρέχει ανάγκη ερμηνείας τους ότι για τους εργαζομένους, οι οποίοι μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα θα συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, απασχολούμενοι σε άλλον εργοδότη, η καταβαλλόμενη επικουρική σύνταξη θα μειώνεται, όταν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα για την κύρια σύνταξη, κατά το (υποθετικό) ποσό που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της σύνταξης με βάση τις (λιγότερες από τις πραγματικές) ημέρες ασφάλισης που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της εξόδου του από την Τράπεζα, δηλαδή χωρίς το συνυπολογισμό των ημερών ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά την ως άνω έξοδο του ασφαλισμένου. Ότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 10 της από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού, ο εν λόγω υπολογισμός της μείωσης, που αποτελούσε το κίνητρο της πρόωρης, οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων από την Τράπεζα, ήταν ομοιόμορφος τόσο για τους ασφαλισμένους, που θα συνέχιζαν την ασφάλισή τους στον κύριο φορέα μέσω άλλου εργοδότη όσο και γι' αυτούς, που δεν θα εργάζονταν μετά την έξοδό τους. Ότι την 12-4-1995 έγινε νέα τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία ορίσθηκε στο άρθρο 10 παρ.4 εδ. ε' ότι για τον υπολογισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης τόσο για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα δεν συνεχίσουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα όσο και για όσους μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα συνεχίζουν την ασφάλισή τους σε κύριο φορέα, "ως ασφαλιστική κλάση λαμβάνεται υπ' όψη εκείνη της συνταξιοδότησης από τον κύριο φορέα". Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10ε παρ.7 της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, "οι τροποποιήσεις των διατάξεων των άρθρων 10, 10α, 10β, 10γ, 10δ και του παρόντος έχουν εφαρμογή από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτών, τόσο για τις συντάξεις που απονεμήθηκαν όσο και για εκείνες που θα απονεμηθούν στο μέλλον". Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος, στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του), ως υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν υποχρεωτικά επικουρικώς ασφαλισμένος στο ΤΕΑΠΕΤΕ. Ότι ο ίδιος, την 25-7-1990, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στην Τράπεζα, έχοντας πραγματοποιήσει 9.269 ημέρες ασφάλισης στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που ήταν ο κύριος ασφαλιστικός του φορέας. Ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κατά το χρόνο της αποχώρησής του δεν είχε τις προϋποθέσεις για να λάβει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ και γι' αυτό, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα από 12-12-1984 τροποποίηση του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, έλαβε επικουρική σύνταξη από το τελευταίο με βάση την μέχρι τότε υπηρεσία του στην Τράπεζα. Ότι ο ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα και την παράλληλη λήψη της επικουρικής σύνταξης, απασχολήθηκε σε άλλον εργοδότη και επαύξησε τις ημέρες ασφάλισής του στο ΙΚΑ. Ότι, στο τέλος Ιουλίου 1998, ο ενάγων είχε φθάσει σε ηλικία 61 ετών και είχε συμπληρώσει 10.500 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ, οπότε, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, είχε αποκτήσει το δικαίωμα να λάβει από αυτό την κύρια σύνταξη. Ότι, από τον Αύγουστο του ιδίου έτους, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας την τότε ισχύουσα, νεότερη, από 12-4-1995 τροποποίηση του Καταστατικού του, μείωσε την επικουρική σύνταξη, την οποία μέχρι τότε κατέβαλλε προς τον ενάγοντα, προσδιορίζοντας το ποσό της μείωσης όχι σύμφωνα με τις ημέρες ασφάλισης, τις οποίες ο ενάγων είχε πραγματοποιήσει εργαζόμενος στην Τράπεζα (δηλαδή, με βάση τις 9.269 ημέρες ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα της 25-7-1990, που είχαν ληφθεί υπ' όψη για τον προσδιορισμό της επικουρικής σύνταξης), αλλά προσθέτοντας σ' αυτές και τις ημέρες ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει μετά την αποχώρησή του από αυτήν, απασχολούμενος σε νέο εργοδότη (δηλαδή, με βάση τις 10.500 ημέρες συνολικής ασφάλισης, την εξ αυτών προκύπτουσα ασφαλιστική κλάση και τα λοιπά δεδομένα του Ιουλίου 1998, που λήφθηκαν υπ' όψη για τον προσδιορισμό της κύριας σύνταξης). Ότι, λαμβανομένου υπ' όψη του χρόνου κατά τον οποίο ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την Τράπεζα και συνταξιοδοτηθεί από το ΤΕΑΠΕΤΕ (25-7-1990), ήσαν εφαρμοστέες οι διατάξεις του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, όπως είχαν ισχύσει μετά την από 12-12-1984 τροποποίηση και όχι όπως ίσχυαν μετά τη νεότερη τροποποίηση της 12-4-1995. Ότι το εναγόμενο, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο επέβαλε τη μείωση της επικουρικής σύνταξης, ορθώς έλαβε υπ' όψη την εκ μέρους του ενάγοντος συμπλήρωση του 61ου έτους της ηλικίας με 10.500 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ και την επί τη βάσει των προϋποθέσεων αυτών θεμελίωση του δικαιώματός του να λάβει κύρια σύνταξη, αλλά εσφαλμένως υπολόγισε το ποσό της μείωσης με βάση το σύνολο των ημερών ασφάλισης στο ΙΚΑ και όχι εκείνων μόνο (δηλαδή των 9.269 ημερών ασφάλισης), τις οποίες είχε κατά την έξοδό του από την Τράπεζα. Ότι οι ως άνω διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο επιβολής της μείωσης της επικουρικής συντάξεως και ανεξάρτητα από την αναδρομικότητα, που είχαν προσδώσει σ' αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντος, διότι αυτός είχε εξέλθει από την υπηρεσία της Τράπεζας και είχε λάβει την επικουρική σύνταξη σε χρόνο που ίσχυαν οι διατάξεις της προηγούμενης, από 12-12-1984 τροποποίησης του Καταστατικού. Ότι, το ΤΕΑΠΕΤΕ, εφαρμόζοντας παρά το νόμο τις διατάξεις της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού του κατά τον προσδιορισμό της μείωσης της επικουρικής σύνταξης προς τον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-8-1998 μέχρι 31-12-2003, είχε παρακρατήσει επί πλέον του ποσού, κατά το οποίο είχε το δικαίωμα να μειώσει την επικουρική σύνταξη με προσήκουσα εφαρμογή των καταστατικών του διατάξεων, το ποσό των 40.240,83 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με δεδομένο το ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει δεκτή την αγωγή για το ίδιο ποσό [αν και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία], απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΤΕΑΠΕΤΕ. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι απερίφραστα δέχθηκε ότι οι ορισμοί του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, με τους οποίους οι συμβαλλόμενοι (Τράπεζα και Σύλλογος εργαζομένων) είχαν ρυθμίσει τις προϋποθέσεις της αρχικής χορήγησης και της μετέπειτα μείωσης της επικουρικής συντάξεως, είναι σαφείς και δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας, χωρίς να καταφύγει, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, σε οποιαδήποτε αναζήτηση κάποιας άλλης, διαφορετικής από την εκφρασθείσα, βούλησης αυτών, τυχόν συναγομένης από το συσχετισμό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων μεταξύ τους ή με άλλα στοιχεία, κείμενα έξω από αυτές. Πράγματι, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι κρίσιμος για την εξεύρεση των διατάξεων του Καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να γίνει η μείωση της επικουρικής συντάξεως του αναιρεσιβλήτου μετά τη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ, είναι ο χρόνος της εξόδου του από την υπηρεσία της Τράπεζας και της θεμελίωσης του δικαιώματος να λάβει επικουρική σύνταξη. Και ότι με βάση το χρόνο αυτό, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις της από 12-12-1984 τροποποίησης, σύμφωνα με τις οποίες για τον προσδιορισμό του ποσού της μείωσης πρέπει να ληφθούν υπ' όψη τα ασφαλιστικά δεδομένα του χρόνου, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από την εργασία του στην Τράπεζα και όχι εκείνου, κατά τον οποίο είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα έναντι του ΙΚΑ. Άλλωστε, κατά το χρόνο της από 12-4-1995 τροποποίησης του Καταστατικού, που είχε συμβατικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, ο αναιρεσίβλητος είχε παύσει να είναι μέλος του Συλλόγου των εργαζομένων και δεν ήταν δυνατό να δεσμεύεται από τις συμφωνίες του τελευταίου με την Τράπεζα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, ως προς αμφότερα τα μέρη αυτού, υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται, αντιστοίχως, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Περαιτέρω, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, 317/2007). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ν. 3029/2002, το δι' αυτού συσταθέν αναιρεσείον ΕΤΕΑΜ διέπεται από το σύνολο των διατάξεων τού, παραλλήλως, καταργηθέντος ΙΚΑ ΤΕΑΜ, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω, περί δικαστικών εξόδων αναφερόμενες. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-1-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 5083/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΕΤΕΑΜ, καθολικός διάδοχος του ΤΕΑΠΕΤΕ. Ο αναιρετικός λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ. 1 δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων. Η ίδρυση αναιρετικού λόγου για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου προϋποθέτει την προβολή σχετικού ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Μη αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200 όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οι εφαρμοστέες συμβατικές ρυθμίσεις ήσαν σαφείς. Διένεξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης μετά την έναρξη της συνταξιοδότησης από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα. Απορρίπτει αίτηση του ΕΤΕΑΜ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 889/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΥΑΜΙΣ ΤΟΥΡΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1418/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1234/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της από 12-5-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11679/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 816/6-8-1998), ως και κατά τα ταυτάριθμα άρθρα των μεταγενέστερων από 29-7-1999, 22-3-2000 και 14-6-2001 ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 12123/1999, 10931/2000 και 13595/2001 αποφάσεις του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 2122/6-12-1999, 748/16-6-2000 και 1449/22-10-2001), η γνωστοποίηση του χρόνου προϋπηρεσίας και της οικογενειακής κατάστασης του οδηγού για κατάταξη σε μισθολογική βαθμίδα γίνεται με παράδοση προς τον εργοδότη αφ' ενός υπεύθυνης δηλώσεως του ν. 1599/1986 και αφ' ετέρου των πιστοποιητικών της προηγούμενης εργασίας σε άλλους εργοδότες και των ληξιαρχικών πράξεων του γάμου και της γέννησης παιδιών (ΑΠ 1945/2006). Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει ότι, προς αποφυγή διενέξεων (ΑΠ 33/2004), η γνωστοποίηση αποσκοπεί στο να καθιερώσει ένα ασφαλή τρόπο ενημέρωσης του εργοδότη για τις ως άνω περιστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τη διαμόρφωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου. Γι' αυτό και η υποχρέωση καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προϋπηρεσία και τα οικογενειακά βάρη αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω παράδοση της υπεύθυνης δήλωσης και σχετικών πιστοποιητικών. Όπως, όμως, ευλόγως η γνωστοποίηση δεν είναι απαραίτητη όταν η προϋπηρεσία έχει διανυθεί στον ίδιο εργοδότη (ΑΠ 199/2004), εξ ίσου αυτονόητο είναι το ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι απαραίτητο να τηρηθούν, όταν η προϋπηρεσία ή η οικογενειακή κατάσταση του οδηγού έχουν καταστεί γνωστές στον εργοδότη (ΑΠ 1417/2006), περιστατικό που μπορεί να αποδεικνύεται με άλλο ασφαλή τρόπο (ΑΠ 1168/2001), όπως με δικαστική ομολογία του εργοδότη (ΑΠ 588/1993) ή με την παράδοση σ' αυτόν του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του εργαζομένου, κατά την πρόσληψη του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως επί του ζητήματος της προϋπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου και της ιδιότητας αυτού ως εγγάμου τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στην ένδικη αγωγή, την 17-3-1998, είχε προσλάβει τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκδρομών και μεταφορών προσωπικού, την οποία διατηρεί. Ότι, κατά την πρόσληψή του, ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη το περιστατικό ότι ήταν έγγαμος και είχε προϋπηρεσία τεσσάρων ετών και έξι μηνών (τότε) σε άλλους εργοδότες, ως επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτου, πράγμα που προέκυπτε από τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, τα οποία κατέθεσε στην εναγομένη. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο προχώρησε στον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου λαμβάνοντας υπ' όψη το ότι αυτός είχε τις ως άνω ιδιότητες, τις οποίες είχε εξ αρχής γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ που προαναφέρθηκαν, αφού σημαντικό ήταν το να έχει γίνει η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίες και του γάμου του εργαζομένου στον εργοδότη, ζήτημα για το οποίο υπάρχει αναιρετικώς ανέλεγκτη καταφατική παραδοχή και όχι ο τρόπος, με τον οποίο έγινε η γνωστοποίηση αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) ενώ δέχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας χορηγείτο στον αναιρεσίβλητο ετήσια άδεια αναπαύσεως με διάρκεια ένα μήνα, αντιφατικώς δέχθηκε ότι αυτός απασχολήθηκε όλα τα Σάββατα του χρόνου διάρκειας της συμβάσεως, χωρίς να του χορηγηθεί αντίστοιχο ρεπό και β) ενώ δέχθηκε ότι για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές ο αναιρεσίβλητος λάμβανε αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως σε μια από τις επόμενες εργάσιμες ημέρες της ίδιας εβδομάδας, αντιφατικώς δέχθηκε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και με το ρεπό του Σαββάτου. Παρατηρείται, όμως, ότι κατά την παράθεση των επί μέρους κονδυλίων, τα οποία έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τους θερινούς μήνες εκάστου ημερολογιακού έτους υπολογίζονται πάντοτε τέσσερις εβδομάδες λιγότερες, από αυτές που άλλως θα αντιστοιχούσαν στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα, με την ειδική μνεία ότι ανάλογος υπολογισμός γίνεται από τον αναιρεσίβλητο και στην ένδικη αγωγή. Κατά συνέπεια, ουδόλως υπολογίσθηκε απασχόληση κατά τα Σάββατα του χρονικού διαστήματος της ετήσιας άδειας. Και περαιτέρω, παρατηρείται ότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι χορηγείτο αναπληρωματική ανάπαυση για την απασχόληση κατά τις Κυριακές, προς την παραδοχή ότι δεν χορηγείτο αναπληρωματικό ρεπό για την εργασία του Σαββάτου. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο οφείλονταν στον αναιρεσίβλητο οι διαφορές αποδοχών που επιδικάσθηκαν, λόγω του ότι αυτός είχε απασχοληθεί καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα πέραν των νομίμων ορίων της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων, δεν έλαβε υπ' όψη τις 80 αποδείξεις καταβολής αποδοχών, τις οποίες εξέδιδε η αναιρεσείουσα και επί των οποίων υπέγραφε ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, όπου, πέραν των άλλων, υπάρχουν ισάριθμες δηλώσεις του τελευταίου περί του ότι μετά την αντίστοιχη καταβολή έχει ικανοποιηθεί και δεν διατηρεί άλλη απαίτηση. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του μεταξύ των άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Πέραν τούτου, το Εφετείο διαλαμβάνει ιδιαίτερη αιτιολογία σχετικά με τη απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί καταχρήσεως της εν λευκώ υπογραφής αυτού στις επίμαχες αποδείξεις. Και ακόμη, σε τρίτο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, γίνεται νέα ιδιαίτερη σκέψη ως προς την αξιοπιστία του περιεχομένου των ως άνω δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία περί του ότι τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1234/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Απριλίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οδηγοί τουριστικών λεωφορείων. Τρόπος γνωστοποίησης στον εργοδότη της προϋπηρεσίας και των οικογενειακών βαρών του εργαζομένου. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 890/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Λ. Ν. του Η., κατοίκου ... και 2) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Ο πρώτος παραστάθηκε μετά και ο δεύτερος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου Νικόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σαράντη Ορφανουδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 5547/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 892/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-4-2011 αίτησή τους και τους από 9-2-2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2, 568 παρ.2 στοιχ. β' και παρ.4 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση, να έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον αντίδικο. Η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής εξετάζεται αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, στην περίπτωση που ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Ακόμη, όμως, και όταν ο αντίδικος πάρει μέρος νομίμως στη συζήτηση, αλλά αντιλέγει ως προς την πρόοδό της, προβάλλοντας μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, ο Άρειος Πάγος, εάν διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών, είναι υποχρεωμένος να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση που έχει διεξαχθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως έχει διεξαχθεί την 13η Μαρτίου 2012, ύστερα από επίσπευση των αναιρεσειόντων. Κατά τον προσδιορισμό της εν λόγω δικασίμου, επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες η υποχρέωση να κλητεύσουν το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο πριν από εξήντα (60) ημέρες, όπως, άλλωστε, επιβάλλεται εκ του νόμου. Παρά ταύτα, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και την κάτω από αυτές πρόσκληση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Ευτύχιο Νικόπουλο, προς το αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε την 17η Ιανουαρίου 2012 (βλ. την ταυτόχρονη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή 2, στο επιδοθέν δικόγραφο, που προσκομίζεται από το αναιρεσίβλητο). Η κλήτευση, που έγινε με την επίδοση αυτή, δεν συντελέσθηκε πριν από εξήντα (60) ημέρες και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε εμπρόθεσμη. Επομένως, κατά παραδοχή της ενστάσεως που προβάλλει το αναιρεσίβλητο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση που έχει διεξαχθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-4-2011 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 892/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Απριλίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη ελλείψει εμπροθέσμου κλητεύσεως του παρισταμένου, αλλά ενισταμένου αναιρεσιβλήτου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 896/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΕΛΙΟΥ" όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Βέροια και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γιοβανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Δ. Σ. του Ε. και 2) Δ. Α. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Αζαριάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 25/ΕΡ-ΔΙ/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 182/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (L 175) σχετικά με την από 18-3-1999 συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP). Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά ανεκτή συνταγματικώς (ΣτΕ 3482/2010, 634/2010), για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ.7 και 8, ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (...). γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (...)". Και στο άρθρο 11 παρ.5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του π.δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν (...)". Σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ.1 περ. β' του ν. 1882/1990, στο δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ. Περαιτέρω, στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 164/2004 καθορίζεται η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας, που εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου. Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του εις αυτά ανατεθειμένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν σε μια σύμβαση ή σχέση της κατηγορίας αυτής το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (ΑΠ 590/2011).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, του οποίου η απόφαση θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (εναγομένου και εκκαλούντος) είχε απορριφθεί ως εκ της ερημοδικίας του (ΚΠολΔ 524 παρ.3, ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 361/2011), δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) χιονοδρομικό κέντρο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθούν στα καθήκοντα του χειριστή - συντηρητή αναβατήρων και του βοηθού χιονοστρωτήρα. Ότι, ειδικότερα, ο πρώτος από τους ενάγοντες προσλήφθηκε την 1-1-2000 για να εργασθεί μέχρι την 31-3-2000, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε να προσφέρει την ίδια εργασία στο εναγόμενο, με τους ίδιους όρους. Ότι, ο ίδιος, προσλήφθηκε εκ νέου την 1-1-2001 για να εργασθεί μέχρι την 31-3-2001, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε και πάλι να απασχολείται ομοίως. Ότι, κατόπιν, προσλήφθηκε την 1-11-2001 για να εργασθεί μέχρι την 31-12-2001, αλλά και πάλι, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου εξακολούθησε να απασχολείται με τους ίδιους όρους. Ότι αυτό επαναλήφθηκε διαδοχικά άλλες οκτώ φορές, με ισάριθμες συμβάσεις από 1-1-2002 μέχρι 30-4-2002, από 1-9-2002 μέχρι 31-10-2002, από 1-11-2002 μέχρι 28-2-2003, από 1-9-2003 μέχρι 30-4-2004, από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2005, από 1-1-2006 μέχρι 31-8-2006, από 1-12-2006 μέχρι 31-7-2007 και από 12-2-2008 μέχρι 12-6-2008, πάντοτε με τα ίδια καθήκοντα και εξακολουθώντας μετά τη λήξη της διάρκειας εκάστης σύμβασης να απασχολείται με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του εναγομένου, "όπως και προηγουμένως, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής". Ότι ο δεύτερος από τους ενάγοντες προσλήφθηκε την 1-1-2002 για να εργασθεί μέχρι την 30-4-2002, αλλά μετά τη λήξη της σύμβασης εξακολούθησε να προσφέρει την ίδια εργασία στο εναγόμενο, με τους ίδιους όρους. Ότι, ο ίδιος, προσλήφθηκε εκ νέου την 1-9-2002 για να εργασθεί με τους ίδιους όρους μέχρι την 31-10-2002. Ότι, κατόπιν, προσλήφθηκε την 1-11-2002 για να εργασθεί μέχρι την 28-2-2003, αλλά και πάλι, μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου εξακολούθησε να απασχολείται με τους ίδιους όρους. Ότι αυτό επαναλήφθηκε διαδοχικά άλλες πέντε φορές, από 1-9-2003 μέχρι 30-4-2004, από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2005, από 1-1-2006 μέχρι 31-8-2006, από 1-12-2006 μέχρι 31-7-2007 και από 12-2-2008 μέχρι 12-6-2008, πάντοτε με τα ίδια καθήκοντα και εξακολουθώντας μετά τη λήξη της διάρκειας εκάστης σύμβασης να απασχολείται με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του εναγομένου, "όπως και προηγουμένως, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής". Ότι αμφότεροι οι ενάγοντες παρείχαν εξαρτημένη εργασία, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, σε καθημερινή βάση και με πλήρες ωράριο, όπως ακριβώς συνέβαινε και με το υπόλοιπο, μόνιμο προσωπικό του εναγομένου. Ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι (όπως αυτό ισχυρίζεται) περιοδικές και απρόβλεπτες, πράγμα που συνάγεται από τη φύση της εργασίας που εκτελούσαν, η οποία περιλάμβανε και τη συντήρηση των αναβατήρων που, για λόγους ασφάλειας, έπρεπε να γίνεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους (και όχι μόνο κατά τις περιόδους που υπήρχε χιόνι). Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, αποφαινόμενο επί της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, κατέληξε στην κρίση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που το αναιρεσείον είχε καταρτίσει με τους αναιρεσίβλητους, είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι, ειδικότερα: α) Οι συμβάσεις ήσαν ενεργείς κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004). β) Κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, οι αναιρεσίβλητοι είχαν συμπληρώσει ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης, λαμβανομένου υπ' όψη του ότι κάθε φορά η παροχή της εργασίας τους συνεχιζόταν και μετά την πάροδο της ημερομηνίας λήξεως της συμβάσεως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έλλειψη χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των τριών μηνών μεταξύ των διαδοχικών ανανεώσεων ήταν εν προκειμένω αντικειμενικά δικαιολογημένη, από τη φύση της εργασίας και τη δραστηριότητα της επιχείρησης. γ) Η απασχόληση είχε συντελεσθεί στον ίδιο φορέα, ήτοι στο αναιρεσείον, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους και δ) Η απασχόληση απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον όποιο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Το αναιρεσείον, το οποίο είναι ΝΠΔΔ και ως προς τη νομική υπηρεσία του οποίου δεν προέκυψε ότι διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-5-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 182/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών στο δημόσιο τομέα (ΝΠΔΔ) και εφαρμογή μεταβατικής διάταξης άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 897/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σωτηρίου Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου - Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "PROTON ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" μετονομασθείσας ήδη σε "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "PROTON ΒΑΝΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2878/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5469/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, αναιτιώδη. Κατά συνέπεια, για το κύρος της καταγγελίας δεν είναι αναγκαία ούτε η επίκληση κάποιας αιτίας ούτε η απόδειξη της βασιμότητας της αιτίας, που τυχόν έχει προβληθεί από τον καταγγέλλοντα. Όπως, όμως, συμβαίνει με κάθε δικαίωμα, και η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτής. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καθιστά την καταγγελία απαγορευμένη και, ως εκ τούτου, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται από λόγους που βρίσκονται καταφανώς έξω από τις γενικές ρήτρες του άρθρου 281 ΑΚ, όπως όταν ενέχουν εμπάθεια, έχθρα ή εκδικητικότητα συνεπεία προηγηθείσας, νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία δεν ήταν αρεστή στον εργοδότη. Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η καταγγελία αποβλέπει μεν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εργοδότη, επιφέρει, όμως, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στον εργαζόμενο, που χάνει τη θέση εργασίας, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ τού, εκάστοτε, χρησιμοποιουμένου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού. Ως εκ τούτου, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν άλλα μέτρα, ηπιότερα από την καταγγελία, αλλά εξ ίσου πρόσφορα με αυτήν, για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται από τον εργοδότη, η καταγγελία αποβαίνει μη αναγκαία και ελέγχεται ως καταχρηστική (ΑΠ 1751/2008, ΑΠ 555/2007). Τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 701/2010). Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Αντιθέτως, "πράγματα" δεν θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 632/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), την 1-6-2001, είχε προσληφθεί από την ανώνυμη εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΕΧ", με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γενικός διευθυντής. Ότι έκτοτε πρόσφερε με επιτυχία τις υπηρεσίες του από τη θέση αυτή, ενώ παράλληλα διετέλεσε αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και μέλος της επενδυτικής επιτροπής της εν λόγω εταιρίας. Ότι, την 30-12-2005, η "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΕΧ" συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρία. Ότι η τελευταία, την 1-1-2006, κατάρτισε νέα σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον ενάγοντα, τον οποίο, τυπικά, προσέλαβε ως υπάλληλο γραφείο, αλλά, στην πραγματικότητα, χρησιμοποίησε ως υπεύθυνο των σχέσεων με τους μετόχους και επενδυτές αυτής, αντί τακτικών, μηνιαίων αποδοχών 5.000 ευρώ (μικτών) και πρόσθετης μηνιαίας παροχής 1.500 ευρώ. Ότι, την 29-9-2006, η εναγομένη συγχωνεύθηκε εκ νέου με τις εταιρίες "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και "PROTON SECURITIES ΑΕ", οπότε, υπό τη νέα επωνυμία της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", προέβη σε λειτουργική και οικονομική αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της. Ότι στο νέο οργανόγραμμα της επιχείρησης δεν συμπεριλήφθηκε η θέση εργασίας του ενάγοντος, διότι θεωρήθηκε ασύμφορη λόγω κόστους. Ότι, κατόπιν αυτού, τον Ιανουάριο 2007, τέθηκε ζήτημα απομακρύνσεως του ενάγοντος από την ως άνω θέση εργασίας. Ότι αυτό ανακοινώθηκε στον ενάγοντα την 29-1-2007, από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, που τον κάλεσε στο γραφείο του και τού ζήτησε να αποχωρήσει οικειοθελώς. Ότι ο ενάγων δεν συνήνεσε στην οικειοθελή αποχώρηση, οπότε, στον ίδιο χρόνο και μεταξύ των αυτών προσώπων, συζητήθηκε το θέμα της τοποθέτησής του σε κάποια άλλη θέση εργασίας. Ότι στον ενάγοντα προτάθηκε να τοποθετηθεί στο τμήμα δημοσίων σχέσεων της εναγομένης, χωρίς, όμως, επί της προτάσεως αυτής να επέλθει συμφωνία. Ότι η ανεύρεση νέας θέσης, ανάλογης προς τα προσόντα και την προϋπηρεσία του ενάγοντος, ήταν δυσχερής, διότι αυτός ήταν υψηλόμισθος και, παρ' ότι διέθετε μεγάλη εμπειρία στα χρηματιστηριακά ζητήματα, δεν ήταν εξοικειωμένος με τις τραπεζικές εργασίας, με τις οποίες κατά κύριο λόγο επρόκειτο να ασχολείται η εναγομένη στο μέλλον. Ότι, μετά το αδιέξοδο που προκλήθηκε, η συζήτηση της 29-1-2007 έληξε με ένταση, στο πλαίσιο της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εκφράσθηκε εξυβριστικά προς τον ενάγοντα. Ότι, την 8-2-2007, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του διευθύνοντος συμβούλου προς αυτόν με εξώδικη δήλωση, την οποία κοινοποίησε και προς τον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης. Ότι, την 16-2-2007, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και παρακατέθεσε αρμοδίως τη νόμιμη αποζημίωση, λόγω άρνησης του ενάγοντος να την εισπράξει. Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος, διότι είχε προαποφασιστεί λόγω αφ' ενός της κατάργησης της θέσεώς του στο οργανόγραμμα της εναγομένης και αφ' ετέρου της αδυναμίας να τοποθετηθεί σε άλλη κατάλληλη θέση, ανάλογη προς τα προσόντα και τις συμφωνημένες αποδοχές του. Ότι πριν από την καταγγελία έγινε προσπάθεια για εξεύρεση ηπιότερης λύσης, ήτοι αυτής της τοποθέτησης του ενάγοντος στις δημόσιες σχέσεις, αλλά δεν τελεσφόρησε. Ότι η μετακίνηση του ενάγοντος σε θέση υποδεέστερη προς τα προσόντα και τις συμβατικές αποδοχές του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει "ηπιότερη λύση", διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα δεχόταν να καταλάβει μια τέτοια θέση. Ότι το γεγονός της πρόσληψης, κατά τον ίδιο χρόνο, νέων υπαλλήλων (κατονομάζονται) με συμβάσεις εργασίας ορισμένου ή και αορίστου χρόνου, έναντι μικτών αποδοχών που κυμαίνονται από 960 μέχρι 1.250 ευρώ μηνιαίως, δεν μεταβάλλει την ως άνω κρίση, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι αυτοί, από άποψη προσόντων, αποδοχών και θέσεων εργασίας, δεν ήσαν συγκρίσιμοι προς τον ενάγοντα. Ότι, τέλος, ζήτημα απόλυσης ετέρου υπαλλήλου, νεοτέρου σε σύγκριση με τον ενάγοντα, δεν μπορούσε να τεθεί, αφ' ενός διότι η απόλυση του ενάγοντος συνδεόταν, ειδικά, με τη κατάργηση της δικής του θέσης και αφ' ετέρου διότι ο ενάγων δεν είχε υποδείξει προς το σκοπό αυτό κανένα άλλο συνάδελφό του. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος αφ' ενός δεν είχε υποκινηθεί από εμπάθεια ή εκδικητικότητα λόγω προηγουμένης νομίμου, αλλά μη αρεστής στην αναιρεσείουσα συμπεριφοράς αυτού και αφ' ετέρου δεν είχε γίνει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού, αν και αναζητήθηκε ηπιότερη λύση, δεν βρέθηκε. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικές διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της σκέψεως αυτής, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Οι παραδοχές ότι η θέση διαχείρισης των σχέσεων με τους μετόχους και τους επενδυτές της εναγομένης έπρεπε να καταργηθεί και ότι η θέση διαχείρισης των εν γένει δημοσίων σχέσεων, προς την οποία προτάθηκε, πλην χωρίς να επέλθει συμφωνία, η μετακίνηση του ενάγοντος, μπορούσε να διατηρηθεί, δεν ενέχουν αντίφαση μεταξύ τους. Πέραν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι θα δεχόταν να μετακινηθεί σε υποδεέστερη θέση, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, αρ.8 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 5469/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας όταν πριν από την καταγγελία προτάθηκε η μετακίνηση σε άλλη θέση, αλλά ο εργαζόμενος δεν την αποδέχθηκε. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι για κακή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και αντιφατική αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 898/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 27η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Νάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ι. και Η. Τ. ΝΑΥΠΗΓΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΑΕΒΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Πικραμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2001 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 768/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 98/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1225/1981 για τη "χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος στους διπλωματούχους μηχανικούς ανώτατων σχολών" και των άρθρων 1, 2, 3 και 9 του ν. 6422/1934 "περί ασκήσεως του επαγγέλματος του Μηχανολόγου, του Ηλεκτρολόγου και του Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ως και του Ναυπηγού", η ελεύθερη άσκηση των επαγγελμάτων αυτών επιτρέπεται μόνο σε όσους έχουν αποκτήσει σχετικό δίπλωμα ανώτατης τεχνικής σχολής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής (και, κατ' εξαίρεση, σε κάποιες άλλες κατηγορίες προσώπων με σχετική εμπειρία και ανάλογες σπουδές, σύμφωνα με μεταβατικές ρυθμίσεις του ν. 6422/1934 που δεν ενδιαφέρουν πλέον), οι οποίοι και μόνο δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο του "διπλωματούχου" της αντίστοιχης ειδικότητας. Για "απλές" μηχανολογικές ή ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, όμως, η άσκηση του επαγγέλματος, χωρίς παράλληλη χρήση του τίτλου "διπλωματούχος", επιτρέπεται και σε όσους έχουν πτυχίο μέσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής της με ειδικότητα Μηχανολόγου ή Ηλεκτρολόγου, καθώς και σε τεχνίτες πείρας, εφ' όσον όλοι τους εφοδιάζονται με σχετικές άδειες, ανάλογα προς την ειδικότητα και την πείρα τους. Τέλος, όποιος χωρίς άδεια ασκεί το επάγγελμα ή χρησιμοποιεί τον τίτλο του διπλωματούχου Μηχανικού (Μηχανολόγου ή Ηλεκτρολόγου ή Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου ή Ναυπηγού) τιμωρείται κατ' έγκληση, με την ποινή που καθορίζεται στον ως άνω νόμο.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 22-1-2001 αγωγής, ο αναιρεσείων (ενάγων), εξέθετε σ' αυτήν ότι την 26-3-1996 είχε προσληφθεί από την πρώτη από τους αναιρεσίβλητους, την οποία εκπροσωπούσε ο δεύτερος από αυτούς (εναγόμενοι), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα του ναυπηγού - μηχανικού, προκειμένου να απασχοληθεί στο χώρο διαχείμασης, επισκευής και συντήρησης πλοίων (μαρίνα "Κλεοπάτρα"), που αυτή διατηρούσε στο Άκτιο, στην επισκευή και συντήρηση μηχανών και σε ηλεκτρολογικές και ναυπηγικές εργασίες επί πλοίων των πελατών της. Με βάση τη σύμβαση αυτή και με την επίκληση του περιστατικού ότι ο αναιρεσείων είχε εργασθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, με την αγωγή ζητείτο να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν εις ολόκληρο προς τον αναιρεσείοντα αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρίες, καθώς και συναφείς διαφορές μεταξύ των νομίμων και των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την έναρξη λειτουργίας της συμβάσεως μέχρι την άσκηση της αγωγής. Επικουρικώς, για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας ήθελε κριθεί άκυρη, ο αναιρεσείων ζητούσε τις ίδιες αμοιβές με επίκληση των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε (όπως και το Πρωτοδικείο) ότι η κυρία βάση της ένδικης αγωγής ήταν μη νόμιμη, διότι, με δεδομένο το ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείτο την κατοχή άδειας εξάσκησης του επαγγέλματος για το οποίο είχε προσληφθεί, η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1225/1981 και των άρθρων 1, 2, 3 και 9 του ν. 6422/1934. Κατόπιν αυτού, απέρριψε τους λόγους έφεσης που υποστήριζαν το αντίθετο και, μάλιστα, απέρριψε ως απαράδεκτο (ΚΠολΔ 224, 269, 527) τον όψιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (τότε εκκαλούντος) περί του ότι οι εργασίες για τις οποίες είχε προσληφθεί είχαν το χαρακτήρα των "απλών" εργασιών, προς διενέργεια των οποίων (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) δεν απαιτείτο άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 6422/1934. Στη συνέχεια, το Εφετείο (όπως και το Πρωτοδικείο) ερεύνησε τους λόγους της έφεσης που αναφέρονταν στην επικουρική βάση της αγωγής και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους, αφού δέχθηκε ότι ουδόλως είχε αποδειχθεί εργασία του αναιρεσείοντος πέραν των νομίμων χρονικών ορίων, επί της οποίας αμέσως ή εμμέσως στηρίζονταν οι ένδικες αξιώσεις.
3. Με τους τρεις, συναφείς μεταξύ τους, λόγους αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) Εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του ν. 6422/1934 και, μάλιστα, αυτή του άρθρου 3, που επιτρέπει την απασχόληση χωρίς άδεια για την εκτέλεση "απλών" εργασιών. β) Περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν διευκρίνισε αν οι εργασίες, για τις οποίες είχε προσληφθεί ο αναιρεσείων, ενέπιπταν ή όχι στην κατηγορία των "απλών" εργασιών. γ) Δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι, στην πραγματικότητα, η σύμβαση, με την οποία είχε προσληφθεί, απέβλεπε στην εκτέλεση "απλών" εργασιών. Και δ) δέχθηκε ακυρότητα της σύμβασης εργασίας λόγω ελλείψεως της κατά νόμο άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση τέτοια άδεια δεν απαιτείτο. Παρατηρείται, όμως, ότι πάντες οι λόγοι της αιτήσεως αποβλέπουν στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως με αποκλειστικό σκοπό τη διάσωση του κύρους της συμβάσεως εργασίας. Όπως αναφέρθηκε, οι ένδικες αξιώσεις είχαν και επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η βάση αυτή ερευνήθηκε κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη. Η περί τούτου κρίση δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου και παρά το γεγονός ότι οι νομικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.1), ακόμη και αν ήθελαν ευδοκιμήσει οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο περί απορρίψεως της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής δεν θα ωφελούσε τον αναιρεσείοντα, αφού τα περιστατικά που στηρίζουν τις αξιώσεις του θα έχουν κριθεί αμετάκλητα αναληθή. Επομένως, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, αρ. 8, αρ. 14 και αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλονται άνευ αμέσου εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 68) και, ως εκ τούτου, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-3-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 98/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναυπηγοί. Η έλλειψη άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος καθιστά τη σύμβαση εργασίας άκυρη. Απαράδεκτοι, ως προβαλλόμενοι χωρίς άμεσο έννομο συμφέρον, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους επιδιώκεται η διάσωση του κύρους της συμβάσεως, ενώ τα περιστατικά που στηρίζουν τις ένδικες αξιώσεις έχουν κριθεί τελεσίδικα αναληθή, κατά την έρευνα και κατ' ουσίαν απόρριψη της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 880/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, (σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου) κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Σ.-Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27618/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 533/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 66/8.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 504 § 1 Κ.Π.Δ., όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικώς άλλως, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως της απαγγελθείσης ανεκκλήτως και κατά της κατόπιν εφέσεως εκδοθείσης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικώς για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικώς ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Επομένως, η από 18-4-2011 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Σ. - Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 27618/11-4-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η κατά την αυτήν ημερομηνία αίτηση εξαιρέσεως αυτής κατά ολοκλήρου της συνθέσεως του συνεδριάζοντος την ίδια ημερομηνία Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, προτείνεται: α) Η απόρριψη της από 18-4-2011 αιτήσεως αναιρέσεως της Ε. Σ. - Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 27618/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και β) Η καταδίκη της αιτούσης στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18.4.2011 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Σ. - Π., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 27618/11.4.2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατά την αυτήν ημερομηνία αίτηση εξαιρέσεως αυτής κατά ολόκληρης της συνθέσεως του συνεδριάζοντος την ίδια ημερομηνία Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, διότι κατά το άρθρο 504 § 1 ΚΠΔ, όταν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, χωρίς όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, να εμπίπτει αυτή σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις.
Επομένως, πρέπει, μετά την κλήση κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ από τον Εισαγγελέα της αναιρεσείουσας να προσέλθει στο Συμβούλιο αυτό και εκθέσεις τις απόψεις της (βλ. το από 3.4.2012 αποδεικτικό του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, ...), να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1, 585 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.4.2011 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Σ. - Π., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 27618/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ’ αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε με αυτή αίτηση εξαιρέσεως ολόκληρης της σύνθεσης του συνεδριάζοντος, άλλου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη διότι κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεως που απαγγέλθηκε ανεκκλήτως και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως, χωρίς η προσβαλλόμενη στην κρινόμενη περίπτωση απόφαση, να εμπίπτει σε κάποια από τις πιο πάνω περιπτώσεις
| null | null | 2
|
Αριθμός 880/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες..
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1.Η. Κ. του Π., κατοίκου ..., και 2. Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάστανου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΒΕΝΜΠΡΟΥ ΕΛΛΑΣ ΑΕ Βιομηχανία Ζύθου", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Σουμάκη, η οποία ανεκάλεσε την από 9-12-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5992/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6812/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2010 αίτησή τους και τους από 7-11-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-12-201 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 477 του ΑΚ "αν κάποιος με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή υποσχεθεί την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής με τη ρυθμιζόμενη σύμβαση (σωρευτική αναδοχή χρέους) δημιουργείται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη, είναι δε έγκυρη και η αναδοχή μελλοντικού χρέους, που έχει ως αποτέλεσμα ότι το χρέος με τη γέννησή του μεταφέρεται (και) σ' αυτόν που το ανα δέχθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε σ' αυτήν, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, ότι κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που συνήψε με την εδρεύουσα στα Τίρανα της Αλβανίας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Euroforse s.a.", της οποίας κύριοι μέτοχοι και δη κατά ποσοστό 99% ήταν οι αναιρεσείοντες, που την εκπροσωπούσαν, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν κατά το χρονικό διάστημα της εμπορικής τους συνεργασίας από 8-12-1993 έως 13-2-1997 τις αναφερόμενες ποσότητες μπύρας παραγωγής της, παραδίδοντας συγχρόνως και τις επίσης αναφερόμενες ποσότητες αντικειμένων συσκευασίας (κενά βαρέλια, κιβώτια, φιάλες και παλέτες), προς διευκόλυνση της εμπορίας της, τα οποία η αγοράστρια εταιρεία είχε υποχρέωση να επιστρέψει κατά την λήξη της συνεργασίας τους, ότι οι αναιρεσείοντες ρητώς διαβεβαίωσαν την αναιρεσίβλητη ότι για τις πάσης φύσεως οικονομικές υποχρεώσεις της αγοράστριας εταιρείας από την ως άνω εμπορική συνεργασία (αγοραπωλησία μπύρας) "υπεύθυνοι και υπόλογοι" έναντι της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας "θα ήταν και αυτοί ατομικά", οι οποίοι "εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εν λόγω εταιρεία (αγοράστρια), όντες τα μόνα μέλη της, με την ιδιότητα του μεν πρώτου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, του δε δεύτερου εξ αυτών ως Διευθυντού και Διευθύνοντος Συμβούλου της", ότι κατά το τέλος της ειρημένης εμπορικής συνεργασίας η αναιρεσίβλητη είχε πωλήσει στην ως άνω αγοράστρια εταιρεία ποσότητες μπύρας συνολικής αξίας 234.819,901 δραχμών και είχε παραδώσει σ' αυτήν κενά αντικείμενα συσκευασίας (βαρέλια κλπ) συνολικής αξίας 540.180.720 δραχμών, και ότι από το ανωτέρω τίμημα της πωληθείσης μπύρας η αγοράστρια κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 195.374.334 δραχμών και παρέμεινε έτσι ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος 29.445.567 δραχμών, ενώ δεν επέστρεψε στην τελευταία αντικείμενα συσκευασίας συνολικής αξίας 44.107.208 δραχμών, όπως οι πωληθείσες ποσότητες μπύρας, με το αντίστοιχο τίμημα, και οι παραδοθείσες κενές συσκευασίες, με την αντίστοιχη αξία, καθώς και τα προκύπτοντα ως άνω υπόλοιπα, αναφέρονται λεπτομερώς στον ενσωματωμένο στην αγωγή αναλυτικό κατάλογο (κατάσταση) δοσοληπτικού λογαριασμού που τηρούσε η αναιρεσίβλητη. Και βάσει του ιστορικού αυτού ζήτησε η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, προαναφερθείσα και μη διάδικος ήδη αγοράστρια εταιρεία και αναιρεσείοντες, να καταβάλουν σ' αυτήν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα ανωτέρω ποσά, και συνολικά το ποσό των 83.552.847 δραχμών (245.202,77 ευρώ). Ενόψει του προρρηθέντος ιστορικού και αιτήματος της αγωγής είναι προφανές ότι η αγωγή αυτή ως ιστορική της βάση έχει α) ως προς μεν την αγοράστρια εταιρεία τις επιμέρους διαδοχικές πωλήσεις ποσοτήτων μπύρας και το οφειλόμενο εξ αυτών ως άνω υπόλοιπο τιμήματος (καθώς και την αξία των μη επιστραφέντων κενών αντικειμένων συσκευασίας), τούτο δε παρά την αναφορά, στην αγωγή, του προαναφερθέντος "δοσοληπτικού λογαριασμού" και ως αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς ειδικότερη επίκληση συμφωνίας για τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των μερών και του περιεχομένου του, και β) ως προς δε τους αναιρεσείοντες την κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 477 του ΑΚ σύμβαση της σωρευτικής αποδοχής χρέους που συνήψαν οι τελευταίοι με την αναιρεσίβλητη, η οποία (σύμβαση) σαφώς προκύπτει από την ως ανωτέρω περικοπή της αγωγής ότι οι αναιρεσείοντες ρητώς διαβεβαίωσαν την αναιρεσίβλητη ότι για τις πάσης φύσεως οικονομικές υποχρεώσεις της αγοράστριας εταιρείας από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία (επίδικες συμβάσεις πωλήσεως μπύρας) υπεύθυνοι και υπόλογοι έναντι της αναιρεσίβλητης θα ήταν και αυτοί ατομικά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ειρημένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά, ως ενεχομένους, την μεν εναγόμενη αγοράστρια εταιρεία από τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, τους δε αναιρεσείοντες από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους που κατά την αγωγή είχαν συνάψει με την αναιρεσίβλητη και την οποία δέχθηκε το Εφετείο.
ΙΙ. Με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην αναφέρει στην απόφασή του ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κατήγγειλε την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και με το να απορρίψει την ένσταση των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής, που δεν περιείχε τέτοια καταγγελία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι, προεχόντως ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι η αγωγή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως ιστορική της βάση έχει τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως και τις εντεύθεν, ως ανωτέρω, διαφορές, το από τις οποίες χρέος της αγοράστριας εταιρείας αναδέχθηκαν σωρευτικά οι αναιρεσείοντες, όχι δε και τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, την οποία, ας σημειωθεί, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν επικαλεσθεί στο Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσής τους, επικαλούμενοι τη σύμβαση αυτή το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, με τους δύο λόγους του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και υπό την επίκληση των αριθμών 1, 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι αν και από κανένα αποδεκτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η προαναφερθείσα σύμβαση περί σωρευτικής αναδοχής χρέους εκ μέρους των αναιρεσειόντων, το Εφετείο δέχθηκε τη σύμβαση αυτή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 477 του ΑΚ και απέρριψε την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης την οποία είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες, όπως απέρριψε και την επικουρικώς προβληθείσα από αυτούς ένσταση της διζήσεως, λαμβάνοντας υπόψη (το Εφετείο) ουσιώδη πράγματα χωρίς απόδειξη και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη πράγματα της αναδοχής χρέους που δέχθηκε και των ειρημένων ενστάσεων που απέρριψε. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως καθόσον μεν προσβάλλεται με αυτούς η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως λόγοι δε από τους προαναφερθέντες αριθμούς του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Και τούτο διότι το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο επίσης διατυπώνει σαφώς, ότι οι αναιρεσείονετς ενέχονται έναντι της αναιρεσίβλητης από την ρηθείσα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής του χρέους της αρχικής οφειλέτριας εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 477 του ΑΚ, στη διάταξη του οποίου ορθώς υπήγαγε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ορθώς απορρίπτοντας μετά ταύτα τις ανωτέρω ενστάσεις των αναιρεσειόντων, η δεύτερη από τις οποίες (ένσταση διζήσεως κατ' άρθρον 855 του ΑΚ) προσήκει στη σύμβαση εγγυήσεως (άρθρ. 847 επ. του ΑΚ) και όχι στη σύμβαση της αναδοχής ξένου χρέους, όπως εν προκειμένω, που επίσης σωστά δέχθηκε το Εφετείο.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση των Η. Κ. και Ι. Π. - όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους - για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6812/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-5-2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29-5-2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναδοχή χρέους. Έννοια σωρευτικής αναδοχής χρέους κατ’ άρθρ. 477 του ΑΚ. Δημιουργία πρόσθετης ενοχής του αναδεχθέντος το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Επί μελλοντικού χρέους, τούτο με τη γέννησή του μεταφέρεται (και) σ’ αυτόν που το αναδέχθηκε. Αναίρεση. Απορρίπτει αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1, 10 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει ΕΑ 6812/2008.
| null | null | 1
|
Αριθμός 878/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Β. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κούβαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2029/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 2-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία καλύπτουν, όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο ίδιος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκείς, ειδικότερα, ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή είναι το ελλείπον και αναγκαίο για την επάρκειά τους στοιχείο, ή η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει η αντίφαση αυτή.
II.- Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι κατόπιν παρακλήσεων του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος, με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία, με τρεις διαδοχικές συμβάσεις άτοκου δανείου, τις οποίες οι διάδικοι συνήψαν κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιουλίου 2002 (την πρώτη) έως το τέλος Ιουλίου 2003 (την τρίτη), παρέδωσε στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 42.450 ευρώ, αποδοτέο σταδιακά, ότι χάριν καταβολής (αποδόσεως) του ποσού του δανείου ο αναιρεσείων μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο τις αναφερόμενες μεταχρονολογημένες επιταγές που εξέδωσε ο ίδιος εις διαταγήν του, και ότι προ της "λήξεως" των επιταγών αυτών ο αναιρεσείων έπεισε τον αναιρεσίβλητο να μην τις εμφανίσει προς πληρωμήν στην πληρώτρια Τράπεζα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην εισπράξει το ποσό του δανείου, το οποίο εξακολουθεί να το οφείλει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι πέραν της συμβατικής ευθύνης του αναιρεσείοντος συντρέχει εν προκειμένω και αδικοπρακτική του ευθύνη, συνιστάμενη στο ότι ο τελευταίος με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ότι δηλαδή με τη λήψη δανείου που επρόκειτο να ζητήσει από την Τράπεζα θα εξοφλούσε τις επιταγές που εξέδιδε, έπεισε τον αναιρεσίβλητο αφενός να του χορηγήσει τα ένδικα δάνεια και αφετέρου να μην εμφανίσει προς πληρωμήν τις επιταγές, κατά τα προεκτεθέντα, παρόλο, που γνώριζε ότι λόγω των έκτακτων οικονομικών δυσχερειών του δεν θα προέβαινε στην εξόφληση των δανείων, και έτσι εζημίωσε τον αναιρεσίβλητο με το ισόποσο των επιταγών (δανείου) και με δικό του αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο επεδίωκε (απάτη). Τέλος, δέχεται το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, με αντίστοιχες τραπεζικές καταθέσεις, τα ποσά των 1000, 1346, 10.600 και 4.400 ευρώ στις 13-4-2002, 2-5-2002, 24-7-2002 και 11-9-2002, αντίστοιχα, και συνολικά το ποσό των 17.346 ευρώ, οι καταβολές όμως αυτές, από τις οποίες άλλωστε οι δύο πρώτες (της 13-4-2002 και της 2-5-2002) έγιναν πριν από την πρώτη δανειακή σύμβαση (Ιούλιος 2002), δεν αφορούσαν τις επίδικες δανειακές συμβάσεις (για τις οποίες ο αναιρεσείων είχε εκδώσει τις προαναφερθείσες μεταχρονολογημένες επιταγές, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως (31-1-2003 και εξής) μεταγενέστερη εκείνη των καταβολών). Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο,αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκδοθεί ερήμην (ωσεί παρόντος) του αναιρεσείοντος, εναγομένου- εκκαλούντος, και απέρριψε την ένσταση της μερικής, κατά το ως άνω ποσό των 17.346 €, εξοφλήσεως που είχε προτείνει ο τελευταίος, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν το ζητούμενο ποσό των 42.450 ευρώ, και με προσωπική του κράτηση, διαρκείας (1) μηνός λόγω της συντρέχουσας ως ανωτέρω, αδικοπραξίας: Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα αναφερόμενα ως άνω στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης πραγματικά περιστατικά καλύπτουν πλήρως και χωρίς αντιφάσεις το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της, ειδικότερα δε ως προς την απόρριψη της ένστασης μερικής εξόφλησης του αναιρεσείοντος, την οποία, κατά τα περιστατικά που τη συγκροτούν, δεν δέχθηκε ως αποδειχθείσα το Εφετείο, και τα αντίθετα που ο τελευταίος υποστηρίζει με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναιρετηρίου σχετικά με την απόρριψη της ένστασης αυτής είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του ίδιου αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα ακόλουθα, σχετικά με την προρρηθείσα παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης για συνδρομή (και) αδικοπρακτικής του ευθύνης (για την οποία και του απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση), ήτοι "Η απόφαση επικαλείται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απώλεσε τα δικαιώματά του από το νόμο 5960/33 περί επιταγών, ελλειπέστατα έκρινε, αφού ο αντίδικος είχε όλα τα δικαιώματα εκ του ποινικού Κώδικα και ειδικότερα του άρθρου 386 περί απάτης, νομικό χαρακτηρισμό που, δίνει η προσβαλλόμενη στο πλέον ουσιαστικό ζήτημα της υπόθεσης, δηλαδή αυτό της εξαπάτησης του ενάγοντα, ενώ η έκδοση και η μη πληρωμή ακάλυπτης επιταγής διώκεται ποινικά ως απάτη και μάλιστα με πενταετή παραγραφή ως πλημμέλημα και επομένως κανένα απολύτως δικαίωμα δεν έχασε ο αντίδικος εναντίον μου. Επιπλέον η ίδια η προσβαλλομένη δέχεται πλήρως τα αιτήματα του αναιρεσιβλήτου ως προς το τελικό επιδικασθέν ποσό, γεγονός που αποτελεί αντιφατική αιτιολογία, αφού ενώ από τη μία δέχεται ότι μετήλθα την απάτη σε βάρος του και ότι δήθεν απώλεσε δικαιώματα εκ του νόμου για διεκδίκηση των απαιτήσεων του, από την άλλη τον δικαιώνει πλήρως". Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος και τελευταίος ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη ανεπάρκεια (έλλειψη) ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας της απόφασης σχετικά με τις προειρημένες περί αδικοπραξίας παραδοχές της όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, τούτο δε πέραν του ότι υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του και για το ουσιώδες αυτό ζήτημα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου.
III- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2009 αίτηση του Β. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2029/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 . Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αυτού της αναίρεσης, ιδίως για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Επικυρώνει ΕΑ 2029/2009.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 860/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 398/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 και 6 Οκτωβρίου 2011 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1223/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 290/19.12.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατ' άρθρ. 476§1α', 513§1α' Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 18/11 (117/11) και 20218/11 αιτήσεις αναίρεσης του Ι. Ν. του Κ. και της Χ., κρατουμένου στις φυλακές Λάρισας, κατά της υπ' αριθμ. 398/11 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, και εκθέτω τα εξής:
1) Οι εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα (473§1 ΚΠΔ) την 6-10-11, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 28-9-11 παρόντος του αναιρεσείοντος. Ασκήθηκαν η μεν πρώτη από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα (465§1 ΚΠΔ), ενώπιον του Διευθυντή των Φυλακών Λάρισας (474§1 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει ως λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (474§2, 510§1 Δ' ΚΠΔ), η δε δεύτερη με κατάθεση στο Κατάστημα Κράτησης Φυλακών Λάρισας, την 6-10-11.
2) Ως προς την δεύτερη αναίρεση (20218/6-10-11) λεκτέα τα εξής: α) Η εν λόγω αίτηση - δήλωση αναίρεσης, κατατέθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Φυλακών Λάρισας και απευθύνεται, δια μέσου του Διευθυντή των ανωτέρω Φυλακών, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρ. 473§2 ΚΠΔ, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων την διάταξη του ανωτέρω άρθρου παραθέτει, β) Για να συντελεστεί η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως δια δηλώσεως από τον καταδικασθέντα, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλο τρόπο (Α.Π. 2020/10), γ) Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω αίτηση είναι απαράδεκτη κατ' άρθρ. 476§1 Κ.Π.Δ., αφού δεν ασκήθηκε με τις νόμιμες διατυπώσεις, δηλαδή δεν επιδόθηκε αυτή με δικαστικό επιμελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά περιήλθε σ' αυτόν δια του Διευθυντή των Φυλακών, στον οποίο και κατατέθηκε αυτή. δ) Επί πλέον είναι απαράδεκτη, διότι αυτή ως δικόγραφο απλώς κατατέθηκε στον Διευθυντή των Φυλακών, για το οποίο καταρτίσθηκε μόνο πράξη - αριθμός πρωτοκόλλου, χωρίς καμία υπογραφή του Διευθυντή ή του Γραμματέα της Φυλακής και όχι έκθεση στην οποία ν' αναφέρονται οι αναιρετικοί λόγοι, η οποία να υπογράφεται (474§1 ΚΠΔ) από τον καταθέσαντα την αίτηση και τον Δ/ντή ή Γραμματέα των Φυλακών. (Α.Π. 2092/10). ε) Τέλος, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι το περιεχόμενο αυτής ουδένα λόγο, εκ των αναφερομένων στο άρθρο 510§1 ΚΠΔ, περιέχει (Α.Π. 346/11), αφού αυτό κατά λέξη έχει ως εξής: "Επειδή πιστεύω ότι έχω βάσιμες ελπίδες ότι η αναίρεσή μου θα γίνει δεκτή, ώστε να ξαναγίνει η δίκη μου, ελπίζοντας στη περαιτέρω μείωση της ποινής μου, παρακαλώ να κάνετε δεκτό το αίτημά μου. Όταν θα καθαρογραφούν τα πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου μου, θα καταθέσω συμπληρωματικά όλους τους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι θα πρέπει το δικαστήριο σας να εξετάσει την υπόθεσή μου". Και για τους λόγους αυτούς (δ'-ε') η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη (476§1 ΚΠΔ), αφού δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος (474 ΚΠΔ).
3) Ως προς την πρώτη [18/11 (117/11)] λεκτέα τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474§2, 476§1, 509§1 και 510§1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο αρθρ. 510§1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (αρθρ. 513§1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/02 Π.Χρ. ΝΒ' 691). β) Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 398/28-9-11 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ετών Χ 3 ευρώ ημερησίως για διακεκριμένη κλοπή. Ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Δ/ντή των Φυλακών Λάρισας (Α.Π. 364/10), έχει κατά λέξη ως εξής: "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Ο ανωτέρω λόγος είναι ασαφής, αφού στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται υπό του αναιρεσείοντος, σε ποιό ή ποια συγκεκριμένα σημεία - κεφάλαια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία αφορά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, στρέφεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Αν δε ήθελε θεωρηθεί, ότι η εν λόγω αναίρεση παραπέμπει στο συνημμένο έγγραφο με τίτλο "Αίτηση - Δήλωση Αναίρεσης" (20218/6-10-11), αυτό (έγγραφο) ουδένα λόγο περιέχει εκ των στο άρθρ. 510§1 ΚΠΔ αναφερομένων (Α.Π. 2511/09). Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου για την άσκηση της αναίρεσης νόμιμες διατυπώσεις (474§2, 476§1 ΚΠΔ).
4) Κατόπιν των προεκτεθέντων, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες (513§1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 18/11 (117/11) και 20218/11 αιτήσεις αναίρεσης του Ι. Ν. του Κ. και της Χ., κρατουμένου στις φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 398/11 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 3 ετών Χ 3 ευρώ ημερησίως για διακεκριμένη κλοπή. Β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα τέλη και έξοδα της ποινικής διαδικασίας. Αθήνα 14-12-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αν αιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να ορίζεται με την αίτηση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1". Για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον ως άνω Εισαγγελέα με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλον τρόπο.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε α) τη με αριθμό 117/6.10.2011 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας κατά της 398/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, για διακεκριμένες κλοπές και β) τη με αριθμό πρωτοκόλλου 20218/6.10.2011αίτηση - δήλωση αναιρέσεως, απευθυνόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου κοινοποιούμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κατατέθηκε στον διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κρατήσεως. Στην παραπάνω πρώτη έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 398/28.9.2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε για διακεκριμένες κλοπές σε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Στη δεύτερη από τις ως άνω αιτήσεις ο αναιρεσείων αναφέρει επί λέξει "Κύριοι δικαστές, με την υπ' αριθμό 398/2011 απόφασης του Πενταμελούς εφετείου Λάρισας έχω καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης 3 ετών, καθώς και τα έξοδα της δίκης, τα οποία ανέρχονται σε 500 €. Επειδή πιστεύω ότι έχω βάσιμες ελπίδες ότι η αναίρεσή μου θα γίνει δεκτή, ώστε να ξαναγίνει η δίκη μου, ελπίζοντας στην περαιτέρω μείωση της ποινής μου, παρακαλώ να κάνετε δεκτό το αίτημά μου. Όταν θα καθαρογραφούν τα πρακτικά του Πενταμελούς εφετείου μου θα καταθέσω συμπληρωματικά όλους τους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι θα πρέπει το δικαστήριό σας να εξετάση την υπόθεσή μου". Με το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι δεν περιέχουν κανένα λόγο σαφή και ορισμένο, αφού δεν αναφέρεται από τον αναιρεσείοντα σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως στρέφονται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επί πλέον, η δεύτερη αίτηση είναι απορριπτέα και διότι το σχετικό δικόγραφο δεν περιήλθε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως απαιτεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με δικαστικό επιμελητή, αλλά περιήλθε σ' αυτόν διά του Διευθυντή των φυλακών, στον οποίον απλώς κατατέθηκε ως δικόγραφο, στο οποίο καταρτίσθηκε μόνο πράξη - αριθμός πρωτοκόλλου, χωρίς υπογραφή του Διευθυντή ή του Γραμματέως των Φυλακών.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις 117/2911 και 20218/2011 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Ν. του Κ. και της Χ. κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της 398/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως Απορρίπτονται οι αιτήσεις ως απαράδεκτες Για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον ως άνω Εισαγγελέα με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλον τρόπο.
| null | null | 2
|
Αριθμός 859/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Δεκεμβρίου 2009 και 18 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα με αριθμό και ημερομηνία 298/27.12.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Κατόπιν της υπ' αριθμ. 1350/5-10-2011 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου - σε Συμβούλιο, με την οποία έχει αποφανθεί ότι απέχει να τοποθετηθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Γ. Τ. και Ι. Κ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2199/18-11-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μέχρις ότου υποβληθεί σχετική εισαγγελική πρόταση επί του παραδεκτού ή μη των αιτήσεων αναιρέσεως των προαναφερομένων διαδίκων Γ. Τ. και Ι. Κ., επάγομαι τα ακόλουθα: Σχετικά με την εν λόγω υπόθεση έχω υποβάλλει ήδη προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Τμήμα Ποινικό (σε Συμβούλιο) την υπ' αριθμ. πρωτ. 248/27-7-2010 έγγραφη πρόταση μου, στην οποία έχουν καταχωρηθεί οι σκέψεις μου για το παραδεκτό ή μη των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως Γ. Τ. και Ι. Κ. όπως τούτο άλλωστε προκύπτει από τις σελίδες 1, 2, 3, 4, 5 και 6 της ως άνω μνημονευομένης εγγράφου προτάσεως μου στις οποίες διατυπωθείσες σκέψεις μου αναφέρομαι εκ νέου. Ως εκ τούτου - ανεξάρτητα από το εάν συμφωνεί ή διαφωνεί το Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο) με τις σκέψεις που έχω ήδη διατυπώσει στην υπ' αριθμ. πρωτ. 248/27-7-2010 έγγραφη πρόταση μου -, εφόσον υφίσταται σχετική πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα (εμού) όσον αφορά το παραδεκτό ή μη των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Γ. Τ. και Ι. Κ. που στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν συντρέχει λόγος αποχής του Δικαστηρίου Σας (σε Συμβούλιο) από το να αποφανθεί περί του παραδεκτού ή μη των προαναφερομένων υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως καθόσο δεν απαιτείται εν προκειμένω εκ του νόμου σύμπτωση απόψεων πρόταση μόνο απαιτείται να υπάρχει οποιουδήποτε περιεχομένου, και τέτοια υπάρχει. Αθήνα 19 Δεκεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Γ. Τ. με το 181/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού με άλλους συγκατηγορουμένους του σε απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο του επιδόθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2009 στη δηλωθείσα στην κατά την ανάκριση απολογία του διεύθυνση κατοικίας του, στην οδό ... στους ... με θυροκόλληση, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο ο κατηγορούμενος, άσκησε την από 16 Απριλίου 2009 198/2009 έφεση του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το προσβαλλόμενο 2199/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς να εκθέτει στην έφεση προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως της λόγους ανώτερης βίας, που να αφορούν το πρόσωπο του εκκαλούντος και να προσκομίσει τα προς επιβεβαίωση τους αποδεικτικά μέσα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την από 21.12.2009 ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος άσκησε αίτηση αναιρέσεως και ο κατηγορούμενος για την αυτήν ως άνω πράξη, Ι. Κ., με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών στις 18 Δεκεμβρίου 2009 και για την οποία συντάχθηκε η 221/2009 έκθεση. Από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από το από 3.12.2009 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας εφετών ... προκύπτει ότι στον εν λόγω αναιρεσείοντα είχε επιδοθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί και αυτός για να δικασθεί για την ως άνω πράξη, στις 3 Δεκεμβρίου 2009 με θυροκόλληση στη δηλωθείσα έφεση κατοικία του. Στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεκαήμερης προθεσμίας, ο ως άνω αναιρεσείων δεν επικαλείται προς δικαιολόγηση της καθυστερημένης ασκήσεως αυτού του ένδικου μέσου συνδρομή ανυπέρβλητου κωλύματος ή λόγο ανώτερης βίας. Οι αιτήσεις αναιρέσεως των ως άνω κατηγορουμένων προσδιορίσθηκαν να δικασθούν μαζί με εκείνες των λοιπών συγκατηγορουμένων τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) στις 19 Οκτωβρίου 2010. Με την απόφαση του 1848/2010 το Δικαστήριο τούτο, διαπιστώνοντας ότι οι ως άνω αιτήσεις, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έχουν ασκηθεί παραδεκτώς και ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις, που επιβάλλονται ως υποχρεωτικές από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά με την ειδοποίηση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καθενός από τους ως άνω διαδίκους που άσκησαν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή τον αντίκλητο τους για να προσέλθουν στο Συμβούλιο και εκθέσουν τις απόψεις τους, για το ένδικο αυτό μέσο πριν την απόρριψη των αιτήσεων ως απαραδέκτων από το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο, απέσχε να αποφανθεί επί των ως άνω αιτήσεων προκειμένου να ειδοποιηθούν οι αναιρεσείοντες εμπροθέσμως και νομίμως, όπως ορίζει η παραπάνω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για να προσέλθουν κατά τη συνεδρίαση αυτού, να εκθέσουν τις απόψεις τους για το ένδικο μέσον που άσκησαν. Ακολούθως, οι ως άνω αναιρεσείοντες ειδοποιήθηκαν οι ίδιοι από τη Γραμματεία του Συμβουλίου τούτου να προσέλθουν στη συνεδρίαση του Συμβουλίου, κατά τη δικάσιμο της 25ης Ιανουαρίου 2011, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σημείωση στη δικογραφία από τη Γραμματέα του Συμβουλίου. Το Δικαστήριο τούτο εφαρμόζοντας και πάλι τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1 και 138 παρ. 2,3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες για το κύρος του εκδιδόμενου βουλεύματος επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, έκρινε (σε Συμβούλιο) ότι έπρεπε να απόσχει και απέσχε να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή σχετικής εισαγγελικής προτάσεως, δοθέντος ότι αυτή δεν είχε υποβληθεί, μετά την, κατά τα άνω, ειδοποίηση των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από τη δικογραφία. Ήδη, ο Εισαγγελεύς με τη με αριθμό 298/27 Δεκεμβρίου 2011 πρόταση του αναφέρεται στην προηγούμενη με αριθμό 248/27.7.2010 πρότασή του.
Επειδή, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του Νόμου 3160/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους, κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση, τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι κατά βουλεύματος, που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτεθέντα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση" κι έτσι με την αντικατάσταση αυτή εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο.
Επομένως, και ενόψει του ότι, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται άσκηση αναιρέσεως, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει τις 221/18.12.2009 και 224/21.12.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Ι. Κ. του Γ. και Γ. Τ. του Σ., αντιστοίχως κατά του 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει τις αιτήσεις ως απαράδεκτες διότι στρέφονται κατά βουλεύματος, που δεν προσβάλλεται με αναίρεση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 858/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ν. του Λ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Εριέττα Καραγιάννη - Χαμηλοθώρη, περί αναιρέσεως της 6/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 785/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου να ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα, η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφει ο νόμος, ανήκει στην αποκλειστική και κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, δεν παρέχεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υποβάλει, πριν από την έκδοση της αποφάσεως για την ποινή, αίτημα για την επιβολή εφέσιμης ποινής, ούτε, άλλωστε, είναι λογικά εφικτό, το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει για το ύψος της ποινής, να κρίνει αν αυτή θα είναι εφέσιμη ή όχι. Για το "αίτημα" δε αυτό (που αποτελεί "ευχή") το Δικαστήριο αποφασίζει ταυτόχρονα με την περί της ποινής απόφασή του, η σχετική δε αιτιολογία αυτής αποτελεί και την αιτιολογία για την απόρριψη ή την αποδοχή του πιο πάνω "αιτήματος". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. β εδ. α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ.......". Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το από 22-11-1984 έβδομο πρωτόκολλο της Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987. Το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου ορίζει στην παράγραφο 1 ότι κάθε πρόσωπο, που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη, από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται δυνατότητα εξαιρέσεως στην περίπτωση αξιόποινων πράξεων μικρής σημασίας ή στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος κρίθηκε σε πρώτο βαθμό από ανώτερο δικαστήριο, ενώ, σύμφωνα και με το πρώτο άρθρο του ν. 1705/1987 η Κύρωση του Πρωτοκόλλου αυτού, έγινε με την ρητή επιφύλαξη "ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρουμένου Πρωτοκόλλου δε θίγει τη διάταξη του άρθρου 489 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας". Ακολούθως, με τον Ν. 2462/1977, κυρώθηκε, χωρίς επιφύλαξη, το από 16-12-1966 Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Κατά το άρθρο 14 παρ.5 του Συμφώνου αυτού, "κάθε πρόσωπο, που κρίνεται ένοχο για παράβαση, έχει δικαίωμα, η απόφαση περί της ενοχής και της καταδίκης του να εξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο, σύμφωνα με το νόμο". Η διαλαμβανόμενη δε στην διάταξη αυτή έκφραση "σύμφωνα με τον νόμο, υπονοεί την πιο πάνω γενόμενη επιφύλαξη του 7ου Πρωτοκόλλου. Επομένως οι πιο πάνω διατάξεις δεν παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης ασκήσεως ένδικων μέσων, ούτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας και χωρίς φραγμούς προσβάσεως σε αυτούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Αχαρνών) κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για εξύβριση και απλή σωματική βλάβη και επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δύο μηνών και δέκα ημερών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ "επί του αιτήματος επιβολής εφεσίμου ποινής, που υπεβλήθη διά της πληρεξουσίας του δικηγόρου επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποινή δύο μηνών και δέκα ημερών, ενώ επί της ουσίας δεν απεφάνθη επ' αυτού πολλώ δε μάλλον δεν υπήρξε και η απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη ή αποδοχή του ανωτέρω αιτήματος. ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΆΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΚΡΊΝΟΝΤΟς ΣΕ ΠΡΏΤΟ ΒΑΘΜΌ Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος και στη συνέχεια να του επιβάλει ποινή, η οποία του στερεί το δικαίωμα της δευτεροβάθμιας κρίσης, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ. 5 ΔΣΑΠΔ". Οι αιτιάσεις αυτές, σύμφωνα τα προαναφερθέντα, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως του αναιρεσείοντος, καθόσον το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά του για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Αχαρνών) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως και απλής σωματικής βλάβης και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών και δέκα (10) ημερών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι την 18.2.2007 στις Αχαρνές Αττικής πρόσβαλε εκ προθέσεως την τιμή άλλου και ειδικότερα της εγκαλούσης (L. M. ), η οποία εργαζόταν σε ταβέρνα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, με τις λέξεις "γαμώτο σου, παλιοπουτάνα" και "παλιοπουτάνα". Επίσης, κατά τον αυτόν ως ανωτέρω τόπο και χρόνο, εκ προθέσεως προξένησε στην ανωτέρω εγκαλούσα υπάλληλό του σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της, ειδικότερα επιτέθηκε κατά αυτής με διάφορα αντικείμενα (συγκεκριμένα με πιάτα), τα οποία πέταξε κατά αυτής στο πρόσωπο και σε διάφορα μέρη του σώματός της, προξενώντας της κάκωση προσώπου και οίδημα δεξιάς υποκόγχιας χώρας (παρειάς), γεγονός που αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτοκόλλου 2789/28.2.2007 έγγραφο του Περιφερειακού Γ. Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας "Αγία Όλγα", σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της εξυβρίσεως και της απλής σωματικής βλάβης για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 361 παρ. 1 και 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων προσέβαλε τη τιμή της εγκαλούσας με τις ως άνω εξυβριστικές φράσεις, η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ανέφερε τη φράση "γαμώτο σου παλιοπουτάνα", ενώ αυτό δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, είναι απαράδεκτη, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 361 παρ.1 και 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, συνισταμένη στο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 1/16 Ιουνίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Ν. του Λ. και της Μ. , κατοίκου ... κατά της 6/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Αχαρνών). Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Σχετική ακυρότητα διότι το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το αίτημα του αναιρεσείοντος να του επιβάλει εφέσιμη ποινή, 2. Υπέρβαση εξουσίας επειδή το Δικαστήριο του απέδωσε ορισμένες εξυβριστικές φράσεις χωρίς αυτές να έχουν κατατεθεί στο ακροατήριο, 3) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 857/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Α. Μ. του Δ., κάτοικο ... και εγκαλούμενη την Ά. Σ. , Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 158875/8.3.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 413/20112.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 114/27.4.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, την υπ' αριθ. πρωτ. 158875/8-3-2012 αναφορά-αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών (ΕΓ 4-12/132), για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 ΚΠΔ, και εκθέτουμε τα εξής: 1. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας με το προαναφερθέν έγγραφό του -μετά της συνημμένης σ' αυτό ΑΒΜ: Α-2011/9 εγκλήσεως του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... , -που στρέφεται και κατά της υπηρετούσας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Ά. , Προέδρου Πρωτοδικών-, ζήτησε προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας(ΠΔ 30/2011)- δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο. 2. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, "εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του άρ.137 ΚΠΔ, "την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγ. Ι του αρ. 137 ΚΠΔ", συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ' όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Επισημαίνεται ότι η Νομολογία δέχεται, ότι η περίπτωση του αρθ. 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ αποβλέπει στο αδιάβλητο της δικαστικής κρίσεως στην κοινή συνείδηση, γι' αυτό δε τον λόγο, η παραπομπή μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία (ΑΠ840/2005, ΑΠ733/2003).3. Επειδή ο Α. Μ. με την έγκλησή του στρέφεται κατά της Σ. Ά. , Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών (βλ την υπ' αριθ. 35223/11-4-2011 βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), στην οποία αποδίδει την διάπραξη των αξιόποινων πράξεων της παράβασης καθήκοντος, της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο, σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κ.α.(αρθρ. 26§1, 27, 46§1, 259, 386 του ΠΚ, Ν.3691/2008 κ.τ.λ.). Επειδή όμως -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθηνών και ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 158875/8-3-2012 έγγραφό του υπέβαλε την αναφορά-αίτηση του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να αποφασίσει σχετικώς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι, κατά τα εκτεθέντα, "σε κάθε άλλη περίπτωση" αρμόδιο. 4. Επομένως , συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να χωρήσει από το Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και να ορισθεί ως αρμόδιος να επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως και να κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνουμε: Να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υποθέσεως, -που ζητεί με το υπ' αριθ. πρωτ.158875/8-3-2012 έγγραφο του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών (EΓ 4-12/132), και αναφέρεται στην ΑΒΜ: Α-2011/9 έγκληση του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... κατά της υπηρετούσας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Ά. , Προέδρου Πρωτοδικών -, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά, για να επιληφθούν επί της εν λόγω υποθέσεως. Αθήνα 27-4- 2012
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών ....... β) το συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ` εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Α. Μ. του Δ. , κάτοικος ... , υπέβαλε την από 4-1-2011 μήνυσή του, που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 7-1-2011 (Α.Β.Μ. Α 2011/9) που στρέφεται, κατά της Ά. Σ. , Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με το υπ` αριθμό 158875/8-3-2012 έγγραφό της, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέβαλε σε αυτόν, τη σχετική ως άνω μήνυση και ζήτησε τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω της ιδιότητας, της κατά τα άνω μηνυομένης, ως δικαστικού λειτουργού, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών καθόσον το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν μπορούσε να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά της ανωτέρω δικαστικής λειτουργού, από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί με το βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών (βλ. την υπ` αριθμό 35223/11-4-2011 βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) δοθέντος δε, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως ως προς την παραπάνω εγκαλουμένη Δικαστική λειτουργό, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ` αριθμό πρωτ. 158875 /8-3-2012 έγγραφο της Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών και αφορά την από την από 4-1-2011 μήνυση του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... , που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 7-1-2011 (Α.Β.Μ. Α 2011/9) και στρέφεται, κατά της Ά. Σ. , Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας (136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών κατόπιν της υποβολής έγκλησης σε βάρος δικαστικού λειτουργού του Πρωτοδικείου Αθηνών, ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 856/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγγο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιρώνη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 17/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/11.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 278/7-12-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 10-9-2011 αίτηση του Ε. Ε. Π., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Φυλακή Λάρισας, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 17/8-2-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις, α) της κατοχής και β) της αγοράς ναρκωτικών (ινδικής κάνναβης και ηρωίνης) από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, με σκοπό την εμπορία (άρθρα 1 και 12 Π.Κ. και άρθρα 4 παρ. 1 και 3 Πιν. Α5 και 6, 5 παρ. 1 περ. β' και 11 και 9 παρ. 12 Ν. 1729/87 όπως αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και 8, ως αυτό αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 13 του Ν. 2161/1993, 4 του Ν. 2408/1996 και 2 Ν. 2479/1997, σε ισόβια κάθειρξη. Η απόφαση αυτή του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, καθόσον με την με αριθμό 186/28-1-2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), απορρίφθηκε η αναίρεση που άσκησε κατ'αυτής ο αιτών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί-υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50).
Στην προκειμένη περίπτωση ως νέες αποδείξεις επικαλείται ο αιτών α) το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των αδελφών του 1) Σ. Ε. Π. και 2) Ο. χας Α. Ρ., που περιέχονται στην υπ'αριθμ. 9036/16-3-2011 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Μ. Χαριτούλας Κων. Σταυρίδου και έχουν ως εξής: "Είμαστε αδελφές του Ε. Π. του Ε. και της Κ. Κατηγορηθήκαμε για απλή συνεργεία σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών, που τελέσθηκε από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, με σκοπό την εμπορία κατ' εξακολούθηση και αθωωθήκαμε ομόφωνα με την υπ' αριθ. 17/8-2-2002 Απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, δικάσαντος κατ' έφεση της υπ' αριθ. 14/16-3-2001 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου, με την οποία είχαμε κριθεί ένοχες. Για την ανωτέρω υπόθεση που ο αδελφός μας καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή ισόβιας κάθειρξης με τις κατηγορίες αγοράς, κατοχής με επιβαρυντικές περιστάσεις, δώσαμε κατά το στάδιο της προανάκρισης και τακτικής ανάκρισης απολογίες, όπως και στα δύο δικαστήρια που έγιναν και οι οποίες περιέχονται στην ανωτέρω δικογραφία. Κριθήκαμε αθώες με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου για τις πράξεις που καταδικάστηκε ο αδελφός μας, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο πρόσωπό μας δεν συνέτρεχε το στοιχείο της γνώσης, ότι δηλαδή ο αδελφός μας, κατά την κατηγορία, είχε αγοράσει και κατείχε τις ναρκωτικές ουσίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Από το έτος 2000, που είναι ο χρόνος τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αδελφός μας, έχουν περάσει έντεκα (11) χρόνια. Στο σημείο αυτό θέλουμε να αναφέρουμε ότι ο αδελφός μας, ο οποίος είχε σταθερή επαγγελματική απασχόληση (εμπορία φρούτων και παραγωγή ελαιολάδου), ήταν έντιμος και κοινωνικός άνθρωπος, έχαιρε εκτίμησης στην τοπική κοινωνία και, ως μοναδικός άντρας στην οικογένεια μας, ήταν αρωγός στην μητέρα μας, στην κόρη της Ο. και σε μας. Μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πενταμελές Εφετείο (Φεβρουάριος 2002), όπου εμείς αθωωθήκαμε, δεν μας είχε αναφέρει λεπτομέρειες σχετικά με την εμπλοκή του στην υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε. Τον μήνα Μάρτιο του 2002, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε με τον αδελφό μας, μας μίλησε για πρώτη φορά για λεπτομέρειες της υπόθεσής του τις οποίες και αγνοούσαμε. Συγκεκριμένα μας είπε τα εξής: "Τώρα που η δικαστική σας περιπέτεια, από δική μου ευθύνη, έληξε, νομίζω ότι έφτασε η στιγμή να σας τα πω όλα". Μας είπε λοιπόν ότι οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν σε αποθήκη του σπιτιού μας ανήκαν στους Α. Ν., ιδιοκτήτη καφετέριας στο ... της Μ. και στον Γ. Μ., καταγόμενο από το ..., για τους οποίους ήταν γνωστό ευρέως ότι έκαναν χρήση ναρκωτικών και ακόμη ότι είχαν σχέσεις με ανθρώπους που εκινούντο στον χώρο των ναρκωτικών. Αυτοί οι δύο είχαν αγοράσει τις ποσότητες αυτές από έναν Αλβανό με το όνομα Β.. Μας είπε ακόμη ο αδελφός μας ότι, κατά την διάρκεια της κράτησής του στο Αστυνομικό Τμήμα, του τηλεφώνησε ο Αλβανός στο κινητό του και του είπε σε έντονα απειλητικό τόνο ότι, αν αποκαλύψει την αλήθεια, ότι δηλαδή τα ναρκωτικά προορίζονταν για τους Ν. και Μ. και ότι πίσω από αυτούς τους δύο κινούνται και άλλα πρόσωπα, Έλληνες και Αλβανοί, τους οποίους ο αδελφός μας δεν εγνώριζε, τότε θα κινδύνευε άμεσα η ζωή η δική μας, της μητέρας μας και της κόρης της Ο.. Ο αδελφός μας, επειδή η απειλή έγινε σε πολύ έντονο ύφος, ήταν πειστική (διότι ανέφερε και άλλα πρόσωπα τα οποία δεν κατονομάζονταν), φοβήθηκε τόσο πολύ γιατί πίστεψε ότι, αν αποκάλυπτε την αλήθεια, όλες οι ανωτέρω απειλές θα πραγματοποιούνταν. Μας ζήτησε όμως επιτακτικά και με έντονο ύφος, επειδή κινδύνευε άμεσα και σοβαρά όλη μας η οικογένεια αλλά και ο ίδιος που ήταν στην φυλακή, να μην αποκαλύψουμε τίποτε και σε κανέναν τα όσα μας είπε. Τέλος μας είπε ότι τα χρήματα που έδωσε στον Αλβανό για τα ναρκωτικά, του τα είχαν δώσει ο Ν. και ο Μ. και ότι, αν δεν υπήρχαν οι απειλές που είχε δεχθεί για την οικογένειά μας και τον εαυτό του, δεν θα είχε κάνει καμία πράξη από αυτές για τις οποίες καταδικάστηκε. Αποκαλύπτουμε την αλήθεια που μας είπε ο αδελφός μας το 2002, γιατί θεωρούμε πλέον ότι δεν κινδυνεύουμε, γιατί τα δύο πρόσωπα που μπορούσαν σε κάθε στιγμή να κάνουν πράξη τις απειλές τους, απεβίωσαν, ο μεν Γ. Μ. το 2007, ο δε Α. Ν. τον Μάιο του 2010. Οδηγός μας στην ενέργειά μας αυτή, δηλαδή να παρουσιαστούμε ενώπιον συμβολαιογράφου και να δηλώσουμε όλα όσα μας αποκάλυψε ο αδελφός μας το 2002, είναι η επιθυμία μας να δικαστεί αυτός για ό,τι πραγματικά έκανε και όχι για όλα όσα καταδικάστηκε. Όλα τα παραπάνω τα καταθέτουμε για να χρησιμοποιηθούν για κάθε νόμιμη χρήση. Ας είναι βοηθός μας ο θεός και το Ιερό του Ευαγγέλιο", και β) το περιεχόμενο της δήλωσης του Β. Γ. Π., κατοίκου ..., που περιέχεται στην υπ'αριθμ. 21011/30-3-2011 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Ιωαν. Πάκου και έχει ως εξής: "Τον Ε. Π. του Ε., κάτοικο ..., που τώρα εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης στις Φυλακές Λάρισας για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών τον γνωρίζω πλέον των τριάντα (30) ετών. Η γνωριμία μας έγινε στην κεντρική αγορά του Αγ. Ιωάννη Ρέντη στην Αθήνα, όπου ο Ε. Π. κατέβαινε σε τακτά χρονικά διαστήματα για αγορές (φρούτων κλπ) καθ' ότι διατηρούσε μαγαζί εμπορίας φρούτων στην πόλη της Μ., επίσης έφερνε ελαιόλαδο το οποίο πουλούσε. Η εργασία η δική μου (κατασκευή και εμπορία αλουμινίου) ήτο στο Αιγάλεω. Στον Αγ. Ιωάννη Ρέντη μετέβαινα πολύ συχνά διότι ο θείος μου, Α. Γ. είχε μαγαζί στην κεντρική πύλη της αγοράς. Η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε προσωπική φιλία και στη συνέχεια σε οικογενειακή. Τον φιλοξενούσα όσο έμενε στην Αθήνα για τις δουλειές του και όταν μετέβαινα στην Μ. είτε οικογενειακώς, είτε μόνος μου μας φιλοξενούσε, όπου γνωρίσαμε και τις αδελφές του και τη μητέρα του. Στη Μ. μετέβαινα διότι η αδελφή μου Ε. ήτο παντρεμένη με τον Θ. Κ. εκ Μ. και όταν αυτοί μετακόμισαν στην Αθήνα, εγώ συνέχισα να επισκέπτομαι τον Ε. Π. και την οικογένεια του.
Από τα μέσα του έτους 2000 ο Ε. Π. δεν κατέβαινε στην Αθήνα ούτε στην αγορά, τον αναζήτησα στο τηλέφωνο του σπιτιού του στη Μ., όμως δεν απαντούσε κανείς. Κατά διαστήματα τηλεφωνούσα και πάλι όμως δεν ήταν κανείς. Σκέφτηκα ότι κάτι σοβαρό πρόβλημα υγείας ή ο ίδιος ή κάποιος από την οικογένεια του θα έχει και κάποια στιγμή θα μου τηλεφωνούσε ο ίδιος. Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια όταν μου τηλεφώνησε ο ίδιος, ο οποίος ήτο συντετριμμένος και μου είπε "φίλε μου Β. έμπλεξα άσχημα και είμαι στη φυλακή για ναρκωτικά". Όταν το άκουσα στην κυριολεξία έφυγε η γη απ' τα πόδια μου, μου είπε δε ότι θα μου τηλεφωνούσε κατά διαστήματα, και ότι το μόνο που ήθελε από μένα να στηρίξω ηθικά τις αδελφές του και τη μητέρα του και έτσι έκλεισε η συνομιλία μας. Είπα πιο πάνω ότι έφυγε η γη από τα πόδια μου, διότι μέχρι τότε τον γνώριζα πάνω από είκοσι χρόνια, είχαμε οικογενειακές σχέσεις, ουδέποτε είχε δώσει δικαίωμα σε κανένα να σκεφτεί καν ότι ασχολείται με τέτοια πράγματα. Αντιθέτως τον ήξερα ως τίμιο, ηθικό άνθρωπο, που έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού τόσο στην τοπική κοινωνία της Μ., όπου είχε κατάστημα εμπορίας φρούτων και τον επισκεπτόμουν, όσο και στον εμπορικό κόσμο της Αθήνας που είχε εμπορικές συναλλαγές. Η δε οικογένεια του, η μητέρα του, οι αδελφές του καθώς και η κόρη της αδελφής του Ο. ήταν υπόδειγμα ήθους και αξιοπρέπειας. Έκτοτε μου τηλεφωνούσε, και αφού μου εξήγησε ότι είχαν ταλαιπωρηθεί και οι αδελφές του με προφυλάκιση και καταδίκη στον πρώτο βαθμό, αθωώθησαν στο Εφετείο. Μου έλεγε δε "φίλε μου Β., κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω πως έμπλεξα". Η τηλεφωνική μας επικοινωνία συνεχίσθηκε έκτοτε κατά διαστήματα. Περί τα τέλη του Ιουνίου του έτους 2010, σε νέα τηλεφωνική μας επικοινωνία, μου είπε "Β. έφτασε η ώρα να σου πω την όλη αλήθεια, πως έμπλεξα και βρίσκομαι τώρα στη φυλακή με ισόβια κάθειρξη. Όπως ξέρεις πολύ καλά εγώ ποτέ δεν είχα σχέση με ναρκωτικά ούτε να κάνω χρήση ούτε να πουλάω. Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο σπίτι μας δεν ήταν δικά μου. Δύο άνθρωποι με απείλησαν ότι αν δεν τα αφήσω στο σπίτι μου και νάρθουν να τα πάρουν αυτοί μετά, χρήματα των οποίων κατέβαλλα στον Αλβανό με το όνομα Β. ότι κινδυνεύω άμεσα τόσον εγώ, όσο οι αδελφές μου Σ. και Ο., ακόμη δε και η κόρη της τελευταίας. Μάλιστα όταν ήμουν κρατούμενος στο Αστυνομικό Τμήμα της Μ. μου τηλεφώνησε στο κινητό μου ο Αλβανός με το όνομα Β. και μου επανέλαβε τις απειλές αυτές, σε έντονο και απειλητικό ύφος και επιπλέον μου είπε "πρόσεξε κράτα το στόμα σου κλειστό, διότι εκτός των δύο γνωστών σου στη υπόθεση εμπλέκονται και άλλα άτομα τόσον Αλβανοί όσο και Έλληνες και ότι αυτοί δε θα μείνουν στις απειλές, θα τις πραγματοποιήσουν. Φοβήθηκα τόσο πολύ, περισσότερο για την οικογένεια μου που δεν το αποκάλυψα ούτε στις αδελφές μου, παρά μόνον όταν αυτές αθωώθησαν και μάλιστα τους επέστησα την προσοχή μην τολμήσουν και πουν κουβέντα διότι κινδυνεύουν άμεσα, τόσον αυτές όσο κι εγώ που βρίσκομαι στη φυλακή. Σου είπα ότι έφτασε η ώρα να σου πω όλη την αλήθεια, διότι αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι νεκροί πλέον, τα ονόματα τους είναι Α. Ν. ο ένας, που ήτο ιδιοκτήτης καφετέριας στο ... της Μ. και Γ. Μ. ο άλλος, που κατάγονταν από το .... Μου είπε δε ότι ήτο ευρέως γνωστό ότι οι δύο αυτοί ησχολούντο με τη χρήση και την εμπορία ναρκωτικών. Μου εξήγησε δε ότι μου είπε όλα αυτά, διότι το σπουδαιότερο πιστεύει ότι εξέλιπε πλέον ο φόβος που τον είχε καταλάβει και ότι επιπλέον ήθελε να γνωρίζω ότι δεν είχε σχέση ο ίδιος με ναρκωτικά". Επειδή δεν έχω κανένα λόγο να αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του και την εντιμότητά του, διότι ως προανέφερα είναι άτομο που χαίρει εκτίμησης και είναι ηθικά και κοινωνικά καταξιωμένος, μετά τη συνομιλία μας αυτή περί τον Οκτώβριο του 2010 πήγα στη Μ. στις αδελφές του και σε συζήτηση τους ανέφερα τι μου αποκάλυψε ο αδελφός τους, τότε αυτές μου είπαν ότι το γνώριζαν από το 2002 μετά την αθώωσή τους από το Δικαστήριο, αλλά τους είχε πει να μην τολμήσουν και πουν κουβέντα διότι κινδυνεύουν όλοι. Τότε παρεκίνησα εγώ τις αδελφές του να τα καταθέσουμε για να γίνουν γνωστά. Κίνητρο μου για να καταθέσω αυτά ενόρκως είναι το γεγονός ότι είμαι απόλυτα βέβαιος για την ειλικρίνεια και εντιμότητα του Ε. Π. και να χρησιμοποιηθούν για κάθε νόμιμη χρήση. "
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω δηλώσεων-καταθέσεων τόσο των αδελφών του αιτούντος, όσον και του Β. Γ. Π., ενώπιον των πιο πάνω μνημονευομένων συμβολαιογράφων, ό,τι γνωρίζουν αυτοί, το γνωρίζουν από τις αφηγήσεις του αιτούντος, και μάλιστα οι πρώτες (αδελφές του) από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μαζί του τον μήνα Μάρτιο του 2002 και ο Β. Π. από την επίσης τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με πρωτοβουλία του αιτούντος το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα και μετά την καταδίκη του από το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου και τελευταία από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν περί τα τέλη Ιουνίου 2010. Κατά το ουσιώδες περιεχόμενο των ενόρκων αυτών δηλώσεων των πιο πάνω αδελφών και του φίλου του αιτούντος, τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην αποθήκη του σπιτιού του πατέρα του αιτούντος ανήκαν στους Α. Ν. που ήταν ιδιοκτήτης καφετέριας στο ... της Μ. και στον Γ. Μ. που κατάγονταν από το ..., οι οποίοι τον απείλησαν ότι αν δεν τα αφήσει σπίτι του και νάρθουν να τα πάρουν αυτοί μετά, χρήματα των οποίων κατέβαλε στον Αλβανό με το όνομα Β., θα κινδύνευε η ζωή αυτού και των αδελφών Σ. και Ο. και ότι ακόμη ο Αλβανός Β. όταν εκρατείτο στο Αστυνομικό τμήμα Μ. του τηλεφώνησε στο κινητό του και του επανέλαβε τις απειλές αυτές, σε έντονο και απειλητικό ύφος, και επί πλέον του είπε "πρόσεξε κράτα το στόμα σου κλειστό, διότι εκτός των δύο γνωστών σου στην υπόθεση εμπλέκονται και άλλα άτομα τόσο Αλβανοί όσο και 'Ελληνες και ότι αυτοί δε θα μείνουν στις απειλές, θα τις πραγματοποιήσουν". Η αλήθεια των αφηγήσεων αυτών του αιτούντος και οι εντεύθεν του ιδίου περιεχομένου δηλώσεις-καταθέσεις των αδελφών του και του φίλου του ενώπιον των παραπάνω συμβολαιογράφων, από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύονται εις τρόπον ώστε να κάνουν αυτές φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. 'Αλλωστε αυτός (αιτών) απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση της οποίας τώρα ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά τρόπο σοβαρό και πειστικό ανέφερε ότι αγόρασε τα ναρκωτικά από κάποιο Αλβανό που γνώρισε στην πλατεία Ομονοίας των Αθηνών, δεν είπε τίποτα για τα ναρκωτικά στις αδελφές του. Οι αδελφές του δεν είχαν πρόσβαση στην αποθήκη διότι είχε κίνδυνο να πέσει και δήλωσε περαιτέρω: "Ζητώ συγνώμη από την Πολιτεία και τη Μ.. Εργαζόμουν στα κτήματα. Η βαλίτσα (εντός της οποίας βρέθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών) ήταν του Αλβανού". Τώρα δε το πρώτον για να ενισχύσει την κρινόμενη αίτησή του εμφανίζει εαυτόν τρομοκρατηθέντα από τους Α. Ν. και Γ. Μ., στους οποίους ανήκαν δήθεν τα ναρκωτικά, οι οποίοι κατά τις αναφορές του έχουν αποβιώσει και συνεπώς εξέλιπε ο φόβος του και η διακινδύνευση των αδελφών του, εξού λόγου και τόσον αυτός όσο και οι αδελφές του, γνωρίζουσες τις απειλές που δέχονταν ο αδελφός τους και στρέφονταν και κατ'αυτών, εννέα περίπου χρόνια δεν το αποκάλυψαν σε κανένα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτούντος και των εις επικουρίαν αυτού ελθουσών αδελφών του, με την ανωτέρω δήλωσή τους ενώπιον της μνημονευόμενης συμβολαιογράφου, όπως και οι αναφορές του φίλου του Β. Π. στην παραπάνω υπ'αριθμ. 21011/30-3-2011 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ευγενίας Ιωαν. Πάκου, από μόνες τους, στηριζόμενες μόνον στις αφηγήσεις του αιτούντος, ο οποίος από της συλλήψεως του ευρίσκετο στην πλήρη ασφάλεια των διωκτικών Αρχών και ουδένα κίνδυνο διέτρεχε, όπως και ουδένα κίνδυνο θα διέτρεχαν οι αδελφές του αν αποκάλυπτε στις Αστυνομικές Αρχές τις δήθεν και κατ'αυτών στρεφόμενες απειλές των Α. Ν., Γ. Μ. και του Αλβανού, οι οποίοι και πάραυτα θα συλλαμβάνονταν, όχι απλά δεν κάνουν φανερό, όπως προδιαλαμβάνεται, ότι είναι αυτός αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πραγματικά τέλεσε, αλλά είναι επιεικώς αφελείς, αφού πρόδηλον είναι ότι αναφέρεται ο αιτών σε πρόσωπα, απειλήσαντα αυτόν, τα οποία δεν είναι στη ζωή και δεν μπορούν συνεπώς να εξετασθούν και να τον διαψεύσουν ή μη, όπως δεν μπορεί να προσδιορισθεί και να εξετασθεί σχετικά ο Αλβανός με τα στοιχεία ταυτότητας που δίνει γι'αυτόν. Κατ'ακολουθίαν όλων των παραπάνω εκτιθεμένων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 10-9-2011 αίτηση του Ε. Ε. Π., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Φυλακή Λάρισας, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 17/8-2-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για κακούργημα, υπ' αριθ. 17/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι έπρεπε να καταδικασθεί για απόκρυψη ή αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών χωρίς επιβαρυντικές περιστάσεις και όχι για αγορά και κατοχή αυτών με την επιβαρυντική περίσταση ότι οι πράξεις τελέστηκαν από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, δηλαδή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 17/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της οποίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 186/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από δράστη που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας καθείρξεως. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός: "Στον ..., την 27/9/2000, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ενεργώντας με πρόθεση: Α) Κατείχε, ήτοι είχε στην άμεση φυσική εξουσία του, ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες κατά την έννοια του νόμου δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν την εξάρτηση του ατόμου από αυτές και, συγκεκριμένα, απέκρυψε και φύλασσε επιμελώς στην αποθήκη του σπιτιού, όπου κατοικεί με τις συγκατηγορούμενές του Σ. Π. και Ο. Π. (που αθωώθηκαν με την ανωτέρω απόφαση): α) Τριάντα οκτώ (38) περίπου κιλά ινδικής κάνναβης υπό μορφή φούντας, συσκευασμένα σε 39 δέματα (φρατζόλες) μέσου μικτού βάρους 950 γραμμ έκαστο, εκ των οποίων τα 20 τα είχε τοποθετήσει μέσα σε βαλίτσα και τα υπόλοιπα σε πλαστικές σακούλες απορριμμάτων, πάνω δε στη βαλίτσα και τις σακούλες είχε εναποθέσει διάφορα άλλα αντικείμενα ώστε να καθίσταται δυσχερής η ανεύρεση τους, β) εκατόν σαράντα (140) περίπου γραμμάρια ηρωίνης σε σκόνη, εκ των οποίων τα 39,8 γραμμάρια τα είχε συσκευάσει σε οκτώ αυτοσχέδια και ισοβαρή σακίδια, ενώ η υπόλοιπη ηρωίνη ήταν χύμα, ολόκληρη δε την ποσότητα την είχε κρύψει μέσα σε μία ξυλόσομπα, που βρισκόταν ανάμεσα σε άλλα πράγματα της αποθήκης για να μην είναι εύκολος ο εντοπισμός της, περιστάσεις που δεικνύουν την ιδιαίτερη επικινδυνότητά. του. Και Β) αγόρασε, από άγνωστο μέχρι σήμερα Αλβανό δράστη, αντί του τιμήματος των 2.000.000 δραχμών, τις ανωτέρω ποσότητες των 38 περίπου κιλών ινδικής κάνναβης σε φούντα και των 140 περίπου γραμμαρίων ηρωίνης σε σκόνη". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 17/2002 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, α) την υπ` αριθ. 9036/16.3.2011 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Χαριτούλας Σταυρίδου, βεβαίωση των αδελφών του και τότε συγκατηγορουμένων του Σ. Π. του Ε. και Ο. χήρας Α. Ρ., το γένος Ε. Π. και β) την υπ` αριθ. 21011/30.3.2011 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου, βεβαίωση του Β. Π. του Γ.. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των παραπάνω βεβαιώσεων, ό,τι γνωρίζουν τόσο οι αδελφές του αιτούντος όσο και ο φίλος του Β. Π., το γνωρίζουν από τις αφηγήσεις του ίδιου του αιτούντος, και μάλιστα οι πρώτες (αδελφές του) από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μαζί του τον μήνα Μάρτιο του 2002 και ο Β. Π. από την επίσης τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με πρωτοβουλία του αιτούντος το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα και μετά την καταδίκη του από το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου και, τελευταία, από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν περί τα τέλη Ιουνίου 2010. Κατά το ουσιώδες περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων των αδελφών και του φίλου του αιτούντος, τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην αποθήκη του σπιτιού του πατέρα του αιτούντος ανήκαν στους Α. Ν. που ήταν ιδιοκτήτης καφετέριας στο ... της Μ. και στον Γ. Μ. που καταγόταν από το ..., οι οποίοι τα είχαν αγοράσει από ένα Αλβανό με το όνομα Β., πίσω δε από αυτούς κινούντο και άλλα πρόσωπα, Έλληνες και Αλβανοί, ο Αλβανός απειλούσε έντονα τον αιτούντα ότι, αν αποκάλυπτε την αλήθεια, θα κινδύνευε η ζωή των βεβαιουσών αδελφών του, της μητέρας του και της κόρης της Ο., τα χρήματα που έδωσε ο αιτών στον Αλβανό του τα είχαν δώσει οι Ν. και Μ., ήδη δε εξέλιπε ο κίνδυνος, γιατί οι ανωτέρω έχουν ήδη αποβιώσει (κατά το έτος 2010 και 2007 αντιστοίχως). Ο δε Β. Π. βεβαιώνει και ότι, όπως του είπε ο αιτών, είχε, προηγουμένως, δεχθεί αυτός απειλές και από δύο ανθρώπους. Όμως, η αλήθεια των αφηγήσεων του αιτούντος και, επομένως, οι ίδιου περιεχομένου βεβαιώσεις των ανωτέρω από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύονται εις τρόπον ώστε να κάνουν αυτές φανερό ότι ο αιτών καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Άλλωστε, αυτός (αιτών), απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, κατά τρόπο σοβαρό και πειστικό ανέφερε ότι αγόρασε τα ναρκωτικά από κάποιο Αλβανό που γνώρισε στην πλατεία Ομονοίας των Αθηνών, ότι δεν είπε τίποτα για τα ναρκωτικά στις αδελφές του, ότι αυτές δεν είχαν πρόσβαση στην αποθήκη γιατί κινδύνευε να πέσει, ενώ δήλωσε περαιτέρω ότι ζητεί συγνώμη από την Πολιτεία και τη Μ., ότι εργαζόταν στα κτήματα και ότι η βαλίτσα (εντός της οποίας βρέθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών) ήταν του Αλβανού. Τώρα, λοιπόν, για πρώτη φορά, για να ενισχύσει την κρινόμενη αίτησή του, ισχυρίζεται ότι τρομοκρατήθηκε από τον Αλβανό, καθώς και από τους Α. Ν. και Γ. Μ., στους οποίους ανήκαν δήθεν τα ναρκωτικά, οι οποίοι, κατά τις αναφορές του, έχουν αποβιώσει και, συνεπώς, εξέλιπε ο φόβος του και η διακινδύνευση των αδελφών του, για τον οποίο λόγο και τόσο αυτός όσο και οι αδελφές του, γνωρίζοντας τις απειλές που δεχόταν ο αδελφός τους και στρέφονταν και κατ' αυτών, εννέα περίπου χρόνια δεν το αποκάλυψαν σε κανένα. Οι βεβαιώσεις, λοιπόν, των αδελφών του αιτούντος και του φίλου του Β. Π., στηριζόμενες μόνο στις αφηγήσεις του αιτούντος, ο οποίος από της συλλήψεώς του βρισκόταν στην πλήρη ασφάλεια των διωκτικών Αρχών και δεν διέτρεχε κανένα, όπως και κανένα κίνδυνο δεν θα διέτρεχαν οι αδελφές του αν αποκάλυπτε στις Αστυνομικές Αρχές τις δήθεν και κατ' αυτών στρεφόμενες απειλές των Α. Ν., Γ. Μ. και του Αλβανού, οι οποίοι και πάραυτα θα συλλαμβάνονταν, δεν κάνουν φανερό, όπως προδιαλαμβάνεται, ότι αυτός καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πραγματικά τέλεσε, ήτοι ότι έπρεπε να καταδικασθεί για αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών χωρίς την επιβαρυντική περίσταση ότι ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος, δεδομένου, μάλιστα, ότι αναφέρεται ο αιτών σε πρόσωπα που τον απείλησαν, τα οποία δεν είναι στη ζωή και δεν μπορούν, συνεπώς, να εξετασθούν και να τον διαψεύσουν ή μη, όπως δεν μπορεί να προσδιορισθεί και να εξετασθεί σχετικά ο Αλβανός με τα στοιχεία ταυτότητας που δίνει ο αιτών γι' αυτόν.
Κατ` ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Σεπτεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 7439/2011) αίτηση του Ε. Π. του Ε., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 17/2002 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, που ως νέα προσκόμισε ο αιτών, (ένορκες βεβαιώσεις) δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς είχε τελέσει την πράξη της αποθηκεύσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς την ως άνω επιβαρυντική περίσταση, και, επομένως, ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 855/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Μ.ς του Κων/νου, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μηνά Βλαστάρη, περί αναιρέσεως της 1996/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχήν η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν.1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και τον βαθμό υποβαθμίσεως του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δραχμές, κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη τού, όπως ισχύει, άρθρου 17 παρ. 8 του ν.1337/1983, συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του πρώτου εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις απειλούμενες στο εδάφιο αυτό, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας κλπ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της 1996/2010 αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα (μεταξύ των οποίων και η 11/27.3.2006 έκθεση αυτοψίας του Γραφείου Πολεοδομίας Θάσου, που δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο η διενέργεια αυτοψίας, αλλά και οι επισκοπηθείσες φωτογραφίες), σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης για την πράξη που αποδίδεται στην τελευταία, αλλά και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη στα Λιμενάρια Θάσου, την 27η Μαρτίου 2006, ενεργώντας με πρόθεση, προέβη σε οικοδομικές εργασίες χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και συγκεκριμένα, ως εξ αδιαιρέτου κυρία παλαιάς διώροφης οικίας, ενεργώντας με πρόθεση, καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. 12/6372/27.6.2005 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας, αφαίρεσε από τον πρώτο όροφο της εν λόγω οικίας δύο (2) ξύλινα υποστυλώματα, επί των οποίων εδράζονταν ξύλινα δοκάρια (τα οποία συνεχίζονταν προς τα κάτω και στον ισόγειο όροφο φθάνοντας μέχρι το έδαφος), με αποτέλεσμα να καταστεί επικίνδυνη από στατικής απόψεως η οικοδομή. Με την ως άνω 12/6372/2005 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, είχε επιτραπεί η διενέργεια από την κατηγορουμένη εσωτερικών επιχρισμάτων και εσωτερικών διαρρυθμίσεων στην πιο πάνω οικία, όπως όμως προαναφέρθηκε, η τελευταία, ενεργώντας καθ' υπέρβαση της εν λόγω έγκρισης, αφαίρεσε από τον πρώτο όροφο της εν λόγω οικίας τα πιο πάνω υποστυλώματα, επί των οποίων εδράζονταν τα ξύλινα δοκάρια, με αποτέλεσμα να καταστεί επικίνδυνη η οικοδομή, θίγουσα έτσι τη φέρουσα κατασκευή του κτηρίου. Αντίθετα, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη προέβη στην επισκευή επιχρισμάτων με τη χρήση ικριωμάτων, αφού από κανένα από τα ίδια αυτά αποδεικτικά μέσα δεν επιβεβαιώνεται η χρήση ικριωμάτων. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη για την πιο πάνω πράξη, ήτοι την καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. 12/6372/27.6.2005 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας αφαίρεση από τον πρώτο όροφο της εν λόγω οικίας ξύλινων υποστυλωμάτων, επί των οποίων εδράζονταν ξύλινα δοκάρια, όχι όμως και για την κατασκευή εξ ολοκλήρου εξωτερικών επιχρισμάτων με χρήση ικριωμάτων". Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 17.1 και 8 α' του νόμου 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 22.1 και 3 του Ν. 1577/1985, που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση για την αναιρεσείουσα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και δεύτερος αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 38/2011 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Σ. Μ., το γένος ..., κατοίκου ..., κατά της 1996/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετη οικοδομική κατασκευή. Λόγοι αναιρέσεως: 1. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 851/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη, περί αναιρέσεως της 10563/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Χ. Π. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 473/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 §1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχήν η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της 10.563/2010 αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου. Ειδικότερα, στη Γλυφάδα, στις 20 Ιουλίου 2004, ως οδηγός ΔΧΕ αυτοκινήτου ταξί, από αμέλειά του και δη έλλειψη προσοχής που μπορούσε να καταβάλει, προξένησε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, σωματική βλάβη σε άλλο. συγκεκριμένα, οδηγώντας το ταξί με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας Λ. Σ. και βαίνοντας με αυτό στην οδό Γεννηματά και στο ύψος περίπου του αριθμού 75, με κατεύθυνση προς Αργυρούπολη, από έλλειψη προσοχής δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό Π. Δ. του Γ., που διέσχιζε κατ' εκείνη τη στιγμή κάθετα το οδόστρωμα. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος, έχοντας παρκάρει με αλάρμ το αυτοκίνητό του, προσπάθησε να διασχίζει πεζός κάθετα το οδόστρωμα, από τα δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του ταξί, στην άνω οδό, που είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 9,00 μ. και με συνθήκες νύκτας και μη επαρκή φωτισμό και ενώ αυτός είχε διασχίσει σχεδόν το 1/2 του ρεύματος πορείας του ταξί και από την πίσω πλευρά του σταθμευμένου οχήματός του, το μπροστινό μέρος του οποίου έβλεπε προς Αργυρούπολη, ώστε έτσι ο κατηγορούμενος να μπορεί να τον αντιληφθεί έγκαιρα, ωστόσο, ο τελευταίος, από έλλειψη προσοχής δεν τον αντιλήφθηκε έγκαιρα, ούτε εξάλλου έκανε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, ούτε τροχοπέδηση, με συνέπεια να τον παρασύρει με την εμπρόσθια επιφάνειά του και να τον τραυματίσει σοβαρά, υποστάς κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενδοεγκεφαλική αιμορραγία, υδροκεφαλία και τετραπάρεση. Σύμφωνα δε με τη μάρτυρα, αυτός μετά τετραετία περίπου απεβίωσε από την αιτία αυτή. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητα του πεζού, που πριν κατέλθει στο οδόστρωμα δεν ήλεγξε αν είναι ελεύθερο, χωρίς να αναγνωρισθούν σ' αυτόν τα αιτούμενα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ., πρότερου εντίμου βίου και καλής συμπεριφορά μετά την τέλεση της πράξης, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, το δε ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δεν είναι λευκό, έχοντας καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης για τα εκεί αδικήματα και μάλιστα ομοίως για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για σωματική βλάβη από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 §1 και 315 §1 Ποινικού Κώδικα, που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυς, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του παθόντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και δεύτερος αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παρέστη στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 176 και 183 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2011 αίτηση του Μ. Μ. του Ε. και της Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10.563/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €) καθώς και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια που τελέσθηκε από πρόσωπο που ήταν λόγω του επαγγέλματός του υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει.
| null | null | 2
|
849/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Δ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 75048/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 316/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 91/3.4.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 23/16-2-2012 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του, από τη δικηγόρο της κάτοικο Αθηνών Μαρία Οικονόμου, δυνάμει της από 16-2-2012 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 75.048/16-12-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα. σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στη σχετική έκθεση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 23/16-2-2012 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 75.048/16-12-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη :...."ΑΣΚΕΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 75.048/2011 του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε τέσσερα (4) χρόνια φυλάκιση, λόγω του ότι απορρίφθηκε η έφεσή του ως εκπρόθεσμη. Διορίζει αντίκλητο κλπ....." Από το κείμενο αυτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτή δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, από εκείνους που περιοριστικώς διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:α)Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 23/16-2-2012 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμ. 75.048/16-12-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και : β)Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
O Αντεισαγγελέας του Αρείου πάγου Στέλιος Γκρόζος
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναιρέσεως, έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην κρινόμενη με αριθμ. εκθ. 23/16-2-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 75048/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που συντάχθηκε ενώπιον της δικαστικής γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναφέρονται τα εξής: "... ενώπιον εμού της δικαστικής γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών . . . παρουσιάσθηκε η δικηγόρος Αθηνών Μαρία Οικονόμου και δήλωσε ότι ως πληρεξουσία του Δ. Μ. , ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμ. 75048/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, λόγω του ότι του απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη". Από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν αναφέρεται ούτε επισυνάπτεται κάποιο άλλο έγγραφο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται στην αίτηση αυτή κανένας λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ούτε διατυπώνεται κάποια συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη.
Συνεπώς, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο και δεν παραστάθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 23/16-2-2012 αίτηση του Δ. Μ. του Ε. για αναίρεση της με αριθμ. 75048/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, ελλείψει οιουδήποτε λόγου αναίρεσης.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 847/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου J. O. του N.K. P. , κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Πατρών, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 531/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον E. N. του A.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 156/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 81/22-3-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476.1 και 513.1 εδ.ά ΚΠΔ, την από 30.12.2011 αίτηση αναίρεσης του O. J. , κρατουμένου Δικαστικής Φυλακής Πατρών, κατά της υπ' αριθ. 531/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση εκείνου που το άσκησε, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (σε συμβούλιο), απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473.1,2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης, αν ο διάδικος είναι παρών, διαφορετικά από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παραγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων O. J. , άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 531/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με παρόντα τον ίδιο και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε κάθειρξη δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) € για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Η αναίρεση ασκήθηκε με σχετική αίτηση-δήλωση του ιδίου που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 9.1.2012, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο την 6.10.2011, όπως αυτό πιστοποιείται με βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Αθήνας, που επισυνάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, η αναίρεση αυτή είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία άσκησής της έληγε την 26.10.2011, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) € (άρθρα 476.1, 513.1α'και 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 30.12.2011 αίτηση αναίρεσης του O. J. , κρατουμένου Δικαστικής Φυλακής Πατρών, κατά της υπ' αριθ. 531/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) €. Αθήνα 19.3.2012
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων κατ` αποφάσεως είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι είκοσι ημερών εάν ασκείται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 531/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του N. E. σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε την 18 Φεβρουαρίου 2011, με παρόντα τον αναιρεσείοντα, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6 Οκτωβρίου 2011, όπως αυτό προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του σώματος της αποφάσεως και από την από 17.1.2012 όμοια της Γραμματέως του Τμήματος Δημοσιεύσεως - Εκκαθαρίσεως - Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη υπ` αριθ. 30 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, δια του δικηγόρου Πατρών Κωνσταντίνου Αποστολοπούλου, τον οποίο είχε ορίσει πληρεξούσιο με την από 28.12.2011 εξουσιοδότηση, με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9 Ιανουαρίου 2012, κατά την επ` αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Π. , μετά την πάροδο, δηλαδή, της ως άνω εικοσαήμερης προθεσμίας, χωρίς σ' αυτήν (δήλωση αναιρέσεως) να επικαλείται ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Κατά συνέπειαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Κων. Αποστολόπουλος ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 2.5.2012 επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Δεκεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 135/2012) αίτηση του O. J. του N. K. P. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 531/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου, που εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος, εκ της ασκήσεώς της εκπροθέσμως (μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο) και χωρίς επίκληση λόγου ανωτέρας βίας.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 846/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κουκούτση περί αναιρέσεως της με αριθμό 40/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες 1) τον Ζ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) τον Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ, και υποκειμενικώς δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε, στη Μεταβατική Έδρα της Χίου, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή σε βάρος των Ζ. Κ. και Ι. Γ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...Ειδικότερα: Αποδείχθηκε ότι ο Λιμενοφύλακας Ι. Α., ο οποίος υπηρετεί στο Γραφείο Τροχαίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Χίου, κατά τις μεσημβρινές ώρες της 22-9-2005 εκτελώντας διατεταγμένη τροχονομική υπηρεσία και κινούμενος με την υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... υπηρεσιακή μοτοσικλέτα επί της παραλιακής Λεωφόρου Αιγαίου, εντόπισε περί ώρα 13:00 έμπροσθεν αυτού και σε απόσταση δέκα (10) μέτρων περίπου να κινείται μία δίκυκλη μοτοσικλέτα άνευ πινακίδων κυκλοφορίας και χωρίς να φέρει σιγαστήρα στην εξάτμιση. Αφού πλησίασε και διαπίστωσε ότι η μοτοσικλέτα αυτή ανήκε στον κατηγορούμενο Κ. Λ., ζήτησε από αυτόν να τον ακολουθήσει στο Λιμεναρχείο, εντολή προς την οποία ο κατηγορούμενος, μετά την αρχική του άρνηση και την προσπάθειά του να διαφύγει, έδειξε τελικά να συμμορφώνεται και άρχισε να ακολουθεί την υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... υπηρεσιακή μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ι. Α. επί της παραλιακής Λεωφόρου Αιγαίου, κινούμενοι αμφότεροι με κατεύθυνση από Ξενοδοχείο Χ. προς Τελωνείο Χίου. Μάλιστα δε ο κατηγορούμενος κινείτο επί του δικύκλου του ευρισκόμενος από την δεξιά πλευρά του Ι. Α.. Αιφνιδίως όμως και ενόσω τα δύο δίκυκλα ευρίσκοντο στη συμβολή της Λεωφόρου Αιγαίου με την κάθετη οδό Κανάρη, στο ύψος του πρακτορείου ΝΕΑ, ο κατηγορούμενος έστριψε απότομα αριστερά και αφού διήλθε κάθετα έμπροσθεν της μοτοσικλέτας του Λ/Φ Ι. Α., εισήλθε, αναπτύσσοντας ταχύτητα, επί της οδού Κανάρη επιχειρώντας έτσι να διαφύγει. Πλην όμως, είχε ήδη επίσης εισέλθει επί της οδού Κανάρη και κινείτο παράλληλα με την μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου και αριστερά από εκείνον και η υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του Κελευστή Λ.Σ. Ζ. Κ., την οποία οδηγούσε ο ανωτέρω ιδιοκτήτης της με συνεπιβάτη τον Επικελευστή Λ.Σ. Ι. Γ.. Μόλις ο Ι. Γ. κάλεσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει δεξιά για έλεγχο, δηλώνοντας του άμεσα την υπηρεσιακή ιδιότητα ως Λιμενικών αμφοτέρων των επιβαινόντων στην υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ο κατηγορούμενος αντί να συμμορφωθεί έστρεψε απότομα την μοτοσικλέτα του αριστερά προς το μέρος των Λιμενικών, προτείνοντας το αριστερό του πόδι επί της μοτοσικλέτας των τελευταίων και χτυπώντας αυτήν περί το μέσον, με αποτέλεσμα ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ζ. Κ. να χάσει τον έλεγχο του δικύκλου και η μηχανή να ανατραπεί περί το μέσον του οδοστρώματος της οδού Κανάρη, οι δε δύο επιβαίνοντες Ζ. Κ. (οδηγός) και Ι. Γ. (συνεπιβάτης) κατέπεσαν στο οδόστρωμα παρασυρόμενοι από την ίδια τους την μοτοσικλέτα, έως ότου τελικά κατέληξαν και ακινητοποιήθηκαν εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Κανάρη. Συνεπεία της πτώσεως, ο μεν οδηγός Ζ. Κ. υπέστη κάκωση δεξιού αγκώνος, δύο (2) εκδορές στον δεξιό αγκώνα, εγκαύματα τριβής δεξιάς ποδοκνημικής στο επίπεδο του έσω σφυρού και εκδορά δεξιού γόνατος καθώς και μώλωπες σε όλο του το σώμα, ο δε συνεπιβάτης Ι. Γ. υπέστη εξάρθρημα δεξιού ώμου αναταχθέν στα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου Χίου με εντεύθεν απόλυτη αδυναμία μετακίνησης, ενώ οι πρσκληθείσες σωματικές βλάβες αμφοτέρων των παθόντων φέρουν το χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης καθόσον λόγω του τρόπου που τελέσθηκαν και δη λόγω της πτώσης των παθόντων από κινούμενη μοτοσικλέτα, της παράσυρσης αυτών και του κινδύνου να χτυπηθούν από τα κινούμενα επί του οδοστρώματος οχήματα, μπορούσε να προκληθεί στους παθόντες κίνδυνος ζωής, όπως και πράγματι προκλήθηκε, ειδικότερα δε ο παθών Ι. Γ. λόγω του εξαρθρώματος παρεμποδίσθηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται ο κατηγορούμενος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη για την οποία κατηγορείται ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο ανωτέρω αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ούτε η ταχύτητα, με την οποία κινείτο η μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου κατά την είσοδό της στην οδό Κανάρη, ούτε το πλάτος του οδοστρώματος και ο αριθμός των λωρίδων κυκλοφορίας της τελευταίας ούτε η ταχύτητα, με την οποία ο κατηγορούμενος έστρεψε απότομα τη μοτοσικλέτα του προς το μέρος των Λιμενικών ούτε η ταχύτητα της μοτοσικλέτας των τελευταίων. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 εδ. α του ΠΚ, "το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) σε όποιον, κατά το χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη, είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο, όχι όμως και το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του". Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και οι από τα άρθρα 34, 36 και 133 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί είτε στην απαλλαγή του κατηγορουμένου, για έλλειψη καταλογισμού, αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 34, είτε στη μείωση της ποινής αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής μιας από τις λοιπές διατάξεις. Όσον αφορά, ειδικότερα, την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 133 του ΠΚ, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί επιβολής ή όχι ελαττωμένης ποινής είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Πρέπει, όμως, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, να αιτιολογείται η τυχόν απορριπτική κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ότι α) στο πρόσωπό του συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 34 του ΠΚ, γιατί αυτός, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, έπασχε από υπερκινητικό σύνδρομο και δυσλεξία εκ γενετής και από σοβαρή νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών (από 23.9.2003 μέχρι έτους 2009), η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μη έχει αυτός την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του και β) άλλως συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 36§1 ή (και) του άρθρου 133 του ΠΚ, δεδομένου ότι, ως γεννηθείς στις 26.10.1986, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (22.9.2005) είχε συμπληρώσει το 18ο, όχι, όμως, και το 21ο έτος της ηλικίας του. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι είχαν προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και, προς απόδειξή τους είχαν προσκομιστεί και έγγραφα, χωρίς καμιά απολύτως αιτιολογία με μόνη τη φράση, στο σκεπτικό, "απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών που πρόβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική των ως άνω ισχυρισμών κρίση, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινών, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 34 ή 36 ή (και) 133 του ΠΚ και, αναλόγως προς την επ` αυτών παραδοχή του, είτε να απαλλάξει τον κατηγορούμενο για έλλειψη καταλογισμού αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 34 είτε να επιμετρήσει τις αρμόζουσες ποινές, καθορίζοντας και τη συνολική, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής μιας ή αμφοτέρων των λοιπών διατάξεων, είτε να αφήσει τις ίδιες ποινές, αν κρίνει απορριπτέους όλους τους ισχυρισμούς, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 40/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου) και συγκεκριμένα μόνο ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 34 ή 36 ή (και) 133 του ΠΚ διάταξη και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινών σ` αυτόν και περί καθορισμού συνολικής ποινής. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 18 Νοεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 8825/2011) αίτηση του Κ. Λ. του Σ., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναίρεση για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής προϋποθέσεων εφαρμογής άρθρων 34, άλλως 36 και 133 ΠΚ και παραπομπή κατά τούτο και κατά τις διατάξεις περί επιβολής ποινών και καθορισμού συνολικής ποινής.
| null | null | 1
|
Αριθμός 850/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Κ. Κ. του Κ. και εγκαλούμενο τον Α. Ε. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 155871/8.2.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 269/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 106/24.4.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας κατά τα άρθρα 136 στοιχ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ.155871/8-2-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία υποβάλλει αίτημα καθορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να επιληφθεί της Α.Β.Μ. Α-12/632 ποινικής δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και σχηματίσθηκε με αφορμή την από 26-1-2012 μήνυση της Κ. Κ. του Κ. , καθ' ο μέρος της αυτή αναφέρεται στον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Α. Ε. , και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. ε Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 26-1-2012 μήνυσή της την οποία υπέβαλε στο Αστυνομικό τμήμα Παλαιού Φαλήρου η Κ. Κ. του Κ. , μεταξύ των άλλων καταμήνυσε και των Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Α. Ε. , για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν. Η μήνυση αυτή έλαβε Α.Β.Μ. Α-12/632 και σχηματίσθηκε η ταυτάριθμη ποινική δικογραφία. Ήδη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 155871/8-2-2012 αναφορά του ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ζητεί τον καθορισμό αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ. ε και 137 Κ.Π.Δ μόνο ως προς τον ως άνω εισαγγελικό λειτουργό, λόγω του ότι αυτός υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι αυτός υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί μετά τη ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών, στην αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο εκτός εκείνου των Αθηνών. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ως άνω μηνύσεως (Α.Π 1739/1994, Α.Π 1740/1994 Α.Π 2080/2002). Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από της δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η Α.Β.Μ.Α-12/632 μήνυση της Κ. Κ. του Κ. , κατά του Α. Ε. , Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά. Αθήνα 20 Απριλίου 2012
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η Κ. Κ. του Κ. με την από 26.1.2012 μήνυσή της καταμήνυσε, μεταξύ άλλων, τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Α. Ε. για αξιόποινες πράξεις (υπεξαγωγή εγγράφων, κ.λπ.) που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι ο ως άνω εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 του ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ), ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί αυτός.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. πρωτ. 155871/8.2.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως (και ως προς τους λοιπούς αναφερόμενους στη μήνυση, ήτοι τους Ν. Φ. , εργολάβο, Χ. Γ. , Αστυνομικό του Α.Τ. Αλίμου και κάθε υπεύθυνο του Δήμου Αλίμου, της Πολεοδομίας Αργυρούπολης και του Α.Τ. Αλίμου, οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, λόγω συναφείας) και, αν συντρέξει περεταίρω νόμιμη περίπτωση, αυτές του Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 26.1.2012 μηνύσεως της Κ. Κ. του Κ. κατά του Α. Ε. , Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και των λοιπών ως άνω προσώπων που αναφέρονται σ` αυτήν, λόγω συναφείας, αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, αυτές του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Υποβολή μηνύσεως κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για υπεξαγωγή εγγράφων. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετούσε ο μηνυόμενος, και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, του Εφετείου Πειραιώς, λόγω δε συνάφειας, και ως προς τους λοιπούς μηνυομένους.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 845/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της Α973/2011, αποφάσεως του Τριμελές Εφετείου Ναυπλίου, με συγκατηγορούμενους τους Ν. Τ. και Σ. Η. και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βάϊα Παπακωνσταντίνου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1415/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του προϊσχύσαντος του χρόνου τελέσεως της ένδικης πράξεως ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στο άρθρο δε 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α) ... β) ... γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία, και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο καταναλώσεως στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο ν. 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1, "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1, "η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατά το άρθρο 67, "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα - άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης, ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§5 του ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Επομένως, είναι δυνατή η συγκρότηση συμμορίας για την τέλεση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, αφού με αυτό επιδιώκεται οικονομικό όφελος, τα δε δύο εγκλήματα (της λαθρεμπορίας και της συμμορίας) συρρέουν αληθώς. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και το συγκατηγορούμενό του Ν. Τ.) λαθρεμπορίας από κοινού και συμμορίας και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο και τόπο περιήλθε στο Α.Τ. Ερμιόνης Αργολίδας πληροφορία ότι θα ελάμβανε χώρα παράνομη διακίνηση λαθραίων τσιγάρων. Στις 19.2.2004 εντοπίστηκε το με αρ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο με οδηγό τον Ν. Τ. (συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος), ο οποίος μετά από καταδίωξη εγκατέλειψε το φορτηγό γεμάτο με 324.000 πακέτα των 20 τσιγάρων μάρκας SOVEREIGN. Την επόμενη ημέρα βγήκε στο δημόσιο δρόμο ο παραπάνω οδηγός τραυματισμένος, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνώριζε για το επίδικο φορτίο. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός .... Την ίδια ημερομηνία βρέθηκε εγκαταλελειμμένο το με αρ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας VOLVO που περιείχε τις ποσότητες λαθραίων τσιγάρων που αναφέρεται στο διατακτικό, ως και το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES που περιείχε τις αναφερόμενες στο διατακτικό αντίστοιχα ποσότητα λαθραίων τσιγάρων. Τα ως άνω φορτηγά έφεραν λαθραίες πινακίδες, τα δε τσιγάρα δεν έφεραν την επίσημη ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με αποτέλεσμα το Δημόσιο να ζημιωθεί από μη καταβολή αναλογούντων δασμών ύψους 2.210.260,96 € ... . Ο α' κατηγορούμενος βάσει των ανωτέρω κρίνεται ένοχος των πράξεων της λαθρεμπορίας ... και της σύστασης και συμμορίας, όπως στο διατακτικό, αφού αυτός κατά χρόνο που δεν μπορεί να εξακριβωθεί, πάντως έως 19.2.2004 με άλλα πρόσωπα συμφώνησε να διαπράξει το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατ' επάγγελμα. Κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε στο δικαστήριο στην ομάδα των προσώπων που ενώθηκε και συμφώνησε να διαπράξει το πλημμέλημα της κατοχής και εισαγωγής στην Ελλάδα των λαθραίων τσιγάρων στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχε και ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Τ. καθώς και άλλα περισσότερα του ενός πρόσωπα που δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθούν, περιλαμβάνεται και ο τρίτος κατηγορούμενος Ε. Μ. (αναιρεσείων). Αυτός υπηρετούσε ως αστυνομικός στο Α.Τ. Κρανιδίου στην περιφέρεια του οποίου επρόκειτο να γίνει η εκφόρτωση από πλοίο, φόρτωση στα φορτηγά που αναφέρονται στο διατακτικό και μεταφορά μέσω των οδών του Νομού Αργολίδας σε άλλες περιοχές της Ελλάδας των λαθραίων τσιγάρων που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, και γι' αυτό η συμμετοχή του ήταν αναγκαία για την κατά το δυνατόν ασφαλέστερη για τους λαθρεμπόρους διενέργεια των ανωτέρω παράνομων πράξεων. Έτσι ο Ε. Μ. χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του σε προγενέστερο χρόνο μετέβη στο ιχθυοτροφείο της SEA FARM ιδιοκτησίας Α. Λ. και έδωσε 3.000 € στον εκεί εργαζόμενο αλλοδαπό V. G. προκειμένου αυτός να φύγει από το χώρο του ιχθυοτροφείου και να γίνει από εκεί η εκφόρτωση από το πλοίο και φόρτωση στα φορτηγά των λαθραίων τσιγάρων, όπως και πράγματι έγινε, ο δε Ε. Μ. συμμετείχε στη διαδικασία αυτή μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Τ. και άλλα μη εντοπισθέντα πρόσωπα που πάντως ήταν περισσότερα του ενός και επομένως με πρόθεση είχε στην κατοχή του από κοινού με αυτούς τα λαθραία τσιγάρα. Η συμμετοχή του Ε. Μ. ο οποίος είχε την προβληματική για αστυνομικό συνήθεια να επισκέπτεται το Καζίνο Λουτρακίου (βλ. και την ανευρεθείσα στην τσέπη του και κατασχεθείσα 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του στο Καζίνο Λουτρακίου), αποδεικνύεται από την πειστική σχετική απολογία του συγκατηγορουμένου του V. G. η οποία επαναλήφθηκε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είναι πειστική γιατί ανέφερε αρχικά τον κατηγορούμενο Ε. Μ. ως Β. αστυνομικό που έχει αυτοκίνητο CITROEN XSARA όπως πράγματι έχει αυτός, έδωσε τον αριθμό καρτοκινητού τηλεφώνου από τον οποίο τον έπαιρνε τηλέφωνο για να τον καθοδηγήσει και ύστερα και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Επίσης η συμμετοχή του Ε. Μ. αποδεικνύεται επιπροσθέτως από τα ανευρεθέντα στην οικία του: α) πακέτο λαθραίων τσιγάρων μάρκας SUPERKINGS του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιολόγησε πειστικά την προέλευση και το οποίο αποδεικνύει την εμπλοκή του κατηγορουμένου σε διακίνηση λαθραίων τσιγάρων, β) το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 6.395 € για ένα απλό μισθοσυντήρητο αρχιφύλακα που βρέθηκε στην οικία του και τον οποίον ο κατηγορούμενος που δήλωσε ότι έχει στην τράπεζα μόνο 1.500 € δεν δικαιολόγησε πειστικά την κατοχή του αφού, αν ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο όπως λέει θα προέβαινε στην ανάληψη των χρημάτων όταν επρόκειτο να γίνει η αγορά αυτή και δεν θα κρατούσε τα χρήματα στην οικία του. Από το ποσό αυτό οι 5.000 € ήταν κρυμμένες κάτω από το τελευταίο ντουλάπι του διαδρόμου της οικίας του αποτελούμενες από 100 χαρτονομίσματα των 50 € περασμένα σε λαστιχάκι και αποτελούσαν την αμοιβή του ή μέρος της αμοιβής του για την επίδικη πράξη λαθρεμπορίας , γ) στην τσέπη του η 343/17.2.2004 απόδειξη του Καζίνο Λουτρακίου. Επομένως αφού η εμπλοκή του Ε. Μ. δεν αποδεικνύεται, μόνο από την απολογία του συγκατηγορουμένου του V. G. αλλά και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΚΠΔ να κηρυχθεί αυτός ένοχος. ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της λαθρεμπορίας και της συμμορίας, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται αν οι ποσότητες των τσιγάρων, για την κατοχή των οποίων καταδικάσθηκε, είχαν εισαχθεί από χώρα - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από χώρα εκτός αυτής. Διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι εν λόγω ποσότητες τσιγάρων ήταν λαθραίες, γιατί εισήχθησαν στην Ελλάδα, κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε με έγγραφα στοιχεία η νόμιμη προέλευσή τους, σκοπός δε του αναιρεσείοντος ήταν η αποστέρηση του Δημοσίου από τους από αυτό εισπρακτέους δασμούς και λοιπούς φόρους ύψους 2.210.260,96 ευρώ, αφού τα κατείχε λαθραία, χωρίς να έχει παραστατικά αγοράς τους από τα οποία να προκύπτει ότι νομίμως είχαν εισαχθεί από την αλλοδαπή και ότι είχε γίνει ως προς αυτά η καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. Η δε δραστηριότητα του αναιρεσείοντος είχε ως περιεχόμενο, πέραν της μη καταβολής του εισαγωγικού δασμού, και την μη καταβολή των λοιπών φόρων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, που οφείλεται για το συγκεκριμένο προϊόν (τσιγάρα), η οποία (αποφυγή καταβολής) συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία και όχι απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη. Ακόμη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, το δε Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει το ζήτημα της προελεύσεως των τσιγάρων, καθόσον ο προσδιορισμός της χώρας προελεύσεως του λαθρεμπορεύματος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της λαθρεμπορίας. β) Από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς συνάγεται ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε μόνο για κατοχή των λαθραίων ποσοτήτων τσιγάρων και όχι και για εισαγωγή αυτών. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτός κηρύχθηκε ένοχος και εισαγωγής τσιγάρων. Η δε φράση του σκεπτικού "στην ομάδα των προσώπων που ενώθηκε και συμφώνησε να διαπράξει το πλημμέλημα της κατοχής και εισαγωγής στην Ελλάδα..." αναφέρεται στη συρρέουσα πράξη της συμμορίας, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη και η τέλεση της πράξεως, για τη διάπραξη της οποίας συγκροτήθηκε η ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων. γ) Επαρκώς αιτιολογείται η σύσταση της συμμορίας, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Ν. Τ. και με άλλα άγνωστα πρόσωπα να διαπράξουν το πλημμέλημα της λαθρεμπορίας. δ) Από την παραδοχή, στο διατακτικό, ότι "συμφώνησαν να διαπράξουν από κοινού το έγκλημα της λαθρεμπορίας...και της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή" δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια ως προς τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού αυτός καταδικάστηκε ως συναυτουργός της πράξεως της λαθρεμπορίας και όχι και ως απλός συνεργός αυτής. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και τέταρτος, κατά τα υπό στοιχ. IV και V λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και η υπ' αριθ. 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του τελευταίου στο Καζίνο Λουτρακίου, η οποία μνημονεύεται στο σκεπτικό δύο φορές. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων (τριάντα -30- συνολικά) που αναγνώστηκαν. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης υπ' αριθ. 523/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου προκύπτει από άλλο έγγραφο και δη από την από 20.2.2004 έκθεση έρευνας σε οικία κατά την ημέρα, παρόντος ενοίκου και κατασχέσεως, η οποία αναγνώσθηκε τόσο κατά την πρωτοβάθμια (με αριθ. 13), όσο και κατά τη δευτεροβάθμια (με αριθ. 14) δίκη. Συγκεκριμένα, στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η εν λόγω απόδειξη εισόδου στο Καζίνο βρέθηκε, κατά τη διάρκεια έρευνας στην οικία του αναιρεσείοντος, στην τσέπη παντελονιού κρεμασμένου σε καλόγερο. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς το έγγραφο αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, με τη μνεία, μάλιστα, ότι πρόκειται για έγγραφο που κατασχέθηκε, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211A του ΚΠοινΔ , το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτήν όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλει, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, μεταξύ άλλων, και τον ισχυρισμό ότι το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο που υπήρχε σε βάρος του, ήταν η κατάθεση του (αρχικού) συγκατηγορουμένου του V. G., η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να αξιοποιηθεί αποδεικτικά σε βάρος του. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία, όπως αναφέρθηκε, ότι η εμπλοκή του κατηγορουμένου δεν αποδεικνυόταν μόνο από την κατάθεση του ως άνω συγκατηγορουμένου του, αλλά και από άλλα στοιχεία και ειδικότερα από την ανωτέρω υπ' αριθ. 343/17.2.2004 απόδειξη εισόδου του κατηγορουμένου στο Καζίνο Λουτρακίου, από το χρηματικό ποσό των 6.395 ευρώ που βρέθηκε στην οικία του και από ένα πακέτο τσιγάρων μάρκας SUPERKINGS, το οποίο, επίσης, βρέθηκε στην οικία του και την προέλευση του οποίου δεν δικαιολόγησε αυτός αρκετά. Επομένως, καμιά ακυρότητα δεν γεννήθηκε από τη λήψη υπόψη και της καταθέσεως του ως άνω συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, αφού η κρίση για την ενοχή του τελευταίου στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, και ο τέταρτος, κατά τα λοιπά σημεία του, λόγος αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο στοιχ. Δ της παρ. 1 του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, υποστηρίζει, δηλαδή, ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας γιατί στηρίζεται σε μη επιτρεπτό, από το νόμο, αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις περί εσφαλμένης αξιολογήσεως των στοιχείων, τα οποία συνεκτιμήθηκαν με την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, δεν συνδέονται αυτά με την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για οποιαδήποτε πράξη και ότι θα μπορούσαν να βρεθούν σε οποιονδήποτε πολίτη εισέρχεται στο καζίνο, είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η αναφορά του αναιρεσείοντος στις αντίθετες σκέψεις της μειοψηφίας είναι απαράδεκτη, γιατί την απόφαση αποτελεί η γνώμη, την οποία σχημάτισε η πλειοψηφία, την νομική ορθότητα της οποίας και μόνο κρίνει ο Άρειος Πάγος. Η παραβίαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, την οποία, όμως, δεν αποτελεί η, ενδεχόμενη, μεγάλη χρονική διάρκεια της δίκης, η οποία, άλλωστε, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (αναβολές με αιτήσεις διαδίκων, αποχές δικηγόρων, εξάντληση όλων των προβλεπόμενων από τον Ελληνικό ΚΠοινΔ ενδίκων μέσων, δυσχέρεια υποθέσεως, κ.λπ.). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογη προθεσμία, η παρούσα υπόθεση, καίτοι αφορά πλημμέλημα, διαρκεί από το Φεβρουάριο του 2004, οπότε ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος η ποινική δίωξη, με αποτέλεσμα αυτός να στερηθεί αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων υπερασπίσεως συναδέλφων του αστυνομικών), με τα οποία θα αποδείκνυε την αθωότητά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' του ΠΚ. Για τη θεμελίωση του πρώτου, επικαλέστηκε ότι: "Γεννήθηκε το 1964 ... Το 1985 ενετάχθη στην Ελληνική Αστυνομία ... ενώ το 1998 τοποθετήθηκε στο Α.Τ. Ερμιόνης και το 2002 στο Α.Τ. Κρανιδίου. Κατά τη διάρκεια της 20ετούς θητείας του στην Ελληνική Αστυνομία είχε άριστο υπηρεσιακό φάκελο μη δεχθείς ούτε επίπληξη, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1998 μέχρις 2003, είχε αποφασιστική συμμετοχή σε εξάρθρωση κυκλωμάτων λαθρεμπορίας (υποθέσεως Π. - Μ. - Ι.). Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από την αποφοίτηση του από το Λύκειο μέχρις της "εμπλοκής του" στην εν λόγω υπόθεση, υπήρξε υπόδειγμα ατόμου με έντιμο ατομικό, κοινωνικό και επαγγελματικό βίο, καθ' όσον η συνολική 20ετής θητεία του στην Ελληνική Αστυνομία και ο άριστος υπηρεσιακός του φάκελος αποτελούν την πλήρη απόδειξη των ανωτέρω με συνέπεια να τυγχάνει εξ όλων των ανωτέρω εφαρμογής η εις το πρόσωπό του ελαφρυντική περίσταση της παραγράφου 2α του άρθρου 84 του Π.Κ.". Για δε τη θεμελίωση του δευτέρου, επικαλέστηκε ότι: "Από το χρόνο τέλεσης της πράξης (Φεβρουάριος 2004) μέχρι σήμερον ο κατηγορούμενος επέδειξε αρίστη διαγωγή τηρώντας του περιοριστικούς όρους που του ετέθησαν από την κ. ανακρίτρια Ναυπλίου, εμφανιζόμενος ενώπιον των Δικαστηρίων εις όλες τις μετ' αναβολών συνεδριάσεις, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχει επιδείξει οιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, συντρεχόντων συνεπώς των προϋποθέσεων εφαρμογής εις το πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της παραγράφου 2ε του άρθρου 84 του Π.Κ.". Τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, οι οποίοι προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το Τριμελές Εφετείο απέρριψε σιωπηρά χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και τον καθορισμό συνολικής ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε του ΠΚ και, αναλόγως προς την επ' αυτών παραδοχή του, να επιμετρήσει τις αρμόζουσες ποινές και να καθορίσει τη συνολική ποινή, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 973/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και συγκεκριμένα μόνο ως προς την απορριπτική των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε του ΠΚ διάταξή της και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών σ' αυτόν για τις πράξεις της λαθρεμπορίας και της συμμορίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε, και περί καθορισμού συνολικής ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 22 Νοεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 8871/2011) αίτηση του Ε. Μ. του Γ., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία (κατοχή λαθραίων τσιγάρων) και συμμορία. Στοιχεία εγκλημάτων. Τα εγκλήματα αυτά συρρέουν αληθώς. Ειδικός φόρος κατανάλωσης. Σε αυτόν υπόκεινται και τα τσιγάρα. Η μη καταβολή του συνιστά λαθρεμπορία. Ο προσδιορισμός της χώρας προελεύσεως του λαθρεμπορεύματος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της λαθρεμπορίας και δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τον ερευνήσει χωρίς να προταθεί σχετικός ισχυρισμός. Ορθώς λήφθηκε υπόψη έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, αφού το περιεχόμενο του προέκυπτε από άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε. Ορθή απόρριψη ισχυρισμού κατηγορουμένου ότι δεν έπρεπε να αξιοποιηθεί σε βάρος του η κατάθεση συγκατηγορουμένου του (άρθρο 211 Α ΚΠΔ), γιατί η κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης (γιατί η δίκη, από την άσκηση της ποινικής διώξεως, διήρκεσε επί μακρόν) δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 α και ε ΠΚ και παραπομπή, κατά τούτο και ως προς τη διάταξη για την επιβολή ποινής και τον καθορισμό συνολικής ποινής, απόρριψη δε της αιτήσεως, κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 844/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δούμα περί αναιρέσεως της με αριθμό 540/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Σ. του Λ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1399/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του Ε. Σ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στη Λαμία στις 28-5-04. Ο κατηγορούμενος στον ανωτέρω τόπο εκμεταλλεύεται ένα αγρόκτημα ιδιοκτησίας του παρακείμενο της ΠΕΟ Λαμίας - Λειβαδιάς. Το ποτίζει με εκτοξευτήρα νερού, πλην όμως την ημέρα του ατυχήματος, ως συνήθως, δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε αφενός μεν να μπορεί να ελέγξει και να κατευθύνει τον πίδακα του νερού, αφετέρου να μη διαρρέει αυτό προς το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού. Εξ αιτίας της ενέργειας του αυτής πολιτικώς ενάγων Ε. Σ. του Λ., ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και διερχόταν από το σημείο αυτό, δέχτηκε, μέσω του ανοιχτού παραθύρου του αυτοκινήτου, στο πρόσωπο πίδακα νερού. Έτσι αιφνιδιάστηκε και απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο, ολισθαίνοντας στο βρεγμένο από το νερό που είχε διαρρεύσει από το ανωτέρω αγρόκτημα οδόστρωμα, εξετράπη από το οδόστρωμα με αποκλειστική υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Από την εκτροπή αυτή, ως μόνη ενεργό αιτία, ο Ε. Σ. του Λ. υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κάκωση αυχενικής μοίρας και μοίρας σπονδυλικής στήλης. Πρέπει λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος, όπως στο διατακτικό". Στο δε διατακτικό αναφέρεται και ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αμέλεια του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι αυτός "από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314§1 και 28 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εξειδικεύεται στην απόφαση α) ότι η σωματική βλάβη του παθόντος οφειλόταν στην αμέλεια του αναιρεσείοντος, β) σε τι συνίστατο η αμέλεια αυτού (στο ότι δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε αφενός να μπορεί να ελέγξει και να κατευθύνει τον πίδακα του νερού και αφετέρου να μη διαρρέει αυτό προς το οδόστρωμα της οδού, από την οποία διερχόταν ο παθών) και γ) το είδος της αμελείας του (μη συνειδητή - δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί μεν, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), η επανάληψη, όμως, αυτή αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται τα μέτρα, τα οποία έπρεπε να είχε λάβει ο κατηγορούμενος, ώστε να μπορεί να ελέγχει την κατεύθυνση και τη διαρροή του νερού, ούτε να αναφέρεται το πλάτος του οδοστρώματος, οι συνθήκες της οδού από απόψεως ορατότητας, ολισθηρότητας, κ.λπ. ή αν ο παθών μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό. Αρκεί ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτό, γιατί αιφνιδίως δέχθηκε στο πρόσωπο, από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου, πίδακα νερού. γ) Όπως αναφέρθηκε, στο διατακτικό προσδιορίζεται και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος. δ) Από την παραδοχή ότι το ατύχημα έλαβε χώραν στην ΠΕΟ Λαμίας - Λειβαδιάς δεν γεννάται καμιά αντίφαση με την παραδοχή ως τόπου τελέσεως της πράξεως τη Λαμία, γιατί υπονοείται, ως τόπος τελέσεως, όχι η πόλη της Λαμίας, αλλά η περιοχή αυτής, η οποία περικλείει και το σημείο της ΠΕΟ, όπου έλαβε χώραν το ατύχημα. ε) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. στ) Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, διενεργήθηκε από τον διπλωματούχο μηχανολόγο μηχανικό Δ. Α. του Κ. πραγματογνωμοσύνη και συντάχθηκε η από Σεπτεμβρίου 2004 έκθεση (για την οποία θα λεχθεί και παρακάτω), η οποία αναγνώσθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Όμως, η πραγματογνωμοσύνη αυτή είναι ιδιωτική και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θεωρείται έγγραφο και δεν απαιτείτο να αναφέρεται, στο προοίμιο του σκεπτικού, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το δε πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να αντικρούσει αυτό και να αιτιολογήσει ειδικώς την αντίθετη κρίση του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση, που προβάλλεται με τον πέμπτο λόγο, ότι η απόρριψη του τετάρτου λόγου (περί μη συνεκτιμήσεως, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, της εκθέσεως τεχνικής πραγματογνωμοσύνης) θα πρόσβαλε τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, γιατί δεν είναι δυνατόν σε πανομοιότυπες, μεταξύ τους, περιπτώσεις να δίδονται από το παρόν Δικαστήριο διακριτές λύσεις (ήτοι άλλοτε να αναιρούνται αποφάσεις, γιατί δεν μνημονεύονται, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, και άλλοτε όχι), είναι αβάσιμη, γιατί από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του Συνταγματικού Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, δεδομένης και της αυτοτέλειας κάθε υποθέσεως, ανεξαρτήτως του ότι, ως προς το ότι οι ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελούν ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, είναι παγία η νομολογία του Αρείου Πάγου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των δεκαέξι (16) εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: 7. Έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, 16. έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 2004 από τον μηχανολόγο - μηχανικό Δ. Α.. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και αναφέρθηκε και ανωτέρω, μια μόνο πραγματογνωμοσύνη έχει διεξαχθεί και απλώς προσδιορίστηκε υπό τον αύξ. αριθ. 16 ο χρόνος διεξαγωγής της και το όνομα του μηχανικού που τη διεξήγαγε και συνέταξε τη σχετική έκθεση, από παραδρομή δε δεν διαγράφηκε η αυτή έκθεση από τον αριθμό 7. Το ότι πρόκειται περί της αυτής εκθέσεως προκύπτει και από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 2605/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, όπου ως αναγνωσθέντα μνημονεύονται δεκαπέντε (15) έγγραφα (όχι 16), μεταξύ των οποίων, με τον αριθ. 7, η "έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στο ότι αναφέρεται ως αναγνωστέο έγγραφο με τον αριθμό 7 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία δεν αναγνώσθηκε ούτε προσδιορίζεται η ταυτότητά της, ενώ η μοναδική έκθεση που υπάρχει είναι η υπό τον αριθμό 16, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά σχετική αντίρρηση ή επισήμανση κατά την ανάγνωση των εγγράφων. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων, όμως, δεν μπορεί να επιδιώξει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Τούτο δε διότι η έφεση του εισαγγελέα προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εάν, παρά ταύτα, το τελευταίο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, πλην η παραδοχή του λόγου αυτού δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολό της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στη δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι πρωτοδίκως ο παθών Ε. Σ. είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για το ποσό των πενήντα (50) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια του αναιρεσείοντος σε βάρος του. Με την πρωτόδικη, όμως, απόφαση ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και το Τριμελές Εφετείο επιλήφθηκε της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λαμίας. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο παθών δήλωσε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής για τον ίδιο ως άνω λόγο. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση και ορθώς επέτρεψε την παράσταση της πολιτικής αγωγής μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεδομένου ότι στο αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως περιλαμβάνεται και το έλασσον της παραστάσεως προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο ο πολιτικώς ενάγων να εκφραστεί ρητώς περί αυτού. Πλην, επιδίκασε στον τελευταίο το ως άνω ποσό των πενήντα (50) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση. Έτσι, όμως, με το να επιδικάσει, δηλαδή, την εν λόγω χρηματική απαίτηση, το Τριμελές Εφετείο υπερέβη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την εξουσία του, και πρέπει, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως δε, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, πρέπει να απαλειφθεί, με την παρούσα απόφαση, η περί επιδικάσεως της ως άνω χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 540/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας κατά τη διάταξή της, με την οποία επιδικάσθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Σ. το ποσό των πενήντα (50) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου σε βάρος του.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 6/24 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Ι. Κ. του Δ., περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω (υπ' αριθ. 540/2011) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όχι η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας για λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, καθώς και αιτιάσεως για προσβολή αρχών ισότητας και αναλογικότητας. Αν ασκηθεί έφεση από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να παρασταθεί και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και δεν μπορεί να επιδιώξει την επιδίκαση των πολιτικών απαιτήσεών του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αναίρεση, λόγω υπερβάσεως εξουσίας, κατά τη διάταξη περί επιδικάσεως στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως και απάλειψη της σχετικής διατάξεως χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 843/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαβασιλείου, περί αναιρέσεως της 11651/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1472/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠ Ολ 6/1994 και 4/1995, ΑΠ 526/2010). Κατά το άρθρο 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται από το άρθρο 473 και κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ως περίπτωση δε απαραδέκτου του ενδίκου μέσου προβλέπεται από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και όταν τούτο ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Εκπρόθεσμο ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Από τα άρθρα 152, 162 εδ. α' και 338 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το αποδεικτικό επιδόσεως που έχει τον χαρακτήρα εκθέσεως (άρθρ. 148 ΚΠΔ)και συντάσσεται κατά τους υπό της διατάξεως του άρθρου 161 του ιδίου Κώδικος διαγεγραμμένους τύπους, έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έως ότου προσβληθεί ως πλαστό και εάν προσβληθεί για πλαστότητα στην ποινική δίκη η προσβολή αυτή δεν εμποδίζει το δικαστήριο να εκτιμήσει ελεύθερα το περιεχόμενό του, ενώ εάν κριθεί τούτο αναγκαίο για την απόφαση στην κυρία υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση την γνησιότητά του και μόνον όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις περί της πλαστότητος αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του την δίκη έως ότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία.
Επειδή ναι µεν κατά την παρ. 2 του άρ. 161 ορίζεται ότι εκείνος που επιδίδει το έγγραφο οφείλει σε κάθε περίπτωση να σηµειώνει σε αυτό τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει τη σχετική σηµείωση, πλην όµως, η σχετική αυτή σηµείωση στο επιδιδόµενο έγγραφο, καθώς και η έλλειψη αναγραφής των στοιχείων αυτής, δεν επιβάλλεται µε ποινή ακυρότητας της σχετικής επίδοσης, δεδοµένου µάλιστα ότι η ως άνω διάταξη (161 παρ. 2) δεν είναι από εκείνες, η µη τήρηση των οποίων επιφέρουν, κατ' άρ. 154 παρ. 2 του ΚΠΔ ακυρότητα της επίδοσης. Αν υπάρχει διαφορά στη χρονολογία µεταξύ του αποδεικτικού και της σηµειώσεως στο επιδοθέν έγγραφο, επικρατεί κατ' αρχήν το αποδεικτικό επιδόσεως. Η σηµείωση αυτή του επιδίδοντος πάνω στο επιδιδόµενο έγγραφο επιβάλλεται για την ενηµέρωση του ενδιαφεροµένου και προς υπόµνησή του ως προς την ακριβή ηµέρα επίδοσης από την οποία και εξαρτάται η προθεσµία άσκησης ενδίκου µέσου, χωρίς η παράλειψή της να δηµιουργεί ακυρότητα της επίδοσης (βλ. άρ. 154 παρ. 2), µόνο δε στην περίπτωση διαφοράς κατά τη χρονολογία µεταξύ του αποδεικτικού και της κατ' άρθρο 161 παρ. 2 σηµειώσεως του δικαστικού επιµελητή, επί του επιδιδοµένου εγγράφου µπορεί να δηµιουργηθεί στον ενδιαφερόµενο διάδικο εύλογη πεποίθηση για τον ακριβή χρόνο επίδοσης και συνεπώς για την προθεσµία µέσα στην οποία πρέπει αυτός να ασκήσει το ένδικο µέσο. Κατά το άρθρο 161 παρ. 1, για την επίδοση συντάσσεται αποδεικτικό, που περιέχει τα στο άρθρο αυτό διαλαµβανόµενα στοιχεία και το οποίο, σύµφωνα µε το άρθρο 162, αποδεικνύει την επίδοση, ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Από τις διατάξεις των άρθρων 154, 161 παρ. 1 και 162 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η αρχή, περί απόδειξης της γενοµένης επίδοσης δι' αποδεικτικού, ως µοναδικού µέσου, κάµπτεται στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό προσβάλλεται ως πλαστό , αλλά και όταν είναι άκυρο. Η αρχή αυτή, για την απόδειξη της επίδοσης µε αποδεικτικό, ως µοναδικό µέσο, κάµπτεται στις αναφερόµενες περιπτώσεις του ανωτέρω άρθρου 162 κατά τις οποίες, εκτός άλλων, δεν εµποδίζεται η ποινική δίκη να προχωρήσει, αν, καίτοι στο αποδεικτικό λείπει κάποιο στοιχείο, που αναφέρεται στο κύρος του, το δικαστήριο κρίνει, µε αιτιολογηµένη απόφασή του, ότι αυτός, στον οποίο έγινε η επίδοση, πληροφορήθηκε έγκαιρα, ήτοι, εµπρόθεσµα, κατά το άρθρο 166 παρ. 1 και ειδικά προ 15 ηµερών, το περιεχόµενο του εγγράφου, που του επιδόθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα παρακάτω:
Με τη με αρ. 664/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε ερήμην για παράβαση του άρθρου 18 παρ.1α του ν. 2523/1997, σε φυλάκιση ενός έτους. Από το από 7-11-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του ΑΤ Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι η ανωτέρω απόφαση επιδόθηκε νομότυπα στον καταδικασθέντα (στη σύνοικο αδελφή του), όπως σε αυτό σημειώνεται, στις 07 Νοεμβρίου 2009, ημέρα Δευτέρα. Όμως από το σε χρήση ημερολόγιο προκύπτει ότι στις 7-11-2009 ήταν η ημέρα Σάββατο και όχι Δευτέρα, από δε το προσαγόμενο από τον αναιρεσείοντα πρωτότυπο του επιδοθέντος σε αυτόν αντιγράφου της εκκληθείσας 664/2009 πρωτοβάθμιας αποφάσεως, προκύπτει σημείωση του ίδιου ως άνω επιδόντος αστυνομικού οργάνου ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στις 07-12-2009, που είναι ημέρα Δευτέρα και όχι στις 7-11-2009. Επίσης, από το από 6/11/2009 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που διαβίβασε στο Α.Τ. Χαριλάου Θεσσαλονίκης την άνω 664/2009 απόφαση προς επίδοση στον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι υπάρχει επί του εγγράφου αυτού σφραγίδα παραλαβής του εγγράφου από το άνω Α.Τ. Χαριλάου, με ημερομηνία 16-11-2009, πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείεται η εν λόγω επίδοση της ερήμην αποφάσεως να έγινε προ της 16/11/2009. Άρα σαφώς προκύπτει ότι η επίδοση της άνω ερήμην απόφασης στον γνωστής διαμονής καταδικασθέντα, έγινε πραγματικά στις 7-12-2009, ημέρα Δευτέρα και όχι στις 7-11-2009, όπως από προφανή παραδρομή του οργάνου επίδοσης σημειώνεται (λάθος αναγραφή του μήνα) και δεν πρόκειται για πλαστότητα, ούτε για ακυρότητα της επίδοσης, η οποία και έγινε εγκύρως στις 7-12-2009, οπότε και η ασκηθείσα από τον καταδικασθέντα στις 15-12-2009, με τη με αρ. εκθ. 3553/15-12-2009 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, έφεση, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός του νομίμου δεκαημέρου, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου, αφού η ασκηθείσα έφεση ήταν εμπρόθεσμη, δεν υπήρχε και λόγος να εκθέσει ο εκκαλών κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο ασκήσεως, του ενδίκου αυτού μέσου, όπως εσφαλμένα έκρινε στην αιτιολογία του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 11651/2011 απόφασή του και απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και δεκτής γενόμενης της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 11651/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση (με αρ. εκθ. 3553/15-12-2009 έφεση του Μ. Μ. του Α.) για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση αρ.18 παρ. 1α Ν. 2523/1997. Χρέη σε Δημόσιο. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 842/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντάλλα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 12138/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 44/21.2.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την αριθμ. 29/27-1-2012 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της αριθμ. 12138/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη στην ουσία η αριθμ. 4049/30-10-2011 έφεσή της, κατά της αριθμ. 59939/21-10-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και δη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και λόγω συναφείας και για τις λοιπές αποδιδόμενες σ' αυτήν πλημμεληματικές πράξεις. Κατά το άρθρο 120 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάδιο της δίκης, όταν δε κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτήν, ενεργεί ότι και το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 313, 484 παρ. 1 και 504 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, συνάγεται, ότι όταν οποιοδήποτε πολυμελές ποινικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιόν του, επειδή από τη συζήτηση προέκυψε βαρύτερος χαρακτηρισμός της πράξης, οπότε το έγκλημα υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα ανωτέρου δικαστηρίου, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στο κρινόμενο απ' αυτό ως αρμόδιο δικαστήριο, η δε σχετική απόφασή του επέχει, στην περίπτωση αυτή, θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και υπόκειται στα κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων προβλεπόμενα μέσα (ΑΠ 290/2010, ΑΠ 1310/2009, ΑΠ 2454/2003). Πριν την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠοινΔ με το άρθρο 34 περ. γ του Ν. 3904/23-12-2010, ο κατηγορούμενος εδικαιούτο να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα και για τα συρρέοντα ή συναφή με αυτό (κακούργημα) εγκλήματα. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 482 ΚΠοινΔ με το άρθρο 34 περ. γ του Ν. 3904/23-12-2010, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-12-2010) δεν δικαιούται πλέον ο κατηγορούμενος να ασκήσει αναίρεση κατά του παραπάνω βουλεύματος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ α' ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 59939/21-10-2011 απόφασή του αποφάνθηκε ότι η ενώπιόν του εισαχθείσα προς εκδίκαση κατηγορία για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής πλαστογραφίας και δη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 12138/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας απόφασης, που επικύρωσε την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και επέχει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, θέση παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, η κατηγορουμένη άσκησε την κρινόμενη αναίρεση. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3904/23-12-2010, με τον οποίο καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η αριθμ. 29/27-1-2012 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της αριθμ. 12138/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 20.2.2012 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, Κατά το άρθρο 120 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάδιο της δίκης, όταν δε κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτήν, ενεργεί ότι και το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 313, 315, 320 παρ. 2, 484 παρ. 1 και 504 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι όταν οποιοδήποτε πολυμελές ποινικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιόν του, επειδή από τη συζήτηση προέκυψε βαρύτερος χαρακτηρισμός της πράξεως, οπότε το έγκλημα υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα ανώτερου δικαστηρίου, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στο κρινόμενο απ' αυτό ως αναρμόδιο δικαστήριο, η δε σχετική απόφασή του επέχει, στην περίπτωση αυτή, θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και υπόκειται στα κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων προβλεπόμενα μέσα και επομένως σε έφεση και αναίρεση. Πριν καταργηθεί το άρθρο 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με το άρθρο 34 περ. γ' του νόμου 3904/23.12.2010, ο κατηγορούμενος δικαιούνταν να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για να δικασθεί για κακούργημα και για τα συρρέοντα με το κακούργημα ή συναφή με αυτό εγκλήματα. Μετά όμως την κατάργηση του ως άνω άρθρου 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με την παραπάνω διάταξη του ν. 3904/23.12.2010, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23.12.2010), δεν δικαιούται πλέον ο κατηγορούμενος να ασκήσει αναίρεση κατά του παραπάνω βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 463 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος παρέχει ρητώς το δικαίωμα αυτό, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή κατ' αποφάσεως ή βουλεύματος, για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και ακρόαση των διαδίκων, που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 59939/21.10.2011 απόφασή του αποφάνθηκε ότι η ενώπιόν του εισαχθείσα προς εκδίκαση κατηγορία για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000 ευρώ, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών (κακουργημάτων). Κατά της αποφάσεως αυτής η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 12138/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), με την οποία αυτό δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η οποία επέχει, σύμφωνα με τα παραπάνω θέση παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, η κατηγορουμένη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3904/2010, πρέπει να απορριφτεί ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκηση αυτή και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 29/27.1.2012 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της 12138/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια αποφάσεως Πολυμελούς Ποινικού Δικαστηρίου που κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παραπέμπει στο αρμόδιο δικαστήριο. Ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως αυτής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 840/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1124/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό και ημερομηνία 252/23.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 § 3 εδ. β', 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την από 4-7-11 αίτηση, του κρατουμένου στη Φυλακή Κέρκυρας Κ. Μ. του Δ., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1) ... 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε" (Α.Π. 1277/2008). "Νέα γεγονότα η αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44.778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ' 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης επανάληψης διαδικασίας, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, στηριζομένης σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, αρκεί προς υποστήριξη της να προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, είναι ανεπίτρεπτη μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08).
II. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8, 8α, δβ, 8γ/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, γιατί-κατά τα λεγόμενα του- μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκε νέο γεγονός ή νέα απόδειξη, που καθιστά φανερό ότι αυτός , είναι αθώος, είναι νόμιμη -σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ- αρμοδίως δε και παραδεκτώς, εισάγεται ενώπιον Σας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
III. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β ,8γ/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1469/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για: 1) ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, 2) απόπειρα ανθρωποκτονιών κατά συρροή, 3)παράνομη οπλοφορία, 4) οπλοχρησία, 5) διατάραξή συνεδρίασης δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "... Στα Ιωάννινα, στις 7 Νοεμβρίου 1994 και ώρα 10.15" περίπου, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα από ένα έγκλημα, συρρέοντα μεταξύ τους ως εξής: Α) Με πρόθεση, ηθελημένα δηλαδή ενεργώντας και τελώντας εν γνώσει των κατωτέρω περιστατικών, σκότωσε άλλους. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ξεκίνησε από την οικία του, της οδού ... της πόλεως Ιωαννίνων, οπλισμένος με την υπ' αριθμ. ... κυνηγετική καραμπίνα FRANCHI Ιταλικής προελεύσεως, πλήρη φυσιγγίων και φορώντας δυο διπλές φυσιγγιοθήκες με 85 συνολικά φυσίγγια (μία με 49 και έτερη με 36) διαμέτρου άνω των 4 χιλιοστών και κατευθύνθηκε προς το Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων, καλύπτοντας την καραμπίνα κάτω από την καμπαρτίνα που φορούσε, ώστε να μη γίνει αντιληπτός και χρησιμοποιώντας από τον Α' όροφο του Μεγάρου την κλίμακα, που χρησιμοποιούν μόνο τα μέλη των συνθέσεων των δικαστηρίων, έφθασε στην ισόγεια αίθουσα, όπου συνεδρίαζε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, άνοιξε τη θύρα που ήταν ανασφάλιστη και οδηγεί στην έδρα των δικαστών, όπου και εισήλθε πάνω σε αυτή (έδρα) αφού στάθηκε στα νώτα των μελών της συνθέσεως, ήτοι των Π. Κ. Τ. συζ. Γ. Τ., Πρωτοδίκου, Σ. Χ. Σ., Αντεισαγγελέα και Κ. Ε. Π. συζ. Θ. Κ., Δικαστικής Υπαλλήλου, Γραμματέα της έδρας. Δηλαδή, αφού στάθηκε πίσω από τα έδρανα και συγκεκριμένα δεξιά του Εισαγγελέα, αποκάλυψε το προαναφερόμενο όπλο και το προέταξε στο ακροατήριο, προτρέποντας τόσο τον κόσμο όσο και την υπάρξασα κατ' εκείνη τη στιγμή φρουρά των αστυνομικών να εξέλθουν της αίθουσας, αφού δε εκκενώθηκε η αίθουσα, ζήτησε από τους ανωτέρω Εισαγγελέα, Δικαστή και Γραμματέα να σηκωθούν και να στρέψουν τα καθίσματα τους προς αυτόν (κατ/νο), εκείνοι δε υπάκουσαν και στάθηκαν μεταξύ των εδράνων και καθισμάτων, μετακινήθηκε δε αυτός (κατ/νος) αριστερά προς τη θέση της Γραμματέως και ζήτησε από τον Εισαγγελέα να προχωρήσει μπροστά από το κάθισμα του, όπως και έγινε, κι ενώ εκείνος τον ρωτούσε ήρεμα ποιος ήταν ο λόγος της ενέργειας του αυτής και ταυτόχρονα προσπαθούσε να τον πλησιάσει, τότε ο κατηγορούμενος σκόπευσε και πυροβόλησε: 1) Τον Εισαγγελέα Σ. Χ. Σ. τρεις φορές, σχεδόν εξ επαφής και τον έπληξε σε διάφορα μέρη του σώματος του, με συνέπεια να τον τραυματίσει σε πλείστα σημεία του σώματος του κυρίως δε να του προκαλέσουν μεταξύ πληθώρας άλλων τραυμάτων, τραύμα αρ υπερώιας χώρας με κατεύθυνση προς τα κάτω, διαμπερές τραύμα τροχαντήριας χώρας αρ. κατεύθυνση στον αρ. γλουτό, οπή εισόδου 4 εκ. και οπή εξόδου 9 εκ. διαμπερές τραύμα δεξ. πρόσθιας βραχίονας χώρας, υποστρόγγυλη μεγ. διαμ. 4 εκ. με κατεύθυνση άνω και πίσω με έξοδο στην ωμωλαπαία και δελτοειδή χώρα, τήξη βολβού αρ. οφθαλμού, ρήξη έξω καρωτίδας και μεγάλων αγγείων της περιοχή- ικανή τρώση αρ. κλείδας και 1ης, 2ης πλευράς αριστερά, πολλαπλά διαμπερή τραύματα αρ. πνεύμονος, μεγάλα αγγεία της θωρακικής κοιλότητας δεν εμφανίζουν τρώση, πλην της υποκλείδιας αριστεράς και ρήξη από διαμπερή τραύματα αριστερού πνεύμονος και βροχικού δένδρου, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού ακαριαίως. Ακολούθως εξερχόμενος του Δικαστικού Μεγάρου, με προτεταμένη την ιδία ως άνω καραμπίνα, πλήρη φυσιγγίων και εξακολουθώντας δε να φοράει τις φυσιγγιοθήκες, σκόπευσε και πυροβόλησε από μικρήν απόσταση με ανθρωποκτόνο σκοπό: 2)Τον αστυφύλακα Κ. Σ. Ζ., ο οποίος εκείνη τη στιγμή συνόδευε στο δικαστήριο, μαζί με τη συνάδελφο του Λ. Ε. Π. συζ. Γ. Μ. την κρατούμενη Λ. Γ. Γ. και αντιληφθείς τους πυροβολισμούς έσπευσε προς το υπηρεσιακόν αυτοκίνητο απ' όπου είχε εξέλθει νωρίτερα και προσπαθούσε να καλέσει ενισχύσεις μέσω ασυρμάτου (Η/Τ) και τον έπληξε σε διάφορα σημεία του σώματος του προκαλώντας του εκδορές μετωπιαίας χώρας, δεξιά δύο, αριστερής υπερόφριας μικρή και ριζορινίου μικρή, μώλωπας αιμάτωμα δεξ. μεσότητας κλείδας, δύο οπές εξόδου χόνδρων στην μεσότητα και πλάγια επιφάνεια λαιμού δεξιά και στην γναθική γωνία δεξιά, ακολουθώντας την δημιουργηθείσα οπή η οδός διόδου των βολίδων οδηγεί στις ανώτερες οπές της ραχιαίας επιφάνειας, κατά το μείζονα θωρακικό αριστερό και δεξιό ανευρίσκεται περιοχή κάκωσης και οφείλεται προφανώς στους χόνδρους, αναγνωρίζονται δύο (2) οπές αριστερά στο ύψος της έμφυσης της 4ης πλευράς και δύο (2) δεξιά στο ύψος 1ης- 2ης και 4ης- 5ης πλευρών, διαμπερές τραύμα δεξ. άνω και μέσων λοβών πνεύμονα και κάτω λοβού πνεύμονα αριστερά, διαμπερές τραύμα αορτής και δεξιών πνευμονικών φλεβών, καθώς και ρήξη αορτικού τόξου πνευμόνων, εκ των οποίων τραυμάτων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαίως ο θάνατος αυτού. Τις πράξεις του δε αυτές, δηλαδή της κατά συρροή ανθρωποκτονίας, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς να διατελεί σε όμοια βρασμού ψυχικής ορμής, καθόσον ουδεμία αφορμή και αιτία είχε προηγηθεί μεταξύ αυτού και των θυμάτων του. Β) Αφού αποφάσισε να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή, επιχείρησε πράξεις που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού και συγκεκριμένο, οπλισμένες κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες μέσα στην αίθουσα του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων και αφού είχε πυροβολήσει δύο φορές κατά του Εισαγγελέα της έδρας Σ. Χ. Σ. και έχοντας αποφασίσει να φονεύσει 1) Την Δικαστή της έδρας Π. Τ., Πρόεδρο του άνω Δικαστηρίου, δεν την πέτυχε με τους πρώτους πυροβολισμούς του, γυρίζοντας προς στιγμή τα νώτα του προς αυτή (παθούσα) κι ενώ επιχείρησε να βγάλει από τις φυσιγγιοθήκες φυσίγγια, για να γεμίσει εκ νέου την καραμπίνα του, αυτή ωστόσο επωφελήθηκε από την κίνηση του αυτή, έτρεξε προς τη θύρα, την άνοιξε και κατευθύνθηκε στον Α' όροφο του κτιρίου, για να καλέσει σε βοήθεια, αντιληφθείς όμως, την αποχώρηση της και αφού είχε γεμίσει την καραμπίνα του έστρεψε και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση της, χωρίς όμως να την πλήξει, διότι κινήθηκε αστραπιαίους και αιφνίδια ανήλθε στον Α' όροφο, κι έτσι απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού του. από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους από τη θέληση του, γλυτώνοντας έτσι η άνω παθούσα από το θάνατο της. 2) Την γραμματέα Κ. Κ.-Π. υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, πυροβόλησε κατ' αυτής, από εγγυτάτη απόσταση και την έπληξε στην περιοχή του βρεγματικού οστού και υπέστη αποκάλυψη από τα υπερκείμενα μαλακά μόρια σε έκταση 8X4 εκ., πλην όμως, απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του, καθόσον η ανωτέρω παθούσα δεν επλήγη σε ζωτικά όργανα και καίρια σημεία του σώματος της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι έπεσε κάτω στο δάπεδο με το πρώτο κτύπημα, με αποτέλεσμα να μην πληγεί από τους άλλους πυροβολισμούς. 3) Εν συνεχεία σκόπευσε και πυροβόλησε κατά του Β. Θ. Λ., γραμματέα του διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, έχοντας αποφασίσει να τον φονεύσει καθ' όν χρόνο αυτός προσέτρεξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ειδοποιηθείς από την Πρωτοδίκη Π. Τ., πλην όμως απέτυχε του σκοπού του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του διότι ο ανωτέρω οπισθοχώρησε από την αίθουσα και τα φυσίγγια προσέκρουσαν στο κάσωμα της θύρας απ' όπου είχεν εισέλθει, ακολούθως τον πυροβόλησε στην είσοδο του Μεγάρου με ανθρωποκτόνο σκοπό και πάλιν για δεύτερη φορά, πλην όμως, απέτυχε του σκοπού του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του, διότι, ο άνω παθών, καλύφθηκε πίσω από σταθμευμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο του κτιρίου, με αποτέλεσμα τα σκάγια-χόνδροι να κτυπήσουν τα τζάμια του οχήματος, που θρυμματίσθηκαν και έπεσαν στο πρόσωπο και στο κεφάλι του ανωτέρω παθόντος. 4) Κι ενώ εξήρχετο του Δικαστικού Μεγάρου, με προτεταμένη την καραμπίνα και πυροβολώντας κατά συγκεκριμένου πλήθους αδιάκριτα προκειμένου να δυσχεράνει ή και να ματαιώσει τη σύλληψη του και φέροντας τις φυσιγγιοθήκες πλησίασε τον Κ. Ι. Γ., τον οποίο εντόπισε κρυμμένο πίσω από κολώνα, έξω από τον προθάλαμο του δικαστηρίου, τον πυροβόλησε μία φορά στα πόδια του, κι ενώ εκείνος εκλιπαρούσε τον πυροβόλησε για δεύτερη φορά στον αριστερό μηρό, προκαλώντας του συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού, πλην όμως απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του, διότι δεν τον έπληξε" σε ζωτικά όργανα του σώματος του και τούτο γιατί ο ανωτέρω παθών απώθησε με δύναμη την κάνη του όπλου προς τα έξω και έτσι τον έπληξε μόνο στον μηρό. 5) Εν συνεχεία πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό, τον Μ. Ν. Μ., ο οποίος βρίσκετο αρχικά σε παράθυρο του Β' ορόφου οικοδομής της οδού ... και βλέποντας τα διαδραματιζόμενα προσέτρεξε για να ενημερωθεί για το τι συνέβαινε, με αποτέλεσμα αυτός να πληγεί και να τραυματισθεί στην κάτω γνάθο, πλην όμως, δεν πέτυχε του σκοπού του από λόγους ανεξαρτήτους της Θελήσεως του, αφού δεν επλήγη καιρίως ο ανωτέρω παθών. 6) Ακολούθως πυροβόλησε κατά του Δ. Η. Χ., που προσέτρεξε μαζί με αστυνομικό προς το Δικαστήριο, με σκοπό να τον φονεύσει, πλην όμως απέτυχε του σκοπού του, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του, διότι ο ανωτέρω παθών πρόλαβε να καλυφθεί πίσω από σταθμευμένο αυτοκίνητο της Ασφάλειας με συμβατικούς αριθμούς χωρίς να πληγεί καθόλου από τους πυροβολισμούς. Και 7) Τέλος άνοιξε πυρά κατά ομάδας αστυνομικών που εσπευσμένα τον αφοπλίσει και ειδικότερα πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό τον αστυφύλακα ασφαλείας Ιωαννίνων Ν. Ι. Γ., ο οποίος με προτεταμένο όπλο του είχε δηλώσει προηγουμένως την ιδιότητα του, και τον είχε καλέσει να παραδοθεί. Αντί συμμορφώσεως προς την πρόσκληση του, αυτός (κατηγορούμενος) απάντησε με σκόπευση και δύο πυροβολισμούς εναντίον του, τον δεύτερο μάλιστα αφού ήδη είχε και ο ίδιος (κατηγορούμενος) πληγεί από τον δικό του πυροβολισμό, πλην όμως. απέτυχε του σκοπού του. να τον θανατώσει, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του καθόσον ο ανωτέρω δεν επλήγη καίρια από τον ένα πυροβολισμό, ο δεύτερος ήταν χωρίς αποτέλεσμα (χόνδροι δε παραμένουν υφιστάμενοι υποδορίους μόνο, αναγνωρίσθηκαν οπές εισόδου στο κρανίο (σπλαχνικό) και αριστερό άνω άκρο). Τις πράξεις του δε αυτές ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς να διατελεί σε όμοια βρασμού ψυχικής ορμής, καθόσον ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και όλα έγιναν χωρίς καμμία αφορμή και αιτία από τα παραπάνω θύματα του. Γ) Στον ως άνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του απαγορευμένο όπλο ήτοι: την προαναφερομένη καραμπίνα, καθώς και δύο διπλές φυσιγγιοθήκες με 85 φυσίγγια, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και για άλλο σκοπό από εκείνον γιο τον οποίο προορίζετο, δηλαδή της θήρας, παρότι γνώριζε ότι απαγορεύεται. Δ) Έκανε χρήση όπλου κατά την έννοια του νόμου ήτοι της παραπάνω κυνηγετικής του καραμπίνας, με την οποία διέπραξε τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή και της απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή και μάλιστα τις υπό στοιχείο (α) δύο ανθρωποκτονίες και τις υπό στοιχείο (β) επτά απόπειρες ανθρωποκτονιών, η χρήση δε του όπλου αυτού δεν αποτελεί κατ' ειδική διάταξη στοιχείο των αδικημάτων αυτών, που διέπραξε. Και Ε) Διατάραξε τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων κατά τη δικάσιμο της 7-11-1994, με το να προκαλέσει τη διακοπή της κάτω από τις προεκτεθείσες συνθήκες ...".
IV. Με την υπό κρίση-σχεδόν μη αναγνώσιμη και εν πολλοίς ανερμάτιστη- αίτηση του, ο αιτών "ως λόγο" επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει το γεγονός ότι ενώπιον του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας, δεν εξετάσθηκε ως μάρτυρας η αυτόπτης μάρτυς και τραυματισθείσα γραμματέας του δικαστηρίου, Κ. Κ. -Π..
VI. Πλην όμως ο προβληθείς αυτός "λόγος", πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι: Η μη εμφάνιση και η μη εξέταση της εν λόγω παθούσας κατά την ενώπιον του εφετείου διαδικασία, δεν ήταν γεγονός "άγνωστο" στους δικάσαντες δικαστές του εφετείου, άρα δεν αποτελεί νέο γεγονός ή νέα απόδειξη, καθόσον, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου,(βλ. σελ. 9 των πρακτικών της υπ' αριθ. 12, 13, 14, 15, 16/1996 απόφασης του ΜΟΔ Πρέβεζας) η δε κατάθεση της λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε, μαζί με τα αλλά αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, με την ανάγνωση των πρακτικών του παραπάνω δικαστηρίου, (βλ 9° φύλλο της υπ' αριθ. 8, 8α, 8β ,8γ/1999 απόφασης του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας),αφού περιέχεται σ' αυτά. Άλλωστε προκύπτει από τα πρακτικά του εφετείου, ότι δεν ζητήθηκε από την υπεράσπιση του αιτούντος η παρουσία της εν λόγω μάρτυρος.
VII. Επομένως, από τα προεκτεθέντα-χωρίς καμιά αμφιβολία-, σηματοδοτείται η επιδίωξη του καταδικασθέντος -δια της ως άνω διαδικασίας- να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεπίτρεπτος
VIII. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη-, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος του (άρθρα 583 §1 ΚΠΔ,, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της η από 4-7-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή Κέρκυρας Κ. Μ. του Δ., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 αμετάκλητη απόφαση του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας, 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του. Αθήνα 22-11-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1042/2011). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία o αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, για το λόγο ότι από τις αναφερόμενες σε αυτή (αίτηση) νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις καθίσταται φανερό ότι αυτός, είναι αθώος, είναι νόμιμη, και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία, παρά τη μη εμφάνιση και παράσταση του νόμιμα κλητευθέντα αιτούντα (βλ. από 14-12-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., που υπηρετεί στο Κ.Κ. Νέας Αλικαρνασσού, σε συνδυασμό με το από 19-4-2012 έγγραφο του προϊσταμένου της διεύθυνσης του ως άνω Κ.Κ. Μ. Κ., περί άρνησής του προς μεταγωγή), μη εφαρμοζομένου επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, του άρθρου 514 του ΚΠΔ, δυνάμει του οποίου απορρίπτεται η αίτηση ως ανυποστήρικτη, καθόσον δεν πρόκειται περί ενδίκου μέσου. Το αίτημα περί αναβολής της δίκης, που αυτός υπέβαλε στο δικαστήριο με την από 19-4-2012 αίτησή του, η οποία διαβιβάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά την εν αρχή συνεδρίασή του, με το από 19-4-2012 υπ' αριθμό πρωτ. 3429 έγγραφο του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Ν. Αλικαρνασσού, είναι απορριπτέο, καθόσον στην παραπάνω δυσανάγνωστη αίτησή του, δεν επικαλείται συγκεκριμένους λόγους αναβολής. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β ,8γ/1999 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1469/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για, 1) ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, 2) απόπειρα ανθρωποκτονιών κατά συρροή, 3) παράνομη οπλοφορία, 4) οπλοχρησία και 5) διατάραξή συνεδρίασης δικαστηρίου, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης δις ισόβια και 23 ετών και 3 μηνών. Συγκεκριμένα, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στα Ιωάννινα, στις 7 Νοεμβρίου 1994 και ώρα 10.15' περίπου, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα από ένα έγκλημα, συρρέοντα μεταξύ τους ως εξής: Α) Με πρόθεση, ηθελημένα δηλαδή ενεργώντας και τελώντας εν γνώσει των κατωτέρω περιστατικών, σκότωσε άλλους. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ξεκίνησε από την οικία του, της οδού ... της πόλεως Ιωαννίνων, οπλισμένος με την υπ' αριθμ. ... κυνηγετική καραμπίνα FRANCHI Ιταλικής προελεύσεως, πλήρη φυσιγγίων και φορώντας δύο διπλές φυσιγγιοθήκες με 85 συνολικά φυσίγγια (μία με 49 και έτερη με 36) διαμέτρου άνω των 4 χιλιοστών και κατευθύνθηκε προς το Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων, καλύπτοντας την καραμπίνα κάτω από την καμπαρτίνα που φορούσε, ώστε να μη γίνει αντιληπτός και χρησιμοποιώντας από τον Α' όροφο του Μεγάρου την κλίμακα, που χρησιμοποιούν μόνο τα μέλη των συνθέσεων των δικαστηρίων, έφθασε στην ισόγεια αίθουσα, όπου συνεδρίαζε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, άνοιξε τη θύρα που ήταν ανασφάλιστη και οδηγεί στην έδρα των δικαστών, όπου και εισήλθε πάνω σε αυτή (έδρα) αφού στάθηκε στα νώτα των μελών της συνθέσεως, ήτοι των Π. Κ. Τ. συζ. Γ. Τ., Πρωτοδίκου, Σ. Χ. Σ., Αντεισαγγελέα και Κ. Ε. Π. συζ. Θ. Κ., Δικαστικής Υπαλλήλου, Γραμματέα της έδρας. Δηλαδή, αφού στάθηκε πίσω από τα έδρανα και συγκεκριμένα δεξιά του Εισαγγελέα, αποκάλυψε το προαναφερόμενο όπλο και το προέταξε στο ακροατήριο, προτρέποντας τόσο τον κόσμο όσο και την υπάρξασα κατ' εκείνη τη στιγμή φρουρά των αστυνομικών να εξέλθουν της αίθουσας, αφού δε εκκενώθηκε η αίθουσα, ζήτησε από τους ανωτέρω Εισαγγελέα, Δικαστή και Γραμματέα να σηκωθούν και να στρέψουν τα καθίσματα τους προς αυτόν (κατ/νο), εκείνοι δε υπάκουσαν και στάθηκαν μεταξύ των εδράνων και καθισμάτων, μετακινήθηκε δε αυτός (κατ/νος) αριστερά προς τη θέση της Γραμματέως και ζήτησε από τον Εισαγγελέα να προχωρήσει μπροστά από το κάθισμα του, όπως και έγινε, κι ενώ εκείνος τον ρωτούσε ήρεμα ποιός ήταν ο λόγος της ενέργειας του αυτής και ταυτόχρονα προσπαθούσε να τον πλησιάσει, τότε ο κατηγορούμενος σκόπευσε και πυροβόλησε:
1) Τον Εισαγγελέα Σ. Χ. Σ. τρεις φορές, σχεδόν εξ επαφής και τον έπληξε σε διάφορα μέρη του σώματος του, με συνέπεια να τον τραυματίσει σε πλείστα σημεία του σώματος του κυρίως δε να του προκαλέσουν μεταξύ πληθώρας άλλων τραυμάτων, τραύμα αρ υπερώιας χώρας με κατεύθυνση προς τα κάτω, διαμπερές τραύμα τροχαντήριας χώρας αρ. κατεύθυνση στον αρ. γλουτό, οπή εισόδου 4 εκ. και οπή εξόδου 9 εκ. διαμπερές τραύμα δεξ. πρόσθιας βραχίονας χώρας, υποστρόγγυλη μεγ. διαμ. 4 εκ. με κατεύθυνση άνω και πίσω με έξοδο στην δελτοειδή χώρα, τήξη βολβού αρ. οφθαλμού, ρήξη έξω καρωτίδος και μεγάλων αγγείων της περιοχή- ικανή τρώση αρ. κλείδας και 1ης, 2ης πλευράς αριστερά, πολλαπλά διαμπερή τραύματα αρ. πνεύμονος, μεγάλα αγγεία της θωρακικής κοιλότητας δεν εμφανίζουν τρώση, πλην της υποκλείδιας αριστεράς και ρήξη από διαμπερή τραύματα αριστερού πνεύμονος και βροχικού δένδρου, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού ακαριαίως Ακολούθως εξερχόμενος του Δικαστικού Μεγάρου, με προτεταμένη την ιδία ως άνω καραμπίνα, πλήρη φυσιγγίων και εξακολουθώντας δε να φοράει τις φυσιγγιοθήκες, σκόπευσε και πυροβόλησε από μικρήν απόσταση με ανθρωποκτόνο σκοπό: 2) Τον αστυφύλακα Κ. Σ. Ζ., ο οποίος εκείνη τη στιγμή συνόδευε στο δικαστήριο, μαζί με τη συνάδελφο του Λ. Ε. Π. συζ. Γ. Μ. την κρατούμενη Λ. Γ. Γ. και αντιληφθείς τους πυροβολισμούς έσπευσε προς το υπηρεσιακόν αυτοκίνητο απ' όπου είχε εξέλθει νωρίτερα και προσπαθούσε να καλέσει ενισχύσεις μέσω ασυρμάτου (R/T) και τον έπληξε σε διάφορα σημεία του σώματος του προκαλώντας του εκδορές μετωπιαίας χώρας, δεξιά δύο, αριστερής υπερόφριας μικρή και ριζορινίου μικρή, μώλωπας αιμάτωμα δεξ. μεσότητας κλείδας, δύο οπές εξόδου χόνδρων στην μεσότητα και πλάγια επιφάνεια λαιμού δεξιά και στην γναθική γωνία δεξιά, ακολουθώντας την δημιουργηθείσα οπή η οδός διόδου των βολίδων οδηγεί στις ανώτερες οπές της ραχιαίας επιφάνειας, κατά το μείζονα θωρακικό αριστερό και δεξιό ανευρίσκεται περιοχή κάκωσης και οφείλεται προφανώς στους χόνδρους, αναγνωρίζονται δύο (2) οπές αριστερά στο ύψος της έμφυσης της 4ης πλευράς και δύο (2) δεξιά στο ύψος 1ης- 2ης και 4ης- 5ης πλευρών, διαμπερές τραύμα δεξ. άνω και μέσων λοβών πνεύμονα και κάτω λοβού πνεύμονα αριστερά, διαμπερές τραύμα αορτής και δεξιών πνευμονικών φλεβών, καθώς και ρήξη αορτικού τόξου πνευμόνων, εκ των οποίων τραυμάτων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαίως ο θάνατος αυτού. Τις πράξεις του δε αυτές, δηλαδή της κατά συρροή ανθρωποκτονίας, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς να διατελεί σε όμοια βρασμού ψυχικής ορμής, καθόσον ουδεμία αφορμή και αιτία είχε προηγηθεί μεταξύ αυτού και των θυμάτων του.
Β) Αφού αποφάσισε να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή, επιχείρησε πράξεις που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού και συγκεκριμένα, οπλισμένος κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες μέσα στην αίθουσα του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων και αφού είχε πυροβολήσει δύο φορές κατά του Εισαγγελέα της έδρας Σ. Χ. Σ. και έχοντας αποφασίσει να φονεύσει 1) Την Δικαστή της έδρας Π. Τ., Πρόεδρο του άνω Δικαστηρίου, δεν την πέτυχε με τους πρώτους πυροβολισμούς του, γυρίζοντας προς στιγμή τα νώτα του προς αυτή (παθούσα) κι ενώ επιχείρησε να βγάλει από τις φυσιγγιοθήκες φυσίγγια, για να γεμίσει εκ νέου την καραμπίνα του, αυτή ωστόσο επωφελήθηκε από την κίνηση του αυτή, έτρεξε προς τη θύρα, την άνοιξε και κατευθύνθηκε στον Α' όροφο του κτιρίου, για να καλέσει σε βοήθεια, αντιληφθείς όμως, την αποχώρησή της και αφού είχε γεμίσει την καραμπίνα του έστρεψε και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση της, χωρίς όμως να την πλήξει, διότι κινήθηκε αστραπιαίους και αιφνίδια ανήλθε στον Α' όροφο, κι έτσι απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού του. από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους από τη θέλησή του, γλυτώνοντας έτσι η άνω παθούσα από το θάνατο της. 2) Την γραμματέα Κ. Κ. - Π. υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, πυροβόλησε κατ' αυτής, από εγγυτάτη απόσταση και την έπληξε στην περιοχή του βρεγματικού οστού και υπέστη αποκάλυψη από τα υπερκείμενα μαλακά μόρια σε έκταση 8X4 εκ., πλην όμως, απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, καθόσον η ανωτέρω παθούσα δεν επλήγη σε ζωτικά όργανα και καίρια σημεία του σώματος της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι έπεσε κάτω στο δάπεδο με το πρώτο κτύπημα, με αποτέλεσμα να μην πληγεί από τους άλλους πυροβολισμούς. 3) Εν συνεχεία σκόπευσε και πυροβόλησε κατά του Β. Θ. Λ., γραμματέα του διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, έχοντας αποφασίσει να τον φονεύσει καθ' όν χρόνο αυτός προσέτρεξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ειδοποιηθείς από την Πρωτοδίκη Π. Τ., πλην όμως απέτυχε του σκοπού του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. διότι ο ανωτέρω οπισθοχώρησε από την αίθουσα και τα φυσίγγια προσέκρουσαν στο κάσωμα της θύρας απ' όπου είχεν εισέλθει, ακολούθως τον πυροβόλησε στην είσοδο του Μεγάρου με ανθρωποκτόνο σκοπό και πάλιν για δεύτερη φορά, πλην όμως, απέτυχε του σκοπού του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, διότι, ο άνω παθών, καλύφθηκε πίσω από σταθμευμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο του κτιρίου, με αποτέλεσμα τα σκάγια-χόνδροι να κτυπήσουν τα τζάμια του οχήματος, που θρυμματίσθηκαν και έπεσαν στο πρόσωπο και στο κεφάλι του ανωτέρω παθόντος. 4) Κι ενώ εξήρχετο του Δικαστικού Μεγάρου, με προτεταμένη την καραμπίνα και πυροβολώντας κατά συγκεκριμένου πλήθους αδιάκριτα προκειμένου να δυσχεράνει ή και να ματαιώσει τη σύλληψη του και φέροντας τις φυσιγγιοθήκες πλησίασε τον Κ. Ι. Γ., τον οποίο εντόπισε κρυμμένο πίσω από κολώνα, έξω από τον προθάλαμο του δικαστηρίου, τον πυροβόλησε μία φορά στα πόδια του, κι ενώ εκείνος εκλιπαρούσε τον πυροβόλησε για δεύτερη φορά στον αριστερό μηρό, προκαλώντας του συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού, πλην όμως απέτυχε του ανθρωποκτόνου σκοπού του, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, διότι δεν τον έπληξε σε ζωτικά όργανα του σώματος του και τούτο γιατί ο ανωτέρω παθών απώθησε με δύναμη την κάνη του όπλου προς τα έξω και έτσι τον έπληξε μόνο στον μηρό. 5) Εν συνεχεία πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό, τον Μ. Ν. Μ., ο οποίος βρίσκετο αρχικά σε παράθυρο του Β' ορόφου οικοδομής της οδού ... και βλέποντας τα- διαδραματιζόμενα προσέτρεξε για να ενημερωθεί για το τι συνέβαινε, με αποτέλεσμα αυτός να πληγεί και να τραυματισθεί στην κάτω γνάθο, πλην όμως, δεν πέτυχε του σκοπού του από λόγους ανεξαρτήτους της Θελήσεώς του, αφού δεν επλήγη καιρίως ο ανωτέρω παθών. 6) Ακολούθως πυροβόλησε κατά του Δ. Η. Χ., που προσέτρεξε μαζί με αστυνομικό προς το Δικαστήριο, με σκοπό να τον φονεύσει, πλην όμως απέτυχε του σκοπού του, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, διότι ο ανωτέρω παθών πρόλαβε να καλυφθεί πίσω από σταθμευμένο αυτοκίνητο της Ασφάλειας με συμβατικούς αριθμούς χωρίς να πληγεί καθόλου από τους πυροβολισμούς. Και 7) Τέλος άνοιξε πυρά κατά ομάδας αστυνομικών που έσπευσε να τον αφοπλίσει και ειδικότερα πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό τον αστυφύλακα ασφαλείας Ιωαννίνων Ν. Ι. Γ., ο οποίος με προτεταμένο όπλο του είχε δηλώσει προηγουμένως την ιδιότητά του, και τον είχε καλέσει να παραδοθεί Αντί συμμορφώσεως προς την πρόσκληση του, αυτός (κατηγορούμενος) απάντησε με σκόπευση και δύο πυροβολισμούς εναντίον του, τον δεύτερο μάλιστα αφού ήδη είχε και ο ίδιος (κατηγορούμενος) πληγεί από τον δικό του πυροβολισμό, πλην όμως. απέτυχε του σκοπού του. να τον θανατώσει, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του καθόσον ο ανωτέρω δεν επλήγη καίρια από τον ένα πυροβολισμό, ο δεύτερος ήταν χωρίς αποτέλεσμα (χόνδροι δε παραμένουν υφιστάμενοι υποδορίους μόνο, αναγνωρίσθηκαν οπές εισόδου στο κρανίο (σπλαχνικό) και αριστερό άνω άκρο). Τις πράξεις του δε αυτές ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χωρίς να διατελεί σε όμοια βρασμού ψυχικής ορμής, καθόσον ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και όλα έγιναν χωρίς καμιά αφορμή και αιτία από τα παραπάνω θύματα του.
Γ) Στον ως άνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του απαγορευμένο όπλο ήτοι την προαναφερομένη καραμπίνα, καθώς και δύο διπλές φυσιγγιοθήκες με 85 φυσίγγια, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και για άλλο σκοπό από εκείνον γιο τον οποίο προοριζόταν, δηλαδή της θήρας, παρότι γνώριζε ότι απαγορεύεται.
Δ) Έκανε χρήση όπλου κατά την έννοια του νόμου ήτοι της παραπάνω κυνηγετικής του καραμπίνας, με την οποία διέπραξε τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή και της απόπειρας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή και μάλιστα τις υπό στοιχείο (α) δύο ανθρωποκτονίες και τις υπό στοιχείο (β) επτά απόπειρες ανθρωποκτονιών, η χρήση δε του όπλου αυτού δεν αποτελεί κατ' ειδική διάταξη στοιχείο των αδικημάτων αυτών, που διέπραξε. Και Ε) Διατάραξε τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων κατά τη δικάσιμο της 7-11-1994, με το να προκαλέσει τη διακοπή της κάτω από τις προεκτεθείσες συνθήκες".
Με την υπό κρίση δυσανάγνωστη και εν πολλοίς χωρίς συνειρμό αίτηση του, ο αιτών, ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει το γεγονός ότι ενώπιον του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας, δεν εξετάσθηκε ως μάρτυρας η αυτόπτης μάρτυς και τραυματισθείσα γραμματέας του δικαστηρίου, Κ. Κ. - Π..
Ο προβληθείς αυτός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, για τους παρακάτω λόγους. Η μη εμφάνιση και η μη εξέταση της εν λόγω παθούσας κατά την ενώπιον του εφετείου διαδικασία, δεν ήταν γεγονός "άγνωστο" στους δικάσαντες δικαστές του εφετείου, άρα δεν αποτελεί νέο γεγονός ή νέα απόδειξη, καθόσον, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, (βλ. σελ. 9 των πρακτικών της υπ' αριθ. 12, 13, 14, 15, 16/1996 απόφασης του ΜΟΔ Πρέβεζας) η δε κατάθεση της λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, με την ανάγνωση των πρακτικών του παραπάνω δικαστηρίου, (βλ 9° φύλλο της υπ' αριθ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 απόφασης του ΜΟΕ Δυτικής Μακεδονίας), στα οποία περιέχεται και η κατάθεση αυτή. Άλλωστε όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του εφετείου, δεν ζητήθηκε από την υπεράσπισή του αιτούντος η εξέταση της εν λόγω μάρτυρος.
Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι επιδίωξη του καταδικασθέντος είναι, δια της ως άνω αιτούμενης επανάληψης της διαδικασίας, να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη είναι ανεπίτρεπτος.
Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, ως κατ' ουσία αβάσιμη, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντα (άρθρα 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2011 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του τότε κρατουμένου στη Φυλακή ... και ήδη στο Κ.Κ. ..., Κ. Μ. του Δ., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8, 8α, 8β, 8γ/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μ.Ο.Ε. Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (525 επ. Κ.Π.Δ.) Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 839/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κ. - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Β. Κ. του Π., κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Παυλόπουλο για επανάληψη διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 37/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.
Το Μικτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1233/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 253/23.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 του Κ.Π.Δ. την από 27-9-2011 αίτηση του Β. Κ. του Π., κρατουμένου των φυλακών Γρεβενών, με την οποία ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 37/2008 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, με την οποία κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως 25 ετών για βιασμό και κατάχρηση σε ασέλγεια (άρθρα 336 παρ. 1 και 338 παρ. 1 Π.Κ.), εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το διατακτικό της μνημονευθείσης αμετακλήτου αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, ο αιτών κατεδικάσθη για τις ήδη αναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, οι οποίες συνίστανται στα εξής: Στην ... κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με δόλο, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του έτους 1991 έως και το έτος 1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την χρήση σωματικής βίας και με την απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασε άλλον σε εξώγαμη συνουσία και σε επιχείρηση ασελγούς πράξης και συγκεκριμένα, τον μήνα Ιούνιο του έτους 1991, ενώ βρισκόταν εντός της οικία του με την κόρη του Α. , ηλικίας 13 ετών τότε, χρησιμοποίησε εναντίον της βία, χτυπώντας της και απειλώντας της ότι θα της έκανε μεγάλο κακό, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της, την εξανάγκασε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, αφού πρώτα χρησιμοποίησε το δάχτυλο του, το οποίο έβαλε εντός του αιδοίου της για να διαρρήξει τον παρθενικό της υμένα. Την ανωτέρω συμπεριφορά του συνέχισε κατά τακτά χρονικά διαστήματα από το έτος 1991 μέχρι και το έτος 1999, αφού απειλώντας στην κόρη του και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, έχοντας σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες ορμές του, ακινητοποιούσε αυτήν και την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του. 2) Σε ανεξακρίβωτο χρόνο, μεταξύ της 25-1-2004 ως τον Μάρτιο του 2004, καταχράστηκε την ανικανότητα άλλου να αντισταθεί και ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί του και συγκεκριμένα, στην οικία του στην ... , ενώ φιλοξενούσε την κόρη του Α. η οποία κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα πάσχοντας από -ψυχωσική συνδρομή, λάμβανε θεραπευτική αγωγή η οποία την καθιστούσε ανίκανη για αντίσταση, καταχρώμενος την κατάσταση της αυτή και την ανικανότητα της να αντισταθεί, λόγω της πάθησης της, ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της. Ως "νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις" ο αιτών προσκομίζει α) το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό στρατολογικής καταστάσεως του Στρατολογικού Γραφείου Καβάλας, β) το υπ'αριθμ. ... ενημερωτικό σημείωμα του Παθολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, γ) την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Καβάλας, δ) το από 21-3-2006 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας και ε) την από 20-2-2011 υπηρεσιακή βεβαίωση των φυλακών Γρεβενών. Με όλα αυτά τα έγγραφα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα που ετελέσθησαν οι δύο αξιόποινες πράξεις, ήτοι από το 1991 έως το 1999, έπασχε από την ψυχική πάθηση της ψυχωσικής συνδρομής, η οποία δεν του επέτρεψε να έχει συνείδηση των υπ'αυτού πραχθέντων. Τα εν λόγω όμως έγγραφα, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, δεν είναι καταλυτικά ανατροπής της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου και της ακυρώσεως της αποφάσεως, ώστε να δικαιολογείται η επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν πρόδηλο, ότι ο αιτών είναι αδιαμφισβητήτως αθώος των ανωτέρω εγκληματικών πράξεων. Διότι, κατ'αρχήν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, κανείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, δεν κατέθεσε πραγματικά περιστατικά, που να ιχνηλατούν την ύπαρξη ψυχωσικής συνδρομής στον κατηγορούμενο. Από την επισκόπηση δε της απολογίας αυτού, δεν διαπιστώνονται ασυναρτησίες ή ανερμάτιστος λόγος, που να πιθανολογούν την ύπαρξη της άνω ψυχικής παθήσεως. Αντιθέτως, ο απολογητικός του λόγος έχει μία λογική συνέχεια, επικεντρώνεται στις κατ'αυτού κατηγορίες και στην απόσειση αυτών. Αλλά και αν έπασχε από την αναφερθείσα ψυχική ασθένεια, δεν προκύπτει ότι αυτή υπήρχε κατά τα άνω χρονικά διαστήματα, που ετελέσθησαν από αυτόν οι μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις και, κυρίως, δεν προκύπτει ανενδοιάστως, ότι εξ αιτίας αυτής δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών του, ώστε, ελλείψει καταλογισμού και κατ'εφαρμογήν του άρθρου 34 του Π.Κ. να κηρυχθεί αυτός αθώος. Κατ'ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, τα άνω προσκομισθέντα έγγραφα, δεν καθιστούν πρόδηλον ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων, δια τις οποίες κατεδικάσθη. Επομένως, Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η από 27-9-2011 αίτηση του Β. Κ. του Π., κρατουμένου στις φυλακές Γρεβενών, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 37/2008 αμετακλήτου αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος είτε γιατί δεν τέλεσε την πράξη είτε γιατί την τέλεσε μεν, αλλά, κατά το χρόνο τελέσεώς της, ήταν ακαταλόγιστος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για κακουργήματα, υπ' αριθ. 37/2008 απόφαση του Μικτού Εφετείου Θράκης, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι έπρεπε να αθωωθεί λόγο ψυχικής νόσου, η οποία απέκλειε τον καταλογισμό του, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 37/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, αίτηση αναιρέσεως κατά της οποίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2154/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για βιασμό κατ` εξακολούθηση και κατάχρηση σε ασέλγεια σε βάρος της κόρης του Α. και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε (25) ετών. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός: "Στη ... , ενεργώντας με δόλο, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του έτους 1991 έως και το έτος 1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την χρήση σωματικής βίας και με την απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασε άλλον σε εξώγαμη συνουσία και σε επιχείρηση ασελγούς πράξης και συγκεκριμένα, τον μήνα Ιούνιο του έτους 1991, ενώ βρισκόταν εντός της οικίας του με την κόρη του Α. , ηλικίας 13 ετών τότε, χρησιμοποίησε εναντίον της βία, χτυπώντας την και απειλώντας την ότι θα της έκανε μεγάλο κακό, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της, την εξανάγκασε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, αφού πρώτα χρησιμοποίησε το δάχτυλό του, το οποίο έβαλε εντός του αιδοίου της για να διαρρήξει τον παρθενικό της υμένα. Την ανωτέρω συμπεριφορά του συνέχισε κατά τακτά χρονικά διαστήματα από το έτος 1991 μέχρι και το έτος 1999, αφού απειλώντας στην κόρη του και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, έχοντας σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες ορμές του, ακινητοποιούσε αυτήν και την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του. 2) Σε ανεξακρίβωτο χρόνο, μεταξύ της 25-1-2004 ως τον Μάρτιο του 2004, καταχράστηκε την ανικανότητα άλλου να αντισταθεί και ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί του και συγκεκριμένα, στην οικία του στην ... , ενώ φιλοξενούσε την κόρη του Α. , η οποία, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, πάσχοντας από ψυχωσική συνδρομή, λάμβανε θεραπευτική αγωγή, η οποία την καθιστούσε ανίκανη για αντίσταση, καταχρώμενος την κατάστασή της αυτή και την ανικανότητά της να αντισταθεί, λόγω της πάθησής της, ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 37/2008 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία: 1) Το υπ` αριθ. ... πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης, στο οποίο αναφέρονται οι μεταβολές του από τις 3.10.1973, που κατατάχθηκε, μέχρι τις 21.6.1976 και ότι δεν έχει εκπληρώσει αυτός τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, γιατί έχει απαλλαχθεί από την υποχρέωση στρατεύσεως, ως πάσχων από ψυχωσική συνδρομή. 2) Το ενημερωτικό σημείωμα με αριθ. μητρώου ... και Α.Ε.Μ. ... του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, με διάγνωση ότι είχε υποστεί αυτός φαρμακευτική δηλητηρίαση από τη λήψη 20 δισκίων Hipnostedon, και αναφορά στο ιστορικό της ψυχωσικής συνδρομής. 3) Την υπ` αριθ. πρωτ. ... απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δράμας - Καβάλας - Ξάνθης, περί διαγραφής του από τα Μητρώα Βαριά Ανάπηρων λόγω μη προσκόμισης νέας αποφάσεως Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής. 4) Το με αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, από το οποίο προκύπτει ότι η κόρη του Α. νοσηλεύθηκε για ψυχωσική συνδρομή. Και 5) την από 20.2.2011 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, από το οποίο προκύπτει ότι ο αιτών πάσχει από υποτροπιάζουσα περικαρδίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια
ΙΙ>
ΙΙΙ, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, πνευμονικό εμφύσημα, ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου
ΙΙ, για τον οποίο λόγο και είχε λάβει ποσοστό αναπηρίας 67% από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Καβάλας το 2002, εμφανίζει δε διαταραχή προσωπικότητας και αϋπνία. Από τα έγγραφα αυτά, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι, κατά την τέλεση των άνω πράξεων, στερείτο πλήρως της ικανότητας για καταλογισμό λόγω ψυχωσικής συνδρομής και, επομένως, αν αυτά ήταν γνωστά στους Δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, θα είχε κηρυχθεί αθώος.
Από τα ανωτέρω έγγραφα, το υπ` αριθ. 4 (με αριθ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας) αφορά όχι τον ίδιο τον αιτούντα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, αλλά την κόρη του Α. και είχε προσκομιστεί και ληφθεί υπόψη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τα δε λοιπά έγγραφα δεν καθιστούν πρόδηλο ότι ο αιτών, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας δεν είχε αυτός την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό (άρθρο 34 ΠΚ). Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αιτών δεν είχε προβάλει κανένα απολύτως ισχυρισμό περί ακαταλόγιστου ούτε είχε ισχυριστεί ότι έπασχε από οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια. Ακόμη, κανείς από τους μάρτυρες που είχαν εξεταστεί (παθούσα Α. Κ. , σύζυγος του αιτούντος Σ. Κ. , γιος του αιτούντος Π. Κ. ) δεν κατέθεσε περιστατικά που να μαρτυρούν την ύπαρξη ψυχωσικής συνδρομής στον αιτούντα. Αλλά και η απολογία του έχει μια λογική συνέχεια και επικεντρώνεται στις κατ` αυτού κατηγορίες και την απόσειση αυτών, ισχυριζόμενος ότι πίσω από τις αποδιδόμενες σ' αυτόν κατηγορίες κρυβόταν η εν διαστάσει σύζυγός του και μητέρα της παθούσας, προκειμένου να ωφεληθούν οικονομικά παίρνοντας την περιουσία του, τόσο αυτή όσο και τα κοινά τέκνα τους, μεταξύ των οποίων και η παθούσα, και συκοφαντώντας βάναυσα και τον νονό της παθούσας κόρης του, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως, δεν διαπιστώνονται δε ασυναρτησίες ή ανερμάτιστος λόγος που έστω να πιθανολογούν την ύπαρξη ψυχωσικής συνδρομής.. Η, ως έγγραφο θεωρούμενη, από 23.4.2012 υπεύθυνη δήλωση του γιου του αιτούντος Π. Κ. , καθώς και το υπ` αριθ. μητρώου ... δελτίο υγείας κρατουμένου, το υπ` αριθ. μητρ. ... δελτίο υγείας και το από 19.6.2009 εξιτήριο από το γενικό Νοσοκομείο Γρεβενών, τα οποία επισυνάπτονται στο από 30.4.2012 υπόμνημα του αιτούντος, απαραδέκτως προσκομίζονται εφόσον δεν γίνεται επίκληση αυτών στην αίτηση, η δε υπεύθυνη δήλωση λήφθηκε μετά την κατάθεση αυτής (άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ). Κατ' ακολουθίαν, είναι σαφές ότι δεν προέκυψαν νέες αποδείξεις άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών, κατά το χρόνο τελέσεως των ενδίκων πράξεων, συνεπεία ψυχικής νόσου, δεν ήταν ικανός για καταλογισμό και ότι, συνεπώς, θα κηρυσσόταν αθώος.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Σεπτεμβρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 8040/2011) αίτηση του Β. Κ. του Π., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 37/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για βιασμό κατ' εξακολούθηση και κατάχρηση σε ασέλγεια, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, που ως νέα προσκόμισε ο αιτών, δεν ήταν από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς, κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων, έπασχε από ψυχωσική συνδρομή που απέκλειε τον καταλογισμό και ότι, επομένως, αυτός θα κηρυσσόταν αθώος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 839/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Μπότσαρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τυρνάβου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/207 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 329/2008 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την 23.2.2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής (Ολ.Α.Π. 23/2005), για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις (Α.Π. 183/1991, 1046/2011). Επί καταστροφής πράγματος που δεν είναι καινούργιο, εφόσον και η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιούμενος θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα τούτο γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση, (Α.Π. 1006/1977). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ.Α.Π. 45/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "ο ενάγων, Μ. Κ., είναι κύριος, νομέας και κάτοχος αγρού 57.000 τμ που βρίσκεται στη θέση "Μάτι" της κτηματικής περιφέρειας Αργυροπουλίου του Δήμου Τυρνάβου Ν. Λάρισας. Το ακίνητο αυτό στην ΝΔ πλευρά του και σε μήκος 280 μ. ορίζεται με την ιδιοκτησία του εναγομένου Α. Κ., ενώ η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκονται τα παραπάνω δύο ακίνητα είναι επικλινής εις τρόπον ώστε το ακίνητο του ενάγοντα να βρίσκεται χαμηλότερα του ακινήτου του εναγομένου. Ο ενάγων, τουλάχιστον από το έτος 2001, είχε τοποθετήσει στο σύνολο της κοινής οριογραμμής των παραπάνω ακινήτων περίφραξη αποτελούμενη από σιδηροπασσάλους, συρματόπλεγμα ύψους 1,80 μ και άνωθεν αυτού αγκαθωτό σύρμα. Περί τον μήνα Αύγουστο 2005 ο εναγόμενος μάζεψε πάρα πολλές πέτρες διαφόρου μεγέθους προερχόμενες από το κτήμα του που στη συνέχεια ένα μεγάλο μέρος αυτών σώρευσε περίπου στο μέσον της παραπάνω οριογραμμής, σε επαφή με την ως άνω περίφραξη και σε μήκος περίπου 15 μ. ενώ τις υπόλοιπες σώρευσε σε μικρότερους σωρούς, σε άλλα σημεία της ιδίας οριογραμμής, πάλι σε επαφή με την περίφραξη. Εξαιτίας όμως της κλίσεως του εδάφους στις αμέσως επόμενες ημέρες, οι σωρευθείσες πέτρες κύλησαν και μετακινήθηκαν προς την ιδικτησία του ενάγοντα παρασύροντας και συγχρόνως καταστρέφοντας ένα μέρος της περιφράξεως, καταπονώντας δε ιδιαίτερα το σύνολο σχεδόν τον υπολοίπου μέρους της. Ειδικότερα σε μήκος περίπου 15 μ. περί το μέσον της περιφράξεως, το συρματόπλεγμα και οι πάσσαλοι, αρχικά υποχώρησαν από την πίεση που δέχθηκαν από την κατακρήμνιση των σωρών με πέτρες, (οι οποίες στη συνέχεια κατρακυλώντας εισήλθαν στην ιδιοκτησία του ενάγοντα) στη συνέχεια δε υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές, έτσι ώστε να είναι παντελώς αδύνατη κάθε περαιτέρω χρησιμότητά τους. Η έντονη πίεση όμως που δημιουργήθηκε στο παραπάνω τμήμα της περίφραξης (που καταστράφηκε ολοσχερώς) από την πτώση των πετρών, προκάλεσε και την υπέρμετρη διαστολή των εκατέρωθεν αυτού (ενιαία) εκτεινόμενης περίφραξης με αποτέλεσμα πλέον αφενός μεν αυτή να είναι αδύνατο να επανέλθει, με κατάλληλους χειρισμούς στην προτέρα κατάσταση της, αφετέρου και κατ' επέκταση να είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί κατά τον αρχικό προορισμό της. Η παραπάνω διαστολή καταπόνησε ιδιαίτερα και σχεδόν το σύνολο των λοιπών πασσάλων, χάνοντας έτσι την ευστάθειά της, σχεδόν ολοκληρωτικά, η περίφραξη, με αποτέλεσμα να απαιτείται πλέον ολική αντικατάσταση της. Για την επανακατασκευή πλέον της περίφραξης αυτής, ήτοι για αγορά νέων σιδηροπασσάλων, συρματοπλέγματος, αγκαθωτού σύρματος και αμοιβή τεχνικού προσωπικού, απαιτείται δαπάνη ύψους 15 € ανά τρέχον μέτρο (βλ. προσκομιζόμενες έγγραφες προσφορές α - Ε. Κ. και β - Σ. Π., που δεν αντικρούστηκαν από τον εφεσίβλητο). Ήτοι η συνολικά απαιτούμενη δαπάνη, για την εκ νέου κατασκευή της περιφράξεως, ανέρχεται στις (15Χ280=)4.200 €. Στις 14-10-2005 ο ενάγων υπέβαλε σχετική μήνυση κατά του εναγομένου ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της Αγροφυλακής, Ν. Κ., που μετά την επιτόπια μετάβασή του στον παραπάνω χώρο, πράγματι διαπίστωσε ζημία στην περίφραξη, την οποία και (αόριστα) εκτίμησε στα 58 € (βλ. από 14-10-2005 έκθεση βεβαιώσεως αγροτικού αδικήματος). Στην έκθεση αυτή όμως δεν λαμβάνει χώρα αναφορά, αφενός μεν περί της παλαιότητας της περιφράξεως, αφετέρου περί των ευρημάτων που διαπιστώθηκαν, τρίτον της έννοιας και της έκτασης της διαπιστωθείσας ζημίας, εις τρόπον ώστε αβίαστα πλέον συνάγεται ότι το παραπάνω όργανο αυθαίρετα υπολόγισε το ύψος της, ήτοι αξία που, ομοίως, δεν προκύπτει αν αντιστοιχεί στην αξία μέρους ή του συνόλου της υπάρχουσας (και ήδη καταστραφείσας) περιφράξεως ή αν αναφέρεται στο ύψος δαπάνης προς αποκατάσταση τμήματος ή του συνόλου της ή εν τέλει αν πρόκειται για δαπάνη προσωπικού προς επισκευή της ίδιας περίφραξης. Την αοριστία αυτή το παραπάνω όργανο δεν συγκεκριμενοποίησε ούτε κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Ειρηνοδικείου Τυρνάβου, συνεπώς το παραπάνω έγγραφο και η σχετική μαρτυρική κατάθεση, δεν βαρύνουν την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως. Περαιτέρω ο εναγόμενος κηρύχτηκε ένοχος του αδικήματος της αγροτικής φθοράς, δυνάμει της υπ' αριθμ. 112/21-3-2006 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Τυρνάβου, ενώ συγχρόνως του επιβλήθηκε ποινή προστίμου 35 €. Η ίδια ως άνω απόφαση συγχρόνως υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα 30 € ως αποζημίωση για την παραπάνω φθορά. Από τα παραπάνω λοιπόν σαφώς προκύπτει η αποστέρηση της χρήσεως της περιφράξεως από μέρους του ενάγοντα, λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής της που έλαβε χώρα από τις παραπάνω υπαίτιες πράξεις του εναγομένου, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Ειδικότερα ο εναγόμενος αμελώς ενεργώντας και παραβλέποντας την φυσική εδαφική κλίση σώρευσε πέτρες εντός της ιδιοκτησίας του, εφαπτόμενες όμως με την περίφραξη επί της οριογραμμής, των οποίων (πετρών) η μεταγενέστερη μετακύλιση επέφερε σ' αυτή (την περίφραξη) τόσο μεγάλες ζημιές, έτσι ώστε πλέον να απαιτείται η συνολική αντικατάστασή της (της περίφραξης), για να εκπληρώνεται ο διαχωριστικός σκοπός της, καθώς επίσης ότι ως δαπάνη ανακατασκευής της απαιτείται το παραπάνω ποσό, σύμφωνα άλλωστε και με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Από το παραπάνω, αναγκαίο προς αποκατάσταση, ποσό όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που επιδίκασε ως (μερική) αποζημίωση το Πταισματοδικείο Τυρνάβου στον ενάγοντα, συνεπώς αυτός πλέον δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση (4.200 - 30=) 4.170 €. Υπέστη λοιπόν πράγματι ο ενάγων, από υπαιτιότητα του εναγομένου, ζημία ίση με το αμέσως παραπάνω ποσό και στα πλαίσια αυτά πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον αποζημιώσει, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα. Έσφαλε λοιπόν η πρωτόδικη απόφαση που επιδίκασε στον ενάγοντα μικρότερο του παραπάνω ποσού και για το λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί" έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου Τυρνάβου, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε ως αποζημίωσή του από αδικοπραξία το ποσό των 4.200 ευρώ, για την υπαίτια καταστροφή της περίφραξης του αγρού του από το συγκύριο γειτονικού αγρού αναιρεσείοντα, λόγω μετακυλίσεως των μεταφερθέντων από τον τελευταίο, στο επικλινές κοινό όριο των αγρών τους, λίθων και προσπτώσεως τούτων στην από συρματόπλεγμα περίφραξη του ακινήτου του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 Α.Κ. αφού στον υπαγωγικό συλλογισμό του αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση των εν λόγω διατάξεων περιστατικά: 1) Η τοποθέτηση από τον αναιρεσείοντα ηθελημένα κατά μήκος του κοινού ορίου του αγρού του με τον αγρό του αναιρεσιβλήτου σωρού λίθων, οι οποίοι λόγω του επικλινούς του εδάφους μετακύλισαν προς τον ευρισκόμενο σε χαμηλότερο σημείο αγρό του αναιρεσιβλήτου και παρέσυραν την περίφραξή του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η επισκευή της και να χρειάζεται ολική αποκατάσταση. 2) Το παράνομο της προξενηθείσας έτσι προσβολής του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στην περίφραξη του αγρού του. 3) Η ζημία του αναιρεσιβλήτου (αξία υλικών και αμοιβή εργατοτεχνιτών) με βάση την κατάσταση της υπάρχουσας και ήδη καταστραφείσας περίφραξης. 4) Η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την εν λόγω ζημία, καθόσον μπορούσε αυτός να προβλέψει, ότι ήταν ενδεχόμενο, λόγω του επικλινούς του εδάφους και της δημιουργούμενης ολισθηρότητάς του και ενίοτε υποχώρησής του από τις βροχοπτώσεις, να μετακινηθεί μερικών ή ολικώς η σωρός των λίθων που τοποθέτησε προς την παρακείμενη περίφραξη του αναιρεσιβλήτου. 5) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ. Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκλησή του, πλήσσεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. για ανεπάρκεια της αιτιολογίας κατά τον υπολογισμό της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος και ειδικότερα τις διαστάσεις των απαιτουμένων σιδηροπασσάλων, τις διαστάσεις αυτών και της παλαιότητας της προϋπάρχουσας περίφραξης, είναι απαράδεκτος, ως μη προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί (ποιοτικής) αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη επικλήσεως για τη θεμελίωση της αγωγικής αξιώσεως από αδικοπραξία του παρανόμου και υπαιτίου της επιζήμιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, διότι η πλημμέλεια αυτή ελέγχεται μόνον ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσίων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2009 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 329/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δίκασε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τυρνάβου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποζημίωση από αδικοπραξία (914 ΑΚ). Επί ολικής καταστροφής πράγματος, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία σε τέτοια κατάσταση και όχι με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, που θα προσπόριζε ωφέλεια στο ζημιούμενο, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο με την έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα τούτο γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Για να θεμελιωθεί ευθεία παραβίαση του άρθρου 914 ΑΚ από την ανωτέρω αιτία πρέπει να περιλαμβάνονται στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της αποφάσεως ότι επήλθε μείωση της αξίας του καταστραφέντος πράγματος λόγω παλαιότητάς του και να διαπιστώνεται παράλειψη του δικαστηρίου να μειώσει κατ’ ανάλογο ποσοστό την οφειλόμενη αποζημίωση. Αβάσιμος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ..
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 838/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:'Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 1618/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 245/2012.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Εξάλλου τυπικό στοιχείο της τραπεζικής επιταγής, είναι, κατά τις ίδιες διατάξεις, πλην άλλων, και η υπογραφή του εκδότη, η οποία πρέπει να περιέχεται στο σώμα του τίτλου. Εκδότης της επιταγής είναι εκείνος που υπογράφει στη θέση υπογραφής του εκδότη, είτε με το όνομα και την υπογραφή του, είτε με το όνομα και την υπογραφή άλλου (δικαιούχου του λογαριασμού), όταν δεν προκύπτει από το σώμα της επιταγής η σχέση αντιπροσώπευσης και η εντολή του άλλου. Αν δεν υπάρχει σχέση αντιπροσώπευσης, η επιταγή δεν παύει οπωσδήποτε να έχει εκδότη. Εκδότης της επιταγής στην περίπτωση αυτή, δεν είναι οπωσδήποτε ο άλλος, έστω και αν είναι δικαιούχος του λογαριασμού, αφού αυτός είναι αμέτοχος της πράξεως της εκδόσεως και η υπογραφή του είναι πλαστή, αλλά ο υπογραφέας, ενώ το κύρος της επιταγής, ουδόλως παραβλάπτεται από την έλλειψη αυτή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εκδότης της επιταγής, διαπράττει, αν η επιταγή δεν πληρωθεί από έλλειψη επαρκών διαθεσίμων, εν γνώσει του, εκτός από το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (αριθ. 79 Ν. 5960/1933) και το έγκλημα της πλαστογραφίας (άρ. 216 ΠΚ), τα δύο δε αυτά εγκλήματα, συρρέουν μεταξύ τους αληθώς, και η τιμωρία του ενός δεν αποκλείει την τιμωρία του άλλου. ( Α.Π.1692/2002, Α.Π. 483/1987). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 16-1-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 1/2012 αίτηση του αναιρεσείοντα, πλήττεται η με αριθμό 1618/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δίκασε ως Eφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατ` εξακολούθηση. Ο αναιρεσείων, με σχετικό, χωρίς αριθμό, λόγο αναίρεσης, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του, τον οποίο προέβαλε τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και σε αυτό, κατά τον οποίο, δεν πρέπει να δικαστεί για το αδίκημα της έκδοσης των ακάλυπτων επιταγών, καθόσον, με προηγούμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της πλαστογραφίας των ίδιων επιδίκων επιταγών (ως προς την υπογραφή του εκδότη) και συνεπώς, η πλαστογραφία απορροφά το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε με σχετική παρεμπίπτουσα απόφαση τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, δεχθέν ότι μεταξύ των ως άνω αδικημάτων της πλαστογραφίας και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, υφίσταται αληθής συρροή.
Συνεπώς το παραπάνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 79 Ν. 5960 / 1933 και 94 Π.Κ, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' χωρίς αριθμό λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, έλλειψη της αιτιολογίας γενικώς, υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π.719/2011). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προαναφερθείσα αίτηση του αναιρεσείοντα, πλήττεται η παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δίκασε ως Eφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατ` εξακολούθηση, όπως ήδη αναφέρθηκε. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, στο αιτιολογικό του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη ου του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που τη στοιχειοθετούν, όπως αυτά διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας". Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, αφού αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο, αόριστα, ενώ δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό, σύμφωνα με όσα, επίσης στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται παντελώς τα συγκεκριμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία την ανωτέρω πράξη, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε και τα οποία να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του.
Κατ `ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' προβλεπόμενος , σχετικός, χωρίς αριθμό, λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ` εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος, πράξη η οποία, όπως από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, φέρεται ότι τελέσθηκε, κατά τους ειδικότερους χρόνους, της 15-1-2004, ( έκδοση της πρώτης επιταγής) και 8-2-2004, ( έκδοση της δεύτερης επιταγής) .
Συνεπώς, το αξιόποινο, των δύο μερικότερων πράξεων, που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τους παραπάνω χρόνους, εξαλείφθηκε, λόγω παραγραφής, αφού από την τέλεσή τους, μέχρι και τη συζήτηση της παρούσας ( 24-4-2012), πολλώ μάλλον, μέχρι και τη διάσκεψη ( 15-5-2012), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει, ως προς το εν λόγω ζήτημα, παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένου για την ως άνω πράξη , της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ` εξακολούθηση, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμό 1618/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, την κατά του κατηγορουμένου, Π. Π. του Κ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση, του ότι στην Αθήνα στις 15-1-2004 και στις 8-2-2004 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξέδωσε από πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσής ή της πληρωμής τους και συγκεκριμένα για την έκδοση των υπ` αριθμό α) ... επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 15-1-2004 για το χρηματικό ποσό των 11.300, 00Ευρώ σε διαταγή "εμού του ιδίου" και β) ... επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 8-2-2004 για το χρηματικό ποσό των 3.750, 00Ευρώ, σε διαταγή " Θ. Ε." για να πληρωθούν αμφότερες από την Τράπεζα "NOVA BANK", οι οποίες εμφανίστηκαν στις 21-1-2004 η πρώτη και στις 12-2-2004 η δεύτερη στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δικονομία. Αναίρεση απόφασης για υπεξαίρεση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, εφόσον δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, ενώ οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό.
| null | null | 0
|
Αριθμός 836/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.5484/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1422/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης ή σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου ,δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ. ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5484/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για κάθε ανθρωποκτονία και σε φυλάκιση τριών μηνών για την μία πράξη σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία όμως τελευταία πράξη η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθρο 2 του ν. 4043/2012. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε στο αιτιολογικό ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 10.6.2004 και περί ώρα 05.00 ο δεύτερος κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, έμφορτο με λαχανικά, εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 80 χιλιόμετρα ανά ώρα που ήταν η επιτρεπόμενη γι'αυτόν, στη δεξιά λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Όπισθεν αυτού κινούνταν το με αριθμό κυκλοφορίας ... (γερμανικές πινακίδες) Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο με επικαθήμενο με αριθμό κυκλοφορίας ... (νταλίκα έμφορτη με έπιπλα) οδηγούμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο. Το δεύτερο δε αυτό όχημα εκινείτο με ταχύτητα 90 χιλ./ώρα, δηλαδή μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη γι'αυτό των 70 χιλ./ώρα. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων μικρή, η κατάσταση της οδού καλή, ξηρά και ήταν νύχτα. Επειδή το πρώτο όχημα εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγός του δεύτερου οχήματος, επεχείρησε στην 32,800 χ/θ να το προσπεράσει από αριστερά, χωρίς να τηρήσει την ενδεδειγμένη απόσταση από αυτό, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα εκείνου. Το πρώτο όχημα, λόγω της βίαιης πρόσκρουσης που δέχθηκε από αριστερά, εκτινάχθηκε λοξώς δεξιά και μετά από πρόσκρουση του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του στις δεξιές προστατευτικές μπάρες εκτινάχτηκε στο μέσον της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος στο οποίο κινούνταν, με πρόσωπο προς τα Μέγαρα, δηλαδή αντίθετα από την αρχική του κατεύθυνση. Ο οδηγός του εγκλωβίστηκε μέσα στο όχημα και τα 800 κιλά περίπου λαχανικά που μετέφερε διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα. Το δεύτερο (ζημιογόνο) όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, μετά από πέδηση μήκους 16μ. ακινητοποιήθηκε μεταξύ της δεύτερης και τρίτης λωρίδας του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα, με πρόσωπο προς Αθήνα. Ο οδηγός του πρώτος κατηγορούμενος εξήλθε από το όχημά του και αφού βοήθησε τον οδηγό του άλλου οχήματος να απεγκλωβιστεί, προσπαθούσε με ένα φακό να ειδοποιήσει τα διερχόμενα οχήματα, χωρίς όμως να φροντίσει να μετακινήσει το όχημά του το οποίο δεν είχε υποστεί βλάβες και να τοποθετήσει ειδική προειδοποιητική πινακίδα (τρίγωνο), όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.3 του Κ.Ο.Κ. Κατά το χρόνο αυτό η Α. Ζ. , οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,68 γρ/λίτρο αίματος και υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών (ινδικής κάνναβης) με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς να διαθέτει ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης, μεταφέροντας πέντε ακόμα άτομα καθ'υπέρβαση του επιτρεπόμενου αριθμού, κινούμενη στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ως άνω ρεύματος της ίδιας οδού, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το ακινητοποιημένο όχημα του πρώτου κατηγορουμένου και προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος της στο οπίσθιο αριστερό τμήμα εκείνου. Το όχημά της σφηνώθηκε κάτω από το επικαθήμενο, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό της ίδιας και των τεσσάρων από τις πέντε επιβαίνουσες, δηλαδή των Ν. Γ., Χ. Μ., Γ. Μ. , της θυγατέρας της Α. Ζ. και τον τραυματισμό της Θ. Μ. , η οποία υπέστη σωματικές κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, προκάλεσε το θάνατο και τον τραυματισμό αντίστοιχα των ανωτέρω. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια παρ'υποχρέου. Ο ισχυρισμός του περί συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας οδηγού του άλλου αυτοκινήτου είναι βάσιμος και μάλιστα σε ποσοστό 70% γιατί αυτή βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης, με διαταραγμένη όραση, μειωμένα αντανακλαστικά αντίδρασης και αντίληψης του χώρου και του κινδύνου, ενώ οι επιβαίνουσες επιβιβάστηκαν στο όχημα παρά την προαναφερόμενη κατάσταση της οδηγού, όμως αυτό δεν αναιρεί την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου. Θα ληφθεί ωστόσο υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα του επιβληθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 5484/2011 απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό συμπληρούμενο παραδεκτά από το διατακτικό, αναφέρονται οι ακριβείς συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, αναφέρεται δε σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως συντρέχουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος καταδικασθέντος κατηγορουμένου, εντοπίζοντας το δικαστήριο αυτήν στο ότι ο κατηγορούμενος αυτός οδηγός ΔΧΘ αυτοκινήτου νταλίκας με επικαθήμενο, ενώ ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη ώρα 05.00 επί της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου, που εκινείτο προς Αθήνα, συγκρουσθείς με ΙΧΕ αυτοκίνητο, έμφορτο λαχανικών, που διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα και το ογκώδες φορτηγό όχημά του μετά πέδηση μήκους 16 μ. ακινητοποιήθηκε μεταξύ της δεύτερης και τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας του προς Αθήνας ρεύματος κυκλοφορίας που έβαινε, το δε άλλο όχημα μετά από πρόσκρουση στις δεξιές προστατευτικές μπάρες εκτινάχθηκε και ακινητοποιήθηκε στο μέσον της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας, με πρόσωπο προς Μέγαρα αντίθετο προς εκείνο της Αθήνας που εκινείτο, αυτός δε (ο αναιρεσείων οδηγός) εξήλθεν από το όχημά του και αφού βοήθησε τον οδηγό του άλλου οχήματος που είχεν εγκλωβιστεί να απεγκλωβιστεί, προσπάθησε με ένα φακό να ειδοποιήσει τα διερχόμενα οχήματα, χωρίς όμως να φροντίσει να μετακινήσει το όχημά του το οποίο δεν είχεν υποστεί βλάβες και να τοποθετήσει ειδική προειδοποιητική πινακίδα- τρίγωνο, σε ικανή απόσταση από το όχημά του, όπως είχεν υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.3 του ΚΟΚ, με συνέπεια η Α. Ζ. , οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο χωρίς Ελληνική άδειας ικανότητας οδηγήσεως και με υπερβολική ταχύτητα, υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,68 γρ/λίτρο αίματος και υπό την επίδραση παραισθησιογόνων ουσιών- ινδικής κάναβης, κινούμενη στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το ακινητοποιημένο ως άνω όχημα του κατηγορουμένου, προσέκρουσε με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό μέρος και σφηνώθηκε κάτω από το επικαθήμενο του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό της ίδιας οδηγού και των τεσσάρων αλλοδαπών επιβαινουσών στο ΙΧΕ αυτοκίνητό της επιβατών, β) δεν υπάρχει καμία αντίφαση ως προς τις συνθήκες επέλευσης του άνω θανατηφόρου ατυχήματος και τις υπάρχουσες λωρίδες κυκλοφορίας της ΝΕΟ, επί των οποίων εκινούντο και βρέθηκαν τα εμπλακέντα οχήματα, αιτιολογείται δε με σαφήνεια ότι η θανατωθείσα οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου κινούμενη στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας επέπεσεν στο πίσω αριστερό μέρος του ακινητοποιημένου φορτηγού του αναιρεσείοντος που είχεν ακινητοποιηθεί μεταξύ της δεύτερης και τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας του προς Αθήνας ρεύματος κυκλοφορίας και σφηνώθηκε κάτω από το επικαθήμενο του κατηγορουμένου, το δε άλλο ΙΧΕ όχημα με τα λαχανικά που διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα, μετά την αρχική σύγκρουση και μετά από πρόσκρουση στις δεξιές προστατευτικές μπάρες εκτινάχθηκε και ακινητοποιήθηκε στο μέσον της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας, με πρόσωπο προς Μέγαρα αντίθετο προς εκείνο της Αθήνας, γ) αναφέρεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης του αναιρεσείοντος οδηγού να απομακρύνει το ώρα 05.00 ακινητοποιηθέν στο οδόστρωμα της ΝΕΟ ογκώδες όχημά του, πράγμα που μπορούσε αφού αυτό δεν είχεν υποστεί βλάβες, της παράλειψης να τοποθετήσει ειδική προειδοποιητική πινακίδα- τρίγωνο, σε ικανή απόσταση από το όχημά του, όπως είχεν υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.3 του ΚΟΚ και του ως άνω επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος από την πρόσκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο επικαθήμενο της νταλίκας του κατηγορουμένου, που επήλθαν ως επακόλουθο, κατά τις αρχές της προσφορότητας, εκτός της συντρέχουσας αμελείας της θανατωθείσας οδηγού του ΙΧΕ και της συγκεκριμένης ως άνω αμελείας του αναιρεσείοντος οδηγού, δ) παραπέρα στο αιτιολογικό δέχεται το Εφετείο συγκεκριμένη συνυπαιτιότητα της ανωτέρω θανατωθείσας αλλοδαπής οδηγού και μάλιστα κατά ποσοστόν 70%, άρα δέχεται σαφώς υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού κατά ποσοστόν 30%, σημειώνοντας ρητά ότι η συνυπαιτιότητα της θανατωθείσας οδηγού δεν αναιρεί την προαναφερόμενη και περιγραφόμενη στο αιτιολογικό συγκεκριμένη αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού, πράγμα που σημαίνει ότι εμμέσως πλην σαφώς απάντησε και απέρριψε αιτιολογημένα τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανατωθείσας οδηγού που επέπεσε στο επικαθήμενο του φορτηγού του αναιρεσείοντος που είχεν ακινητοποιηθεί στο πίσω αριστερό μέρος και σφηνώθηκε κάτω από το επικαθήμενο του κατηγορουμένου, η δε τυχόν συνδρομή και άλλων στοιχείων υπαιτιότητας της θανούσας οδηγού, που δεν εντοπίστηκαν, δεν αναιρούν την ύπαρξη και τη συνδρομή της συγκεκριμένης υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που εντοπίζει και περιγράφει το δικαστήριο επαρκώς αιτιολογημένα στο αιτιολογικό του, ε) έγινε ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, η οποία δεν παραβιάστηκε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νομίμου βάσεως και οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη απάντησης σε υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανατωθείσας οδηγού, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2011 αίτηση του Κ. Π. του Γ. , περί αναιρέσεως της 5484/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (302 ΠΚ). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για ακυρότητα από μη απάντηση σε αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλης οδηγού στο τροχαίο ατύχημα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 828/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Λ. του Θ., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.78/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΜΙ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας απαιτείται: α) η ύπαρξη ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος κατά την έννοια του αστικού δικαίου αναφορικά με την κυριότητα. Ως ξένο θεωρείται το πράγμα, όπως είναι και τα χρήματα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, και δεν περιήλθαν στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, παραμένουν δε ξένα, όταν δίδονται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο, και τα οποία υποχρεούται να αποδώσει ο εντολοδόχος σε περίπτωση που δε χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής. β) περιέλευση του κινητού τούτου πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη, που γίνεται είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λ.π.) είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη με την έννοια της ενσωμάτωσης αυτού στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης αυτού στον ιδιοκτήμονα. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 εδ. α' του ιδίου άρθρου 375 ΠΚ, όπως αντικ. με την παρ. α' του άρθρου 1 ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αρ. 375 ΠΚ. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, τον κατ άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύουν η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 78/2011 απόφασή του, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για κακουργηματική υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη συνολικού χρηματικού ποσού 64.471.640 δραχμών, ίσου προς 189.205,13 ευρώ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε ετών. Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε κατά λέξη τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι: Την 1η Νοεμβρίου 1998 καταρτίστηκε στην Αθήνα σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορείας μεταξύ της εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΙ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ (ΕΛΑΑΣ) Α.Ε." και του κατηγορούμενου Ν. Λ. . Με την επίδικη αυτή σύμβαση, ο κατηγορούμενος, ως ασφαλιστικός πράκτορας, ανέλαβε τη διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας. Συγκεκριμένα, ανέλαβε να παρουσιάζει, προτείνει και προπαρασκευάζει ασφαλιστικές συμβάσεις, τις οποίες, αν αποδεχόταν η εταιρία, θα κατάρτιζε η ίδια τα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Επίσης, με την ως άνω σύμβαση, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, και ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας: α)δεν είχε το δικαίωμα εκδόσεως (υπογραφής) ασφαλιστηρίων συμβολαίων (όρος 5), β) δεν είχε το δικαίωμα να κάνει τροποποίηση, διόρθωση ή προσθήκη στα ασφαλιστήρια συμβόλαια (όρος 5.4), γ) είχε το δικαίωμα να προσυπογράφει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που εκδίδονταν με διαμεσολάβηση του από την εταιρία (όρος 5.6), δ) είχε την υποχρέωση να αποστέλλει στην εταιρία για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του, με την οποία θα βεβαίωνε τους λόγους της μη εισπράξεως των ασφαλίστρων και τη μη πραγματοποίηση ζημίας. Σε περίπτωση μη αποστολής των ασφαλιστήριων εγγράφων εντός της ως άνω προθεσμίας και εφόσον θα του εκοινοποιείτο με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την εταιρία, οι απαιτήσεις της τελευταίας για τα ασφάλιστρα θα εθεωρούντο ληξιπρόθεσμες και θα υπολογιζόταν νόμιμος τόκος υπερημερίας σε βάρος του (όρος 7.1), ε) ενώ δεν μπορούσε αυτός να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή πράξη, από την οποία θα ανελαμβάνοντο υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις από την εταιρία (όρος 8.2), στ) και είχε μεν αυτός το δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις με ασφαλιστικούς συμβούλους, όμως, για τις πράξεις και παραλείψεις αυτών, θα ήταν προσωπικά και εξ ολοκλήρου υπεύθυνος ο ίδιος και όχι η εταιρία (όρος 9), ζ) ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίζει την άμεση και ασφαλή είσπραξη των ασφαλίστρων, που αφορούσαν τις συμβάσεις, οι οποίες είχαν συναφθεί με τη μεσολάβηση του (όρος 10), η) για τα ασφάλιστρα που εισέπραττε για λογαριασμό της εταιρίας θα ευθύνετο ως θεματοφύλακας και θα τα κατέθετε σ' αυτήν ή στον τραπεζικό λογαριασμό της ανά εβδομάδα (όρος 10.1) και θ)το δεύτερο δεκαήμερο μετά το πέρας του διμήνου, θα απέδιδε στην εταιρία αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων κατά κλάδο και ασφαλισμένο και της εν γένει διαχειρίσεως του προηγούμενου διμήνου και θα κατέβαλε σ' αυτήν τυχόν υπόλοιπο ασφαλίστρων. Αν τα ασφάλιστρα δεν κατεβάλλοντο μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της εταιρίας θα εθεωρούντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και θα υπολογιζόταν τόκος υπερημερίας σε βάρος του (όρος 10.2). Με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, ο κατηγορούμενος κατέστη εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΜΙ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.", όχι όμως και διαχειριστής της περιουσίας αυτής, κυρίως διότι, δυνάμει ρητών όρων της προαναφερθείσης συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτορείας, δεν είχε το δικαίωμα να εκδίδει ασφαλιστήρια συμβόλαια ή να τροποποιεί τέτοια συμβόλαια και, γενικώς, να προβαίνει σε οποιαδήποτε συμφωνία με τρίτους, από την οποία θα αναλαμβάνονταν υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις της ασφαλιστικής εταιρίας. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, που διήρκεσε από 1-11-1998 μέχρι 28-12-1999, ο κατηγορούμενος μεσολάβησε στη σύναψη 3.200 περίπου ασφαλιστήριων συμβολαίων. Όμως, από τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 1999 παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση στην απόδοση των ασφαλίστρων. Για το λόγο αυτό ο κατηγορούμενος κλήθηκε στα γραφεία της εταιρίας, όπου, ενώπιον των Μ. Λ. - Δ. Ε. και Ν. Λ. , δηλαδή διευθύνοντος συμβούλου - υπευθύνου ασφαλειών και λογιστή αντίστοιχα, της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίοι εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο, παραδέχθηκε την οφειλή του και υποσχέθηκε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του, χωρίς, όμως, στη συνέχεια να φανεί συνεπής. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1999 μέχρι 31-10-1999 είχε εισπράξει, ως εντολοδόχος και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, μικτά ασφάλιστρα συνολικού ποσού 76.914.775 δραχμών, από το οποίο ποσό αφαιρούμενες της συνολικής προμήθειάς του εκ 12.443.126 δραχμών, όφειλε να αποδώσει σ' αυτήν, χωρίς όμως να το πράξει, το ποσό των 64.471.649 δραχμών. Αναλυτικότερα είχε εισπράξει αυτός για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας: 1) από 1-7-1999 μέχρι 31-7-1999 μικτά ασφάλιστρα 23.146.670 δραχμών, από τα οποία αφαιρούμενης της προμήθειας του εκ 3.767.864 δραχμών, όφειλε να αποδώσει στην εταιρία το υπόλοιπο εκ 19.378.806 δραχμών, το αργότερο μέχρι 30-9-1999 2) από 1-8-1999 μέχρι 31-8-1999 μικτά ασφάλιστρα 15.715.991 δραχμών, από τα οποία αφαιρούμενης της προμήθειάς του εκ 2.533.634 δραχμών, όφειλε να αποδώσει στην εταιρία το υπόλοιπο εκ 13.182.358 δραχμών, το αργότερο μέχρι 31-10-1999, 3) από 1-9-1999 μέχρι 30-9-1999 μικτά ασφάλιστρα 18.902.153 δραχμών, από τα οποία αφαιρούμενης της προμήθειας του εκ 3.028.668 δραχμών, όφειλε να αποδώσει στην εταιρία το υπόλοιπο εκ 15.873.485 δραχμών, το αργότερο μέχρι 30-11-1999 και 4) από 10-10-1999 μέχρι 31-10-1999 μικτά ασφάλιστρα 19.149.960 δραχμών, από τα οποία αφαιρούμενης της προμήθειάς του εκ 3.112.960 δραχμών, όφειλε να αποδώσει στην εταιρία το υπόλοιπο εκ 16.037.000 δραχμών, το αργότερο μέχρι 29-12-1999. Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος δεν έδειχνε διάθεση να τακτοποιήσει τις ανωτέρων οικονομικές υποχρεώσεις του, η ασφαλιστική εταιρία "ΑΜΙ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.", με την από 28-12-1999 εξώδικη δήλωση, η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν την επομένη (29-12-1999), κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορείας και, συγχρόνως, τον κάλεσε να καταβάλει αμέσως τα οφειλόμενα. Παρά ταύτα, όμως, ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε, εκδηλώνοντας με τη στάση του αυτή τότε, δηλαδή την 29-12-1999, εμφανώς και εμπράκτως, την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ανωτέρω συνολικό χρηματικό ποσό των 64.471.649 δραχμών (που αντιστοιχεί σήμερα σε 189.205,13 ευρώ), ο χρόνος δε αυτός είναι και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος της υπεξαιρέσεως. Σημειωτέον ότι, δυνάμει της 1205/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος έχει υποχρεωθεί τελεσιδίκως να καταβάλει στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία το αμέσως προηγούμενο συνολικό ποσό των 189.205,13 ευρώ. Τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κυρίως Α) από τέσσερις (4) μηχανογραφημένες λογιστικές καταστάσεις ανείσπρακτων ασφαλίστρων με ημερομηνία 8-12-1999, που αναγνώσθηκαν, οι οποίες εξήχθησαν από τα τηρούμενα επίσημα λογιστικά στοιχεία της εταιρίας αυτής και αφορούν τη λογιστική παρακολούθηση των οφειλομένων ασφαλίστρων από τον κατηγορούμενο για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 1999 και από τις οποίες προκύπτουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια (αριθμός συμβολαίου, ονοματεπώνυμο ασφαλισμένου, μικτά ασφάλιστρα, ποσό προμήθειας, καθαρά ασφάλιστρα κλπ.) τα οποία (συμβόλαια) παρέλαβε ο κατηγορούμενος προς παράδοση τους στους ασφαλισμένους και προς είσπραξη των ασφαλίστρων τους και τα οποία την 8-12-1999 εμφανίζονταν σε εκκρεμότητα και Β) από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Ε. και Ν. Λ. , υπεύθυνου ασφαλειών και λογιστή, αντιστοίχως, της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίοι μάλιστα βεβαιώνουν και την εγκυρότητα και αλήθεια του περιεχομένου των προαναφερθεισών λογιστικών καταστάσεων. Πρέπει μάλιστα να τονιστεί, ότι μολονότι οι μάρτυρες κατέθεσαν πως ο κατηγορούμενος τους υποσχέθηκε ότι να αποδώσει τα χρήματα, παρά ταύτα ο κατηγορούμενος δεν θεώρησε σκόπιμο να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να αντικρούσει τα όσα του καταλογίζουν. Με τα δεδομένα αυτά, πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του με τα άρθρα 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 3 του Ν. 2721/1999 και. μάλιστα με την επιβαρυντική περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της π"β"γράφου 2 του ανωτέρω άρθρου, αφού το συνολικώς ως υπεξαιρεθέν από αυτόν ποσό των 64.471.649/ δραχμών (που αντιστοιχεί σήμερα σε 189.205,13 ευρώ) όχι μόνο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, αλλά υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (άλλως 73.000 ευρώ), ενώ, επί πλέον, είχε περιέλθει στην κατοχή του λόγω ιδιότητας του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας. "ΑΜί ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.". Η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος πληρούται κατά νόμο και για το λόγο ότι, επί υπεξαιρέσεως, ξένο κινητό πράγμα αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει, όπως και εν προκειμένω, με βάση σχετική συμφωνία, ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο ρητώς συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Ο ασφαλιστικός πράκτορας, ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και την απόδοση τους σ'αυτήν, επέχει, έναντι της εντολέως του ασφαλιστικής επιχειρήσεως, θέση εντολοδόχου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ναι μεν στο άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός ως θεματοφύλακας, πλην όμως, η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου τής ασφαλιστικής επιχειρήσεως ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακας μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου αυτό συνέβη και εν προκειμένω. Άλλωστε, ακόμη και στην περίπτωση που υποθετικώς ήθελε γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε την ιδιότητα του εντολοδόχου της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας και πάλι η πράξη του, που τελέστηκε κατά την 29-12-1999, δηλαδή μετά την ισχύ του Ν. 2721/3-6-1999, θα είχε κακουργηματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 375 Π.Κ., εκ μόνου του λόγου ότι το συνολικώς φερόμενο ως υπεξαιρεθέν από αυτόν χρηματικό ποσό υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές (άλλως τα 73.000 ευρώ). Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο, από το σύνολο του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ένδικη ποινική υπόθεση και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο και εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη "της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευτεί σ' εκείνον, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, το παρόν Δικαστήριο δέχεται i) ότι ο ως άνω κατηγορούμενος δεν έζησε, έως το χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ii) ότι ο ίδιος δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την προαναφερόμενη πράξη του.
Συνεπώς, οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του, που υποβλήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του περί αναγνωρίσεως σ' εκείνον (κατηγορούμενο) των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 2 α'-ε' Π.Κ., τυγχάνουν αβάσιμοι κατ' ουσίαν και απορριπτέοι. Αξίζει να αναφερθεί, ότι η υποχρέωση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. αρθρ. 93 §3 του Συντ. και 139 §1 ΚΠΔ) αναφέρεται στη γραπτή μορφή της απόφασης, που οριστικοποιείται εκ των υστέρων, και όχι στην προφορική μορφή που απαγγέλλεται στο ακροατήριο. Άλλωστε, όσες ικανότητες και αν έχει ο Προεδρεύων, η απαγγελία πλήρους προφορικής αιτιολογίας, όπως ζητήθηκε από το συνήγορο υπερασπίσεως, στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου, δεν είναι εφικτή, όταν έχουν προσδιοριστεί προς εκδίκαση είκοσι επτά υποθέσεις ουσίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 78/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος υπεξαιρέσεως συνολικού ποσού 189.205,13 ευρώ, ήτοι και μετά την τροποπ. του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ, με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.4055/2012 σε βαθμό κακουργήματος ως υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για το οποίο έγκλημα κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικό πράκτορα, ως εντολοδόχο της πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας εκθέτει δε και τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 375 παρ. 1 εδ. β, 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, από δε την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, συνάγεται με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκε και η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο ως μάρτυρος κατηγορίας, του Μ. Λ. , που παραστάθηκε, εκπροσωπώντας την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία "ΑΜΙ ΦΑΙΝΑΣΙΑΛ", δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής και ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας ενόρκως, β) επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, λόγω αμφισβήτησης υπ'αυτού του υπεξαιρεθέντος ποσού ασφαλίστρων, με το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο καταλήγει ότι δεν κρίνει αναγκαία τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως , είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επιμεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ήτοι πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ μορφές. Έτσι, όπως δεν είναι αρκετή για τον αποκλεισμό της εντιμότητας μια καταδίκη για πράξη που έγινε περιστασιακά και δεν είχε σοβαρή κοινωνική απαξία, δεν είναι εξ ίσου αρκετή για την κατάφασή της η εκ συμπτώσεως έλλειψη προηγουμένων ποινικών καταδικών. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη εντός ή εκτός φυλακής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων ζήτησε με γραπτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε στο ακροατήριο ο συνήγορός του και ανέπτυξε και προφορικά, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. α και ε του ΠΚ, εκθέτοντας κατά λέξη τα εξής: "Η εκκληθείσα απόφαση απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό μου με το εξής αιτιολογικό: " Τέλος, το παρόν δικαστήριο δέχεται 1) ότι ο ως άνω κατηγορούμενος δεν έζησε έως το χρόνο που έγινε το παρακάτω έγκλημα, έντιμη ατομική οικογενειακή- επαγγελματική, και γενικά κοινωνική ζωή και 2) ότι ο ίδιος δε συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την προαναφερομένη πράξη του.
Συνεπώς οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του, που υποβλήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι". Ομολογώ ότι αυτές οι σκέψεις με πλήγωσαν περισσότερο από την απόφαση περί της ενοχής μου, διότι ούτε λίγο ούτε πολύ το δικαστήριο με ενέταξε στους ανέντιμους πολίτες, νομικά και ηθικά, αφού δεν έχω διάγει ούτε οικογενειακή, μήτε και επαγγελματική ζωή, ανάλογη τόσο με τον γραπτό κανόνα δικαίου, όσο και με τους άγραφους κανόνες, τους Θεϊκούς κατά τον Σοφοκλή, που ζουν αιώνια και υπερισχύουν των θετικών που συνεχώς μεταβάλλονται. Αναρωτήθηκα ποια άραγε στοιχεία είχε υπόψη του το δικαστήριο για να μου απονείμει αυτόν τον κάκιστο χαρακτηρισμό; Πώς είναι δυνατόν μετά από 35 χρόνια, έντιμης οικογενειακής και συζυγικής ζωής, όντας ήδη 57 ετών, να δέχομαι τέτοιο χαρακτηρισμό και μάλιστα από Εφετείο; Μήπως άραγε το ποινικό μου Μητρώο περιέχει τέτοιες καταδίκες που με εντάσσουν πράγματι στην κατηγορία αυτή που η εκκαλουμένη απόφαση με κατέταξε, όταν υπάρχει μια μικρή ποινή για παράβαση του ΚΟΚ και 20 ημέρες για έκδοση δύο ακαλύπτων επιταγών και τούτο διότι το αδίκημα αυτό είναι "τυπικό" και επειδή ήσαν ήδη πληρωμένες, τιμωρήθηκα με την ενδεικτική ποινή των 10 ημερών για κάθε μία. Όταν λοιπόν για περισσότερα από 30 ολόκληρα χρόνια είμαι ένας ενεργός επαγγελματίας και δεν ήθελα να μείνει ούτε μια μικρή επιταγή απλήρωτη, γιατί τότε δεν δικαιούμαι το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου; Ασφαλώς και τα δικαστήρια δεν εκτιμούν μόνο το λευκό ποινικό μητρώο για να αποφανθούν αν έχει κάποιος κατηγορούμενος, μέχρι τη διάπραξη του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, διάγει έντιμο ατομικό οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, αλλά συναριθμεί και αυτό με πλείστα όσα στοιχεία έχουν εισφερθεί στο δικαστήριο. Κανένας των μαρτύρων κατηγορίας δεν κατέθεσε ότι η διαδρομή μου και σε άλλες εταιρίες ήταν επιλήψιμη ή ότι στην οικογενειακή μου ζωή ήμουν ένα ανέντιμος πατέρας, σύζυγος και αντικοινωνικός χαρακτήρας. Απεναντίας, όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν ότι μέχρι το 1999 δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Αλλά και ο μάρτυρας υπεράσπισης μου κατέθεσε ότι η αφαίρεση της άδειας πολλών ασφαλιστικών εταιριών την περίοδο εκείνη, δημιούργησε το τεράστιο οικονομικό πρόβλημα στον Λ. . Και πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίζονται από τα δικαστήρια μας ελαφρυντικά και δη αυτό του προτέρου εντίμου βίου, σε εικοσάχρονα ή εικοσιπεντάχρονα παιδία, αλλά να μην αναγνωρίζονται σε μένα τον 57 χρόνο πολίτη που ξεκίνησε με μια τσάντα στο χέρι, οργώνοντας όλο τον Πειραιά, πόρτα-πόρτα για να δημιουργήσει μια παραγωγή ασφαλίστρων της τάξης των τριών χιλιάδων συμβολαίων; Εάν η συνέπεια και ο συνεχής καθημερινός μόχθος έξι ολοκλήρων δεκαετιών, δεν αναγνωρίζεται από την πολιτεία μου, μέσω της δικαστικής εξουσίας, τότε πότε πράγματι θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου; Ειλικρινά, τι θα απαντήσω στον τριαντάχρονο γιο μου και στην εικοσιπεντάχρονη κόρη μου (όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης που έχω ήδη προσκομίσει) όταν το δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν είχα διάγει έντιμη οικογενειακή-επαγγελματική και κοινωνική ζωή, όταν αυτά γνώριζαν ότι ο πατέρας τους ήταν με μια τσάντα στο χέρι και καθημερινά στους δρόμους, για να δώσω σε αυτά και τη μητέρα τους τη δυνατότητα να νοιώσουν καμιά στέρηση, να σπουδάσουν αξιοπρεπώς και να ενταχθούν στην κοινωνία ως χρήσιμοι, έντιμοι και εργατικοί πολίτες; Εάν η αταλάντευτη πορεία για 57 ολόκληρα χρόνια, στην οικογενειακή μου ζωή, στην επαγγελματική μου καταξίωση, παρά την ατυχία που με έπληξε, λόγω της ανάκλησης αδειών αρκετών ασφαλιστικών εταιριών, την εποχή εκείνη( 1997-1999), την προσπάθεια μου να σπουδάσουν τα παιδιά μου, τότε το ελαφρυντικό αυτό του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχείο α του Π.Κ. θα ήταν γράμμα του νόμου κενού περιεχομένου. Αλλά και για το ελαφρυντικό του στοιχείου ε της παρ. 2 του άρθρου, 84 έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, αφού από την τέλεση της πράξης έχουν ήδη περάσει δέκα και πλέον έτη στα οποία προσπαθώ να σταθώ όρθιος από την οικονομική καταστροφή που έχω υποστεί, αφού η ασφαλιστική εργασία απαιτεί πολλά χρόνια εντατικής προσπάθειας να δημιουργηθεί, αλλά λίγες μόνο μέρες να διαλυθεί, όταν πολλές εταιρίες σταμάτησαν να λειτουργούν, λόγω ανάκλησης της άδειας τους (ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΕΧΠΡΕΣ, ΣΤΑΝΤΑΡ, ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΚΗ κ.λ.π), οπότε για μας τους πράκτορες υπάρχει διπλή ζημιά, μία ότι έχουμε ήδη χάσει τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα και δεύτερον ότι χάνουμε ένα μεγάλο μέρος της πελατείας μας, αφού οι επιπτώσεις από την αφαίρεση άδειας έχει άμεσο αντίκτυπο σε όλους τους ασφαλισμένους. Γι' αυτό πιστεύω ότι έσφαλε η εκκληθείσα απόφαση απορρίπτοντας τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό μου και πρέπει να γίνει αυτός δεκτός από το δικαστήριο σας".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όσον αφορά τους δύο αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε για αναγνώριση υπέρ του εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ, αυτά που παραθέτει, αφορούν σε θεωρητική ανάπτυξη των ελαφρυντικών και σε παράπονα κατά της ιδίας κρίσεως και του αιτιολογικού του πρωτόδικου δικαστηρίου, που απέρριψε τους ίδιους αυτούς προβληθέντες και στον πρώτο βαθμό ισχυρισμούς του, από δε πλευράς πραγματικών περιστατικών, παρατίθεται απλώς ότι, α) ο κατηγορούμενος, ηλικίας 57 ετών, έχει καταδικασθεί μόνο για παράβαση του ΚΟΚ σε μία μικρή ποινή και για έκδοση δύο ακάλυπτων επιταγών σε ποινή φυλάκισης 10 ημερών για καθεμία, ότι για περισσότερα από 30 έτη είναι ενεργός επαγγελματίας, με μία διαδρομή έντιμου οικογενειακού και επαγγελματικού βίου, ότι σπούδασε τα παιδιά του, χωρίς κάποιος μάρτυρας να καταθέσει κάτι επιλήψιμο σε βάρος του και β) ότι από την τέλεση της πράξης έχουν ήδη περάσει δέκα και πλέον έτη στα οποία προσπαθεί να σταθεί όρθιος. Το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, με την ειδικότερη αιτιολογία, μετά και στη συνέχεια της κύριας επί της ενοχής αιτιολογίας, ότι " ο κατηγορούμενος δεν έζησε, έως το χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Η παραδοχή όμως της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' και ε' του Π.Κ, αναμφιβόλως, τελεί, όπως προεκτέθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι, α) εκτός από την επίκληση λευκού ποινικού μητρώου απαιτείται η επίκληση και άλλων θετικών περιστατικών εντίμου ατομικού, οικογενειακού, επαγγελματικού και κοινωνικού βίου και β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εκτός σωφρονιστικού καταστήματος στην κοινωνία, να είναι καλή για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφορά του, πράγματα για τα οποία ουδέν συγκεκριμένα θετικό περιστατικό επικαλέσθηκε στο Εφετείο ο κατηγορούμενος. Δεν έγινε δηλαδή μνεία συγκεκριμένων θετικών της προσωπικότητάς του και του εν γένει βίου του περιστατικών και άλλων ορισμένων περιστατικών επί των οποίων να μπορεί να θεμελιωθεί νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός των εν λόγω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων, ήτοι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τα προαναφερθέντα προς απόκρουση των άνω μη νομίμων ισχυρισμών του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, να αναγνωρισθεί υπέρ αυτού ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 εδάφ.α' και ε' ΠΚ, αφού δεν ήταν σαφείς και δεν προβλήθηκαν ορισμένως και άρα ουδεμία πλημμέλεια υπάρχει από το γεγονός ότι απορρίφθηκαν με την ως παραπάνω συνοπτική και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα κατά τη δίκη στο Εφετείο, ως παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 93 παρ.2 και 3 εδ. α' του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες .. , Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση". Σε δημόσια απαγγελία των αποφάσεων αναφέρεται και η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. β' της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974 και έκτοτε αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος,στην οποία ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [ μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] δημοσία" και ότι "Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία . . κλπ ".
Στην ποινική διαδικασία, οι εγγυήσεις αυτές εξειδικεύονται στις διατάξεις των άρθρων 139, 144 παρ. 1, 329, 330 και 371 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, εξειδικεύεται η μεν υποχρέωση αιτιολόγησης των ποινικών αποφάσεων στο άρθρο 139 παρ.1 ΚΠΔ, η δε υποχρέωση της δημόσιας απαγγελίας αυτών στο άρθρο 371 παρ.1 ΚΠΔ. Περαιτέρω όμως, στο άρθρο 144 παρ.1 ΚΠΔ ορίζεται ότι "Η απόφαση και οι διατάξεις, που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, συντάσσονται γραπτώς και υπογράφονται μέσα σε οκτώ ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ.2 ", στο δε άρθρο 329 ορίζεται ότι "Η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια . . ". . Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς ότι γίνεται διάκριση ως προς τη μορφή, αφενός της αποφάσεως που εκδίδεται και απαγγέλλεται προφορικώς κατά τη διάρκεια της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου και αφετέρου εκείνης που εκ των υστέρων συντάσσεται γραπτώς και υπογράφεται προσηκόντως. Μετά την υπογραφή, η απόφαση (και τα πρακτικά που τη συνοδεύουν) προσλαμβάνει την οριστική της μορφή, καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ για την κίνηση της προθεσμίας αιτήσεως αναιρέσεως και αποκτά τη δυνατότητα της κυκλοφορίας της σε αντίγραφα, πρωτίστως μεταξύ των διαδίκων και των εχόντων έννομο συμφέρον (ΚΠΔ 147), αλλά δια μέσου αυτών και προς κάθε τρίτο. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης αναφέρεται στη γραπτή μορφή της αποφάσεως, που οριστικοποιείται εκ των υστέρων και όχι στην προφορική μορφή που απαγγέλλεται στο ακροατήριο και δε συνάγεται υποχρέωση απαγγελίας στο ακροατήριο πλήρους προφορικής ή γραπτής αιτιολογίας. Από το σύνολο των παραπάνω προεκτεθεισών διατάξεων αναδύεται επίσης η επιθυμία της ισόρροπης προστασίας αφενός του ατομικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικασθεί δημόσια και, μετά από ακρόαση του εισαγγελέα και των παρόντων διαδίκων, να απαγγελθεί, η σε μυστική διάσκεψη ληφθείσα απόφαση, δημόσια σε συνεδρίαση στο ακροατήριο, για την πληρέστερη διαφύλαξη των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και αφετέρου του γενικού συμφέροντος του λαού να απονεμηθεί η δικαιοσύνη όχι μόνο με διαφάνεια, αλλά και με εύρυθμο τρόπο, χωρίς βλάβη και καθυστέρηση και για τις λοιπές δίκες που θα εκδικασθούν την ιδία ημέρα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προστασίας, ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωμένος να απαγγείλει στο ακροατήριο κατά τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, και το αιτιολογικό αυτής, ούτε συνεπάγεται καμία ακυρότητα η μη απαγγελία τέτοιου αιτιολογικού, έστω συνοπτικού. Η αιτιολογία δε της απόφασης, ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να διατυπωθεί , σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠΔ, από τον διευθύνοντα, μέσα σε οκτώ ημέρες από τη συνεδρίαση, οπότε απόφαση και πρακτικά καθαρογραμμένα καταχωρούνται στο ειδικά τηρούμενο στη γραμματεία του δικαστηρίου βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, από δε την καταχώρηση αυτή, μπορεί να λάβει γνώση και πλήρες αντίγραφο ο κατηγορούμενος και από της καταχώρησης αυτής αρχίζει, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η προθεσμία του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, όπως και εκείνον της τυχόν έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οπότε ουδεμία δικονομική βλάβη υφίσταται ο κατηγορούμενος, από τη μη γνώση του ακριβούς αιτιολογικού κατά την ώρα της δημόσιας απαγγελίας της καταδικαστικής απόφασης που τον αφορά, αφού δεν στερείται κάποιου υπερασπιστικού του δικαιώματος και μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την καταχώρηση της πλήρους αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο(βλ. και ΑΠ 1430/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη σελίδα 21 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε στο ακροατήριο την απαγγελία και του αιτιολογικού της δημοσιευθείσας δημόσια καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, πλην αυτό το αίτημα απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι "το δικαστήριο δεν είχε τέτοια υποχρέωση, η δε απαιτούμενη από τον ΚΠΔ και το Σύνταγμα ειδική αιτιολογία αναφέρεται στη γραπτή μορφή της αποφάσεως, άλλωστε η απαγγελία πλήρους προφορικής αιτιολογίας στο ακροατήριο, δεν είναι εφικτή, λόγω του ότι έχουν προσδιορισθεί για εκδίκαση 27 υποθέσεις", δηλαδή ελλείψει διατιθέμενου χρόνου. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απαγγελθείσας στο ακροατήριο καταδικαστικής αποφάσεως, καθόσον στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, παρά το υποβληθέν ειδικό ως άνω αίτημα του συνηγόρου υπερασπίσεως, απαγγέλθηκε δημόσια η ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με τη φράση "ένοχος ως και πρωτοδίκως", χωρίς να απαγγελθεί δημόσια και το αιτιολογικό της ενοχής. Η προσαπτόμενη ως παραπάνω πλημμέλεια, δεν βρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις και τις προκύπτουσες από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης περιστάσεις, η απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως του δικαστηρίου έγινε δημόσια στην αίθουσα του ακροατηρίου και ο διευθύνων τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί το αίτημα του καταδικασθέντος και να απαγγείλει κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως και το αιτιολογικό αυτής, το οποίο νόμιμα συντάχθηκε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και καταχωρήθηκε αργότερα κατά την καθαρογραφή των πρακτικών και την καταχώρηση της πλήρους αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς αυτή η ενέργεια του προέδρου δικαστηρίου να συνιστά νόθευση των πρακτικών αυτών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αρ. 242 ΠΚ), όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αναιρέσεως.
Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απαγγελθείσας στο ακροατήριο καταδικαστικής αποφάσεως, λόγω μη απαγγελίας την ώρα της δημοσιεύσεως και του αιτιολογικού της ενοχής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2011 αίτηση - δήλωση του Ν. Λ. του Θ., για αναίρεση της 78/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (375 παρ.1 ΠΚ). Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Ε' του ΚΠΔ α) για ελλιπές αιτιολογικό, β) για έλλειψη νόμιμης βάσης κα αναιτιολόγητη απόρριψη, αυτοτελών ισχυρισμών ελαφρυντικών του άρ6 84 παρ.2 εδ. α, ε του ΠΚ και αιτήματος λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωμένος να απαγγείλει κατά τη δημοσίευση της ποινικής απόφασης και το αιτιολογικό αυτής, ούτε συνεπάγεται καμία ακυρότητα η μη απαγγελία τέτοιου αιτιολογικού, έστω συνοπτικού. Η αιτιολογία δε της απόφασης, ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να διατυπωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠΔ, από τον διευθύνοντα μέσα σε οκτώ ημέρες από τη συνεδρίαση, οπότε απόφαση και πρακτικά καθαρογραμμένα καταχωρούνται στο ειδικά τηρούμενο στη γραμματεία του δικαστηρίου βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, από δε την καταχώρηση αυτή, μπορεί να λάβει γνώση και πλήρες αντίγραφο ο κατηγορούμενος και από της καταχώρησης αυτής αρχίζει, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ προθεσμία του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, οπότε ουδεμία δικονομική βλάβη υφίσταται ο κατηγορούμενος, από τη μη γνώση του αιτιολογικού κατά την ώρα της δημόσιας απαγγελίας της καταδικαστικής απόφασης που τον αφορά, αφού δεν στερείται κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 829/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 103/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Ε. Π. του Ρ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Διονύσιο Πελέκη και Ιωάννα Σμυρνιωτάκη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/15.2.2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 232/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης ή σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου ,δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ.α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή και αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σε αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη με αρ.101-104 α/2008 απόφαση του ΜΟΔ Χανίων, κηρύχθηκαν αθώοι οι συγκατηγορούμενοι οδηγοί ΙΧΕ και ΔΧΕ Τουριστικού Λεωφορείου αντίστοιχα αυτοκινήτων, θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένα: α) ο Ε. Π., ομόφωνα αθώος της σε βαθμό κακουργήματος εισαχθείσας κατηγορίας για διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών, με ενδεχόμενο δόλο, που είχε σαν συνέπεια την επέλευση θανάτου ανθρώπων και ένοχος, κατά πλειοψηφίαν (5 - 2), για δύο ανθρωποκτονίες και τέσσερις σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια και β) ο Χ. Π., κατά πλειοψηφίαν (4 - 3 τακτικοί δικαστές), αθώος όλων των παραπάνω πράξεων. Κατόπιν εφέσεως του ως παραπάνω καταδικασθέντος οδηγού Ε. Π., μετά καταδικαστική πρόταση του εισαγγελέα της έδρας, εκδόθηκε η με την αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσβαλλόμενη με αρ. 103/2011 αθωωτική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Συγκεκριμένα, το κατ' έφεση δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη (4 ενόρκων - έναντι 3 τακτικών δικαστών), αθώο τον ανωτέρω κατηγορούμενο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, όλων των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δύο εννεαετών αλλοδαπών ανηλίκων τουριστών επιβατών του εμπλακέντος λεωφορείου και σωματικών βλαβών κατά συρροή από αμέλεια, τεσσάρων επίσης επιβατών του ίδιου λεωφορείου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά πλειοψηφία των τεσσάρων ενόρκων - μελών του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την επ' ακροατηρίω αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση πέντε καταθέσεων αλλοδαπών μαρτύρων κατηγορίας και δη τριών ενόρκων και μίας ανωμοτί ανακριτικών και μίας ένορκης προανακριτικής που αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά και βρίσκονται στη δικογραφία, την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την κρατούσα γνώμη των τεσσάρων ενόρκων του Δικαστηρίου τούτου, αποδείχθηκε ότι: στις 4-8-2004 και περί ώρα 23.30' ο Χ. Π. του Ι., Ηλικίας 55 ετών, ως γεννηθείς στις 10.02.1950 συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο μήκους 11,80 μ. και πλάτους 2,30 μ. με δύο πόρτες επιβίβασης και αποβίβασης εμπρόσθια και μεσσία, μετέφερε 32 τουρίστες υπηκόους Αγγλίας εκ των οποίων 17 ανήλικα παιδιά ηλικίας από 9 έως 17 ετών από νυκτερινή διασκέδαση σε Κρητική βραδιά από το χωριό Καρουζανός νότια της Χερσονήσου με προορισμό το ξενοδοχείο SOCRATES το οποίο βρίσκεται στην είσοδο στο χωριό Μάλλια, με συνοδό ξεναγό των αλλοδαπών επιβατών, τον εξετασθέντα επ' ακροατηρίω πρώτο μάρτυρα κατηγορίας Ν. Τ. του Ε., ηλικίας 31 ετών, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ηρακλείου - Σητείας με κατεύθυνση προς Σητεία η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης ασφαλτοστρωμένη. Όταν έφτασε στην είσοδο στο χωριό Μάλλια, όπου το πλάτος του οδοστρώματος είναι 8,10 μ. και δη στο ρεύμα πορείας προς Μάλλια το πλάτος είναι 3,80 μ. και προς Ηράκλειο 4,30 μ. με έρεισμα εκατέρωθεν του οδοστρώματος πλάτους 1 μ. στο ρεύμα πορείας προς Μάλλια και 5,50 μ. στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, η οδός είναι ευθεία, συνθήκες φωτισμού νύχτα, χωρίς τεχνικό φωτισμό, κατάσταση οδού ξηρά, κυκλοφορία οχημάτων μεγάλη, κυκλοφορία πεζών μεγάλη, ορατότητα δεν περιορίζεται με μονή διακεκομμένη γραμμή των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας μέχρι την αριστερά εν σχέση με την πορεία του ανώνυμη πάροδο και μετά την πάροδο με δύο διαχωριστικές συνεχείς γραμμές των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας, με όριο ταχύτητας με πινακίδες στο ρεύμα προς Μάλλια 30 χιλιόμετρα την ώρα και στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο 40 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ έπρεπε να εκτελέσει αριστερή στροφή για να εισέλθει στην ανώνυμη πάροδο που οδηγεί στα 500 μ στο ξενοδοχείο SOCRATES, η οποία ανώνυμη αυτή πάροδος είναι ασφαλτοστρωμένη διπλής κατεύθυνσης πλάτους οδοστρώματος 4,50 μ. χωρίς διαχωριστική γραμμή των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας με ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ - 2 SΤΟΡ στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας στη συμβολή της παρόδου με την επαρχιακή οδό Ηρακλείου-Σητείας για να αποβιβάσει στο ως άνω ξενοδοχείο το συνοδό - ξεναγό και τους 32 αλλοδαπούς επιβάτες εκ των οποίων ήταν 17 ανήλικα παιδιά ηλικίας από 9 έως 17 ετών. Ο προαναφερόμενος οδηγός του λεωφορείου προσπέρασε την πάροδο και διασχίζοντας διαγώνια το αντίθετο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο εισήλθε στο έρεισμα πλάτους 5,50 μ. όπου στάθμευσε το λεωφορείο με κατεύθυνση προς το χωριό Μάλλια και έχοντας σε λειτουργία τα φώτα πορείας σε απόσταση 3 μ. περίπου από την πάροδο, άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου εμπρόσθια και μεσαία οι οποίες εφάπτοντο του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο και άρχισαν οι 32 αλλοδαποί επιβάτες να αποβιβάζονται στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, χωρίς ούτε ο οδηγός του λεωφορείου, ούτε ο προαναφερθείς συνοδός - ξεναγός των τουριστών (Ν. Τ.) να τους καταστήσουν γνωστό ότι εξέρχονται του λεωφορείου επί του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο. Στο έρεισμα πλάτους 5,50 μ. δεξιά της επαρχιακής οδού Ηρακλείου - Σητείας, στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο και δεξιά της ανώνυμης παρόδου στη συμβολή της παρόδου με την επαρχιακή οδό ήταν σταματημένο το ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο εφαπτομένη η αριστερή πλευρά του λεωφορείου του οδοστρώματος και η οπίσθια πλευρά του σχεδόν εφαπτομένη της παρόδου, με οδηγό τον επ' ακροατηρίω εξετασθέντα δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας Γ. Μ. του Ν., ο οποίος ήταν μέσα στο εν λόγω λεωφορείο καθήμενος στη θέση του οδηγού, περιμένοντας να επιβιβαστεί στο λεωφορείο αυτό, ο προμνημονευόμενος συνοδός - ξεναγός των 32 άγγλων τουριστών Ν. Τ. του Ε. που ήδη αποβιβάζετο μαζί με τους 32 τουρίστες από το προαναφερθέν υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΔΧ Λεωφορείο που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Χ. Π. του Ι., το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της ιδίας εταιρείας με το Τουριστικό Λεωφορείο που οδηγούσε ο Γ. Μ., για να τον μεταφέρει στο χωριό του Γούρνες Πεδιάδος επειδή αυτός θα πήγαινε προς το Ηράκλειο, ενώ ο Π. μετά την αποβίβαση των τουριστών θα πήγαινε στην αντίθετη κατεύθυνση προς τη Σητεία. Στην ανωτέρω ανώνυμη πάροδο εκινείτο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ ιδιοκτησίας του Ι. Κ., οδηγούμενο από τον αλλοδαπό υπήκοο Γερμανίας O. K. S. ηλικίας 41 ετών ως γεννηθείς στις 29-1-1964, ο οποίος όταν έφθασε στη συμβολή της ανώνυμης αυτής παρόδου με την επαρχιακή οδό Ηρακλείου - Σητείας, την ώρα που οι 32 αλλοδαποί μαζί με τον συνοδό - ξεναγό Ν. Τ., είχαν αρχίσει να αποβιβάζονται από το λεωφορείο του Π. και ήδη είχαν αποβιβασθεί ο ως άνω συνοδός - ξεναγός και 10 περίπου τουρίστες εκ των οποίων 5 ανήλικα παιδιά ηλικίας 9 έως 17 ετών και προτιθέμενος να εκτελέσει δεξιά στροφή για να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, όπου δεξιά, εν σχέσει με την πορεία του επί της παρόδου υπήρχε η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ 2 STΟΡ, δεν διέκοψε την πορεία του, αλλά, επειδή τον εμπόδιζε το αριστερά εν σχέσει με την πορεία του λεωφορείο που είχε σταθμεύσει ο Π. που είχε αρχίσει να αποβιβάζει επί του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο τους 32 αλλοδαπούς τουρίστες και το συνοδό - ξεναγό τους Ν. Τ., συνέχισε εισήλθε όλο το εμπρόσθιο τμήμα, δηλαδή όλη η καμπίνα του οδηγού του αγροτικού αυτοκινήτου, εισήλθε στο οδόστρωμα, στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο. Την ίδια εκείνη στιγμή ο κατηγορούμενος, ηλικίας 25 ετών, ως γεννηθείς στις 3-3-1980, μόνιμος κάτοικος του χωριού Κεράς Πεδιάδος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του μάρκας LANCIA εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Σητείας-Ηρακλείου στο ρεύμα πορείας προς το Ηράκλειο, ερχόμενος από το χωριό του Κερά Πεδιάδος με προορισμό το Ηράκλειο, ο οποίος κατά την έξοδό του από το χωριό Μαλλιά, κινούμενος μέσα στο ρεύμα πορείας του προς το Ηράκλειο, με την επιτρεπόμενη κατά την υπάρχουσα για κατοικημένη περιοχή πινακίδα 40 χιλιόμετρα την ώρα, έφθασε στο σημείο που αριστερά εν σχέσει με την πορεία του, ήταν σταθμευμένο το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... τουριστικό λεωφορείο που οδηγούσε ο Π. από το οποίο είχε αρχίσει την αποβίβαση των 32 αλλοδαπών και του συνοδού - ξεναγού τους Ν. Τ. στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου προς Ηράκλειο, όπου τα αναμμένα φώτα πορείας του εν λόγω λεωφορείου τον τύφλωσαν και ακαριαία έστριψε το τιμόνι του αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το λεωφορείο και προσπέρασε το λεωφορείο που οδηγούσε ο Π. χωρίς να συγκρουσθεί με αυτό. Έτσι, προσπέρασε το λεωφορείο του Π. χωρίς μέχρι την ολοκλήρωση της προσπέρασης να έχει συμβεί τίποτα, δηλαδή κανέναν τραυματισμό των ευρισκομένων στο ρεύμα πορείας του προς το Ηράκλειο επιβατών αποβιβασθέντων στο οδόστρωμα. Όμως, μετά την προσπέραση του λεωφορείου αισθάνθηκε ότι πίσω στο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου κάτι ακούμπησε, αυτό ήταν το σώμα του ανήλικου R. J. A. 13 ετών ως γεννηθέντος στις 23-9-1991 που είχε μόλις αποβιβασθεί από το λεωφορείο του Π. και ευρίσκετο στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου προς Ηράκλειο, δίπλα από το οποίο πέρασε ξυστά το επιβατικό αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, τον άγγιξε και τον έστρεψε με φορά του προσώπου του προς το λεωφορείο που τον αποβίβασε χωρίς να τον τραυματίσει, όπως ο ίδιος καταθέτει στην από 8-8-2004 ανωμοτί ανακριτική κατάθεσή του, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και, βρίσκεται στη δικογραφία. Τότε πάραυτα ο κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του δεξιά για να ευθυγραμμίσει στο ρεύμα πορείας του, όπου συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... αγροτικού αυτοκινήτου ευρίσκετο στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου προς Ηράκλειο. Μετά την ανωτέρω σύγκρουση, το μεν αγροτικό αυτοκίνητο φορτηγάκι ΤΟΥΟΤΑ έστριψε δεξιά και με το εμπρόσθιο τμήμα του προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του σταματημένου υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... λεωφορείου που περίμενε να παραλάβει το συνοδό ξεναγό Ν. Τ., το δε αυτοκίνητο του κατηγορουμένου προσέκρουσε στον οπίσθιο αριστερό τροχό του ιδίου αυτού λεωφορείου όπου στα σημεία της σύγκρουσης επί του σταματημένου λεωφορείου ακινητοποιήθηκαν τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα ήτοι αγροτικό και επιβατικό αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα του τροχαίου αυτού ατυχήματος ήταν να παρασύρουν τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα, αγροτικό και επιβατικό αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, έξι από τους παραπάνω 10 επιβάτες τουρίστες που είχαν αποβιβαστεί και να τους τραυματίσει, συγκεκριμένα δε τούς; 1) A. P. του R.-P., γεννηθείς στις 14-6-1994, 2) N. P. του R., γεννηθείς στις 28-8-1995, 3) D. F. του Α., γεννηθείς στις 15-6-1977, 4) J. P. του G., γεννηθείς στις 22-5-1988, 5) R. P. του R., γεννηθείς στις 14-12-1992 και 6)το συνοδό - ξεναγό του λεωφορείου Ν. Τ. του Ε., οι οποίοι υπέστησαν : 1) ο πρώτος (A. P. του R.-P.), κάταγμα του αυχένα και διατομή του εγκεφαλικού στελέχους 2) ο δεύτερος (N. P. του R.), βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακα και κοιλίας 3) ο τρίτος (D. F. του Α.), κάταγμα δεξιάς κνήμης, σοβαρή συνδεσμική βλάβη δεξιού γόνατος με αγγειακή δυσπραγία της ιγνυακής αρτηρίας και κάκωση κεφαλής με μεγάλο θλαστικό τραύμα του τριχωτού της κεφαλής 4) ο τέταρτος κατηγορούμενος (J. P. του G.), κάταγμα δεξιάς περόνης, κάταγμα αριστερού ακρωμίου και θλάση οσφύος 5) ο πέμπτος (R. P. του R.) θλαστικό τραύμα δεξιού γλουτού, εκχυμωτικό μώλωπα δεξιάς κατ' αγκώνι χώρας και επιφυσιολίσθηση στην αριστερή ποδοκνημική περιοχή και 6) ο έκτος Ν. Τ. του Ε., κάταγμα λιθοειδούς (ΔΕ) με συνοδό ωτορραγία, εγκεφαλική θλάση (ΑΡ) μετωπιαία με συνοδό διαταραχή αντίληψης του λόγου καθώς και μικρή μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία και κάταγμα έσω σφυρών ποδοκνημικών άμφω, εκ των παραπάνω έξι (6) τραυματισθέντων οι δύο πρώτοι ανήλικοι από τις προμνημονευόμενες βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που υπέστησαν, ως μόνης ενεργού αίτιας, επήλθε ο θάνατός τους, στον πρώτο ακαριαία και στο δεύτερο τη μεθεπόμενη ημέρα του ατυχήματος, ήτοι στις 6-8-2004 στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου όπου διακομίσθηκε αμέσως μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του. Με βάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, τούτο οφείλεται στην αμελή οδήγηση των οδηγών του υπ'αριθ. κυκλοφορίας ... αγροτικού αυτοκινήτου και του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου που μετέφερε τους αλλοδαπούς τουρίστες, Ειδικότερα η αμέλεια του αλλοδαπού υπηκόου Γερμανίας οδηγού του αγροτικού αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής την οποία υποχρεούται και μπορούσε να καταβάλλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες κατά την οδήγηση του ανωτέρω αγροτικού αυτοκινήτου, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος ενόψει του ότι ενώ επρόκειτο να εισέλθει στην επαρχιακή οδό Σητείας-Ηρακλείου στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο εκτελώντας δεξιά στροφή από την ανώνυμη πάροδο που εκινείτο, δεν διέκοψε την πορεία του συμμορφούμενος προς ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 SΤΟΡ που υπήρχε στο δεξιό άκρο της ανώνυμης παρόδου στο ρεύμα πορείας του, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12§1, 4§3(Ρ-2), ν.2696/1999, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση επί της επαρχιακής οδού Σητείας - Ηρακλείου στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει εκτελώντας δεξιά στροφή, γιατί εάν έπραττε αυτό θα αντιλαμβανόταν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που εκινείτο στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, αριστερά εν σχέση με την πορεία του, θα του παραχωρούσε προτεραιότητα όπως όφειλε και ασφαλώς θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Η αμέλεια του οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΔΧ Τουριστικού Λεωφορείου Χ. Π. συνίσταται στο ότι από έλλειψη προσοχής την οποία υποχρεούνταν και μπορούσε να καταβάλλει όπως κάθε μέσος συνετός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες κατά την οδήγηση του ως άνω τουριστικού λεωφορείου εξυπηρετούντος τη βιοποριστική μεταφορά προσώπων, στο οποίο επέβαιναν 32 αλλοδαποί τουρίστες και ο συνοδός - ξεναγός τους Ν. Τ., ενόψει του ότι εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Σητείας-Ηρακλείου στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Σητεία με προορισμό το ξενοδοχείο SOCRATES που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού Μάλλια, όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και υπόχρεος εκ της ιδιότητάς του αυτής για την ασφαλή αποβίβαση των μεταφερομένων με το όχημα του πιο πάνω επιβατών, λόγω του επαγγέλματος του ως οδηγού ΔΧ τουριστικού λεωφορείου, εξυπηρετούντος τη μεταφορά προσώπων, όταν περί την ώρα 23.30 έφτασε στην είσοδο στο χωρίο Μαλλιά στην πάροδο και αριστερά εν σχέση με την πορεία του που οδηγεί στα 500 μ. στο ξενοδοχείο SOCRATES, και έπρεπε να εκτελέσει όπως όφειλε αριστερή στροφή να εισέλθει στην πάροδο για να αποβιβάσει στο ως άνω ξενοδοχείο SOCRATES τους 32 αλλοδαπούς τουρίστες και το συνοδό ξεναγό τους Τ., δεν εισήλθε στην πάροδο αλλά την προσπέρασε, παραβίασε τις δύο διαχωριστικές συνεχείς γραμμές στο οδόστρωμα διέσχισε διαγώνια το αντίθετο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, εισήλθε στο έρεισμα πλάτους 5,50 μ, όπου στάθμευσε το λεωφορείο με κατεύθυνση προς το χωριό Μαλλιά και έχοντας σε λειτουργία τα φώτα πορείας, άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου εμπρόσθια και μεσαία οι οποίες εφάπτονταν του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο και άρχισαν να αποβιβάζονται οι 32 αλλοδαποί τουρίστες και ο συνοδός-ξεναγός στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, σε σημείο άγνωστο για τους επιβάτες, νύχτα και μάλιστα χωρίς φωτισμό ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 12§1, 16§4, 5 ν2626/1999. Ενώ αν είχε εισέλθει στην πάροδο θα είχε αποβιβάσει τους επιβάτες που μετέφερε στο ξενοδοχείο SOCRATES και ασφαλώς θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα.
Συνυπαιτιότητα του κατηγορουμένου οδηγού του υπ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας LANCIA κατά την κρατούσα γνώμη των τεσσάρων ενόρκων του Δικαστηρίου τούτου, δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι αυτός εκινείτο κανονικά επί της επαρχιακής οδού Σητείας -Ηρακλείου, μέσα στο δικό του ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, όπως σημειώνεται και εικονίζεται στο από 5-8-2004 σχεδιάγραμμα και στην από 4-8-2004 έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκαν από το Αστυνομικό Τμήμα Ηρακλείου, όταν έφθασε στην διασταύρωση της οδού αυτής με την αριστερά εν σχέση με την πορεία της ανώνυμης παρόδου που οδηγεί στο ξενοδοχείο SOCRATES, επί της οποίας παρόδου υπάρχει η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 SΤΟΡ, δεν ήταν υποχρεωμένος, όταν προσπέρασε το σταθμευμένο με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο που οδηγούσε ο Χ. Π., τα φώτα πορείας τα οποία λόγω του ύψους που έχει το τουριστικό λεωφορείο τον τύφλωσαν, δεν ήταν υποχρεωμένος να θεωρήσει έστω και πιθανή, την τόσο αντικανονική και απροσδόκητη κίνηση του οδηγού του υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΦ του αγροτικού αυτοκινήτου που εκινείτο στην ανώνυμη πάροδο, αλλοδαπού υπηκόου Γερμανίας, ο οποίος όταν έφθασε στη συμβολή της ανώνυμη αυτής παρόδου με την επαρχιακή οδό Σητεία - Ηρακλείου, δεν διέκοψε την πορεία του συμμορφούμενος προς τη ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 SΤΟΡ που υπήρχε στο δεξιό άκρο της πορείας του επί της παρόδου όπως είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 4§3 (Ρ-2) του 2696/1999, να ελέγξει την κίνηση στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο στην οποία επροτίθετο να εισέλθει, αυτός παραβίασε την ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 SΤΟΡ στο ρεύμα πορείας του και χωρίς να διακόψει την πορεία του εισήλθε το εμπρόσθιο τμήμα του αγροτικού αυτοκινήτου, και συγκεκριμένα όλη η καμπίνα του οδηγού, στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, όπου συγκρούστηκε με το επιβατηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, στον οποίο κατηγορούμενο, μετά την προσπέραση του λεωφορείου που αποβίβαζε στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο τους επιβάτες, που τον τύφλωσαν τα φώτα πορείας του λεωφορείου που ήταν σε λειτουργία κατά το χρόνο της αποβίβασης των επιβατών, δεν του άφηνε περιθώρια αποφευκτικής αντίδρασής του. Ο κατηγορούμενος εκινείτο κατά την ώρα του ατυχήματος με την επιτρεπόμενη ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα, ως εκ του γεγονότος που το αυτοκίνητό του μετά τη σύγκρουση ακινητοποιήθηκε ακριβώς στο σημείο της σύγκρουσης, όπως εικονίζεται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας. Είναι βέβαια γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν κατά την ώρα του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε μικρή ποσότητα 0,47 mg/lit εκπνεόμενου αέρα κατά τη πρώτη μέτρηση με το αλκοολόμετρο της τροχαίας Ηρακλείου και 0,48 mg/lit εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη, επίσης δε 0,9 mg/lit ί αίματος κατά την μέτρηση με τη μέθοδο της αιμοληψίας, πλην όμως αποδείχθηκε ότι το γεγονός αυτό ουδόλως επηρέασε την ικανότητά του ως οδηγού περί την οδήγηση, τη συγκεκριμένη στιγμή της σύγκρουσης κατά τα προεκτιθέμενα, για αυτό κατά την κρατούσα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος".
Με τις παραδοχές της όμως αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο οδηγό του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ε. Π. για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις δύο ανθρωποκτονιών και τεσσάρων σωματικών βλαβών από αμέλεια και κατά συρροή, που κατηγορείτο και είχεν καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, δεν περιέλαβε πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογία αυτή, α) ενώ δέχεται ότι το με αρ. κυκλ. ΗΚΒ-1050 ΔΧΕ Τουριστικό Λεωφορείο με επιβάτες 32 αλλοδαπούς ανηλίκους τουρίστες, που οδηγούσε ο αρχικά συγκατηγορούμενος Χ. Π., αθωωθείς στον πρώτο βαθμό, περί ώρα 23.30 της 4-8-2004, (όπως ορθά σημειώνεται στο σκεπτικό και σε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και όχι 8-4-2004 όπως από παραδρομής σημειώνεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης) στο χωριό Μάλλια Χερσονήσου Κρήτης, κινούμενος επί της επαρχιακής οδού Ηρακλείου-Σητείας, με κατεύθυνση προς Σητεία, που είναι ευθεία και διπλής κατεύθυνσης, χωρίς τεχνικό φωτισμό, προσπέρασε την εκεί ανώνυμη πάροδο και διασχίζοντας διαγώνια το αντίθετο προς Ηράκλειο ρεύμα πορείας, εισήλθε και στάθμευσε το λεωφορείο πέραν του οδοστρώματος στο έρεισμα της οδού Ηρακλείου - Σητείας, με κατεύθυνση προς Μάλλια και άρχισε να αποβιβάζει τους προοριζόμενους για το εκεί παρακείμενο ξενοδοχείο "ΣΩΚΡΑΤΕΣ" τους επιβάτες του, σε απόσταση 3μ. από την εκεί πάροδο, με αναμμένα ,τη μηχανή και τα φώτα πορείας του, ανοίγοντας τις δύο θύρες του λεωφορείου, οι οποίες εφάπτονται του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, ενώ στο έρεισμα στο άνω ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο βρισκόταν σταθμευμένο προς Ηράκλειο και έτερο, το ... ΔΧ Τουριστικό λεωφορείο με οδηγό τον Γ. Μ., και τη χρονική στιγμή, αποβίβασης των τουριστών επιβατών και που έτερος αλλοδαπός Γερμανός υπήκοος, οδηγώντας το ... ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο επί της ανωνύμου παρόδου, στη συμβολή της παρόδου με την ανωτέρω επαρχιακή οδό Ηρακλείου-Σητείας, προτιθέμενος να εκτελέσει στροφή δεξιά για να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο και κατά παραβίαση της πινακίδας ΣΤΟΠ είχε εισέλθει στο οδόστρωμα του ρεύματος προς Ηράκλειο, καθόλο το εμπρόσθιο τμήμα του, δεν εξηγείται πώς ο κατηγορούμενος οδηγός του με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κατά τις παραδοχές εκινείτο στο ρεύμα πορείας προς Ηράκλειο, με ταχύτητα 40 χιλ. την ώρα, όση και η επιτρεπόμενη με βάση πινακίδα κατοικημένης περιοχής, πώς είναι δυνατόν με την κοινή πείρα και λογική να τον τυφλώσουν τα αναμμένα φώτα του άνω σταθμευμένου δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ... ΔΧΕ λεωφορείου, με συνέπεια να στρίψει ακαριαία το τιμόνι του αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το λεωφορείο, αφού το λεωφορείο αυτό ήταν σταθμευμένο δεξιά, σε σχέση με την πορεία του στο έρεισμα εκτός του οδοστρώματος και τα φώτα αυτού δεν ήταν σε ευθεία με το οπτικό του πεδίο, β) δεν εξηγείται γιατί ο αθωωθείς κατηγορούμενος οδηγός του ΙΧΕ αιφνιδιάστηκε και έστριψε απότομα αριστερά, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα ένα ανήλικο πεζό επιβάτη και μετά έστριψε δεξιά συγκρουσθείς με το ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκίνητο, παρασύρας αυτός και το ΙΧΦ τους λοιπούς πεζούς και γιατί δεν αντιλήφθηκε έμπροσθέν του εγκαίρως, το λεωφορείο που βρισκόταν εκεί σταθμευμένο με τις προαναφερθείσες συνθήκες, τη γενόμενη αποβίβαση από αυτό των 32 τουριστών επιβατών και τον κίνδυνο που διαγραφόταν, αφού το λεωφορείο ήταν ήδη σταματημένο στην ιδία οδό με αναμμένα φώτα και σε λειτουργία τη μηχανή του, οι δε επικρατούσες ως άνω συνθήκες κυκλοφορίας επέβαλαν, κατά το άρθρο 19 παρ.2 του ΚΟΚ, την περαιτέρω, κάτω των 40 χιλ., μείωση της ταχύτητάς του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του προ οιουδήποτε εμποδίου, όπως της παράνομης εξόδου του ΙΧΦ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, γ) δεν αναφέρεται αν ο αθωωθείς ως άνω οδηγός του ΙΧΕ, αντελήφθη και πότε ή δεν αντελήφθη καθόλου και γιατί, το άνω ... ΙΧΦ, που εισήλθε από την πάροδο δεξιά του στην προς Ηράκλειο πορεία του, για να κριθεί τυχόν συνυπαιτιότητά του, δ) ενώ δέχεται ότι ο αθωωθείς ως άνω οδηγός του ΙΧΕ οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με 0,47- 0,48 mg/lit εκπνεόμενο αέρα ή 0,9 mg/lit με τη μέθοδο της αιμοληψίας, στη συνέχεια δέχεται ότι τούτο ουδόλως επηρέασε την ικανότητα περί την οδήγηση και στο συγκεκριμένο τροχαίο ατύχημα, ενώ κατά αμάχητο τεκμήριο, που συνάγεται από τη σχετική διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, οποιοσδήποτε οδηγεί με τόσο οινόπνευμα στο αίμα του(άνω του 0,8 mg/lit), θεωρείται ότι βρίσκεται και οδηγεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, χωρίς την συνεκτίμηση άλλων στοιχείων και περιστάσεων και ε) δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά, δεν επαρκούν για την κατάφαση συνυπαιτιότητας του αθωωθέντος κατηγορουμένου και γιατί δεν μπορούσε ο αθωωθείς αυτός οδηγός να προβεί αποτελεσματικά τουλάχιστον σε αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του και όχι δεξιά που έστριψε τελικά και συγκρούσθηκε με το άνω ΙΧΦ, ώστε έτσι να αποφύγει το ατύχημα και τους τραυματισμούς των πεζών. Ήτοι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 103/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως παραπάνω Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση του κατηγορουμένου.
| null | null | 1
|
Αριθμός 829/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας" (ΤΕΙ Αθήνας), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ., 2) Χ. Μ., 3) Μ. Σ., 4) Α. Ή., 5) Ε. Δ., 6) Ε. Κ., 7) Κ. Κ., 8) Ι. Μ., 9) Α. Ρ., 10) Γ. Τ., 11) Φ. Ε., 12) Ι. Γ., 13) Ν. Κ., 14) Μ. Σ., 15) Χ. Δ., 16) Μ. Α., 17) Π. Π., 18) Μ. Φ. - Α. και 19) Α. Λ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1216/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6928/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 5406/14-12-2011, 5408/14-12-2011, 5402/13-12-2011, 5407/14-12-2011, 5403/13-12-2011, 5411/14-12-2011, 5405/14-12-2011, 5413/14-12-2011, 5404/13-12-2011, 5418/14-12-2011, 5415/14-12-2011, 5421/15-12-2011, 5414/14-12-2011, 5409/14-12-2011, 5417/14-12-2011, 5410/14-12-2011, 5416/14-12-2011, 5412/14-12-2011, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 9342Β'/20-12-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, της πράξης ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (3-4-3012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την υπ' αριθμ. 2048842/6017/0022/6-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 455/12-6-1989 τ. Β'), που εκδόθηκε βάση του άρθρου 7 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 88555/3293/4-10-1988 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 721/4-10-1988 τ. Β'), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 1836/1989 ορίζονται τα εξής: "Στο προσωπικό των παρακάτω αναφερομένων ειδικοτήτων των Υπηρεσιών - Διευθύνσεων - Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., χορηγείται ειδικό επίδομα, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του Μ.Κ. 28 του Ν. 1505/1984 ως ακολούθως: 1) Αναλυτές Προγραμματιστές και Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και εμπειρογνώμονες πληροφορικής 40%, 2) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, κοπτικών μηχανημάτων και εισαγωγής στοιχείων 33%, 3) Κωδικογράφοι 20%. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 62/31-1-1995 τ. Β'), που ίσχυσε από 1-1-1995, αυξήθηκε το παραπάνω επίδομα ως ακολούθως: 1) Αναλυτές Προγραμματιστές Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και Εμπειρογνώμονες Πληροφορικής σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε τριάντα χιλιάδες από 1-7-1995. 2) Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, Κοπτικών Μηχανημάτων και Εισαγωγής Στοιχείων) σε δέκα έξι χιλιάδες πεντακόσιες (16.500) δρχ. από 1-1-1995 και σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δρχ. από 1-7-1995. 3) Κωδικογράφοι σε δέκα χιλιάδες (10.000) από 1-1-1995 και σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δρχ. από 1-7-1995. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 ορίζονται τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "1... 11. Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. γ) Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ...". Με το άρθρο 10 παρ. 1 του πιο άνω νόμου διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και άδειας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δε περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που χορηγήθηκε με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι, πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ίδιου νόμου, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α).... η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει ότι, από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988, ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ. Τέλος, με το άρθρο 8 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.1.2004, ορίζεται ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: ... 8. Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α), καθώς και τους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε ογδόντα οκτώ ευρώ (88 €). β. Χειριστές Χειρίστριες ΗΥ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε εβδομήντα τέσσερα ευρώ (74 €). γ. Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε σαράντα τέσσερα ευρώ (44 €). Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη σωρευτική συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε δακτυλογράφους, χρήστες Η/Υ ή προσωπικών υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου επιδόματα ειδικών συνθηκών εργασίας" ενώ µε το άρθρο 28 του παραπάνω νόµου καταργείται, από την έναρξη ισχύος του, το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997, που προέβλεπε το ιδίου περιεχομένου επίδοµα πληροφορικής (αριθ. 1 του προαναφερόμενου άρθρου) καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το µέρος που αντίκειται στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόµου αυτού ή κατά το µέρος που ρυθµίζει θέµατα που διέπονται από αυτό (αριθ. 9). Εξάλλου, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόµιµη αιτία από την περιουσία ή µε ζηµία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, όπως και επί των νοµικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί. Και αυτό διότι, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, απαγορεύεται η πρόσληψη υπαλλήλου από αυτά σε µη νοµοθετηµένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, δηλαδή η πρόσληψη σε µη νοµοθετηµένη θέση, συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης ή αντίστοιχα την ακυρότητα της ανάθεσης αλλότριων καθηκόντων (ως οιονεί σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου) και συνακόλουθα συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόµιµης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δηµόσιο ή το νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε πρόσωπο το οποίο θα προσλάβανε µε έγκυρη εργασιακή σύµβαση και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα µε εκείνο, που παρέσχε την εργασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Στην αγωγή εκτίθεται ότι οι ενάγοντες υπηρετούν στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ. Ότι το μισθολόγιό τους διεπόταν µέχρι τις 31.12.2003 από το Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 διέπεται από το Ν. 3205/2003, µε συνέπεια να εξοµειώνονται μισθολογικά µε τους υπαλλήλους που εργάζονται στο Δηµόσιο µε σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου. Ότι καθένας από αυτούς από το χρόνο πρόσληψής του και ειδικά κατά το ένδικο χρονικό διάστηµα από 1.1.2003 µέχρι 31.12.2005, απασχολείται αποκλειστικά κατά πλήρες ωράριο µε τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή λόγω υπηρεσιακών αναγκών, αφού δεν προβλέπονται στην υπηρεσία τους οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ και ότι κατέχει τα απαιτούμενα από το νόµο προσόντα. Πλην όµως οι ενάγοντες μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία µισθωτών από εκείνη των µισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδοµα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά µε τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράµµατα και σεµινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τµήµατα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τµήµατα ή κέντρα τίτλους σπουδών. Η, ως άνω, ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στη οποία ανήκουν οι ενάγοντες και οι ειδικευμένοι, µε τίτλους σπουδών, υπάλληλοι των προαναφερόμενων άρθρων δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος µόνο στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθµιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η κύρια βάση της ένδικης αγωγής κρίθηκε από το Πρωτοδικείο απορριπτέα. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο, ερευνώντας την, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε και τα εξής: Οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από ετών και πάντως προ του ένδικου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό καθεστώς μέχρι τις 31.12.2003 από το Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 από το Ν. 3205/2003. Ειδικότερα η 1η ως και 10η από αυτούς ανήκουν στον κλάδο ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού, η 11η στον κλάδο ΤΕ Ηλεκτρονικών, η 12η στον κλάδο ΠΕ Μεταφραστών - Διερμηνέων, ο 13ος στον κλάδο ΤΕ Μηχανολόγων και η 14η έως και 19η στον κλάδο Διοικητικού - Λογιστικού. Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους ενάγοντες τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστηµα από 1.1.2003 µέχρι 31.12.2005, πλην της 1ης ενάγουσας που δεν τα άσκησε, για το ένδικο χρονικό διάστηµα από 1.1.2003 έως 13.11.2003 λόγω χορήγησης αδειών λοχείας και ανατροφής, της 3ης ενάγουσας που δεν τα άσκησε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 30.8.2004 έως 31.12.2005 λόγω χορήγησης αδειών κύησης, λοχείας και ανατροφής, του 9ου ενάγοντος που δεν τα άσκησε για το ένδικο χρονικό διάστημα από 13.9.2005 µέχρι 31.12.2005 λόγω απόσπασής του σε άλλη υπηρεσία, της 12ης ενάγουσας που δεν τα άσκησε για το ένδικο χρονικό διάστημα από 20.1.2003 έως 28.4.2004 και από 15.3.2005 έως 31.12.2005 λόγω χορήγησης αδειών κύησης, λοχείας και ανατροφής, της 14ης ενάγουσας που απουσίαζε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 µέχρι 12.8.2003 λόγω χορήγησης άδειας ανατροφής και κατά τα χρονικά διαστήματα από 27.10.2003 έως 26.11.2003, από 19.4.2004 έως 30.4.2004, από 10.5.2004 έως 15.5.2004, από 1.6.2004 έως 11.6.2004, από 21.6.2004 έως 5.8.2004, από 16.11.2004 έως 30.11.2004, από 6.7.2005 έως 15.7.2005, από 25.7.2005 έως 30.7.2005, από 22.8.2005 έως 2.9.2005 λόγω χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών, της 16ης ενάγουσας που επίσης απουσίαζε κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2003 έως 20.3.2003, από 26.3.2003 έως 10.5.2003, από 6.6.2005 έως 30.6.2005 λόγω χορήγησης αναρρωτικής αδείας και από 27.8.2003 έως 28.10.2004 λόγω χορήγησης αδειών κύησης, λοχείας και ανατροφής, της 17ης ενάγουσας που δεν άσκησε τα παραπάνω καθήκοντα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 11.9.2003 λόγω χορήγησης άδειας ανατροφής και τέλος της 18ης ενάγουσας που ανέλαβε υπηρεσία στις 2.1.2003 και δεν τα άσκησε κατά το χρονικό διάστηµα από 17.1.2005 έως 18.3.2005 λόγω χορήγησης αναρρωτικής αδείας. Εποµένως, καταλήγει το Πρωτοδικείο, οι ενάγοντες κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, εκτέλεσαν κατά κύρια και αποκλειστική απασχόληση καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν πρoσληφθεί. Από την παραπάνω δε εργασία των εναγόντων το εναγόμενο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το εν λόγω επίδομα πληροφορικής για όσο χρονικό διάστημα εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους και ανέρχεται κατά μήνα σε 25.000 δραχμές, ήτοι 73,37 ευρώ και από 1.1.2004 σε 74 ευρώ. Συγκεκριμένα, δικαιούνται: Α) η 1η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 13.11.2003 έως 31.12.2005 το ποσό των 1.893,39 ευρώ, Β) η 3η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 30.8.2004 το ποσό των 1.472,44 ευρώ, Γ) ο 9ος ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 13.9.2005 το ποσό των 2.390,04 ευρώ, Δ) η 12η ενάγουσα για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2003 έως 20.1.2003 καθώς και από 28.4.2004 έως 15.3.2005 το συνολικό ποσό των 823,46 ευρώ, Ε) η 14η ενάγουσα για τα χρονικά διαστήματα από 12.8.2003 έως 27.10.2003, από 26.11.2003 έως 19.4.2004, από 30.4.2004 έως 10.5.2004, από 15.5.2004 έως 1.6.2004, από 11.6.2004 έως 21.6.2004, από 5.8.2004 έως 16.11.2004, από 30.11.2004 έως 6.7.2005, από 15.7.2005 έως 25.7.2005, από 30.7.2005 έως 22.8.2005 και από 2.9.2005 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 1.820,57 ευρώ, ΣΤ) η 16η ενάγουσα για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2003 έως 19.2.2003, από 20.3.2003 έως 26.3.2003, από 10.5.2003 έως 27.8.2003, από 28.10.2004 έως 6.6.2005 και από 30.6.2005 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 1.375,48 ευρώ, Ζ) η 17η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 11.9.2003 έως 31.12.2005 το ποσό των 1.971,65 ευρώ, Η) η 18η ενάγουσα για τα χρονικά διαστήματα από 2.1.2003 έως 17.1.2005 και από 18.3.2005 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 2.501,04 ευρώ και Θ) έκαστος των λοιπών εναγόντων το ποσό των 2.656,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2005. Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το αναιρεσείον κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της και τη δέχθηκε, ως προς την επικουρική, στο σύνολό της για τους υπό στοιχείο Θ) ενάγοντες και κατά ένα μέρος για τους λοιπούς υπό στοιχεία Α), Β), Γ), Δ), Ε), ΣΤ), Ζ), Η), επιδίκασε δε στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997, 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 και 904 ΑΚ. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, 2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστηµα από 1.1.2003 µέχρι 31.12.2005, 3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσίβλητων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και 4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία µισθωτών από εκείνη των µισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδοµα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά µε τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράµµατα και σεµινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τµήµατα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τµήµατα ή κέντρα τίτλων σπουδών.
Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Ως εκ τούτου, από τις παραδοχές της απόφασης, που προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενος, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μισθό (επίδομα πληροφορικής) που θα κατέβαλε το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάβανε µε έγκυρη εργασιακή σύµβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα µε εκείνα, που παρέσχον την εργασία δηλαδή τους αναιρεσίβλητους. Επομένως είναι βάσιμοι οι, ενιαίως κρινόμενοι, συναφείς, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον επικαλείται τις αντίστοιχες πλημμέλειες. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το νόμο 4055/2012). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας των (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6928/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003,αφού, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλων σπουδών. Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής. Δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενος στο μισθό (επίδομα πληροφορικής) που θα κατέβαλε σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με τους αναιρεσίβλητους.
| null | null | 2
|
Αριθμός 827/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ρ. (R.) Σ. (S.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΜΩΝ - ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΓΑ Ανώνυμη Τεχνική Λατομική Εμπορική Βιομηχανική και Τουριστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Γ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Σ. ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Καλογήρου και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαχαιριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5582/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-8-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 24-7/25-8-1920, που κωδικοποίησε το ν. 551/1914, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕΝΑΚ, ως εργατικό ατύχημα θεωρείται οποιαδήποτε βλάβη, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 επιχειρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ρητώς και εκείνες στις οποίες γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων, κατά την εκτέλεση της εργασίας, προηγουμένως ή ύστερα από αυτήν, αλλά εξ αφορμής αυτής και οφείλεται σε αιφνίδιο βίαιο συμβάν, που προήλθε από εξωτερικά αίτια, ήτοι ξένα προς τον οργανισμό του παθόντος. Με την ως άνω διάταξη παρέχεται στα δικαιούμενα κατά τα οικεία άρθρα του κωδικοποιημένου αυτού ν. 551/1915 πρόσωπα, σε περίπτωση δε θανάτου εργαζομένου, στους αναφερομένους στο άρθρο 6 συγγενείς του παθόντος, δικαίωμα αποζημιώσεως. Κατά το άρθρο 16 του ιδίου ν. 551/1914, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, αν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (άρθρο 922 ΑΚ), έχουν επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσουν τις προς αποζημίωση αξιώσεις τους, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297-298 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η τρίτη εναγοµένη ανώνυµη εταιρεία θέλοντας να επεκτείνει το υπάρχον δίκτυο συλλογής λυµάτων µε την κατασκευή εγκατάστασης επεξεργασίας των αστικών και βιομηχανικών λυµάτων της στο χώρο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της επιχείρησής της, ανέθεσε την κατασκευή και ολοκλήρωση του τεχνικού αυτού έργου µε την από 15/3/2006 έγγραφη εργολαβική σύµβαση στην 1η εναγοµένη εταιρεία. Δεν επιφύλαξε στον εαυτό της, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και ειδικότερα το δικαίωµα παροχής οδηγιών στην εργολήπτρια, στις οποίες η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να υπακούει. Όρισε απλώς τον Π. Π., μηχανικό Περιβάλλοντος Υγείας και Ασφαλείας ως αρμόδιο για την παραλαβή του έργου και την ολοκλήρωσή του και γενικότερα αρμόδιο για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με το έργο της σύμβασης. Η 1η εναγομένη εταιρεία όρισε ως υπεύθυνο μηχανικό που θα είχε τη γενική επίβλεψη του συνόλου των εργασιών της άνω σύμβασης τον 2ο εναγόμενο πολιτικό μηχανικό. Επειδή όμως δεν διατηρούσε αυτή εργατοτεχνικό προσωπικό παρά μόνο (3) συντηρητές, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των ήδη κατασκευασμένων έργων, που έχουν σχέση με βιολογικό καθαρισμό, και μία γραμματέα, ανέθεσε υπεργολαβικώς, την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών σε υπεργολάβους. Ειδικότερα: α) με το από 01/6/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας ανέθεσε την εκτέλεση των αναγκαίων χωματουργικών εργασιών του άνω έργου στην Ε. Τ., με έναρξη εργασιών την 05/6/2006, β) με το από 02/6/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στον υπεργολάβο οικοδομών Ε. Θ. την κατασκευή του ξυλοτύπου και την σκυροδέτηση των δεξαμενών της μονάδας επεξεργασίας λυμάτων στην βιομηχανική περιοχή εργοστασίου της 3ης εναγομένης με έναρξη εργασιών την 15/6/2006, γ) προφορικά κατά τις 20/6/2006 ανέθεσε στον ενάγοντα, ως υπεργολάβο, την εκτέλεση των εργασιών "σιδερώματος", ήτοι την προετοιμασία και την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισµού στους ξυλότυπους, ώστε στη συνέχεια να επακολουθήσει η ρίψη του σκυροδέματος και δ) µε το από 19/11/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στην εταιρεία Π. Λ. Η/Μ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ την εκτέλεση των υδραυλικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών. Ο ενάγων είχε αναλάβει υπεργολαβικώς τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού µε δικό του συνεργείο, όπου αυτοαπασχολούνταν και ο ίδιος µαζί µε τον υιό του Λ. - Ε. και τον συμπατριώτη του K. B. αντί αµοιβής 0,15 ευρώ ανά κιλό τοποθετούμενου σιδήρου. Για την παραγγελία και την παραλαβή του σιδηρού οπλισµού, που θα απαιτούνταν για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών, θα μεριμνούσε ο ενάγων, ενώ η πρώτη εναγοµένη θα κατέβαλε την αµοιβή της αγοράς του. Ο ίδιος, βάσει των υπαρχόντων στατικών σχεδίων, που του παραδόθηκαν, παρήγγειλε τον τύπο, την ποιότητα και την ποσότητα του σιδήρου που απαιτούνταν για το "σιδέρωµα" του εν λόγω έργου, από την εταιρεία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΧΑΛΥΒΑΣ ΕΠΕ", η οποία εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια - δελτία αποστολής επ' ονόματι της 1ης εναγοµένης, η οποία, βάσει της συμφωνίας µε τον ενάγοντα, κατέβαλε το οφειλόµενο τίµηµα για την αγορά του σιδήρου. Με βάση τα προσκομιζόμενα από την 1η εναγοµένη τιµολόγια - δελτία αποστολής της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟΣ ΧΑΛΥΒΑΣ ΕΠΕ", ο ενάγων παρήγγειλε και παρέλαβε για την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει υπεργολαβικώς 18.793 Kg και συνεπώς με βάση τη συμφωνία τους ο ενάγων δικαιούταν ως αμοιβή το ποσό των [18.793 Kg σιδήρου Χ 0,15 ευρώ] 2.818,95 ευρώ. Έλαβε για την αιτία αυτή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την 1η εναγομένη από 7/7/2006, 17/7/2006 και 01/8/2007 αποδείξεις είσπραξης, που φέρουν την αναμφισβήτητη υπογραφή του ενάγοντος, το συνολικό ποσό των 2.850 ευρώ, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός του ότι όταν υπέγραφε τις άνω αποδείξεις δεν είχε τη δυνατότητα ελέγχου του περιεχομένου τους, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εξηγεί για πιο λόγο στερούνταν αυτής της ιδιότητας καίτοι έμπειρος στην εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, δεν αποδείχθηκε. Ο ενάγων εργάστηκε στο εν λόγω έργο με τις εργασίες του σιδερώματος (7) ημέρες. Στις 29/7/2006, ημέρα Σάββατο, μολονότι η κυρία του έργου είχε απαγορεύσει να εκτελούνται κάθε είδους εργασίες κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ο ενάγων εκτελούσε εργασίες τοποθέτησης σιδήρου οπλισμού στην πλάκα οροφής υπεδάφιας δεξαμενής, καθόσον τη Δευτέρα θα ρίχνονταν το σκυρόδεμα. Η δεξαμενή αυτή εδραζόταν εντός σκάμματος βάθους (5) μέτρων περίπου και περικλειόταν περιμετρικά από αυτό. Δηλαδή μεταξύ της πλάκας οροφής της δεξαμενής και της στάθμης του παρακείμενου φυσικού εδάφους υπήρχε περιμετρικά ένα χάσμα μήκους περίπου (4) μέτρων και βάθους (5) μέτρων περίπου. Για τη γεφύρωση του χάσματος αυτού χρησιμοποιούταν ένα μόνο μαδέρι πλάτους (25) εκατοστών. Ο ενάγων επιχείρησε να μεταφέρει με τα χέρια του 3-4 βέργες σιδήρου μετακινούμενος από το χώρο εκτός του σκάμματος, όπου ήταν αφημένες οι σιδηρόβεργες, προς την πλάκα της οροφής της δεξαμενής εντός του σκάμματος, πατώντας επάνω στο μαδέρι, το οποίο δεν έφερε προστατευτικά της πτώσης τοιχώματα. Κατά τη μεταφορά αυτή έσπασε απότομα το ξύλινο μαδέρι, εξ αιτίας του βάρους, της μειωμένης αντοχής και της κακής ποιότητας του υλικού του, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει μέσα στο σκάμμα από ύψος περίπου (5) μέτρων και να τραυματιστεί σοβαρά, αφού υπέστη πολλαπλά κατάγματα στα πλευρά και τραύματα στο θώρακα. Με βάση τα ως άνω, το ατύχημα του ενάγοντος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργατικό, καθόσον δεν υπήρξε σύμβαση εργασίας ή απλή έστω σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγομένης, ήτοι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε ως εργάτης - οικοδόμος της πρώτης εναγομένης στο εν λόγω έργο, αλλά ως υπεργολάβος που υπεργολαβικά με δικό του προσωπικό ανέλαβε με το συνεργείο του τη ρίψη σιδηρού οπλισμού στο προαναφερθέν έργο. Αν ο ενάγων ήταν απλός εργάτης α) δεν θα είχε δικαίωμα να προσλάβει και να απασχολεί άλλα άτομα για το συγκεκριμένο έργο και β) τον απαραίτητο εξοπλισμό για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών δεν θα τον διέθετε ο ίδιος. Ο ενάγων προς απόδειξη ισχυρίζεται ότι: 1) δεν είναι δυνατόν η 1η εναγομένη εργολήπτρια ανώνυμη εταιρεία να έχει υπογράψει συμφωνητικά υπεργολαβίας με τους υπόλοιπους υπεργολάβους, που εμπλέκονται στο έργο και με εκείνον να αρκεστεί στη σύναψη προφορικής συμφωνίας εργολαβίας, 2) δεν είναι δυνατόν η 1η εναγομένη ν' αναθέσει υπεργολαβικά τις εργασίες σκυροδέτησης του έργου στον υπεργολάβο Θεοδωρακόπουλο και συγχρόνως να αναθέτει και σε εκείνον υπεργολαβικά το σιδέρωμα των πλακών, αφού οι δύο αυτές εργασίες είναι αλληλένδετες και δεν μπορούν να διαχωριστούν και να γίνουν αντικείµενο δύο ξεχωριστών εργολαβιών, 3) την παρεχόμενη εργασία του µε την ιδιότητα του ειδικευμένου εργάτη το επιβεβαιώνει και η επικόλληση ενσήµων του ΙΚΑ από την κυρία του έργου και 4) ότι αµοιβόταν µε ημερομίσθιο 70 ευρώ. Αναφορικά µε τον 1ο ισχυρισµό του εκκαλούντος - ενάγοντος, η 1η εναγοµένη συνήψε προφορικώς µαζί του σύµβαση υπεργολαβίας για τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού, γιατί το αντικείµενο της υπεργολαβίας ήταν περιορισμένο σε έκταση και κόστος και σε κάθε περίπτωση ο έγγραφος τύπος στις συµβάσεις υπεργολαβίας δεν είναι απαραίτητος. Η 1η εναγοµένη ανέθεσε υπεργολαβικά στον ενάγοντα τις άνω εργασίες κατόπιν συστάσεων του υπεργολάβου Θεοδωρακόπουλου, που είχε αναλάβει υπεργολαβικώς τις εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης, δεδοµένου ότι ο τελευταίος είχε επανειλημμένως συνεργασθεί µε τον ενάγοντα στο παρελθόν. Αναφορικά µε το 2ο ισχυρισµό. Για την εκτέλεση του εν λόγω έργου απαιτούνταν πρώτα οι αναγκαίες εκσκαφές, µετά η τοποθέτηση του απαραίτητου ξυλότυπου (καλούπωµα), στη συνέχεια ακολουθεί η ρίψη του σιδηρού οπλισµού (το σιδέρωµα) και τέλος η ρίψη του σκυροδέματος. Τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού την ανέλαβε ο ενάγων, ενώ το καλούπωµα και τη ρίψη του σκυροδέματος ο υπεργολάβος Θεοδωρακόπουλος.
Συνεπώς οι εργασίες καλουπώματος, ρίψης σιδηρού οπλισμού και ρίψης σκυροδέματος μπορούν να διαχωριστούν και να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής υπεργολαβίας. Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εργασίες "καλουπώματος" και "σιδερώματος" ως απόλυτα συναφείς δεν μπορούν να διαχωριστούν και να εκτελεστούν από δύο διακριτά μεταξύ τους συνεργεία, τότε ο ενάγων -εκκαλών θα ήταν εργαζόμενος με εργοδότη τον υπεργολάβο Ε. Θ., που είχε αναλάβει υπεργολαβικά τις εργασίες κατασκευής ξυλοτύπου και τη σκυροδέτηση των δεξαμενών. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό περί επικόλλησης ενσήμων. Το γεγονός ότι η κυρία του έργου του επικόλλησε ένσημα Ι.Κ.Α. για (6) ημέρες απασχόλησης, δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο και δεν υποδηλώνει, δίχως άλλο, ότι υπήρξε σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγομένης, γιατί στην κατασκευή του οικοδομών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο να επικολλούνται ένσημα από τον εργοδότη και στον εργολάβο και υπεργολάβο, εάν αυτός εργάζεται συγχρόνως στην οικοδομή. Η καταβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ έγινε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που ορίζει ότι στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται οι αυτοαπασχολούμενοι υπεργολάβοι οικοδομικών εργασιών, ανεξαρτήτως του εάν απασχολούν οι ίδιοι προσωπικό. Και ο εκκαλών - ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αυτοαπασχολούμενος στο έργο που ανέλαβε να εκτελέσει. Εξάλλου, η τρίτη εναγομένη, όπως προκύπτει από την αναλυτική περιοδική δήλωσή της για το συγκεκριμένο έργο ασφάλισε στο ΙΚΑ και τον Ε. Θ., χωρίς αυτό να τον καθιστά εργατοτεχνίτη οικοδόμο, αφού απασχολήθηκε στο έργο βάσει υπεργολαβικής σύμβασης. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι αμειβόταν ως εργάτης με ημερομίσθιο 70 ευρώ ημερησίως, αυτός δεν ευσταθεί, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση εφόσον εργάστηκε (7) ημέρες έπρεπε να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 490 ευρώ (7 Χ 70). Αντίθετα ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή από την 1η εναγομένη το ποσό των 2.850 ευρώ, που συνιστά εργολαβική αμοιβή, κατά τα προαναφερθέντα. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, εφόσον ο ενάγων δεν στηρίζει τις αξιώσεις του σε κοινή αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά εγείρει αξιώσεις από εργατικό ατύχημα, πρέπει η αγωγή του ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 667/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, ειδικότερα, που με αυτόν, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, είναι και απαράδεκτος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία, το αντίγραφο της από 26-10-2006 έγκλησης του αναιρεσείοντος, η 200 Α/2008 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος και η με αριθμό 11458/23-10-2006 δήλωση εργατικού ατυχήματος στο ΙΚΑ Κεραμεικού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2 Αυγούστου 2011 αίτηση αναιρέσεως της 5582/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο αναιρεσείων ήταν αυτοαπασχολούμενος,(ως υπεργολάβος) στο έργο που ανέλαβε να εκτελέσει και εφόσον δεν στηρίζει τις αξιώσεις του σε κοινή αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά εγείρει αξιώσεις από εργατικό ατύχημα, η αγωγή του δεν είναι νόμιμη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 837/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) του Α. Ν. του Γ. και 2) του Γ. Ν. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δήμο περί αναιρέσεως της με αριθμό 740,858/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Δ. του Γ..
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Νοεμβρίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1349/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 2 Νοεμβρίου 2011 δύο αιτήσεις (με αριθ. πρωτ. 8302/2011 και 8303/2011) των Γ. Ν. του Α. και Α. Ν. του Γ., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ` αριθ. 858/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 εδ. α του ν. 3386/2005 (αντίστοιχη του άρθρου 55 παρ.1 του ν. 2910/2001), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως, πριν, δηλαδή, από την αντικατάστασή της από την (αυστηρότερη) διάταξη του άρθρου 48§4 του ν. 3772/2009, "πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο....". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες (και τον συγκατηγορούμενό τους Χ. Δ., που δεν είναι διάδικος σ` αυτή τη δίκη) μεταφοράς και διευκολύνσεως της εισόδου στην Ελλάδα 22 υπηκόων τρίτων Χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, πράξη που τέλεσαν με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτήν, και τους καταδίκασε τον καθένα σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, μετατραπείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος (αναιρεσείων Γ. Ν.) ναύλωσε από 22-8-2006 έως 27-8-2006 από τον Μ. Σ. το Ε/Γ Τ/Ρ πλοίο A. E., Νηολογίου Πειραιά ..., για τη διαδρομή Άλιμος - Ικαρία - Άλιμος. Κατά τη λήξη του ναυλοσύμφωνου το πλοίο δεν επιστράφηκε στον εκναυλωτή, ο οποίος ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον 3° κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα Α. Ν.) με την ψευδή δικαιολογία ότι αυτό δεν έγινε επειδή δήθεν το πλοίο αυτό (που είναι ιστιοπλοϊκό) έπεσε σε "απανεμιά". Αφού δε ο πλοιοκτήτης προέβη σε σχετικές καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές, ειδοποιήθηκε το βράδυ της επόμενης μέρας από αυτές ότι αυτό βρέθηκε από άνδρες του Λ.Σ. εγκαταλελειμμένο και ρυπαρό σε θαλάσσια περιοχή "Β." του Γ. Τ., χωρίς πλήρωμα, ενώ σε παρακείμενο σημείο βρέθηκαν 22 αλλοδαποί προερχόμενοι από τρίτες χώρες, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια ορισμένοι εκ των οποίων το αναγνώρισαν ως το σκάφος που τους μετέφερε. Εντός αυτού βρέθηκαν υπολείμματα τροφών, πεταμένα ρούχα διαφόρων μεγεθών και επικρατούσε έντονη δυσοσμία, ενδεικτική της πολύωρης παραμονής πλήθους ανθρώπων εντός αυτού. Συνάγεται λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι κατά τη διάρκεια της νύκτας (27-28/8) αποβίβασαν τους αλλοδαπούς που είχαν μεταφέρει παρανόμως εντός της ελληνικής επικράτειας και απομακρύνθηκαν, εγκαταλείποντας το σκάφος, χωρίς να έλθουν σε επαφή με τον πλοιοκτήτη. Τούτο συνάδει και με τα όσα ο τελευταίος κατέθεσε περί των ανεπαρκών εξηγήσεων που του έδιδαν τηλεφωνικώς οι κατηγορούμενοι, όταν τους ζήτησε το λόγο για τον οποίο δεν του επέστρεψαν το σκάφος του κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της ναυλώσεως. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες που αναφέρονται στο διατακτικό με πρόθεση μετέφεραν από άγνωστο σημείο της μεθορίου και διευκόλυναν την είσοδο στην Ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, ήτοι 20 Σομαλών και 2 Παλαιστινίων. Ο τρόπος της φυσικής προσεγγίσεως των αλλοδαπών αυτών στα όρια της Ελληνικής επικράτειας απ' όπου τους παρέλαβαν οι κατηγορούμενοι είναι νομικά αδιάφορος και επομένως το επιχείρημα των κατηγορουμένων ότι το σκάφος αυτό δεν ήταν δυνατό να έχει πλεύσει από τη Σομαλία στην Ελλάδα είναι αλυσιτελές. Επίσης αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του 1ου κατηγορουμένου (Χ. Δ.) ότι ... Πρέπει λοιπόν να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της πράξεως που διαλαμβάνεται στο διατακτικό, ...". Στο δε διατακτικό αναφέρονται και οι ιδιότητες, υπό τις οποίες ενέργησαν οι αναιρεσείοντες, και δη ότι ήταν ο Γ. Ν. ναυλωτής και ο Α. Ν. ναύτης του ως άνω πλοίου.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μεταφοράς και διευκολύνσεως της εισόδου στην Ελλάδα 22 υπηκόων τρίτων Χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 εδ. α του ν. 3386/2005, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από τη διάταξη του άρθρου 48§4 του ν. 3772/2009, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό δεν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, αλλά περιέχει όλα τα περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι. Και β) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε ήταν αναγκαίο να αντικρουστεί ειδικά η κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως των αναιρεσειόντων Β. Π.. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος (μοναδικοί) λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των (πανομοιότυπων) αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 2 Νοεμβρίου 2011 αιτήσεις (με αριθ. πρωτ. 8302/2011 και 8303/2011) των Γ. Ν. του Α. και Α. Ν. του Γ., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ` αριθ. 858/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ναυλωτή και ναύτη πλοίου για μεταφορά και διευκόλυνση της εισόδου στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων Χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια (άρθρο 88 παρ.1 εδ. α' Ν. 3386/2005, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθρου 48§4 Ν. 3772/2009). Στοιχεία εγκλήματος. Απόρριψη αιτήσεων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 843/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ν. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νάστο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Χρυσαφίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαρτίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 566/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 21.10.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, διότι μεταξύ των κατά το άρθρο 1 του ν. 5325/1932 αναφερόμενων στοιχείων δεν συναριθμείται και η αιτία εκδόσεώς της, ο δε εκδότης ή κομιστής αυτής ασκώντας την αξίωσή του δεν έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την αιτία εκδόσεως και αποδοχής της συναλλαγματικής. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 17 του ν.5325/ 1932, 873, 904 επ. ΑΚ, 632 παρ.1, 633 παρ. 2 και 583 επ. του Κ.Πολ.Δικ προκύπτει ότι ο ενεχόμενος από συναλλαγματική κατά του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να προτείνει με ανακοπή ενστάσεις κατά του υπαρκτού της απαιτήσεως (Ολ.Α.Π. 10/1997), δηλαδή να επικαλεσθεί τη βασική αιτιώδη σχέση που συνδέει αυτόν με τον ενάγοντα-δέκτη της υποσχέσεως και να αντιτάξει κατ' ένσταση το παράνομο ή το ανύπαρκτο της αιτίας, όπως και τα ελαττώματα αυτής (ΑΠ 351/1998), θεμελιώνοντας, κατόπιν παραθέσεως των αναγκαίων περιστατικών, ισχυρισμό περί του ότι ο ενάγων απέκτησε σε βάρος του περιουσιακό στοιχείο με το οποίο επλούτισε αδικαιολόγητα (ΑΠ 1566/ 2001, 417/2000). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει κατ' ένσταση το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (Α.Π. 377/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφανίσθηκε η τελευταία και απορρίφθηκε η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση τρεις συναλλαγματικές αποδοχής της αναιρεσείουσας, συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το .../19.11.2004 προσύμφωνο-εργολαβικό του Συμβολαιογράφου Λάρισας Α. Παπαστεργίου, η κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Λ. Σ. και Π. Φ.", της οποίας μέλος είναι ο καθού, ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας της ανακόπτουσας και των Α., Π. και Ι. Τ., το οποίο βρίσκεται στη Λάρισα στη συνοικία ..., στο 227Β Ο.Τ. μεταξύ των οδών ... . Με το ίδιο εν λόγω προσύμφωνο η ως άνω κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην ανακόπτουσα το Α1 διαμέρισμα συνολικού εμβαδού 97,01 τ.μ., την ΑΠ - 5 αποθήκη και τον Ρ4 χώρο στάθμευσης, παραδοτέα μέχρι την 19-11-2006. Ακολούθως, δυνάμει του .../16-9-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Λάρισας Σ. Χρυσοπούλου η παραπάνω κοινοπραξία επώλησε στην θυγατέρα της ανακόπτουσας Ι. Τ. το Α2 διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής συνολικού εμβαδού 115,84 τ.μ., την Α4 αποθήκη και τον Ρ6 χώρο στάθμευσης, παραδοτέα επίσης μέχρι την 19-11-2006. Η συνολική αντικειμενική αξία των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο είναι αυτή των 51.012,77 ευρώ, ενώ το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε 68.000 ευρώ που δεν αναγράφεται στο συμβόλαιο για φορολογικούς λόγους της αγοράστριας (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα του καθού η ανακοπή που είπε: "Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 68.000 ευρώ και η αντικειμενική 51.000 ευρώ"). Το τίμημα αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πωλήτρια κοινοπραξία για λογαριασμό της αγοράστριας κόρης της η ανακόπτουσα με τραπεζικό δάνειο που θα έπαιρνε στο όνομά της. Όπως δε αναγράφηκε ρητώς στο άνω συμβόλαιο, το αναγραφόμενο σε αυτό τίμημα (των 51.012,77 ευρώ) έπρεπε να καταβληθεί στην πωλήτρια σε διάστημα τεσσάρων μηνών από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου. Το επιπλέον όμως του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο ως άνω ποσό των 17.000 ευρώ του τιμήματος, καταβλήθηκε στην πωλήτρια την ίδια ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου (16-9-2005) με την παράδοση στον καθού από την ανακόπτουσα της ... ισόποσης επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς που εξέδωσε η ανακόπτουσα σε διαταγή του καθού η ανακοπή (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο της εν λόγω επιταγής). Επίσης σε εξόφληση του τιμήματος του ως άνω πωληθέντος διαμερίσματος καταβλήθηκε στη συνέχεια και μάλιστα την 30-9-2005 και 31-3-2006 αντίστοιχα, από την ανακόπτουσα στην πωλήτρια το ποσό των 49.000 ευρώ με τις ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς που εξέδωσε η ανακόπτουσα σε διαταγή της πωλήτριας, ποσού 40.000 ευρώ και 9.000 ευρώ αντίστοιχα (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των εν λόγω επιταγών). Περαιτέρω, την ίδια ως άνω ημέρα υπογραφής του εν λόγω πωλητηρίου συμβολαίου (16-9-2005) υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναγνώρισης χρέους, στην οποία η ανακόπτουσα δηλώνει ότι αναγνωρίζει ρητά και χωρίς όρους και επιφυλάξεις ότι οφείλει στον καθού το ποσό των 24.000 ευρώ το οποίο υπόσχεται να καταβάλει τμηματικά ως εξής: 1) ποσό 9.000 ευρώ μέχρι την 30-3-2006, 2) ποσό 15.000 ευρώ μέχρι και την 31-12-2006. Όπως αναφέρεται επίσης στην εν λόγω σύμβαση ο καθού εξέδωσε στην Λάρισα την ίδια ημέρα τρεις συναλλαγματικές τις οποίες αποδέχθηκε η ανακόπτουσα, της πρώτης ποσού 4.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής 30-3-2006, της δεύτερης ποσού 5.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής επίσης 30-3-2006 και της τρίτης ποσού 15.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2006. Οι συναλλαγματικές αυτές είναι οι ένδικες για τις οποίες εκδόθηκε με αίτηση του καθού σε βάρος της ανακόπτουσας η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, λόγω μη πληρωμής τους από την ανακόπτουσα. Στην εν λόγω σύμβαση αναγνώρισης χρέους δεν αναγράφεται η αιτία για την οποία έγινε αυτή, συνομολογείται όμως από τους διαδίκους ότι τα ποσά τα οποία αναγνώρισε με αυτήν ότι οφείλει στον καθού η ανακόπτουσα και για τα οποία κατά τα προεκτεθέντα εκδόθηκαν οι ένδικες συναλλαγματικές, αφορούν σε πρόσθετες εργασίες που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να γίνουν στα δύο ως άνω διαμερίσματα (της ανακόπτουσας και της κόρης της). Ισχυρίζεται περαιτέρω η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ότι εξόφλησε τα εν λόγω ποσά, ενώ με τον δεύτερο λόγο ανακοπής ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω πρόσθετες εργασίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ από τον καθού και επομένως δεν του οφείλει τα αντίστοιχα ένδικα ποσά. Οι ισχυρισμοί αυτοί - λόγοι της ανακοπής - πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι για τους εξής λόγους: Το ποσό των 17.000 ευρώ που δόθηκε κατά τα προεκτεθέντα από την ανακόπτουσα στον καθού με την ως άνω επιταγή, καταβλήθηκε σε αυτόν όχι για τις πρόσθετες εργασίες στις οποίες αφορούν οι ένδικες συναλλαγματικές αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ως μέρος του τιμήματος του πωληθέντος Α2 διαμερίσματος. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι το εν λόγω ποσό των 17.000 ευρώ που αποτελεί μέρος δανείου που χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα από την Τράπεζα Πειραιώς (βλ. σχετικά και την κατάθεση της μάρτυρα κόρης της) δόθηκε στην ανακόπτουσα την ίδια ημέρα που υπογράφηκε το πωλητήριο συμβόλαιο και συμφωνήθηκε η εκτέλεση προσθέτων εργασιών (16.9.2005). Δεν είναι λοιπόν πειστικός ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι έδωσε το ως άνω ποσό για τις πρόσθετες εργασίες που θα εκτελούνταν μελλοντικά και που όφειλε κατά τα συμφωνηθέντα με την ως άνω σύμβαση αναγνώρισης χρέους να αρχίσει να πληρώνει η ανακόπτουσα την 30.3.2006, δηλαδή πεντέμιση μήνες αργότερα. Επιπλέον, η ανακόπτουσα δεν έλαβε σχετική απόδειξη για το ποσό αυτό που κατέβαλε κατά τους ισχυρισμούς της έναντι των ενδίκων συναλλαγματικών, ούτε και τα σώματα των συναλλαγματικών που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν ποσό, ενώ στο από 27.11.2006 εξώδικό της που απηύθυνε στον καθού, παραπονούμενη για αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου ως προς την κατασκευή του διαμερίσματός της, του ζητεί να της επιστρέψει τις συναλλαγματικές ποσού 9.000 ευρώ που του έχει καταβάλλει, χωρίς να κάνει κανένα λόγο για την τρίτη συναλλαγματική, ή για οποιοδήποτε ποσό που του είχε δώσει έναντι αυτής. Περαιτέρω, η ανακόπτουσα με το από 19.12.2006 εξώδικό της που κοινοποίησε στον καθού την ίδια ημέρα, κάλεσε αυτόν να προσέλθει για να του καταβάλει το ποσό των 7.000 ευρώ (που κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε το υπόλοιπο της οφειλής της από τις ένδικες συναλλαγματικές), ζητώντας του παράλληλα να της επιστρέψει τις συναλλαγματικές αυτές. Επειδή δε ο καθού δεν προσήλθε προς τούτο, η ανακόπτουσα παρακατέθεσε το εν λόγω ποσό για λογαριασμό του καθού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καταθέτοντας στη συνέχεια το σχετικό γραμμάτιο στη Συμβολαιογράφο Λάρισας Μ. Ραχωβίτου. Η εν λόγω δημόσια κατάθεση όμως δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής της ανακόπτουσας αφού η τελευταία δεν προέβη στην προσήκουσα καταβολή προς τον καθού. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η ανακόπτουσα προσέφερε στον καθού το άνω ποσό των 7.000 ευρώ ως υπόλοιπο της οφειλής της από τις ένδικες συναλλαγματικές, παρότι αυτή δεν του είχε καταβάλει κατά τα προεκτεθέντα κανένα ποσό προς εξόφληση αυτών, ενώ παράλληλα του ζητούσε την επιστροφή των σωμάτων αυτών. Επομένως, ο λόγος της ανακοπής που αναφέρεται στην εξόφληση του ενδίκου χρέους είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αλλά και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά τον οποίο οι συμφωνηθείσες μεταξύ των διαδίκων πρόσθετες εργασίες που έπρεπε να γίνουν από τον καθού στα ως άνω διαμερίσματα, δεν έγιναν από αυτόν, οπότε δεν οφείλεται από την ανακόπτουσα στον καθού το ποσό των ενδίκων συναλλαγματικών, πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προέκυψε, οι εν λόγω πρόσθετες εργασίες έγιναν (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα του καθού που είπε: "Οι πρόσθετες εργασίες ήταν: πλακάκια δαπέδου, καλύτερα κουφώματα εσωτερικά, καλύτερα εξωτερικά κουφώματα, καλύτερες ντουλάπες, καλύτερα ντουλάπια, καλύτερα πλακάκια, επίστρωση. Αυτά βάρυναν τον ιδιοκτήτη. Έγιναν αυτές οι εργασίες"). Άλλωστε, η ίδια η ανακόπτουσα, στο προαναφερθέν από 18-12-2006 εξώδικό της προς τον καθού, του προσέφερε το παραπάνω ποσό των 7,000 ευρώ αναφέροντας επί λέξει ότι το εν λόγω ποσό το προσφέρει: "ως οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο αφορά επιπροσθέτως κατασκευασθείσες από μέρους σας εργασίες στις δικές μου και της θυγατέρας μου οριζόντιες ιδιοκτησίες". Σύμφωνα λοιπόν με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή, εσφαλμένα ερμήνευσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις γι' αυτό και πρέπει κατά παραδοχή της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 155/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαφανίζοντας την Πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 513, 1033, 873, 904 επ. του Α.Κ. 1, 17 του ν. 5325/1932, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Ότι οι επίμαχες τρεις συναλλαγματικές (με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής), συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, εκδόθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, μέλος της κοινοπραξίας κατασκευής πολυόροφης οικοδομής, στην οποία απέκτησαν διαμερίσματα η θυγατέρα της αναιρεσείουσας από αγορά και η αναιρεσείουσα με αντιπαροχή (ως οικοπεδούχος) και έγιναν από την τελευταία αποδεκτές οι εν λόγω συναλλαγματικές κατά την ημέρα υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου (16-9-2005), στα πλαίσια πρόσθετης, με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμβάσεως (αφηρημένης) υποσχέσεως χρέους, αντιπροσώπευε δε, στην πραγματικότητα το εν λόγω χρηματικό ποσό στο σύνολό του αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες του στα δύο διαμερίσματα της αναιρεσείουσας και της θυγατέρας της. β) Ότι το ποσό των 17.000 ευρώ που κατέβαλε η αναιρεσείουσα με τραπεζική επιταγή κατά την υπογραφή της συμβάσεως αφηρημένης υποσχέσεως χρέους αντιπροσώπευε μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αγοράς του διαμερίσματος της θυγατέρας της αναιρεσείουσας μέρος του τιμήματος τούτου και όχι προκαταβολή για τις πρόσθετες εργασίες, όπως αντιθέτως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Και 3) Ότι η δημόσια κατάθεση από την αναιρεσείουσα μόνον ποσού 7.000 ευρώ (από συνολικώς οφειλόμενο ποσό 24.000 ευρώ) υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν συνιστούσε προσήκοντα τρόπο απόσβεσης της οφειλής της προς την αναιρεσίβλητο από τις επίμαχες συναλλαγματικές. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 5559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2010 αίτηση της Ε. Τ. για αναίρεση της 566/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 513, 1033, 873, 904 ΑΚ 1, 17 ν. 5325/1932. Πώληση ακινήτου και τίμημα υπέρτερο του αναγραφόμενου σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Είναι άκυρη η σύμβαση κατά το υπερβάλλον. Προϋποθέσεις αναζήτησής του από τον αγοραστή με 904 επ. ΑΚ. Αφηρημένη υπόσχεση χρέους και παράλληλη έκδοση συναλλαγματικών. Ο ανακόπτων ή εναγόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την αιτία του χρέους (με ένσταση από 904 ΑΚ) οπότε πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιστατικά που καθιστούν αδικαιολόγητα πλουσιότερο τον δικαιούχο. Λόγοι αναίρεσης από 559 αρ.1, 19 Κ.Πολ.Δικ. αβάσιμοι .
| null | null | 0
|
Αριθμός 844/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Η. και Α. και Α. Ο.Ε", με έδρα τον Κοσκινά Καρδίτσας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Η. Ρ. του Α., 3. Α. συζ. Η. Ρ. και 4. Α. Ρ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Μαντζουράνη και Γεωργία Τατάγια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΣΤΦΑΛΙΑ Α.Ε - ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" (WESTFALIA), με έδρα την Λάρισα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή-Νικόλαο Γιαννόπουλο.
Του Προσθέτως παρεμβαίνοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "VEREIN OSTFRIESISCHER STAMMVIEHZUECHTER - (VOST)", εδρεύοντος στην πόλη Lee της Γερμανίας, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γραφανάκη
Υπέρ: Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΣΤΦΑΛΙΑ Α.Ε - ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" (WESTFALIA), με έδρα την Λάρισα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή-Νικόλαο Γιαννόπουλο. Και
Κατά: Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Η. ΚΑΙ Α. ΚΑΙ Α. Ο.Ε", με έδρα τον Κοσκινά Καρδίτσας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Η. Ρ. του Α., 3.Α. συζ. Η. Ρ. και 4. Α. Ρ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Μαντζουράνη και Γεωργία Τατάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιανουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως και την από 2 Σεπτεμβρίου 2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με παρεπίμπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Παλαμά - Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 78/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αρ. 78/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 αρ. 3 περίπτωση β ' του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα για την υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας καθ' ύλην του ιδίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι όταν τούτο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, υπαγόμενης στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά το άρθρο 18 εδ. 2 Κ.Πολ.Δικ., κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Α.Π 574/2009, 1638/1997, βλ. και ΟλΑΠ 5/2003, 30/1995, 3/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 560 αρ.3 περίπτωση β' του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναίρεσης αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, το οποίο δίκασε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παλαμά, η αιτίαση ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής των αναιρεσειόντων και παρεπομένως υπήρχε αναρμοδιότητα καθ' ύλην και του κατ' έφεση δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, διότι η ένδικη διαφορά δεν προέκυπτε από την πώληση ζώων εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων ή ελλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων (άρθρο 15 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ),αλλά αφορούσε μη εισέτι γεννημένους μόσχους. Κατά συνέπεια, εφόσον προβάλλεται αναρμοδιότητα καθ' ύλην του πρωτοδίκως δικάσαντος Ειρηνοδικείου, ενώ δεν προβάλλεται καθ' ύλην αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου να δικάσει την έφεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, οι δύο πρώτοι από το άρθρο 560 αρ. 3 περίπτωση β'του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
Με το π.δ 308/2000 (.308/ΦΕΚ Α'/Αρ.Φύλλου 252/16-11-2000) "Όροι υγειονομικού ελέγχου που διέπουν το εμπόριο ορισμένων ειδών ζώντων ζώων σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 64/43 2/ΕΟΚ και 72/462/ΕΟΚ του Συμβουλίου", όπως τροποποιήθηκε με την παρ οδηγία 97/12/ΕΚ, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ι) Στο άρθρο 3 (άρθρο 3 της οδηγίας 64/432/ΈΟΚ όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 3 του παραρτήματος της οδηγίας 97/12/ΕΚ): "- ί. Επιτρέπεται το εμπόριο μόνο ζώων, τα οποία πληρούν τους όρους που καθορίζονται στα παρόν διάταγμα. 2. Τα βοοειδή και οι χοίροι στα οποία αναφέρεται τα παρόν διάταγμα πρέπει: α) να υπόκεινται: αα) σε αναγνώριση και αβ) σε κλινική εξέταση από επίσημο κτηνίατρο εντός των 24 ωρών που προηγούνται της αναχώρησης και να μην εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα της ασθενείας β) να μην προέρχονται από εκμετάλλευση ή περιοχή στην οποία, για υγειονομικούς λόγους, ισχύουν απαγορευτικά ή περιοριστικά μέτρα για τα συγκεκριμένα είδη, σύμφωνα με τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις, γ) να φέρουν: γα) τα βοοειδή, ενώτια ατομικής αναγνώρισης ... ε) να πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του παρόντος". II) Στο άρθρο 2 (άρθρο 2 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 2 του παραρτήματος της οδηγίας 97/12/ΕΚ και τροποποιείται από το άρθρο 1 παρ. 3α της οδηγίας 98/99/ΕΚ): "ιβ) επίσημος κτηνίατρος: κτηνίατρος δημόσιος υπάλληλος διορισμένος από την αρμόδια αρχή, ιγ) εγκεκριμένος κτηνίατρος: κτηνίατρος εγκεκριμένος από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 3 τμήμα Β του παρόντος", III) Στο άρθρο 14 (άρθρο 14 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 14 του παραρτήματος της οδηγίας 97/12/ΕΚ),"Β. Ο εγκεκριμένος κτηνίατρος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο ιγ' υπόκειται στον έλεγχο της αρμόδιας Νομαρχιακού επιπέδου Κτηνιατρικής Αρχής και πρέπει να πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις: i) να πληροί τους όρους άσκησης του κτηνιατρικού επαγγέλματος, ii) να μην έχει δεσμούς οικονομικούς ή σχέσεις συγγένειας μέχρι τρίτου βαθμού με τον ιδιοκτήτη ή τον υπεύθυνο της εκμετάλλευσης, iii) να διαθέτει ειδικές γνώσεις στον τομέα υγείας των συγκεκριμένων ζώων IY) Στο άρθρο 5: (άρθρο 5 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 5 του παραρτήματος της οδηγίας 97/12/ΕΚ και τροποποιείται από το άρθρο 1 της παρ. 3β' της οδηγίας 98/99/ΕΚ): "1. Τα βοοειδή και οι χοίροι, στα οποία αναφέρεται το παρόν διάταγμα, πρέπει να συνοδεύονται, κατά τη μεταφορά προς τον προορισμό τους, από υγειονομικό πιστοποιητικό σύμφωνο, κατά περίπτωση, με το υπόδειγμα 1 ή 2 του παραρτήματος ΣΤ. Το πιστοποιητικό φέρει αύξοντα αριθμό και αποτελείται από ένα μόνο φύλλο ή, εάν απαιτούνται περισσότερες σελίδες, έχει τέτοια μορφή ώστε οποιεσδήποτε δύο ή περισσότερες σελίδες να αποτελούν αναπόσπαστο και αδιαίρετο τμήμα του συνόλου. Το πιστοποιητικό συντάσσεται την ημέρα της υγειονομικής εξέτασης στην Ελληνική γλώσσα και στην επίσημη γλώσσα της χώρας προορισμού ή προέλευσης όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές με άλλα κράτη - μέλη. Το πιστοποιητικό ισχύει για δέκα ημέρες από την ημερομηνία διεξαγωγής της υγειονομικής εξέτασης. 2, Η υγειονομική εξέταση η και η έκδοση του υγειονομικού πιστοποιητικού (συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων υγειονομικών εγγυήσεων) για μια παρτίδα ζώων πρέπει να διεξάγονται στην εκμετάλλευση προέλευσης ή το κέντρο συγκέντρωσης". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 15 του αυτού π.δ. 308/2000, που προβλέπει διοικητικές κυρώσεις κατά των παραβατών του, συνάγεται ότι αποσκοπείται με αυτές τις διατάξεις η προστασία της δημόσιας υγείας από μεταδοτικές νόσους ζώων μετακινούμενων σε χώρες- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 569 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Με τον τρίτο και τελευταίο από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια, ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 π.δ. 308/2000, με το να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μη ύπαρξη ευθύνης αποζημίωσης των αναιρεσειόντων αγοραστών από τους αναιρεσίβλητους πωλητές βοοειδών, αποκλειστικά στα 4231/11-10-1999 και 4269/9-11-1999 υγειονομικά πιστοποιητικά της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Leer της Γερμανίας, τα οποία δεν είχαν εκδοθεί από κρατικό κτηνίατρο, ο οποίος να βεβαιώνει και ότι προέβη σε κλινική εξέταση των ζώων ούτε είχαν συνταχθεί και στην Ελληνική γλώσσα, κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 1,2 και 5 παρ. 1,2 του π.δ. 308/2000. Εφόσον όμως οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, ούτε συνδέονται αιτιωδώς, κατά την ιστορική βάση της αγωγής, με το προβαλλόμενο προς δικαστική διάγνωση δικαίωμα των αναιρεσειόντων- εναγόντων, ο ως άνω από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2010 αίτηση της "Ρ. Η. και Α. και Α. Ο.Ε" για αναίρεση της 78/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Άρθρ. 560 αρ.3 περίπτωση Β' Κ.Πολ.Δικ. Η αναίρεση κατ’ αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατ’ αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει, για να είναι παραδεκτή, να αφορά την αναρμοδιότητα του δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι του Ειρηνοδικείου. 2) Π.Δ. 308/2000 (όροι υγειονομικού ελέγχου που διέπουν το εμπόριο ορισμένων ειδών ζώντων ζώων σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 64/432/ΕΟΚ και 72/462/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/12/ΕΚ): αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας από μεταδοτικές νόσους ζώων μετακινούμενων σε χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δε θεμελιώνει ιδιωτικά δικαιώματα αποζημίωσης από παρατυπίες πιστοποιήσεων ελεγκτικών οργάνων, εφόσον με αυτές δε συνδέονται αιτιωδώς οι προσβαλλόμενες αξιώσεις, κατά την ιστορική βάση τους ενώ οι προσβαλλόμενες αιτιάσεις για τη χρήση από το ουσιαστικό δικαστήριο τέτοιων πιστοποιήσεων αφορούν δικονομικές πλημμέλειες, για τις οποίες δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δικ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 808/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Κ. Μ. συζ. Δ.. Με εγκαλουμένη την Α. Μ., Πρωτοδίκης Πειραιά. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 92/1.2.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 296/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 100/6-4-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, το 92/1.2.2012 αίτημα του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1392/2011, ΑΠ 235/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου ως άνω Κώδικα, την παραπομπή αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με το 92/1.2.2012 αίτημά του ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως της από 21.6.2011 εγκλήσεως της Κ. Μ., κατά της Α. Μ., Πρωτοδίκη Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 94 παρ. 1, 259 και 363-362 του ΠΚ), σε άλλο Πρωτοδικείο, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το ομώνυμο Πρωτοδικείο, στο οποίο υπηρετεί η εγκαλουμένη δικαστική λειτουργός, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 9.10.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως της από 21.6.2011 εγκλήσεως της Κ. Μ., κατά της Α. Μ., Πρωτοδίκη Πειραιώς, από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών. Αθήνα, 5 Aπριλίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο περιφέρειας άλλου εφετείου ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-6-2011 έγκληση της, η Κ. Μ. του Ι., κάτοικος ..., ζήτησε την ποινική δίωξη της αναφερομένης σε αυτήν δικαστικού λειτουργού, Α. Μ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιά, για παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 94 παρ.1, 259 και 363-362 Π.Κ.), Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά με το υπ' αριθμό 92 /1-2-2012 έγγραφο του, αιτείται την παραπομπή της παραπάνω υπόθεσης σε άλλο Πρωτοδικείο, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά υπάγεται μόνο το ομώνυμο Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί η εγκαλούμενη δικαστική λειτουργός, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 20-7-2011 υπηρεσιακή βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμό πρωτ. 92/1-2-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και αφορά την από 21-6-2011 έγκληση της Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., κατά της Α. Μ., Πρωτοδίκη, η οποία υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιά, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας (136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος κα αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος Πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Πειραιά, ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 807/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο περί αναιρέσεως της 117/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Κ. του Ν..
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για την στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να κατέχεται δε αυτό προσωρινώς από τον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να έχει εξουσία διάθεσης. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ενδιάθετης βούλησης του δράστη, με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σε αυτόν πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, επερχόμενης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου, με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, έλλειψη της αιτιολογίας γενικώς, υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π. 719/2011). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 17-6-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 19/17-6-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας, πλήττεται η με αριθμό 117/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της κρίθηκαν ένοχοι, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση από κοινού. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφασή του αποδεικτικών μέσων, στο αιτιολογικό του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι στην Κατερίνη του Νομού Πιερίας και κατά το χρονικό διάστημα από την 1 Φεβρουαρίου 2005 μέχρι τις 27 Ιουλίου 2005 τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, όπως σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εγκληματική τους συμπεριφορά και συνακόλουθα την ποινική τους ευθύνη, εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως, στο οποίο, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων το Δικαστήριο τούτο αναφέρεται. Αντιθέτους, δεν προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι, για την ανακάλυψη της αλήθειας, θα συντελέσει η αναβολή της εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως, για να προσέλθει και να καταθέσει ο Ι. Α. και τούτο διότι δεν εξειδικεύεται ειδικότερα το θέμα το οποίο, θα αποτελέσει, κατά τους ισχυρισμούς της πρώτης εκκαλούσας -κατηγορουμένης, το αντικείμενο της καταθέσεως του τελευταίου.
Συνεπώς, αφού απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του το προαναφερόμενο αίτημα της πρώτης κατηγορουμένης, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της προαναφερομένης αξιόποινης εξακολουθητικής πράξεως, που τους αποδίδεται, όπως κατηγορούνται. Στο διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε επί λέξει, τα παρακάτω: "Κηρύσσει τους ως άνω εκκαλούντες - κατηγορουμένους ενόχους του ότι στην Κατερίνη και κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 2005 έως την 27η Ιουλίου 2005, από κοινού και μετά από συναπόφαση, με περισσότερες, από μία, αξιόποινες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα (ολικά) κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή τους, τα οποία δε, ήσαν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ Ε.Π.Ε. Διεθνείς Μεταφορές ", είχαν συμβληθεί με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΕΡΣΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε. ", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχωνεύσεως, τυγχάνει από την 30η Νοεμβρίου 2005, η μηνύτρια, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "SATO ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και είχαν αναλάβει την υποχρέωση να παραδίδουν σε πελάτες της εταιρείας, με την επωνυμία "VERSA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε." εμπορεύματα που αυτοί είχαν αγοράσει από την τελευταία, εισπράττοντας ταυτοχρόνως το αντίτιμο που όφειλαν αυτοί και αποδίδοντας το άμεσα στην εταιρεία "VERSA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε.". Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 2005 έως την 27η Ιουλίου 2005, ενώ εισέπραξαν για λογαριασμό της εταιρείας, με την επωνυμία "VERSA AΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε." διάφορα χρηματικά ποσά από διάφορους πελάτες της τελευταίας, δεν τα απέδωσαν στην ως άνω εταιρεία ως όφειλαν εκ της συμβάσεως που είχε συναφθεί. Ειδικότερα, κατά τους παρακάτω χρόνους, εισέπραξαν από τους κάτωθι πελάτες της παραπάνω εταιρείας, τα εξής χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα: 1) Την 1/2/2005 από την Σ. Π. χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε (1.965) ΕΥΡΩ, ... 36) Την 27/7/2005 από την Ε. Β. χίλια διακόσια πενήντα (1.200) ΕΥΡΩ. Το σύνολο των ως άνω χρηματικό ποσών ανέρχεται σε αυτό των εξήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων τριάντα ενός (67.731) ΕΥΡΩ. Από το συνολικό ως άνω χρηματικό ποσό που είχαν εισπράξει οι εκκαλούντες -κατηγορούμενοι, όφειλαν να αποδώσουν στην εταιρεία, με την επωνυμία "VERSA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε." το ποσό των τριάντα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα πέντε και τριάντα επτά λεπτών (30.455,37) ΕΥΡΩ, αφού το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα πέντε και εξήντα τριών λεπτών (37.275,63) ΕΥΡΩ, το όφειλε η εταιρεία "VERSA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ Α.Ε." στην εταιρεία "ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ Ε.Π.Ε. Διεθνείς Μεταφορές". Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι δεν απέδωσαν στην παραπάνω εταιρεία το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα πέντε και τριάντα επτά λεπτών (30.455,37) ΕΥΡΩ, το οποίο όφειλαν να αποδώσουν σ' αυτήν, αλλά το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της παραπάνω εταιρείας, αλλά και της καθολικής διαδόχου αυτής, εταιρείας, με την επωνυμία "SATO ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ το χρηματικό ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με βάση τα ισχύοντα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια και εφόσον ληφθεί υπόψη η ισχύουσα συναλλαγματική αξία". Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, αφού αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού και κατ' εξακολούθηση αόριστα, ενώ δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το έγκλημα της υπεξαίρεσης για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό, σύμφωνα με όσα, επίσης στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται παντελώς τα συγκεκριμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία την ανωτέρω πράξη, για την οποία αυτή καταδικάσθηκε και τα οποία να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή της.
Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' προβλεπόμενος , 1ος λόγος αναίρεσης, ως προς τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα Ε. Π. του Κ., παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης Το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και στον μη ασκήσαντα αναίρεση δεύτερο συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα ως συναυτουργό, για την ίδια πράξη, Α. Κ. του Ν., δεδομένου ότι ο άνω λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 117/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την αναιρεσείουσα Ε. Π. του Κ..
Επεκτείνει το αμέσως ανωτέρω αναιρετικό αποτέλεσμα και στο συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας, Α. Κ. του Ν., που επίσης καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση. Και
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δικονομία. Αναίρεση απόφασης για υπεξαίρεση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, εφόσον δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, ενώ οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό.
| null | null | 0
|
Αριθμός 802/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7658/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αμοιρόγλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1 και 4, 138 παρ.2 και 3, 333 παρ.2 και 3 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν, μετά την περί ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υποβάλουν προτάσεις ή αιτήματα προς απόκρουση της κατηγορίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν έχει υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα επί των εν λόγω προτάσεων ή αιτημάτων, εκτός αν αυτός ζητήσει να δευτερολογήσει.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ακούστηκε ο εισαγγελέας που πρότεινε την ενοχή του αναιρεσείοντος, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του τελευταίου, ο οποίος ζήτησε την αθώωση τούτου ή σε αντίθετη περίπτωση την αναγνώριση στο πρόσωπό του (αναιρεσείοντος) των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α', β' και ε' ΠΚ, αίτημα δηλονότι που ανέπτυξε προφορικά και υπέβαλε και γραπτώς. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, αφού είχε περατωθεί η αποδεικτική διαδικασία και ο εισαγγελέας είχε αγορεύσει και είχε προτείνει την ενοχή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, δεν είχε υποχρέωση ο πρόεδρος του Δικαστηρίου να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα (που δε ζήτησε να δευτερολογήσει) επί του πιο πάνω αιτήματος που υπέβαλε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του, και, συνεπώς, δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από την παράλειψη αυτή. Άρα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη, εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών του πρότερου έντιμου βίου, των μη ταπεινών αιτίων και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (ΠΚ 84 παρ.2 εδ.α', β' και ε'), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του συγκεκριμένα περιστατικά και ειδικότερα τα ακόλουθα: "Σε περίπτωση που καταδικαστώ αιτούμαι να μου αναγνωριστούν σωρευτικά τα ελαφρυντικά άρθρου 84 2α' ΠΚ (προτέρου έντιμου βίου), 84 2β' (μη ταπεινών αιτίων) και 84 2 ε' (καλής συμπεριφοράς επί μακρόν μετά την πράξη). Αληθώς: Γεννήθηκα στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας το 1961 και είμαι Αλβανικής υπηκοότητας αλλά Ελληνικής εθνικότητας έχοντας το υπ' αριθμ. ... Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Απ' το 1991 ασκώ το επάγγελμα του εμπόρου δραστηριοποιούμενος μέσω των εταιριών μου ΙΝΤΕRNATIONAL ALΒΑ Α.Ε., ΑΝΑSΤΑS Α.Ε και ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΑLΒΑ Ε.Π.Ε., εγκατεστημένων στο ..., συμφερόντων μου, στην αγορά από την Ελλάδα και μεταπώληση στην Αλβανία καταναλωτικών προϊόντων και κυρίως πετρελαϊκών προϊόντων (ορυκτέλαια), ζύθου κλπ., για το σκοπό δε αυτό, επί σειράν ετών, συνεργάστηκα με τις μεγαλύτερες Ελληνικές εταιρίες, όπως λ.χ. Β.Ρ., ΑΜSΤΕL κι άλλες με δοσοληψίες που ξεπερνούν τα πολλά εκατομμύρια ευρώ χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα και χωρίς ποτέ να φανώ ασυνεπής στις υποχρεώσεις μου. Τα προβλήματα για μένα και για τις εταιρίες μου - καίτοι είχα περάσει επιτυχώς, χωρίς να κλυδωνισθώ την κρίση του 1997 (γνωστές Πυραμίδες), και τον Εμφύλιο που επηκολούθησε - άρχισαν το 2005, όταν στην Αλβανία επήλθε πολιτική μεταβολή και τους σοσιαλιστές διεδέχθη η συντηρητική παράταξη υπό τον Σαλί Μπερίσα, αφού ο αδελφός μου Ε. Τ. ανήκει στους πολιτικούς αντιπάλους της κυβερνήσεως αυτής, εκλεγόμενος επί δεκαέξι συναπτά χρόνια βουλευτής του Αλβανικού Κοινοβουλίου, σήμερα δε κατέχει, εκλεγείς, την θέση του β' Αντιπροέδρου στην Αλβανική βουλή. Όλα τα προγενέστερα της περιόδου αυτής χρόνια ήμουν με τις εταιρίες μου ένας απ' τους προμηθευτές του Αλβανικού κράτους, τροφοδοτώντας αυτό με διάφορα προϊόντα που αγόραζα απ' τις άνω εταιρίες, όπως π.χ. τον Αλβανικό στρατό, νοσοκομεία, την αστυνομία, με λιπαντικά προϊόντα. Από το 2005 όμως και εντεύθεν, το καθεστώς Μπερίσα, στο πλαίσιο του πολέμου που έχει εξαπολύσει εναντίον του αδερφού μου, αρνείται πεισματικά και παρά τον νόμο να μου καταβάλλει τα οφειλόμενα, γι' αυτό κι αναγκάστηκα να προσφύγω στα δικαστήρια τα οποία και με δικαίωσαν. Ήδη προσκομίζω σε επίσημη μετάφραση την υπ' αριθμ. 228/13.7.2010 απόφαση του Πρωτοδικείου Αργυροκάστρου με την οποία κηρύχθηκε σε τίτλο εκτελεστό προγενέστερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία εντέλλεται το εναγόμενο παράρτημα εφορίας Αργυροκάστρου να μου καταβάλλει το ποσόν των 59.950.014 λεκ (περίπου 500.000 ευρώ) για τη ζημιά που έχω υποστεί από την μη εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει το Αλβανικό κράτος προς εμένα, έχουν δε εκδοθεί άλλες δύο αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου συνολικού ύψους 800.000 ευρώ περίπου, και αναμένεται εντός των προσεχών μηνών η περιγραφή του τίτλου της εκτελέσεως και επ' αυτών, προκειμένου να διασφαλίσω τις αξιώσεις μου. Δυστυχώς, δεν προβλέπεται και εκεί η αναγκαστική κατάσχεση εις βάρος του Αλβανικού δημοσίου γι' αυτό και οι νομικές διαδικασίες ικανοποιήσεως των συμφερόντων μου προβλέπονται χρονοβόρες.
Συνεπώς, εκ πάντων των ανωτέρω, αδιστάκτως προκύπτει ότι ουδεμία πρόθεση είχα ούτε έχω να καταχραστώ της εμπιστοσύνης των διαφόρων εμπόρων που συνηλλάγησαν με εμένα και να καταχραστώ τα χρήματα τους, δοθέντος ότι η αδυναμία καταβολής των χρεών μου οφείλεται σε ανώτερη βία και ανυπέρβλητα εμπόδια. Παρ' όλα αυτά, αγωνιώδεις προσπάθειες καταβάλλω, παρά τον πόλεμο που υφίσταμαι, να παραμείνω ζωντανός, να συνεχίσω τις εμπορικές μου εργασίες ώστε να μπορέσω, ελπίζω σε σύντομο διάστημα να ικανοποιήσω τους δανειστές μου. Παράλληλα, εξακολουθώ να ζώ με την οικογένεια μου. σπουδάζω το ένα μου παιδί που είναι φοιτητής κι έχω κοντά μου στην εργασία μου το άλλο παιδί. Είμαι πολύ γνωστός και πολύ αγαπητός στην ιδιαίτερη πατρίδα μου κι όλοι έχουν να λένε τα καλύτερα για μένα και την οικογένεια μου. Δεν έχω απασχολήσει ποτέ άλλοτε τις διωκτικές αρχές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία, δεν έχω τιμωρηθεί ποτέ κι έχω λευκό ποινικό μητρώο, μετά δε απ' αυτήν την περίοδο, όλο δηλαδή το χρονικό διάστημα από το 2005 μέχρι και σήμερα, έχω συμπεριφερθεί καλά υπό την έννοια ότι προσπαθώ να ανασυγκροτηθώ, να ξαναστήσω τις επιχειρήσεις μου και να ξαναγίνω πάλι το επίλεκτο μέλος της κοινωνίας στην οποία ανήκα. Υπό την έννοια αυτή, αρμόζει στο πρόσωπο μου η κατάφαση και των τριών άνω ελαφρυντικών." Ο ισχυρισμός αυτός, δηλαδή περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης αναφορικά με το ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, απορρίφθηκε, ως αβάσιμος με την προσβαλλόμενη, διότι από τα αναφερόμενα σ'αυτή αποδεικτικά μέσα "δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατά τον κρίσιμο χρόνο αντικειμενική αδυναμία που δεν του επέτρεψε να καλύψει τις ως άνω επιταγές". Η αιτιολογία αυτή είναι η από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ κατά το οικείο σκέλος του πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα, ο εν λόγω ισχυρισμός αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, καίτοι είναι πλήρης και ορισμένος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ως προς μεν την πρώτη απ' αυτές σιγή, δηλονότι χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς καμία σχετική αναφορά, ως προς δε τη δεύτερη γιατί "πρόκειται για τυπικό αδίκημα", ήτοι χωρίς καμιά, ουσιαστικά, αιτιολογία. Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ολοτελούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική του εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή Τριμελές Πλημμελειοδικείο να κρίνει για τη συνδρομή ή μη των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και ε' ΠΚ στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). Κατά τα λοιπά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 7658/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα καλής συμπεριφοράς ισχυρισμό, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί της ποινής που επιβλήθηκε για την εν λόγω πράξη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την, από 9 Μαΐου 2011, αίτηση του Γ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης (7658/2011) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση κατ’ εξακολούθηση του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 «Περί Επιταγής». Ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι δε δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα, επί αιτήματος υποβληθέντος από το συνήγορο του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση, ήτοι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος, εν μέρει, είναι και ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την απόρριψη του ελαφρυντικού 84 παρ. 2 εδ. β΄ Π.Κ. Είναι, όμως, βάσιμος ο ίδιος λόγος, ως προς την απόρριψη των λοιπών ελαφρυντικών (ΠΚ 84 παρ. εδ. α΄ και ε΄). Δεκτή, εν μέρει, η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί, εν μέρει, ως προς τη διάταξη για την επιβολή της ποινής, και Παραπέμπει, κατά τα αναιρούμενα μέρη, την υπόθεση για νέα συζήτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 797/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 104/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου).
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 913/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ, και 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη 104/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και η ποινή δεν έχει εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις του Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφεί υπό όρο η ποινή των πέντε (5) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (ΠΚ 363-362) που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν 4043/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 104/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Παραγράφει υπό όρο την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, Ν. Π. του Σ., κάτοικο ..., για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στη Χίο στις 16 Δεκεμβρίου 2004, σε βάρος του εγκαλούντος, Δ. Γ. του Α., κατοίκου ....
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για τον αναιρεσείοντα, που καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4043/2012 στις 13-2-2012 η καταδικαστική για αυτόν απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν έχει εκτιθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο η ποινή μέχρι τότε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. αυτού, παραγράφεται αυτή και δεν εκτελείται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.-
| null | null | 0
|
Αριθμός 796/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Φεζίκου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1034/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον A. Z. του M., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και π σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρ. 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρ. 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικό τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του. Τα ίδια προβλέπονται και από το άρ. 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισης του. Αν δεν περιέχεται στο κλητήριό θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρ. 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ., ΚΠΔ). Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησής του προβάλλει την αιτίαση ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 510 στοιχ.Α' του ΚΠΔ, διότι το κατηγορητήριο πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδαφ.δ' του αυτού Κώδικα, αφού ως εκ της πλήρως ασάφειας του, την οποία προέβαλε τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση, δεν κατέστη δυνατόν να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του προς υπεράσπισή του.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1034/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (Πλημ/των) που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, 1) σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, 2) παρ.αρθρ.7 παρ.1,5 16 παρ.2 Π.Δ. 17/1996 και 3) παρ. αρθρ.8 παρ.2α', 16 παρ.2 Π.Δ. 17/1996 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών για κάθε μια των λοιπών δύο (2) πράξεων και συνολική, δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα, που υπάρχει στη δικογραφία και επικαλείται ο αναιρεσείων, περιέχει αυτό όλα τα παραπάνω στοιχεία και σωστά το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητά του με την πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός με τα παραπάνω λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ως προς τις επιμετρηθείσες στη συνολική ποινές: Α)τις μικρότερες των έξι (6) μηνών, ποινές φυλακίσεως: Από τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι οι ποινές που συρρέουν και προσμετρώνται σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλεια τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 94 παρ.1 ΠΚ και του άρθρου 114 του αυτού Κώδικα, προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών και πρόκειται για ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 114 του ΠΚ σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ' και 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη (1034/2011) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (Πλημ/των), κρίθηκε ένοχος και των αξιόποινων πράξεων: 1) της παράβασης του άρθρου 7 παρ.1, 5, άρθρου 16 παρ.2 Π.Δ. 17/1996 και 2)της παράβασης του άρθρου 8 παρ.2α', 16 παρ.2 Π.Δ. 17/1996 και επιβλήθηκαν σε αυτόν ποινές φυλακίσεως δύο (2) μηνών για καθεμιά από τις άνω δύο (2) πράξεις, που προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή φυλακίσεως. Σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί στην αρχή της σκέψης αυτής, οι συρρέουσες αυτές και προσμετρηθείσες σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και δεν απορροφώνται από την άνω ποινή.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και οι ποινές δεν έχουν εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις του Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα, πρέπει, κατά το τμήμα της αυτό, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφούν υπό όρο οι ποινές των δύο (2) μηνών φυλάκισης για κάθε μία από τις πράξεις της παράβασης: 1) αρθρ.7 παρ.1,5, 16 παρ.2 ΠΔ 17/96 και 2) των αρθρ.8 παρ.2α, 16 παρ.2 του αυτού Π.Δ/τος, που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 4043/2012, αφού η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η παραγραφή των καταγνωσθεισών στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω πράξεις, ποινών φυλακίσεως δύο (2) και δύο (2) μηνών, με τον προβλεπόμενο στο ίδιο άρθρο, όρο.
Β) Ως προς την πρώτη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεο, για την οποία η προσμετρηθείσα ποινή φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών, που επιβλήθηκε και που δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 4043/2012, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: Κατά τη διάταξη του αρ. 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και, κατά τη διάταξη του άρ. 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει, και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεις, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση για τον εργοδότη (νόμιμος εκπρόσωπος εργοδότριας εταιρίας) καθορίζεται με το Π.Δ. 17/1996, με θέμα "Μέτρα ασφάλειας-υγείας εργαζομένων" το οποίο, στο Κεφάλαιο Γ', στο άρθρο 7 και με τον ειδικότερο τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών", ορίζει τα ακόλουθα: "παρ.1 Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. παρ.5. Στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων." Στο άρθρο 8, ορίζεται: Επιπλέον ο εργοδότης οφείλει: α) Να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος. Επίσης, με το άρθρο 24 του Ν. 2224/1994 και με τίτλο "Διοικητικές κυρώσεις", ορίζεται: "παρ. 1. Σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα, προμηθευτή που παραβαίνει τις διατάξεις και ρυθμίσεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και των προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, που εκδίδονται σε εκτέλεση της επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, με αιτιολογημένη πράξη του ελέγχοντα επιθεωρητή εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων: α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση, από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ." Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περαστικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτέα μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Φ. και ΣΙΑ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..., με αντικείμενο την κατεργασία ελαιοκάρπου, την τυποποίηση ελαιολάδου, καθώς και την εκμετάλλευση των παραγομένων προϊόντων και υποπροϊόντων. Στο ως άνω ελαιουργείο, την 91-1-2004, περί ώρα 21.00, ο κατηγορούμενος έδωσε την εντολή στον εγκαλούντα Z. A. του Μ. (Ζ. Ά. του Μ.), εργαζόμενο ως φορτοεκφορτωτή στην επιχείρηση, να μεταγγίσει ποσότητα ελαιοκάρπου από τα βαρέλια που ήταν τοποθετημένο στους μαλακτήρες του ελαιοτριβείου, με σκοπό τον καθαρισμό και τη διύλιση του. Οι μαλακτήρες είναι ένα από τα μηχανήματα του ελαιοτριβείου που αποτελείται από 4 διαδοχικές σκάφες σε ζεύγη, που φέρουν ελικοειδείς αναδευτήρες, στις οποίες μεταφέρεται μετά τη σύνθλιψή του ο ελαιόκαρπος σε ημίρρευστη μορφή (ελαιοζύμη). Όταν τελείωσε την εργασία της μετάγγισης του ελαιοκάρπου στους μαλακτήρες, διαπιστώθηκε ότι μία από τις τάπες των βαρελιών είχε χαθεί και τότε ο κατηγορούμενος έδωσε την εντολή στον εγκαλούντα να την αναζητήσει εντός μηχανήματος (μαλακτήρα), χωρίς να εξασφαλίσει την ασφάλεια του. ενώ είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέσα προστασίας και συνεκτιμώντας τον αυξημένο λόγω της υπερκόπωσης του εργαζόμενου υφιστάμενο κίνδυνο, συνεπεία της παράνομης απασχόλησης του πέραν του οκταώρου, ήτοι από τις 08.00' το πρωί της ίδιας ημέρας. Ειδικότερα, του επέτρεψε να αναζητήσει την απωλεσθείσα τάπα, θέτοντας χωρίς να έχει οπτική επαφή, το δεξί του χέρι εντός της ελαιοζύμης, ενώ αυτός δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την λειτουργία του μηχανήματος αλλά ακινητοποίησε μόνο το πρώτο ζεύγος των μαλακτήρων. Συνεπεία της παραπάνω πλημμελούς συμπεριφοράς του, τα πτερύγια των ελικοειδών αναδευτήρων του δεύτερου ζεύγους των μαλακτήρων εγκλώβισαν τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του ως άνω εργαζόμενου, κατά τη στιγμή που αυτός έψαχνε στις μικρές οπές επικοινωνίας με το πρώτο ζεύγος και του προκάλεσαν ακρωτηριαστικό βαρύ τραύμα δεξιάς παλάμης, δείκτου μέσου και παράμεσου, σύνθλιψη και ρακοποίηση μικρού δακτύλου, το οποίο ακρωτηριάστηκε πέντε ημέρες αργότερα, λόγω νέκρωσής του στο ύψος της πρώτης φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης, το δε ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του δεν το προέβλεψε ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει. Επίσης, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εργοδότριας εταιρείας, με πρόθεση δεν εξασφάλισε την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων σε αυτήν ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και δεν ανήγγειλε στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές εντός 24 ωρών το εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα και είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του εργαζομένου A. Z.. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι : "Στο Ηράκλειο την 31-1-2004 και περί ώρα 21.00, όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια του δηλ. από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Γ. & ΣΙΑ ΕΠΕ", με αντικείμενο την κατεργασία ελαιοκάρπου, την τυποποίηση ελαιολάδου, καθώς και την εκμετάλλευση των παραγομένων προϊόντων και υποπροϊόντων, έδωσε την εντολή στον εγκαλούντα Ζ. Α. του M. (Ζ. Ά. του Μ.), εργαζόμενο ως φορτοεκφορτωτή στην επιχείρηση, να αναζητήσει εντός μηχανήματος αποτελούμενου από 4 διαδοχικές σκάφες σε ζεύγη (μαλακτήρες) με ελικοειδείς αναδευτήρες, μια τάπα βαρελιού, απωλεσθείσα κατά τη διαδικασία μετάγγισης ελαιόλαδου, χωρίς να εξασφαλίσει την ασφάλεια του, ενώ είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέσα προστασίας και συνεκτιμώντας τον αυξημένο λόγω της υπερκόπωσης του εργαζομένου υφιστάμενο κίνδυνο, συνεπεία της παράνομης απασχόλησης του πέραν του οκταώρου ήτοι από τις 08:00 το πρωί της ίδιας ημέρας. Ειδικότερα, του επέτρεψε να αναζητήσει την απωλεσθείσα τάπα, θέτοντας χωρίς να έχει οπτική επαφή το δεξί του χέρι εντός της ελαιοζύμης, ενώ αυτός δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την λειτουργία του μηχανήματος, αλλά ακινητοποίησε μόνο το πρώτο ζεύγος των μαλακτήρων. Συνεπεία της παραπάνω πλημμελούς συμπεριφοράς του, τα πτερύγια των ελικοειδών αναδευτήρων του δεύτερου ζεύγους των μαλακτήρων εγκλώβισαν τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του ως άνω εργαζόμενου, κατά την στιγμή που αυτός έψαχνε στις μικρές οπές επικοινωνίας με το πρώτο ζεύγος και του προκάλεσαν ακρωτηριαστικό βαρύ τραύμα δεξιάς παλάμης, δείκτου μέσου και παράμεσου, σύνθλιψη και ρακοποίηση μικρού δακτύλου, το οποίο ακρωτηριάσθηκε, πέντε ημέρες αργότερα, λόγω νέκρωσής του στο ύψος της πρώτης φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης, το δε ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του δεν το πρόβλεψε ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει και να αποφύγει". Κατόπιν, επέβαλλε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία, προσμετρηθείσα στη συνολική, ανεστάλη όπως και αυτή επί μια τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 314 παρ.1α', 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, καθορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για τον κατηγορούμενο-εργοδότη, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εκμεταλλευόμενης το ελαιουργείο εταιρίας, να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος του τραυματισμού του εργαζόμενου παθόντα. Τέλος, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της Α'/βαθμιας δίκης και την απόφαση, καθώς και ότι έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται κατ' είδος στο προοίμιο της αιτιολογίας της αποφάσεως, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η σύγκριση ή συσχέτιση μεταξύ τους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη αυτή οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς την πράξη αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Αναιρεί την 1034/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης κατά το παρακάτω μέρος της.
Παραγράφει υπό όρο τις ποινές των δύο (2) μηνών φυλάκισης για κάθε μια από τις πράξεις της παράβασης: 1) των αρθρ.7 παρ.1,5 και 16 παρ.2 Π.Δ. 17/96 και 2) των αρθρ.8 παρ.2α' και 16 παρ.2 του αυτού Π.Δ/τος, που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, Γ. Φ. του Α., σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 4043/2012.
Διατάσσει την παραγραφή των καταγνωσθεισών στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραπάνω πράξεις άνω ποινών φυλάκισης, με τον προβλεπόμενο στο αυτό άρθρο, όρο.
Β) Απορρίπτει κατά το μέρος της, που αφορά την πρώτη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7243/26-9-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αίτηση του άνω αναιρεσείοντος, Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1034/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου από νομικές διατάξεις (παρ. αρθρ. 7 παρ. 1, 5, 16 παρ. 2 Π.Δ. 17/96, παρ. 8 παρ. 2α’, 16 παρ. 2 π.δ. 17/96) αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα του κατηγορητηρίου, διότι από αυτό που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία. οι ποινές που συρρέουν στη συνολική, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και, κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής, δεν απορροφώνται από αυτή. οι επιμέρους ποινές που προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή, εφόσον δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες καθεμιά τους, παραγράφονται κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4043/2012, αν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 13-2-2012, δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί με οποιανδήποτε τρόπο, υπό τον όρο μη τελέσεως από του καταδικασθέντος νέας αξιόποινης πράξης από δόλο μέσα στην επόμενη διετία και καταδίκης του αμετάκλητα σε ποινή ανώτερη των έξι μηνών, οπότε εκτίει και την πρώτη ποινή αθροιστικά. παραγράφονται και οι χρηματικές ποινές, με τις αυτές προϋποθέσεις. ως προς την προσμετρηθείσα ποινή φυλάκισης των δέκα (10) μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 4043/2012, είναι αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 782/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 2743/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1425/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεως του υπ' αριθ. 2743/2009 και συμπροσβάλλεται με την τελευταία, απέρριψε κατά τη δικάσιμο της 6.5.2009, οπότε άρχισε η εκδίκαση της υποθέσεως με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο απόντα, αίτημα, υποβληθέν, κατ' εντολήν του αναιρεσείοντος, από το συνήγορο του ..., για αναβολή της δίκης, κατ1 άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω ασθενείας του, ακολούθως δε η δίκη διακόπηκε για την 7.5.2009, κατά την οποία προσήλθε και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση πλήττει ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του και για υπέρβαση εξουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο, μετά την αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος, προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς προβολήν τους, αφού αυτός, ως προς τον οποίο δεν επακολούθησε, κατά τα εκτεθέντα, έννομη επιβλαβής συνέπεια από την απόρριψη του αιτήματος του αναβολής της δίκης, εφόσον αυτός παρέστη κανονικά στις συνεδριάσεις που επακολούθησαν μετά τη διακοπή και, στο τέλος, απολογήθηκε, δεν προσδιόρισε δε στην υπό κρίση αίτηση ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος του αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§2 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 32 του ν. 3160/2003, "το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες (άρθρο 231 παρ. 4)". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία διαφέρει από τη γενική διάταξη του άρθρου 349§1 εδ. β του ίδιου Κώδικα (που ρυθμίζει την περίπτωση διακοπής της δίκης, όταν αυτή διατάσσεται αντί για αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων και επιτρέπει αυτήν μέχρι δύο φορές σε διάστημα 15 ημερών συνολικά) και έχει ως σκοπό την αποπεράτωση των δικών που, είτε λόγω σοβαρότητας είτε λόγω βεβαρημένων πινακίων, δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, στο εφετείο, όταν δικάζει πλημμελήματα, η δίκη επί των οποίων δεν πρόκειται να διαρκέσει πέραν του μηνός (οπότε θα εφαρμοσθεί η παρ. 3 του ίδιου άρθρου) συγχωρείται διακοπή της συνεδριάσεως και πέραν των δύο φορών, η διάρκεια κάθε διακοπής δεν μπορεί να υπερβεί τις 15 ημέρες, οι δε διακοπές μπορούν να γίνουν μέσα σε χρονικό διάστημα 30 ημερών. Αν δε η τελευταία ημέρα της 15νθήμερης διακοπής είναι εξαιρετέα (ημέρα, δηλαδή, κατά την οποία δεν συνεδριάζουν τα δικαστήρια, Κυριακή ή αργία λόγω εορτής ή Σάββατο) κατ" άρθρο 168§1 ΚΠΔ, η συνεδρία-ση, μετά από διακοπή, μπορεί να ορισθεί την επόμενη εργάσιμη ημέρα, χωρίς από την, πέραν του 15νθημέρου, παράταση αυτή, να προκαλείται ακυρότητα ούτε να γίνεται υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, το Τριμελές Εφετείο, όπως αναφέρθηκε, διέκοψε τη συνεδρίαση της 6.5.2009 για την επομένη ημέρα (7.5.2009) για να προσέλθει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, λόγω μη περατώσεως της δίκης, διέκοψε για την επομένη ημέρα (8.5.2009) και ώρα 13.00, κατόπιν δε, λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα της έδρας, διέκοψε για τις 25.5.2009 και ώρα 12.00, ήτοι την 17η ημέρα μετά την τελευταία διακοπή. Απέρριψε δε αίτημα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος για συντομότερη διακοπή με την αιτιολογία ότι: "Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του Εισαγγελέα της έδρας σημαντική αιτία αδυναμίας εμφάνισης του στο παρόν ακροατήριο του Δικαστηρίου, καθ' όσον μετέχει στη σύνθεση άλλου δικαστηρίου και δη του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού το οποίο εκδικάζει υπόθεση 28-4-2009 και της οποίας η εκδίκαση συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Επισημαίνεται, ότι το σημαντικό αίτιο, που προβάλλεται από τον Εισαγγελέα της έδρας, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της συνεδρίασης σε άλλη πιο σύντομη ημέρα, δεδομένου ότι τα μέλη της σύνθεσης του παρόντος Δικαστηρίου, έχουν κληρωθεί και μετέχουν σε συνεδριάσεις άλλων Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναπλήρωση τους από άλλους Δικαστές. Πρέπει, επομένως, για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί το αίτημα του 1ου κατηγορουμένου για πιο σύντομο προσδιορισμό της ημέρας συνεδριάσεως και να διακοπεί η συζήτηση της υποθέσεως, για την 25η Μαΐου 2009, ημέρα Δευτέρα και ώρα 12:00' π. μ., στην ίδια αίθουσα του Δικαστικού Μεγάρου". Τέλος, κατά τη δικάσιμο της 25.5.2009 απορρίφθηκε αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης γιατί η διακοπή δεν έγινε εντός 15 ημερών, με την αιτιολογία ότι "από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναβολής" και, στη συνέχεια, διακόπηκε η δίκη για την επομένη ημέρα (26.5.2009), για να εκδικασθεί αίτηση εξαιρέσεως που υπέβαλε ο αυτός κατηγορούμενος κατά του Προέδρου και του Εισαγγελέα της έδρας, οπότε, μετά την απόρριψη της αιτήσεως (υπό άλλη σύνθεση), η δίκη περατώθηκε. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, όλες οι διακοπές ήταν νόμιμες, αφού έγιναν σε χρονικό διάστημα τριάντα ημερών (6 - 26.5.2009), ενώ το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του με τη διακοπή της συνεδριάσεως από τις 8 μέχρι τις 25.5.2009, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν των 15 ημερών, γιατί η τελευταία ημέρα της 15νθήμερης προθεσμίας (23.5.2009), όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του οποίου γίνεται χρήση, ήταν Σάββατο και ορθά η συνεδρίαση διακόπηκε για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα), ούτε υπεχρεούτο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για συντομότερη διακοπή, αφού το αίτημα του δεν ήταν νόμιμο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ', Α' και Η' ΚΠΔ, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη διακοπή της δίκης για χρονικό διάστημα πέραν των 15 ημερών τόσο συνολικά όσο και μεταξύ των δικασίμων της 8 και της 25.5.2009, και για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε το από 25.5.2009 αίτημα αναβολής και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απόλυτης ακυρότητας για την πέραν των 15 ημερών διακοπή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ, "1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. 2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου", κατά δε το άρθρο 62 του αυτού ΚΠΔ, "Απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως γι' αυτόν στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με άλλες αποδείξεις (άρθρα. 177 και 178)". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 61, κατά το οποίο "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής", 171, κατά το οποίο απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος (§1 εδ. γ), και 177-179 του αυτού ΚΠΔ περί της αποδείξεως εν γένει, σαφώς συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει την αναστολή της διώξεως επί ζητημάτων αστικής φύσεως μέχρι να επιλυθούν αυτά από τα πολιτικά δικαστήρια, παρά μόνο στις ρητώς οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις, δεν δεσμεύεται από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου πέραν των περιπτώσεων υποχρεωτικής αναστολής, δύναται και δεν υποχρεούται να αναβάλει την ποινική δίκη μέχρις επιλύσεως από το πολιτικό δικαστήριο ζητήματος που έχει σχέση με αυτήν και εκτιμά ελευθέρως το από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δεδικασμένο, δεσμεύεται δε μόνο ως προς το εμμάρτυρο μέσον αποδείξεως κατά το ότι δύναται να δεχθεί τούτο με τις προϋποθέσεις του αστικού νόμου μόνο όταν βάση του εγκλήματος είναι ιδιωτική υποχρέωση. Όμως, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα για αναβολή της ποινικής δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο αστικής φύσεως ζήτημα, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, (αν αυτό έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο) και, σε περίπτωση απόρριψης του, να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ και αν, παρά τη μη απάντηση στο αίτημα, το δικαστήριο προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδικάσει τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 περ. Η' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συνεδρίαση της 25.5.2009, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατ" άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί, από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, απόφαση επί του λόγου της ανακοπής του επί της πλαστογραφίας ή μη της επιταγής, την οποία αφορούν οι αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: " Το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, έως ότου εκδοθεί σχετική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης" η οποία εκκρεμεί, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Τούτο δε, διότι θα κριθεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο το αντικείμενο της δίκης αυτής, εάν δηλαδή, υφίσταται ή όχι πλαστογραφία της επίδικης επιταγής και δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της δίκης, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και ο χρόνος τέλεσης των αδικημάτων και ο διαδρομών, ήδη, μέχρι σήμερα χρόνος". Με την παραδοχή αυτή, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος αυτού, αφού δέχθηκε ότι μπορούσε να κρίνει παρεμπιπτόντως το ζήτημα της πλαστογραφίας της επιταγής, όπως και έπραξε, η δε προσθήκη στο σκεπτικό για τον διαδραμόντα χρόνο από την τέλεση των αδικημάτων δεν είναι αποκλειστική αιτιολογία, αλλά έχει τεθεί εκ περισσού και προς ενίσχυση της κρίσης για τη δυνατότητα της παρεμπίπτουσας έρευνας του εν λόγω ζητήματος, διατάσσοντας δε, μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού, την πρόοδο της δίκης, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Η' ΚΠΔ, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί απορρίφθηκε το άνω αίτημα χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ το Δικαστήριο, διατάσσοντας την πρόοδο της δίκης, χωρίς να ερευνήσει την από το άρθρο 61 ΚΠΔ ένσταση του αναιρεσείοντος στην ουσία της, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του Κ.Π.Δ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. Κ.Π.Δ πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε εάν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου κώδικα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 και 504§1 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως που απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως δικαστικών προσώπων δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν, ανεξάρτητα από την οριστική απόφαση επί της ουσίας, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συνεδρίαση της 25.5.2009, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως του διευθύνοντος τη συζήτηση Προεδρεύοντος Εφέτου Νικολάου Παπαδοπούλου και του Εισαγγελέα της έδρας Αντεισαγγελέα Εφετών Αχιλλέα Ζήση, για το λόγο ότι διήγειραν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του, επειδή ο αυτός Εισαγγελέας υπέβαλε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο προήδρευε ο ίδιος ως άνω Πρόεδρος, απαλλακτική πρόταση και το Συμβούλιο εξέδωσε το υπ1 αριθ. 1441/2003 βούλευμα, με το οποίο, κρίνοντας επί της από 17.7.2002 εγκλήσεως της εταιρίας "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", που εκπροσωπείται από τον αναιρεσείοντα, ως Πρόεδρο του Δ. Σ. αυτής, κατά του ήδη μηνυτή για ψευδή καταμήνυση Ψ, αποφάνθηκε να μη γίνει κατά του τελευταίου κατηγορία για πλαστογραφία επιταγής και χρήση πλαστού εγγράφου, ενώ ο ως άνω Πρόεδρος συμμετείχε και στη σύνθεση του πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε τα περί πλαστογραφίας της ένδικης επιταγής και εξέδωσε την υπ" αριθ. 531/2008 προδικαστική απόφαση του, με την οποία διέταξε πραγματογνωμοσύνη. Η αίτηση αυτή, με την υπ" αριθ. 2743/26.5.2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε. Ήδη, ο αναιρεσείων, με τον όγδοο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι υφίστανται γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για την αμεροληψία των λαβόντων μέρος σ' αυτό Προέδρου Νικολάου Παπαδοπούλου και Εισαγγελέα της έδρας Αχιλλέα Ζήση και δη εκείνα που επικαλέσθηκε για να στηρίξει την αίτηση εξαιρέσεως των ανωτέρω. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η συνδρομή τέτοιων γεγονότων, ως προς κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του ΚΠΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας, δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, στο οποίο μετέσχε τό πρόσωπο αυτό, αλλά λόγο εξαιρέσεως του μετάσχοντος, η οποία υποβλήθηκε και απορρίφθηκε, χωρίς η σχετική παρεμπίπτουσα απόφαση να μπορεί να συμπροσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως μαζί με την προσβαλλόμενη οριστική τοιαύτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ1 αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμη-νύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικής ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2743/2009 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος του Ψ και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο εγκαλών, Ψ, διατηρούσε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον Ζ (...), πρώην Δήμαρχο ..., ο οποίος, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και συχνά ο εγκαλών, στα πλαίσια της φιλίας τους και της διαπροσωπικής τους σχέσεως, τον βοηθούσε οικονομικά. Συγκεκριμένα, άρχισε από το έτος 1999 να του δανείζει διάφορα χρηματικά ποσά, το ύψος των οποίων, μέχρι το έτος 2001, ανήλθε στο ποσό των 46.000.000 δραχμών. Παράλληλα, ο ως άνω Ζ διατηρούσε φιλικές, αλλά και επαγγελματικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ, Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", ο οποίος, στα πλαίσια των ως άνω σχέσεων τους, αποδέχθηκε να τον διευκολύνει στην παροχή διασφάλισης του ανωτέρω ποσού. Προς τούτο εξέδωσε την υπ1 αριθμ. ... της επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως την 2.4.2002, η οποία εσύρετο επί λογαριασμού όψεως της ως άνω εταιρίας, για το ποσό των 50.000.000 δραχμών, σε διαταγή του εγκαλούντος, την οποία παρέδωσε στον Ζ, ο οποίος και την ενεχείρησε στον εγκαλούντα. Με τον τρόπο αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε, μέσω της ανωτέρω εταιρίας του, εγγυητική ευθύνη αποπληρωμής του δανείου του συνεργάτη και. φίλου του, Ζ, έναντι του εγκαλούντος, τον οποίο μάλιστα διαβεβαίωσε και προσωπικά περί τούτου. Την εν λόγω επιταγή, ενόψει της μετατροπής των δραχμών σε ευρώ, την εμφάνισε ο εγκαλών στην πληρώτρια Τράπεζα, στις 28.12.2001 και τέθηκε σ' αυτή η σχετική σφραγίδα, στη συνέχεια δε, όταν επέστη ο χρόνος λήξεως της και δεδομένου ότι, τόσο ο Ζ, όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος υπήρξαν ασυνεπείς στις διαβεβαιώσεις τους ότι θα καλύψουν το προαναφερόμενο χρέος του πρώτου έναντι του εγκαλούντος, την εμφάνισε νομίμως, στις 10.4.2002, προς πληρωμή, πλην όμως, του επεστράφη απλήρωτη, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο λογαριασμό όψεως της εταιρίας του πρώτου κατηγορουμένου. Ακολούθως, κατέθεσε σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και παράλληλα εκδόθηκε, μετά από σχετική αίτηση του, η υπ1 αριθμ. ... Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην εκδότρια ως άνω εταιρία, με επιταγή προς πληρωμή. Αμέσως μετά και συγκεκριμένα στις 23.7.2002, ο πρώτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ως Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης τεχνικής εταιρίας, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για τον ίδιο ατομικά και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, έγκληση κατά των Ζ, από της διώξεως του οποίου, σημειωτέον, στη συνέχεια παραιτήθηκε και πρότεινε, ως μάρτυρα, τόσο στην ποινική όσο και στην πολιτική δίκη και του εγκαλούντος Ψ με το εξής, μεταξύ άλλων, περιεχόμενο: ".. Το 1998 η εταιρία μας, δια του β1 από εμάς (νομίμου εκπροσώπου της - προέδρου του Δ.Σ. της και κυρίου μετόχου της), εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη, την ως άνω, υπ' αριθ.... επιταγή της τότε Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, ποσού 50.000.000 δρχ. χωρίς όμως να συμπληρώσει το όνομα σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε αυτή και, κυρίως, την ημερομηνία εκδόσεως της... Την επιταγή αυτή η εταιρία μας παρέδωσε, την ίδια ημέρα, στον α' μηνυόμενο, που διατηρούσε εταιρία εμπορία σωλήνων και γενικά υλικών ύδρευσης, ως εγγύηση για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης μεταλλικών σωλήνων, στα πλαίσια εκτέλεσης του έργου "Κατασκευή Ύδρευσης Κορινού", το οποίο η εταιρία μας είχε αναλάβει, ως ανάδοχος. Βέβαια, λόγω του ότι η άνω επιταγή δόθηκε ως εγγύηση και όχι προς εξόφληση, δε συμπληρώθηκε εις διαταγή οποίου εκδίδεται, ούτε η ημερομηνία έκδοσης της. Η άνω σύμβαση μεταξύ της εταιρίας μας και του α' μηνυόμενου δεν έλαβε τελικά χώρα, καθώς λύθηκε, πριν εκτελεσθεί, με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων. Δηλαδή η εταιρία μας δεν αγόρασε ποτέ τους άνω μεταλλικούς σωλήνες από τον α' μηνυόμενο, αυτός δε υποσχέθηκε να μας επιστρέψει αμέσως, την άνω επιταγή, που του είχε δοθεί ως εγγύηση, ως άλλωστε υποχρεούνταν. Παρόλα αυτά ο α' μηνυόμενος δεν μας επέστρεψε την άνω επιταγή μέχρι σήμερα, προτάσσοντας διάφορες δικαιολογίες κάθε φορά και διαβεβαιώνοντας μας, ότι θα μας επιστρέψει αυτήν στο άμεσο μέλλον. Όταν στις 10.4.2002 η άνω επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή από τον β μηνυόμενο, ο α' μηνυόμενος ισχυρίσθηκε ότι αυτός του την είχε κλέψει μας διαβεβαίωσε ότι ουδεμία οικονομική σχέση είχε μαζί του και ότι επρόκειτο να του υποβάλει μήνυση... Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μας με τον β' μηνυόμενο ο οποίος παραδέχθηκε, ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την άνω επιταγή, συμπληρώνοντας το έτος 2001 αυθαίρετα και παράνομα, τα άνω στοιχεία που έλειπαν και μας διαβεβαίωσε ότι θα μας επιστρέψει την άνω επιταγή. Δυστυχώς, ούτε ο β1 μηνυόμενος δεν μας επέστρεψε την άνω επιταγή, προβάλλοντας επίσης διάφορες δικαιολογίες (όπως, ότι αυτήν έχει ο πληρεξούσιος δικηγόρος ίου, από τον οποίον θα την παραλάβει άμεσα). Με τον τρόπο αυτό οι μηνυό-μενοι, δρώντας από κοινού και κατόπιν συνεννόησης, μας παραπλάνησαν, πείθοντας μας να μην ακυρώσουμε έγκαιρα την άνω επιταγή και να μην υποβάλουμε έγκαιρα μήνυση εναντίον του, διότι, δήθεν, επρόκειτο να μας την επιστρέψουν, με προφανή σκοπό, αφού την πλαστογραφήσουν, να την χρησιμοποιήσουν για να παραπλανήσουν τον κ. Δικαστή του ΜΠρΘ, να εκδώσουν την άνω, ψευδή, διαταγή πληρωμής και να εισπράξουν το άνω ποσό των 153.998,09 €, πλέον τόκων, που η εταιρία μας επιτάσσεται να τους καταβάλει... Με την προ-περιγραφόμενη συμπεριφορά, τους οι μηνυόμενοι τέλεσαν τα εξής εγκλήματα: Ο β' μηνυόμενος (εγκαλών): Το έγκλημα της πλαστογραφίας (άρθρ 216 παρ. 1,3 ΠΚ) καθώς το έτος 2001 συμπλήρωσε παράνομα και αυθαίρετα την ημερομηνία έκδοσης της άνω επιταγής, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τον Δικαστή του ΜΠρΘ, σχετικά με την δήθεν οφειλή από την εταιρία μας του ποσού αυτής, των 146.735,14 €, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του και στον α' μηνυόμενο, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την εταιρία μας, ενώ το συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία της εταιρίας μας θα υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρ. 216 παρ.2,3 ΠΚ), καθώς για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει του χρησιμοποίησε την άνω πλαστή επιταγή, για να εκδώσει την άνω, υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής, ενώ το συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία της εταιρίας μας θα υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 220 ΠΚ), καθώς με τη χρήση της άνω πλαστής επιταγής, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί στην άνω, υπ" αριθ.... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ΜΠρΘ αναληθώς, ότι η εταιρία μας του οφείλει το άνω ποσό των 146.735,14 νομιμοτόκως από 02.04.2002, πλέον δικαστικής δαπάνης και εξόδων, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ποινικές και αστικές συνέπειες εις βάρος του β' από εμάς - νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας μας, αλλά και σε βάρος της εταιρίας μας. Το έγκλημα της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης που υφαρπάχθηκε (αρθρ.220 ΠΚ), καθώς χρησιμοποίησε την άνω, ψευδή διαταγή πληρωμής για να εξαπατήσει την εταιρία μας, σχετικά με την δήθεν ύπαρξη οφειλής μας, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 153.998,09 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τα ανωτέρω. Το έγκλημα της απάτης (αρθρ.386 ΠΚ), καθώς με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και ο α' μηνυόμενος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της εταιρίας μας, πείθοντας τον κ. Δικαστή του ΜΠρΘ να εκδώσει την υπ' αριθ. ..., με την εν γνώσει παράσταση ως αληθινού, του ψευδούς γεγονότος, ότι δήθεν οφείλουμε το ποσό της άνω επιταγής και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος, ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την επιταγή αυτήν ... ". Επίσης, την ίδια ημέρα (23.7.2002) ο πρώτος κατηγορούμενος, υπό την ως άνω ιδιότητα του, άσκησε ανακοπή κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο της οποίας ήταν ταυτόσημο με το ως άνω περιεχόμενο της έγκλησης. Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην έγκληση ήταν ψευδή, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε ο εγκαλών πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή, ούτε ομολόγησε κάτι τέτοιο στον πρώτο κατηγορούμενο, ., ούτε υπεσχέθη στον τελευταίο ότι θα του επιστρέψει την ανωτέρω επιταγή, η οποία εκδόθηκε από την εταιρεία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" το έτος 2001 προς εξυπηρέτηση του Ζ, προκειμένου να αναγνωριστεί και εν συνεχεία να καλυφθεί το χρέος του τελευταίου προς τον εγκαλούντα από την άνω εταιρεία περίπτωση μη αποπληρωμής του, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και όχι για τους αναφερόμενους στην έγκληση λόγους και ότι αυτή παραδόθηκε στον εγκαλούντα, συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της, γεγονότα τα οποία, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος. Η προαναφερόμενη έγκληση υποβλήθηκε από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, εν γνώσει της αναληθείας της, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικά και μόνο στα πλαίσια της επιδίωξης του να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος και μέσω αυτής να αποφύγει τόσο η εκδότρια εταιρία, όσο και ο ίδιος την πληρωμή αυτής. Σημειώνεται, ότι με βάση την εν λόγω έγκληση ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για τα αδικήματα της πλαστογραφία; με χρήση με σκοπό το όφελος άνω των 25.000.000 δραχμών και απάτη στο δικαστήριο με όφελος - ζημία άνω των 25.000.000 δραχμών, για την οποία, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 1441/2003 αμετάκλητο βούλευμα του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του νυν εγκαλούντος, για τις ανωτέρω πράξεις. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι η ασκηθείσα εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου ανακοπή, κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, απορρίφθηκε τελεσίδικα, ως αβάσιμη στην ουσία της, με την υπ' αριθμ. 16933/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1755/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο και κατά την κατάθεση της προαναφερόμενης έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά ίου Ψ, βεβαίωσε ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της, όπως αυτό αναφέρεται ανωτέρω, γνωρίζοντας την αναλήθεια αυτού. Κατ1 ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή, δηλαδή, της από 23.7.2002 εγκλήσεως του αναιρεσείοντος κατά του Ζ και του εγκαλούντος Ψ, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ" αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή, έκανε χρήση αυτής για να εκδώσει την υπ" αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί στη διαταγή πληρωμής αναληθώς ότι η εταιρία του αναιρεσείοντος οφείλει το ποσό των 146.735,14 € νομιμοτόκως από 2.4.2002, χρησιμοποίησε την ως άνω διαταγή πληρωμής για να εξαπατήσει την εταιρία του αναιρεσείοντος σχετικά με την ύπαρξη οφειλής της και, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εταιρίας, πείθοντας τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης να εκδώσει την εν λόγω διαταγή πληρωμής, με την εν γνώσει παράσταση ως αληθινού του ψευδούς γεγονότος ότι η εταία όφειλε το ποσό της επιταγής και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την επιταγή αυτή, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του εγκαλούντος για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης με χρήση και κακουργηματική απάτη, πράξεις για τις οποίες (πλην της υφαρπαγής με χρήση, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ" αριθ. 1441/2003 αμετάκλητο βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Και β) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 23.7.2002, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά την κατάθεση της εγκλήσεως του και βεβαιώνοντας ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της, αιτιολογείται δε ότι τα καταμηνυ-θέντα ήταν ψευδή, γιατί ο εγκαλών ουδέποτε πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή ούτε παραδέχθηκε κάτι τέτοιο στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ούτε υποσχέθηκε στον τελευταίο ότι θα την επιστρέψει, η δε επιταγή εκδόθηκε από την εταιρία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" το έτος 2001 προς εξυπηρέτηση του Ζ, προκειμένου να αναγνωρισθεί και, στη συνέχεια, να καλυφθεί το χρέος του τελευταίου προς τον εγκαλούντα από την εταιρία σε περίπτωση μη αποπληρωμής του, ενώ στον εγκαλούντα παραδόθηκε η επιταγή συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της. Επομένως, ο ένατος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, αν και αναγνώσθηκαν, α) το υπ" αριθ. 1829/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε, για λόγο τυπικό, έφεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 1441/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και β) η από 30.8.2005 αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" κατά της υπ" αριθ. 1755/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθ. 738/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκαν οι υπ' αριθ. 1755/2005 και 16933/2003 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως, η υπ' αριθ. 531/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, και η από 19.5.2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικηγόρου και ειδικής δικαστικής γραφολόγου ..., είναι αβάσιμη, αφού, το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να απαιτείτο και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ειδικότερη μνεία του υπ" αριθ. 1829/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δεν απαιτείτο και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτό, ασχέτως αν απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου για τυπικό λόγο, επικύρωσε το υπ' αριθ. 1441/2003 απαλλακτικό για τον εγκαλούντα βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν εμφανίζεται στο σώμα της ένδικης επιταγής υπογραφή του Ζ στον οποίο την παρέδωσε ο αναιρεσείων, αλλά εκδόθηκε αυτή σε διαταγή του εγκαλούντος, ο οποίος καμία απολύτως συναλλαγή δεν είχε με την εκδότρια εταιρία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η αιτίαση ότι το διατακτικό της αποφάσεως στο σημείο που αναφέρει ποια ήταν τα αληθή περιστατικά (σελ. 41 στο τέλος - σελ. 42) διατυπώθηκε έτσι, ώστε να το χρησιμοποιήσει ο εγκαλών στο πολιτικό δικαστήριο για να επηρεάσει την κρίση του είναι απαράδεκτη, αφού οι παραδοχές ως προς τα αληθή γεγονότα αφορούν και αυτές την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 20.11.2009 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κατερίνης ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως και, συνεπώς, δεν έχει υποβληθεί σ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 64/1 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2743/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα - Στοιχεία των εγκλημάτων. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Απόρριψη λόγων για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αιτήματος για αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ και για υπέρβαση εξουσίας ως απαραδέκτων για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Διακοπή της συνεδρίασης κατ' άρθρο 375 § 2 ΚΠΔ. Συγχωρούνται και διακοπές πέραν των δύο μέσα σε διάστημα 30 ημερών. Αν η 15η ημέρα είναι εξαιρετέα ή Σάββατο, η διακοπή μπορεί να γίνει για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 168 § 1 ΚΠΔ), χωρίς από την, πέραν του 15νθημέρσυ, παράταση αυτή, να προκαλείται ακυρότητα ούτε να γίνεται υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη λόγων για έλλειψη αιτιολογίας ως προς απόρριψη αιτήματος για διακοπή συνεδριάσεως σε διάστημα συντομότερο των 15 ημερών από την τελευταία διακοπή, απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Η συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου προσώπου που προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως, αλλά λόγο εξαιρέσεως αυτού. Απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και ο εισαγγελέας που προκαλούσαν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατά των οποίων, όμως, είχε υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεως και απορρίφθηκε. Η απορριπτική της αιτήσεως εξαιρέσεως απόφαση δεν προσβάλλεται με αναίρεση ούτε μαζί με την οριστική απόφαση. Απόρριψη της αιτήσεως στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 788/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10065/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 14/24.1.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 30.12.2010 αίτηση αναίρεσης του Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε από τον ίδιο αυτοπροσώπως με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3-1-2011, κατά της αριθμ. 10065/24-11-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως για παράβαση του Ν. 1428/84 και Ν. 3028/2002. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 463 και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το χρόνο συζητήσεως αυτού και επομένως, αν εκλείψει κατά οποιοδήποτε τρόπο μετά την άσκησή του, το ένδικο μέσο καθίσταται απαράδεκτο (ΑΠ 427/2006 ΠΧ, ΝΣΤ 910, ΑΠ 1908/2003, ΠΧ, ΝΔ 726, ΑΠ 802/2003 ΠΧ, ΝΔ 157). Στην προκειμένη περίπτωση κατά της προσβαλλομένης, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απόφασης, είχε ασκηθεί προηγουμένως από τον ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο η από 8-12-2010 αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας αυτής και με την 2620/4-3-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ακυρώθηκε η διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και διατάχθηκε νέα συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 7432/2011 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, εξέλιπε πλέον το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προσβολή της απόφασης αυτής, και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η από 30-12-2010, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 3-1-2011, αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της αριθμ. 10065/24-11-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30-11-2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρ.463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνες των άρ. 476 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κώδικα και 20 του Συντ., συνάγεται ότι το έννομον συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου, ήτοι και αυτό της αναίρεσης, πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το χρόνο της συζήτησής της. Αν, συνεπώς εκλείψει, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, το έννομον συμφέρον του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της απόφασης, τότε η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Κατά της προσβαλλομένης, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απόφασης 10065/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, είχε ασκηθεί προηγουμένως από τον ερήμην τότε δικασθέντα και ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο η από 8.12.2010 αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας αυτής και, με την 2620/4.3.2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ακυρώθηκε η διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και διατάχθηκε νέα συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 7432/2011 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών, δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς έρευνα κατ' ουσίαν της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης και γι' αυτό πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του ορισθέντος αντικλήτου του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την, επί του φακέλλου της δικογραφίας, επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.12.2010 (που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 3.1.2011), αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου, Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της αριθμ. 10065/24.11.2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το έννομο συμφέρον για την άσκηση ενδίκου μέσου πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το χρόνο συζητήσεώς του. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως με την οποία, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως του κατηγορουμένου, ακυρώθηκε η ερήμην αυτού διαδικασία και διατάχθηκε νέα συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία, εκδόθηκε νέα, καταδικαστική, για τον κατηγορούμενο απόφαση, με αποτέλεσμα, ο αναιρεσείων να μην έχει πλέον έννομο συμφέρον.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 787/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, περί αναιρέσεως της 396/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1374/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την απορριπτική επί των αυτοτελών ισχυρισμών κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Τέλος, μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, είναι και οι: 1) Προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά δικές του ανάγκες, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 1729/1987 και ήδη 29 παρ. 1 του ΚΝΝ (Ν. 3459/2006), οπότε και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. 2) Τοξικομανίας του δράστη, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι αποκτήσεως της έξεως της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987 και ήδη 30 του ΚΝΝ. Για να είναι σαφής και ορισμένος ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, αρκεί να αναφερθεί ότι ο δράστης "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Το δικαστήριο, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του ιδιαίτερα και να αντικρούσει, κατά τα ανωτέρω, το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. 3) Η τοξικομανία, από μόνη της, δεν αποτελεί στοιχείο για να θεωρηθεί ο δράστης, κατ' άρθρο 34 ή 36 ΠΚ, ως ανίκανος ή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, μπορεί όμως να θεμελιώσει τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό, αν ο εξαρτημένος τοξικομανής, συνεπεία της χρήσεως ή της καταχρήσεως ναρκωτικών ουσιών, εμφανίζει ψυχικές διαταραχές, παρανοϊκές εκδηλώσεις ή ψυχωσικά επεισόδια, που του επιφέρουν διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και τον καθιστούν άτομο χωρίς ή με σημαντικά μειωμένο καταλογισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατοχής ναρκωτικών ουσιών (αποξηραμένης κάνναβης σε φούντα συνολικού βάρους 43 γρ., την οποία είχε διαμοιράσει σε 9 πλαστικά σακουλάκια), πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα, και χρηματική εξακοσίων (600) ευρώ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ότι α) κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ήταν τοξικομανής, β) κατείχε την ως άνω μικρή ποσότητα ινδικής κάνναβης για αποκλειστικά δική του χρήση (από τοξικομανή) και γ) ήταν ακαταλόγιστος, άλλως μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί αυτοί διατυπώθηκαν ως εξής: Α) Ο πρώτος: "Από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς μου με απόλυτη ειλικρίνεια κατέθεσα ότι είμαι τοξικομανής με την έννοια του νόμου, έχω αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και αδυνατώ να την αποβάλω με τις δικές μου δυνάμεις. Για το λόγο αυτό κατά το στάδιο της ανάκρισης υπέβαλα το αίτημα να εξετασθώ από επαΐοντες ιατρούς πραγματογνώμονες, προκειμένου να διαπιστωθεί η τοξικομανία μου. Πράγματι, μετά από εντολή του κ. Ανακριτή του Πρωτοδικείου Βόλου εξετάσθηκα από ειδικούς ψυχιάτρους, οι οποίοι συνέταξαν την από 28-6-2000 Ιατρική Πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με την οποία : 1) ο κ. Μ. κάνει τακτική χρήση ινδικής κάνναβης τα τελευταία 2 έτη. 2) Η τρέχουσα συνήθης ημερήσια δόση είναι αυξημένη τουλάχιστον στο διπλάσιο σε σύγκριση με την αρχική. Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα καπνίζει ποσότητα περίπου 4 γραμμαρίων σε μορφή πλακιδίων ανά ημέρα, 3) έχει δοκιμάσει (όταν δεν βρίσκει κάνναβη) τη χρήση ποσοτήτων αλκοόλ αντ' αυτής χωρίς να πετυχαίνει αρεστό αποτέλεσμα, ούτε να κατορθώνει τη διακοπή του ναρκωτικού, 4) η χρήση πλέον είναι καθημερινή και υπό την επήρεια χασίς προσέρχεται στην εργασία του (είναι φοιτητής σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού), 5) υπάρχει διατάραξη των κοινωνικών σχέσεων με την έννοια της επιδίωξης σχέσεων με άλλους χρήστες καθώς και της αποφυγής σχετικών επαφών με το οικογενειακό περιβάλλον, 6) υπάρχουν έμμεσα σημεία ψυχοπαθολογίας (πχ. πτώση επιδόσεων κατά τις τελευταίες τάζεις του λυκείου. Αδυναμία αντιμετώπισης ψυγοπιεστικών συνθηκών χωρίς χασίς). Συμπέρασμα: Ο κ. Π. Μ. είναι εξαρτημένος από χασίς και δεν πιθανολογείται δυνατότητα διακοπής της χρήσης αφ' εαυτού. Χρήζει μακράς ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης". Στο πεδίο των ναρκωτικών ουσιών, η Νομολογία έχει δεχτεί ότι ... Συμπέρασμα όλων των όσων προεκτίθενται είναι ότι σε περίπτωση που ο Δικαστής δεν διαθέτει στοιχεία ικανά να καταρρίψουν την ιατρική πραγματογνωμοσύνη που αποτελεί και τον βασικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί της τοξικομανίας του, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά δεκτός είτε ευθέως, είτε κατ' εφαρμογή της αργής "in dubio pro reo" (...). ... Κατ' ακολουθίαν και επειδή μέσα στην δικογραφία που εκκρεμεί ενώπιον Σας υπάρχει Ιατρική Πραγματογνωμοσύνη των Ψυχιάτρων του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου, στην οποία αναφέρεται ότι εγώ είμαι τοξικομανής, έχω αποκτήσει την έξη στις ναρκωτικές ουσίες και αδυνατώ να την αποβάλω με τις δικές μου δυνάμεις, θα πρέπει και ζητώ να γίνει δεκτός ο παρών αυτοτελής μου ισχυρισμός. Διότι, όταν προβάλλεται στο δικαστήριο, κατά τρόπο ορισμένο ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, το δικαστήριο οφείλει, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική κρίση του διαλαμβάνοντας στην απόφαση του αρνητικά περιστατικά, ειδικά και συγκεκριμένα. Εξάλλου κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρο 177 ΚΠΔ, η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, ο οποίος, αν δεν αποδέχεται τα προκύψαντα από αυτήν συμπεράσματα, πρέπει, να αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του (...). Επιπλέον: Επειδή στην σχηματισθείσα δικογραφία δεν υπάρχει κάποιο άλλο πόρισμα, ή αποδεικτικό στοιχείο που να αναιρεί την διενεργηθείσα κατ' εντολήν της κ. Ανακρίτριας Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου πραγματογνωμοσύνη, θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν από το Δικαστήριό Σας και να διαπιστωθεί εν συνεχεία ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξεως για την οποία κατηγορούμαι". Β) Ο δεύτερος: "Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκα ένοχος για κατοχή 43 γραμμαρίων αποξηραμένης κάνναβης σε φούντα. Όπως και πρωτόδικα με απόλυτη ειλικρίνεια ισχυρίσθηκα απολογούμενος, όλη η ποσότητα ινδικής κάνναβης που κατείχα ανήκε σε εμένα και προοριζόταν για αποκλειστικά προσωπική μου χρήση ως τοξικομανής. Με το άρθρο 29 παρ.1 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, ... ορίζονται τα εξής: " ...".
Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση η ποσότητα ινδικής κάνναβης που κατείχα για αποκλειστικά δική μου χρήση, όπως ήταν 43 γραμμάρια όπως αυτό αναγράφεται στην εκκαλουμένη απόφαση και από την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ανωτέρω διάταξη νόμου ζητώ το Δικαστήριό Σας να κρίνει ότι η ποσότητα που κατείχα ήταν μικρή και δεδομένης της τοξικομανίας μου, όπως αυτή προκύπτει από τα ανωτέρω αναφερόμενα, να εφαρμοστεί το άρθρο 30 παρ.1 και 4 του ΚΝΝ και να κριθώ ατιμώρητος. Όλως επικουρικώς ..., ο χαρακτηρισμός της ποσότητας ως μικρής γίνεται κάθε φορά σε συνδυασμό με την τοξικομανία του δράστη, την ποσότητα που αυτός έχει ανάγκη καθημερινά για την κάλυψη των στερητικών συνδρόμων από τα οποία υποφέρει. Ως ποσότητα που προορίζεται για αποκλειστική χρήση του δράστη θα κριθεί εκείνη η ποσότητα που αντιστοιχεί στο είδος κατά αρχήν του χρησιμοποιούμενου ναρκωτικού, λαμβανομένης υπόψιν της καθαρότητάς του και κυρίως των δόσεων στις οποίες μπορεί να κατανεμηθεί, στον βαθμό εθισμού του δράστη και στην οικονομική του επιφάνεια. (...) Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο (την διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικής ανάγκης του δράστη) για την συγκεκριμένη ουσία γίνεται συνεκτίμηση και της ποσότητας της ουσίας καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του νόμου. Το είδος της ουσίας επιδρά σημαντικώς, το ίδιο δε ισχύει και για την καθαρότητά της (...). Είναι γνωστό ότι η ποσότητα ναρκωτικής ουσίας την οποία προμηθεύεται κάποιος μπορεί να μην αφορά μία μόνον χρήση για την κάλυψη προσωπικής ανάγκης αλλά να αναφέρεται σε ορισμένο χρονικό διάστημα (...). Το αποδεδειγμένο της ατομικής ανάγκης δεν μπορεί να κρίνεται αυτοτελώς με μία χρήση αλλά δέον είναι να συσχετίζεται με διαχρονική τοιαύτη όταν αυτό επιβάλλεται από τις ειδικές προσωπικές απαιτήσεις της ατομικότητος και τα ιδιαίτερα περιστατικά (...). Έτσι, πρέπει να ελέγχεται ο ατομικός χαρακτήρας και η ιδιαιτερότητα των προσωπικών χαρακτηριστικών του δράστη, αλλά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προμηθεύεται τη εν λόγω ναρκωτική ουσία. (...) Επιπλέον, άλλα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν είναι ο βαθμός βλαπτικότητος της ναρκωτικής ουσίας την οποία χρησιμοποιεί το άτομο, η δραστικότητα στον ανθρώπινο οργανισμό που εξαρτάται από το είδος της ουσίας, η περιεκτικότητα σε ναρκωτικό, η κατηγορία στην οποία ανήκει η ναρκωτική ουσία της οποίας γίνεται χρήση ή κατέχεται, η ποσότητα της, η ποιότητα της, το βάρος της και άλλα προσδιοριστικά στοιχεία που αποκλείουν την περίπτωση της εμπορίας και κατατείνουν στην παραδοχή ότι η κατεχόμενη ποσότητα αφορά σε αποκλειστικά ατομική χρήση του δράστη. (...) Η Νομολογία σε πολλές περιπτώσεις έχει κρίνει, ότι πολύ μεγαλύτερες ποσότητες προορίζονται για ιδία χρήση από χρήστη ναρκωτικών ουσιών. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω:...". Γ) Ο τρίτος: "... Στην προκειμένη περίπτωση, εγώ τόσο κατά την διάρκεια τέλεσης της πράξης όσο και στην εν γένει ζωή μου βρίσκομαι σε μία ψυχοπαθητική κατάσταση τέτοια, ώστε να στερούμαι της χρήσεως λογικού. Έχω παρουσιάσει μόνιμη διαταραχή του κέντρου της γνωστικής του λειτουργίας, πάσχω από σοβαρή διατάραξη της συνειδησιακής μου κατάστασης η οποία δεν είναι προσωρινή, αλλά διαρκής και μόνιμη με αποτέλεσμα να μην έχω την ικανότητα να αντιλαμβάνομαι τις πράξεις μου, να μην έχει δηλαδή συνείδηση προσβολής. Αυτό προκύπτει από την από 30-9-2008 Γνωμάτευση της Παιδοψυχιάτρου Α. Τ. σύμφωνα με την οποία: "Ο Μ. Π. του Δ. προήλθε στις 2-7-08 και 10-7-08 συνοδευόμενος από την μητέρα του, προκειμένου να εξετασθεί, λόγω ψυχολογικών δυσκολιών που παρουσιάζει. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι ο Π. πάσχει από χρονίσασα ψυχωσικού τύπου συμπτωματολογία με αναφερόμενη - προ ετών - περιστασιακή χρήση τοξικών ουσιών. Συστήθηκε 1) φαρμακευτική αγωγή ... 2) τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση, 3) ψυχοθεραπεία". Από όλα τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορούμαι δεν βρισκόμουν σε ομαλή ψυχική κατάσταση, αλλά αντίθετα, ήμουν ακαταλόγιστος με την έννοια που προσδίδεται στην λέξη από την διάταξη του άρθρο 34 ΠΚ.
Συνεπώς και κατ' εφαρμογή του άρθρου 34ΠΚ θα πρέπει και ζητώ να μην μου καταλογιστεί η αποδιδόμενη κατηγορία, διότι κατά το χρόνο τέλεσης της λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών μου λειτουργιών δεν είχα την ικανότητα να αντιληφθώ το άδικο της πράξης μου ή να ενεργήσω σύμφωνα με την αντίληψη μου για το άδικο αυτό. Επικουρικά ζητούμε να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριό Σας ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης που μου αποδίδεται ήμουν άτομο με ελαττωμένο καταλογισμό ...
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης που μου αποδίδεται λόγω του προβλήματος της ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζω, όπως αυτό διεγνώσθη και από επαΐοντα ιατρό, δεν ήμουν σε θέση να διακρίνω ευχερώς το δίκαιο από το άδικο, δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω με την ευκολία κάθε μέσου ικανού ανθρώπου το τι επιτάσσει και τι απαγορεύει ο νόμος.
Συνεπώς, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 36 ΠΚ στο πρόσωπό μου". Το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την αιτιολογία ότι: "... αποδείχθηκε ότι ... Ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί "τοξικομανίας" του πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον και ο ίδιος απολογούμενος είπε ότι "έχω κόψει, δεν ασχολούμαι, δεν παίρνω τίποτα" χωρίς να επικαλείται τη βοήθεια "μακράς ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης", όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στην από 28-6-2000 ιατρική πραγματογνωμοσύνη τους οι ψυχίατροι Ν. Β. και Μ. Δ., ενώ το πρώτον προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός στο παρόν Δικαστήριο. Επίσης ως αναπόδεικτοι πρέπει να απορριφθούν και οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί κατοχής ναρκωτικών για αποκλειστικά δική του χρήση [το μοίρασμα σε μικρότερες ποσότητες σε σακουλάκια (9) που έφερε πάνω του, μαρτυρά το αντίθετο] και περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό και πλήρως αποκλεισμού του καταλογισμού (άρθρα 36 και 34 του ΠΚ αντίστοιχα)". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού: α) Ναι μεν η από 28.6.2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν δεσμευτική, πλην, εφόσον δεν αποδέχθηκε τα προκύπτοντα από αυτήν αντίθετα συμπεράσματα, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το χρόνο διενεργείας της (4 ημέρες μετά τη σύλληψή του), ήταν τοξικομανής, όφειλε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απέκλειαν αυτά που οι πραγματογνώμονες έθεσαν ως βάση της γνώμης τους, δεν αρκούσε δε να βασιστεί μόνο σε μια φράση του κατηγορουμένου, την οποία αυτός είπε, κατά την απολογία του, μετά από 11 έτη. β) Δεν ήταν απαραίτητο να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος τη βοήθεια "μακράς ψυχοθεραπευτικής αντιμετωπίσεως", αρκούσε δε μόνο η επίκληση ότι δεν μπορούσε να αποβάλει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών με τις δικές του δυνάμεις. γ) Ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας είχε προταθεί και πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθ. 168/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας. δ) Παρά το ότι το συνολικό βάρος της ποσότητας της ινδικής κάνναβης, για την κατοχή της οποίας καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν υπερέβαινε τα 50 γραμ. (άρθρο 29§1 του ΚΝΝ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως), καλυπτόταν, δηλαδή, από το τεκμήριο κατοχής από χρήστες, το οποίο έθεσε ο νόμος, δεν εξηγεί με πειστική αιτιολογία το αποδεικτικό πόρισμα ότι την ποσότητα αυτή την κατείχε αυτός προς εμπορία, ούτε και από ποια αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι ουδέν διαλαμβάνει περί υπόπτων κινήσεων και επαφών, κατά το χρόνο της συλλήψεως, με άλλα πρόσωπα, ενδεικτικών επικείμενης συναλλαγής, ενόψει, μάλιστα, του ότι πρωτοδίκως αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών. ε) Δεν αιτιολογεί καθόλου την απόρριψη του ισχυρισμού περί ανικανότητας, άλλως περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό του κατηγορουμένου και δη δεν αντικρούει την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, που, όπως αναφέρθηκε, διενεργήθηκε 4 μόλις ημέρες μετά την τέλεση της πράξεως, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχρηζε μακράς ψυχοθεραπευτικής αντιμετωπίσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 396/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Πραγματογνωμοσύνη. Απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί κατοχής για ιδία αποκλειστική χρήση, τοξικομανίας και πλήρους, άλλως περιορισμένης ανικανότητας για καταλογισμό. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε αφενός την αντίθετη προς τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων κρίση του και αφετέρου πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τα ναρκωτικά για εμπορία, ενόψει του ότι η ποσότητα αυτών δεν υπερέβαινε το τεκμήριο κατοχής από χρήστες του άρθρ. 29§1 ΚΝΝ. Παραπομπή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 757/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ" (ΕΚΒΑΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ" (ΙΓΜΕ), που εδρεύει στο Ολυμπιακό Χωριό Αχαρνών και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γρηγορίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Θ. του Β., κατοίκου ..., 4) Δ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 5) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., 7) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 8) Γ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατρούγκαλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1984/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-8-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 5 του ν. 2702/1999, με το οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη Μεταφορά και ένταξη προσωπικού Ι.Γ.Μ.Ε. και Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε., ορίζονται τα εξής: 1. Τα παραρτήματα του Ι.Γ.Μ.Ε. και οι περιφερειακές διευθύνσεις, τα νομαρχιακά παραρτήματα και τα κατά τόπους ιδρυμένα γραφεία του Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε., με εξαίρεση το γραφείο στις Βρυξέλλες και τις ταπητουργικές σχολές, καταργούνται όταν το σύνολο του προσωπικού μεταφερθεί και ενταχθεί στις υπηρεσίες που ορίζονται στην παράγραφο 3 και σε κάθε περίπτωση μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η κατάργηση διαπιστώνεται με πράξη των διοικητικών συμβουλίων του Ι.Γ.Μ.Ε. και του Ε.Ο.Μ.Μ..Ε.Χ. Α.Ε., η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. Με αποφάσεις του Δ.Σ. του Ι.Γ.Μ.Ε. μπορεί να συστήνονται περιφερειακές μονάδες με το αναγκαίο προσωπικό, με σκοπό τη συμβολή στην πραγματοποίηση ερευνητικών δραστηριοτήτων και την αξιοποίηση ανταποδοτικών δραστηριοτήτων του Ι.Γ.Μ.Ε. στην περιοχή ευθύνης τους. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η περιοχή ευθύνης των μονάδων. Με όμοια απόφαση οι μονάδες καταργούνται όταν εκλείψουν οι λόγοι ίδρυσής τους. Οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής εγκρίνονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. Περιφερειακές μονάδες του Ι.Γ.Μ.Ε. συστήνονται οπωσδήποτε στις Περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας, Πελοποννήσου, Ηπείρου και Κρήτης, καθώς και σε όσες άλλες Περιφέρειες υπάρχει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον του Ι.Γ.Μ.Ε.. 2. Σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου τα Διοικητικά Συμβούλια του Ι.Γ.Μ.Ε. και του Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε. καταρτίζουν Κανονισμούς Οργανωτικής Διάρθρωσης των υπηρεσιών τους, με σκοπό την ορθολογική αναδιάταξη του προσωπικού τους, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την κατάργηση των παραρτημάτων, των περιφερειακών διευθύνσεων και των κατά τόπους γραφείων. Με τους κανονισμούς αυτούς μπορεί να καθορίζονται και αυξημένα προσόντα του προσωπικού σε σχέση με τα προβλεπόμενα στους υφιστάμενους κανονισμούς και μπορεί, ιδίως, να προβλέπεται ως προσόν η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, η γνώση ξένων γλωσσών και η εξειδίκευση σε συγκεκριμένο τομέα δραστηριοτήτων του Ι.Γ.Μ.Ε. και του Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε. 3. Με τους Κανονισμούς Οργανωτικής Διάρθρωσης, που προβλέπονται στην συγκεκριμένη παράγραφο, οι θέσεις του προσωπικού στο Ι.Γ.Μ.Ε. και τον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε., αντιστοίχως, καταρτίζουν πίνακες πλεονάζοντος μεταφερόμενου προσωπικού κατά κλάδο, ειδικότητα ή κατηγορία με κριτήριο τη δήλωση επιθυμίας για μεταφορά και ένταξη των υπαλλήλων ή, αν δεν υποβληθεί τέτοια δήλωση, τη σειρά διορισμού ή πρόσληψης στην υπηρεσία, προηγουμένων των νεοτέρων. Στους πίνακες αυτούς περιλαμβάνεται το προσωπικό που υπηρετεί τόσο στην Αθήνα όσο και στην περιφέρεια, προηγουμένων των νεοτέρων στην υπηρεσία. Για την κατάρτιση του πίνακα λαμβάνεται υπόψη, αν συμπίπτει ο ημερολογιακός μήνας διορισμού, η οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου, έτσι ώστε να μεταφέρονται, κατά προτεραιότητα, οι άγαμοι έναντι των εγγάμων, οι έγγαμοι που δεν έχουν τέκνα έναντι αυτών που έχουν ή των εγκύων γυναικών ή των συζύγων τους, και μεταξύ εγγάμων που έχουν τέκνα, αυτοί που έχουν μικρότερο αριθμό τέκνων. Το πλεονάζον προσωπικό μεταφέρεται και εντάσσεται και χωρίς αίτησή του σε υπηρεσίες των φορέων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2469/1997, που λειτουργούν στην περιφέρεια στην οποία υπηρετούν ή, εφόσον το επιθυμούν, και σε άλλη Περιφέρεια με εξαίρεση την Περιφέρεια Αττικής. 4. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου μεταφέρεται και εντάσσεται στους φορείς που ορίζονται ανωτέρω, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε υφισταμένη κενή οργανική θέση και αν δεν υπάρχει σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση για τη μεταφορά και ένταξη. Οι ανωτέρω μεταφορές και εντάξεις διενεργούνται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή των ονομαστικών καταστάσεων της παρ. 7 στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Οι μεταφορές και εντάξεις διενεργούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του οικείου Υπουργού σε κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα που ανήκει ο μεταφερόμενος. Οι μεταφορές και εντάξεις μπορεί να γίνονται και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας κατηγορίας, σε κενές θέσεις ή και σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο συναφή ή και σε προσωρινό κλάδο, που συνιστώνται με την περί μεταφοράς και εντάξεως πράξη και καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μεταφερόμενου. 5. Οι μεταφερόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας, σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο μεταφέρονται και εντάσσονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας. Η βαθμολογική κατάταξη γίνεται μόνο στους φορείς εκείνους, που από τον Οργανισμό τους προβλέπεται διαβάθμιση των θέσεων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η μισθολογική κατάταξη γίνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997. Εφόσον από την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι μεταφερόμενοι τον προηγούμενο μήνα της μεταφοράς και ένταξής τους, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 29 του ν. 2470/1997. 6. Οι μεταφερόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συνεχίζουν να υπάγονται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς που υπήγοντο πριν τη μεταφορά και ένταξή τους. Σε περίπτωση που επιτρέπεται αλλαγή φορέα επικουρικής ασφάλισης και ο ασφαλισμένος επιθυμεί την αλλαγή, τα θέματα μεταφοράς ασφαλιστικών εισφορών και προσμέτρησης του χρόνου ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 7. Μετά την κατάρτιση του πίνακα της παραγράφου 3, το Ι.Γ.Μ.Ε. και ο Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε. υποβάλλουν στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ονομαστικές καταστάσεις με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας των υπό μεταφορά και ένταξη υπαλλήλων, την ειδικότητα και τα τυπικά προσόντα της ειδικότητάς τους ή άλλα τυπικά προσόντα που κατέχουν, την ηλικία τους και την οικογενειακή τους κατάσταση. 8. Το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καταρτίζει πίνακα με τις κενές θέσεις κατά κλάδο και ειδικότητα, καθώς και τις ανάγκες, πέρα των κενών θέσεων, των φορέων στους οποίους επιτρέπεται να μεταφερθούν, λαμβανομένων υπόψη και των αναγκών σε προσωπικό που δημιουργούνται από την εφαρμογή των διατάξεων των δύο προηγούμενων άρθρων. Ο πίνακας κοινοποιείται στο Ι.Γ.Μ.Ε. και τον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε. και τίθεται υπόψη του υπό μεταφορά και ένταξη προσωπικού, προκειμένου να υποβληθούν αιτήσεις προτιμήσεως των υπαλλήλων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση του πίνακα στο Ι.Γ.Μ.Ε. και τον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε.. Η αίτηση προτίμησης μπορεί να αφορά μέχρι τρεις φορείς από τους περιλαμβανόμενους στον πίνακα. Με την αίτηση προτίμησης ο μεταφερόμενος δικαιούται να δηλώσει ότι, εφόσον στο φορέα που θα μεταφερθεί και θα ενταχθεί προβλέπεται σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, επιθυμεί να ενταχθεί με τη σχέση αυτή. Οι υποβληθείσες αιτήσεις προτιμήσεως μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας διαβιβάζονται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 9. Ο καθορισμός της ειδικότητας και του φορέα στον οποίο μεταφέρονται και εντάσσονται οι ανωτέρω γίνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Αν υποβληθούν περισσότερες αιτήσεις προτίμησης για την ίδια θέση, λαμβάνονται υπόψη κατά σειρά τα κατωτέρω κριτήρια: α) η σειρά προτίμησης, β) η κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως απασχόληση του υπό μεταφορά και ένταξη υπαλλήλου τουλάχιστον για ένα (1) έτος, στον φορέα για τον οποίο εκδηλώνει προτίμηση, συνεπεία αποσπάσεώς του σε αυτόν, γ) η συνυπηρέτηση συζύγων, δ) ο βαθμός ή ο αξιολογικός χαρακτηρισμός, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις αξιολόγησης για όλους τους συγκρινόμενους προς μεταφορά και ένταξη, προηγουμένων των εχόντων υψηλότερους βαθμολογικούς ή αξιολογικούς χαρακτηρισμούς, ε) η οικογενειακή κατάσταση, προηγουμένων των εγγάμων με τα περισσότερα τέκνα και των εγγάμων έναντι των αγάμων, στ) ο ανώτερος τίτλος σπουδών ή βαθμός τίτλος σπουδών και ζ) εφόσον τα ανωτέρω κριτήρια συντρέχουν για περισσότερους υπαλλήλους, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, προηγουμένων αυτών με τα περισσότερα χρόνια υπηρεσίας. 10. Δεν επιτρέπεται μεταφορά και ένταξη χωρίς αίτηση προτίμησης, εκτός του νομού που υπηρετεί ο μεταφερόμενος. 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου. 12. Με αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομικών οι αναγκαίες πιστώσεις για τις μεταφορές και εντάξεις του παρόντος άρθρου μεταφέρονται από τις σχετικές κρατικές επιχορηγήσεις για το Ι.Γ.Μ.Ε. και τον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε., που έχουν εγγραφεί στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης, στους φορείς στους οποίους μεταφέρεται το πλεονάζον προσωπικό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η μεταφορά και η ένταξη του πλεονάζοντος προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του αναιρεσείοντος (Ι.Γ.Μ.Ε.) Ν.Π.Ι.Δ., του δημοσίου τομέα σε υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. (εδ. τελευταίο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2469/1997) και η ένταξη αυτού σε κενές (ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις με την απόφαση μεταφοράς) θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, γίνεται αναγκαστικά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και του οικείου Υπουργού, σε κατηγορία κλάδο ή ειδικότητα που ανήκει ο μεταφερόμενος. Έτσι με τη μεταφορά του ως άνω προσωπικού επέρχεται μεν, κατ' αποτέλεσμα, λύση της σχέσεως εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αυτού με τον προηγούμενο εργοδότη του, πλην όμως ο εργαζόμενος μεταφέρεται σε ίδια θέση με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη του (χωρίς, μάλιστα, καταβολή αποζημιώσεως από τον προηγούμενο φορέα) και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών σχέσεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Επομένως, η μεταφορά του ως άνω προσωπικού δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως, η οποία αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσεως, χωρίς τη μεταφορά του εργαζομένου σε άλλη θέση και διασφάλιση της προηγούμενης υπηρεσιακής του καταστάσεως, σε αντίθεση με την εν λόγω μεταφορά αυτού, που γίνεται σε ίδια θέση, με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη και έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη διασφάλιση των εργασιακών του σχέσεων και των ασφαλιστικών του δικαιωμάτων (ΑΠ. 1019/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι προσελήφθησαν από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος αυτών στις 25.4.1984 με την ειδικότητα του εργοδηγού, ο δεύτερος στις 9.8.1972, με την ειδικότητα του εργοδηγού, ο τρίτος στις 8.2.1976 με την ειδικότητα του γεωτρυπανιστή, ο τέταρτος στις 18.4.1977 με την ειδικότητα του εργοδηγού μεταλλείων, ο πέμπτος στις 20.8.1979 με την ειδικότητα του γεωτρυπανιστή, η έκτη στις 23.1.1984 με την ειδικότητα της εργοδηγού χημικού, ο έβδομος στις 20.6.1979 με την ειδικότητα του οδηγού και ο όγδοος στις 6.9.1977 με την ειδικότητα του γεωτρυπανιστή. Το 1999 ίσχυε η από 6.5.1996 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών", στο άρθρο 7 της οποίας προεβλέπετο ότι "Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας για οποιαδήποτε αιτία, πλην των εθελουσίων μετατάξεων, το ΙΓΜΕ χορηγεί πέραν από τα ισχύοντα από την εργατική νομοθεσία κι ένα μηνιαίο μισθό για κάθε πενταετία πραγματικής υπηρεσίας στο Ι.Γ.Μ.Ε. Για κλάσμα της πενταετίας χορηγείται το αναλογούν του μηνιαίου μισθού". Στις 7.4.1999 τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2702/1999, με το άρθρο 5 του οποίου αφ' ενός μεν ορίσθηκε ότι το προσωπικό του Ι.Γ.Μ.Ε. μειώνεται, αφ' ετέρου δε καθοριζόταν η τηρητέα από το Δ.Σ. του Ι.Γ.Μ.Ε. διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού του πιο πάνω νόμου, καθώς και η προθεσμία και ο τρόπος μειώσεως του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε., προς υλοποίηση της νομοθετικής αυτής επιταγής. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο της αναγκαστικής μειώσεως του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε. με τον ως άνω νόμο, ο τελευταίος ρύθμιζε και ότι αφορούσε τη μετάταξη και μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε. Το Δ.Σ. του Ι.Γ.Μ.Ε., σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΙΠΔΔΔ/Φ22/914/20544 εγγράφου του Υπουργείου Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που αφορούσε στο θέμα της αποδοχής ή μη της μετατάξεως των υπαλλήλων του στις κενές θέσεις που προέκυψαν από τον καταρτισθέντα από το Υπουργείο σχετικό πίνακα και προκειμένου να επιταχυνθεί η καθοριζόμενη από το νόμο διαδικασία μειώσεως του προσωπικού του, σε συνεννόηση με τους αιρετούς εκπροσώπους του τελευταίου, παρέλειψε τη σύνταξη πίνακος πλεονάζοντος προσωπικού του (§ 3 άρθρου 5 του ν. 2702/1999) και με την από 30.11.1999 ανακοίνωσή του, καθώς και με το από 11.1.2000 έγγραφό του, απηύθυνε πρόσκληση προς το προσωπικό του, με την οποία ζητούσε να του γνωστοποιήσουν με αίτηση προτιμήσεως όσοι από το προσωπικό του επιθυμούσαν τη μετάταξή τους στις ως άνω συγκεκριμένες κενές θέσεις δημοσίων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και φορέων του Δημοσίου, δηλώνοντας μέχρι και τρεις φορείς. Αφού υποβλήθηκαν 161 δηλώσεις προτιμήσεως μετάταξης στους φορείς όπου οι υπάλληλοί του θα µπορούσαν να µεταταγούν, στις 6-3-2000 το ΔΣ του εκκαλούντος, µετά την εν τω µεταξύ ανάκληση 5 εκ των 161 υποβληθεισών δηλώσεων προτίμησης, ενημέρωσε το Υπουργείο Ανάπτυξης για τον αριθµό των δηλώσεων που ανήρχοντο τελικώς σε 156 και συγχρόνως κοινοποίησε συνηµµένο πίνακα του πλεονάζοντος προσωπικού κατά Κλάδο και κατηγορία. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε η µείωση του προσωπικού του εκκαλούντος µε τη μετάταξη του πλεονάζοντος προσωπικού του, µεταξύ δε του μεταταχθέντος, κατά τα ως άνω, ως πλεονάζοντος προσωπικού, ήταν και οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι με υπουργικές αποφάσεις, μετατάχτηκαν, ο πρώτος στην Περιφέρεια Ηπείρου ως τεχνικός στις 10.1.2001, ο δεύτερος στην περιφέρεια Ηπείρου ως εργοδηγός στις 1.3.2001, ο τρίτος στην Νοµαρχ. Αυτοδιοίκηση Πέλλας ως επιμελητής στις 23.8.2002, ο τέταρτος στην περιφέρεια Ηπείρου ως εργοδηγός στις 22.2.2001, ο πέμπτος στον ΟΑΕΔ Ιωαννίνων ως κλητήρας στις 16.10.2000, η έκτη στο Γενικό Χημείο του κράτους στα Ιωάννινα ως εργοδηγός Χημικών εργαστηρίων στις 12.4.2000, ο έβδοµος στην 8η Εφορία Αρχαιοτήτων ως οδηγός στις 16.2.2000 και ο όγδοος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως κλητήρας στις 1.2.2004. Όπως συνάγεται απ' όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2702/1999, η κατ' εφαρμογή του νόμου αυτού µείωση του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε. και η μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού του ήταν αναγκαστική, γι' αυτό και το Ι.Γ.Μ.Ε. όφειλε να καταρτίσει πίνακα του πλεονάζοντος προσωπικού του, ανεξάρτητα από τη δήλωση επιθυμίας, μεταφοράς ή ένταξης του τελευταίου (άρθρο 5 §§ 2 & 3), αφού, κατά νοµοθετική επιταγή, το πλεονάζον προσωπικό θα µετεφέρετο και θα ενετάσσετο και χωρίς αίτησή του σε υπηρεσίες που όριζε το άρθρο 2 § 7 εδ. τελευταίο του ν. 2469/1997 (άρθρο 5 § 3 στο τέλος). Το ότι εξάλλου επρόκειτο για εκ του νόμου αναγκαστική μετάταξη καθίσταται σαφές από όλες τις διατάξεις του άρθρου 5, όπως στις παραγράφους 8, 9 και 10, στις οποίες ορίζεται µεν η προθεσμία κατάρτισης του πίνακα και το περιεχόµενο της αίτησης προτίμησης που δικαιούται να υποβάλλει ο μεταφερόμενος (§ 8), πλην όµως ο καθορισµός της ειδικότητας και του φορέα στον οποίο μεταφέρονται οι υπάλληλοι γίνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών (§ 9) και δεν επιτρέπεται μεταφορά και ένταξη εκτός του νοµού που υπηρετεί ο μεταφερόμενος χωρίς αίτηση προτίμησης (§ 10). Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από ότι ο νόµος καθόριζε τη διαδικασία υποβολής δηλώσεως επιθυµίας μετατάξεως και μεταφοράς από το προσωπικό και από το αν υπεβλήθησαν ή όχι σχετικές δηλώσεις, επρόκειτο για αναγκαστικές και όχι οικειοθελείς μετατάξεις, εφόσον µε τον ν. 2702/1999 μειωνόταν το προσωπικό του Ι.Γ.Μ.Ε. και στο πλαίσιο της ως άνω νομοθετικής επιταγής και προς διευκόλυνση της υλοποίησής της καθοριζόταν και η διαδικασία υποβολής δηλώσεων επιθυµίας, η αποδοχή των οποίων όµως δεν ήταν υποχρεωτική, αφού από το Υπουργείο Εσωτερικών (§ 9) γινόταν ο καθορισµός του φορέα του μεταφερομένου προσωπικού. Ο ισχυρισµός του εκκαλούντος ότι εν όψει του ποσοστού μειώσεως του προσωπικού του (το οποίο πάντως ποσοστό δεν ήταν γνωστό στους εφεσιβλήτους, όταν υπέβαλαν τις αιτήσεις προτιμήσεως) οι συγκεκριμένοι υπάλληλοί του (εφεσίβλητοι), δεν θα µετατάσσοντο, λόγω της αρχαιότητάς τους και ως εκ τούτου η μετάταξη τους έγινε οικειοθελώς, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιµος, διότι, εκτός όλων των προαναφερομένων, η ratio του άρθρου 5 του ν. 2702/1999 ήταν η µείωση του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε. (και του ΕΟΜΜΕΧ), και σε καµµία περίπτωση δεν επρόκειτο περί νομοθετικής ρυθμίσεως που επέτρεπε αυτοτελώς (και χωρίς την επιταγή για µείωση προσωπικού) τη μετάταξη των υπαλλήλων του Ι.Γ.Μ.Ε. (και του ΕΟΜΜΕΧ), τις δε σχετικές µε τη μετάταξη διατάξεις του, διέλαβε, µόνο για τη διευκόλυνση της υλοποίησης της νομοθετικής επιταγής περί μειώσεως του προσωπικού των πιο πάνω φορέων, οι δε αιτήσεις προτίμησης των εφεσιβλήτων, σχετικά µε τις ορισθείσες και ανακοινωθείσες από το αρµόδιο Υπουργείο κενές θέσεις, δεν είχαν χαρακτήρα αιτήσεων οικειοθελούς μετατάξεως, αλλά έγιναν ακριβώς στα πλαίσια της παραπάνω διαδικασίας για την αναγκαστική τους μετάταξη. Από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται ότι η, κατά τα ως άνω αναγκαστική μετάταξη - μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε., µεταξύ του οποίου και οι εφεσίβλητοι, ήτοι η μετάταξή τους από νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του Δηµόσιου τοµέα σε δηµόσιες υπηρεσίες, ΝΠΔΔ και λοιπούς φορείς του Δηµοσίου, επέφερε τη λύση της σχέσης εργασίας τους.
Συνεπώς, καταλήγει το δικαστήριο, εφ' όσον η σύµβαση εργασίας των εφεσιβλήτων µε το εκκαλούν λύθηκε λόγω αναγκαστικής και όχι εθελουσίας μετατάξεως, οι τελευταίοι υπάγονται στο προαναφερόμενο άρθρο 7 της ισχύουσας γι' αυτούς ΕΣΣΕ και δικαιούνται τα ποσά που προβλέπονται από το άρθρο αυτό. Συγκεκριμένα, ο πρώτος των εφεσιβλήτων δικαιούται του ποσού των 4.493,72 ευρώ, ο δεύτερος των εφεσιβλήτων δικαιούται του ποσού των 6.180,21 ευρώ, ο τρίτος των εφεσιβλήτων δικαιούται του ποσού των 8.670,57 ευρώ, ο τέταρτος δικαιούται του ποσού των 7.634,06 ευρώ, ο πέµπτος δικαιούται του ποσού των 5.595,06 ευρώ, η έκτη δικαιούται του ποσού των 4.218,17 ευρώ, ο έβδομος δικαιούται του ποσού των 6.374,94 ευρώ, και ο όγδοος των εφεσιβλήτων δικαιούται του ποσού των 10.203,80 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1175/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκαν στους αναιρεσίβλητους τα παραπάνω ποσά. Με την κρίση του αυτή το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2702 του 1999 και του άρθρου 7 της από 6-5-1996 συλλογικής σύμβασης εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του Ι.Γ.Μ.Ε.", διότι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, η μεταφορά του ως άνω προσωπικού δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως, η οποία αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσεως, χωρίς τη μεταφορά του εργαζομένου σε άλλη θέση και διασφάλιση της προηγούμενης υπηρεσιακής του καταστάσεως, σε αντίθεση με την εν λόγω μεταφορά αυτού, που γίνεται σε ίδια θέση, με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη και έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη διασφάλιση των εργασιακών του σχέσεων και των ασφαλιστικών του δικαιωμάτων, γεγονός, που αποκλείει αξίωση επί της προβλεπόμενης, από το άρθρο 7 της άνω σ.σ.ε., παροχής.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας των (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1984/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η μεταφορά και του πλεονάζοντος προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του (Ι.Γ.Μ.Ε.) Ν.Π.Ι.Δ., σε υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. (εδ. τελευταίο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2469/1997) και η ένταξη αυτού σε κενές (ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις με την απόφαση μεταφοράς) θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, γίνεται αναγκαστικά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και του οικείου Υπουργού, σε κατηγορία κλάδο ή ειδικότητα που ανήκει ο μεταφερόμενος. Με αυτήν επέρχεται μεν, κατ' αποτέλεσμα, λύση της σχέσεως εργασίας με τον προηγούμενο εργοδότη του, πλην όμως ο εργαζόμενος μεταφέρεται σε ίδια θέση με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη του (χωρίς, μάλιστα, καταβολή αποζημιώσεως από τον προηγούμενο φορέα) και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών σχέσεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Επομένως, η μεταφορά του ως άνω προσωπικού δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως, η οποία αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσεως, χωρίς τη μεταφορά του εργαζομένου σε άλλη θέση και διασφάλιση της προηγούμενης υπηρεσιακής του καταστάσεως, σε αντίθεση με την εν λόγω μεταφορά αυτού, που γίνεται σε ίδια θέση, με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη και έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη διασφάλιση των εργασιακών του σχέσεων και των ασφαλιστικών του δικαιωμάτων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 749/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου), σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείοουσας-κατηγορουμένης Μ.-Γ. Σ.-Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ-7769/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 78/22-3-12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476.1 και 513.1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 27.1.2012 αίτηση αναίρεσης της Μ.-Γ. Σ. κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. ΒΤ7769/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση εκείνου που το άσκησε, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (σε συμβούλιο), απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473.1,2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης, αν ο διάδικος είναι παρών, διαφορετικά από την νόμιμη επίδοση της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παραγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Μ.-Γ. Σ. άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. ΒΤ 7769/9.12.2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε, ως παρούσα, εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπανδρέου, ένοχη παράβασης Α.Ν. 690/1945, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Η αναίρεση ασκήθηκε με αίτηση-δήλωση της ίδιας της αναιρεσείουσας προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 4/27.1.2012, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο την 16.1.2012, όπως προκύπτει από την συνημμένη βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά.
Συνεπώς, η αναίρεση αυτή είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία άσκησης της έληγε την 26.1.2012, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) € (άρθρα 476.1, 513.1α' και 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθ. 4.2012 αίτηση αναίρεσης της Μ.-Γ. Σ. κατοίκου ... κατά της υπ' αριθ. ΒΤ 7769/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και β) να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) €. Αθήνα 19.3.2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 473 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: παρ. 1 "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ..." παρ. 3 "Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στα ειδικά βιβλία που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 507 παρ. 1 εδ. α' και 474 ΚΠΔ συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, προκειμένου για απόφαση που δημοσιεύθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ή όταν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο, είναι δεκαήμερη με αφετήριο χρονικό σημείο την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ενώ, όπως, από το άρθρο 474 παρ. 2 ίδιου κώδικα, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησης του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπορούσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλιώς σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη απόφαση ΒΤ 7769/2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, και με την οποία η κατηγορουμένη, η οποία κατ' εκείνη τη δίκη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπανδρέου, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων μηνών για παράβαση του ΑΝ 690/1945, καταχωρήθηκε καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 16.1.2012, ενώ η αναίρεση κατ' αυτής ασκήθηκε στις 27.1.2012, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών, η οποία αρχίζει για την αναιρεσείουσα από την επομένη ημέρα της πιο πάνω καταχώρησης, εφόσον αυτή εκπροσωπήθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο με δικηγόρο. Ενόψει τούτου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, εφόσον ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι στις 27.1.2012 και όχι μέχρι της 26.1.2012, 9η μέρα λήξης της δεκαήμερης προθεσμίας) και, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται στην έκθεση αναίρεσης λόγους (ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα), που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής, είναι απαράδεκτη και πρέπει, μετά την ειδοποίηση της αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27 Ιανουαρίου 2012, αίτηση της Μ.-Γ. Σ.-Τ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΒΤ 7769/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, επειδή έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα. Δε γίνεται ούτε επίκληση λόγων, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 747/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου), σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 232/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 63/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 77/21.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την από 30-12-2011 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της 232/11 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε για κατοχή και πώληση ναρκωτικών [άρθρα 4 παρ.1,3 πίν.Α αρ.5, 5 παρ.1 περ.β, ζ, δ Ν. 1729/87] σε πρόσκαιρη κάθειρξη 12 ετών, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2- Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν. 2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία κατόπιν άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας εκ μέρους του κατηγορουμένου, κατ' άρθρο 341 ΚΠΔ, ακυρώθηκε, οπότε το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ακόμη τελειωτικά επί της κατηγορίας. 3- Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της 232/11 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε για κατοχή και πώληση ναρκωτικών [άρθρα 4 παρ.1, 3 πίν. Α αρ.5, 5 παρ.1 περ.β, ζ, 8 Ν. 1729/87] σε πρόσκαιρη κάθειρξη 12 ετών. Η προσβαλλόμενη όμως καταδικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, που άσκησε εντωμεταξύ ο ίδιος στο εν λόγω δικαστήριο, κατ' άρθρο 341 ΚΠΔ, το τελευταίο την ακύρωσε με την 60/12 νεώτερη απόφασή του.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον ασκείται κατ' απόφασης που δεν έκρινε τελειωτικά την κατηγορία του. 4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως γιατί ασκείται κατ' αποφάσεως που δεν υπόκειται σ' αυτήν, και να επιβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 €. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να απορριφθεί η από 30-12-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της 232/11 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, και Β- Να επιβληθούν στο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία μετά από άσκηση αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας από τον κατηγορούμενο, κατ' άρθρο 341 ΚΠΔ, ακυρώθηκε, οπότε το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ακόμη τελειωτικά επί της κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς στοιχεία της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 232/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάστηκε για κατοχή και πώληση ναρκωτικών σε πρόσκαιρη κάθειρξη δώδεκα ετών. Την απόφαση όμως αυτή, ύστερα από αίτηση ακύρωσης διαδικασίας, που στο μεταξύ άσκησε ο κατηγορούμενος στο προδιαληφθέν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 341 ΚΠΔ, το τελευταίο που ακύρωσε με τη (νεότερη) απόφασή του 60/2012 και, συνεπώς, η αναίρεση ασκείται κατ' απόφασης που δεν έχει κρίνει τελειωτικά την κατηγορία. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, εφόσον ασκείται κατ' απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠΔ, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30 Δεκεμβρίου 2011, αίτηση του Γ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 232/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως μη τελειωτική της κατηγορίας, λόγω ακύρωσής της, κατ’ άρθρο 341 ΚΠΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 746/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-ιδιοκτήμονος Β. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 291/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με κατηγορούμενο τον Θ. Μ. του Ι..
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - ιδιοκτήμων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 293/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 79/21.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 1/2012 έκθεση αναίρεσης του Β. Δ. Ψ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 291/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ., "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Στον Κ.Π.Δ. δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου εφέσεως ή αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος με το οποίο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 268§3 και 307 στοιχ. β' του ιδίου Κώδικα απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου ή τρίτου για άρση κατασχέσεως, η οποία επιβλήθηκε στα χέρια αυτών και διατάσσεται η συνέχιση της κατασχέσεως. Και τούτο διότι, το εν λόγω βούλευμα ανήκει στην κατηγορία των κατά το άρθρο 548 του Κ.Π.Δ. προπαρασκευαστικών ή προδικαστικών βουλευμάτων, τα οποία δεν παράγουν δεδικασμένο και το δικαστικό συμβούλιο δεν απεκδύεται της δικαιοδοσίας του να επιληφθεί και πάλι νέας σχετικής αίτησης και να τροποποιήσει το αρχικό βούλευμα αν ανακύψουν νέα γεγονότα που δικαιολογούν την τροποποίηση αυτή, η οριστική δε, περί αποδόσεως ή μη των κατασχεθέντων, κρίση, ανήκει είτε στο δικαστικό συμβούλιο που θα εκδώσει το κατ' άρθρο 310§1 Κ.Π.Δ. οριστικό βούλευμα, είτε στο δικαστήριο, αν είναι παραπεμπτικό βούλευμα (ΑΠ 579/05 Π.Χρ. ΝΕ/996). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 34γ του Ν. 3904/2010, καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ. η οποία παρείχε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος στις περιπτώσεις που αυτό την επέτρεπε.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθ. 291/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 43/ 23-11-2011 έφεσή του, κατά του υπ' αριθμ. 893/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο απέρριψε την από 30-9-2011 αίτηση του για άρση της κατάσχεσης και την απόδοση στον ίδιο του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΔΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, μάρκας OPEL VECTRA, που κατασχέθηκε με την από 21-9-2011 έκθεση κατάσχεσης των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών. Επειδή σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθ. 1/2012 αίτηση αναίρεσης του Β. Δ. Ψ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 291/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Άσκηση ένδικου μέσου έφεσης ή αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος, με το οποίο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 268 παρ.3 και 307 στοιχ.β' ΚΠΔ, απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου ή τρίτου για άρση κατάσχεσης, η οποία έχει επιβληθεί στα χέρια αυτών και διατάσσεται η συνέχιση της κατάσχεσης, δεν προβλέπεται στο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τούτο δε, διότι το εν λόγω βούλευμα ανήκει στην κατηγορία των, κατά το άρθρο 548 ίδιου Κώδικα, προπαρασκευαστικών ή προδικαστικών βουλευμάτων, τα οποία δεν παράγουν δεδικασμένο και το δικαστικό συμβούλιο δεν απεκδύεται της δικαιοδοσίας του να επιληφθεί και πάλι νέας σχετικής αίτησης και να τροποποιήσει το αρχικό βούλευμα, εφόσον ανακύψουν νέα γεγονότα που δικαιολογούν την τροποποίηση αυτή, η οριστική δε, για απόδοση ή μη του κατασχεθέντος, κρίση ανήκει είτε στο δικαστικό συμβούλιο, που θα εκδώσει, κατ' άρθρο 310 παρ.1 ΚΠΔ, οριστικό βούλευμα, είτε στο δικαστήριο, αν το βούλευμα είναι παραπεμπτικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα επιτρεπτώς στοιχεία της δικογραφίας, ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος 291/2011 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η με αριθμό 43/23.11.2011 έφεσή του, κατά του 893/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την, από 30.9.2011, αίτησή του για άρση της κατάσχεσης και την απόδοση στον ίδιο του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, "μάρκας" OPEL VECTRA, το οποίο κατασχέθηκε με την, από 21.9.2011, έκθεση κατάσχεσης των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης ναρκωτικών. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν προβλέπεται από το νόμο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠΔ, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 23 Ιανουαρίου 2012, αίτηση του Β. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 291/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, που απέρριψε, ως απαράδεκτη, έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο απέρριψε αίτηση για άρση κατάσχεσης. Δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού ότι τέτοιο δεν προβλέπεται από το νόμο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 747/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα δε εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Αργοστολίου Κεφαλληνίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1308/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1401/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος του αναιρετηρίου, όπως αυτός συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 23-5-2007 έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 1308/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την από 9-12-2005 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6757/6-12-2005 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως και ακυρώσει την εκτέλεση, στη συνέχεια δε κρατήθηκε η υπόθεση από το Εφετείο και απορρίφθηκε η ανακοπή.
Κατά το άρθρο 87 παρ. 1 του ν. δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού": "Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία". Κατά την παρ. 2 περ. γ' του ίδιου άρθρου του ν. δ. 321/1969 " Χρέη προς το Δημόσιον ... εκ συμβάσεων ... υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφήν αρχομένην από τη λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον". Κατά την παρ. 4 αυτού: "Χρέη προς το Δημόσιον, προερχόμενα εξ απαιτήσεων περιελθουσών εις τούτο εξ οιουδήποτε λόγου, αίτινες δεν είχαν παραγραφεί εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου μέχρι της μεταβιβάσεώς των εις το Δημόσιον, παραγράφονται μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο (ΑΠ 915/2004). Η πενταετής δε αυτή παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους (το οποίο κατ' άρθρο 5 παρ.2 του ν.δ. 321/1969 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου ημερολογιακού έτους) μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση του Δημοσίου και συμπληρώνεται την 31/12 του πέμπτου ημερολογιακού έτους (Α.Π. 915/2004, Α.Π. 181/2004, Α.Π. 1270/2003, Α.Π. 125/2001, Α.Π. 1546/1986, ΣτΕ 1605/2007 επί της όμοιας διάταξης του άρθρου 91 παρ.1 του ν.δ.321/1969). Απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ίδιου ν. δ/τος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις, κατ' εξουσιοδότηση του α. ν. 747/1945 και α.ν. 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου αυτού και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, τούτο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας κατά του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή (ΑΠ 1769/2001). Με το άρθρο 113 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ... κ.λ.π." καταργήθηκε το ν.δ. 321/1969. Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 του ν. 2362/1995, που ισχύει από 1-1-1996 : "απαιτήσεις του Δημοσίου, ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την εν στενή εννοία βεβαίωσή τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγύησης σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκατάστασής του στα δικαιώματα του πιστωτή, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996) σε 10ετή παραγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, (κατ' απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ. α ν. 2362/1995 κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του"), εφόσον όμως δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν 5ετής για το Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την ένδικη ανακοπή της κατά της εκτέλεσης προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι οι εναντίον της απαιτήσεις του Δημοσίου, από παροχή εγγύησης σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας, έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 87 παρ. 4 του ν.δ. 321/1969, γιατί βεβαιώθηκαν στις 22-4-1990 και κατά συνέπεια από το τέλος του έτους αυτού και μέχρι της κατασχέσεως κατά το έτος 2005, έχουν παρέλθει πέντε και πλέον έτη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτήν, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δεχόμενο ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου καταλαμβάνονταν μεν από την πενταετή παραγραφή του άρθρου 87 παρ. 4 του ν. δ. 321/1969, η οποία, όμως, δεν είχε συμπληρωθεί την 1-1-1996 κατά την οποία άρχισε η ισχύς του ν. 2362/1995 και ότι επομένως αυτές υπόκεινται πλέον στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 65 παρ. 5 εδ. τελευταίο του Ν. 2362/1995, η οποία, ενόψει της έναρξης ισχύος του νόμου από 1-1-1996, συμπληρώνεται στις 1-1-2006 και ότι εντεύθεν κατά την επιβολή της κατάσχεσης (6-12-2005) δεν είχαν παραγραφεί οι απαιτήσεις του Δημοσίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 87 παρ. 4 του ν.δ. 321/1969 είχε συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995 και απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, χωρίς μάλιστα να ερευνήσει το δεύτερο λόγο έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου περί διακοπής σε κάθε περίπτωση της πενταετούς παραγραφής με τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (επιβολή κατάσχεσης και αναγγελία της απαίτησής του σε πλειστηριασμό) κατά του εις ολόκληρον οφειλέτη του Δημοσίου Β. Δ. (άρθρο 89 παρ.2 του ν.δ. 321/1969), ο οποίος με σύμβαση είχε αναλάβει σωρευτικά την εξόφληση του χρέους, ότι η κατά το άρθρο 87 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ν.δ. 321/1969 πενταετής παραγραφή των ένδικων απαιτήσεων του Δημοσίου, που βεβαιώθηκαν εντός του οικονομικού έτους 1990, δεν είχε συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995, δηλαδή την 1-1-1996, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 παρ.4 του ν.δ. 321/1969, αφού η πενταετής παραγραφή των ένδικων απαιτήσεων του Δημοσίου άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους (το οποίο κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν.δ. 321/1969 αρχίζει από 1/1 και λήγει στις 31-12 του ίδιου έτους) εντός του οποίου βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο (1990) και, με την προϋπόθεση ότι δεν διακόπηκε με έναν από τους οριζόμενους στο άρθρο 89 του ν. δ. 321/1969 τρόπους, συμπληρωνόταν την 24.00 ώρα στις 31-12-1995, πριν δηλαδή την έναρξη ισχύος του Ν. 2362/1995 και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιμηκυνθεί σε δεκαετή. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 65 παρ.5 του ν. 2362/1995 κατά το μέρος που καταλαμβάνει και τις αξιώσεις που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του και υπόκειντο υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς σε μη συμπληρωθείσα βραχύτερη παραγραφή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο νομοθέτης δεν κωλύεται από το Σύνταγμα να επιμηκύνει μη συμπληρωθείσα παραγραφή αξίωσης (Α.Π. 915/2004).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 87 παρ.4 του ν. δ. 321/1969: "Χρέη προς το Δημόσιον προερχόμενα εξ απαιτήσεων περιελθουσών εις τούτο εξ οιουδήποτε λόγου, αίτινες δεν είχον παραγραφή εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου μέχρι της μεταβιβάσεως των εις το Δημόσιον, παραγράφονται μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)". Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου εγεννήθη η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Χρεώλυτρο κατά την έννοια του δεύτερου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Μόνον όμως όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (Α.Π. 1455/2007, Α.Π. 637/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αξίωση της πιστώτριας τράπεζας από τη χορήγηση στον πρωτοφειλέτη τεσσάρων τοκοχρεωλυτικών δανείων, το πρώτο στις 10-3-1970, εξοφλητέο εντός 10 ετών σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις κατά το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, το δεύτερο στις 8-10-1971, εξοφλητέο εντός 12,5 ετών σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις κατά το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, το τρίτο στις 2-3-1973, εξοφλητέο εντός 10 ετών σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με το ίδιο σύστημα και το τέταρτο στις 25-9-1974, εξοφλητέο εντός προθεσμίας 12.5 ετών σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ. και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 15 του Α.Κ., αφού εξαιρούνται της διατάξεως αυτής οι τόκοι που κεφαλαιοποιούνται, σε συνέπεια δε της κρίσεώς του αυτής απέρριψε την από το άρθρο 859 του Α.Κ. ένσταση της καθής η ανακοπή ότι δεν ευθύνεται έναντι του εγγυηθέντος τα δάνεια Ελληνικού Δημοσίου, επειδή αυτό παρέλειψε από βαριά αμέλειά του να αντιτάξει κατά της πιστώτριας την από το άρθρο 250 αριθ.15 του Α.Κ. παραγραφή της κύριας αξίωσής της για τις τοκοχρεωλυτικές εκείνες δόσεις που έληξαν και δεν πληρώθηκαν και ως προς τις οποίες παρήλθε πενταετία μέχρι της κατάπτωσης της εγγυήσεως και ότι εντεύθεν δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος για βεβαίωση του χρέους. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 249, 250 αριθ. 15 και 859 Α.Κ., καθόσον δεν διευκρινίζει αν το ποσό που κατέβαλε το Δημόσιο ως εγγυητής και βεβαιώθηκε στο Δημόσιο Ταμείο αναφέρεται σε καθυστερούμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των άνω δανείων, οι οποίες υπόκεινται αυτοτελώς στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 15 Α.Κ. ή σε χρεωλυτικές δόσεις οι οποίες απώλεσαν τον χαρακτήρα τους αυτόν δια της καταγγελίας του δανείου εκ μέρους της πιστώτριας με βάση συμβατικό όρο, οπότε η αξίωση υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., ούτε διευκρινίζει αν είχε συμφωνηθεί κεφαλαιοποίηση των τόκων. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια και οποίος κατά το μέρος που θεμελιώνεται σε σφάλματα που δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο παραδεκτά προτείνεται από τον Εισηγητή (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1401/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρέη προς το Δημόσιο που περιήλθαν σ' αυτό από απαιτήσεις τρίτων. Υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή υπό την ισχύ του ν.δ. 321/1969 και σε δεκαετή υπό την ισχύ του ν. 2362/1995. Απαιτήσεις από καθυστερούμενα χρεώλυτρα και τόκους δανείων. Υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ.15 Α.Κ., εκτός αν σε εκτέλεση συμβατικού όρου καταγγέλθηκε το δάνειο και κατέστη ολόκληρο απαιτητό ή συμφωνήθηκε να κεφαλαιοποιούνται οι καθυστερούμενοι τόκοι, οπότε η παραγραφή είναι εικοσαετής (άρθρο 249 Α.Κ.). Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αναιρεί εν μέρει 1401/2008 απόφαση Εφετείου Αθηνών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 749/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργίου Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιάρκο.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδημητρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 26 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και β)με την από 29 Νοεμβρίου 2004 ομοία του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6381/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4532/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης που δεν προτάθηκαν, ανιχνευόμενα δε στα δικόγραφα δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, γιατί δεν αφορούσαν τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, η αφανής εταιρία είναι η προσωπική εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και των ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων στο δικό του όνομα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47 - 50 ΕμπΝ προκύπτει, ότι στην αφανή εταιρία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού. Η αφανής εταιρία λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Στους λόγους λύσεως της εταιρίας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (άρθρ. 766 ΑΚ). Η άκαιρη λύση από τον καταγγέλλοντα έχει ως μόνη συνέπεια την υποχρέωσή του προς αποζημίωση των λοιπών, για τη ζημιά που επήλθε σε αυτούς από την άκαιρη καταγγελία, σε περίπτωση ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου. Μετά τη λύση της αφανούς εταιρίας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (άρθρ. 361 ΑΚ) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση (ΑΠ 362/2008, 393/2006, 860/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, και συγκεκριμένα τον περιεχόμενο στο άρθρο 10 του από 6.8.2002 συμφωνητικού των διαδίκων περί συστάσεως αφανούς εταιρίας όρο, σύμφωνα με τον οποίο "μετά τη λήξη ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση της εταιρίας θα ακολουθούσε η εκκαθάριση και η διανομή της περιουσίας της εταιρίας μεταξύ των εταίρων", με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή του αφανούς κατά του εμφανούς εταίρου, αλλά και την αντίθετη αγωγή του δεύτερου κατά του πρώτου, για αξιώσεις τους από τη συμμετοχή τους στην αφανή εταιρία, σαν απαράδεκτη ως πρόωρα ασκηθείσα. Από την επισκόπηση των δικογράφων της δικογραφίας (αντίθετες αγωγές, αντίθετες εφέσεις, προτάσεις σε πρωτοδικείο και εφετείο) προκύπτει, ότι οι διάδικοι στις αντίθετες αγωγές τους επικαλέστηκαν, αναφέροντάς μόνο διηγηματικά, το προαναφερόμενο άρθρο 10 του ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως της αφανούς εταιρίας και τον περιεχόμενο σε αυτόν όρο, με το οποίο είχε συμφωνηθεί, ότι μετά τη λύση της εταιρίας θα επακολουθούσε η εκκαθάριση αυτής, αλλά δεν πρότειναν ευθέως με τις προτάσεις τους, ότι η αγωγή του αντιδίκου τους έπρεπε να απορριφθεί ως πρόωρα ασκηθείσα. Οι αντίθετες αυτές αγωγές των διαδίκων απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, η μεν του αναιρεσείοντος ως αόριστη, η δε του αναιρεσίβλητου ως εν μέρει αόριστη και εν μέρει ουσιαστικά αβάσιμη, την απόφαση δε αυτή πρόσβαλαν οι ίδιοι με αντίθετες εφέσεις. Με την έφεση του αναιρεσίβλητου δεν προβλήθηκε ως λόγος αυτής, με επίκληση του άρθρου 10 του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως της αφανούς εταιρίας, το απαράδεκτο της αγωγής του αναιρεσείοντος, γιατί λόγω μη πραγματοποιήσεως εκκαθαρίσεως ασκήθηκε πρόωρα, τέτοιος δε ισχυρισμός δεν προτάθηκε ούτε και με τις υποβληθείσες στο Εφετείο έγγραφες προτάσεις του ιδίου, ανάλογη δε ήταν και η δικονομική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος για την αντίκρουση της εφέσεως και της αγωγής του αντιδίκου του.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δεν έκρινε περαιτέρω, ότι ήταν αναγκαίο να διατάξει αυτεπαγγέλτως την εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας, έλαβε υπόψη του δικονομικό ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από τον αντίδικο του αναιρεσείοντος και δεν μπορούσε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, είχε όμως ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι επέφερε τελικά την απόρριψή της αγωγής του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτης. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 8 περ. α ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4.532/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αφανής εταιρία. Έννοια εταιρίας. Λόγοι λύσεως της εταιρίας. Η εκκαθάριση της εταιρίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο. Πότε κατ' εξαίρεση είναι υποχρεωτική η εκκαθάριση. Λήψη υπόψη από το εφετείο όρου του συμφωνητικού συστάσεως της εταιρίας, σύμφωνα με τον οποίο η εκκαθάριση ακολουθεί την λύση της εταιρίας χωρίς να έχει προταθεί από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο ισχυρισμός, ότι η αγωγή του αφανούς εταίρου για αξιώσεις του από τη συμμετοχή του στην αφανή εταιρία ασκήθηκε πρόωρα, διότι δεν έχει γίνει εκκαθάριση της εταιρίας. Απόρριψη της αγωγής ως πρόωρα ασκηθείσας. Αναίρεση για τον λόγο του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι λήφθηκαν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 735/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Π. του Β., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο φυλακών Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2899Α και 3253/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προβάλλει τις επιμέρους αιτιάσεις για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που αποτελεί την από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' του αυτού Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι: 1) απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι κατά το χρόνο, δηλαδή στις 21.2.2001, τελέσεως των πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκε και κρίθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Επιπλέον, για την απόρριψη αυτή προσβάλλει την αυτή απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171§1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3904/2010, που θεμελιώνει τον κατ' άρθρο 510§1 στοιχ.Α του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι μετατέθηκε σε αυτόν (κατηγορούμενο) το βάρος υπόδειξης των πραγματικών περιστατικών, στα οποία ερείδεται ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός του, με συνέπεια να παραβιαστεί το τεκμήριο αθωότητάς του, που ρητά κατοχυρώνεται στις διατάξεις της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ. 2) Απέρριψε τον αυτοτελή επίσης ισχυρισμό του που υπέβαλλε δια του συνηγόρου του και ανέπτυξε προφορικά για διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατά τον κρίσιμο (21.2.2001) χρόνο συνδρομή της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς κατά την έννοια συνδρομής της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς κατά την έννοια του νόμου και 3) επέβαλλε τέλος σε αυτόν, χωρίς αιτιολογία, την παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απέλασής του από τη χώρα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2899Α και 3253/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατοχής και παράνομης μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100,00) ευρώ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος του ότι: "Στην περιοχή Καναβαρίου Θηβών την 21.2.2001 και εντός του αυτοκινήτου με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, μάρκας FORD MODEO, ιδιοκτησίας της εταιρίας ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία "INTERFORCE TRAVEL RENT A CAR Γ. Π. - Ε. Σ. Ο.Ε." κατείχε και μετέφερε παράνομα ναρκωτικά, δηλαδή φυσικές ή τεχνητές ουσίας που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 πιν. Α' περιπτ.6 του Ν. 1729/87, των οποίων η παραγωγή, κατοχή, εισαγωγή, μεταφορά, αποθήκευση, προμήθεια, επεξεργασία, κυκλοφορία και με οποιονδήποτε τρόπο μεσολάβηση στη διακίνησή τους είναι αποκλειστικά δικαίωμα του κράτους και πιο συγκεκριμένα κατείχε και μετέφερε με το ανωτέρω αυτοκίνητο που είχε ενοικιάσει ο ίδιος από την ιδιοκτήτρια εταιρία, εκατόν πενήντα επτά (157) δέματα ινδικής κάνναβης, μικτού βάρους εκατόν εξήντα πέντε κιλών και τριακοσίων γραμμαρίων (165,300).
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού επιφυλάχθηκε στην αρχή να απαντήσει για τις άνω αιτιάσεις για μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δέχτηκε, για κάθε αιτίαση, κατά λέξη τα εξής:
Ως προς την πρώτη αιτίαση: "Ο κατηγορούμενος προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι κατά τον επίδικο χρόνο 21.2.2001 που κατείχε μετέφερε την ναρκωτική ουσία της ινδικής κάνναβης βάρους 165 κιλών και τριακοσίων (300) γραμμαρίων ήταν τοξικομανής με την έννοια του νόμου μη δυνάμενος να αποβάλει την κτηθείσα έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή. Προς απόδειξη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του, ο κατηγορούμενος επικαλείται και προσκομίζει τα παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενα έγγραφα, εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εκθέσεις τεχνικών συμβούλων και ζητεί με τη συνεκτίμηση και της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρος ψυχιάτρου Δ. Σ. του Γ. ως και των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων και των λοιπών εγγράφων που αναγνώσθηκαν να κριθεί ως τοξικομανής. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι: Ο κατηγορούμενος παρά την καταδίωξή του από τους αστυνομικούς της Αστυνομικής Διεύθυνσης Βοιωτίας στις 21.2.2001 και περί την 03.20' ώρα όταν του δόθηκε απ' αυτούς σήμα προς στάθμευση στην περιοχή Καναβαρίου Θηβών όπως εκινείτο με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο είχε ενοικιάσει από την εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων με την επωνυμία "INTERFORCE TRAVEL RENT A CAR Γ.Π.-Ε.Σ. Ο.Ε.", δεν έγινε δυνατόν να συλληφθεί. Στη συνέχεια, ασκήθηκε, εναντίον του ποινική δίωξη για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, διενεργήθηκε κυρία Ανάκριση από τον Ανακριτή Θηβών ενώπιον του οποίου ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε να απολογηθεί, εκθέσει τις απόψεις του, προβάλλει ισχυρισμό περί τοξικομανίας του, ζητήσει την εξέτασή του από πραγματογνώμονα ιατροδικαστή προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτός ήταν τοξικομανής και προσκομίσει σχετικά έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Από τον Ανακριτή Θηβών εκδόθηκε εις βάρος του το υπ' αριθ. 31/31.1.2002 ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών Αθηνών με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις (κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε με την υπ' αριθ. 2.200/30.6.2005 απόφασή του, ερήμην του κατηγορουμένου, ανέστειλε την ποινική διαδικασία στο ακροατήριο και διέταξε την σύλληψη του κατηγορουμένου και σε περίπτωση συλλήψεώς του την προσωρινή του κράτηση. Τελικά, ο κατηγορούμενος συνελήφθη από αστυνομικά όργανα στις 23.7.2008. Για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2001 έως 23.7.2008 δηλαδή για χρονικό διάστημα επτά (7) ετών και πέντε (5) μηνών μετά την τέλεση των διωκομένων αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, δεν προσκομίζεται από τον κατηγορούμενο κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει εξέτασή του από ιατρό ή νοσοκομείο στο οποίο να κατέφυγε προς θεραπεία ή νοσηλεία για τοξικομανία του ή για βοήθειά του σχετική με χρήση ναρκωτικών ουσιών λήψη φαρμακευτικής αγωγής για ανθρώπους εξαρτημένους από ναρκωτικές ουσίες, υποβολή του σε ειδικές εξετάσεις. Προσεκόμισε ο κατηγορούμενος τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία και ανεγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού: 1)την από 18.1.1999 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Ο. Π., ειδικού ιατροδικαστή που διορίστηκε ως πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 607/1998 παραγγελία του 30ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών. Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη αυτή ο κατηγορούμενος ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών μη δυνάμενος να την αποβάλει παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή. Στην κρίση αυτή κατέληξε ο ως άνω ιατροδικαστής Ο. Π. λαμβάνοντας υπ' όψη του τα εξής στοιχεία επί λέξει, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους "Χρήση ουσιών. Ο εξετασθείς αναφέρει: 1. από το 1991 χρήση περιστασιακά χασίς, 2. από το 1994-98 χρήση περιστασιακή κόκκας, 3. από το 1994-98 χρήση ηρωίνης καπνιστή μυτιές (3-5 φορές την ημέρα), 4. από το 1996-98 περιστασιακή χρήση τριπ. Κατηγορείται για 14 γρ. χασίς, ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Ο κατηγορούμενος είναι φυσιολογικής σωματικής διαπλάσεως. Κατά την επισκοπική εξέταση διαπιστώνονται 1)τερηδονισμένα δόντια, 2) δεν εμφανίζει σημεία κατάχρησης, συνδρόμου στέρησης ή διανοητικής έκπτωσης συνεργάζεται με διαύγεια και προθυμία, 3) δεν παρατηρώνται σημεία κατάθλιψης, άγχους ή τρόμου χεριών, αστάθεια στο βάδισμα ή τις κινήσεις, 4) δεν εμφανίζει σημεία παρεντερικής λήψης ναρκωτικών ουσιών. Η από 19.1.1999 εξέταση του ΩΡΛ στου ΨΦΚ έδειξε: μερική σκολίωση ρινικού διαφράγματος προς τ' αριστερά, έντονη υπεραιμία ρινικού βλενογόννου άμφω παραπάνω ευρήματα είναι αποδεικτικά χρόνιας κατάχρησης τοξικών και άλλων ουσιών από την μύτη (μυτιές). Λαμβάνει φάρμακα tabl Lexotanil 3mg 1x2, tabl, Hipnostedon 1x1, tabl, Stedon 10 mg 1x3, tabl, Minitran 2x1, tabl, Normison 1x1 ΣΚΕΠΤΙΚΟ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ. Από την αξιολόγηση των ευρημάτων της εξέτασης που έγινε στα πλαίσια του νόμου κατά το δυνατόν, δεν προέκυψαν στοιχεία υπέρ της κατάχρησης ναρκωτικών από τον εξετασθέντα. Αρνητικό στοιχείο είναι η μη παρακολούθηση οργανωμένου συστήματος αποθεραπείας και η παραβατική συμπεριφορά. Ως έχει σήμερα πληροί φυσικά τουλάχιστον τρία (3) των κριτηρίων του νόμου και χρήζει ειδικής θεραπευτικής αντιμετώπισης". Η ως άνω πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα - ιατροδικαστή Ο. Π. η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος με βάση τα παραπάνω ευρήματα και την εκτίμηση των περιγραφομένων εμπειριών ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων δηλ. που έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών την οποία μπορεί να αποβάλλουν μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή, δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο ως προς το συμπέρασμα που καταλήγει διότι α) βεβαιώνει αντιφατικά περιστατικά (βλ. "τα παραπάνω ευρήματα είναι αποδεικτικά χρόνιας κατάχρησης τοξικών και άλλων ουσιών από την μύτη" - "δεν προέκυψαν στοιχεία υπέρ της κατάχρησης ναρκωτικών από τον εξετασθέντα"), β) ενώ βεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος πληροί τρία (3) των κριτηρίων του νόμου, δεν αναφέρει ποια είναι τα κριτήρια αυτά, γ) από την έκθεσή του προκύπτει, ότι στην τελική περί τοξικομανίας κρίση του καταλήγει βασιζόμενος μόνον στο ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει χρήση ναρκωτικών ουσιών, έχει τερηδονισμένα δόντια, παρουσιάζει μερική σκολίωση ρινικού διαφράγματος, έντονη υπεραιμία ρινικού βλεννογόνου άμφω χωρίς να δικαιολογείται με βάση τα παραπάνω μόνον, η απόκτηση έξης χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, 2) στην από 13.10.1999 έκθεση ψυχιατρικής νευρολόγου-ψυχιάτρου διορισθέντος ως τεχνικού Συμβούλου εγγεγραμμένου στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων. Ο ιατρός Γ. Δ., νευρολόγος-ψυχίατρος στην ως άνω έκθεσή του, ενεργώντας ως τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου, επί του θέματος της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την παραγγελία του 30ου Τακτικού Ανακριτή και διενεργήθηκε από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Ο. Π., καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος Π. Θ. είναι χρήστης τοξικών ουσιών, εξαρτημένος απ' αυτά σε επίπεδο που να μην μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση. Στην έκθεσή του αυτή ο τεχνικός σύμβουλος Γ. Δ., παραθέτει επί λέξει: "ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ. Ο κατηγορούμενος αναφέρει 1. Χρήση χασίς από το 1991 και ηρεμιστικών ουσιών tavor και Hipnostedon. 2. Από το 1994-1998 χρήση κόκας. 3. Από το 1994-1998 χρήση ηρωίνης καπνιστή - μυτιές (3-6 φορές ημερησίως). 4. Από το 1996-1998 και χρήση ΤΡΙΠ. Κατηγορείται για 14 γραμμάρια χασίς. Όταν είχε έλλειψη τοξικών ουσιών υπέφερε από στερητικά συμπτώματα: πόνους, ρίγη, εμετοί, διάρροια. Αναφέρει προσπάθειες να απαγκιστρωθεί από τα ναρκωτικά μέχρι σήμερα ανεπιτυχείς. ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Ο κατηγορούμενος φαίνεται ελαφρά ταλαιπωρημένος, αξύριστος, καταθλιπτικόμορφος και αγχώδης με τρόμο χεριών. Η προσωπικότητά του έχει στοιχεία ψυχοπαθητικής δομής. Κατά την επισκοπική εξέταση διαπιστώνονται: τερηδονισμένα δόντια, κατεστραμμένο μερικώς φλεβικό δίκτυο, η κεντρική φλέβα στο αντιβράχιο του αριστερού άνω άκρου εμφανίζει ταχυπαλμία και αστάθεια ενίοτε στο βάδισμα. Ο προγραμματισμός του για το μέλλον είναι μάλλον σοβαρός με βοήθεια από ειδική ομάδα απεξάρτησης πλήρους, αδυναμία από μόνος του να τα καταφέρει. ... Ήδη λαμβάνει αγχολυτική και αντικαταθλιπτική αγωγή". Η έκθεση αυτή του Γ. Δ. δεν παρέχει πίστη στο Δικαστήριο αφενός μεν διότι ο ιατρός αυτός, κατά την επισκοπική εξέταση του κατηγορουμένου διαπιστώνει ευρήματα (κατεστραμμένο μερικώς φλεβικό δίκτυο, η κεντρική φλέβα στο αντιβράχιο του αριστερού άνω άκρου, εμφανίζει ταχυπαλμία και αστάθεια ενίοτε στο βάδισμα, ο κατηγορούμενος είναι καταθλιπτικόμορφος και αγχώδης με τρόμο χεριών, η προσωπικότητά του έχει στοιχεία ψυχοπαθητικής μορφής, όταν είχε έλλειψη τοξικών ουσιών, υπέφερε από στερητικά συμπτώματα, πόνους, ρίγη, εμετοί, διάρροια, αναφέρει προσπάθειες να απαγκιστρωθεί από τα ναρκωτικά, μέχρι σήμερα ανεπιτυχείς) τα οποία δεν επιβεβαιώνονται από άλλο αποδεικτικό μέσο, αλλά αντίθετα αποκρούονται από την ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ο. Π. που συνετάγη όπως προαναφέρθηκε τον Ιανουάριο του ίδιου έτους 2009, εφόσον ο πραγματογνώμονας αυτός, αν και καταλήγει στην περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου κρίση του, διαλαμβάνει στην πραγματογνωμοσύνη του τα εξής: δεν εμφανίζει σημεία κατάχρησης, συνδρόμου στέρησης ή διανοητικής έκπτωσης, συνεργάζεται με διαύγεια και προθυμία, δεν παρατηρούνται σημεία κατάθλιψης, άγχους ή τρόμου χεριών, αστάθεια στο βάδισμα ή στις κινήσεις, δεν προέκυψαν στοιχεία υπέρ της κατάχρησης ναρκωτικών, αρνητικό στοιχείο είναι η μη παρακολούθηση οργανωμένου συστήματος αποθεραπείας. Εάν υπήρχαν τα παραπάνω ευρήματα, σίγουρα θα αναφέρονταν από τον πραγματογνώμονα Ο. Π. εφόσον θα στήριζαν περισσότερο την περί τοξικομανίας κρίση του. Ούτε δύναται να υποστηριχθεί, εκ του γεγονότος ότι η έκθεση του τεχνικού συμβούλου έχει συνταχθεί μεταγενέστερα της πραγματογνωμοσύνης (Οκτώβριος 1999) ότι ο κατηγορούμενος από συνεχή χρήση ή κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών εμφάνισε μετά πάροδο δέκα (10) περίπου μηνών από τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης (Ιανουάριος 1999), τα ως άνω ευρήματα, δεδομένου ότι αυτός, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3262/1999 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκρατείτο προσωρινά από 30.11.1998 έως 27.10.1999 με συνέπεια να μη δύναται να γίνει λόγος, για το εν λόγω διάστημα, για συνεχή χρήση ναρκωτικών ουσιών ή κατάχρηση τούτων και συνακόλουθα για εμφάνιση τέτοιων ευρημάτων. Αφετέρου δε, διότι η έκθεση αυτή του τεχνικού συμβούλου, αν και έγινε για την κατηγορία που εβάρυνε τον κατηγορούμενο για κατοχή 14 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, δεν προσκομίσθηκε από τον κατηγορούμενο στη δίκη για την κατηγορία αυτή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3262/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών η οποία δημοσιεύθηκε στις 27.10.1999 προκειμένου να αναγνωσθεί. Επικαλείται ο κατηγορούμενος προς απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περαιτέρω την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος των αξιοποίνων πράξεων κατοχής της ναρκωτικής ουσίας της ινδικής κάνναβης βάρους 14 γραμμαρίων ως και εισαγωγής, μεταφοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών λόγων του ότι κρίθηκε τοξικομανής. Η κρίση της ως άνω αποφάσεως περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο για αντίστοιχη κρίση εφόσον αυτή (απόφαση) εκτιμάται ελεύθερα, πέραν του ότι η κρίση αυτή βασίζεται στην προαναφερόμενη ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ιατροδικαστή Πραγματογνώμονα Ο. Π. την οποία, κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν κρίνει πειστική. Εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ως μάρτυς ο ψυχίατρος Δ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι σήμερα ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής και ότι η τοξικομανία του ανάγεται σε βάθος εικοσαετίας, ότι λόγω της τοξικομανίας του σήμερα έχει σχιζοφρενική ψύχωση και ότι από το ιστορικό που στον ίδιο έδωσε ο κατηγορούμενος, προκύπτει ότι κάνει αυτός χρήση ναρκωτικών ουσιών από 16 ετών. Αναγνώσθηκε επίσης η από 27.8.2008 ψυχιατρική γνωμάτευση του ως άνω ψυχιάτρου Δ. Σ., από την οποία προκύπτει ότι αυτός εξέτασε το πρώτον τον κατηγορούμενο μετά τη σύλληψή του κατά το μήνα Ιούλιο 2008, το πρώτον στο Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας και μετέπειτα στο Ψυχιατρικό Τμήμα Φυλακών Κορυδαλλού.
Συνεπώς, ο ψυχίατρος Δ. Σ. χωρίς να στηρίζεται σε αντικειμενικά ευρήματα, προκύπτοντα τουλάχιστον κατά το έτος 2002, συμπερασματικά και συνακόλουθα μη πειστικά, καταθέτει ότι επί εικοσαετία ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής εφόσον δεν εξέτασε τον κατηγορούμενο προγενέστερα του έτους 2008 και δεν ανέφερε ποια κριτήρια πληροί και πληρούσε επί εικοσαετία ο κατηγορούμενος για να κρίνεται τοξικομανής. Στην δε αναγνωσθείσα από 27.8.2008 ψυχιατρική γνωμάτευση, ο ψυχίατρος Δ. Σ. βεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει χρήση ουσιών από το έτος 1991 που περιλαμβάνει ινδική κάνναβη, κοκκαΐνη, ηρωίνη και διάφορες άλλες τοξικές ουσίες, ότι κατά τη διάρκεια των πολλών χρόνων χρήσης ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε θέματα νόμου, παρουσίασε έντονα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους, στερητικού συνδρόμου αλλά και πάμπολλες ψυχωσώμορφες εκδηλώσεις (ερειστικότης, επιθετικότης, ιδέες συσχετίσεων και παρανοϊκός ιδεασμός), ότι ο ασθενής αντιμετωπίσθηκε με διάφορα ιατρικά σκευάσματα για την αντιμετώπιση της ασθένειάς του χωρίς κανένα αποτέλεσμα και ότι δεν υπάρχει φαρμακευτική ουσία ικανή να αντικαταστήσει την ηρωίνη, στα πλαίσια δε της τοξικής ψύχωσης ο κατηγορούμενος στο Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας είχε εκδηλώσεις παρανοϊκού ιδεασμού, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητά σε τοξικομανία του κατηγορουμένου. Οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού από 22.3.2009 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Κ. Χ. και η από 30.1.2009 ψυχιατρική γνωμοδότηση του Ψυχιάτρου-Ψυχοθεραπευτή Α. Τ. του Β., οι οποίες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2009 είναι τοξικομανής μη δυνάμενος να αποβάλλει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή ως και η από 9.1.2009 τοξικολογική έκθεση της Μονάδας Τοξικολογίας του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης σύμφωνα με την οποία τεκμηριώνεται η συστηματική χρήση ψυχότροπων ουσιών και υποστηρίζεται η χρόνια κατάχρηση κάνναβης, ηρωίνης και κοκαΐνης που προσδίδουν στον κατηγορούμενο την έννοια του χρόνιου χρήστη των παραπάνω ουσιών, ουδεμία επιρροή έχουν στην κρίση του Δικαστηρίου εφόσον αναφέρονται σε χρονικό διάστημα κατά πολύ μεταγενέστερο του επιμάχου χρόνου 2002. Αναγνώσθηκε η από 25.9.2008 βεβαίωση του κλινικού ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή Ι. Μ. που έχει το γραφείο του στην Αθήνα επί της οδού ..., σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος επαρακολουθείτο από τον υπογράφοντα κλινικό ψυχολόγο - ψυχοθεραπευτή από τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 μέχρι τον Μάιο του έτους 2008 σε τακτά χρονικά διαστήματα και μάλιστα δύο (2) φορές εβδομαδιαίως με σκοπό την ψυχολογική στήριξη - καθοδήγηση - συζήτηση λόγω της δηλούμενης από τον ίδιο (κατηγορούμενο) τοξικομανίας του. Στην ως άνω βεβαίωση, ο κλινικός ψυχολόγος -ψυχοθεραπευτής καταλήγει στην κρίση "ότι ο ανωτέρω ασθενής είναι τοξικομανής και χρήζει ιδιαίτερης χρήσης από το νόμο". Κρίση περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου με την έννοια ότι αυτός έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση, από την ως άνω βεβαίωση, δεν μπορεί να συναχθεί, αφενός μεν διότι ο ως άνω ψυχολόγος-θεραπευτής δεν έχει ιατρικές γνώσεις με βάση τις οποίες να συνάγει τέτοιο συμπέρασμα αφετέρου δε διότι στην βεβαίωση αυτή γίνεται αόριστη αναφορά του όρου "τοξικομανής" χωρίς να εξειδικεύεται η έννοια του όρου αυτού. Τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) η από 28.7.2008 υπ' αριθμ. πρωτ. 11237/625409 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Δ. Ε. του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος εξετάσθηκε απ' αυτήν στο ως άνω Νοσοκομείο στις 10.6.2008 και είχε συμπτώματα στερητικού συνδρόμου από χρήση τοξικών ουσιών (ηρωίνη, κοκκαΐνη, χασίς, χάπια κλπ) και συμπτώματα ψυχωσικής συνδρομής, 2) η από 11.8.2008 ιατρική βεβαίωση του Τμήματος Επειγόντων περιστατικών του Ασκληπιείου Βούλας, σύμφωνα με την οποία διακομίσθηκε στο νοσοκομείο αυτό στις 22.7.2008 με στερητικό σύνδρομο, 3) το από 12.8.2008 ιατρικό πιστοποιητικό της Α' Ψυχιατρικής Κλινικής του Αιγινητείου Νοσοκομείου Αθηνών σύμφωνα με το οποίο διακομίσθηκε εκεί ο κατηγορούμενος στις 22.7.2008 με στερητικό σύνδρομο, 4) η από 20.8.2008 ιατρική βεβαίωση του ΤΕΠ του ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, σύμφωνα με την οποία στις 23.7.2008 χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο φαρμακευτική αγωγή για μείωση των στερητικών συμπτωμάτων, 5) το από 19.9.2008 πιστοποιητικό του νοσοκομείου "ΣΩΤΗΡΙΑ", σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος διακομίσθηκε εκεί στις 26.7.2008 με στερητικά συμπτώματα και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, 6) η από 26.9.2008 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχίατρου Έ. Μ. του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού ο οποίος γνωματεύει ότι υπάρχει χρήση και κατάχρηση τοξικών ουσιών, 7) η από 13.11.2008 εξέταση του κατηγορουμένου από τον ωτορινολαρυγγολόγο Ε. Κ. σύμφωνα με την οποία αυτός έχει υποστεί βλάβες από πολυετή χρήση ναρκωτικών ουσιών, 8) η υπ' αριθ. 23/12.12.2008 βεβαίωση του Υπουργείου Άμυνας στης Δημοκρατίας της Αλβανίας σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος δεν έχει εκπληρώσει την στρατιωτική υπηρεσία του λόγω διανοητικής ανικανότητας, 9) η από 23.3.2010 αίτηση του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο Εργασίας κρατουμένων του Ψυχιατρείου Κορυδαλλού προκειμένου να εργασθεί, αίτηση η οποία απερρίφθη για ψυχιατρικούς λόγους και 10) η από 15.11.2010 βεβαίωση της μονάδας ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ 13 ΑΝΩ, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος παρακολουθεί από 26.2.2009 προγράμματα υποστήριξης και ευαισθητοποίησης του εν λόγω προγράμματος, δεν ασκούν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου ως προς τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου διότι αναφέρονται σε περιστατικά που ανάγονται στα έτη 2008, 2009 και 2010 δηλαδή σε χρονικά διαστήματα πολύ μεταγενέστερα του επιμάχου έτους 2002. Περαιτέρω, από την αναγνωσθείσα από 2.12.2010 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου-Ψυχοθεραπευτή Α. Τ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το έτος 1999 που εκρατείτο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ελάμβανε αντιψυχωτικά και ηρεμιστικά φάρμακα και επαρακολουθείτο από ψυχιάτρους, ενώ σήμερα πάσχει από σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας μεθοριακού τύπου σε έδαφος μακροχρόνια χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών και εκτροπές σε καταθλιπτικά και μικροψυχωτικά επεισόδια. Από τα ως άνω βεβαιούμενα περιστατικά προφανώς δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου κατά το έτος 2002. Τέλος, η υπ' αριθμ. 419/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ως τοξικομανής του ότι στις 14.9.2005 στη θέση "Βυρίνα" του Δημοτικού Διαμερίσματος Αρχοντοχωρίου του Δήμου Αλυζίας του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, κατείχε από κοινού με τον L. P. ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατείχε από κοινού σε κρύπτη μέσα σε θάμνους: 1) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 10.000 γρ., 2) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 10.155 γρ., 3) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 9.345 γρ., 4) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 9.995 γρ., 5) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 8.270 γρ., 6) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 10.050 γρ., 7) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 9.970 γρ., 8) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 1.040 γρ., 9) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 1.015 γρ., 10) ένα τσουβάλι περιέχον αποξηραμένη ακατέργαστη κάνναβη βάρους 1.030 γρ., συνολικού βάρους ακατέργαστη κάνναβη αποξηραμένη εβδομήντα κιλά και οκτακόσια εβδομήντα γραμμάρια με σκοπό την εμπορία, εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο και δεν το δεσμεύει ως προς την περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου κρίση της". Στη συνέχεια, απέρριψε επίσης τη δεύτερη αιτίαση, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Απορριπτέο ως αβάσιμο είναι και το αίτημα του κατηγορουμένου να διαταχθεί η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η επικαλούμενη εξάρτησή του από τις ναρκωτικές ουσίες εφόσον η διενέργεια σήμερα πραγματογνωμοσύνης ψυχιατρικής, δεν δύναται να αναχθεί στο έτος 2002 για τη διαπίστωση της τότε επικαλουμένης εξαρτήσεως από τα ναρκωτικά με βάση τα κριτήρια του νόμου".
Τέλος, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και επέβαλλε σε αυτούς τις άνω ποινές, "διέταξε την ισόβια απέλασή του από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής που του καταγνώσθηκε και την οριστική του απόλυση από τις φυλακές", μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, με την πιο κάτω καταλέξει αιτιολογία: "ο αλλοδαπός κατηγορούμενος Θ. Π. καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα τριών (13) ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής και παράνομης μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Το Δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων ως και της ένορκης καταθέσεως της αδελφής του κατηγορουμένου Σ. Π. κρίνει ομοφώνως πως δεν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι που να δικαιολογούν την μη απέλαση του κατηγορουμένου και την παραμονή του στη χώρα. Το βεβαιούμενο από την αδελφή του γεγονός ότι αυτός είναι ομογενής από το Αργυρόκαστρο Αλβανίας, ζει στην Ελλάδα με την πατρική του οικογένεια επί εικοσαετία, όλη η πατρική του οικογένεια έχει ταυτότητα ομογενούς, δεν δικαιολογεί την παραμονή του στη χώρα μας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αυτός επί επτά (7) και πλέον έτη, ζούσε παρανόμως άγνωστο σε ποια χώρα, καταζητούμενος από τις Ελληνικές αρχές και συλληφθείς στις 23.7.2008 ενώ και προηγουμένως έχει διωχθεί για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η ισόβια απέλαση του κατηγορουμένου από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής που του καταγνώσθηκε και την οριστική του απόλυση από τις φυλακές".
Οι προαναφερόμενες αιτιολογίες για την απορριπτική του κρίση για καθεμιά από τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις, με βάσει τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική για καθεμιά από αυτές κρίση του. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει, ως αβάσιμος, να απορριφθεί. Αλλά και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν λεχθεί και έχει δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη κατά τα άνω αιτίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3455/20.4.2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Θ. Π. του Β. και Έ., για αναίρεση της με αριθμό 2899Α και 3253/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και μεταφορά παράνομων ναρκωτικών ουσιών αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη του ισχυρισμού του από το δικάσαν Δικαστήριο περί τοξικομανίας του κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων που κατηγορήθηκε και κρίθηκε ένοχος, καθώς επίσης για την απόρριψη του αιτήματός του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της ιδιότητας αυτού ως τοξικομανούς κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, διότι τέτοια γνωμάτευση, μετά από επτά (7) και πλέον έτη της φυγοδικίας του, δεν θα ήταν ασφαλής. αβάσιμη τέλος η αιτίασή του για έλλειψη της αυτής αιτιολογίας, ως προς την, μετά την καταδίκη του σε πρόσκαιρη κάθειρξη για τις άνω πράξεις, ισόβια απέλασή του από τη χώρα, διότι έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του Κώδικα Νόμου για τα ναρκωτικά, σπουδαίοι λόγοι που να δικαιολογούν την παραμονή του. Επίσης η απόρριψη του ισχυρισμού του για τοξικομανία, δεν στερεί από τον αναιρεσείοντα το τεκμήριο της αθωότητας και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, όπως ο αναιρεσείων αβάσιμα ισχυρίζεται. απορρίπτει την αίτηση ως αβάσιμη.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 733/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο -Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο ,Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δεμουρτζίδη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 882-883/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 191/5.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 26-7-2011 και με ημερομηνία καταθέσεως 5-8-2011 αίτηση του Γ. Π. του Ε. και Ε., κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. 18, με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για την πράξη της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 20 παρ. 1 (β) σε συνδ. με το άρθρο 23 του Ν. 3459/2006 που αντιστοιχούν στα άρθρα 5 και 8 του Ν. 1729/1987 όπως αντικ. με τον Ν. 2161/1993), και σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και κατά συγχώνευση τριών (3) μηνών για την πράξη της κατοχής και χρήσεως ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 12 Ν. 1729/1987), και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα σε αυτούς, την κρίση του δε αυτό το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς την πιθανότητα, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εκδόσανε την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία στρέφεται εναντίον σε αμετάκλητη απόφαση, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (βλέπετε Α.Π. 127/2001, Ποιν.Χρον. ΝΑ 896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ 507, Α.Π. 706/2009 Ποιν.Χρον. Ξ/2010 σελίδα 275, Α.Π. 788/2008 Ποιν.Χρον. ΝΘ/2009 σελ. 251).
Εν προκειμένω σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1867/15-11-2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 8-12-2005 αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αιτούντος που εστρέφετο κατά της υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η τελευταία απόφαση έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Η ως άνω απόφαση (υπ' αριθμ. 882-883/2005) με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών δέχτηκε ότι προέκυψαν από την διαδικασία τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατ/νοι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, και δη: ο μεν πρώτος Ε. Π. τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της χρήσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, ο δε δεύτερος Δ. Ι. τις πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, ενώ ο τρίτος Γ. Π. τις πράξεις της κατοχής, αγοράς και χρήσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατ/νος Ε. Π. κατείχε στην οικία του, που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη επί της οδού ... και ... σημαντικές ουσίες και δη: 1) 4 δέματα με χασίς βάρους αντίστοιχα 1010, 1003, 913, και 14,8 γραμμάρια χασίς σε φούντα, "ήτο συνολικού βάρους 2940,8 γραμμαρίων, 2) 2 σακουλάκια με κοκαΐνη βάρους αντίστοιχα 90, και 5,5 γραμμαρίων δηλ. συνολικού βάρους 95,5 γραμμαρίων, και 3) 3 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο βάρους αντίστοιχα 271, 226, και 4,5 γραμμαρίων δηλ. συνολικού βάρους 501,5 γραμμαρίων .Επίσης μέσα στο αυτοκίνητο του ( υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ) κατείχε στη Θεσσαλονίκη. 1) 5 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο βάρους αντίστοιχα 11,6, 3,3 , 3,1 , 2,8, και 2,7 γραμμαρίων δηλ. συνολικού βάρους 23,5 γραμμαρίων, 2) 2 μικροδέματα κοκαΐνης βάρους αντίστοιχα 3,1 , και 1,3 γραμμαρίων δηλ. συνολικού βάρους 4,4 γραμμαρίων , 3) 5 μικροδέματα χασίς σε φούντα βάρους αντίστοιχα 4,6 , 4,5 , 4,4 , 2,7, και 0,7 γραμμαρίων δηλ. συνολικού βάρους 16,9 γραμμαρίων και 4) 2 αυτοσχέδια τσιγαριλίκια εμπλουτισμένα με χασίς σε φούντα. Τα εν λόγω ναρκωτικά βρέθηκαν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα στους ανωτέρω τόπους στις 27-9-2001 και κατασχέθηκαν νομίμως. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος κατά τη τελευταία πριν από την σύλληψη του τριετία (27-9-2001) έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και δη: χασίς και ηρωίνης και μάλιστα αρκετές φορές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος Δ. Ι., την 27-9-2001 στη Θεσσαλονίκη κατείχε στην οικία του , που βρίσκεται επί της οδού ..., σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την διάθεση τους σε άλλα άτομα. Ειδικότερα βρέθηκε να έχει στην κατοχή του : 1) 5 δέματα με χασίς σε φούντα βάρους εκάστου 325, 9,8 , 3,6 , 2,7 , και 0,7 γραμμαρίων αντίστοιχα δηλ. συνολικού βάρους 3411 γραμμαρίων και 2) 5 δέματα συνθετικής κοκαΐνης βάρους αντίστοιχα 70, 105, 105, 100, και 57 γραμμαρίων ήτοι συνολικού βάρους 437 γραμμαρίων. Οι ποσότητες αυτές βρέθηκαν στην ανωτέρω οικία του κατ/νου μετά από έλεγχο των αστυνομικών οργάνων, από το οποία και κατασχέθηκαν. Ο ίδιος κατ/νος στις 27-9-2001 πώλησε στον συγκατηγορούμενο του Γ. Π. στον ανωτέρω τόπο δύο (2) μικροδέματα κοκαΐνης βάρους 0,5 και 0,3 γραμμαρίων αντίστοιχα έναντι αγνώστου τιμήματος. Ωσαύτως αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατ/νος Γ. Π. κατείχε στην οικία του που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη και επί της οδού Αντιστάσεως 10, τις αμέσως ανωτέρω ποσότητες κοκαΐνης βάρους αντίστοιχα 0,5 και 0,3 γραμμαρίων που του είχε πωλήσει σε δύο μικροδέματα ο δεύτερος. Επίσης στις 28-9-2001 και περί ώρα 00.10' έως 01.00 μέσα στην επί της οδού ... οικίας, όπου διαμένει με την σύζυγο του O. L. κατείχε τρία δέματα χασίς σε φούντα βάρους αντίστοιχα 155, 90, και 12 γραμμάρια αντίστοιχα δηλαδή συνολικού βάρους 257 . γραμμαρίων. Ωσαύτως στην πατρική του οικία που βρίσκεται στην οδό ... στις 28-9-2001 και ώρα 01.20' έως 01.40 κατείχε μόνος του 4 δέματα χασίς σε φούντα βάρους αντίστοιχα2050, 650, 440, και 310 γραμμαρίων δηλαδή συνολικού βάρους 3.450 γραμμαρίων. Οι εν λόγω ποσότητες βρέθηκαν από την έρευνα που ενήργησαν τα αστυνομικά όργανα στους ανωτέρω τόπους και χρόνους, τα οποία και κατάσχεσαν τα παραπάνω ναρκωτικά. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος αυτός στη Θεσσαλονίκη στις 27-9-2001 αγόρασε από τον συγκατηγορούμενο του Δ. Ι. τις ως άνω, ναρκωτικές ουσίες- κοκαΐνης βάρους αντίστοιχα 0,5 και 0,3 γραμμαρίων αγνώστου τιμήματος. Επίσης στη Θεσσαλονίκη 10 μέρες πριν από την σύλληψη του (27-9-2001) αγόρασε από άγνωστο άτομο χασίς βάρους τριών (3) κιλών έναντι τιμήματος400.000 δραχμών. Εκτός αυτών αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος στη Θεσσαλονίκη έκανε επανειλημμένα χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και χασίς και δη: στις 27-9-2001και σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες,10 ημέρες πριν από τη σύλληψη του, που έλαβε χώρα στις 27-9-2001. Όλα τα ανωτέρω πιστοποιούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν. Ιδίως ως προς την τέλεση τους ως άνω πράξεων είναι σαφείς και πειστικές οι καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων κατηγορίας - αστυνομικών, οι οποίοι κατέθεσαν, εκτός των άλλων, ότι, αφού παρακολούθησαν επί πολλές ημέρες τις κινήσεις των κατ/νων για το λόγο ότι είχαν πληροφορίες ότι διακινούν ναρκωτικά, διαπίστωσαν ότι πράγματι διακινούν μεγάλες ποσότητες ουσιών και στη συνέχεια βρήκαν τα ανωτέρω ναρκωτικά( χασίς, κοκαΐνη) στην κατοχή των κατ/νων, ενώ επιβεβαίωσαν την πώληση ναρκωτικών από τον δεύτερο στον τρίτο, και την αγορά του τελευταίου σημαντικών ποσοτήτων χασίς, εκτός από την κοκαΐνη που του πώλησε ο δεύτερος κατ/νος. Αλλά και από τον τρίτο μάρτυρα κατηγορίας Ε. Π.- πατέρα του τρίτου κατ/νου επιβεβαιώνονται τα ανωτέρω, αφού, μεταξύ των άλλων, κατέθεσε για την ανεύρεση των ανωτέρω ναρκωτικών στο σπίτι του γιου του- κατ/νου, όσο και για την γνωριμία του τελευταίου με τους λοιπούς κατ/νους. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθώς και από τις απολογίες των κατ/νων οι οποίοι αρνήθηκαν μεν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις, πλην όμως οι παρόντες κατ/νοι δέχθηκαν ότι κατείχαν τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες, προσθέτοντας ότι τις κατείχαν για δική τους χρήση, εκδοχή η οποία ουδόλως είναι πειστική, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Περαιτέρω ο πρώτος κατ/νος υποβάλλει το αίτημα να αναγνωρισθούν ως λόγοι μειώσεως της ποινής οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου έντιμου βίου (αρθρ. 84 παρ.2α ΠΚ)., Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, γιατί δεν προέκυψε ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων του είχε ζήσει έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή, δεδομένου ότι είχε στο παρελθόν σε παρόμοιες υποθέσεις (βλ. σχετ. την απολογία του και τα αναγνωσθέντα έγγραφα), Ο ίδιος κατ/νος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων του ήταν τοξικομανής. Όμως ο ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, γιατί από την ιατροδικαστικής έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Ν.-Ν., καθώς και από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι δεν ήταν τοξικομανής. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τις επικαλούμενες ψυχιατρικές γνωματεύσεις που έγιναν με πρωτοβουλία και επιμέλεια του κατ/νου.. Ωσαύτως επισημαίνεται ότι η κατ' παραβίαση των προϋποθέσεων της πραγματογνωμοσύνης του άρθρου 13&2 και 3 Ν. 1729/1987 δεν δημιουργεί ακυρότητα , αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στο Νόμο ((βλ. Κονταξή Ποινικό Δίκαιο και Ναρκωτικά εκδ. 1997 σελ. 149), ενώ αντίθετα αν δεν διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη υπάρχει ακυρότητα (του ιδίου σελ. 151) κατ' άρθρο 171&1 εδ. δ' ΚΠΔ. Ο δεύτερος κατ/νος υποβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων του ήταν τοξικομανής κατ' άρθρο 13&1 του Ν. 1729/1987. Ο εν λόγω ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από την από 2-10-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Ν.-Ν., προκύπτει ότι ο κατ/νος αυτός δεν ήταν τοξικομανής. Επίσης υποβάλλει το αίτημα να του αναγνωρισθούν ως λόγοι μειώσεως της ποινής του οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ.2ε εδ. δ' ΠΚ) και επιπλέον να ανασταλεί η ποινή που τυχόν του επιβληθεί κατ' άρθρο 24παρ.1 του νόμου περί ναρκωτικών λόγω της συμμετοχής του σε εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών. Οι ισχυρισμοί του αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που να δικαιολογούν την χορήγηση των εν λόγω ευεργετημάτων των ανωτέρω διατάξεων. Ανεξάρτητα πάντως αυτών οι ισχυρισμοί αυτοί του δευτέρου κατ/νων είναι απορριπτέοι και ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, γιατί δεν προέκυψε ότι πράγματι μεταμελήθηκε ειλικρινώς για τις άνω πράξεις του και ότι πράγματι αυτός συνετέλεσε κατά τρόπο ουσιώδη στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας ή στη σύλληψη και παραπομπή προσώπων που επιδίδονται στην τέλεση πράξεων αναφερομένων στα άρθρα 5 μέχρι 8 του Ν. 1729/1987, αφού δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο περί αυτού. Άλλωστε και οι μάρτυρες κατηγορίας-αστυνομικοί όλως αορίστως κατέθεσαν για την επικαλούμενη συνεργασία του κατ/νου με τις αστυνομικές αρχές και δη : σε μία υπόθεση, χωρίς μάλιστα να καταθέσουν συγκεκριμένα περιστατικά για το βαθμό της σοβαρότητας της . Ο ίδιος κατ/νος υποβάλλει το αίτημα να του αναγνωρισθούν ως λόγοι μειώσεως της ποινής του οι ελαφρυντικές περιστάσεις της καλής διαγωγής- συμπεριφοράς μετά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων (άρθρο 84 παρ.2ε ΠΚ), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί, γιατί η επιδειχθείσα καλή διαγωγή του μετά την σύλληψη του και κατά τη διάρκεια της κράτησης του ήταν οπωσδήποτε αποτέλεσμα της υποχρεωτικής συμμόρφωσης του στους κανονισμούς λειτουργίας της φυλακής [βλ. σχετ. ΑΠ 2323 (2004 ΠΧ. ΝΕ 806)]. Ο τρίτος κατ/νος υποβάλλει το τελευταίο ίδιο αίτημα χορήγησης ελαφρυντικού (άρθρο 84 παρ.2' εδ. ε' ΠΚ), το οποίο πρέπει να απορριφθεί με την αμέσως παραπάνω αιτιολογία. Ομοίως το αίτημα του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων της μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ.2ε εδ. δ' ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο. Άλλωστε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι πράγματι ο κατ/νος αυτός μετανόησε για την ως άνω συμπεριφορά του. Επισημαίνεται ότι πρωτοδίκως στον κατ/νο αυτόν έχουν αναγνωρισθεί οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Περαιτέρω ο ίδιος κατ/νος ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων του ήταν τοξικομανής κατ' άρθρο 13του Ν,1729/1987, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του γιατί προέκυψε, από την από 2-10-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ως άνω ιατροδικαστή, προκύπτει ότι δεν ήταν τοξικομανής. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, αφού απορριφθούν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατ/νων ( εκτός της αναγνώρισης των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ που του είχαν αναγνωρισθεί πρωτοδίκως). Πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 1987, αφού αυτό είχε γίνει δεκτό πρωτοδίκως. Εν όψει του ανωτέρω σκεπτικού της υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει αναμφισβήτητα όπως σαφώς δέχεται και η υπ' αριθμ. 1867/15-11-2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την εν λόγω 882-883/2005 απόφαση δεχόμενο σχετική αίτηση αναιρέσεως ενός εκ των συγκατηγορουμένων στην αυτήν με τον αιτούντα υπόθεση, και συγκεκριμένα του συγκατηγορουμένου του Ε. Π., ότι υφίσταται έρεισμα ώστε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Πράγματι στο σκεπτικό της η υπ' αριθμ. 1867/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η υπ' αριθμ. 882-883/20005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατ' άρθρο 139 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ως προς το σκέλος αυτής που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του συγκατηγορουμένου του αιτούντος Ε. Π. ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1729/1987. τον αυτό αυτοτελή ισχυρισμό είχε προτείνει και ο νυν αιτών Γ. Π. επικαλούμενος προς τούτο την από 18-4-2002 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του Αναπληρωτή Καθηγητή Α. Μ. Τ. και Μονάδας Τοξικολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, με την οποία αντικρούεται η αντίθετη κατά συμπέρασμα ιατροδικαστική έκθεση του Επίκουρου Καθηγητή Σ. Ν. - Ν. ή Ν., την οποία όμως υιοθέτησε εξολοκλήρου στο σκεπτικό της η υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης χωρίς να παραθέσει σχετική ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του συμπεράσματος της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης. Εν όψει του ανωτέρω κενού και δοθέντος ότι ο εν λόγω αιτών Γ. Π. έχει καταδικαστεί και με την υπ' αριθμ. 967/5-4-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για αγορά και κατοχή 971 γραμμαρίων ινδικής καννάβεως καθώς και 11 γραμμαρίων ηρωίνης, πράξεις που τελέστηκαν στη Θεσσαλονίκη στις 22 και 23-9-2004, για τις οποίες καταδικάστηκε επίσης με την υπ' αριθμ. 967/5-4-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν προκύπτει ικανή χρονική απόσταση ώστε να δύναται να υποστηριχθεί βάσιμα ότι δεν ήταν τοξικομανής ο εν λόγω αιτών κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, αλλά ότι απέκτησε την ιδιότητα αυτή (τοξικομανής) κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004. Ως εκ τούτου συντρέχει λόγος να θεωρηθεί η νεότερη απόφαση που δέχεται την ύπαρξη ατό πρόσωπο του τοξικομανίας ότι συνιστά νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές που τον δίκασαν αρχικά. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..", πράγμα το οποίο σημαίνει ότι εφόσον υπάρχει βάσιμος λόγος ότι ήταν τοξικομανής κατά τον χρόνο που τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 882-883/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως άλλωστε και η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη τοξικολογικής εξετάσεως του Αναπληρωτή Καθηγητή Α. Μ. Τ. δέχεται χωρίς καμμία επιφύλαξη, πρέπει να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση και να ακυρωθεί η ως άνω απόφαση (υπ' αριθμ. 882-883/2005). Κατόπιν τούτου η προκειμένη υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για επανάληψη της συζητήσεως, στο ακροατήριο ετέρου ομοιόβαθμου με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο, και συγκεκριμένα στο ακροατήριο του ομοιόβαθμου Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Σχετικά δε με το επικουρικό αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 882-883/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 ΚΠΔ, πρέπει να γίνει δεκτό καθόσο πιθανολογείται ευδοκίμηση της προκειμένης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας (Α.Π 1612/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ 597, Α.Π. 548/2000, Ποινική Δίκη 2000, 911).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω1) Να γίνει δεκτή η από 26-7-2011 και με ημερομηνία καταθέσεως 5-8-2011 αίτηση του Γ. Π. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. 2) Να ακυρωθεί η ανωτέρω υπ' αριθμ. 882-883/4-10-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το σκέλος αυτής που αφορά την καταδίκη του αιτούντος σε κάθειρξη δώδεκα (12) ετών για αγορά - κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό κακουργήματος. Να παραπεμφθεί η εν λόγω υπόθεση για επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο του ομοιόβαθμου Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, στη σύνθεση του οποίου δεν μπορούν να συμμετέχουν εκείνοι που δίκασαν προηγουμένως την ίδια υπόθεση. Να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής καθείρξεως των δώδεκα (12) ετών που του έχει επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 882-883/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση που θα δέχεται ή θα απορρίπτει την προκειμένη αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας.
Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 26/7/2011 αίτηση του Γ. Π. του Ε., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 882-883/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και φυλάκισης έξι (6) μηνών για την αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση καθώς και την αναστολή της ποινής που του επιβλήθηκε, μέχρι την έκδοση της απόφασης, του άνω δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 525 §1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν, έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της κατά τα άνω αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι μετά την προαναφερόμενη καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις, που ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που τέλεσε, είναι, νόμιμη, στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι ο αιτών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 882-883/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1867/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξης της αγοράς κατοχής ναρκωτικών ουσιών, επίσης δε της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι : Α) Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και μόνος του .κατείχε , ήτοι είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση ναρκωτικά, και συγκεκριμένα α) στις 27-9-2001, στην ενταύθα οδό Αντίστασης 10 κατείχε μόνος του δύο μικροδέματα με κοκαΐνη βάρους αντιστοίχως (0,5) και (0,3) γραμμαρίων, τα οποία βρέθηκαν κατόπιν νομότυπης σωματικής του έρευνας από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα της ΥΔΝ/ΔΑΘ υπό των οποίων και κατασχέθηκαν και β) 1: στις 28-9-2001, και περί την 00.10 έως 01.00, εντός της επί της οδού ... οικίας, όπου διαμένει μαζί με τη σύζυγο του Ο. ή Ο. L. ή L. του Ν. ή Ν., κατείχε τρία (3) δέματα χασίς σε φούντα, βάρους αντιστοίχως (155), (90) και (12) γραμμαρίων, ήτοι συνολικού βάρους (257) γραμμαρίων, και 2: στις 28-9-2001, και περί την 1.20' έως την 1.40', εντός της επί της οδού ..., πατρική του οικία, κατείχε μόνος του, τέσσερα (4) δέματα με χασίς σε φούντα βάρους αντιστοίχως (2050), (650), (440) και (310) γραμμαρίων, ήτοι συνολικού βάρους (3.450) γραμμαρίων, τα οποία βρέθηκαν από τα ως άνω αρμόδια όργανα, υπό των οποίων και κατασχέθηκαν. Β) Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, αγόρασε ναρκωτικά. Συγκεκριμένα: α) Στη Θεσσαλονίκη, στις 27-9-2001 αγόρασε από τον συγκατηγορούμενό του Ι. Δ. του Η., τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Αα πράξη μικροδέματα κοκαΐνης, βάρους (0,5) και (0,3) γραμμαρίων αντίστοιχα, έναντι ανεξακρίβωτου έως τώρα τιμήματος και β) στη Θεσσαλονίκη, δέκα (10) ημέρες περίπου πριν από τη σύλληψη του (27-9-2001), αγόρασε από άγνωστο έως τώρα άτομο, χασίς βάρους τριών (3) κιλών, έναντι τιμήματος (400.000) δραχμών. Γ) Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος έκανε χρήση ναρκωτικών, και συγκεκριμένα έκανε επανειλημμένα χρήση ηρωίνης κοκαΐνης και χασίς. Είναι δε η ηρωίνη, η κοκαΐνη και το χασίς ναρκωτικές ουσίες αφού περιλαμβάνονται στους πίνακες Α5,6 Β3 του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν 1729/1987, δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές. Οι παραπάνω πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Γ. Π. έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Με την κρινόμενη αίτησή του ισχυρίζεται ότι μετά την άνω καταδίκη του προέκυψαν και ανακαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές γεγονότα, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα δε, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αίτησής του επικαλείται:1) την απόφαση 1867/2006 του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και συγκατηγορουμένου του στη δίκη εκείνη και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Ε. Π., περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ιδιότητας αυτού ως τοξικομανούς κατ' άρθρο 13 του Ν. 1729/1987, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον ισχυρισμό αυτό. Και ότι είχε υποβάλει και αυτός στη δίκη εκείνη, επικαλούμενος επιπλέον την από 18-4-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αναπληρωτή καθηγητή, Α. Μ.Τ., με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ίδιος είναι τοξικομανής. 2) Την απόφαση 967/5-4-2011 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ως τοξικομανής για αγορά και κατοχή της ναρκωτικής ουσίας χασίς και ηρωίνης, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών. Ειδικότερα δε, από τα πρακτικά της δίκης αυτής, και συγκεκριμένα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Κ. Ε. και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο κατά τη δίκη εκείνη, το Τριμελές Εφετείο οδηγήθηκε στη δικανική του πεποίθηση, ότι είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 Ν. 1729/1986 (ήδη 30 παρ. 1 Ν 3459/ 2006) και ότι δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της κατοχής και αγοράς ναρκωτικών ουσιών, "δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει στην επανειλημμένη τέλεση των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ούτε και προέκυψε σταθερή ροπή του για τη διάπραξη της πράξεως αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας του", όπως ακριβώς στην απόφαση αυτή αναφέρεται. Και ότι, εάν οι Δικαστές του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, γνώριζαν την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 967/1911 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη αυτή, Κ. Ε., και τα άλλα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, είναι φανερό ότι θα τον κήρυτταν ένοχο ως τοξικομανή κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 του Ν. 3459/2006.
Οι αποδείξεις όμως αυτές, δεν συνιστούν προδήλως νέα γεγονότα κατά την έννοια του νόμου, τα οποία, αν γνώριζαν οι δικαστές που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση, θα κατέληγαν σε θετική για τον αιτούντα απόφαση η θα του επέβαλαν μικρότερη ποινή. Συγκεκριμένα, το προβαλλόμενο ως πρώτο νέο γεγονός, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (τα στοιχεία που κρίθηκαν από τον Άρειο Πάγο δηλαδή), αφορούσαν αποκλειστικά τον αυτοτελή ισχυρισμό για τοξικομανία του συγκατηγορουμένου του τότε, Ε. Π., που είχε απορριφθεί ως αβάσιμος με την προσβαλλόμενη απόφαση και, με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η απόφαση του Εφετείου ως προς τον , με άλλα όμως περιστατικά, ισχυρισμό για τοξικομανία του άνω συγκατηγορούμενου του, δεν είχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, αφού κατά τούτο αναιρέθηκε εν μέρει η άνω απόφαση παραπέμφθηκε, ως προς αυτό η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο (εφετείο). Τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό για τοξικομανία του, αλλά με άλλα περιστατικά που αφορούσαν όμως αποκλειστικά τον αιτούντα, είχε προβάλλει και αυτός στο Εφετείο και απορρίφθηκε και τούτος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όμως, τα περιστατικά αυτά, ήταν γνωστά στο Πενταμελές Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφαση. Επίσης η απόφαση 967/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και η περιεχόμενη στα ταυτάριθμα πρακτικά της, κατάθεση στη δίκη εκείνη του μάρτυρα, Κ. Ε., αφορούσε για τοξικομανία του κατηγορουμένου- αιτούντος για πράξεις που τελέστηκαν στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2004, δηλαδή τρία (3) έτη μετά τον, κατά την 27-9-2001, χρόνο τελέσεως των πράξεων της κρινόμενης πρώτης δίκης και η απόφαση αυτή, ακόμη και αν ήταν γνωστή στους δικάσαντες με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφαση, δεν θα ήταν διαφορετική με την εκδοθείσα από αυτούς απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου.
Κατόπιν αυτών, τόσο η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και, συνακόλουθα, όσο και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.(ΚΠΔ 583 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/7/2011 αίτηση του Γ. Π. του Ε., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 882-883/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αίτηση αναστολής της ποινής.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Επίκληση στοιχείων, με βάση τα οποία, ως ισχυρίζεται, καταδικάστηκε σε ποινή βαρύτερη, δεν αποτελούν νέα στοιχεία κατ΄ άρθρο 525 ΚΠΔ, που να καθιστούν φανερό ότι καταδικάστηκε για έγκλημα, βαρύτερο από αυτό που τέλεσε. Αβάσιμη ουσιαστικά η αίτηση επανάληψης διαδικασίας, καθώς και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 731/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ι. Κ. του Α. και εγκαλούμενους τους: 1) Α. Σ., Πταισματοδίκη Αθηνών, 2) Μ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Η. Τ., Δικαστικό Γραμματέα. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1197/10-2-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 324/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 82/23-3-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, με την συνημμένη δικογραφία, την υπ' αριθ. 1197/10.2.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε' και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε 1 του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ 894).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ΑΒΜ Ζ2010/8.10.2010 μηνυτήρια αναφορά του Ι. Κ., δικηγόρου, κατοίκου Αθήνας, ο εν λόγω κατεμήνυσε τον Μαργαρίτη Κωτσίμπα, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας, την Α. Σ., Πταισματοδίκη Αθήνας και τον Δικαστικό Γραμματέα Η. Τ. με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, να διερευνηθεί η τυχόν τέλεση από αυτούς αξιοποίνων πράξεων. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθήνας, με το υπ' αριθ. 1197/2012 έγγραφο προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, δεδομένου, ότι πλέον στην περιφέρεια του Εφετείου Αθήνας υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθήνας και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθήνας δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφερείας του. Συντρέχει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 132, 135 και 136 περίπτωση ε 1 ΚΠΔ για να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, προκειμένου να αποφανθούν περί της πιο πάνω μηνυτήριας αναφοράς του Ι. Κ. κατά του προαναφερόμενου εισαγγελικού λειτουργού και λόγω συναφείας κατά των λοιπών μηνυομένων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να ορισθούν κατά παραπομπή οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. Ζ 2010/8.10.2010 μηνυτήριας αναφοράς του Ι. Κ., δικηγόρου, κατοίκου Αθήνας κατά του Μαργαρίτη Κωτσίμπα, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας και, λόγω συναφείας, κατά των λοιπών. Αθήνα 20.3.2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. Ι β, γ' του ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο ή όταν στην περιφέρεια ενός Εφετείου υπάρχει ένα Πρωτοδικείο, όπως στο Εφετείο Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ι. Κ., δικηγόρος Αθηνών, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τη με αρ. ΑΒΜ. Ζ- 2010/8-10-2010 μηνυτήρια αναφορά του, για το αδίκημα της παρασιώπησης λόγου εξαίρεσης, στρεφόμενη, 1) κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Μ. Κ., 2) κατά της Πταισματοδίκου Αθηνών Α. Σ. και 3) κατά του δικαστικού Γραμματέα Η. Τ.. Επομένως, ενόψει των προαναφερθέντων και των διατάξεων των άρθρων 136 , 137 και 128 παρ.1 και 129 περ. β του ΚΠΔ, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της άνω μηνύσεως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό, διότι η μηνυτήρια αναφορά στρέφεται κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς δύο μηνυόμενους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. Ζ. 10/16640/20-12-2011 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά την με αριθ. ΑΜΒ - Ζ.2010/16640/8-10-2010 μηνυτήρια αναφορά του Δικηγόρου Αθηνών Ι. Κ., στρεφόμενη κατά Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και δη κατά των: 1) κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Μ. Κ., 2) κατά της Πταισματοδίκου Αθηνών Α. Σ. και 3) κατά του δικαστικού Γραμματέα Η. Τ., για την σε αυτή καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας. Παραπέμπει Μηνυτήρια Αναφορά κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κλπ σε Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 730/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Ε. Κ. του Χ. και εγκαλούμενους τους: 1) Ο. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών, 2) Ι. Ν., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3) Α. Ψ., Αντεισαγγελέα Εφετών Ευβοίας και 4) Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 156153/15-2-2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 320/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 89/29-3-2012 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ' ΚΠΔ, την από 15-2-12/156153 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα εξής: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου, κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται, κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο.(Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922). 2) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. (Α.Π. 557/11- Α.Π. 397/11-Α.Π. 235/11). 3) Στην προκειμένη περίπτωση, η Ε. Κ. του Χ., κάτοικος ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και δι' αυτού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, την από 8-2-12/ΑΒΜ/Α-12/643 έγκληση, σε βάρος των Ι. Ν., Α. Ψ. και Ο. Σ., Αντεισαγγελέων Εφετών, ως και κατά του Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ). 4) Επειδή οι εγκαλούμενοι, υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο τέταρτος, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ο πρώτος, στην Εισαγγελία Εφετών Ευβοίας η δεύτερη και στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών η τρίτη, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠΔ δικαστήριο Αθηνών και Χαλκίδας, (όταν η τρίτη υπηρετούσε στην Αθήνα), γι' αυτό ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά τόπον, επειδή πλέον, στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον το Πρωτοδικείο Αθηνών και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. 5) Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας των εγκαλουμένων, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω υπόθεσης, αφού στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον αυτό και αυτή των Αθηνών, όπου όμως υπηρετεί ο τέταρτος εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός (Α.Π. 2034/10), στην δε Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, υπηρετεί ο πρώτος, στην Εισαγγελία Εφετών Ευβοίας λόγω συναφείας η δεύτερη (τόπος τέλεσης Χαλκίδα) και λόγω συναφείας για την τρίτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η ΑΒΜ/Α12/643 έγκληση της Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά των εγκαλουμένων Ι. Ν., Α. Ψ., Ο. Σ., Αντεισαγγελέων Εφετών, ως και κατά του Χ. Μ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, (και αν συντρέξει περίπτωση στην Εισαγγελία Εφετών και στο Εφετείο Πειραιώς). Αθήνα 29 Μαρτίου 2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 β, γ' του ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο ή όταν στην περιφέρεια ενός Εφετείου υπάρχει ένα Πρωτοδικείο, όπως στο Εφετείο Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η Ε. Κ., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και δι' αυτού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 8-2-2012 μηνυτήρια αναφορά της, κατά των Ι. Ν., Α. Ψ. και Ο. Σ., Αντεισαγγελέων Εφετών και κατά του Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, με τόπο τελέσεως την Χαλκίδα, Όμως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 136, 137, 128 παρ.1 και 129 περ. β του ΚΠΔ, των προαναφερθέντων και του γεγονότος ότι οι τρεις μηνυόμενοι Αντεισαγγελείς Εφετών υπηρετούν στις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών, Πατρών και Εύβοιας αντίστοιχα και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο τέταρτος μηνυόμενος Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, στη δε περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάρχει πλέον μόνον ένα Πρωτοδικείο, εκείνο των Αθηνών, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της άνω μηνύσεως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό, διότι η μηνυτήρια αναφορά στρέφεται κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς μηνυόμενους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 156153/15-2-2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά την με αριθ. ΑΜΒ- Α-2012/643/9-2-2012, από 8-2-2012 μηνυτήρια αναφορά της Ε. Κ., στρεφόμενη κατά των Ι. Ν., Α. Ψ. και Ο. Σ., Αντεισαγγελέων Εφετών, που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, Πατρών και Εύβοιας αντίστοιχα και κατά του Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για την σε αυτή καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας. Παραπέμπει μηνυτήρια αναφορά κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Πατρών, Ευβοίας και Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 729/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα J. P. του N., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 5955/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1228/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 254/25.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 17-10-2011 αίτηση του J. P. του Ν., κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 5955/30-6-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή, για την πράξη της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1866/2009, ΑΠ 2344/2008).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ' αριθ. 5955/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, όπως αυτό προκύπτει από το υπ' αριθ. 1044/18-10-2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, καθώς και από το υπ' αριθ. 381/21-10-2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας J. P. του Ν. καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή, για την πράξη της χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα καταδικάσθηκε για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 25-8-2000 έως και 13-10-2003, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφού προσήλθε στο Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών την 25-2-2000 και προσκόμισε τα: α) υπ' αριθ. 13 πλαστό πιστοποιητικό γάμου και β) υπ' αριθ. 13 πλαστό πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως, αιτούμενος να του χορηγηθεί Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς, πέτυχε να του χορηγηθεί η υπ' αριθμ. 744511 βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης ΕΔΤΟ, διάρκειας έξι μηνών, την οποία ανανέωνε ανά έξι μήνες, ήτοι από 25-8-2000 έως και την 13-10-2003, με τελευταία ημερομηνία λήξεως την 13-4-2004 και έκανε χρήση αυτής, με σκοπό την εξαπάτηση των αρχών ως προς το νόμιμο της παραμονής του και της εργασίας του στη χώρα, καθώς και το νόμιμο της εισόδου και εξόδου από τη χώρα. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στα αναγνωσθέντα ένδεκα (11) έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας υπ' αριθ. 64857/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα οποία είναι καταχωρημένες οι καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Γ. και Ε. Π., καθώς και το υπ' αριθ. 1040/3/9616-32101/04 (ΜΙΤS)/5-7-2004 έγγραφο της ΔΔΑΣ/ΤΔΟ/ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδος, προς τη Δ/νση Αλλοδαπών Αθηνών με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σε απάντηση ανωτέρω (Α) σχετικού σήματός σας, όπως μας ενημέρωσε η ΙΝΤΕΡΠΟΛ Αλβανίας με το Β' σχετικό, τα έγγραφα τα οποία μας αποστείλατε προς εξακρίβωση της γνησιότητάς τους έχουν ως εξής: Όλα τα πιστοποιητικά είναι πλαστά και δεν έχουν εκδοθεί από το αρμόδιο τοπικό ληξιαρχείο. Η τοπική αστυνομία δεν μπορεί να εξακριβώσει την ταυτότητα του ατόμου στη φωτογραφία των εγγράφων". Το σκεπτικό της καταδικαστικής ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι το ακόλουθο: "... Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 25-8-2000 έως την 13-10-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση έκανε χρήση ψευδούς βεβαιώσεως και συγκεκριμένα προσήλθε στο Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών την 25-8-2000 και προσκόμισε το υπ' αριθ. 13 πλαστό πιστοποιητικό γάμου και το υπ' αριθ. 13 πλαστό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ζητώντας να του χορηγηθεί ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς και έτσι πέτυχε να του χορηγηθεί η υπ' αριθ. 744511 βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών εκδόσεως ΕΔΤΟ, διάρκειας έξι μηνών, την οποία ανανέωνε ανά έξι μήνες, ήτοι από 25-8-2000 έως την 13-10-2003, λήξεως την 13-4-2004 και έκανε χρήση αυτής, με σκοπό την εξαπάτηση των αρχών ως προς το νομότυπο της παραμονής του και της εργασίας του στη χώρα, καθώς και ως προς το νόμιμο της εισόδου και εξόδου από τη χώρα.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος τη πράξεως αυτής". Ως νέο γεγονός επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών το υπ' αριθ. 24600/29-9-2011 έγγραφο της Διευθύνσεως Αλλοδαπών Αττικής, σύμφωνα με το οποίο το υπ' αριθ. 2838/ΕΒ-04/626/8-8-2004 έγγραφο της ΙΝΤΕΡΠΟΛ Αλβανίας (το οποίο έδιδε τις σχετικές πληροφορίες για την πλαστότητα των ανωτέρω πιστοποιητικών των Αλβανικών Αρχών) και αφορά την μητέρα της αλλοδαπής P. E. του J., δεν απεστάλη στην εν λόγω υπηρεσία (Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής) και συνεπώς δεν τηρείται στο Αρχείο αυτής. Όμως το ανωτέρω μοναδικό επικαλούμενο από τον αιτούντα ως νέο γεγονός, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 5955/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα από το ανωτέρω υπ' αριθ. 24600/29-9-2011 έγγραφο της Διευθύνσεως Αλλοδαπών Αττικής απλώς προκύπτει ότι το υπ' αριθ. 2838/ΕΒ-04/626/8-4-2004 έγγραφο της ΙΝΤΕΡΠΟΛ Αλβανίας δεν απεστάλη στην εν λόγω υπηρεσία (Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής). Δεν αναιρείται όμως η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν πιστοποιητικά είναι πλαστά, παραδοχή η οποία προέκυψε από το υπ' αριθ. 1040/3/9616-32101/04/5-7-2004 έγγραφο της ΔΔΑΣ/ΤΔΟ/ ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδος. Το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό δεν περιήλθε στην Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενό του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος της πράξεως αυτής. Με τα δεδομένα αυτά ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 17-10-2011 αίτηση του J. P. του N., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 5955/30-6-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα J. P. του N.. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 525 - 531 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο µέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, επί της οποίας όμως αναλογικά εφαρµόζονται οι διατάξεις περί ενδίκων µέσων, όπου υπάρχουν κενά. Οι ανωτέρω δε διατάξεις των άρθρων 474 και 475 παρ. 1 περί παραίτησης από τα ένδικα µέσα, εφαρµόζονται επομένως αναλογικά και επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας και άρα χωρεί παραίτηση του αιτούντος, εκτός αν αιτών είναι ο εισαγγελέας, οπότε και μόνο δεν µπορεί ο τελευταίος να παραιτηθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται στο παρόν συμβούλιο η από 17-10-2011 αίτηση του J. P. του N., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αρ. 5955/2006 καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, παρουσιάστηκε αυτοπρόσωπα ο άνω αιτών και δήλωσε σαφώς και ρητά ότι παραιτείται της παραπάνω αιτήσεώς του, η δε δήλωσή του αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της παραπάνω παραίτησης και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 17-10-2011 αίτηση του J. P. του N., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αρ. 5955/2006 καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης του αιτούντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 729/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (πρώην ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΙΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π., συζύγου Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Μαρούπα .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3219/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 1-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 292/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.8 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγμα θεωρείται και ο λόγος εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996) που προβάλλεται νομίμως και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τείνοντας στην ανατροπή των παραδοχών της εκκαλουμένης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα- εναγομένη πρότεινε με τον πέμπτο λόγο της έφεσης αυτής, τον οποίο ανέπτυξε και με τις προτάσεις: ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατά τον θάνατο του Μ. Π., που έλαβε χώρα κατά το ναυάγιο του επιβατηγού πλοίου της αναιρεσείουσας "EXPRESS SAMINA" (26-9-2000), δεν ήταν νύμφη του θύματος αυτού, καθόσον δεν είχε ακόμη τελέσει γάμο με τον μετέπειτα σύζυγό της-υιό του θύματος Ε. Π.: ότι τον γάμο αυτό οι ανωτέρω τέλεσαν αργότερα και δη τον Νοέμβριο του 2003, γεγονός που η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, κατά τη σχετική ποινική δίκη. Ζήτησε δε η αναιρεσείουσα με τον λόγο αυτό της εφέσεώς της, παραπονούμενη για την αντίθετη παραδοχή της εκκαλουμένης, να απορριφθεί ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη η εναντίον της ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης την οποία η τελευταία ζητούσε ως νύμφη-σύζυγος του υιού του θύματος και η οποία είχε γίνει εν μέρει και δη για το ποσό των 15.000 ευρώ δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ερμηνεύοντας πριν από την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς την κατά το άρθρο 932 εδ. γ' του ΑΚ έννοια της οικογένειας του θύματος και δεχόμενο ότι σ' αυτήν ανήκουν και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός-πεθερά, γαμβρός-νύμφη), δέχεται εν συνεχεία ως ορθή την κρίση του δικαστηρίου ότι στην άσκηση της αγωγής ενεργοποιείται ενεργητικά, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, ως νύμφη του θύματος και η αναιρεσίβλητη, την ιδιότητα δε αυτή της αναιρεσίβλητης ως νύμφης του θύματος το Εφετείο την λαμβάνει ως δεδομένη και στις μετέπειτα ουσιαστικές παραδοχές του, όπως και τούτο προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, χωρίς να απαντά στον ειρημένο πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και χωρίς να εξετάζει το προβαλλόμενο με αυτόν ως άνω παράπονο, και επιδικάζοντας τελικά στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 13.000 ευρώ για την ένδικη, ως ανωτέρω αιτία. Ενόψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης είναι προφανές ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ως άνω πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ως πράγμα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και υπέπεσε έτσι στην προειρημμένη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή λόγο της αιτήσεώς της. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 292/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Έφεση. Ο λόγος εφέσεως αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και η μη λήψη υπόψη τέτοιου λόγου, νομίμως προταθέντος, από το Εφετείο δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως. Αδικοπραξία. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από θανάτωση προσώπου. Νομιμοποιούνται και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού. Όχι και η μετέπειτα νύμφη του θύματος (τέλεση γάμου με τον υιό του θύματος μετά τη θανάτωση του τελευταίου). Αναιρεί την Εφ.Πειρ. 292/2007.
| null | null | 0
|
Αριθμός 725/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 και 30 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Ι. Μ. του Π., κάτοικου ..., Έλληνα υπηκόου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, κατά της υπ' αριθμ. 17/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με την υπ' αριθμ. 17/2012 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 11.7.11 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή της Στουτγάρδης Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Δωδεκανήσου την με αριθμό και ημερομηνία 28/15.3.2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Ιωάννας Διμέλη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2012.
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ....", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο καθού το ένταλμα και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσομένης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως, η από 15.3.2012 υπό κρίση έφεση, με αριθμό εκθέσεως 28/2012, του Ι. Μ., κατά της υπ' αριθ. 17/15.3.2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ' αυτού εκδοθέντος από 11.7.2011 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Εισαγγελέα της Στουτγάρδης Γερμανίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον της Γραμματέως του ανωτέρω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Το ένταλμα αυτό επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, μεταξύ των οποίων και για απάτη (στοιχ. κ). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων και οι περιπτώσεις, ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία, Ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ... και η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται και στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του ν. 3251/2004). Από το Σύνταγμα δεν απαγορεύεται η έκδοση ή παράδοση ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενώ η ρύθμιση του νεότερου ν. 3251/2004 είναι ειδική έναντι της απαγορεύσεως που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 438 περ. α' του ΚΠοινΔ, δεδομένου, μάλιστα, του ότι έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στηρίξεως της απαγορεύσεως, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και, συγκεκριμένα, η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι' αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εντεύθεν, προκειμένης εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, για την άσκηση ποινικής διώξεως και όχι για εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας εναντίον του εκζητουμένου, το ένταλμα εκτελείται και εάν ακόμη αυτός είναι ημεδαπός: α) Με την προϋπόθεση ότι δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοια ότι δεν έχει ασκηθεί πράγματι σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές για την ίδια πράξη. Αντιθέτως, δεν εμποδίζεται η έκδοση από τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας διώξεως κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 6 και 8 του ΠΚ), για την τελεσθείσα στην αλλοδαπή πράξη. Και β) με την επιφύλαξη της διασφαλίσεως "διαμεταγωγής" του στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος. Η διασφάλιση "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής Αρχής, αλλά εγγύηση της αρμόδιας Αρχής, που μπορεί να είναι και διοικητική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εκθέτει ο εκκαλών - εκζητούμενος στο από 24.4.2012 υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου αποφάσισε την εκτέλεση του από 11.7.2011 (αριθ. φακέλου 28 Gs 786/11) Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Εισαγγελέα της Στουτγάρδης Γερμανίας κατά του εκκαλούντος Ι. Μ. (I. M.) του Π. και Α.. Το ένταλμα αυτό περιέχει όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ν.3251/2004 στοιχεία, εκδόθηκε δε προκειμένου να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για δύο εγκλήματα απάτης που τελέστηκαν κατ' επάγγελμα από συμμορία, μεταξύ των οποίων υφίσταται πραγματική συρροή, αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 263 παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1 και 53 παρ. 1 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, τιμωρούμενα με στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τα δέκα (10) έτη. Το ένταλμα αυτό διαβιβάσθηκε, διά της νομίμου οδού, στον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, ως αρμόδια, κατά το άρθρο 9 του ν. 3251/2004, δικαστική αρχή για την παραλαβή του, την εκτέλεση, τη σύλληψη και την κράτηση του εκζητούμενου, την εισαγωγή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και την εκτέλεση της αποφάσεως για την προσαγωγή ή μη του εκζητούμενου. Ο άνω Εισαγγελέας, μόλις παρέλαβε το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, έδωσε προφορική εντολή συλλήψεως του εκζητούμενου, ο οποίος στις 8.2.2012 προσήλθε αυθόρμητα, μετά την τήρηση δε της προβλεπόμενης στα άρθρα 15 και 17 του ν. 3251/2004 διαδικασίας, με την υπ' αριθμ. 3/8.2.2012 διάταξη του άνω Εισαγγελέα διατάχθηκε η απόλυσή του. Οι αξιόποινες πράξεις, οι οποίες αποδίδονται στον εκζητούμενο, με τη μορφή του συναυτουργού, φέρονται ότι έχουν τελεσθεί από αυτόν στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2005 μέχρι το Μάρτιο 2009. Οι ειδικότερες συνθήκες τελέσεως των πράξεων αυτών περιγράφονται με πληρότητα στο υπό εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η περιγραφή δε αυτή έχει ως εξής: "Υπάρχει ισχυρή υποψία ότι ο κατηγορούμενος Μ. μαζί με τον Τ. (T.), τον Κ. (C.) και τον Μ. (B.) είχε στήσει κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2005 μέχρι το Μάρτιο 2009, βάσει κοινής άδικης συμφωνίας, ένα παραπλανητικό μοντέλο χρηματικών επενδύσεων σε μορφή πυραμίδας, μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκαν εισπράξεις της τάξεως τουλάχιστον των 21.182.767 ευρώ. Στα πλαίσια του προαναφερόμενου συστήματος πυραμίδας ο χωριστά διωκόμενος Μ. λειτούργησε ως υπεύθυνος της εγγεγραμμένης στο γερμανικό εμπορικό μητρώο εταιρείας "Inter Finance Service Ltd. (IFS)" στο Λονδίνο με υποκατάστημα στον τόπο διαμονής του κατηγορουμένου στη Στουτγάρδη, παράλληλα δε ως πληρεξούσιος του ομίλου "Citylink Group Holdings Limited", ο οποίος όμιλος ήταν ο μόνος μέτοχος της μη εγγεγραμμένης στην Ελβετία εικονικής εταιρείας "Coninvest Finanz AG" στην πόλη Zug της Ελβετίας. Μέσω των εταιρειών με τις παραπάνω επωνυμίες προσέφερε επενδυτικά προγράμματα με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά απόδοσης σε επενδυτές, οι οποίοι στα πλαίσια του εκάστοτε επενδυτικού προγράμματος καλούνταν να χορηγήσουν σε κάποια από τις εταιρείες του ένα προσωπικό δάνειο, επί του οποίου ο Μ. έπρεπε να καταβάλει τους τόκους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα επενδυτικά προγράμματα προωθούνταν μέσω ενός πολυεπίπεδου δικτύου προώθησης στη Στουτγάρδη, το οποίο διαχειρίζονταν σε μεγάλο βαθμό με δική τους ευθύνη οι Μ. και Τ.. Τα επενδυτικά προγράμματα που διατίθεντο χαρακτηρίζονταν στα έντυπα που χρησιμοποιούνταν γι' αυτό το σκοπό ως συμβάσεις προσωπικών δανείων. Το ύψος του συμφωνημένου επιτοκίου παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις και εκτείνονταν από σταθερά χρηματικά ποσά ετησίως, περίπου στο 3% του ποσού του δανείου, μέχρι και ποσοστιαίες εγγυήσεις επιτοκίου έως και 125% ετησίως. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκαν ούτε από τον Μ. ούτε από τον Μ. ή τον Τ. χρηματοοικονομικές επενδύσεις σε αξιόλογη έκταση, ούτως ώστε να μπορέσουν να αποκομιστούν τα ανάλογα κέρδη. Αντιθέτως, το σύνολο των τόκων καταβάλλονταν συνειδητά από χρήματα που προέρχονταν από τις τελευταίες εισροές κεφαλαίων νέων επενδυτών, στους οποίους βέβαια οι κατηγορούμενοι παρείχαν και πάλι αντίστοιχες διαβεβαιώσεις αναφορικά με το καταβαλλόμενο επιτόκιο (σύστημα πυραμίδας). Τουλάχιστον 475 επενδυτές παραχώρησαν κεφάλαια συνολικού ύψους 21.182.767,00 ευρώ με την πεπλανημένη πεποίθηση ότι θα αποκόμιζαν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά απόδοσης στα πλαίσια επενδυτικών προγραμμάτων, στα οποία τους προέτρεπαν οι Μ., Τ. και Μ.. Ήδη από τη στιγμή παραχώρησης των κεφαλαίων τους οι επενδυτές υπέστησαν ζημία στην περιουσία τους, αφού η ανασφάλιστη παραχώρηση κεφαλαίου από μεριάς τους είχε ως αντίκρισμα τις από οικονομικής άποψης άνευ αξίας αποπληρωμής και καταβολής τόκου, ως αποτέλεσμα του συστήματος πυραμίδας, γεγονός το οποίο γνώριζε και στο οποίο απέβλεπε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος Μ. και οι υπόλοιποι συναυτουργοί είχαν μ' αυτόν τον τρόπο μια διαρκή πηγή εισοδήματος, κερδίζοντας έτσι τα προς το ζην αναγκαία. Κάθε επενδυτής είχε συνάψει με τις εταιρείες "IFS" ή/και "Coninvest" μια ή περισσότερες δανειακές συμβάσεις, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στα 12.396.610,00 ευρώ και οι επενδυτές παραχώρησαν στη βάση των συμβατικά συμφωνημένων επιτοκίων και εν μέρει σε πολλές δόσεις κεφάλαια συνολικού ύψους 9.125.202,00 ευρώ. Επί πΛ.ν συνάφθηκαν μεταξύ των χωριστά διωκόμενων Λ. (L.) και Σ. (S.), αλλά και του Λ. προσωπικά, αφενός, και των εταιρειών "IFS" και "Coninvest", αφετέρου, μέσω των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης "AVC Aufbau-, Vertiebs- und Coordinationsgesellschaft mit beschrankter Haftung (AVC)", "AVC Aufbau-, Vertiebs- und Organisationsgesellschaft mit beschrankter Haftung (AVO)", "AVI Finanz AG (AVI)", τις οποίες διαχειρίζονταν οι προαναφερθέντες, περαιτέρω δανειακές συμβάσεις συνολικής αξίας 15.979.080,00 ευρώ και πραγματοποιήθηκαν πληρωμές ύψους 12.058.565,00 ευρώ. Για το σκοπό αυτό οι Λ. και Σ. - ακολουθώντας εν μέρει τον ίδιο τρόπο διάθεσης των προϊόντων τους όπως και οι εταιρείες "IFS" και "Coninvest"- λάμβαναν χρήματα από επενδυτές, τα οποία στη συνέχεια επένδυαν επ' ονόματι τους στην εταιρεία "IFS" ή/και στην εταιρεία "Coninvest"". Οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που αποδίδονται στον εκζητούμενο, εμπίπτουν σ' εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 περ. κ' του ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών ετών ως προς το ανώτατο όριό της, η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως τούτου, οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται ως κακούργημα και από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 386 παρ. 1, 3 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα (απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα κατά συναυτουργία, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ). Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστού (εισαγγελέα) που το εξέδωσε, περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004 και δη ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής συνδέσεως και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, μνεία του εντάλματος συλλήψεως, στο οποίο βασίστηκε η έκδοση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι' αυτές, κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος, ο τόπος τελέσεως και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, ως και τις νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις αυτές, συνεπώς πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά το ν. 3251/2004.
Ο εκκαλών ισχυρίζεται, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της εφέσεως, ότι με το ένδικο ένταλμα ζητήθηκε η σύλληψη και η έκδοσή του στη Γερμανία για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις με βάση την ύπαρξη "ισχυρής υποψίας" και όχι "επαρκών ενδείξεων", ενώ δεν αναζητήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου τα αναγκαία έγραφα από τη σχετική ποινική δικογραφία ούτε αυτό απευθύνθηκε στις αρμόδιες Γερμανικές Αρχές για να ζητήσει πληροφορίες και διευκρινίσεις για τη διατεινόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί το Συμβούλιο δεν είχε την εξουσία από τις διατάξεις του ν. 3251/2004 να ερευνήσει και την ουσιαστική βασιμότητα των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκκαλούντα, κατά του οποίου δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα για τις ίδιες πράξεις, η δε διαμεταγωγή του στην Ελλάδα για να εκτίσει την ποινή, που ενδεχομένως θα του επιβληθεί, διασφαλίζεται, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, από την από 15.3.2012 διαβεβαίωση του Εισαγγελέα της Στουτγάρδης της Γερμανίας προς τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου (βλ. υπ' αριθ. 2011 0007776597 μήνυμα του Γραφείου S.I.RE.N.E. της Γερμανίας). Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, το ένδικο ένταλμα περιέχει όλα τα κατά νόμον στοιχεία, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής κατά το άρθρο 11 ή δυνητικής κατά το άρθρο 12 του ν. 3251/2004 μη εκτελέσεως αυτού. Τέλος, και ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η Γερμανία δεν εκδίδει Γερμανούς υπηκόους για να δικασθούν στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να παραμένουν ανεκτέλεστα ελληνικά εντάλματα και να μη τηρείται ο όρος της αμοιβαιότητας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος δεν επιβάλλεται από τον ν. 3251/2004 ρητά με τον όρο της αμοιβαιότητας, αλλά είναι υποχρεωτική αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποδείχθηκε ότι οι Γερμανικές Αρχές δεν τηρούν τον όρο αυτό, το δε Συμβούλιο, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει την εξουσία να κρίνει αν καλώς αρνήθηκαν αυτές σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. Χ., Φ. που επικαλείται ο εκκαλών) να προβούν στην εκτέλεση εντάλματος.
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς το σκοπό προσαγωγής του εκκαλούντος στην αρμόδια Γερμανική Δικαστική Αρχή για να για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, δεχθέν ότι διασφαλίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, και η διαμεταγωγή του στην Ελλάδα για να εκτίσει την ποινή που, ενδεχομένως, θα του επιβληθεί, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 28/15 Μαρτίου 2012 έφεση του Ι. Μ. του Π. και Α. κατά της υπ' αριθμ. 17/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ν. 3251/2004). Έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που απεφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος. Προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος. Ένταλμα της Δικαστικής Αρχής της Γερμανίας κατά Έλληνα υπηκόου, προκειμένου να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για απάτη. Επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση ότι τιμωρείται από το κράτος της εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 ετών ως προς το ανώτατο όριό της. Το Συμβούλιο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει και την ουσιαστική βασιμότητα των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκκαλούντα. Δεν παραβιάσθηκε η αρχή της αμοιβαιότητας. Απόρριψη εφέσεως.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 724/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Ε. Μ. του Γ., κάτοικο ... κ.λ.π.. Οι αιτήσεις αυτές με ημερομηνία 3/4/2012 και 5/4/2012, που απευθύνονται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 103/17.4.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την προκειμένη υπόθεση και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. β' και γ' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι όταν δεν υπάρχει ο νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου, εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει δύο τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο ή όταν επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη στον τόπο όπου πρόκειται να δικαστεί η υπόθεση στο ακροατήριο ή όταν επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη στον τόπο όπου πρόκειται να δικαστεί η υπόθεση, τότε ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα του αρμόδιου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο (βλ. ΑΠ 61/2000, Ποιν.Χρον. 2000, σελ. 134, ΑΠ 611/1999, ΑΠ 817/1998, ΑΠ 128/1997, ΑΠ 1176/1994, ΑΠ 226/1994, ΑΠ 1278/1993, ΑΠ 820/1992, ΑΠ 185/1981).
ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ' αριθμ. 9/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Νάξου, παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου δεκατρείς (13) κατηγορούμενοι και δη: 1) Ι. Μ. του Σ. και Μ., Πλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στη ... στις 09-03-1969, κάτοικος ..., 2) Ε. Π. του Δ. και Ν., Α' Μηχανικός Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στον ... στις 04-07-1962, κάτοικος ..., 3) Ι. Α. του Δ. και Μ., Πλοίαρχος Α' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στο ... στις 04-11-1966, κάτοικος ..., 4) Π. Κ. του Ε. και Ε., Πλοίαρχος Γ' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στην ... στις 10-07-1973, κάτοικος ..., 5) Π. Κ. του Κ. και Ε., Πλοίαρχος Α' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στην ... στις 21-04-1975, κάτοικος ..., 6) Π. Λ. του Δ. και Α., Ναυτικός, που γεννήθηκε στον ... στις 12-10-1964, κάτοικος ..., 7) Υ. B. (ov) A. (επων) του B. και Μ., υπήκοος Βουλγαρίας, Ναυτικός, που γεννήθηκε στη ... στις 09-07-1965, κάτοικος ..., 8) Γ. Κ. του Χ. και Ν., Πλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στον ... στις 15-05-1966, κάτοικος ..., 9) Χ. Μ. του Α. και Α., υπήκοος Κύπρου, Μηχανολόγος - Μηχανικός, που γεννήθηκε στη … στις 01-03-1964, κάτοικος ..., 10) Ζ. Σ. του Π. και Μ., υπηκόου Κύπρου, Ναυπηγός - Μηχανολόγος - Μηχανικός, που γεννήθηκε στην Αμμόχωστο στις 16-08-1964, κάτοικος ..., 11) Ε. Μ. του Γ. και Π., Ναυπηγός-Μηχανολόγος-Μηχανικός, που γεννήθηκε στη ..., στις 10-08-1962, κάτοικος ..., 12) Μ. Ι. του Π. και Α., υπήκοος Κύπρου, Λογίστρια, που γεννήθηκε στη ..., στις 10-08-1962, κάτοικος ... και 13) Γ. Χ. του Α. και Α., υπήκοος Κύπρου, Ιδιωτική Υπάλληλος, που γεννήθηκε στην ..., στις 20-11-1960, κάτοικος ... για να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από αμέλεια, από την οποία προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, κίνδυνος για ανθρώπους (1155 επιβάτες και πλήρωμα 391 ατόμων) και επήλθε επίσης ο θάνατος δύο (2) επιβατών. 2) Της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, 3) της πρόκλησης ναυαγίου από ενσυνείδητη αμέλεια, από την οποία προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και ο θάνατος δύο προσώπων. 4) Της πρόκλησης σοβαρής ρύπανσης θάλασσας με πρόθεση κατ' εξακολούθηση. 5) Της εξ αμελείας (ενσυνείδητης) παράβασης των διατάξεων του Διεθνούς Κανονισμού Αποφυγής Συγκρούσεων εκ μέρους του Πλοιάρχου ή Αξιωματικού Φυλακής, συνεπεία της οποίας επήλθε ολική απώλεια του πλοίου και θάνατος προσώπων και 6) της παραμέλησης της υποχρεώσεως του πλοιάρχου για τη διάσωση των εγγράφων του πλοίου επί εγκαταλείψεως αυτού (άρθρα 28, 94§§1 και 2, 291§2 σε συνδυασμό με παρ.1 περιπτ. α', β' και γ', 302§1 Π.Κ. και άρθρο 225§§1 και 3 του π.δ. 187/1973 σε συνδυασμό με τους κανόνες 5,6,7,8,9 του π.δ 93/1974, 223§3 Ν.Δ 187/1973, άρθρο 1 περιπτ. α', γ', δ', ι', ια', ιβ', ιδ', κα', κβ', κδ', 2§1 εδ.α', 3§1 εδ.α', 11§1, 12 και 13§1 εδ.α' περιπτ. (ι) του Ν. 2252/1994, άρθρο ένατο παρ.1 (Β) του Ν. 1147/1981 και άρθρο μονό του π.δ 86/1997 κωδικοποιηθέν με το π.δ. 55/1998.
Με τις από 3-4-2012 και 5-4-2012 αντίστοιχες αιτήσεις τους, ο εκ των κατηγορουμένων Ε. Γ. Μ. και ο Δήμος Θήρας Κυκλάδων, ζητούν να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης αυτής προς εκδίκαση στο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, επικαλούμενοι λόγους δημοσίας τάξεως και ασφάλειας.
Από τα στοιχεία που αναφέρονται στις αιτήσεις αυτές και την περαιτέρω έρευνα του βασίμου των λόγων που προβάλλονται, προέκυψαν τα εξής: Στο Πρωτοδικείο της Νάξου υπηρετούν τέσσερις δικαστές, συμπεριλαμβανομένης της Προέδρου αυτού και το δικαστήριο έχει μία μόνο αίθουσα συνεδριάσεων. Οι μάρτυρες που θα εξετασθούν, μάρτυρες του κατηγορητηρίου είναι πενήντα έξι (56) και αν προστεθούν σ' αυτούς και το ολιγότερο μισοί περίπου μάρτυρες υπερασπίσεως, είναι προφανές ότι ο αριθμός τους θα υπερβεί τους ογδόντα (80). Τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και οι μάρτυρες που αναφέρονται δεν είναι κάτοικοι Νάξου, όπως υποθέτω δε θα είναι κάτοικοι Νάξου και οι δικηγόροι των κατηγορουμένων και των πολιτικώς εναγόντων που τυχόν θα παραστούν. Το κόστος μετάβασης και παραμονής των παραγόντων αυτών της δίκης θα είναι μεγάλο, με συνέπεια την απροθυμία της εμφάνισης τουλάχιστον των μαρτύρων κατηγορίας κατά την ακροαματική διαδικασία, με συνέπεια τις συνεχείς διακοπές ή αναβολές της εκδίκασης της υπόθεσης. Η δίκη θα κρατήσει έτσι πολλούς μήνες και τούτο θα έχει ως περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία της εκδίκασης των ήδη προσδιορισμένων προς εκδίκαση υποθέσεων, ενόψει του γεγονότος ότι λόγω του μικρού αριθμού των υπηρετούντων δικαστών (τεσσάρων μόνο), δεν είναι δυνατή η συγκρότηση και άλλων συνθέσεων δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να προκύψουν διαμαρτυρίες, έριδες και διαπληκτισμοί, οι οποίοι βεβαιότατα θα διαταράξουν τη δημόσια ασφάλεια και τάξη της Νάξου, η οποία θα βρίσκεται μέσα στην καρδιά της τουριστικής περιόδου, δεδομένου ότι η υπόθεση έχει ήδη προσδιοριστεί να δικαστεί στις 20-06-2012.
Όπως προδιαλαμβάνεται οι παράγοντες δεν κατοικούν στη Νάξο, αλλά κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα και η μετάβασή τους στον Πειραιά θα είναι εύκολη, αφού δε θα εξαρτάται και από τις επικρατούσες κάθε φορά καιρικές συνθήκες και την εξ άλλων λόγων μη εκτέλεση των πλόων των καραβιών.
Συντρέχει λοιπόν εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο του Πειραιά.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης, εφής το υπ' αριθμ. 9/2012 παραπεμπτικό βούλευμα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 136 περ. β' και γ' και 137 παρ.1 εδ. γ', συνάγεται ότι η παραπομπή μιας υποθέσεως από το κατά τα άρθρα 122 έως 125 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο δικαστήριο, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, διατάσσεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχει νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει δύο τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο ή όταν την παραπομπή επιβάλλουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη θεωρείται ότι υπάρχουν όταν επίκειται, λόγω εχθρότητας, μίσους ή άλλων αιτίων, αντεκδίκηση των συγγενών του θύματος κατά του κατηγορουμένου ή πρόκληση άλλων σοβαρών επεισοδίων ή σε υποθέσεις που προκάλεσαν την κοινή γνώμη, συγκέντρωση μεγάλου πλήθους και για το λόγο αυτό έξαψη πνευμάτων και δημιουργία επεισοδίων με απρόβλεπτες προεκτάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το υπ' αριθμ. 9/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Νάξου, έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, δέκα τρείς (13) κατηγορούμενοι, και ειδικότερα οι παρακάτω: 1) Ι. Μ. του Σ. και Μ., Πλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στη ... στις 09-03-1969, κάτοικος ..., 2) Ε. Π. του Δ. και Ν., Α' Μηχανικός Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στον ... στις 04-07-1962, κάτοικος ..., 3) Ι. Α. του Δ. και Μ., Πλοίαρχος Α' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στο ... στις 04-11-1966, κάτοικος ..., 4) Π. Κ. του Ε. και Ε., Πλοίαρχος Γ' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στην ... στις 10-07-1973, κάτοικος ..., 5) Π. Κ. του Κ. και Ε., Πλοίαρχος Α' Τάξεως Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στην ... στις 21-04-1975, κάτοικος ..., 6) Π. Λ. του Δ. και Α., Ναυτικός, που γεννήθηκε στον ... στις 12-10-1964, κάτοικος ..., 7) Υ. B. (ov) A. (επων) του B. και Μ., υπήκοος Βουλγαρίας, Ναυτικός, που γεννήθηκε στη ... στις 09-07-1965, κάτοικος ..., 8) Γ. Κ. του Χ. και Ν., Πλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού, που γεννήθηκε στον ... στις 15-05-1966, κάτοικος ..., 9) Χ. Μ. του Α. και Α., υπήκοος Κύπρου, Μηχανολόγος - Μηχανικός, που γεννήθηκε στη …. στις 01-03-1964, κάτοικος ..., 10) Ζ. Σ. του Π. και Μ., υπηκόου Κύπρου, Ναυπηγός -Μηχανολόγος-Μηχανικός, που γεννήθηκε στην … στις 16-08-1964, κάτοικος ..., 11) Ε. Μ. του Γ. και Π., Ναυπηγός-Μηχανολόγος-Μηχανικός, που γεννήθηκε στη ..., στις 10-08-1962, κάτοικος ..., 12) Μ. Ι. του Π. και Α., υπήκοος Κύπρου, Λογίστρια, που γεννήθηκε στη ..., στις 10-08-1962, κάτοικος ... και 13) Γ. Χ. του Α. και Α., υπήκοος Κύπρου, Ιδιωτική Υπάλληλος, που γεννήθηκε στην ..., στις 20-11-1960, κάτοικος .... Οι κατηγορούμενοι αυτοί έχουν παραπεμφθεί για να δικαστούν ως υπαίτιοι μεγάλου αριθμού αξιοποίνων πράξεων, που αναφέρονται όλες στο περιστατικό του ναυαγίου του πλοίου S... D... , που έγινε στη θαλάσσια περιοχή της Θήρας και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο με πνιγμό δύο ατόμων και την διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από την οποία προέκυψε κοινός κίνδυνος για ανθρώπους (1155 επιβάτες και πλήρωμα 391 ατόμων). Η δίκη έχει προσδιοριστεί στη δικάσιμο της 20-6-2012. Ήδη, με τις από 3-4-2012 και 5-4-2012 αιτήσεις τους, ο εκ των κατηγορουμένων Ε. Γ. Μ., Επιθεωρητής του Νορβηγικού Νηογνώμονα (DNV) και ο Δήμος Θήρας, ως πολιτικώς ενάγων, αντίστοιχα, ζητούν να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης αυτής για εκδίκαση από το Τριμελές Πλημ/κείο Νάξου στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, επικαλούμενοι λόγους δυσχέρειας της διεξαγωγής της δίκης στο ως άνω δικαστήριο και λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Σχετικά με τις αιτήσεις αυτές πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Στο Πρωτοδικείο της Νάξου υπηρετούν τέσσερις (4) δικαστές, συμπεριλαμβανομένης και της Προέδρου αυτού και το δικαστήριο διαθέτει μία μόνο αίθουσα συνεδριάσεων. Οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου που θα κληθούν να εξεταστούν είναι πενήντα έξι (56) υπολογιζόμενων δε, και των μαρτύρων υπερασπίσεως που θα προτείνουν οι κατηγορούμενοι, ο αριθμός των μαρτύρων συνολικά θα υπερβεί τους ογδόντα (80). Τόσο οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι, όσο και οι μάρτυρες, δεν είναι κάτοικοι Νάξου, προφανώς και πολλοί από τους δικηγόρους υπεράσπισης και Πολιτικής αγωγής που θα παρασταθούν. Το κόστος μετάβασης και παραμονής των ως άνω παραγόντων της δίκης στη Νάξο, θα είναι μεγάλο, με συνέπεια την απροθυμία εμφάνισης τουλάχιστον των μαρτύρων κατηγορίας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία προσκομμάτων στη διεξαγωγή της δίκης, ενόψει και της προβλεπομένης μακράς διάρκειας αυτής. Περαιτέρω, συνέπεια, της προβλεπόμενης μακράς διάρκειας της δίκης, θα είναι η αδυναμία εκδίκασης των ήδη προσδιορισμένων προς εκδίκαση υποθέσεων, ενόψει και του γεγονότος, ότι λόγω του μικρού αριθμού των υπηρετούντων στο παραπάνω Πρωτοδικείο Δικαστών (τέσσερις), δεν είναι εφικτή η συγκρότηση και άλλων συνθέσεων δικαστηρίων με αποτέλεσμα τη ματαίωση των ήδη προσδιορισμένων δικών. Πέραν των ανωτέρω, λόγω της έντονης δημοσιότητας και ενδιαφέροντος για την υπόθεση αυτή που συντάραξε την κοινή γνώμη όλης της Χώρας και της σοβαρότητάς της, υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης έντονων διαμαρτυριών, ερίδων και διαπληκτισμών και γενικά δημιουργίας επεισοδίων λόγω και της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού παραγόντων της δίκης, με αποτέλεσμα την απειλή διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Συντρέχει συνεπώς, νόμιμη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη διαλαμβάνονται, για την παραπομπή της προκειμένης υποθέσεως, από το Τριμελές Πλημ/κείο Νάξου, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς, στο οποίο η μετάβαση των παραγόντων της δίκης θα είναι ευχερής και επί πλέον μειώνονται οι κίνδυνοι δημιουργίας επεισοδίων και διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης του ναυαγίου του πλοίου "S... D...", επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμό 9/2012 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Νάξου, από το Τριμελές Πλμ/κείο Νάξου στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή της υπόθεσης ναυαγίου του SEA DIAMOND για λόγους ομαλής διεξαγωγής της δίκης και για λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξης. Λόγω του μικρού αριθμού (τεσσάρων) των υπηρετούντων δικαστών στο Πρωτοδικείο Νάξου, του μεγάλου αριθμού παραγόντων της δίκης, κατηγορουμένων, μαρτύρων και διασωθέντων συντρέχουν λόγοι παραπομπής από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά όπου η μετάβαση των παραγόντων της δίκης είναι ευχερέστερη, μειώνονται οι κίνδυνοι δημιουργίας επεισοδίων και διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή της δίκης.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 723/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Κ. Κ. του Κ.. Με εγκαλουμένους: 1) Π. Π. του Σ., 2)Ο. Σ., 3) Π. Π., Αντεισαγγελείς Εφετών Αθηνών, 4) Κ. Μ., 5) Γ. Σ., 6) Β. Σ., 7) Μ. Ζ. και 8) Ε. Π. Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 156154/14.2.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό84/29.3.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδάφιο ε' και 137 § ιγ' Κ.Π.Δ., την με αριθμ. Πρωτ. 156154/ από 14-2-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτ/κών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδάφιο ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος και δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 § 1 γ' Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημ/κών ή Εφετών, ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. 2) Στη προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που μας διαβιβάστηκαν προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-11-2011 μήνυση της Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., κατά των 1) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Ο. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών, 3) Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών, 4) Κ. Μ., 5) Γ. Σ., 6) Β. Σ., 7) Μ. Ζ., και 8) Ε. Π., Αντ/λέα Πρωτ/κών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος και άλλα αδικήματα, που φέρεται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα. Από τους παραπάνω εγκαλούμενους οι Π. Π., η Ο. Σ., ο Π. Π., και η Ε. Π. (1ος, 2ος, 3ος και 8η), τυγχάνουν δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν στην Αθήνα. Την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 137 Κ.Π.Δ,, και ο Εισαγγελέας Εφετών, σε περίπτωση που δεν μπορεί να ενεργοποιήσει την διαδικασία παραπομπής μέσω του Συμβουλίου Εφετών της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, εκτός από αυτό πού υπηρετεί ο εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός, επειδή στην περιφέρεια του υπάρχει ένα μόνο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (το Πρωτοδικείο Αθηνών) (ΑΠ 1417/2009, ΑΠ. 440/2006, ΑΠ. 409/2006). Αρμόδιος να κρίνει το αίτημα αυτό είναι ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 132, 134 και 135 Κ.Π.Δ., Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο στα πλαίσια του κανονισμού αρμοδιότητας να ορίσει κατά παραπομπήν ως αρμόδιο να επιληφθεί της παραπάνω υποθέσεως και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του τον Εισαγγελέα Πρωτ/κών Πειραιώς, καθώς και τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: να παραπεμφθεί ή από 2-11-2011 μήνυση της Κ. Κ., κατοίκου ..., κατά των 1) Π. Π., 2) Ο. Σ., 3) Π. Π., και Ε. Π., δικαστικών λειτουργών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτ/κών Πειραιώς, και στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.-
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Ιωάννης Τζαγκουρνής
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η Κ. Κ. του Κ., κάτοικος ..., με την από 1.2.2011 μήνυσή της καταμήνυσε τους 1) Π. Π., 2) Ο. Σ., 3) Π. Π., Αντεισαγγελείς Εφετών, 4) Κ. Μ., 5) Γ. Σ., 6) Β. Σ., 7) Μ. Ζ. και 8) Ε. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για παράβαση καθήκοντος και άλλα αδικήματα που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα. Δεδομένου, όμως, ότι από τους παραπάνω εγκαλουμένους οι Π. Π., Ο. Σ., Π. Π. και Ε. Π. είναι εισαγγελικοί λειτουργοί και υπηρετούν οι τρεις πρώτοι στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και η τέταρτη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι η ως άνω εγκαλούμενη εισαγγελική λειτουργός Ε. Π. υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 του ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ), ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί αυτή.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. πρωτ. 156154/14.2.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως (και ως προς τους Αντεισαγγελείς Εφετών Αθηνών, καθώς και τους Κ. Μ., Γ. Σ., Β. Σ. και Μ. Ζ., οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, λόγω συναφείας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 1.2.2011 μηνύσεως της Κ. Κ. του Κ. κατά των Π. Π., Ο. Σ., Π. Π., Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών και Ε. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και των Κ. Μ., Γ. Σ., Β. Σ. και Μ. Ζ., λόγω συναφείας, αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Υποβολή μηνύσεως κατά Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και λοιπών προσώπων για παράβαση καθήκοντος. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετούσε η μία από τους εγκαλουμένους, και, λόγω συναφείας, και για τους λοιπούς.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 722/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλών τον Π. Λ. του Ν. . Με εγκαλουμένους: 1) Ε. Κ., 2) Χ. Π., 3) Ά. Σ., Πρόεδροι Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Β. Τ., Πρωτοδίκη Αθηνών, 5) Α. Π., Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών,6) Χ. Π., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και 7) Ε. Σ., Πρωτοδίκη Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 154686/6.2.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό74/20.3.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ το υπ' αριθμ. πρωτ. 154686/6-2-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137§1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 2080/06).
Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει αφενός η από το άρθρο 136 περ. ε ΚΠΔ προβλεπόμενη περίπτωση και αφετέρου δεν υφίσταται πλέον μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σε αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών ευχέρεια του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο που να ανήκει στην περιφέρεια του. Ειδικότερα διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση βάσει της από 19/5/2008 εγκλήσεως του Π. Λ. του Ν., σχετικά με την τέλεση παραβάσεως καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ) εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών που εξέδωσαν ως μέλη του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τις 26549/26-4-2007, 58936/1 -11 -2007 και 4568/21-1 -2008 αποφάσεις αναβολής εκδικάσεως ποινικής υποθέσεως με κατηγορουμένους τους Φ. Μ., Κ. Κ., Σ. Α. και Ε. Κ.. Εκ των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας διαπιστώθηκε ότι τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την 26549/26-4-2007 απόφαση, Ε. Κ. και Χ. Π. υπηρετούν ως πρόεδροι πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την 58936/1-11-2007 απόφαση, Ά. Σ., Β. Τ. και Α. Π. υπηρετούν ως πρόεδρος πρωτοδικών, πρωτοδίκης και αντεισαγγελέας πρωτοδικών στο πρωτοδικείο και εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών και τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την 4568/21-1-2008 απόφαση Χ. Π. και Ε. Σ. υπηρετούν ως πρόεδρος πρωτοδικών και πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Αθηνών αντίστοιχα. Όσον αφορά τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς που συμμετείχαν ως μέλη των συνθέσεων που εξέδωσαν τις ως άνω αποφάσεις και οι οποίοι δεν υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 47 ΚΠΔ με σχετική διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 154.686/6-2-12 έγγραφο του Εισαγγ. Πρωτοδικών Αθηνών).
Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο, εκτός αυτό των Αθηνών (βλ. αρθρ. 8 Ν. 4022/2011 με το οποίο ιδρύθηκε το Εφετείο Ευβοίας και ΑΠ 2079/2006, ΑΠ 223/2003 κ.α.), πρέπει η έγκληση αυτή να παραπεμφθεί από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση (ΑΠ 840/05 Ποιν. Δικ/νη 2005, σελ. 1241).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διαταχθεί η παραπομπή της από 19/5/2008 καταγγελίας του Π. Λ. του Ν., κατοίκου ..., κατά των 1) Ε. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Χρήστου Παπακώστα, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Ά. Σ., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Β. Τ., Πρωτοδίκη Αθηνών, 5) Α. Π., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 6) Χ. Π., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και 7) Ε. Σ., Πρωτοδίκη Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση με βάση την από 19.5.2008 αναφορά - αίτηση του Π. Λ. του Ν., σχετικά με την τέλεση παραβάσεως καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ) εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών που εξέδωσαν, ως μέλη του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τις υπ' αριθ. 26549/26.4.2007, 58936/1.11.2007 και 4568/21.1.2008 αποφάσεις αναβολής εκδικάσεως ποινικής υποθέσεως με κατηγορουμένους τους Φ. Μ., Κ. Κ., Σ. Α. και Ε. Κ.. Από τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας διαπιστώθηκε ότι τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 26549/26.4.2007 απόφαση Ε. Κ. και Χ. Π. υπηρετούν ως πρόεδροι πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 58936/1.11.2007 απόφαση Ά. Σ., Β. Τ. και Α. Π. υπηρετούν ως πρόεδρος πρωτοδικών, πρωτοδίκης και αντεισαγγελέας πρωτοδικών, αντιστοίχως, στο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 4568/21.1.2008 απόφαση Χ. Π. και Ε. Σ. υπηρετούν ως πρόεδρος πρωτοδικών και πρωτοδίκης, αντιστοίχως, στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Όσον αφορά τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς που συμμετείχαν ως μέλη των συνθέσεων που εξέδωσαν τις ως άνω αποφάσεις και οι οποίοι δεν υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 47 του ΚΠοινΔ με σχετική διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι οι εγκαλούμενοι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122 - 125 του ΚΠοινΔ, δικαστήριο, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (περ. γ), ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. πρωτ. 154.686/6.2.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω αναφοράς - αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 19.5.2008 αναφοράς - αιτήσεως του Π. Λ. του Ν. κατά των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που αναφέρονται στο σκεπτικό αντί των αρμοδίων Δικαστικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Υποβολή αναφοράς κατά δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών Αθηνών για παράβαση καθήκοντος. Παραπέμπει στις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 728/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας :Β. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραντάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Κ. Κ., κατοίκου ... . Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Φ. Π., που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάτο, ο δε δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-3-2004 και 15-10-2004 αγωγές και με την από 17-5-2005 ανταγωγή δια των προτάσεων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ιλίου Αττικής και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6855/2008 του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 1-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 1-12-2010 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6855/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-11-2010, λόγω της διενέργειας των Δημοτικών και περιφερειακών εκλογών της 7-11-2010. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6379/7-9-2011 και 1827/24-4-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της τελευταίας επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Κ., αντίστοιχα, α) αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, καλούμενον να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή και β) αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του Κ.Πολ.Δ πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του ως άνω κλητευθέντος δεύτερου αναιρεσιβλήτου ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση, εκτός των περιπτώσεων των αριθμών 2,3 και 4 του ίδιου άρθρου 560 για τις οποίες εδώ δεν πρόκειται, και όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ ανέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7-8/2006) Εξάλλου κατά το άρθρθο 561§1 του Κ.Πολ.Δ που έχει εφαρμογή επί των αποφάσεων όλων των δικαστηρίων, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε ότι με την αναφερόμενη σύμβαση έργου η αναιρεσείουσα ανέθεσε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, εργολάβο οικοδομών, την ανέγερση και κατασκευή του φέροντος οργανισμού της επίσης αναφερόμενης οικοδομής της, στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, έναντι αμοιβής, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η αξία των αναγκαίων για την εκτέλεση του έργου υλικών, επιλογής του ιδίου που είχε και την υποχρέωση της εξοφλήσεώς τους, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εργολάβος, για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου και ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της κυρίας του έργου- αναιρεσείουσας, αγόρασε από την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία τις αναφερόμενες ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος, τις οποίες χρησιμοποίησε στο ένδικο έργο, συνολικής αξίας (του παραδοθέντος σκυροδέματος) 16.733,39 ευρώ, ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο εργολάβο, κατά την αποπεράτωση του έργου, το σύνολο της αμοιβής του, συμπεριλαμβανομένου και του ανωτέρω ποσού των υλικών (χρησιμοποιηθέν σκυρόδεμα), και ότι ο αναιρεσίβλητος παρά τη συμβατική του έναντι της αναιρεσείουσας υποχρέωση να καταβάλει αυτός το τίμημα του αγορασθέντος σκυροδέματος στην πωλήτρια- πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν κατέβαλε τούτο καθ' ολοκληρίαν και παρέμεινε έτσι ανεξόφλητο υπόλοιπο από το τίμημα αυτό ύψους 4.822,54 ευρώ, το οποίο ζητούσε από την αναιρεσείουσα ως υπόχρεη κατά το νόμο απέναντί της (αγοράστρια), η πρώτη αναιρεσίβλητη-πωλήτρια με την ένδικη αγωγή της. Βάσει των παραδοχών αυτών και αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εναγομένης ότι δεν νομιμοποιείται η ίδια παθητικά στην έγερση της αγωγής επειδή ουδέποτε αυτή συνεβλήθη με την αναιρεσίβλητη για την αγορά του σκυροδέματος, παρά μόνο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - συνεναγόμενος της, ο οποίος και νομιμοποιείται παθητικά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με επικύρωση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου, την αγωγή της αναιρεσίβλητης, εταιρείας και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτήν το ανωτέρω ποσό των 4.822, 54 ευρώ του οφειλόμενου υπολοίπου τιμήματος του αγορασθέντος ετοίμου σκυροδέματος. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 (αντί του άρθρου 560 αρ. 1) του Κ.Πολ.Δ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει ως ανωτέρω την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης που- είχε προβάλει η αναιρεσείουσα και να δεχθεί την εναντίον της αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ και 211 επ του ΑΚ και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του προρρηθέντος άρθρου 559 (560) αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Κατά το νοηματικό περιεχόμενο του λόγου αυτού της αναίρεσης ενόψει των προσβαλλόμενων παραδοχών του δικαστηρίου και του μη συγκεκριμένου προσδιορισμού νομικού σφάλματος της απόφασης, προσβάλλεται με αυτόν (λόγο), η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος- εργολάβος προέβη στην αγορά των ανωτέρω υλικών της οικοδομής (σκυρόδεμα) , ενεργώντας έναντι της πωλήτριας πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, σύμβαση η οποία και δέσμευε την αναιρεσείουσα (αρθρ. 211 του ΑΚ), υπόχρεη ως εκ τούτου έναντι της πωλήτριας για την καταβολή του τιμήματος και νομιμοποιούμενη έτσι παθητικώς στην άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι κατά τούτο απαράδεκτος και απορριπτέος, σύμφωνα με την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού τέτοιες πλημμέλειες δεν ελέγχονται αναιρετικώς επί αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των επ'αυτών αποφάσεων των πρωτοδικείων, ως Εφετείων, όπως και εν προκειμένω, σύμφωνα με τις επίσης προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 560 αρ. 1-4 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Πολυμελές Πρωτοδικείο (Εφετείο) απέρριψε ως μη νόμιμη τη συνεκδικασθείσα από 15-10-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου εργολάβου, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό που η ίδια θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη- κυρίως ενάγουσα, στην περίπτωση της παραδοχής της εναντίον της ως ανωτέρω αγωγής της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου τιμήματος του αγορασθέντος σκυροδέματος. Στην αγωγή αυτή, όπως και στην αναιρεσιβαλλομένη αναφέρεται, εξέθετε η αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος- εναγόμενος εργολάβος όφειλε να της αποδώσει το ειρημένο ποσό σύμφωνα με την ένδικη συμφωνία των διαδίκων. Κατά τη σύμβαση αυτή ο εναγόμενος θα προμηθευόταν κατ' επιλογήν του το απαιτούμενο σκυρόδεμα για την ανέγερση της οικοδομής, καταβάλλοντας ο ίδιος το αντίστοιχο τίμημα στην πωλήτρια εταιρεία, το τίμημα δε αυτό συμπεριλαμβανόταν στη συνολική αμοιβή του εναγομένου που συμφωνήθηκε, για την εκτέλεση του έργου, ο δε εναγόμενος δεν το εξόφλησε στην πωλήτρια εταιρεία κατά το ειρημένο ποσό των 4.822,54 ευρώ, αν και η αναιρεσείουσα είχε καταβάλει στον ίδιο ολόκληρο το ποσό της αμοιβής του, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου αυτού και ζητούμενου με την αγωγή ποσού (€ 4822,54). Το ιστορικό αυτό της αγωγής της αναιρεσείουσας γεννά, ως έννομη συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200,361 και 681 του ΑΚ την υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει στην ενάγουσα το ζητούμενο ποσό, μετά την καταβολή του από την ίδια (αναιρεσείουσα- ενάγουσα) στην αναιρεσίβλητη πωλήτρια, υποχρέωση που ενυπάρχει, σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, στην κατά τα ανωτέρω συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου- εργολάβου για την περίπτωση που η αναιρεσείουσα εξοφλούσε για οποιονδήποτε λόγο αυτή, αντί του υπόχρεου εργολάβου, το τίμημα στην πωλήτρια, όπως και εν προκειμένω. Επομένως η ένδικη αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις ως άνω διατάξεις, και το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την απέρριψε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι υπό τα ιστορούμενα ως ανωτέρω, περιστατικά "δεν θεμελιώνεται έννομη σχέση από την οποία να είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος σε πληρωμή της ενάγουσας σε περίπτωση που γίνει δεκτή η πρώτη (κύρια) αγωγή εναντίον της", υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν εφήρμοσε τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 173,200,361 και 681 του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ως στηρίζουσες την αγωγή της αναιρεσείουσας, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, ιδίως στοιχ. Β1, από το ως άνω άρθρο 560 αρ. 1 (όχι 559 αρ. 1, ομοίου πάντως περιεχομένου) του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, να γίνει δεκτή η ίδια αίτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της που απορρίπτει την από 15-10-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και τέλος να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, ο δε δεύτερος αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, όπως ορίζεται στο διατακτικό και σύμφωνα με το σχετικό αντίστοιχα, αίτημα τους (αρθρ. 176, 183 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση της Β. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6855/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Π. ΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Αναιρεί την ίδια υπ' αριθμ. 6855/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Κ. και ειδικότερα ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίπτεται η από 15-10-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, τον δε δεύτερο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων ή Πρωτοδικείων επί εφέσεων κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Αναιρεί εν μέρει την Πολ.Πρ.Αθ. 6855/2008.
| null | null | 0
|
Αριθμός 734/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα S. H. του A. H., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπασωτηρίου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 283/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 162/16.6.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 15.2.2011 αίτηση του S. H. του A. H., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (ΑΠ 1931/2010, ΑΠ 1654/2010, ΑΠ 447/2010). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1579/2010, ΑΠ 228/2010, AΠ 1034/2009). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1233/2010, ΑΠ 2461/2009, ΑΠ 1086/2009). Η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που επιδιώκεται με αυτήν η επανάληψη, προς το συμφέρον του αιτούντος, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 2476/2006 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς (για τα πλημμελήματα) Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από τις μνημονευόμενες σ' αυτή νέες αποδείξεις, που ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το μέρος, όμως, που η αίτηση αυτή, όπως αμέσως συνάγεται από το περιεχόμενό της, στρέφεται κατά της 1744/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και κατά της 3661/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που έκρινε μετ' αναίρεση το ως άνω κεφάλαιο της αναιρεθείσας αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Από την επισκόπηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε ο αιτών, S. H., σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 26.4.2006 αίτηση αναιρέσεως η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την 1744/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ε. Φ. και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά. Έτσι, κατέστη αμετάκλητη η παραπάνω (2476/2006) απόφαση ως προς την καταδίκη του αιτούντος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και την επιβληθείσα ως άνω ποινή. Ακολούθως εκδόθηκε η 3661/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που έκρινε το κεφάλαιο της αναιρεθείσας αποφάσεως για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος. Όπως αναφέρεται και στην 1744/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την 2476/2006 απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Τις απογευματινές ώρες της 13.9.2003 ο εγκαλών Ε. Φ., συνοδευόμενος από τα εξαδέλφια του Ε. Φ. και Α. Φ., καθώς και από τη δικηγόρο Α. Κ. και το σύζυγό της Σ. Δ., μετέβησαν στην περιοχή "Αμούλθι" Βαρυμπόμπης Αττικής για να επισκεφθούν αγρόκτημα που βρίσκεται στη θέση "ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ" της εν λόγω περιοχής ιδιοκτησίας των Φ., κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, προκειμένου να επιδείξουν αυτό στη δικηγόρο Α. Κ. και τον ως άνω σύζυγό της, πολιτικό μηχανικό, και να προβούν στη λήψη φωτογραφιών, ενόψει ασκήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Στην είσοδο του εν λόγω αγροκτήματος συνάντησαν τον κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως Α. Α., τους οποίους είχε εγκαταστήσει εκεί ο φερόμενος ως καταπατητής και αγοραστής αυτού (αγροκτήματος) μάρτυρας Σ. Α., που τους απασχολούσε ως φύλακες και υπαλλήλους. Οι ως άνω κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν στον εγκαλούντα και την παρέα του την είσοδο στο αγρόκτημα, τελικά όμως, ορισμένοι απ' αυτούς, εισήλθαν στο αγρόκτημα και ο εγκαλών προχώρησε προς το βάθος αυτού προκειμένου να λάβει τις φωτογραφίες που ήθελε από τον ευρύτερο χώρο που γινόντουσαν οικοδομικές εργασίες. Μετά παρέλευση ολίγων λεπτών της ώρας, ο εγκαλών, ο οποίος την εποχή εκείνη εργαζόταν σε φωτογραφείο, αφού είχε πάρει τις φωτογραφίες που επιθυμούσε, επέστρεψε προς την είσοδο του αγροκτήματος, προκειμένου, να αναχωρήσουν όλοι (η παρέα τους) από αυτό. Όταν ο εγκαλών έφθασε πλησίον της εισόδου-εξόδου του αγροκτήματος αντελήφθη ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος διαπληκτιζόταν φραστικά με τον εξάδελφό του Ε. Φ. και έκανε νόημα σε αυτόν ότι τελείωσε και φεύγανε. Τη στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος έριξε μια γροθιά στο μάτι του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να πέσει η φωτογραφική μηχανή που κρατούσε αυτός στο έδαφος και να επακολουθήσει συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών. Κατά τη συμπλοκή αυτή, ο κατηγορούμενος, αρχικά με τα χέρια του και τη στιγμή που ο εγκαλών έσκυψε να πάρει τη φωτογραφική μηχανή, με μία ευμεγέθη πέτρα, βάρους δύο (2) κιλών περίπου, κατάφερε στον εγκαλούντα κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματός του και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι, προκαλώντας του έτσι, από πρόθεση, σωματικές κακώσεις και ειδικότερα θλαστικό τραύμα αριστεράς βρεγματοϊνιακής χώρας χειρουργικώς συρραφέν, μώλωπα επί της μέσης ινιακής χώρας, θλαστικό τραύμα επί της ονυχοφόρου φάλαγγος του δεξιού αντίχειρα, θλάση του αριστερού γόνατος και οιδηματική θλάση και εκχυμώσεις επί του βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού. Η πράξη δε αυτή του κατηγορουμένου, ο οποίος έδρασε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση των ενεργειών του, χωρίς να επηρεασθεί από προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος, λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (ευμεγέθη πέτρα και γροθιά) και των σημείων του σώματος που έπληξε τον παθόντα (πίσω μέρος της κεφαλής, οφθαλμό και μέση) μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν (παθόντα) κίνδυνο της ζωής του. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνομολογεί ότι κτύπησε τον εγκαλούντα ισχυριζόμενος ότι τον είχαν πιάσει δύο άνδρες και τον κτυπούσαν, χωρίς να επικαλείται ορισμένως κατάσταση αμύνης και ότι πράγματι ο εγκαλών κτυπήθηκε και με πέτρα, ισχυρίζεται, όμως ότι την πέτρα αυτή (μεγάλη, κατά τη πρώτη απολογία του και μικρές πέτρες κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) την πήρε η Α. Φ. για να κτυπήσει τον ίδιο, αλλά δεν τον πέτυχε γιατί έσκυψε αυτός και κτύπησε τελικά τον παθόντα (χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο σημείο) εξάδελφό της. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από την (αόριστη) κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως Α. Α., η οποία καταθέτει "την Αστυνομία την κάλεσαν οι Φ.. Την πέτρα την έφεραν (στην Αστυνομία) οι Φ., ούτε επιβεβαιώνεται αυτό από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά προσκρούει και στην κοινή πείρα και λογική να επιχειρήσει η εν λόγω Α. Φ. να πλήξει τον κατηγορούμενο με την ως άνω ευμεγέθη πέτρα, αγνοώντας τον κίνδυνο ζωής που συνεπαγόταν τούτο και για τον (παθόντα) εξάδελφό της Ε. Φ., ο οποίος τη στιγμή εκείνη δεν αποδεικνύεται ότι βρισκόταν σε κάποια ασφαλή απόσταση από τον κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε συμπλακεί, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται.
Συνεπώς, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης βεβαιότητας για την αλήθεια της κατηγορίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που του αποδίδεται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αυτού, οι οποίοι συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς". Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται και προσκομίζει ως "νέα στοιχεία", υπέρ της αθωότητάς του α) την 41577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και β) την από 9.2.2010 έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή Φ. Κ.. Ισχυρίζεται δε ότι από τα νέα αυτά στοιχεία αποδεικνύεται, αφενός ότι δεν είχε προηγηθεί σε βάρος του Ε. Φ. καμία δική του άδικη και απρόκλητη επίθεση, ούτε είχε κτυπήσει αυτόν με πέτρα 2 Kgr, όπως εσφαλμένα είχε δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την επικαλούμενη 41577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο Ε. Φ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης που τέλεσε στις 13.9.2003 σε βάρος του αιτούντος. Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, ότι στις 13.9.2003 ο ανωτέρω κατηγορούμενος διαπληκτίστηκε φραστικά με τον εγκαλούντα (νυν αιτούντα) και ακολούθησε συμπλοκή μεταξύ τους, κατά την οποία κατάφεραν ο ένας στον άλλον κτυπήματα, ότι ο κατηγορούμενος προξένησε στον εγκαλούντα σωματικές κακώσεις και ειδικότερα εκδορές καλυμμένες με εφελκίδα κατά τη ραχιαία επιφάνεια της ρινός, το κάτω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, τη ραχιαία επιφάνεια της αριστεράς άκρας χειρός και του δείκτη αυτής και κινητικότητα του 32ου οδόντος της κάτω γνάθου, όπως αυτές προκύπτουν από την 1956/18.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστή Σ. Μ., ότι το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η αμοιβαία φραστική διαμάχη κατέληξε σε συμπλοκή των δυο ανδρών κατά την οποία έπεσε η φωτογραφική μηχανή του κατηγορουμένου στο έδαφος, και ότι δεν προηγήθηκε της συμπλοκής αυτής άδικη και απρόκλητη επίθεση σε βάρος του κατηγορουμένου από μέρους μόνο του εγκαλούντα. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή Φ. Κ., με ημερομηνία 9.2.2010, προς τον αιτούντα S. H., προκύπτει, σε σχέση με τις σωματικές κακώσεις του Ε. Φ. που αναφέρονται στη συνταχθείσα από αυτόν 1890/16.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση, ότι δεν προσκομίστηκε ούτε εξετάστηκε εργαστηριακά το πειστήριο (θλων - αμβλύ όργανο) που αναφέρεται ως πέτρα 2 Kgr, ότι από το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω κτυπήθηκε πέντε φορές με το προαναφερθέν όργανο και ότι, κατά την άποψη του παραπάνω ιατροδικαστή, ισχυρή πλήξη του οπισθίου μέρους της κεφαλής με το όργανο αυτό, σαφώς θα προκαλούσε βαρύτερη σωματική βλάβη, ανάλογη με την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων. Όμως, τα αναφερόμενα στην επικαλούμενη 41577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πραγματικά περιστατικά δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σαφώς δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας ότι είχαν προβληθεί στο δικαστήριο αυτό και εξετάστηκαν οι προβαλλόμενοι δια της κρινόμενης αιτήσεως ισχυρισμοί του αιτούντος, οι οποίοι απορρίφθηκαν αιτιολογημένα ως αβάσιμοι. Επίσης, η από 9.2.2010 έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή Φ. Κ., ουδέν νεώτερο στοιχείο εισφέρει, δεδομένου ότι η συνταχθείσα από αυτόν 1890/16.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση αναγνώστηκε στο ακροατήριο του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και αποτέλεσε αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, ως προς τις αναφερόμενες σ' αυτήν σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ε. Φ., για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών. Τα αναφερόμενα στην εν λόγω απάντηση, από τον ως άνω ιατροδικαστή, ότι δεν προσκομίστηκε και δεν εξετάστηκε εργαστηριακά το θλων και αμβλύ όργανο (αναφερόμενη πέτρα 2 κιλών), ότι από το περιεχόμενο της παραπάνω εκθέσεως δεν προκύπτει ότι ο παθών κτυπήθηκε πέντε φορές με το προαναφερθέν όργανο και ότι, κατά την άποψή του, ισχυρή πλήξη του οπισθίου μέρους της κεφαλής με το όργανο αυτό, σαφώς θα προκαλούσε βαρύτερη σωματική βλάβη, ανάλογη με την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 του ΚΠΔ. Και τούτο διότι, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι και τα στοιχεία αυτά εξετάστηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση. Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που έλαβε υπόψη του προηγουμένως στο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Ε. Φ., για την οποία καταδικάσθηκε. Προκύπτει δε ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 15.2.2011 αίτηση του S. H. του A. H., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 9 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 15.2.2011 αίτηση του Σ. Χ. του Α., με την οποία, όπως ορθά εκτιμάται το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο τούτο, αυτός ζητεί, την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 2476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθώς και των αποφάσεων: α) 3651/2009 του αυτού Εφετείου και β) 1744/2008, του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν μετά την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, και απορρίφθηκαν, έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της κατά τα άνω αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι μετά την προαναφερόμενη καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις, που ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν και από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάστηκε άδικα για πράξη την οποία δεν τέλεσε, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το μέρος, όμως, που η αίτηση αυτή, όπως αμέσως συνάγεται από το περιεχόμενο της, στρέφεται κατά της 1744/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και κατά της 3661/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε μετ' αναίρεση το ως άνω κεφάλαιο της αναιρεθείσας αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ευρισκομένων στη δικογραφία εγγράφων με την 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε ο αιτών, S. H., σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 26.4.2006 αίτηση αναιρέσεως, οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την 1.744/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς τη διάταξή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ε. Φ. και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά. Έτσι, κατέστη αμετάκλητη η παραπάνω (2.476/2006) απόφαση ως προς την καταδίκη του αιτούντος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και την επιβληθείσα ως άνω ποινή. Ακολούθως εκδόθηκε η 3661/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε το κεφάλαιο της αναιρεθείσας αποφάσεως για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα, όπως αναφέρεται και στην 1744/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την 2,476/2006 απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Τις απογευματινές ώρες της 13.9.2003 ο εγκαλών Ε. Φ., συνοδευόμενος από τα εξαδέλφια του Ε. Φ. και Α. Φ., καθώς και από τη δικηγόρο Α. Κ. και το σύζυγο της Σ. Δ., μετέβησαν στην περιοχή "Αμούλθι" Βαρυμπόμπης Αττικής για να επισκεφθούν αγρόκτημα που βρίσκεται στη θέση "ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ" της εν λόγω περιοχής ιδιοκτησίας των Φ., κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, προκειμένου να επιδείξουν αυτό στη δικηγόρο Α. Κ. και τον ως άνω σύζυγό της, πολιτικό μηχανικό, και να προβούν στη λήψη φωτογραφιών, ενόψει ασκήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Στην είσοδο του εν λόγω αγροκτήματος συνάντησαν τον κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως Α. Α., τους οποίους είχε εγκαταστήσει εκεί ο φερόμενος ως καταπατητής και αγοραστής αυτού (αγροκτήματος) μάρτυρας Σ. Α., που τους απασχολούσε ως φύλακες και υπαλλήλους. Οι ως άνω κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν στον εγκαλούντα και την παρέα του την είσοδο στο αγρόκτημα, τελικά όμως, ορισμένοι απ' αυτούς, εισήλθαν στο αγρόκτημα και ο εγκαλών προχώρησε προς το βάθος αυτού προκειμένου να λάβει τις φωτογραφίες που ήθελε από τον ευρύτερο χώρο που γινόντουσαν οικοδομικές εργασίες. Μετά παρέλευση ολίγων λεπτών της ώρας, ο εγκαλών, ο οποίος την εποχή εκείνη εργαζόταν σε φωτογραφείο, αφού είχε πάρει τις φωτογραφίες που επιθυμούσε, επέστρεψε προς την είσοδο του αγροκτήματος, προκειμένου, να αναχωρήσουν όλοι (η παρέα τους) από αυτό. Όταν ο εγκαλών έφθασε πλησίον της εισόδου-εξόδου του αγροκτήματος αντελήφθη ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος διαπληκτιζόταν φραστικά με τον εξάδελφό του Ε. Φ. και έκανε νόημα σε αυτόν ότι τελείωσε και φεύγανε. Τη στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος έριξε μια γροθιά στο μάτι του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να πέσει η φωτογραφική μηχανή που κρατούσε αυτός στο έδαφος και να επακολουθήσει συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών. Κατά τη συμπλοκή αυτή, ο κατηγορούμενος, αρχικά με τα χέρια του και τη στιγμή που ο εγκαλών έσκυψε να πάρει τη φωτογραφική μηχανή, με μία ευμεγέθη πέτρα, βάρους δύο (2) κιλών περίπου, κατάφερε στον εγκαλούντα κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματός του και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι, προκαλώντας του έτσι, από πρόθεση, σωματικές κακώσεις και ειδικότερα θλαστικό τραύμα αριστεράς βρεγματοϊνιακής χώρας χειρουργικώς συρραφέν, μώλωπα επί της μέσης ινιακής χώρας, θλαστικό τραύμα επί της ονυχοφόρου φάλαγγος του δεξιού αντίχειρα, θλάση του αριστερού γόνατος και οιδηματική θλάση και εκχυμώσεις επί του βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού. Η πράξη δε αυτή του κατηγορουμένου, ο οποίος έδρασε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση των ενεργειών του, χωρίς να επηρεασθεί από προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος, λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (ευμεγέθη πέτρα και γροθιά) και των σημείων του σώματος που έπληξε τον παθόντα (πίσω μέρος της κεφαλής, οφθαλμό και μέση) μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν (παθόντα) κίνδυνο της ζωής του. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνομολογεί ότι κτύπησε τον εγκαλούντα ισχυριζόμενος ότι τον είχαν πιάσει δύο άνδρες και τον κτυπούσαν, χωρίς να επικαλείται ορισμένως κατάσταση αμύνης και ότι πράγματι ο εγκαλών κτυπήθηκε και με πέτρα, ισχυρίζεται, όμως ότι την πέτρα αυτή (μεγάλη, κατά τη πρώτη απολογία του και μικρές πέτρες κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) την πήρε η Α. Φ. για να κτυπήσει τον ίδιο, αλλά δεν τον πέτυχε γιατί έσκυψε αυτός και κτύπησε τελικά τον παθόντα (χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο σημείο) εξάδελφό της. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται από την (αόριστη) κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως Α. Α., η οποία καταθέτει "την Αστυνομία την κάλεσαν οι Φ.. Την πέτρα την έφεραν (στην Αστυνομία) οι Φ., ούτε επιβεβαιώνεται αυτό από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά προσκρούει και στην κοινή πείρα και λογική να επιχειρήσει η εν λόγω Α. Φ. να πλήξει τον κατηγορούμενο με την ως άνω ευμεγέθη πέτρα, αγνοώντας τον κίνδυνο ζωής που συνεπαγόταν τούτο και για τον (παθόντα) εξάδελφό της Ε. Φ., ο οποίος τη στιγμή εκείνη δεν αποδεικνύεται ότι βρισκόταν σε κάποια ασφαλή απόσταση από τον κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε συμπλακεί, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται.
Συνεπώς, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης βεβαιότητας για την αλήθεια της κατηγορίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που του αποδίδεται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών αυτού, οι οποίοι συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς".
Υπέρ της αθωώτητάς του ως νέα στοιχεία με την κρινόμενη αίτησή του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει: 1) την 41.577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 2) την από 9.2.2010 έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή, Φ. Κ., από τα οποίο ειδικότερα, προκύπτουν: από την επικαλούμενη 41577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο Ε. Φ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης που τέλεσε στις 13.9.2003 σε βάρος του αιτούντος. Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, ότι στις 13.9.2003 ο ανωτέρω κατηγορούμενος διαπληκτίστηκε φραστικά με τον εγκαλούντα (νυν αιτούντα) και ακολούθησε συμπλοκή μεταξύ τους, κατά την οποία κατάφεραν ο ένας στον άλλον κτυπήματα, ότι ο κατηγορούμενος προξένησε στον εγκαλούντα σωματικές κακώσεις και ειδικότερα εκδορές καλυμμένες με εφελκίδα κατά τη ραχιαία επιφάνεια της ρινός, το κάτω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, τη ραχιαία επιφάνεια της αριστεράς άκρας χειρός και του δείκτη αυτής και κινητικότητα του 32ου οδόντος της κάτω γνάθου, όπως αυτές προκύπτουν από την 1956/18.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστή Σ. Μ., ότι το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η αμοιβαία φραστική διαμάχη κατέληξε σε συμπλοκή των δυο ανδρών κατά την οποία έπεσε η φωτογραφική μηχανή του κατηγορουμένου στο έδαφος, και ότι δεν προηγήθηκε της συμπλοκής αυτής άδικη και απρόκλητη επίθεση σε βάρος του κατηγορουμένου από μέρους μόνο του εγκαλούντα. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή Φ. Κ., με ημερομηνία 9.2.2010, προς τον αιτούντα S. H., προκύπτει, σε σχέση με τις σωματικές κακώσεις του Ε. Φ. που αναφέρονται στη συνταχθείσα από αυτόν 1890/16.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση, ότι δεν προσκομίστηκε ούτε εξετάστηκε εργαστηριακά το πειστήριο (θλων - αμβλύ όργανο) που αναφέρεται ως πέτρα 2 kgr, ότι από το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω κτυπήθηκε πέντε φορές με το προαναφερθέν όργανο και ότι, κατά την άποψη του παραπάνω ιατροδικαστή, ισχυρή πλήξη του οπισθίου μέρους της κεφαλής με το όργανο αυτό, σαφώς θα προκαλούσε βαρύτερη σωματική βλάβη, ανάλογη με την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων. Όμως, τα αναφερόμενα στην επικαλούμενη 41577/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πραγματικά περιστατικά δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη 2476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σαφώς δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας ότι είχαν προβληθεί στο δικαστήριο αυτό και εξετάστηκαν οι προβαλλόμενοι δια της κρινόμενης αιτήσεως ισχυρισμοί του αιτούντος, οι οποίοι απορρίφθηκαν αιτιολογημένα ως αβάσιμοι. Επίσης, η από 9.2.2010 έγγραφη απάντηση του ιατροδικαστή Φ. Κ., ουδέν νεότερο στοιχείο εισφέρει, δεδομένου ότι η συνταχθείσα από αυτόν 1890/16.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση αναγνώστηκε στο ακροατήριο του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και αποτέλεσε αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, ως προς τις αναφερόμενες σ' αυτήν σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ε. Φ., για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών. Τα αναφερόμενα στην εν λόγω απάντηση, από τον ως άνω ιατροδικαστή, ότι δεν προσκομίστηκε και δεν εξετάστηκε εργαστηριακά το θλων και αμβλύ όργανο (αναφερόμενη πέτρα 2 κιλών), ότι από το περιεχόμενο της παραπάνω εκθέσεως δεν προκύπτει ότι ο παθών κτυπήθηκε πέντε φορές με το προαναφερθέν όργανο και ότι, κατά την άποψή του, ισχυρή πλήξη του οπισθίου μέρους της κεφαλής με το όργανο αυτό, σαφώς θα προκαλούσε βαρύτερη σωματική βλάβη, ανάλογη με την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 του ΚΠΔ. Και τούτο διότι, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι και τα στοιχεία αυτά εξετάστηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση.
Όμως, οι αναφερόμενοι στην αίτηση επανάληψης ως νέοι λόγοι (δηλαδή, απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και άνω έγγραφο) με αποτέλεσμα την άδικη καταδίκη του, ενώ είναι αθώος, είναι στην ουσία τους αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού αφενός μεν δεν αντιστοιχούν στην έννοια της καταδίκης για τέλεση του άνω εγκλήματος, αφετέρου δε με την επίκληση των ανωτέρω, ως νέων γεγονότων, αγνώστων στους δικαστές, (που όπως από τα πρακτικά προκύπτει, είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου), επιχειρείται και επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της ορθότητας της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές.
Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που έλαβε υπόψη του προηγουμένως το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Ε. Φ., για την οποία καταδικάσθηκε. Προκύπτει δε ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του S. H. του A. H., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 2.476/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Καταδίκη με αμετάκλητη απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απαράδεκτη η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την άνω καταδικαστική απόφαση, κατά το μέρος που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση, καθώς και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Εφετείου που επελήφθη στη συνέχεια της αναιρεθείσας αποφάσεως. Τα νέα στοιχεία που επικαλείται, ήταν γνωστά στους δικαστές, που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτει αίτηση επανάληψης της δίκης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 715/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της με αριθμό 26319/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό τής κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1ΚΠΔ, " η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, τις ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σε αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όσον και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Αντίθετα, ουδεμία ακυρότητα επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεων των μαρτύρων, αλλά και των εγγράφων που ήδη αναγνώσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 26319/2011 απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έλαβε και συνεκτίμησε παραδεκτά υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ενώ όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας αποφάσεως, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, εκτός των άλλων και η πρωτόδικη "με αριθ. 65349/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τα πρακτικά και τα έγγραφα αυτής", χωρίς να επαναλαμβάνεται η ταυτότητα ενός εκάστου των εγγράφων αυτών. Από τη μη αναφορά της ταυτότητας ενός εκάστου των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν σημαίνει ότι αυτά δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, από δε το σαφές γεγονός ότι βεβαιώνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι όσα έγγραφα αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως αναγνώσθηκαν δημόσια και στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συνάγεται ότι ο παριστάμενος και εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούµενο συνήγορός του, κατά την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αντιλήφθηκε τη μη σημειούμενη στα πρακτικά ταυτότητα και το περιεχόμενο καθενός αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου και είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωµένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν τα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονταν ειδικά με προσδιορισμό της ταυτότητάς τους στην ερήμην του κατηγορουμένου εκδοθείσα πρωτόδικη 65349/2008 απόφαση, εναντίον της οποίας άσκησε ο καταδικασθείς κατηγορούμενος την κριθείσα έφεση και έτσι έλαβε γνώση και των πρακτικών της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως και μέσω αυτών πληροφορήθηκε και την ταυτότητα των αναγνωσθέντων στον πρώτο βαθμό εγγράφων, τα οποία του δόθηκε η δικονομική δυνατότητα να τα αντικρούσει στο δεύτερο βαθμό και δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός του να προβεί, δια του εξουσιοδοτημένου και παρισταμένου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνηγόρου του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο των άνω αναγνωσθέντων εγγράφων ή και να ζητήσει διευκρινίσεις, πράγµα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι έπραξε (ΑΠ 1095/2010).
Επομένως, δεν επήλθε από τον παραπάνω τρόπο αναφοράς της ανάγνωσης των αποδεικτικών εγγράφων απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 26319/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-5-2004 έως 31-1-2005 ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ως διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος για το ορισμένο από το καταστατικό χρονικό διάστημα από 9-10-1997 μέχρι 30-6-2002. Η άδεια της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας ανακλήθηκε το έτος 2007 λόγω μη υποβολής δικαιολογητικών χρήσεων των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005. Κατά το χρονικό διάστημα από το 2002 μέχρι την ανάκληση της άδειας (2007) δεν εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ούτε λύθηκε αυτή ούτε διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση με δικαστική απόφαση. Επομένως κατά τη κρίση του δικαστηρίου αυτού, την εταιρία συνέχισε να εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής έστω και αν έληξε η θητεία του διοικητικού συμβουλίου κατά το έτος 2002. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που ήταν διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της Εταιρίας ο κατηγορούμενος και δη το έτος 2000 κατόπιν απόφασης της γενικής συνέλευσης, η εταιρία ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ πώλησε το μοναδικό ακίνητο περιουσιακό της στοιχείο (πάγιο στοιχείο της εταιρίας για την πώληση του οποίου οφείλει να καταβάλλει φορολογία) χωρίς να καταβάλλει φόρο εισοδήματος ύψους 2.028.211,60 ευρώ , που αποτελεί ένα από τα επίδικα χρέη στο Δημόσιο για το οικονομικό έτος 2001 οπότε ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του προέδρου διευθύνοντος συμβούλου πριν από τη λήξη της θητείας του ΔΣ και το οποίο (χρέος) βεβαιώθηκε στις 8-4-2004 και ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-4-2004 έως 30-9-2004 και ουδέποτε κατεβλήθη. Επίσης η ανωτέρω εταιρία οφείλει στο Δημόσιο ποσό 7.465,11 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 17-7-2003 (εισοδ. Πολ 1085/2003 περαίωση Γ κατηγορίας), καταβλητέο σε 13 μηνιαίες δόσεις από 2.9-8-2003 έως 30-7-2004, το οποίο ουδέποτε κατεβλήθη, ποσό 11,16 ευρώ για έσοδα υπέρ τρίτων, βεβαιωμένη στις 12-2-2004 και καταβλητέο εφάπαξ στις 27-1-2004, ποσό 29,19 ευρώ, για την ίδια αιτία και βεβαιωμένο στις 24-6-2004 και 24-7-2004 τα ποσά των 34,85 και 52,80 ευρώ αντίστοιχα καταβλητέα εφάπαξ στις 30-7-2004 και 31-8-2004 αντίστοιχα τα οποία ουδέποτε καταβλήθηκαν και για τα οποία ευθύνεται ο κατηγορούμενος ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο στην οφειλέτη εταιρία. Τα ανωτέρω οφειλόμενα στο Δημόσιο χρέη συνολικά υπολογιζόμενα κατά την διάταξη του άρθρου 34 ν. 3220/2004, υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ και απορριπτόμενου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι δεν ευθύνεται μετά το έτος 2002 διότι έληξε η θητεία του διοικητικού συμβουλίου και δεν εξελέγη νέο ΔΣ, ως ουσιαστικά αβασίμου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανώτερω πράξη (αρθρ. 26 πα1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 2 ΠΚ, αρθρ. 25 παρ. 1α ν. 1882/1990 . όπως αντικ. με αρθρ. 23 ν. 2325/1997, 19 παρ. 2 ν. 2948/2001 και 31 και 34 παρ. 1 ν. 3220/2004) με το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 β ΠΚ διότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης από αίτια μη ταπεινά, ήτοι λόγω δυσχερειών (οικονομικών) που αντιμετώπισε η άνω εταιρία στις συναλλαγές της".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-5-2004 έως 31-1-2005 , με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει, τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας του με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου τα οποία με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις τους ανέρχονται στο ποσό των 2.035.804,71 ευρώ, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αφ. ειδ. Βιβλίου 61/2004) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 9-11-2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 2.035.804,71, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο
Με βάση τα παραπάνω, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 26319/2011 αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού 2.035.804,71 ευρώ, υπερβαίνοντος το ποσό των 120.000 ευρώ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (25 ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του ν. 2948/2001 και 31, 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, προσαρτώμενου στο διατακτικό αυτής του μνημονευόμενου σε αυτή με αρ. 61/2004 Πίνακα Χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, που είχε προσαρτηθεί στη μηνυτήρια αναφορά της άνω αρμόδιας ΔΟΥ, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ( η ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών), το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση ( φόρος εισοδήματος, φόρος περαίωσης, έσοδα υπέρ τρίτων, ΕΔΕ, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, ορισμένα εφάπαξ και ορισμένα σε μηνιαίες δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, ως πρόεδρο του ΔΣ, εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο της αναφερόμενης οφειλέτριας ΑΕ, παρελθόντος τετραμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το κάθε χρέος, χωρίς εξόφληση. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια και αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές, ως προς το χρόνο τελέσεως της κατ' εξακολούθηση πράξεως του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής χρεών, στο παραπάνω αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού από προφανή παραδρομή ως χρόνος τελέσεως αναφέρεται το χρονικό διάστημα από 28-5-2004 μέχρι 31-1-2005, ενώ α) η πρώτη από τις αναφερόμενες 13 δόσεις του πρώτου χρέους του Πίνακα Χρεών, έληγε στις 29-8-2003 και η 13η στις 30-7-2004, με λήξη του τετραμήνου της καταβολής αντίστοιχα, 29-12-2003 της πρώτης και 30-11-2004 της 13ης, χρόνοι που είναι και οι πραγματικοί τελέσεως της πράξης και β) η πρώτη από τις οφειλόμενες έξι δόσεις του τέταρτου χρέους του Πίνακα Χρεών έληγε στις 30-4-2004 και η έκτη στις 30-9-2004, με τη λήξη του τετραμήνου αντίστοιχα, 31-8-2004 της πρώτης δόσης και 31-1-2005 της έκτης δόσης, χρόνοι που είναι και οι πραγματικοί τελέσεως, άρα με έναρξη του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του διωχθέντος κατ' εξακολούθηση εγκλήματος από 29 -12-2003 και 31-8-2004 για ορισμένα από τα χρέη, έως 31-1-2005, αντί του αναγραφόμενου λανθασμένα στην απόφαση από 28-5-2004 έως 31-1-2005. Από τις παραδοχές όμως αυτές και σύμφωνα με το νόμο, σαφώς συνάγεται ότι ο πραγματικός χρόνος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση αξιοποίνου πράξεως καθυστερήσεως χρεών, είναι το διάστημα από 29-12-2003 έως 31-1-2005, ενώ το διάστημα για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, αντί του άνω πραγματικού χρόνου, είναι από 28-5-2004 έως 31-1-2005. Όμως από την επιμήκυνση αυτή του χρόνου τελέσεως, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής του ενδίκου πλημμελήματος (5 + 3 = 8 έτη), σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτόν μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 6-4-2011 και τότε, και υπό την παραδοχή του άνω πραγματικού χρόνου τελέσεως, και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί ούτε εν μέρει η ανωτέρω εξακουλουθητική πράξη, για την οποία καταδικάστηκε και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επίσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 εδ. α του άρθρου 25 του ν.1882/1998 οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ. 1 αυτού του άρθρου, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερθέντα, "επιβάλλονται μεταξύ άλλων περιπτώσεων οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλήν ιδιωτών και προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν δε όλα τα άνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Oρίζεται περαιτέρω στην παρ. 3 του άρθρου 25 του άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, ότι "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι "στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) στις ημεδαπές Α.Ε., οι Πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα δια νόμου, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών", κατά δε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 19 του πιο πάνω νόμου, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2339/1955 "Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ουδέποτε δύναται να υπερβαίνει τα έξη έτη. Οι σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί".
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2190/1920, που ορίζει τι πρέπει να περιέχει το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας, συνάγεται ότι : α) η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου προσδιορίζεται είτε μόνον από διάταξη του καταστατικού είτε από την περί εκλογής του απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων και ο χρόνος αυτής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος ούτε των έξι (6) ετών και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, ούτε του τυχόν οριζόμενου στο καταστατικό μικρότερου της εξαετίας χρόνου στη δεύτερη περίπτωση. β) Στο καταστατικό δε ή στην απόφαση της γενικής συνελεύσεως μπορεί να ορίζεται ότι η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που έληξε, παρατείνεται μέχρι την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και πάντως όχι πέραν της εξαετίας από την εκλογή του. Όμως, αν και μετά τη λήξη της άνω εξαετούς θητείας, ο πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ, λόγω μη εκλογής ή μη διορισμού δικαστικά άλλων προσώπων, εφόσον η ΑΕ δε λύθηκε, συνεχίσουν να ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω, είναι ποινικά υπεύθυνοι για τα χρέη της ΑΕ (βλ. και ΑΠ 1726/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και τις παραπάνω παραδοχές αυτής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για χρέη της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ- ΑΕ", της οποίας ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος για το ορισμένο από το καταστατικό αυτής χρονικό διάστημα από 9-10-1997 έως 30-6-2002, ότι η άδεια της εταιρείας αυτής ανακλήθηκε το έτος 2007, λόγω μη υποβολής δικαιολογητικών χρήσεων των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 2002 μέχρι την άνω ανάκληση της αδείας δεν εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο της ΑΕ, ούτε λύθηκε αυτή, ούτε διορίστηκε δικαστικά προσωρινή διοίκηση, ότι ένα από τα επίδικα χρέη, ύψους 2.028.211 ευρώ, αφορά φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, που βεβαιώθηκε στις 8-4-2004 και ότι ο κατηγορούμενος, παρά τη λήξη της θητείας του, συνέχισε να εκπροσωπεί την εταιρεία αυτή ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Επομένως, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποίο λόγο έγινε δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε ποινική ευθύνη για τα χρέη της ανωτέρω ΑΕ, αφού κατά τις παραδοχές, κατά το άνω κρίσιμο χρόνο, παρά τη λήξη της θητείας των μελών του ΔΣ και τη συμπλήρωση εξαετούς θητείας, συνέχισε αυτός να ασκεί καθήκοντα πραγματικής διοίκησης αυτής ως εκπροσωπών την οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία, σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν στη συνέχεια τα οφειλόμενα προς το δημόσιο χρέη, στις σχέσεις της με τους τρίτους και το δημόσιο, υπό την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, που είχεν και προηγούμενα.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' , Ε' ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2011 αίτηση- δήλωση του Σ. Λ. του Π., περί αναιρέσεως της 26319/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών ΑΕ προς το Δημόσιο. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, για λήψη υπόψη αναγνωσθέντων εγγράφων αόριστα, που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη μέσω των αναγνωσθέντων πρακτικών αυτής, διότι συνάγεται ότι ο παριστάμενος και εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορος του, κατά την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αντιλήφθηκε την ταυτότητα και το περιεχόμενο καθενός αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου και είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν τα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονταν ειδικά και στην ερήμην του κατηγορουμένου εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, εναντίον της οποίας άσκησε ο καταδικασθείς κατηγορούμενος την κριθείσα έφεση και έτσι έλαβε γνώση και των πρακτικών της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως και μέσω αυτών και την ταυτότητα των αναγνωσθέντων στον πρώτο βαθμό εγγράφων, τα οποία του δόθηκε η δικονομική δυνατότητα να τα αντικρούσει και δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματος του να προβεί, δια του εξουσιοδοτημένου και παρισταμένου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνηγόρου του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο των άνω αναγνωσθέντων εγγράφων ή και να ζητήσει διευκρινίσεις, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και ειδικότερα για ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της κατ' εξακολούθηση πράξης μη καταβολής χρεών, για ορισμένα από τα χρέη, γιατί δεν επηρεάζεται η οκταετής παραγραφή του πλημμελήματος. Αν και μετά τη λήξη της εξαετούς θητείας μελών ΔΣ μιας ΑΕ, ο πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ, λόγω μη εκλογής ή μη διορισμού δικαστικά άλλων προσώπων, και εφόσον η ΑΕ δε λύθηκε, αυτοί συνεχίσουν να ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω και να εκπροσωπούν την ΑΕ, είναι ποινικά υπεύθυνοι για τα χρέη της ΑΕ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 713/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 2. Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κλάδη, περί αναιρέσεως της 89/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με συγκατηγορούμενο τον Μ. Κ. του Παναγιώτη.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Νοεμβρίου 2011 και 16 Νοεμβρίου 2011 δυο αιτήσεις, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1365/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Ν. Π. και εν μέρει δεκτή η αίτηση του Χ. Μ.,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ. 1β σε συνδυασμό με το άρθρο 157 του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, έγκλημα της λαθρεμπορίας είναι (εκτός των άλλων ειδικά προσδιοριζόμενων περιπτώσεων αντικειμενικών υποστάσεων στην περ. α' της ίδιας παραγράφου και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου) και "οιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Κατά το άρθρο 157 παρ.1 β του ν. 2960/2001, η κατά το άρθρο 155 του νόμου αυτού λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 30.000 ευρώ και πάνω.
Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του ιδίου ν. 2960/2001, "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο ν. 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ.1 αυτού "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Με τις ως παραπάνω διατάξεις νόμου, αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, διαπλάσσεται ένα έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η οποία περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως, υπό την ισχύ του ως άνω νέου Τελωνειακού Κώδικα, η αντικειμενική υπόσταση είναι "οποιαδήποτε ενέργεια", ήτοι και κάθε άλλη ενέργεια αποσκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, καθώς και η αγορά, κατοχή και πώληση εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση στην Ελλάδα με τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και ειδικότερα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα διακινούμενα στην Ελλάδα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως, είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Δηλαδή, άλλα ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που να περιγράφει ρητά ο νόμος δεν υπάρχουν και δεν απαιτούνται και συνεπώς για την πλήρωσή της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό από το νόμο, χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' ή 25 του Συντάγματος. Επομένως, στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή και από άλλα πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που διακινούνται και υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή άλλη επιβάρυνση, όπως είναι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου, ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει ή χρησιμοποιεί και διακινεί είναι προϊόν λαθρεμπορίας, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα ή άλλες νόμιμες επιβαρύνσεις και φόρους. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και επί αγοράς και κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος πετρελαίου κίνησης, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 89/2011 απόφασή του, κήρυξε τους δύο αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό, ενόχους για την πλημμεληματική πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, το οποίο αγόρασαν και κατείχαν, που επίσης πώλησαν και κατανάλωσαν αντίστοιχα ως πετρέλαιο κίνησης, λόγω στερήσεως από το Δημόσιο του αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης σημαντικού ποσού, υπερβαίνοντος το ποσό των 30.000 ευρώ και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών στο Ν. Π. και είκοσι μηνών στον Χ. Μ.. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών στις αρχές του έτους 2005, είχαν περιέλθει πληροφορίας ότι η τεχνική εταιρεία "Χ. Μ. Α.Τ.Ε." που έχει έδρα την ... και της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος, κύριος μέτοχος και ουσιαστικός διαχειριστής είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ. Μ., χρησιμοποιούσε για την κίνηση των πολυαρίθμων οχημάτων της, που μετά από σύμβαση με την ΔΕΗ της εταιρείας αυτής μεταφέρουν τέφρα στο θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ στην Μεγαλόπολη, πετρέλαιο θερμάνσεως αντί πετρελαίου κινήσεως, το οποίο προμηθευόταν, κατά τις πληροφορίες αυτές, από το ευρισκόμενο στο 27ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Καλαμάτας-Αθήνας πρατήριο υγρών καυσίμων της ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Β. και Σία Ε.Ε.". Της τελευταίας ουσιαστικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., σύζυγος της ομορρύθμου εταίρου Β. Σ.-Κ., συγκατηγορουμένης του στον πρώτο βαθμό, που κηρύχθηκε αθώα, με την εκκαλουμένη απόφαση. Κατόπιν των πληροφοριών αυτών, κλιμάκιο της ανωτέρω Υπηρεσίας, την 10η Μαρτίου 2005, πραγματοποίησε νομίμως στην προειρημένη επιχείρηση του δευτέρου κατηγορουμένου στη Μεγαλόπολη, αιφνιδιαστικό έλεγχο, από τον οποίο και επαληθεύθηκαν οι προδιαληφθείσες πληροφορίες σε βάρος της εν λόγω επιχειρήσεως. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι για την κίνηση των οχημάτων της (σαράντα επτά τον αριθμό) που απασχολούντο στο θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο της Δ.Ε.Η., χρησιμοποιείτο, αντί του προβλεπομένου από το νόμο πετρελαίου κινήσεως, πετρέλαιο θερμάνσεως, η χρήση του οποίου απαγορεύεται, δεδομένου ότι αυτό έχει σημαντικώς μειωμένους δασμούς και φόρους σε σχέση με το πετρέλαιο κινήσεως και συνεπώς η χρήση του επιφέρει απώλεια εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου και παραλλήλως κέρδη για εκείνον που το χρησιμοποιεί ως πετρέλαιο κινήσεως. Η ανωτέρω διαπίστωση έγινε τόσο μακροσκοπικώς, αφού το πετρέλαιο που ανευρέθη στις αποθήκες καυσίμων (ρεζερβουάρ) των οχημάτων είχε τα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα του πετρελαίου θερμάνσεως, όσο και με την χρήση ειδικών αντιδραστήρων. Επακολούθησε η επιβολή διοικητικού προστίμου στην εταιρεία του δευτέρου κατηγορουμένου και η αφαίρεση των πινακίδων κυκλοφορίας των οχημάτων της, οι οποίες επεστράφησαν, μετά την καταβολή των προστίμων. Ταυτοχρόνως διενεργήθηκε έλεγχος και στην προαναφερθείσα επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου, στην οποία βρέθηκαν εκατόν πενήντα ένα (151) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής (Τ.Π.-Δ.Α.), με εκδότη την εταιρεία "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." που έχει έδρα το Αιγάλεω Αττικής, τα οποία αφορούν πωλήσεις πετρελαίου κινήσεως από την εταιρεία αυτή προς την εταιρεία "Β. Σ. Ε.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-2004 έως 30-3-2005, δηλαδή και σε ημερομηνία μεταγενέστερα, κατά είκοσι ημέρες, εκείνης του διενεργηθέντος ελέγχου (10-3-2005). Το γεγονός αυτό καθώς επίσης και η συνεχής σχεδόν αρίθμηση των εν λόγω τιμολογίων - δελτίων αποστολής οδήγησε τους ελεγκτές σε περαιτέρω έλεγχο τούτων. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψε ότι τα ανωτέρω τιμολόγια είναι στο σύνολό τους πλαστά διότι η φερομένη ως εκδότρια αυτών ως άνω εταιρεία δεν εκδίδει χειρόγραφα τιμολόγια και οι θεωρήσεις των από την Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω είναι πλαστές, αφού δεν είναι καταχωρημένα στα τηρούμενα σ' αυτήν βιβλία. Επίσης τα τιμολόγια αυτά είναι και εικονικά, καθόσον αφορούν συναλλαγή, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα μεταξύ των αναφερομένων σ' αυτά προσώπων, ήτοι της εταιρείας "Β. Σ. Ε.Ε." και της φερομένης ως εκδότριας αυτών εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε.". Η τελευταία είναι μεν υπαρκτή ως εταιρεία, ασχολείται όμως μόνο με την εμπορία πετρελαίου θερμάνσεως της εταιρείας Β.Ρ., στην περιοχή της Αττικής, και όπως ανέφερε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Μ. Σ., κατά την ένορκη εξέτασή του από τα όργανα ελέγχου, η εταιρεία του δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε συναλλαγή με την εταιρεία "Β. Σ. Ε.Ε.", την ύπαρξη της οποίας και αγνοούσε παντελώς και ότι εντελώς άγνωστοι ήταν επίσης σ' αυτόν ο ιδιοκτήτης της εν λόγω εταιρείας πρώτος κατηγορούμενος, Μ. Κ. και η σύζυγός του Β. Σ.. Επί πλέον αυτός επέδειξε στα όργανα ελέγχου και γνήσια τιμολόγια της εταιρείας του, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με τα επίμαχα πλαστά και εικονικά τιμολόγια, που αφορούσαν πετρέλαιο κινήσεως, ήταν χειρόγραφα και δεν είχαν θεωρηθεί από την οικεία Δ.Ο.Υ. Εξάλλου από τα πλαστά και εικονικά αυτά τιμολόγια-δελτία αποστολής, προκύπτει ότι η συνολική ποσότητα του πετρελαίου κινήσεως, το οποίο ανέρχεται συνολικώς σε 4.706.168 λίτρα, μεταφέρθηκε ένα μόνο αυτοκίνητο και συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... βυτιοφόρο αυτοκίνητο, ο αριθμός κυκλοφορίας του οποίου αναφέρεται σε όλα τα ως άνω έγγραφα. Από την έρευνα όμως που διενεργήθηκε προέκυψε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είναι ένα βυτιοφόρο μεταφοράς ποσίμου ύδατος, με συνολικό ωφέλιμο φορτίο 10.660 κιλά, ιδιοκτήτης του δε είναι ο Α. Μ. του Κ., κάτοικος ..., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως στα ελεγκτικά όργανα ότι το όχημά του ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά υγρών καυσίμων και ότι δεν γνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο και τη σύζυγό του ούτε βεβαίως και την επιχείρησή τους. Αξιοσημείωτο είναι συναφώς και το γεγονός ότι το πετρέλαιο που διεκινείτο κάθε φορά, σύμφωνα με τα επίμαχα τιμολόγια κυμαινόταν από 29.000 έως 32.500 λίτρα, ποσότητες δηλαδή υπερδιπλάσιες της χωρητικότητος, του μνημονευομένου στα εν λόγω τιμολόγια ως άνω αυτοκινήτου. Άλλωστε και ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., από την πρώτη στιγμή παραδέχθηκε στα όργανα ελέγχου ότι δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εταιρεία "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." και ότι ολόκληρη την ποσότητα πετρελαίου, που αναγράφεται στα προαναφερόμενα πλαστά και εικονικά τιμολόγια την προμηθεύθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο, Ν. Π., ο οποίος ήταν τότε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πωλήσεως πετρελαιοειδών "N.P.OIL Α.Ε.", με έδρα τον Πειραιά. Συγκεκριμένα αυτός ανέφερε στα ελεγκτικά ^όργανα ότι κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο η επιχείρησή του, είχε αυξημένες ανάγκες πετρελαίου κινήσεως λόγω και της συνεργασίας της με την επιχείρηση του δευτέρου κατηγορουμένου, πλην όμως η εταιρεία που τον προμήθευε μέχρι τότε ζητούσε, για την παροχή πιστώσεως, εγγυητικές επιστολές, τις οποίες ο ίδιος δεν μπορούσε να εξασφαλίσει και για το λόγο αυτό απεφάσισε να συνεργασθεί, όπως είχε πράξει και στο παρελθόν, με τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν απαιτούσε τη χορήγηση εγγυητικών επιστολών. Μάλιστα για να δικαιολογήσει την αποδοχή εκ μέρους του των πλαστών και εικονικών ως άνω τιμολογίων- δελτίων αποστολής, της φερομένης ως εκδότριας αυτών εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." ισχυρίσθηκε στα ελεγκτικά όργανα ότι η συγκεκριμένη εταιρεία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του τρίτου κατηγορουμένου, προμήθευε την επιχείρηση του με το πετρέλαιο, με τη διαμεσολάβηση του τελευταίου, στον οποίον απευθυνόταν κάθε φορά που ήθελε να παραγγείλει τις απαιτούμενες ποσότητες πετρελαίου. Σχετικά με τον τρόπο πληρωμής του πετρελαίου ο αυτός ως άνω πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στα ελεγκτικά όργανα ότι, με βάση τη συμφωνία του με τον τρίτο κατηγορούμενο, το ήμισυ της αξίας του παραδιδομένου κάθε φορά πετρελαίου, το κατέβαλε σε μετρητά, τα οποία παρέδιδε στον οδηγό του βυτιοφόρου αυτοκινήτου, ενώ το υπόλοιπο ήμισυ το εξοφλούσε με επιταγές του ιδίου ή πελατών του. Ακολούθησε, την 18-3-2005, νέα έρευνα στην εταιρεία του δευτέρου κατηγορουμένου στη Μεγαλόπολη, κατά την οποία ανευρέθηκαν δέκα εννέα (19) τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής που αφορούν αντίστοιχες πωλήσεις πετρελαίου κινήσεως κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2004 από την ίδια εταιρεία "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." προς την εταιρεία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ. Μ. και μάλιστα πωλήσεις άνω των 30.000 λίτρων πετρελαίου κάθε φορά, που φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί με τη χρήση του ιδίου ως άνω οχήματος (υπ' αριθμ. κυκλ. ...). Πρόκειται ειδικότερα για τα υπ' αριθμ. 701/1-10-04, 702/4-10-04, 703/6-10-04, 704/7-10-04, 705/9-10-04, 706/11-10-04, 707/13-10-04, 708/14-10-04, 70916-10-04, 110/18-10-04, 711/19-10-04, 712/22-10-04, 713/23-10-04, 714/25-10-04, 715/26-10-04, 716/27-10-04, 717/29-10-04, 718/30-10-04 και 719/31-10-04 τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, που αφορούν αντιστοίχως ποσότητα 32.469, 32.492, 32.458, 32.490, 32.500, 32.465, 32.488, 32.465, 32.492, 32.451, 32.496, 32.491, 32.479, 32.499, 32.500, 31.498, 32.487, 32.494 και 32.480 λίτρων πετρελαίου και συνολική τοιαύτη 617.194 λίτρων πετρελαίου κινήσεως, αξίας 444.445,10 ευρώ. Όλα αυτά τα παραστατικά είναι πλαστά και εικονικά, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικώς ανωτέρω, σχετικά με τα εκατόν πενήντα ένα παραστατικά που βρέθηκαν στην επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου, καθόσον αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή μεταξύ της φερομένης ως εκδότριας αυτών εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." και του δευτέρου κατηγορουμένου. Η εικονικότητα της εν λόγω συναλλαγής επιβεβαιώνεται και από την απολογία του τελευταίου (δευτέρου κατηγορουμένου), ο οποίος ισχυρίζεται ότι το πετρέλαιο κινήσεως που χρειαζόταν για κίνηση των πολυαρίθμων ως άνω οχημάτων του το αγόρασε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος και του έδωσε τα δέκα εννέα (19) αυτά παραστατικά, αλλά και από το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις το ίδιο ως άνω βυτιοφόρο αυτοκίνητο (με αριθμό κυκλοφορίας ...), ανεξαρτήτως της αδυναμίας του να πραγματοποιεί-μεταφορές πετρελαίου, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω, φαίνεται να μεταφέρει πετρέλαιο την ίδια ημέρα από την Αθήνα τόσο στην Μεγαλόπολη όσο και στην επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου, στο 27ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Καλαμάτας-Αθηνών. Τα δέκα εννέα (19) ως άνω παραστατικά τα έδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο, ο προμηθευτής του κατά την χρονική εκείνη περίοδο σε πετρέλαιο κινήσεως πρώτος κατηγορούμενος, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν και τα υπόλοιπα εκατόν πενήντα ένα (151), ως άνω πλαστά και εικονικά τιμολόγια δελτία αποστολής. Όλα τα ανωτέρω πλαστά και εικονικά τιμολόγια, ανερχόμενα συνολικώς σε εκατόν εβδομήντα (170), ο πρώτος κατηγορούμενος τα είχε προμηθευθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο Ν. Π., ο οποίος, κατά τα προλεχθέντα, ήταν και ο πωλητής των αντιστοίχων ποσοτήτων πετρελαίου κινήσεως προς το πρατήριο αυτού. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά τα δέκα εννέα (19) ως άνω τιμολόγια που βρέθηκαν στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου και είχαν εκδοθεί απ' ευθείας στο όνομα της εταιρείας του, αυτό συνέβη κατόπιν σχετικού αιτήματος του πρώτου κατηγορουμένου προς τον προμηθευτή του τρίτο κατηγορούμενο για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο (υπέρβαση πιστωτικού ορίου και αποφυγή διπλής φορολογήσεως). Ο τρίτος κατηγορούμενος υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας πετρελαιοειδών "NP OIL Α.Ε.", θέλοντας να διευκολύνει τον πρώτο, δέχθηκε το εν λόγω αίτημά του και μερίμνησε για την έκδοση των συγκεκριμένων τιμολογίων, των οποίων εγνώριζε την εικονικότητα, στο όνομα της εταιρείας του δευτέρου κατηγορουμένου και την εν συνεχεία αποστολή των στον πρώτο κατηγορούμενο, στον οποίο άλλωστε είχε αποστείλει και τα υπόλοιπα εκατόν πενήντα ένα (151) τιμολόγια, προκειμένου αυτός να τα παραδώσει στο δεύτερο κατηγορούμενο. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν με σαφήνεια και πέρα από κάθε αμφιβολία από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό στοιχειοθετούνται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση οι, αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της φοροδιαφυγής, με την μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση της λαθρεμπορίας, η εκ της οποίας ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την εναντίον τους κατηγορία και προβάλλουν αντιτιθέμενους μεταξύ των ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα ο τρίτος εξ αυτών Ν. Π. αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση, ισχυριζόμενος ότι εγνώριζε μεν τον πρώτο κατηγορούμενο Μ. Κ. από παλαιοτέρα συνεργασία τους, η οποία και διεκόπη, κατά τα προλεχθέντα, χωρίς να επαναληφθεί έκτοτε και ως εκ τούτου δεν έχει καμία απολύτως ανάμειξη στην επίμαχη συναλλαγή. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, αναιρούμενος από τα στοιχεία που προέκυψαν σε βάρος του από την αποδεικτική διαδικασία και ενισχύουν την ομολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή, ως προεξετέθη, ανέφερε στα ελεγκτικά όργανα ότι ολόκληρη την ποσότητα πετρελαίου που αποτελεί το αντικείμενο της προκειμένης δίκης την προμηθεύθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και του χορήγησε τα αντίστοιχα πλαστά και εικονικά τιμολόγια που μνημονεύονται ειδικότερα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσης. Άξιο ιδιαιτέρας μνείας μεταξύ των στοιχείων αυτών αποτελεί η οικονομική δοσοληψία που αποδείχθηκε ότι υπήρχε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο μεταξύ των δύο αυτών κατηγορουμένων και επιβεβαιώθηκε εκτός των άλλων και από τραπεζικές επιταγές που εντοπίσθηκαν κατά τον έλεγχο, οι οποίες είχαν εκδοθεί στο όνομα της εταιρείας του τρίτου κατηγορουμένου από τον πρώτο κατηγορούμενο, προς κάλυψη, σύμφωνα με την κατάθεση τούτου, μέρους του τιμήματος του πωληθέντος πετρελαίου. Για τις επιταγές αυτές ο τρίτος κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει πειστική εξήγηση. Μάλιστα αυτός, σύμφωνα με τις καταθέσεις των οργάνων ελέγχου και μαρτύρων κατηγορίας στην παρούσα δίκη, αρχικώς δεν αρνήθηκε την εμπλοκή του στη συγκεκριμένη υπόθεση και ότι οι εν λόγω επιταγές ενσωμάτωναν μέρος του τιμήματος του πωληθέντος πετρελαίου ούτε αποποιήθηκε τις ευθύνες που προέκυψαν σε βάρος του από τον διενεργηθέντα έλεγχο. Στη συνέχεια όμως αυτός άλλαξε συμπεριφορά, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του και προέβαλε τον ισχυρισμό που συνεχώς έκτοτε προβάλλει, ότι δηλαδή οι ως άνω επιταγές ήταν τοιαύτες ευκολίας, τις οποίες ο πρώτος κατηγορούμενος του είχε παραδώσει προς διευκόλυνση του κατόπιν ανταλλαγής με δικές του επιταγές. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν κρίνεται, ενόψει των προεκτεθέντων, πειστικός, πολύ δε περισσότερο αφού δεν επικαλείται ούτε βεβαίως και προσκομίζει έστω και μία επιταγή δική του που δόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο ως αντάλλαγμα των επιταγών τούτου. Αρνητική έναντι της κατηγορίας στάση, τηρεί ως προελέχθη, και ο πρώτος κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε αντιληφθεί οποιαδήποτε παράβαση στην μετά του τρίτου κατηγορουμένου συναλλαγή του. Αντιθέτως δε πίστευε καλοπίστως ότι ο εφοδιασμός του πρατηρίου του με πετρέλαιο γινόταν από τον τελευταίο, μέσω της εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε.", η οποία συνεπώς νομίμως εξέδωσε τα αντίστοιχα παραστατικά (τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής), που απεικονίζουν πραγματική συναλλαγή και δεν είναι εικονικά. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του πρώτου κατηγορουμένου ελέγχεται ως αβάσιμος, αναιρούμενος από τα γεγονότα που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αναφέρθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω, τα οποία καταδεικνύουν, πέρα από κάθε αμφιβολία τη γνώση του ότι τα επίμαχα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής ήταν πλαστά και εικονικά και ότι αυτά εκάλυπταν πετρέλαιο κινήσεως, παρανόμως διακινούμενο στην Ελληνική Επικράτεια, δηλαδή χωρίς την πληρωμή εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και την πρόθεση τούτου να συμμετάσχει στην παράνομη αυτή συναλλαγή, με προφανή οφέλη υπέρ της επιχειρήσεώς του και του ιδίου προσωπικώς. Ενδεικτικώς μνημονεύονται στο σημείο τούτο εκ των ως άνω στοιχείων η σχεδόν συνεχής και αδιάλειπτη αρίθμηση των επίμαχων παραστατικών, η αναγραφή σ' όλα αυτά του ιδίου μεταφορικού μέσου (υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου), το οποίο, ως προελέχθη, είναι υδροφόρο όχημα, με χωρητικότητα σημαντικώς κατωτέρα του ημίσεως της αναγραφομένης σε κάθε τιμολόγιο πωλήσεως-δελτίο αποστολής, και ουδεμία από τις επίμαχες μεταφορές πραγματοποίησε. Επίσης τα ανωτέρω παραστατικά χορηγήθηκαν από τον τρίτο κατηγορούμενο στο δεύτερο όχι τμηματικώς, όπως θα έπρεπε, κατά την παράδοση εκάστης επί μέρους ποσότητος πετρελαίου, ως νόμιμα συνοδευτικά ταύτης, αλλά σωρευτικώς εκ των υστέρων ή ακόμη και εκ των προτέρων, όπως διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε την 10η Μαρτίου 2005 και βρέθηκαν στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής που αφορούσαν πωλήσεις πετρελαίου για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εκτεινόμενο μέχρι την 30 Μαρτίου 2005. Μάλιστα κατά την εξέτασή του από τα ελεγκτικά όργανα, για να δικαιολογήσει την εξόφθαλμη αυτή παρανομία, ισχυρίσθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, τον οποίο είχε ερωτήσει σχετικώς του είπε: "πάρε τώρα τα τιμολόγια αυτά γιατί μετά δεν θα έχω άλλα και θα σου στείλω τα καύσιμα". Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, είχε κάποιες υποψίες για την ταυτότητα της φερομένης ως εκδότριας των επίμαχων παραστατικών, οι οποίες τον οδήγησαν στην έρευνα και επαλήθευση, μέσω της Δ.Ο.Υ. Μελιγαλά Μεσσηνίας, του Α.Φ.Μ. της εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε.", ωστόσο αυτός παρέλειψε να προβεί σε μια απλή έστω τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιο εκπρόσωπο ή υπάλληλο της εν λόγω εταιρείας για να διαπιστώσει την συμμετοχή της ή μη στην επίμαχη συναλλαγή. Τέλος αρνητική ως προς την εναντίον του κατηγορία στάση τηρεί και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Μ., ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος αγόραζε το πετρέλαιο που χρειαζόταν για την κίνηση του μεγάλου αριθμού των οχημάτων του, από τον πρώτο κατηγορούμενο στην κανονική για το πετρέλαιο κινήσεως τιμή του και το εξοφλούσε στο τέλος κάθε μηνός που ο τελευταίος του παρέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια και ότι ο ίδιος αγνοούσε ότι το πετρέλαιο που προμηθευόταν και ιδιαιτέρως η επίμαχη ποσότητα των 617.196 λίτρων, που αγόρασε κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004, ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα δέκα εννέα (19) τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, με φερόμενη εκδότρια την εταιρεία "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." που αφορούσαν τη συγκεκριμένη ποσότητα πετρελαίου ήταν πλαστά και εικονικά. Ωστόσο ο ως άνω κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι, ενώ εγνώρισε από την εμπειρία του ως ιδιοκτήτης ενός τόσο μεγάλου αριθμού οχημάτων και από την μακρόχρονη συνεργασία του με την Δ.Ε.Η., ότι κάθε ποσότητα πετρελαίου που αγόραζε και παρελάμβανε έπρεπε να συνοδεύεται από το αντίστοιχο τιμολόγιο και δελτίο αποστολής, αυτός, κατά τον μήνα Οκτώβριο 2004, δέχθηκε να παραλάβει τμηματικώς την ως είρηται ποσότητα πετρελαίου, χωρίς καμιά από τις επί μέρους αποστολές (19 τον αριθμό) να συνοδεύεται με τα νόμιμα ως άνω παραστατικά και ότι στο τέλος του μηνός Οκτωβρίου δέχθηκε τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια-δελτία που του παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, μολονότι εγνώριζε ότι με την φερομένη ως εκδότρια τούτων εταιρεία "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή. Επίσης ο αυτός κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός που διαπιστώθηκε κατά την έναρξη του ελέγχου ότι δηλαδή για την κίνηση των οχημάτων του χρησιμοποιούσε παρανόμως πετρέλαιο θερμάνσεως. Απ' όλα τα ανωτέρω παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση και συνεργασία μεταξύ των για την διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα όλοι τους εγνώριζαν ότι το πετρέλαιο που διακινήθηκε με τα επίμαχα πλαστά και εικονικά παραστατικά και αναφέρεται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσης είχε εισαχθεί στην Ελλάδα παρανόμως, δηλαδή χωρίς την πληρωμή των εισαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και συνεργάσθηκαν μεταξύ τους για τη διακίνησή του, με την χορήγηση, αποδοχή και χρήση των εν λόγω πλαστών και εικονικών παραστατικών (τιμολογίων πωλήσεως-δελτίων αποστολής). Η γνώση τους προκύπτει, εκτός των άλλων στοιχείων, και εκ του γεγονότος ότι οι ίδιοι δεν αμφισβητούν την ιδιότητα του πετρελαίου ως προϊόντος λαθρεμπορίας, αφού δεν ισχυρίζονται καν ότι το πετρέλαιο τούτο εισήχθη νομίμως από χώρα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή εκτός τοιαύτης και ότι κατεβλήθησαν οι προβλεπόμενοι εισαγωγικοί δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις ούτε βεβαίως επικαλούνται και προσκομίζουν ιδιαιτέρως δε ο τρίτος εξ αυτών ως αρχικός κάτοχος και πωλητής του εν λόγω πετρελαίου οποιοδήποτε αποδεικτικό της νομίμου εισαγωγής τούτου στοιχείο. Αντιθέτως ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος ως αρχικώς κάτοχος του πετρελαίου γνωρίζει προφανώς και τον τρόπο με τον οποίο τούτο εισήχθη παρανόμως στην Ελλάδα, αρνείται παντελώς τη συμμετοχή του με οποιοδήποτε τρόπο στην επίμαχη συναλλαγή, η οποία όμως, ως προελέχθη, αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τα στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας που μνημονεύονται στην αρχή της παρούσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους δύο κατηγορουμένους, η υπερασπιστική των τακτική των οποίων εξαντλείται στην προσπάθεια αποσείσεως των δεδομένων ευθυνών τους καθόσον αφορά το κεφάλαιο των εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής και αποφεύγουν οποιαδήποτε αναφορά τους στο κεφάλαιο, της λαθρεμπορίας. Ακόμη ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος προβάλλει ως αυτοτελή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμό την αιτίαση κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι δεν του αποδίδει γνώση της λαθρεμπορικής προελεύσεως του πετρελαίου και δεν προσδιορίζει την προέλευση τούτου, δεν επικαλείται ευθέως άγνοια εκ μέρους του της προειρημένης ιδιότητος του πετρελαίου ούτε νομότυπη εισαγωγή τούτου στην Ελληνική Επικράτεια, η οποία βεβαίως ουδέποτε υπήρξε. Και ναι μεν στην εκκαλουμένη απόφαση, όπως άλλωστε και στην παρούσα δεν αναφέρεται η χώρα προελεύσεως του πετρελαίου, αφού το στοιχείο αυτό δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί από τον διενεργηθέντα έλεγχο, το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την αντικειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της λαθρεμπορίας, η οποία στοιχειοθετείται πλήρως με την μορφή της περιπτώσεως του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2960/2001, δηλαδή της "οποιασδήποτε ενεργείας που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος". Διάταξη, η οποία με την ευρύτητά της αποσκοπεί να καλύψει περιπτώσεις, που είναι άλλωστε και συνήθεις, κατά τις οποίες, ενώ είναι δεδομένη η διάπραξη του αδικήματος της λαθρεμπορίας, δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο τρόπος και οι ειδικότερες συνθήκες τελέσεως αυτού, η χώρα προελεύσεως του λαθρεμπορεύματος κ.λ.π. Όπως δηλαδή συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, που ναι μεν δεν διακριβώθηκε η Χώρα προελεύσεως του. επίμαχου πετρελαίου, αποδεικνύεται όμως η παράνομη εισαγωγή τούτου στην Ελλάδα, ήτοι χωρίς την καταβολή των προβλεπομένων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις 30.000 ευρώ και ανέρχονται στα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενα ποσά, τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ωφελήθηκαν αντιστοίχως οι κατηγορούμενοι. Ας σημειωθεί ότι για τα προαναφερόμενα δέκα εννέα τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής που βρέθηκαν στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου και αφορούν την ποσότητα των 617.194 λίτρων, αξίας 445.445,10 ευρώ που αγόρασε από τον πρώτο κατηγορούμενο κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004, και οι τρεις κατηγορούμενοι έχουν ήδη κηρυχθεί ένοχοι με την υπ' αριθμ. 526-527/21-10-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου και συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι εξ αυτών για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ και ο τρίτος για απλή συνεργεία στην ίδια πράξη και τους έχει επιβληθεί ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών στον δεύτερο εξ αυτών και πέντε (5) ετών σε κάθε ένα εκ των λοιπών. Ενόψει της ανωτέρω καταδίκης του, ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ως άνω αποφάσεως, η οποία έκρινε ότι τα επίδικα σ' αυτήν εικονικά τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές και συνεπώς μη διακίνηση δι' αυτών οποιασδήποτε ποσότητος πετρελαίου και της προκειμένης εναντίον του κατηγορίας ότι με τα ίδια παραστατικά διακινήθηκε πετρέλαιο λαθρεμπορικής προελεύσεως. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του δευτέρου κατηγορουμένου τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 526-527/21-10-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε ότι τα επίμαχα τιμολόγια αφορούσαν όχι παντελώς ανύπαρκτη συναλλαγή, αλλά συναλλαγή που δεν έλαβε χώρα μεταξύ της φερομένης ως εκδότριας των τιμολογίων αυτών εταιρείας "Μ. Κ. Σ. και Σια Ο.Ε." και του δευτέρου κατηγορουμένου, αλλά μεταξύ τούτου και του πρώτου κατηγορουμένου. Έτσι το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της αποδοχής των πλαστών και εικονικών αυτών τιμολογίων, ενώ η προκειμένη κατηγορία αφορά την πράξη της λαθρεμπορίας που τελέσθηκε από τον ίδιο (δεύτερο) κατηγορούμενο με την αγορά, κατοχή και ανάλωση του διακινηθέντος με τα ως άνω τιμολόγια λαθρεμπορικού πετρελαίου. Τέλος ο αυτός δεύτερος κατηγορούμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι απαραδέκτως εισήχθη και εξεδικάσθη η εναντίον του κατηγορία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι η υπ' αριθμ. 1100/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, η οποία συμπλήρωσε την υπ' αριθμ. 212/25-1-2010 παραπεμπτική του απόφαση, εξεδόθη ερήμην αυτού και χωρίς κλήτευσή του να παραστεί στη σχετική δίκη. Και ο ισχυρισμός αυτού του δευτέρου κατηγορουμένου τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ναι μεν δεν αποδεικνύεται η κλήτευσή του στη δίκη που εκδόθηκε η ανωτέρω συμπληρωματική της κατηγορίας απόφαση, πλην όμως η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε νομίμως σ' αυτόν, ο οποίος και παρέστη στην πρωτόδικη δίκη μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου και δεν εναντιώθηκε στην πρόοδο της δίκης ούτε αμφισβήτησε το τυπικά παραδεκτό της εναντίον του κατηγορίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτού και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η εκκαλουμένη απόφαση έπασχε οποιαδήποτε εκ του λόγου τούτου ακυρότητα, ήδη η απόφαση αυτή μετά την παραδοχή της εφέσεως του ως άνω κατηγορουμένου εξαφανίσθηκε και συνεπώς ο περί ου ο λόγος ισχυρισμός του τελευταίου κρίνεται επί πλέον και ως αλυσιτελής. Εξάλλου το Δικαστήριο κρίνει ότι τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι απολύτως επαρκή για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως επί της προκειμένης υποθέσεως και ως εκ τούτου δεν θεωρεί αναγκαία την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση των νομίμως εκπροσωπουμένων πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, προς κατ' αντιπαράσταση εξέταση και παροχήν εξηγήσεων, όπως αιτείται ο συνήγορος του τρίτου κατηγορουμένου. Επομένως το σχετικό αίτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού χωρίς να έχει οποιαδήποτε αξιόλογη συμβολή στη διαφώτιση της υποθέσεως, θα οδηγήσει σε παρέλκυση της δίκης με κίνδυνο παραγραφής των αδικημάτων, που έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα. Άλλωστε ο πελάτης του αιτούντος συνηγόρου τρίτος κατηγορούμενος, είχε την ευχέρεια, κατά την διήμερη διεξαγωγή της δίκης να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προκειμένου να εκθέσει και αυτοπροσώπως τις απόψεις του και να παράσχει τις διευκρινίσεις και εξηγήσεις που επιθυμούσε, ωστόσο αυτός προτίμησε να μην εμφανισθεί και να εκπροσωπηθεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του.
Συμπερασματικά και σε ακολουθία με όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, εφόσον στοιχειοθετούνται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων τούτων, όπως και πρωτόδικος και ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών (Μ. Κ.) φοροδιαφυγής με την αποδοχή εικονικών, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος όμως, αφού έτσι κρίθηκε η πράξη του αυτή, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επί πλέον τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί κατηγορούμενοι λαθρεμπορίας, η εκ της οποίας ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, όπως όλες οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό. Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους το ότι: Α. "Τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ. Μ. του Ι., ένοχο του ότι: Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αγόρασε, κατείχε και ανάλωσε εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς είχαν τεθεί στην κατανάλωση με τρόπο που σκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα στην ... και την 18-3-2005, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων στην τεχνική εταιρία, με την επωνυμία "Χ. Μ. Α.Τ.Ε.", της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 1-10-2004 έως και την 31-10-2004, πραγματοποίησε, με περισσότερες πράξεις, αγορές πετρελαίου κίνησης από την εταιρία με την επωνυμία "ΝΡ ΟΙL Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ", με έδρα τον Πειραιά, και τον γενικό διευθυντή της Ν. Π., συνολικής ποσότητας 617.194 λίτρων, για την οποία ποσότητα έχουν εκδοθεί πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Έλαβε δε με τον ανωτέρω τρόπο, στην κατοχή του και ανάλωσε, για την κίνηση των οχημάτων της εταιρείας του, την ποσότητα αυτή, της οποίας όμως είναι άγνωστη η πραγματική της προέλευση και είχε τεθεί στην κατανάλωση με τρόπο που σκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ήτοι χωρίς την πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, ενώ τούτο απαγορεύεται, οι δε μη καταβληθέντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις ανέρχονται στο ποσό των 229.415,28 ευρώ.
Β. Τον τρίτο κατηγορούμενο, Ν. Π. του Α., ένοχο του ότι: Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αγόρασε, κατείχε και πώλησε εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς είχαν τεθεί στην κατανάλωση με τρόπο που σκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, σε μη εισέτι εξακριβωθέντα τόπο και χρόνο, υπό την ιδιότητά του ως γενικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ ΟΙL Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ", με έδρα τον Πειραιά, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αγόρασε και έλαβε στην κατοχή του συνολική ποσότητα 5.323.362 λίτρων πετρελαίου κινήσεως με τρόπο που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από αυτήν την ποσότητα πετρελαίου κίνησης, που ανέρχονται εν προκειμένω στο ποσό του 1.965.467, 60 ευρώ, καθώς η προέλευση της ποσότητος αυτής είναι άγνωστη και δεν έχουν καταβληθεί οι νόμιμοι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις. Εν συνεχεία την ποσότητα αυτή την πώλησε περαιτέρω, προκειμένου να διατεθεί στην κατανάλωση, και ειδικότερα κατά το χρονικό διάσημα από την 2.1.2004 έως και 28.1.2005 με περισσότερες, πράξεις πώλησε στην επιχείρηση πωλήσεως υγρών καυσίμων, με την επωνυμία "Σ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. - ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ", που εδρεύει στο ..., και δη στο 27° χλμ. Ε.Ο. Καλαμάτας - Αθηνών, συνολική ποσότητα 4.706.168 λίτρων, για την οποία ποσότητα εξέδωσε 151 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από την 1-10-2004 έως και την 31-10-2004, με περισσότερες πράξεις πώλησε στην τεχνική εταιρία, με την επωνυμία "Χ. Μ. Α.Τ.Ε." και έδρα την ..., συνολική ποσότητα 617.194 λίτρων, για την οποία ποσότητα εξέδωσε 19 επίσης πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ήτοι χωρίς την πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, ενώ τούτο απαγορεύεται, οι δε μη καταβληθέντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις ανέρχονται στο ποσό των 1.965.467,60 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας στην προσβαλλόμενη 89/2011 απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας πετρελαίου κίνησης, άγνωστης προέλευσης, συνιστώντος λαθρεμπόρευμα, παρανόμως διακινούμενο στην Ελλάδα, με πλαστά και εικονικά φορολογικά παραστατικά, χωρίς πληρωμή στο Δημόσιο του νόμιμου αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης, για την οποία λαθρεμπορία κατ'εξακολούθηση καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α , 27, 98 ΠΚ, 53, 118, 155 παρ.1β, 2ζ, 118, παρ.5, 142 παρ.2, 157 παρ.1β, 160, 161, 162, 164, 165, 166, 167, 172, 173, 174 του ν. 2960/2001 και 1 ν. 2127/1993, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Όσον αφορά τις ειδικότερες συναφείς με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις και λόγους των δύο αναιρεσειόντων: α) κατά τις παραδοχές το υπό των κατηγορουμένων αγορασθέν, κατεχόμενο, πωληθέν και αναλωθέν στην Ελλάδα πετρέλαιο κίνησης, είχε τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθώς είχε τεθεί στην κατανάλωση και διακινήθηκε ως πετρέλαιο κίνησης, με διαφυγή ήτοι χωρίς καταβολή του νόμιμου ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης, με τρόπο που σκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων κατά το νόμο φόρων κατανάλωσης και λοιπών επιβαρύνσεων, όπως ορίζουν τα άρθρα 53, 118 και 155 του άνω Τελωνειακού Κώδικα, αφού οι συναλλαγές έγιναν εκ μέρους των αναιρεσειόντων με πλαστά και εικονικά φορολογικά παραστατικά. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν χρειαζόταν να αναφερθεί από ποία χώρα εισήχθη στην Ελλάδα η ως άνω ποσότητα πετρελαίου και ειδικότερα αν η χώρα αυτή είναι ή δεν είναι μέλος της ΕΕ, ούτε αν η εισαγωγή της εν λόγω ποσότητας επιτράπηκε χωρίς να καταβληθούν δασμοί, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι για εισαγωγή εντός της Ελλάδος πετρελαίου, χωρίς πληρωμή των αναλογούντων δασμών εισαγωγής, αλλά για διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας πετρελαίου θέρμανσης, ως πετρελαίου κίνησης οχημάτων, χωρίς καταβολή του νόμιμου αναλογούντος ειδικού φόρου κατανάλωσης, που προβλέπει ο προαναφερθείς στη μείζονα σκέψη ν. 2127/1993, που εναρμόνισε το φορολογικό καθεστώς των πετρελαιοειδών προς το Κοινοτικό Δίκαιο, επιτραπείσας της διατήρησης στην Ελλάδα του άνω ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαιοειδών (άρθρο 3 Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ/25-2-1992), η δε διαφυγή και μη καταβολή του άνω ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου κίνησης εκ μέρους των κατηγορουμένων, συνιστά άνευ ετέρου λαθρεμπορία, κατά τα άρθρα 53 και 118 παρ.5 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και όχι απλή τελωνειακή παράβαση, β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των κατηγορουμένων και δη η συνεργασία (των τριών καταδικασθέντων) και η γνώση τούτων ότι το διακινηθέν και κατεχόμενο από αυτούς πετρέλαιο ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και δεν κατεβλήθησαν ποτέ οι προβλεπόμενοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις στο Δημόσιο, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, όπως από την κατοχή πλαστών και εικονικών παραστατικών, από τα οποία προκύπτει η ανωτέρω γνώση των κατηγορουμένων, γ) δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς τις παραδοχές, του αιτιολογικού και του διατακτικού, ότι το πετρέλαιο που διακινήθηκε από τους κατηγορούμενους, με βάση τα σε αυτά αναφερόμενα πλαστά και εικονικά παραστατικά, με την έννοια της ανύπαρκτης και μη νόμιμης συναλλαγής, ενώ το ύψος των απωλεσθέντων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που υπολογίσθηκαν με βάση τα επιδειχθέντα και κατασχεθέντα παράνομα αυτά παραστατικά, δεν δημιουργεί καμία αντίφαση, ούτε αποκλείει τον προσδιορισμό των ποσοτήτων του λαθρεμπορεύματος στο μέγεθος που ορίστηκε, διότι οι βάσει τέτοιων εμφανισθέντων πλαστών και εικονικών παραστατικών γενόμενες συναλλαγές ή η μη συναλλαγή με την φερόμενη ως εκδότρια αυτών των παραστατικών εταιρεία" Μ. Κ. Σ. και Σία Ο.Ε.", δεν σημαίνει και ανύπαρκτες συναλλαγές με άλλη μη αποκαλυφθείσα εταιρεία διακίνησης πετρελαιοειδών, ε) δεν υπάρχει ασάφεια, ούτε αντίφαση από την αναφορά του πετρελαίου ως πετρελαίου κίνησης, αφού κατά τις παραδοχές διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιείτο πετρέλαιο θέρμανσης σε οχήματα, όπως στα φορτηγά αυτοκίνητα εταιρείας του από αυτούς Χ. Μ., για την κίνηση αυτών, χωρίς να έχουν καταβληθεί ουδόλως οι για το πετρέλαιο αυτό κίνησης αναλογούντες νόμιμοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ήτοι πρόκειται για λαθρεμπόρευμα, καταδικάστηκαν δε οι αναιρεσείοντες για διακίνηση πετρελαίου κίνησης και όχι θέρμανσης, στ) προσδιορίζεται με σαφήνεια ο χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν, όσον δε αφορά την πράξη αγοράς του Ν. Π., που αναφέρεται στο διατακτικό ότι " σε μη εισέτι εξακριβωθέντα τόπο και χρόνο, αγόρασε και έλαβε στην κατοχή του 5.323.362 λίτρα πετρελαίου κινήσεως ...", καλύπτεται το κενό από τη στη συνέχεια αναφορά στο ίδιο διατακτικό ως χρόνου τελέσεως, ορισμένου χρόνου, "εν συνεχεία την ποσότητα αυτή πώλησε περαιτέρω και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-2004 έως και 28-1-2005 με περισσότερες πράξεις πώλησε κλπ" και δεν επηρεάζεται σε κάθε περίπτωση η παραγραφή της μίας και μόνης πράξεως της λαθρεμπορίας που καταδικάστηκε, αφού καταδικάστηκε και για κατοχή και για πώληση του άνω πετρελαίου σε συγκεκριμένους χρόνους, πράξεις που στηρίζουν αυτοτελώς την κατηγορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν.2960/2001, ζ) από την πράγματι γενόμενη ανάγνωση και τη συνεκτίμηση του δικαστηρίου, του σκεπτικού της με αρ. 526,527/2010, μη αμετάκλητης αποφάσεως, του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Ναυπλίου, με την οποίαν κηρύχθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ν. Π. ένοχος, σε πρώτο βαθμό, απλής συνέργειας αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, φοροδιαφυγής ποσού άνω των 150.000 ευρώ, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 δ, 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ και 6 παρ.2 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ , για παραβίαση της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.2β του ΚΠΔ, διαβάζονται στο ακροατήριο και έγγραφα από άλλη ποινική δίκη, στην οποία εκδόθηκε όμως αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει, ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη, η διάταξη όµως αυτή, δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα µε το άνω άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 548/2010). Εξάλλου δε η παραπάνω διάταξη, απαγορεύει την ανάγνωση εγγράφων από άλλη ποινική δικογραφία, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση και όχι την ανάγνωση ποινικών δικαστικών αποφάσεων, ανεξάρτητα του αμετακλήτου αυτών, ελεύθερα συνεκτιμώμενων ως εγγράφων με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς συναγωγή δεδικασμένου. Επίσης, από την καταδίκη του αναιρεσείοντος Χ. Μ., δυνάμει της επικαλεσθείσας και αναγνωσθείσας ιδίας ως άνω 526, 527/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Ναυπλίου, για αποδοχή εικονικών τιμολογίων αγοράς πετρελαίου, (ήτοι για ανύπαρκτες συναλλαγές κατά τον αναιρεσείοντα) και από την καταδίκη αυτού με την προσβαλλόμενη 89/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, για αγορά και κατοχή 617.194 λίτρων πετρελαίου λαθρεμπορικής προέλευσης, για τα οποία εκδόθηκαν 19 πλαστά και εικονικά τιμολόγια με φερόμενο εκδότη την εταιρεία " Μ. Κ. Σ. και Σία Ο.Ε.", δεν συνάγεται ασάφεια και αντίφαση ότι το διακινηθέν από τον κατηγορούμενο αυτό πετρέλαιο διακινήθηκε ή δε διακινήθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη των άνω πλαστών παραστατικών και η μη πώληση από την άνω εταιρεία, δε σημαίνει και ανύπαρκτες συναλλαγές του κατηγορουμένου με άλλη μη αποκαλυφθείσα εταιρεία διακίνησης πετρελαιοειδών. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή νόμου µε εκ πλαγίου παράβαση, πέραν του λόγου της έλλειψης αιτιολογίας, συντρέχει και όταν υπάρχουν αµφίβολα κενά και αντιφάσεις παραδοχών στο ίδιο το αιτιολογικό ή µεταξύ παραδοχών αιτιολογικού και διατακτικού της ίδιας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι δε αντιφάσεις παραδοχών αυτής και άλλης καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του κατηγορουμένου για άλλο μάλιστα αδίκημα.
Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έβδομος του αναιρεσείοντος Ν. Π. και όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ. Μ., με τους οποίους αποδίδεται από τους δύο αναιρεσείοντες, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων και η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του ΔΣ/ΑΠΔ, με τις οποίες κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας στην ποινική δίκη, είναι απορριπτέοι αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, ο ίδιος ως άνω αναιρεσείων Ν. Π., ζήτησε δια του παρισταμένου εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, με αυτοτελείς ισχυρισμούς, που ανέπτυξε και προφορικά, να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' και ε' ΠΚ, του προτέρου εντίμου βίου και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς. Για τη θεμελίωσή τους επικαλέστηκε τα εξής: "Όπως αποδεικνύεται και από το υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο ποινικού μου μητρώου, που είναι λευκό, αλλά και από τα έγγραφα, που προσκόμισα στο Δικαστήριό Σας και αναγνώστηκαν και από την κατάθεση του μάρτυρα που κλήτευσα προς υπεράσπισή μου, μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα απολύτως έντιμη προσωπική οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσα ποτέ αφορμή ως άνθρωπος και επαγγελματίας να αμφισβητηθεί το ήθος και η ακεραιότητά μου. Είμαι παντρεμένες και έχω δύο κόρες. Η επαγγελματική μου δραστηριότητα στον τομέα της εμπορίας πετρελαιοειδών μέχρι τα επίδικα περιστατικά ήταν άμεμπτη. Δεν μου επιβλήθηκε "ποτέ οποιαδήποτε πειθαρχική, φορολογική ή ποινική κύρωση, ούτε εκφράστηκε ποτέ η παραμικρή υπόνοια σε βάρος μου και εκπλήρωνα στο έπακρο όλες τις υποχρεώσεις μου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, που αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που ανωτέρω εκθέτω και επικαλούμαι, πληρούνται στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α', όπως αιτούμαι. Περαιτέρω, μετά τα επίδικα περιστατικά και μέχρι σήμερα, όπως επίσης αποδείχθηκε από τα ανωτέρω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, έχω επιδείξει άψογη προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Αντιθέτως, στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά (7) ετών, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού και επαγγελματικού μου περίγυρου, είμαι ενεργός επαγγελματίας καταξιωμένος στον χώρο μου και στις συναλλαγές, με ανώτατες σπουδές και με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή. Ενόψει όλων αυτών αποδεικνύεται ότι διάγω βίο έντιμο για μεγάλο (επταετές) χρονικό διάστημα από τα επίδικα περιστατικά και πληρούνται στο πρόσωπο μου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε' του Π.Κ.". Επί του άνω αιτήματος, το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναγνώρισε στον τρίτο, όπως και στον δεύτερο των κατηγορουμένων (αναιρεσείοντες) την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2ε'ΠΚ, ενώ απέρριψεν την αιτηθείσα της παρ.2 εδ.α' ΠΚ, του προτέρου εντίμου βίου, με το εξής αυτοτελές αιτιολογικό: "Αντιθέτως, το αίτημα των ιδίων κατηγορουμένων να τους αναγνωρισθεί επί πλέον και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' του Π.Κ. τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο, διότι δεν απεδείχθη η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση και της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι δηλαδή αυτοί μέχρι το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Η έλλειψη ποινικής καταδίκης και μόνο ελλείψει άλλων στοιχείων δεν επαρκεί για την στοιχειοθέτηση της ως είρηται ελαφρυντικής περιστάσεως".
Η απορριπτική αυτή αιτιολογία, είναι η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη και επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, συναφής όγδοος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Ν. Π., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού για την αναγνώριση και της ως άνω δεύτερης ελαφρυντικής περιστάσεως του εδαφίου ε' παρ.2 αρ.84 ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Για να στοιχειοθετηθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το επικληθέν λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, περιστατικά τα οποία δεν επικαλέσθηκε ως άνω ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, η μη αποδοχή από τον προεδρεύοντα, ρητά ή σιγή, αιτήματος του κατηγορουμένου, να κληθεί και διαταχθεί η εμφάνιση του απολιπόμενου συγκατηγορουμένου του, για να υποβάλει σε αυτόν ερωτήσεις, ενόψει των άρθρων 366 παρ. 1 δ και 340 παρ.2 δ,ε και 335 παρ.2 του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 δ της ΕΣΔΑ, 14 παρ.3 ΔΣ/ΑΠΔ, επάγεται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας,(173, 174 παρ.1), που καλύπτεται αν δε γίνει προσφυγή στο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει( βλ.σελ.9), ότι ο εξουσιοδοτών τον απόντα αναιρεσείοντα Ν. Π. συνήγορός του, αφού έλαβε το λόγο "πρότεινε να κληθεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., άλλως άπαντες οι κατηγορούμενοι, προκειμένου κατ' αντιπαράσταση να δώσουν εξηγήσεις σχετικά με τις πράξεις που τους αποδίδονται", χωρίς να απαντηθεί από τον διευθύνοντα ή να ασκήσει προσφυγή κατά της σιγή αυτής απόρριψης και στη συνέχεια, ο ίδιος συνήγορος, κατά την επί της κατηγορίας αγόρευσή του (σελ. 13 πρακτικών) "ανέπτυξε την υπεράσπιση του πελάτη του και ζήτησε την απαλλαγή του και σε περίπτωση που στο δικαστήριο καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την αθωότητά του , να κληθεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., άλλως άπαντες οι κατηγορούμενοι, προκειμένου κατ' αντιπαράσταση να δώσουν εξηγήσεις σχετικά με τις πράξεις που τους αποδίδονται". Επί του παραπάνω αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Π., το δικαστήριο, με το προπαρατεθέν κύριο επί της ενοχής αιτιολογικό του, απάντησε και δη πλήρως και ειδικά αιτιολογημένα(σελ. 23), μετά από ειδική απορριπτική πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, ότι " το δικαστήριο κρίνει ότι τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι απολύτως επαρκή για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως επί της προκειμένης υποθέσεως και ως εκ τούτου δεν θεωρεί αναγκαία την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση των νομίμως εκπροσωπουμένων πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, προς κατ' αντιπαράσταση εξέταση και παροχή εξηγήσεων, όπως απαιτεί ο συνήγορος του τρίτου κατηγορουμένου. Επομένως το σχετικό αίτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού χωρίς να έχει οποιαδήποτε αξιόλογη συμβολή στη διαφώτιση της υποθέσεως, θα οδηγήσει σε παρέλκυση της δίκης με κίνδυνο παραγραφής των αδικημάτων, που έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα". Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα Ν. Π. συναφείς, πέμπτος και έκτος, λόγοι αναιρέσεως, ότι το εν λόγω αίτημά του απορρίφθηκε από τον πρόεδρο και όχι από το δικαστήριο και χωρίς εισαγγελική πρόταση, και έτσι συντρέχει έλλειψη ακρόασης και παραβίαση υπερασπιστικού του δικαιώματος, λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 340 παρ.2, 366 παρ. 1δ του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ.3 ε του ΔΣΑΠΔ, είναι απορριπτέοι, κατά τα προαναφερθέντα, ως αβάσιμοι, διότι, ανεξάρτητα του ότι την πρώτη φορά το αίτημα, όπως υποβλήθηκε, με τη χρήση της φράσεως "ο συνήγορος πρότεινεν", είχε τη μορφή ευχής και όχι αιτήματος που έχρηζε απαντήσεως, σε κάθε δε περίπτωση, κατά της με σιγή σιωπηρής απορρίψεως εκ μέρους του προέδρου του εν λόγω αιτήματος, ο συνήγορος του άνω κατηγορουμένου δεν προσέφυγε στο δικαστήριο, κατ' άρθρο 366 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, όπως δικαιούτο και οιαδήποτε επελθούσα σχετική ακυρότητα της διαδικασίας καλύφθηκε, ενώ όταν υποβλήθηκε και πάλι για δεύτερη φορά το ίδιο ως άνω αίτημα, το δικαστήριο, μετά πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένα το απέρριψε ως παραπάνω και έτσι ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου τούτου παραβιάστηκε, ενώ η επίκληση στο αιτιολογικό απόρριψης του κινδύνου παραγραφής από το δικαστήριο, εκ περισσού και συμπληρωματικά έγινε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί, µε το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997 και τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του ν. 3904/23-12-2010, ορίζεται "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα του καταδικασθέντος σε τέτοια ποινή κατηγορουμένου, αλλά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, που επιβάλλουν την ειδική αιτιολόγηση όχι μόνον της απόφασης περί ενοχής, αλλά και περί της ποινής, διαφορετικά, αν το δικαστήριο αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα ή δεν ερευνήσει αυτεπάγγελτα την αναστολή της κατώτερης των τριών ετών ποινής φυλακίσεως, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του (ΑΠ 291, 766, 1657/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 89/2011 απόφαση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Ν. Π., για τη μία πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση που τον καταδίκασε, ποινή φυλακίσεως τριών ετών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ ημερησίως, με αιτιολογικό ότι "συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η ποινή φυλάκισης σε χρηματική(άρθρο 82 ΠΚ, όπως αντικ. με αρ.1 του ν. 3904/ 2010)", χωρίς όμως ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής όπως όφειλε, ανεξάρτητα του ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα αναστολής από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο του και συνακόλουθα έπρεπε να αιτιολογήσει την μη αναστολή της ποινής, ήτοι να εκθέσει με βάση ποία ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον άνω καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Έτσι, όμως, το δικαστήριο, με το να μην ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και να μην αποφανθεί περί αναστολής ή μη αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Η' του ΚΠΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Η' του ΚΠΔ, ένατος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο αυτό ποινής φυλακίσεως, ακολούθως δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση (αναστολής ή μετατροπής της ποινής) στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος Ν. Π., όσον και η αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ., καθ' ολοκληρίαν, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων Χ. Μ. και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση - δήλωση του Χ. Μ. του Ι., για αναίρεση της με αρ. 89/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα Χ. Μ. στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την από 14-11-2011 αίτηση του Ν. Π. του Α..
Αναιρεί εν μέρει τη με αρ. 89/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Ν. Π. του Α. ποινής φυλακίσεως τριών (3) ετών σε χρηματική χωρίς την προηγούμενη έρευνα της αναστολής ή μη της ίδιας ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μόνον αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14-11-2011 αίτηση του Ν. Π..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία πετρελαίου (άρθρ. 155, 157 ν. 2960/2001). Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους αποδίδεται από τους δύο αναιρεσείοντες, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων και η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του ΔΣ/ΑΠΔ, με τις οποίες κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας στην ποινική δίκη. Αναιρεί εν μέρει διάταξη μετατροπής της ποινής, διότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα του καταδικασθέντος σε τέτοια ποινή κατηγορουμένου, αλλά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, που επιβάλλουν την ειδική αιτιολόγηση όχι μόνον της απόφασης περί ενοχής, αλλά και περί της ποινής, διαφορετικά, αν το δικαστήριο αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα ή δεν ερευνήσει αυτεπάγγελτα την αναστολή της κατώτερης των τριών ετών ποινής φυλακίσεως, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 712/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο κατά της υπ' αριθμ. 12/2011 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1094/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 261/30.11.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 484, 504 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται μόνο κατά των αποφάσεων και βουλευμάτων των ποινικών δικαστηρίων και όχι κατά των διατάξεων των Εισαγγελέων Εφετών, που εκδίδονται δι'οιονδήποτε λόγο από τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών ή Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελεύς Εφετών Κερκύρας, με την υπ' αριθμ. 12/2011 διάταξή του απέρριψε ως απαράδεκτη την από 2-6-2011 προσφυγή του κρατουμένου στις φυλακές Κερκύρας Κ. Μ. του Δ., κατά της υπ' αριθμ. 108/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κερκύρας, δια της οποίας απερρίφθη αίτησή του για χορήγηση εκτάκτου αδείας. Κατά της άνω διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας, ο προαναφερθείς άσκησε την από 30.6.2011 αίτηση αναιρέσεως, δια δηλώσεώς του στην αναπληρώτρια προϊσταμένου των άνω φυλακών. Δια τους ανωτέρω, όμως, λόγους, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, Προτείνεται α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η από 30-6-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. του Δ., κρατουμένου τις φυλακές Κερκύρας, κατά της υπ' αριθμ. 12/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 462, 504 του ΚΠΔ, τα προβλεπόµενα στην ποινική διαδικασία ένδικα µέσα κατά βουλευµάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται µε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αίτηση αναίρεσης. Η διάταξη δε του Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή του κρατουμένου στις φυλακές κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που απέρριψε ως απαράδεκτη αίτηση του κρατούμενου για χορήγηση έκτακτης άδειας απουσίας από τις φυλακές, σύμφωνα με το νόμο 2776/1999, ο οποίος δεν προβλέπει ένδικο μέσο, με οιαδήποτε μορφή, δεν έχει το χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν το ένδικο µέσο ασκήθηκε, µεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωµα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύµατος ή διάταξης Εισαγγελέα, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρµόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συµβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συµβούλιο), µετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εµφανισθέντες διαδίκους, καλούµενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο µέσο απαράδεκτο".
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της με αριθμό 12/2011 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή του αναιρεσείοντος κρατουμένου στις φυλακές Κέρκυρας και ήδη σε Κ.Κ. Αλικαρνασσού, κατά της με αριθμό 108/2011 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε η από 18-5-2011 αίτησή του για χορήγηση σε αυτόν έκτακτης άδειας απουσίας από τις φυλακές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2776/1999. Ενόψει όμως των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη, κατά της άνω Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κρατουμένου, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο ίδιος με νόμιμη θυροκόλληση, με την με αρ. 1094/11/3-2-2-11 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, κατά την άνω δικάσιμο της 3-4-2012,( άρθρο 476 παρ.1 εδ.τελ. του ΚΠΔ), όπως προκύπτει από το από 6-2-2012 αποδεικτικό επιδόσεως του Σωφρονιστικού υπαλλήλου ..., ΠΕ Σωφρ. Ενηλίκων Αλικαρνασσού, ως απαράδεκτη, γιατί η εν λόγω Εισαγγελική διάταξη δεν υπόκειται σε αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. 3917/30-6-2011 αίτηση του Κ. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της με αριθμό 12/6-6-2011 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά Διάταξης Εισαγγελέα Εφετών, που απέρριψε προσφυγή κρατουμένου κατά Διατάξεως Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, απορριπτική αίτησης χορήγησης έκτακτης άδειας απουσίας από τη φυλακή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2776/1999, ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.