text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 711/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ι. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ- Χ. Ψ. ΑΤΕ" που εδρεύει στο Κορωπί, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. Ψ., κατοίκου ... και 3. Ι. Δ. Τ., κατοίκου ..., του 2ου ατομικά αλλά και με την ιδιότητά του ως Προέδρου της γενικής Συνέλευσης των μετόχων, και του 3ου ατομικά αλλά και με την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, της εταιρείας με την επωνυμία "Β.Ε.Σ. Βιομηχανικές Εφαρμογές Σκυροδέματος ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε δια απορροφήσεως από την 1η αναιρεσίβλητη. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ιωσήφ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5140/2008του ίδιου Δικαστηρίου και 4457/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-12-2009 αίτησή του και τους από 5-9-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-11-2011 έκθεσή του και εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και τους προσθέτους λόγους αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά παραδοχήν της εφέσεως του αναιρεσείοντος κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη η ένδικη εξ αδικοπραξίας αγωγή αποζημιώσεως του ιδίου, η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 5140/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, την αναίρεση δε της απόφασης αυτής ζητεί ήδη ο ενάγων- αναιρεσείων για τους λόγους που αναφέρονται στο αναιρετήριο και στο από 5-9-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
ΙΙ. Από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, ήτοι τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων, τις αναφερόμενες και νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρα που είχε εξετασθεί με πρόταση του αναιρεσείοντος όσο και τα έγγραφα που ο τελευταίος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στο Εφετείο, και τα αντίθετα τα οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά τα λοιπά και δη κατά το μέρος του που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, αναφέρεται στην επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων και ισχυρισμών του αναιρεσείοντος που κατά τον τελευταίο (αναιρεσείοντα) αποδείχθηκαν, ως στοιχεία της ένδικης αδικοπραξίας και τους οποίους απέρριψε το Εφετείο, κατά συνέπειαν δε ο λόγος αυτός, κατά τούτο το σκέλος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε ότι δεν τελέστηκε εν προκειμένω η ένδικη αδικοπραξία της απάτης εις βάρος του αναιρεσείοντος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, παραθέτοντας τα κατά την κρίση του αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία και δεν συγκροτούν πράγματι την κατά το άρθρο 914 του ΑΚ έννοια της ειρημένης αδικοπραξίας, μη καλύπτοντας το πραγματικό του κανόνα δικαίου που θέτει αυτό το άρθρο παράνομη δηλαδή και υπαίτια πρόκληση ζημίας σε άλλον, εν προκειμένω δε στον αναιρεσείοντα, την οποία διάταξη ορθώς δεν εφήρμοσε το Εφετείο. Ομοίως πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διαλαμβάνει το Εφετείο και ως προς το απορριπτικό του πόρισμα για το αγωγικό κονδύλιο των 24.494, 49 ευρώ που ζητούσε ο αναιρεσείων ως αποζημίωση λόγω υπεξαιρέσεως του ποσού αυτού εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι δεν έλαβε χώραν τέτοια υπεξαίρεση εκ μέρους των τελευταίων. Επομένως, οι πρώτος του αναιρετηρίου, και πρώτος και δεύτερος, του δικογράφου προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της τέλεσης της αδικοπραξίας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων (την οποία δεν δέχθηκε το Εφετείο), που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε στον προσήκοντα ως άνω κανόνα δικαίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλον λόγο, κύριο ή πρόσθετο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2009 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4457/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 5-9-2011 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1, 11 και 19 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 4457/2009.
| null | null | 0
|
Αριθμός 708/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. Γ. του Δ. και 2. Σ. χήρας Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονυσάκο Σπυρογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, οπότε και δεν έχει ανάγκη και εντεύθεν υποχρέωση να προσφύγει στους σχετικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων. Εξάλλου ο αναιρετικώς λόγος του αριθμού 1β'του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και τη βασιμότητα των περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε μεταξύ των άλλων ότι ο αναιρεσίβλητος, αρχιτέκτων μηχανικός, κατόπιν της από 30-7-1996 έγγραφης σύμβασης εργολαβίας, που συνήψε με τους αναιρεσείοντες ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει σε οικόπεδο των αναιρεσειόντων που βρίσκεται στη Ρόδο, ένα κτήριο - αποθήκη αποτελούμενη από ισόγειο και υπόγειο εμβαδού 454,88 τ.μ και 474,88 τ.μ, αντίστοιχα, έναντι συνολικής αμοιβής 77.000.000 δραχμών' ότι λόγω παρεμβάσεως της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας οι διάδικοι τροποποίησαν ατύπως , ενόψει και των φιλικών τους σχέσεων και της εμπιστοσύνης που είχαν μεταξύ τους, την αρχική αυτή σύμβαση με μεταγενέστερη συμφωνία και έτσι ο αναιρεσίβλητος κατασκεύασε εν τέλει και παρέδωσε στους αναιρεσείοντες κτήριο εμβαδού 550,08 τ.μ και 631,70 τ.μ., αντίστοιχα, το οποίο αυτοί παρέλαβαν και λειτουργούν έκτοτε σ' αυτό έκθεση επίπλων, και ότι ως αμοιβή για τις επιπλέον εργασίες, εμβαδού 252,02 τ.μ., συμφωνήθηκε η συνήθης στις συναλλαγές, ενόψει και της προηγηθείσης ως άνω αρχικής συμφωνίας των διαδίκων, ανερχόμενη κατ' αποκοπήν στο ποσό των 20.867.000 δραχμών, το οποίο και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, μεταξύ των άλλων, ως οφειλόμενο στον τελευταίο εργολαβικό αντάλλαγμα για τις ως άνω, επιπλέον της αρχικής συμφωνίας, εκτελεσθείσες εργασίες. Στην κρίση του αυτή σχετικά με τη νεότερη άτυπη συμφωνία των διαδίκων που αφορά τις ειρημένες πρόσθετες εργασίες, τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, παρέλαβαν οι αναιρεσείοντες κατά τις παραδοχές του Εφετείου, και τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή το δικαστήριο κατέληξε δεχόμενο μεταξύ των άλλων ότι "θα ήταν παράλογο ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) να προβεί στην εκτέλεση επιπλέον εργασιών σε μεγάλη έκταση χωρίς αμοιβή". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο α) δεν δέχθηκε έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων σχετικά με τις προρρηθείσες πρόσθετες εργασίες, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και τούτο μη πράττοντας να υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α'του ΚΠολΔ, και β) δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (άρθρα 361, 681 επ. ΑΚ) και δεν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1β'του ΚΠολΔ, αφού η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου αφορά και μόνο την ουσία της υποθέσεως, τη βασιμότητα δηλαδή της επικαλούμενης κρίσιμης συμφωνίας για τις επιπλέον των αρχικών εκτελεσθείσες εργασίες έναντι αμοιβής, που εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, τον κατ' άρθρον 559 αρ. 1β'του ΚΠολΔ αναιρετικό έλεγχο (και άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τούτο δε πέραν του ότι πράγματι κατά την κοινή πείρα κανένας δεν αναλαμβάνει χωρίς αμοιβή την εκτέλεση εργασιών μεγάλης έκτασης, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για αχιτέκτονα ή μηχανικό- εργολάβο. Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' και β', αντίστοιχα, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, υπό τις προρρηθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της πρόσθετης συμφωνίας των διαδίκων και της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο πρόσθετης αμοιβής, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στον προσήκοντα και εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα δικαίου των άρθρων 361 και 681 επ. του ΑΚ, είναι δε επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο και τελευταίο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2010 αίτηση των Α. Γ. και Σ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 111/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Προϋποθέσεις ιδρύσεως αναιρετικών λόγων άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ. Απόρριψη σχετικών λόγων, και λόγου από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει Εφ.Δωδ. 111/2010.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 707/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέας Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη περί αναιρέσεως της με αριθμό 792/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 215/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται:"Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ' αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από: α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη, β) ένα έτος αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση, και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105,108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής που υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως και αποκλείεται η προσμέτρηση. Η απόλυση δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο της εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 106/1991). Η άρση της απόλυσης επέρχεται αυτοδικαίως, μόλις η καταδίκη για το νέο έγκλημα γίνει αμετάκλητη, έστω και μετά τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας, αρκεί το έγκλημα αυτό να έχει τελεσθεί εντός του χρόνου της δοκιμασίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, " οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ.1 του ΚΠΔ, που συνιστά ουσιαστική ποινική διάταξη, κατά το µέρος που αναφέρεται στον καθορισµό συνολικής ποινής (ΑΠ 1662/2006) και ορίζει "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή", δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού και κατά τη διάταξη 3 εδαφ. τελ. του ιδίου άρθρου του ιδίου Κώδικα, κατά της απόφασης με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα, συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο τελεσθείσα πράξη, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή οι νέες ποινές αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά και αθροιστικά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή, διότι επέρχεται άρση της αναστολής (ΑΠ 451, 1691/2010, 1137/2008, 959/2007, Μελέτη Ανδρ. Ζύγουρα, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου σε Αρμενόπουλο 2008. 1297).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από το δικαστήριο αυτό όλων των εγγράφων της δικογραφίας και των δικαστικών αποφάσεων, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 792/2011 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, μετά από αίτηση του καταδίκου Ν. Λ., καθορίσθηκε στον αιτούντα συνολική ποινή κάθειρξης εικοσιέξι ετών και έξι μηνών και εκτιτέα ποινή κάθειρξης εικοσιπέντε ετών. Για τον καθορισμό της παραπάνω συνολικής ποινής στον αιτούντα, συνυπολογίστηκαν από το δικαστήριο οι εξής ποινές: α) ποινή βάσης, η ποινή κάθειρξης 24 ετών και 3 μηνών και χρηματικής ποινής 65.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε με την 573/14-12-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, για τα σε αυτή από δόλο τελούμενα εγκλήματα, με χρόνο τελέσεως την 3-1-2010, β) συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών και 3 μηνών, που του επιβλήθηκε με την 530/3-12-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, για τα σε αυτή από δόλο τελούμενα εγκλήματα, με χρόνο τελέσεως την 1-12-2009.
Με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αίτηση και δεν επιμετρήθηκε στη συνολική ποινή, η με την με αρ. 144/1-6-2007 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης επιβληθείσα στον αιτούντα συνολική ποινή κάθειρξης των 20 ετών, 9 μηνών και 20 ημερών και η συνολική χρηματική ποινή 2.240 ευρώ, διότι από τα έγγραφα της δικογραφίας και τις αποφάσεις αυτές προέκυπτε ότι η εκτέλεση της άνω 144/2007 αποφάσεως διεκόπη στις 10-11-2007, υπό τον όρο ανακλήσεως, δυνάμει του με αρ. 309/9-11-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών και ανεστάλη το υπόλοιπο της ποινής κάθειρξης 8 ετών, 2 μηνών και 24 ημερών, καθόσον εντός του χρόνου της δοκιμασίας, και πριν καν παρέλθει τριετία, ο αιτών καταδικάστηκε εκ νέου με τις ανωτέρω 573/14-12-2010 και 530/3-12-2010 αντίστοιχες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, στις προαναφερθείσες, ανώτερες των έξι μηνών, ποινές, για από τα δόλο τελούμενα αδικήματα, της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών, της κλοπής, της ληστείας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με χρόνο τελέσεως 3-1-2010 και 1-12-2009 αντίστοιχα, με συνέπεια να αρθεί αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 108 του ΠΚ, η υφ' όρον απόλυση που του είχεν ως άνω χορηγηθεί και έτσι το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ολόκληρο το απομένον υπόλοιπο της ποινής της με αρ. 144 /2007 αποφάσεως (8 έτη, 2 μήνες και 24 ημέρες), έπρεπε να εκτιθεί αθροιστικά με τις άλλες ποινές, αφότου καταστούν αμετάκλητες οι ανωτέρω δύο αποφάσεις.
Έτσι το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 792/2011 απόφασή του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα παραπάνω αποδειχθέντα από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτοντος του ανωτέρω χρόνου τελέσεως των νέων από δόλο εγκλημάτων και των επιβληθεισών ποινών, ανώτερων των έξι μηνών, από τις ίδιες τις ως άνω αναγνωσθείσες δικαστικές αποφάσεις, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα συναφούς λόγου αναιρέσεως, παρόλον του ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και οι νέες ποινές που επιβλήθηκαν συναντώνται κατά την εκτέλεση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 97, 108, 109 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ, αφού δεν επιτρέπεται εν προκειμένω να προσμετρηθούν στην ορισθείσα στον αιτούντα κατάδικο συνολική ποινή καθείρξεως, από τις δύο ως άνω αποφάσεις και οι επιβληθείσες στον ίδιο κατάδικο με την πιο πάνω με αριθμ. 144/2007 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης ποινές (το απομένον υπόλοιπο), διότι είχεν επέλθει αυτοδικαίως η άρση της υπό όρο απολύσεως του άνω αιτούντος καταδίκου. Για την ανωτέρω αθροιστική επιμέτρηση δεν ήταν ανάγκη οι ανωτέρω δύο καταδικαστικές αποφάσεις να είχαν καταστεί αμετάκλητες κατά το χρόνο της αιτηθείσας επιμέτρησης, απλώς η έκτιση αυτών θα γίνει, όπως όρισε και η προσβαλλόμενη, όταν αυτές καταστούν αμετάκλητες, καθόσον, κατά την έννοια του αρ. 551 του ΚΠΔ, ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας με αρ.144/2007 συγχωνευτικής αποφάσεως (κάθειρξη 8 ετών, 2 μηνών και 24 ημερών), εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη μία τουλάχιστον, από τις παραπάνω δύο, απόφαση, που επέβαλε στον υφ' όρον απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας του άρθρου 109 ΠΚ και επομένως δεν χωρεί στην περίπτωση αυτή εφαρμογή των διατάξεων για τη συγχώνευση. Όσον αφορά την αιτίαση ότι "στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναγράφονται οι ημερομηνίες τέλεσης των νέων εγκλημάτων ώστε να εξακριβωθεί εάν πράγματι τελέσθηκαν κατά το χρόνο της δοκιμασίας του αναιρεσείοντος", εφόσον στην απόφαση υπάρχει παραδοχή ότι, εντός του χρόνου δοκιμασίας, τελέσθηκαν υπό του αιτούντος νέα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα και ότι υπήρξε καταδίκη αυτού σε ποινές φυλάκισης ανώτερης των έξι μηνών, η μη αναγραφή και του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως των εγκλημάτων αυτών, δεν επάγεται έλλειψη, λογικό κενό ή ασάφεια του αιτιολογικού της αποφάσεως, αφού οι χρόνοι αυτοί, προκύπτουν από τις ίδιες τις μνημονευόμενες ρητά στο αιτιολογικό καταδικαστικές αποφάσεις, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως και οι χρόνοι αυτοί (3-1-2010 και 1-12-2019), κείνται πράγματι εντός του χρόνου δοκιμασίας των άρθρων 108 - 109 του ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' (κατ' εκτίμηση) και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 1/31-1-2012 ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κομοτηνής, αίτηση του Ν. Λ. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 792/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση καθορισμού συνολικής ποινής (551 παρ.1 ΚΠΔ). Συγχωνευτική ποινή. Αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, τελεσθείσα από δόλο πράξη, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή νέες ποινές, συγχωνευόμενες αυτές μεταξύ τους, αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά, μετά την έκτιση αθροιστικά ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 Π Κ, αποκλείοντας την επιμέτρηση με τη νέα ποινή. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 706/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαλεβίτη περί αναιρέσεως της 74211/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 262/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν η κατοικία του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠοινΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠοινΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 74211/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό πρωτ. 8293/2010 της ήδη αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από το συνήγορό της, κατά της υπ' αριθ. 102180/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτή, ερήμην, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος της ποινικής διαδικασίας που ακολούθησε και της εκκαλούμενης απόφασης για την οποία ενημερώθηκε στις 8-7-2010 από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Α.Τ. Κολωνακίου, είναι δε γνωστής στις Εισαγγελικές και Αστυνομικές Αρχές διαμονής στην παραπάνω διεύθυνση (οδός ...)". Δηλαδή, δεν είχε προβάλει, με την έφεσή της, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής" ούτε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα καταδικάσθηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 102180/2006 απόφαση του Β' Μονομ. Πλημ. Αθηνών. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στις 26.11.2007 ως αγνώστου διαμονής επί της οδού Α... από τον Γ. Κ. - Ειδικό Φρουρό στο Α.Τ. Γλυφάδας μετά την βεβαίωση του ιδίου ότι τυγχάνει άγνωστη επί της οδού ... (βλ. αποδεικτ.) και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 9.7.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Η ανωτέρω δε διεύθυνση είναι η διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας, όπως προκύπτει από την μήνυση, την σφραγίδα την τεθείσα επί της επίδικης επιταγής. Λόγοι που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της δεν αναφέρονται στο έγγραφο της έκθεσης εφέσεως. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Αθηνών δεν υποχρεούται να γνωρίζει την αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας (εκτός εάν έχει δηλωθεί από τον ίδιο) του εκκαλούντος ή την τελευταία γνωστή κατοικία του από ενέργειες άλλων δικαστηρίων, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 100/2011, ...). Δήλωση της ιδίας περί αλλαγής διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν αναφέρει στην έκθεση έφεσης, όπως αποδείχθηκε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην αναιρεσείουσα ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156§1α του ΚΠοινΔ στην επί της οδού ..., στη ..., τελευταία γνωστή διαμονή της στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, παραθέτει δε το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε βεβαιώνεται από το όργανο επιδόσεως στην επισκοπούμενη από 26.11.2007 έκθεση επιδόσεως ότι η αναζητηθείσα στην κατοικία της κατηγορουμένη, στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή της, δεν βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠοινΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και άλλη τυχόν διεύθυνση της κατοικίας της, αφού η οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ήταν άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της κατοικίας της στην οδό ..., στη ..., όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την Αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας της, και, επομένως, η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως εκπρόθεσμη, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε, κατά τα ανωτέρω, στις 26.11.2007, ενώ η έφεση ασκήθηκε στις 9.7.2010 (δηλ. μετά από 2 έτη και 7 μήνες περίπου). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Όπως αναφέρθηκε, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε αυτή στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αιτιολογείται δε πλήρως γιατί η επίδοση σ' αυτήν της αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής είναι κατά πάντα έγκυρη, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε, προέκυπτε τόσο από τη μήνυση όσο και από το σώμα της ακάλυπτης επιταγής, για την έκδοση της οποίας καταδικάσθηκε, η δε αναιρεσείουσα δεν δήλωσε στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή οποιαδήποτε αλλαγή της κατοικίας της, όπως είχε υποχρέωση κατ' επιταγήν της διατάξεως του άρθρου 273§1 του ΚΠοινΔ. Το δε Δικαστήριο απέρριψε, και μάλιστα αιτιολογημένα, τον ισχυρισμό ότι αυτή δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί δεν της επιδόθηκε αυτή (ούτε το κλητήριο θέσπισμα) στην επί της οδού ..., στην ..., κατοικία της, η οποία ήταν γνωστή στις Αρχές. β) Το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην απορριπτική της εφέσεως ως εκπρόθεσμης κρίση του, έλαβε, με βεβαιότητα, υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Β. και τις τέσσερις κλήσεις για την εκκαλούσα, που αναγνώσθηκαν, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού, πράγμα που προκύπτει από την παραδοχή ότι "η Εισαγγελία Αθηνών δεν υποχρεούται να γνωρίζει την αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας (εκτός εάν έχει δηλωθεί από τον ίδιο) του εκκαλούντος ή την τελευταία γνωστή κατοικία του από ενέργειες άλλων δικαστηρίων, όπως εν προκειμένω", δέχθηκε, δηλαδή, περιστατικά (το ότι είχε κληθεί η αναιρεσείουσα σε άλλα Δικαστήρια στη νέα της διεύθυνση), τα οποία μπορούσαν να αντληθούν μόνο από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πλην αυτά δεν ασκούσαν έννομη επιρροή, εφόσον αυτή δεν είχε δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας της και στην Εισαγγελική Αρχή που άσκησε την εναντίον της ποινική δίωξη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως (υπ' αριθ. 1 και 2 αναιρετηρίου), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 20/10 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση της Χ. Λ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 74211/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη για να είναι αιτιολογημένη. Στην έννοια της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής. Υποχρέωση δηλώσεως στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή της μεταβολής κατοικίας. Από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει με βεβαιότητα η λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού. Απόρριψη μοναδικού λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 1
|
Αριθμός 705/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Σιδηρόπουλο περί αναιρέσεως των αποφάσεων 2920/2011 και 4241/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενη την Ν.- Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρό της Μαρία Γονιωτάκη και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητούν τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις με αριθμούς και ημερομηνίες 1/2.1.12 έκθεση αναιρέσεως, οι οποίες συντάχθηκαν η πρώτη ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και 17 Δεκεμβρίου 2011 της Ε. Α. και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 36/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθούν οι εκθέσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αρ. εκθ. 1 / 2-1-2012 αίτηση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του αθωωτικού μέρους της με αρ. 4241/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την αθωωθείσα κατηγορουμένη N.- Α. Μ. και η 17-12-2011 δήλωση- αίτηση αναίρεσης της καταδικασθείσας με την ίδια ως άνω απόφαση Ε. Α., στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως και της προπαρασκευαστικής αναβλητικής με αρ. 2920/2011 του ιδίου δικαστηρίου, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει, να συνεκδικασθούν ως συναφείς και να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι, " όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα...ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ..ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο σχετικά...κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο ...".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 498 ΚΠΔ ορίζεται ότι, "Για την έφεση συντάσσεται στον αρμόδιο υπάλληλο κατά το άρθρο 474 παρ.1 έκθεση, η οποία περιέχει τους λόγους της έφεσης σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ...". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠΔ προκύπτουν τα ακόλουθα. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως πρέπει, καταρχήν να γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά όμως προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίζεται "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει σαφώς ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του νόμου 2408/1996, ήτοι μετά τις 4 Ιουνίου 1996. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται όπως γινόταν δεκτό μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2408/1996, στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως "της κακής εκτίμησης των αποδείξεων" από την εκκαλούμενη αθωωτική απόφαση, αλλά αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο λόγο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων του νόμου ή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως (βλ. ΟλΑΠ 9/2005, ΑΠ 101/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας 2920/2011 αποφάσεως, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης δέχθηκε ως τυπικά παραδεκτή τη με αριθ. καταθ. 1348/2009 έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμ. 12952/2009 αθωωτικής της κατηγορουμένης Ε. Α. και της συγκατηγορουμένης της, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια, αφού ανέβαλεν την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, κατά τη νέα δικάσιμο εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και με τη συμπροσβαλλόμενη 4241/2011 τελεσίδικη απόφασή του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ως άνω κατηγορούμενη πωλήτρια ακινήτου Ε. Α., για καταδολίευση των δανειστών της και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την οποίαν ποινή ανέστειλε επί τριετία, ενώ αθώωσε της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας στην άνω καταδολίευση, την κατηγορουμένη αγοράστρια ακινήτου N.- Α. Μ.. Στην ως άνω έκθεση εφέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου σχετικού λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο παραπάνω Εισαγγελέας ζήτησε να συντάξει την έκθεση αυτή, δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση, κατά της με αριθμ. 12952/2009 αθωωτικής της κατηγορουμένης Ε. Α. και της συγκατηγορουμένης της N.- Α. Μ., αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα έπρεπε να κηρυχθούν ένοχες και οι δύο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην άνω έκθεση εφέσεως: "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων κηρύχθηκαν αθώες οι 1) Ε. Α. του Γ. και 2) Ν. - Α. Μ. του Ν., κάτοικοι ..., των πράξεων α) της καταδολίευσης δανειστών, που αποδίδονταν στην 1η (Ε. Α.) και β) της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών, που αποδίδονταν στην 2η (Ν. - Α. Μ.), ενώ έπρεπε να κηρυχθούν ένοχες των πιο πάνω πράξεων, οι οποίες συνίστανται στο ότι η μεν πρώτη (Ε. Α.) στην Ξάνθη στις 30-8-2004 αν και όφειλε στον εγκαλούντα, από τις μεταξύ τους συναλλαγές συνολικά το χρηματικό ποσό των 80.000 Ευρώ (ήτοι από τη μη εξόφληση της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας Eurobank, την οποία εξέδωσε η κατηγορούμενη στη Θεσσαλονίκη την 20/7/2004 εις διαταγήν του εγκαλούντος για το ποσό των 80.000 ευρώ και η οποία, αν και εμφανίστηκε νόμιμα την 14/6/2004 προς πληρωμή, ωστόσο δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων ), εξεδόθη δε εις βάρος της κατηγορουμένης κατότπν σχετικής αίτησης του εγκαλούντος, η υπ' αριθμ. 15035/2004 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό αυτό, η οποία επεδόθη στην κατηγορούμενη την 28/6/2004, ωστόσο η κατηγορούμενη, προκειμένου να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης του εγκαλούντος, απέκρυψε από τον εγκαλούντα την ύπαρξη. του κατωτέρω περιουσιακού της στοιχείου και προέβη στην μεταβίβαση σε τρίτον της κυριότητας του μοναδικού της περιουσιακού στοιχείου, από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του εγκαλούντος .και ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30.8.2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Ξάνθης, Κωνσταντίνου Σισαμπέρη, πώλησε, παρεχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην δεύτερη κατηγορούμενη, Ν. - Α. Μ., με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις, ένα διαμέρισμα (κατοικία) αυτοτελές και διηρημένο, το οποίο βρισκόταν στον 6° όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ..., εμβαδού 82,44 τ.μ. στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 134,70%ο εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο και στους υπόλοιπους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση του εγκαλούντος, καθόσον η μεταβίβαση του προαναφερθέντος περιουσιακού της στοιχείου έγινε χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δηλαδή έγινε εικονικά, χωρίς την καταβολή τιμήματος από την δεύτερη κατηγορούμενη (ανεγράφη δε εικονικά στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι το τίμημα της πώλησης ανέρχεται στο ποσό των 51.843,58 ευρώ, στην πραγματικότητα όμως δεν κατεβλήθη το τίμημα ), ενώ δεν υπήρχε πλέον αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο στην κυριότητα της κατηγορουμένης, η δε δεύτερη (Ν. - Α. Μ.) στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο συνήψε, ως αγοράστρια, την σύμβαση πώλησης του περιγραφόμενου στο υπ' αριθμ. .../30.8.2004 συμβολαιογραφικό έγγραφο, ακινήτου, που της μεταβίβασε η πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Α., με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις και δέχτηκε να μεταβιβαστεί στην ίδια η κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού, χωρίς στην πραγματικότητα κανένα τίμημα, παρόλο που γνώριζε ότι δια της μεταβίβασης αυτής ματαιώνει την ικανοποίηση του εγκαλούντος -δανειστή της κατηγορουμένης, Ι. Σ. και ότι το αναγραφόμενο στο προαναφερθέν συμβόλαιο τίμημα της πώλησης, ποσού 51.843,58 ευρώ, ήταν εικονικό, αφού κανένα ποσό δεν κατέβαλε στην πρώτη κατηγορουμένη για την αγορά αυτού του ακινήτου, στην πράξη της δε αυτή προέβη με γνώση και θέληση να συνδράμει αποφασιστικά στην ματαίωση της ικανοποίησης της αξίωσης του εγκαλούντος, ποσού 80.000 ευρώ, που διατηρούσε απέναντι στην πρώτη κατηγορούμενη, η οποία, εάν δεν είχε τη βοήθεια της, δεν θα προέβαινε στη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής του ακινήτου αυτού και συνεπώς ούτε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησης του εγκαλούντος. Ειδικότερα, από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης μαρτύρων σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των εγγράφων της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκε ότι η επίδικη μεταβίβαση, που έλαβε χώρα στις 30-8-2004, δηλαδή μετά την επίδοση (με την υπ' αριθμ. 248/28-6-2004 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας ...) στην 1η κατηγορούμενη της υπ' αριθμ. 15035/23-6-2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης με επιταγή προς εκτέλεση, κατά της οποίας μάλιστα η 1η κατηγορούμενη κατέθεσε στις 2-7-2004 ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτέλεσης που δεν έγιναν δεκτές, πραγματοποιήθηκε εκ μέρους της 1ης κατηγορουμένης με αποκλειστικό σκοπό να ματαιωθεί ολικά, όπως και πράγματι ματαιώθηκε λόγω της ανυπαρξίας άλλων ελεύθερων βαρών περιουσιακών στοιχείων αυτής, η ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεων του δανειστή της Ι. Σ. (εγκαλούντος), ότι η πιο πάνω μεταβίβαση έγινε χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δηλαδή ότι ήταν εικονική, αφού έγινε σε φιλικό προς την 1η κατηγορούμενη πρόσωπο, δηλαδή στην 2η κατηγορούμενη, η οποία δέχθηκε να συμπράξει, εμφανιζόμενη ως αγοράστρια, στη μεταβίβαση αυτή, εν γνώσει των ανωτέρω, με σκοπό να βοηθήσει την 1η να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της έναντι του Ι. Σ., κρίση που ενισχύεται και από το γεγονός της μετά τρίμηνο μεταπώλησης του ακινήτου από την 2η κατηγορούμενη σε τρίτο πρόσωπο. Από όλα όσα ήδη εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενες έπρεπε να κηρυχθούν ένοχες σύμφωνα με το κατηγορητήριο και να επιβληθούν σ' αυτές οι ανάλογες ποινές". Η έφεση αυτή του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορθά έγινε τυπικά παραδεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα 2920/2920 απόφασή του και μετ' αναβολή ερευνήθηκε περαιτέρω η κατηγορία στην ουσία της, αφού ο εκτιθέμενος στην έφεση παραπάνω λόγος εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων είναι σαφής και ορισμένος, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, καθόσον εκτίθενται σε αυτήν ποίες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και περιστατικά συνάγεται η ενοχή της νυν αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Ε. Α. και επομένως δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Κατά συνέπεια, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, με επαρκή αιτιολογία έκρινε ορισμένο και παραδεκτό τον ανωτέρω λόγο εφέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να κρίνει ορισμένο τον άνω λόγο εφέσεως και τυπικά παραδεκτή την άνω έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών κατά της με αριθμ. 12952/2009 αθωωτικής της κατηγορουμένης Ε. Α. αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό της άνω κατηγορουμένης. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Α., για έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 397 του ΠΚ, ορίζεται "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο ανταλλαγής οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή, σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρο 46 παρ.1 περίπτ. β' του ΠΚ, άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως σε βάρος του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή, με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομένοντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι τελέσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν, ώστε το δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, να μπορεί να προσδώσει στην ίδια πράξη τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να υπάρξει άμεση συνέργεια. Προϋπόθεση όμως για τη θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι να τελεί αυτός εν γνώσει, κατά το χρόνο που παρέχει τη βοήθειά του στον αυτουργό, ότι ο τελευταίος ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τούτου, σε κάθε περίπτωση δε είναι επιτρεπτή η μεταβολή του τρόπου συμμετοχής αυτού. Περαιτέρω, αν δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δεν υφίσταται και συμμετοχή, καθ' οιονδήποτε τρόπο, σε αυτό.
Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Χρόνος τέλεσης του κατ' έγκληση διωκομένου ως άνω εγκλήματος καταδολίευσης δανειστών, είναι ο χρόνος που μεταγράφηκε το συμβόλαιο απαλλοτρίωσης ακινήτου του οφειλέτη. Αν από της τελέσεως μέχρι την υποβολή της έγκλησης από την εγκαλούσα παθούσα έχει παρέλθει το ανωτέρω τρίμηνο, πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η παθούσα έλαβε γνώση της εγκληματικής πράξης και του δράστη αυτή, για να μπορεί να ελεγχθεί η τήρηση του άνω τριμήνου της εγκλήσεως. Επίσης, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Η απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που την εξέδωσε, καθώς και την απόφαση, με την οποία απορρίπτονται αυτοτελείς του κατηγορουμένου ισχυρισμοί.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 4241/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, επί της ουσίας της κατηγορίας, τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία της παρούσας κατηγορουμένης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, που βρίσκονται στη δικογραφία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών Ι. Σ., έχοντας στην κατοχή του την υπ' αριθμ. ... ακάλυπτη επιταγή της Τράπεζας Eurobank, ποσού 80.000 ευρώ, έκδοσης της πρώτης κατηγορουμένης, προέβη στην έκδοση σε βάρος της τελευταίας της 15035/2004 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία της επιδόθηκε στις 28.6.2004. Μετά δίμηνο περίπου από την επίδοση αυτή, η εν λόγω κατηγορουμένη πώλησε και μεταβίβασε το ακίνητο της που περιγράφεται στο διατακτικό, στη δεύτερη κατηγορουμένη, αντί ποσού 51.843,58 ευρώ (βλ. .../30.8.2004 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη). Στην ενέργεια της αυτή προέβη με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης του παραπάνω δανειστή της, αφού κατά το χρόνο εκείνο δε διέθετε άλλο περιουσιακό στοιχείο, επί του οποίου θα μπορούσε αυτός (εγκαλών) να επιβάλει κατάσχεση δυνάμει της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η πώληση του ακινήτου έγινε χωρίς προηγουμένως να αναζητηθούν άλλοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές μέσω αγγελιών σε εφημερίδες ή με άλλους τρόπους, ώστε να επιτευχθεί το μεγαλύτερο δυνατό τίμημα, απλώς η κατηγορουμένη-πωλήτρια απαίτησε από την αγοράστρια συγκατηγορουμένη της την άμεση πληρωμή του τιμήματος. Ας σημειωθεί ότι η τελευταία (αγοράστρια),η οποία είναι μεσίτρια στο επάγγελμα, αμέσως μετά την αγοραπωλησία αυτή, πώλησε το επίμαχο ακίνητο σε τρίτο με δυσανάλογα μεγαλύτερο τίμημα (85.000 ευρώ) και μάλιστα μετά από προηγούμενη σχετική αγγελία σε εφημερίδα (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης).
Συνεπώς, πρέπει η πρώτη κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, την οποία διέπραξε, όχι με την εικονική πώληση του μοναδικού ακινήτου της, όπως της αποδόθηκε, αλλά με άλλο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα με την πώληση του ακινήτου χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και με τον ίδιο σκοπό της ματαίωσης της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή της (εγκαλούντος). Καθόσον αφορά στη δεύτερη κατηγορουμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως αποδειχθέντα, περιστατικά, εφόσον η αγορά του ακινήτου δεν ήταν εικονική, δε στοιχειοθετείται αντικειμενικά η σε βάρος της πράξη της άμεσης συνέργειας στην καταδολίευση του δανειστή εγκαλούντος, που διέπραξε η πρώτη κατηγορουμένη. Και τούτο διότι η δεύτερη κατηγορουμένη αγόρασε το επίμαχο ακίνητο καταβάλλοντος "τοις μετρητοίς" το τίμημα των 51.843,58 ευρώ, που συμφωνήθηκε, προκειμένου, στο πλαίσιο του επαγγέλματός της ως μεσίτριας, να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τη μεταπώληση του σε τρίτο με μεγαλύτερο τίμημα, όπως και πράγματι συνέβη, Συνεπώς, η δεύτερη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η πρώτη και αθωώθηκε αντίστοιχα η δεύτερη κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27παρ. 1, 46 παρ.1β, 117, και 397 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας Ε. Α., α) προσδιορίζεται στην αιτιολογία, συμπληρούμενη παραδεκτά από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της καταδολίευσης δανειστή, που είναι κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, η 30-8-2004 και αναφέρεται ότι, ο δικαιούμενος σε έγκληση παθών δανειστής, έλαβε γνώση της πράξεως το πρώτον στις 9-12-2004, από δε την επισκόπηση της εγκλήσεως προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα παραπάνω αναπτυχθέντα στις 7-3-2005, ήτοι εντός του νομίμου τριμήνου του άρθρου 117 του ΠΚ, β) αιτιολογείται επαρκώς ότι η πώληση του ακινήτου της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ήταν πραγματική και όχι εικονική και ότι η καταδολιευτική πράξη τελέστηκε με άλλο τρόπο, ήτοι με την πώληση του ακινήτου, χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, γ) αιτιολογείται επαρκώς ότι το τίμημα των 51.843,58 ευρώ, με το οποίο έγινε η πώληση του ακινήτου, μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της κατηγορουμένης, δεν αποτελεί ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, με την παραδοχή " ότι η πώληση έγινε χωρίς προηγουμένως να αναζητηθούν άλλοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές μέσω αγγελιών σε εφημερίδες ή με άλλους τρόπους, ώστε να επιτευχθεί το μεγαλύτερο δυνατό τίμημα και ότι απλώς η κατηγορουμένη πωλήτρια απαίτησε από την αγοράστρια συγκατηγορουμένη της την άμεση πληρωμή του τιμήματος", ενώ σημειώνεται ότι η αγοράστρια, η οποία είναι μεσίτρια ακινήτων στο επάγγελμα, αμέσως μετά την αγοραπωλησία αυτή, πώλησε το ίδιο ακίνητο σε τρίτο σε δυσανάλογα μεγαλύτερο τίμημα ποσού 85.000 ευρώ, μετά από προηγηθείσα σχετική αγγελία της σε εφημερίδα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ συναφείς προς τα παραπάνω λόγοι αναιρέσεως της άνω αναιρεσείουσας Ε. Α., με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά και της ελλείψεως νομίμου βάσεως καθώς και η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της για το εκπρόθεσμο της υποβληθείσας εγκλήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Όσον αφορά το λόγο αναιρέσεως της αιτήσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, στρεφόμενης κατά του σκέλους της αθωώσεως της συγκατηγορουμένης, αγοράστριας του ακινήτου, N.- Α. Μ., για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην εν λόγω καταδολίευση δανειστού, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1 β και 397 του ΠΚ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, για το λόγο ότι στο αθωωτικό σκέλος του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναφέρεται ότι η αθωωθείσα αυτή κατηγορουμένη ως άμεσος συνεργός N.- Α. Μ., που αγόρασε το ακίνητο, αγνοούσε, ότι η πωλήτρια φυσικός αυτουργός της καταδολίευσης ενεργούσε με δόλο, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση απαιτήσεως του εγκαλούντος δανειστή της και ότι δεν είχε άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, δέχθηκε ανέλεγκτα στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο από το διατακτικό, ότι τα ανωτέρω στις παραδοχές του εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι η πώληση του ακινήτου ήταν πραγματική και όχι εικονική και ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά αμέσως, όπως αξιώθηκε από την πωλήτρια και δεν αποτελεί απλώς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και ότι η αγοράστρια, ως μεσίτρια το επάγγελμα, το αγόρασε για να το μεταπωλήσει σε μεγαλύτερο τίμημα, όπως και το πέτυχε, με τη βοήθεια σχετικής αγγελίας σε εφημερίδες. Ήτοι σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο, επαρκώς αιτιολογημένα δέχθηκε ότι η αγοράστρια κατηγορουμένη μεσίτρια αγνοούσε ότι η πωλήτρια ενεργούσε καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση του εγκαλούντος δανειστή της και ότι αυτή μάλιστα δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιήσει το δανειστή της, γι' αυτό χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις επαρκώς αιτιολογημένα προχώρησε σε αθώωση αυτής. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και η κρινόμενη αίτηση αυτής απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 1 / 2-1-2012 αίτηση αναίρεσης της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του αθωωτικού μέρους της με αρ. 4241/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την αθωωθείσα κατηγορουμένη N.- Α. Μ. και την από 17-12-2011 δήλωση- αίτηση αναίρεσης της καταδικασθείσας με την ίδια ως άνω απόφαση Ε. Α., στρεφόμενες κατά της ιδίας 4241/2011 αποφάσεως και κατά της προπαρασκευαστικής αναβλητικής με αρ. 2920/2011 του ιδίου δικαστηρίου, Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Ε. Α. στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών και άμεση συνεργεία σε καταδολίευση δανειστών. Απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της καταδικασθείσας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και περί υπερβάσεως εξουσίας, για την ενοχή και για το λόγο ότι η έφεση του εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ήταν απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του λόγου έφεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του αθωωτικού μέρους της αθωωθείσας συγκατηγορουμένης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 702/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1399-1400/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Π. Σ. του Η., 2) Σ. Φ. του Π. και 3) Γ. Ξ. του Δ.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)"ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ευστράτιο Κυριακούλια του Δημητρίου, 2) Γ. Π. του Γ., κάτοικο ..., 3) Σ. Π. του Γ., κάτοικο ... και 4) Χ. Κ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κωφό.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1367/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 372 παρ.1 του Π.Κ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε το άρθρο 374 του ίδιου Κώδικα, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ... δ) αν η κλοπή τελέσθηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως η παρ.1 αυτού έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 1738/1987 και το προβλεπόμενο από αυτήν ποσό έχει αυξηθεί με το άρθρο 4 παρ.3α του ν. 2408/1996, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 245, 256, 258, 372, 375, 386 και 390 του Ποινικού Κώδικα, εφ' όσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Τέλος, κατά το άρθρο 380 παρ.1 του Π.Κ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής , αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 94 του ΠΚ, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Κατ' ιδέαν φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί συρροής εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει τελικά ότι ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Έτσι φαινομένη συρροή υπάρχει στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι, που καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό, οπότε, κατά την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις, που διώκονται ποινικά, δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, διότι συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά το νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεσή της (Ολ.ΑΠ 179/1990). Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται ιδίως το σύνθετο, υπό στενή έννοια, έγκλημα, που συγκροτείται με τη ρητή απορρόφηση σ' αυτό δύο αυτοτελών εγκλημάτων που τιμωρούνται ελαφρότερα και διαμορφώνουν τα συστατικά στοιχεία του σύνθετου εγκλήματος. Ειδικότερα, το σύνθετο έγκλημα διαμορφώνεται από το νομοθέτη για την ευστοχότερη αντιμετώπιση της κατηγορίας εκείνης των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες συνήθως στην πρακτική ζωή συνδέονται μεταξύ τους με το σχήμα του μέσου προς το σκοπό. Τέτοιο είναι ιδίως το έγκλημα της ληστείας (άρθρο 380 ΠΚ, το οποίο συγκροτείται από τη σύμπτωση δύο αυτοτελών εγκλημάτων, της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ). Τα δύο αυτά εγκλήματα συνδέονται μεταξύ τους με σχέση σκοπού (κλοπή) προς μέσο (παράνομη βία), αποβάλλουν δε την αυτοτέλειά τους, απορροφόμενα στο σύνθετο έγκλημα της ληστείας. Η απορρόφηση όμως αυτή δικαιολογείται, κατά το σκοπό του νομοθέτη, όταν το έγκλημα της ληστείας που δημιουργείται με αυτήν κολάζεται αυστηρότερα από όσο καθένα από τα απορροφόμενα εγκλήματα της κλοπής και της παράνομης βίας, δηλαδή όταν καλύπτει εντελώς την απαξία καθενός των εγκλημάτων αυτών. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της απλής κλοπής του άρθρου 372 ΠΚ, αλλά και στην περίπτωση των διακεκριμένων μορφών κλοπής του άρθρου 374 ΠΚ, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι το άδικο περιεχόμενο τους δεν διαλαμβάνεται ολόκληρο στο σύνθετο έγκλημα της ληστείας, δεν συρρέουν κατ' ιδέαν με αυτήν, κατά την ορθότερη γνώμη, αλλά απορροφώνται, όπως και η απλή κλοπή, στο έγκλημα αυτό, αφού οι προβλεπόμενες για τη ληστεία ποινές είναι υψηλότερες όλων των διακεκριμένων μορφών κλοπής του άρθρου 374 ΠΚ, των οποίων έτσι καλύπτουν όλη την απαξία. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην περίπτωση της κλοπής που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1608/1950 και το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, οπότε η προβλεπόμενη ποινή είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ισόβια κάθειρξη. Στην περίπτωση αυτή το άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ, που προβλέπει ποινή καθείρξεως 5 έως 20 ετών, δεν καλύπτει την απαξία της κλοπής για να μπορεί να την απορροφήσει. (ΑΠ 517/1999, ΑΠ 223/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτς ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 1399-1400 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη, δέχθηκε, μετά την παράθεση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα παρακάτω: "Στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., υπάρχει οικοδομικό συγκρότημα, στο ισόγειο του οποίου η "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" διατηρεί το κεντρικό ταμείο της το λεγόμενο Ταμειακό Κέντρο. Πριν από την κεντρική είσοδο του εν λόγω Ταμειακού Κέντρου παρεμβάλλονται δύο ηλεκτρικές γκαραζόπορτες. Η μία βρίσκεται επί της οδού ... και η άλλη επί της οδού ... . Οι γκαραζόπορτες αυτές από την πρώτη έως τη δεύτερη, περιβάλλονται από πεζοδρόμιο, που καταλήγει σε μπάρα, μπροστά στη θύρα που βρίσκεται επί της οδού .... Σε απόσταση έξι (6) μέτρων από τη θύρα της οδού ... και δεξιά αυτής βρίσκεται το φυλάκιο της φρουράς του Ταμειακού Κέντρου, καθώς και τα συστήματα καταγραφής σκηνών. Για την είσοδο (και έξοδο) οχημάτων χρηματοαποστολών και εργαζομένων στο εν λόγω "Ταμειακό Κέντρο" της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι δύο ανωτέρω είσοδοι. Για να ανοίξουν οι γκαραζόπορτες πρέπει ο φύλακας να πιέσει τον διακόπτη που βρίσκεται μέσα στο φυλάκιο του ... . Όπως είναι φανερό ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι παραπάνω εγκαταστάσεις αποσκοπεί στην εξασφάλιση της αποτροπής της εισόδου στα ενδότερα του Ταμειακού Κέντρου οιουδήποτε ανεπιθύμητου επισκέπτη και ειδικότερα οιουδήποτε θα επιχειρούσε να εισέλθει με σκοπό την αφαίρεση χρημάτων. Όπως προέκυψε, στο εν λόγω Ταμειακό Κέντρο εργαζόταν ως υπάλληλος κατά το έτος 2007, ο τρίτος κατηγορούμενος Σ. Φ. ο οποίος γνώριζε την όλη διαρρύθμιση των χώρων του Κέντρου και ήταν εφοδιασμένος και με μαγνητική κάρτα ανοίγματος των άνω θυρών. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε ο εν λόγω κατηγορούμενος γνωρίσθηκε κατά μήνα Αύγουστο του 2007, με τον πρώτο κατηγορούμενο Β. Μ., ανθυπαστυνόμο εν ενεργεία, υπηρετούντα στο Α.Τ. ... και έκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους φιλία [βλ. απολογίες τους]. Σε κάποια από τις συζητήσεις τους, με αφορμή τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, άρχισαν να συζητούν για την πιθανότητα αφαίρεσης χρημάτων από την εν λόγω Τράπεζα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, δεδομένου ότι ο Σ. Φ. που εργαζόταν στο παραπάνω ταμειακό Κέντρο, είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τον τρόπο εισόδου σ' αυτό και γενικά ήταν σε θέση να παράσχει κάθε πληροφορία και υποστήριξη "εκ των έσω" για την εκτέλεση και την εν συνεχεία ακώλυτη διαφυγή αυτών που θα επιχειρούσαν να ιδιοποιηθούν τα χρήματα που υπήρχαν στο εν λόγω Κέντρο. Έτσι αφού ωρίμασε η ιδέα για την αφαίρεση χρημάτων, οι μεταξύ τους συναντήσεις, τόσο στη Θεσσαλονίκη, όσο και στη ..., έγιναν πιο πυκνές, το ίδιο δε και οι τηλεφωνικές μεταξύ τους επικοινωνίες, δεδομένου ότι ο τρίτος κατηγορούμενος είχε αποφασίσει πλέον να συνδράμει αποφασιστικά στην υλοποίηση της ληστείας της ως άνω τράπεζας, παρέχοντας όλες τις πληροφορίες σχετικά με τους εσωτερικούς χώρους του ταμειακού κέντρου της τράπεζας αυτής τους τρόπους λειτουργίας των θυρών ασφαλείας το συγκεκριμένο σημείο όπου βρίσκονταν τα χρήματα αλλά και να βοηθήσει στην εξασφάλιση της εισόδου των δραστών που θα έπαιρναν μέρος στη ληστεία. Μάλιστα κατά το στάδιο κατάστρωσης του σχεδίου τους επισκέφθηκαν αρκετές φορές τον εξωτερικό χώρο για να αποκτήσει ο πρώτος ακριβή αντίληψη τούτου, περιλαμβάνοντας τον στο σχεδιασμό προσέγγισης του Ταμειακού Κέντρου. Ο σχεδιασμός αυτός και το συνολικό πλάνο της επιχείρησης ολοκληρώθηκε με κάθε λεπτομέρεια στις 18-10-2007 αργά το βράδυ, όταν οι κατηγορούμενοι Μ., Σ. και Ξ. συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του δεύτερου στη ... και μελέτησαν κάθε κίνηση στην οποία θα προέβαιναν για την επιτυχή έκβαση του σκοπού τους, μεταφέροντας τηλεφωνικώς στον κατηγορούμενο Φ. το τελικό σχέδιο τους, ο οποίος και συμφώνησε αμέσως. Στις πέντε περίπου πρωινή ώρα της 19/10/2007, ο δεύτερος κατηγορούμενος (Σ.) ξύπνησε τηλεφωνικά τον πρώτο κατηγορούμενο (Μ.), στο σπίτι του, για να ετοιμαστεί, όπως είχε από τα μεσάνυχτα μεταξύ τους συμφωνηθεί. Ο τελευταίος, αφού πήρε μαζί του δύο ταξιδιωτικούς σάκους και δύο αυτόματα πιστόλια, το ένα του αστυνομικού αδελφού του Η., μάρκας JERICHO 941 FBL με αύξοντα αριθμό ... και διαμέτρημα 9πηηη και το άλλο δικό του, μάρκας CΖ με μη διακριβωθέντα αριθμό και με διαμέτρημα 9 mm που κατείχε χωρίς άδεια, μετέβη με το αυτοκίνητο του, μετά ημίωρο περίπου, στον συμφωνηθέντα τόπο συνάντησης, ήτοι έξω από το κατάστημα Golden, στη ... . Εκεί συναντήθηκαν οι Μ., Σ. και ο Ξ. που έφτασε από τα Γιαννιτσά. Οι πρώτος και τέταρτος τούτων επιβιβάσθηκαν στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της απουσιάζουσας από τη ... συζύγου του Σ., ένα παλαιό ΤΟΥΟΤΑ COROLLA, χρώματος πράσινου, με αριθμό κυκλοφορίας ... και ο δεύτερος τούτων (Σ.) επιβιβάστηκε στο δικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο, ένα ΑLFΑ RΟΜΕΟ, χρώματος λευκού, με αριθμό κυκλοφορίας ... και ξεκίνησαν για τη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα προκειμένου να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη διαφυγή τους μετά τη ληστεία, με έναν μαύρο μαρκαδόρο, παραποίησαν τα εξάρια σε οκτάρια και το Η σε Ι και έτσι φαινόταν το ΤΟΥΟΤΑ COROLLA να φέρει αριθμό ..., αντί .... Αυτό έγινε πριν φθάσουν στη Θεσσαλονίκη, όταν οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι σταμάτησαν με τα αυτοκίνητα τους επί της Εθνικής οδού, σε χώρο προσωρινής στάθμευσης. Κατόπιν συνέχισαν τη διαδρομή τους προς Θεσσαλονίκη και έφτασαν, περί ώρα 07.10', στην οδό ..., κοντά στο ταμειακό κέντρο της "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" που θα λήστευαν. Αφού στάθμευσαν τα εν λόγω αυτοκίνητα κοντά στο Ταμειακό Κέντρο, επόπτευσαν πεζοί τον περιβάλλοντα χώρο για τελευταία φορά και διαπίστωσαν ότι εντός του "φυλακίου" του ταμειακού κέντρου της Τράπεζας υπήρχαν δύο φύλακες. Κατόπιν μετέβησαν σε κατάστημα "μπουγάτσας", απέναντι από το Σιδηροδρομικό Σταθμό, και κάθισαν εκεί για να πιουν καφέ περιμένοντας τηλεφώνημα από τον 3° κατηγορούμενο (Φ.),για να τους ενημερώσει για τον ακριβή χρόνο επέμβασης. Κατά τη διάρκεια της εκεί αναμονής τους, εξήλθε του "μπουγατσατζίδικου" ο Μ. δυο φορές και πεζός μετέβη προς το "Ταμειακό Κέντρο" για να ελέγξει την κίνηση στο φυλάκιο και διαπίστωσε ότι σ αυτό υπήρχε μέσα και μια γυναίκα, πράγμα που τον ανησύχησε, μήπως η παρουσία της θα ματαίωνε την επιχείρηση τους. Κατόπιν εξήλθε για ίδιο έλεγχο και ο Σ., ο οποίος, κατά προτροπή του Μ., στάθμευσε το ΤΟΥΟΤΑ ΚΟΡΟΛΛΑ, με τους δυο εντός αυτού ταξιδιωτικούς σάκους, επί της οδού ..., δίπλα στην γκαραζόπορτα του Ταμειακού κέντρου της Τράπεζας, από την οποία, όπως είχε προγραμματιστεί, θα έμπαιναν στο ταμειακό κέντρο και θα έβγαιναν στη συνέχεια οι Μ. και Σ., αφού έπαιρναν τα χρήματα από την τράπεζα. Περί ώρα 11.00',ο τρίτος κατηγορούμενος Σ. Φ. εξήλθε από τον χώρο εργασίας του, προφασιζόμενος στον προϊστάμενο του την ανάγκη ολιγόλεπτης απουσίας του, προκειμένου να προβεί σε τραπεζική συναλλαγή, στο υποκατάστημα της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ επί της οδού ... και ... . Πέρασε από το φυλάκιο και ενημέρωσε τους φρουρούς ότι θα πήγαινε στην εν λόγω Τράπεζα. Ο εκ των φρουρών Σ. Π. του δάνεισε το μοτοποδήλατο του για το σκοπό αυτό και του ζήτησε να τον εξυπηρετήσει και σε κατάθεση χρημάτων του. Κατά την επιστροφή του από την εν λόγω Τράπεζα, εισήλθε, περί ώρα 11.30', στο φυλάκιο του "Ταμειακού Κέντρου" της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και κατ' εφαρμογή του σχεδίου δράσης τους, αμέσως μετά απ' αυτόν, εισήλθαν από την ορθάνοιχτη πλέον πόρτα του φυλακίου και οι, τηλεφωνικώς ειδοποιηθέντες από το Φ., κατηγορούμενοι Β. Μ. και Γ. Ξ., κρατώντας ο καθένας στο δεξί του χέρι από ένα πιστόλι και φορώντας κουκούλες, που κάλυπταν τα πρόσωπα τους. Ο Μ. κρατούσε το πιστόλι JΕRΙCΗΟ 941 FΒL και ο Ξ. κρατούσε το CΖ. Αυτοί, μόλις εισήλθαν στο φυλάκιο, είπαν σε όλους, και στο Φ., σε άγριο ύφος "Πέστε κάτω μαλάκες. Θα σας τα πάρουμε όλα ...μην κουνηθείτε για να μην σας πειράξουμε" και με την απειλή των πιστολιών που κρατούσαν, ακινητοποίησαν τους φύλακες Σ. Π. (ένοπλο φρουρό) και Χ. Κ. (άοπλο φρουρό).Την ίδια στιγμή και ενώ οι εν λόγω φύλακες είχαν πέσει στο πάτωμα, οι κατηγορούμενοι Μ. και Ξ. τους έδεσαν, με τους αγκώνες πίσω, με πλαστικά συσφίξεως "ΤΙL RΑΡ" και ο Β. Μ. αφαίρεσε από τον φύλακα Σ. Π. το νομίμως κατεχόμενο από εκείνον περίστροφο, με αριθμό ΑΝΝ ... μάρκας Smith και Wesson με πέντε φυσίγγια εντός του βυκίου και μία μαύρη ζώνη με πέντε φυσίγγια και χειροπέδες, με σκοπό να αφοπλίσει τον εν λόγω ένοπλο φρουρό και στη συνέχεια για να ιδιοποιηθούν τον οπλισμό αυτό παράνομα ... . Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Μ. αφού σήκωσε από το πάτωμα τον Φ. απειλώντας τον δήθεν, με το περίστροφο στο κρόταφο, τον οδήγησε στην είσοδο του ταμειακού Κέντρου, από την οδό ..., ενώ ο Ξ. με το περίστροφο (CZ) που του είχε δώσει ο Μ., δεν τους ακολούθησε αλλά παρέμεινε στον χώρο του φυλακίου, συνεχίζοντας να επιτηρεί τους ευρισκόμενους στο πάτωμα του φυλακίου, φύλακες Π. και Κ.. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Όταν ο κατηγορούμενος Μ., με την δήθεν απειλή περιστρόφου, οδήγησε τον κατηγορούμενο Φ. στην είσοδο του Ταμειακού Κέντρου, από την οδό ..., για να εισέλθουν στο Ταμειακό Κέντρο η γκαραζόπορτα δεν άνοιξε και τούτο διότι στη βιασύνη τους, ο Φ. ξέχασε να πατήσει τον διακόπτη πριν εξέλθουν από το φυλάκιο. Έτσι και οι δύο (Μ. και Φ.) αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο φυλάκιο, οπότε ο δεύτερος αφού πάτησε το μπουτόν της γκαραζόπορτας από την οδό ..., (δήθεν εξαναγκαζόμενος από τον πρώτο), βγήκαν πάλι έξω από το φυλάκιο και κατευθύνθηκαν στην είσοδο του Κέντρου, όπου τους ακολούθησε και ο κατηγορούμενος Σ., ο οποίος, παρακολουθούσε τις κινήσεις τους. Εν τω μεταξύ, ο Ξ., έσπρωξε τους πισθάγκωνα δεμένους φύλακες Π. και Κ. εντός της τουαλέτας του φυλακίου και τους είπε να κλειδωθούν από μέσα, ενέργεια όμως στην οποία αυτοί δεν ήταν δυνατόν να προβούν, αφού ήταν δεμένοι πισθάγκωνα και στη συνέχεια αυτός [Ξ.], εξήλθε του φυλακίου και κατευθύνθηκε στο ΤΟΥΟΤΑ ΚΟΡΟΛΛΑ, αναμένοντας του συγκατηγορούμενούς του Μ. και Σ., για να τους φυγαδεύσει μετά τη ληστεία. Μόλις άνοιξε η γκαραζόπορτα, ο κατηγορούμενος Σ. Φ. προσποιούμενος ότι απειλείται και εξαναγκάζεται από τους ανωτέρω κατηγορουμένους (Μ. και Σ.), άνοιξε την αριστερή πόρτα ασφαλείας του προθαλάμου του κέντρου φύλαξης των χρημάτων και αμέσως και την επόμενη πόρτα [επίσης ασφαλείας] και εισήλθε με τους κατηγορουμένους Β. Μ. και Π. Σ., χρησιμοποιώντας την ηλεκτρονική κάρτα εισόδου που κατείχε, εντός του χώρου φύλαξης των χρημάτων. Εκεί αντίκρισαν αρκετούς υπαλλήλους της Τράπεζας να εργάζονται ... Οι Μ. και Σ., φώναξαν δυνατά "Ληστεία, πέστε όλοι κάτω ... μην κουνηθεί κανείς". Οι περισσότεροι φοβήθηκαν και έπεσαν μπρούμυτα στο πάτωμα, άλλοι όχι αμέσως. Ο Μ., παρατηρώντας τους σαστισμένους υπαλλήλους και μερικούς να πέφτουν αμέσως κάτω, εξαγριωμένος, τράβηξε από το γραφείο και έριξε κάτω τον Γ. Σ., ενώ ταυτόχρονα ο δεύτερος κατηγορούμενος έσπρωξε και έριξε κάτω με βία τον Γ. Π. και στη συνέχεια τον κλώτσησε στον ώμο, από κοινού δε κτύπησαν στη κοιλιά τον Κ. Μ.. Από τις παραπάνω ενέργειες τους, κάμφθηκε κάθε βούληση των εν λόγω υπαλλήλων για αντίδραση, οι οποίοι έπεσαν στο δάπεδο. Κατόπιν, ο Μ. σήκωσε από το πάτωμα βίαια τον Π. Γ., καθώς και τον κατηγορούμενο Φ. και τους διέταξε να μεταβούν προς το σημείο που βρίσκονταν πακεταρισμένα τα χρήματα και τους υπέδειξε βρίζοντας τους με τις φράσεις "βάλτε ρε κουφάλες τα λεφτά μέσα ... κάντε γρήγορα ρε κουφάλες", να γεμίσουν τους δύο ταξιδιωτικούς σάκους, που κρατούσε ο Σ., ενώ ο ίδιος επόπτευε, κρατώντας στο χέρι του περίστροφο, το χώρο και τους ακινητοποιημένους-ξαπλωμένους στο πάτωμα υπαλλήλους. Ο Σ., που και αυτός επόπτευε τους πεσμένους στο πάτωμα υπαλλήλους αλλά και παρακολουθούσε και το γέμισμα των σάκων, μόλις διαπίστωσε ότι οι σάκοι είχαν γεμίσει με χρήματα, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και τον ακολούθησε και ο Μ.. Προς στιγμή φάνηκαν να εγκλωβίστηκαν, όταν προσπάθησαν να εξέλθουν από τις πόρτες ασφαλείας, αλλά τελικώς εξήλθαν από τη μεσαία εσωτερική πόρτα, με υπόδειξη του κατηγορούμενου Φ.. Το συνολικό χρηματικό ποσό που αφαιρέθηκε από την εν λόγω Τράπεζα και τοποθετήθηκε μέσα στους παραπάνω δύο σάκους, ανήλθε σε 2.850.000 ευρώ. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, εκτός των άλλων, και από τις σαφείς, τεκμηριωμένες και πειστικές καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους ενώπιον του δικαστηρίου παραδέχονται τις πράξεις και ρητά ζητούν συγνώμη γι αυτές. Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά τα εξής εγκλήματα: 1] της κλοπής σε βάρος νομικού προσώπου στην οποία συντρέχει η επιβαρυντική περίπτωση του Ν. 1608/1950, με δράστες όλους τους κατηγορουμένους από κοινού, 2] της σύστασης συμμορίας από κοινού, 3]της ληστείας του όπλου από τον φύλακα με σωματική βία από κοινού, με δράστες τους Β. Μ. και Γ. Ξ., 4] της παράνομης κατακράτησης των δύο φυλάκων κατά συρροή από κοινού, με δράστες τους Β. Μ. και Γ. Ξ., 5] της παράνομης βίας από κοινού σε βάρος του Γ. Π., με δράστες τους Β. Μ. και Π. Σ., 6] της παράνομης οπλοφορίας, με δράστες τους Β. Μ. και Γ. Ξ....Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα εξής πραγματικά περιστατικά στη συνέχεια των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν: Κατά την έξοδο τους από το Ταμειακό Κέντρο, ο δεύτερος κατηγορούμενος [Σ.] έδωσε στον πρώτο (Μ.) τον έναν από τους σάκους που κρατούσε και κατευθύνθηκαν προς το σταθμευμένο αυτοκίνητο [ΤΟΥΟΤΑ COROLLA], όπως ακριβώς είχαν προσχεδιάσει. Εν τω μεταξύ ο τέταρτος κατηγορούμενος μετά τη δέσμευση εντός της τουαλέτας των προαναφερόμενων φρουρών, μετέβη στο πίσω μέρος του κτιρίου όπου βρισκόταν το παραπάνω αυτοκίνητο, όπου και ανέμενε τους εν λόγω συνεργούς του, μέσα σ' αυτό. Ταυτόχρονα με την έξοδο αυτών από το κτίριο, ο τέταρτος κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο φύλακας Σ. Π., αν και είχε δεμένα τα χέρια του κατάφερε να εξέλθει από το φυλά,κω και ότι άρχισε να καλεί σε βοήθεια φωνάζοντας "ληστεία, σταματήστε τους" ... Στο διάστημα αυτό ο πρώτος και ο δεύτερος κατηγορούμενος έφθασαν στο σταθμευμένο αυτοκίνητο και ο δεύτερος αφού έριξε το σάκο που κρατούσε στο πίσω μέρος αυτού, κάθισε στη θέση του οδηγού, ενώ ο πρώτος, αφού άφησε το σάκο που κρατούσε στο πεζοδρόμιο, κατευθύνθηκε τρέχοντας προς την οδό ... . Την ίδια στιγμή ο τέταρτος πήρε τον σάκο από το πεζοδρόμιο, τον έριξε μέσα στο αυτοκίνητο, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και αμέσως ξεκίνησαν με κατεύθυνση επίσης προς την οδό ... . Ο φύλακας Π. μόλις έφυγε το εν λόγω όχημα και άρχισε να καταδιώκει τον πρώτο κατηγορούμενο και όταν αυτός έστριψε από την οδό ... προς την οδό ... και στη συνέχεια προς την οδό ..., τον ακολούθησε και τελικά μόλις αυτός έφθασε το υποκατάστημα της ΑΛΦΑ που βρίσκεται στο σημείο αυτό, κάλεσε σε βοήθεια τον φύλακα Μ. ο οποίος βρισκόταν έξω από το υποκατάστημα και από κοινού κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν. Σε έρευνα που έκαναν βρήκαν στη τσέπη του πρώτου κατηγορουμένου το περίστροφο του Π. καθώς και εκείνο που αυτός κρατούσε στα χέρια του κατά την στιγμή της κλοπής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις πρώτες πρωινές ώρες της 20-10-2007, έπειτα από ενημέρωση των συνοριακών Υπηρεσιών, εντοπίσθηκε στο σημείο εξόδου της Νίκης Φλώρινας, ο κατηγορούμενος Π. Σ., έχοντας στην κατοχή του, σε βαλίτσα το χρηματικό ποσό των 90.000,00 € σε δεσμίδες και χρηματικό ποσό 8.050,00 € στις τσέπες του παντελονιού του, τα οποία ήταν μέρος των κλαπέντων χρημάτων, οπότε και συνελήφθη. Προηγουμένως για να εξαφανίσει κάθε ίχνος του οχήματος που χρησιμοποιήθηκε στη κλοπή, ο έβαλε φωτιά, η οποία και το κατέκαψε. Το δεύτερο αυτοκίνητο (ΑΛΦΑ ΡΟΜΕΟ) βρέθηκε πλησίον της τράπεζας ΑLΡHΑ ΒΑΝΚ, και κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο εσωτερικό του, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πέντε πλαστικές χειροπέδες (tire up), μία φωτογραφική μηχανή ΚΟDΑΚ, η άδεια κυκλοφορίας και ένα έγγραφο της ΔΟΥ. Εν τω μεταξύ ο τέταρτος κατηγορούμενος, είχε προσέλθει αυθόρμητα στο ΑΤ Καλαμαριάς όπου και παραδέχθηκε τη συμμετοχή του στη κλοπή των χρημάτων από το Ταμειακό κέντρο, στη συνέχεια δε με συνοδεία αστυνομικών μετέβη σε διαμέρισμα της οδού ..., που βρίσκεται κοντά στην οδό ... όπου και τους παρέδωσε το ποσό των 450.000 ευρώ. Κατόπιν τους οδήγησε κοντά στο Λαζοχώρι Ημαθίας όπου και τους παρέδωσε ποσό 400.000 ευρώ που είχε τοποθετηθεί μέσα σ' ένα τσουβάλι, ποσό 650.000 ευρώ που ήταν κρυμμένο μέσα στη ποτίστρα του σταύλου και ποσό 800.000 ευρώ που ήταν θαμένο στη στάνη ..." Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, των παραπάνω πράξεων, ήτοι 1) της κλοπής σε βάρος νομικού προσώπου με την επιβαρυντική περίσταση του Ν. 1608/1950, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του και 2) της σύστασης συμμορίας από κοινού 3) της ληστείας σε βάρος του φύλακα Σ. Π. (αφαίρεση του όπλου του), από κοινού, 4) της παράνομης κατακράτησης των δύο φυλάκων από κοινού, 5) της παράνομης βίας από κοινού και 6) της παράνομης οπλοφορίας και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' του ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή καθείρξεως 18 ετών και 9 μηνών. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο, για τις ενδιαφέρουσες στην προκειμένη περίπτωση, αξιόποινες πράξεις που πλήττονται με την αίτηση αναίρεσης, 1) της κλοπής σε βάρος νομικού προσώπου με την επιβαρυντική περίσταση του Ν. 1608/1950, από κοινού και 2) της ληστείας σε βάρος του φύλακα Σ. Π. (αφαίρεση του όπλου του), από κοινού, του ότι : "ΚΗΡΥΣΣΕΙ όλους τους κατηγορουμένους ένοχους του ότι: Κατά τους πιο κάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α] στη Θεσσαλονίκη, στις 19-10-2007, μετά από συναπόφασή τους, από κοινού με δόλο αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, η πράξη τους δε αυτή στρέφεται κατά νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α του Ποινικού Κώδικα και το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, μεγαλύτερης των 150.000,00 €. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, μετά από συναπόφασή τους, μετέβησαν οι εξ αυτών Β. Μ., Π. Σ. και Γ. Ξ. στο επί οδού ... αριθμός 31 Ταμειακό Κέντρο εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, όπου συνάντησαν τον εκεί εργαζόμενο ως υπάλληλο συγκατηγορούμενό τους Σ. Φ., ο οποίος διευκόλυνε τους Β. Μ. και Γ. Ξ. να ακινητοποιήσουν τους φύλακες του εν λόγω Κέντρου και στη συνέχεια, με σύμπραξη του, εισήλθαν ο τελευταίος (Σ. Φ.) και οι Β. Μ. και Π. Σ. στο εσωτερικό του Κέντρου όπου φυλάσσονταν σημαντικά χρηματικά ποσά. Ο κατηγορούμενος Β. Μ., με το περίστροφο JERICHO 941 FΒL που κρατούσε στα χέρια του, και ο Π. Σ. φώναξαν δυνατά προς τους υπαλλήλους που αντίκρισαν "Ληστεία, πέστε όλοι κάτω ... μην κουνηθεί κανείς" και στη συνέχεια ο Β. Μ., εξαγριωμένος κτύπησε με τα πόδια του (κλωτσιά) τους Γ. Σ., τράβηξε από το γραφείο και έριξε κάτω τον Μ. Κ. τον οποίο κτύπησε με τα πόδια του στην κοιλιά, όπως και τον Π. Γ.. Αφού κάμφθηκε, με την ανωτέρω βίαιη συμπεριφορά, η θέληση των υπαλλήλων προς αντίσταση, ο κατηγορούμενος Β. Μ. σήκωσε βιαίως από το πάτωμα τον υπάλληλο Π. Γ. και δήθεν βιαίως τον υπάλληλο και συγκατηγορούμενό του Σ. Φ. και τους διέταξε να μεταβούν προς το σημείο που βρίσκονταν τα χρήματα και τους υπέδειξε να γεμίσουν δύο ταξιδιωτικούς σάκους, που κρατούσε ο κατηγορούμενος Π. Σ., πράγμα το οποίο και έκαναν, εξ αυτών δε ο υπάλληλος Γ. Π. παρά τη θέληση του και χωρίς να έχει προς τούτο υποχρέωση. Κατά τη διαδικασία τοποθέτησης των χρημάτων εντός των σάκων, οι κατηγορούμενοι Β. Μ. και Π. Σ., ο πρώτος κρατώντας στο χέρι του και το προαναφερθέν περίστροφο, επόπτευαν τους ακινητοποιημένους-ξαπλωμένους στο πάτωμα υπαλλήλους. Όταν ο Σ. διαπίστωσε ότι οι σάκοι είχαν γεμίσει με χρήματα, κατευθύνθηκε προς την έξοδο και τον ακολούθησε και ο Μ. . Το συνολικό χρηματικό ποσό που αφαιρέθηκε από την εν λόγω Τράπεζα και τοποθετήθηκε μέσα στους παραπάνω δύο σάκους, ανήλθε σε 2.850.000,00 €. Μόλις εξήλθαν του Κέντρου, το ποσό αυτό τοποθετήθηκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ΤΟΥΟΤΑ COROLLA, που ήταν σταθμευμένο δίπλα στο Κέντρο, με τον κατηγορούμενο Γ. Ξ., που φορούσε ολοπρόσωπη κουκούλα, που ανέμενε τους συνεργούς του για να τους φυγαδεύσει. Επιβιβάστηκαν στο εν λόγω αυτοκίνητο οι κατηγορούμενοι Π. Σ. και Γ. Ξ., οι οποίοι, έχοντας μαζί τους το ανωτέρω ποσό, αφαιρεθέν με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι παράνομα, απομακρύνθηκαν από τον τόπο του εγκλήματος. Κατά το χρόνο αφαίρεσης των εν λόγω χρημάτων, ο Γ. Ξ. επιτηρούσε, οπλοφορώντας, εξωτερικά το κτίριο και την είσοδο-έξοδο του ταμειακού κέντρου, ώστε να ειδοποιήσει με κινητό τηλέφωνο τον συγκατηγορούμενό του για κάθε ύποπτη κίνηση που θα μπορούσε να ματαιώσει την κλοπή αυτή και να επέμβει και αυτός σε οποιαδήποτε απρόοπτη εξέλιξη της, και έχοντας αναλάβει, τέλος, το ρόλο να φυγαδεύσει μετά την κλοπή τους συγκατηγορούμενούς του (πλην Φ.), ανέμενε αυτούς έξωθεν του Κέντρου. Η κλοπή αυτή τελέστηκε από κοινού από τους κατηγορούμενους, με τις προς τούτο ανωτέρω συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Β] Οι 1ος [Β. Μ.] και 4ος [Γ. Ξ.] των κατηγορουμένων, στη Θεσσαλονίκη, στις 19-10-2007, από κοινού, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλον ολικά ξένα κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, περί ώρα 11:30', μετά από συναπόφασή τους, μετέβησαν [συνοδευόμενοι από τον Σ.], στο επί της οδού ... αριθμός 31 Ταμειακό Κέντρο της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, όπου συνάντησαν τον εκεί εργαζόμενο ως υπάλληλο συγκατηγορούμενό τους Σ. Φ.. Ο τελευταίος, αφού προηγουμένως τους ενημέρωσε τηλεφωνικά, εισήλθε στο Φυλάκιο του Κέντρου, όπου βρίσκονταν οι φύλακες Σ. Π. (ένοπλος φρουρός) και Χ. Κ. (άοπλος φρουρός), και ταυτόχρονα, αφού φόρεσαν κουκούλες στα πρόσω πα τους, εισήλθαν από την ορθάνοικτη πλέον πόρτα στο φυλάκιο οι εκ των κατηγορουμένων Β. Μ. και Γ. Ξ., οι οποίοι, απειλώντας τους εν λόγω φύλακες με τις φράσεις "πέστε κάτω μαλάκες... θα σας τα πάρουμε όλα... μην κουνηθείτε για να μην σας πειράξουμε" και κρατώντας στα χέρια τους περίστροφα ακινητοποίησαν αυτούς και τους υποχρέωσαν να πέσουν στο πάτωμα του φυλακίου. Ταυτόχρονα, ενώ οι ανωτέρω φύλακες είχαν πέσει στο πάτωμα, οι κατηγορούμενοι Μ. και Ξ. έδεσαν αυτούς, με τους αγκώνες πίσω, με πλαστικά συσφίξεως "ΤΙL RΑΡ" και ο Β. Μ. αφαίρεσε από τον φύλακα Σ. Π. το νομίμως κατεχόμενο από αυτόν περίστροφο, με αριθμό ΑΝΝ ... μάρκας Smith και Wesson με πέντε φυσίγγια εντός του βυκίου και μία μαύρη ζώνη με πέντε φυσίγγια και χειροπέδες, με σκοπό να αφοπλίσει τον εν λόγω ένοπλο φρουρό και στη συνέχεια για να ιδιοποιηθούν τον οπλισμό αυτό παράνομα αυτός (Μ.) και ο Ξ.. Η ως άνω ληστεία [του οπλισμού], τελέστηκε από κοινού από τους εν λόγω [1° και 4°] κατηγορούμενους, με τις προς τούτο ανωτέρω συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές." Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των πράξεων της κλοπής από κοινού σε βάρος του κεντρικού ταμείου Τράπεζας, με αντικείμενο που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ και της ληστείας σε βάρος του φύλακα από κοινού, για τις οποίες (μεταξύ άλλων), κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ.1β και 374 παρ.1ε, 263Α, 380 παρ.1 Π.Κ. και 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 και 372 παρ. 1, 380 παρ. 1 του ΠΚ, και 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950. Εξάλλου, ενόψει των εκτιθεμένων στην εν αρχή νομική σκέψη, ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η πράξη της κλοπής που διέπραξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950 και το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, η δε απειλούμενη ποινή είναι ισόβια κάθειρξη, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί διακεκριμένης κλοπής (άρθρα 372 παρ.1 β και 374 στοιχ. ε' του ΠΚ) υπό την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 β του ν. 1608/1950 και όχι η διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 περί ληστείας, διότι το άρθρο αυτό, προβλέπον ποινή καθείρξεως 5 έως 20 ετών, δεν καλύπτει την όλη απαξία της κλοπής αυτής και συνεπώς δεν μπορεί να την απορροφήσει. Ορθώς δε εφαρμόσθηκε και η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η πράξη της ληστείας σε βάρος του φύλακα Σ. Π. [αφαίρεση του οπλισμού του] είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής ως αφορώσα διαφορετικό παθητικό υποκείμενο της επί μέρους εγκληματικής συμπεριφοράς, ούτε χρησίμευσε κατά το νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεση της επακολουθήσασας πράξεως της κλοπής σε βάρος της Τράπεζας, με την οποία συρρέει αληθώς. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 372, 380 παρ. 1 του ΠΚ, και 1 παρ. 1β του ν. 1608/1950, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα από τα παραπάνω είναι στο σύνολο του απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα, των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 8014/24-10-2011 αίτηση του Β. Μ. του Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1399-1400/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ενιαία όλων εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα, ενιαία όλων των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή και διακεκριμένες μορφές κλοπής. Ληστεία. Σύνθετο έγκλημα το οποίο συγκροτείται από δύο αυτοτελή εγκλήματα της κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.). Τα δύο αυτά εγκλήματα αποβάλλουν της αυτοτέλειά τους απορροφόμενα από τη ληστεία. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση απλής κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.) και διακεκριμένης κλοπής (άρθρο 374 Π.Κ.) οι οποίες απορροφώνται από τη ληστεία, αφού οι προβλεπόμενες για την τελευταία ποινές είναι υψηλότερες όλων των διακεκριμένων μορφών κλοπής του άρθρου 374 Π.Κ. Δεν συμβαίνει όμως αυτό στην περίπτωση καταδίκης για κλοπή αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που εμπίπτει στο ν. 1608/50, όπως η κλοπή σε βάρος του Ταμειακού Κέντρου της Τράπεζας ALPHA BANK. Οι διατάξεις για τη ληστεία δεν απωθούν εκείνες για την κλοπή αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που εμπίπτει στο ν. 1608/50, αφού η προβλεπόμενη για την ληστεία ποινή είναι μικρότερη και δεν καλύπτει την απαξία της παραπάνω κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που εμπίπτει στο ν. 1608/50. Περιστατικά. Η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 703/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 849/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ροδόπης. Με κατηγορούμενους τους: 1) Π. Χ. του Α., κάτοικο ... και 2) Σ. Π. του Θ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Σαριπανίδου και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 52/16-12-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 Κ.Π.Δ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν πείσθηκε ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους υπάρχει αντίφαση ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφετέρου δε α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιώνεται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 849/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, οι κατηγορούμενοι, 1) Π. Σ. και 2) Χ. Π. κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, την οποία φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Δ., ο 1ος ως Διευθυντής και ο 2ος ως Τεχνικός Ασφαλείας, του εργοστασίου παραγωγής κυλίνδρων βαθυτυπίας της εταιρείας "PRISMA Α.Ε.", στην οποία εργαζόταν ο παραπάνω πολιτικώς ενάγων. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Π., κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2008 έως και 30-6-2012, ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος (μαζί με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, Χ. Α.) της ανώνυμη εταιρείας με την επωνυμία "ΡRISΜΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΡRISΜΑ ΑΕ", που εδρεύει στη ..., όπου και λειτουργεί εργοστάσιο παραγωγής, με Διευθυντή τον άνω κατηγορούμενο. Η εταιρεία αυτή δραστηριοποιείται στο χώρο των χαράξεων κυλίνδρων βαθυτυπίας και συγκεκριμένα με ειδική τεχνολογία και μηχανολογικό εξοπλισμό γίνεται η επεξεργασία και χάραξη μεταλλικών κυλίνδρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία των εκτυπωτικών μηχανών βαθυτυπίας, σε εργοστάσια που πραγματοποιούν εκτυπώσεις υλικών συσκευασίας. Απασχολούσε δε τότε 25 άτομα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Χ., Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, με την από 11-12-2007 έγγραφη σύμβαση που συνήψε με την άνω εταιρεία, εκπροσωπούμενη νόμιμα από τον Χ. Α., ανέλαβε, από 1-1-2008, τα καθήκοντα του Τεχνικού Ασφαλείας και Υγιεινής του εν λόγω εργοστασίου, ήτοι καθήκοντα παροχής συμβουλών προστασίας και πρόληψης επαγγελματικού κινδύνου, όπως ορίζονται κατά το νόμο και την επιστημονική γνώση και πρακτική ως προς την τήρηση από την επιχείρηση των ελάχιστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγιεινής στους χώρους εργασίας κλπ, με συνολικό χρόνο απασχόλησης 50 ώρες ετησίως, κατανεμημένες σε 4,17 ώρες, ανά μήνα, με υποχρέωση να επισκέπτεται την επιχείρηση την 3η Τρίτη κάθε μήνα, από τις 9:15 έως 13:30. Η ανάθεση δε αυτή των καθηκόντων Τεχνικού Ασφαλείας, γνωστοποιήθηκε με το από 11-12-2007 έγγραφο, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (βλσχ έγγραφα). Ο παθών, Δ. Μ., γεννηθείς στις 14-10-1971, προσλήφθηκε από την άνω εταιρεία και συγκεκριμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο, Διευθυντή αυτής, στις 23-8-2002, ως εργάτης, διαθέτοντας επαγγελματική πείρα ως εκτυπωτής, αφού εργάζονταν επί 20 χρόνια με την ειδικότητα αυτή, γεγονός που το γνωστοποίησε, κατά την πρόσληψη του στον άνω εργοδότη του, όπως ομολογείται από τον ίδιο (βλσχ. χωρίς όρκο κατάθεση αυτού). Ενόψει της επαγγελματικής του αυτής εμπειρίας τοποθετήθηκε στο τμήμα του εργοστασίου που γίνεται ο τελικός ποιοτικός έλεγχος των παραγόμενων κυλίνδρων βαθυτυπίας και του ανατέθηκε ο χειρισμός εκτυπωτικής μηχανής, του οίκου J.M.Heaford Limited, με την οποία γίνεται παραγωγή του κυλινδρικού δοκιμίου (φωτ.1 της έκθεσης αυτοψίας). Ο ίδιος καταθέτοντας αναφέρει ότι είχε χειριστεί παρόμοια και ανάλογα μηχανήματα. Η μηχανή αυτή διαθέτει ένα περιστρεφόμενο κύλινδρο, διαμέτρου 1m, στην επιφάνεια του οποίου εφαρμόζεται το δοκίμιο πάνω στο οποίο γίνεται η δοκιμαστική εκτύπωση. Στο χώρο που υπάρχει ανάμεσα στα κομβία χειρισμού της μηχανής και του κυλινδρικού τύμπανου, που αναφέρθηκε παραπάνω, υπάρχουν υποδοχές στις οποίες τοποθετείται ο προς έλεγχο μεταλλικός κύλινδρος. Ο κύλινδρος βαθυτυπίας και το τύμπανο εφάπτονται και κατά τη λειτουργία της μηχανής κινούνται ταυτόχρονα. Ο χρόνος περιστροφής των δύο κυλίνδρων διαρκεί μέχρι να ολοκληρωθεί μια πλήρης περιστροφή του μεγάλου τύμπανου (3,4 sec περίπου). Στην εκ δεξιών επέκταση της υποδοχής εφαρμογής του κυλίνδρου βαθυτυπίας υπάρχει σταθερό κυλινδρικό μεταλλικό στέλεχος, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν ρουλεμάν και μεταλλικός άξονας, διαμέτρου 2,8cm, o οποίος περιστρέφεται. Ο άξονας αυτός, επεκτείνεται και εκτός του κυλινδρικού μεταλλικού στελέχους, κατά 8,7 cm, και κινείται ταυτόχρονα με την κίνηση του κυλίνδρου βαθυτυπίας (βλ. σχ. φωτ. 2, 3 της έκθεσης αυτοψίας). Τα κομβία χειρισμού της μηχανής βρίσκονται στην εμπρόσθια όψη αυτής και μεταξύ αυτών υπάρχει και διακόπτης άμεσης διακοπής λειτουργίας -emergency stop- (βλ. σχ. φωτ. 1, 4 της έκθεσης αυτοψίας). Ο παθών λοιπόν, στις 4-3-2008 και περί ώρα 9:30, ευρισκόμενος στον άνω χώρο εργασίας του χειριζόταν το εν λόγω μηχάνημα, όπως έκανε εδώ και 5,5 χρόνια περίπου, έχοντας εκπαιδευτεί για τη χρήση του. Εκτελώντας την ανατεθειμένη σ' αυτόν εργασία, αφού είχε τοποθετήσει στην παραπάνω μηχανή, τον μεταλλικό κύλινδρο βαθυτυπίας, με το αριστερό του χέρι πίεσε το κατάλληλο κομβίο και έθεσε σε λειτουργία τη μηχανή (βλ. σχ. φωτ. 4 της έκθεσης αυτοψίας). Ταυτόχρονα, επειδή σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το μηχάνημα "τζογάριζε" από τη δεξιά πλευρά, θέλησε να κάνει έλεγχο της καλής λειτουργίας των ρουλεμάν του κυλινδρικού μεταλλικού στελέχους που βρισκόταν εκ δεξιών του κυλίνδρου βαθυτυπίας και υπερεκτιμώντας προφανώς τις δυνατότητες του, λόγω της εργασιακής του εμπειρίας, ενόσω η μηχανή βρισκόταν σε λειτουργία, έβαλε το δεξί του χέρι πάνω στο κυλινδρικό μεταλλικό στέλεχος, παρ' ότι φορούσε πλαστικό γάντι με μελάνια και διαλύτες (φωτ. 3 της έκθεσης αυτοψίας). Τότε, επειδή στο χέρι του φορούσε πλαστικό γάντι για την προστασία από μελάνια και διαλύτες (βλ. σχ. φωτ. 5 της έκθεσης αυτοψίας), η επιφάνεια του γαντιού από την περιοχή της παλάμης ήρθε σε επαφή με τον προεξέχοντα κινούμενο μεταλλικό άξονα, κόλλησε με αυτόν και καθώς ο άξονας περιστρεφόταν άρχισε να περιτυλίγει και να έλκει, όλο και περισσότερο, το γάντι πάνω σ' αυτόν και κατ' επέκταση και το χέρι του παθόντα, το οποίο είχε εγκλωβιστεί (βλ. σχ. Φωτ. 3 της έκθεσης αυτοψίας). Ο παθών αιφνιδιάστηκε και δεν μπόρεσε να σταματήσει τη μηχανή, πιέζοντας με το αριστερό του χέρι το διακόπτη άμεσης διακοπής λειτουργίας της μηχανής, που ήταν σχεδόν δίπλα στο κομβίο έναρξης λειτουργίας (φωτ. 4 της έκθεσης αυτοψίας), με αποτέλεσμα από τη συνεχή έλξη που ασκούσε το ελαστικό γάντι στα δάχτυλα του χεριού να προκληθεί αποκόλληση και ακρωτηριασμός της ονυχοφόρου φάλαγγας του αντίχειρα του δεξιού χεριού του παθόντα. Στη συνέχεια ο παθών, αφού ζήτησε τη βοήθεια άλλων εργαζομένων που βρίσκονταν σε κοντινά τμήματα του εργοστασίου, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής-Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών- όπου αφού ενημερώθηκε για συρραφή χωρίς συγκόλληση λόγω του ύψους του ακρωτηριασμού, δεν δέχθηκε και αποχώρησε για άλλο Νοσοκομείο (βλ. σχ. το με αριθμ. πρωτ. 3910/23-4-2008 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής). Ο πρώτος κατηγορούμενος, εργοδότης του, με το με αριθμ. πρωτ. 247/13-3-2008 έγγραφο "Αναγγελία εργατικού ατυχήματος", γνωστοποίησε το συμβάν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στις 17-3-2008 ο Τεχνικός Επιθεωρητής Εργασίας, Δ. Κ., με την επίσης Τεχνική Επιθεωρήτρια Εργασίας, Μ. Τ., επισκέφθηκαν το χώρο του ατυχήματος και διενήργησαν έρευνα για τα αίτια που το προκάλεσαν, εξετάζοντας το μηχάνημα, τον παθόντα και τον εργαζόμενο στο εργοστάσιο, Δ. Ν., ο οποίος μετέφερε τον παθόντα στο Νοσοκομείο. Από τους ανωτέρω συντάχθηκε η αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, η οποία συνοδεύεται από πέντε (5) φωτογραφίες και στην οποία αναφέρονται τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά. Συμπερασματικά δε αναφέρονται τα ακόλουθα: "Το ατύχημα, κατά τη γνώμη μου, εάν όλα συνέβησαν σύμφωνα με την περιγραφή που μου έδωσαν ο παθόντας και ο μάρτυρας, πιθανόν να μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν: α) Είτε με κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ. 395/1994, αποφεύγονταν η επέμβαση στη συγκεκριμένη μηχανή εν ώρα λειτουργίας με ταυτόχρονη χρήση του συγκεκριμένου ελαστικού γαντιού. Β) Είτε εάν το κινούμενο μηχανικό στοιχείο, που προκάλεσε το ατύχημα, ήταν εφοδιασμένο με προφυλακτήρα ή με σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση του πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράρτημα 2/13 του Π.Δ. 395/1994" (βλ. σχ. έκθεση αυτοψίας). Το άνω συμπέρασμα είναι εντελώς αόριστο, αφού δεν διευκρινίζεται εάν τα άνω αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας (προφυλακτήρας, σύστημα παρεμπόδισης πρόσβασης στην επικίνδυνη ζώνη κλπ), μπορούσαν, από τεχνική άποψη να εφαρμοστούν στο συγκεκριμένο μηχάνημα, ούτε αποσαφηνίζεται, μολονότι γίνεται αναφορά σε σύστημα που παρεμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη και σε σύστημα που σταματά την κίνηση του κινούμενου μεταλλικού στοιχείου πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη, ποια είναι για το συγκεκριμένο κινούμενο μεταλλικό στοιχείο η επικίνδυνη ζώνη, καθώς και από ποια απόσταση υπάρχει πρόσβαση σ' αυτή. Μάλιστα πρέπει να επισημανθεί ότι στο αναγνωσθέν από 17-3-2008 ΔΕΛΤΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ, που συνέταξαν και υπέγραψαν οι άνω Επιθεωρητές Εργασίας, αναφέρουν στις "παρατηρήσεις και υποδείξεις" μόνο ότι "να γίνει εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα αναγνώρισης επαγγελματικών κινδύνων και εφαρμογής καλών εργασιακών πρακτικών" (βλ. σχ. έγγραφο). Τούτα επισημάνθηκαν και από το Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στην ορισθείσα δικάσιμο στις 14-10-2010 και για τους λόγους αυτούς, με την υπ' αριθμ. 1130/14-10-2010 απόφαση του, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να κληθούν και να καταθέσουν σαν μάρτυρες, ο ανωτέρω συντάξας την έκθεση αυτοψίας, Τεχνικός Επιθεωρητής, Δ. Κ. και ο Φ. Μ., Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, ο οποίος, έξι (6) μήνες πριν από το ατύχημα, ήταν Τεχνικός Ασφαλείας στην εταιρία και παραιτήθηκε τον Σεπτέμβρίο του 2007 (βλ. σχ. απόφαση και πρακτικά αυτής). Επί των ανωτέρω ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας, Τεχνικός Επιθεωρητής, Δ. Κ., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε σχετικά και τα ακόλουθα: "... Στο μηχάνημα γίνεται δοκιμή κυλίνδρου βαθυτυπίας. Γίνεται εκτύπωση με Ι35ΘΓ, γίνεται δοκιμαστική εκτύπωση γιατί θα πάει και σε άλλο εργοστάσιο. Το μηχάνημα έκανε ποιοτικό έλεγχο της εκτύπωσης. Έλεγχε αν τύπωνε όπως έπρεπε. Αυτή η δουλειά προϋποθέτει διαλύτες και ο εργαζόμενος φορούσε γάντια. Δεν ξέρω πώς το παρήγαγε η κατασκευάστρια εταιρία. Δούλευε στιγμιαία, έκανε μία πλήρη περιστροφή και σταματούσε. Δεν οφείλεται καθαρά σε ελλιπή εκπαίδευση. Βλέπω αν έχει επικίνδυνα κινούμενα μέρη και βλέπω τι εξετάζει η νομοθεσία. Πιστοποίηση μπορεί να έχει όταν αγοράζεται. Μπορεί να προσθέσει κάποιος κάτι. Όταν βγήκε σε εμπορική κυκλοφορία είχε τις απαιτούμενες προδιαγραφές. Αυτό σημαίνει πιστοποίηση. Δεν ξέρω αν είχε προστατευτικό και αν αφαιρέθηκε. Ήθελε να ελέγξει αν κάποιο ρουλεμάν "έπαιζε". Θα έπιανε κάτι ενώ περιστρεφόταν ο άξονας για να έβλεπε αν κουνιόταν κάτι. Δεν ξέρω αν ήταν στα καθήκοντα του να το κάνει αυτό. Αυτό που πήγε να κάνει ήταν έλεγχος εν ώρα λειτουργίας. Αποδείχτηκε ότι πιάστηκε το γάντι. Είχε διαλυτικά, κόλλησε, παρέσυρε το γάντι και το χέρι. Το τι προστατευτικό μέσο πρέπει να έχει ένα μηχάνημα, το κρίνει ο εργοδότης και ο Τεχνικός Ασφαλείας. Πρέπει να υπάρχουν προστατευτικά, όταν υπάρχουν επικίνδυνα μηχανικά μέρη. Αν δεν κόλλαγε το γάντι, πιθανόν να γινόταν κάποιο άλλο ατύχημα. Θα μπορούσε να το σταματήσει ο παθών, αλλά πανικοβλήθηκε. Ήταν ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί. Έπρεπε να απλώσει το χέρι του αριστερά για να το σταματήσει. Αν είχε κάποιο σύστημα ή προστατευτικό που θα απέτρεπε την επαφή, θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Ο παθών δεν είχε εκπαιδευτεί, αλλά μου είπε ότι δούλευε είκοσι (20) χρόνια με τέτοια μηχανήματα. Όσο πιο καινούρια είναι τα μηχανήματα, τόσο πιο αυξημένα συστήματα ασφαλείας έχουν. Δεν ζητάω πάντα το εγχειρίδιο του κατασκευαστή του μηχανήματος. Δεν είναι πάντα εφικτό να υπάρχει. Δεν το ελέγχουμε. Δεν είμαι Μηχανολόγος, είμαι Τεχνικός Επιθεωρητής και ελέγχω αυτά που ορίζει η Νομοθεσία. Το μηχάνημα δεν μου φαινόταν ότι ήταν πολύ παλιό, ήταν περίπου δέκα (10) ετών. Έχω δει και πιο σύγχρονες μηχανές που έχουν ασφαλιστικά συστήματα. Αν είχε το συγκεκριμένο μηχάνημα προστατευτικά, το να αφαιρεθούν, δεν βοηθούσε πουθενά την παραγωγή. Ο Τεχνικός Ασφαλείας προτείνει κάποια εναλλακτικά μέσα προστασίας. Το συζητά με τον εργοδότη και αποφασίζουν. Η νομοθεσία λέει γενικά πράγματα ή προφυλακτήρα ή κάτι άλλο. Ο εργοδότης αποφασίζει. Πριν μπει σε λειτουργία, τοποθετείται το χαρτί. Άλλα μηχανήματα έχουν φωτοκύτταρα. Δεν είδα ίχνη αφαίρεσης κάποιου συστήματος. Δεν έψαξα το μηχάνημα για να δω αν είχε πιστοποίηση ασφαλείας CΕ. Δεν ξέρω αν η πιστοποίηση ασφαλείας CΕ έγινε πιο αυστηρή. Αν η θέση εργασίας είναι κοντά σε ένα μηχάνημα επικίνδυνο, πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα ασφαλείας. Ήταν εξοικειωμένος ο παθών με το μηχάνημα. Στο συγκεκριμένο μηχάνημα θα μπορούσε να τοποθετηθεί φωτοκύτταρο. Όταν θα το έθετε σε λειτουργία και πήγαινε να βάλει το χέρι του, θα σταματούσε. Το ίδιο και η ντίζα. Εκείνη τη στιγμή είναι δύσκολο vα είναι κανείς ψύχραιμος, Η λειτουργία του συγκεκριμένου μηχανήματος χωρίς το σύστημα ασφαλείας εγκυμονούσε κινδύνους. Όταν ακουμπάς μπροστά στο μηχάνημα, υπάρχει μία βίδα και πίσω από τη βίδα είναι αυτό που έπρεπε να ελέγξει. Ο εργοδότης ανήγγειλε το εργατικό ατύχημα. Το βιβλίο κατασκευής του μηχανήματος δεν το είδα. Υπήρχε κινούμενο μηχανικό μέρος κοντά του και υπήρχε κίνδυνος να το αγγίξει. Νομίζω ότι ο χρόνος περιστροφής του κυλίνδρου είναι 3,4 δευτερόλεπτα. Το μεγάλο τύμπανο ήταν αργό, το μικρό ήταν γρήγορο" (βλ. σχ. κατάθεση). Ο δε έτερος κληθείς μάρτυρας, Φ. Μ., Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, ο οποίος, έξι (6) μήνες πριν από το ατύχημα, ήταν Τεχνικός Ασφαλείας στην εταιρία και παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2007, εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε σχετικά τα ακόλουθα: "... Το ξέρω κάπως το μηχάνημα. Είναι αργό μηχάνημα και κάνει δοκιμές. Το χειρίζεται ο χειριστής. Βάζουν την μεμβράνη και βλέπουν αν συμπίπτουν τα χρώματα. Γράφαμε πάντα στο βιβλίο και κάναμε έλεγχο τους πίνακες, ελέγχαμε αν τα μηχανήματα έχουν τα προστατευτικά, με τα κριτήρια γνώσης του μηχανήματος, αν π.χ. στα κινούμενα μέρη έχει κάλυμμα. Το μηχάνημα αυτό δεν μπορείς να το καλύψεις. Δεν υπήρχε μηχάνημα που να έχει αποκαλυμμένα μέρη όσο ήμουν εγώ. Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να έχει προστατευτικό. Πιστοποίηση σημαίνει ότι πρέπει να έχει όλα τα προστατευτικά μέτρα για να μην κινδυνέψει ο εργαζόμενος. Αν έχουν διαφύγει από τον κατασκευαστή, προτείνουμε να μπει κάποιο προστατευτικό σε συνεννόηση με τον κατασκευαστή. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να μπει φωτοκύτταρο. Ό,τι τροποποιήσεις κάναμε, ήμασταν πάντα σε συνεννόηση με τον κατασκευαστή, όσο ήμουν εγώ. Το μηχάνημα θα ήταν περίπου πενταετίας μέχρι που έφυγα εγώ. Η άποψη μου είναι ότι θεωρούνταν ασφαλές. Η ταχύτητα απ' όσο θυμάμαι μπορεί να ήταν 12-15 στροφές το λεπτό. Ήταν αργό μηχάνημα. Ήταν ένα στάδιο πριν από την εκτύπωση το συγκεκριμένο μηχάνημα. Ο παθών φορούσε λαστιχένια γάντια γιατί είχε διαλυτικά. Όχι ακριβώς όπως αυτά που φοράμε στο σπίτι μας. Πρέπει να ήταν ατυχής συγκυρία. Όσο ήμουν εγώ στην επιχείρηση, φορούσαν λαστιχένια γάντια πιο βαρέως τύπου. Αυτό όπως το βλέπω, μου μοιάζει για γάντι κουζίνας (επιδείχθηκε η με αριθμό 5 φωτογραφία της ως άνω έκθεσης αυτοψίας). Το συγκεκριμένο γάντι σε προστατεύει από χημικά. Αυτά τα γάντια αρκούσαν για τη συγκεκριμένη δουλειά. Τα δίνουν πάντα οι επιχειρήσεις, θα πρέπει να είναι σε επάρκεια και προστατεύουν το δέρμα από εκζέματα κ.τ.λ. Για να είναι σωστό το γάντι, πρέπει να εφαρμόζει στο χέρι, να μην προεξέχει για να μπορείς να εργαστείς. Ποτέ δεν υπήρχε έλλειψη από γάντια ... Κάθε κινούμενο μέρος της μηχανής πρέπει να προστατεύεται. Δεν ξέρω αν έπρεπε στο συγκεκριμένο σημείο να είχε προστατευτικό. Δεν εισηγήθηκα στον εργοδότη για το συγκεκριμένο μηχάνημα γιατί ήταν πιστοποιημένο. Προστατεύουμε τα σημεία όπου μπορεί να πάει το χέρι, όταν δεν πρέπει. Όσο ήμουν εγώ, υπήρχε ένα πλαστικό προστατευτικό για τα μάτια, μπροστά, εκεί όπου γυρνούσε ο μεγάλος κύλινδρος και όχι στον μικρό, όπου μπήκε το χέρι. Για το συγκεκριμένο σημείο, δεν υπήρχε προστατευτικό ποτέ. Αφαιρέθηκε ένα προστατευτικό στον μεγάλο κύλινδρο για να μην πιτσιλάει μελάνι στα μάτια. Δεν υπήρχε ποτέ προστατευτικό στον μικρό κύλινδρο. Ο μικρός κύλινδρος είναι σε απόσταση δύο (2) μέτρα από εκεί όπου είναι ο χειριστής, από τη θέση όπου στέκεται. Δεν έχω δει πιο σύγχρονα μοντέλα μηχανής. Από τη θέση εργασίας έως τον άξονα που πιάστηκε το γάντι, είναι 1,20 στην άκρη, αλλιώς δύο (2) μέτρα. Λέμε στον εργαζόμενο ότι εδώ προσέχεις, δεν φοράς γραβάτα, προσέχεις ζώνες κ.τ.λ., του εξηγείς πώς χειρίζεσαι τη μηχανή ... . Δεξιό τζογάρισμα σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα στο ρουλεμάν και ότι πρέπει να λύσεις τον κύλινδρο, όχι εν ώρα κίνησης της μηχανής. Δεν γνωρίζω την λεπτομέρεια αυτή, ότι έπρεπε να το διορθώσει σε κίνηση. Ο χειριστής δεν μπορεί σαφώς να επέμβει ως μηχανικός. ... Από την τελευταία φορά που είδα τη μηχανή, όσο ήμουν εγώ, όσα είδα στο προσπέκτους, αυτά υπήρχαν. Στο συγκεκριμένο μηχάνημα, όσο ήμουν, ήταν τα πάντα, μόνο αυτό για τα μάτια δεν βλέπω τώρα, ενώ υπήρχε. Για το συγκεκριμένο σημείο, όπου έβαλε το χέρι του, δεν στέκει λογικά εν κινήσει να βάλει το χέρι του. Η εταιρία θα πρέπει να ενημερώνει τον εργαζόμενο και να του πει πού πρέπει να βάλει το χέρι ή όχι. Αν πήγε να κάνει μία ρύθμιση που δεν έπρεπε εν ώρα κίνησης, φταίει ο ίδιος. Γνωρίζω ότι γινόταν εκπαίδευση, καθόταν δίπλα στον παλιό χειριστή και έβλεπε. Κατά καιρούς γινόταν εκπαίδευση. Υπήρχαν συντηρητές. Ο εργαζόμενος χειριστής δεν έχει τις γνώσεις για να κάνει συντήρηση. Φώναζαν απ' έξω κάποιον για συντήρηση. Κατά καιρούς γινόταν σεμινάρια. Ένα λάδωμα με βάση τις υποδείξεις που θα του κάνουν, μπορεί να γίνει από τον χειριστή" (βλ. σχ. κατάθεση). Σχετικά και ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης, Σ. Γ., Μηχανολόγος -Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και εξωτερικός συνεργάτης της εταιρίας με την επωνυμία "ΡRISΜΑ ΑΕ" από το τέλος του 2007, εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε και τα ακόλουθα: "Είμαι υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία του μηχανήματος. Αφού τελειώσει η περιστροφή τω κυλίνδρων, τοποθετείται ένα υπόστρωμα, πάνω στο οποίο, τοποθετούνται 1-2 κύλινδροι, κάνει μία περιστροφή ο μεγάλος κύλινδρος και μετά ο μικρός. Γίνεται η ίδια διαδικασία, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία όλων των κυλίνδρων. Αυτό που γυαλίζει είναι ο μικρός κύλινδρος. Αυτό βάζει και βγάζει μέχρι να βγει το τελικό αποτέλεσμα. Η ταχύτητα περιστροφής είναι 3,6 δευτερόλεπτα για έναν κύκλο. Γίνεται ένας κύκλος, κατεβάζω, φορτώνω και ξανά. Το 1996 κατασκευάστηκε αυτό το μηχάνημα. Πήρα από οίκο του εξωτερικού πληροφορίες, φωτογραφία και προσπέκτους που είναι πανομοιότυπο. Έχει πιστοποίηση και serial number. Κατά τη στιγμή της παραγωγής, πληροί όλες τις προδιαγραφές. Έχει στρεφόμενα μέρη που δεν καταπονούνται. Ουσιαστικά θέλει λαδώματα. Το δεξιό τζογάρισμα εν ώρα λειτουργίας μπορείς μόνο να το ακούσεις, όχι να το δεις. Δεν έχεις κανένα λόγο να βάλεις το χέρι σου στην παραγωγική διαδικασία. Δεν υπάρχουν εξογκώματα και σημεία εμπλοκής. Όταν εργάζεται κανονικά, είναι ορατό και παράλληλο με τον κύλινδρο. Δεν έχει σημεία εμπλοκής κα δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει προστατευτικό. Δεξιό τζογάρισμα σημαίνει ότι πάει μέσα - έξω. Τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει με το χέρι του. Δεν υπάρχει λόγος να βάλει το χέρι του. Αν είχε τζόγο η μηχανή, θα έπρεπε να σταματήσει τη μηχανή, να λυθεί όλο το σύστημα κα να δει. Αυτό το κάνει τεχνίτης που ξέρει τι θα δει. Δεν μπορεί να βάλει το χέρι, αν παλαντζάρει η μηχανή για να το κουνήσει. Το μηχάνημα συντηρήθηκε τον Φεβρουάριο ή τέλος Ιανουαρίου από την εταιρία, αν θυμάμαι καλά. Πάντα καταχωρείται και υπάρχει το δελτίο τεχνικής επίσκεψης. Κόλλησε το γάντι λόγω βρωμιάς. Αν το γάντι δεν τον βόλευε, θα το είχε βγάλει, δεν θα μπορούσε να εργαστεί. Κανένας δεν επεμβαίνει στις μηχανές που κινούνται. Τον παθόντα τον γνώρισα όταν ανέλαβα στην εταιρία. Δούλευε πεντέμισι (5,5) χρόνια στην εταιρία. Δεν μου είπε ποτέ για το μηχάνημα. Δεν ήταν σημείο που έπρεπε να είχε προστατευτικό. Δεν υπάρχει προστατευτικό που να είχε αφαιρεθεί (του επιδείχθηκε η με αριθμό 1 φωτογραφία της πολιτικής αγωγής). Μοιάζει πολύ το μηχάνημα, θα μπορούσε να είναι το ίδιο μηχάνημα. Δεν έχει διαφορά σε προστατευτικά μέτρα. Δεν έχει αφαιρεθεί τίποτα. Μπορεί να τρέξει μελάνι, αλλά δεν μπορεί να εκτιναχθεί στα μάτια, γιατί πάει αργά. Οι κώνοι μπαίνουν μέσα στον κύλινδρο. Στα σημεία όπου είναι οι κώνοι γίνεται τροποποίηση. Στο μηχάνημα δεν έγινε τροποποίηση. Αν υπήρχε ο ανεμοθώρακας, για πιο λόγο να τον αφαιρέσω. Δεν υπήρξε εμπλοκή. Κόλλησε το γάντι πάνω λόγω της βρωμιάς, έτσι πιθανολογώ" (βλ. σχ. κατάθεση). Περαιτέρω και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα, συνδυαζόμενα με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: Το εν λόγω μηχάνημα, που αγοράστηκε προ 10ετίας, έφερε Serial Number 5436 και πιστοποίηση από την κατασκευάστρια εταιρεία, και την ένδειξη CΕ, που δηλώνει την πιστότητα του προς τα επίπεδα προστασίας της υγείας και ασφάλειας των χρηστών και καταναλωτών, όπως αυτά καθορίζονται από τις συνολικές οδηγίες για τις διαδικασίες εκτίμησης της πιστότητας, οι οποίες προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο που καλύπτει το προϊόν (βλ. σχ. και Απόφαση του Συμβουλίου 93/465/ΕΟΚ της 22ας Ιουλίου 1993). Από το εν λόγω μηχάνημα δεν αποδείχθηκε ότι έχουν αφαιρεθεί προστατευτικά, όπως τούτο προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα προσπέκτους, φωτογραφίες και τη σχετική αλληλογραφία με την κατασκευάστρια εταιρεία, στην οποία στάλθηκαν φωτογραφίες του εν λόγω μηχανήματος, στην κατάσταση που βρίσκεται. Μάλιστα από την προσκομιζόμενη φωτογραφία της νέας έκδοσης του εν λόγω μηχανήματος, προκύπτει ότι από άποψη ασφαλείας είναι πανομοιότυπο με το υπάρχον. Το εν λόγω μηχάνημα συντηρούνταν κανονικά και μάλιστα από τεχνικό της κατασκευάστριας εταιρείας, η δε τελευταία συντήρηση (SERVICE), είχε γίνει στις 25-2-2008, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά έγγραφα (βλσχ αναφορά τεχνικού και τιμολόγιο της εταιρείας). Η εταιρεία εκτελούσε ενδοεπιχειρησιακά σεμινάρια ενημέρωσης των εργαζομένων για τα ατομικά μέτρα προστασίας, χρήση προστατευτικών γυαλιών, κρανών, γάντια εργασίας και σωστών υποδημάτων, για τα αντίστοιχα τμήματα εργασίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο από 2-5-2006 έγγραφο, με υπεύθυνο εκπαίδευσης τον Τεχνικό Ασφαλείας, Φ. Μ., στο οποίο συμμετείχε και ο παθών, υπογράφοντας το σχετικό έντυπο., (βλσχ έγγραφο). Προσκομίζεται επί πλέον και η από 2-5-2006 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, του παθόντος στην οποία αναφέρει ότι, "έχω ενημερωθεί για τα ατομικά μέτρα προστασίας και μου έχουν δοθεί από την επιχείρηση προστατευτικά γυαλιά, κράνος και γάντια" (βλ. σχ. έγγραφο). Αλλά και ο ίδιος ο παθών, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς όρκο, ανέφερε σχετικά: "Προσλήφθηκα στις 23-8-2002 ως εργάτης στην εταιρία με την επωνυμία "ΡRISΜΑ ΑΕ". ... Παρά την εμπειρία των πεντέμισι (5,5) ετών που είχα στην εκτύπωση κυλίνδρου και τοποθέτηση, προσλήφθηκα με ειδικότητα εργάτη. Ήμουν είκοσι (20) χρόνια εκτυπωτής, είχα εμπειρία στην εκτύπωση και το γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος. Το συμβάν έχει σχέση με εκτύπωση. Η μηχανή μου, η οποία εκτύπωνε, είναι το τελευταίο στάδιο της παραγωγής που βλέπουμε τα κυλινδρικά δοκίμια. Τα τελευταία πεντέμισι (5,5) χρόνια χειριζόμουν το μηχάνημα και εκτύπωνα κυλινδρικά δοκίμια. Το έμαθα εκεί το μηχάνημα. Είχα χειριστεί παρόμοια και ανάλογα μηχανήματα ... Οι συντηρήσεις γινόταν κανονικά. Έβαζα λίγο λάδι. Δεν είδα κανέναν να ήρθε για συντήρηση. Μια εβδομάδα πριν από το ατύχημα, ήρθε ένας Άγγλος, αφού επεσήμανα τα προβλήματα εγγράφως. Ήρθε ο Άγγλος, βρήκε προβλήματα στον εγκέφαλο του μηχανήματος, αλλά έφυγε, γιατί όπως είπε το αφεντικό, κόστιζε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Το μηχάνημα τζογάριζε από τη δεξιά πλευρά. Είχε συντήρηση το μηχάνημα. Εγώ την έκανα τη συντήρηση. Λίπαινα τα σημεία που έπρεπ ε..." (βλ. σχ. ανωμοτί κατάθεση). Ο ίδιος μάλιστα προανακριτικά, όπως παραδεκτά κατ1 άρθρο 357 παρ.4 του ΚΠοινΔ, του επισημάνθηκε από το Δικαστήριο, είχε καταθέσει και ότι "όσον αφορά το συγκεκριμένο μηχάνημα, στο οποίο εργάζομαι 5,5 χρόνια, δεν παρουσίαζε προβλήματα, πέραν του τζόγου που είχε ο δεξιός άξονας, κι' αυτό γιατί ήταν παλιό (10ετίας), η συντήρηση του όμως γινόταν κανονικά ..." (βλ. σχ. κατάθεση). Ακόμη αποδεικνύεται και από τα προσκομισθέντα φύλλα από το ΒΙΒΛΙΟ ΥΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ετών 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010 (βλ. σχ. έγγραφα). Τέλος, από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο παθών, Δ. Μ. προσλήφθηκε από την άνω εταιρεία και συγκεκριμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο, Διευθυντή αυτής, στις 23-8-2002, ως εργάτης, διαθέτοντας επαγγελματική πείρα ως εκτυπωτής, αφού εργάζονταν επί 20 χρόνια με την ειδικότητα αυτή, γεγονός που το γνωστοποίησε, κατά την πρόσληψη του στον άνω εργοδότη του, όπως ομολογείται από τον ίδιο (βλ. σχ. Χωρίς όρκο κατάθεση αυτού). Ενόψει της επαγγελματικής του αυτής εμπειρίας τοποθετήθηκε στο τμήμα του εργοστασίου που γίνεται ο τελικός ποιοτικός έλεγχος των παραγόμενων κυλίνδρων βαθυτυπίας και του ανατέθηκε ο χειρισμός εκτυπωτικής μηχανής, του οίκου J.M.Heaford Limited, με την οποία γίνεται παραγωγή του κυλινδρικού δοκιμίου (φωτ.1 της έκθεσης αυτοψίας). Ο τρόπος εργασίας του περιγράφηκε παραπάνω, αλλά και αναφέρεται και από τον παθόντα, ο οποίος κατέθεσε σχετικά ότι, "η μηχανή μου, η οποία εκτύπωνε, είναι το τελευταίο στάδιο της παραγωγής που βλέπουμε τα κυλινδρικά δοκίμια. Τα τελευταία πεντέμισι (5,5) χρόνια χειριζόμουν το μηχάνημα και εκτύπωνα κυλινδρικά δοκίμια. Το έμαθα εκεί το μηχάνημα. Είχα χειριστεί παρόμοια και ανάλογα μηχανήματα. Η μηχανή έχει έναν περιστρεφόμενο κύλινδρο, στην επιφάνεια του οποίου εφαρμόζει το δοκίμιο και γίνεται η δοκιμαστική εκτύπωση. Έριχνα μελάνι, εκτύπωνα και ούτω καθ' εξής. Έχει ένα κουμπί αριστερά (επιδείχθηκε η με αριθμό 1 φωτογραφία στην έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος, που συνέταξε ο Τεχνικός Επιθεωρητής Εργασίας Δ. Κ.), πατάμε το stop για να σταματήσει η λειτουργία. Είμαι μπροστά στο μηχάνημα όταν αυτό λειτουργεί" (βλσχ κατάθεση). Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ανατεθεί στον παθόντα , επί πλέον της εργασίας που είχε προσληφθεί, και καθήκοντα τεχνικού συντήρησης ή επιδιόρθωσης του μηχανήματος, ούτε ο ισχυρισμός του ότι, "μου είπαν να το φτιάξω, επειδή δεν το έκανε ο Άγγλος", "ο πρώτος κατηγορούμενος μου είπε να το φτιάξω" ή ότι "μια εβδομάδα πριν από το ατύχημα, ήρθε ένας Άγγλος, αφού επεσήμανα τα προβλήματα εγγράφως. Ήρθε ο Άγγλος, βρήκε προβλήματα στον εγκέφαλο του μηχανήματος, αλλά έφυγε, γιατί όπως είπε το αφεντικό, κόστιζε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ". Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο παθών, που διέθετε πολυετή επαγγελματική πείρα, αλλά και είχε ενημερωθεί σχετικά για τους επαγγελματικούς του κινδύνους, υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του και παραβλέποντας τα ανωτέρω, ανέλαβε μόνος του αυτή την πρωτοβουλία, αγνοώντας το γεγονός ότι η μηχανή βρισκόταν σε λειτουργία και ότι φορούσε πλαστικά γάντια εμποτισμένα με χρώματα και διαλύτες, απαραίτητα για την εργασία που του είχε ανατεθεί. Ο ίδιος μάλιστα καταθέτοντας ανέφερε ότι, "την επιδιόρθωση δεν μπορούσα να την κάνω με σβηστή μηχανή, αλλά θα έπρεπε να βγάλω τον προφυλακτήρα, τα καπάκια και να λύσω τη μηχανή. Ήθελα να πιάσω το σταθερό μέρος και κατά λάθος κόλλησε και πιάστηκε το γάντι. Δεν μπορούσα να το κάνω με σβησμένη τη μηχανή. Δεν θα μπορούσα να την επιδιορθώσω γιατί είδα ένα τρέμουλο στον κύλινδρο και πήγα να το κάνω. Όπως δούλευα, είδα το τζογάρισμα και πήγα να το κάνω. Δεν θα μπορούσα να επέμβω αν ήταν σταματημένο" (βλ. σχ. κατάθεση). Επί πλέον αποδείχθηκε ότι το κυλινδρικό μεταλλικό στέλεχος, που επιχείρησε να πιάσει ο παθών, βρίσκεται δεξιά του κυλίνδρου βαθυτυπίας (φωτ. 3 της έκθεσης αυτοψίας) και ο μικρός κύλινδρος είναι σε απόσταση δύο (2) μέτρα από εκεί όπου είναι ο χειριστής, από τη θέση εργασίας του. Δεν είναι εμφανής από τη θέση εργασίας του και ούτε υπάρχει δυνατότητα εμπλοκής του χειριστή με αυτό, κατά την εκτέλεση της εργασίας του και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται η ύπαρξη προστασίας του από αυτό το μηχανικό μέρος της μηχανής (βλ. σχ. φωτογραφίες). Μόνο ηθελημένα μπορεί να το αγγίξει ο εργαζόμενος, εάν σηκωθεί από τη θέση εργασίας του και σκύψει για να το πιάσει. Τούτο έκανε και ο παθών και για το λόγο αυτό, πέραν του αιφνιδιασμού του, δεν μπόρεσε να σταματήσει τη μηχανή, πιέζοντας με το αριστερό του χέρι τον υπάρχοντα, στην εμπρόσθια όψη της μηχανής, διακόπτη άμεσης διακοπής λειτουργίας (emergency stop). Χαρακτηριστικά ο παθών καταθέτοντας ανέφερε και ότι, "δεν μπορούσα να πατήσω το κουμπί γιατί δούλευα σκυμμένος. Έπρεπε να κάνω ένα βήμα πίσω. Δεν πρόλαβα να πατήσω το stop. Πρέπει να πας πίσω για να μπορέσεις να το πατήσεις ... Σε περίπτωση ανάγκης πατάς το stop. Στο σημείο, όπου ήμουν δεν μπορούσα να το πατήσω το stop. Έπρεπε να κάνω πίσω ..." (βλ. σχ. κατάθεση). Το ανωτέρω αναφέρθηκε και από τους κατηγορούμενους κατά την απολογία τους. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε σχετικά ότι, "το να τοποθετήσεις το χέρι σου εκεί, δεν είναι μέρος της παραγωγικής διαδικασίας ... . Αν βάλεις το χέρι σου εκεί, όσο δουλεύει η μηχανή, δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα. Το ρουλεμάν έχει μπίλιες μέσα και ακούγεται θόρυβος αν έχει πρόβλημα....Δεν είχε λόγο ο ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ να το κάνει, ούτε τον διέταξα να το κάνει. Ήταν έμπειρος χειριστής στο κομμάτι αυτό ...", ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε σχετικά ότι, "ο κύλινδρος στον οποίο κόλλησε το γάντι έχει τρεις (3) πόντους διάμετρο και μία περιστροφή κάνει τέσσερα (4) δευτερόλεπτα. Δεν είναι καν ελεύθερο κινούμενο μέρος και δεν έχει επικινδυνότητα. Αν κάποιος ευσυνειδήτως πάει και πιάσει εκεί, θα πάθει ατύχημα. Δεν είναι μέρος της δουλειάς του. Δεν υπάρχει λόγος να έχει προστατευτικό. Είναι πιστοποιημένο το μηχάνημα και πληροί όλες τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Κόλλησε το γάντι και το θεωρώ σπάνιο συμβάν. Όταν πάω και ακουμπήσω τον κύλινδρο με αργή κίνηση δεν γίνεται τίποτα. Αν πάω με το πλαστικό γάντι, πλαστικό με πλαστικό, κλείδωσε όσο γύρναγε, τέντωνε το γάντι, κλείδωσε, έσφιξε και πανικοβλήθηκε ο παθών. Πρέπει να πάει λίγο δίπλα και να κάνει ορισμένα βήματα για να το σταματήσει. Έγινε από απερισκεψία. Δεν θα μπορούσε ούτε τον κραδασμό να τον διαγνώσει έτσι και δεν θα μπορούσε να κουνήσει κάτι. Αν κουνούσε το σταθερό μέρος, δεν θα έκανε τίποτα εν κινήσει. Καμία τεχνική λογική δεν μπορεί να το εξηγήσει ... Δεν υπάρχει προστατευτικό στον κύλινδρο, ούτε στα πιο σύγχρονα μηχανήματα" (βλ. σχ. απολογίες). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενώ ο παθών κατέθεσε αρχικά ενώπιον και του Επιθεωρητή Εργασίας, ότι το ατύχημα έγινε υπό τα άνω περιστατικά, τα οποία γίνονται αποδεκτά και στην έκθεση αυτοψίας και τα ίδια στη συνέχεια, καταθέτοντας προανακριτικά, στις 8-5-2008, επιρρίπτοντας μάλιστα την ευθύνη αποκλειστικά στον εαυτό του, στη συνέχεια, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταστρέφοντας τη στάση του, ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι από τη μηχανή είχαν αφαιρεθεί τα προστατευτικά, ότι διατάχθηκε για την επιδιόρθωση από τον πρώτο κατηγορούμενο κλπ. Επισημαίνεται ακόμη ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ασκήσει σχετική αγωγή αποζημιώσεως. Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα αυτό και η προκληθείσα στον άνω παθόντα εργαζόμενο σωματική βλάβη, οφείλεται σε δική του αποκλειστικά αμέλεια, ο οποίος ήταν έμπειρος για την εργασία που του είχε ανατεθεί, καθ' ότι ενήργησε παρορμητικά, πέραν των καθηκόντων του, γνωρίζοντας τους κινδύνους από την ενέργεια του αυτή, που του είχαν επισημανθεί από τους κατηγορουμένους, αρμόδιους αντίστοιχα προς τούτο, και επί πλέον είχε εκπαιδευτεί, κατά τα ανωτέρω. Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αμέλεια των κατηγορουμένων, εργοδότη του (ως Διευθυντή του εργοστασίου) και υπευθύνου τεχνικού ασφαλείας αντίστοιχα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχαν οργανώσει την εκτέλεση της ανατεθειμένης σ' αυτόν εργασία και τις σχετικές με την ασφαλή πραγματοποίηση της οδηγίες, ούτε άλλωστε ως προς τα ληφθέντα για την προστασία του εργαζομένου μέτρα ασφαλείας, κατά τα ανωτέρω. Συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια." Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που αποκλείουν στην προκειμένη περίπτωση την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 28 και 314 Π.Κ. και στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ενοχή των κατηγορουμένων ενώ ορθά ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου δηλαδή με αντιφατικές αιτιολογίες ή παραδοχές. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως είναι αβάσιμες, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται με κάθε λεπτομέρεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: 1) οι ιδιότητες των κατηγορουμένων και οι προβλεπόμενες από το νόμο υποχρεώσεις τους σε σχέση με τα μέτρα προστασίας των εργαζομένων, 2) η ανάθεση στον παθόντα του χειρισμού της εκτυπωτικής μηχανής, οίκου J.M. Heaford Limited, με την οποία γίνεται παραγωγή του κυλινδρικού δοκιμίου και η επαγγελματική εμπειρία του επί εικοσαετία, στην ειδικότητα του εκτυπωτή 3)περιγράφονται λεπτομερώς τα μηχανικά μέρη και ο τρόπος λειτουργίας της παραπάνω μηχανής, που αγοράσθηκε προ δεκαετίας και έφερε πιστοποίηση από την κατασκευάστρια εταιρεία, και την ένδειξη CΕ, που δηλώνει την πιστότητα της προς τα επίπεδα προστασίας της υγείας και ασφάλειας των χρηστών και καταναλωτών, όπως αυτά καθορίζονται από τις συνολικές οδηγίες για τις διαδικασίες εκτίμησης της πιστότητας, οι οποίες προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο που καλύπτει το προϊόν, 4) εκτίθενται λεπτομερώς οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα από το οποίο ο παθών υπέστη τη σωματική βλάβη, όπως αυτές αναφέρονται και στην έκθεση αυτοψίας του εργατικού ατυχήματος που συντάχθηκε, 5) παρατίθεται το συμπέρασμα του επιθεωρητή εργασίας κατά το οποίο το ατύχημα πιθανόν να μπορούσε να αποφευχθεί, εάν: α) είτε με κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ. 395/1994, αποφεύγονταν η επέμβαση στη συγκεκριμένη μηχανή εν ώρα λειτουργίας με ταυτόχρονη χρήση του συγκεκριμένου ελαστικού γαντιού, β) είτε εάν το κινούμενο μηχανικό στοιχείο, που προκάλεσε το ατύχημα, ήταν εφοδιασμένο με προφυλακτήρα ή με σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση του πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράρτημα 2/13 του Π.Δ. 395/1994, 6) παρατίθενται τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με την αοριστία του παραπάνω συμπεράσματος, αφού δεν διευκρινίζεται αν τα αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας (προφυλακτήρας, σύστημα παρεμπόδισης πρόσβασης στην επικίνδυνη ζώνη κλπ), μπορούσαν, από τεχνική άποψη να εφαρμοστούν στο συγκεκριμένο μηχάνημα, ούτε αποσαφηνίζεται, μολονότι γίνεται αναφορά σε σύστημα που παρεμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη και σε σύστημα που σταματά την κίνηση του κινούμενου μεταλλικού στοιχείου πριν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη, ποια είναι για το συγκεκριμένο κινούμενο μεταλλικό στοιχείο η επικίνδυνη ζώνη, καθώς και από ποια απόσταση υπάρχει πρόσβαση σ' αυτή, 7) Επισημαίνεται, ότι στο από 17-3-2008 δελτίο ελέγχου, που συνέταξαν και υπέγραψαν οι άνω Επιθεωρητές Εργασίας, αναφέρουν στις "παρατηρήσεις και υποδείξεις" μόνο "να γίνει εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα αναγνώρισης επαγγελματικών κινδύνων και εφαρμογής καλών εργασιακών πρακτικών", 8) δέχθηκε το δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ότι από το εν λόγω μηχάνημα δεν έχουν αφαιρεθεί προστατευτικά, όπως τούτο προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα προσπέκτους, φωτογραφίες και τη σχετική αλληλογραφία με την κατασκευάστρια εταιρεία, στην οποία στάλθηκαν φωτογραφίες του εν λόγω μηχανήματος, στην κατάσταση που βρίσκεται, ότι συντηρούνταν κανονικά και μάλιστα από τεχνικό της κατασκευάστριας εταιρείας, με τελευταία συντήρηση 25-2-2008, ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα 4-3-2008. 9) δέχθηκε ότι η εταιρεία εκτελούσε ενδοεπιχειρησιακά σεμινάρια ενημέρωσης των εργαζομένων για τα ατομικά μέτρα προστασίας, χρήση προστατευτικών γυαλιών, κρανών, γάντια εργασίας και σωστών υποδημάτων, για τα αντίστοιχα τμήματα εργασίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο από 2-5-2006 έγγραφο, με υπεύθυνο εκπαίδευσης τον Τεχνικό Ασφαλείας, Φ. Μ., στο οποίο συμμετείχε και ο παθών, υπογράφοντας το σχετικό έντυπο, 10) αναφέρεται και η από 2-5-2006 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, του παθόντος στην οποία αναφέρει ότι έχει ενημερωθεί για τα ατομικά μέτρα προστασίας και του έχουν δοθεί από την επιχείρηση προστατευτικά γυαλιά κράνος και γάντια, γεγονός που επιβεβαίωσε και ενώπιον του δικαστηρίου, 11) δέχθηκε ότι δεν είχαν ανατεθεί στον παθόντα, επί πλέον της εργασίας που είχε προσληφθεί και καθήκοντα τεχνικού συντήρησης ή επιδιόρθωσης του μηχανήματος, 12) δέχθηκε ότι ο παθών, διέθετε πολυετή επαγγελματική πείρα, αλλά και είχε ενημερωθεί σχετικά για τους επαγγελματικούς του κινδύνους, και υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του ανέλαβε μόνος του αυτή την πρωτοβουλία, αγνοώντας το γεγονός ότι η μηχανή βρισκόταν σε λειτουργία και ότι φορούσε πλαστικά γάντια εμποτισμένα με χρώματα και διαλύτες, απαραίτητα για την εργασία που του είχε ανατεθεί, 13) δέχθηκε ότι το κυλινδρικό μεταλλικό στέλεχος, που επιχείρησε να πιάσει ο παθών, βρίσκεται δεξιά του κυλίνδρου βαθυτυπίας και ο μικρός κύλινδρος είναι σε απόσταση δύο (2) μέτρα από εκεί όπου είναι ο χειριστής, από τη θέση εργασίας του και ότι δεν είναι εμφανής από τη θέση εργασίας του και ούτε υπάρχει δυνατότητα εμπλοκής του χειριστή με αυτό, κατά την εκτέλεση της εργασίας του και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται η ύπαρξη προστασίας του από αυτό το μηχανικό μέρος της μηχανής, 14) δέχθηκε ότι μόνο ηθελημένα μπορεί να το αγγίξει ο εργαζόμενος το παραπάνω κυλινδρικό μεταλλικό στέλεχος, εάν σηκωθεί από τη θέση εργασίας του και σκύψει για να το πιάσει, ότι αυτό έκανε και ο παθών και για το λόγο αυτό, πέραν του αιφνιδιασμού του, δεν μπόρεσε να σταματήσει τη μηχανή, πιέζοντας με το αριστερό του χέρι τον υπάρχοντα, στην εμπρόσθια όψη της μηχανής, διακόπτη άμεσης διακοπής λειτουργίας, 15) δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο ότι το ατύχημα αυτό και η προκληθείσα στον άνω παθόντα εργαζόμενο σωματική βλάβη, οφείλεται σε δική του αποκλειστικά αμέλεια, ο οποίος ήταν έμπειρος για την εργασία που του είχε ανατεθεί καθότι ενήργησε παρορμητικά, πέραν των καθηκόντων του, γνωρίζοντας τους κινδύνους από την ενέργεια του αυτή, που του είχαν επισημανθεί από τους κατηγορουμένους, αρμόδιους αντίστοιχα προς τούτο, και επί πλέον είχε εκπαιδευτεί κατά τα ανωτέρω. 16) Και τέλος ότι με βάση όλα τα προαναφερόμενα δε μπορεί να γίνει λόγος για αμέλεια των κατηγορουμένων, εργοδότη του (ως Διευθυντή του εργοστασίου) και υπευθύνου τεχνικού ασφαλείας αντίστοιχα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχαν οργανώσει την εκτέλεση της ανατεθειμένης σ' αυτόν εργασίας και τις σχετικές με την ασφαλή πραγματοποίηση της οδηγίες, ούτε άλλωστε ως προς τα ληφθέντα για την προστασία του εργαζομένου μέτρα ασφαλείας. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την αθωωτική του κρίση, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία από την αξιολόγηση των οποίων δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα για την αμελή συμπεριφορά τους για το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο κατά τις παραδοχές της οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασάφειες και αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 52/16-12-2011 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 849/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου. Πραγματικά περιστατικά. Τραυματισμός του εγκαλούντα από χειρισμό εκτυπωτικής μηχανής με την οποία γίνεται παραγωγή κυλινδρικού δοκιμίου. Αποκλειστική αμέλεια του παθόντα για την προκληθείσα σε αυτόν σωματική βλάβη. Αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Αναίρεση Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 704/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Π. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.18022/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο, κείμενο αναιρετικών λόγων, το οποίο επίσης φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ή βουλεύματος). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης 18022/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό έκθεσης 97/21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ζητεί την αναίρεση, "για τους παρακάτω λόγους που σας επισυνάπτω", και πράγματι, επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή δικόγραφο, με τον τίτλο "ΛΟΓΟΙ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ" περιέχον νομίμους και ορισμένους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγους αναιρέσεως, το οποίο είναι συρραμμένο και υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, τον κατηγορούμενο και από τον ίδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που συνέταξε την άνω έκθεση, φέρει δε και τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών επ` αυτού, υπό την αυτή ως άνω (21-10-2011) χρονολογία. Η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συρραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, με τα αναφερθέντα τυπικά στοιχεία, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και του άρθρου 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταβολής των επιδίκων χρεών, " η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 εδ α' του ν. 1882/1990 "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α)........ β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικό ή μη.
Τέλος κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 "για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.......".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης είναι εκείνος, ο οποίος ήταν διαχειριστής της εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή.
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ` είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.(Α.Π. 841/2010). Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση που κάποιος καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 και είχε κηρυχθεί προ της διαπράξεως του αδικήματος σε κατάσταση πτωχεύσεως, τα δε χρέη προς το Δημόσιο βεβαιώθηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, ενώ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σε συναφή προς τα άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εφ` όσον αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. (βλ. σχετ. Α.Π. 722/2010, Α.Π.422/2010) Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 έως 1-10-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών. Ειδικότερα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του με την ιδιότητα του διαχειριστή εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΜΒΟΣ ΕΠΕ", χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο στην παρούσα απόφαση πίνακα χρεών της ΔΟΥ Βύρωνος και στην από 3-11-2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ανωτέρω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 5.589.940,35 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού, υπέρ του Δημοσίου. Στην πράξη του αυτή όμως προέβη από μη ταπεινά αίτια, αφού η ως άνω εταιρία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ως εκ τούτου με την αρ.1378/99 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε πτώχευση...
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ως προς τον δόλο δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέλησή του να πραγματώσει την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, την οποίαν, άλλωστε, αναφέρει τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό ότι τέλεσε από πρόθεση, και, τέλος, η απόφαση αναφέρει ότι με τη με αριθμό 1378/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η παραπάνω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση, αναγνωρίζοντας εκ του λόγου αυτού το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων στον αναιρεσείοντα. Τον ισχυρισμό περί πτώχευσης της παραπάνω εταιρείας από του έτους 1999, είχε προτείνει στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο συνήγορος, κατά το στάδιο της αγόρευσής του, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν και συνεπώς το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ` αυτού. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλομένη απόφαση γιατί ενώ δέχεται ότι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας καθυστέρησε την καταβολή χρεών της εταιρείας αυτής προς το Δημόσιο, κατά το διάστημα από 1-5-2004 έως 1-10-2004, ταυτόχρονα δέχθηκε ότι η εταιρεία αυτή είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης από το έτος 1999, δεν είναι βάσιμη, γιατί σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν η κήρυξη της παραπάνω εταιρείας σε πτώχευση πριν από τη βεβαίωση των χρεών δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, και ο δόλος του δεν αναιρείται από την κήρυξη της εταιρείας της οποίας ήταν διαχειριστής σε πτώχευση, πολλώ μάλλον που όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα χρεών, αυτά είχαν γεννηθεί κατά την περίοδο των ετών 1993 έως 1997, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο κατά πολύ της πτώχευσης, άσχετα αν βεβαιώθηκαν αργότερα το έτος 2004. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί αντίθεσης του περιεχομένου των αναγνωσθέντων εγγράφων, α) υπ` αριθμό 5444/8-7-1998 ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύθηκε η με αριθμό ... πράξη του συμ/φου Αθηνών Θεοδώρου Ζέρβα, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών και β) υπ` αριθμό 12634/21-4-2005 πιστ/κού του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία προκύπτει, ότι από του έτους 1998 και εντεύθεν, διαχειρίστρια της παραπάνω εταιρείας ορίσθηκε η Μ. Π. του Ν. και συνεπώς αυτός δεν ήταν διαχειριστής αυτής, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί του ότι κατά τον επίδικο χρόνο 1-5-2004 έως 1-10-2004 νόμιμος διαχειριστής της παραπάνω εταιρείας ετύγχανε αυτός, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως, και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτη. Άλλωστε, ως αντίφαση ή ασάφεια, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη διαλαμβάνονται. Εξάλλου, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως προαναφέρθηκε, τα επίδικα χρέη γεννήθηκαν κατά το διάστημα των ετών από 1993 έως 1997, οπότε την ιδιότητα του διαχειριστή της παραπάνω εταιρείας είχε ο αναιρεσείων και συνεπώς ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας αυτής σύμφωνα με την προαναφερθείσα στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 25 παρ.3 του ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο σχετικός, χωρίς αριθμό, λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ως εκτιμάται εν τω συνόλω του, περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγω της παραπάνω ασάφειας, ιδία όσον αφορά την αιτιολογία του δόλου, μετά την πτώχευση της εταιρίας της οποίας νόμιμος διαχειριστής φέρεται ο αναιρεσείων, καθώς και λόγω αντίθεσης των παραδοχών της στο περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως και το συννημένο σε αυτή έγγραφο, που φέρει τον τίτλο "ΛΟΓΟΙ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ", του Π. Π. του Π. , για αναίρεση της υπ` αριθ. 18022/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από διαχειριστή ΕΠΕ. Αρκεί η ιδιότητα του διαχειριστή της ΕΠΕ κατά το χρόνο γέννησης των χρεών, έστω κι αν κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν δεν ήταν διαχειριστής. Δόλος. Δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγησή του στο έγκλημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέλησή του κατηγορουμένου να πραγματώσει την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ο ισχυρισμός για έλλειψη δόλου, επειδή ο κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί σε πτώχευση δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτεί αιτιολογημένη απόρριψη, πολλώ δε μάλλον όταν η κήρυξη της πτωχεύσεως επακολούθησε και τα χρέη προς το Δημόσιο είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα προηγουμένως. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 706/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Δ., κατοίκου ..., και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιώγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2007 αίτησή τους και τους από 19-8-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, ήδη προαχθείσας σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους, και σε περίπτωση προσβολής της με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται ν' απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία όμως είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας ή της τιμής του ή στερήθηκε την ελευθερία του (ΑΠ 1462/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Στο φύλλο με αριθμό 16552 της 26- 2-2002 της εφημερίδος ΠΑΤΡΙΣ, η οποία εκδίδεται στο Ηράκλειο Κρήτης και διανέμεται σε ολόκληρη την Κρήτη, δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, πρώην δημάρχου Ηρακλείου, πρώην ευρωβουλευτή και δημοσιογράφου, με τον τίτλο "Του ... τ. Δημάρχου Ηρακλείου και Ευρωβουλευτή, Συνταγματικά επιβαλλόμενη η διαφάνεια στα οικονομικά των μέσων ενημέρωσης", στο οποίο αναγράφονταν μεταξύ άλλων και τα εξής: Σε τηλεοπτική εκπομπή την 21-2-2002 στον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA αναφέρθηκα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, στη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο "ΑΕ Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ" που ελέγχει, μεταξύ άλλων, την ΚΡΗΤΗ TV, του γνωστού επιχειρηματία κ. Ν. Τ. που κατέχει σημαντικό μερίδιο των ηλεκτρονικών παιγνίων και των "παρεκτροπών" των που διακινούνται στην Κρήτη. Αντί όμως η "ΑΕ Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ" να επιτελέσει το εκ του ελληνικού συντάγματος απορρέον καθήκον της, προσπάθησε, με δημοσίευμα που καταχωρήθηκε στο φύλλο της 22-2-2002 της εφημερίδας "Νέα Κρήτη", ιδιοκτησίας του ίδιου του βασικού μετόχου της "ΑΕ Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ" και της οικογενείας του, με το οποίο προσπαθεί να αποκρύψει την αλήθεια, τη συμμετοχή δηλαδή και άλλων επιχειρηματιών, μεταξύ των οποίων και ο κ. Ν. Τ., στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρίας και πιο συγκεκριμένα στην αύξησή του ή στην διαφορετική σύνθεση των μετόχων που έλαβε χώρα μετά την αρχική σύστασή της (14-8-1990) και της γενικής συνέλευσης της 30-6-2001 και που σήμερα ανέρχεται στα 300.000.000 δραχμές, κατανενημένο σε 30.000 μετοχές των 10.000 δραχμών η κάθε μία έναντι των 20.000.000 δραχμών κατανεμημένο σε 2.000 μετοχές των 10.000 δραχμών η κάθε μία της σύστασης της εταιρίας της 14-6-1990. Η τέτοια συμπεριφορά της "ΑΕ Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ" έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται από τον συνταγματικό νομοθέτη για διαφάνεια στα οικονομικά των μέσων ενημέρωσης αλλά και με την κοινή περί δικαίου και κοινωνικής ηθικής αντίληψη και οφείλω ως εκ τούτου να την καταγγείλω και δημόσια. Φυσικά θα ζητήσω την αποτίμηση από την ελληνική δικαιοσύνη των άκρως συκοφαντικών και εξυβριστικών εκφράσεων ("απάντηση σε λασπολόγο", "ο γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του", "ξεπέρασε κάθε όριο λασπολογίας", "προσπάθησε να λασπολογήσει") που εχρησιμοποίησε εναντίον μου στην επιχείρηση παραπλάνησης της κοινής γνώμης όπως αυτή είδε το φως της δημοσιότητας με το κείμενο της εφημερίδας "Νέα Κρήτη" της 22-2-2002. Σημειωτέον (συνεχίσει το Εφετείο) ότι το ως άνω δημοσίευμα καταχωρήθηκε και στην ενημερωτική ηλεκτρονική σελίδα στο διαδίκτυο που διατηρεί η εφημερίδα με στοιχεία "www.patris.gr". Από τα αναγραφόμενα πιο πάνω (κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου) αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της δεύτερης ενάγουσας (και ήδη δεύτερης των αναιρεσειόντων) στην οποία Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος είναι ο πρώτος ενάγων (και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων), ότι δηλαδή στο μετοχικό κεφάλαιο της μετέχει ο Ν. Τ., είναι μεν ψευδή, όμως ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε το ψεύδος καθ' όσον αυτό βασίστηκε σε ένα έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ν. Ηρακλείου με αριθμό ΕΜ.707 και ημερομηνία 13-2-2002, το οποίο του απεστάλη σε απάντηση της από 11-2-2002 αίτησής του και στο οποίο αναφερόταν ότι ο Ν. Τ. κατά την τελευταία γενική συνέλευση της εταιρείας ΙΚΑΡΟΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ της 30-6-2001 εμφανιζόταν να μετέχει στην εταιρεία με 600 μετοχές ονομαστικής αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία. Η εσφαλμένη ως άνω πληροφορία εκ μέρους της Διεύθυνσης εμπορίου οφειλόταν σε λάθος της ίδιας της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία είχε υποβάλει σ' αυτή λανθασμένο δακτυλογραφημένο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 30-6-2001. Το λάθος της δε αυτό η εταιρεία το διόρθωσε μόλις την 26-2-2002, δηλαδή την ίδια μέρα που εγένετο το δημοσίευμα από τον αναιρεσίβλητο, υποβάλλοντας στην ως άνω Διεύθυνση Εμπορίου το με αριθμ. 16 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 30-6-2001 που έλαβε αριθμ. πρωτ. 991/26-2-2002 με συνημμένη δήλωση της εταιρείας ότι υποβάλλεται σε αντικατάσταση και ορθή επανάληψη του ήδη υποβληθέντος πρακτικού όπου -εσφαλμένα- εμφανίζετο να μετέχει της εταιρείας ο Ν. Τ. (βλ. το με αριθμ. ΕΜ 991/27-2-2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Εμπορίου). Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο αναιρεσίβλητος είχε πληροφορηθεί τη μετοχική σύνθεση της δεύτερης των αναιρεσειόντων από το με ημερομηνία 7-12-2001 δικόγραφο των προτάσεων του πρώτου τούτων (αναιρεσειόντων), τις οποίες είχε καταθέσει στις 9-12-2001 και αφορούσαν άλλη δικαστική τους διαφορά, δεν είναι βάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε πράγματι γνώση του δικογράφου των προτάσεων του πρώτου αναιρεσείοντος σε χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης του άρθρου του, άλλωστε τα εις τις προτάσεις του ισχυριζόμενα υπόκειντο υπό δικαστική κρίση, ενώ αυτός κατείχε επίσημο έγγραφο από τη Διεύθυνση Εμπορίου, το οποίο δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση για την ακρίβεια των όσων βεβαίωνε. Το λάθος που είχε γίνει, ο αναιρεσίβλητος το πληροφορήθηκε μετά την ημερομηνία του δημοσιεύματος με το αριθμ. Ε.Μ. 991/27-2-2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Εμπορίου που του κοινοποιήθηκε. Ενόψει των ανωτέρω λείπει το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου εναγομένου και συνεπώς δεν θεμελιώνεται σε βάρος του αδικοπραξία. Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα ότι η συμπεριφορά της Α.Ε. "Ίκαρος Ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις ΑΕ" έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται από τον συνταγματικό νομοθέτη για διαφάνεια στα οικονομικά των μέσων ενημέρωσης, αλλά και με την κοινή περί δικαίου και κοινωνικής ηθικής αντίληψη και ως εκ τούτου οφείλει ο αναιρεσίβλητος να την καταγγείλει και δημόσια, αποτελούν κρίσεις που θεμελιώνονται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και τη κοινωνική αποστολή του τύπου και των προσώπων που συνδέονται με τη λειτουργία του και παραίνεση του δημοσιογράφου σχετικά με τις πράξεις των προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, ως εν προκειμένω είναι οι συμμετέχοντες στο μετοχικό κεφάλαιο της ΙΚΑΡΟΣ Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις Α.Ε., αφού αυτή, δεύτερη των αναιρεσειόντων, είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού "Κρήτη TV", ο δε πρώτος τούτων είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπός της. Στόχευε δε με τα ως άνω αναγραφόμενα να ασκήσει αυστηρή κριτική για την συμπεριφορά των εκπροσώπων της δεύτερης των αναιρεσειόντων ως προς την τήρηση των υποχρεώσεών τους, που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία. Το ύφος δε με το οποίο αποδόθηκαν δεν υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλει η δημοσιογραφική δεοντολογία και εντιμότητα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι αφού στο ανωτέρω δημοσίευμα δεν περιέχονται εκφράσεις συκοφαντικές ή δυσφημιστικές και δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που να κατευθύνεται ειδικά για την προσβολή της τιμής των αναιρεσειόντων, δεν δημιουργείται υποχρέωση για αποζημίωση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα της αγωγής. Ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν πλήττεται με την έφεση των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που το επίμαχο δημοσίευμα αναφέρεται α) στην κατοχή από τον επιχειρηματία Τ. μετοχών της δεύτερης των αναιρεσειόντων και σημαντικού μεριδίου των ηλεκτρονικών παιγνίων στην Κρήτη και β) στην πρόθεση του αναιρεσιβλήτου να προσφύγει στη δικαιοσύνη για τα δημοσιεύματα εις βάρος του της εφημερίδας "Νέα Κρήτης" της 22-2-2002. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ και 361-363 ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις και δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Ειδικότερα με το να δεχθεί το Εφετείο ότι τα αναγραφόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα για τη συμπεριφορά της δεύτερης των αναιρεσειόντων ως προς το ιδιοκτησιακό της καθεστώς, ότι δηλαδή η συμπεριφορά της αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται από το νομοθέτη για διαφάνεια στα οικονομικά των μέσων ενημέρωσης, αλλά και με κοινή περί δικαίου και κοινωνικής ηθικής αντίληψη και ότι οφείλει ο αναιρεσίβλητος να τα καταγγέλλει δημόσια, αποτελούν αξιολογικές κρίσεις του συντάκτη αναιρεσιβλήτου που θεμελιώνονται στην συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των προσώπων που συνδέονται με τη λειτουργία του και αποτελεί παραίνεση του δημοσιογράφου σχετικά με τις πράξεις των προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο (...) και όχι γεγονότα κατά την έννοια των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε αμέσως, ούτε εκ πλαγίου, αφού η ως άνω περικοπή του δημοσιεύματος δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά του εξωτερικού κόσμου, αλλά περιέχει κρίσεις ως προς την συμπεριφορά της δεύτερης των αναιρεσειόντων σε σχέση με τη διαφάνεια των οικονομικών της, χωρίς επισήμανση συγκεκριμένων περιπτώσεων. Επίσης με την εκτεθείσα παραδοχή του για έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου ως προς τα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της δεύτερης των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ότι τα αναγραφόμενα ήταν ψευδή γιατί στηρίχθηκε σε έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ν. Ηρακλείου και ότι ελλείπει (για τους λόγους που με πληρότητα και σαφήνεια αναφέρονται στην προσβαλλόμενη) το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπό του και γι' αυτό δεν θεμελιώνεται σε βάρος του αδικοπραξία, απέκλεισε όχι μόνο την πραγμάτωση των πράξεων της συκοφαντικής και απλής δυσφήμισης, για την στοιχειοθέτηση των οποίων απαιτείται κατά νόμον δόλος του δράστη, αλλά και κάθε μορφή υπαιτιότητας, άρα και την από αμέλεια άγνοια της αναλήθειας των αναγραφομένων για την μετοχική σύνθεση της δευτέρας των αναιρεσειόντων. Ακόμη οι εκτεθείσες, μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου, πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου και ειδικότερα οι παραδοχές του ότι το ύφος με το οποίο εκφράσθηκε ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεν υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλει η δημοσιογραφική δεοντολογία και εντιμότητα και ότι στο δημοσίευμα δεν περιέχονται εκφράσεις συκοφαντικές ή δυσφημιστικές και δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής των αναιρεσειόντων, έχουν την έννοια ότι με το δημοσίευμα δεν επήλθε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων και επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ούτε της διατάξεως του άρθρου 57 ΑΚ. Επίσης οι ίδιες παραδοχές του Εφετείου και ειδικότερα εκείνη ότι τα αναγραφόμενα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της δεύτερης των αναιρεσειόντων είναι μεν ψευδή, αλλά ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε το ψεύδος, αναφέρονται και στην περικοπή του δημοσιεύματος ότι η δεύτερη των αναιρεσειόντων προσπάθησε να αποκρύψει την αλήθεια ως προς το ιδιοκτησιακό της καθεστώς. Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου και οι λόγοι (πρώτος έως και πέμπτος) του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τους δεύτερο και τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δικ. λόγους της αίτησης αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που επανέφεραν με την έφεσή τους, ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης των αναιρεσειόντων συμμετέχει επιχειρηματίας, ο οποίος κατέχει σημαντικό μερίδιο των ηλεκτρονικών παιγνίων και παρεκτροπών των που διακινούνται στην Κρήτη, ότι η δεύτερη των αναιρεσειόντων παραβιάζει τα επιβαλλόμενα από την κείμενη νομοθεσία καθήκοντα διαφάνειας και ενημέρωσης ως προς το ιδιοκτησιακό της καθεστώς, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων προσπάθησε με δημοσίευμά του που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα "Νέα Κρήτη" να αποκρύψει από τους αναγνώστες και τις Αρχές την αλήθεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της δεύτερης των αναιρεσειόντων, ότι η συμπεριφορά της δεύτερης των αναιρεσειόντων είναι όχι μόνο παράνομη, αλλά και ανήθικη, και ότι ο πρώτος τούτων χρησιμοποίησε εναντίον του αναιρεσιβλήτου συκοφαντικές και εξυβριστικές εκφράσεις στο πλαίσιο μιας επιχείρησης παραπλάνησης της κοινής γνώμης, και β) δεν ερεύνησε με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ως άνω περιστατικά τις ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 920 και 919 ΑΚ βάσεις της ένδικης περί χρηματικής ικανοποιήσεως αξιώσεις τους. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παρατίθεται κατά λέξη το επίμαχο άρθρο του αναιρεσιβλήτου, όπως τούτο εκτίθεται στην αγωγή των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε και ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε κατ' ουσίαν τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και επομένως, εκ του πράγματος, ερεύνησε και απέρριψε τις ερειδόμενες στις ως άνω διατάξεις βάσεις της αγωγής τους.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσο, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι: α) τις από 12-4-2002 προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος σε άλλη, συναφή, μεταξύ των διαδίκων δίκη, β) το υπ' αριθ. .../31-5-2000 συμβόλαιο μεταβίβασης της Συμ/φου Ηρακλείου Μαρίας Δημητρίου Κουμιανάκη, με το οποίο μεταβιβάσθηκαν οι μετοχές του Ν. Τ., και γ) το ΕΜ-7966/29-11-2000 έγγραφο πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 19-8-2009 δικογράφου πρόσθετων λόγων, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση του Α. Δ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 192/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή της προσωπικότητας. Έννοια διατάξεων άρθρου 57 και 59 του ΑΚ. Αναίρεση. Λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει Εφ.Κρ. 192/2007.
| null | null | 0
|
Αριθμός 707/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Δ., κατοίκου ..., 2. Ε. Δ., κατοίκου ..., 3. Β. Σ., κατοίκου ... και 4. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κύκλος Ανώνυμη Εκδοτική και Εμπορική Εταιρία" που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιώγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2007 αίτησή τους και τους από 19-8-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, ήδη προαχθείσας σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα που ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Όμως, η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Συντάγματος στον γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνον κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτον στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως, είτε είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. ΑΚ ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1252/2003). Περαιτέρω, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις (...), καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ... και στην παρ. 2 ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ), αλλά όχι και της συκοφαντικής δυσφήμισης, αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή έστω, και άλλους. Παρέπεται ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς εις βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων. Και στην περίπτωση όμως αυτήν, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εμφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 72/2004, ΑΠ 825/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στο φύλλο της 22-2-2002 με αριθμ. 430 της εφημερίδας ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ, ιδιοκτησίας της τετάρτης των αναιρεσειόντων, που εκδίδεται στο Ηράκλειο από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων και διανέμεται σε ολόκληρη την Κρήτη, δημοσιεύθηκε άρθρο του πρώτου τούτων (αναιρεσειόντων), με τον τίτλο "ΚΡΗΤΗΣ TV. Απάντηση σε λασπολόγο", στο οποίο αναγράφονται τα εξής: Ο γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του Μ. Κ. ξεπέρασε χθες κάθε προηγούμενο λασπολογίας, επιχειρώντας να εμπλέξει την ΚΡΗΤΗ TV σε νέα περιπέτεια δυσφήμησης. Αν και ο κ. Κ. είναι εναγόμενος από την ΚΡΗΤΗ T.V. σε άλλη υπόθεση δυσφήμησης, με την οποία ασχολείται ήδη η Δικαιοσύνη, τα ξημερώματα σε τηλεοπτική εκπομπή προσπάθησε ανεπιτυχώς να λασπολογήσει εκ νέου με ψευδή στοιχεία σε βάρος του τηλεοπτικού σταθμού που έχει καταξιωθεί με την παρουσία του στη συνείδηση των Κρητικών. Η διοίκηση της ΚΡΗΤΗ T.V. δηλώνει ότι κανείς άλλος επιχειρηματίας δεν μετέχει στην εταιρεία. Πέραν των όσων περιγράφονται στη μετοχική σύνθεση που έχει καταθέσει στη Διεύθυνση Εμπορίου. Τέλος, από σήμερα το πρωΐ, η ΚΡΗΤΗ T.V. προσφεύγει σε όλα τα ένδικα μέσα προκειμένου να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπρέπειά της. Τα ανωτέρω, τα οποία δημοσιεύθησαν στην ως άνω εφημερίδα εν γνώσει και με την άδεια του εκδότη και διευθυντή της, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, με αφορμή τα λεχθέντα σε τηλεφωνική παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος στην τηλεοπτική εκπομπή "Ζούγκλα", η οποία μεταδόθηκε από τον πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "ALPHA" στις 21-2-2002, κατά την οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, στο εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας "ΙΚΑΡΟΣ Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ", στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκει ο τοπικός τηλεοπτικός σταθμός ΚΤΗΤΗ TV και στην οποία Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος είναι ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος συνέταξε το εν λόγω άρθρο, μετέχει ο Ν. Τ., ο οποίος κατέχει σημαντικό μερίδιο του παράνομου ηλεκτρονικού τζόγου στην Κρήτη. Το παραπάνω δημοσίευμα, ως προς το οποίο δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ότι δεν είναι συκοφαντικό ή δυσφημιστικό για τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος και δεν προσβάλλει την ως άνω εκκαλουμένη (πρωτόδικη) απόφαση, ως προς το σημείο αυτό, έλαβε χώρα προκειμένου οι αναιρεσείοντες να προστατεύσουν ως ισχυρίζονται την τιμή, την υπόληψη και την φήμη της εταιρείας τους ως και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που είχαν προκειμένου να πληροφορήσουν το κοινό ως προς το μετοχολόγιό τους. Όμως οι ως άνω εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος των αναιρεσειόντων, ήτοι "απάντηση σε λασπολόγο, γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο λασπολογίας, προσπάθησε να λασπολογήσει εκ νέου" είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που χρησιμοποιεί συστηματικά ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του και δίδουν την εντύπωση, έτσι όπως παρατίθενται, ότι ο αναιρεσίβλητος, άτομο που διετέλεσε ευρωβουλευτής και επί σειρά ετών Δήμαρχος Ηρακλείου, είναι άτομο που λασπολογεί συστηματικά, για να επιτύχει τους σκοπούς του. 'Οπως δε οι χαρακτηρισμοί αυτοί παρατίθενται στο άρθρο, επαναλαμβανόμενοι συχνά, και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα, προσδίδουν σκοπό εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του συντάξαντος το άρθρο πρώτου των αναιρεσειόντων και εκφεύγουν του οριοθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία, και θίγουν την τιμή και την υπόληψή του. Η προσβολή δε αυτή είναι παράνομη και υπαίτια. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από την εν λόγω παράνομη προσβολή έχει υποστεί ηθική βλάβη. Ακολούθως, με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το είδος και την βαρύτητα της προσβολής και τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε, καθώς και τον τρόπο και το μέσον που τελέσθηκε, τον βαθμό υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, την δημοσιότητα που έλαβε η προσβολή και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, έκρινε ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, κρίνοντας έτσι ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την ένδικη αγωγή του και απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων (καθώς και την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ και 361, 367, 20 και 22 ΠΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν οι εκτεθείσες - μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου - πραγματικές του διαπιστώσεις υπάγονται ή όχι στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε το Εφετείο την ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως και τα οποία παρέχουν σαφή και ασφαλή βάση στην (καταφατική) κρίση ότι οι εκφράσεις και οι χαρακτηρισμοί που περιέχονται στο δημοσίευμα δεν ήσαν αναγκαίες για να εκφρασθεί ο συντάκτης και ότι αυτός χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν έκφρασης έχοντας ειδικό σκοπό προσβολής της τιμής του αναιρεσιβλήτου. Συγκεκριμένα, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α)οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων στο δημοσίευμα, ήτοι "απάντηση σε λασπολόγο, γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο λασπολογίας, προσπάθησε να λασπολογήσει εκ νέου", είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που χρησιμοποιεί συστηματικά ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του και δίδει την εντύπωση, έτσι όπως παρατίθενται, ότι ο αναιρεσίβλητος, άτομο που διετέλεσε ευρωβουλευτής και επί σειρά ετών Δήμαρχος Ηρακλείου, είναι άτομο που λασπολογεί συστηματικά για να επιτύχει τους σκοπούς του", και ότι β) "οι χαρακτηρισμοί αυτοί, όπως παρατίθενται στο άρθρο επαναλαμβανόμενοι συχνά, καθώς και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα, προσδίδουν σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του συντάξαντος το άρθρο και εκφεύγουν του οροθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία, και θίγουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου", είναι (οι ανωτέρω αιτιολογίες) επαρκείς για την απόφανση, ότι οι πιο πάνω χρησιμοποιηθείσες φράσεις είναι υβριστικές για τον αναιρεσίβλητο και ότι από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε το επίμαχο δημοσίευμα, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς του. Δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιες άλλες λέξεις ή φράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο συντάκτης του δημοσιεύματος. Ούτε επίσης η παραδοχή του Εφετείου, ότι το δημοσίευμα δεν ήταν συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, έρχεται σε αντίθεση με την παραπάνω κρίση του Εφετείου ότι στο δημοσίευμα περιέχονται υβριστικές για τον αναιρεσίβλητο φράσεις και ότι, από τον τρόπο και τις περιστάσεις που εκδηλώθηκε η υβριστική αυτή συμπεριφορά, προκύπτει σκοπός που κατευθύνεται σε προσβολή της τιμής και υπόληψης του αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου και πρώτος, δεύτερος και τρίτος του προσθέτου αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται α) επίθεση άδικη, δηλαδή επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα, και σαν τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και εξακολουθεί και γ) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του ατόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή μη νόμιμο και επουσιώδη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι μόνο η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον εκ του άρθρου 22 ΠΚ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το επίμαχο δημοσίευμα της 22.2.2002 αποτελούσε απολύτως αναγκαία αμυντική ενέργεια σε απρόκλητη προσβολή της τιμής, υπόληψης και φήμης τους που επήλθε με τα ψευδή γεγονότα και ειδήσεις που διέδωσε εις βάρος τους ο αναιρεσίβλητος με τηλεφωνική παρέμβασή του σε τηλεοπτική εκπομπή τις νυκτερινές ώρες της 21.2.2002. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά νόμιμη εκ του άρθρου 22 ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων, αφού η επικαλούμενη προσβολή της τιμής και φήμης των αναιρεσειόντων, δεν ήταν παρούσα, αλλά είχε ήδη συντελεσθεί και οριστικοποιηθεί κατά τον χρόνο δημοσίευσης του επίμαχου άρθρου.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εν λόγω μη νομίμου, αλλά επουσιώδους ισχυρισμού δεν ιδρύει τον ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι για τον λόγο αυτόν απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν παρείδε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι "το επίμαχο δημοσίευμα έλαβε μεν χώρα προκειμένου οι αναιρεσείοντες να προστατεύσουν, ως ισχυρίζονται, την τιμή, την υπόληψη και τη φήμη της εταιρείας τους, ως και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που είχαν προκειμένου να πληροφορήσουν το κοινό ως προς το μετοχολόγιό τους, όμως (κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου) οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που λασπολογεί συστηματικά και χρησιμοποιεί ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του, και ότι οι εκφράσεις αυτές, επαναλαμβανόμενες συχνά, καθώς και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα προσδίδουν σκοπό εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους και εκφεύγουν του οριοθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία". Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι α) προηγούμενα εις βάρος των αναιρεσειόντων δυσφημιστικά δημοσιεύματα του αναιρεσιβλήτου και όσα εις βάρος τους ανέφερε στην τηλεοπτική εκπομπή "Ζούγκλα", β) τις από 7.12.2001 προτάσεις του πρώτου των αναιρεσειόντων εναντίον του αναιρεσιβλήτου, στις οποίες, πριν από τα επίμαχα γεγονότα αποσαφηνίζουν προς τον αναιρεσίβλητο το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τόσο της τετάρτης των αναιρεσειόντων, όσο και της "Ίκαρος ΑΕ" και γ) τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και την περιεχόμενη σ' αυτά κατάθεση του μάρτυρα Α. Α.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 19-8-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση των Α. Δ. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τύπος. Ελευθερία του τύπου. Προσβολή της προσωπικότητας με δημοσίευμα. Έννοια σχετικών διατάξεων. Αναίρεση. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 11γ΄ και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει απόφαση 191/20078 του Εφετείου Κρήτης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 710/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 55/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Μ. του Ο..
Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 729/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 277/7.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 5/2011 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας, Μαγδαληνής Γκιτέρτσου, ο δικηγόρος Λάρισας, Ιωάννης Κ. Πούλιος, δυνάμει της από 3-6-2011 νομίμου εξουσιοδότησης ενεργών δια λογαριασμό του, κατά του υπ' αριθμ. 55/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο εκδόθηκε ύστερα από ασκηθείσα έφεση κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, και εκθέτω προς εσάς τα ακόλουθα: Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 34γ' του Ν. 3094/2010, (καταργούμενες διατάξεις), το άρθρο 482 ΚΠΔ -πότε επιτρέπεται στους διαδίκους η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος- καταργείται. Επομένως δεν έχει πλέον δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση ο αιτών κατά βουλεύματος. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην περίπτωσή μας, το πληττόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας εκδόθηκε 18 Μαρτίου 2011, επιδόθηκε 13 και 25 Μαΐου 2011 σας Παπά και Πούλιο Δικηγόρο, αντίστοιχα, και η ισχύς του Νόμου άρχεται από 23-12-2010.
ΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Συμβούλιό Σας πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του βουλεύματος αναίρεση, και να επιβάλλει τα νόμιμα έξοδα.
ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορρίψει ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 5/από 6-6-2011 ασκηθείσα αναίρεση του Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., , κατά του υπ' αριθμ. 55/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Β. Να επιβάλλει σε βάρος του ασκήσαντος τα νόμιμα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακούργημα από τον κατηγορούμενο επιτρεπόταν, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1α του ΚΠοινΔ, μέχρι τις 23-12-2010. Το δικαίωμα αυτό του κατηγορουμένου από την ημερομηνία αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3904/23-12-2010. Το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτού και όχι τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (Ολ.ΑΠ 1787/1990). Κατά συνέπειαν, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακούργημα που εκδόθηκε μετά τις 23-12-2010. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, την αναίρεση του υπ' αριθ. 55/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κατά το μέρος αυτού με το οποίο απορρίφθηκε έφεσή του κατά του υπ' αριθ. 215/2010 παραπεμπτικού για κακουργηματική απάτη, κ.λπ. βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας. Όμως, το βούλευμα αυτό, όπως από αυτό προκύπτει, εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 2011, δηλ. μετά την, κατά τα ανωτέρω, έναρξη της ισχύος του ν. 3904/23-12-2010, και, επομένως δεν υπόκειται σε αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Αθηνών Κων. Μαυροειδής ειδοποιήθηκε νομότυπα στις 12.12.2011, κατά την επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 17.1.2012, οπότε η συζήτηση, με την υπ' αριθ. 101/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, αλλά δεν εμφανίστηκε) στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 5/6 Ιουνίου 2011 αίτηση του Ν. Π. του Α., για αναίρεση του υπ' αριθ. 55/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκτέλεση του βουλεύματος αυτού. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτού και όχι τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Απόρριψη ως απαράδεκτης αιτήσεως αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά βουλεύματος, το οποίο εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3094/2010 (23.12.2010).
| null | null | 0
|
Αριθμός 710/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ναυπηγική-Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία "OΛΥΜΠΙΚ ΜΑΡΙΝ ΑΕ" που εδρεύει στο Λαύριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΙΦΥΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα, ο οποίος ανεκάλεσε την από 24-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3200/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 4-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κα μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό 112.341,23 ευρώ ως αποζημίωση για ισόποση ζημία την οποία η τελευταία υπέστη από την ελαττωματική εκτέλεση, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της πρώτης του αναφερόμενου στην απόφαση έργου, το οποίο η αναιρεσίβλητη είχε αναθέσει στην αναιρεσείουσα (αρθρ. 690 του ΑΚ). Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, η οποία ως νόμιμη και εμπρόθεσμη, επομένως παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 του Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δεν ιδρύεται επομένως ο κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως αν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 2/2008), αν δηλαδή η παραβίασή τους αναφέρεται στην προσπάθεια του δικαστηρίου να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών που απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (και ΑΠ 1247/2003). Εξάλλου, ο κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις δεν αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της απόφασης, στην οποία στηρίζεται το διατακτικό στις παραδοχές δηλαδή του δικαστηρίου για το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αλλά (αναφέρονται) στην εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου, τούτο δε ισχύει, προφανώς, και όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμεύουν για την κατά τα ανωτέρω εξακρίβωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε, ειδικότερα, ότι μεταξύ των άλλων εργασιών τις οποίες ανέλαβε εργολαβικώς και εκτέλεσε η αναιρεσείουσα στο επαγγελματικό σκάφος (θαλαμηγό) " Μ/Υ E..." της αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας ήταν και η αντικατάσταση των αντικραδασμικών μεταξύ μηχανής και μειωτήρα στροφών ελαστικών συνδέσμων (ζεύξεων vulkan) και των δύο προωστήριων συστημάτων (μηχανών) του σκάφους με καινούργιους, στις οποίες (εργασίες) προέβη η αναιρεσείουσα, αφού, όπως ήταν τεχνικώς επιβεβλημένο, αφαίρεσε τις υπάρχουσες από το έτος 1995 δίδυμες συζεύξεις τύπου ΕRD (συστήματα ελέγχου απορρόφηση κραδασμών και θορύβων) που παρεμβάλλονταν μεταξύ του μειωτήρα στροφών και του τελικού άξονα της κάθε μηχανής, τις οποίες (αφαιρεθείσες συζεύξεις) και επανατοποθέτησε η αναιρεσείουσα μετά το πέρας των εργασιών, ενώ προέβη μετά ταύτα στην επιβαλλόμενη επίσης για την ολοκλήρωση του έργου ευθυγράμμιση και των δύο αξονικών συστημάτων. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις επικαλούμενες στην αγωγή ελλείψεις του εκτελεσθέντος ως άνω έργου, ήτοι "Κατά τις αρχές Μαϊου 2006 και αφού είχε ήδη εκτελεσθεί το σύνολο των λοιπών εργασιών και είχε προηγηθεί σειρά δοκιμών στη θάλασσα, οι οποίες και δεν κατέδειξαν κανένα ελάττωμα, το σκάφος παραλήφθηκε από την ενάγουσα και ξεκίνησε αμέσως τους προγραμματισμένους, σ' εκπλήρωση ναυλοσυμφώνων, πλόες του, που εξελίχθηκαν απρόσκοπτα μέχρις και την 11-8-2006. Την επομένη ημέρα (12-8-2006) κατά την διενέργεια επιθεώρησης του σκάφους (ενόψει προγραμματισμένου ταξιδιού του την 13-8-2006), τεχνικοί της ενάγουσας διέκριναν, συμπωματικά, την ύπαρξη στο μηχανοστάσιό του διάσπαρτης μαύρης σκόνης, μετά δε από επακολουθήσαντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι αυτή προερχόταν από το αριστερό αξονικό σύστημα, ειδικότερα δε η πηγή της (μαύρης αυτής σκόνης) ήταν η σοβαρή φθορά των ελαστικών στοιχείων των ως άνω διπλών συστημάτων ελέγχου απορρόφησης κραδασμών και θορύβων (δίδυμης σύζευξης ERD) του αριστερού άξονα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω φθορά των επιφανειών των ελαστικών αυτών στοιχείων, που ήταν, σημειωτέον, ασύμμετρη, οφειλόταν σε υψηλή σταδιακή κόπωση και υπερθέμρανσή τους, μόνη δε ενεργή αιτία της βλάβης αυτής ήταν η από την εναγομένη γενόμενη, μετά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, μη ορθή, από αμέλεια των βοηθών της εκπληρώσεως, (επαν)ευθυγράμμιση του αριστερού αξονικού συστήματος. Ειδικότερα η (αριστερή) μηχανή είχε τοποθετηθεί 13 mm (χιλιοστά) ψηλότερα από τα κολάρα του άξονα της προπέλας και τούτο καθόσον από εσφαλμένη σύνδεση του κεντρικού ανασταλτήρα μιας έδρασής της (μηχανής/κιβωτίου), η τελευταία (μηχανή/κιβώτιο) επικαθόταν, όχι στον ελαστικό σύνδεσμο (όπως έπρεπε), αλλά στον ανασταλτήρα. Εξάλλου η εν λόγω παράλληλη και κωνική έλλειψη ευθυγράμμισης μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζιών που ανερχόταν, σε κατακόρυφη διεύθυνση, σε 13 mm, εξερχόταν των λειτουργικών ορίων και υπερέβαινε τις ανοχές της εύκαμπτης σύζευξης και τις ισχύουσες προδιαγραφές του κατασκευαστή (των υπόψη ναυτιλιακών δίδυμων συζεύξεων) Ολλανδικού οίκου Rubber Design ΒV, σύμφωνα με τις οποίες, με μέγιστη γωνία 2 μοιρών και σε συνεχόμενη, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, χρήση, η μεν μέγιστη διαμετρική μετατόπιση ήταν ανεκτή μέχρις τα 12mm, η δε μέγιστη αξονική τέτοια μέχρις τα 4mm (...). Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η επίμαχη ζημία είναι απότοκος, όχι της μη ορθής από μέρους της ευθυγράμμισης, αλλά αποκλειστικώς της παλαιότητας του συστήματος της δίδυμης αυτής σύζευξης και της εντεύθεν φυσιολογικής καταπόνησης και φθοράς του, ιδίως δε των ελαστικών στοιχείων του, η οποία και επιδεινώθηκε από την επισυμβάσα κατά την 11-9-20003 εισροή θαλασσινού νερού και σεντινόνερων στο μηχανοστάσιο του σκάφους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος, αφού ναι μεν το ως άνω σύστημα τοποθετηθέν το έτος 1995 είχε συμπληρώσει τον Αύγουστο 2006 10ετία, με αποτέλεσμα τα αποτελούμενα από φυσικό λάστιχο (ελαστικά) στοιχεία του να έχουν εξέλθει του ορίου του προσδόκιμου από τον παραπάνω κατασκευαστή του 10ετούς χρόνου ζωής τους, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η παλαιότητά τους αυτή δεν τελούσε σε καμιά αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα επίμαχη ζημία τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω, αναφερόμενο στην απόφαση, ισχυρισμό της αναιρεσείουσα- εναγομένης ότι οι ελλείψεις (ελαττώματα) του παραδοθέντος έργου δεν οφείλονται σε δική της υπαιτιότητα (η οποία, σημειωτέον, υπαιτιότητα τεκμαίρεται υπάρχουσα, τον εναγόμενο δε βαρύνει η επίκληση και (απόδειξη της ανυπαρξίας της ΑΠ 156/2001, 610/1990) και δέχθηκε ( το Εφετείο ) την αγωγή της αναιρεσίβλητης (ανωτ. υπό Ι). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως ανωτέρω ότι κατά τις προδιαγραφές του κατασκευαστή των ειρημένων ναυτιλιακών δίδυμων συζεύξεων του σκάφους, με μέγιστη γωνία δύο (2) μοιρών και με συνεχόμενη, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, χρήση, η μέγιστη διαμετρική μετατόπιση μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζίων ήταν ανεκτή μέχρι τα 12 mm (χιλιοστά), το όριο της οποίας υπερέβη η πράγματι διαπιστωθείσα απόκλιση των 13 mm κατά την ευθυγράμμιση μεταξύ των κολάρων του άξονα και του κιβωτίου γραναζιών εκ μέρους των οργάνων της αναιρεσείουσας μετά την εκτέλεση του έργου, με αποτέλεσμα την πρόκληση της ένδικης ζημίας, παραβίασε με ανεπαρκείς, ως κατωτέρω, αιτιολογίες, τα διδάγματα της κοινής πείρας που εν προκειμένω απορρέουν από την επιστήμη των μαθηματικών και ειδικότερα της τριγωνομετρίας και σύμφωνα με τα οποία με τα ανωτέρω δεδομένα (μέγιστη γωνία δύο μοιρών και συνεχόμενη χρήση) η μέγιστη μετατόπιση (απόκλιση) ήταν κατά τις προδιαγραφές του κατασκευαστή ανεκτή μέχρι τα 17,65 mm, όπως είχε υπολογίσει και ισχυρισθεί στο δικαστήριο της ουσίας η αναιρεσείουσα, το όριο δε αυτό δεν το υπερέβη η διαπιστωθείσα ως άνω απόκλιση των 13 mm στην οποία το Εφετείο απέδωσε την υπαιτιότητα των οργάνων της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά τις θεμελιώδεις αρχές της τριγωνομετρίας για να διαπιστωθεί η τελική απόκλιση σε γωνία δύο μοιρών, που δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, είναι αναγκαίο να προσδιορισθεί η απόσταση μεταξύ της αρχής της γωνίας (α) και του σημείου μέτρησης της απόκλισης (Β), πράγμα που αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας. Η αρχή αυτή αναπαριστάται σε ένα ορθογώνιο τρίγωνο, το οποίο παραθέτει στο αναιρετήριο υπό τα στοιχεία ΑΒΓ, όπου το σημείο Α παριστά την αρχή της γωνίας (των δύο μοιρών), το σημείο Γ παριστά την ορθή γωνία του τριγώνου και το σημείο Β το σημείο της μέτρησης της απόκλισης, η δε πλευρά ΒΓ την εξεταζόμενη απόκλιση. Για να εξευρεθεί η απόκλιση αυτή (μήκος πλευράς ΒΓ), συνεχίζει η αναιρεσείουσα, πρέπει απαραιτήτως να ερευνηθεί το μήκος της πλευράς ΑΓ, από την οποία εξαρτάται η απόκλιση, το κρίσιμο δε αυτό στοιχείο της απόστασης της, πλευράς ΑΓ δεν το ερεύνησε το Εφετείο. Έτσι, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της μέγιστης δυνατής απόκλισης των ειρημένων δίδυμων συζεύξεων του σκάφους υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες (γωνία δύο μοιρών και συνεχόμενη χρήση), την οποία εσφαλμένα υπολόγισε σε 12 mm, αντί του ορθού 17,65mm, που προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω μαθηματικό υπολογισμό και το οποίο δεν το υπερέβη η διαπιστωθείσα απόκλιση των 13mm, με αποτέλεσμα να στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού οι ανεπαρκείς αυτές αιτιολογίες αφορούν, κατά την αναιρεσείουσα, την κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (προρρηθείσα μαθηματική αρχή) υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το Εφετείο στη νομική έννοια της υπαιτιότητας (αρθρ. 690 του ΑΚ), την οποία επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι συντρέχει στην πλευρά της αναιρεσείουσας. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο προτεινόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 19, σε συνδυασμό με τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή του σκάφους της αναιρεσίβλητης στο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ερευνώμενης ως άνω απόκλισης, αφού τα επικαλούμενα και φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν και μόνο για την εξακρίβωση της βασιμότητας του αποδεικτέου πραγματικού γεγονότος της μέγιστης επιτρεπόμενης, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, απόκλισης των δίδυμων συζεύξεων που έχουν προαναφερθεί (εκτίμηση αποδείξεων), όχι δε και για την υπαγωγή του πραγματικού αυτού γεγονότος που δέχθηκε ως αποδειχθέν το εφετείο (μέγιστη επιτρεπόμενη απόκλιση 12 mm) στην έννοια της υπαιτιότητας, την οποία συνιστά και κατά τις παραδοχές του Εφετείου η υπέρβαση, με τη διαπιστωθείσα (αποδειχθείσα) απόκλιση των 13 mm, του επιτρεπόμενου (ανεκτού) ως άνω ορίου που δέχθηκε το Εφετείο (12 mm). Ας σημειωθεί ότι την κατά τα ανωτέρω ουσιαστική κρίση του στήριξε το Εφετείο, όπως (από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη στη μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμιου δικαστηρίου του μηχανολόγου- πραγματογνώμονα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας του σκάφους P... Ε. Π., στην από 31-8-2006 έκθεση της κατασκευαστικής εταιρείας του σκάφους, που συντάχθηκε κατόπιν επιθεωρήσεως του σκάφους από τον μηχανικό της P. B., και στην από 8-9-2006 έκθεση του επιθεωρητή του Βρεττανικού νηογνώμονα του σκάφους Lloyd's M. Κ., τα οποία (αποδεικτικά μέσα) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη. Κατά συνέπειαν και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 298 του ΑΚ : "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ισχυρίστηκε σ' αυτήν, μεταξύ των άλλων, ότι είχε συνάψει ήδη από τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2006 τις εξής συμβάσεις ναυλώσεως του επισκευασθέντος σκάφους, ήτοι α) την από 23-6-2006 σύμβαση με την Ά. Δ. για ταξίδι από 13-8-2006 μέχρι 20-8-2006 αντί συνολικού καταβλητέου ναύλου 31.500 ευρώ, πλέον ΟΠΑ, και β) την από 5-7-2006 σύμβαση με τον Η. Λ. για ταξίδι από 23-8-2006 μέχρι 4-9-2006 αντί συνολικού καταβλητέου ναύλου 52.200 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ότι η εκτέλεση των συμβάσεων αυτών ματαιώθηκε λόγω ακινητοποιήσεως του σκάφους επί τετράμηνο, στο οποίο εμπίπτουν και οι ανωτέρω χρόνοι, για την εκτέλεση των απαιτούμενων επισκευών μετά την προηγηθείσα ως άνω βλάβη από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, και ότι από τη ματαίωση αυτή η αναιρεσίβλητη ζημιώθηκε κατά τα ανωτέρω ποσά των μη πραγματοποιηθέντων ναύλων και συνολικά το ποσό των 83.700 ευρώ, τα οποία θα εισέπραττε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειρημένων συμβάσεων που ήδη είχε συνάψει , και τα οποία δεν εισέπραξε λόγω της ματαιώσεως των συμβάσεων αυτών, κατά τα προεκτεθέντα, το ανωτέρω δε ποσό των 83.700 ευρώ ζήτησε μεταξύ των άλλων ποσών, η αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος) με την αγωγή της. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή της αναιρεσίβλητης ήταν κατά τούτο νόμιμη και ορισμένη, κατά τα άρθρα 298 και 690 του ΑΚ και 216§1 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να απαιτείται για τον προσδιορισμό του ζητούμενου διαφυγόντος κέρδους η αφαίρεση εκ μέρους της ενάγουσας των δαπανών και ναύλων που εξοικονόμησε η ίδια από τη ματαίωσή τους, οι οποίες και μπορούσαν να συμψηφισθούν κατόπιν προτάσεως του εναγομένου (εδώ της αναιρεσείουσας) λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρόκειται για ακαθάριστα (μικτά κέρδη (συνολικές εισπράξεις) επιχειρήσεως επί ορισμένο χρονικό διάστημα, η απώλεια των οποίων δεν αποτελεί πράγματι το αντίστοιχο διαφυγόν κέρδος, της επιχείρησης, προσδιοριζόμενο μόνο μετά την αφαίρεση των δαπανών της επιχειρήσεως κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιό της, κατά το οποίο τη δέχθηκε και κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ, της παραβιάσεως δηλαδή, με εσφαλμένη εφαρμογή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη της προειρημένης διατάξεως του άρθρου 298 του ΑΚ και της παρά το νόμο μη απορρίψεως της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, και τα αντίθετα τα οποία η τελευταία υποστηρίζει με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ. 176, 183, 191§2 Κ.πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ναυπηγική-Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΚ ΜΑΡΙΝ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 223/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είτε ευθέως (αριθμ.1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς κ.λπ. αιτιολογίες (αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου), δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι επικαλούμενες ελλείψεις στην αιτιολογία δεν αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αλλά στην προσπάθεια του δικαστηρίου να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών που απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως. Αποζημίωση. Έννοια διαφυγόντος κέρδους (άρθρ. 298 του ΑΚ). Για το ορισμένο της αγωγής αποζημιώσεως λόγω ματαιωθεισών συμβάσεων ναυλώσεως θαλαμηγού εξαιτίας υπαίτιας βλάβης δεν είναι απαραίτητη η αφαίρεση από τον ενάγοντα πλοιοκτήτη, για τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους (μη εισπραχθέντες ναύλοι), των δαπανών των ναύλων που εξοικονόμησε ο ενάγων από τη ματαίωσή τους. Συμψηφίζονται οι δαπάνες αυτές κατόπιν προτάσεως του εναγομένου. Επικυρώνει Εφ.Πειρ. 223/2010.
| null | null | 0
|
Αριθμός 709/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κουρμπανά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 473/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Τ. του Γ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 473/2011 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής: 1. ... 27) φωτογραφία από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ με αριθμό σελίδας 434 ... 30) φωτογραφίες από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ (6) με αριθμό σελίδας 355 (13') , 31) φωτογραφίες από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ (2) με αριθμό σελίδας 356 (14) ... 34) έξι (6) φωτογραφίες από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ με αριθμό σελίδων 360-361-362 - τιμολόγια αγοράς λογισμικού ... 57) έγγραφα από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ με αριθμούς σελίδων 245 (16), 246 (17), 247 (19), 248 (24), 240 (7), 242 (9), 243 (10), 241 (8), 244 (11). Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 1ος λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, η αναφορά στην αιτιολογία της αποφάσεως (σελ. 49) "ότι στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου βρέθηκαν 33 φωτογραφίες γυμνών γυναικών που ο ίδιος είχε τραβήξει" προκύπτει από το υπ' αριθμό 3236/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (σελ. 14) και από το υπ' αριθμό 1845/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (φύλλο 12° σελ. πρώτη) που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό 9 και 10 αντίστοιχα (σελ. 26 πρακτικών απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και σελ. 10 πρακτικών προσβαλλομένης απόφασης), αναφέρεται δε στο τελευταίο κατά λέξη "όπως διαπιστώθηκε από τα κατασχεθέντα πειστήρια ο πρώτος κατηγορούμενος είχε με το κινητό του τηλέφωνο αποκτήσει 33 φωτογραφίες και τις διακινούσε στο διαδίκτυο". Επομένως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τις 33 αυτές φωτογραφίες, οι οποίες προέκυπταν από το περιεχόμενο των παραπάνω αναγνωσθέντων, ήδη από τον πρώτο βαθμό, εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ και δεν επήλθε καμία ακυρότητα από τη μη ανάγνωση - επισκόπησή τους στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 2ος λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2011 αίτηση (δήλωση) υπ' αριθμό πρωτ. 1897/5-10-2011 του Ν. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 473/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκώς προσδιορίζονται, με την ανάγνωση τους, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις. Άλλωστε δεν προβλήθηκε αντίρρηση για την ανάγνωσή τους ούτε υποβλήθηκε αίτημα ανάγνωσης άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Απόλυτη ακυρότητα, από την αναφορά στο σκεπτικό εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε. Το έγγραφο αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου που αναγνώσθηκε. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 712/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22736/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1486/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-11-2009 αίτησή του
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 15-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο κατά το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα, η μη βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε ένα έγγραφο από εκείνα που επικαλέστηκε ο διάδικος ενέχει παραδοχή ότι προσκομίστηκε και το έγγραφο αυτό. Η τελευταία αυτή παραδοχή του Εφετείου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, είναι ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του ΚΠολ.Δ., όπως ανέλεγκτη είναι, για τον ίδιο λόγο, και η παραδοχή του δικαστηρίου ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ένας ουσιώδης ισχυρισμός του διαδίκου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 9413/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε βάσει της υπ' αριθ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ που είχε εκδοθεί από τον αναιρεσείοντα -ανακόπτοντα στη Θεσσαλονίκη την 28-3-2004, ποσού 17.800 ευρώ, εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου- καθ' ου η ανακοπή, και η οποία (επιταγή) εμφανίστηκε από τον αναιρεσίβλητο προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα μέσα στη νόμιμη προθεσμία και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων του αναιρεσείοντος στην τράπεζα αυτή. Η ανωτέρω επιταγή είχε δοθεί από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο εις αντικατάσταση άλλης (προηγούμενης) ισόποσης επιταγής του ιδίου με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως (μεταχρονολογημένη) 28-2-2004, η οποία είχε εκδοθεί προς κάλυψη μέρους από το συνολικό τίμημα 55.000 ευρώ ποσότητας καλαμποκιού που ο αναιρεσείων είχε αγοράσει από τον αναιρεσίβλητο και για το οποίο ο αναιρεσείων είχε εκδώσει τις αναφερόμενες πέντε (5) επιταγές μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω από 28-2-2004, εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου. Βάσει δε των παραδοχών του αυτών και αφού απέρριψε ως αναπόδεικτη την ένσταση εξοφλήσεως που εκτός των άλλων είχε προτείνει ο αναιρεσείων με την ανακοπή του, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την ένδικη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη και προκύπτει αδιστάκτως από το όλο περιεχόμενο της και όλα τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα "μπλοκ" των επιταγών από τα οποία εκδόθηκαν οι ειρημένες πέντε επιταγές και από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που τα προσκόμισε και τα επικαλέστηκε, ότι αυτά εκδόθηκαν μετά την έκδοση των επιταγών, καθώς και ότι (δεν έλαβε υπόψη) και τα ζυγολόγια αγοράς του καλαμποκιού, από τα οποία προκύπτει, επίσης κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι η αγορασθείσα ποσότητα καλαμποκιού ανέρχεται σε 1.407.000 καλά και όχι σε 2.060.000 κιλά που δέχεται το Εφετείο. Κατά τα λοιπά οι προαναφερόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., και είναι απορριπτέοι κατά τούτο ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που έλαβε υπόψη το εφετείο είναι και η προαναφερθείσα από 28-2-2004 επιταγή, εις αντικατάσταση της οποίας, όπως επίσης προαναφέρθηκε, είχε δοθεί η ανωτέρω επιταγή βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και την οποία είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ότι ο τελευταίος δεν είχε προσκομίσει την επιταγή αυτή, ούτε ήταν αναγκαία και η αναφορά των επιμέρους στοιχείων της (αναφέρεται μόνο η μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεώς της), τούτο δε ενέχει την παραδοχή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει την ειρημένη επιταγή, και ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι ο αναιρεσείων είχε παραδώσει σ' αυτόν την προαναφερθείσα επιταγή, χωρίς να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός, είναι (ο ανωτέρω λόγος) απαράδεκτος και απορριπτέος, ως αναγόμενος σε εκτίμηση πραγμάτων, κατά τα προεκτεθέντα. Τέλος, όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε μεν υπόψη και συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσον και την υπ' αριθμ. 20/6-3-2005 διάταξη του Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-6-2004 έγκληση του αναιρεσείοντος εις βάρος του αναιρεσιβλήτου για υπεξαγωγή εγγράφου και απάτη που αφορούν την ένδικη διαφορά, από κανένα όμως σημείο της αναιρεσιβαλλομένης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την εισαγγελική αυτή διάταξη ως προς την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11- 2009 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1486/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012. και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11β' του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει αδιστάκτως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η μη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε ένα έγγραφο που επικαλέστηκε ο διάδικος ενέχει ανέλεγκτη παραδοχή ότι προσκομίστηκε και το έγγραφο αυτό. Ανέλεγκτη η παραδοχή του Εφετείου ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ένας ουσιώδης ισχυρισμός. Επικυρώνει Εφ.Θεσσ. 1486/2009.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 714/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:1)τον Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Καραβιώτη, 2) τον Λ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 3) τον Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 550/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 και 11 Ιουλίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 933/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Λ. Σ. και να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης των Λ. Τ. και Μ. Κ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 15-7-2011 υπ' αριθμό πρωτ 1468/2011, 11-7-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1447/2011 και 11-7-2001 υπ' αριθμό πρωτ. 1448/2011 τρεις (3) αιτήσεις αναίρεσης των 1) Λ. Σ. του Γ. 2) Λ. Τ. του Δ. και 3) Μ. Κ. του Ι. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 550/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 α του ΠΚ, "όποιος ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων, ή το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: α) ... β) ... γ) ... δ) τελείται κατ' επάγγελμα". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματεμπορίας πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει ή να παραπείθει άτομο να εκπορνευτεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 121 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας του ως άνω άρθρου 351 ΠΚ, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να αναφέρονται κατά το είδος τους (μάρτυρες κ.λ.π.) χωρίς να είναι αναγκαία και αναφορά του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ενώ η μη ορθή αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 550/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι για την πράξη της συμμορίας και της σωματεμπορίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής εκτίθεται, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Κ., Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θηβών, παράλληλα με την εργασία του εκμεταλλευόταν ένα κέντρο διασκέδασης στη Θήβα που είχε την επωνυμία Mercedes και αργότερα Glamour. To κέντρο αυτό τυπικά ανήκε στον κ. Γ. και από το Μάρτιο του 2004 στο δεύτερο κατηγορούμενο Λ. Σ., ο οποίος ήταν ανηψιός του πρώτου κατηγορουμένου. Και οι δύο παραπάνω κατηγορούμενοι ενώθηκαν με τον τρίτο Λ. Τ., για να διαπράττουν κακουργήματα σχετικά με την εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών από τη Ρουμανία και τη Μολδαβία. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος στο χρονικό διάστημα από 12 έως 27 Νοεμβρίου 2003 πήγε στη Ρουμανία όπου γνώρισε τη V. C. V. και την έπεισε να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα προκειμένου να την απασχολήσει ως οικιακή βοηθό της ασθενούς μητέρας του. Όμως από τον Ιανουάριο μέχρι το Νοέμβριο 2004 ο κατηγορούμενος αυτός από κοινού με τον δεύτερο και τρίτο συγκατηγορουμένους τους, με σκοπό να πετύχουν τη γενετήσια εκμετάλλευση τους έφερναν αλλοδαπές γυναίκες στην χώρα, ή τις εντόπιζαν στην Ελλάδα, τις εγκαθιστούσαν σε μισθωμένα σπίτια (στις οδούς ... στη ...) καταβάλλοντας το μίσθωμα με δικά τους χρήματα, και τις προωθούσαν στη συνέχεια στο κέντρο Glameur, όπως τις υποχρέωναν να συνευρίσκονται με πελάτες του μαγαζιού έναντι αμοιβής 50 Ευρώ, διευθετώντας στο χώρο του μπάρ τα σχετικά με την ερωτική συνεύρεση (χρήματα- τόπο και χρόνο). Επίσης προκειμένου να νομιμοποιήσουν την διαμονή των αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα ειδικότερα της γυναίκας που αναφέρθηκε και της O. B. και V. D., τις έπεισαν να τελέσουν γάμο με Έλληνες υπηκόους τους Π. Π., Ε. Κ. (τέταρτο κατηγορούμενο) και Κ Δ.. Οι γάμοι αυτοί ήταν εικονικοί αφού τα ζευγάρια δε ζούσαν μαζί. Η υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, με την ενασχόλησή τους με το μπάρ, την απασχόληση σ' αυτά ικανού αριθμού γυναικών, αλλοδαπών, αφού επρόκειτο για μικρό μπάρ με πέντε μόνο τραπέζια, δείχνει ότι αυτοί είχαν σκοπό να πορίζονται εισόδημα. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση του Φ. Α. ο οποίος παραστατικά αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος Κ. του έδωσε μια κοπέλα αντί του ποσού των 50 Ευρώ, αυτή δεν τον αποκάλυψε ότι αυτός την είχε φέρει στην Ελλάδα και της έπαιρνε τα χρήματα. Αλλά και η V. C. στην από 10-3-2004 έκθεση μήνυσης καταγγέλλει τις σε βάρος της πράξεις της σωματεμπορίας από τον πρώτο κατηγορούμενο. Τέλος οι αναφερόμενες στο διατακτικό αλλοδαπές αναφέρονται στο περιστατικό ότι το ενοίκιο του σπιτιού που έμεναν κατέβαλε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Αλλά και οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι απολογούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες, δε δίνουν κάποια εξήγηση πειστική για τα εξής γεγονότα. Με ποιο τρόπο ο Κ., ανώτερος αξιωματικός της Πυροσβεστικής φέρεται να ασχολείται με ύποπτα νυκτερινά μπάρ, να παρακινεί τον ανηψιό του ν' αναλάβει τη διαχείριση νυκτερινού κέντρου και να ταξιδεύει στη Ρουμανία για να οδηγήσει στην Ελλάδα αλλοδαπή γυναίκα για την περιποίηση δήθεν της μητέρας του, όταν η εξεύρεση αλλοδαπής βοηθού στη χώρα είναι πολύ εύκολη υπόθεση. Αποδείχθηκε επομένως ότι οι τρεις κατηγορούμενοι στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό από κοινού οργάνωναν την είσοδο αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα, που προερχόταν από φτωχή χώρα, στην οποία μίσθωναν σπίτια όπως τις εγκαθιστούσαν και προκειμένου να νομιμοποιήσουν την παραμονή τους στη χώρα φρόντιζαν να τις παντρέψουν με Έλληνες, στη συνέχεια δε διαπραγματεύθηκαν τις ερωτικές συνευρέσεις των γυναικών αυτών με τρίτους εισπράττοντας από αυτές χρήματα εκμεταλλευόμενοι την πενία τους. Στη συνέχεια οι ίδιοι με περισσότερες πράξεις τους συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέσυραν τις γυναίκες αυτές, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική του ανάγκη, με διάφορες οικονομικές παροχές της γενετήσιας εκμετάλλευσή τους, η δε υποδομή τους είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένως τέλεσης της πράξης αυτής δείχνει ότι σκοπός τους ήταν ο πορισμός εισοδήματος. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων της συμμορίας και της σωματεμπορίας με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 επώμ. Τους έχει αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συμμορίας και της σωματεμπορίας , κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, για τα οποία καταδικάσθηκαν, οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 187 παρ.3, 351 παρ. 1, 2, 4 εδ. δ', 13 εδ. στ' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, τόσο της συμμορίας όσο και της σωματεμπορίας. Επίσης, καθόσον αφορά την πράξη της σωματεμπορίας, αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γενετήσια εκμετάλλευση των άνω αλλοδαπών γυναικών, καθώς επίσης αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι υποχρέωναν τις παραπάνω αλλοδαπές, να έρχονται σε επαφή με τους πελάτες του νυκτερινού κέντρου που αναφέρθηκε, και οι αλλοδαπές γυναίκες, ως αντάλλαγμα των ερωτικών υπηρεσιών τους εξασφάλιζαν από τους κατηγορούμενους δωρεάν διαμονή, καθόσον αυτοί κατέβαλλαν το μίσθωμα της οικίας που διέμεναν και επί πλέον εισέπρατταν 50 ευρώ από κάθε πελάτη στις περιπτώσεις πλήρους συνεύρεσης με αυτούς. Ως προς την ειδικότερη αιτίαση, του 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων, Λ. Τ. και Μ. Κ. ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, ως προς το χρόνο τέλεσης της αποδοθείσας σε αυτούς πράξης, της συμμορίας, είναι αβάσιμη, καθόσον, δεν υπάρχει τέτοια αντίφαση, ως προς το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης, αφού στο διατακτικό αναφέρεται ως χρόνος τέλεσης αυτής " περί τα τέλη του έτους 2003 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 2004" στο δε σκεπτικό τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την πράξη αυτή εκτυλίσσονται στο ίδιο διάστημα, αφού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος Μ. Κ., ήδη τρίτος αναιρεσείων μετέβη στη Ρουμανία κατά το χρονικό διάστημα από 12έως 27 Νοεμβρίου 2003 όπου γνώρισε την V. C. και ότι από τον Ιανουάριο μέχρι Νοέμβριο 2004 ο κατηγορούμενος αυτός από κοινού με τους λοιπούς έφερναν αλλοδαπές γυναίκες στη χώρα. Επομένως οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω, 1ος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, Λ. Τ. και Μ. Κ., αντίστοιχα και 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου των αναιρεσειόντων Λ. Σ., εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ. α'), "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για την περίσταση αυτή, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τρίτος αναιρεσείων, Μ. Κ., δια του συνηγόρου του, προέβαλε παραδεκτά , τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, ισχυρισμό που κατέθεσε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά και ο οποίος έχει ως εξής: "Γεννήθηκα στην ... το έτος 1959, δηλαδή σήμερα βρίσκομαι στην ηλικία των 49 ετών. Είμαι πατέρας μιας θυγατέρας. Υπηρετώ από νεαράς ηλικίας το Σώμα της Πυροσβεστικής και με τον βαθμό του Πυραγού και είμαι Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θηβών. Μέχρι και την ημέρα, που φέρεται ότι τελέστηκαν οι πράξεις, για τις οποίες κατηγορούμαι, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά τα δεδομένα, για κάθε περίπτωση, ζητώ να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ". Επίσης ο δεύτερος αναιρεσείων, Λ. Τ., δια του συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του, του αυτού ως άνω ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη του ισχυρισμού αυτού. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ με την εξής αιτιολογία: "Οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, (συμμορία και σωματεμπορία) είναι ενδεικτικές έλλειψης ήθους, ώστε ακόμη και αν αυτοί δεν έχουν υποπέσει, πριν την τέλεση των παραπάνω πράξεων σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, να μη μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ζήσει έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό της προηγούμενης ζωής τους που να οδηγεί στην κρίση ότι η προηγούμενη ζωή τους πληρούσε τις παραπάνω προϋποθέσεις". Καθόσον αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα, Μ. Κ. ο οποίος παραδεκτά κατά τα άνω, πρότεινε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την απόρριψη του, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αυτό περιστατικά ότι διήνυε το 49ο έτος της ηλικίας του, ότι τυγχάνει Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με το βαθμό του Πυραγού, ότι είναι πατέρας μιας θυγατέρας και ότι έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, χωρίς να επιβεβαιώνονται από άλλα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας του, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα, Λ. Τ. ο παραπάνω ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, με μόνη την επίκληση της προαναφερθείσας διάταξης, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη του ισχυρισμού αυτού, ήταν απαράδεκτος ως αόριστος.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, 1ος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, Λ. Τ. και Μ. Κ., αντίστοιχα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των παραπάνω αναιρεσειόντων για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο πρώτος αναιρεσείων, Λ. Σ., πλήττει την απόφαση του Εφετείου, για έλλειψη αιτιολογίας, πέραν των ανωτέρω και ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ούτε εκτίμησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν από την συνήγορο υπεράσπισής του και αναγνώστηκαν και δη, α) τα αποσπάσματα ατομικού του λογαριασμού ασφάλισης ΙΚΑ καθώς επίσης και μία βεβαίωση της επιχείρησης ηλεκτρικών ειδών στη ... με την επωνυμία "Ε. Χ. και Σία ΟΕ" από τα οποία προκύπτει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2003 έως και την 17/12/2003 και στη συνέχεια από 25/5/2004 έως 31/8/2004 εργαζόταν συνεχώς ως μεταφορέας στην ανωτέρω επιχείρηση στη ... (αναγνωσθέν έγγραφο με αριθμό 4), β) την μετάφραση από την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών του εκκαθαριστικού του της Δ.Ο.Υ φορολογίας εσόδων στην Αγγλία για τη χρήση 2004-2005, από το οποίο προκύπτει ότι άρχισε να εργάζεται στην Αγγλία από 24-11-2004 (αναγνωσθέν έγγραφο με αριθμό 7), και γ) την δια της πληρεξουσίου του, που τον εκπροσωπούσε, προσκομισθείσα έγγραφη απολογία του. Η προσβαλλομένη απόφαση, στην αρχή του σκεπτικού, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση και αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που ακολουθεί, αναφέρει τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, όλα τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η του παραπάνω αναιρεσείοντος. Από την αναφορά αυτή του Δικαστηρίου, των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, όπως και την απολογία του παραπάνω αναιρεσείοντος. Σύμφωνα δε με τα ως άνω εκτεθέντα, όσον αφορά την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να περιέχει η απόφαση, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εκ του ότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει ιδιαιτέρως τα έγγραφα αυτά στο σκεπτικό, ούτε προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση τους μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε, διότι δίδεται σε ορισμένα από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και τέλος διότι το Δικαστήριο, κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην ανωτέρω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, ως άνω λόγος που περιέχεται στο 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, Λ. Σ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 364 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υποβάλλει αίτημα ανάγνωσης εγγράφων. Πρέπει, όμως, το αίτημα αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος αναιρεσείων Μ. Κ., με το 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως παραπονείται, για έλλειψη ακροάσεως, καθόσον καίτοι ζήτησε δια του συνηγόρου του, να αναγνωστούν έγγραφα και ειδικότερα, η από 28-7-2008 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Φ. Α., τρία έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών Ελλάδος, της 18ης, 23ης και 31ης Δεκεμβρίου 2003 και η από 26-6-2006 ανακριτική κατάθεση του Γ. Τ., αυτά δεν αναγνώστηκαν. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Μ. Κ., στην αρχή της διαδικασίας, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς προς το δικαστήριο, αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι καλύπτουν τις σελίδες 4 έως και 14 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης. Στους παραπάνω ισχυρισμούς και για να δώσει έμφαση ο παραπάνω συνήγορος σε κάποια σημεία α) της από 28-7-2008 προανακριτικής κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Φ. Α., β) των από 18, 23 και 31 Δεκεμβρίου 2003 εγγράφων του Υπουργείου Εξωτερικών Ελλάδος, και γ) της από 26-6-2006 ανακριτικής κατάθεσης του Γ. Τ., κατέληγε προς επιβεβαίωση των αναφερομένων σε αυτά με την φράση "παρακαλώ να τα αναγνώσετε". (Βλ. σελ. 9 και 10 των πρακτικών). Η παραπάνω όμως φράση, όπως διατυπώθηκε, στα παραπάνω τρία σημεία των εξ έντεκα σελίδων αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, δεν έχει την έννοια υποβολής σαφούς αιτήματος ανάγνωσης συγκεκριμένων καταθέσεων και εγγράφων, με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά για να δοθεί έμφαση σε αυτά. Εξάλλου, το ως άνω αίτημα, για ανάγνωση των ως άνω καταθέσεων, ήτοι της από 28.7.2008 προανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρα Φ. Α. και της από26.6.2006 ανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Τ., δεν ήταν νόμιμο, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί εξετάστηκαν στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει (βλ. σελ. 15 και 18) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357 παρ. 4 του ΚΠΔ " όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεση του που έχει δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβιβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση μόνο περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή να επισημανθούν αντιφάσεις του". Πέραν των ανωτέρω, όπως προκύπτει από τα οικεία κατά τα άνω πρακτικά, κατά το στάδιο ανάγνωσης των εγγράφων που επακολούθησε της ανάπτυξης των παραπάνω αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, ο παραπάνω κατηγορούμενος δεν υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα ανάγνωσης των παραπάνω εγγράφων, καίτοι είχε τη σχετική ευχέρεια. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως άνω 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του τρίτου αναιρεσείοντα Μ. Κ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ως άνω Κώδικα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον.
Με το 1ο λόγο της αναιρέσεώς του ο πρώτος αναιρεσείων, Λ. Σ., ισχυρίζεται ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν, δημιουργουμένης απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώστηκαν, οι από 4-1-2011 εκθέσεις ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων (αλλοδαπών γυναικών) και ειδικότερα των G. L., O. A., P. I. και B. P. ( βλ. υπ' αύξοντα αριθμό αναγνωστέων εγγράφων, Νο 31, σελ. 22 πρακτικών).
Συνεπώς, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη για τη διαμόρφωση της περί ενοχής κρίσης του και τις καταθέσεις αυτές, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν επέφερε την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα της διαδικασίας. Το γεγονός ότι στο διατακτικό, πέραν των ως άνω τεσσάρων αλλοδαπών των οποίων αναγνώστηκαν οι καταθέσεις αναφέρονται άλλες τέσσερις επί πλέον, (συνολικά 8), των οποίων τη γενετήσια εκμετάλλευση πέτυχαν οι κατηγορούμενοι, και των οποίων δεν αναγνώσθηκαν οι καταθέσεις, δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού το δικαστήριο την περί ενοχής κρίση του στήριξε και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Και ναι μεν, αναφέρεται στο σκεπτικό ότι, "οι αναφερόμενες στο διατακτικό αλλοδαπές αναφέρονται στο περιστατικό ότι το ενοίκιο του σπιτιού που έμεναν κατέβαλε ο δεύτερος κατηγορούμενος", ήδη πρώτος αναιρεσείων, το γεγονός όμως της αναφοράς αυτής, δεν δημιουργεί ακυρότητα και δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού τέθηκε με την προφανή έννοια της κατάθεσης του εν λόγω περιστατικού (περί καταβολής ενοικίου) από τις αλλοδαπές των οποίων οι καταθέσεις είχαν αναγνωστεί.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως άνω 1ος λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 15-7-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1468/2011, 11-7-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1447/2011 και 11-7-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1448/2011 αιτήσεις αναίρεσης των 1) Λ. Σ. του Γ. 2) Λ. Τ. του Δ. και 3) Μ. Κ. του Ι. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 550/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμμορία. Σωματεμπορία από κοινού και κατ' επάγγελμα. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Προώθηση αλλοδαπών γυναικών να εκδίδονται σε τρίτους έναντι ανταλλάγματος. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αιτίαση περί απολύτου ακυρότητας λόγω λήψης υπ' όψη μη αναγνωσθεισών προανακριτικών καταθέσεων αλλοδαπών γυναικών. Οι εν λόγω καταθέσεις αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Αιτίαση περί ελλείψεως ακροάσεως λόγω μη ανάγνωσης εγγράφων. Το αίτημα που υποβλήθηκε κατά την ανάπτυξη των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών δεν ήταν σαφές και ορισμένο. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 714/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Λ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Λ. Ν. του Χ., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Λ. Γ., κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1910/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-8-2002 αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε: Ότι μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που απεβίωσε και στη θέση του συνεχίζει τη δίκη ο κληρονόμος του Λ. Ν., καταρτίσθηκε προσύμφωνο σύμβαση πώλησης, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αντί τιμήματος 2.000.000 δρχ. Ότι στον 5° όρο του προσυμφώνου αναφέρεται ότι "σε περίπτωση υπαναχώρησης του πωλητή είναι υποχρεωμένος αυτός να επιστρέψει ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στην αγοράστρια τα χρήματα που έλαβε εις τριπλούν την οποία από τώρα θεωρεί εύλογη ... Σε περίπτωση όμως που υπαναχωρήσει της παρούσας σύμβασης η αγοράστρια χάνει κάθε ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή-αρραβώνα, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στον πωλητή για την εκμετάλλευση του ακινήτου μέχρι την ημέρα της υπαναχώρησης του, αφού ρητά συμφωνείται ότι η αγοράστρια παρέλαβε σήμερα στη νομή, χρήση και κατοχή της το παραπάνω οικόπεδο ... ". Ότι, ερμηνευομένου του ως άνω όρου του προσυμφώνου σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η αληθής βούληση αυτής και του εναγομένου δεν ήταν η επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, αλλά η θέσπιση ποινικής ρήτρας και η πρόσθετη κατοχύρωση της, προκειμένου να αποθαρρύνει τον πωλητή από αποιαδήποτε σκέψη υπαναχώρησης ... Ζήτησε δε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί ότι η από 5-4-2002 εξώδικη υπαναχώρηση του εναγομένου από το προσύμφωνο, κατ' επίκληση συμβατικής υπαναχώρησης, είναι άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής η ενάγουσα αμφισβητεί και δεν συνομολογεί ως ανταποκρινόμενο στη βούληση των μερών συμβατικό δικαίωμα υπαναχώρησης του πωλητή και επομένως νομίμως διώκει την αναγνώριση της ακυρότητας της υπαναχώρησης που έγινε από τον πωλητή. Το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και την ερεύνησε κατ' ουσίαν, ερμηνεύοντας τον σχετικό περί υπαναχώρησης όρο του προσυμφώνου με τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου πρώτος από τα άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν α) το δικαστήριο της ουσίας αν και διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών β) προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών αρχών, η οποία ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τους εν λόγω κανόνες, χωρίς στην απόφασή του να διαλαμβάνεται έστω και εμμέσως, η διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, καθώς και όταν στην απόφασή του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω κανόνων και ειδικότερα ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 472/2009). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με το με αριθμό .../16-1-2002 προσύμφωνο ... ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα, που είναι θετή του κόρη, και να της μεταβιβάσει τη κυριότητα, ενός οικοπέδου, ... Ως τίμημα της μέλλουσας να καταρτισθεί πώλησης, ορίστηκε στο συμβόλαιο τούτο, το ποσό των 5.869,41 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο εξ ολοκλήρου, πριν από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου ... Περαιτέρω μεταξύ τους συμφωνήθηκαν και τα εξής, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο εν λόγω προσύμφωνο: 1) "..ολόκληρο το πιο πάνω χρηματικό ποσό, θεωρήθηκε ότι καταβλήθηκε στον πωλητή από την αγοράστρια ως αρραβώνας και θα συμψηφιστεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου στο ισόποσο τίμημα το οποίο συμφωνήθηκε ..."1), 2) ... 5) "... σε περίπτωση υπαναχώρησης του πωλητού, είναι υποχρεωμένος αυτός να επιστρέψει ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στην αγοράστρια τα χρήματα που έλαβε και που αποδεικνύονται από το παρόν προσύμφωνο συμβόλαιο μου εις τριπλούν, την οποία από τώρα θεωρεί εύλογη και δίκαιη και μπορεί να εξαναγκάσει τον πωλητή προς πληρωμή με εκτέλεση και μόνον της πράξης αυτής, την οποία από τώρα οι συμβαλλόμενοι κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο. Σε περίπτωση όμως που υπαναχωρήσει της παρούσας σύμβασης η αγοράστρια, χάνει κάθε ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή-αρραβώνα, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση του πωλητή, για την εκμετάλλευση του ακινήτου μέχρι την ημέρα της υπαναχώρησης του, αφού ρητά συμφωνείται ότι η αγοράστρια παρέλαβε σήμερα στην νομή, χρήση και κατοχή της το παραπάνω οικόπεδο ... ... Από την διατύπωση του εν λόγω πέμπτου όρου, γεννάται πράγματι αμφιβολία ως προς τις δηλωθείσες βουλήσεις των συμβληθέντων μερών, σχετικά με τον αν επιφυλάχθηκε ή όχι δικαίωμα υπαναχώρησης στον πωλητή. Ερμηνεύοντας δε το Δικαστήριο τον όρο αυτό σε συνδυασμό και με τους λοιπούς όρους του προσυμφώνου, με τους όρους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή όπως απαιτεί η καλή πίστη ενόψει και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής θέλησης των συμβαλλομένων, οδηγείται στην κρίση ότι με τον παραπάνω όρο, οι συμβαλλόμενοι θέσπισαν ποινική ρήτρα σε βάρος εκείνου απ' αυτούς που λόγω μεταμέλειας του, θα αθετούσε την υποχρέωση του να προσέλθει στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ρήτρα που δεν αποκλείει την αξίωση για εκτέλεση της συμβάσεως και όχι δικαίωμα υπαναχωρήσεως από αυτήν, με καταβολή του λεγόμενου επιτίμιου (ή ποινής) μεταμέλειας κατ' άρθ. 398 ΑΚ. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται ειδικότερα ... Ενόψει αυτών είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, τάσσοντας σ' αυτό τους προαναφερθέντες εξασφαλιστικούς της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου όρους, δεν θέλησαν να διευκολύνουν την διάλυση του προσυμφώνου, παρέχοντας δικαίωμα ελεύθερης υπαναχώρησης με καταβολή "επιτίμιου μεταμέλειας" αλλά αντίθετα επιδίωξαν να περιφρουρήσουν την εκπλήρωση του προσυμφώνου και να ενισχύσουν την υποχρέωση για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με την καθιέρωση ποινικής ρήτρας σε βάρος του πωλητή.
Συνεπώς η δηλωθείσα από αυτόν στις 5-4-2002 υπαναχώρηση από την παραπάνω [προ]σύμβαση, με εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, ήτοι δεν οδήγησε σε διάλυση της σύμβασης, αφού δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων τέτοιο δικαίωμα. Συνακόλουθα, φανερού όντος και του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, η ένδικη αγωγή, που είναι νόμιμη και ορισμένη, αποδεικνύεται και ως ουσιαστικά βάσιμη. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης αυτής. Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και στην ουσία της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή αγωγή και να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία δικαιώματος υπαναχώρησης του εναγόμενου, που να έχει καθορισθεί συμβατικά με το με αριθμό .../2002 προσύμφωνο της ανωτέρω Συμβ/φου, καθώς και ότι η σχετική δήλωση αυτού δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι υπάρχει αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών και ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων δεν ήταν η συνομολόγηση δικαιώματος του πωλητή να υπαναχωρήσει από το προσύμφωνο, αλλά η συνομολόγηση σε βάρος του ποινικής ρήτρας για την περίπτωση που αυτός αθετούσε την υποχρέωση του να προσέλθει στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρήτρα που δεν αποκλείει την αξίωση για εκτέλεση της σύμβασης, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αφού το πόρισμα στο οποίο κατέληξε και είχε αφετηρία τη δήλωση των συμβαλλομένων, όπως αυτή εξωτερικεύτηκε και αποτυπώθηκε στο προσύμφωνο, δεν είναι αντίθετο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες προσδιορίζει στην απόφαση του ως κριτήρια ανεύρεσης της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων και τα οποία δεν αποκλείουν την με σκοπό ενίσχυσης εκτέλεσης της σύμβασης συνομολόγηση σε προσύμφωνο πωλήσεως ποινικής ρήτρας σε βάρος εκείνου που αθετεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του και στην περίπτωση εκείνη που έχει παρασχεθεί στον αγοραστή δικαίωμα κατάρτισης της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση, καθώς και στην περίπτωση που συνομολογήθηκε σε βάρος του πωλητή ποινική ρήτρα τριπλάσια του προκαταβληθέντος τιμήματος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν αγνόησε, αλλά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων αφενός τον πέμπτο όρο του προσυμφώνου στον οποίο γίνεται αναφορά για καταβολή αρραβώνας, τον οποίο και παραθέτει αυτούσιο στην προσβαλλόμενη απόφαση του και αφετέρου τη συνομολόγηση σε βάρος της αγοράστριας ποινικής ρήτρας, δεχόμενο ότι και αυτή συμφωνήθηκε για την περίπτωση που η αγοράστρια δεν εμφανίζονταν στον συμβολαιογράφο για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους παραβίασε και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2009 αίτηση του Δ. Λ., κατοίκου εν ζωή ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1910/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον συνεχίζοντα τη δίκη κληρονόμο του αναιρεσείοντος Λ. Ν. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσύμφωνο πώλησης. Ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών. Η ύπαρξη αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ερμηνεία όρου του προσυμφώνου περί υπάρξεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως με καταβολή επιτιμίου μεταμελείας. Κρίση Εφετείου ότι αφορά ποινική ρήτρα. Αναιρετικοί λόγοι για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά 1910/2006 απόφασης Εφετείου Θεσσαλονίκης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 700/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο -Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 4781/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Α. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπέρη.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1338/ 15.11.2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, Νικολάου Βατελάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, στο οποίο ρητώς παραπέμπει το άρθρο 507 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης (η οποία, κατά την παρ. 1, είναι δεκαήμερη) αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Οι αποφάσεις δε που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, στις οποίες, κατ' άρθρο 551 του ίδιου Κώδικα, περιλαμβάνονται και αυτές που καθορίζουν τη συνολική ποινή που πρέπει να εκτίσει εκείνος που καταδικάστηκε με περισσότερες αποφάσεις είτε του ίδιου είτε διαφόρων δικαστηρίων, χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες" και υπάγονται και αυτές στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση". Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως αρχίζει, αδιακρίτως για όλους τους ενδιαφερομένους (διαδίκους και εισαγγελείς), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η προθεσμία αναιρέσεως αρχίζει από τη δημοσίευση και όχι από την, μετά την καθαρογραφή, ως άνω καταχώρηση, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, φαλκιδεύει δε το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και παραβιάζει, έτσι, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ' αριθ. 1338/15.11.2010 αίτηση, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθ. 4781/3.11.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε η συνολική ποινή που πρέπει να εκτίσει ο κατηγορούμενος Α. Μ. του Κ., κατόπιν συγχωνεύσεως των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις σ' αυτήν αναφερόμενες καταδικαστικές αποφάσεις. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επ' αυτής επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο Ειδικό Βιβλίο στις 30.6.2011. Επομένως, η ένδικη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 15.11.2010, ήτοι πριν από την καταχώριση, πριν, δηλαδή, αρχίσει η ανωτέρω δεκαήμερη προθεσμία, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, εμπρόθεσμη και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, τον οποίο προβάλει με το από 3.4.2012 υπόμνημά του, για το αντίθετο είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση υπό τον όρο της ανακλήσεως του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη) θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματος που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υφ' όρον συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη (ή και περισσότερες) από δόλο πράξη, παρόλο ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον υφ' όρον απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι (6) μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Στον Α. Μ. του Κ. με την υπ' αριθ. 1474/1995 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών επιβλήθηκε συνολική εκτιτέα ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε (25) ετών για απάτες, πλαστογραφία, κ.λπ.. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. 188/1999 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, διατάχθηκε η με τον όρο της ανακλήσεως απόλυσή του και αποφυλακίστηκε την 15.7.1999 με εναπομείναν υπόλοιπο προς έκτιση εννέα (9) έτη, επτά (7) μήνες και είκοσι πέντε (25) ημέρες. Στη συνέχεια, μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας του, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ισούται με το χρονικό διάστημα της ποινής που υπολειπόταν για έκτιση και δεν ήταν αυτός μόνο τρία έτη (όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο κατηγορούμενος, ερμηνεύοντας όχι ορθώς τον όρο που του επιβλήθηκε με το ανωτέρω βούλευμα να εμφανίζεται δύο φορές το μήνα στο Α. Τ. της κατοικίας του επί τρία έτη από την απόλυσή του), τέλεσε νέα από δόλο εγκλήματα, για τα οποία καταδικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 892/2010 απόφαση, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 875/2010 απόφαση, σε ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την υπ' αριθ. 3371/2006 απόφαση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την υπ' αριθ. 600/2008 απόφαση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 54969/2006 απόφαση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την υπ' αριθ. 1907/2009 απόφαση, σε ποινή φυλακίσεως εξήντα (60) ημερών και από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την υπ' αριθ. 2273/2010 απόφαση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών. Ακολούθως, διά του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτηση για συγχώνευση των ποινών, που του είχαν επιβληθεί με τις ως άνω αποφάσεις. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση και καθόρισε συνολική ποινή που έπρεπε να εκτίσει ο ως άνω αιτών - κατάδικος σε τριάντα εννέα (39) έτη, πενήντα ένα (51) μήνες και τριάντα (30) ημέρες, αποτελούμενη από τη βαρύτερη ποινή καθείρξεως των είκοσι πέντε (25) ετών που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθ. 1474/1995 συγχωνευτική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, επαυξημένη κατά (3 έτη, 2 έτη, 6 μήνες και 6 μήνες) από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 892/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 4 έτη από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 875/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (2 έτη, 1 έτος και 6 μήνες) από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 3371/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, (1 έτος και 1 έτος) από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 600/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, (6 μήνες, 6 μήνες και 6 μήνες) από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 54969/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τριάντα (30) ημέρες από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 1907/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και (12 μήνες και 3 μήνες) από την ποινή που επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 2273/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, παρά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση τέτοιας συγχωνεύσεως, κατά τα προεκτεθέντα, αφού ο ανωτέρω όφειλε να εκτίσει αθροιστικά ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, που είχε ανασταλεί με την υφ' όρον απόλυσή του. Έτσι, όμως, που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 108, 109 του ΠΚ και του άρθρου του 551 του ΚΠοινΔ, η οποία είναι ουσιαστική κατά το μέρος της που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής.
Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων , είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4781/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα εφετών κατά αποφάσεως συγχωνεύσεως ποινών. Προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως δεκαήμερη από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο. Απόλυση υπό όρο. Τέλεση νέων εγκλημάτων, για τα οποία επιβλήθηκαν αμετακλήτως ποινές φυλακίσεως άνω των 6 μηνών, μέσα στο χρονικό διάστημα που υπολειπόταν για την έκτιση της ποινής. Οι ποινές που επιβλήθηκαν για τα νέα εγκλήματα δεν μπορούν να συγχωνευθούν με την ποινή που έχει ανασταλεί με τον όρο της ανακλήσεως. Αναίρεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 108, 109 ΠΚ και 551 ΚΠΔ και παραπομπή.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 698/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη και 2. Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 12/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με συγκατηγορούμενους τους 1. Γ. Β. του Α. και 2. Μ. Μ. του Κ. και πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Β. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Ι. Μ. του Α. ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2011 αίτησή του καθώς και στο από 5 Δεκεμβρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 539/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης του Ι. Μ. καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, και να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση του Ε. Μ. του Δ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Επί της αναιρέσεως του Ε. Μ..
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ε. Μ., όπως προκύπτει από τη με αρ. 1/26-3-2012 έκθεση παραιτήσεως, γενόμενη ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Αθανασίου, παραιτήθηκε από την με αριθμ. εκθ. 2/28-3-2011 αίτηση αναιρέσεώς του, που έχει ασκηθεί από αυτόν, με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Κέρκυρας, για αναίρεση της 12/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω της παραπάνω παραίτησης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Β. Επί της αναιρέσεως του Ι. Μ..
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός εάν οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή και άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1,2 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μικρότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτήν, πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής. Αντίθετα, τελείται μια πράξη απάτης όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στον εξαπατημένο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνει στη συνέχεια σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Επί εγκλήματος δε κατ' εξακολούθηση, για την αντικειμενική υπόσταση του οποίου ή το χαρακτηρισμό του ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, απαιτείται ορισμένο ποσό οφέλους ή ζημίας, το οποίο μετά την ισχύ του ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του, εφόσον όμως ο δράστης απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα, η αιτιολογία επεκτείνεται και στην επιδίωξη του δράστη για το συνολικό αυτό αποτέλεσμα.
Επίσης, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά και χωριστά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό την παραπλάνηση του θύματος και το παράνομο περιουσιακού όφελος όλων ή και ενός από αυτούς, με αντίστοιχη βλάβη του απατηθέντος.
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 12/2011 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Ι. Μ. και τους λοιπούς συγκαταδικασθέντες συναυτουργούς αυτού: "Ο πολιτικώς ενάγων, Α. Β., διατηρεί κατάστημα με αντικείμενο την εμπορία κλιματιστικών και υδραυλικών υλικών στην ... επί της οδού ... αριθ. 162 με την επωνυμία "Thermopolis". Στις αρχές του έτους 2003 επί της ίδιας ως άνω οδού και σε μικρή απόσταση από το κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος άνοιξε κατάστημα με αντικείμενο εμπορίας τη χονδρική πώληση εξοπλισμού καταστημάτων στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου, Ε. Μ.. Οι δεύτερος και τρίτος από τους κατηγορουμένους, Ι. Μ. και Μ. Μ., εμφανίζονταν ως απασχολούμενοι στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου. Οι κατηγορούμενοι αυτοί με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, και μετά από συναπόφαση, με σκοπό να περιποιήσουν στον πρώτο κατηγορούμενο, Ε. Μ., παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε στην περιουσία του παθόντος υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 €. Ειδικότερα, περί το τέλος Ιουνίου 2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ι. Μ., επισκέφθηκε το κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος στην ... και του πρότεινε συνεργασία με την επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, ο πολιτικώς ενάγων μετέβη στο κατάστημα του τελευταίου και στις συναντήσεις, που είχε με τους κατηγορουμένους, κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2003 του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρεί στην ... επιχείρηση με αντικείμενο τη χονδρική πώληση εξοπλισμού καταστημάτων, στην οποία ο δεύτερος και ο τρίτος από τους κατηγορουμένους απασχολούνταν ως υπάλληλοι, ότι ήταν μεγαλέμπορος με μεγάλο πελατολόγιο και μεγάλο κύκλο εργασιών, διότι προμήθευε μεγάλες ποσότητες από διάφορα εμπορεύματα σε ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις στην Κέρκυρα και τα λοιπά Ιόνια νησιά και ότι ήταν φερέγγυο πρόσωπο με επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια σε τραπεζικούς λογαριασμούς και του ζήτησαν να τους πωλήσει κλιματιστικά με πίστωση του τιμήματος, χάριν εξοφλήσεως του οποίου θα εξέδιδε ο πρώτος κατηγορούμενος μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως μετά δίμηνο από την εκάστοτε παράδοση. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ούτε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν φερέγγυος, ούτε η επιχείρηση διέθετε μεγάλο πελατολόγιο και κύκλο εργασιών και οι κατηγορούμενοι είχαν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Ο πολιτικώς ενάγων, πεισθείς με τις άνω ψευδείς παραστάσεις ότι η πληρωμή του τιμήματος θα ήταν βέβαιη, πώλησε και παρέδωσε διαδοχικά με πίστωση του τιμήματος κλιματιστικά, συνολικής αξίας 124.382,85 € και συγκεκριμένα: α) στις 19-7-2003 οκτώ κλιματιστικά "ΝΤΟΥΛΑΠΑ" DVF-45 ΕΣΩ-ΕΞΩ, αξίας 12.240,00 € για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1333/2003 τιμολόγιο πώλησης, β) στις 24-7-2003 εκατόν ογδόντα κλιματιστικά TAYO TFY 09 SUI, αξίας 42.480,00 €, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1338/2003 τιμολόγιο πώλησης, γ) στις 30-7-2003 είκοσι κλιματιστικά ΤΑΥΟ ΤFΥ 09 SUI, αξίας 4.893,22 €, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1340/2003 τιμολόγιο πώλησης και δ) στις 8-8-2003 εκατό κλιματιστικά ΤΑΥΟ ΤFΥ 09 SUI, αξίας 23.600,00 €, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1352/2003 τιμολόγιο πώλησης, χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος των οποίων δέχθηκε μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 12.240,00 €, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως 5-10-2003, β) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 20.000,00 € πληρωτέα στην Άλφα Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως 25-10-2003, γ) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 13.946,61 €, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως 10-12-2003 και δ) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 13.946,61 €, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα με ημερομηνία εκδόσεως 20-12-2003 και επιπλέον (πώλησε και παρέδωσε) στις 28-8-2003 εκατόν τριάντα έξι σώματα FUN-COIL FC -08 και εκατόν τριάντα έξι ηλεκτροβάνες αξίας 41.169,63 €, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 223/2003 τιμολόγιο πώλησης, για την εξόφληση του τιμήματος των οποίων δεν έλαβε κατά την παράδοση σχετική επιταγή, διότι οι κατηγορούμενοι προφασίσθηκαν ότι θα του παραδοθεί τις επόμενες ημέρες, πράγμα το οποίο δεν έγινε, καθόσον ο πολιτικώς ενάγων, που επισκέφθηκε το κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου στις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 2003, διαπίστωσε ότι η επιχείρηση έπαυσε να λειτουργεί, το κατάστημα ήταν κλειστό και οι κατηγορούμενοι είχαν εξαφανιστεί. Στη συνέχεια, ο πολιτικώς ενάγων, αν και εμφάνισε τις άνω τραπεζικές επιταγές εμπροθέσμως στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκαν και επιπλέον δεν καταβλήθηκε και το τίμημα των τελευταίων εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα ο πολιτικώς ενάγων από την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων να υποστεί ισόποση με τη συνολική αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων ζημία, ήτοι ποσού 124.382,85 €, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, με αντίστοιχο σκοπούμενο περιουσιακό όφελος του Ε. Μ..
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος, Γ. Β., με πρόθεση αφενός δέχθηκε στην κατοχή του πράγματα ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, που προήλθαν από αξιόποινη πράξη, μέρος των οποίων μεταβίβασε σε άλλον και αφετέρου αγόρασε πράγματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που προήλθαν από αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι τρεις κατηγορούμενοι, Ε. Μ., Ι. Μ. και Μ. Μ., μετά την παραλαβή των άνω εμπορευμάτων (κλιματιστικών κλπ) από τον πολιτικώς ενάγοντα, Α. Β., φόρτωναν αυτά σε φορτηγό και τα μετέφεραν στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια, έχοντας έρθει σε συνεννόηση με τον προαναφερόμενο τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος είναι εξάδελφος του τρίτου κατηγορουμένου και φίλος του πρώτου από αυτούς, αυτός (τέταρτος κατηγορούμενος), γνωρίζοντας ότι τα άνω εμπορεύματα είχαν περιέλθει σ' αυτούς με την άνω πράξη της απάτης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα, Α. Β., αφενός μεν δέχθηκε, κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2003, στην κατοχή του τα άνω, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οκτώ κλιματιστικά, αξίας 12.240,00 €, εκατόν ογδόντα κλιματιστικά, αξίας 42.480,00€, είκοσι κλιματιστικά, αξίας 4.893,22 € και εκατό κλιματιστικά, αξίας 23.600,00 €, καθόσον αυτά μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στην αποθήκη της ξενοδοχειακής μονάδας, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ ΑΕ", που εδρεύει στους ..., της οποίας αυτός είναι μέτοχος και με απόφαση του ΔΣ της έχει ορισθεί νόμιμος εκπρόσωπος της και μέρος αυτών χρησιμοποίησε, για τις ανάγκες της άνω ξενοδοχειακής μονάδας, που την εποχή εκείνη ανακαινιζόταν και μέρος μεταβίβασε, δια συμφωνίας και παραδόσεως της νομής τους, στην εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΙΑ ΑΕ", που εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "FILOXENIA" στους ..., το οποίο ομοίως ανακαινιζόταν την εποχή εκείνη, αφετέρου δε τον Αύγουστο 2003 αγόρασε και παρέλαβε τα άνω, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εκατόν τριάντα έξι σώματα FUN COIL FC-08 και τις άνω εκατόν τριάντα έξι ηλεκτροβάνες, αξίας 41.169,63 € και τα τοποθέτησε στην προαναφερόμενη ξενοδοχειακή μονάδα της ανώνυμης εταιρείας "ΑΘΗΝΑ ΑΕ". Για τα τελευταία αυτά εμπορεύματα ο πρώτος κατηγορούμενος, Ε. Μ. εξέδωσε το υπ' αριθμ. 00092/29-8-2003 τιμολόγιο με τιμή πώλησης 56.983,76€ και ο τέταρτος κατηγορούμενος, Γ. Β., σε διαταγή του προαναφερομένου, την υπ' αριθμ.... τραπεζική επιταγή της ΑLPHA ΒΑΝΚ, ποσού 56.983,76 € με ημερομηνία εκδόσεως 1.9.2003, ώστε να δίνεται η εντύπωση νόμιμης συναλλαγής, στην πραγματικότητα όμως ο Ε. Μ. εμφάνισε την άνω επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα και, αφού εισέπραξε το ποσό των 56.983,76 €, κράτησε για τον εαυτό του το ποσό των 6.000,00 € και επέστρεψε το υπόλοιπο ποσό στον τέταρτο κατηγορούμενο, Γ. Β., με αποτέλεσμα αυτός για τα ανωτέρω σώματα FUN COIL και τις ηλεκτροβάνες να έχει καταβάλει μόνον το ποσό των 6.000,00 €, που είναι καταφανώς μικρότερο της τιμής αγοράς τους από τον πολιτικώς ενάγοντα, που ανερχόταν, όπως έχει προαναφερθεί, στο ποσό των 41.169,63 €. Η συναπόφαση των τριών πρώτων κατηγορουμένων για την τέλεση της πράξεως της απάτης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και η ειλημμένη εντεύθεν απόφαση αυτών να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι αυτού, αλλά και η περιέλευση των άνω εμπορευμάτων στην κατοχή του τετάρτου κατηγορουμένου και ιδίως των κλιματιστικών (τεμ. "ΝΤΟΥΛΑΠΑ" και 300 τεμ. TAYO TFY), δεδομένου ότι για τα "FUN COIL" είχε εκδοθεί τιμολόγιο αγοράς υπ' αυτού και η γνώση αυτού της προελεύσεως αυτών από την άνω αξιόποινη πράξη της απάτης αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ. Α., ο οποίος ναι μεν τελεί σε αντιδικία με τον τέταρτο κατηγορούμενο, πλην όμως είναι πειστική, διότι επιβεβαιώνεται και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, αυτός, όντας εργολάβος θερμοϋδραυλικών εργασιών και έχοντας αναλάβει, βάσει εγγράφου συμβάσεως, την εκτέλεση των θερμοϋδραυλικών εργασιών (αποχέτευση, ύδρευση, ψύξη, θέρμανση) με δικά του υλικά στην άνω ξενοδοχειακή μονάδα του τετάρτου κατηγορουμένου, καταθέτει α) ότι έβλεπε τους κατηγορούμενους Ε. Μ. και Μ. Μ. να προσέρχονται στην ξενοδοχειακή μονάδα και να συζητούν με τον κατηγορούμενο Γ. Β., β) ο τρίτος κατηγορούμενος Μ. Μ. του είπε ότι έχει εταιρεία, που εμπορεύεται υλικά, που έχουν σχέση με την ψύξη- θέρμανση (κλιματιστικά, FUN COIL) και του ζήτησε, αντί να προμηθεύεται αυτά τα υλικά από τρίτους, να τα αγοράζει από αυτούς με μεγάλη έκπτωση (90%) και στη συνέχεια να τα πουλάει στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, που εκπροσωπούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος, στα πλαίσια της άνω συμβάσεως εργολαβίας, γ) τα ίδια του δήλωσε και του ζήτησε και ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα για να τον πείσει ότι θα είχε όφελος από αυτή τη συνεργασία, τον πήρε μαζί του, κατά την πληρωμή του κατηγορουμένου, Ε. Μ. για την αγορά των FUN COIL και των ηλεκτροβανών, εξέδωσε μία τραπεζική επιταγή σε διαταγή αυτού (προφανώς των υπ' αριθμ. ... της ALPH ΒΑΝΚ, ποσού 56.983,76 €), αυτός την εισέπραξε και αφού κράτησε 6.000,00 €, του επέστρεψε το υπόλοιπο και δ) έβλεπε ότι τα κλιματιστικά αποθηκεύονταν το πρωί στην αποθήκη της ξενοδοχειακής μονάδας και το βράδυ εξαφανίζονταν. Περαιτέρω, οι παραπάνω παραδοχές, σε σχέση με τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους ενισχύονται και από το γεγονός ότι α) αυτοί ασχολήθηκαν με την εμπορία, χωρίς να έχουν ιδιαίτερες γνώσεις, αφού οι δύο πρώτοι ήταν ξενοδοχοϋπάλληλοι και ο τρίτος αγρότης, ο οποίος είχε παλαιότερα εργασθεί ως πωλητής σε εταιρεία αλλαντικών και β) δεν διέθεταν ιδιαίτερα κεφάλαια προς τούτο, αφού και ο αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου, στο όνομα του οποίου εμφανιζόταν το κατάστημα, Σ.Μ., εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε χαρακτηριστικά "....μου είχε πει ότι θα δούλευε με επιταγές". Εξάλλου, και οι παραδοχές σε σχέση με τον τέταρτο κατηγορούμενο, όσον αφορά τη γνώση του ότι τα εμπορεύματα ήταν προϊόν αξιόποινης πράξεως και περαιτέρω ότι αυτός δέχθηκε στην κατοχή του τα κλιματιστικά (8 τεμ. "ΝΤΟΥΛΑΠΑ DVF 45 ΕΣΩ-ΕΞΩ και 300 τεμ. κλιματιστικά ΤΑΥΟ ΤFΥ) και μέρος αυτών χρησιμοποίησε στην ξενοδοχειακή μονάδα "ΑΘΗΝΑ ΑΕ", ενώ μέρος αυτών μεταβίβασε προς την ξενοδοχειακή μονάδα "FΙLΟΧΕΝΙΑ", ενισχύονται αφενός από το γεγονός ότι η τιμή των 6.000 € που τελικά αγόρασε τα FUN COIL κλπ ήταν ασήμαντη σε σχέση με την πραγματική αξία αυτών των 41.169,63 € και αφετέρου από το γεγονός ότι δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει σε ποιον οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι πώλησαν τα αμέσως ως άνω εμπορεύματα. Η κατάθεση δε της μάρτυρος υπερασπίσεως του τετάρτου κατηγορουμένου, Π.Τ., αντιπροέδρου του ΔΣ της εταιρείας "ΞΕΝΙΑ ΑΕ", που εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "FILOXENIA", σύμφωνα με την οποία, η αγορά των εμπορευμάτων για το ξενοδοχείο αυτό έγινε απευθείας από τον Ε. Μ. και όχι με μεταβίβαση από τον τέταρτο κατηγορούμενο, δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, διότι τα προσκομιζόμενα προς απόδειξη υπ' αριθμ. 00030/2-7-2003 και 00040/17-7-2003 τιμολόγια αφορούν σε διαφορετικά εμπορεύματα (FUJITSU ASY 12 RS, μηχανή παγοκύβων και ξαπλώστρες), Η κρίση, τέλος, αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από το γεγονός ότι από την πλευρά του τετάρτου κατηγορουμένου προβάλλεται ότι αυτός προμηθεύτηκε τα αντίστοιχα εμπορεύματα για τις ανάγκες της ξενοδοχειακής μονάδας της εταιρείας "ΑΘΗΝΑ ΑΕ" από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΒ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" και προσκομίζονται το υπ' αριθμ. 001187/13-4-2004 τιμολόγιο πώλησης και το αντίστοιχο δελτίο αποστολής, που αφορούν σε πέντε τεμάχια "αερόψυκτου ψύκτη ROVE", αφού δεν προκύπτει ότι πρόκειται περί των ιδίων εμπορευμάτων. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 € και ο τέταρτος κατηγορούμενος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, κατά πλειοψηφία, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτοί, διαβιούντες στην κοινωνία , επέδειξαν καλή διαγωγή και δεν υπέπεσαν μέχρι σήμερα σε άλλο παράπτωμα και γι' αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί σ' αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε ΠΚ. Αντίθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναγνωρισθεί στους κατηγορούμενους η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετανοίας και ότι επιδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν έγινε εκ μέρους τους επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών , που μπορούν να στηρίξουν αυτή την ελαφρυντική περίσταση, δεν αποδείχθηκε και ότι αυτοί πράγματι επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και ότι προθυμοποιήθηκαν να επανορθώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, αφού ουδέν ποσό κατέβαλαν στον πολιτικώς ενάγοντα.
Συνεπώς, ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, κήρυξε ένοχο τον νυν αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Ι. Μ. για κακουργηματική απάτη, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε κατά συναυτουργία με τους συγκαταδικασθέντες Ε. Μ. και Μ. Μ., με σκοπό να αποκομίσει ο από αυτούς καταδικασθείς Ε. Μ., παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησαν στο μηνυτή Α. Β. και συγκεκριμένα με συνολικό περιουσιακό όφελος 124.382, 85 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αλλά και των 120.000 ευρώ (όπως τροπ. το άρθρο 386 ΠΚ, με το άρθρο 25 παρ.1 περ. ιδ του νέου ν. 4055/12-3-2012, διατηρουμένης λόγου ποσού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ και πάλιν της κακουργηματικής μορφής του) και αφού αναγνώρισε στον παραπάνω αναιρεσείοντα την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 εδαφ.ε του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 12/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ.1, 3 περ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και συναφείς λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ι. Μ.: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της από κοινού μετά από συναπόφαση όλων των συγκαταδικασθέντων να μην εκπληρώσουν ποτέ τις υποχρεώσεις τους, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης και δη ότι ο νυν αναιρεσείων Ι. Μ., με τις μερικότερες πράξεις της απάτης που διέπραξε, σκόπευε, ήτοι απέβλεπε στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 124.382,85 ευρώ του Ε. Μ. και στην αντίστοιχη συνολική ζημία του απατηθέντος πωλητή μηνυτή, όση η συνολική αξία των πωληθέντων κλιματιστικών, ενώ προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρξε εκ μέρους των συγκατηγορουμένων μόνον άπαξ παράσταση ψευδών γεγονότων και πρόκληση από αυτή πλάνης στον μηνυτή Α. Β., συνεπεία της οποίας αυτός προέβη στις περισσότερες διαδοχικές περιουσιακές διαθέσεις - πωλήσεις κλιματιστικών, στον Ε. Μ., που ουδέποτε πλήρωσε το τίμημά τους, όπως από την αρχή ήταν αποφασισμένο, με το παραπάνω συνολικό όφελος αυτού και την αντίστοιχη ζημία του πωλητή μηνυτή, αλλά ότι έγιναν, εντός του χρονικού διαστήματος των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου 2003, πλείονες αναφερόμενες διαδοχικές ψευδείς παραστάσεις και απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτόν ήτοι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, και από τον νυν αναιρεσείοντα, εμφανιζόμενο ως δήθεν υπάλληλο του αγοραστή, του περιεχομένου, ότι ο επιχειρηματίας Ε. Μ. ήταν φερέγγυο πρόσωπο, μεγαλέμπορος στην ... με επιχείρηση χονδρικής πώλησης εξοπλισμού καταστημάτων, με μεγάλο πελατολόγιο, με μεγάλο κύκλο εργασιών και με επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, πράγμα ψευδές, αφού μάλιστα οι δοθείσες μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν όλες ακάλυπτες, τον δε Σεπτέμβριο του 2003 το κατάστημα του Ε. Μ. έκλεισε και οι κατηγορούμενοι όλοι εξαφανίστηκαν, ήτοι ορθά εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 45 και 98 παρ.1, 2 και 386 του ΠΚ, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και η ενότητα του δόλου αυτού και των λοιπών συναυτουργών της απάτης, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της απάτης αυτής και δη αναφέρεται η συναπόφαση όλων των συγκαταδικασθέντων και εξωτερίκευση της θελήσεως του νυν αναιρεσείοντος και των λοιπών να ωφελήσουν τον Ε. Μ. και να παραπλανήσουν τον παθόντα μηνυτή και να βλάψουν την περιουσία αυτού, η δε στο αιτιολογικό εκτιθέμενη συμμετοχή του αναιρεσείοντος ορθά εκτιμήθηκε ως συναυτουργία και όχι ως απλή συνέργεια στην άνω απάτη, γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος καταδικασθέντος και της πλάνης και της βλάβης του παθόντος, δ) παρά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αυτοτελής ισχυρισμός αναγνώρισης στον νυν αναιρεσείοντα και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. δ του ΠΚ, προβλήθηκε από τον συνήγορο αυτού κατά την αγόρευσή του επί της κατηγορίας, με τη φράση "να αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά εμπράκτου μετανοίας και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη", ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο, χωρίς επίκληση πραγματικών περιστατικών και δεν απαιτείται κατά το νόμο αιτιολογημένη απόρριψη των προβαλλόμενων αόριστων και μη νομίμων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, το δικαστήριο, παρά ταύτα, με επαρκή και ειδική ως παραπάνω αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. δ' του ΠΚ και κατά πλειοψηφία αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μόνο την ελαφρυντική περίσταση του εδαφ. ε, ε) από την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον και από την πρωτόδικη του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι ο άνω αναιρεσείων, καταδικάστηκε για την ίδια ακριβώς πράξη κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος 124.382,85 ευρώ του Ε. Μ. και την αντίστοιχη συνολική ζημία του απατηθέντος πωλητή μηνυτή και ουδεμία έμμεση χειροτέρευση θέσης του ως κατηγορουμένου και παραβίαση του άρθρου 470 ΚΠΔ συνέβη, αφού κατά τις παραδοχές, εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται, ότι ο δράστης απέβλεπε από την αρχή με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα.
Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αυτής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατ' εξακολούθηση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ι. Μ. συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ι. Μ. και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 2/28-3-2011 αίτηση του Ε. Μ. του Δ. για αναίρεση της με αρ. 12/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Απορρίπτει την με αριθμ. εκθ. 1/28-3-2011 αίτηση του Ι. Μ. του Α., μετά των από 5-12-2011 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αρ. 12/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης πρώτου αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους δευτέρου αναιρεσείοντος ως αβάσιμη. Οι λόγοι αναιρέσεως, της αιτήσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για υπέρβαση εξουσίας από την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατ' εξακολούθηση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 694 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Μ. και 2) Μιχαήλ Κ. του Α., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του "Δικηγορικού Συλλόγου Καλαβρύτων". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο 1ος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της, κατά το άρθρο 18§4, δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§ 1,1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι η διάταξη της § 7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το νδ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων. Ειδικότερα, το άρθρο 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για την σύνταξη των ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, στην παράγραφο 6 ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλόμενη ως άνω αμοιβή μπορεί ο Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κλπ, καθώς και ότι με την αυτή ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση ίδιου λογαριασμού για τη συγκέντρωση των παρακρατούμενων ποσοστών και τη διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9 §1 του ν.1093/1980, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και στην περίπτωση που ο δικαιούχος της αποζημιώσεως εκπροσωπήθηκε στη δίκη και από δικηγόρο μέλος Δικηγορικού Συλλόγου διαφορετικής περιφέρειας εκείνης του δικάσαντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οφείλει να καταθέσει και υπέρ του δικού του Δικηγορικού Συλλόγου την αναλογούσα αμοιβή αυτού και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του (ΟλΑΠ 27/2008 ). Κατ' ακολουθίαν, στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου παραστάντος στη δίκη περί καθορισμού της αποζημιώσεως, δικαιουμένου σε απόληψη ποσοστού του ποσού που θα κατατεθεί έναντι του Δικηγορικού Συλλόγου, που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής (βλ. σχ. ΟλΑΠ 15/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με την από 7.7.2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 319/2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν ότι με την υπ' αριθ. 6418/25.7.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 945/5.9.2005, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Κορίνθου - Πατρών, εκτάσεως 45.284,36 τμ., που βρίσκεται στο νομό Αχαΐας και ειδικότερα στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ακράτας, ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε κατά των εικαζομένων δικαιούχων, που αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, πληρεξούσιοι δικηγόροι των φερομένων κατά τον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτητών των αναφερομένων στην αγωγή ιδιοκτησιών, κατέθεσαν την ενώπιον του προαναφερομένου Δικαστηρίου αίτηση, αιτούμενοι τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι κατά τη συζήτηση των άνω αιτήσεων οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εκπροσωπώντας τους άνω αιτούντες, παρέστησαν επιτρεπτώς, αφού νομιμοποιήθηκαν από το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαβρύτων Γεώργιο Πεντζιά, ότι το ως άνω δικαστήριο επί των προαναφερομένων αιτήσεων εξέδωσε την υπ' αριθ. 56/2007 απόφασή του, με την οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα και τα επικείμενά τους καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως άνω δικηγόρων στο ποσό των 320€ και τη δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αποζημιώσεως που δικαιούνται οι άνω ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών, ότι η αμοιβή τους ανέρχεται στο ποσό των 54.387,75 € και η δικαστική δαπάνη στο ποσό των 320 € και ότι η εναγόμενη ( ήδη αναιρεσίβλητη), ως υπόχρεος σε αποζημίωση, δεν κατέθεσε τα άνω ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη, και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να παρακαταθέσει τα προαναφερόμενα ποσά υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, επειδή φορέας του επιδίκου δικαιώµατος είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν πλαγιαστικά τα δικαιώµατα αυτού, πλην όμως η αγωγή τους, έχοντας το χαρακτήρα της πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της το απαραίτητο για το ορισμένο αυτής στοιχείο της αδράνειας του άνω Δικηγορικού Συλλόγου για την άσκηση του δικαιώµατος του, και επίσης ότι (δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της) ότι η υπ' αριθ. 56/2007 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που καθόρισε την προσωρινή τιµή μονάδας αποζημιώσεως καθώς και τη δικαστική δαπάνη και την αµοιβή των εναγόντων, έγινε αποδεκτή από τους διαδίκους ή ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της §2 του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, ώστε να αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος της εναγομένης, υπόχρεου σε αποζημίωση και να µπορεί να ζητηθεί η κατάθεσή της κατά τα άνω. Οι εκκαλούντες µε τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους παραπονούνται κατά της παραπάνω αποφάσεως και προβάλλουν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι δικαιούχοι της αµοιβής είναι αυτοί και ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής µε αίτημα την αποστολή αυτής στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παρακράτηση του δικαιουμένου ποσοστού και την ενίσχυση του διανεμητικού λογαριασμού. Με βάση όμως τα παραπάνω, καταλήγει το Εφετείο,αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να εγείρουν ευθεία καταψηφιστική και αναγνωριστική αγωγή για την κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της δικηγορικής αµοιβής, που καθορίσθηκε µε την απόφαση καθορισµού τιµής μονάδας αποζημιώσεως, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι µέλη, παρά µόνον πλαγιαστικά. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ειδικότερα, ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος,68,70 του ΚΠολΔ, 91, 100, 107, 110 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003, και 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ, και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Όμως το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στη συνέχεια, ορθώς, απέρριψε την έφεση. Και τούτο διότι, καθόσον αφορά, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από το άρθρο 31 του ν. 3130/2003, με το οποίο έγιναν προσθήκες και στο άρθρο 7 του ΚΑΑΑ και σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση ο υπόχρεος προς αποζημίωση καταθέτει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη στο Τ.Π.&Δ. υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νομιμοποιώντας έτσι αυτόν να αξιώσει αυτήν.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 5140/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει, πλαγιαστικά, τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
| null | null | 2
|
Αριθμός 693 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Μ. και 2) Μ. Κ. του Α., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5139/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο 1ος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§4 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της κατά το άρθρο 18§4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§ 1,1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι η διάταξη της §7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το νδ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων. Ειδικότερα, το άρθρο 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για την σύνταξη των ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, στην παράγραφο 6 ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλόμενη ως άνω αμοιβή μπορεί ο Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κλπ, καθώς και ότι με την αυτή ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση ίδιου λογαριασμού για τη συγκέντρωση των παρακρατούμενων ποσοστών και τη διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9§1 του ν.1093/1980, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίον ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και στην περίπτωση που ο δικαιούχος της αποζημιώσεως εκπροσωπήθηκε στη δίκη και από δικηγόρο μέλος Δικηγορικού Συλλόγου διαφορετικής περιφέρειας εκείνης του δικάσαντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οφείλει να καταθέσει και υπέρ του δικού του Δικηγορικού Συλλόγου την αναλογούσα αμοιβή αυτού και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του (ΟλΑΠ 27/2008 ). Κατ' ακολουθίαν, στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου παραστάντος στη δίκη περί καθορισμού της αποζημιώσεως, δικαιουμένου σε απόληψη ποσοστού του ποσού που θα κατατεθεί έναντι του Δικηγορικού Συλλόγου, που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής (βλ. σχ. Ο ΑΠ 15/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με την από 3-7-2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 318/2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν ότι με την υπ' αριθ. 8412/2-6-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 668Δ/22-6-2005, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Κορίνθου-Πατρών, εκτάσεως 71.109,90 τμ., που βρίσκεται στους νομούς Κορίνθου και Αχαΐας και ειδικότερα στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Ευρωστίνης και Αιγείρας, αντίστοιχα, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε κατά των εικαζομένων δικαιούχων, που αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι οι ενάγοντες, πληρεξούσιοι δικηγόροι της φερομένης κατά τον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτήτριας της αναφερομένης στην αγωγή ιδιοκτησίας κατέθεσαν την ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου παρέμβαση-ανταίτηση, αιτούμενοι τον καθορισμό μεγαλύτερης προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως από αυτή που ζητείτο με την αίτηση, ότι κατά την συζήτηση των άνω αιτήσεως και ανταιτήσεως οι ενάγοντες, εκπροσωπώντας την ανταιτούσα Π. Σ., παρέστησαν επιτρεπτώς, αφού νομιμοποιήθηκαν από το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κορίνθου Κωνσταντίνο Ριζόγιαννη, ότι το ως άνω δικαστήριο επί των προαναφερομένων αιτήσεως και ανταιτήσεως εξέδωσε την υπ' αριθ. 54/2007 απόφαση του, με την οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα και τα επικείμενά τους καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως άνω δικηγόρων στο ποσό των 120 € και τη δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αποζημιώσεως που δικαιούται η άνω ιδιοκτήτρια της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, ότι η αμοιβή τους ανέρχεται στο ποσό των 18.405 € και η δικαστική δαπάνη στο ποσό των 120 € και ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ως υπόχρεος σε αποζημίωση, δεν παρακατέθεσε τα άνω ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να παρακαταθέσει τα προαναφερόμενα ποσά υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, επειδή φορέας του επιδίκου δικαιώματος είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν πλαγιαστικά τα δικαιώματα αυτού, πλην όμως η αγωγή τους, έχοντας το χαρακτήρα της πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό το απαραίτητο για το ορισμένο αυτής στοιχείο της αδράνειας του άνω Δικηγορικού Συλλόγου, για την άσκηση του δικαιώματός του και επίσης ότι (δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι) η υπ' αριθ. 54/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως καθώς και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, έγινε αποδεκτή από τους διαδίκους ή ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της §2 του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, ώστε να αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος της εναγομένης, υπόχρεου σε αποζημίωση και αν μπορεί να ζητηθεί η κατάθεσή της κατά τα άνω. Οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους παραπονούνται κατά της παραπάνω αποφάσεως και προβάλλουν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι δικαιούχοι της αμοιβής είναι αυτοί και ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής με αίτημα την αποστολή αυτής στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παρακράτηση του δικαιουμένου ποσοστού και την ενίσχυση του διανεμητικού λογαριασμού. Με βάση όμως τα παραπάνω, καταλήγει το Εφετείο, αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να εγείρουν ευθεία καταψηφιστική ή και αναγνωριστική αγωγή για την κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της δικηγορικής αμοιβής, που καθορίσθηκε με την απόφαση καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλη, παρά μόνο πλαγιαστικά. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ειδικότερα ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος,68,70 του ΚΠολΔ, 91, 100, 107, 110 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003, και 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο Όμως το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και στη συνέχεια, ορθά, απέρριψε την έφεση. Και τούτο διότι, καθόσον αφορά, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από το άρθρο 31 του ν 3130/2003, με το οποίο έγιναν προσθήκες και στο άρθρο 7 του ΚΑΑΑ και σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση ο υπόχρεος προς αποζημίωση καταθέτει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη στο Τ.Π.&Δ. υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νομιμοποιώντας έτσι αυτόν να αξιώσει αυτήν.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10-12-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 5139/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο. αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει, πλαγιαστικά, τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 692/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Ι. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.
Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Ειδικών Παίδων Μαγνησίας - Άσπρες Πεταλούδες", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος τους) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ και 2) να απορριφθούν α) οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος τους και β) οι πέμπτος, έβδομος και όγδοος λόγοι στο σύνολό τους.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (20-3-2012), η από 22-9-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 320/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκε το αναιρεσίβλητο, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. 65Β/10-2-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στο αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Εξάλλου, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 ψηφ. γ', 322 παρ. 1, 324, 331, 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή ή απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε. Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2002 και 20/2002). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που με μεταγενέστερη αγωγή διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, εφόσον κατά το επόμενο αυτό χρονικό διάστημα δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο. Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την εκ νέου έρευνα των προϋποθέσεων της απαίτησης, εφόσον προβλήθηκε ήδη και κρίθηκε το όλον της απαίτησης για τον προγενέστερο χρόνο (Ολ.ΑΠ 1/2003). Εξάλλου, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας, όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη, έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλει, κατά το ίδιο διάστημα, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως. Ο κανόνας αυτός, βέβαια, δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού τότε μόνο δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης. Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι στις 21-4-2003 η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ, για να προσφέρει υπηρεσίες υπαλλήλου και συγκεκριμένα παιδοκόμου. Ο μισθός της καθορίστηκε στο ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως (καθαρά) για πλήρη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, παρείχε δε την παραπάνω εργασία στο Ίδρυμα μέχρι την 13-1-2006, που το τελευταίο κατήγγειλε την εργασιακή αυτή σύμβαση και αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της. Ότι η ενάγουσα, με την από 20-6-2006 προηγούμενη αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άνω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως επίσης να υποχρεωθεί να της καταβάλει, λόγω της υπερημερίας του, ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της και ως προς την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών της, τις οφειλόμενες αποδοχές της.
Εκδόθηκε η 124/2006 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την 81/2008 απόφαση του (Εφετείου Λάρισας), η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της συµβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και ότι είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, τις οποίες τούτο απέκρουσε για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2006 έως 23-1-2006, ήδη δε η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, µετά την έκδοση της 285/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, µε την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του εκκαλούντος Κοινωφελούς Ιδρύµατος. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη αυτή κρίση καλύπτονται από δεδικασμένο το κύρος της συµβάσεως εργασίας, το είδος της εργασίας της εφεσίβλητης, η ακυρότητα της καταγγελίας, η εντεύθεν υπερημερία του εκκαλούντος και οι αποδοχές της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της καταγγελίας. Επίσης, δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω απόφαση, καλύπτει το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας για το ήδη επίδικο διάστηµα, αφού το ύψος αυτό (750 ευρώ) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας, όχι βέβαια ως αυτοτελές πραγματικό περιστατικό, αλλά ως κοινό στοιχείο της ίδιας και στις δύο δίκες ιστορικής αιτίας. Επομένως, αφού το εκκαλούν μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης της εφεσίβλητης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας της τελευταίας, καθίσταται υπερήμερο, κατά το άρθρο 656 ΑΚ και παρέχει στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό της, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει ό,τι ακριβώς θα ελάμβανε ως "μισθό" αν το εναγόμενο δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας της και ειδικότερα α) αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-1-2006 έως 31/3/2008, β) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, γ) αποδοχές αδειών και επιδόματα αδείας, για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα. Λόγω της μη μεταβολής του νομικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας (υπ' αριθ. 12191/06 - ΦΕΚ 11198Β/17-8-2006 απόφαση των Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας "καθορισμός των όρων αµοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, (Κοινωφελή Ιδρύµατα, Οργανισµοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κ.λπ.)" τόσο κατά το χρονικό διάστηµα που αφορούσε στην αγωγή της εφεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 81/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όσο και κατά το διάστηµα της κρινόμενης αγωγής, λόγω του ανωτέρω δεδικασμένου, οι αξιώσεις της ενάγουσας θα υπολογισθούν µε βάση το μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ, που αυτή ελάµβανε. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο η ενάγουσα, λόγω υπερημερίας του εναγομένου, δικαιούται για το χρονικό διάστηµα από 24/1/06 έως 31/3/08: Α) Μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού ύψους 19.680 ευρώ. Β) 1) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2006 ποσό ύψους 406,24 ευρώ. 2) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2006 ποσό ύψους 781,24 ευρώ. 3) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2007 ποσό ύψους 406,24 ευρώ. 4) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ποσό 781,24 ευρώ. 5) Για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2008 ποσό ύψους 242,18 ευρώ. Γ) 1) Για αποδοχές αδείας του έτους 2006 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 (1/2 Χ 750 ευρώ) 2) Για αποδοχές αδείας του έτους 2007 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό 375 ευρώ 3) Για αποδοχές αδείας του έτους 2008 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 25.672,14 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι καλύπτονται από δεδικασμένο, μεταξύ των άλλων και οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, αφού το ύψος αυτό (750 ευρώ) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε, όπως δέχθηκε, δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, (δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της αναιρεσείουσας), δεν δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, πως υπάρχει δεδικασμένο. Και τούτο, διότι υφίσταται πράγματι δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας, διότι η τελευταία είχε ζητήσει με την προηγούμενη αγωγή της το σύνολο του μηνιαίου μισθού που αυτή δικαιούτο, το οποίο επιδίκασε το δικαστήριο με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, αφού δέχτηκε τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών με βάση το αξιούμενο μηνιαίο μισθό. Επομένως, το δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση καλύπτει και στην προκειμένη δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις δικαιούμενες αποδοχές, δοθέντος ότι δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος προσδιορισμού του μισθού της. Έτσι, η αναιρεσείουσα εμποδιζόταν από το δεδικασμένο αυτό να επανέλθει με την υπό κρίση αγωγή και να ζητήσει τις επίδικες αποδοχές της, με βάση μεγαλύτερο μηνιαίο μισθό. Επομένως οι σχετικοί, πρώτος και τρίτος (κατά το τέταρτο μέρος τους) λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος που αφορούν την παραδοχή του δεδικασμένου, ως προς τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, προσδιόρισε τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό που προαναφέρθηκε, ανεξάρτητα αν το αναιρεσίβλητο πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών με τις οποίες βαρυνόταν, οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρη τους) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο 1) παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), και 2) άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής, περί καταβολής των αποδοχών της αναιρεσείουσας, που αντιστοιχούν στις ασφαλιστικές παροχές, είναι απαράδεκτοι, ελλείψει νομίμου προϋποθέσεως. Περαιτέρω, οι ίδιοι, (πλην του τέταρτου, που δεν περιέχει σχετική αιτίαση) λόγοι, είναι απαράδεκτοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το αριθμό 8 του ΚΠολΔ, αφού δεν προσδιορίζονται τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αλλά αορίστως, γίνεται επίκληση μόνο της διάταξης αυτής. Εξάλλου και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με το να μην επιδικάσει και το μέρος των αποδοχών της, που αναλογούν στις ασφαλιστικές εισφορές, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την έλλειψη εξουσίας για την επιδίκαση των, αλλά δεχόμενο την δικαιοδοσία του, ερευνώντας δε την υπόθεση, απέρριψε το σχετικό αίτημα, ως κατ' ουσία αβάσιμο. Τέλος, με το δεύτερο, (κατά το τέταρτο), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι η παραδοχή της, ειδικά ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της, είναι ασαφής και στηρίζεται σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους των μηνιαίων αποδοχών της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, διότι στην, απόφαση, με την παραδοχή του δεδικασμένου, ως προς το ύψος αυτών, σαφώς εκτίθεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 750 ευρώ. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν τόσες οι ανάγκες του εκκαλούντος που χρειάσθηκε να απασχολήσει άλλον εργαζόμενο σε ημέρες αργίας για την ίδια εργασία, σταθερά και μόνιμα, ώστε να υπάρχει αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή αμοιβής, κατά τις ημέρες ανάπαυσης, ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι με την σύμβαση εργασίας χορηγήθηκε σ' αυτήν, ως προσαύξηση ταυ μισθού, η αμοιβή σε ημέρες αναπαύσεως, ώστε να δικαιούται την αμοιβή, για τις εν λόγω αιτίες, ύψους 4.147,5 ευρώ, όπως αιτείται αβάσιμα με την αγωγή της.
Συνεπώς τα εν λόγω αγωγικά κονδύλια, που δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της άνω απόφασης, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, από το αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, πράγματι, δεν προκλήθηκε δεδικασμένο, από την απόφαση που προαναφέρθηκε, ως προς αυτές τις επίδικες αξιώσεις της, οι οποίες αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και στηρίζονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που διαλαμβάνονται στην παραπάνω απόφαση. Επομένως είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αντέφεση, όταν ασκείται με τις προτάσεις και δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση, πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της εφέσεως που προσβάλλονται με αυτήν (έφεση) ή σε εκείνα που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 532 ΚΠολΔ. Ως κεφάλαια της εφέσεως νοούνται οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες αναφέρονται σε αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία αυτό έκρινε, ενώ, αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες (είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων), έτσι ώστε, τυχόν διάφορη επί των συνεχόμενων αυτών κεφαλαίων, κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 § 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως και συνεπώς και της αντεφέσεως, πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους εφέσεως. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν κατά το αίτημα της εφέσεως την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 529 παρ. 1, 2 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο, από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται και στην περίπτωση κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της αντέφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δε γίνεται μνεία ορισμένων λόγων. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 522 και 534 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος έφεσης, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο διατακτικό, χωρίς να χρειάζεται για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται τα σχετικά με την εκτίμηση πράγματα, διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά εξαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε αντέφεση, που περιέχεται στις εμπροθέσμως, κατά τις 19.3.2009 και πριν από την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο επί της εφέσεως, κατατεθείσες προτάσεις αυτής, η οποία δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση. Με αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, πλήττεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που απορρίφθηκε το κονδύλιο της αγωγής, περί επιδικάσεως απαιτήσεων της αναιρεσείουσας, για υπερωρίες κατά τα Σάββατα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1, 14, 8 και 9 του ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη της αντεφέσεως, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, να εξειδικεύονται, με σαφήνεια, οι αντίστοιχες πλημμέλειες και να διαγράφονται, επακριβώς, τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αφού, εν προκειμένω, δεν αναφέρονται με σαφήνεια οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις, οι συνιστάμενες σε παραδρομές του δικάσαντος δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, στο σύνολό του. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την έφεση, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στις, από τους αριθμούς 1, 14, 8 και 9 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες και είναι απορριπτέος, ο, περί του αντιθέτου, έβδομος λόγος αναιρέσεως.
Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να μην επιδικαστούν δικαστικά έξοδα, αφού το αναιρεσίβλητο ερημοδίκησε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 320/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν με την προηγούμενη αγωγή ή απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης. Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ. Όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Επομένως, καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 691/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τζανέτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του Συλλόγου εργαζομένων στην ALPHA BANK. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1239/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2010 αίτησή της και τους από 13-9-2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των, από 13-9-2011, πρόσθετων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού, λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελευθερίας καταγγελίας της συμβάσεως οποτεδήποτε, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί προ του χρόνου αυτού μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως, πριν τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με το άρθρο 32 του Οργανισμού Προσωπικού της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" ορίζονται τα εξής: Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών. Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) δια του θανάτου του μισθωτού, 2) στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, επιφέρουσα αυτοδικαίως τη λύση της σχέσεως εργασίας, 3) για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικος, 4) στην περίπτωση ποινικής διώξεως του υπαλλήλου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω τράπεζας είναι ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν τις καθιστά, ούτε τις μετατρέπει σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ή ακόμη και μεμονωμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως μέχρι τη λήξη της ως επαχθής για τον εργοδότη. Επομένως, σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει όχι μόνον η ποινική καταδίκη αλλά ακόμη και η υποψία τελέσεως ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει, αντί της έκτακτης καταγγελίας, την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 18.8.1986, ως υπάλληλος τραπεζικός και τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα του Διοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια μετατέθηκε στο κεντρικό υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας στην Αθήνα, απασχολούμενος στο τμήμα Χορηγήσεων. Την 1.1.1997 προήχθη σε τμηματάρχη Β' και από το έτος 1997 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Mεγάλων Επιχειρήσεων και ασκούσε πλέον καθήκοντα εισηγητή Μεγάλων Xρηματoδoτήσεων. Το έτος 2000 η ως άνω τράπεζα συγχωνεύτηκε με απορρόφησή της από την εναγομένη, ο δε ενάγων από τον παραπάνω χρόνο συνέχισε να παρέχει την εργασία του στη νέα εργοδότριά του, εναγομένη, ως υπάλληλος υπό το καθεστώς της εξαρτημένης εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, τοποθετήθηκε στις 15-6-2000, ως υποδιευθυντής του καταστήματος της Κορίνθου με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, της εποπτείας οργάνωσης, τήρησης των διαδικασιών καθώς και των εγκυκλίων οδηγιών της εναγομένης και απασχολήθηκε έκτοτε υπό την ιδιότητα αυτή μέχρι τις 2.10.2006, οπότε η εναγομένη, με το από 27.9.2006 έγγραφό της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 2.10.2006, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο, που συνίσταται στην παράβαση των καθηκόντων του και ιδίως της υποχρέωσης πίστης του προς αυτή. Ειδικότερα, μετά τη διενέργεια γενικού ελέγχου, που έγινε στο υποκατάστημα, συντάχθηκε η από 27-7-2004 σχετική επιστολή εσωτερικής χρήσεως, σύμφωνα με την οποία έχει διαπιστωθεί ότι η γενική εικόνα του καταστήματος αφίσταται εκείνης που ορίζουν οι κανονισμοί και οι εγκύκλιες οδηγίες της διοικήσεως της εναγομένης. Στην ως άνω επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι η λειτουργία του συμβουλίου χρηματοδοτήσεων είχε υποβαθμιστεί ενώ αρκετά εγκριτικά σημειώματα πιστούχων έφεραν μόνο την υπογραφή του Διευθυντή, σε ορισμένες περιπτώσεις χορηγήθηκαν επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια και ενεγράφησαν εμπράγματα βάρη σε ακίνητα, χωρίς πιστοποιήσεις εργασιών και εκτιμήσεις, ενώ δεν ευρέθησαν οι συμβολαιογραφικές πράξεις εξοφλήσεως του τιμήματος αγοράς σε ορισμένα στεγαστικά δάνεια. Οι ως άνω χορηγήσεις αφορούσαν το διάστημα από 16.4.2003 μέχρι 24.5.2004. Μετά τις ως άνω διαπιστώσεις ο διευθυντής του καταστήματος, Β. Π. μετατέθηκε στο κατάστημα Π. Φαλήρου, ως διευθυντής, χωρίς να του επιβληθεί κάποια πειθαρχική ποινή, ούτε βέβαια καταγγέλθηκε η σύμβασή του, αν και καταλογίστηκαν σ' αυτόν ευθύνες από την επιθεώρηση, αλλά παρέμεινε στο κατάστημα αυτό μέχρι τη συνταξιοδότησή του την 1.8.2006. Στη συνέχεια μετά τον ως άνω γενικό έλεγχο διεξήχθη ειδικός έλεγχος των χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων συμφερόντων Γ. Κ. και χορηγήσεων στεγαστικών δανείων με πωλητές τον τελευταίο και τις επιχειρήσεις του, για το χρονικό διάστημα από 16.4.2003 μέχρι 24.5.2004, όπου στο κατάστημα διευθυντής ήταν ο Β. Π. και προϊσταμένη του τμήματος χορηγήσεων η Σ., της οποίας επίσης δεν καταγγέλθηκε η σύμβαση, αν και καταλογίστηκαν και σ' αυτήν ευθύνες από τον επιθεωρητή. Σύμφωνα με τον ως άνω ειδικό έλεγχο, που διενήργησε ο επιθεωρητής Α. Γ., ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ανταπόδειξης, προέκυψε ότι ο ενάγων αποδέχθηκε να χρηματοδοτηθούν κατά το χρονικό διάστημα από 16.4.2003 έως 24.5.2004, οι επιχειρήσεις συμφερόντων Γ. Κ., με έδρα το Περιστέρι Αττικής, με ανεπαρκή οικονομικά στοιχεία, χωρίς να καταταγούν σε κατηγορία πιστωτικού κινδύνου, χωρίς να συνταχθούν εισηγητικά σημειώματα και δελτία πληροφοριών, χωρίς τη σύγκληση του Συμβουλίου Χορηγήσεων καταστήματος, χωρίς έγκριση από τη Διεύθυνση καταστημάτων Πελοποννήσου, καθόσον η έδρα των επιχειρήσεων αυτών ήταν εκτός νομού Κορινθίας και καθ' υπέρβαση του ορίου καταστήματος με ανεπαρκείς εξασφαλίσεις και χωρίς να διενεργηθούν οι απαιτούμενοι έλεγχοι για τα καλύμματα που ελάμβαναν (χωρίς δηλ. εκτίμηση προσημειώσεων ακινήτων, ενεχυρίαση επιταγών ευκολίας, εγγραφή βάρους πολλαπλάσιας αξίας από την πραγματική αξία του ακινήτου), με αποτέλεσμα οι οφειλές να παραμείνουν ακάλυπτες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Δεν έλαβε μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας για τα έξι στεγαστικά δάνεια, που χορηγήθηκαν στον Γ. Κ. και σε πελάτες των επιχειρήσεών του, όταν αντιλήφθηκε ότι αυτά χορηγήθηκαν κατά παρέκκλιση των εγκυκλίων οδηγιών. Επίσης, ο ενάγων δεν φρόντισε να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες και να μην επαναληφθούν οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και αναφέρθηκαν στην έκθεση επιθεωρήσεως του καταστήματος, τον Μάρτιο του 2004, για τις χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων συμφερόντων Γ. Κ., με αποτέλεσμα να μη διασφαλίσει τα συμφέροντα της τράπεζας. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αναιρείται από το από 11.6.2004 έγγραφο της εναγομένης, στο οποίο εµφανίζεται η κίνηση των χρηματοδοτήσεων του λογαριασµού του Γ. Κ., ο οποίος έλαβε µία µόνο χρηματοδότηση αξίας 199.880 ευρώ την οποία υπέγραψε µόνο ο διευθυντής. Ακόµη στην εταιρία "PRΙVAΤΕ CONSTRUCTlONS S.A.", στην οποία ο Γ. Κ. πώλησε δύο οικόπεδα, έγιναν τρεις αυξήσεις του ορίου χρηματοδότησής της, συνολικού ποσού 550.000 ευρώ, για το χρονικό διάστηµα από 1.4.2004 έως 30.6.2004, που φέρουν µόνο την υπογραφή του διευθυντή, όπως προκύπτει από το πόρισµα του ειδικού ελέγχου (σελ. 7 παρ. 9). Από τα ως άνω συνάγεται, ότι από το χρονικό διάστηµα που ο ενάγων πληροφορήθηκε τις παρατυπίες που έγιναν στις χρηματοδοτήσεις του συγκεκριμένου πελάτη, δηλ. από την κοινοποίηση στο κατάστηµα Κορίνθου του ελέγχου επιθεώρησης του µηνός Μαρτίου 2004, ουδέποτε υπέγραψε ή µε οποιοδήποτε τρόπο συνέπραξε στη χρηματοδότηση του ως άνω πελάτη, ενώ αντίθετα ο διευθυντής συνέχισε να δρα παράτυπα, υπογράφοντας µόνος του τις χρηματοδοτήσεις, στις περιπτώσεις που ήταν απαραίτητη η συνυπογραφή του εγκριτικού χρηματοδότησης. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση καταλογίστηκαν ευθύνες στον ενάγοντα, για πληµµελή εκτέλεση των καθηκόντων του και ειδικότερα του καταλογίστηκε ότι: α) άσκησε πληµµελή εποπτεία του τοµέα χρηματοδότησης του καταστήματος, β) αποδέχθηκε την καταστρατήγηση των πιστοδοτικών εργασιών, του κανονισµού χρηµατοδοτήσεων και του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, γ) παρέλειψε να αποτρέψει τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων µε ανεπαρκή οικονοµικά στοιχεία, να κατατάξει τις επιχειρήσεις σε κατηγορία πιστωτικού κινδύνου, να συγκαλέσει το συμβούλιο χορηγήσεων για να λάβει την προβλεπόμενη έγκριση, κατά παράβαση των συµβατικών υποχρεώσεών του. Σημειωτέον, ότι όσον αφορά την τελευταία αυτή παράλειψη, αρµόδιος για τη σύγκληση του συμβουλίου αυτού, ήταν ο διευθυντής, ο οποίος για λόγους, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, επίσπευσης των διαδικασιών δεν το συγκαλούσε. Οι ως άνω αντισυμβατικές παραλείψεις του ενάγοντος, συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο που πράγματι δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, εφόσον διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες εκ μέρους της εναγομένης για τη δυνατότητα της εκ μέρους του ενάγοντος προσφοράς υπεύθυνου τραπεζικού έργου. Επιπροσθέτως, εκ των ενεργειών και παραλείψεων του ενάγοντος, προκλήθηκε κλονισµός του κύρους της εναγομένης και επηρεάσθηκε αρνητικά η φήµη της έναντι του προσωπικού της και του συναλλακτικού κοινού. Περαιτέρω, όµως, λαμβανομένων υπόψη και του ότι ο ενάγων κατά την 20ετή προσφορά των υπηρεσιών του όχι µόνο ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά αλλά και ουδέποτε κινήθηκε εις βάρος του κάποια πειθαρχική διαδικασία, ότι ανέκαθεν διακρινόταν για τη φιλεργία του και την αύξηση των εργασιών του Καταστήματος στο οποίο κατά το κρίσιµο χρονικό διάστηµα υπηρέτησε, καθώς, επίσης, και ότι εκτέλεσε πάντα µε επιτυχία όσα καθήκοντα του ανατέθηκαν, όπως αυτό προκύπτει από τα δελτία αξιολόγησης και ποιότητας υπαλλήλων, µε τα οποία αξιολογείτο από την αρχή της σύµβασης ως "πολύς καλός" και "εξαίρετος", ο δε διευθυντής του καταστήματος, Ε. Κ., που τοποθετήθηκε στη θέση του προηγούµενου διευθυντή, στην από 28.2.2005 έκθεσή του, αφού αναφέρει ότι ο ενάγων είναι στέλεχος µε ικανότητες και προοπτική περαιτέρω εξελίξεως, ότι η συμβολή του στη µέχρι τώρα πορεία των εργασιών του καταστήματος είναι ιδιαίτερα σηµαντική, προτείνει την κατ' εκλογή προαγωγή του από 1.1.2005 στον επόµενο βαθµό και του ότι η προϊσταμένη χορηγήσεων Σ. καθώς και ο διευθυντής του καταστήματος Β. Π., ο οποίος "κινούσε τα νήµατα" όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας απόδειξης, Α. Γ., που διενήργησε την επιθεώρηση, ούτε απολύθηκαν, ούτε επιβλήθηκε σ' αυτούς κάποια πειθαρχική ποινή, παρέµειναν δε στην υπηρεσία της εναγομένης µέχρι τη συνταξιοδότησή τους, εξ αντικειμένου, σύµφωνα µε τις επιταγές της καλής πίστης, βασίµως µπορούσε να αξιωθεί από την εναγομένη η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της µε την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απολύσεώς του μέτρου και ιδία εκείνου της, κατ' ανάλογη εφαρμογή του προβλεπόμενου από τον Κανονισµό της εναγομένης πειθαρχικού δικαίου ποινής της προσωρινής αργίας (άρθρο 27 δ). Με τον τρόπο αυτό ικανοποιητικά διαφυλάσσονται τα συμφέροντα της εναγομένης, καθισταμένου του ενάγοντος άκρως προσεκτικού στη µετά ταύτα καλή και ικανοποιητική εκπλήρωση των εργασιακών του υποχρεώσεων. Συγχρόνως παρέχεται στον τελευταίο η δυνατότητα να διαφυλάξει την εργασία του, δια μέσου της οποίας αυτός και η οικογένειά του επιβιώνουν. Επομένως, η εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας γινόμενη στις 2.10.2006 έκτακτη καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και τον ενάγοντα μισθωτό συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενόψει και του ότι δεν αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, προφανώς υπερέβη τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη το αντίστοιχο δικαίωμά της για τη στο μέλλον κατάργηση της συμβάσεως εργασίας, ώστε βασίμως να αποκρούεται (η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος) από τον ενάγοντα ως καταχρηστική, άκυρη και μη γινόμενη, δηλονότι ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρουσα. Η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη και συνεπώς η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος από τις 2.10.2006, οπότε κοινοποιήθηκε η καταγγελία μέχρι τις 2.8.2007, με αποτέλεσμα να υποχρεούται (η εναγομένη) να καταβάλει στον ενάγοντα ότι με ομαλή εκτέλεση της σύμβασης θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει, δηλ. τις μηνιαίες αποδοχές του ύψους 3.591,41 ευρώ και συνολικά το ποσό των 43.096,92 ευρώ [(3.591,41 ευρώ Χ 12 μήνες, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων Χριστουγέννων, (3.591,41 ευρώ), Πάσχα (1.795,7 ευρώ) και αδείας (1.795,7 ευρώ)], ποσό που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, με το νόμιμο τόκο. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντα, δεδομένου ότι θίχθηκε ανεπανόρθωτα η επαγγελματική του αξία και υπόληψη τόσο στο επαγγελματικό όσο και στο κοινωνικό του περιβάλλον, ενόψει του ότι ήταν υποδιευθυντής σε μια επαρχιακή κοινωνία, και η απόλυσή του έλαβε μεγάλες διαστάσεις και λόγω της υποψηφιότητάς του ως νομαρχιακού συμβούλου στις Νομαρχιακές εκλογές του Οκτωβρίου του 2006, και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη που υπέστη, η οποία συμφώνως προς τις συνθήκες της προσβολής, το είδος αυτής, το βαθμό του πταίσματος των οργάνων της εναγομένης, τη διάρκεια αυτής, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική θέση του ενάγοντα (άρθρα 57 και 932 ΑΚ), θα πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ και όχι πλέον τούτου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε αυτή, εν μέρει, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 2-10-2006 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 672, 281, 288, 361, 653, 57 και 932 ΑΚ, 32 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχό της από τον Άρειο Πάγο, ως προς τη ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Τούτο, δε, διότι από τα, ως άνω, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σαφώς προκύπτει ότι το ληφθέν από την αναιρεσείουσα μέτρο της καταγγελίας της σύμβασης, τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενόμενη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του και δεν παρέχουν το δικαίωμα στην αναιρεσείουσα να προβεί στην καταγγελία της συνδεούσης αυτή με τον αναιρεσίβλητο εργασιακής συμβάσεως, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, διότι η καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη, αφού, αντί αυτής, ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων και μάλιστα της ποινής της προσωρινής αργίας ή κάποιας άλλης πειθαρχικής ποινής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που είναι παραδεκτοί και νόμιμοι. Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό, του δικογράφου των προσθέτων της αναίρεσης, λόγο καταλογίζει στο Εφετείο την προβλεπόμενη, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της, που παραδεκτά προέβαλε ενώπιόν του και αναφέρεται στην παράλειψη του αναιρεσίβλητου να ενημερώσει τους προϊσταμένους του, περί των ζημιογόνων ενεργειών που έλαβαν χώρα στο κατάστημά της και την εν γένει πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, όπως ειδικότερα την προσδιορίζει, εξ αιτίας της οποίας επήλθε ο ανεπανόρθωτος κλονισμός της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και κατέστη αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Όπως, όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, δεχθέν ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν αναγκαία και πρόσφορη, αφού, αντί αυτής, ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 655/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους, από 13-9-2011, πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 699/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργίου Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 2. Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, 3.Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κηφισιάς Αττικής και 4. Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6026/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις του.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως, σύμφωνα με το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ανακόπτοντες τον υπ' αριθ. .../2007 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Εμ. Βασιλακάκη προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 975 § 3 ΚΠολΔ, 6 § 16 του ν. 2.479/1997 σε συνδυασμό με το άρθρ. 31 του ν. 1.545/1985, και 91 § 1, 92 §§ 1 - 5, 98 §§ 1 και 2 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διότι δέχθηκε εσφαλμένα και με πλημμελείς αιτιολογίες ως αληθείς τους ισχυρισμούς του προνομιακά καταταγέντος στην τρίτη τάξη προνομίων αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου, ότι για τις δικαστικές ενέργειες που προέβη την τελευταία διετία πριν την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού κατά των καθών η εκτέλεση, υπήρχε σύμβαση εντολής μεταξύ αυτού και εκείνων για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί και για το ύψος της αμοιβής του, χωρίς ωστόσο οι παραδοχές αυτές να στηρίζονται σε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Όμως, προδήλως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβιάσεως των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, αφού με αυτόν προβάλλονται αντιρρήσεις ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου α) για την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ αυτού και των εντολέων του καθών η αναγκαστική εκτέλεση για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη την τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, και β) για το ύψος της αμοιβής του. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, δίχως ωστόσο να εκθέτουν περαιτέρω σε αυτόν κατά ποιο τρόπο παραβιάστηκε από το δικαστήριο η διάταξη αυτή, δηλαδή αν τούτο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ποιες είναι οι αποδείξεις αυτές, ποιο είναι το περιεχόμενο τους και για την απόδειξη ποίου ή ποιών ουσιωδών ισχυρισμών παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως (άρθρ. 338 § 1 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ανακόπτοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί κατανομής του βάρους αποδείξεως. Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, στο οποίο η συζήτηση της ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά του πίνακα κατατάξεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν κατ' αυτήν προαποδεικτικώς στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (άρθρ. 993, 270 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002), δεν εξέδωσε προδικαστική, αλλά απευθείας οριστική απόφαση και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ακολούθως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειούμενα κατά το άρθρ. 22 § 1 του ν. 3.693/1957 (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και των Προϊσταμένων της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, της ΔΟΥ Κηφισιάς και της ΔΟΥ Αμαρουσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 6.026/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Με το λόγο αυτό και υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Απαράδεκτος ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ. Αβάσιμος διότι στην προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου. Αόριστος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εξέδωσε προδικαστική απόφαση, ώστε να μην τίθεται καν θέμα εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Απόρριψη αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 701/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΗΤΗΡΙΑ ΒΟΛΟΥ Ανώνυμη Εμπορική, Βιομηχανική, Εισαγωγική και Εξαγωγική Εταιρεία", η οποία έχει έδρα στην Αθήνα και τώρα τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Ι. Π. και Σ. Α., ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ξένο.
Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία έχει έδρα στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε έδρα στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4472/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4582/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 4.5.2009 αίτησή της και των από 17.12.2010 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των από 17.12.2010 προσθέτων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή: α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα (παρ. 1). Αν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται, με ποινή απαραδέκτου, η κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, χάριν της ταχείας άρσης της αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος των πράξεων αυτών και της ασφάλειας των συναλλαγών, όταν δε ο λόγος ανακοπής αναφέρεται σε δικονομικά ελαττώματα των πράξεων της προδικασίας του πλειστηριασμού, τότε δικονομική ακυρότητα προκαλείται, εάν συντρέχει και δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος (άρθρο 159 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την τήρηση, πλην άλλων, και των διατυπώσεων που ορίζονται στην παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο του αυτού άρθρου, μεταξύ των οποίων και η επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού στον οφειλέτη, στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι μόνον η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επίδοσης του προγράμματος στα ως άνω πρόσωπα συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού, όχι όμως και η ακυρότητα της επίδοσης, αφού και η άκυρη επίδοση του προγράμματος παράγει τις συνέπειές της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 έως 161 ΚΠολΔ, μέχρι την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ύστερα από σχετική ανακοπή. Στην περίπτωση αυτή η ακύρωση εξομοιώνεται αναδρομικά σε υπαρχής άκυρη επίδοση και μπορεί να προσβληθεί ο πλειστηριασμός κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης παραγράφου 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔ. Αν παρέλθει, άπρακτη η προβλεπόμενη από το άρθρο 934 παρ.1 στοιχ. β' προθεσμία για προσβολή της άκυρης επίδοσης του προγράμματος, η οποία προθεσμία διαρκεί μέχρι την ημέρα που διενεργείται ο πλειστηριασμός, χωρίς η τελευταία να συμπεριλαμβάνεται στην εν λόγω προθεσμία, η ακυρότητα αυτή θεραπεύεται και καθίσταται απρόσβλητη, η δε εκπρόθεσμη ανακοπή απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον το εκπρόθεσμο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας .Από δε τις διατάξεις των άρθρων 152-156 και 158 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο διάδικος, ο οποίος εξαιτίας ανώτερης βίας δε μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο διαμείβεται κατά τη σχετική δίκη ή και με αυτοτελές δικόγραφο, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία .Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Κ. Πολ.Δικ, και εκείνων που καθιερώνουν δικονομικά απαράδεκτα προκύπτει, ότι οι από τις πρώτες προβλεπόμενες δικονομικές ακυρότητες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις που απαγγέλονται για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων, ενώ τα δικονομικά απαράδεκτα, συνεπαγόμενα το νομικώς ανεπίτρεπτο διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, ανεξαρτήτως του κύρους, της νομιμότητας ή βασιμότητας αυτής, ανάγονται στην εσωτερική διάρθρωση και πορεία της διαδικασίας και αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ομαλής εξελίξεώς της, σε τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η από τους διαδίκους υπεράσπιση των σε δίκη καταχθέντων δικαιωμάτων και η ορθή γενικώς απονομή της δικαιοσύνης, χάριν της οποίας καθιερώνονται τα ένδικα μέσα (Ολ.Α.Π. 1331/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 26.11.1998 ανακοπής της αναιρεσείουσας και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της κατά της επισπευδόμενης από την αναιρεσίβλητη διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας της, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση του κατά την 8.3.1995 διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ισχυριζόμενη ότι από τις 19.2.1994 μέχρι τις 25.10.1996 εστερείτο νόμιμης εκπροσώπησης, λόγω λήξης της θητείας του διοικητικού συμβουλίου της και οι επιδόσεις του προγράμματος πλειστηριασμού, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 6328β/15.2.1995 και 4712/15.2.1995 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Βόλου ... και του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., δια θυροκολλήσεως των επιδοθέντων εγγράφων, ελλείψει εντεταλμένων, για την παραλαβή τούτων, προσώπων, ήταν άκυρες και δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα, καθιστώντας γι' αυτό άκυρο και τον πλειστηριασμό. Το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της 4472/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που είχε δεχθεί ως βάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής και ακύρωσε τον πλειστηριασμό), έκρινε ότι η δια θυροκολλήσεως επίδοση του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού προς την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, η οποία εστερείτο διοικητικού συμβουλίου λόγω λήξης της θητείας του και μη έγκαιρου διορισμού νέων μελών του, δεν ήταν ανυπόστατη, ώστε να μην επιφέρει έννομες συνέπειες (όπως αντιθέτως είχε δεχθεί το Πρωτοδικείο), αλλά παρήγε έννομα αποτελέσματα μέχρι την τυχόν ακύρωσή της από το δικαστήριο, κατόπιν εμπρόθεσμης προβολής από την αναιρεσείουσα δικονομικής ακυρότητας με επίκληση βλάβης ή, επί απώλειας της προθεσμίας από λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου αιτίου, κατόπιν ευδοκιμήσεως αιτήματός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής διότι η προαναφερόμενη ακυρότητα δεν είχε προταθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, αφού η αναιρεσείουσα, για τις προβαλλόμενες ακυρότητες των επιδόσεων του προγράμματος πλειστηριασμού δεν άσκησε ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., ούτε επιδίωξε μετά την απώλεια της προθεσμίας αυτής, εφόσον τη συνδύαζε με λόγο ανώτερης βίας ή άλλων ανυπέρβλητων αιτίων, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, πρώτος από το αναιρετήριο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής είναι και ο δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, ως προς την απορριπτική του αυτού (πρώτου) λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας διάταξη, πλημμέλεια συνδεόμενη με τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία της, περί λήψης υπόψη μη νομίμως προταθέντος από την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα ισχυρισμού της για καταχρηστική προβολή της ακυρότητας των ως άνω πράξεων εκτελέσεως με την ανακοπή της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης, εφόσον η μη πληττόμενη με βάσιμο λόγο αναιρέσεως ως άνω πρώτη αιτιολογία, για το απαράδεκτο του προβληθέντος με την ανακοπή λόγου ακυρότητας των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ, 2 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολομ.Α.Π. 32/1596). Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται: α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνον της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται νια αντιφατικές αιτιολογίες, ποιά είναι τα αντικρουόμενα στοιχεία. Η παράβαση των κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας δεν ελέγχεται με τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Στην υπόψη περίπτωση με τους υπό στοιχεία Ι, ΙΙ, κατά το οικείο μέρος τους, ΙΙΙ και IV από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. πρόσθετους λόγους αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: 1) ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 124 παρ. 1, 2 και 129 του Κ.Πολ.Δικ. με το να δεχθεί ότι συντελέσθηκε νομίμως η επίδοση των υπ' αρ. ... και .../13.1.1995 προγραμμάτων αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βόλου Σ. Ψαρογιώργου, με θυροκόλληση, χωρίς να ερευνήσει τον τόπο κατοικίας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, προς την οποία γινόταν η επίδοση. 2) Ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου κατακύρωσης του πλειστηριασθέντος ακινήτου με ενιαία προσφορά 400.000 ευρώ (ήμισυ εκτιμηθείσης αξίας πλειστηριασθέντος ακινήτου), ενώ στο πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού ορίσθηκε ξεχωριστά η αξία του γηπέδου των κτιριακών εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, των μεταφορικών μέσων και των εγκαταστάσεων. 3) Ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ με το να απορρίψει αναιτιολόγητα το λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, με αξία πλειστηριαζομένων που είχε προσδιορισθεί το έτος 1990 σε 800.000.000 δραχμές, ενώ η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, διογκωμένη με ανατοκισμούς, ανερχόταν, κατά τον διενεργηθέντα στις 8.3.1995 πλειστηριασμό σε 1.036.682.734 δραχμές και έγινε η κατακύρωση στην τιμή πρώτης προσφοράς των 400.001.000 δραχμών, η δε απαίτηση δεν ήταν εκκαθαρισμένη, ενόψει υπαγωγής της μεταξύ των διαδίκων δανειακής σύμβασης (από την οποία προέκυψε η οφειλή της αναιρεσείουσας) στις ρυθμίσεις των άρθρων 30 παρ. 1 ν. 2789/2000, 47 παρ. 1 ν. 2873/2000, 42 παρ. 2 ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004. Κατά συνέπεια, εφόσον οι φερόμενοι στις ανωτέρω υπ' αριθ. 1 και 2 αιτιάσεις ως παραβιασθέντες κανόνες δικαίου είναι δικονομικοί, αφού ρυθμίζουν την τηρητέα διαδικασία του πλειστηριασμού, το κύρος των επιδόσεων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και τις προϋποθέσεις ενιαίου πλειστηριασμού ακινήτων που αποτελούν οικονομικό σύνολο (άρθρο 1001 Α του ΚΠολΔικ), ενώ στην τελευταία (αριθ. 3) περίπτωση δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που συνδέεται με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, λόγω διόγκωσης της απαίτησής της με ανατοκισμούς, οι οποίοι φέρονται ότι συντελέσθηκαν ειδικότερα κατά παράβαση των ειδικών ρυθμίσεων των άρθρων 30 παρ. 1 ν. 2789/2000, 47 παρ.1 ν. 2873/2000 42 παρ. 2 ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004, προτάθηκε με την ανακοπή της αναιρεσείουσας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ), ούτε προσδιορίζεται σε ποιο ύψος θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί, με την εφαρμογή των προαναφερόμενων ειδικών ρυθμίσεων, οι οφειλόμενοι τόκοι (και συνολικά, με το κεφάλαιο, το οφειλόμενο ποσό), οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών, οι υπό στοιχ. I, II εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του ΚΠολΔικ προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται πώς συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες με αυτούς αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-5-2009 αίτηση με τους από 17-12-2010 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 4582/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακοπή κατά πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας λόγω ακυρότητας επιδόσεων σε Δ.Σ. αναιρεσείουσας–ανακόπτουσας, του οποίου Δ.Σ. είχε λήξει η θητεία. Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ήταν ανυπόστατη η με θυροκόλληση επίδοση, αλλά άκυρη, η ακυρότητά της όμως έπρεπε κατόπιν εμπρόθεσμης προσφυγής στο Δικαστήριο να απαγγελθεί από αυτό (με επίκληση και βλάβης). Άρθρα 933, 934, 999§4, 159-161 Κ.Πολ.Δ. Ορθώς έκρινε το Εφετείο. Λόγοι αναίρεσης από άρθρο 559 παρ.1, 19 απαράδεκτοι, αρ.8-10 αόριστοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 677/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1579/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Α. Μ. του Α., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπέρη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 37/16.9.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1017/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ, "κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον καταδικασμένο και τον Εισαγγελέα". Επομένως, η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα υπ' αριθμ. 37/16-9-2011 αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της 1579/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε καθορισμός της συνολικής ποινής που πρόκειται να εκτίσει ο κατηγορούμενος Α. Μ. του Α., κρατούμενος με διάφορες καταδικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες του επιβλήθηκαν στερητικές της ελευθερίας ποινές, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 106/91). Η αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ (Α.Π. 1224/2010, Α.Π. 801/2009, Α.Π. 651/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του Π Κ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για τον καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ΠΚ για τη συρροή", συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο πράξεις, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και οι νέες συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή νέες ποινές, συγχωνευόμενες αυτές μεταξύ των αν είναι περισσότερες, θα αποτεθούν χωριστά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή (ΑΠ 1244/2010, 1513/2009, 637/2009, 895/2009, 180/2009). Περαιτέρω, η αναίρεση του Εισαγγελέα είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και ουσιαστική ποινική διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 551 του ΚΠΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής (Ολ.ΑΠ 3/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Ο Α. Μ. του Α. κρατήθηκε από 9.4.1996 (ημερομηνία προσωρινής κρατήσεως) στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού, σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 993/17.11.2004 συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του καθορίστηκε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και ενός (1) μηνός και συνολική χρηματική ποινή 88.370 ευρώ. Ακολούθως, με το υπ' αριθμό 407/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, διατάχθηκε η με τον όρο της ανακλήσεως απόλυση του και απολύθηκε την 2-11-2006, με εναπομείναν υπόλοιπο ποινής προς έκτιση (εκ της άνω συγχωνευτικής) επτά (7) έτη, πέντε (5) μήνες και δέκα (10) ημέρες, υπό τους όρους που αναφέρονται σε αυτό μέχρι να περάσει ο χρόνος της δοκιμασίας του που λήγει την 9.5.2014 (βλ αποφυλακιστήριο). Ο ανωτέρω, εντός του χρόνου της δοκιμασίας του, διέπραξε και νέα από δόλο εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε με τις πιο κάτω αποφάσεις με ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι (6) μήνες (εκτός της τελευταίας που καταδικάστηκε με φυλάκιση 5 μηνών) και κρατείται από 20.11.2009 στο κατάστημα κρατήσεως Τρικάλων από 20.11.2009 και συγκεκριμένα, 1) με την υπ' αριθμό 449/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Α' Βαθμού), του επιβλήθηκε κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με χρόνο τελέσεως το χρονικό διάστημα από 20.12.2007 έως 20.3.2008, 2) με την υπ' αριθμό 1927/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Α' Βαθμού), του επιβλήθηκε κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με χρόνο τελέσεως 21.7.2007, 3) με την υπ' αριθμό 1506-1507/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε κάθειρξη οκτώ (8) ετών, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, με χρόνο τελέσεως 23.9.2007, και 4) με την υπ' αριθμό 1298/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου, του επιβλήθηκε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για παράβαση του ν. 1882/1997, με χρόνο τελέσεως 1.8.2007. Στη συνέχεια ο εν λόγω κατάδικος υπέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 31-1-2011 αίτησή του, με την οποία ζήτησε τη συγχώνευση όλων των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτόν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, δηλαδή και αυτών που είχαν προσμετρηθεί στην προαναφερθείσα υπ' αριθμό 993/17-11-2004 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε όπως προαναφέρθηκε, συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και ενός (1) μηνός, και αυτών των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις, για εγκλήματα που τέλεσε κατά το στάδιο της δοκιμασίας του. Το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε την αίτησή του και συγχώνευσε, με την προσβαλλόμενη 1579/2001 απόφασή του όλες τις ποινές που του επιβλήθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις καθορίζοντας συνολική ποινή καθείρξεως 34 έτη και 3 μήνες και ορίζοντας ως εκτιτέα ποινή, εκείνη της καθείρξεως των 25 ετών, λαμβάνοντας ως ποινή βάσεως την υπ' αριθμό 993/2004 συγχωνευτική απόφαση με την οποία του είχε καθοριστεί συνολική ποινή καθείρξεως 20 ετών και 1 μηνός. Έτσι όμως που έκρινε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 108 του ΠΚ και 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, διότι δεν έπρεπε να συμπεριλάβει στη συγχώνευση και να λάβει ως ποινή βάσεως την ποινή που καθορίστηκε με την υπ' αριθμό 993/2004 συγχωνευτική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου για την οποία ο κατάδικος είχε τύχει υφ' όρο απολύσεως, αφού οι νέες ποινές που επιβλήθηκαν σ' αυτόν για εγκλήματα που τέλεσε με δόλο μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του θα εκτιθούν αθροιστικά (συγχωνευόμενες όμως μεταξύ τους) μετά την έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της ανασταλείσας με τον όρο της ανακλήσεως ποινής, δυνάμει του 407/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, δηλαδή των επτά (7) ετών, πέντε (5) μηνών και δέκα (10) ημερών, το οποίο έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με την υπό κρίση αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 108, 109 ΠΚ και 551 ΚΠΔ είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1579/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως. Λόγοι: Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ποινή. Υφ' όρον απόλυση καταδίκου. Η απόλυση δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της. Διάπραξη νέων εγκλημάτων από δόλο κατά το χρόνο δοκιμασίας, για τα οποία του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης άνω των 6 μηνών. Έκτιση αθροιστικώς ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής. Συγχώνευση ποινών. Δεν συντρέχει περίπτωση συγχώνευσης, αφού έπρεπε να εκτίσει αθροιστικά ολόκληρο το υπόλοιπο. Αναιρεί την υπ' αριθμό 1579/2011 απόφαση του Πενταμ. Εφ. Θεσ/κης για τον ως άνω λόγο, αφού εσφαλμένα εφάρμοσε τα αρ. 108, 109 ΠΚ και το αρ. 551 ΚΠΔ και έκανε δεκτή αίτηση συγχώνευσης ποινών.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 674/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκριβάνο περί αναιρέσεως της με αριθμό 284/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταθάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 912/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος ... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει τραπεζικής επιταγής που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα επιδιώξεως εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων σε βάρος της Π. Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατόπιν διαφημίσεως στον τύπο ότι προεξοφλεί τραπεζικές επιταγές χορηγεί έντοκα δάνεια στο κοινό, περί το τέλος Οκτωβρίου 2003 χορήγησε στον αδελφό της πολιτικώς ενάγουσας Ν. Κ. του Ι. στην Αθήνα έντοκο δάνειο κεφαλαίου 2.860 ευρώ, το οποίο κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να αποδοθεί κατά το τέλος Μαρτίου 2004 μαζί με το συμφωνημένο τόκο. Το αποδοτέο σύνολο (κεφάλαιο και τόκος) καθορίστηκε από τον κατηγορούμενο στο συνολικό ποσό των 5.500 ευρώ. Μάλιστα, ο δανειολήπτης εγχείρισε την ίδια ημέρα στον δανειστή του χρέους του δύο τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 5.500 ευρώ (η μία 1.700 και η άλλη 3.800 ευρώ), τις οποίες είχε εκδώσει η πολιτικώς ενάγουσα επί λογαριασμού της στην Τράπεζα Γιούρομπανκ - Εργασίας. Οι επιταγές αυτές, τις οποίες εξέδωσε η πολιτικώς ενάγουσα κατόπιν παρακλήσεως του αδελφού της προκειμένου αυτός να μπορέσει να λάβει το επίμαχο δάνειο από τον κατηγορούμενο με τη μέθοδο της προεξοφλήσεως, ήταν μεταχρονολογημένες και έφεραν ως χρόνο εκδόσεως την 28.3.2004 και 31.3.2004, δηλαδή το χρόνο αποδόσεως του δανείου. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος κατέστη κάτοχος εξ οπισθογραφήσεως των δύο επιταγών που ενσωμάτωναν το κεφάλαιο και τους τόκους.
Συνεπώς οι τόκοι για το διάστημα πιστώσεως ήταν 2.640 ευρώ. Δηλαδή το επιτόκιο για το χρόνο πιστώσεως των πέντε μηνών συνομολογήθηκε στο ποσοστό των 221,5% ετησίως και 18,45% μηνιαίως, όταν το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο την εποχή εκείνη ήταν μόλις 8% ετησίως. Είναι φανερό ότι επρόκειτο για συνομολόγηση ποσοστού τόκου ανώτερο από το θεμιτό όριο. Η πράξη αυτή υπέκυψε σε παραγραφή και γι' αυτό η εκκαλούμενη απόφαση έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, μετά τον χρόνο εκδόσεως που έφερε κάθε επιταγή επιδίωξε από την πολιτικώς ενάγουσα την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζαν από την προαναφερόμενη σύμβαση δανείου διότι αυτή ενέχονταν ως εκδότρια για την πληρωμή των επιταγών. Για το λόγο αυτό την 14.7.2004 ζήτησε στη Λαμία και πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος αυτής η υπ' αριθ. 146/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαμίας, την οποία ευθύς αμέσως την κοινοποίησε μετ' επιταγής προς πληρωμή στην πολιτικώς ενάγουσα, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζαν από την προαναφερόμενη σύμβαση δανείου. Η πολιτικώς ενάγουσα αναγκάσθηκε και του κατέβαλε στις 17.4.2007 2.000 ευρώ και 600 ευρώ στις 14.2.2008 αρνούμενη να πληρώσει το υπόλοιπο. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της επιδίωξης τοκογλυφικών ωφελημάτων σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 404 παρ. 2 περ. β ΠΚ), όπως στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επιδιώξεως εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 404 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος χορήγησε στον αδελφό της πολιτικώς ενάγουσας δάνειο ποσού 2.860 ευρώ, ότι συνομολόγησε τόκους που υπερέβαιναν το νόμιμο ποσοστό, ότι η πολιτικώς ενάγουσα εξέδωσε δύο επιταγές, για το κεφάλαιο και τους τόκους, και ότι ο κατηγορούμενος επιδίωξε να εισπράξει τους παρανόμους τόκους με την υποβολή αιτήσεως για έκδοση σε βάρος της παθούσας διαταγής πληρωμής, η οποία και εκδόθηκε, κοινοποίησε δε σ' αυτήν και επιταγή προς πληρωμή. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δη των μαρτύρων κατηγορίας, του μάρτυρα Α. Κ. που εξετάστηκε πρωτοδίκως και περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ' αριθ. 678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, που αναγνώσθηκαν, των δύο αποδείξεως πληρωμής ποσών 2.000 και 600 ευρώ, των υπ' αριθ. 11825/2004 και 12336/2005 εκθέσεων επιδόσεως. Την καταβολή των ως άνω ποσών μνημονεύει ρητά στο σκεπτικό, με την παραδοχή ότι η πολιτικώς ενάγουσα αναγκάσθηκε, λόγω κοινοποιήσεως σ' αυτήν, επιταγής προς πληρωμή, να καταβάλει τα ποσά αυτά, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο. β) Ο τρόπος εξαγωγής του παράνομου επιτοκίου, το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανερχόταν σε 221,5% ετησίως (18,45% μηνιαίως), δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται, γιατί βασίζεται στον γνωστό και μη αμφισβητήσιμο μαθηματικό τύπο "Επιτόκιο = τόκος χ 12 μήνες χ 100 : κεφάλαιο χ χρόνος" και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, "Ε = 2.640 € (τόκος επί του κεφαλαίου του δανείου, ήτοι 5.550 - 2.860) χ 12 χ 100 : 2.860 χ 5 μήνες (διάρκεια του δανείου) = 221, 54%". γ) Η παραδοχή ότι στο ποσό των 5.500 ευρώ περιλαμβανόταν το κεφάλαιο του δανείου με τους νομίμους τόκους δεν είναι αντιφατική με την παραδοχή ότι, με την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ο αναιρεσείων επιδίωξε την είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, καθόσον στο ποσό που ζήτησε περιλαμβάνονταν και μη νόμιμοι τόκοι, ενώ, για την ενοχή αυτού, δεν ασκεί επιρροή ούτε το ότι η παθούσα δεν κατέβαλε ολόκληρο το κεφάλαιο του δανείου (αλλά κατέβαλε μόνο 2.600 ευρώ) και τους νομίμους τόκους του ούτε το ότι αυτή δεν επιδίωξε, με την άσκηση ανακοπής, την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Ούτε, βεβαίως, ο αναιρεσείων, επιδιώκοντας την είσπραξη ολόκληρου του ποσού των 5.500 ευρώ και όχι μόνο του κεφαλαίου με τους νόμιμους τόκους, άσκησε, ως προς το υπερβάλλον, νόμιμο δικαίωμα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 404§2 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η περιεχόμενη στον τέταρτο λόγο αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεων πολιτικώς ενάγουσας, μαρτύρων κατηγορίας, μάρτυρα Α. Κ., ως άνω αποδείξεων, εκθέσεων επιδόσεως), είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές...". Περαιτέρω, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Ζαρκάδα, αίτημα διακοπής της δίκης, γιατί "ο Παναγιώτης Σκριβάνος, δικηγόρος ΔΣ Αθηνών, που επίσης εκπροσωπεί τον παρόντα κατηγορούμενο, αδυνατεί να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων". Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν εντελώς αόριστο, καθόσον δεν προσδιοριζόταν ποιες ήταν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του ως άνω δικηγόρου και δη σε ποιο δικαστήριο έπρεπε να παραστεί, για ποια υπόθεση και αν η υπόθεση εκείνη, λόγω κινδύνου παραγραφής ή από άλλη αιτία, ήταν πιο επείγουσα από την ένδικη, ώστε να κριθεί αν δικαιολογείτο διακοπή της δίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία συνίσταται στο ότι "επειδή η παρούσα συνεδρίαση είναι συνέχεια άλλης προηγούμενης που διεκόπη, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει την ευχέρεια άλλης περαιτέρω διακοπής και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη από την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω αίτημα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και αυτό της εκπροσωπήσεώς του από συνήγορο της επιλογής του. Αν δε, λόγω κωλύματος του συνηγόρου, υποβληθεί παραδεκτώς αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης και το δικαστήριο αρνηθεί να απαντήσει ή το απορρίψει χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όσο και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510§1 στοιχ. Α και Η του ΚΠοινΔ) λόγω παραβιάσεως και του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ. Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν ιδρύονται όταν το ως άνω αίτημα δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς, καθώς και όταν ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε την υπεράσπιση, εφόσον εκπροσωπήθηκε από έναν από τους περισσότερους δικηγόρους της επιλογής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το ως άνω αίτημα για διακοπή της δίκης είχε υποβληθεί αορίστως και ορθώς απορρίφθηκε. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Αθανάσιο Ζαρκάδα. Επομένως, με το να μη δοθεί δυνατότητα σ' αυτόν, με διακοπή της δίκης, να εκπροσωπηθεί και από τον άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκριβάνο, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα ούτε το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη διακοπή της δίκης και το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού αυτό, καίτοι δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, αιτιολογημένα το αίτημα για διακοπή της δίκης, ανεξαρτήτως του ότι, εφόσον επρόκειτο για δίκη όχι για κακούργημα, αλλά για πλημμέλημα, δεν είχε από το νόμο (άρθρο 340 παρ.1 του ΚΠοινΔ) υποχρέωση να διορίσει στον κατηγορούμενο αυτεπαγγέλτως συνήγορο υπερασπίσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η του ΚΠοινΔ, (συναφείς με τον πρώτο) δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, το Τριμελές Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του και τις από 23.1.2006 δύο υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν και φέρουν τον αύξ. αριθ. 7 (σελ. 13 πρακτικών). Το ότι δε οι δηλώσεις αυτές αναγνώσθηκαν αποδεικνύει ότι αυτές υπήρχαν στη δικογραφία, πράγμα που ενισχύεται από το ότι ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση αυτών. Επομένως, ορθώς λήφθηκαν υπόψη και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω δηλώσεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν σχέση με την ένδικη υπόθεση, χωρίς να υπάρχουν στη δικογραφία, κατά συνέπεια δε χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Ιουλίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 5792/2011) αίτηση του Δ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 284/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για επιδίωξη εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων (άρθρ. 404§2 περ. β ΠΚ). Στοιχεία εγκλήματος. Δεν ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός του τρόπου εξαγωγής του παράνομου επιτοκίου ούτε η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος διακοπής της δίκης για να εκπροσωπηθεί ο κατηγορούμενος και από δεύτερο δικηγόρο της επιλογής του, το οποίο, πάντως, είχε υποβληθεί αορίστως. Μη παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ούτε του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, αφού το αίτημα διακοπής ήταν απαράδεκτο, αυτός δε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από έναν από τους περισσότερους πληρεξούσιους δικηγόρους της επιλογής του. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, το δε δικαστήριο, που προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του. Ορθή λήψη υπόψη εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, πράγμα που αποδεικνύει ότι αυτά υπήρχαν στη δικογραφία. Απόρριψη αιτήσεων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 673/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στανέλλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 1674/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Δ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή αναιρέσεως και στους από 2 Μαρτίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 277 στοιχ. β' και 278 του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί τη βύθιση ή την προσάραξη πλοίου τιμωρείται με φυλάκιση αν από την πράξη αυτή μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την πραγμάτωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της προκλήσεως ναυαγίου από αμέλεια απαιτείται: α) από την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη να προκληθεί βύθιση ή προσάραξη πλοίου, από την οποία είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου, που υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας έστω και ενός μη κατά πρόσωπο προσδιορισμένου ανθρώπου, β) το προαναφερόμενο αποτέλεσμα να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τη συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και λογική, αλλά και τις δυνατότητές του, που προσδιορίζονται από τις προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και του αποτελέσματος που επήλθε. Πλοίο κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων είναι κάθε πλωτό ναυπήγημα και δεν περιορίζεται στην έννοια του άρθρου 1 του ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ) ως προς τη χωρητικότητά του και, συνεπώς, πλοία είναι και τα αλιευτικά, οι βάρκες, οι φορτηγίδες, κ.λπ. Βύθιση δε πλοίου αποτελεί η μερική ή ολική κάλυψή του από τα ύδατα, οπότε παύει να επιπλέει, ενώ η προσάραξή του συνίσταται στην καθήλωση αυτού σε ένα σημείο και στην αδυναμία πλεύσεώς του, είτε λόγω προσκρούσεως σε εμπόδιο, είτε λόγω ελλείψεως επαρκούς ύδατος, που να του εξασφαλίζει τη δυνατότητα πλεύσεως. Τέλος, το προβλεπόμενο από τις εν λόγω διατάξεις έγκλημα είναι έγκλημα ουσιαστικό, αφού προϋποθέτει βύθιση ή προσάραξη του πλοίου, δηλαδή ένα ολοκληρωμένο εξωτερικά βλαπτικό αποτέλεσμα, καθώς και συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως έγκλημα.
Συνεπώς, η αντικειμενική δυνατότητα επελεύσεως του κινδύνου αποτελεί βασικό στοιχείο του εγκλήματος αυτού, περιλαμβανόμενο στην αντικειμενική του υπόσταση και, ως εκ τούτου, πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα προκλήσεως ναυαγίου από αμέλεια, από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Στις 3.9.2004 ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων Ν. Δ. βρισκόταν με τη βάρκα του "Μ..." και ψάρευε στη θαλάσσια περιοχή κοντά στο ακρωτήριο "Κανάκια", στις δυτικές ακτές της Σαλαμίνας και σε απόσταση μισού περίπου μιλίου απ' αυτές. Κατά την 8.15' ώρα ωστόσο της ημέρας εκείνης ο κατ/νος, όντας πλοίαρχος του φορτηγού - οχηματαγωγού πλοίου "Ν... Α...", νηολογίου Πειραιώς 2840, από αμέλεια, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε με βάση τις ικανότητες και γνώσεις του να καταβάλει, καθώς πραγματοποιούσε δρομολόγιο από Αίγινα προς Ελευσίνα και έπλεε κοντά στην ως άνω βάρκα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα αυτήν, ώστε να αλλάξει την πορεία του Φ/Γ - Ο/Γ πλοίου και να την αποφύγει, με συνέπεια να την εμβολίσει και να τη βυθίσει, ενώ ο εγκαλών πρόφθασε και έπεσε στη θάλασσα, μόλις αντιλήφθηκε το επερχόμενο Φ/Γ - Ο/Γ, και έτσι κινδύνευσε να πνιγεί αλλά τελικά κατάφερε, αφού κολύμπησε μέχρι την 23.15' ώρα, να σωθεί, δεδομένου ότι έγινε αντιληπτός από το πλήρωμα άλλου σκάφους, το οποίο τον περισυνέλλεξε. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εγκαλούντος, η οποία επιβεβαιώνεται και πάντως ενισχύεται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Γ. Π. και Σ. Δ., ενώ δεν κλονίζεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ή από εκείνη του μάρτυρα κατηγορίας Α. Μ., δύτη, ο οποίος επιθεώρησε το πλοίο "Ν... Α..." μετά το επίδικο ναυάγιο και σύμφωνα με τον οποίο δεν υπήρχαν στο πλοίο σημάδια που να υποδηλώνουν πρόσκρουση σε βάρκα. Αποτελεί άλλωστε δίδαγμα κοινής πείρας και επιβεβαιώθηκε από τον μάρτυρα - δύτη Α. Μ. το ότι μια μικρή βάρκα, όπως εκείνη του εγκαλούντος, μπορούσε να βυθιστεί και μόνο από τον κυματισμό που επικρατούσε την ημέρα εκείνη σε συνδυασμό με τα απόνερα που δημιούργησε το πλοίο "Ν... Α...", ακόμη και αν το τελευταίο πλησίαζε πολύ κοντά και δεν ερχόταν σε επαφή με τη βάρκα. Επομένως πρέπει ο κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή, όπως κατά τα λοιπά περιγράφεται στο διατακτικό ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προκλήσεως ναυαγίου από αμέλεια, από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 278 σε συνδυασμό με 277 περ. β και 28 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, ότι το πλοίο "Ν... Α..." εμβόλισε και βύθισε τη βάρκα του εγκαλούντος. Η παραδοχή αυτή δεν ενέχει αντίφαση με την αναφορά στο δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "η βάρκα μπορούσε να βυθιστεί και μόνο από τον κυματισμό που επικρατούσε την ημέρα εκείνη σε συνδυασμό με τα απόνερα που δημιούργησε", γιατί η αναφορά αυτή απηχεί την κρίση του μάρτυρα Α. Μ., η οποία, όμως, δεν έγινε δεκτή και δεν κλόνισε τη δικανική πεποίθηση ότι η βάρκα εμβολίσθηκε. β) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την από 25.7.2005 έκθεση ένορκης προανάκρισης, σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της εκθέσεως αυτής στο σκεπτικό ούτε η αξιολογική συσχέτιση και σύγκρισή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ούτε, ακόμη, να αιτιολογείται γιατί δεν έγιναν δεκτά τα όποια πορίσματά της. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 2.3.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αυτοί λόγοι, κατά το μέρος που αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, ως άνω εκθέσεως ένορκης προανακρίσεως), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 101/15 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση του Κ. Κ. του Θ. μετά των από 2 Μαρτίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1674/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια, από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Στοιχεία εγκλήματος. Δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 1
|
Αριθμός 669/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 28/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βιολέττα Κυτέα και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 7/14.12.2011 αίτησή τους περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, υπ' αριθμ. 28/9.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 7/14-11-2011 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Κ. Σ. Κ., κατοίκου ..., και β) Γ. Κ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς ) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 34γ του Ν. 3904/23-12-2010, καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ. η οποία παρείχε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος στις περιπτώσεις που αυτό την επέτρεπε.
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραπάνω αναιρεσείοντες άσκησαν την ανωτέρω αναίρεσή τους κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτες τις υπ' αριθμ. 3/2010 και 4/2010 εφέσεις των αναιρεσειόντων. Επειδή δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του παραπάνω βουλεύματος από τον κατηγορούμενο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 7/2011 αίτηση αναίρεσης των Κ. Σ. Κ. και Γ. Κ. Κ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 596§1, 601§1 εδ.β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ.γ' του Ν. 3904/2010 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-2010, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το αρθρ. 38 εδ.α' τούτου, αφού στο αρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατηγορούμενος ασκήσει μετά την 23-12-2010 αίτηση αναίρεσης, κατά βουλεύματος εκδοθέντος μετά την 23-12-2010, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485§1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το αρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-2010 ex nunc. Αν όμως ο κατηγορούμενος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν, είτε μετά την 23-12-2010, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος που εκδόθηκε πριν την 23-12-2010, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ.γ', οπότε το αρθρ. 482 ΚΠΔ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 7/2011 έκθεση, πλήττεται το υπ' αριθμ. 259/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 201, και με το οποίο, όπως προκύπτει: α) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 3/2010 και 4/2010 εφέσεις των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων καθό μέρος στρέφονταν κατά του υπ' αριθμ. 147/2009 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, β) έγιναν δεκτές τυπικά οι άνω εφέσεις καθό μέρος στρέφονταν κατά του υπ' αριθ. 108/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, ανεβλήθη δε η έκδοση οριστικού βουλεύματος απ' αυτό και διετάχθη η διενέργεια περαιτέρω κύριας ανάκρισης. Ενόψει όμως του ότι το άνω βούλευμα εκδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010 ήτοι προ της καταργήσεως του άρθρου 482 ΚΠοινΔ, από το άρθρο 34 εδ.γ' του Ν. 3904/23.12.2010, η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, δεν είναι απαράδεκτη από το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ όπως εκθέτει στην πρόταση του ο Εισαγγελέας ο οποίος προτείνει την απόρριψή του ως απαράδεκτης. Η ίδια όμως αίτηση είναι απαράδεκτη διότι: α) σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠΔ δεν παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε ... (έφεσή τους) κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτο, β) δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά μη οριστικού βουλεύματος, όπως εν προκειμένω, στην υπό στοιχείο β' περίπτωση (άρθρο 482 ΚΠΔ όπως ίσχυε μέχρι 23.12.2010). Δοθέντος, όμως, ότι η ως άνω πρόταση του Εισαγγελέα περιορίζεται στο απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για τον εκτιθέμενο σ' αυτήν ανωτέρω λόγο, για τον οποίο και κλήθηκαν οι αναιρεσείοντες, κατ' άρθρο 476§1 εδ.2, ΚΠοινΔ, δεν μπορεί να απορρίψει το ένδικο αυτό μέσο ως απαράδεκτο για άλλο λόγο, αν δεν ακουσθούν προηγουμένως επ' αυτού οι ασκήσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Πρέπει, λοιπόν σύμφωνα με τα άρθρα 32§1, 138§2 και 3, 171 περ.1 εδ.β, 306 και 309§2 ΚΠοινΔ, να απόσχει το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) να αποφανθεί επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι να υποβληθεί, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως που θα ορισθεί αρμοδίως, εισαγγελική πρόταση, κατά τα προεκτεθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση υπ' αριθ. 7/2011 αιτήσεως των Κ. Κ. και Γ. Κ., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, μέχρι την υποβολή Εισαγγελικής προτάσεως, κατά το σκεπτικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση υπ' αριθ. 7/2011 αιτήσεως, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 259/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, μέχρι την υποβολή Εισαγγελικής προτάσεως, κατά το σκεπτικό.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 672/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γιαννίτση περί αναιρέσεως της με αριθμό 3659/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1330/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπονται από τα άρθρα 229§1 και 224§2 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην πρώτη περίπτωση, και ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι επίσης ψευδή, στη δεύτερη περίπτωση. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος της Σ. Π. και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 4.12.2003 η κατηγορουμένη προσήλθε στο ΑΤ Λαγκαδά και υπέβαλε προφορικά μήνυση κατά της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Π. με το εξής περιεχόμενο, το οποίο επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Η. Μ., που συνέταξε τη σχετική έκθεση: "Μηνύω και ζητώ τη νόμιμη τιμωρία της Π. Σ., σύζυγο Ν. Π., ετών περίπου 45, κατοίκου ..., διότι χθες, την 3-12-2003 ώρα 18:30 περίπου στη ..., όταν γυρίσαμε με το σύζυγο μου απ' τη Θεσσαλονίκη και ενώ ήμουν έξω στην αυλή, είπε: "είδες, είδες μωρή, τι μου έκανες, αλλά εμείς θα σε φτιάξουμε εσένα" και μετά με μούντζωσε με τα χέρια της λέγοντας "να, να!" και με αποκάλεσε "πουτάνα". Άλλο τι δεν έχω να προσθέσω, εκτός από το ότι είπε ότι "θα σου σπάσω τα πόδια"...". Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη κατά της πολιτικώς ενάγουσας για τα αδικήματα της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος της κατηγορουμένης, η σχετική, όμως, δικογραφία τέθηκε στο αρχείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. Ε03/4967/14.11.2005 πιστοποιητικό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τα περιστατικά που κατήγγειλε η κατηγορουμένη με τη μήνυσή της ήταν ψευδή, γεγονός που γνώριζε η ίδια, προέβη δε στην πράξη της αυτή με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της πολιτικώς ενάγουσας, με την οποία, αλλά και με το σύζυγό της, βρισκόταν μέχρι τότε σε συνεχείς προστριβές και αντιδικίες. Το ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν εξύβρισε ούτε απείλησε την κατηγορουμένη στις 3.12.2003, αποδεικνύεται, κυρίως, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι κατά το χρόνο αυτό και συγκεκριμένα ώρα 18.30' η πολιτικώς ενάγουσα βρισκόταν όχι κοντά στην οικία της κατηγορουμένης, όπως αυτή ανέφερε στη μήνυση της, αλλά σε άλλο τόπο και συγκεκριμένα στην οικία της Σ. Π. (2ης μάρτυρα), όπου η Α. Κ. (4η μάρτυρας) πραγματοποιούσε επίδειξη καλλυντικών ενώπιον και άλλων γυναικών.
Συνεπώς, η κατηγορουμένη τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα και, ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, ότι, δηλαδή, η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατά της εγκαλούσας Σ. Π. την από 4.12.2003 προφορική μήνυση, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι η εγκαλούσα τέλεσε σε βάρος της αναιρεσείουσας τα εγκλήματα της εξυβρίσεως και της απειλής, αιτιολογείται δε ότι η αναιρεσείουσα είχε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας για τα ως άνω εγκλήματα. Και β) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονταν στη μήνυση της αναιρεσείουσας και τα οποία αυτή κατέθεσε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του Ανακριτικού Υπαλλήλου του Α.Τ. Λαγκαδά στις 4.12.2003 ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε και ότι αυτή γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατέθεσε, καθόσον, από τις παραδοχές της αποφάσεως, συνάγεται ότι είχε αυτή προσωπική πεποίθηση ότι τα καταγγελθέντα ήταν ψευδή, οπότε δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολογία για τον άμεσο δόλο. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), οπωσδήποτε δε η επανάληψη θα αρκούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, το ότι δε εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων (των Σ. Π. και Α. Κ.), δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ήταν αναγκαίο να αντικρούεται ειδικά η (αντίθετη) κατάθεση του συζύγου της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ.. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως (υπό στοιχ. Ι και ΙΙ αναιρετηρίου), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 7990/2011) αίτηση (δήλωση) της Α. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3659/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία εγκλημάτων. Δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε η αντίκρουση μαρτυρικής καταθέσεως αντίθετης με αυτά που έγιναν δεκτά. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 675/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου M. L. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρούσσο, περί αναιρέσεως της 65890/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 226/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν η κατοικία του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠοινΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠοινΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 65890/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό πρωτ. 19085/2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τη συνήγορό του, κατά της υπ' αριθ. 6961/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για παράβαση του άρθρου 30§15 του Αγορανομικού Κώδικα, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "δεν έλαβε γνώση της απόφασης". Δηλαδή, δεν είχε προβάλει, με την έφεσή του, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής" ούτε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: "Όπως προκύπτει από το από 29-6-07 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα Γ. Φ., η προσβαλλόμενη απόφαση επεδόθη στον εκκαλούντα την 29η-7-2007, ενώ, όπως προκύπτει από την από 17-12-08 έκθεση έφεσης, ο εκκαλών άσκησε έφεση την 17η-12-08, ήτοι πέραν της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, ως αγνώστου διαμονής που ήταν (άρ. 473§1 ΚΠΔ), επομένως πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρ. 476§1 ΚΠΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, κρίνεται απορριπτέος κατ' ουσία ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που υπεβλήθη προφορικά δια της προαναφερόμενης συνηγόρου του, σχετικά με το δικαιολογημένο της εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης. Συγκεκριμένα, ο εκκαλών καταδικάστηκε διότι την 14-7-04 πωλούσε προϊόντα που υπερέβαιναν το προβλεπόμενο στο νόμο όριο ποσοστών μικτού κέρδους. Το ανωτέρω αδίκημα διαπιστώθηκε ύστερα από έλεγχο που διενήργησαν την 8η-7-04 οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης (...). Κατά το χρόνο διενέργειας του σχετικού ελέγχου και διαπίστωσης της σχετικής παράβασης, ο εκκαλών διέμενε στη διεύθυνση, στην οποία κλητεύθηκε στο ... (οδός ... αρ. 16), σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν από την εταιρία. Το γεγονός ότι ο εκκαλών μετώκησε το Δεκ. '04 σε νέα κατοικία στη ... (οδός ... αρ. 7) δεν επιδρά στο κύρος της κλήτευσής του, η οποία ήταν νομότυπη, αφού δε δηλώθηκε αρμοδίως η μεταβολή κατοικίας του κατηγορουμένου, ο οποίος και γνώριζε ότι βεβαιώθηκε η σχετική παράβαση από τους ανωτέρω υπαλλήλους. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Ε. Β. στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ούτε από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156§1α του ΚΠοινΔ στην επί της οδού ... αριθ. 16, στο ..., τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία γνωστή διαμονή) προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, παραθέτει δε το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε βεβαιώνεται από το όργανο επιδόσεως στην επισκοπούμενη από 29.6.2007 έκθεση επιδόσεως ότι ο αναζητηθείς στην κατοικία του κατηγορούμενος, στη τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠοινΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και άλλη τυχόν διεύθυνση της κατοικίας του, αφού η οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ήταν άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της κατοικίας του στην οδό ... αριθ. 16, στο ..., όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την Αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας του, και, επομένως, η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε, κατά τα ανωτέρω, στις 29.6.2007, ενώ η έφεση ασκήθηκε στις 17.12.2008 (δηλ. μετά από 1 έτος και 5 1/2 μήνες). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων γνώριζε ότι είχε βεβαιωθεί σε βάρος του η παράβαση, για την οποία καταδικάσθηκε, είχε, δηλαδή, πλήρη γνώση της κατηγορίας που εκκρεμούσε σε βάρος του, οπότε είχε νομική υποχρέωση να δηλώσει αρμοδίως την οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του, η οποία έλαβε χώραν μετά τη βεβαίωση της παραβάσεως, καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκεί το ότι, ενδεχομένως, η μεταβολή ήταν γνωστή στις αστυνομικές και φορολογικές Αρχές. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ειδικώς το αποδεικτικό μέσο, από το οποίο προέκυπτε η γνώση του αναιρεσείοντος περί της βεβαιώσεως της παραβάσεώς του, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, στην έκθεση της εφέσεως δεν προβάλλονται ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στην επί της οδού ... αρ. 16 (τότε) κατοικία του ούτε λόγοι ανώτερης βίας, για τους οποίους δεν άσκησε εμπροθέσμως αυτήν, το αναγραφόμενο δε ότι δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως είναι εντελώς αόριστο. γ) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και αν, ακόμη, δεν έγινε προανάκριση, όπως εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος υπεχρεούτο να δηλώσει αρμοδίως την αλλαγή της διευθύνσεώς του. δ) Στην απόφαση αναφέρεται ότι η τελευταία γνωστή διαμονή του αναιρεσείοντος, στην οποία αυτός διέμενε κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου και διαπιστώσεως της παραβάσεως, ήταν αυτή, στην οποία μετέβη το Όργανο για να ενεργήσει την επίδοση, με την παραδοχή ότι διέμενε αυτός στην ως άνω διεύθυνση "σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν από την εταιρία". Και ε) δεν ήταν αναγκαία η στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε η μνεία ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι δε βέβαιο ότι λήφθηκαν όλα υπόψη, όπως προκύπτει από το ότι, στο σκεπτικό, έστω και αν όχι στο προοίμιο αυτού, μνημονεύονται αυτά κατ' είδος. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο αιτιάται εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (εγγράφων που είχε προσκομίσει ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν, κατάθεση μάρτυρος υπερασπίσεως), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης κατηγορίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον συναφή δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, παρ' όλο ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν του είχε επιδοθεί εγκύρως ως άγνωστης διαμονής, χωρίς οι Αρχές να προβούν σε καμιά προσπάθεια να εντοπίσουν την κατοικία του, η οποία ήταν γνωστή στις Αστυνομικές και Φορολογικές Αρχές και στην οποία έπρεπε να του επιδώσουν την απόφαση, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, μη διασφαλίζοντας όλες τις εγγυήσεις ως προς τις απαιτήσεις της "δίκαιης δίκης" και του σεβασμού των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, που ορίζονται από το άρθρο 6§§1, 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος στην ίδια πιο πάνω, που κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη, προϋπόθεση της "γνωστής" με την εκτεθείσα έννοια κατοικίας του, οπωσδήποτε δε το Δικαστήριο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον, κατά τις παραδοχές του, όπως αναφέρθηκε, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι βεβαιώθηκε σε βάρος του η παράβαση, για την οποία καταδικάσθηκε, και, επομένως, έπρεπε να μεριμνήσει για τη δήλωση στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή της μεταβολής της κατοικίας του.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2§1 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξεως ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν εμφανιστεί ο εκκαλών, εφαρμόζει, και αυτεπαγγέλτως, τον νόμο που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις και, αν η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός πρωτοδίκως, έχει καταστεί ανέγκλητη, τον κηρύσσει αθώο. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί ο επιεικέστερος νόμος είναι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 501§3, 502, 511 εδ. τελ. και 514 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, η άσκηση παραδεκτής εφέσεως. Αν η έφεση είναι απαράδεκτη, γιατί, π.χ., ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστήριο προχωρεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης και δεν μπορεί να εφαρμόσει τον τυχόν ισχύοντα επιεικέστερο για τον κατηγορούμενο νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως. Επομένως, δεν είχε αυτό την ευχέρεια να εφαρμόσει την υπ' αριθ. 3/2005 Αγορανομική Διάταξη (άρθρο 3 της ΥΑ Α2-1710/2005-ΦΕΚ Β' 632/ 12.5.2005), με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 2§2 της υπ' αριθ. 16/2003 Αγορανομικής Διατάξεως (ΥΑ Α2-2451/2003-ΦΕΚ Β' 1668), για παράβαση του οποίου καταδικάσθηκε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 30§15 του Αγορανομικού Κώδικα, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε Αγορανομική Διάταξη που είχε καταργηθεί με νεότερη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης και δεν έχει, ακολούθως, την ευχέρεια να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως και να εφαρμόσει αυτός την επιεικέστερη Αγορανομική Διάταξη, τοσούτω μάλλον, καθόσον η εφαρμογή της προϋπέθετε την άσκηση παραδεκτής εφέσεως, απορριπτομένου του λόγου αυτού και κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς, πρέπει ο Άρειος Πάγος να εφαρμόσει αυτός τον επιεικέστερο νόμο και να κηρύξει τον αναιρεσείοντα αθώο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 16/25 Ιανουαρίου 2012 αίτηση του M. L. του A., για αναίρεση της υπ' αριθ. 65890/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αρνητική υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη για να είναι αιτιολογημένη. Στην έννοια της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής. Υποχρέωση δηλώσεως στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή της μεταβολής κατοικίας. Προϋπόθεση εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου είναι η άσκηση παραδεκτής εφέσεως. Το νόμο αυτό δεν μπορεί να εφαρμόσει ούτε ο Άρειος Πάγος, γιατί ο έλεγχος του περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 651/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ι. Κ. του Α.. Με εγκαλουμένους τους: 1) Α. Σ., Πταισματοδίκη Αθηνών 2) Ι. Δ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Η. Τ., Δικαστικό Γραμματέα. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 151371/12.1.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 56/29.2.12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Με την από 15-6-2010 μηνυτήρια αναφορά και με ημερομηνία καταθέσεως 17-6-2010 ο Δικηγόρος Αθηνών Ι. Κ. του Α., κάτοικος ομοίως, την οποία στρέφει κατά των 1) Α. Σ., Πταισματοδίκου Αθηνών, 2) Η. Τ., Δικαστικής Γραμματέως, και 3) Ι. Δ. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, καταγγέλλει τους ανωτέρω για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως (άρθρο 254 π. κ.).Η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 151-371/12-1-2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και καταχωρήθηκε με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 374 και ειδικού (ποινικού 122 με ημερομηνία 17-1-2012, προκειμένου να κανονισθεί από τον Αρειο Πάγο σε Συμβούλιο το δικαστήριο της παραπομπής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 του ΚΠΔ δοθέντος ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάρχει πλέον ένα και μόνο Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί ο τρίτος εκ των καταγγελλομένων Αντεισαγγελέας Ιωάννης Δραγάτσης (Α.Π. 2080/2022, Α.Π. 189/2000).
Επειδή συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση παραπομπής της εν λόγω υποθέσεως σε έτερο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, ως τέτοιο προτείνουμε το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και τις αυτό υπαγόμενες ανακριτικές αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως παραπεμφθεί η από 15-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Δικηγόρου Αθηνών Ι. Κ. του Α., κατοίκου ομοίως Αθηνών, που στρέφεται κατά των: Α. Σ., Πταισματοδίκου Αθηνών, 2) Η. Τ., Δικαστικής Γραμματέως, και Ι. Δ. Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στο Πρωτοδικείο και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς καθώς και στις υπ' αυτό υπαγόμενες ανακριτικές αρχές. Αθήνα 20-2-2012 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστηριακού είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. Ι β, γ' του ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο ή όταν στην περιφέρεια ενός Εφετείου υπάρχει ένα Πρωτοδικείο, όπως στο Εφετείο Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ι. Κ., δικηγόρος Αθηνών, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του, για το αδίκημα της παρασιώπησης λόγου εξαίρεσης, στρεφόμενη, 1) κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ι. Δ.,2) κατά της Πταισματοδίκου Αθηνών Α. Σ. και 3) κατά του δικαστικού Γραμματέα Η. Τ.. Επομένως, ενόψει των προαναφερθέντων και των διατάξεων των άρθρων 136 , 137 και 128 παρ.1 και 129 περ. β του ΚΠΔ, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τον κατά-τόπο αρμόδιο να επιληφθεί της άνω μηνύσεως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό, διότι η μηνυτήρια αναφορά στρέφεται κατά Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς δύο καταγγελλόμενους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 151-371/12-1-2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά την με αριθ. ΑΒΜ-Γ2011/5749/15-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Δικηγόρου Αθηνών Ι. Κ., στρεφόμενη κατά Εισαγγελέως Πρωτοδικών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και δη κατά των : 1) κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ι. Δ., 2) κατά της Πταισματοδίκου Αθηνών Α. Σ. και 3) κατά του δικαστικού Γραμματέα Η. Τ., για την σε αυτή καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπει μηνυτήρια αναφορά κατά Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κλπ σε Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές Πειραιώς.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 650/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ματαγιάννη, περί αναιρέσεως της 8043/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσας-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 155 παρ. 1α και β του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται, κατά τη παράγραφο 2 περ. ζ' του ίδιου άρθρου (155) και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχει εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή, καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 8043/2011 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτό, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, που δέχθηκε ότι τέλεσε η ήδη αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη. Ήτοι: "Στις 21.10.20115, υπάλληλοι της υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) της περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής, σε εκτέλεση της με αριθμό 2352/21.10.2005 εντολής της υπηρεσίας τους, μετέβησαν στο πρατήριο υγρών καυσίμων της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΟΕ" με διαχειρίστρια την κατηγορουμένη, στο οποίο και πραγματοποίησαν έλεγχο. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι παραπάνω προέβησαν σε ποσοτική καταμέτρηση των αποθεμάτων του πετρελαίου κίνησης και του πετρελαίου θέρμανσης, που βρίσκονταν στις υπόγειες δεξαμενές του πρατηρίου, καθώς και σε υπολογισμό των αγορών και πωλήσεων των δύο αυτών ειδών για τις χρήσεις 2004 και 2005, προκειμένου να προβούν στον απολογιστικό υπολογισμό τυχόν πλεονασμάτων ή ελλειμμάτων με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης. Στην 1.12.2005 επαναλήφθηκε ο έλεγχος, ο οποίος δεν ολοκληρώθηκε λόγω της άρνησης της κατηγορουμένης να προσκομίσει τα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στοιχεία. ... Μετά από επανυπολογισμό, των αγορών-πωλήσεων με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης, που ζήτησε η κατηγορουμένη, για τις χρήσεις 2004 και 2005 και συγκεκριμένα από 1.1.2004 έως 31.12.2004 και από 1.1.2005 έως 21.10.2005, συντάχθηκε το από 1.12.2005 πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης-κλειστή αποθήκη κατά το οποίο, 1) χρήση 2004 για πετρέλαιο κίνησης: η ελεγχόμενη αγόρασε συνολικά 1.415.037 λίτρα πετρελαίου κίνησης, σύμφωνα με τα φορολογικά στοιχεία που είχε λάβει και επέδειξε στον έλεγχο. Κατά το ίδιο διάστημα η επιχείρηση είχε πωλήσει συνολικά 1.572.149,95 λίτρα πετρελαίου κίνησης, πάλι σύμφωνα με τα φορολογικά της στοιχεία και επίσης, αφού λήφθηκαν υπ' όψη και τα άκυρα και μη ακυρωθέντα στον Η/Υ στοιχεία, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς που έγιναν δεκτοί από τον έλεγχο (ήτοι 1590, 47-18.810,52), ενώ το υπόλοιπο αποθήκης σε πετρέλαιο κίνησης δεν προέκυπτε από επίσημη απογραφή στις 31.12.2003 και 31.12.2004 και έτσι λήφθηκε από τον έλεγχο για λόγους χρηστής διοίκησης και προς όφελος της ελεγχόμενης, ίση ποσότητα, με τη χωρητικότητα των δεξαμενών, των 17.000 λίτρων. Μεταξύ δε των ποσοτήτων πετρελαίου κίνησης, χρήσης 2004: α) αγοράς (1.415.037 λίτρων + 17.000 λίτρων υπόλοιπο αποθήκης =) 1.432.037 λίτρων και αντίστοιχα, β) πώλησης (ήτοι 1.572.149,95 + υπόλοιπο αποθήκης + 17.000 λίτρων =) 1.589.149,95 λίτρων, προκύπτει διαφορά ποσότητας 157.112.95 λίτρων κτηθείσα από την ελεγχόμενη επιχείρηση, χωρίς νόμιμα παραστατικά αγοράς. 2) χρήση έτους 2005 (από 1.1.2005 μέχρι 21.10.2005 που πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος): για πετρέλαιο κίνησης, σύμφωνα με τα επιδειχθέντα από την κατηγορουμένη φορολογικά στοιχεία, η επιχείρηση αγόρασε συνολικά 952.406 λίτρα πετρελαίου κίνησης και πώλησε για το ίδιο χρονικό διάστημα συνολικά 1.095.826,28 λίτρα, σύμφωνα με τα επιδειχθέντα επίσης αντίστοιχα νόμιμα παραστατικά και αφού λήφθηκαν από τον έλεγχο υπόψη οι σχετικοί υποβληθέντες ισχυρισμοί της κατηγορουμένης για άκυρα και μη ακυρωθέντα στον Η/Υ στοιχεία (ήτοι 1.117.124,39 - 21.298,11) και αφού λήφθηκε ως υπόλοιπο αποθήκης για τις 31.12.2004 και 21.10.2005 το οποίο δεν προέκυπτε από επίσημη απογραφή 17.000 λίτρα και 10.000 λίτρα αντίστοιχα για λόγους χρηστής διοίκησης και προς όφελος της ελεγχόμενης επιχείρησης.
Μεταξύ των ποσοτήτων πετρελαίου κίνησης χρήσης έτους 2005 α) αγορά 969.406 λίτρων (952.406 + 17.000 υπόλ. Αποθήκης) και β) πώλησης 1.105.826,28 λίτρων (1.095.826,28 + 10.000) προκύπτει διαφορά, 136.420,28 λίτρων για τα οποία δεν υπήρχαν παραστατικά δικαιολόγησής τους. Δηλαδή, η παραπάνω ελεγχόμενη επιχείρησης, διέθεσε στην αγορά τις παραπάνω ποσότητες πετρελαίου κίνησης, αντίστοιχα για τη χρήση έτους 2004 157.112,95 λίτρων και για τη χρήση έτους 2005 (έως 21.10.2005) 136.240,28 λίτρων, τα οποία αν και υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, οι ποσότητες αυτές είχαν εισαχθεί εντός της χώρας χωρίς της γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, στερώντας το Ελληνικό Δημόσιο με ον τρόπο αυτό, από φόρους και δασμούς 63.970,8 ευρώ για το έτος 2004 και 55.307,70 ευρώ για το έτος 2005. Οι παραπάνω ποσότητες πετρελαίου κίνησης, διέφυγαν της κατάσχεσης (βλ. σχετικά και από 22.6.2006 έκθεση προσδιορισμού δασμών και φόρων ΥΠΕΕ). Τα παραπάνω, επιβεβαιώνονται και από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα Κ. Α. που έχει άμεση αντίληψη γιατί συμμετείχε στις επιτροπές ελέγχου ΥΠΕΕ ως αρμόδιος υπάλληλος.
Εξ' άλλου, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο από την κατηγορουμένη, από 7.3.2004 έγγραφο-τροποποίηση καταστατικού ΟΕ που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών με αριθμό 21/2005 η κατηγορουμένη εισήλθε για πρώτη φορά ως μέλος της ελεγχόμενης εταιρίας, Διαχειρίστρια ταμίας και εκπρόσωπος αυτής, την παραπάνω ημερομηνία, με την τροποποίηση του καταστατικού, λόγω του επελθόντος στις 6.3.2004 θανάτου, του έως τότε, εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής, Μ. Κ., συζύγου της. Έκτοτε δε και καθ' όλο το ελεγχόμενο διάστημα, ασκούσε πλήρως τα παραπάνω καθήκοντά της, ως έμπειρη επιχειρηματίας, λόγω και της προηγούμενης συνεχούς απασχόλησής της στην οικογενειακή αυτή επιχείρηση, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίστηκε περί άγνοιάς της ως προς τη λειτουργία της επιχείρησης. Κατά τα παραπάνω δε χρονικά διαστήματα, ήτοι από 7.3.2004 μέχρι 31.12.2004 και από 1.5.2005 μέχρι 21.10.2005, η κατηγορουμένη με την παραπάνω ιδιότητά της, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αγόρασε κατείχε και πώλησε εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας για λογαριασμό της εταιρίας, η οποία διατηρούσε στο ..., πρατήριο υγρών καυσίμων. Δηλαδή τις προαναφερόμενες ποσότητες οι οποίες καθ' όσον όμως αφορά το πρώτο διάστημα έτους 2004, για το οποίο η κατηγορουμένη ενέχεται ως εκπρόσωπος της εταιρίας από 7.3.2004 και εντεύθεν, πρέπει οι ποσότητες να περιοριστούν σε 117.000 λίτρα τα οποία αντιστοιχούν στην ένδικη για την κατηγορουμένη περίοδο, με αντίστοιχη επίσης μείωση και της επελθούσης στο Ελληνικό Δημόσιο ζημίας, σε 57.000 ευρώ (από 63.970 ευρώ) και συνολικής ζημίας αυτού και από τις δύο περιόδους 107.307,70 ευρώ (52.000 + 55.307,70). Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα ενώ για το διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 6.7.2004 πρέπει να κηρυχθεί αθώα όπως στο διατακτικό ειδικότερα αναφέρεται".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. για την πράξη της λαθρεμπορίας, που αφορά το διάστημα από 7-3-2004 έως 31-12-2004 και 1-1-2005 έως 21-10-2005, ως νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της εταιρείας που στο ως άνω σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρθηκε, ενώ την κήρυξε αθώα της ίδιας πράξης για το προηγούμενο διάστημα που κατηγορείτο, ήτοι από 1-1-2004 έως 6-3-2004, κατά το οποίο δεν είχε την παραπάνω ιδιότητα, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή ποσού 127.663 Ευρώ. Ειδικότερα την κήρυξε ένοχη του ότι: "Στο ... σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, εντός του χρονικού διαστήματος από 7-3-2004 έως τις 31-12-2004 και από 1-1-2005 έως 21-10-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση εντός και του αυτού εγκλήματος, αγόρασε, κατείχε και πώλησε εμπόρευμα, που είχε εισαχθεί κατά τρόπο, που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ιδιοκτήτριας πρατηρίου υγρών καυσίμων εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ο.Ε.", με έδρα το ..., αγόρασε, κατείχε και πώλησε για την χρήση του έτους 2004 και για την χρήση του έτους 2005, 147.00 και 136.240, 28 αντίστοιχα λίτρα πετρελαίου κίνησης, τα οποία, αν και υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, είχαν εισαχθεί εντός του τελωνειακού εδάφους χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, στερώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, το Ελληνικό Δημόσιο από φόρους και δασμούς 52.000 ευρώ για το έτος 2004 και 55.307,70 ευρώ για το έτος 2005.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, ήτοι αυτή των άρθρων 155 παρ. 1 β, και παρ.2 περ. ζ, 157 παρ.1 β περ. γ του Ν. 2960/2001 και δεν υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που κατ' είδος αναφέρει, και μετά από μαθηματικό υπολογισμό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα, διέθεσε στην κατανάλωση, για τη χρήση των ετών από 7-3-2004 έως 31-12-2004 και από 1-1-2005 έως 21-10-2005, που ήταν νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ο.Ε" η οποία εκμεταλλευόταν το πρατήριο υγρών καυσίμων που αναφέρθηκε, 147.000 και 136.420,28 λίτρα πετρελαίου κίνησης αντίστοιχα, (από προφανή παραδρομή στο διατακτικό η τελευταία ποσότητα αναφέρεται ως 136.240,28 λίτρα) χωρίς να έχει γι' αυτά τα απαιτούμενα παραστατικά έγγραφα αγορών, με συνέπεια οι διαφυγόντες δασμοί του Ελληνικού Δημοσίου να ανέρχονται σε 52.000 ευρώ για το έτος 2004 (7-3-2004 έως 31-12-2004) και 55.307,70 ευρώ για το έτος 2005 (1-1-2005 έως 21-10-2005), και συνολικά για τις δύο περιόδους σε 107.307,70 ευρώ. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις: 1) Η γνώση της αναιρεσείουσας για την προέλευση, ως λαθρεμπορευμάτων, των ποσοτήτων καυσίμων που κατείχε και διέθεσε στην εσωτερική αγορά, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες, αυτή, το μεν, δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι νομίμως είχαν εισαχθεί από την αλλοδαπή οι παραπάνω ποσότητες και ότι είχε γίνει ως προς αυτές η καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων, το δε, ότι αυτή απέφυγε την καταβολή των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, για τις παραπάνω ποσότητες των οποίων η προέλευση δεν ήταν νόμιμη και εν τούτοις έγινε εκ μέρους της διάθεση τους στην αγορά. 2) Αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως εκπροσώπου και διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ο.Ε" η οποία εκμεταλλευόταν το πρατήριο υγρών καυσίμων που αναφέρθηκε. 3) Αναφέρεται στο σκεπτικό, όπως αυτό παραπάνω αναφέρθηκε, ο περιορισμός της ποσότητας καυσίμων και αντίστοιχης ζημίας του Δημοσίου, καθόσον αφορά τη χρήση του έτους 2004, λόγω της αθώωσης της κατηγορουμένης για το διάστημα από 1-1-2004 έως 6-3-2004, κατά το οποίο δεν είχε την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω εταιρείας. Ειδικότερα αναφέρεται η ποσότητα πετρελαίου που αγόρασε και πώλησε το παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων για ολόκληρο το έτος 2004, η προκύπτουσα μεταξύ πώλησης και αγοράς διαφορά (157.112,95 λίτρα), καθώς και η ποσότητα η οποία αντιστοιχεί στην περίοδο για την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για το έτος αυτό, ήτοι από 7-3-2004 έως 31-12-2004 (147.000 λίτρα), μετά σχετικό περιορισμό κατά την ποσότητα που αντιστοιχεί στο διάστημα για το οποίο κηρύχθηκε αθώα, ήτοι από 1-1-2004 έως 6-3-2004. (Στο σκεπτικό από παραδρομή, το διάστημα για το οποίο κηρύσσεται αθώα αναφέρεται μέχρι 6-7-2004, αντί του ορθού ως άνω 6-3-2004, που αναφέρεται με σαφήνεια στο διατακτικό και προκύπτει και από το σύνολο των ιστορουμένων στο σκεπτικό). Επίσης αναφέρεται και ο σχετικός περιορισμός της επελθούσας στο Ελληνικό Δημόσιο ζημίας κατά την ως άνω περίοδο, ήτοι 52.000 ευρώ από 63.970 ευρώ. Όσα περαιτέρω η ίδια ισχυρίζεται στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως της για εσφαλμένο υπολογισμό των πραγματικών ποσοτήτων καυσίμων από τις οποίες προέκυψαν οι επισημανθείσες διαφορές μεταξύ των ποσοτήτων που είχε αγοράσει και εκείνων που διέθεσε, λόγω μη υπολογισμού της ποσότητας που είχε αποθηκευμένη σε δύο επί πλέον δεξαμενές και σε αυτοκίνητο μεταφοράς καυσίμων (βυτιοφόρο όχημα), αποτελούν ισχυρισμούς με τους οποίους πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με συνέπεια να είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η ως άνω απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2011 αίτηση της Κ. Α. του Π. για αναίρεση της 8043/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Πραγματικά περιστατικά. Λαθρεμπορία καυσίμων (πετρελαίου κίνησης). Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δόλος. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 649/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 2846/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείον -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1331/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα...ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ... ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο σχετικά ... κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο ...".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 498 ΚΠΔ ορίζεται ότι, " Για την έφεση συντάσσεται στον αρμόδιο υπάλληλο κατά το άρθρο 474 παρ.1 έκθεση, η οποία περιέχει τους λόγους της έφεσης σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ...".
Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠΔ προκύπτουν τα ακόλουθα. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως πρέπει, καταρχήν να γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά όμως προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίζεται "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει σαφώς ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του νόμου 2408/1996, ήτοι μετά τις 4 Ιουνίου 1996. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται όπως γινόταν δεκτό μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2408/1996, στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως "της κακής εκτίμησης των αποδείξεων" από την εκκαλούμενη αθωωτική απόφαση, αλλά αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων του νόμου ή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως (βλ. Ολ.ΑΠ 9/2005, ΑΠ 101/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 2846/2011 αποφάσεως, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης δέχθηκε ως τυπικά παραδεκτή τη με αριθ. κατ. 1049/1-6-2009 έφεση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμ. 10654/25-5-2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο επιβλέποντα μηχανικό έργου κατεδαφίσεως κατοικίας, για από αμέλειά του πρόκληση σωματικής βλάβης σε εργάτη του έργου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την οποίαν ποινή ανέστειλεν επί τριετία. Στην ως άνω έκθεση εφέσεως του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου σχετικού λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο παραπάνω Εισαγγελέας ζήτησε να συντάξει την έκθεση αυτή, δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση, κατά της με αριθμ. 10654/25-5-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος μηχανικός, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, διότι , κατά τα εκτιθέμενα στην άνω έκθεση εφέσεως:" "Από την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα (και τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες) και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Κ. Α., υπό την ιδιότητα του ως επιβλέποντος μηχανικού επιφορτισμένου με την κατεδάφιση ισόγειας κατοικίας και την ανέγερση πολυκατοικίας έξι ορόφων μεθ' υπογείου και pilotis και δώματος, στην οδό ... στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, καίτοι είχε νόμιμη υποχρέωση, δυνάμει των σχετικών διατάξεων του ΠΔ 1073/1981 (αρθρ. 9,18,31), παρέλειψε να λάβει τα προσήκοντα μέτρα αντιστηρίξεως, προς αποφυγή πτώσεως χωμάτινων όγκων, προελθόντων εκ της εκσκαφής της προς θεμελίωση οικοδομής, με αποτέλεσμα να προκληθεί στις 29-7-2005 σοβαρός τραυματισμός του παθόντος K. A., εργαζομένου στην κατασκευή της άνω οικοδομής. Αναλυτικότερα, από την κατάθεση του μάρτυρος Π. Δ., προέκυψε ότι ο παθών, κατ' εντολή του επιβλέποντος μηχανικού, προέβη στον καθαρισμό των εναποτεθέντων χωμάτων, ώστε να καλύψει το τσιμέντο,την σιδηροκολώνα και πριν ή ολοκληρώσει την άνω ενέργεια του υπεχώρησε το χωμάτινο κάθετο τοιχίο του ορύγματος, λόγω της παντελώς ελλείπουσας αντιστηρίξεως των πρανών αυτού (ορύγματος). Περαιτέρω, εκ της καταθέσεως του μάρτυρος B. F. διευκρινίσθη ότι σε προγενέστερο χρονικό σημείο, μη ουσιωδώς απέχον από την στιγμή του ατυχήματος, είχαν εκφορτωθεί σίδερα κατασκευής και δομήσεως, αυξημένου βάρους, τα οποία ετοποθετήθησαν πλησίον του ορύγματος. Κατά τον μάρτυρα Σ. Ε., το ατύχημα προεκλήθη από την εναπόθεση σιδήρου στο επάνω μέρος της πλευράς του σκάμματος, το βάρος του οποίου (σιδήρου) τα μέγιστα συνέτεινε στην πρόκληση αυξημένης πιέσεως στα πρανή, με συνέπεια αυτά τα υποχωρήσουν με τις εντεύθεν βαρείες για τον παθόντα συνέπειες. Τα ανωτέρω κατατεθέντα επιρρωνύονται από την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας του αρμοδίου τεχνικού επιθεωρητή εργασίας Π. Κ., κατά την οποία όφειλε ο επιβλέπων μηχανικός να συνεκτιμήσει τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι την πιθανότητα εμποτισμού των γαιών συνεπεία βροχής (όπως, στην προκειμένη περίπτωση επισυνέβη, ως συνάγεται από την κατάθεση του παθόντος-πολιτικώς ενάγοντος), τις δονήσεις, προκληθείσες από την διέλευση οχημάτων βαρέος τύπου (εκσκαπτικά, φορτηγά, "μπετονιέρες") και την χρήση εκρηκτικών σε γειτονικές εκσκαφές, ιδίως όμως την εξόχως σημαντική αύξηση των πιέσεων, λόγω της αποθέσεως, σε εγγύτατη απόσταση από το όρυγμα, υλικών εκσκαφής και μηχανημάτων, του εδάφους πέριξ του ορύγματος απολύτως ασταθούς καθισταμένου (ενόψει και της δια μεσολαβησάσης βροχοπτώσεως) και μη δυναμένου να φέρει το σύνολο των φορτίων. Συνακολούθως, η πτώση των χωμάτινων όγκων αποδίδεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, στην υπό του κατηγορουμένου παράλειψη λήψεως των καταλλήλων μέτρων αντιστηρίξεως ή πάντως στην μη προσήκουσα διαμόρφωση του πρανούς (κατά τρόπο ώστε να υφίσταται κλίση αυτού και όχι κάθετη θέση αυτού, εν σχέσει με το επίπεδο του ορύγματος), ουδόλως δε εκ τον μαρτύρων "υπερασπίσεως" απεδείχθη ότι εκ λόγων απροβλέπτων και ακραίων κατέπεσαν τα χώματα και κατεπλάκωσαν τον παθόντα, ώστε να προκύψει έστω και ελαχίστη αμφιβολία και συνακόλουθη εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo. Ειδικότερα, οι μάρτυρες υπερασπίσεως (γεωλόγος και πολιτικός μηχανικός) κατέθεσαν ότι η ύπαρξη παλαιού και μη διαγνωσθέντος κεραμικού αγωγού, μικρής διατομής, πλησίον του σημείου του ορύγματος αποτέλεσε την γενεσιουργό του συμβάντος αιτία, πλην όμως η εκδοχή αυτή είναι ήκιστα πειστική, δοθέντος ότι τέτοιας μορφής και διατομής (15-20 εκατοστών) κεραμικός αγωγός και μάλιστα επί μακρό χρόνο μη χρησιμοποιούμενος, δεν δύναται να προκαλέσει κατάπτωση, των, συμπαγών και αργιλωδών εδαφών (άλλως οιαδήποτε μικρή κοιλότητα εντός του υπεδάφους θα αποσταθεροποιούσε τα άνωθεν εδάφη και τις οικοδομές), πέραν του γεγονότος ότι όφειλε ο κατηγορούμενος να ανιχνεύσει αυτόν -αγωγό- (βλ και άρθρ 2 ΠΔ 1073/1981ΠΔ), της υπάρξεως της κατεδαφίσθείσας προσφυγικής οικίας (η οποία αποχετεύετο δι' αυτού) γνωστής ούσας και των διαμορφώσεων των παλαιών αποχετεύσεων απολύτως προβλέψιμων, εκ της προσφυγικής περιοχής στην οποία ανεγείρετο η οικοδομή. Είναι δε προφανές, ότι ο κατηγορούμενος, ως μηχανικός, κέκτηται ειδική γνώση και εμπειρία, κατατείνουσες ακριβώς σε αυτό, ήτοι την δυνατότητα και υποχρέωση προβλέψεως διαφόρων ειδικών συνθηκών και αιτίων και λυσιτελούς αυτών αντιμετωπίσεως, ώστε να μην δύναται να θεωρηθεί η κεραμική αποχέτευση απρόβλεπτο, αίτιο κατακρημνίσεως των χωμάτινων όγκων και εντεύθεν του ιδιαιτέρως σοβαρού τραυματισμού του παθόντος (βλ αναγνωσθείσα ιατρική βεβαίωση). Ως εκ τούτου το ανωτέρω Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης πράξεως ( της εξ αμελείας σωματικής βλάβης παρ' υποχρέου), έσφαλε δε στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων".
Η έφεση αυτή του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορθά έγινε τυπικά παραδεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ερευνήθηκε η κατηγορία στην ουσία της, αφού ο εκτιθέμενος στην έφεση λόγος είναι σαφής και ορισμένος, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, καθόσον εκτίθενται σε αυτήν ποίες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και περιστατικά συνάγεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου επιβλέποντος μηχανικού, εξ αιτίας της οποίας προήλθε το εν λόγω εργατικό ατύχημα και η σωματική βλάβη του υπ' αυτού απασχοληθέντος εργάτη και επομένως δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως.
Κατά συνέπεια, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, δεν υπερέβη την εξουσία του με το να κρίνει ορισμένο τον άνω λόγο εφέσεως και τυπικά παραδεκτή την άνω έφεση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της με αριθμ. 10654/25-5-2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την εμπροθέσμως ασκηθείσα κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την με αριθμό 2846/2011 απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση οκτώ μηνών.
Από τον αναιρεσείοντα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογίας, για το λόγο ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και ότι δεν γίνεται στην άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου μνεία στη δοθείσα κατά την ακροαματική διαδικασία απολογία αυτού, με συνέπεια να καθίσταται αβέβαιο, αν συνεκτιμήθηκε και αυτή για τη συναγωγή της καταδικαστικής γι' αυτόν κρίσης του δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2846/2011 αποφάσεως και των πρακτικών αυτής, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, διέλαβε στην αιτιολογία του ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, που βρίσκονται στη δικογραφία ...", το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος μηχανικός τέλεσε το αποδιδόμενο σε αυτόν πλημμέλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια εργάτη και τον κήρυξε ένοχο, χωρίς σε κάποιο σημείο του παρατιθέμενου κύριου αιτιολογικού να αναφέρεται στην δοθείσα στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, απολογία του παρασταθέντος αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, αφού, ούτε στην εισαγωγή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την κατ' είδος παράθεση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε σε άλλο σημείο του περιεχομένου του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδία τη δοθείσα στο ακροατήριό του απολογία του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, ήτοι καθίσταται αβέβαιο αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όπως όφειλε κατά διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και την απολογία του κατηγορουμένου, που είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο .
Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2846/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πειθαρχικό Παράπτωμα, παράβαση άρθρου 42 και 43 παρ. 1 β, 1δ Ν. 2830/2000, περί Κώδικα Συμβολαιογράφων. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Α' λόγοι αναίρεσης, κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου, κρίναντος πειθαρχικό παράπτωμα συμβολαιογράφου, ως δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Συμβολαιογράφων.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 655/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά και 2. Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Ντούρμα, περί αναιρέσεως της 11382/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Κ. Σ. του Γ. και πολιτικώς ενάγουσες τις 1. Β. Κ. του Ν. και 2. Φ.-Δ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μπρεάνο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Σεπτεμβρίου 2011 και 22 Σεπτεμβρίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1076/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση του δευτέρου αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, με ξεχωριστά δικόγραφα, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκηθείσες, αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) από 26.9.2011 του Γ. Π. και β) από 22.9.2011 του Γ. Χ., κατά της υπ' αριθμ. 11382/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Ι. Ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, Γ. Π.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ, και 518 παρ.1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Γ. Π. με την προσβαλλόμενη 11832/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και η ποινή δεν έχει εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις το Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα πρέπει να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφεί υπό όρο η ποινή των πέντε (5) μηνών για την πράξη της παράβασης του άρθρ. 362 ΠΚ, που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 4043/2012.
ΙΙ. Ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Γ. Χ..
Κατά το άρ. 11, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αράζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Από τις διατάξει αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β', 511 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ω θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής, οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για "κρείσσονες αποδείξεις" κατά το άρθρο 352§3 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθμό 11382/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Γ. Χ., καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια τριετία. Από τα αυτά πρακτικά, προκύπτει επίσης ότι ο αναιρεσείων προέβαλλε γραπτά, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και ανέπτυξε προφορικά, με προσφυγή του στο Δικαστήριο, το αίτημά του για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί και να εξετασθεί ο αιτιών μάρτυρας, Ι. Μ., που είχε καταθέσει και πρωτόδικα, την παρουσία του οποίου θεωρούσε απαραίτητη, γιατί αναφέρθηκε στο δημοσιογράφο, Γ., που γνώριζε γεγονότα για την υπόθεση από γενόμενη από αυτόν δημοσιογραφική έρευνα, ο οποίος έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση και ήθελε να τον ερωτήσει σχετικά. Το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, απέρριψε το αίτημά του αυτό, για αναβολή της δίκης για νέες αποδείξεις κατ' άρθρο 352§3 ΚΠΔ, χωρίς καμία αιτιολογία.
Ο αναιρεσείων αυτός, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, όπως παραδεκτά εκτιμάται το περιεχόμενό της ως προς αυτό από το Δικαστήριο τούτο, προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, απέρριψε το αίτημά του αυτό χωρίς την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατόπιν δε των άνω εκτεθέντων, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν διέλαβε ως προς την απορριπτική αυτή κρίση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, σχετικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί και ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της αυτό. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αυτό, μετ' αυτεπάγγελτη έρευνα, αφού η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης τελέστηκε στις 30.9.2003, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως (25.1.2012), αλλά και μέχρι τη διάσκεψη της υποθέσεως (21.3.2012), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών, κρίθηκε δε βάσιμος ο παραπάνω λόγος της αιτήσεως, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα αυτό, πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ΚΠΔ 370 περ.β'.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Αναιρεί την 11382/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρεσείοντα, Γ. Π..
Παραγράφει υπό όρο την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών, που επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, Γ. Π. του Δ. για απλή δυσφήμηση, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα στις 30.9.2003 σε βάρος του εγκαλούντος και αποβιώσαντος ήδη, Ν. Κ..
ΙΙ. Αναιρεί την ίδια απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρεσείοντα, Γ. Χ. του Ε..
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ... για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξη που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στην Αθήνα στις 30.9.2003, σε βάρος του εγκαλούντος και αποβιώσαντος ήδη, Ν. Κ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για τον πρώτο αναιρεσείοντα που καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, εφόσον μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4043/2012 στις 13-2-2012 η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν έχει εκτιθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο η ποινή μέχρι τότε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. αυτού, παραγράφεται αυτή και δεν εκτελείται υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο χρόνια από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών για τον πρώτο αναιρεσείοντα, του οποίου η αναίρεση είναι παραδεκτή, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012, παραγράφει υπό όρο την ποινή αυτή- για το δεύτερο αναιρεσείοντα, του οποίου κρίθηκε ως βάσιμος ο λόγος, για την απόρριψη χωρίς αιτιολογία του αιτήματος αναβολής, μετ’ αυτεπάγγελτη αυτού του Δικαστηρίου έρευνα, εφόσον από την τέλεση της πράξεως, που κηρύχθηκε ένοχος, έχει παρέλθει διάστημα πλέον των οκτώ (80 ετών αναιρεί την απόφαση και ως προς τον αναιρεσείοντα αυτό και παύει οριστικά την ποινική δίωξη για την πλημ/κή πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που κατηγορείται.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 631/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Αλικαρνασσού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 6837/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Χ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο ισχυρισμός για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων και η προβλεπόμενη από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', ήτοι: α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά ζωή. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του εκπροσωπηθέντος κατηγορουμένου, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ και, σχετικά με το προαναφερόμενο ελαφρυντικό, ζήτησε κατά λέξη τα παρακάτω: "Αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρ. 84 παρ.2 εδ.α ΠΚ: "ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου δεν αρκεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο ή ότι δεν έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για σοβαρή αξιόποινη πράξη. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 παρ 1 στοιχ. α' ΠΚ για να συντρέξει η ελαφρυντική αυτή περίπτωση πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του, δηλαδή πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ειδικότερα, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύουν τη συνδρομή στο πρόσωπό μου της ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ: Έχω λευκό ποινικό μητρώο. Τελείωσα το λύκειο στη Λεόντειο Σχολή. Ακολούθως δε φοίτησα σε Τ.Ε.Ι. με την ειδικότητα της Διοίκησης Επιχειρήσεων. Μετά την αποφοίτησή μου από το Τ.Ε.Ι., δούλεψα ως ιδιωτικός υπάλληλος έως και την προφυλάκιση μου την 3.1.2006. Παντρεύτηκα με την Ά.-Μ. Μ. και απέκτησα μία κόρη, την Τ. Α., ηλικίας σήμερα 18 ετών.".
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι "δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση ελαφρυντικού του άρθρου 84 ΠΚ", παρά το ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και επιπλέον, να διαλάβει την, από τα άρθρα 23§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε δεν είναι σαφής και ορισμένος και μάλιστα, με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν, διότι δεν αρκεί η επίκληση του χαρακτηρισμού, με τον οποίο αυτός είναι γνωστός στη νομική ορολογία. Ούτε επίσης η λευκότητα του ποινικού μητρώου του αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού. Το γεγονός ότι τελείωση το λύκειο και ακολούθως, φοίτησε σε Τ.Ε.Ι., καθώς και ότι εργάσθηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος και το ότι ήλθε σε γάμο και από αυτόν απέκτησε τέκνο ανάγεται στις κοινωνικές υποχρεώσεις του. Αντίθετα τα γεγονότα αυτά έπρεπε να τον οδηγήσουν αποτρεπτικά στην πράξη, που είχε τελέσει. Επομένως, τα αντιθέτως στηριζόμενα με το μοναδικό από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως, για ελλιπή εκ της μη αναφοράς περιστατικών της απορρίψεως του άνω ισχυρισμού του, αιτιολογία, είναι αβάσιμα και η κρινόμενη αίτηση πρέπει στο σύνολό της να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7942/19.10.2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα) αίτηση του Τ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 6.837/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Μοναδικός λόγος της αιτήσεως για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α΄ ΠΚ. Λόγος αιτήσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: για να έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, που είναι αυτοτελής, πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν. Δεν αρκεί η επίκληση του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι αυτός γνωστός στη νομική ορολογία, ούτε ότι υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο, καθώς ότι περάτωσε το λύκειο, ότι εργάστηκε και τέλεσε γάμο καθώς και ότι απέκτησε τέκνα, αφού αυτά ανάγονται στις κοινωνικές υποχρεώσεις του. Έλλειψη τέτοιων περιστατικών, καθιστούν αόριστο τον ισχυρισμό αυτό. Παράπονα και έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 629/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Τσαβδαρίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3298/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος εξέθετε σ' αυτήν ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος, αδελφός του, ζήτησε από αυτόν και ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) του κατέβαλε ως δάνειο το ποσό των 10.000.000 δραχμών την 16-4-1996 και το ποσό των 5.500.000 δραχμών την 20-1-1997, αποδοτέα την 20-7-1997, ισχυριζόμενος δε περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων δεν "επέστρεψε" σ' αυτόν τα ποσά των δανείων κατά τη λήξη τους ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει τα εν λόγω ποσά και συνολικά το ποσό των 15.500.000 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα που ο αναιρεσείων "εισέπραξε" τα ανωτέρω ποσά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Παρότι αναφέρεται στην αγωγή (και) ότι ο εναγόμενος με την παροχή σ' αυτόν των ως άνω δανείων έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος, είναι προφανές, ενόψει των προαναφερθέντων, ότι η ένδικη αγωγή ως ιστορική της βάση έχει την κατά τα άρθρα 806 επ. του ΑΚ σύμβαση δανείου, την οποία σαφώς επικαλείται ο αναιρεσίβλητος-ενάγων και στην οποία στηρίζει το δικαίωμά του. Επομένως το Εφετείο, που, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως καταρτισθείσα τη σύμβαση, των ως άνω δανείων (και τη στηριζόμενη σ' αυτήν αγωγή του αναιρεσιβλήτου), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή λήψεως υπόψη ουσιωδών πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους πρώτον και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως των ένδικων δανείων που είχε προβάλει ο αναιρεσείων, δεχόμενο ότι ο τελευταίος δεν είχε αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερθέντα ποσά που είχε λάβει ως δάνειο από αυτόν. Η απόδειξη του πραγματικού γεγονότος της απόδοσης των ληφθέντων λόγω δανείου χρημάτων (εξόφληση) αποτελεί προϋπόθεση της έννομης συνέπειας του πραγματικού του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποβέννυται με καταβολή, χωρίς την οποία (απόδειξη) και δεν επέρχεται η έννομη αυτή συνέπεια (απόσβεση της ενοχής). Επομένως η κατά τα ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε η απόδοση, με καταβολή, των ένδικων δανείων στηρίζει πλήρως το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης για την απόρριψη της ένστασης εξοφλήσεως του εναγομένου- αναιρεσείοντος και η απόφαση διαλαμβάνει σχετικώς πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 (όχι και 1) του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, αλλά και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί την ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσείοντος παραβίασε του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τους πέμπτον και έκτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ένδικο (συνολικό) δάνειο ήταν ληξιπρόθεσμο χωρίς να αναφέρει την ορισθείσα, μετά την αναφερόμενη στην απόφαση μικρή παράταση του χρόνου της εξόφλησής του, νέα ημερομηνία λήξεως και αποδόσεώς του και χωρίς να δέχεται την ύπαρξη καταγγελίας του δανείου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφ' ενός μεν δεν περιέλαβε (το Εφετείο) καθόλου αιτιολογίες ως προς την υπερημερία του αναιρεσείοντος περί την απόδοση του δανείου (άρθρ. 340 του ΑΚ), το οποίο δέχθηκε ως ληξιπρόθεσμο, αφ' ετέρου δε παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 807 του ΑΚ που ορίζει ότι για την απόδοση του δανείου αορίστου χρόνου απαιτείται καταγγελία (εδ. α'). Και οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού η επίδοση της αγωγής για απόδοση του δανείου αποτελεί καταγγελία του δανείου, η οποία (καταγγελία) δεν υπόκειται σε τύπο, από την επίδοση δε αυτή, ως καταγγελία, το δάνειο γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως ρητώς δέχθηκε και εν προκειμένω το Εφετείο. Τέλος, ενόψει της τελευταίας αυτής παραδοχής του Εφετείου, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων κατέστη υπερήμερος ως προς την απόδοση του δανείου από τον χρόνο επιδόσεως της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς οι έβδομος και όγδοος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο χάριν καταβολής την αναφερόμενη ισόποση μεταχρονοληγημένη τραπεζική επιταγή με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 20-7-1997, η οποία και συμφωνήθηκε ως χρόνος αποδόσεως του (συνολικού) δανείου, χωρίς ο αναιρεσίβλητος - ενάγων να έχει προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς περί δόσεως της επιταγής χάριν καταβολής και χρόνου αποδόσεως του δανείου. Και τούτο, ότι δηλαδή οι τελευταίοι ως άνω λόγοι είναι αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του στην κατά τα ανωτέρω παραδοχή του περί λήξεως του δανείου από (με) την επίδοση της αγωγής (καταγγελία), που είναι μεταγενέστερη του προαναφερθέντος χρόνου της επιταγής, όχι δε στις ρηθείσες παραδοχές που επικαλείται ο αναιρεσείων με τους έβδομο και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 175, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2010 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 764/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δάνειο. Καταγγελία με την επίδοση αγωγής επιδόσεως. Η απόδοση του δανείου ως λόγος αποσβέσεως της σχετικής ενοχής. Αναίρεση. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ. [Επικυρώνει την Εφ.Πειρ. 764/2009]
| null | null | 0
|
Αριθμός 631/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Διακογιάνη, Κωνσταντίνο Καλαβρό, Ηλία Χαλιακόπουλο και Εμμανουήλ Κωνσταντίνο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Κ. Ζ., το γένος Κ. M., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Φίλιππο Φυλακτόγλου, Φανή Καραγιάννη και Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, όπου εξέδωσε την 2120/2010 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. του Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι η διαιτητική συμφωνία, που διέπεται από τις διατάξεις αυτές, είναι διαφορετική από την συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης που συναντάται πολλές φορές στις συναλλαγές, αλλά δεν ρυθμίζεται από το νόμο, αναφέρεται όμως στην διάταξη του άρθρου 678 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αναθέτουν σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να εξακριβώσουν, βάσει των ειδικών γνώσεων που διαθέτουν, ορισμένα αμφισβητούμενα περιστατικά, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή τέχνης, οι αποφάσεις τους όμως δεν επιλύουν την ιδιωτικού δικαίου διαφορά που ανέκυψε ή πρόκειται να ανακύψει, όπως συμβαίνει στην διαιτητική συμφωνία, αλλά απλώς αίρονται οι διαφωνίες των συμβαλλομένων για ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά. Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη διαφέρει από την διαιτητική συμφωνία κατά το ότι, στην τελευταία, συμφωνείται η επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάρχει ή πρόκειται να ανακύψει και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος και επομένως ο διαιτητής πραγματοποιεί κρίση όμοια με την κρίση του δικαστηρίου, υποβάλλοντας τα πραγματικά γεγονότα στον κανόνα του δικαίου, ενώ ο διαιτητής πραγματογνώμονας προσδιορίζει απλώς ορισμένο πραγματικό περιστατικό. Αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό της έννοιας "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη" είναι ο όρος περί δεσμευτικότητας, δηλαδή υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τα μέρη και το δικαστήριο. Ο όρος περί δεσμευτικότητας δεν είναι αναγκαίο να είναι οπωσδήποτε και ρητός. Απαιτούνται όμως εκφράσεις που αναμφισβήτητα καταδηλούν βούληση των μερών να αποκλείσουν από την εξουσία του δικαστηρίου ή των διαιτητών το ανατεθέν εις τρίτον ζήτημα. Δεν είναι, επομένως, διαιτητική πραγματογνωμοσύνη η συμφωνία, δια της οποίας ανατίθεται σε τρίτα πρόσωπα η εξακρίβωση ορισμένου στοιχείου της έννομης σχέσεως, για να χωρήσουν περαιτέρω τα μέρη, με βάση την εξακρίβωση αυτή σε συμβιβαστική επίλυση του ζητήματός τους. Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση: Ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένα το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 37/2008 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 24-3-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για παροχή λογοδοσίας επί της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του Δ. Μ., καθώς και επί της από 6-10-2004 παρεμπίπτουσας αγωγής για καταβολή του πιθανολογούμενου ελλείμματος, τις οποίες και δέχθηκε ως βάσιμες και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να παράσχει λογοδοσία, στην περίπτωση δε που παραλείψει να το πράξει ( τον υποχρέωσε ) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως πιθανολογούμενο έλλειμμα, το ποσό των 2.418.664 δολλάρια Η.Π.Α., καθώς και 398.400 ευρώ. Ότι αποτέλεσμα της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου της διαιτητικής αποφάσεως ήταν να απορρίψει το Εφετείο ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 26-9-2008 αγωγής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής αποφάσεως, επειδή οι παραδοχές της ότι είναι επιτρεπτός ο γενόμενος μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ. Μ., συμβατικός καθορισμός του προσώπου του κληρονόμου και της έκτασης του κληρονομικού δικαιώματος εκάστου των διαδίκων, κατ' αποκλεισμό της μητέρας των, αντιβαίνει στις διατάξεις δημοσίας τάξεως των άρθρων 1710 του Α.Κ. και 34 παρ.2 εδ. β'αριθ. ββ του Ν. 2735/1999. Με την υπ' αριθ. 37/2008 διαιτητική απόφαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε τ' ακόλουθα : "Οι διάδικοι και η μητέρα τους είναι, κατ' ισομοιρίαν έκαστος, κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του, κατά την 8.4.1995, αποβιώσαντος αδελφού των και τέκνου της, αντίστοιχα, Δ. Μ. και ότι με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους η τελευταία "συμφωνεί στην έκτοτε, δηλαδή από την 8.4.1995 μεταβίβαση της κυριότητας και νομής των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας που (τυχόν) ανήκουν σε αυτήν εξ αδιαιρέτου στα δύο παιδιά της. Ότι " από της συμφωνίας αυτής και συνεπεία ταύτης οι διάδικοι απέκτησαν, εκ του μεριδίου της μητρός των κατά το 1/6 αδιαιρέτως έκαστος, την νομή των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, ως μεταβιβασθέντος κατ' ισομοιρίαν εις τούτους υπό της μέχρι τότε νομέως μητρός των, του μεριδίου της (ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου), η οποία απέκτησε αυτό συνεπεία της ιδιότητός της ως κληρονόμου του τέκνου της, των δε κινητών πραγμάτων της (της μητρός των) απέκτησαν και την κυριότητα (άρθρο 1034 Α.Κ.) κατά το εις αυτή περιελθόν αδιαίρετονποσοστόν. Έτσι έκαστος των διαδίκων απέκτησε κατά το ήμισυ αδιαιρέτως την νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων, ήτοι κατά το 1/3 ως κληρονόμος του νομέως αδελφού των και κατά το 1/6 ως ειδικός διάδοχος της νομέως μητρός των, ούσης και εκείνης κληρονόμου του υιού της, των δε κινητών πραγμάτων της απέκτησαν και την κυριότητα (άρθρο 1034 ΑΚ) κατά το εις αυτή περιελθόν αδιαίρετο ποσοστό. Η ιδιότης της εναγούσης ως νομέως κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου των στοιχείων της κληρονομίας του αδελφού της (κινητών και ακινήτων), των κινητών δε και ως κυρίας κατά το ήμισυ, νομιμοποιεί αυτή ενεργητικώς σε άσκηση της ενδίκου αγωγής. Νομιμοποίηση ενεργητική της εναγούσης συντρέχει για την άσκηση της αγωγής και για την λογοδοσία του εναγομένου από τη διαχείριση των πλοίων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εταιριών, ως κυρίας και νομέως κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου των μετοχικών των εταιριών αυτών τίτλων, και δικαιούχος κατά το ήμισυ των εκ των τίτλων αυτών δικαιωμάτων και των οποίων εταιρειών εξ ολοκλήρου μέτοχος, κατά την αγωγή, ήτοι ο αποβιώσας. Η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της κρινομένης αγωγής και για τον προ της 30.3.1999 (ημερομηνία υπογραφής του άνω συμφωνητικού) χρόνο αναδρομικώς μέχρι της 8.4.1995 (ημερομηνία θανάτου του κληρονομουμένου αδελφού των διαδίκων) ως ειδική διάδοχος της μητρός της, η οποία, με την δήλωσή της στο συμφωνητικό ότι συμφωνεί στον επιμερισμό μεταξύ των δυο παιδιών της κατ' ίσα μέρη του μεριδίου της, επιπλέον δε συμφωνεί στην από 8-4-1995 μεταβίβαση της κυριότητας και νομής των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, που ανήκουν σ' αυτή εξ αδιαιρέτου, μεταβιβάζει στην ενάγoυσα και τα εκ της μεταβιβαζομένης κυριότητος και νομής κτηθέντα δικαιώματα, εις τα οποία περιλαμβάνεται και η αξίωση προς λογοδοσία επί της διαχειρίσεως της υπό την νομή της περιουσίας, από 8.4.1995 έως 30.3.1999. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, ως νομιμοποιούντα ενεργητικώς την ενάγουσα, στρεφομένη, με την κρινομένη αγωγή, κατά του εναγομένου, περιέχονται στην αγωγή, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και ολόκληρο το κείμενο των τριών από 30.3.1999, 12.10.1999 και 13.3.2002 συμφωνητικών, τα οποία είναι συνημμένα (συραμμένα) εις αυτή και προβάλλονται ως αποτελούντα ενιαίο μετ' αυτής σύνολο. Δια του δευτέρου μάλιστα τούτων (της 12.10.1999), της μερικής διανομής, προβάλλεται με την αγωγή ότι η διανομή των πλοίων μεταξύ των διαδίκων εγένετο δι' ανταλλαγής των μετοχών εκάστης πλοιοκτητρίας εταιρίας, στην οποία ανήκει το κάθε πλοίο από τα διανεμόμενα, μεταξύ των διαδίκων, ώστε και οι δύο να αποκτούν έκαστος αντιστοίχως το σύνολον των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρίας, προβαλλομένου έτσι συνάμα ότι οι διάδικοι κατέστησαν, κατά τα εκτεθέντα, με τις, ως άνω, καθολική και ειδική διαδοχή, συγκύριοι και συννομείς κατά το ήμισυ των μετοχών τούτων και συνδικαιούχοι, κατ' ίσον ποσοστόν, των εξ αυτών δικαιωμάτων". Ακόμη έγιναν δεκτά με αυτήν και τα ακόλουθα : α) "Συνεπεία της με ιδιωτικό έγγραφο καταρτισθείσης ανωτέρω συμφωνίας των εις αυτό συμβαλλομένων οι διάδικοι απέκτησαν, κατά συγκυριότητα και συννομή, τα κινητά του μεριδίου της μητρός των επί της κληρονομίας του Δ. Μ. και κατά συννομή τα ακίνητα και κατέστησαν έτσι συγκύριοι, κατά το ήμισυ έκαστος, των κινητών της κληρονομίας και συννομείς, κατά το ίδιο ποσοστό, αυτών, δια τους εκτεθέντες εις προηγουμένη σκέψη της παρούσης λόγους (κληρονομική διαδοχή και εν ζωή υπό της μητρός της εις αυτούς μεταβίβασή των). Τα ακίνητα και τα πλοία του Ομίλου ανήκον κατά κυριότητα στις ανώνυμες εταιρίες του Ομίλου, οι μετοχές των οποίων και τα εξ αυτών δικαιώματα περιήλθαν, για τους αυτούς λόγους, κατ' ισομοιρίαν εις τους διαδίκους, οι οποίοι ήσαν από του θανάτου του αδελφού τους συγκύριοι και συννομείς των εν λόγω μετοχών, κατά το ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου έκαστος, από την κατάρτιση δε του ανωτέρω συμφωνητικού, δια και από της εν αυτώ μεταβιβάσεως εις τούτους υπό της μητρός των του εξ ενός τρίτου (1/3) ποσοστού της (εκ του κληρονομικού μεριδίου της) συγκυριότητος και συννομής των μετοχών αυτών, κατέστησαν συγκύριοι και συννομείς, κατά το ήμισυ αδιαιρέτως έκαστος των διαδίκων, των μετοχών όλων των ανωνύμων εταιριών του Ομίλου και κατά το αυτό ποσοστό συνδικαιούχοι των μετοχικών στις εταιρίες αυτές δικαιωμάτων". (σελ. 57 της διαιτητικής αποφάσεως). β) " από του κατά την 8.4.1995 θανάτου του Δ. Μ. μέχρι της 30.3.1999, ότε υπεγράφη το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο μεν εναγόμενος ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της κοινής κληρονομίας, η ενάγουσα δε και η μητέρα των δεν αντιτάχθηκαν στην ανάληψη της διαχειρίσεως αυτής από τον εναγόμενο, αλλά αντιθέτως την αποδέχθησαν, γεγονός που σημαίνει ότι σιωπηρώς καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω σύμβαση περί της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο, ακολούθως εγγράφως; με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, προβλέφθηκε η υπό του εναγομένου εξακολούθηση της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Τούτων δοθέντων, η υποχρέωση προς λογοδοσία δεν είχε ανάγκη ειδικής, για τη γένεσή της, συμφωνίας περί λογοδοσίας, αφού απορρέει από την διάταξη του άρθρου 303 του Α.Κ., εφ' όσον συνεφωνήθη η διαχείριση ξένης περιουσίας και γ) " Ο εναγόμενος από του θανάτου του αδελφού του Δ. Μ., ως έχει ήδη λεχθεί, αναλαβών την διοίκηση και διαχείριση των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της κοινής κληρονομίας μέχρι μεν της 30-3-1999 με την σιωπηρή συναίνεση και αποδοχή της εναγούσης και της μητρός των, από της 30-3-1999 δε με την ρητώς εις το υπό την αυτή ημερομηνία συμφωνητικό των κληρονόμων του Δ. Μ. δηλωθείσα βούληση της εναγούσης και της μητρός της, διοίκησε και διαχειρίσθηκε την εν λόγω περιουσία και η διαχείρισή του αυτή συνεπήγετο εισπράξεις και δαπάνες". Από το ως άνω περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Μ. ήταν κατά νόμο οι διάδικοι και η μητέρα τους, κατά ποσοστό 1/3 έκαστος και ότι με την συμφωνία της 30.3.1999 η μητέρα των διαδίκων συμφώνησε να τους μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα, τη νομή όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας, καθώς επίσης και την κυριότητα των κινητών περιουσιακών στοιχείων, την οποία είχε αποκτήσει κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτοδικαίως με τον θάνατο του τέκνου της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Έτσι, οι διάδικοι, έχοντας ήδη από τον θάνατο του αδελφού τους αποκτήσει, κατά το 1/3 έκαστος τη νομή όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας του αδελφού τους (και την κυριότητα των κινητών κατά το 1/3) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, απέκτησαν, δυνάμει ειδικής διαδοχής από τη μητέρα τους, επιπλέον και το 1/6 της νομής των περιουσιακών στοιχείων (και της κυριότητας των κινητών) σε ποσοστό 1/2 ( 1/3+1/6) έκαστος. Αντίθετα, από το ως άνω περιεχόμενό της διαιτητικής απόφασης δεν προκύπτει ότι υιοθετήθηκε από αυτήν η εκδοχή ότι " ... από τον χρόνο θανάτου κιόλας του κληρονομουμένου η μητέρα των διαδίκων ουδέποτε κατέστη εξ αδιαθέτου κληρονόμος εις τρόπον ώστε να μην απέκτησε ουδέποτε οποιοδήποτε μερίδιο στην κληρονομιαία περιουσία, με αποτέλεσμα αυτή να ανήκει κατ ισομοιρία 1/2 στους διαδίκους, αδέλφια του κληρονομουμένου", ούτε ότι έγινε δεκτό με αυτήν ότι "... με το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι καθόρισαν την έκταση των κληρονομικών μεριδίων εξ' υπαρχής (ενώ ήταν από 1/3 έκαστος σε 1/2 τελικά) ...", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον επανειλημμένα αναφέρεται στην απόφαση ότι και η μητέρα των διαδίκων ήταν κληρονόμος του Δ. Μ.. Ούτε βέβαια δέχθηκε η διαιτητική απόφαση επάλληλη νομική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία με την από 30.3.1999 συμφωνία η μητέρα των διαδίκων δέχθηκε "να επιμερίζει ισομερώς και ex tunc, δηλαδή αναδρομικά, το (τυχόν) κληρονομικό της δικαίωμα μέσω του (τυχόν) κληρονομικού της μεριδίου στην κληρονομιαία περιουσία και συμφωνεί στην έκτοτε, δηλαδή αναδρομικά από την ημέρα της επαγωγής (8.4.1995), μεταβίβαση της κληρονομικής ιδιότητας αυτής προς τα τέκνα της. Αντίθετα σ' αυτήν γίνεται ρητή και σαφής αναφορά περί "ειδικής διαδοχής" στη νομή των περιουσιακών στοιχείων (κινητών και ακινήτων) και στην κυριότητα των κινητών, τις οποίες (νομή και κυριότητα) απέκτησε η μητέρα των διαδίκων αυτοδικαίως κατά την επαγωγή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού των διαδίκων και τέκνου της, σε ποσοστό 1/3, ποσοστό νομής και κυριότητας, το οποίο και μεταβίβασε με ειδική διαδοχή δυνάμει της από 30/3/1999 συμφωνίας, κατ' ισομοιρία στους διαδίκους, δηλαδή από 1/6 σε έκαστο των διαδίκων. Επομένως, με τις ως άνω παραδοχές το διαιτητικό δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις δημοσίας τάξεως των άρθρων 1710 του Α.Κ. και 34 παρ.2 εδ. β' αρ. ββ του Ν. 2735/1999, αφού δεν δέχθηκε συμβατικό καθορισμό των κληρονόμων του Δ. Μ. και της εκτάσεως του κληρονομικού δικαιώματος των διαδίκων κατά τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στον νόμο. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο από το άρθρο 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγο της αγωγής του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και ο εξεταζόμενος πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, μέσω της συμπληρωματικής ερμηνείας, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2102/2009, 1183/2007). Στοιχεία δηλωτικά της έμμεσης παραδοχής ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας αποτελούν και η διατύπωση συλλογισμών και επιχειρημάτων που προσήκουν σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και στους οποίους δεν χρειαζόταν να προσφύγει το δικαστήριο αν είχε δεχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι δηλώσεις βουλήσεως ήταν ρητές και αναμφίβολες (Α.Π. 1424/2006, Α.Π. 1258/2004). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997 και 28/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αποτελούσε και λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ότι ο διαχειριστικός έλεγχος που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και αφορούσε την περιελθούσα σε αυτούς περιουσία του αδελφού τους Δ. Μ., αποτελούσε διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, ταυτιζόμενη με τη λογοδοσία της διαχείρισης του αναιρεσείοντος και αποκλείουσα ως εκ τούτου τη δικαιοδοσία των διαιτητών να διατάξουν λογοδοσία : "Με το πρώτο άρθρο του προεκτεθέντος από 30-3-1999, καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους, ιδιωτικού συμφωνητικού τα συμβαλλόμενα μέρη συναποδέχθηκαν, εκτός άλλων, και τα εξής: Ολόκληρη η κατά τον χρόνο του θανάτου του Δ. Μ. (8-4-1995) υφιστάμενη περιουσία του Ομίλου των επιχειρήσεών του, εξ οιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων και αν αποτελείται, πλην εκείνων ως προς τα οποία είχε χωρήσει η κατά νόμον κληρονομική διαδοχή και εδηλώθηκαν νομίμως, συνιστά ενιαίο σύνολο που αποτελείται από: 1) ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες και συναφείς κινητές αξίες, οι οποίες εταιρίες είτε έχουν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ή θαλαμηγούς ή αεροπλάνα, είτε διαχειρίζονται ναυτιλιακές επιχειρήσεις, 2) λογαριασμούς τραπεζικών καταθέσεων οι οποίοι είτε ανήκουν σε εταιρίες, είτε ήταν ατομικοί του θανόντος Δ. Μ. καθώς και 3) ό,τι άλλο ήθελε καταγραφεί κατά αναφερόμενα στο, ως άνω, συμφωνητικό, ως στοιχείο αυτής (κληρονομιαίας περιουσίας). Με βάση τα ήδη ως άνω (στο άρθρο 1) συμφωνηθέντα οι διάδικοι, συμφωνούσης και της μητέρας τους συναποδέχθηκαν (άρθρο 2) και τα εξής: α) Ότι, με επιμέλεια του εναγομένου, θα συνταχθεί εντός 6 εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού (30-3-1999) κατάλογος όλων των αντικειμένων της κληρονομιαίας περιουσίας, ώστε η ενάγουσα να γνωρίζει επακριβώς αυτήν (κληρονομιαία περιουσία), την οργάνωση και τη λειτουργία του Ομίλου και να της παραδοθούν κλειδιά για ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση και παρουσία της στα Γραφεία του Ομίλου, β) Ότι η ενάγουσα θα επιλέξει μία από τις διεθνούς κύρους (κατονομαζόμενες) ελεγκτικές εταιρίες, η οποία θα προβεί σε πλήρη διαχειριστικό έλεγχο της κληρονομιαίας περιουσίας, με χρόνο ενάρξεως του ελέγχου επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του θανάτου του Δ. Μ. μέχρι και τις 31-3-1999 με λεπτομερή καταγραφή και έλεγχο κάθε αντικειμένου, αλλά και του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και της, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, διαχειρίσεως αυτής από τον εναγόμενο, με βάση τις αρχές και πρακτικές της ναυτιλιακής λογιστικής, περιλαμβανομένων στον έλεγχο αυτόν, άνευ περιορισμού, όλων των εταιριών του Ομίλου και των λογαριασμών τους, που είτε έχουν, είτε είχαν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα, είτε είναι δικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και των προσωπικών λογαριασμών του Δ. Μ., των τυχόν κοινών λογαριασμών επ' ονόματι Δ. Μ. και του εναγομένου, που έχουν ανοιχθεί από 1-4-1995, και όλων ανεξαιρέτως των λοιπών στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας. Ότι ο έλεγχος θα αρχίσει το αργότερο 15 εργάσιμες ημέρες από την υπογραφή του συμφωνητικού και θα ολοκληρωθεί εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεώς του, γ) Ότι μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο ανωτέρω έλεγχος επί της κληρονομιαίας περιουσίας, ο εναγόμενος θα συνεχίζει να διοικεί και διαχειρίζεται αυτήν ( κληρονομιαία περιουσία ) με πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι δικαιούχος των στοιχείων της είναι τόσο ο ίδιος, όσο και η ενάγουσα, κατά 50% έκαστος, και με την υποχρέωση της στενής συνεργασίας και πλήρους ενημερώσεως της ενάγουσας για τα εκάστοτε αποφασιζόμενα σε σχέση με τα θέματα της από αυτόν ασκούμενης διοικήσεως και διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και των υποθέσεων αυτής, δ) Ότι μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής και του ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας, εξ οιωνδήποτε στοιχείων και αν αποτελείται αυτή, δηλαδή πλοίων, κινητών αξιών, ακινήτων, μετρητών, απαιτήσεων έναντι τρίτων, καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, είτε εταιρικούς, είτε προσωπικούς του θανόντος Δ. Μ., είτε κοινούς των Δ. και Β. Μ. (αποβιώσαντος και εναγομένου και ήδη ενάγοντος, αντίστοιχα), που έχουν ανοιχθεί από την 1.4.1995 καθώς και μετά την περαίωση του ελέγχου της διαχειρίσεως της περιουσίας από τον πρώτο συμβαλλόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1995 έως και 31.3.1999 από την ορισθησόμενη ελεγκτική εταιρία, ο πρώτος συμβαλλόμενος Β. Μ. (εναγόμενος και ήδη ενάγων) θα εισπράξει το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α. ως αναγνώριση της προσφοράς του στον Όμιλο, ενώ, εάν διαπιστωθούν, κατά την κρίση της ορισθησομένης ελεγκτικής εταιρίας αδικαιολόγητα ελλείμματα ή υπερβολικές δαπάνες σε βάρος των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το προαναφερθέν διάστημα από 1.4.1995 μέχρι 31.3.1999 θα συνυπολογισθούν καθ' όλο το ύψος τους ως μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας και θα αποδίδεται από τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα στην ενάγουσα και ήδη εναγομένη το ελλείπον, κατά το προσήκον μέρος. Κατά το ίδιο συμφωνητικό της 30.3.1999 συμφωνήθηκε με το άρθρο 5 ότι: α) Τα ποσά σε μετρητά, που ήδη υπάρχουν ή και θα προκύψουν από την πώληση ή εκποίηση ή ρευστοποίηση στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, θα χρησιμοποιηθούν κατά προτεραιότητα για να εξοφληθούν ή ρυθμισθούν τα τραπεζικά δάνεια και οι προς τρίτους υποχρεώσεις του Ομίλου ή των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, β) Από το χρηματικό ποσό των μετρητών, που θα απομείνει, και προ της διανομής του, θα κρατηθεί ένα ποσό σε δεσμευμένο (escrow) κοινό λογαριασμό των διαδίκων για την αντιμετώπιση τυχόν απαιτήσεων τρίτων Φυσικών ή νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων και των Φορολογικών υποχρεώσεων. Το ύψος του εν λόγω ποσού θα καθορισθεί με βάση τις εκτιμήσεις της, κατά τα προεκτεθέντα, ορισθησομένης ελεγκτικής εταιρίας. Ακολούθως με το άρθρο 6 του ως άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι όλες οι δαπάνες του, κατά τα προεκτεθέντα, διενεργηθησομένου ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας του Ομίλου και της από τον εναγόμενο διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το διάστημα από 1.4.1995 μέχρι και της υπογραφής του συμφωνητικού (30.3.1999) θα καταλογισθούν και θα πληρωθούν από την κληρονομιαία περιουσία. Κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι, καθόσον αφορά στην ελεγκτική εταιρία, συμφώνησαν ότι: 1) Η επιλογή της θα γίνει από την ενάγουσα από τις μνημονευόμενες πέντε διεθνούς κύρους ελεγκτικές εταιρίες. 2) Η ελεγκτική εταιρία θα προβεί σε πλήρη διαχειριστικό έλεγχο της κληρονομιαίας περιουσίας από 1.4.1995 μέχρι και τις 31.3.1999 με λεπτομερή καταγραφή, έλεγχο κάθε αντικειμένου αλλά και του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και της κατά τον ίδιο χρόνο διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο με βάση τις αρχές και πρακτικές της ναυτιλιακής λογιστικής, και στον έλεγχο αυτόν θα συμπεριληφθούν άνευ περιορισμού όλες οι εταιρίες του Ομίλου, είτε έχουν είτε είχαν στην κυριότητά τους πλοία ή ακίνητα είτε είναι δικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών καθώς και οι προσωπικοί λογαριασμοί του Δ. Μ. καθώς και οι κοινοί λογαριασμοί στο όνομα του Δ. Μ. και του εναγομένου, που είχαν ανοιχθεί από 1.4.1995 και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας. 3) Μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής και του ελέγχου της κληρονομιαίας περιουσίας, εξ οιωνδήποτε στοιχείων και αν αυτή αποτελείται, καθώς και μετά την περαίωση του ελέγχου της διαχειρίσεως της κληρονομιαίας περιουσίας από τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.1995 ως και 31.3.1999 από την, ως άνω, ελεγκτική εταιρία εάν διαπιστωθούν, κατά την κρίση της εν λόγω ελεγκτικής εταιρίας, αδικαιολόγητα ελλείμματα ή υπερβολικές δαπάνες σε βάρος των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά το αναφερθέν διάστημα, θα συνυπολογισθούν καθ' όλο το ύψος τους ως μέρος της (κληρονομιαίας περιουσίας) και θα αποδίδεται από τον εναγόμενο στην ενάγουσα το ελλείπον, κατά το προσήκον μέτρο. Από τον τελευταίο αυτόν όρο του συμφωνητικού της 30.3.1999 προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι η ελεγκτική εταιρία δεν θα καταγράψει μόνο τα διαπιστούμενα με τον έλεγχο στοιχεία της διαχειρίσεως αλλά και θα εκφέρει και κρίση, εάν διαπιστώσει ελλείμματα, περί του δεδικαιολογημένου ή αδικαιολογήτου αυτών, καθώς και εάν οι διαπιστούμενες δαπάνες είναι υπερβολικές, προκειμένου οι διάδικοι να συνυπολογίσουν τα ποσά τους στην κληρονομιαία περιουσία με τις περαιτέρω συμφωνημένες συνέπειες. Ομοίως η εκτίμηση της ιδίας ελεγκτικής εταιρίας περί του ύψους του ποσού, του δεσμευμένου χάριν ειδικού σκοπού (escrow) του άρθρου 50 β του, ως άνω, συμφωνητικού, αποτελεί, κατά την συμφωνία των διαδίκων, βάση του από αυτούς καθορισμού του ύψους του ποσού αυτού. Η ενάγουσα σε εκτέλεση των, ως άνω, συμφωνιών επέλεξε την εταιρία MOORE STEPHENS, η τελευταία δε αποδέχθηκε την σχετική εντολή με τις απευθυνόμενες προς τους διαδίκους από 4.5.1999 και 7.5.1999 επιστολές της, με τις οποίες καθορίστηκαν το εύρος και η έκταση του διαχειριστικού ελέγχου. που περιελάμβανε: 1) την αποτύπωση ενός ισολογισμού ανοίγματος με την χρησιμοποίηση των οικονομικών καταστάσεων της 31.12.1994 για τον προσδιορισμό του ενεργητικού και παθητικού κατά την ημερομηνία αυτή (31.12.1994). β) την διεξαγωγή ελέγχου των εγγράφων, παραστατικών, τιμολογίων, εισπράξεων ναύλων ή άλλων εισπράξεων και πληρωμών οιασδήποτε φύσεως από τα κεφάλαια του Ομίλου για τα λειτουργικά και τρέχοντα έξοδα των πλοίων, τις εισπράξεως και αποπληρωμής δανείων, τόκων επί των δανείων και γενικώς όλων των συναλλαγών της διαχειρίσεως από 1.1.1995 έως τις 31.12.1998 και μετά έως τις 31.12.1999, ή έως την ημερομηνία που τελικά θα συμφωνηθεί. Κατά τις 12.10.1999 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό μερικής διανομής, με το οποίο έγινε διανομή μεταξύ τους των πλοίων του Ομίλου, με ανταλλαγή των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιριών, ώστε έκαστος να αποκτήσει με ανταλλαγή αντιστοίχως το σύνολο των μετοχών της πλοιοκτήτριας εταιρίας, στην οποία ανήκει το κάθε πλοίο και επί πλέον συμφωνήθηκε να συνεχίσει ο εναγόμενος την διαχείριση των περιελθόντων, συνεπεία της διανομής αυτής, πλοίων στην ενάγουσα, χάριν της ομαλής αλλαγής της διαχειρίσεώς τους, δια της αναλήψεώς της από την ενάγουσα, μέχρι τις 31.12.1999 ή και ενωρίτερα. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα ορίσει εγγράφως ένα αντιπρόσωπό της, ο οποίος από την ημέρα της διανομής θα παρακολουθεί κάθε δραστηριότητα των πλοίων της, δηλαδή ναυλώσεις, εφόδια, πληρώματα, τεχνικά ζητήματα, λογιστικά κλπ. Ο αντιπρόσωπος αυτός θα μπορεί να ενημερώνεται και για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που αφορά περιουσιακά στοιχεία, στα οποία συμμετέχει ιδιοκτησιακά η ενάγουσα και δεν έχουν διανεμηθεί ακόμη. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκαν η διανομή χρημάτων κατατεθειμένων στους λογαριασμούς ταμιευτηρίου, καθώς και ορισμένες άλλες ρυθμίσεις, αφορώσες στην διανομή της κοινής περιουσίας. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι ορκωτοί λογιστές Moore Stephens θα συνεχίσουν τον έλεγχό τους εφ' όλης της ύλης, δηλαδή όλων των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου και για την περίοδο του έτους 1999 μέχρις της ημερομηνίας εγκαταστάσεως του αντιπροσώπου της ενάγουσας (παρ. Δ 1 αυτού), καθώς και ότι "το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου" (παρ. Δ 3 του εν λόγω συμφωνητικού). Στις 13.3. 2002 οι διάδικοι και η μητέρα τους υπέγραψαν στο Λονδίνο και τρίτο συμφωνητικό. με το οποίο προέβησαν στην διανομή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας που δεν είχαν μέχρι τότε διανεμηθεί μεταξύ τους και προς τούτο, αφού συμφώνησαν στις αξίες αυτών, μεταβίβασαν ο ένας στον άλλο τις μετοχές που είχαν στην κυριότητά τους και που αφορούσαν τις ιδιοκτήτριες εταιρίες των περιουσιακών αυτών στοιχείων, ούτως ώστε έκαστος των διαδίκων να αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα και αντιστοίχως τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων αυτών ή και να εισπράξει τα προς εξίσωση των μερίδων τους προσήκοντα χρηματικά ποσά. Περαιτέρω προέβησαν στον διορισμό ως θεματοφύλακα του Χ. Σ. και εκείνος αποδέχθηκε τον διορισμό του και συνυπέγραψε την σύμβαση, προκειμένου, υπό την ιδιότητά του αυτή, να ενεργεί για λογαριασμό των διαδίκων ή ανάλογα με την περίπτωση για τον καθένα χωριστά όσον αφορά τις μεταβιβάσεις αυτές των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα πάντοτε με την σύμβαση αυτή και την απευθυνθείσα προς αυτόν Επιστολή Οδηγιών. Με την ίδια σύμβαση του Λονδίνου τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνώρισαν και επικύρωσαν την ισχύ: α) της Συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους στις 30.3.1999 και β) της από 12.10.1999 Συμβάσεως μερικής διανομής σε σχέση με όλους τους όρους που συμπεριλαμβάνονται σ' αυτές και τις υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν από αυτούς και τα δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν στα μέρη και όρισαν ότι θα καλούνται στην σύμβασή τους αυτή (του Λονδίνου) και οι δύο μαζί ως "Ισχύουσες Συμβάσεις". Στο άρθρο 15.1.Οί) της συμβάσεως αυτής τα μέρη όρισαν ότι "... μετά την καταβολή στο Λογαριασμό του Θεματοφύλακα των οφειλομένων στον ΒΜ (εναγόμενο και ήδη ενάγοντα) ή στην ΕΜΖ (ενάγουσα και ήδη εναγομένη) χρηματικών ποσών, σύμφωνα με το συμφωνητικό των ΗΠΑ και ή τους οικονομικούς ελέγχους των MOORE STEPHENS στις εταιρίες Transoil, Ttansman και σε συνδεδεμένες εταιρίες δια των οποίων παρατίθεται (με τελεσίδικο [final] και αδιαμφισβήτητο [conclusive] τρόπο όσον αφορά τον οικονομικό έλεγχο των MOORE STEPHENS, όπως συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων στο παρόν μερών", ενώ στο άρθρο 21.1 αυτής ορίστηκε ότι "Αυτή η Σύμβαση είναι συμπληρωματική των Ισχυουσών Συμβάσεων και καθορίζει ειδικά τα θέματα που διευθετούνται με την παρούσα. Οι ισχύουσες Συμβάσεις εφαρμόζονται σε κάθε θέμα που δεν διευθετείται με την παρούσα και οι διατάξεις τους που δεν τροποποιούνται ρητά με την παρούσα διατηρούνται σε πλήρη ισχύ και παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφαρμόζονται δε σαν να ήταν ενσωματωμένες σε αυτήν την Σύμβαση" και στο άρθρο 21.2 ορίστηκε ότι "Τα μέρη με την παρούσα επιβεβαιώνουν και επικυρώνουν την δεσμευτική ισχύ των ισχυουσών συμβάσεων αναφορικά με τα θέματα που συμφωνούνται εκεί". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο των καταρτισθέντων μεταξύ των διαδίκων, ως άνω, ιδιωτικών συμφωνητικών προκύπτει ότι η εκ μέρους αυτών (των διαδίκων) ανάθεση στην, ως άνω, ελεγκτική εταιρία του έργου του διαχειριστικού ελέγχου της γενομένης από τον ενάγοντα διαχειρίσεως δεν αποτελεί διεξαγωγή από την εταιρία αυτή διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, για τον λόγο ότι ελλείπει ο όρος της δεσμευτικότητας, δηλαδή της υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τους διαδίκους και το δικαστήριο. Τούτο δε γιατί σε κανένα από τα παραπάνω υπογραφέντα μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικά συμφωνητικά δεν αναφέρεται οποιαδήποτε έκφραση από την οποία να προκύπτει αναμφισβητήτως η βούλησή τους να αποκλείσουν από την εξουσία του δικαστηρίου ή των διαιτητών το ανατεθέν στην, ως άνω, ελεγκτική εταιρία ζήτημα. Ειδικότερα, στο από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν ότι θα ανατεθεί η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου σε ελεγκτική εταιρία δεν διαλαμβάνεται καμία τέτοια έκφραση, που να υποδηλώνει ότι η βούλησή τους ήταν να είναι το πόρισμα του διαχειριστικού ελέγχου απρόσβλητο από αυτούς και δεσμευτικό για τους διαιτητές. Αντίθετα ρητώς ορίστηκε με ποιόν τρόπο θα επιλύονται τυχόν διαφωνίες των διαδίκων και συγκεκριμένα με διαιτησία (άρθρο 16 του συμφωνητικού). Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι οι διάδικοι εγνώριζαν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να προκύψουν μεταξύ τους σχετικές έριδες και αμφισβητήσεις και φρόντισαν να καθορίσουν τον τρόπο επιλύσεώς τους (με διαιτησία), πράγμα που ασφαλώς δεν θα χρειαζόταν να πράξουν στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλ. αποδέχονταν a priori το αποτέλεσμα του ελέγχου, όποιο και αν ήταν αυτό και όπως και αν είχε συνταχθεί. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται ότι "... το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου". Και τούτο γιατί ο όρος αυτός δεν έχει την έννοια ότι το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα συνιστούσε δεσμευτική για τους διαδίκους και για το Διαιτητικό Δικαστήριο διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, που θα στερούσε από την ενάγουσα το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικώς την παροχή λογοδοσίας, πληρούσας τους όρους του άρθρου 303 του Α.Κ., όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων. Αντίθετα έχει την έννοια ότι με την γενόμενη με το συμφωνητικό αυτό μερική διανομή και τις μέλλουσες να ακολουθήσουν διανομές περιουσιακών στοιχείων δεν επέρχεται τελικός διακανονισμός των εκατέρωθεν απαιτήσεων, γιατί αναμένεται το πόρισμα του διαχειριστικού ελέγχου και όχι ότι το πόρισμα αυτό, όποιο και αν είναι και όπως και αν έχει συνταχθεί δεν θα μπορεί να αμφισβητηθεί από τα μέρη. Η έκφραση του από 12/10/1999 συμφωνητικού ότι το πόρισμα των MOORE STEPHENS θα αποτελέσει "βάση" "διακανονισμό" των εκατέρωθεν απαιτήσεων από τα ίδια τα μέρη υποδηλώνει ακριβώς ότι το πόρισμα αυτό δεν θα υιοθετηθεί ως έχει δεσμευτικά από τα μέρη (και το δικαστήριο), αλλά ότι τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα αυτό, θα έχουν την ευχέρεια να ρυθμίσουν, να "διακανονίσουν" τις σχέσεις τους, είτε δεχόμενα τα στοιχεία του πορίσματος των MOORE STEPHENS είτε αμφισβητώντας τα εν όλω ή εν μέρει, εάν δε δεν επιτύχουν τον διακανονισμό αυτό, θα καταφύγουν, σύμφωνα με τον όρο 16 του από 30/3/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε διαιτησία, προβάλλοντας ο καθένας τα επιχειρήματά του, ώστε ο "διακανονισμός" των εκατέρωθεν απαιτήσεων να χωρήσει από τους διαιτητές, οι οποίοι προφανώς δεν δεσμεύονται από το "πόρισμα" της ελεγκτικής εταιρίας, από το οποίο δεν δεσμεύονται ούτε τα μέρη. Πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση που τα μέρη αναθέτουν σε τρίτα πρόσωπα την εξακρίβωση ορισμένου στοιχείου της έννομης σχέσεως, ώστε, λαμβάνοντας υπόψη την εξακρίβωση αυτή, να ρυθμίσουν στη συνέχεια τα ίδια, όπως κρίνουν και επιθυμούν, το μεταξύ τους ζήτημα, περίπτωση η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Οι αντίθετοι, επομένως, ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη ενάγοντος κρίνονται κατ ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι, αναιρούμενοι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως και ο έτερος ισχυρισμός του ότι η δεσμευτικότητα του πορίσματος της παραπάνω αναφερόμενης ελεγκτικής εταιρίας είναι αυτονόητη, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν τουλάχιστον παράλογο ι (οι διάδικοι) να μπουν σε μια χρονοβόρα διαδικασία που κράτησε περισσότερο από τρία (3) έτη και ενώ κόστισε το "ασύλληπτο ποσό των 500.000 ευρώ περίπου" "δεν θα επέφερε αποτέλεσμα", για τον λόγο ότι ο παραπάνω έλεγχος απέδωσε σημαντικά, αφού μέσω του ελέγχου αυτού η ενάγουσα και ήδη εναγομένη έλαβε γνώση πολλών στοιχείων σχετικά με την κοινή περιουσία, χρήσιμων για τις επόμενες διανομές, χωρίς βέβαια η χρήση τους να σημαίνει και αναμφισβήτητη αποδοχή τους. Αν πραγματικά οι διάδικοι ήθελαν το πόρισμα των MOORE STEPHENS να είναι απρόσβλητο από αυτούς και δεσμευτικό για τους διαιτητές θα έπρεπε να κάνουν ειδική, σαφή και αναμφισβήτητη σχετική μνεία στα παραπάνω αναφερόμενα συμφωνητικά. Τέτοια μνεία όμως δεν γίνεται ούτε στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε σε κανένα άλλο. Αντίθετα στο από 12.10.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ρητώς προβλέφθηκε η διατήρηση σε ισχύ του από 30.3.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, το oπoίο, όπως προαναφέρθηκε, προέβλεπε τον τρόπο επιλύσεως με διαιτησία τυχόν μεταξύ τους μελλοντικών διαφωνιών. Τα ίδια ισχύουν και καθ' όσον αφορά στον προαναφερθέντα όρo 15.1.(ϊϊ) του από 13.3.2002 συμφωνητικού, στο οποίο ορίστηκε ρητώς, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι διατηρούνται σε ισχύ τα προηγούμενα συμφωνητικά, που προέβλεπαν τον τρόπο επιλύσεως των μεταξύ των διαδίκων διαφωνιών. Η ένταξη του σχετικού όρου στο άρθρο που αφορά στον θεματοφύλακα, αποκαλύπτει ακριβώς και τον λόγο υπάρξεως και την έννοια του όρου αυτού. Ειδικότερα, ακριβώς επειδή οι διάδικοι είχαν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν το όποιο πόρισμα των MOORE STEPHENS, γι' αυτό ορίστηκε' ότι, ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα, συμφωνείται το πόρισμα αυτό να είναι "τελεσίδικο" και "αδιαμφισβήτητο", συμφωνήθηκε δηλαδή ότι ο θεματοφύλακας με βάση το πόρισμα αυτό θα διένειμε και θα κατέβαλε το υπόλοιπο της περιουσίας στον καθένα από αυτούς με τον τρόπο που όριζε το συμφωνητικό. Αν ο όρος αυτός δεν είχε συμπεριληφθεί στο συγκεκριμένο άρθρο του συμφωνητικού, ο θεματοφύλακας δεν θα μπορούσε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του, γιατί θα διέτρεχε τον κίνδυνο κάποιος από τους συμβαλλομένους, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν το πόρισμα των MOORE STEPHENS, να στραφεί, αμφισβητώντας το πόρισμα, εναντίον του θεματοφύλακα, με την κατηγορία ότι κακώς διένειμε την περιουσία βασιζόμενος στο εν λόγω αμφισβητούμενο πόρισμα. Αυτή η δυνατότητα να στραφούν οι συμβαλλόμενοι κατά του θεματοφύλακα, γιατί διένειμε την περιουσία βάσει του πορίσματος των MOORE STEPHENS, αποκλείστηκε με τον όρο 15.1.(ίi) του από 13.3.2002 συμφωνητικού και όχι η δυνατότητα να αμφισβητήσουν ένα πόρισμα, που ακόμη δεν εγνώριζαν ποιο θα είναι.
Συνεπώς, η πραγματική έννοια του, ως άνω, όρου [15.1.(ίi) του από 13/3/2002 συμφωνητικού] είναι ότι το πόρισμα των MOORE STEPHENS θα είναι, κατά την συμφωνία των μερών, τελικό και οριστικό ως προς τον θεματοφύλακα, ο οποίος όχι μόνον δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτό και να αποδώσει σε έκαστο των συμβαλλομένων το οφειλόμενο σε αυτόν, με βάση το πόρισμα αυτό, υπόλοιπο. Ο διαχειριστικός έλεγχος που συμφωνήθηκε να διενεργήσει η MOORE STEPHENS, μολονότι δεν αποτελούσε λογοδοσία της τυπικής μορφή; του άρθρου 303 του Α.Κ., ούτε είχε συμφωνηθεί ως εξώδικη λογοδοσία του εναγομένου και ήδη ενάγοντος, είχε στοιχεία εξώδικης λογοδοσίας και για να απαλλάξει τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα από την υποχρέωσή του να δώσει δικαστική λογοδοσία, έχρηζε εγκρίσεως εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εναγομένης. Η ελεγκτική εταιρία με τον διαχειριστικό της έλεγχο ανακοίνωσε στην ενάγουσα τον λογαριασμό του εναγομένου, πλην όμως, λόγω των ελλείψεών του (ελήφθη υπόψη ως ισολογισμός ανοίγματος του ελέγχου ο ισολογισμός (ενοποιημένος) της 31.2.1994, αλλά όμως αυτός παρέμεινε ανέλεγκτος, ήτοι έγινε δεκτός από την ελεγκτική εταιρία όπως δόθηκε σ' αυτήν από τον εναγόμενο, χωρίς να μπορεί αυτή να τον ελέγξει, αφού ούτε το από 30.3.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε η σύμβαση των διαδίκων με αυτήν (ελεγκτική εταιρία) επέτρεπε τούτο σ' αυτήν, ενώ περαιτέρω οι ελεγκτές δεν απάντησαν στα συγκεκριμένα ερωτήματα που επανειλημμένα έθεσε σ' αυτούς η ενάγουσα και επίσης δεν επισύναψαν τα σχετικά δικαιολογητικά] δεν καθιστά εφικτό τον έλεγχο της αιτίας, της σκοπιμότητας και του υπερβολικού ή μη της δαπάνης και συνεπώς η ενάγουσα δεν μπορεί να αποκομίσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για την διαχείριση της κοινής περιουσίας από τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα και να σχηματίσει άποψη για το αποτέλεσμα της διαχειρίσεως αυτής, ασκώντας τα δικαιώματά της προς αμφισβήτηση των επί μέρους κονδυλίων του λογαριασμού ή και την έγκρισή τους, με περαιτέρω συνέπεια το κατάλοιπο του λογαριασμού να παραμείνει γι' αυτήν αμφίβολο και άνευ δικαστικού ελέγχου και δικαστικής επιβεβαιώσεως, Εξαιτίας των, ως άνω, ελλείψεων της γνωμοδοτήσεως της MOORE STEPHENS δεν ενεκρίθη αυτή από την ενάγουσα και ήδη εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην δεσμεύει ούτε αυτήν, ούτε τους διαιτητές, ούτε να αποστερεί από αυτήν το δικαίωμα να ζητήσει δικαστική λογοδοσία εκ μόνου του λόγου ότι διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος, αλλά και να μην απαλλάσσει τον εναγόμενο και ήδη ενάγοντα από την υποχρέωσή του να παράσχει δικαστική λογοδοσία, πληρούσα τους όρους του νόμου. Το Διαιτητικό, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους συναφείς ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη ενάγοντος δεν έσφαλε, αλλά αντίθετα προέβη σε σύννομη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και των, ως άνω, ιδιωτικών συμφωνητικών και, συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, με τον οποίο επαναφέρονται οι ισχυρισμοί αυτοί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".
Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, εμμέσως, πλην σαφώς, ότι υπάρχει αμφιβολία αν οι δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων, που περιέχονται στα από 30-3-1999, 12-10-1999 και 13-3-2002 συναφή και αλληλοσυμπληρούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία γίνεται αναφορά για τη διενέργεια ελέγχου από την ελεγκτική εταιρία Moore Stepfens, της διαχείρισης του ενάγοντος επί της κοινής των διαδίκων περιουσίας, έχουν την έννοια ότι το πόρισμα των πραγματογνωμόνων για τη διαχείριση του αναιρεσείοντος θα είναι δεσμευτικό για τους διαδίκους και τους διαιτητές ή έχουν την έννοια ότι το πόρισμα θα ελαμβάνετο απλώς υπόψη υπό των διαδίκων προκειμένου να προβούν σε τελικό διακανονισμό της διαφοράς των, δυνάμενα να τον εγκρίνουν ή να τον αμφισβητήσουν. Η παραδοχή δε της ύπαρξης αμφιβολίας προκύπτει από την έννοια που προσέδωσε το Εφετείο στους κρίσιμους όρους, ιδίως του δεύτερου και τρίτου συμφωνητικού και τη διατύπωση συλλογισμών και επιχειρημάτων που προσήκουν σε ερμηνεία και στους οποίους δεν θα χρειαζόταν να προσφύγει αν είχε δεχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο ότι οι σχετικές δηλώσεις ήσαν ρητές και αναμφίβολες. Για την άρση της εν λόγω αμφιβολίας και τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων το Εφετείο, αν και δεν το αναφέρει ρητά, σαφώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και ερμήνευσε τους κρίσιμους όρους των συμβάσεων, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την ιδιαιτερότητα της σύμβασης, τις συνθήκες κατάρτισής της, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τα συμφέροντα των διαδίκων και κυρίως της εναγόμενης, η οποία δεν είχε αναμειχθεί στη διαχείριση και είναι εκείνη που με την προσφυγή της στο δικαστήριο για το διορισμό διαχειριστή προκάλεσε τη συμφωνία για διαχειριστικό έλεγχο, αλλά και σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο κάθε σύμβασης. Ειδικότερα, το Εφετείο, ερμηνεύοντας: α) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο αρχικό από 30-3-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ο άνω διαχειριστικός έλεγχος, ότι κάθε διαφωνία τους θα επιλύεται με διαιτησία, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό της έκτασής της, όρος που επικυρώθηκε και με τα από 12-10-1999 και 13-3-2002 μεταγενέστερα ιδιωτικά συμφωνητικά, β) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο από 12-10-1999 συμφωνητικό, σύμφωνα με την οποία " το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει την βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του Ομίλου " και γ) τη δήλωση των διαδίκων που περιλαμβάνεται στο από 13-2-2002 συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε η διανομή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και ορίσθηκε θεματοφύλακας, ότι "ως προς τα περιουσιακά αυτά στοιχεία το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης θα είναι " τελεσίδικο" και " αδιαμφισβήτητο", διαπίστωσε ότι η δήλωση των διαδίκων στο δεύτερο συμφωνητικό ότι "το τελικό πόρισμα των Moore Stephens θα αποτελέσει τη βάση για τον τελικό διακανονισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των συμβαλλομένων κατά την τελική διανομή του προϊόντος πωλήσεως της υπόλοιπης περιουσίας του ομίλου" έχει κατά την αληθή βούλησή των την έννοια ότι το πόρισμα αυτό δεν θα είναι δεσμευτικό για τα μέρη ( και το δικαστήριο ), αλλά ότι τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη το πόρισμα αυτό, θα έχουν την ευχέρεια να ρυθμίσουν, να διακανονίσουν τις σχέσεις τους, είτε δεχόμενα τα στοιχεία του πορίσματος είτε αμφισβητώντας αυτά εν όλω ή εν μέρει, εάν δε δεν επιτύχουν τον διακανονισμό θα καταφύγουν σε διαιτησία, σύμφωνα με τον όρο 16 του από 30-3-1999 συμφωνητικού. Επίσης διαπίστωσε ότι η δήλωση των διαδίκων στο τελευταίο συμφωνητικό ότι το πόρισμα της Moore Stepfens θα είναι τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο έχει κατά την αληθινή βούλησή των την έννοια ότι το πόρισμα θα είναι τελεσίδικο και αδιαμφισβήτητο μόνο ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα. Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε διαιτησία για όλες τις διαφορές από τη διαχείριση του ενάγοντος και όχι διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Με βάση τις σαφείς και επαρκείς ως άνω παραδοχές, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ερμηνευτικών κανόνων, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να διατάξει λογοδοσία, διότι είχε συμφωνηθεί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Επομένως, ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, αν και εμμέσως διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων ως προς την δεσμευτικότητα ή μη της πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η άνω παραδοχή του Εφετείου περί μη δεσμευτικότητας της πραγματογνωμοσύνης δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ως προς τις μερικότερες διανομές του θεματοφύλακα η πραγματογνωμοσύνη είναι δεσμευτική, διότι το Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ως προς τη συγκεκριμένη διανομή συμφωνήθηκε ειδικά ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης θα είναι δεσμευτικό μόνο ως προς τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα και δεν έχει την έννοια της δεσμευτικότητας του περιεχομένου του έναντι των μερών. Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, το ως άνω πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν αντίκειται, με βάση τις ως άνω παραδοχές αυτού στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και ο δεύτερος κατά το τρίτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση του Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2120/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαιτησία. Διαφορά από διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Ερμηνεία δικαιοπραξίας (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). Έμμεση διαπίστωση αμφιβολίας ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των διαδίκων. Τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. δεν είναι ανάγκη αναφέρονται ρητά στην απόφαση, αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά 2120/2010 αποφάσεως Εφετείου Αθηνών.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 628/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1. Α. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 2. Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαγιαννάκη, περί αναιρέσεως της 10966/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1253/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Απαιτείται να διαλαμβάνεται στην απόφαση η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων και δεν είναι αναγκαία η αναφορά περί του τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ώστε η παράλειψή της να καθιστά την απόφαση ελλιπή κατά την αιτιολογία της. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά η αυτοψία η οποία διατάσσεται κατά τα άρθρα 180 επ. και 183 επ. ΚΠΔ με τη συνδρομή των εις τις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26.8.2003 στο Βαθύ Ευβοίας, στις εγκαταστάσεις της εταιρείας "Νεοχημική Λ.Β Λ. ΑΒΕΕ" οι κατηγορούμενοι, αν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν τη βλάβη της υγείας άλλων, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την παρακάτω πράξη τους. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος ως τεχνικός ασφαλείας και διευθυντής της ως άνω εταιρίας επέτρεψε την αποθήκευση, στο σύνολο σχεδόν του υπαίθριου χώρου του εργοστασίου της εν λόγω εταιρείας, χημικών υλών μεταξύ των οποίων και νιτρικό οξύ, χωρίς ωστόσο να λάβει ειδικά μέτρα ασφαλείας κατά τη μεταφορά του νιτρικού οξέος εντός του εργοστασίου, όπως να προβεί σε ενδελεχή έλεγχο ταινιών ασφαλείας των πλαστικών δοχείων που περιείχαν την εν λόγω ουσία, ο δε δεύτερος, χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ), πραγματοποιώντας τη μεταφορά πλαστικών δοχείων που περιείχαν νιτρικό οξύ, στον ως άνω υπαίθριο χώρο, δεν ήλεγξε την σταθερότητα των ταινιών ασφαλείας αυτών, ούτε επέδειξε ιδιαίτερη προσοχή κατά την ανύψωσή τους με το εν λόγω μηχάνημα, ώστε να αποφευχθεί η πτώση κάποιου δοχείου από την μεταφερόμενη παλέτα, το άνοιγμά του και η πρόκληση διαρροής του περιεχομένου του. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν, κατά τη στιγμή της μεταφοράς των περιεχόντων νιτρικό οξύ δοχείων από τον δεύτερο κατηγορούμενο, να προκληθεί διαρροή της ουσίας αυτής από την πτώση δοχείου, 30-34 κιλών, στο έδαφος και από την αντίδραση που δημιουργήθηκε να διαφύγουν ατμοί στην ατμόσφαιρα υπό μορφή σύννεφου που έφθασε μέχρι την ΕΟ Αυλίδος-Χαλκίδος, με συνέπεια να προκληθούν συμπτώματα χημικής δυσανεξίας και δηλητηριάσεως στους κινούμενους με διάφορα οχήματα (μοτοσυκλέτα και ΕΙΧ) επί της εν λόγω ΕΟ, που εισέπνευσαν τους ατμούς, παθόντες Γ. Σ., Θ. Λ., Κ. Δ., Ά. Ε., Δ. Ε. και Α. Τ., οι οποίοι μεταφέρθηκαν και νοσηλεύτηκαν στο ΓΝΝ Χαλκίδας με αναπνευστικά προβλήματα, τάση προς έμετο, τσούξιμο στα μάτια και κάψιμο στους πνεύμονες, συμπτώματα που αντιμετωπίσθηκαν με χορήγηση οξυγόνου και λοιπή φαρμακευτική αγωγή, στον δε ανήλικο Α. Τ., διήρκεσαν επί 15ημερο, διάστημα κατά το οποίο, έπρεπε να υποβάλλεται σε εισπνοές με την φαρμακευτική ουσία που του χορηγήθηκε. Ενόψει των συμπτωμάτων αλλά και της ως άνω δηλητηριώδους ουσίας που εισέπνευσαν οι παθόντες, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για σωματική βλάβη από αμέλεια και από υπόχρεο κατά συρροή, όπως κατηγορούνται, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί μετατροπής της κατηγορίας σε εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, ως αβάσιμων". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες και επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά μηνών στον καθένα, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το προδιαληφθέν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της, που δεν είναι επανάληψη, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, του διατακτικού της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, πλείονα εκείνων του διατακτικού, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1 εδ.α' και 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Εξάλλου, τα, από 26.8.2003 και 22.9.2003, έγγραφα της Δ/νσης Βιομηχανικής Ενέργειας Τεχνολογίας και Ορυκτού Πλούτου (ΒΕΤΟΠ) Ν. Ευβοίας, που το καθένα τιτλοφορείται ως "έκθεση αυτοψίας", δεν αποτελούν το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 178 περ.β' ΚΠΔ και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο αιτιολογικό της απόφασης, αφού αυτοψία διενεργεί μόνον ο δικαστής ή ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, όταν ενεργεί προανάκριση (ΚΠΔ 31), πράγμα που δεν προκύπτει ότι συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση. Τα προδιαληφθέντα έγγραφα είναι απλά έγγραφα και όχι, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται εκθέσεις αυτοψίας, και ως τέτοια, ενόψει της μη αμφισβητούμενης ανάγνωσής τους στο ακροατήριο, λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα έγγραφα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ξεχωριστά ο καθένας στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14 Οκτωβρίου 2011, αίτηση των Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., και Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10966/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υπόχρεου κατά συρροή. Ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα και ότι το σκεπτικό είναι επανάληψη του διατακτικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 627/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-εγκαλουμένης Ε. Μ.-Σ. του Β., συζ. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Φώτιο Κρεμμύδα και Ζαχαρία Σαλούστρο, περί αναιρέσεως της 9/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-εγκαλούσα ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του καθώς και στο από 24 Φεβρουαρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1290/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους της αναιρεσείουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 1/31-10-2011 αίτηση αναίρεσης και οι από 24-2-2012 πρόσθετοι λόγοι αυτής, της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου, στρεφόμενη κατά της με αρ. 9/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Πειθαρχικού Δικαστηρίου Συμβολαιογράφων, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα συμβολαιογράφο η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης διάρκειας τριών μηνών, για παράβαση των άρθρων 5, 42, 43 παρ.1 β, δ, 44, 48, 51, 53, 56, 58, 63, 67, 69 και 91 του ν. 2830/2000, περί Κώδικα Συμβολαιογράφων, παραδεκτά ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 63 και του άρθρου 94 του άνω ν. 2830/2000, που η τελευταία ορίζει ότι "οι πειθαρχικές αποφάσεις των εφετείων υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τους όρους και τη διαδικασία των σχετικών διατάξεων του ΚΠΔ, που εφαρμόζονται ανάλογα" και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και άρθρου 5 παρ. 1 και 2 ν.2830/2000 περί Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, ορίζονται ότι "ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και έχει καθήκοντα να συντάσσει και φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά των δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων οσάκις η σύνταξή τους είναι υποχρεωτική κατά νόμο ή οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σ'αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου", ότι "οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη", και ότι "οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του ευσυνειδήτως και αμερολήπτως, ότι κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων οφείλει να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ιδίου ν. 2830/2000, ορίζεται ότι "1. Κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του συμβολαιογράφου, που αντίκειται στις διατάξεις αυτού του Κώδικα ή που είναι ασυμβίβαστη προς το λειτούργημά του, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 2. Οι υποχρεώσεις των συμβολαιογράφων προσδιορίζονται από τις γενικές και ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην άσκηση του λειτουργήματός τους, στην οργάνωση και λειτουργία των συμβολαιογραφείων γενικά στην υπηρεσιακή τους κατάσταση. 3. Οι εγκύκλιες οδηγίες ή διαταγές, που δίνονται στους συμβολαιογράφους σύμφωνα με το νόμο, καθώς και αυτές που αφορούν θέματα οργάνωσης, λειτουργίας των συμβολαιογραφείων και υπηρεσιακής κατάστασης των συμβολαιογράφων δημιουργούν υποχρεώσεις γι' αυτούς". Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.1β και δ του ιδίου ν. 2830/2000,ορίζεται ότι "Πειθαρχικά αδικήματα του συμβολαιογράφου είναι: α) ... β) Η παράβαση των κανόνων που επιβάλλονται από το νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές διατάξεις για την άσκηση του λειτουργήματός του και των συναφών σ' αυτό υπηρεσιακών ενεργειών και δ) κάθε υπαίτια συμπεριφορά, ασυμβίβαστη με την ιδιότητά του, η οποία καταφανώς πλήττει το κύρος του ή θίγει το γόητρο του σώματος".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, λειτουργήσαντος ως δευτεροβαθμίου πειθαρχικού για συμβολαιογράφους δικαστηρίου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, με την οποία απόφαση η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος Πειραιώς καταδικάσθηκε, για πειθαρχικό παράπτωμα, σε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης από τα καθήκοντά της τριών μηνών, το δικαστήριο αυτό, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Σ. Μ. του Π. και Β., γεννηθείς το έτος 1902, ήταν δικηγόρος Αθηνών και είχε καταρτίσει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "ALPHA BANK" σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης των τραπεζικών του καταθέσεων, σε εξυπηρέτηση της οποίας τηρείτο ο υπ' αριθμ. ... απλός τραπεζικός λογαριασμός ταμιευτηρίου επ' ονόματί του, ως αποκλειστικού καταθέτη, που εμφάνιζε ως τραπεζικό υπόλοιπο το ποσό των 750.000 ευρώ. Κατά τον μήνα Ιούνιο του 2005 στο Κεντρικό Κατάστημα της ως άνω Τράπεζας επί της οδού Σταδίου εμφανίστηκαν ο Μ. Β. Τ. και ο Ι. Ε. Μ., που, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν πρόσωπα του στενού φιλικού περιβάλλοντος του ως άνω καταθέτη και, κάνοντας χρήση του υπ' αρ. .../24.6.2005 ειδικού πληρεξουσίου της εγκαλούμενης συμβολαιογράφου, ζήτησαν τη μετατροπή του άνω λογαριασμού από ατομικό σε κοινό, ήτοι και στο δικό τους όνομα από κοινού με τον άνω καταθέτη. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω ειδικό πληρεξούσιο, που υπογράφτηκε στις 24/6/2005 στην επί της οδού ... στην Αθήνα κείμενη κατοικία του Σ. Μ., με την παρουσία των μαρτύρων Θ. Ν. και Β. Κ. του Κ., ο εντολέας Μ. Σ. δήλωσε ότι διορίζει και αποκαθιστά ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους τους Μ. Τ. και Ι. Μ., στους οποίους δίνει την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να παρίστανται είτε και οι δύο μαζί είτε χωριστά ο καθένας και να τον αντιπροσωπεύουν ενώπιον της ALPHA BANK και να υπογράφουν αντ' αυτού οποιοδήποτε έγγραφο ή αίτηση απαιτείται, για να γίνουν συνδικαιούχοι στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό (απλό Ταμιευτηρίου), ότι η κατάθεση θα διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 951/1971, δηλαδή ο κάθε ένας από τους δικαιούχους της καταθέσεως θα έχει το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση, συναίνεση ή έγκριση των άλλων συνδικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης αναλήψεως, προθεσμιακής ή με προειδοποίηση καταθέσεως, εφ' όσον η πρόωρη ανάληψη γίνει αποδεκτή από την Τράπεζα και ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες. Με βάση το άνω πληρεξούσιο ο αρμόδιος υπάλληλος της Τράπεζας, Σ. Μ., στις 27.6.2005 προέβη στη μετατροπή του ατομικού λογαριασμού ταμιευτηρίου σε κοινό επ' ονόματι, εκτός του άνω καταθέτη, και των άνω Μ. Τ. και Ι. Μ. και έτσι οι τελευταίοι απέκτησαν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Τράπεζα την απόδοση του κατατεθέντος ποσού. Στις 8.7.2005, ο Γ. Τ., Διευθυντής του Υποκαταστήματος της Τράπεζας επί της οδού Σταδίου, θορυβηθείς από το ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε μεγάλο υπόλοιπο, περίπου 750.000 ευρώ, ο καταθέτης ήταν υπέργηρος (103 ετών) κατά το χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου και οι ως άνω νέοι συνδικαιούχοι του λογαριασμού δεν ήταν συγγενείς του, μετέβη μαζί με τον υπάλληλο Σ. Μ. στην ευρισκόμενη επί της οδού ... στην Αθήνα κατοικία του καταθέτη Σ. Μ., όπου ο τελευταίος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε δώσει οποιοδήποτε πληρεξούσιο και, δίδοντας την εντύπωση πως είχε διαύγεια πνεύματος, δήλωσε στον Γ. Τ. ότι δεν έχει κάνει κανένα πληρεξούσιο προς κανένα αλλά αν χρειαζόταν να το κάνει θα τους ενημέρωνε. Ενόψει της παραπάνω δήλωσης του δικαιούχου της κατάθεσης, η Τράπεζα, προς διαφύλαξη των συμφερόντων της, προέβη από τις αρχές Ιουλίου του 2005 στη δέσμευση του κοινού λογαριασμού, την οποία, αν και πληροφορήθηκαν από τις πρώτες ημέρες οι συνδικαιούχοι Μ. Τ. και Ι. Μ., δεν την προσέβαλαν άμεσα. Εν των μεταξύ, λόγω της ταχείας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του (αδυναμία ανέγερσης από το κρεβάτι και κατάπτωσης), ο άνω Μ. Σ.., που από το μήνα Μάιο του 2005 είχε περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας βάδισης, μεταφέρθηκε στις 18.7.2005 στο Γενικό Νοσοκομείο Θείας Πρόνοιας "Η Παμμακάριστος" προς νοσηλεία, όπου και παρέμεινε έως τις 27.7.2005, εμφανίζοντας αφυδάτωση, κολπική μαρμαρυγή, διαπιστώθηκε δε σημαντική βαρηκοΐα (βλ. ιατρικό σημείωμα του ως άνω νοσοκομείου σε συνδυασμό με την μ' αριθμό πρωτ. 6605/24.7.2005 ιατρική σημείωση). Στις 27.7.2005 εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο και με τη βοήθεια του Γ. Σ., που εμφανιζόταν ως στενός συγγενής του, και του δικηγόρου Αθηνών Ε. Κ., που εμφανιζόταν ότι ενεργούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των στενών συγγενών τους στην Αμερική, μεταφέρθηκε στον οίκο ευγηρίας "Το Σπίτι της Αγάπης" στη Βάρκιζα. Ο ως άνω Σ., καταδικάστηκε από κοινού με τους Κ. Σ. και Ι. Κ., δυνάμει της 723/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις πράξεις της συμμορίας, κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης σε βάρος του ως άνω Σ. Μ.. Κατά την ημέρα σύλληψης του Κ. Σ. στις 22/8/2005 και με αφορμή τη σχηματισθείσα σε βάρος του ως άνω ποινική δικογραφία, ο Υποδιοικητής του Τμήματος Ασφαλείας Ομονοίας, Ι. Ξ., μετέβη στον οίκο Ευγηρίας το "Σπίτι της Αγάπης", όπου έλαβε με τη σύμπραξη και του Υπαστυνόμου Β' Π. Κ., ως δεύτερου ανακριτικού υπαλλήλου, κατάθεση από τον ως άνω Σ. Μ., στην οποία αυτός καταθέτει ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οιονδήποτε για μεταβίβαση μετοχών ή άλλων περιουσιακών του στοιχείων. Κατόπιν αστυνομικής παραγγελίας προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών για διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να εξακριβωθεί η κατάσταση της υγείας του Σ. Μ., ο διορισθείς με την υπ' αρ. 5429/24.8.2005 πράξη της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας ως ιατρικός πραγματογνώμονας Σ. Μ. συνέταξε τη μ' αριθμό 1631/6.9.2010 ιατροδικαστική έκθεση, κατά την οποία ο εξετασθείς στις 2.9.2005 Σ. Μ. εμφάνιζε ικανού βαθμού σύγχυση και αδυναμία πλήρως επαφής με το περιβάλλον, μερική αδυναμία χωρο-χρονικού προσανατολισμού, κατά δε το συμπέρασμα αυτής έδινε την εικόνα ατόμου μη ικανού προς δικαιοπραξία. Την 3.9.2005 διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καρδιακή αρρυθμία - κολπική μαρμαρυγή και φλεγμονή παρωτίδας δεξιά (βλ. το από 3.9.2005 ιατρικό σημείωμα της Μ. Κ.) και την 4.9.2005 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", όπου διαπιστώθηκε η άμεση ανάγκη χειρουργικής αποκατάστασης λοξής βουβωνοκήλης (βλ. το από 4.9.2005 ιατρικό σημείωμα του Γ. Κ., γενικού χειρουργού). Την 11.9.2005 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ιπποκράτειο", πάσχων από περίσφιξη δεξιά βουβωνοκήλης και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (βλ. ιατρική βεβαίωση του Ανδρέα Ιωάννου). Την 13.9.2005 διακομίσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΙΓΙΝΗΤΕΙΟ), όπου διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή του ότι έπασχε από εκσεσημασμένη έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών στο πλαίσιο χρόνιου οργανικού ψυχοσυνδρόμου (βλ. το από 13.9.2005 ιατρικό σημείωμα του επίκουρου καθηγητή της ψυχιατρικής Α. Π. σε συνδ. με το υπ' αρ. πρωτ. 6569/15.7.2008 έγγραφο του ως άνω Νοσοκομείου). Την 16.9.2005 μεταφέρθηκε στην Κεντρική Κλινική Αθηνών, όπου και απεβίωσε συνεπεία πνευμονικού οιδήματος την 22.9.2005 (βλ. ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του ως άνω Νοσοκομείου) χωρίς να αφήσει διαθήκη και νομίμους κληρονόμους (βλ. το από 14.9.2005 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης Δήμου Αθηναίων σε συνδ. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 84/14.9.2005 πιστοποιητικό Δήμου Άρτας). Μετά το θάνατο του Σ. Μ., με τη μ' αριθμό 41/2006 πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών διορίστηκε (κατ' άρθρο 1865 ΑΚ) ως προσωρινή κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς η δικηγόρος Αθηνών Σ. Σ., προς διαφύλαξη των συμφερόντων του καλούμενου αναγκαστικά στην έκτη τάξη Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αποδέχθηκε τον διορισμό της, ακολούθως δε αυτή, με τη μ' αριθμό 41/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία), διορίστηκε ως οριστική κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς. Η ως άνω κηδεμόνας, πληροφορούμενη το μέγεθος του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της ALPHA BANK με υπόλοιπο 750.477,29 ευρώ, που αρχικώς ήταν ατομικός και κατέστη κοινός δυνάμει του υπ' αριθμού .../24.6.2005 ειδικού πληρεξουσίου της εγκαλούμενης συμβολαιογράφου, υπέβαλε αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της "ALPHA BANK" και των συνδικαιούχων Μ. Τ. και Ι. Μ., αιτούμενη τη δέσμευση του άνω λογαριασμού. Επ' αυτής εκδόθηκε ή υπ' αριθμ. 490/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αίτηση, κατά το σκεπτικό της οποίας "... λαμβανομένης υπόψη της ως άνω ελλείπουσας δικαιοπρακτικής ικανότητας του αποβιώσαντος κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, και κυρίως της ρητής και κατηγορηματικής άρνησης του να επιβεβαιώσει την παραχώρηση της από 24.6.2005 εντολής και πληρεξουσιότητας για τη μετατροπή σε κοινό του τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων του, πιθανολογείται σφόδρα η ελαττωματικότητα του υπ' αριθμ. .../24.6.2005 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. συζ. Χ. Μ., ως προς την εμπεριεχόμενη σ' αυτό δικαιοπρακτική βούληση του καταθέτη Μ. Σ. ...". Επίσης, έχει ασκηθεί η από 14.2.2008 μ' αρ. εκθ. κατ. 34742/1655/2008, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή περί αναγνωρίσεως της απολύτου ακυρότητας του ως άνω πληρεξουσίου, λόγω έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα Σ. Μ. χωρίς όμως να προκύπτει η έκβαση αυτής, από τα στοιχεία της δικογραφίας. Προσέτι, η ως άνω κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς υπέβαλε προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την από 22.6.2007 αναφορά της, στην οποία διαλαμβάνει όλα τα ως άνω, πλέον δε τούτων αναφέρει και την ύπαρξη του υπ' αριθμ. .../20.5.2005 Συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Σταθοπούλου, κατά το περιεχόμενο του οποίου ομοίως ο εντολέας Σ. Μ. δίδει στους ίδιους ως άνω Μ. Β. Τ. και Ι. Μ. την εντολή να παρίστανται ως αντιπρόσωποι του ενώπιον της Ε.Τ.Ε. και όπως υπογράφουν αντ' αυτού οποιοδήποτε έγγραφο ή αίτηση απαιτούνται για να καταστούν συνδικαιούχοι στον υπ' αρ. ... απλό λογαριασμό καταθέσεων του ύψους 780.000 ευρώ περίπου, που ετηρείτο στην Τράπεζα αυτή. Με βάση δε την αναφορά αυτή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρήγγειλε προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης προς διακρίβωση τέλεσης αξιοποίνων πράξεων, μετά το πέρας της οποίας, εκτός άλλων, ασκήθηκε σε βάρος της εγκαλούμενης συμβολαιογράφου ποινική δίωξη για την κακουργηματική πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου από υπαίτιο που σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία στο Δημόσιο υπερβαίνουσα τα 150.000 ευρώ (242 παρ.1 και 3 Π.Κ.), η υπόθεση δε εκκρεμεί ενώπιον του 1ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται, ότι ο εντολέας Σ. Μ. κατά τη σύνταξη του υπ' αρ. .../24.6.2005 ειδικού πληρεξουσίου, ηλικίας τότε 103 ετών, με σημαντική βαρηκοΐα, περιορισμένη όραση, πλήρη αδυναμία βάδισης, έπασχε από έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών στο πλαίσιο χρόνιου οργανικού ψυχοσυνδρόμου και ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία. Η κατά τα άνω ανικανότητά του κατά τον κρίσιμο χρόνο να αντιληφθεί και εννοεί τις αναφερόμενες στο ως άνω πληρεξούσιο δηλώσεις και το αποτέλεσμά τους ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά την επίσκεψη στην κατοικία του υπαλλήλων της Τράπεζας ALPHA BANK, περίπου μία εβδομάδα μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου και σε ερώτηση του Γ. Τ. αν έχει κάνει κάποιο πληρεξούσιο προς τους Μ. και Τ. για να καταστούν δικαιούχοι στο λογαριασμό, του απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά, μολονότι δεν αμφισβητείται το γεγονός, ότι ο ίδιος είχε θέσει την υπογραφή του στο ανωτέρω πληρεξούσιο. Η εγκαλούμενη, συμβολαιογράφος Πειραιά, η οποία κλήθηκε από το γνωστό της Ι. Μ. για να συντάξει το άνω πληρεξούσιο, αφού προέβη στην κατάρτιση αυτού κατ' εντολή του τελευταίου, πλήρως κατά το περιεχόμενό του, εκτός από την επωνυμία της Τράπεζας και τον αριθμό του λογαριασμού, διαλαμβάνοντας μάλιστα και τα ονόματα των μαρτύρων που συνέπραξαν κατ' αυτό, τα οποία δεν της υποδείχθηκαν από τον δικαιοπρακτούντα υπέργηρο Σ. Μ. αλλά από τον Ι. Μ., μετέβη στην, επί της οδού ..., κατοικία του Σ. Μ., όπου υπογράφηκε το πληρεξούσιο, αφού συμπληρώθηκαν τα ελλείποντα στοιχεία, δηλαδή η επωνυμία της Τράπεζας και ο αριθμός του λογαριασμού. Η ως άνω όμως εγκαλούμενη από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά νόμο και μπορούσε να καταβάλει λόγω της ιδιότητάς της ως συμβολαιογράφου, της πολυετούς εμπειρίας της από την άσκηση του επαγγέλματος της (περί τα 27 έτη), των ειδικών περιστάσεων και ειδικότερα της ηλικίας του δικαιοπρακτούντος, σε συνδυασμό με την κατάσταση της υγείας του (κλινήρης, βαρηκοΐα, περιορισμένη όραση), το ότι κατείχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, γεγονός γνωστό σ' αυτήν, το ότι οι προς ους η εντολή Τ. και Μ. δεν ήταν συγγενείς του, σε συνδυασμό και με τον πρόσθετο όρο του πληρεξουσίου πως σε περίπτωση θανάτου του καταθέτη - δικαιούχου η χρηματική κατάθεση του κοινού λογαριασμού θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους, περιστατικά που επέβαλλαν την επίδειξη εκ μέρους της αυξημένης επιμέλειας, παρέλειψε να διαπιστώσει τη νοητική του ανεπάρκεια και ότι ο δικαιοπρακτών εννοούσε τις ως άνω δηλώσεις και γνώριζε τα αποτελέσματα αυτών, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 5 ν. 2830/2000. Αντίθετα, αυτή, επιδεικνύοντας ολιγωρία στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιορίστηκε στην ανάγνωση του ήδη συνταχθέντος πληρεξουσίου προς τον εντολέα, το οποίο ακολούθως παρέδωσε σ' αυτόν, που ήταν κλινήρης και το ανέγνωσε με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού. Άλλωστε και ο χρόνος παραμονής της στην κατοικία του εντολέα, περί τα 30 λεπτά, όπως η ίδια απολογούμενη κατέθεσε, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την ανάγνωση του πληρεξουσίου προς τον πάσχοντα από σημαντική βαρηκοΐα εντολέα, ως και του χρόνου που απαιτείται για την ανάγνωση του από τον ίδιο τον εντολέα που ήταν κλινήρης με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού, ενισχύει την κρίση, ότι πράγματι παρέλειψε να εξηγήσει στον εντολέα τις περιεχόμενες στο πληρεξούσιο δηλώσεις, τα αποτελέσματα αυτών και να διαπιστώσει ότι ο ως άνω τις εννοεί. Η διωκόμενη συμβολαιογράφος, απολογούμενη και με το απολογητικό της υπόμνημα (από 19.9.2011), ισχυρίζεται ότι ο ως άνω Σ. Μ. φαινόταν άνθρωπος με πνευματική διαύγεια και πλήρη συνείδηση των πραττομένων, αφού άλλωστε: α) με αφορμή σύνταξη απ' αυτήν της υπ' αριθμ. .../26.11.2004 συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας του Σ. Μ.υ προς τους ίδιους ως άνω Μ. Τ. και Ι. Μ. για τη διεκπεραίωση υποθέσεών του στο Κτηματολόγιο, η στο ως άνω πληρεξούσιο συμπράξασα μάρτυρας Ε. Μ. Κ. διαπίστωσε και αυτή πνευματική διαύγεια του Σ. Μ., όπως καταθέτει στην από 21.12.2008 ένορκη κατάθεσή της στον Πταισματοδίκη Πειραιά, β) οι υπάλληλοι της Τράπεζας ALPHA BANK, όταν τον επισκέφθηκαν την 8.7.2005, θεώρησαν ότι δίδει εικόνα ανθρώπου με πνευματική διαύγεια, γ) τα ίδια τα αστυνομικά όργανα, θεωρώντας αυτόν πνευματικά διαυγή, έλαβαν την 22.8.2005 ένορκη κατάθεσή του και δ) οι μάρτυρες που συνέπραξαν στη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου ομοίως έκριναν ότι ο Σ. Μ. είναι πνευματικά διαυγής. Με βάση τα ως άνω η εγκαλούμενη συμβολαιογράφος ισχυρίζεται ότι δεν επέδειξε αμέλεια ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, διότι την πνευματική διαύγεια του εντολέα αντιλήφθηκε όχι μόνον αυτή αλλά και πλήθος άλλων προσώπων που συναλλάχθηκαν μαζί του. Ο κατά τα άνω όμως ισχυρισμός της δεν αναιρεί τη νομική της υποχρέωση να διαπιστώσει, ότι ο ως άνω τις περιεχόμενες δηλώσεις τις εννοούσε, υποχρέωση που αυτή παρέλειψε. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας Γ. Τ. και Σ. Μ., αν και διαπίστωσαν φαινομενική πνευματική διαύγεια του Σ. Μ., δεν αρκέστηκαν σ' αυτή και με γνώμονα τα διδάγματα της κοινής πείρας του μέσου συνετού συναλλασσόμενου δέσμευσαν τον τραπεζικό λογαριασμό. Η προπαρατεθείσα αμελής συμπεριφορά της εγκαλούμενης μαρτυρεί ότι αυτή παρέλειψε, την εκπλήρωση βασικών υποχρεώσεών της, έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των συναλλαγών και γενικώς τα έννομα συμφέροντα των πολιτών, είναι δε ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συμβολαιογράφου και πλήττει καταφανώς το κύρος του και το γόητρο του συμβολαιογραφικού σώματος. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω γενόμενων δεκτών, η εγκαλούμενη τέλεσε το αποδιδόμενο σ' αυτήν πειθαρχικό αδίκημα από αμέλεια και πρέπει να κριθεί πειθαρχικώς ελεγκτέα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, συμπληρούμενες από το διατακτικό, το δικάσαν ως άνω δευτεροβάθμιο πειθαρχικό για συμβολαιογράφους δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω πειθαρχικού αδικήματος, το οποίο δέχθηκε ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 του ΠΚ και 5, 42, 43 παρ.1β, δ, 44, 48, 51, 53, 56, 58, 63, 67, 69 και 91 του ν. 2830/2000, περί Κώδικα Συμβολαιογράφων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν σαφώς την αμέλεια αυτής και δη την από έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας που όφειλε κατά τον άνω Κώδικα Συμβολαιογράφων και μπορούσε να καταβάλει λόγω της ιδιότητάς της, της πολυετούς επί 27 έτη εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου, ενόψει και των αναφερομένων ειδικών περιστάσεων και συνθηκών κατάρτισης του εν λόγω .../24-6-2005 ειδικού πληρεξουσίου συμβολαίου και της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας του εντολέα της Σ. Μ., ενός συνταξιούχου δικηγόρου, ανθρώπου ηλικίας 103 ετών, με πλήρη αδυναμία βάδισης, κλινήρη στο σπίτι του, βαρήκοο, με περιορισμένη όραση, πάσχοντα από έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών στο πλαίσιο χρόνιου οργανικού ψυχοσυνδρόμου, να ορίζει δύο μη συγγενείς του συνδικαιούχους και συγκληρονόμους ατομικού του τραπεζικού λογαριασμού ύψους 750.000 ευρώ, (ήδη καταδικασθέντες με την 723/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις, σε βάρος της περιουσίας του άνω πληρεξουσίου τους Σ. Μ., πράξεις της συμμορίας, κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης), περιστάσεις που κατά τις παραδοχές επέβαλαν την επίδειξη εκ μέρους της συμβολαιογράφου αυξημένης επιμέλειας, παρά ταύτα παρέλειψε αυτή, καίτοι όφειλε και μπορούσε, να ελέγξει και να διαπιστώσει, την πράγματι υπάρχουσα νοητική του ανεπάρκεια και ότι ο δικαιοπρακτών εντολέας της δεν εννοούσε τις ως άνω ενώπιόν της γενόμενες δηλώσεις του και δεν γνώριζε τα αποτελέσματα αυτών, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 5 του Κώδικα Συμβολαιογράφων ότι έπρεπε να ελέγξει, με κίνδυνο να απωλέσει ο εντολέας με το χορηγούμενο πληρεξούσιο τις τραπεζικές καταθέσεις του, αντίθετα αυτή, από ολιγωρία, περιορίστηκε στην πρόσληψη δύο μαρτύρων και στην ανάγνωση του συνταχθέντος πληρεξουσίου προς τον εντολέα, ο οποίος και το ανέγνωσε με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού και παρέλειψε τη νομική της υποχρέωση να ελέγξει και να διαπιστώσει το αληθές γεγονός ότι ο άνω υπέργηρος εντολέας πληρεξουσιοδότης, τις άνω σε βάρος της περιουσίας του γενόμενες δηλώσεις του δεν τις εννοούσε και δεν τις κατανοούσε πραγματικά, ενώ η παράλειψη εκπλήρωσης των βασικών αυτών και συγκεκριμένων υποχρεώσεών της ως συμβολαιογράφου, έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των συναλλαγών, είναι δε ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συμβολαιογράφου και πλήττει καταφανώς το κύρος αυτής και το γόητρο του συμβολαιογραφικού σώματος, β) οι παραπάνω και στο αιτιολογικό αναφερόμενες υποχρεώσεις της καταδικασθείσας συμβολαιογράφου προσδιορίζονται από τις γενικές διατάξεις και κανόνες του Κώδικα Συμβολαιογράφων που αναφέρονται στην άσκηση του λειτουργήματος των συμβολαιογράφων και ιδία από το προπαρατεθέν άρθρο 5 του άνω Κώδικα, γ) ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 28 του ΠΚ και των άρθρων 5 και 42, 43 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, περί πειθαρχικού παραπτώματος, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις περιγράφεται ως παραπάνω η υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά της εγκαλούμενης και καταδικασθείσας συμβολαιογράφου, εξ αιτίας της οποίας αμελούς συμπεριφοράς της δεν αντιλήφθηκε ότι ο εντολέας της, που παρείχε με ειδικό πληρεξούσιο συμβόλαιο δικαίωμα σε δύο τρίτους μη συγγενείς του απόκτησης και κληρονόμησης των τραπεζικών του καταθέσεων, δεν εννοούσε το περιεχόμενο των δηλώσεών του αυτών, βεβαιώσασα στο εν λόγω πληρεξούσιο αναληθώς το αντίθετο, συμπεριφορά, που ρητά αναφέρεται στο άνω αιτιολογικό ότι είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά της ως συμβολαιογράφου, ότι με το πληρεξούσιο αυτό μπορούσαν να επέλθουν έννομες συνέπειες σε βάρος της περιουσίας του εντολέα της και έτσι έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των συναλλαγών, θεμελιούμενου ενός (και όχι δύο) πειθαρχικού παραπτώματος, για το οποίο και ορθά η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως ότι επέδειξε κάθε δυνατή επιμέλεια και δεν μπορούσε να διαγνώσει διανοητικό πρόβλημα και ότι δεν τεκμηριώνεται η δικαιοπρακτική ανικανότητα του εντολέα της, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 357 παρ.3,4 του ΚΠΔ, που ορίζουν "ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, έχουν το δικαίωμα να κάνουν απευθείας στο µάρτυρα ή τον πραγµατογνώµονα ή τον τεχνικό σύµβουλο του κατηγορουµένου τις ερωτήσεις που είναι χρήσιµες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Ως προς τα άλλα σηµεία της εξέτασης των µαρτύρων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 210 έως 227. Όταν ένας µάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεσή του που είχε δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση µόνο περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η µνήµη του µάρτυρα ή για να επισηµανθούν αντιφάσεις του", συνάγεται ότι η παραβίαση των άνω διατάξεων του άρθρου 357 ΚΠΔ, δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας, δεν παραβιάζεται υπερασπιστικό δικαίωμα, ούτε περιλαµβάνεται στις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 και 365 παρ.1 του ΚΠΔ, εποµένως δεν επιφέρει απόλυτη, αλλά σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, που καλύπτεται αν δεν εναντιωθεί ο κατηγορούµενος και δεν προταθεί έγκαιρα, ώστε να µη ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 159/2011, 375/2010, 2044/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων είναι και οι στο ακροατήριο αναγνωσθείσες από 20-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Τ. και Σ. Μ., που δόθηκαν στην προδικασία ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Ελένης Ράϊκου, χωρίς να εξετασθούν οι εν λόγω μάρτυρες στο ακροατήριο, χωρίς να ζητηθεί από την εγκαλούμενη αναβολή για να εξετασθούν οι μάρτυρες αυτοί στο ακροατήριο, ώστε να υποστούν τη βάσανο των ερωτήσεων, αλλά και χωρίς καμία αντίρρηση της εγκαλούμενης συμβολαιογράφου ή των δύο παρισταμένων πληρεξουσίων δικηγόρων της στην γενόμενη ανάγνωση των καταθέσεων αυτών. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού η εγκαλούμενη δεν εναντιώθηκε στην παραπάνω ανάγνωση, οιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας καλύφθηκε και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και 171 περ.δ' του ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συναφώς δε, ενόψει του ότι στο άρθρο 75 του άνω Κώδικα Συμβολαιογράφων ορίζεται ότι "1. Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού μέσου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών δεδομένων, από τα οποία μπορεί να εξαρτηθεί η κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου. 2. Αποδεικτικά μέσα κυρίως είναι: α) Οι μάρτυρες. β) Η ομολογία του εγκαλούμενου. γ) Η αυτοψία. δ) Η πραγματογνωμοσύνη. ε) Τα έγγραφα.", συνάγεται ότι η παραπάνω απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην πειθαρχική διαδικασία κατά συμβολαιογράφων, είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. Επομένως η αιτίαση της αναιρεσείουσας, στους προσθέτους λόγους αυτής, ότι οι παραπάνω δύο συνεκτιμηθείσες ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που δόθηκαν στην προδικασία ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, γιατί δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναφερόμενων στο άρθρο 75 του Κώδικα Συμβολαιογράφων αποδεικτικών μέσων και δεν θα' πρεπε να συνεκτιμηθούν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/31-10-2011 αίτηση της Ε. Μ. - Σ. του Β. μετά των από 24-2-2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 9/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (δικάσαντος ως Πειθαρχικού Συμβολαιογράφων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πειθαρχικό Παράπτωμα, παράβαση άρθρου 42 και 43 παρ. 1 β, 1δ Ν. 2830/2000, περί Κώδικα Συμβολαιογράφων. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Α' λόγοι αναίρεσης, κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου, κρίναντος πειθαρχικό παράπτωμα συμβολαιογράφου, ως δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Συμβολαιογράφων.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 626/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, περί αναιρέσεως της 5842/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πολιτικώς ενάγοντα τον M. S. του H., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γιαννακόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1292/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5842/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 29.6.2004, στις ..., ο παθών M. S., ο οποίος εργαζόταν στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξ. Δ και ΣΙΑ ΕΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος, με αντικείμενο την κατασκευή θερμοσιφώνων, εκτελούσε εργασίες διαμόρφωσης μεταλλικών αντικειμένων διαστάσεων 30 Χ 10 εκατοστών, με τελικό προϊόν στηρίγματα θερμοσιφώνων σε πρέσσα.
Ο παθών κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην πρέσσα έβαλε το χέρι του για να απομακρύνει το έτοιμο προϊόν (κομμάτι) προκειμένου να τοποθετήσει άλλο, αυτή έπεσε, αν και το έμβολό της βρισκόταν σε νεκρό σημείο, με αποτέλεσμα να πιάσει τα τέσσερα δάκτυλα του δεξιού του χεριού και να υποστεί ακρωτηριασμό αυτών. υπαίτιος του εν λόγω εργατικού ατυχήματος τυγχάνει ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας όπου εργαζόταν ο παθών και υπόχρεος, ως εκ του επαγγέλματός του ως εργοδότης, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, αυτός, δε, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε την ως άνω σωματική κάκωση στον παθόντα, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που παρήχθη από την ανωτέρω πράξη του. Ο κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του παθόντος, ο οποίος προσλήφθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση, ως εργάτης, με αντικείμενο διάφορες εργασίες, δεν μερίμνησε αυτός για την ασφαλή λειτουργία της μηχανική πρέσσας, που διέθετε η επιχείρησή του και δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τέθηκε στη διάθεση του εργαζομένου στην επιχείρησή του να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, κατά τη χρησιμοποίησή τους.
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος προέβη σε πλημμελή συντήρηση των αυτόματων μηχανισμών, που είναι ενσωματωμένοι στη λειτουργία της πρέσσας, που εργαζόταν ο παθών, η οποία κατά την ανωτέρω ημερομηνία δεν λειτουργούσε κανονικά, ακόμη δε, δεν εφοδίασε την εν λόγω πρέσσα με ειδικό εργαλείο, που να εμποδίζει την πρόσβαση των χεριών των εργαζομένων στο επικίνδυνο σημείο απομάκρυνσης όταν ο παθών έβαλε το χέρι του για να απομακρύνει το έτοιμο προϊόν (κομμάτι), αντί του ειδικού εργαλείου, που θα έπρεπε να έχει ο κατηγορούμενος εργοδότης στη διάθεση του εργαζομένου παθόντος για να τοποθετήσει άλλο, αυτή έπεσε, αν και το έμβολο βρισκόταν σε νεκρό σημείο και προκλήθηκε ο ανωτέρω τραυματισμός του.
Ο παθών δεν διέθετε επαρκή εμπειρία και γνώση, που απαιτείται για τον χειρισμό πρεσσών, λαμβανομένου υπόψη ότι στην επιχείρηση του κατηγορουμένου προσλήφθηκε στις 8/6/2004, ως εργάτης με αντικείμενο διάφορες εργασίες και στην εν λόγω πρέσσα εργαζόταν την δεύτερη ημέρα, όταν έπαθε το ατύχημα, ήτοι δεν είχε φροντίσει ο κατηγορούμενος, ως εργοδότης του να τον εκπαιδεύσει κατάλληλα και επαρκώς στον χειρισμό αυτής, προτού του αναθέσει να απασχολείται σ' αυτή, δεδομένου ότι η χρήση της ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και μάλιστα για ένα άτομο, όπως ο παθών, που γνώριζε ελάχιστα την Ελληνική. Επίσης, ο κατηγορούμενος, ως εργοδότης του δεν είχε διαθέσει στον παθόντα το ειδικό εργαλεία-τσιμπίδα, με το οποίο θα έπιανε και θα τοποθετούσε το υπό διαμόρφωση αντικείμενο καθώς και θα απομάκρυνε το διαμορφωμένο προϊόν, τοποθετώντας ένα καινούργιο, και γι' αυτό ο παθών ήταν υποχρεωμένος να το κάνει με το χέρι, γεγονός εξαιρετικά επικίνδυνο.
Έτσι, ο κατηγορούμενος παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.3 εδ. α' του ΠΔ 17/96, όπου αναφέρεται ότι ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας, τα μηχανολογικά μέσα και τον εξοπλισμό και να μεριμνά για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς, επίσης, τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1, 2, 3 και 7 του ΠΔ 395/1994, όπου αναφέρεται ότι ο εργοδότης πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν στην διάθεσή τους επαρκείς πληροφορίες, σχετικά με τον εξοπλισμό εργασίας, που χρησιμοποιείται κατά την εργασία και να τους εκπαιδεύει επαρκώς ιδιαίτερα για τους κινδύνους, που ενδεχομένως δημιουργούνται κατά τη χρησιμοποίησή τους.
Η πρέσσα ήταν ρυθμισμένη, ώστε να ενεργοποιείται με το πάτημα δύο μπουτών, κάνοντας έναν πλήρη κύκλο, έτσι ώστε με αυτό το χειρισμό να υποχρεώνεται ο εργαζόμενος σ' αυτή σε απασχόληση των δύο χεριών, προκειμένου τη στιγμή του επιθυμητού εμβολισμού να μην υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί το χέρι του χειριστή στην επικίνδυνη ζώνη, όμως, μη υπάρχοντος ειδικό εργαλείο τοποθέτησης και απομάκρυνσης του προϊόντος, το οποίο δεν του είχε διαθέσει ο εργοδότης του αναγκαζόταν να βάλει το χέρι του κει γι' αυτό τραυματίστηκε, όταν έλαβε χώρα μη αναμενόμενος εμβολισμός. Ακόμη, ο κατηγορούμενος εργοδότης δεν διέθετε στην πρέσσα, όπου εργαζόταν ο παθών και τραυματίσθηκε ειδικά συστήματα προφύλαξης χεριών έχοντας καλυμμένη την επικίνδυνη περιοχή, όπου γινόταν ο εμβολισμός παρέβη τη διάταξη του άρθρου 5 του ΠΔ 152/78. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών λειτουργούσε την πρέσσα, όπου τραυματίστηκε με το πόδι για ευκολία του και όταν είχε το χέρι του στο σημείο απομάκρυνσης του προϊόντος, κατά λάθος πάτησε το ποδόπληκτρο και τραυματίστηκε, αν και του είχε απαγορευθεί ρητά να χρησιμοποιεί αυτό, δεδομένου ότι αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα το ανέφερε ο εργοδότης κατηγορούμενος στους τεχνικούς της Επιθεώρησης Εργασίας, που διεξήγαγαν την έκθεση αυτοψίας για τον τραυματισμό του παθόντος και θα αναφερόταν σ' αυτούς ακόμη δε, ο κατηγορούμενος μετά το ατύχημα έκανε παρεμβάσεις στην πρέσσα και άλλαξε το καλούπι κατά παράβαση του άρθρου 8 του ΠΔ 17/961, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να τηρήσει αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για την εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος, ενώ αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του δεν θα το έκανε. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου".
Με βάση τα παραπάνω, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 5842/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 παρ.1 εδ. α', 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του άνω πλημμελήματος και δη ότι ο αναιρεσείων, από μη συνειδητή αμέλεια δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης στο χέρι απασχολούμενου εργάτη χειριστή πρέσας, στην επιχείρηση που αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και εργοδότης, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα η αμέλεια του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου και δη αναφέρεται ότι εργοδότης ων, δεν είχεν φροντίσει να εκπαιδεύσει επαρκώς τον αλλοδαπό παθόντα ανειδίκευτο εργάτη στο χειρισμό της πρέσας που τοποθετήθηκε μόλις την προηγούμενη ημέρα του ατυχήματος, χωρίς να διαθέτει σχετική εμπειρία και γνώση του αντικειμένου, ούτε είχεν εφοδιάσει τον παθόντα χειριστή της πρέσας με ειδική τσιμπίδα - εργαλείο, για χρήση που να παρεμποδίζει την πρόσβαση των χεριών του σε επικίνδυνο σημείο της πρέσας κατά την απομάκρυνση των διαμορφούμενων με εμβολισμό μεταλλικών αντικειμένων, που ήταν και το αντικείμενο της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας χειρισμού της πρέσας, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ.1,2,3 του ΠΔ 17/1996, επίσης δεν μερίμνησε για την ασφαλή λειτουργία της μηχανικής αυτής πρέσας που διέθετε η επιχείρησή του και δη προέβη σε πλημμελή συντήρηση των αυτόματων μηχανισμών που διέθετε η πρέσα, που εργαζόταν ο παθών, κατά παράβαση του άρθρου 9 παρ.3 του ΠΔ 17/1996, με συνέπεια αυτή να μη λειτουργεί την ημέρα του ατυχήματος κανονικά και να πέσει η πρέσα και να του εγκλωβίσει το χέρι, όταν αυτός το έβαλε στην πρέσα για απομάκρυνση των διαμορφούμενων μεταλλικών αντικειμένων, γ) από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στον πρώτο βαθμό, αθωώθηκε της κατηγορίας παράβασης του άρθρου 8 του ΠΔ 17/1996, για γενόμενη την επομένη ημέρα του ατυχήματος μεταβολή της κατάστασης του μηχανήματος πρέσας, με σκοπό την αλλοίωση στοιχείων σχετικά με την ευθύνη του για το εν λόγω ατύχημα, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές για αμελή συμπεριφορά του και ευθύνη του για το επελθόν ατύχημα ακρωτηριασμού τεσσάρων δακτύλων του χεριού του παθόντος χειριστή της πρέσας, που συνέβη σε ώρα εργασίας κατά το χειρισμό της άνω πρέσας, ενόψει και του ότι δέχεται το δικαστήριο στο αιτιολογικό παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 του άνω διατάγματος, που υποχρεώνει την ύπαρξη συστήματος κάλυψης της επικίνδυνης ζώνης της πρέσας, όπου γινόταν ο εμβολισμός, για προφύλαξη των χεριών των χρηστών εργαζομένων, πράγμα, που δέχθηκε το δικαστήριο, ότι δε φρόντισε να διαθέτει η ανωτέρω πρέσα, δ) από το ότι τα δώδεκα τον αριθμό αναγνωσθέντα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του δικαστηρίου μνημονεύονται όλα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς ειδικότερη αναφορά αυτών στο αιτιολογικό και χωρίς μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, δεν υποδηλώνεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα αυτά, το δε γεγονός ότι το τελικό πόρισμα του δικαστηρίου είναι αντίθετο προς το περιεχόμενο και το συναγόμενο συμπέρασμα ορισμένων από αυτά, όπως των τεσσάρων εγγράφων προγραμματισμού προληπτικής συντήρησης μηχανημάτων έτους 2004, της ατομικής καρτέλας εκπαίδευσης εργαζομένου εκπαιδευτή πρέσας και της 327/ 22-7-2004 εκθέσεως αυτοψίας, δεν σημαίνει και αβεβαιότητα αν συνεκτιμήθηκαν και τα τελευταία αυτά έγγραφα από το δικαστήριο, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2011 αίτηση-δήλωση του Δ. Ξ. του Ε., για αναίρεση της 5842/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος M. S. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη παρ’ υποχρέου. Εργατικό ατύχημα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 617/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 και 28 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Λ. Τ. του Α., Έλληνα υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Μποζούδη, κατά της υπ' αριθμ. 3/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 30-4-2010 με αριθμό 15 ST 342/09 Ζ-17 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Innsbruck Αυστρίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 23/8-2-2012 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης Αναστασίας Δαλκυριάδου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 254/2012.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.λπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση, από 8 Φεβρουαρίου 2012, με αριθμό έκθεσης 23/2012, έφεση του Λ. Τ. του Α., κατά της 3/6-2-2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του 15 ST 342/09 Ζ-17 από 30 Απριλίου 2010 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Δικαστικών Αρχών της Αυστρίας, που εκδόθηκε από το Γραφείο του Εισαγγελέα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Innsbruck Αυστρίας, υπό τον όρο ότι μετά τη δίκη και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, προκειμένου να εκτίσει σ'αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν απαγγελθεί εναντίον του από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Αυστρίας, μετά την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του πιο πάνω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 του προδιαληφθέντος νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α)προκειμένου, σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί αξιόποινη πράξη, να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β)να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ορίζεται το περιεχόμενο και ο τόπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει, ειδικότερα α)ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β)όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κλπ σύνδεσης της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ)μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ)φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε)περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, στ)την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ)στο μέτρο του δυνατού, κάθε πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της, και ορίζεται ότι το ένταλμα τούτο μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτέλεσής του. Επίσης, στο άρθρο 9 παρ.3 ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δε συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, ενώ, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του εν λόγω νόμου, κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο, από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα στην προθεσμία που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα δε, κατά το άρθρο 10 παρ.1 στοιχ.α' του νόμου τούτου, επιτρέπεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, εάν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, επίσης δε το ένταλμα εκτελείται, κατά το στοιχ.β' της παραπάνω παραγράφου 1, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης αυτού καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ, τέλος, κατά την παράγραφο 2 του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του παραπάνω νόμου, η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητούμενου, ώστε να διωχθεί στο Ελληνικό Κράτος ή, αν έχει ήδη καταδικαστεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, και συγκεκριμένα από τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που ζητεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, διαλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο παραστάς συνήγορός του προφορικά και με το υποβληθέν έγγραφο υπόμνημά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του, από 30 Απριλίου 2010 και με αριθμό 15 ST 342/09 Ζ-17 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από το Γραφείο του Εισαγγελέα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Innsbruck Αυστρίας, κατά του εκκαλούντος Λ. Τ. του Α. και της Μ., Έλληνα υπηκόου, ο οποίος γεννήθηκε στις 23.6.1971 στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας και διαμένει στην Ελλάδα. Και συγκεκριμένα αποφάσισε την εκτέλεση του προδιαληφθέντος εντάλματος, με τον όρο ότι μετά τη δίκη και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (αυτός) θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, προκειμένου να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν απαγγελθεί εναντίον του από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Αυστρίας, μετά την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προκειμένου ν'ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της επαγγελματικής απάτης (μέσω διαδικτύου). Ειδικότερα, με το με αριθμό 29/27.1.2012 ΦΑΚ 3 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το από 30.4.2010 ένταλμα σύλληψης των Αυστριακών Αρχών, που εκδόθηκε από το Γραφείο του Εισαγγελέα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Innsbruck Αυστρίας και αφορά τον εκζητούμενο με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος του, και ο οποίος κρατήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Κομοτηνής, δυνάμει της 18/23.1.2012 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης. Το ένδικο ένταλμα εκδόθηκε, σε βάρος του εκκαλούντος-εκζητούμενου, ο οποίος διώκεται για την αξιόποινη πράξη της επαγγελματικής απάτης (μέσω διαδικτύου), η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 146 και 148 του Αυστριακού Ποινικού Κώδικα και τιμωρείται με ανώτατο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής πέντε έτη φυλάκισης, η πράξη δε αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους Ελληνικούς Ποινικούς Νόμους και συγκεκριμένα κατά τα άρθρα 386 παρ.1β και 98 του Ποινικού Κώδικα (απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση). Με το ένταλμα τούτο ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητούμενου ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης για παράβαση των προαναφερόμενων ποινικών διατάξεων του Αυστριακού Ποινικού Κώδικα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Αυστρία), αρμόδια Δικαστική Αρχή ν'αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος, είναι, σύμφωνα με τ'αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της απόφασης του οποίου ασκήθηκε παραδεκτώς, η κρινόμενη έφεση. Από το προσκομιζόμενο, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, ένδικο ένταλμα σύλληψης, προκύπτει ότι η πράξη για την οποία διώκεται ο εκζητούμενος προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης και, η οποία φέρεται να έχει τελεστεί στο Innsbruck και σε άλλους τόπους της Αυστρίας, συνίσταται, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι "Α)Σύμφωνα με έκθεση της 15.3.2010 της Αστυνομικής Επιθεώρησης (Αστυνομικού Τμήματος) HOETTING (Χέττινγκ) επί της δικογραφίας GΖ Β5/32842/2009, έχει ο Λ. Τ., στην περίοδο 1.6.2009 έως 30.8.2009, στο Ίνσμπρουκ και υπό την κάλυψη/χρήση διαφόρων εμπορικών εταιριών, συγκεκριμένα με τις εταιρίες "David Shopping World", "ΑCS-Vertriebs Ltd", "ΜUΜ GmbH", παραπλανήσει/υποκινήσει κατ' επάγγελμα τα παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα σε ενέργειες οι οποίες ζημίωσαν τις περιουσίες τους, όπου η ζημία ξεπερνούσε το ποσό των € 3.000,- όχι ωστόσο το ποσό των € 50,000, με τον δόλο να πλουτιστεί παρανόμως. Όσον αφορά τα γεγονότα σχετικά με την εταιρία ''David Shopping World", ο Λ. Τ., σε συνειδητή και εκούσια/εκ προθέσεως συνεργασία με τον D. D., παρίστανε ψευδώς ότι προσέφερε προς πώληση στο διαδίκτυο και σε πολυάριθμες διαδικτυακές πλατφόρμες (Ε-Βay, Ricardo, acs-vertrieb.eu κλπ.) διάφορα προϊόντα και ότι προτίθετο να τα προμηθεύσει αυτά έναντι πληρωμής της αναφερόμενης στο διαδίκτυο τιμής, δηλαδή με εξαπάτηση περί των πραγματικών γεγονότων, παρακινώντας έτσι τα αναφερόμενα πρόσωπα να εμβάσουν τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά, και μάλιστα: 1) στις 25.1.2009 με την προσφορά ενός QUAD της μάρκας ΑΤRΟΧ με οδική ικανότητα, στην διαδικτυακή πλατφόρμα Ε-Βay διαμέσου της επιχείρησης "ΑCS-Vertriebs Ltd", παραπλανώντας έτσι την Β. B. E. να πληρώσει το ποσό ύψος € 1.700,- και μη επιστροφής της αξίας αγοράς παρά την ύπαρξη όρου σύμβασης περί ακύρωσης συμβολαίου αγοράς (Fkt. 40) (Faktum/Γεγονός 40); 2)στις 1.2.2009 με την προσφορά ενός πράσινου QUAD στην πλατφόρμα "www.acs-vertrieb.eu" διαμέσου της επιχείρησης " ΑCS-Vertriebs Ltd", παραπλανώντας έτσι τον S. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 219.80 (Fkt. 36); 3)στις 24.5.2009 με την προσφορά ενός QUAD 110cc στην πλατφόρμα "hood.de" διαμέσου της επιχείρησης " ΑCS-Vertriebs Ltd", παραπλανώντας έτσι τον A. A. να πληρώσει το ποσό ύψους € 489,-- (Fkt. 35); 4)στις 29.5.2009 με την προσφορά ενός QUAD μάρκας ΑΤ-VMaster στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης "David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον J. W. να πληρώσει το ποσό ύψους € 510,-- και μη επιστροφής της αξίας αγοράς παρά την ύπαρξη όρου σύμβασης περί ακύρωσης συμβολαίου αγοράς (Fkt. 16) στις 27.5.2009 με την προσφορά ενός παιδικού QUAD Βιgfoot 110cc μάρκας ΑΤV-Μaster διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον Ν. F. να πληρώσει το ποσό ύψους € 460,- (Fkt. 25) στις 1.6.2009 με την προσφορά ενός Dirtbike 49cc μάρκας Οrion στην πλατφόρμα Ricardo.cn διαμέσου της επιχείρησης "ΜUΜ GmbH", παραπλανώντας έτσι τον U. W. να πληρώσει το ποσό ύψους CΗF 2225- (Fkt. 38 = ΟΝ (αρ. εγγράφου) 1 Ι); 5)στις 3.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike μάρκας Κ.Τ.Ο. μοντέλο -Special Dirtbike 49cc/Ροcket στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον G. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 208,90 (Fkt. 2); 6)στις 4.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike μάρκας Υ.Μ.Ο. μοντέλο - Special Dirtbike 49cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον C. W. να πληρώσει το ποσό ύψους € 208,90 (Fkt. 4); 7)στις 6.6.2009 με την προσφορά ενός ΑΤV/ΜοBECO kinder-QUAD 110cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον C. T. να πληρώσει το ποσό ύψους € 516,-- (Fkt. 20) 8)10) στις 6.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbikes της μάρκας Ηοbbit Dirtbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον P. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 142,78 (Fk;. 28); 9)στις 8.6.2009 με την προσφορά ενός ΑΤV/Μοbeco Κίηder-QUAD 110cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την M. B. να πληρώσει το ποσό ύψους € 510,- (Fkt, 5); 10)στις 8.6.2009 με την προσφορά ενός ρocketbike μάρκας Κ.Τ.Ο. μοντέλο Special Dirtb 49cc στην πλατφόρμα "ricardo.at." διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον G. B. να πληρώσει το ποσό ύψους 247,90 (Fkt. 12), 11)στις 11.6.2009 με την προσφορά ενός Dirt Bike 49cc/Ροcket Bike 49 στην πλατφόρμα "Ε- Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι την R. M. S.-P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 114 ευρώ (Fkt 10); 12)στις 15.6.2009 με την προσφορά δύο Ροcketbike μάρκας Dirtbike 49cc/Ροcket Bike στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την Ε. G. να πληρώσει το ποσό ύψους € 237,90 (Fkt. 6); 13) στις 15.6.2009 με την προσφορά ενός QUAD μάρκας ΑΤV μοντέλο Ρhantom R/Χ στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον C. H. να πληρώσει το ποσό ύψους (ί 810,- (Fkt. 9); 14) στις 15.6.2009 με την προσφορά δύο Μiniraotorbike μάρκας Ηοbbit 49cc και Οrion Dirt Bike 49cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον C. T. να πληρώσει το ποσό ύψους € 233,90 (Fkt. 17); 15) στις 15.6.2009 με την προσφορά ενός Βig Soun Cross Bike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Ι. Β. να πληρώσει το ποσό ύψους € 509,-- (Fkt. 19); 16) στις 16.6.2009 με την προσφορά ενός Μοtorqyad μάρκας ΑΤV μοντέλο Ρhantom R/Χ 110cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον C. J. να πληρώσει το ποσό ύψους € 810,- (Fkt. 11); 17) στις 16.6.2009 με την προσφορά ενός Quad στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον Ε. T. να πληρώσει το ποσό ύψους € 2.300,- (Fkt. 41); 18) στις 19.6.2009 με την προσφορά ενός Dirtbike της μάρκας Βig-Sunspeyer 125cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την Η. R. να πληρώσει το ποσό ύψους € 488,-- (Fkt. J 5); 19) στις21.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike της μάρκας Ηοbbit 49ccm Dirtbike/Ροcketbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την G. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 136,90 (Fkt. 26); 20) στις 21.6.2009 με την προσφορά ενός Κinder-Quad ΑΤ" ΝΙΤRΟ SPEEDBIRD VXA-110 στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Η. H. να πληρώσει το ποσό ύψους €.649,- (Fkt. 37 = ΟΝ 8); 21) στις 25.6.2009 με την προσφορά ενός Crossbike 125cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι την S. L. να πληρώσει το ποσό ύψους € 488,- (Fkt. 14); 22) στις 28.6.2009 με την προσφορά ενός Quad μάρκας ΑΤV/Ρhyton 110cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον Τ. K. να πληρώσει το ποσό ύψους € 538,77 (Fkt. 21); 23) στις 27.6,2009 με την προσφορά ενός Dirtbike της μάρκας Οrion στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παρακινώντας έτσι τον Μ. W. να πληρώσει το ποσό ύψους 6 198,90 (Fkt. 2i/1); 24) στις 28.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike της μάρκας Hobbit 49 cc Dirtbike Pocketbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ",παραπλανώντας έτσι τον Α. R. να πληρώσει το ποσό ύψους €161,90 (Fkt. 23); 25) στις 29.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike της μάρκας Ηοbbit 49 cm3 Diertbike Pocketbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Τ. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 136,90 (Fkt. 8); 26)στις 29.6.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike της μάρκας ΑΤv/Μοbeco Κinder-QUAD ΗΟcc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον Ε. L. να πληρώσει το ποσό ύψους 2 χ € 644,--, δηλαδή συνολικά € 1.288, (Fkt. 13); 27)στις 29.6.2009 με την προσφορά ενός Υ.Μ.Ο, Special Eirtbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Α. B. να πληρώσει το ποσό ύψους € 208,90 (Fkt. 29/2); 28)στις 29.6.2009 με την προσφορά ενός ΑΤV-Quad.ΙΙΟcctη στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον Α. K. να πληρώσει το ποσό ύψους € 510,-- (Fkt. 30); 29)στις 30.6.2009 με την προσφορά ενός Οrion Dirtbike 49cc στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον G. G. να πληρώσει το ποσό ύψους € 169,80 (Fkt. 18); 30)στα τέλη Ιουνίου 2009 με την προσφορά ενός Οrion Dirtbike στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον F. A. P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 169,80 (Fkt. 24); 31)στις 4.7.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike μάρκας Αρο ΙΙο Special Dirtbike 49cc στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Μ. F. να πληρώσει το ποσό ύψους € 743,70 (Fkt. 3); 32)στις 6.7.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike μάρκας Orion Dirtbike 49cc στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την S. B. να πληρώσει το ποσό ύψους € 169,80 (Fkt. 7); 33)στις 8.7.2009 με την προσφορά 15 τεμαχίων Dirtbike 45cc στην πλατφόρμα "www/europeworldscout.eu" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι τον G. B. ως εκπρόσωπο του συλλόγου ΜSC Reiteralm να πληρώσει το ποσό ύψους € 1.760,- (Fkt. 33); 34)στις 10.7.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον C. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € Π 5,90 (Fkt. 31); 35)στις 13.7.2009 με την προσφορά ενός Ροcketbike της μάρκας Ηοbbit 49 ccm Dirtbike/Ροcketbike στην πλατφόρμα "Ricardo.at" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World", παραπλανώντας έτσι την G. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 169,80 (Fkt. 27); 38)στις 15.7.2009 με την προσφορά ενός Κinderquad διαμέσου της επιχείρησης "ΑCS Vertiebs Ltd", παραπλανώντας έτσι τον R. P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 600,-- (Fkt. 34); 39)στα μέσα Ιουλίου 2009 με την προσφορά ενός Dirtbike 49 cc/Ροcketbike αγωνιστική μηχανή στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι την Α. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 138,90 (Fkt. 22); 16) σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Ροcketbike στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον B. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 148-(Fkt. 32); 41) στις 3.6.2009 με την προσφορά ενός Quad μάρκας ΑΤV Μaster 111 cc στην πλατφόρμα "Ε-Βay" διαμέσου της επιχείρησης ''David Shopping World ", παραπλανώντας έτσι τον Α. B. να πληρώσει το ποσό ύψους €499,00; Β) Σύμφωνα με εκθέσεις της 30.7.2010 της Αστυνομικής Επιθεώρησης (Αστυνομικού Τμήματος) Rastenfeld (Ράστενφελντ) επί της δικογραφίας GΖ Β5/9491/2010 και της Αστυνομικής Επιθεώρησης (Αστυνομικού Τμήματος) Silian (Σίλιαν) της 7.9.2010 επί της δικογραφίας GΖ Β5/5700/2010, έχει ο Λ. Τ., κατά την διάρκεια ενός μη περαιτέρω προσδιοριζόμενου χρονικού διαστήματος - εν πάσι περιπτώσει όμως στις 21.5.2010, στο Ινσμπρουκ και σε άλλους τόπους, υπό την κάλυψη/χρήση της εμπορικής εταιρίας "coradite", παραπλανήσει/υποκινήσει κατ' επάγγελμα τα παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα σε ενέργειες οι οποίες ζημίωσαν τις περιουσίες τους, όπου η ζημία (λαμβάνοντας υπόψιν τα γεγονότα που απαριθμούνται στα Α, C και D) ξεπερνούσε το ποσό των € 3.000 όχι ωστόσο το ποσό των € 50.000,--, με τον δόλο να πλουτιστεί παρανόμως. Όσον αφορά τα γεγονότα σχετικά με την εταιρία "comelite", ο Λ. Τ., σε συνείδηση και εκούσια/εκ προθέσεως συνεργασία με τον R. K., παρίστανε ψευδώς ότι προσέφερε προς πώληση στο διαδίκτυο (στην διαδικτυακή πλατφόρμα Ε-Βay) διάφορα προϊόντα τα οποία αναφέρονται παρακάτω και ότι προτίθετο να τα προμηθεύσει αυτά έναντι πληρωμής της στην παραπάνω αναφερόμενη ιστοσελίδα τιμής. Δηλαδή με εξαπάτηση περί των πράγματι των γεγονότων, παρακινώντας έτσι τα παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα να εμβάσουν τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά, και μάλιστα; 1)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Rollerwagen (χειράμαξα με μουσαμά), παραπλανώντας έτσι την Ρ. R.-I. T. να πληρώσει το ποσό ύψους € 63,80; 2)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Τορcase Big (βαλιτσάκι μηχανής σκληρού κελύφους), παραπλανώντας έτσι τον M. P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 9,90; 3)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός ΑΤV Ροketquad 49cc Κinder-Quad, παραπλανώντας έτσι τον Ο. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 179,90; 4) σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά μιας βαλίτσας εργαλείων 188 τεμαχίων, παραπλανώντας έτσι τον V. S. να πληρώσει το πoσό ύψους 685,90 της 21.5.2010 με την προσφορά ενός ΑΤV-Ροketquad 4cc Κinder-Quad, παραπλανώντας έτσι την Κ. O. να πληρώσει το ποσό ύψους € 182,40; 6)am 21.5.2010 durch Anbieten eines Elektroscooter Kinderrollers den Johann Moosmann von EUR 51,10; 7)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Ειektroscooter-Kinderrouer (ηλεκτρικό παιδικό πατίνι), παραπλανώντας έτσι την Β. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 59,95; 8)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά μιας κουζίνας αερίου κάμπινγκ με βαλίτσα μεταφοράς και 4 φιάλες αερίου, παραπλανώντας έτσι τον Α. O. πληρώσει το ποσό ύψους € 33,40; 9)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Bauchroller (όργανο γυμναστικής προς εκγύμναση των κοιλιακών μυών), παραπλανώντας έτσι τον Ρ. M. να πληρώσει το ποσό ύψους € 34,90; 10)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός καροτσάκι για κούκλες μάρκας Εmmγ, παραπλανώντας έτσι τον R. H. να πληρώσει το ποσό ύψους € 15,95; 11)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Ρush-uρ Pro (περιστρεφόμενη ξαπλώστρα), παραπλανώντας έτσι τον Μ. K. να πληρώσει το ποσό ύψους € 12,68; 12)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Τορcase Big 52L (βαλιτσάκι μηχανής σκληρού κελύφους), παραπλανώντας έτσι τον Ρ. Β. να πληρώσει το ποσό ύψους €20,50; 13)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά μας κουζίνας αερίου κάμπινγκ με βαλίτσα μεταφοράς και 4 φιάλες αερίου, παραπλανώντας έτσι την M. P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 15,40; 14)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός σερβίτσιου 18 τεμαχίων μάρκας "Floris", παραπλανώντας έτσι την J. N. να πληρώσει το ποσό ύψους € 15,40; 15)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός καροτσάκι για κούκλες μάρκας Εmmy, παραπλανώντας έτσι την Β. A. να πληρώσει το ποσό ύψους € 13,90; 16)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά μιας κουζίνας αερίου κάμπινγκ με βαλίτσα μεταφοράς και 4 φιάλες αερίου, παραπλανώντας έτσι την G. E. να πληρώσει το ποσό ύψους € 20,- 17)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Βauchraller (όργανο γυμναστικής προς εκγύμναση των κοιλιακών μυών), παραπλανώντας έτσι την G. S. να πληρώσει το ποσό ύψους € 10,90; 18)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Rollerwagen (χειράμαξα με μουσαμά), παραπλανώντας έτσι την Β. B. να πληρώσει το ποσό ύψους € 54,90; σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Βauchroller (όργανο γυμναστικής προς εκγύμναση των κοιλιακών μυών), παραπλανώντας έτσι τον J.-P. E. να κληρώσει το ποσό ύψους € 10,90; 19)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Ροcketbike 49cc με εξάτμιση αλουμινίου, προστατευτικό αλυσίδας και λάστιχα με προφίλ, παραπλανώντας έτσι την Κ. P. να πληρώσει το ποσό ύψους € 91,90; 20)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός ΑΤV ΡοKETQUAD 49CC Kwider-Quad, παραπλανώντας έτσι τον Μ. O. να πληρώσει το ποσό ύψους € 410,90; 21)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Ροcketbike 49cc με εξάτμιση αλουμινίου, προστατευτικό αλυσίδας και λάστιχα με προφίλ, παραπλανώντας έτσι τον Μ. A. να πληρώσει το ύψους € 74,40; 22)σε κάποια μη εξακριβωμένη στιγμή με την προσφορά ενός Bauchroller (όργανο γυμναστικής προς εκγύμναση των κοιλιακών μυών) και μιας παιδικής κουζίνας (παιχνιδιού) μαζί με αξεσουάρ, παραπλανώντας έτσι την Α. O. να πληρώσει το ποσό ύψους € 32,30; Γ) Σύμφωνα με έκθεση της 30.5.2010 της Αστυνομικής Επιθεώρησης (Αστυνομικού Τμήματος) Μautemdorf (Μάουτερντορφ) επί της δικογραφίας GΖ Β6/2007/2010, έχει ο Λ. Τ., στις 14./15.12.2009, στο Ίνσμπρουκ και σε άλλους τόπους, υπό την κάλυψη/χρήση της εμπορικής εταιρίας "ΙΝWOG", παραπλανήσει/υποκινήσει κατ' επάγγελμα τον Ρ. L. σε ενέργειες οι οποίες ζημίωσαν τις περιουσία του, όπου η ζημία (λαμβάνοντας υπόψιν τα γεγονότα που απαριθμούνται στα Λ, Β και D) ξεπερνούσε το ποσό των 63.000,- όχι ωστόσο το ποσό των € 50.000,--, με τον δόλο να πλουτιστεί παρανόμως. Όσον αφορά τα γεγονότα σχετικά με την εταιρία "ΙΝWOG", ο Λ. Τ., σε συνειδητή και εκούσια/εκ προθέσεως συνεργασία με την Μ. K.-D., παρέστησε ψευδώς ότι προσέφερε προς πώληση στο διαδίκτυο (στην διαδικτυακή πλατφόρμα Ε-Βay) ένα Ροcketbike 49cc και ότι προτίθετο να το προμηθεύσει αυτά έναντι πληρωμής της στην παραπάνω αναφερόμενη ιστοσελίδα τιμής στον P. L.. Δηλαδή με εξαπάτηση περί των πραγματικών γεγονότων, παρακινώντας έτσι το παραπάνω, αναφερόμενο πρόσωπο να εμβάσει το ποσό ύψους €105,90.
Δ) Επίσης κατηγορείται ο Λ. Τ., ότι με τον δόλο να πλουτιστεί παρανόμως, παράστησε ψευδώς στους εκμισθωτές του Μ.C. V. και J. V.I.L.A.N.E.K. την φερεγγυότητα και προθυμία του να πληρώσει, παρακινώντας έτσι αυτούς να παρατείνουν την σύμβαση μίσθωσης του διαμερίσματος στην οδό Liebeceggstrasse 13, 6020 Ιonsbruck. Δηλαδή με εξαπάτηση περί των πραγματικών γεγονότων παραπλάνησε/υποκίνησε τους εξαπατηθέντες να προβούν σε ενέργειες οι οποίες ζημίωσαν την περιουσία τους, στην προκειμένη περίπτωση ανέρχεται η συνολική ζημία στο πόσο των € 5.960 (Fkt. 40). Ως εκ τούτου υπάρχει η υπόνοια, κατά του κατηγορούμενοι Λ. Τ., ότι διέπραξε δια του τρόπου τούτου το έγκλημα της βαρείας κατ' επάγγελμα απάτης σύμφωνα με τα §§ 146, 147 παρ. 2, 148 πρώτη περίπτωση του StGB (Κωδ.Ποιν.Δικ)." Στο ένδικο ένταλμα σύλληψης, όπως από αυτό προκύπτει, περιέχονται όλα τα από το νόμο (άρθρο 2 ν. 3251/2004) στοιχεία και ειδικότερα ο τόπος τέλεσης του αδικήματος (ΙΝΝSBRUCK Αυστρίας), καθώς και ο χρόνος τέλεσης (21.5.2010) στην υπό στοιχ. Β' περίπτωση τούτου. Άρα ο συναφής λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διατάχθηκε η εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενόψει του ότι σ'αυτό δεν αναφέρονται τα προδιαληφθέντα στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ενόψει της βαρύτητας του αδικήματος (πέραν των σαράντα περιπτώσεων απάτης), για το οποίο ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, σε σχέση με την επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των 3 ετών και 8 μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική ποινή, καθώς και της χρηματικής ποινής των 1.700 ευρώ, που ο εκκαλών, δυνάμει της 64/2011 απόφασης (συγχωνευτικής ποινών) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, εκτίει στην Ελλάδα, με δόσεις, κρίνεται ότι δε συντρέχει περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 28 παρ.1 του ν.3251/2004, εκτέλεσης του ένδικου εντάλματος, ώστε προηγουμένως να εκτίσει ο εκζητούμενος στην Ελλάδα την καταγνωσθείσα πιο πάνω ποινή. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, τον οικείο του εκκαλούντος ισχυρισμό, ότι δηλαδή έπρεπε ν' αναβληθεί η εκτέλεση του πιο πάνω κατ' αυτού εντάλματος, ώστε αυτός να εκτίσει προηγουμένως, με δόσεις μηνιαίες, την πιο πάνω μετατραπείσα ποινή φυλάκισης 3 ετών και 8 μηνών σε χρηματική ποινή, καθώς και εκείνη της χρηματικής ποινής των 1700 ευρώ στην Ελλάδα, ορθώς έκρινε και ο περί του αντιθέτου συναφής λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει όλων των παραπάνω και με δεδομένο, ότι α)τα στοιχεία του εκκαλούντος ταυτίζονται με εκείνα που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα, β)το αδίκημα, για το οποίο εκδόθηκε το πιο πάνω ένταλμα, προβλέπεται και τιμωρείται από τον Αυστριακό Ποινικό Κώδικα, καθώς και από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, γ)ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ημεδαπές δικαστικές αρχές, για το αυτό αδίκημα, για το οποίο εκδόθηκε το προσβαλλόμενο ένταλμα, πολύ περισσότερο που δεν έχει εκδοθεί σε βάρος του αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τη συγκεκριμένη κατηγορία, δ)το προσβαλλόμενο ένταλμα, φέρει, όπως προαναφέρθηκε, τα αναγκαία εκείνα στοιχεία του άρθρου 2 του ν. 3251/2004, ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι πρέπει να εκτελεστεί το, από 30.4.2010 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του INNSBRUCK Αυστρίας, σε βάρος του εκκαλούντος και η έφεσή του, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Έξοδα δεν επιδικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν. 3251/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αρ. 23 από 8-2-2012 έφεση κατά της 3/2012 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Έφεση από εκζητούμενο. Απορρίπτει την έφεση ως αβάσιμη.
| null | null | 1
|
Αριθμός 621/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Κ. του Κ., 2. Ι. Κ. του Κ. και 3. Γ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Θωμά Λαμνίδη και Αριστείδη Χιωτέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2726/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 802/2007 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 343/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικό τμήμα), η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση (802/2007) του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1545/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 25 Μαΐου 2011 αίτησή της και του από 3.1.2012 δικογράφου προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25.5.2011 αιτήσεως με τους από 3.1.2012 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1545/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας εκτίθεται ότι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι, κύριοι του 23% ο πρώτος, 22,50% ο δεύτερος και 21,24% ο τρίτος των μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. & Υιοί ΑΕΒΕ", συνήψαν με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας εταιρία "Πειραιώς Prime Bank" την από 9-12-1999 σύμβαση, με την οποία ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην τελευταία εξωχρηματιστηριακά, όπως και μεταβίβασαν στις 24-1-2000, 1.108.000 μετοχές (από 369.600 μετοχές ο καθένας) έναντι τιμήματος 3.500 δραχμών (ή 10, 27 ευρώ) ανά μετοχή και συνολικά 11.388.993 ευρώ, με εγγυημένη από τους αναιρεσιβλήτους-πωλητές απόδοση 19,5% ετησίως επί του ποσού αγοράς των μετοχών, σε περίπτωση δε μη επιτεύξεως της ανωτέρω αποδόσεως εντός τριών ετών από την αγορά των μετοχών συμφωνήθηκε να τις επαναγοράσουν οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι με τίμημα που θα εξασφάλιζε την ανωτέρω απόδοση, πλην όμως η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, στην οποία μεταβιβάσθηκαν από την αγοράστρια οι μετοχές και εκχωρήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις της, κατά τη συμπλήρωση της τριετίας (24-1-2004), λόγω μειωμένων αποδόσεων (και πτώσης της τιμής) των μετοχών, τις πώλησε έναντι τιμήματος 4.777.327 ευρώ (4,36 ευρώ ανά μετοχή), με συνέπεια να υποστεί από ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων ζημία 11.387.376 ευρώ και άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, κατέστησαν οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το αυτό ποσό και επικουρικώς κατά το ποσό των 6.911.664 ευρώ, για τα ποσά δε αυτά ζητήθηκε να εκδοθεί κατά των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων καταψηφιστική απόφαση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή με την 2726/2006 απόφασή του κατά της οποίας οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή κατόπιν αποδοχής της με την έφεση των αναιρεσιβλήτων προβληθείσας ενστάσεως συμψηφισμού. Με την 343/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνον που αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή του τετάρτου λόγου της από 14.7.2006 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και της αντίστοιχης ένστασης συμψηφισμού, όσον αφορά την έναρξη του χρόνου της αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας-καθ' ής η ένσταση συμψηφισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 910 και 911 περίπτωση 2 του Α.Κ., για την καταβολή δικονομικών τόκων και την υποχρέωση αποζημίωσης του δανειστή για την περίπτωση χειροτέρευσης ή καταστροφής ή αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του οφειλομένου πράγματος από αδικαιολόγητο πλουτισμό για παράνομη αιτία, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 346 και 348 του ΑΚ. Με την προσβαλλόμενη 1545/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επανεκδικάσθηκε η υπόθεση και αφού κρίθηκε βάσιμη η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συμψηφισμού, απορρίφθηκε και πάλι η αγωγή της αναιρεσείουσας.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρο 559 αρ.18 του Κ.Πολ.Δικ. με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση", θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, ως κύρωση της παραβάσεως της αρχής της ιεραρχίας, με την παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση σχετικά με κριθέν από αυτή ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 επομ., 62, 63, 94, 118 αριθ. 4, 216 παρ. 1, β, 322 παρ. 1, 324, 331 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο, αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το λόγο αυτό εξετάζονται και επιλύονται με δύναμη δεδικασμένου πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενο αυτό. Δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπάρξει επ' αυτών διακεκριμένως οριστική απόφαση, πολύ δε περισσότερο τελεσίδικη τοιαύτη, δημιουργούσα ως προς αυτές αυτοτελές, ανεξάρτητο δηλαδή του επί του ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης, δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 4/1996). Περαιτέρω με το ως άνω άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ ορίζεται επίσης ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ... 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ..., 14) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ..., 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, ... Και 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 4, 8, 10 και 11 του ν. 3632/1928 και 20 παρ.1, 2 του ν. 1806/1988 "Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις", 174 και 180 του Α.Κ. συνάγεται, ότι απαγορεύεται, με ποινή απόλυτης ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων, ο καθορισμός των τιμών των μετοχών εκτός του πλαισίου λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, λόγω αντιθέσεως τέτοιων συμφωνιών στους καθιερούμενους με τις ως άνω διατάξεις κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 911 αριθ. 2 ΑΚ ο λήπτης ευθύνεται εξ αρχής σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, όταν η αιτία του πλουτισμού είναι παράνομη. Παράνομη, είναι η αιτία όταν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου. Γνώση (συνείδηση) του παράνομου χαρακτήρα της αιτίας δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της επίτασης της ευθύνης του λήπτη, αρκεί αυτός να γνωρίζει τα περιστατικά που καθιστούν παράνομη τη λήψη. Πράγματι, κατά την αμέσως προηγούμενη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 1 ΑΚ απαιτείται στην περίπτωση αχρεωστήτου να γνωρίζει ο λήπτης την ανυπαρξία του χρέους και η ευθύνη του για τόκους δικονομικούς δεν αρχίζει παρά αφότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης του χρέους, τέτοια όμως προϋπόθεση δεν αξιώνει η διάταξη του 911 αριθ. 2 Α.Κ. (ΑΠ 1405/1994, 588/1990, 36/1968). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επανεκδικάσθηκε η υπόθεση κατά το αναπεμφθέν, με την 343/2009 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, μέρος της, που αφορούσε την παραδοχή από την αναιρεθείσα προγενέστερη 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών του τετάρτου λόγου της από 14.7.2006 έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης (που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας για το ποσό των 3.796.331 ευρώ) και κατόπιν παραδοχής και πάλι της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς την πρώτη επικουρική βάση της που είχε κριθεί νόμιμη, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι εκκαλούντες οι οποίοι είναι κύριοι μέτοχοι της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. καί Υιοί ΑΕΒΕ", οι μετοχές της οποίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατάρτισαν με την εταιρία "Πειραιώς Prime Bank", την από 9.12.1999 σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της οποίας, οι πρώτοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν εξωχρηματιστηριακά στην τελευταία το 5% των μετοχών της ως άνω εταιρίας στη δεύτερη και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρήσει αμετάβλητο το ποσοστό συμμετοχής της στο κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών ετών, ενώ οι εναγόμενοι πωλητές εγγυήθηκαν την ετήσια απόδοση της επένδυσης για τα τρία έτη σε ποσοστό 19,5% ετησίως και σε περίπτωση, που κατά τη λήξη της τριετίας, δεν επιτευχθεί η συμφωνημένη απόδοση των μετοχών, η αγοράστρια δικαιούται να μεταβιβάσει και οι πωλητές (εναγόμενοι) υποχρεούνται να επαναγοράσουν τις μεταβιβασθείσες μετοχές στην τιμή εκείνη που θα εξασφαλίζει τη συμφωνηθείσα απόδοση. Στις 24.1.2000, σ' εκτέλεση της συμβάσεως, οι εναγόμενοι-εκκαλούντες μεταβίβασαν εξωχρηματιστηριακά στην αγοράστρια εταιρία 1.108.800 μετοχές της εταιρίας "Κ. Κ. και Υιοί ΑΕΒΕ", ήτοι 369.600 μετοχές ο καθένας, έναντι τιμήματος 3.500 δρχ. ή 10,27 ευρώ για κάθε μετοχή και συνολικά 11.388.993 ευρώ (1.293.600.000 δρχ.), το οποίο κατέβαλε η τελευταία. Περαιτέρω, με την από 19.12.2001 σύμβαση εκχώρησης και παροχής πληρεξουσιότητας που συνήφθη ανάμεσα στην αγοράστρια εταιρία και την ενάγουσα, η πρώτη εκχώρησε προς τη δεύτερη τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση απαιτήσεις της και παραλλήλως ανήγγειλε την εκχώρηση στους εναγομένους, με τις υπ' αριθμ. 11417β, 11418β και 11419β εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... Με την υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου: α) ότι η εν λόγω σύμβαση, που αφορά εξωχρηματιστηριακή μεταβίβαση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με την ειδική συμφωνία της πίστωσης του τιμήματος και της εγγυημένης απόδοσης των μετοχών είναι άκυρη στο σύνολό της, δηλαδή τόσο η υποσχετική όσο και η εκποιητική των μετοχών, καθώς και η ειδική συμφωνία επαναγοράς τους από τους πωλητές (εναγομένους), γιατί αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 10 και 11 του Ν. 3236/1928 και β) ότι οι εναγόμενοι, εισπράττοντας το τίμημα των 11.388.993 ευρώ, κατέστησαν πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αγοράστριας, με συνέπεια να οφείλουν το ποσό της πιο πάνω ωφέλειας, νομιμοτόκως από το χρονικό σημείο λήψεως της παροχής (24.1.2000). Περαιτέρω, όμως οι εναγόμενοι, προέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προς συμψηφισμό ισόποση ανταπαίτηση τους, η οποία απορρέει από την ακυρότητα της εν λόγω συμβάσεως και αντιπροσωπεύει την αξία των μετοχών, η οποία ισούται με το καταβληθέν από την ενάγουσα, προς απόκτηση τούτων, τίμημα, κατά την οποία αξία η ενάγουσα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας τους. Μάλιστα, προς δικαιολόγηση της βραδείας προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού, επικαλέστηκαν παραχρήμα απόδειξη της ανταπαιτήσεως τους. Με την προμνημονευομένη υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου ότι: 1) η ένσταση υποβλήθηκε παραδεκτώς με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 527 εδ. 3, 269 εδ γ' ΚΠολΔ και 442 ΑΚ, ως αποδεικνυομένη με ομολογία της ενάγουσας, εμπεριεχόμενη στην αγωγή και τις προτάσεις της, κατά τα θεμελιωτικά αυτής (της ανταπαιτήσεως) στοιχεία, και ειδικότερα με ομολογία τόσο της αξίας κάθε μετοχής από 10,27 ευρώ κατά το χρόνο μεταβίβασης (24.1.2000), όσο και του αριθμού των μεταβιβασθεισών μετοχών (1.108.800 τεμάχια) καθώς επίσης και της αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεώς τους, λόγω της συνομολογουμένης προς τρίτους μεταβιβάσεώς τους και 2) η ένσταση ήταν κατά περιεχόμενο πλήρης και ορισμένη και δη αναφορικά με τα ειδικότερα στοιχεία της μετατροπής της αξιώσεως των ενισταμένων από αξίωση απόδοσης αυτούσιων των μετοχών, σε χρηματική αξίωση, με συνέπεια την αλλοίωση της προς απόδοση παροχής που αποκτήθηκε αδικαιολόγητα, καθώς και του χρόνου υπολογισμού της αξίας της παροχής (μετοχών), τον οποίο οι ενιστάμενοι τοποθέτησαν στο χρονικό σημείο της λήψεως, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 911 εδ 2 ΑΚ. Μάλιστα, οι παραδοχές αυτές της εφετειακής αποφάσεως, αναφορικά με το, εκ της βραδείας προβολής, παραδεκτό ή μη της ενστάσεως συμψηφισμού και τα ομολογούμενα από την ενάγουσα, ως άνω κατ' ιδίαν στοιχεία της ανταπαίτησης καθώς και με το ορισμένο ή μη αυτής, επλήγησαν με αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι απερρίφθησαν (βλ. σελ. 53 για το πρώτο ζήτημα και σελ. 55-57 για το δεύτερο της υπ' αρ. 343/2009 προσκομιζόμενης αποφάσεως του Αρείου Πάγου). Άρα, το δικαστήριο τούτο κωλύεται να ερευνήσει τα πιο πάνω ζητήματα και επομένως είναι απορριπτέοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει ότι η ένσταση: ι) είναι απαράδεκτη, διότι δεν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ και ii) πάσχει ουσιαστική αοριστία, διότι δεν διαλαμβάνει στο ιστορικό της το απαραίτητο στοιχείο της γνώσης της παρανομίας, ώστε να καθορισθεί ο χρόνος υπολογισμού της αξίας της ανταπαιτήσεως των εναγομένων προς επιστροφή της παροχής τους. Περαιτέρω, όπως ήδη ελέχθη, με την υπ' αριθμ. 802/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι η ένδικη από 9.12.1999, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμβαση, αποδοκιμαζόμενη καθεαυτή από το δίκαιο, είναι άκυρη γιατί απαγορεύεται ρητώς από τις δημοσίου δικαίου διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας (άρθρο 15 παρ. 10 Ν 3632/ 1928) και ότι η ακυρότητα αυτή πλήττει και την γενόμενη στις 24.1.2000 μεταβίβαση των μετοχών, ενώ παράλληλα, η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί ότι η δικαιοπάροχός της αγοράστρια εταιρία, που αποτελούσε μέλος του τραπεζικού της ομίλου, δραστηριοποιούμενη στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής, σ' εκτέλεση αυτής της ακύρου συμβάσεως, έλαβε ως παροχή 1.108.800 μετοχές αξίας καθεμιάς 10,27 ευρώ, τις οποίες ήδη από 3.6.2004 εκποίησε προς τρίτους, αντί συνολικού τιμήματος 4.477.327 ευρώ. Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές και λαμβανομένων υπόψη όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών στοιχείων που προεκτέθηκαν, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η αγοράστρια εταιρία, κατά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών (24.1.2000) είχε επίγνωση της παρανομίας, δηλαδή γνώριζε ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης και η εκ μέρους της λήψη των 1.108.800 μετοχών της εταιρίας των εναγομένων ήταν παράνομη (απαγορευμένη). Η γνώση αυτή συνέτρεχε τόσο στα φυσικά πρόσωπα που συγκροτούσαν το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο αποτελεί το διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο εκείνης και οι πράξεις που ενεργεί στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, είναι πράξεις του νομικού προσώπου της εταιρίας, όσο και στα φυσικά πρόσωπα που κατήρτισαν τη σύμβαση, ήτοι, τους Η. Λ. και Λ. Μ. οι οποίοι, όπως βεβαίωσε και ο εξετασθείς μάρτυρας ήταν στελέχη της αγοράστριας (βλ. σελ. 80 των πρακτικών) και δη ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος και ο δεύτερος γενικός διευθυντής, και είχαν αντιπροσωπευτική εξουσία, γεγονός που δεν αρνήθηκε ειδικότερα η ενάγουσα εταιρία. Και ναι μεν δεν απαιτείτο γνώση του παρανόμου χαρακτήρα της αιτίας, πλην όμως τα ως άνω εκπροσωπούντα την αγοράστρια εταιρία όργανα, γνώριζαν ότι το να λάβουν τις μετοχές της εισηγμένης στο χρηματιστήριο εταιρίας των εναγομένων με την πρόσθετη ειδική συμφωνία επαναγοράς αυτών με εξωχρηματιστηριακώς προκαθορισμένο συνομολογημένο τίμημα, ήταν απαγορευμένο από το νόμο, αφού προσκρούει στους κανόνες της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Το γεγονός ότι η αγοράστρια εταιρία μέσω των αρμοδίων οργάνων της είχε συνείδηση του παράνομου χαρακτήρα της συναλλαγής, ήδη από του χρόνου λήψεως του πακέτου των μετοχών, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από το γεγονός ότι η τελευταία είναι εταιρία πλήρως εξειδικευμένη σε θέματα επενδύσεων και αγοραπωλησίας μετοχών, στελεχωμένη με κατηρτισμένο περί τη χρηματιστηριακή νομοθεσία προσωπικό, η οποία αποφάσισε να συμμετάσχει στην εταιρία των εναγομένων με την ιδιότητα του θεσμικού επενδυτή, ρόλος που δεν καταλείπει καμμία απολύτως αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ καλά ότι η επίδικη αγοραπωλησία των μετοχών αντίκειτο σε βασικούς κανόνες της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο μάρτυρας Δ. Β. στην ενώπιον συμβολαιογράφου ένορκη κατάθεση του ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους, διότι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, η αγοράστρια εταιρία, όπως και κάθε εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) με αντικείμενο δραστηριότητας τη χρηματοδότηση και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, την παροχή συμβουλών χρηματοοικονομικής φύσεως, χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης, επιχειρηματικών συμμετοχών και χρηματοδοτήσεων, γνωρίζει ότι, ως εκ του περιεχομένου, αλλά και του σκοπού, απαγορεύονται οι συμβάσεις που αφορούν σε εξωχρηματιστηριακές πωλήσεις μετοχών με πρόσθετο σύμφωνο επαναγοράς, γιατί οδηγούν σε διαμόρφωση καταστάσεων παραχρηματιστηριακής αγοράς και φαλκιδεύουν την διαφάνεια που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του χρηματιστηρίου. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 911 παρ. 2 ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο οριστικοποιείται η αποδοτέα ωφέλεια και από του οποίου επαυξάνεται η ευθύνη της αγοράστριας, ως λήπτριας της παροχής, που πλούτισε παράνομα, είναι ο χρόνος λήψης της απαγορευμένης παροχής, ήτοι η 24.1.2000. Από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής, η αγοράστρια όχι μόνον δεν απαλλάσσεται ακόμη και αν ο πλουτισμός της μειώθηκε ή δεν σώζεται, αλλ' επιπλέον ευθύνεται "σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή", δηλαδή και με νόμιμους τόκους (λόγω πλασματικής υπερημερίας), εφόσον πρόκειται για χρηματική οφειλή. Την ίδια ακριβώς αυξημένη ευθύνη έχει και η ενάγουσα, εκδοχέας της αγοράστριας. Κατ' ακολουθία τούτων, το γεγονός ότι στις 3.6.2004 η ενάγουσα εκποίησε τις μετοχές αντί τιμήματος 4.477.327 ευρώ, δεν αναιρεί την ευθύνη της για την επιστροφή της, κατά το χρόνο λήψης, αξίας των μετοχών, εφόσον η εκποίηση αυτή έλαβε χώρα εντός του χρόνου αυξημένης ευθύνης της. Μετά απ' αυτά, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως, διατηρούν έναντι της ενάγουσας, ληξιπρόθεσμη, ομοειδή (χρηματική λόγω μετατροπής της αρχικής αξιώσεως) ανταπαίτηση ισομερώς διαιρετή, ισόποση με το καταβληθέν από την αγοράστρια τίμημα των μετοχών, η οποία αντιστοιχεί στην κατά το χρόνο λήψης αξία των μετοχών και η οποία αντιπροσωπεύει την, κατά τον ίδιο χρόνο, χρηματιστηριακή τιμή αυτής.
Συνεπώς η ανταπαίτηση των εναγομένων προς επιστροφή της ωφέλειας που παρανόμως απέκτησε η ενάγουσα, κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της οποίας, κατά τα ανωτέρω, είναι η 24.1.2000, σημείο από του οποίου κατέστη τοκοφόρος, ισούται με την επίσης τοκοφόρο (από 24.1.2000) αγωγική απαίτηση της τελευταίας, έναντι των εναγομένων, προς επιστροφή του τιμήματος των 11.388.993 ευρώ. Προς απόκρουση της ενστάσεως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους των εναγομένων προβολή της ενστάσεως συμψηφισμού, με κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ανταπαίτησης, την ημερομηνία λήψεως των μετοχών, είναι καταχρηστική και προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού, επικαλείται α) ότι οι εναγόμενοι είναι ωφελημένοι από τη σύμβαση, διότι η αντιπαροχή τους δεν τελεί σε σχέση αναλογίας με το τίμημα που έλαβαν, β) ότι η ίδια τήρησε στο ακέραιο τη συμβατική της υποχρέωση να διατηρήσει τις ληφθείσες μετοχές επί τριετία και γ) ότι οι αντίδικοι της "μεθόδευσαν" την ακυρότητα της συμβάσεως και ακολούθως "ζητούν να υπολογισθεί η παροχή που έδωσαν, ωσάν να ήταν η σύμβαση έγκυρη". Ο ισχυρισμός αυτός που παραδεκτώς προβάλλεται προς απόκρουση της εφέσεως, ελέγχεται απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα α) δεν εκτίθενται περιστατικά, τα οποία να είναι ικανά, κατ' αντικειμενική κρίση, να δημιουργήσουν σ' αυτή (ενάγουσα) την πεποίθηση οι εναγόμενοι, ότι δεν θα ασκήσουν την εκ της ακυρότητας της συμβάσεως αξίωσή τους, η οποία μάλιστα ασκήθηκε σε απάντηση της εκ μέρους της πρώτης ασκήσεως του δικαιώματός της από την ίδια ακριβώς αιτία ακυρότητας της συμβάσεως και β) οι δε εκτιθέμενες επαχθείς γι' αυτήν συνέπειες είναι αποτέλεσμα, όχι της συμπεριφοράς των εναγόντων μόνο, αλλά και της δικής της επιχειρηματικής επιλογής να συνάψει συναλλακτική σχέση με συγκεκριμένο περιεχόμενο και ακολούθως εν γνώσει της επικαλούμενης ακυρότητας, να εκποιήσει τις μετοχές. Εξάλλου, ούτε η αναφερόμενη ως "μεθόδευση" της ακυρότητας, συμπεριφορά, πληροί την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον η ακυρότητα είναι εκ του νόμου, ενώ η επικαλούμενη εκ μέρους της προσήλωση στην τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων αφορά δική της επιλογή και όχι των εναγομένων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος. Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαιτήσεως αχρεωστήτου, συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με βούληση ελευθεριότητας, ήτοι με σκοπό δωρεάς ή άλλη νόμιμη αιτία. Επομένως, αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη, δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου ΑΚ 174, 180), αφού τότε δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Για το λόγο αυτό, ο σχετικός από το άρθρο 905 ΑΚ ισχυρισμός της εφεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείεται η αναζήτηση της παροχής, διότι οι αντίδικοί της προέβησαν στην παροχή εν γνώσει της ακυρότητας και άρα του αρχεωστήτου, είναι απορριπτέος, καθόσον στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για επίδοση από παράνομη (άκυρη) αιτία, στην οποία δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 905, εφόσον ελλείπει τέτοια εκούσια βούληση ελευθεριότητας, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα, οι εκκαλούντες είχαν συγκεκριμένη αιτιώδη βούληση με ανταλλακτική κατεύθυνση, συνδεόμενη με το ληφθέν τίμημα. Μετά απ' αυτά, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατ' αποδοχή της πιο πάνω ενστάσεως συμψηφισμού των εναγομένων. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση της και υποχρέωσε κάθε εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.796.311 ευρώ νομιμοτόκως από 24-1-2000, έσφαλε και γι' αυτό, κατ' αποδοχή του μόνου ερευνώμενου τέταρτου λόγου εφέσεως των εναγομένων, πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιο τούτο, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο: Α) Δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 ν.1806/1988, 15 παρ.10 ν. 3632/1928, 174, 180, 904, 905, 910, 911 περ.2, 440, 441 και 281 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρονται: 1)Η συνεπεία ακυρότητας, λόγω παράνομης αιτίας (αντιθέσεως στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 ν.1806/1988 και 15 παρ.10 του ν.3632/1928), της από 24-1-2000 εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως πωλήσεως (με ιδιότυπο σύμφωνο εξωνήσεως) 1.108.800 εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών της ανώνυμης εταιρίας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων με την επωνυμία "Κ. Κ. και Υιοί ΑΕΒΕ" προς τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας-ενάγουσας (εκχωρήτριας των αξιώσεων από τις μετοχές) χρηματιστηριακή εταιρία "Πειραιώς Prima Bank", γέννηση αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό, με αντίστοιχη ανταπαίτηση της τελευταίας, κατά τα γενόμενα δεκτά με ισχύ δεδικασμένου από τη μη αναιρεθείσα ως προς αυτό το μέρος της 802/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 2) Η εξαιτίας αδυναμίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας να αποδώσει αυτούσιες τις μετοχές, που έλαβε, προς τους δικαιούχους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους, διότι τις είχε εκποιήσει με υποπολλαπλάσιο αντάλλαγμα (4.477.327 ευρώ που παρέμεινε στην κατοχή της), δημιουργία δευτερογενούς υποχρέωσής της να καταβάλει την αξία των μετοχών προς τους αναιρεσιβλήτους. 3) Η αυξημένη ευθύνη της αγοράστριας των μετοχών-δικαιοπαρόχου (εκχωρήτριας) της αναιρεσείουσας για την καταβολή στους αναιρεσιβλήτους της μη υποτιμημένης αξίας ων μετοχών, κατά την αξία του χρόνου κατάρτισης της συμβάσεως πωλήσεως, με τους νόμιμους τόκους, όπως θα συνέβαινε αν είχε επιδοθεί η αγωγή, διότι τα αρμόδια για τη διοίκηση και εκπροσώπησή της φυσικά πρόσωπα, κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζαν το περιεχόμενο της εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής που ήταν άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της σε απαγορευτικούς κανόνες δημοσίας τάξεως και η γνώση αυτή της αιτίας του αδικαιολόγητου πλουτισμού αρκούσε για τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας, ως διαδόχου της λήπτριας στην επίδικη άκυρη έννομη σχέση, για το σχηματισμό δε αυτής της κρίσης του αφενός μεν συνδύασε το γεγονός ότι η αγοράστρια ήταν εξειδικευμένη σε θέματα επενδύσεων και αγοραπωλησίας μετοχών, με προσωπικό που γνώριζε τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και αποφάσισε να συμμετάσχει στην εταιρία των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων με την ιδιότητα του θεσμικού επενδυτή, αφετέρου δε έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία η παράλειψη αξιολόγησης της μεταγενέστερης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας να κρατήσει στην κατοχή της τις επίμαχες μετοχές επί τριετία περίπου, υπό συνθήκες βαθμιαίας πτώσης της χρηματιστηριακής αξίας τους και να μην επιδιώξει, ενόσω τις κατείχε, την άσκηση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά των αναιρεσιβλήτων, λόγω ακυρότητας της επίδικης εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως μεταξύ αυτών. 4) Η μη καταχρηστική άσκηση από τους αναιρεσιβλήτους της ενστάσεως συμψηφισμού, ως λόγου αποκλεισμού της ευθύνης τους προς απόδοση της αξίως των από παράνομη αιτία ληφθεισών μετοχών από την αναιρεσείουσα, η οποία κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση των υποτιμημένων μετοχών με την εκποίησή τους και η παραχρήμα απόδειξη της ενστάσεως συμψηφισμού. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., υπό στοιχεία 2.1 και 2.2. από το κύριο δικόγραφο, 1, 2 και 3, κατά το οικείο μέρος τους, από το πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Β) Δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για τη θεμελίωση της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση ως μη αποδεικνυόμενη παραχρήμα, καθ' όσον δεν αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο δημιουργίας αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας για την οφειλή δικονομικών τόκων επί της αποδοτέας ωφελείας προς τους αναιρεσιβλήτους, για το δοθέν από αυτούς στην αναιρεσείουσα αντάλλαγμα στα πλαίσια της μεταξύ αυτών άκυρης εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής, η γνώση (συνείδηση) του παρανόμου χαρακτήρα της αιτίας του πλουτισμού, αλλά αρκούσε η γνώση των περιστατικών που καθιστούσαν παράνομη τη λήψη, δηλαδή του περιεχομένου της εξωχρηματιστηριακής συμβάσεως των διαδίκων.
Συνεπώς, οι πλεοναστικώς εκφερόμενες κρίσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τη θεμελίωση της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων και επίτασης της ευθύνης της αναιρεσείουσας, σχετικά με την ύπαρξη συνείδησης παρανομίας της δικαιοπαρόχου της, αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, οι δε αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., υπό στοιχεία 2.3, 2.2 από το κύριο δικόγραφο και 2 από το πρόσθετο δικόγραφο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Γ) Δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με την 343/2009 αναιρετική απόφαση ούτε δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ορισμένο της ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων. Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας έχουν ως λογική αφετηρία τις εσφαλμένες προϋποθέσεις ότι: 1) αποτελούσε αναγκαίο όρο της αυξημένης, κατά το άρθρο 911 περίπτ.2 του Α.Κ., ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού των αναιρεσιβλήτων, η επίκληση συνείδησης (γνώσης) του παρανόμου της αιτίας από την πλευρά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ενώ αρκούσε γνώση των περιστατικών, που καθιστούσαν παράνομη τη λήψη, δηλαδή του σκοπού για τον οποίο δόθηκε η παροχή και 2) η δεσμευτικότητα της 343/2009 αναιρετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού υποχρέωνε το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να δεχθεί για τη θεμελίωση αυξημένης ευθύνης της αναιρεσείουσας θετική γνώση του παράνομου χαρακτήρα της αιτίας του πλουτισμού από την ίδια ή τη δικαιοπάροχό της. Επομένως οι υπό στοιχεία 2.1, 2.2 κατά το οικείο μέρος τους και 1 από το δικόγραφο προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 559 αρ. 16 και 18 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.5.2011 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., με τους από 23.1.2012 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1545/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότητα, κατ’ άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 και 15 παρ.10 ν. 3632/1928 εξωχρηματιστηριακής πώλησης μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με εγγυημένη απόδοση για μία τριετία και σύμφωνο εξωνήσεως. Μείωση αξίας μετοχών εντός τριετίας, εκποίησή τους από την αγοράστρια σε μειωμένη τιμή (4/10 αξίας) και έγερση αγωγής αποζημίωσης και επικουρικώς αδικαιολόγητου πλουτισμού. Νόμιμη επικουρική βάση. Ένσταση συμψηφισμού εναγομένων, για αξίωσή τους, προερχόμενη από την κατά τον χρόνο κτήσης των μετοχών από την αγοράστρια ισόποση ωφέλειά της με την αγοραία αξία τους (τίμημα που έλαβαν οι πωλητές). Προϋπόθεση αυξημένης ευθύνης του λήπτη αδικαιολόγητου πλουτισμού (κατά τα άρθρα 904, 905, 910 και 911 περ.2 ΑΚ) είναι η γνώση των περιστατικών που καθιστούν παράνομη την αιτία του πλουτισμού και όχι γνώση (ή συνείδηση) του παρανόμου της αιτίας του πλουτισμού.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 610/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη περί αναιρέσεως της 2018/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Κ. του Δ. και με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Γ. Σ. του Θ. και 2. Σ. Π. του Γ., κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1298/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι οι ποινές που συρρέουν και προσμετρώνται σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλεια τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα παραπάνω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμιά από τις εκεί επί μέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ', και 518 παρ. 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση 2018/2011 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση και σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε μηνών για κάθε μία από αυτές (ηθικές αυτουργίας), συνολικά δε ποινή φυλάκισης επτά μηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και οι ποινές δεν έχουν εκτιθεί, πρέπει, ενόψει του ότι η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να τύχουν εφαρμογής, αυτεπαγγέλτως, οι προαναφερόμενες επιεικέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις του Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφούν υπό όρο οι ποινές φυλάκισης των πέντε μηνών για κάθε μία από τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση και σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4043/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2018/11 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Παραγράφει υπό όρο τις ποινές φυλάκισης των πέντε (5) μηνών, που επιβλήθηκαν με την προδιαληφθείσα απόφαση στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Μ. Σ. του Κ., για κάθε μία ηθική αυτουργία, ήτοι για την ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση και για την ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2012 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ’ εξακολούθηση και σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση. Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης για κάθε μια ηθική αυτουργία πέντε μήνες. Εφαρμογή, αυτεπαγγέλτως, του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Ν. 4043/2012. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση και παραγράφει τις πιο πάνω ποινές φυλάκισης υπό όρο, εφόσον αυτές είναι διάρκειας όχι μεγαλύτερης από έξι μήνες.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 604/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσέλιο, περί αναιρέσεως της 9/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Αγορανομικό Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι οι ποινές που συρρέουν και προσμετρώνται σε μία συνολική ποινή, διατηρούν την αυτοτέλεια τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ, και 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη 9/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κρίθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης του άρθρου 30 παρ. 12 και 15 Ν.Δ. 136/1946 και του άρθρου 23 Ν. 248/1914 και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε μία των τεσσάρων (4) επιμέρους πράξεων της πρώτης πράξης (παράβαση άρθρ. 30 παρ. 12 Ν.Δ. 136/46), φυλάκιση τριάντα (30) ημερών και χρηματική ικανοποίηση τριακοσίων ευρώ για τη δεύτερη πράξη (παράβαση άρθρ. 30 παρ. 15 του αυτού Ν.Δ/τος) και φυλάκιση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ για την Τρίτη πράξη και καθορίστηκε κατά συγχώνευση συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και πενήντα (50) ημερών και συνολική χρηματική ποινή τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και οι ποινές δεν έχουν εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις του Ν, 4043/2012. Συγκεκριμένα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλόμενη απόφαση και να παραγραφούν υπό όρο οι ποινές φυλάκισης των έξι (6) μηνών και πενήντα (50) ημερών, καθώς και της χρηματικής ποινής τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ για τις παραπάνω πράξεις της παράβασης του άρθρου 30 παρ. 12 και 15 του ΝΔ 136/46 και άρθρ. 23 του Ν. 248/1914, που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν 4043/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9/2011 απόφαση του Τριμελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραγράφει υπό όρο τις ποινές των έξι (6) μηνών και πενήντα (50) ημερών και χρηματικής ποινής τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ, που επιβλήθηκαν με την ανωτέρω απόφαση στον κατηγορούμενο, Κ. Ρ. του Ν., για την παράβαση του άρθρου 30 παράγραφοι 12 και 15 του Ν.Δ. 136/46 και του άρθρου 23 του Ν. 248/1914.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατηγορούμενος ο νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής ανώνυμης εταιρίας , που διατηρεί κατάστημα πωλήσεως και τροφίμων (SUPER MARKET), για τέλεση από πρόθεση αγορανομικών παραβάσεων. Οι επιμέρους ποινές οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή, εφόσον δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες καθεμιά τους, παραγράφονται κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4043/2012, αν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 13-2-12, δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο, υπό τον όρο μη τελέσεως από τον καταδικασθέντα νέας αξιόποινης πράξης από δόλο μέσα στην επόμενη διετία και καταδίκης του αμετάκλητα σε ποινή ανώτερη των έξι μηνών, οπότε εκτίει και την πρώτη ποινή, αθροιστικά. Παραγράφονται και οι χρηματικές ποινές, με τις αυτές προϋποθέσεις και συνέπειες-αναιρεί και παραγράφει υπό όρον.
| null | null | 0
|
Αριθμός 601/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ... και εγκαλούμενο τον Δ. Π. του Κ.. Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 48898/2.12.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1391/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 53/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ' ΚΠΔ, την από 2-12-2011/48898 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα εξής: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στη οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου, κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται, κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο (Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922). 2) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. (Α.Π. 557/11- Α.Π. 397/11- Α.Π. 235/11). 3) Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ε. Χ. του Ν., κάτοικος ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σάμου, την από 3-3-09/Α09/177 έγκληση, σε βάρος του Δ. Π. του Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για εξύβριση, απρόκλητη έμπρακτη εξύβριση, δυσφήμιση και συκοφαντική δυσφήμιση (361, 361 Α, 362 και 363 Π.Κ.). 4) Επειδή ο εγκαλούμενος, υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠΔ δικαστήριο, γι' αυτό και επειδή από την έγκληση προκύπτει ότι τόπος τέλεσης των φερομένων ως τελεσθεισών υπ' αυτού πράξεων είναι η Αθήνα, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σάμου, διαβίβασε την σχετική έγκληση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση δια προκαταρκτικής εξέτασης, ότι ο ανωτέρω εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. το από 14-6-2010/ 62199 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προφανώς για εφαρμογή του άρθρου 137 § 1 εδ. β' ΚΠΔ. Όμως, πλέον, στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον το Πρωτοδικείο Αθηνών και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Γι' αυτό και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το 48898/2-12-11 έγγραφό του, διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για εφαρμογή του άρθρου 137 §1 εδ. γ' ΚΠΔ (Α.Π. 840/05). 5) Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω υπόθεσης, αφού στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον αυτό και αυτή των Αθηνών, όπου όμως υπηρετεί ο εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός (Α.Π. 2034/10).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η Η10/5918 (Α09/177)/3-3-09 έγκληση του Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του εγκαλουμένου Δ. Π. του Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, (και αν συντρέξει περίπτωση στην Εισαγγελία Εφετών και στο Εφετείο Πειραιώς). Αθήνα 22-2-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δια την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επ. αρ. 137§1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των Πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και τον αποκλεισμό υπονοιών αμεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το 48898/2.12.2011 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 137 περ.γ' και 136 περ.ε' του ΚΠΔ η συνημμένη ποινική δικογραφία (προκαταρκτική), που σχηματίσθηκε, κατόπιν της από 3.3.2009/Α09/1771 εγκλήσεως του Ε. Χ., κατοίκου ..., για εξύβριση, απρόκλητη έμπρακτη εξύβριση, δυσφήμιση και συκοφαντική δυσφήμιση (ΠΚ 361, 361Α, 362 και 363), σε βάρος του Δ. Π. του Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.
Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Πρωτοδικείου και Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την ποινική υπόθεση επί της οποίας η από 3.3.2009 έγκληση του Ε. Χ., κατοίκου ..., σε βάρος του Δ. Π. του Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Εφετών (προκειμένου να καθοριστεί από το Δικαστήριο αυτό η αρμοδιότητα των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών), η ποινική δικογραφία που αφορά εισαγγελικό λειτουργό, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Παραπέμπει στις αρχές (Εισαγγελικές και δικαστικές ) Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 598/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Δ. Σ..
Η αίτηση αυτή με αριθμ. πρωτ. 150997/11.1.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό πρωτ. 51/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Ο Δ. Σ., Πρωτοδίκης Αθηνών, υπέβαλε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επέχει θέση εγκλήσεως, με την οποία αγγέλει-καταγγέλει την τέλεση σε βάρος του, εγκλημάτων (απειλή κλπ.) από άγνωστο. Η άνω αναφορά διαβιβάστηκε μετά των συνημμένων αυτής - στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αυτός στον Εισαγγελέα Εφετών σύμφωνα με το άρθρο 136 περίπτωση ε - σε συνδυασμό με το άρθρο 137 εδ. β' Κ. Ποιν.Δ. Ο τελευταίος, ενόψει του ότι στο Εφετείο Αθηνών δεν υπάγεται πλέον (σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 4022/2011) άλλο Πρωτοδικείο εκτός αυτού των Αθηνών, υπέβαλε αυτή στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για τον ορισμό αρμοδίου Πρωτοδικείου κατά τα άρθρα 136 περ. ε και 137 εδ. γ Κ.Ποιν.Δ. - "σε κάθε άλλη περίπτωση" ήτοι όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων Εφετών-Πλημμελειοδικών.
ΙΙ) Επειδή όντως κατά το άρθρο 136 περ. ε Κ.Π.Δ.- όπως ισχύει και μετά το άρθρο 10 ν.3160/2003 - "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Εξ άλλου κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο Πλημμελειοδικών όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136 β) το συμβούλιο Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η ως άνω παραπομπή περιλαμβάνει και το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης και η προ αυτής διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (βλ. ΑΠ 2080/2006 κ.α.) ως εκ του δικαιολογητικού λόγου καθιερώσεώς της, ήτοι στην εξασφάλιση της αμεροληψίας - ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για την αμεροληψία του η οποία οφείλεται στο γεγονός της συν-υπηρέτησης με τον εγκαλούντα. Ενόψει την ανωτέρω, και δεδομένου ότι στο Εφετείο Αθηνών δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο εκτός αυτό των Αθηνών (βλ. πλέον το άρθρο 8 ν. 4022/2011, με το οποίο ιδρύθηκε το Εφετείο Ευβοίας), έτσι ώστε να υφίσταται αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών (πρ. βλ. ΑΠ 2079/2006 ΑΠ 223/2003 κ.α.), πρέπει να παραπεμφθεί η υπό κρίση υπόθεση στο Πρωτοδικείο και εάν συντρέξει περίπτωση, στο Εφετείο Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως παραπεμφθεί η από 29-8-2011 έγκληση του Πρωτοδίκη Αθηνών Δ. Σ. στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου, και, αν συντρέξει περίπτωση, Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 19-1-2012
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ίδιου Κώδικα Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνον κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ.γ' ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικά, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύονται τα εξής: Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την 150997/11.1.2012 αναφορά του ζητεί την παραπομπή της, από 29.8.2011, αναφοράς-έγκλησης του Πρωτοδίκη Αθηνών Δ. Σ., με την οποία καταγγέλλει την τέλεση σε βάρος του εγκλημάτων (απειλή κλπ) από άγνωστο, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, επειδή για τον εγκαλούντα συντρέχει λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι αυτός υπηρετεί, ως Πρωτοδίκης, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δηλαδή στον Εισαγγελέα στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να ερευνήσει την προδιαληφθείσα αναφορά-έγκληση. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (ΚΠΔ 136 στοιχ. ε', 137) και πρέπει, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης της πιο πάνω αναφοράς-έγκλησης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και αν συντρέξει περίπτωση στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, όπως στο διατακτικό ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της, από 19.8.2011 αναφοράς-έγκλησης του Δ. Σ., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατάσσει την παραπομπή της αναφοράς-έγκλησης Πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
Αριθμός 597/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Α. Σ. του Φ., κάτοικο Γλυφάδας Αττικής και εγκαλούμενους τους 1. Δ. Τ., 2. Α. Γ., 3. Κ. Σ., 4. Α. Ν. και 5. Β. Π..
Η αίτηση αυτή με υπ' αριθμ. πρωτ. 39552/30.11.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1454/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 52/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, την 39552/30.11.2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών ή εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134 και 135 εδ.1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1391/2011, 557/2011, 235/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 1.8.2011 έγκλησή της [εγκλητήρια ένορκη κατάθεση] η Α. Σ. του Φ., κάτοικος ..., καταμήνυσε τους δικαστικούς λειτουργούς που διετέλεσαν Ανακριτές στο 12ο Τακτικό Τμήμα Πλημ/κών Αθηνών: α) Δ. Τ., ήδη Εφέτη, β) Α. Γ., γ) Κ. Σ., και δ) Α. Ν., ήδη Προέδρους Πρωτοδικών, και ε) Β. Π., Πρωτοδίκη, για τέλεση αξιοποίνων πράξεων (καταχρήσεως εξουσίας, παραβάσεως καθήκοντος). Περαιτέρω, από τις συνημμένες υπηρεσιακές βεβαιώσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αρ. πρωτ. 10488/16.9.2011 και 88157/3.10.2011, αντιστοίχως, προκύπτει ότι οι εγκαλούμενοι γ, δ και ε, υπηρετούν στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ οι α και β εγκαλούμενοι υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και το Πρωτοδικείο Χαλκίδας, αντιστοίχως. Επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, συντρέχει, ως προς τους εγκαλούμενους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά λόγω συναφείας και για την ενότητα της κρίσεως και ως προς τους λοιπούς, νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή από τον Άρειο Πάγο, αντί του κατ' αρχήν αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθόσον δεν υπάρχει νομική δυνατότητα αυτού να διατάξει την παραπομπή, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο, πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει, να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιες, για τη δικαστική διερεύνηση και απόφανση επί της από 1.8.2011 εγκλήσεως [εγκλητήριας ένορκης καταθέσεως] της Α. Σ. του Φ., κατά των ως άνω δικαστικών λειτουργών, αντί των αρμοδίων εισαγγελικών και δικαστικών Αρχών του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, οι αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να γίνει δεκτή η 39552/30.11.2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιες, για να αποφανθούν επί της από 1.8.2011 εγκλήσεως [εγκλητήριας ένορκης καταθέσεως] της Α. Σ. του Φ., κατοίκου ..., κατά των δικαστικών λειτουργών που διετέλεσαν Ανακριτές στο 12ο Τακτικό Τμήμα Πλημ/κών Αθηνών: α) Δ. Τ., ήδη Εφέτη, β) Α. Γ., γ) Κ. Σ., και δ) Α. Ν., ήδη Προέδρους Πρωτοδικών, και ε) Β. Π., Πρωτοδίκη, αντί των εισαγγελικών και δικαστικών Αρχών του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, οι αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα, 15 Φεβρουαρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδάφ. ε Κ.Ποιν.Δ. στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Ποιν.Δ., Δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο.
Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 εδάφ. γ' Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι εκείνο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η Α. Σ. του Φ. με την από 1.8.2011 ένορκη κατάθεσή της υπέβαλε μήνυση κατά των διατελεσάντων ανακριτών στο 12ο Τακτικό Τμήμα Πλημμελειοδικών Αθηνών, α) Δ. Τ. ήδη Εφέτη Αθηνών, β) Α. Γ. ήδη Προέδρου Πρωτοδικών Χαλκίδας, γ) Κ. Σ. και δ) Α. Ν., ήδη Προέδρων Πρωτοδικών Αθηνών και ε) Β. Π. Πρωτοδίκη Αθηνών, για τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της καταχρήσεως εξουσίας και της παραβάσεως καθήκοντος.
Επομένως ως εκ του ότι οι τρεις τελευταίοι από τους καταμηνυομένους ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών που είναι το αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Ποιν.Δ. δικαστήριο και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις συντρέχει, για τους καταμηνυθέντες ανωτέρω δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών αλλά και λόγω συναφείας και για την ενότητα της κρίσεως και ως προς τον πρώτο αυτών που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών καθώς και ως προς τον δεύτερο των μηνυομένων που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο αντί του κατ' αρχήν αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθόσον δεν υπάρχει νομική δυνατότητα αυτού να διατάξει την παραπομπή δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, πρέπει να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιες για να επιληφθούν για τη διερεύνηση και την κρίση επί της ανωτέρω εγκλητήριας από 1.8.2011 ένορκης καταθέσεως της Α. Σ. κατά των καταμηνυομένων δικαστικών λειτουργών αντί των αρμοδίων Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών οι αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση επί της οποίας η από 1.8.2011 εγκλητήρια από 1.8.2011 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα της Α. Σ. του Φ. κατά των καταμηνυθέντων δικαστικών λειτουργών που διετέλεσαν Ανακριτές στο 12ο Τακτικό Τμήμα Πλημμελειοδικών Αθηνών, α) Δ. Τ. ήδη Εφέτη, β) Α. Γ., γ) Κ. Σ., δ) Α. Ν. ήδη Προέδρων Πρωτοδικών και ε) Β. Π., Πρωτοδίκη, στις Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπει την υπόθεση στις Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 595/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Α. Χ. του Ι., 2. Ν. Σ. του Ν., 3. Ι. Χ. του Γ., κατοίκων ... και 4. Δ. συζ. Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 11422/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Λ. Σ. του Δ., 2. Α. Λ. του Ν., κατοίκων ... και 3.Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Λ.-Λ. Α. Ο.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 430/11.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 189/16-9-11 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την από 25-2-2011 και με ημερομηνία καταθέσεως 28-2-2011 κοινή δήλωση αναιρέσεως των 1) Α. Χ. του Ι. και Μ., κατοίκου ..., 2) Ν. Σ. του Ν. και της Α., κατοίκου ομοίως ..., 3) Ι. Χ. του Γ. και Ε., κατοίκου ομοίως ..., 4) Δ. συζ. Ν. Δ. του Δ. και της Α. το γένος Σ., κατοίκου ..., που απευθύνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 11422/23-12-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών έκαστος η οποία ανεστάλη επί 3ετία για συκοφαντική δυσφήμηση που τελέσθηκε από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 του Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα: Η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 18-2-2011. Πλην όμως εν προκειμένω ανεξάρτητα από την βασιμότητα ή μη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος σε συνδ. με τα άρθρα 139 και 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), δοθέντος ότι ο Δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Β. Γεωργόπουλος που κατέθεσε ως πληρεξούσιος των εν λόγω δηλούντων αναιρεσειόντων κοινή αίτηση αναιρέσεως δεν προσκόμισε εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από της καταθέσεως της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, η προκειμένη κοινή δήλωση αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 25-2-2011 και με ημερομηνία καταθέσεως 28-2-2011 κοινή δήλωση αναιρέσεως των 1) Α. Χ. του Ι. και Μ., 2) Ν. Σ. του Ν. και της Α., 3) Ι. Χ. του Γ. και Ε., 4) Δ. συζ. Ν. Δ. του Δ. και της Α. το γένος Σ., κατοίκων των τριών πρώτων από αυτούς ..., και της τετάρτης τούτων κατοίκου ..., λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητος. 2) Να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14-6-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 ΚΠΔ στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψη της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 25.2.2011 αίτηση αναίρεσης, που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-2-2011, προσβάλλεται η 11422/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, κατ' έφεση, για συκοφαντική δυσφήμηση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών ο καθένας. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23.12.2010 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 18.2.2011. Την αίτηση αυτή άσκησε επομένως στις 28.2.2011 εμπρόθεσμα, για λογαριασμό των κατηγορουμένων ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος, χωρίς όμως να έχει την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, αφού δεν προσαρτάται στη συνταχθείσα αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση των αναιρεσειόντων, με την οποία να παρέχεται εντολή για την άσκηση του ένδικου τούτου μέσου σε αυτόν, ενώ δεν προσκομίστηκε έστω μεταγενέστερα πληρεξούσιο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του, δηλαδή μέχρι τις 20.3.2011, το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως. Σημειώνεται, ότι η στην οικεία δικογραφία διαλαμβανόμενη και επικαλούμενη, από 17.1.2012, εξουσιοδότηση των αναιρεσειόντων προς τον ασκήσαντα την αναίρεση πιο πάνω δικηγόρο, ενόψει των παραπάνω, ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή. Μετά απ' όλα τα παραπάνω, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ξεχωριστά ο καθένας στα έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25 Φεβρουαρίου 2011, αίτηση των Α. Χ. του Ι., Ν. Σ. του Ν., Ι. Χ. του Γ., κατοίκων ..., και Δ. συζύγου Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 11422/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, εφόσον το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε από δικηγόρο που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν προσαρτάται στην αίτηση σχετικό πληρεξούσιο των κατηγορουμένων, και δεν καλύφθηκε το απαράδεκτο, αφού δεν προσκομίστηκε αργότερα, το τυχόν υπάρχον πληρεξούσιο, ήτοι μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 594/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7951/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ. Α. του Γ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2012
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 36/13.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε συμβούλιο), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την από 2-12-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 7.951/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα κάτωθι: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων (περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω), εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ...". Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου "η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1", ενώ σύμφωνα με την παρ.3 του ιδίου άρθρου "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Τέλος σύμφωνα με την διάταξη της παραγ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 "στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έγκλημα που τελέστηκε δια του τύπου ως οργάνου, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, σε κάθε όμως περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 (ΑΠ 109/2003 ΑΠ 136/2000 Ποιν Χρον Ν 412), ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς (ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε στις 2-12-2011 την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 7951/2011αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, με επίδοση σχετικής δήλωσης του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 Κ.Π.Δ). Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων την 14-11-2011. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 473 παρ. 2 και 3 Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/ 1994 άρχιζε στην προκειμένη περίπτωση την 15-11-2011 (άρθρο 166 παρ.2 Κ.Π.Δ) και έληγε την 25-11-2011. Ασκηθείσα συνεπώς αυτή την 2-12-2011, είναι εκπρόθεσμη, δεν εκτίθενται δε σ' αυτήν λόγοι ανώτερης βίας που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ,να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 2-12-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 7951/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: παρ.1 "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ...". παρ.2 "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Α.Π. μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1 ...". παρ.3 "Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 507 παρ.1 και 474 ΚΠΔ συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου για απόφαση που δημοσιεύθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ή όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο είναι εικοσαήμερη με αφετήριο χρονικό σημείο την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου μόνον του Ν. 2243/1994 παρ.3 "στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του Τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης για έγκλημα που τελέστηκε δια του Τύπου, ως οργάνου, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή (αναίρεση) ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης παρόντος του κατηγορουμένου ή όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο, αλλιώς από τη νόμιμη επίδοσή της στο δικαιούμενο σε αναίρεση, σε κάθε όμως περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, αν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που εμποδίζουν το δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να διαλαμβάνονται στη συντασσόμενη, κατά το άρθρο 474 οικεία έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε στις 2 Δεκεμβρίου 2011 την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 795/2011 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου, με επίδοση σχετικής δήλωσής του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων στις 14 Νοεμβρίου 2011. Ενόψει των παραπάνω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης, αρχίζει εν προκειμένω στις 15 Νοεμβρίου 2011. Όμως αυτή (αναίρεση) ασκήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2011 και έτσι είναι εκπρόθεσμη, δεν διαλαμβάνονται δε σ' αυτή λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, και ως τέτοια, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2 Δεκεμβρίου 2011, αίτηση του Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7951/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησή της.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 593/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου R. ή F. E. ή R. του N. ή N. L., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2339/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1470/11.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 33/9-2-12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 5190/13-9-2011 αίτηση αναίρεσης του R. ή F. E. ή R. του N. ή N. L., κατοίκου ..., Πάτμου 9 και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Κερκύρας κατά της με αριθμ. 2339/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καθορίστηκε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 37.000 ευρώ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ..." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256, ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260, ΑΠ 406/06, ΑΠ 2397/04 κ.α.). Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι ορισμένοι και σαφείς. Σαφείς δε και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες, στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 Π.Χ ΝΑ 975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητάει την αναίρεση της 2339/7-9-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι "θεωρεί ότι η επιμέτρηση των ποινών του δεν έγινε με την δέουσα επιείκεια, με αποτέλεσμα να του καθορισθεί η ανωτέρω ποινή" (βλ. την υπ' αριθμ. 5190/2011 έκθεση αναίρεσης), δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για το λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476 παρ. 1-583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ (Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 5190/13-9-2011 αίτηση αναίρεσης του R. ή F. E. ή R. του N. ή N. L., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., κατά της με αριθμ. 2339/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 37.000 ευρώ. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε
Tον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15/2/2012 αποδεικτικό επίδοσης του γραμματέα Κ.Κ. Κορυδαλλού, Αθανασίου Μητρόπουλου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 13 Σεπτεμβρίου 2011, αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 2339/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία για τον κατάδικο-αναιρεσείοντα, καθορίστηκε συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή τριάντα επτά χιλιάδων ευρώ. Ζητείται δε η αναίρεσή της, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στη σχετική έκθεση "... για τους παρακάτω νομίμους και βασίμους λόγους και όσους λόγους θέλει νομίμως προσθέσει εν καιρώ και συγκεκριμένα θεωρεί ότι η επιμέτρηση των ποινών του δεν έγινε με τη δέουσα επιείκεια.", χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η ένδικη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του ίδιου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 2012 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, στο οποίο και κρατείται αυτός, Αθανασίου Μητρόπουλου, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 13 Σεπτεμβρίου 2011, αίτηση του R. ή F. E. ή R. του N. ή N. L., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της 2339/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστος ο λόγος αναίρεσης. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 598 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στο 12ο χλμ. της οδού Θεσσαλονίκης - Λαγκαδά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λαμτζίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. (T.) Κ. (K.) του Γ. (J.), υπηκόου Γεωργίας, προσωρινά διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιόλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23281/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1677/2010 και 1112/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 § 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή και η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή. Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναίρεσης. Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566§1 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αναιρετικής αίτησης είναι και το να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, συνάγεται ότι, αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης προκύπτει ότι ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ.1112/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ερήμην της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 1677/2010 απόφασης του ίδιου Εφετείου, καθώς και η αναίρεση της τελευταίας ερήμην αποφάσεως. Στο δικόγραφο όμως της αίτησης αναιρέσεως δεν περιέχεται κανένας λόγος αναίρεσης, ως προς τη συμπροσβαλλόμενη τελευταία ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα απόφαση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, καθ' όσον με αυτή διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1677/2010 εφετειακής απόφασης, είναι απαράδεκτη.
Κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 673 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 674 παρ. 2, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί, για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε, και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πρώτη, απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας, προσβαλλόμενη 1112/2011 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την ανακοπή ερημοδικίας, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, δέχθηκε τα ακόλουθα : Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία ισχυρίζεται ότι, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010, που εκδικάστηκε, ενώπιον του και έγινε δεκτή η έφεση του καθ' ου η ανακοπή κατά της 23281/2009 οριστικής απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν µπόρεσε να παρασταθεί και δικάστηκε ερήµην από λόγο ανώτερης βίας. Συγκεκριμένα εκθέτει στην ανακοπή της, ότι μέτοχος αυτής τυγχάνει ο Γ. Δ., ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της, από την ίδρυση της µέχρι και την 6-5-2009, δηλαδή και κατά το διάστηµα της απασχόλησης του αντιδίκου της στην επιχείρηση της. Ότι ο άνω µέτοχος της, ο οποίος ήταν αυτός που προσλάβανε τον αντίδικο της και επιµελείτο όλων των υποθέσεων της, κατά το επίδικο διάστηµα, όντας ο µόνος αρµόδιος να επιµεληθεί της αντικρούσεως των ισχυρισµών του καθ' ου, ως µόνος γνώστης των χαρακτηριστικών της υποθέσεως, ασθένησε αιφνίδια περί τα µέσα του Φεβρουαρίου του 2010 και ειδικότερα εµφάνισε, λόγω της αρτηριακής υπερτάσεως του, αίσθηµα προκάρδιων παλµών επί κολπικής µαρµαρυγής και ο θεράπων ιατρός του Γ. Μ. του συνέστησε αυστηρά την αποφυγή κάθε κόπωσης και στρες για έναν τουλάχιστον µήνα από την 15-2-2010. Ότι ο άνω µέτοχος της ήταν ο µόνος αρµόδιος και γνώστης όλων των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση υποθέσεως, προκειµένου, συνεργαζόµενος µε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, να µεριµνήσει ούτως ώστε να αντικρουστούν τα αναπτυσσόμενα στην έφεση του αντιδίκου τους επιχειρήµατα, πλείστα των οποίων αφορούσαν ζητήµατα πραγµατικά και όχι νοµικά, πολύ δε περισσότερο να µεριµνήσει προκειµένου να εξευρεθούν µάρτυρες γνώστες όλων των υπό κρίση ζητηµάτων, προκειµένου να λάβει ένορκες βεβαιώσεις τους, προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων που θα ελάµβανε ο αντίδικος της την 26-2-2010. Ότι όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αποτάθηκε περί τα µέσα του Φεβρουαρίου του 2010 στον Γ. Δ., ζητώντας του να ξεκινήσουν την προετοιμασία της δίκης, αυτός, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης ασθένειας του, του δήλωσε αδυναμία συνεργασίας τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2010, στη συνέχεια δε η ίδια προσκόμισε στον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της την, από 15-2-2010 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω ειδικού καρδιολόγου, που περιέγραφε την πάθηση του Γ. Δ. και τις αυστηρές συστάσεις του προς αυτόν και του ζήτησε να ζητήσει κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010 αναβολή της συζητήσεως της εφέσεως του αντιδίκου της, για τους παραπάνω λόγους, πράγματι δε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσήλθε την 1-3-2010 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως για τους παραπάνω λόγους κομίζοντας και την ως άνω ιατρική βεβαίωση, πλην όμως το άνω δικαστήριο αρνήθηκε τη χορήγηση της αναβολής. Επικαλούμενη λοιπόν ότι η αιφνίδια ασθένεια του Γ. Δ. και η εξ αυτής αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πλήρoυς προετοιμασίας της, συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, ζητεί να γίνει δεκτή η ανακοπή της, να εξαφανισθεί η 1677/2010 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και να επακολουθήσει νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο μοναδικός αυτός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά, που επικαλείται η ανακόπτουσα, για να δικαιολογήσει τη μη παράσταση της στο Δικαστήριο και τη συνακόλουθη ερημοδικία της, δεν συνιστούν περίπτωση ανώτερης βίας κατά την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον τα γεγονότα αυτά δεν την παρεμπόδιζαν να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να αντικρούσει την έφεση του καθ' ου η ανακοπή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, τον οποίο και µπορούσε να ειδοποιήσει ο νόµιµος εκπρόσωπος της, όπως και έγινε, αφού, όπως ρητά εκτίθεται στην ανακοπή, ειδοποιήθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας, ο οποίος και προσήλθε την 1-3-2010 ενώπιον του Εφετείου και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως για τους παραπάνω λόγους, πλην όµως το αίτημα αυτό απορρίφθηκε και ακολούθως συζητήθηκε η έφεση του καθ' ου ερήµην της ανακόπτουσας. Έτσι, όμως, δεν µπορεί να γίνει λόγος για αδυναµία εµφάνισης της ανακόπτουσας κατά τη δικάσιµο της 1-3-2010 λόγω γεγονότος εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν µπορούσε να αποφευχθεί µε µέτρα άκρας επιµέλειας και συνέσεως. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να υπαγάγει με βάση αυτά, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που, (όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου) εκτίθενται στην ανακοπή, στον κανόνα του άρθρου 673 § 1 ΚΠολΔ και, ακόμη, δεν παραβίασε την, από το ουσιαστικό δίκαιο, νομική έννοια της ανώτερης βίας, που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 673 §1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 περ. β' του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και συνεπώς στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει αποδεικτικό πόρισμα, οι, από τους αρ.19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι σχετικές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 ΚΠολΔ, πρβλ και άρθρ.312 του ίδιου Κώδικα).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε Κ.Πολ.Δ. "δικαστές και εισαγγελείς ... μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο ε) αν διεξήγαγαν την υπόθεση από την οποία προήλθε η διαφορά ... ή είχαν μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση είχε προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση". Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο σαφή και περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση.
Συνεπώς δεν περιλαμβάνονται και οι αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπών ερημοδικίας, αφού, κάτι τέτοιο, δεν επιτάσσεται από την παραπάνω διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2010, στη σύνθεση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε, ερήμην της αναιρεσείουσας, την 1677/2010 απόφαση του, επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής και της 23281/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συμμετείχαν η Πρόεδρος Εφετών Άννα Μιχαλοπούλου και ο Εφέτης Κωνσταντίνος Γεωργιάδης. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε την με αρ. κατάθεσης 12/19-10-2010 ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας έγινε την 16-5-2011, και στη σύνθεση του Δικαστηρίου που τη δίκασε και εξέδωσε την 1112/2011 απόφαση, συμμετείχαν και πάλι οι παραπάνω δικαστές. Όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε του ΚΠολΔ δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση. Επομένως, οι πέμπτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει, αντίστοιχα, τις, από το άρθρο 559 αριθ. 2 και 8 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1112/2011 απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση και ακόμη δεν απάντησε στο αίτημα της, περί μη εκδίκασης της ανακοπής ερημοδικίας από την ίδια σύνθεση, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 1-7-2011, αίτηση αναιρέσεως των 1112/2011 και 1677/2010 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, ως προς την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης. Δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Η μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα τα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν τα χρησιμοποιεί για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. Στο άρθρο 52 παρ. 1 περ. ε' του ΚΠολΔ δεν γίνεται λόγος για εξαίρεση δικαστών, που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας, αλλά, κατά τρόπο περιοριστικό, ορίζεται ότι η εξαίρεση αφορά μόνον απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από έφεση ή αναίρεση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 603/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιδωρίκη περί αναιρέσεως της με αριθμό 331/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. χήρα Ν. Σ., κατοίκου χωρίου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Γιαννίτση.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 189/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δε συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139-ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' - ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται ο' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αναφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας που αποδίδεται σ' αυτόν και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός (κατηγορούμενος) στην Κέρκυρα στις 25-4-2004 όντας ύπαρχος του Ε/Γ-Ο/Γ "Σ. Β." Ν. Χανίων 26 και υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος του αυτού να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία των επιβατών, όταν ο Ν. Σ. του Δ., κάτοικος εν ζωή ..., ηλικίας 43 ετών την ημέρα του θανάτου του, εμφάνισε έντονη αδιαθεσία με εφίδρωση και πόνους στην πλάτη, ρ κατηγορούμενος ενώ έλαβε γνώση περί ώρα 04:00 π.μ. περίπου για το ότι ο Ν. Σ. παρουσίαζε τα προαναφερθέντα συμπτώματα και ενώ έπρεπε να αξιολογήσει ως τοιαύτα καρδιακού νοσήματος να ενημερώσει τον πλοίαρχο του πλοίου, να ζητήσει ιατρική συνδρομή υπό μορφή συμβουλών από το Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και με την πρώτη ευκαιρία να αποβιβάσει αυτόν προς εισαγωγή του σε νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις, εν τούτοις αμελώς φερόμενος χορήγησε στον ασθενή φαρμακευτική αγωγή με δική του πρωτοβουλία, δεν μερίμνησε για την ενημέρωση του πλοιάρχου παρά μόνο μετά την παρέλευση πεντέμισι (5,5) ωρών ούτε για την αποβίβαση του ασθενή στο πρώτο λιμάνι προσεγγίσεως του πλοίου που ήταν το Μπάρι Ιταλίας, αλλά τον κράτησε σε αυτό (πλοίο). Αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεων του κατηγορουμένου ήταν ο ασθενής να υποστεί ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος αορτής, η οποία αιτιακά οδήγησε στο θάνατο του περί ώρα 11:30 της 25-4-2004. Ειδικότερα, το Σάββατο 24 Απριλίου 2004 και περί ώρα 13:00 το μεσημέρι (τοπική ώρα Ιταλίας), ο θανών Ν. Σ. του Δ., ο οποίος είχε γεννηθεί στις 5-7-1961, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, επιβιβάστηκε από την πόλη της Τεργέστης της Ιταλίας, στο υπό Ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο κλειστού τύπου με το διακριτικό τίτλο "Σ. Β.", το οποίο εκτελούσε το δρομολόγιο Τεργέστη-Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα-Πάτρα, ιδιοκτησίας της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρία Κρήτης" και το διακριτικό τίτλο "ΑΝΕΚ LΙΝΕS", στο οποίο πλοίαρχος ήταν Ε. Κ. και ύπαρχος ο κατηγορούμενος Α. Χ.. Ο ανωτέρω επιβάτης ήταν νέος και υγιής και πέραν του ότι ήταν υπέρβαρος, η υγεία του ήταν σε καλή, σε γενικές γραμμές, κατάσταση, χωρίς εμφανή προβλήματα. Αυτός παρέμεινε μέχρι ώρα 03:00 τα ξημερώματα της Κυριακής, 25ης Απριλίου, στην καφετέρια του πλοίου συνομιλώντας με συναδέλφους του, οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, με τους οποίους συνταξίδευε συχνά στο πλοίο και συγκεκριμένα με τον Α. Σ. του Δ.. Ακολούθως, μετέβη στην καμπίνα του και κοιμήθηκε μέχρι ώρα 04:00, οπότε και ξύπνησε με έντονο πόνο στο στήθος και την πλάτη, καθώς και εφίδρωση. Αμέσως ξύπνησε τον συνεπιβάτη του στην ίδια καμπίνα Β. Χ. και αφού τον ενημέρωσε για το πρόβλημα του, ο τελευταίος έφυγε προς αναζήτηση του πλοιάρχου. Κατά την ώρα εκείνη ο πλοίαρχος απουσίαζε από τη θέση του και αυτόν αντικαθιστούσε νομίμως ο ύπαρχος του πλοίου, ο οποίος κληθείς μετέβη στην καμπίνα του Σ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 5 παρ. 4 π.δ. 376/95 για τις "Προδιαγραφές ιατρικής περίθαλψης επί πλοίων" ορίζει ότι σε περίπτωση επείγοντος ιατρικού περιστατικού που διαπιστώνεται από τον πλοίαρχο, θα πρέπει αυτός, αφού λάβει, στο μέτρο του δυνατού, ιατρική γνωμάτευση, να καθίστανται διαθέσιμα το ταχύτερο δυνατό τα φάρμακα, το ιατρικό υλικό και τα αντίδοτα που είναι αναγκαία αλλά δεν υπάρχουν στο πλοίο. Στο ανωτέρω πλοίο κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπηρετούσε ιατρός και έτσι ο ύπαρχος συνομίλησε ο ίδιος με τον Σ. και ενημερώθηκε για το πρόβλημα της υγείας του. Με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς, τα ως άνω συμπτώματα του και εξαιτίας του ότι αυτός ήταν υπέρβαρος, ο ύπαρχος θεώρησε εξ υπαρχής ότι ο Σ. είχε υποστεί έμφραγμα και μολονότι στερούνταν ιατρικών γνώσεων χορήγησε σε αυτόν ένα δισκίο Pensordil των 5 mg και μισή ασπιρίνη. Μετά τη χορήγηση των ανωτέρω φαρμάκων το έντονο άλγος του Σ. άρχισε κάπως να υποχωρεί και αν και η κλινική του εικόνα κάπως βελτιώθηκε, το πρόβλημα της υγείας του παρέμεινε. Ο ύπαρχος συνέχισε να επισκέπτεται ανά μισή ώρα την καμπίνα του Σ., μέχρι ώρα 06.00, οπότε αυτός παρουσίασε νέο επεισόδιο, με αρτηριακή πίεση 132/85 και έντονους πόνους. Τότε ο ύπαρχος του χορήγησε άλλο ένα δισκίο Peensordil των 5 mg και ο ασθενής παρουσίασε ύφεση των συμπτωμάτων του, ωστόσο είχε πλέον καταστεί φανερό τόσο στον ίδιο, όσο και τον ύπαρχο αλλά και τους λοιπούς συνταξιδιώτες τους συναδέρφους του, που θορυβημένοι είχαν πάει να τον επισκεφτούν στην καμπίνα του, ότι το πρόβλημα της υγείας του ήταν σοβαρό και δε μπορούσε να αντιμετωπισθεί στο πλοίο με τη χορήγηση των ανωτέρω φαρμάκων. Περί ώρα 09:32 και ενώ ο πλοίαρχος βρίσκονταν πια στη γέφυρα του πλοίου, ο ύπαρχος τον ενημέρωσε για το περιστατικό του Σ.. Τότε ο πλοίαρχος επικοινώνησε με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, προκειμένου να λάβει οδηγίες. Αφού εξέθεσε στους εκεί ιατρούς, αρχικά στην παθολόγο Θ. Τ. και στη συνέχεια στον καρδιολόγο Χ. Μ., τα συμπτώματα του ασθενούς, αυτοί διέγνωσαν πιθανή ασταθή στηθάγχη, συμφώνησαν στη χορήγηση του σκευάσματος Pensordil και σύστησαν να αποβιβασθεί στον πλησιέστερο λιμένα. Κατά τη χρονική αυτή στιγμή κοντινότερος λιμένας ήταν αυτός της Κέρκυρας, ο οποίος βρίσκονταν σε απόσταση 36 ν.μ, από το σημείο που βρίσκονταν το πλοίο, και έτσι, μολονότι αυτό είχε προορισμό την Ηγουμενίτσα, ο πλοίαρχος άλλαξε την πορεία του και κατευθύνθηκε προς Κέρκυρα, αφού παράλληλα ειδοποίησε τις αρμόδιες Λιμενικές Αρχές για το συμβάν και για την αλλαγή πλεύσης. Περί ώρα 10:24 και αφού η κατάσταση της υγείας του Σ. δεν έβαινε βελτιούμενη, ο πλοίαρχος επικοινώνησε ξανά με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και από τους εκεί ιατρούς συστήθηκε η χορήγηση ακόμη ενός δισκίου Pensordil. Περί ώρα 11:00 ο Σ., ο οποίος, πέραν της κακής κατάστασης της υγείας του, βρίσκονταν και υπό πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, έχοντας αντιληφθεί ότι αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας ζήτησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τη σύζυγο του, από την οποία με λυγμούς ζήτησε να έρθει να τον παραλάβει από το νοσοκομείο. Κατά την άφιξη του πλοίου στο λιμένα της Κέρκυρας, ο Σ., υποβοηθούμενος από τους φίλους και συναδέρφους του, σηκώθηκε από το κρεβάτι της καμπίνας για να ντυθεί ώστε να μεταβεί στο νοσοκομείο, πλην όμως κατά την κίνηση του αυτή αισθάνθηκε έντονη δυσφορία και έχασε τις αισθήσεις του, χωρίς πλέον να συνέλθει ξανά. Στις 11:34 της 25ης-4-2004 το πλοίο πρυμνοδέτησε στο λιμάνι της Κέρκυρας και το Σ. παρέλαβε το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ που είχε ήδη κληθεί να βρίσκεται στο χώρο αφίξεως, πλην όμως αυτός ήταν ήδη νεκρός, ενώ από την επακολουθήσασα νεκροψία διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του οφείλονταν σε διαχωριστικό ανεύρυσμα της αορτής, η οποία αιτιακά επέφερε το ως άνω αποτέλεσμα. Ο ύπαρχος του πλοίου, ο οποίος επιλήφθηκε πρώτος του ανωτέρω περιστατικού, αντικαθιστώντας στην προκειμένη περίπτωση νομίμως τον πλοίαρχο, είχε, λόγιο του επαγγέλματος του, των υποχρεώσεων που απορρέουν βάσει του ΚΔΝΔ εκ της επαγγελματικής του αυτής ιδιότητας και τέλος, βάσει της ανωτέρω αναφερομένης διατάξεως (π.δ. 376/95 για τις "Προδιαγραφές ιατρικής περίθαλψης επί πλοίων"), δηλαδή από ένα πλέγμα νομικών διατάξεων, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να καταβάλλει επιμέλεια και προσοχή για την σωματική ακεραιότητα και την υγεία των επιβατών, μεταξύ των οποίων και ο αποθανών Σ.. Ωστόσο, αυτός δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και έτσι δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε. Ειδικότερα, αυτός, ευθύς μόλις έλαβε γνώση της αδιαθεσίας του Σ., περί ώρα 04:00, όφειλε και μπορούσε να ειδοποιήσει εγκαίρως τον πλοίαρχο, να ζητήσει ιατρική συνδρομή υπό μορφή συμβουλών από το Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και κυρίως να αποβιβάσει τον ασθενή στον κοντινότερο λιμένα προς εισαγωγή του σε νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις, το οποίο κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή ήταν αυτό του Μπάρι Ιταλίας, το οποίο, όπως αποδείχθηκε, βρίσκονταν σε απόσταση 50 ν.μ.. Όφειλε δε να πράξει τα ανωτέρω ενόψει του ότι και ο ίδιος αξιολόγησε το επεισόδιο ως έμφραγμα, δηλαδή ως τέτοιο που σε κάθε περίπτωση χρήζει νοσοκομειακής περίθαλψης και δε μπορεί να αντιμετωπισθεί επάνω σε ένα πλοίο που δε διαθέτει καν ιατρό. Αντίθετα, όμως, με όσα ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να κάνει, αυτός ειδοποίησε τον πλοίαρχο με καθυστέρηση 5,5 ωρών, χωρίς στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να συμβουλευθεί κάποιον ιατρό, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος και έτσι ο Σ. τελικώς να αποβιώσει. Έτσι ενεργώντας ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του Σ. που εντεύθεν προκλήθηκε. Την ποινική του δε ευθύνη ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι ο Σ. κατέληξε από ανεύρυσμα της αορτής και όχι από έμφραγμα, όπως δηλαδή ο ύπαρχος είχε λανθασμένα υπολάβει ότι είχε πάθει, καθόσον το διαδραμόν χρονικό διάστημα από το πρώτο επεισόδιο που υπέστη ο Σ. μέχρι το χρόνο της κατάληξης του ήταν τόσο μεγάλο, ώστε να θεωρείται, με πιθανότητα αγγίζουσα τη βεβαιότητα, ότι εάν το περιστατικό είχε εγκαίρως αντιμετωπισθεί σε κάποιο νοσοκομείο, αυτός θα επιζούσε τούτου. Εξάλλου, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο Σ. ελάμβανε, με ευθύνη και πρωτοβουλία του υπάρχου, φαρμακευτική αγωγή που αντενδείκνυται στις περιπτώσεις ανευρυσμάτων, καθώς τα παρασκευάσματα που του χορηγήθηκαν, και μάλιστα για περισσότερες από μία φορές, είναι αγγειοδιασταλτικά. Καίτοι οι ιατροί του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ομογνωμόνησαν εκ των υστέρων με τον ύπαρχο στη χορήγηση των ανωτέρω παρασκευασμάτων, γεγονός που και αυτός επικαλείται προς υπεράσπιση του, εντούτοις η ποινική ευθύνη του εξακολουθεί να καταφάσκεται αφού η ανωτέρω φαρμακευτική αγωγή ήταν προϊόν πρόχειρης εξέτασης του ασθενούς, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με την έγκαιρη εισαγωγή του σε νοσοκομείο, οπότε στον ασθενή θα εχορηγείτο η κατάλληλη αγωγή. Επειδή ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α ΚΠ." Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως και, αφού αναγνώρισε σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Όμως η πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτόν παράλειψή του και ειδικότερα από πού αυτή απέρρεε, από ποιόν επιτακτικό κανόνα δικαίου ή από σύμβαση, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνοδεύονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του παραπάνω εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αν η αποδιδόμενη σ' αυτόν παράλειψη συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν πιο πάνω αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, υφίσταται αντίφαση με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να επιμεληθεί της αποβίβασης του ασθενούς στον πλησιέστερο λιμένα προσέγγισης, ενώ, ταυτόχρονα η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι πλησιέστερος λιμήν προσέγγισης, ήταν αυτός της Κέρκυρας, στον οποίο και αποβιβάσθηκε. Ωσαύτως, υφίσταται αντίφαση με την παραδοχή ότι, όντας ναυτικός ο αναιρεσείων, και όχι ιατρός, χορήγησε φαρμακευτική αγωγή που δεν ενδεικνυόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση του ανευρύσματος, χωρίς όμως και να εξειδικεύεται ότι ενώ, είχε διαγνωσθεί απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) η πάθηση αυτή, και, αν μπορούσε περαιτέρω να διαγνώσει την τελική πάθηση από την οποία και κατέληξε, παρόλα αυτά, ο αναιρεσείων χορήγησε διαφορετική φαρμακευτική αγωγή, πολύ περισσότερο που ήταν ταυτόσημη, με εκείνη των ιατρών, από τους οποίους ζητήθηκε τηλεφωνικά η ιατρική βοήθειά τους. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της ένδικης αίτησης, η οποία μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 331/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων ) Κέρκυρας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως, λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου σε σχέση με την αποδιδόμενη σ’αυτόν παράλειψη, καθώς και ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της τελευταίας με το επελθόν εγκληματικό αποτέλεσμα, είναι βάσιμος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 606/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2. Π.-Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Γ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 4. Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 5. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... και 6. Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τζατζάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τράπεζας με την επωνυμία "FORTIS BANK (ΝΕΤΗΕΡΛΑΝΔ) N.V" που εδρεύει στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Γ. Π., Δικηγόρου, κατοίκου ..., ως εκκαθαριστή της υπό ειδικής εκκαθάρισης "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΑΕ". Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σιούφα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή επωνυμίας της εταιρείας λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ABN AMRO BANK N.V" που εδρεύει στο Αμστερνταμ Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα και ο δεύτερος παραστάθηκε με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2005, 22-7-2005, 28-9-2005, 8-7-2005, 8-7-2005 και 17-7-2005 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 766/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποία ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ.1-2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, εάν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για το παραδεκτό της ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 46 Α παρ.10 εδ.β του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του ν. 2702/1999, προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως που συντάσσει ο εκκαθαριστής επιχειρήσεως η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 46Α του ν.1892/1990 και 9, 10 του ν. 1386/1983, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, το οποίο επομένως αν ασκηθεί είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο (Ολομ.ΑΠ 8/2003, ΑΠ 197/2006, 1983/2008, 409/2010).
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 766/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 17-7-2005 ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά του από 10-6-2005 πίνακα κατατάξεως δανειστών του Σ. Π., δικηγόρου, ως εκκαθαριστή της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Α.Ε.", που είχε τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 με την υπ' αριθμ. 118/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ πρέπει μετά ταύτα, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση των Π. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 766/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκκαθάριση επιχειρήσεως. Ανακοπή. Αναίρεση. Η απόφαση του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών εκκαθαριστή από εκκαθάριση επιχειρήσεως δεν υπόκειται σε αναίρεση. Σχετική αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 607/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουγά, περί αναιρέσεως της 361/2011 αποφάσεως τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδ α' του Ν 4043/2012 ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή .στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 2012. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τις χρηματικές ποινές, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή μνεία σ' αυτές, διότι αν η νομοθετική βούληση ήταν να παραμένουν οι χρηματικές ποινές, θα γινόταν ρητή μνεία για την τύχη τους και δεν θα προβλεπόταν γενικά η αρχειοθέτηση των αποφάσεων. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, επί συρρεόντων εγκλημάτων, ως ποινή διάρκειας μέχρι έξι μήνες, η οποία παραγράφεται κατά τα ανωτέρω, νοείται όχι η συνολική ποινή, αλλά καθεμία από τις εκεί επιμέρους ποινές, οι οποίες προσμετρήθηκαν στη συνολική ποινή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ενώ είναι πρόδηλο ότι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι και ο νόμος που θεσπίζει παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ γ, και 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη 361/201.1 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1 εδ. α' και β' Ν. 3028/2002, όπως η αρίθμηση 1 του άρθρου αυτού προστέθηκε με το αρθ. 10 Ν. 3658/2008 και επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω εφόσον η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και η ποινή δεν έχει εκτιθεί, πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι προαναφερόμενες επιεικέστερες διατάξεις του Ν. 4043/2012. Συγκεκριμένα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραγραφεί, υπό όρο η ποινή (6) μηνών για την πράξη παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ν. 3028/2002, που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν 4043/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 361/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Παραγράφει υπό όρο την ποινή των έξι (6) μηνών, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση στον κατηγορούμενο Κ. Π. του Φ., για παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1 εδ. α' και β' Ν. 3028/2002, όπως η αρίθμηση 1 του άρθρου αυτού προστέθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3678.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2912. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραγράφει υπό όρον την ποινή των έξι μηνών κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 4043/2012, αν ο καταδικασθείς δεν τελέσει στην επόμενη διετία και καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή ανώτερη των έξι μηνών, από δόλο άλλη αξιόποινη πράξη, οπότε εκτίει και την ποινή αυτή αθροιστικά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 607/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ.-M. S. του J. L., κατοίκου ..., 2. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Κ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 4. Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5. E. E. του M., κατοίκου ..., 6. Τ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 7. Ρ. Ν. του Π., κατοίκου ..., και 8. Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σαπουντζάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τράπεζας με την επωνυμία "FORTIS BANK (ΝΕΤΗΕΡΛΑΝΔ) N.V" που εδρεύει στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Θ. Β. Σ., Δικηγόρου, κατοίκου ..., ως εκκαθαριστή της υπό ειδική εκκαθάριση εταρείας με την επωνυμία " VALENTINE OCEANIC TRADING INC". Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θ. Σ., δεύτερο αναιρεσίβλητο, που παραστάθηκε και για τον εαυτό του αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και δήλωσε την αλλαγή επωνυμίας λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης από την τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΝ ΑΜRO BANK N.V", που εδρεύει στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2005 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς (και συνεκδικάσθηκε με άλλες ανακοπές,μη διαδίκων ήδη ανακοπτόντων). Εκδόθηκε η 587/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, εάν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για το παραδεκτό της ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 46 Α παρ. 10 εδ. β' του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2702/1999, προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του Εφετείου επί ανακοπής κατά τον πίνακα κατατάξεως που συντάσσει ο εκκαθαριστής επιχειρήσεως η οποία τελεί υπό εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 46Α του ν. 1892/1990 και 9, 10 του ν. 1386/1983, δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσον της αναιρέσεως, το οποίο επομένως αν ασκηθεί είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο (Ολομ.ΑΠ 8/2003, ΑΠ 197/2006, 1983/2008, 409/2010).
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 587/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-9-2005 ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά του από 26-8-2005 πίνακα κατατάξεως δανειστών του Θ. Σ., δικηγόρου, ως εκκαθαριστή της εταιρείας με την επωνυμία "VALENTINE OCEANIC TRADING ING", που είχε τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 με την υπ' αριθμ. 120/2005 απόφαση του ιδίου Εφετείου. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ πρέπει, μετά ταύτα, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση των Κ. - M. S. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 587/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκκαθάριση επιχειρήσεως. Ανακοπή. Αναίρεση. Η απόφαση του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών εκκαθαριστή από εκκαθάριση επιχειρήσεως δεν υπόκειται σε αναίρεση. Σχετική αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 590/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Ε. Β., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1216/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουλίου 2011 και 2 Σεπτεμβρίου 2011 δύο αιτήσεις της, καθώς και στο από 20 Φεβρουαρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι προκείμενες αιτήσεις, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα οριζόμενο στο άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενο στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 476 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ.18 του ν.3160/2003 κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Επομένως σύμφωνα με την ως άνω διάταξη όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή της δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο αναίρεση αντίθετα προς όσα ορίζονταν πριν την αντικατάστασή της στην παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 154, 155, 161, 513 παρ.1 και 514 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η κλήση με την οποία κλητεύει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου πρέπει να αναφέρει αριθμό και έτος εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το δικαστήριο που την εξέδωσε και στο αποδεικτικό επιδόσεως αντιστοίχως πρέπει να αναγράφονται επαρκή στοιχεία προσδιορισμού του επιδοθέντος εγγράφου άλλως ανακύπτει ακυρότητα της επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 9.1.2012 αποδεικτικό επιδόσεως της γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών ... επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Ε. Π. συζ. Ι. η από 5.1.2012 με αριθμό 1010/2011 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία την καλεί να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Ποινικό Τμήμα) την 7.3.2012 στη συζήτηση της από 12.7.2011 και 2.9.2011 αιτήσεως αναιρέσεώς της κατά της υπ' αριθμ. 1216/2011 αποφάσεως που εξέδωσε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ' αριθμό εκθέσεως 20 και 22.7.2011 υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιον της νομίμου αναπληρώτριας Διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης ... όπου η αναιρεσείουσα κρατείται προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του υπ' αριθμό 1216/18.5.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η έφεση (20/2011) κατά της υπ' αριθμό 245/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Κατ' ακολουθία δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδοθέντος εγγράφου από μη προσδιορισμό στο ανωτέρω αποδεικτικό επίδοσης ότι η κλήση που αναφέρεται σ' αυτό ότι επιδόθηκε αφορούσε αναίρεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με συνέπεια να μην είναι νόμιμη η κλήτευση της αναιρεσείουσας, αλλά να είναι άκυρη η επίδοση της ως άνω κλήσεως σ' αυτήν. Υπό τα δεδομένα αυτά της εισαγωγής δηλαδή αιτήσεως αναιρέσεως κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών κατά του οποίου δεν προβλέπεται άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου προκειμένου το παρόν Δικαστήριο σε Συμβούλιο να κρίνει επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το παραδεκτό ή μη αυτής αφού ακούσει την αναιρεσείουσα που δεν έχει κληθεί προς τούτο νόμιμα, πρέπει να απόσχει το παρόν δικαστήριο να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως προκειμένου να εισαχθεί σ' αυτό ως συμβούλιο σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ. ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αφού ειδοποιηθεί εμπροθέσμως από αυτόν μέσω του γραμματέα της Εισαγγελίας κατά τα ανωτέρω πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως η αναιρεσείουσα ή ο αντίκλητος δικηγόρος της για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της από 22.7.2011 αιτήσεως της Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Ε. Β., κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ... για αναίρεση του 1216/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκειμένου μετά από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα και ειδοποίηση της αναιρεσείουσας τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη συζήτηση να προσέλθει κατ' αυτήν για να εκθέσει τις απόψεις της, εισαχθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο σε συμβούλιο για να κρίνει επ' αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απέχει να αποφανθεί προκειμένου μετά από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα και ειδοποίηση της αναιρεσείουσας τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη συζήτηση να προσέλθει κατ' αυτήν για να εκθέσει τις απόψεις της, εισαχθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο σε συμβούλιο για να κρίνει επ' αυτής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 586/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1) Σ. Χ. του Α., 2) Ν. Χ. του Ι., 3) Π. Λ. του Α., 4) Φ. Α. του Γ. και 5) Χ. Τ. του Η.. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 1091/9.3.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 366/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 73/14.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτ. γ' ΚΠΔ "Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) ..., β) ..., γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με την δημόσια ασφάλεια και τάξη". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδάφιο γ' ΚΠΔ "την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 136, μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει: α) ..., β) ..., γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 136".Από τις προμνησθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η παραπομπή από ένα δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές μιας υποθέσεως διατάσσεται και στην περίπτωση που την παραπομπή επιβάλλουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αρκεί να πιθανολογούνται, αφορούν υποθέσεις που προκάλεσαν την κοινή γνώμη, είναι ικανές να συγκεντρώσουν μεγάλο πλήθος και να οδηγήσουν σε έξαψη των πνευμάτων των συγκεντρωμένων, με επακόλουθο την πρόκληση κινδύνου δημιουργίας επεισοδίων με απρόβλεπτες προεκτάσεις. (ΑΠ 885/2001, ΑΠ 1313/2005 και ΑΠ 272/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμφθησαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, ορισθέντος από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, οι: Σ. Χ. του Α., Ν. Χ. του Ι., Π. Λ. του Α., Φ. Α. του Γ. και Χ. Τ. του Η. για να δικαστούν για προσβολή της τιμής του Προέδρου της Δημοκρατίας, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στην Χαλκίδα την 06-01-2012.Ήδη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 1091/9-3-2012 αίτηση του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, ζητείται η αλλαγή του τόπου εκδίκασης της ως άνω υποθέσεως και σύμφωνα με όσα επίσης εκτίθενται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 52474/12/295532/7-3-12 έγγραφο της αστυνομικής διεύθυνσης Ευβοίας, με αφορμή τον προσδιορισμό της υποθέσεως αυτής στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, διάφορα άτομα αναρτούν στο διαδίκτυο ανακοινώσεις αντιεξουσιαστικού περιεχομένου με τις οποίες παροτρύνουν όχι μόνο άτομα του χώρου τους αλλά μαθητές, φοιτητές και σπουδαστές σε κινητοποιήσεις όμοιες με αυτές που οδήγησαν στην προσβολή του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και για όλους τους άλλους λόγους που εκτίθενται στο έγγραφο αυτό, ο αστυνομικός διευθυντής Ευβοίας θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και δημιουργίας εκτεταμένων επεισοδίων στην πόλη της Χαλκίδας. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων συντρέχουν κίνδυνοι διατάραξης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η οποίοι επιβάλλουν την παραπομπή της υποθέσεως από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο έχει αρμοδίως οριστεί για την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας το από 28-1-2012 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, στο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και στις δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136ΚΠοινΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή μιας υποθέσεως από τα κατά τα άρθρα 122 έως 125 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και "περ. γ'" όταν επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Τέτοιοι σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη θεωρείται ότι υπάρχουν όταν επίκειται πρόκληση σοβαρών επεισοδίων λόγω εχθρότητας μίσους ή άλλων αιτίων για αντεκδίκηση κατά του κατηγορουμένου με απρόβλεπτες προεκτάσεις ή σε περίπτωση πρόκλησης τέτοιων επεισοδίων στην περιοχή του αρμόδιου για την εκδίκαση δικαστηρίου λόγω της φύσεως της υποθέσεως και της συγκέντρωσης μεγάλου πλήθους και για το λόγο αυτό εξάψεως των πνευμάτων. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται από τους κατά τόπους εισαγγελείς και δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αλλά αρκεί η πιθανολόγησή τους. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περιπτ. γ' ΚΠοινΔ σε περίπτωση που η παραπομπή ζητείται για τους παραπάνω λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξης αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστηρίου είναι αυτό του Αρείου Πάγου, στο οποίο σε συμβούλιο εισάγεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εφόσον αυτός είναι σύμφωνος με την παραπομπή για την αιτία αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας με την από 9/3/2012 αναφορά του, την οποία εισάγει στο παρόν δικαστήριο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί την παραπομπή της ποινικής υποθέσεως κατά του Σ. Χ. του Α., Ν. Χ. του Ι., Π. Λ. του Α., Φ. Α. του Γ. και Χ. Τ. του Η. από το κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, στο οποίο παραπέμφθηκαν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας για να δικαστούν στη δικάσιμο της 30.3.2012 για προσβολή της τιμής του Προέδρου της Δημοκρατίας, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Χαλκίδα την 6-1-2012, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο.
Από την αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. πρωτ. 52474/12/295532/7.3.2012 σχετική έκθεση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ευβοίας προκύπτει ότι από τη εκδίκαση της υποθέσεως αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας υπάρχει κίνδυνος προκλήσεως σοβαρών επεισοδίων και διασαλεύσεως της δημόσιας ασφαλείας και τάξεως είτε εντός είτε εκτός του δικαστικού Μεγάρου Χαλκίδας από μεγάλο αριθμό ατόμων που θα συρρεύσουν για προβολή και δημοσιοποίηση των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας των σε έκταση που δεν παρέχεται δυνατότητα να αντιμετωπισθούν ευχερής από την αστυνομική δύναμη στην περιοχή με τη λήψη αναγκαίων μέτρων προς εξασφάλιση της τάξεως χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις για την πόλη και της ομαλής διεξαγωγής της δίκης. Κατά συνέπεια υπάρχουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, οι οποίοι επιβάλλουν κατά τα άρθρα 136 περ. γ' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ την παραπομπή της υποθέσεως από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας όπου είναι εκκρεμείς στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπου η αστυνόμευση είναι ευχερέστερη και οι κίνδυνοι δημιουργίας επεισοδίων περιορίζονται δραστικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της κατά των 1)Σ. Χ. του Α., 2) Ν. Χ. του Ι., 3) Π. Λ. του Α., 4) Φ. Α. του Γ. και 5) Χ. Τ. του Η. υποθέσεως που αφορά την υπόθεση για την πράξη της προσβολής στη Χαλκίδα στις 6/1/2012 της τιμής του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια για την οποία παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο με το από 28.1.2012 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012 . Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Θηβών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 586/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Δευτεροβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβαδειά και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τσίχλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ι. Ν. του Φ. και 2) Ι. Λ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαρίλαου Λάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 23/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 80/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που είχαν τεθεί από τους διαδίκους υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση λόγων αναιρέσεως, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ο αναιρεσείων φέρει το βάρος να επικαλεσθεί τη νόμιμη προβολή των ισχυρισμών στο δικαστήριο της ουσίας και να την αποδείξει με τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα. Αν δεν συμβεί αυτό, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί νομίμως και, σε περίπτωση παράλειψης, πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτο το λόγο αναιρέσεως, που στηρίζεται σε μη προβληθέντα ισχυρισμό (ΑΠ 1482/2006).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που ίσχυαν από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2006 και ρύθμιζαν τις προσλήψεις και την κατάσταση του προσωπικού στις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, όπως η αναιρεσείουσα, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα επί μία εικοσαετία περίπου, όπως αναφερόταν στην ένδικη, από 26-4-2006 αγωγή, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί είχαν προσληφθεί ως έκτακτοι υπάλληλοι, με συμβάσεις εργασίας ετήσιας διάρκειας, οι οποίες δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτό να συνεχισθούν και να εξελιχθούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, ως εκ τούτου, είχαν παραταθεί ακύρως, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται εξ αυτών και υπέρ των αναιρεσιβλήτων οι αξιώσεις, των οποίων η ικανοποίηση επιδιώκεται με την αγωγή. Όπως, όμως, προκύπτει από αναιρετήριο και την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι προέβαλε τον περί ακυρότητας των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε και στην πραγματικότητα προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, αλλά, αντιθέτως, η αναιρεσείουσα είχε συνομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής και είχε περιορισθεί στο να προβάλει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για να διεκδικήσουν τις ένδικες αξιώσεις. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, που ερείδεται επί ισχυρισμού ο οποίος δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 341, 648 παρ.1 και 655 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο αγωγής του εργαζομένου, με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση του εργοδότη στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εργαζόμενος άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του και τόκων υπερημερίας επί αποδοχών, οι οποίες καταβλήθηκαν με χρονική καθυστέρηση, είναι αρκετό το να αναφέρεται η κατάρτιση και λειτουργία συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, χωρίς να προσαπαιτείται η διευκρίνιση περί του εάν η σύμβαση ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού σε κάθε περίπτωση η παροχή της εργασίας γεννά δικαίωμα εμπρόθεσμης καταβολής της οφειλομένης αμοιβής. Ακόμη περισσότερο, εάν ο ενάγων επικαλείται την κατάρτιση συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεν είναι υποχρεωμένος να περιγράψει το νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, εν όσω ο εναγόμενος, στην απάντησή του, δεν αμφισβητεί το εν λόγω περιστατικό. Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ως προς το νόμο βάσιμο της αγωγής είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και το περιστατικό αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1508/2003).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να μη δεχθεί τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, συνιστάμενο στο ότι στο εισαγωγικό δικόγραφο δεν γινόταν αναφορά στην πλήρωση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες καταρτίζεται εγκύρως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του προσωπικού της. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προβλήθηκε μεν ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, συνιστάμενος, όμως, στον μη ακριβή προσδιορισμό του είδους της εργασίας, την οποία ο αναιρεσίβλητοι είχαν προσφέρει στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας και όχι των προϋποθέσεων του κύρους των συμβάσεων αορίστου χρόνου που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι, περί των οποίων, άλλωστε, αυτοί δεν είχαν βάρος επίκλησης. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, που ερείδεται επί ισχυρισμού ο οποίος δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2).
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-3-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 80/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρετικοί λόγοι, απαράδεκτοι εφ' όσον ερείδονται επί ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 583/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λυμπέρη, περί αναιρέσεως της 815/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/2011.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων μπορεί να είναι και η αδυναμία εμφανίσεώς του στη δίκη λόγω ασθενείας. Η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του, αλλιώς, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση του ονόματός της, αλλά εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Χωριατέλλης, ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, πάσχων από εμπύρετη βρογχίτιδα και δεν μπορεί να μετακινηθεί για να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, προσκόμισε δε και σχετική γνωμάτευση του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας Β. Ι. και ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω του ως άνω σημαντικού αιτίου. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της παρούσας δίκης είναι μεν νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους αυτεπαγγέλτως, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο λόγος, δηλαδή ότι πάσχει από εμπύρετη βρογχίτιδα, δεν συνιστά σημαντικό αίτιο για την αναβολή της δίκης, καθόσον δεν προέκυψε η αδυναμία του εκ του παραπάνω λόγου να παρασταθεί στο Δικαστήριο. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις το αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε από τον δικηγόρο Νικόλαο Χωριατέλλη για λογαριασμό του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την απορριπτική του κρίση, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, προκύπτει από την ανωτέρω αιτιολογία αμφιβολία ως προς το εάν η ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, για την απόδειξη της αδυναμίας του (κατηγορουμένου) να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και την υποστήριξη του παραπάνω αιτήματός του, αναγνώστηκε, και αν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε να αιτιολογείται επαρκώς η αντίθετη προς την ιατρική γνωμάτευση κρίση του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσας απόφασης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, επειδή το Δικαστήριο, δικάζοντας ως Εφετείο, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή στερητική της ελευθερίας και σε χρηματική ποινή, χωρίς προηγουμένως να έχει απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης, υπερέβη την εξουσία του και κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 815/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη τον αιτήματος αναβολής για σημαντικά αίτια. Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω ασθενείας του για την απόδειξη της οποίας προσκομίστηκε ιατρική βεβαίωση, επειδή δεν αναφέρονται στην απόφαση περιστατικά που να καθιστούν χωρίς αποδεικτική αξία την ιατρική βεβαίωση και την κατάθεση. Αναιρείται η απόφαση αφενός για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και αφετέρου για υπέρβαση εξουσίας, επειδή στη συνέχεια το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 583/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Μ. Κ. του Γ., έως και 46) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ" (ΤΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Πάνου - Κοκιασμένου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 127/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/ 2003, πρβλ. ΟλΣτΕ 2807/2002). Εξ άλλου, τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Τέτοιος λόγος συντρέχει και στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), μεταξύ των οποίων και οι οργανισμοί παροχής κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος). Οι οργανισμοί αυτοί, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό τους, αποβλέπουν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων με χορήγηση των πάσης φύσεως προβλεπομένων ασφαλιστικών παροχών, αντλώντας τους πόρους αυτών όχι μόνο από τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και από τις κρατικές επιχορηγήσεις. Στις τελευταίες, όμως, συμβάλλουν αναγκαστικά όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες, έτσι, ώστε η καλή ή κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών οργανισμών να επηρεάζει αναλόγως (εκτός από τις παροχές προς τους ασφαλισμένους και) την αντίστοιχη επιβάρυνση των φορολογουμένων. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον του νομοθέτη για την προστασία της οικονομικής κατάστασης των οργανισμών αυτών δεν αποβλέπει, στενά, στην "ταμειακή τους διευκόλυνση" (έτσι, ΕΔΔΑ στην υπόθεση "Μεϊδάνης κατά Ελλάδος" της 22-5-2008, ΟλΣτΕ 1663/2008, ΣτΕ 3259/2009), αλλά, ευρύτερα, στην προστασία του γενικού συμφέροντος, υπό την έννοια που αναφέρθηκε. Στην εξυπηρέτηση αυτή αποβλέπει, πρωτίστως, και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", η οποία είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του "κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου" (β.δ. της 26.6/ 10.7. 1944) και με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν επί υπερημερίας, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου μόνο 6%, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των εν λόγω νομικών προσώπων, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, που προαναφέρθηκαν, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή ή των άρθρων 2 παρ.3 α' και β', 14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997). Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου είναι αναγκαία για να διατηρείται η ικανότητά του προς απρόσκοπτη εκπλήρωση των καταστατικών σκοπών του και προς μη περαιτέρω επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου με άμεσες ή έμμεσες φορολογικές υποχρεώσεις (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 786/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 20-12-2004 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ασφαλιστικό οργανισμό (ΝΠΔΔ) και την εις αυτούς αμετάκλητη επιδίκαση διαφορών αποδοχών, ζήτησαν επί πλέον την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ αφ' ενός του ποσού των νομίμων τόκων, οι οποίοι αναλογούσαν επί των αποδοχών, που είχαν ήδη επιδικασθεί, προς το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές μεταξύ ιδιωτών και αφ' ετέρου του ποσού των τόκων, τους οποίους πράγματι κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς αυτούς και οι οποίοι υπολογίσθηκαν επί των εν λόγω αποδοχών προς το προνομιακό επιτόκιο 6%, που προβλέπεται για τις οφειλές των ΝΠΔΔ. Με την 127/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη 4426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε μεν δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου, απορρίφθηκε, όμως, και πάλι η αγωγή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει ότι το επιτόκιο υπερημερίας για τις οφειλές των ΝΠΔΔ περιορίζεται σε 6%, δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγμάτος, 6 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ.3 α' και β', 14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997). Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι προτείνονται παραδεκτώς και νομίμως. Άλλως, δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης και ο επί της μη λήψεως αυτών υπ' όψη ερειδόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Εν προκειμένω, στον τρίτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, σύμφωνα με τον οποίο, επί αγωγής άλλων συναδέλφων τους, είχε γίνει δεκτό με την 868/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι οι οφειλόμενοι τόκοι θα έπρεπε να υπολογισθούν προς το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο των χρηματικών οφειλών μεταξύ ιδιωτών και όχι προς το προνομιακό επιτόκιο 6% των οφειλών των ΝΠΔΔ, λύση η οποία θα έπρεπε να εφαρμοσθεί και στη δική τους περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος). Εν όψει, όμως, του ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, δεν ετίθετο ζήτημα ούτε της ισχύος δεδικασμένου εκ της ως άνω αποφάσεως (διότι επρόκειτο περί διαφορετικών εναγόντων) ούτε της επεκτάσεως της εφαρμογής ευνοϊκής διατάξεως νόμου σε κατηγορία εργαζομένων, οι οποίοι δεν υπάγονταν άμεσα σ' αυτόν, αν και απασχολούνταν υπό τις αυτές συνθήκες (ΑΠ 60/2002), αλλά επρόκειτο περί απλού αιτήματος να γίνει αποδεκτό το συγκεκριμένο νομολογιακό προηγούμενο, ο λόγος έφεσης ήταν μη νόμιμος και η παράλειψη του Εφετείου να τον ερευνήσει δεν δημιούργησε τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 4426/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΝΠΔΔ. Υπερημερία. Ο καθορισμός προνομιακού επιτοκίου 6% για τις οφειλές δεν είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 582/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, 1. Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 2. Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ζαχόπουλο και 3.Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 4416/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2011 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 16-9-2011, αιτήσεις αναίρεσης των, 1) Κ. Ν. του Ν., 2) Χ. Π. του Α. και 3) Μ. Κ. του Κ., υπ' αριθμό πρωτ. 1807, 1806/23-9-2011 και 1821/26-9-2011, αντίστοιχα, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4416/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ). Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, " Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιώνεται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος, δεν αρκεί η ύπαρξη γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321§1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321§4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173§1 ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. 22265/6-9-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, μαζί με άλλο κατηγορούμενο, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για ανθρωποκτονία από αμέλεια, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Ενώπιον του προαναφερόμενου ποινικού δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 6-11-2009 και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, προέβαλαν δια των συνηγόρων τους την ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτούς κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους ότι δεν αναφερόταν σε αυτό οι διατάξεις των νόμων από τις οποίες προέκυπτε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση καθενός από αυτούς να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ανωτέρω ένσταση των κατηγορουμένων απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 72488/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το οποίο στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμό 79857/2009 οριστική καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες απόφαση. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι άσκησαν τις από 27-11-2009 εφέσεις τους κατά της αποφάσεως αυτής του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες προέβαλαν, με ιδιαίτερο λόγο εφέσεως, την αυτήν ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, απέρριψε την ένσταση αυτή, με την υπ' αριθμό 4416/2011 παρεμπίπτουσα απόφασή του, ταυτάριθμη με την οριστική απόφασή του και δικάζοντας στη συνέχεια κατ'ουσία την υπόθεση, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους της αποδοθείσας σε αυτούς αξιόποινης πράξης. Η αιτιολογία, της απορριπτικής της ενστάσεως παρεμπίπτουσας αποφάσεως, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχει ως εξής: "Από τον συνδυασμό των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώση και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του άλλου ανθρώπου, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Εξάλλου, από το άρθρο 15 ΠΚ που ορίζει ότι όταν ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής του είναι η ύπαρξη της νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών κανόνων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το κλητήριο θέσπισμα περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, εφόσον φέρεται ότι οι κατηγορούμενοι υπό τις αναφερόμενες σ' αυτό ιδιότητές τους, από αμέλειά τους, δεν φρόντισαν ώστε κατά την εκσκαφή επιμήκους ορύγματος μήκους 12 μέτρων πλάτους 1,50 μέτρου και βάθους 4 μέτρων, που θα χρησιμοποιείτο για την εγκατάσταση αγωγού ομβρίων υδάτων αφενός μεν να πραγματοποιηθούν οι επιβαλλόμενες από τεχνικής πλευράς εργασίες αντιστηρίξεως των πρανών του και αφετέρου να απαγορευθεί η κάθοδος των εργαζομένων σ' αυτό προ της λήψεως των ως άνω αναγκαίων μέτρων ασφαλείας με αποτέλεσμα, ενώ περί ώρα 18.30' της παραπάνω ημερομηνίας ο εργάτης M. Z. βρισκόταν μέσα στο όρυγμα και ασχολείτο με την τοποθέτηση των σωλήνων, να υποχωρήσει ξαφνικά ένα μεγάλο τμήμα συμπαγούς χώματος που υπήρχε στο πρανές του ορύγματος και να τον καταπλακώσει, να υποστεί δε διάσπαρτες αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων της κεφαλής και πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα των οστών του θόλου και της βάσης του κρανίου (βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις), εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Η ως άνω υποχρέωση των κατηγορουμένων ανέκυπτε ως εκ των καθηκόντων τους και δη του πρώτου και δευτέρου ως εργοταξιαρχών της κοινοπραξίας των εταιρειών ΑΕΓΕΚ-ΜΕΤΩΝ που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου επεκτάσεως της γραμμής "Δάφνη-Άγιος Δημήτριος" του Αττικό Μετρό, του δε τρίτου και του τέταρτου ως νομίμων εκπροσώπων της ομόρρυθμης εταιρείας "Μ.-Κ. ΟΕ", η οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση του έργου κατασκευής αποχετευτικού δικτύου του υπό ανέγερση Σταθμού Ηλιουπόλεως και της εντός του κύκλου των καθηκόντων τους επιμελείας πραγματοποιήσεως των επιβαλλομένων από τεχνικής πλευράς εργασιών αντιστηρίξεως των πρανών του ορύγματος και αφετέρου απαγορεύσεως της καθόδου των εργαζομένων σ' αυτό προ της λήψεως των ως άνω αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και γι' αυτό δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της από ειδική διάταξη νόμου.
Συνεπώς, η υπό κρίση ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος τυγχάνει απορριπτέα". Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος, που υπάρχει στη δικογραφία στην οποία παραδεκτά προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, περί ακυρότητάς του, προκύπτει ότι αυτό περιλαμβάνει, σε σχέση με την βαρύνουσα τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους αμέλεια, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 του Π.Κ, εφόσον φέρεται ότι οι κατηγορούμενοι: "Στον Άγιο ..., την 9-1-2004 από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν τον θάνατο άλλου και ειδικότερα τυγχάνοντες οι μεν πρώτος και δεύτερος (Χ. Π. και Κ. Ν.) εργοταξιάρχες της κοινοπραξίας των εταιρειών ΑΕΓΕΚ ΜΕΤΩΝ που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου επεκτάσεως της γραμμής "Δάφνη - Άγιος Δημήτριος" του Αττικού μετρό, οι δε τρίτος και τέταρτος (Μ. Κ. και Θ. Μ.) νόμιμοι εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρείας "Μ. Κ. Ο.Ε." η οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση του έργου κατασκευής αποχετευτικού δικτύου του υπό ανέγερση Σταθμού Ηλιουπόλεως δεν φρόντισαν, ώστε κατά την εκσκαφή επιμήκους ορύγματος μήκους 12 μ. πλάτους 1,50μ. και βάθους 4 μ. που θα χρησιμοποιούνταν για την εγκατάσταση ομβρίων υδάτων αφενός με να πραγματοποιηθούν οι επιβαλλόμενες από τεχνικής πλευράς εργασίες αντιστηρίξεως των πρανών του και αφετέρου να απαγορευθεί η κάθοδος των εργαζομένων σ' αυτό προ της λήψεως των ως άνω αναγκαίων μέτρων ασφαλείας με αποτέλεσμα ενώ περί ώρα 18.30 της παραπάνω ημερομηνίας ο εργάτης M. Z. βρισκόταν μέσα στο όρυγμα και ασχολούνταν με τη τοποθέτηση των σωλήνων, να υποχωρήσει ξαφνικά ένα μεγάλο τμήμα συμπαγούς χώματος που υπήρχε στο πρανές του ορύγματος και να τον καταπλακώσει, να υποστεί δε ... κρανιοεγκαφαλικές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Για πράξη προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από τα άρθρα 1, 14, 18, 26 παρ. 1 εδ β'28, 51, 53 και 302 παρ.1 του Π.Κ.". Με βάση τα παραπάνω, στο κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνεται ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι και μνεία των άρθρων του Ποινικού Νόμου που την προβλέπουν, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 321 παρ.1 δ' του Κ.Π.Δ. Ειδικότερα: α) με σαφήνεια διαλαμβάνεται η μη συνειδητή αμέλεια των αναιρεσειόντων, αφού αναφέρει ότι αυτοί από έλλειψη της προσοχής πού όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν επέφεραν το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανατηφόρου ατυχήματος, που προκάλεσαν οι ανωτέρω παραλείψεις τους, τις οποίες και προσδιορίζει, β) διαλαμβάνεται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης των αναιρεσειόντων να λάβουν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας για τη μη επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πηγάζει, από τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, ως εργοταξιαρχών των δύο πρώτων της ως άνω κοινοπραξίας, που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου (επέκταση της γραμμής "Δάφνη-Άγιος Δημήτριος") του Αττικό μετρό και ως νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω εταιρείας, που είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση του ως άνω έργου (κατασκευή αποχετευτικού δικτύου του υπό ανέγερση σταθμού Ηλιουπόλεως), ο τρίτος, από τις οποίες (ιδιότητές τους), απορρέει το καθήκον πρόνοιας για την εξασφάλιση της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και η υποχρέωσή τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, αναγόμενη εντός του κύκλου των καθηκόντων τους, σε σχέση με την εκτέλεση και επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου και γι' αυτό δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής (ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης) από ειδική διάταξη νόμου.
Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, και απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε κατά τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα, και ο σχετικός λόγος και των τριών αναιρέσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί έκαστος εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16-9-2011 τρεις (3) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Κ. Ν. του Ν., 2) Χ. Π. του Α. και 3) Μ. Κ. του Κ., υπ' αριθμό πρωτ. 1807, 1806/ 23-9-2011 και 1821/26-9-2011, αντίστοιχα, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4416/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει έκαστο εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Έγκλημα παραλείψεως. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Εργατικό ατύχημα. Θάνατος εργάτη κατά την εκσκαφή επιμήκους ορύγματος για εγκατάσταση αγωγού ομβρίων υδάτων. Κατηγορούμενοι: α) εργοταξιάρχες της κοινοπραξίας που είχε αναλάβει την επέκταση γραμμής του Αττικό Μετρό, β) Νόμιμος εκπρόσωπος της Ο.Ε. η οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση αποχετευτικού δικτύου υπό ανέγερση σταθμού. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι Σχετική ακυρότητα, κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία προτάθηκε απορρίφθηκε και επαναφέρεται νόμιμα. Υποχρεωτικά στοιχεία αυτού. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων ανέκυπτε εκ της ιδιότητας και των καθηκόντων τους προς επιμέλεια κατά την εκτέλεση και επίβλεψη του έργου, και για αυτό δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής (ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης) από ειδική διάταξη νόμου. Δεν υφίσταται ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Εφετείο που απέρριψε τη σχετική ένσταση δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια . Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 581/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ν. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζαφειρόπουλο, περί αναιρέσεως της 920/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Κ. και 2. Α. Α., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 880/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 920/2011, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία . Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα στις 15.5.2005 η ανήλικη κόρη των μηνυτών Β., έπαιζε μαζί με άλλα παιδιά στον ειδικά διαμορφωμένο προς τούτο χώρο του επί της οδού ... εστιατόριο "G...". Στο χώρο αυτό υπήρχε, μεταξύ άλλων, μια μεταλλική ανακλιόμενη σκάλα, βάρους 25 κιλών περίπου, η οποία δεν ήταν πακτωμένη στο έδαφος. Έτσι, όταν σε κάποια στιγμή τα παιδιά σήκωσαν τη σκάλα, παίζοντας αυτή έπεσε πάνω στην ως άνω ανήλικη ηλικίας 5 ετών τότε, κόρη των μηνυτών, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει, προκαλώντας της θλαστικό τραύμα κεφαλής. Στο ως άνω κατάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν τυπικά διευθυντής, πλην όμως ουσιαστικά "υπεύθυνος βάρδιας" χωρίς ουσιαστική ανάμειξη με τη λειτουργία του ως άνω "παιδότοπου", πέραν της καθαριότητάς του, ενώ διαχειριστής - γενικός υπεύθυνος του ως άνω καταστήματος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος δεν φρόντισε να ελέγξει την καταλληλότητα των υλικών που υπήρχαν στον χώρο του "παιδότοπου" και να απομακρύνει τα αντικείμενα εκείνα που εγκυμονούσαν κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα των παιδιών, ούτε είχε αναθέσει σε κάποιο υπάλληλο της επιχείρησης την εποπτεία του συγκεκριμένου χώρου, από δε τις ως άνω παραλείψεις του, προήλθε το ως άνω ατύχημα.
Συνεπώς πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος, ο δε δεύτερος ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα".
Στο διατακτικό της αποφάσεως εκτίθενται τα παρακάτω: "Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο Γ. Ε. του Ε. αθώο και τον 2° κατηγορούμενο Α. Ν. του Ν. ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, την 15/5/05, όντας υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους, να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια δηλ. από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προκάλεσαν σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε απ' την παρακάτω παράλειψή τους. Ειδικότερα, τυγχάνοντες, ο μεν πρώτος (Γ. Ε.) διευθυντής, ο δε δεύτερος (Α. Ν.) διαχειριστής - γενικός υπεύθυνος του κειμένου στην οδό ... εστιατορίου "G..." δεν φρόντισαν να ελέγξουν την καταλληλότητα των υλικών που υπήρχαν στον παιδότοπο που λειτουργούσε στον δεύτερο όροφο του ως άνω εστιατορίου και ν' απομακρύνουν τα αντικείμενα εκείνα που εγκυμονούσαν κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα των παιδιών, ούτε ν' αναθέσουν σε κάποιον υπάλληλο την εποπτεία του συγκεκριμένου χώρου, προς αποτροπή του κινδύνου προκλήσεως ατυχήματος, με αποτέλεσμα, μία ακάλυπτη μεταλλική ανακλινόμενη σκάλα βάρους 25 κιλών περίπου, να πέσει πάνω στην ανήλικη (5 ετών) κόρη των μηνυτών, Α. Α. και Α. Κ., Β., η οποία μετείχε σε παιδική γιορτή που πραγματοποιούνταν στον εν λόγω παιδότοπο και να την τραυματίσει, προκαλώντας της θλαστικό τραύμα κεφαλής".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, της σωματικής βλάβης από αμέλεια , για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 15, 26 παρ.1β, 28 παρ1 α , και 314 παρ.1α' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, αφού: α) Η προσβαλλομένη απόφαση, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, καθίσταται βέβαιο, ότι, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα από την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, δέχεται την μη συνειδητή αμέλεια. β) Επαρκώς αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντα να εποπτεύει το χώρο που συνέβη το ατύχημα ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος για τους προσερχόμενους στον παραπάνω χώρο τρίτους, η οποία υποχρέωση πηγάζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ιδιότητα του ως διαχειριστή - γενικού υπεύθυνου του εστιατορίου " G..." έχοντος το καθήκον πρόνοιας προσοχής και επιμέλειας (για όλων των εισερχόμενων ως πελατών στο κατάστημα της ως άνω επιχείρησης, ιδιαίτερα δε των ανήλικων πελατών) οι οποίες επιβάλλονταν από την κοινή αντίληψη και την απαιτούμενη επιμέλεια και επομένως, δεν απαιτείτο και η μνεία διατάξεων νόμου επιτακτικού χαρακτήρα, από τις οποίες να προβλέπεται η τήρηση της παραπάνω υποχρέωσης, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα γ) επαρκώς προσδιορίζεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό της, η άδικη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και επαρκώς επίσης στο σκεπτικό διατυπώνεται η κρίση του δικαστηρίου ως προς την απαλλαγή του συγκατηγορουμένου του, Γ. Ε. (βλ. το ως άνω σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης) ουδεμία δε, ασάφεια δημιουργείται από το γεγονός της διατύπωσης κοινού διατακτικού ως προς αμφοτέρους, αφού σε αυτό (διατακτικό), πριν τη διατύπωση των πραγματικών περιστατικών που το απαρτίζουν, γίνεται σαφής διάκριση ότι ο 1ος κατηγορούμενος κηρύσσεται αθώος και ο 2ος (αναιρεσείων) ένοχος, έτσι ώστε να μη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση σε σχέση με την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η κρίση του δικαστηρίου ότι αυτός ήταν "διαχειριστής - γενικός υπεύθυνος" του καταστήματος στο οποίο επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως προκύπτει από το από 21-2-2005 έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών (Διεύθυνση Ανωνύμων εταιρειών) το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από το φάκελο της δικογραφίας στον οποίο βρίσκεται και το οποίο αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει, ο αναιρεσείων είχε οριστεί υπεύθυνος έναντι των υγειονομικών, αστυνομικών πολεοδομικών και λοιπών αρχών για κάθε θέμα που αφορά στη λειτουργία του ενδίκου καταστήματος, επομένως και για το ένδικο ατύχημα, όπως έκρινε και το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος με στοιχεία α, β και γ και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Περαιτέρω, όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του Κ.Π.Δ. "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά", κατά δε τη διάταξη του αρ. 141 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς, σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία, όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται με τη δεύτερη, αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει (κατά τη διάταξη αυτή) προφορική ανάπτυξή τους. Έτσι, η προβολή αυτοτελών του κατηγορουμένου ισχυρισμών, χωρίς τη διατύπωσή τους σε έγγραφο που καταχωρίζεται και ενσωματώνεται στα πρακτικά και χωρίς την προηγούμενη προφορική προβολή και ανάπτυξή τους, προκύπτουσα από τα ίδια πρακτικά, ώστε αυτοί να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, παραβιάζει την αναφερόμενη αρχή της ποινικής διαδικασίας και οδηγεί στο απαράδεκτο του ισχυρισμού (Ολ.Α.Π. 2/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που ο αναιρεσείων είχε προτείνει κατά την απολογία του, ήτοι, επί λέξει, τους παρακάτω ισχυρισμούς: α) τον αυτοτελή ισχυρισμό για ανυπαρξία νομικής μου υποχρέωσης να αποτρέψω το επελθόν αποτέλεσμα, καθώς ισχυρίσθηκα ειδικότερα ότι "πήραμε τηλέφωνο την εταιρεία, ήλθε ο υπεύθυνος της κατασκευάστριας εταιρείας και έμεινε έκπληκτος, το στερέωσε. β) τον αυτοτελή ισχυρισμό για ύπαρξη ευθύνης των γονέων της παθούσης και των παιδιών που σήκωσαν τη σκάλα, άρα έλλειψη νομικής μου υποχρέωσης να αποτρέψω το επελθόν αποτέλεσμα, καθώς ισχυρίσθηκα ειδικότερα ότι "υπήρχε ταμπέλα ότι τα παιδιά παίζουν με ευθύνη των γονέων τους". Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, δεν υπέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφού οι φερόμενοι ως αυτοτελείς κατά τα άνω ισχυρισμοί, δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και δεν αναπτύχθηκαν και προφορικά και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτούς, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, διαλαμβάνονται. Άλλωστε, ο ίδιος ο αναιρεσείων συνομολογεί, ότι για την προβολή των ως άνω ισχυρισμών, δεν τηρήθηκε η παραπάνω διαδικασία, αφού όπως διατείνεται στο αναιρετήριο, κατά την ανάπτυξη του σχετικού λόγου αναίρεσης, η προβολή αυτών έγινε κατά την απολογία του. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, και ειδικότερα του σημείου της απολογίας του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα, δεν προκύπτει η προβολή αυτών, η αναφορά δε του κατηγορουμένου στο τέλος της απολογίας του, "υπήρχε ταμπέλα ότι τα παιδιά παίζουν με ευθύνη των γονέων τους", είναι αόριστη αφού δεν είναι σαφής και ορισμένη και δεν συνδέεται με κάποιο αίτημα, ώστε να στοιχειοθετήσει κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο πρώτος από τους παραπάνω ισχυρισμούς δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια που στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, διαλαμβάνεται, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, και η αιτιολογία ως προς αυτόν εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών και ο παραπάνω σχετικός λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 979/2011 αίτηση του Α. Ν. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 920/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας. Έγκλημα παραλείψεως. Πτώση μεταλλικής ανακλινόμενης σκάλας σε παιδότοπο που λειτουργούσε εντός του εστιατορίου «GOODYS» και τραυματισμός ανήλικης που βρισκόταν στο χώρο ταυ παιδότοπου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας, λόγω της ιδιότητάς του αναιρεσείοντα ως γενικού υπεύθυνου του καταστήματος που συνέβη το ένδικο ατύχημα. Δεν απαιτείτο η μνεία διατάξεων νόμου επιτακτικού χαρακτήρα για την ως άνω επιμέλεια. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Απαράδεκτη προβολή τους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 579/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012 , προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Μ. του Κ. και 2) Χ. Σ. του Σ., ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7404/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1195/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 45/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω κατ' άρθρο 476 παρ. 2 του ΚΠΔ την από 10-10-2011 κοινή δήλωση αναιρέσεως των 1) Χ. Σ. του Σ., και, 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκων αμφοτέρων ..., κατά της υπ' αριθμ. 7404/8-7-2011 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες διότι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα οι υπ' αριθμ. 687 και 688 της 10-2-2011 εφέσεις τους κατά της υπ' αριθμ. 8670/3-2-2011 αποφάσεως του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν για έργω εξύβριση δια του Τύπου (άρθρα 26 παρ.1α, 27, 45, 361 παρ. 1 ΠΚ σε συνδ. με το άρθρο 47 του Α. Ν. 1092/1938 και το άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994) σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών έκαστος της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Πλην όμως εν προκειμένω ή υπό κρίση κοινή δήλωση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη διότι η υπ' αριθμ. 7404/8-7-2011 προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 28-9-2011 και η κοινή δήλωση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 10-10-2011 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός βέβαια της εικοσαήμερης (20ήμερης) προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, όχι όμως εντός της δεκαήμερης (10ήμερης) προθεσμίας στην οποία συντέμνεται η προθεσμία των είκοσι (20 ημερών που προβλέπεται για την άσκηση αναιρέσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όταν πρόκειται για αδικήματα τα οποία τελούνται δια του Τύπου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243 της 30-9/3-10/1994 όπως εν προκειμένω συμβαίνει. Εκτός από τον προαναφερόμενο λόγο απαραδέκτου της υπό κρίση κοινής δηλώσεως αναιρέσεως, υφίστανται και έτεροι δύο λόγοι απαραδέκτου και συγκεκριμένα: δεν προσκομίστηκε εντός της εικοσαήμερης (20ήμερης) προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ το πληρεξούσιο έγγραφο που έπρεπε να συνοδεύει την υπό κρίση κοινή δήλωση αναιρέσεως αφού ασκήθηκε για λογαριασμό των ανωτέρω αναιρεσειόντων από τον Δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Γιαννόπουλο αφενός, και αφετέρου η υπό κρίση κοινή δήλωση αναιρέσεως και αν ακόμη υποτεθεί ότι ασκήθηκε για λογαριασμό των προαναφερομένων αναιρεσειόντων από τον παραστάντα συνήγορο κατά την συζήτηση των εφέσεων κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση Δικηγόρο Αθηνών, Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με την ιδιότητα ακριβώς του παραστάντος συνηγόρου είναι απαράδεκτη διότι η υπ' αριθμ. 7404/8-7-2011 απόφαση δεν είναι καταδικαστική όπως απαιτείται από το άρθρο 465 παρ. 2 του ΚΠΔ αλλά απορριπτική ασκηθεισών εφέσεων κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως. Ως εκ τούτου η υπό κρίση κοινή δήλωση αναιρέσεως για όλους τους ανωτέρω προαναφερομένους λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη η από 10-10-2011 κοινή δήλωση αναιρέσεως των α) Χ. Σ. του Σ., και, β) Α. Μ. του Κ., κατοίκων αμφοτέρων ..., κατά της υπ' αριθμ. 7404/8-7-2011 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των εν λόγω αναιρεσειόντων. Αθήνα 30/12/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σε εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος κατά την απαγγελία της απόφασης δεν είναι παρών, ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ.
Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του ΑΝ 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνον του Ν. 1178/1981.
Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 5060/1931, που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 οι παραπάνω προβλεπόμενες, δεκαήμερη και εικοσαήμερη, προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών και βραχύτερο χρόνο παραγραφής, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, είναι πέντε ημέρες από τη δημοσίευσή της απόφασης με παρόντα τον κατηγορούμενο και δέκα ημέρες, αντί είκοσι, από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο, όταν γίνεται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά.
2. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιο κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνο εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και επιβάλλει σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δεν είναι καταδικαστική.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 7404/8-7-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δημοσιευθείσα, στις 8-7-2011, με εκπροσώπηση των δύο απολιπομένων κατηγορουμένων, νομίμως δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου τους Παναγιώτη Γιαννόπουλου, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (ως εκπρόθεσμες) οι υπ' αριθμ. 687 και 688 /10-2-2011 εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων και τότε εκκαλούντων κατά της υπ' αριθμ. 8670/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν και οι δύο ένοχοι για έργω εξύβριση δια του τύπου και επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή φυλάκισης έξι μηνών σε καθένα. Η απόφαση δε αυτή, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 28-9-2011, όπως προκύπτει από σχετική από 28-9-2011 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, δεν είναι καταδικαστική. Οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, άσκησαν την κρινόμενη από 10-10-2011 κοινή αίτηση αναίρεσης, όχι ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και όχι εντός πέντε ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την παρουσία τους δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, αλλά με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-10-2011, όπως προκύπτει από σχετική σημείωση επ' αυτής της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Ρ., εκπρόθεσμα, όχι εντός της συντεμνόμενης προθεσμίας των ως άνω δέκα (αντί είκοσι) ημερών από την ως άνω γενόμενη στις 28-9-2011 καταχώρηση καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, υπολογιζόμενης της προθεσμίας κατά το άρθρο 168 ΚΠΔ. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων είναι εκπρόθεσμη και, αφού δε γίνεται στο δικόγραφο αυτό επίκληση περιστατικών, τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Προσθέτως, η αίτηση αυτή αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομότυπα, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική με την παραπάνω έννοια και έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και σύνταξη εκθέσεως (άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) και όχι με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ασκήθηκε. Οι επιβαλλόμενες δε ως παραπάνω αναφερθείσες διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και περί συντμήσεως προθεσμιών ενδίκων μέσων στα εγκλήματα του τύπου, για το λόγο ότι υπόκεινται αυτά σε βραχυπρόθεσμη παραγραφή και απαιτούν ταχεία διεκπεραίωση, ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρ. 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του (ΟλΑΠ 2/2008).
Συνεπώς, εφόσον ειδοποιήθηκαν οι αναιρεσείοντες, δια του ορισθέντος αντικλήτου δικηγόρου τους, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας και παραστάθηκε στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο ο παραστάς και ενώπιον του εφετείου και ασκήσας την αναίρεση πληρεξούσιος και αντίκλητος δικηγόρος τους και εξέθεσε τις απόψεις του περί του παραδεκτού της ασκηθείσας ως άνω αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση - δήλωση αναίρεσης ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10-10-2011 κοινή δήλωση των Χ. Σ. του Σ. και Α. Μ. του Κ., για αναίρεση της με αριθμ. 7404/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις20 Μαρτίου 2012. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εξύβριση έργω δια του τύπου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης, όχι εντός 10ημέρου (αντί 20ημέρου), άσκησης από της καταχώρησης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων και λόγω του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αφού απέρριψε τις εφέσεις των δύο κατηγορουμένων ως απαράδεκτες, ενόψει της σύντμησης των προθεσμιών ενδίκων μέσων , στα εγκλήματα του τύπου στο ήμισυ. Οι επιβαλλόμενες διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και περί συντμήσεως προθεσμιών ενδίκων μέσων στα εγκλήματα του τύπου, για το λόγο ότι υπόκεινται αυτά σε βραχυπρόθεσμη παραγραφή και απαιτούν ταχεία διεκπεραίωση, ενώ διασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρ. 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 577/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Ν. του Ι., 2) Α. Κ. του Μ. και 3) Σ. Ν. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κλάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 54362/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Οκτωβρίου 2011 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1199/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ.1 του ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ.1 του ν.3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 του ν.3346/2005, ότι σε πταίσματα, πλημμελήματα και (από την 17-6-2005, ημέρα έναρξης της ισχύος του ν.3346/2005)κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του...Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του διενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι θεωρείται πως είναι παρών ο εκκαλών, στην περίπτωση κατά την οποία, προς υποστήριξη της έφεσής του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του για να τον εκπροσωπήσει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ.1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του ν. 3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373". Από τις διατάξεις αυτές, εκείνη του άρθρου 344 παρ.1 εδάφ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.3160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΚΠΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του σιωπηρά παραιτείται από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της απόφασης που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (βλ. ΟλΑΠ 8/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του σχετικού κοινού λόγου αναίρεσης των τριών κρινόμενων αιτήσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι τρεις αναιρεσείοντες, με την 105748/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 17 μηνών ο καθένας, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, για από κοινού παράβαση του Α.Ν. 86/1967. Κατά της πιο πάνω απόφασης αυτοί άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εφέσεις, κατά την εκδίκαση των οποίων, που είχεν ορισθεί αρχικά για την 18-2-2009 και κατά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 14431/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην ανωτέρω συνεδρίαση από τον πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου αναγομένου στο πρόσωπο αυτού, ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέως και το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω 14431/2009 απόφασή του, ανέβαλεν αορίστως την εκδίκαση της υπόθεσης, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του άνω κατηγορουμένου και για το ενιαίο της κρίσεως και για τους λοιπούς δύο εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους. Κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή νέα δικάσιμο της 12-1-2010, μετά επίδοση κλήσεων στους τρεις εκκαλούντες, δεν εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως οι αναιρεσείοντες, αλλά μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην 2021/12-1-2010 αναβλητική απόφαση πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Αφροδίτη Μακρή, προ πάσης ενάρξεως της συζητήσεως των εφέσεων και ως πληρεξουσία δικηγόρος και των τριών εκκαλούντων, ζήτησε αναβολή της συζήτησης για σημαντικά αίτια, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω ασθενείας του πρώτου αναιρεσείοντος και λόγω απουσίας των λοιπών στο εξωτερικό και το δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση σε νέα ρητή δικάσιμο της 15- 6 -2010, χωρίς κλήτευση των εκπροσωπουμένων από την άνω δικηγόρο τριών κατηγορουμένων και του μάρτυρος κατηγορίας, όπως ρητά όρισεν. Κατά την τελευταία όμως αυτή δικάσιμο της 15- 6 -2010, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 54362/2010 απόφασή του, αφού ανέγνωσε την τελευταία ως άνω αναβλητική σε ρητή δικάσιμο απόφασή του, απέρριψε τις εφέσεις τους, ως ανυποστήρικτες, "σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 326, 340 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ", όπως ορίζει το αιτιολογικό αυτού. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι είχαν εμφανισθεί στις 18-2-2010, δια συνηγόρου για να υποστηρίξει τις εφέσεις τους και είχεν αρχίσει πλέον η συζήτηση των εφέσεών τους, αφού το δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων, κατά την άνω δικάσιμο της 12-1-2010, κατά την οποία, είχαν θεωρηθεί πλέον αυτοί ωσεί παρόντες, εκπροσωπούμενοι από τη συνήγορό τους, αλλά, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο όλων των συγκατηγορουμένου, με αίτημα της συνηγόρου τους, αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο της 15-6-2010, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση, ενώ τους ανακοινώθηκε, μέσω της συνηγόρου τους, ότι δεν θα κλητευθούν, ήτοι ότι η ανακοίνωση της ρητής δικασίμου επέχει θέση κλητεύσεώς τους. Άρα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να απορρίψει τις εφέσεις των τριών εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως ανυποστήρικτες, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη τελευταία, μετ' αναβολή, δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντες τους απολιπόμενους εκκαλούντες - κατηγορούμενους και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Επομένως είναι βάσιμος ο συναφής τέταρτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος των τριών κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και πρέπει, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να γίνουν δεκτές οι τρεις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει και το οποίο, αφού εξετάσει το παραδεκτό ή μη των εφέσεων, θα ερευνήσει, εάν τις κρίνει παραδεκτές, και το βάσιμο ή μη των κατηγοριών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 54362/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση και δη τις τρεις εφέσεις των κατηγορουμένων Α. Ν., Α. Κ. και Σ. Ν. κατά της με αριθ. 105748/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που απέρριψε τις εφέσεις των τριών απόντων εκκαλούντων, ως ανυποστήρικτες, αντί να τις ερευνήσει με ωσεί παρόντες αυτούς, αφού η υπόθεση είχεν αναβληθεί δύο φορές, λόγω σημαντικού αιτίου, με αίτηση των κατηγορουμένων, σε ρητή δικάσιμο, χωρίς κλήτευση αυτών.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 575/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου G. M. του I., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Ξενίδη περί αναιρέσεως της 1855-1856/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. V. M. του A., 2.B. H. του J..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 467/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 20§1 στοιχ. β και ιγ του ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά" (άρθρο 5§1 στοιχ, β και ιγ ν. 1729/1987), με τις ποινές που αναφέρονται σ' αυτό τιμωρείται όποιος β) πωλεί, αγοράζει.. .ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποιες από τις πράξεις αυτές και ιγ) οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ως μεσολάβηση στην πώληση ή αγορά ναρκωτικών ουσιών θεωρείται η πράξη, με την οποία ο μεσολαβητής φέρνει σε επαφή ή σε συνεννόηση τρίτα πρόσωπα, προκειμένου να γίνει μεταξύ τους η πράξη της αγοράς, πωλήσεως ή διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Δεν απαιτείται να επιβεβαιώνεται και οποιαδήποτε άλλη επαφή του μεσολαβητή με το ναρκωτικό, είναι δε αδιάφορο, για τη θεμελίωση της μεσολαβήσεως, αν συντελέστηκε ή όχι η αγορά ή η πώληση. Οργάνωση δε και κατεύθυνση αποτελούν όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως η ανεύρεση ή η παραχώρηση μεταφορικού μέσου, η στρατολόγηση προσωπικού, η συσκευασία των ναρκωτικών και απόκρυψη τους σε ειδικές κρύπτες, η υπόδειξη προς μίσθωση οικίας, η οποία θα χρησιμοποιείτο για την αποθήκευση των ναρκωτικών, κ.λπ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 του ΚΝΝ (άρθρο 8 του ν. 1-729/1987), ο παραβάτης των ως άνω διατάξεων τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα οργανώσεως και κατευθύνσεως σε αγορά και κατοχή, καθώς και σε μεσολάβηση σε αγοραπωλησία ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις ότι ενέργησε κατά συνήθεια και οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούσαν ότι ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος (και τους συγκατηγορουμένους του V. M. και B. H. για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα), πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα παρακάτω: ... Ο τέταρτος κατηγορούμενος Ι) Στη Θεσσαλονίκη, κατά χρονικό διάστημα από 7-10-2005 μέχρι και 14-12-2005, οργάνωσε και κατηύθυνε άλλους στην αγορά και κατοχή προς εμπορία ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου (...), ήτοι τεχνητές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 5 του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, μολονότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. 254/4-10-2005 εντάλματος του Ανακριτή του Γ Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κρατείται προσωρινά στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, για κατ' επάγγελμα εμπορία ναρκωτικών, εντούτοις, με αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες του από το χώρο των φυλακών οργάνωσε την εγκληματική δράστη των συμπατριωτών του M. G. και H. B., προς τους οποίους παρείχε συνεχείς οδηγίες και συμβουλές, κατευθύλ'οντας τις ενέργειες τους και συγκεκριμένα υπέδειξε σ' αυτούς να εκμισθώσουν από κοινού την πρώην κατοικία του επί της οδού ... στην περιοχή ..., την οποία χρησιμοποιούσαν ως χώρο αποθήκευσης (καβάντζα) ναρκωτικών, συνέστησε δε σ' αυτούς τρίτα πρόσωπα από τα οποία, με τη μεσολάβηση του κατά τα κάτωθι εκτιθέμενα, αγόρασαν τμηματικά και έλαβαν στην κατοχή τους μεγάλες ποσότητες ηρωίνης, συνολικού βάρους τουλάχιστον (932,5) γραμμαρίων, που υπό την καθοδήγησή του απέκρυπταν στην ανωτέρω οικία και εντεύθεν πωλούσαν συστηματικά προς τρίτους αγοραστές. 2) Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους ακόλουθους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, μεσολάβησε στην αγοραπωλησία μεταξύ άλλων ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου (...) ... Ειδικότερα, κατόπιν αλλεπάλληλων τηλεφωνικών επικοινωνιών από το χώρο των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, όπου κρατείται προσωρινά δυνάμει του υπ' αριθ. 254/7-10-2005 εντάλματος του Ανακριτή του Ε Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης προς εμπορία κατ' επάγγελμα ναρκωτικών, σύστησε, συνέδεσε και έφερε σε επαφή τους M. G. και H. B. με τρίτα πρόσωπα για την αγοραπωλησία μεταξύ τους ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα α) κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου μηνός μέχρι και τις 14-12-2005, μεσολάβησε και έφερε σε επαφή τους M. G. και H. B. με τρίτο πρόσωπο εισέτι πωλητή, ώστε να καταστεί δυνατή η αγορά από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ποσοτήτων ηρωίνης βάρους τουλάχιστον (82,5) γραμμαρίων, αντί τιμήματος που δεν έχει μέχρι σήμερα εξακριβωθεί και β) κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου δεκαημέρου μέχρι και τις 14-12-2005, μεσολάβησε και έφερε εκ νέου σε επαφή τους ίδιους αγοραστές με τον Αλβανό υπήκοο Ν. R., αγνώστων λοιπών στοιχείων, ώστε να καταστεί δυνατή η αγορά από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ποσότητας (850) γραμμαρίων ηρωίνης, αντί τιμήματος που δεν έχει μέχρι σήμερα εξακριβωθεί. Στις ανωτέρω δε πράξεις της οργάνωσης και κατεύθυνσης σε αγορά και κατοχή προς εμπορία ναρκωτικών ουσιών και μεσολάβηση σε αγοραπωλησία ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, προέβη κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνoς καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω εγκλημάτων προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη αυτών, ενόψει της προηγηθείσας ποινικής δίωξης εις βάρος του δυνάμει της υπ' αριθμ. Φ05/6310/6-10-2005 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης προς εμπορία κατ' επάγγελμα ναρκωτικών, πράξεις για τις οποίες κρατείται ήδη προσωρινά εις εκτέλεση του υπ' αριθ. 254/7-10-2005 εντάλματος του Ανακριτή του Γ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, και παρά ταύτα επιδεικνύει εντεύθεν διαστροφική εμμονή στη διάπραξη αντιστοίχων κακουργημάτων μέσω άλλων προσώπων, υπό συνθήκες που μαρτυρούν την εμπλοκή του σε ευρύτερο διεθνές κύκλωμα διακίνησης, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο την καθ' οιονδήποτε τρόπο διάδοση και εμπορία ναρκωτικών, που ως στοιχεία της προσωπικότητας του μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και προσήλωση στη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Όλες οι παραπάνω πράξεις ... αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αστυνομικών οργάνων, οι οποίοι λόγω της ιδιότητας τους καταθέτουν με λόγο γνώσης. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο στοιχείο. Αντίθετα ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως τις εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης, χημικής εξέτασης. Ενισχύονται δε και από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος ομολογεί τις πράξεις του ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της οργανώσεως και κατευθύνσεως σε αγορά και κατοχή και της μεσολαβήσεως σε αγοραπωλησία ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι ενεργεί τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενες αποφάσεως αποτελεί μεν επανάληψη του διατακτικού της (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), η επανάληψη, όμως, αυτή αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δευτερολογήσει ο εισαγγελέας ή ένας από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, πρέπει πάντοτε να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής ή δεν του ξαναδοθεί μετά από κάποια δευτερολογία, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος, κατά σειράν, στον εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, ο δε συνήγορος του αναιρεσείοντος (4ου κατηγορουμένου), ο οποίος μίλησε τελευταίος, ζήτησε την απαλλαγή του πελάτη του, δεν δευτερολόγησε δε κανένας.
Συνεπώς, δόθηκε πράγματι ο λόγος στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για να αναπτύξει την υπεράσπιση του, ο οποίος μίλησε τελευταίος, το αναφερόμενο δε στο έντυπο των πρακτικών της αποφάσεως "ο Πρόεδρος ρώτησε τους κατηγορουμένους αν έχουν να προσθέσουν τίποτε νια την υπεράσπιση τους και αυτοί απάντησαν αρνητικά" δεν αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 368 του ΚΠοινΔ, η οποία προϋποθέτει την μη λήξη εισέτι της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη" στο ότι δεν δόθηκε ο λόγος, τελευταία, στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 9/28 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του G. M. του I., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1855 - 1856/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για οργάνωση και κατεύθυνση σε αγορά και κατοχή και για μεσολάβηση σε αγοραπωλησία ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια και από δράστη, ιδιαίτερα επικίνδυνο. Στοιχεία εγκλημάτων. Επιτρεπτώς το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού (το οποίο ταυτίζεται με το κατηγορητήριο), αφού το διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του επί της ενοχής ή μετά από δευτερολογία (369 ΚΠΔ). Το αναγραφόμενο, μετά τις αγορεύσεις, ότι «ο Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση του και αυτός απάντησε αρνητικά» δεν αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠΔ. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 578/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 1861/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Γ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητας του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωση τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, μεταξύ άλλων, τιμωρείται και ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή), όμως, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του~*15ραστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη-αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ" αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1861/2011 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Α. Γ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις καταθέσεις των μαρτυρούν κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος 1ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: Ο εγκαλών Α. Γ. με την από τον Ιανουάριο 2006 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχε συνάψει με την Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε.Π. ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΕ", Πρόεδρος του ΔΣ της οποίας είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Μ., προσέφερε αντί μηνιαίου μισθού τις υπηρεσίες του στην τελευταία, ως γενικός διευθυντής του τμήματος αμειβομένων καλαθοσφαιριστών της, μέχρι τέλος Μαΐου 2007, οπότε απεχώρησε λόγω καταγγελίας της συμβάσεως του από την άνω εργοδότρια του. Με την από 5-3-2007 αγωγή του κατά της παραπάνω εργοδότριας του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ζήτησε την ικανοποίηση αξιώσεων του προερχομένων από διαφορές της αμοιβής του, το δε Δικαστήριο με την 433/2008 απόφαση του που εκδόθηκε, στις 27-6-2008 δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας του το συνολικό ποσό των 18.500 ευρώ και κήρυξε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για 6.000 ευρώ, εν τέλει δε με την 975/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε επί εφέσεως της άνω εναγομένης (ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΤΡΩΝ) κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Πατρών, επιδικάστηκε τελεσιδίκως στον ενάγοντα (ήδη εγκαλούντα Α. Γ.) το ποσό των 6.500 ευρώ. Στις 25-10-2008 στο στάδιο "ΤΟΦΑΛΟΣ" Πατρών, διεξαγόταν αγώνας μπάσκετ μεταξύ των ομάδων "ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ" και "ΜΕΝΤ" Θεσσαλονίκης, οπότε ο εγκαλών εισήλθε στο γήπεδο κάνοντας χρήση του Ε.Κ.-15/110/21-4-2008 δελτίου ελεύθερης εισόδου, που του έχει χορηγήσει η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, για τους αθλητικούς χώρους στις θέσεις των επισήμων για όλα τα αθλήματα για ολόκληρη τη χώρα και κατευθύνθηκε προς τον χώρο των επισήμων για να καταλάβει θέση και να παρακολουθήσει τον αγώνα. Λόγω της προαναφερθείσης δικαστικής διαμάχης και της εκδόσεως της 433/2008 αποφάσεως υπήρχε δυσαρέσκεια της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ προς το πρόσωπο του εγκαλούντος και ευθύς ως έγινε αντιληπτή η παρουσία του στις θέσεις των επισήμων, τον πλησίασε ο υπάλληλος της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ Μ. Μ. και του ανακοίνωσε την εντολή του δευτέρου κατηγορουμένου Ν. Μ., Προέδρου του ανωτέρω αθλητικού σωματείου να αποχωρήσει από τις θέσεις των επισήμων και να καταλάβει θέση στην εξέδρα, οπότε δημιουργήθηκε έντονο φραστικό επεισόδιο που έγινε αντιληπτό από τους εκεί παρευρισκομένους δημοσιογράφους αθλητικών εφημερίδων, αφού ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε αρνούμενος (ευλόγως) να αποχωρήσει από την θέση του, με την επέμβαση όμως παρευρισκόμενου αστυνομικού και αφού ο εγκαλών του επέδειξε το ανωτέρω δελτίο ελευθέρας εισόδου του, το επεισόδιο" έληξε και αυτός παρέμεινε στην θέση που είχε καταλάβει εξ αρχής. Στις 27-10-2008, μεθεπομένη του αγώνα, ημέρα Δευτέρα, στα φύλλα των εφημερίδων "SPORT WEEK της Δευτέρας", "ΓΝΩΜΗ" και "ΠΑΤΡΑ ΣΠΟΡ", που εκδίδονται στην Πάτρα της Αχαΐας, καταχωρήθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση της Κ.Α.Ε. ΟΛΥΜΠΙΑΣ Πατρών, "Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΚΑΕ ΔΕΝ ΘΑ ΑΣΧΟΛΗΘΕΙ ΜΕ ΓΝΩΣΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ ΛΑΜΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΗΚΕ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ, ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΞΙΟΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΒΓΗΚΕ Η ΦΡΑΣΗ 'ΛΑΜΟΓΙΑ' ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ". Στην παραπάνω ανακοίνωση δεν κατονομάζεται μεν ο εγκαλών Α. Γ., παραπέμπει όμως αυτή (ανακοίνωση) στο πρόσωπο του με αφορμή το επεισόδιο που περιγράφηκε παραπάνω και που προκλήθηκε με την παρουσία του στις θέσεις των επισήμων. Ειδικότερα, το επεισόδιο αυτό περιγράφεται και καταχωρήθηκε ως είδηση στα φύλλα των ως άνω εφημερίδων και συγκεκριμένα στα φύλλα των εφημερίδων "ΓΝΩΜΗ" και "SPORT WEEK" αφού προηγείται η περιγραφή και καταχώρηση του όπου και κατονομάζεται ο εγκαλών, στην ίδια στήλη και σε συνέχεια της περιγραφής αυτού (του επεισοδίου), καταχωρήθηκε η ως άνω επίμαχη ανακοίνωση, η οποία, στο μεν φύλλο της εφημερίδας "ΓΝΩΜΗ", συνδέεται με τα προηγουμένως περιγραφόμενα ως περιστατικά του επεισοδίου, με τη φράση "Πάντως, η ΚΑΕ Ολυμπιάς σε ανακοίνωση της αναφέρει: "...", στο δε φύλλο της εφημερίδας "SPORT WEEK", η επικεφαλίδα αναφέρει "Επεισόδιο με Γ." και μετά την παράθεση του επεισοδίου και της επί λέξει ανακοίνωσης της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ, αναφέρεται "... ανέφερε χθες η ΚΑΕ για το συγκεκριμένο θέμα". Την πιο πάνω ανακοίνωση εξέδωσε και καταχώρησε στις άνω εφημερίδες ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος είναι Πρόεδρος της ανωτέρω ΚΑΕ και έδωσε εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο Α. Ζ., ο οποίος είναι δημοσιογράφος και υπεύθυνος του γραφείου τύπου της ως άνω ΚΑΕ, να συντάξει την ανακοίνωση αυτή με το παραπάνω περιεχόμενο και να την προωθήσει στον τύπο. Τα ως άνω που ισχυρίστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος για τον εγκαλούντα Α. Γ. με την ένδικη ανακοίνωση όπως αυτή καταχωρήθηκε στα φύλλα των ανωτέρω εφημερίδων, ήταν "ψευδή, ]καθόσον ο εγκαλών έχει μακροχρόνια ενασχόληση με το άθλημα της καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ) αρχικά ως αθλητής, στη συνέχεια από το 1976 ως διαιτητής Α' εθνικής κατηγορίας και από το 1986 ως διεθνής διαιτητής της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας επαγγελματικού μπάσκετ έχοντας διαιτητεύσει σε ευρωπαϊκές και παγκόσμιες διοργανώσεις, διεθνή και ολυμπιακά τουρνουά, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Διαιτητών Καλαθοσφαιρίσεως, διετέλεσε καθηγητής και παρατηρητής διαιτησίας, κομισάριος αγώνων Α' Εθνικής, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος και γενικώς δραστηριοποιείται ενεργά και με διακρίσεις στο χώρο του αθλητισμού επί σειρά ετών έχοντας συνδέσει το όνομα του άρρηκτα με την διαιτησία στο μπάσκετ, γεγονός που γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Η φράση "... ΓΝΩΣΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ ΛΑΜΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΗΚΕ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ ..." και όλο το περιεχόμενο της επίμαχης ανακοίνωσης παρέχει σε ευρύ κύκλο αναγνωστών ερείσματα αρνητικής κρίσης για το πρόσωπο του εγκαλούντος, αφού θέτει σε αμφισβήτηση την ακεραιότητα, δεοντολογία και εν γένει προσωπικότητα του εγκαλούντος ως άτομο με ηθικές αρχές στο χώρο του αθλητισμού, κατά την έννοια της παραπάνω φράσης (ΛΑΜΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ), η οποία συνδεόμενη και με το προηγηθέν συμβάν, υπονοεί, εκτός του γεγονότος ότι ο εγκαλών είναι πανελληνίως γνωστό λαμόγιο του αθλητισμού, ότι επωφελείται οικειοποιούμενος θέσεις επισήμων χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, αν και η αλήθεια είναι, ότι ο εγκαλών διαθέτει, όπως ήδη αναφέρθηκε, κάρτα ελευθέρας για όλα τα αθλήματα, γεγονός που επίσης γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού τούτο διαπιστώθηκε με την επέμβαση του αστυνομικού και την λήξη του επεισοδίου με την επίδειξη της κάρτας-,ελευθέρας εισόδου από τον εγκαλούντα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε εν-γνώσει του ψεύδους του, αφού η επί σειρά ετών επιτυχής και πανελλήνιας (θετικής) φήμης δραστηριοποίηση του εγκαλούντος στον χώρο του αθλητισμού όπου ουδέποτε έδωσε έρεισμα για αρνητικές κρίσεις, είναι γνωστή στον ανωτέρω κατηγορούμενο ο οποίος επίσης δραστηριοποιείται στον χώρο του αθλητισμού υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του (Πρόεδρος της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ Πατρών). Το περιεχόμενο της άνω δημοσιευθείσας ανακοίνωσης, της οποίας έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός αναγνωστών της τοπικής κοινωνίας των Πατρών, στην οποία κυκλοφορούν οι άνω εφημερίδες, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού, κατά την έννοια της λέξης "λαμόγιο", τον παρουσίασε στον μέσο αναγνώστη ως άτομο που επωφελείται εξαπατώντας στον χώρο του αθλητισμού και άξιο περιφρόνησης, το όνομα δε του εγκαλούντος είναι γνωστό στον ευρύτερο χώρο του αθλητισμού και έχει συνδεθεί με την διαιτησία του μπάσκετ, αλλά και λόγω της υποψηφιότητας του ως δημοτικού συμβούλου. Τα όσα κατετέθησαν από τον μάρτυρα υπεράσπισης του β' κατηγορουμένου ότι η επίμαχη ανακοίνωση δεν αφορούσε τον εγκαλούντα, αλλά ήταν έμμεση απάντηση στον εκβιασμό του παίκτη Δ. προς την ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ για το συγκεκριμένο παιχνίδι της 25-10-2008 από ουδέν στοιχείο συνηγορείται και κατά πάσα περίπτωση παραμένει το ερώτημα, γιατί, εφόσον διαπιστώθηκε από την ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ότι η εν λόγω ανακοίνωση της λανθασμένα συνδέθηκε ευθέως με το όνομα του εγκαλούντος, αφού καταχωρήθηκε ως συνέχεια του προαναφερθέντος επεισοδίου, σε ουδεμία ενέργεια προέβη ώστε με νεότερη ανακοίνωση της και με σαφείς διευκρινίσεις να αποκαταστήσει την αλήθεια και το όνομα του εγκαλούντος.... Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της-πράξεως που του, αποδίδεται και ο δεύτερος κατηγορούμενος ένοχος αυτής, ήτοι της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 363 σε συνδυασμό προς το άρθρον 362 του ΠΚ και του άρθρου(91$) του ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, 1) παρατίθενται τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, που περιλαμβάνονται στην ως άνω ανακοίνωση της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ Πατρών που εξέδωσε ο αναιρεσείων ("γνωστό πανελληνίως λαμόγιο του Αθλητισμού, άνθρωποι άξιοι περιφρόνησης", κ.λπ.), τα οποία ήταν ψευδή, 2) προσδιορίζεται ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων προσώπων τα παραπάνω δυσφημιστικά γεγονότα, με την αναφορά ότι προέβη στην ενέργεια αυτή με όργανο τον τύπο και συγκεκριμένα με την καταχώριση αυτών στα φύλλα τριών εφημερίδων "SPORT WEEK της Δευτέρας", "ΓΝΩΜΗ" και "ΠΑΤΡΑ ΣΠΟΡ", τα οποία ήταν προσιτά σε ευρύ κύκλο προσώπων και δη στους αναγνώστες των εφημερίδων αυτών, 3) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή και ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς και την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των εν λόγω γεγονότων και εκείνων από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, εφόσον, ως δραστηριοποιούμενος, ως Πρόεδρος της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ Πατρών, στο χώρο του Αθλητισμού, είχε άμεση αντίληψη της επί σειράν ετών επιτυχούς και πανελληνίας φήμης δραστηριοποιήσεως του εγκαλούντος στον αυτό χώρο στον οποίο δεν έδωσε αυτός ποτέ έρεισμα για αρνητικές κρίσεις. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του (αρνητικού της κατηγορίας και όχι αυτοτελούς) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη ανακοίνωση αφορούσε όχι τον εγκαλούντα, αλλά τον παίκτη Δ. με τις παραδοχές αφενός ότι υπήρχε δυσαρέσκεια της ΚΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ Πατρών προς το πρόσωπο του εγκαλούντος λόγω ευνοϊκής υπέρ αυτού δικαστικής αποφάσεως και αφετέρου ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για να αποκαταστήσει την αλήθεια και το όνομα του εγκαλούντος, β) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, γ) Αναφέρονται, στο προοίμιο του σκεπτικού, κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο), δ) Το ίδιο συκοφαντικό δημοσίευμα κατά του ίδιου προσώπου σε περισσότερες εφημερίδες, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, συνιστά πράξη κατ' εξακολούθηση, έστω και αν οι εφημερίδες, στις οποίες καταχωρήθηκε αυτό, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αυτοί λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα εκτιμήθηκαν αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο αναιρεσείων αβασίμως, κατά τα προεκτεθέντα, στηρίζει τον τέταρτο λόγο και στο στοιχ. Η της §1 του άρθρου 510, ισχυριζόμενος ότι το Τριμελές Εφετείο, με το να τον καταδικάσει για τέλεση της πράξεως-4χι άπαξ, αφού έγινε μια και μόνη δημοσίευση στις 27.10.2008, αλλά κατ' εξακολούθηση, υπερέβη την εξουσία του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329;"33Τ, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δίκασαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και 1) το με Νο. 196 τεύχος 23/12/2009 περιοδικού ALLISTAR BASKET (σελ. 24-25), 2) δημοσιεύματα 20/8/2009, 21/8/2009 και 17-6-2010 στο BASKETFORORUM-BASKETBALL TALK (δημοσιεύσεις Νο. 429 και 423 και 1683), 3) η σελίδα 30/17-9-2009 της εφημερίδας "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ" με το άρθρο με τίτλο "ΦΕΤΟΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΟΙ". 4) το φύλλο της 21-12-2009 της εφημερίδας "ΠΡΩΙΝΗ ΓΝΩΜΗ" με το άρθρο με τίτλο "Είμαι στη διάθεση του αθλητικού δικαστή" και 5) η από 10-4-2009 υπεύθυνη δήλωση του Α. Χ.. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος, όποιος προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτά τα έγγραφο και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος τον είχε εκπροσωπήσει στη δίκη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, όχι μόνο δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και των εγγράφων αυτών, αλλά ο ίδιος τα είχε προσκομίσει, με συνέπεια να εκλείπει το έννομο συμφέρον του για προβολή οποιασδήποτε αιτιάσεως σχετικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας τους. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη, κατ' εκτίμηση, στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου από την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, είναι απορριπτέος προέχοντος ως απαράδεκτος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του εντολέα του, χωρίς να προβάλει ισχυρισμό για την αναγνώριση κάποιου ελαφρυντικού. Κατά συνέπειαν, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, αυτεπαγγέλτως, να προβεί σε έρευνα για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κάποιας ελαφρυντικής περιστάσεως και μάλιστα αυτής του άρθρου 84 §2 στοιχ. ε του ΠΚ, καμιά δε επιρροή δεν ασκεί το ότι, για την επιμέτρηση της ποινής, έλαβε υπόψη του, στα πλαίσια του άρθρου 79 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, και την μετά την πράξη διαγωγή αυτού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σιωπηρή μη αναγνώριση στο πρόσωπο του της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως χωρίς καμιά αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ, μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν α) αυτός που άσκησε το ένδικο μέσο υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή όταν επέρχεται σε βάρος του οποιαδήποτε δυσμενής συνέπεια από αυτήν και β) επιδιώκεται ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, δηλαδή επιδιώκεται βελτίωση της θέσεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, για μια τριετία. Το μέτρο της αναστολής εκτελέσεως της ποινής-είναι ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο από αυτό της μετατροπής της ποινής σε χρηματική. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Δικαστήριο, με το να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής που του επέβαλε, αντί να την μετατρέψει σε χρηματική, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προέχοντος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού, με την αναστολή, ωφελείται αυτός, με την προβολή δε του λόγου αυτού δεν προσδοκά βελτίωση της θέσεως του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση καινά καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 39/1 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση του Ν. Μ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1861/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος, Το ίδιο συκοφαντικό δημοσίευμα κατά του ίδιου προσώπου σε περισσότερες εφημερίδες συνιστά πράξη κατ' εξακολούθηση, έστω και αν οι εφημερίδες εκδόθηκαν την ίδια ημέρα. Το μέτρο της αναστολής, που διατάχθηκε, είναι ευμενέστερο από αυτό της μετατροπής. Απόρριψη λόγου για υπέρβαση εξουσίας ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Έγγραφα, τα οποία προσκόμισε ο ίδιος ο αναιρεσείων και αναγνώσθηκαν. Έλλειψη εννόμου συμφέροντος για αιτιάσεις σχετικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 580/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Μ. Κ. του Θ.. και εγκαλούμενο τον Η. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ 51672/14.11.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1363/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 54/22.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ' ΚΠΔ, την από 14-11-2011/51672 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα εξής:1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στη οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου, κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται, κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο.(Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922). 2) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο (Α.Π. 557/11- Α.Π. 397/11-Α.Π. 235/11).3) Στην προκειμένη περίπτωση, ο Μ. Κ. του Θ., κρατούμενος Ψυχιατρείου κρατουμένων ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, την από 23-7-08/Β08/7199 έγκληση, σε βάρος του Η. Κ. του Α., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, για παράβαση καθήκοντος (259 Π.Κ.).4) Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετούσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠΔ δικαστήριο, γι' αυτό, με το 2259/09 βούλευμα του Αρείου Πάγου, η υπόθεση παραπέμφθηκε, (κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή), στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση δια προκαταρκτικής εξέτασης, ότι ο ανωτέρω εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί πλέον στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ( βλ. 176.565/19-9-11 βεβαίωση Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την ΕΓ 141-11/139/20-09-11 αναφορά της, προφανώς για εφαρμογή του άρθρου 137 § 1 εδ. β' ΚΠΔ. Όμως, πλέον, στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον το Πρωτοδικείο Αθηνών και Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Γι' αυτό και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το 51672/14-11-11 έγγραφό του, διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για εφαρμογή του άρθρου 137 §1 εδ. γ' ΚΠΔ (Α.Π. 840/05).5) Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω υπόθεσης, αφού στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών, παρά μόνον αυτό και αυτή των Αθηνών, όπου όμως υπηρετεί ο εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός (Α.Π. 2034/10).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η Α10/1416(Β08/7199)/ 23-7-08 έγκληση του Μ. Κ. του Θ., κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., κατά του εγκαλουμένου Η. Κ. του Α., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών, (και αν συντρέξει περίπτωση στην Εισαγγελία Εφετών και στο Εφετείο Ευβοίας). Αθήνα 22-2-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Μ. Κ. του Θ., κρατούμενος Ψυχιατρείου Κρατουμένων ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς την από 23-7-2008 αναφορά σε βάρος του Η. Κ. του Α., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος. Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετούσε τότε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠοινΔ δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος, με το υπ' αριθ. 2259/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε την υπόθεση στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, ο εγκαλούμενος υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. υπ' αριθ. 176565/19.9.2011 υπηρεσιακή βεβαίωση της Διευθύνουσας την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ελένης Ράικου) και, επομένως, ανακύπτει, και πάλι, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, για τον οποίο λόγο η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διαβίβασε την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθ. Ε.Γ. 141-11/139/20-9-2011 έγγραφό της. Ο δε καθορισμός του αρμοδίου δικαστηρίου θα γίνει από τον Άρειο Πάγο, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η ως άνω αναφορά από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Θηβών για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 23-7-2008 αναφοράς του Μ. Κ. του Θ., κρατούμενου Ψυχιατρείου Κρατουμένων ..., κατά του Η. Κ. του Α., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Θηβών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αναφορά κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, ήδη Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος. Παραπέμπει από τις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών (στις οποίες είχε παραπεμφθεί από αυτές του Πρωτοδικείου Πειραιώς με απόφαση του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο), σ' αυτές του Πρωτοδικείου Θηβών. Αρμόδιος για τον κανονισμό ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος αντεισαγγελέας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 582/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Ν. του Ο., δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του, παραστάθηκε δια δηλώσεως του ιδίου (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Μ.-Γ. Λ.-Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Στρατουδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 246/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7926/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η 1586/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο. Μετ' αναίρεση, εκδόθηκε η 1401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί και πάλι ο ενάγων με την από 30-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία συνάγεται από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΟλΑΠ 23/2008, 30/1997, ΑΠ 27/2011). Η επίκληση, που δεν απαιτείται να είναι πανηγυρική, θεωρείται σαφής και ορισμένη όταν από αυτήν προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου και η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιηθεί αυτό στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε κατά κύριο λόγο την από 26-9-2005 επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε γίνει προσήκουσα επίκληση αυτής στις προτάσεις, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου του ότι (όπως ιστορεί ο αναιρεσείων στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως) γινόταν μεν επίκληση στις προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως, πλην, όμως, οι προτάσεις εκείνες είχαν ενσωματωθεί στις προτάσεις που είχαν κατατεθεί κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως χωρίς παραπομπή στη σελίδα, όπου είχε γίνει η επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου. Από την επισκόπηση, όμως, των εν προκειμένω κρισίμων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αντιθέτων εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων. Ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος, πελάτης), τόσο στην έφεσή του όσο και στο κύριο σώμα των προτάσεων που κατέθεσε κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, αναφέρθηκε ρητώς και εκτενώς στην από 26-9-2005 επιστολή αυτού προς τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα, δικηγόρο), η οποία είχε αποσταλεί ως απάντηση επί του από 5-8-2005 λογαριασμού, τον οποίο ο αναιρεσείων είχε αποστείλει προς τον αναιρεσίβλητο περί των εξόδων και αμοιβών τις οποίες (κατά τους ισχυρισμούς του) είχε λαμβάνειν εκ μέρους του τελευταίου από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και επί των οποίων είχε καταλογίσει χρήματα, τα οποία είχε εισπράξει για λογαριασμό του αντιδίκου πελάτη του. Και επί του αρνητικού, ως προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος, περιεχομένου της επιστολής αυτής, ο αναιρεσίβλητος επιχειρηματολογούσε τόσο στην έφεση όσο και στις προτάσεις του προκειμένου να καταρρίψει τον ισχυρισμό του αντιδίκου δικηγόρου περί του ότι είχε εγκρίνει τον αποσταλέντα λογαριασμό και είχε (δήθεν) αναγνωρίσει, ρητώς ή, άλλως, σιωπηρώς, τις εξ αυτού απαιτήσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ασχέτως προς το αν είχε γίνει ή όχι πανηγυρική επίκληση του εν λόγω εγγράφου στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, από το κύριο περιεχόμενο αυτών, αλλά και από το δικόγραφο της εφέσεώς του, προέκυπτε σαφώς ότι ο τελευταίος επικαλούνταν προς αξιολόγηση το συγκεκριμένο έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, προς ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη έγγραφο, του οποίου είχε γίνει νόμιμη επίκληση και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπ' όψη και έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεως αυτού (ως εναγομένου, πελάτη) έναντι του αναιρεσείοντος (ως ενάγοντος, δικηγόρου), παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός, που είχε γίνει εν μέρει δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση, όμως, των εν προκειμένω κρισίμων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, με την ένδικη, από 16-5-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του, είχε ζητήσει την επιδίκαση αμοιβών και εξόδων συνολικού ποσού 15.411,95 ευρώ, για δικηγορικές υπηρεσίες, τις οποίες είχε προσφέρει στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-2005 μέχρι την κατάθεση της αγωγής. Ο αναιρεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της αγωγής, είχε ισχυρισθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι ο αναιρεσείων είχε εισπράξει για λογαριασμό του τα ποσά των 15.000 ευρώ, των 4.875 ευρώ και των 788 ευρώ, τα οποία δεν του είχε αποδώσει. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, διότι δια του αθροίσματος των ως άνω ποσών η ένδικη απαίτηση του αναιρεσείοντος είχε εξοφληθεί ή, άλλως, μπορούσε να συμψηφισθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την τότε εκκαλουμένη 246/2006 απόφασή του, χαρακτήρισε και έκανε εν μέρει δεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό ως ένσταση συμψηφισμού και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα μόνο μέρος των ενδίκων απαιτήσεών του, ύψους 2.198,93 ευρώ. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι. Με την από 16-1-2007 έφεσή του, ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε (μεταξύ άλλων και) για τη μερική παραδοχή της ενστάσεώς του περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος και για την εκ του λόγου αυτού έστω εν μέρει παραδοχή της αγωγής σε βάρος του. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο ερεύνησε και πάλι τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί χρηματικών ποσών τα οποία είχε εισπράξει ο αναιρεσείων για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και δεν είχε αποδώσει, προσέδωσε σ' αυτόν, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, το νομικό χαρακτηρισμό της ενστάσεως συμψηφισμού, τον έκανε κατ' ουσία δεκτό στο ύψος των 15.788 ευρώ και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη ισχυρισμό που είχε προταθεί νομίμως και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και από το έτος 2003, κατ' εντολή του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) είχε αναλάβει τη διενέργεια διαφόρων δικαστικών και εξώδικων νομικών πράξεων για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Ότι από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2005 και επέκεινα (μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής), ο ενάγων είχε προβεί στις ενέργειες που λεπτομερώς περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση υπό στοιχεία Α' έως Ζ', για τις οποίες οφείλονταν αμοιβές και έξοδα συνολικού ποσού 8.096,19 ευρώ. Ότι για προηγούμενες ενέργειές του, ο ενάγων είχε αποστείλει προς τον εναγόμενο την από 5-8-2005 επιστολή που περιλάμβανε λογαριασμό αμοιβών και εξόδων, συνολικού ποσού 17.330 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων αφαιρούσε ποσό 2.000 ευρώ, το οποίο του είχε αποστείλει ο εναγόμενος την 21-12-2004 και ποσό 15.000 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό του εναγομένου σύμφωνα με την 2129/2005 προσωρινώς εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι το εναπομένον ποσό των 330 ευρώ, το οποίο ο ενάγων ζητούσε επικαλούμενος αναγνώριση του χρέους εκ του ως άνω λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα την αιτία της απαιτήσεώς του, αβασίμως το ζητούσε, διότι ουδόλως είχε αποδειχθεί ρητή ή σιωπηρή συμφωνία του εναγομένου επί του περιεχομένου της από 5-8-2005 επιστολής του ενάγοντος. Ότι, αντιθέτως, είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος, δια της από 26-9-2005 απαντητικής επιστολής του προς τον ενάγοντα, αφ' ενός είχε διαφωνήσει ως προς το ύψος των αμοιβών αυτού και αφ' ετέρου είχε διαμαρτυρηθεί ως προς τον άνευ δικαιώματος καταλογισμό του εισπραχθέντος ποσού των 15.000 ευρώ στις οφειλόμενες αμοιβές και τα έξοδα. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο, το συγκεκριμένο κονδύλιο της ένδικης αγωγής. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι το κονδύλιο των 330 ευρώ ζητείτο δυνάμει συμβάσεως αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο και β) διέλαβε πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού, αφού από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν προκύπτει ευθέως και χωρίς αμφιβολία ότι η δι' επιστολής ρητή άρνηση του αναιρεσιβλήτου να αποδεχθεί τον αποσταλέντα λογαριασμό απέκλειε την κατάρτιση οποιασδήποτε συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρής, περί αναγνωρίσεως οφειλής αυτού έναντι του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 1401/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρετικοί λόγοι. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αρ. 11 περ. β' όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ’ όψη έγγραφο, περί του οποίου, ασχέτως προς το αν γίνεται πανηγυρική επίκληση στις προτάσεις, υφίσταται αναφορά και επιχειρηματολογία στο κύριο μέρος αυτών, συνιστώσα νόμιμη επίκλησή του. Για τη νόμιμη επαναφορά ισχυρισμού στο Εφετείο κρίσιμη είναι η παράθεση των πραγματικών περιστατικών που τον στοιχειοθετούν και όχι ο νομικός χαρακτηρισμός αυτού, που δίδεται από το δικαστήριο. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 585/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, κωλυομένου του Νικολάου Μαύρου, Aντεισαγγελέα Αρείου Πάγου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια περί αναιρέσεως της 4/2011 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Σ. του Χ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάπο.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1299/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψη του. Η αμέλεια, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ, διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Περαιτέρω, Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 1720/1987 "ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ και άλλες διατάξεις", η οποία έχει ήδη κωδικοποιηθεί με το άρθρο 25 του ν. 3459/2006 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ", "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα (29) μέχρι είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ[δέκα χιλιάδες (10.000) μέχρι δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές], καθώς και με στέρηση τουλάχιστο για δύο (2) έτη της άδειας χορήγησης ή του οικείου διπλώματος ή του πτυχίου τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών. Αν από την πράξη αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων, επιβάλλεται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης". Από την εν λόγω διάταξη, που αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας των μεταφορών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της οδηγήσεως μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, απαιτείται οδήγηση ή διακυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και μορφής κινήσεως πλωτού, χερσαίου ή εναέριου μεταφορικού μέσου και η οδήγηση ή διακυβέρνηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως τούτων στον οργανισμό του οδηγού ή του κυβερνήτη και αν αυτός είναι ή όχι τοξικομανής ή απλός ή περιστασιακός χρήστης. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών δέχθηκε ότι ο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανήλικος αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Α. Σ. και της οδηγήσεως δίκυκλης μοτοσικλέτας, ευρισκόμενος υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, από την πράξη του δε αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ανθρώπων, και, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 130§1 του ΠΚ, ενόψει του ότι αυτός, κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως, είχε συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του, τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23 Αυγούστου 2003 και περί ώρα 15.30', ο κατηγορούμενος, ο οποίος τότε ήταν ανήλικος (γεννήθηκε στις 27-6-1986), οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε και η Α. Σ. του Κ., κινείτο επί της Λεωφόρου Πεντέλης, στην περιοχή Βριλησσίων Αττικής, με κατεύθυνση προς Πεντέλη. Η οδός αυτή χωρίζεται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στο μέσον του οδοστρώματος σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας και στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου 6, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8.50 μέτρα, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος και εκατέρωθεν του οδοστρώματος υπάρχουν πεζοδρόμια πλάτους 2,00 και 1,80 μέτρα, αντίστοιχα, το δε όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά την ανωτέρω ημέρα και ώρα, η κίνηση των οχημάτων επί της Λεωφόρου Πεντέλης ήταν μικρή, επικρατούσε φως ημέρας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και δεν περιοριζόταν η ορατότητα. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε την πιο πάνω μοτοσικλέτα στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγού και υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ πρωτ. 1942/26-9-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του αναπληρωτή καθηγητή τοξικολογίας Κ. Μ., ανιχνεύτηκε στο αίμα του η παρουσία 11-nor- Δ9- τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, που αποτελεί μεταβολίτη της Δ9 τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της ινδικής κάνναβης, καθώς και η παρουσία βενζοϋλοεκγονίνης και μεθυλεστέρα της εκγονίνης, που αποτελούν μεταβολίτες της κοκαΐνης. Εκ του γεγονότος ότι παρόλο που έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, οδήγησε τη μοτοσικλέτα, συνάγεται η γνώση και η θέλησή του να παραβεί την ποινική διάταξη, η οποία τιμωρεί την οδήγηση μεταφορικού μέσο υπό την επήρεια ναρκωτικών. Κατά τον ίδιο χρόνο, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον S. S., είχε κατέλθει του πεζοδρομίου του ρεύματος προς Χαλάνδρι της Λεωφόρου Πεντέλης, διέσχισε το ρεύμα προς Χαλάνδρι και ακολούθως ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει και κινηθεί στο προς Πεντέλη ρεύμα της Λεωφόρου Πεντέλης, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει ακίνδυνα την αναστροφή αυτή, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την ως άνω μοτοσικλέτα και συγκεκριμένα η τελευταία επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό τμήμα (στο ύψος του τροχού) του αυτοκινήτου, το οποίο, συνεπεία του κτυπήματος που δέχθηκε, έκανε περιστροφή 180 μοιρών και ακολούθως προσέκρουσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον K. M., που κινείτο στο προς Χαλάνδρι ρεύμα της Λεωφόρου Πεντέλης, ενώ η μοτοσικλέτα προσέκρουσε σε ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου του προς Πεντέλη ρεύματος της Λεωφόρου Πεντέλης και εν συνεχεία σε περίφραξη παρακειμένου καταστήματος. Συνέπεια του ατυχήματος αυτού ήταν, εκτός των άλλων, να τραυματιστεί η επιβαίνουσα στη μοτοσικλέτα Α. Σ., η οποία υπέστη κατάγματα δεξιάς πτέρυγας ιερού οστού ηβοϊσχιακού κλάδου, ρήξη ηβικής σύμφυσης, μεγάλο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα κυρίως δεξιά, κάταγμα δεξιού μηραίου, ανοικτό κάταγμα δεξιάς κνήμης και κάταγμα αριστερής κνήμης, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτής στις 21-9-2003 στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". Το εν λόγω ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες, πέραν της υπαιτιότητας και του βαθμού αυτής του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου S. S., οφείλεται και σε συγκλείνουσα ανεξάρτητης συνυπαιτιότητας του άλλου οδηγού S. S., υπαιτιότητα του κατηγορουμένου οδηγού, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται και που κάθε συνετός οδηγός θα κατέβαλε κάτω από ανάλογες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες και την κοινή λογική και πείρα. Ειδικότερα, η αμέλεια του συνίσταται στο ότι, λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία έβαινε, η οποία ήταν τουλάχιστον 100 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο τόπο του ατυχήματος ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, και του γεγονότος ότι οδηγούσε υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να σταματήσει τροχοπεδώντας ή να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, ώστε να αποφύγει το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, πραγματοποιώντας αναστροφή, είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, καταλαμβάνοντας 1.5 μέτρα περίπου του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος. Η διενέργεια του ελιγμού αυτού προς τα δεξιά ήταν δυνατή καθόσον τη συγκεκριμένη στιγμή δεν κινείτο άλλο όχημα στο προς Πεντέλη ρεύμα της οδού, του οποίου το πλάτος του οδοστρώματος είναι 4,25 μέτρα, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε περιθώριο να κινηθεί στο δεξιό τμήμα του ρεύματος του και να προσπεράσει το εμπόδιο. Με βάση τα ανωτέρω, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ως προς το όριο της ταχύτητας βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον, εάν ο κατηγορούμενος ήταν προσεκτικότερος και είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είσαι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού αισθητά ή και να σταματήσει μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μέσα στο πεδίο ορατότητας του, που μπορεί να προβλεφθεί, θα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί το ατύχημα, με την πραγματοποίηση ελιγμού προς τα δεξιά, ή τροχοπεδώντας, αφού δεν εμποδιζόταν η ορατότητα του και θα μπορούσε να αντιληφθεί από αρκετή απόσταση το ως άνω ΙΧΕ, που πραγματοποιούσε αναστροφή. Η αυξημένη όμως για τις περιστάσεις ταχύτητα και η έλλειψη της δέουσας προσοχής, δεν του επέτρεψαν να αντιδράσει αποτελεσματικά, με τις προαναφερόμενες συνέπειες. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίστηκε ότι έβαινε με ταχύτητα 70 με 80 χιλιόμετρα την ώρα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν αναιρεί την ευθύνη του, αφού και με 80 χιλιόμετρα την ώρα να έβαινε και πάλι υπερέβη κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, συντρέχει αμέλεια του κατηγορουμένου για το ατύχημα και των συνεπεία αυτού αποτελεσμάτων του. Όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος οδηγούσε την ως άνω μοτοσικλέτα υπό την επίδραση ναρκωτικών και, με βάση τα ανωτέρω, από την πράξη του αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων και συγκεκριμένα τόσο ως προς την επιβαίνουσα στη μοτοσικλέτα, η οποία τραυματίστηκε θανάσιμα, όσον και για τους οδηγούς και λοιπούς επιβαίνοντες στα ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητα, που ενεπλάκησαν στο ατύχημα. Επομένως, τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της οδήγησης μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, εκ της οποίας προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων και πρέπει να κηρυχθεί ποινικά υπεύθυνος για τις πράξεις αυτές".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της οδηγήσεως δίκυκλης μοτοσικλέτας υπό την επίδραση ναρκωτικών, από την οποία πράξη προέκυψε κίνδυνος ζωής ανθρώπων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 και 302 του ΠΚ και 10§1 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, δηλαδή, ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανθρωποκτονία από αμέλεια, προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της Α. Σ.. Συγκεκριμένα, το Εφετείο Ανηλίκων, με την παραδοχή του ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίστατο στο ότι, αυτός, λόγω της αυξημένης ταχύτητας, με την οποία έβαινε, (διπλάσιας της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 χλμ./ώ.) και του γεγονότος ότι οδηγούσε υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να σταματήσει τροχοπεδώντας ή να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, (για τον οποίο είχε περιθώριο) ώστε να αποφύγει το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, πραγματοποιώντας αναστροφή, είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο και να επέλθει το αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της συνεπιβαίνουσας στη μοτοσικλέτα, με πληρότητα αιτιολογεί κατά ποιον τρόπο οι ανωτέρω αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πλημμέλειες είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση και τον εντεύθεν θάνατο της Α. Σ., καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής, δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και επιπλέον στοιχείων, ήτοι η εξειδίκευση πριν από πόση απόσταση έπρεπε, ενόψει των προσωπικών του δυνατοτήτων, να αντιληφθεί ο κατηγορούμενος ότι το ως άνω όχημα επιχειρούσε αναστροφή για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα. Όσον δε αφορά την οδήγηση υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, σαφώς προσδιορίζονται οι ουσίες που βρέθηκαν στο αίμα του αναιρεσείοντος, η πρώτη από τις οποίες είναι δραστικό στοιχείο της ινδικής κάνναβης και η δεύτερη αποτελεί μεταβολίτη της κοκαΐνης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογείται η δυνατότητα του κατηγορουμένου, με βάση τις προσωπικές ικανότητες του και τις περιστάσεις, να καταβάλει την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή προς αποφυγή του ατυχήματος με την παραδοχή ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως, αν δε δεν οδηγούσε με την ταχύτητα των 100 χλμ./ώ., όταν η ανώτατη επιτρεπόμενη ήταν 50 χλμ./ώ., και δεν ήταν υπό την επίδραση ναρκωτικών, θα ήταν σε θέση να διακόψει την πορεία του και να αποφύγει το άλλο αυτοκίνητο, κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά, β) Με την αυτή παραδοχή αιτιολογείται, και το ότι αυτός δεν είχε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, χωρίς αυτό να ενέχει αντίφαση με το αναγραφόμενο στο σκεπτικό ότι δεν ασκούσε τον "πλήρη" έλεγχο αυτής, εφόσον ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, καμιά δε έννομη συνέπεια δεν επέρχεται υπέρ αυτού αν είχε μόνο τον "μερικό" έλεγχο, γ) Όπως αναφέρθηκε, δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται η απόσταση από την οποία ο κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί ότι το άλλο αυτοκίνητο επιχειρούσε αναστροφή για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, τοσούτω μάλλον, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το τελευταίο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είχε ήδη καταλάβει 1,5 μέτρα από το οδόστρωμα του αντιθέτου ρεύματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει χώρος για τον κατηγορούμενο, ώστε να κάνει αυτός δεξιό ελιγμό και να αποφύγει το εμπόδιο, αυτός δε, ενόψει του ότι δεν περιοριζόταν η ορατότητα του, θα μπορούσε να το αντιληφθεί από αρκετή απόσταση, δ) Ήταν επιτρεπτός ο σαφέστερος προσδιορισμός των στοιχείων της αμελείας του κατηγορουμένου, ότι, δηλαδή, αυτός έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χλμ./ώ., έστω και αν το στοιχείο αυτό δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό, ε) Ορθώς δεν γίνεται λόγος για ενδεχόμενη συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφού αυτή δεν θα απήλλασσε τον κατηγορούμενο, αυξημένη ταχύτητα, με την οποία έβαινε αυτός, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, βρισκόταν σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα που επήλθε. Καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκεί το γεγονός ότι και ο οδηγός του αυτοκινήτου έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για την αυτή ανθρωποκτονία από αμέλεια. Και στ) προσδιορίζονται επακριβώς οι ουσίες που ανιχνεύθηκαν στο αίμα του κατηγορουμένου, οι οποίες αποτελούσαν ναρκωτικά" κατά την έννοια του νόμου (Κ.Ν. 3459/2006 - Πίνακες Α αριθ. 6, Β αριθ. 3, 9), δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται και οι νομικές διατάξεις που τις χαρακτηρίζουν ως τέτοια. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη, απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠοινΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεση του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και, επίσης, όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεως του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεως του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν εναντιώθηκαν σχετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος είναι και η από 23.8.2003 έκθεση ένορκης εξετάσεως του μάρτυρα K. M. του P., χωρίς ο αναιρεσείων ή ο συνήγορος του να εναντιωθούν στην ανάγνωση αυτής. Επομένως, από την ανάγνωση της καταθέσεως του ανωτέρω, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για τους αυτούς ως άνω λόγους είναι απορριπτέος και ο συναφής τρίτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η δίκη του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου Ανηλίκων δεν ήταν δίκαιη και παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ΚΠοινΔ και της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον οδηγήθηκε αυτό στην καταδίκη του, λαμβάνοντας υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως του, αλλά και χωρίς να αιτιολογήσει, ειδικά και εμπεριστατωμένα, την απόφαση του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος,(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Αυγούστου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 6754/2011) αίτηση του Α. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια και οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας, υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, από την οποία πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος ανθρώπων. Στοιχεία εγκλημάτων. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα χωρίς να βεβαιωθεί η αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν εναντιώθηκαν σχετικά. Δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και οι αρχές της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 584/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΣΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Μ., χήρας Γ. Θ. και 2) Μ., θυγατέρας Γ. Θ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος την 7-9-2007 αρχικού διαδίκου, Γ. Θ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του Γ. Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1887/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6162/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1599/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ως άνω αναιρεσίβλητες, με την από 2-3-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση. Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπομένου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-3-2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων, φέρεται προς συζήτηση η από 23-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος. Οι αναιρεσίβλητες, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν στην ως άνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε πήραν μέρος στη συζήτηση με άλλο νόμιμο τρόπο (ήτοι, με την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως). Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, διότι το αναιρεσείον, το οποίο παραστάθηκε νομίμως κατ' αυτήν, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει, κατά περίπτωση, το αντίγραφο της κλήσεως προς συζήτηση, που τυχόν του επιδόθηκε από τις αναιρεσίβλητες ή την έκθεση επιδόσεως της κλήσεως προς συζήτηση, που τυχόν αυτό επέδωσε προς τις αναιρεσίβλητες. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-6-2009 αίτησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ) κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, Γ. Θ., περί αναιρέσεως της 6162/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεσίβλητος ερήμην. Δεν αποδεικνύεται ούτε αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ούτε αν κλητεύθηκε από το αναιρεσείον. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 587/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ι. Κ. του Α.. Με εγκαλούμενους τους: 1. Σ. Β., 2. Μ. Β., 3. Β. Λ., Προέδρους Εφετών Αθηνών, 4. Α. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 5. Α. Υ. και 6. Α. Π., Εφέτες Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 7716/22.1.12, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 270/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 62/8.3.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο, την 7716/2012 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών μαζί με την σχετική δικογραφία για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της παρακάτω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ'500, 724/2000 Υπέρ. 2000, 1994). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει την αρχειοθέτηση μήνυσης (α. 43 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως μηνυόμενος δικαστικός λειτουργός (Πρόεδρος Εφετών - Εισαγγελέας Εφετών) που υπηρετεί στο ίδιο Εφετείο με αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 235/2011, ΑΠ 274 /2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 314/2003 ΠΔ! 2003.922, ΑΠ 1649/2000 ΠΔ! 2001.424, ΑΠ 611/1996 ΠΧ! 1997.961).
ΙΙΙ. Με αφορμή την από 28-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Ι. Κ. δικηγόρου Αθηνών σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος των: 1) Σ. Β. 2) Μ. Β. 3) Β. Λ. Προέδρων Εφετών Αθηνών 4) Α. Μ. Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών 5) Α. Υ. και 6) Α. Π. Εφετών Αθηνών. Μετά την προκαταρκτική εξέταση που έγινε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών αρχειοθέτησε την δικογραφία αυτή (ΑΒΜ: 2010/4720) με την από 2-12-2011 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών επειδή κατά την κρίση του δεν προέκυψε ότι οι παραπάνω μηνυόμενοι δικαστικοί λειτουργοί τέλεσαν το αποδιδόμενο σ' αυτούς πλημμέλημα της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως (α. 254 του Π.Κ.). Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών , επειδή οι παραπάνω μηνυόμενοι υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την αρχειοθέτηση αυτή .
Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την αρχειοθέτηση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί για την αρχειοθέτηση της ΑΒΜ: Β2010/4720 δικογραφίας από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Την παραπομπή δε αυτή μπορεί να ζητήσει και ο εισαγγελέας εφετών όταν πρόκειται να κρίνει την αρχειοθέτηση της μηνύσεως, στην οποία εμπλέκεται δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο εφετείο με αυτόν. Στην περίπτωση αυτή, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή για κρίση σε άλλο εισαγγελέα εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, με αφορμή την από 28-6-2010 μηνυτήρια αναφορά του Ι. Κ., δικηγόρου Αθηνών, σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος των 1) Σ. Β., 2) Μ. Β., 3) Β. Λ., Προέδρων Εφετών Αθηνών, 4) Α. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 5) Α. Υ. και 6) Α. Π., Εφετών Αθηνών. Μετά την προκαταρκτική εξέταση που έγινε, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών αρχειοθέτησε την δικογραφία αυτή (ΑΒΜ 2010/4720) με την από 2-12-2011 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επειδή, κατά την κρίση της, δεν προέκυψε ότι οι παραπάνω μηνυόμενοι δικαστικοί λειτουργοί τέλεσαν το αποδιδόμενο σ' αυτούς πλημμέλημα της αποσιώπησης λόγου εξαιρέσεως (άρθρο 254 του ΠΚ). Για το λόγο, όμως, ότι οι ως άνω εγκαλούμενοι υπηρετούσαν, κατά το χρόνο υποβολής της αναφοράς, στο Εφετείο Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠοινΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Πειραιώς και, ειδικότερα, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ο οποίος και θα επιληφθεί της υποθέσεως και θα κρίνει για την ορθότητα ή μη της αρχειοθετήσεως της ως άνω αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 43§2 β' του ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να επιληφθεί και να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθετήσεως της Α.Β.Μ. Β2010/4720 δικογραφίας από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την από 2.12.2011 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και, αν συντρέξει περίπτωση, στις ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αναφορά κατά Προέδρων Εφετών Αθηνών κ.λπ. για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως. Θέση στο αρχείο. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να κρίνει αυτός για την ορθότητα ή μη της αρχειοθετήσεως και, αν συντρέξει περίπτωση, στις ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 587/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Δ. Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ., κατοίκου ..., 3) Σ. Μ., κατοίκου ..., 4) Ν. Δ., κατοίκου ... και 5) Ε. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΟΧΩΝ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" που φέρει τον διακριτικό τίτλο "FOAPE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Π. Σ., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ., κατοίκου ..., 4) Γ. Π., κατοίκου ..., 5) Κ. Ο., κατοίκου ..., 6) Η. Π., κατοίκου ..., 7) Π. Ρ., κατοίκου ..., 8) Ε. Α., 9) Σ. Α., κατοίκων ..., 10) Δ. Ζ., κατοίκου ..., 11) Σ. Σ., κατοίκου ..., 12) Η. Μ., κατοίκου ..., 13) Ι. Γ., κατοίκου ..., 14) Γ. Ρ., κατοίκου ..., 15) Σ. Γ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ., κατοίκου ..., 17) Β. Ζ., κατοίκου ..., 18) Ι. Δ., κατοίκου ..., 19) Μ. Α., 20) Κ. Κ., κατοίκων ..., 21) Γ. Φ., κατοίκου ..., 22) Α. Μ., κατοίκου ..., 23) Α. Ν., κατοίκου ..., 24) Μ. Μ., κατοίκου ..., 25) Γ. Κ., κατοίκου ..., 26) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Ε.Χ.Π.Α.)" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα. Οι υπό στοιχεία 1, 7, 11, 13 και 21 αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Νικολακόπουλου, ο οποίος διόρισε ως συμπληρεξούσιό του το δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά. Αμφότεροι κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, α) ότι το υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητο τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης και β) ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 31-12-2010 κρινόμενης αίτησης και των από 30-6-2011 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της 3019/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους υπό στοιχεία 4, 9, 12, 17, 19, 20, 23, 24 αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-7-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή ετέρων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα, αναιρετική δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 5-11-2003 (2) πρόσθετες παρεμβάσεις του υπό στοιχείο 26 αναιρεσίβλητου. Επ' αυτών εκδόθηκαν η 2164/2004 μη οριστική απόφαση και η 1426/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3019/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2010 αίτησή τους και τους από 30-6-2011 πρόσθετους λόγους αυτών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και, ειδικότερα, ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον παραιτούμενο διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98), ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται μη ασκηθείσα και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως και των προσθέτων λόγων περί αναιρέσεως της 3019/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους τέταρτο, ένατο, δωδέκατο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί μη ασκηθείσα ως προς αυτούς.
2. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή οι αναιρεσίβλητοι που αναφέρονται στη συνέχεια. Ως προς αυτούς, από τις προσκομιζόμενες και αντιστοίχως μνημονευόμενες εκθέσεις επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αποδεικνύεται ότι έγινε νομότυπη κλήτευση, με εμπρόθεσμη επίδοση ακριβούς αντιγράφου τόσο της από 11-12-2010 αιτήσεως αναιρέσεως όσο και του από 30-6-2011 δικογράφου των προσθέτων λόγων, με την οικεία πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειόντων για να παρασταθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Ειδικότερα, αυτό προκύπτει για τους μη παραστάντες εκ των αναιρεσιβλήτων: 2ο Π. Σ. από τις 192β/8-7-2011 και 426β/10-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 3ο Γ. Κ. από τις 381, 384β/26-10-2011 και 409, 410β/1-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 5ο Κ. Ο. από τις 223β/ 14-7-2011 και 420β/8-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 6ο Η. Π. από τις 246β/22-7-2011 και 377β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 8ο Ε. Α. από τις 386β/26-10-2011 και 382β/26-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 10ο Δ. Ζ. από τις 187β/7-7-2011 και 378β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 14ο Γ. Ρ. από τις 232β/15-7-2011 και 404β/31-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 15ο Σ. Γ. από τις 231β/15-7-2011 και 376β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 16ο Κ. Κ. από τις 201β/11-7-2011 και 369β/21-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 18ο Ι. Δ. από τις 264β/28-7-2011 και 407β/1-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 22ο Α. Μ. από τις 243β/22-7-2011 και 439β/17-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 25ο Γ. Κ. από τις 200β/11-7-2011 και 370β/21-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως και 26ο "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Ε.Χ.Π.Α.)" από τις 236β/19-7-2011 και 390β/26-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 714 και 731 ΑΚ, τόσο ο εντολοδόχος όσο και ο διοικητής αλλοτρίων ευθύνεται για κάθε πταίσμα και είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τη ζημία, η οποία εκ του εν λόγω πταίσματος επέρχεται στην περιουσία του εντολέα ή του κυρίου της ξένης υπόθεσης. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση αφ' ενός να τον αποζημιώσει για την περιουσιακή ζημία και αφ' ετέρου να τον ικανοποιήσει χρηματικά για την ηθική βλάβη, που του προκάλεσε. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παραγωγικός λόγος της ευθύνης προς αποζημίωση είναι (μεταξύ των άλλων) η αντίθεση της συμπεριφοράς του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η ευθύνη, προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σ' αυτό είτε από συμβατικές δεσμεύσεις είτε απ' ευθείας από το νόμο. Περαιτέρω, με το β.δ. 701/1964 κυρώθηκε ο κανονισμός εργασίας του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το β.δ. 744/1970. Στο κεφάλαιο 14 του κανονισμού, υπό τον τίτλο "ιδιωτική ασφάλισις χειριστών και ιπταμένων μηχανικών", ορίσθηκε ότι "Η Ολυμπιακή Αεροπορία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να ασφαλίζη τους Χειριστάς και Ιπταμένους Μηχανικούς εις συσταθησόμενον Ταμείον Συντάξεων (Funt) δια ποσόν των 300 δολλαρίων ΗΠΑ μηνιαίως, ως σύνταξιν, με ποσοστόν συμμετοχής των μεν ησφαλισμένων κατά το 1/3, της δε Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τα λοιπά 2/3 του ολικού κόστους, αναδρομικώς από 1-7-1969 και υπό τους λοιπούς όρους του από 6-6-1970 υπογραφέντας μεταξύ των ανωτέρω πρακτικού συμφωνίας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο μεν κανονισμός εργασίας του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δια της νομοθετικής επικυρώσεώς του, απέκτησε κανονιστική ισχύ. Το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων, όμως, το οποίο δεν είχε συνταχθεί ακόμη, αφού και το Ταμείο δεν είχε συσταθεί όταν κυρώθηκε ο κανονισμός εργασίας, δεν απέκτησε τέτοια ισχύ δυνάμει των ως άνω διατάξεων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι κατόπιν τριμερούς συμφωνίας, η οποία είχε καταρτισθεί (προ τεσσάρων και πλέον δεκαετιών) μεταξύ της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" και των συνδικαλιστικών σωματείων με τις επωνυμίες "Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας" και "Ένωση Ιπταμένων Μηχανικών", δημιουργήθηκε απλή ένωση προσώπων προς επιδίωξη κοινού σκοπού, χωρίς νομική προσωπικότητα, με την ονομασία "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας" και το ξενόγλωσσο αρκτικόλεξο "FOAPE" (πρώτο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, που ήδη τελεί σε εκκαθάριση). Ότι, ειδικότερα, σκοπός του Ταμείου ήταν η παροχή συντάξεων και επαγγελματικής ασφάλισης στα μέλη του, σε περίπτωση απομακρύνσεώς τους από την ενεργό υπηρεσία της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Ότι μέλη του Ταμείου είναι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και οι λοιποί από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους), οι οποίοι είχαν διατελέσει και μέλη της εκτελεστικής επιτροπής αυτού. Ότι κατά τη γενική συνέλευση των μελών του Ταμείου της 15-9-1998, ύστερα από πρόταση της εκτελεστικής επιτροπής, τροποποιήθηκε το καταστατικό του, που είχε συμβατική ισχύ, ως προς το σύστημα των παροχών του Ταμείου, το οποίο από "διανεμητικό προκαθορισμένων παροχών" μετατράπηκε σε "κεφαλαιοποιητικό προκαθορισμένων εισφορών". Ότι η εν λόγω απόφαση της γενικής συνελεύσεως περί τροποποιήσεως του καταστατικού προσβλήθηκε με την από 13-10-1998 ακυρωτική αγωγή δύο εκ των εναγόντων. Ότι η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε με την 4072/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την εξάντληση των ενδίκων μέσων έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία κρίθηκαν αβάσιμοι οι τότε προβληθέντες ακυρωτικοί λόγοι, μεταξύ των οποίων και το ότι [δήθεν] οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν ήσαν προς το καλύτερο, όπως απαιτούσε το καταστατικό, επέφεραν μεταβολή του σκοπού του Ταμείου, μη επιτρεπομένη από το καταστατικό και στην πραγματικότητα διέλυσαν το Ταμείο, χωρίς αυτό να έχει αποφασισθεί με την απαιτουμένη αυξημένη πλειοψηφία του 80% των μελών του. Ότι η ανάγκη των τροποποιήσεων υπαγορεύθηκε από τη διαφαινομένη ανεπάρκεια πόρων για τη βιωσιμότητα του Ταμείου και την υπ' αυτού καταβολή ασφαλιστικών παροχών στο μέλλον, δεδομένου του ότι τότε προβλεπόταν ετήσια αύξηση των παροχών κατά 5%, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των προς το Ταμείο εισφορών. Ότι και μετά τις τροποποιήσεις ο σκοπός του Ταμείου παρέμεινε ο ίδιος, ήτοι η παροχή ασφάλισης στα μέλη του, πλην, όμως, επιδιώχθηκε να υπάρξει σύνδεση των παροχών με τις εισφορές. Ότι για να συμβεί αυτό καταργήθηκε η έννοια της "πλήρους παροχής", ως ενιαίο, ονομαστικό ποσό για όλους τους ασφαλισμένους, προσαυξανόμενο κατά 5% ετησίως και αντ' αυτής θεσμοθετήθηκε η έννοια του "πλασματικού λογαριασμού" για κάθε μέλος. Ότι με το νέο σύστημα, ο εν λόγω ατομικός λογαριασμός πιστώνεται για όσο χρόνο εργάζεται ο ασφαλισμένος με τις εισφορές του ιδίου και τη συνεισφορά της επιχείρησης, καθώς και με τις αναλογούσες αποδόσεις των επενδυμένων κεφαλαίων του Ταμείου. Ότι με την έξοδο του μέλους από την ενεργό υπηρεσία και τη θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως, η παροχή που δικαιούται προσδιορίζεται από την τότε τρέχουσα αξία του πλασματικού λογαριασμού του. Ότι ο ασφαλισμένος μπορεί, κατ' επιλογή του, να λάβει την παροχή αυτή είτε εφ' άπαξ, οπότε αποσβεννύεται κάθε απαίτησή του έναντι του Ταμείου, είτε με περιοδικές δόσεις (συντάξεις), οι οποίες προσαυξάνονται με την εκάστοτε απόδοση των επενδύσεων των κεφαλαίων του Ταμείου, είτε με συνδυασμό των ως άνω δυνατοτήτων. Ότι με τον τρόπο αυτό δεν επέρχεται ανισότητα μεταξύ των ασφαλισμένων, διότι η μερίδα εκάστου συνταξιούχου προσδιορίζεται από τα κατ' ιδίαν δεδομένα της ασφάλισής του καθώς και των προσώπων τα οποία αποκτούν δικαίωμα σε περίπτωση θανάτου αυτού, ανεξάρτητα προς τις μερίδες των υπολοίπων συνταξιούχων. Ότι οι παροχές λόγω θανάτου του μέλους του Ταμείου ή λόγω εξόδου αυτού από την ενεργό υπηρεσία συνεπεία απώλειας πτυχίου ή πλήρους ανικανότητας δεν μεταβάλλονται. Ότι με το νέο σύστημα εξορθολογίζονται οι παροχές του Ταμείου και εκλείπει ο κίνδυνος της περιέλευσής του σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τα νεότερα μέλη. Ότι η ως άνω μετατροπή του συστήματος λειτουργίας του Ταμείου από προκαθορισμένων παροχών σε προκαθορισμένων εισφορών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο που εφήρμοσαν αναλογιστές, στους οποίους ανατέθηκε η σχετική μελέτη. Ότι σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, υπολογίσθηκαν για όλα τα ενεργά μέλη και τους συνταξιούχους "αρχικές μερίδες", βάσει των εισφορών και συνεισφορών που είχαν καταβληθεί για τον καθένα και των αποδόσεων του συνολικού ποσού αυτών, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το ποσό της μηνιαίας εισφοράς για κάθε μέλος εξαρτάται από την ηλικία που είχε κατά την είσοδό του στο Ταμείο. Ότι, περαιτέρω, προκειμένου να υπολογισθεί το πραγματικό υπόλοιπο εκάστης μερίδας, από τις "αρχικές μερίδες" των συνταξιούχων (όπως οι ενάγοντες) αφαιρέθηκαν τα ποσά που αυτοί είχαν λάβει ήδη με τη λήψη συντάξεως από την έξοδό τους εκ της υπηρεσίας μέχρι την εφαρμογή των τροποποιήσεων. Ότι, έτι περαιτέρω, με βάση την ηλικία εκάστου συνταξιούχου και την τεκμαρτή, μελλοντική απόδοση [της μερίδας του, ως μέρους] των επενδυμένων κεφαλαίων του Ταμείου, υπολογίσθηκε το συνολικό ποσό, ως "μαθηματικό απόθεμα", το οποίο χρειαζόταν για να εξασφαλισθεί σε κάθε συνταξιούχο ή στους λόγω θανάτου αυτού δικαιούχους η ισόβια σύνταξη, που προέβλεπε το καταστατικό πριν από την τροποποίησή του. Ότι η τεκμαρτή, μελλοντική απόδοση των μερίδων καθορίσθηκε σε ποσοστό 8%, το οποίο αποτελεί κοινώς αποδεκτή τιμή προεξοφλητικού επιτοκίου, εν όψει και της μέσης, ετήσιας απόδοσης των επενδύσεων των κεφαλαίων του Ταμείου, που ανέρχεται σε ποσοστό 10,4%. Ότι σε κάθε περίπτωση, με τις τροποποιήσεις δόθηκε στους ήδη συνταξιούχους η δυνατότητα να επιλέξουν την παραμονή τους στο Ταμείο ως "συνταξιούχων παλιού σχήματος" και για την εξυπηρέτηση των προς αυτούς παροχών προβλέφθηκε η δημιουργία ειδικού λογαριασμού. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και αφού προεισαγωγικώς είχε γίνει δεκτό ότι το ζήτημα της ακυρότητας της από 15-9-1998 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μελών του Ταμείου, που επέφερε τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του καταστατικού, είχε λυθεί αποφατικώς με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατά την προσήκουσα διαδικασία, ώστε να μην μπορεί να τεθεί εκ νέου και δη παρεμπιπτόντως (ΑΚ 101, ΚΠολΔ 17 αρ.3), το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις επικουρικές βάσεις της ένδικης, από 15-7-2003 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγής, με τις οποίες ζητείτο η καταβολή αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής ή άλλως περί διοικήσεως αλλοτρίων ή άλλως περί αδικοπραξιών (για την τελευταία περίπτωση ζητείτο και η καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης), με την ελλειπτική, αλλά σαφώς συναγομένη εκ του συσχετισμού του συνόλου των παραδοχών του, αιτιολογία ότι στις ενέργειες των εναγομένων, που συνδέονταν με τις τροποποιήσεις του καταστατικού του Ταμείου και τον σύμφωνα με αυτές υπολογισμό του ποσού, το οποίο εφ' άπαξ καταβλήθηκε στους ενάγοντες, δεν είχε διαπιστωθεί πταίσμα ή παρανομία, ως γενεσιουργός αιτία των ενδίκων απαιτήσεων. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του διατακτικού της. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως και οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις στην αιτιολογία αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο (α' μέρος) από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απαντώντας επί του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (τότε εκκαλούντων και εναγόντων) περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι (τότε εφεσίβλητοι και εναγόμενοι) είχαν προβεί στην, δυσμενή για τα οικονομικά τους συμφέροντα, τροποποίηση του καταστατικού του πρώτου εξ αυτών, ταμείου επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να υφίσταται αποχρών λόγος και χωρίς να προηγηθεί αναλογιστική μελέτη, δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι κατά την εν λόγω τροποποίηση "η μετατροπή του συστήματος παροχών [του ταμείου] από διανεμητικό προκαθορισμένων παροχών σε κεφαλαιοποιητικό προκαθορισμένων εισφορών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο, που εφάρμοσαν οι αναλογιστές" του πρώτου εκ των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να παραθέτει [το Εφετείο] τα δεδομένα ή τα συμπεράσματα της μεθόδου αυτής ούτε τους λόγους ή τα κριτήρια δυνάμει των οποίων η μέθοδος αυτή, αν και δεν κατονομάζεται, ήταν, πράγματι, επιστημονικώς αποδεκτή. Παρατηρείται, όμως, ότι η προβαλλομένη έλλειψη αιτιολογίας δεν ανάγεται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αναφέρεται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, παρατίθεται σαφώς. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η ουσιώδης παραδοχή ήταν το ότι η τροποποίηση του καταστατικού ως προς το σύστημα των παροχών του ταμείου έγινε ύστερα από επιστημονικά αποδεκτή αναλογιστική μελέτη, ήτοι όχι κατά την αυθαίρετη κρίση ή επιθυμία των μελών της εκτελεστικής επιτροπής αυτού, που θα μπορούσε να δημιουργήσει συμβατική ή και εξωσυμβατική ευθύνη ως γενεσιουργό αιτία των ενδίκων απαιτήσεων. Τα επί πλέον, ήτοι όλα όσα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ως συνιστώντα έλλειψη αιτιολογίας, αποτελούν περιστατικά τα οποία συνέβαλαν στη διαμόρφωση της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την προαναφερθείσα ουσιώδη και σαφή παραδοχή και τα οποία δεν ήταν απαραίτητο να εκτεθούν στην αιτιολογία. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
5. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ο ισχυρισμός, ο οποίος φέρεται ότι δεν έχει ληφθεί υπ' όψη, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί επιχείρημα των διαδίκων ή εάν το ζήτημα, περί του οποίου φέρεται ότι ελλείπει η κατά νόμο πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά ανάγεται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, που, παρά την έλλειψη, εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι δεν ιδρύονται. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο (β' μέρος) και έβδομο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι, δεν είχαν προσκομίσει την αναλογιστική μελέτη που είχε συνταχθεί κατ' εντολή και για λογαριασμό τους από τον οίκο "Watson & Wyatt" ή, άλλως, δεν εξέθεσε για ποιο λόγο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και β) δεν έλαβε υπ' όψη το περιστατικό ότι, σύμφωνα με το καταστατικό του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, πόρους αυτού αποτελούσαν, πλην των άλλων, και οι δωρεές, ως και οι συνεισφορές των αλλοδαπών πληρωμάτων που δεν ήσαν μέλη του ταμείου ή, άλλως, δεν εξέθεσε για ποιο λόγο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Παρατηρείται, όμως, ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν αναφέρονται ούτε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς ούτε σε πραγματικά ζητήματα που θα μπορούσαν να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά είτε σε επιχειρήματα των διαδίκων είτε στην ανάλυση των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες, όπως στην οικεία θέση αναφέρθηκε, παρατίθενται σαφώς. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
6. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα" που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο αυτής, όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.3), δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν βαρύνονται με παρανομία ή υπαιτιότητα κατά την επιχείρηση των από 15-9-1998 τροποποιήσεων του καταστατικού του Ταμείου, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε μαζί με όλα τα έγγραφα και αυτά που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως μη ληφθέντα υπ' όψη, ήτοι τα προερχόμενα από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή του Υπουργείου Απασχόλησης με το περιεχόμενο των οποίων επιχειρείτο να αμφισβητηθεί η επιστημονική ορθότητα της αναλογιστικής μεθόδου που εφαρμόσθηκε εν όψει των τροποποιήσεων, πλην, όμως, κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που υιοθετούν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο πέμπτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. ΕΠΕΙΔΗ, τέλος, με τους πρώτο και όγδοο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο η κυρία βάση της ένδικης, από 15-7-2003 αγωγής, η οποία είχε ως έρεισμα την παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος αυτών κατά τον υπολογισμό του χρηματικού ποσού, που καταβλήθηκε στον καθένα ως εφ' άπαξ παροχή, σε σύγκριση προς το αντίστοιχο ποσό, που είχε καταβληθεί προηγουμένως σε άλλους, συνταξιούχους συναδέλφους αυτών, είχε απορριφθεί εσφαλμένως ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ ήταν πλήρως ορισμένη. Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, είχαν εισαγάγει ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό αυτό με λόγο έφεσης, ο οποίος θεωρείται "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και του οποίου η μη λήψη υπ' όψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.5). Από την τότε εκκαλουμένη 1426/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την κυρία βάση αυτής [όπως υπονοείται από την περικοπή "κατά το μέρος που οι ενάγοντες αιτούνται τη διαφορά στα εφ' άπαξ καταβληθέντα ποσά σε αυτούς και στα μεγαλύτερα ποσά που δόθηκαν στις χήρες εκ των συγκρινομένων συναδέλφων τους (κατονομάζονται) καθώς και στους τέως συναδέλφους τους (κατονομάζονται)", που υπάρχει στην εν λόγω απόφαση], είχε απορριφθεί, πράγματι, ως αόριστη, ήτοι διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτή επαρκή συγκριτικά στοιχεία ασφάλισης για τους προς σύγκριση προτεινομένους. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέλαβε την απόρριψη της αγωγής ως γενομένη στο σύνολό της κατ' ουσία και, με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, έκρινε ότι ορθώς αυτή είχε απορριφθεί "ως προς όλες τις βάσεις της" και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση. Η κατ' ουσία απόρριψη, όμως, αναφερόταν μόνο στις επικουρικές βάσεις από την εντολή ή άλλως από τη διοίκηση αλλοτρίων ή άλλως από την αδικοπραξία. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπ' όψη το λόγο έφεσης που έπληττε την απόρριψη της κυρίας βάσης (από την αρχή της ισότητας, που δεν προϋπέθετε την ύπαρξη παρανομίας ή πταίσματος κατά την τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου) ως αόριστης και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, ως προς μόνο το κεφάλαιο αυτό. Επομένως, οι εξεταζόμενοι πρώτος και όγδοος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
8. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε ανάλογο προς την ήττα τους μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3019/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το μέρος με το οποίο παραλείφθηκε η έρευνα του λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, ο οποίος έπληττε την απόρριψη της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής ως αόριστης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ταμείο Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας. Αναιρετικοί λόγοι από ΚΠολΔ 559 αρ.1, 8, 11 και 19 αβάσιμοι. Ο λόγος έφεσης αποτελεί «πράγμα» και η μη λήψη υπ' όψη του από το εφετείο ιδρύει τον εκ της ΚΠολΔ 559 αρ.8 λόγο αναιρέσεως. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 573/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά . Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ι. Τ. του Κ., 2. Α. Τ..
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 37/13-2-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 5/7-11-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το υπ' αριθμ. 222/2011 βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την υπ' αριθμ. 52/2010 έφεση του κατηγορουμένου Ι. Π. κατά του πρωτοβάθμιου υπ' αριθμ. 838/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, απέρριψε δε κατά τα λοιπά την έφεση αυτή και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα δυνάμει του οποίου ο εκκαλών και ο μη ασκήσας έφεση συγκατηγορούμενός του Ι. Τ. του Κ., παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος των υπαιτίων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13στ , 45, 98 και 386 παρ.1 και 3α Π.Κ).
Κατά του ανωτέρω βουλεύματος το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Ι. Π. την 27-10-2011, όπως αυτό προκύπτει από το συνημμένο στην δικογραφία αποδεικτικό επίδοσης του ειδικού φρουρού ..., άσκησε αυτός δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κάσση, ενεργούντος δυνάμει της από 4-11-2011 εξουσιοδότησης, την από 7-11-2011 αναίρεση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, για την οποία συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 5/2011 έκθεση, στην οποία περιέχονται και οι λόγοι ασκήσεώς της (βλ. σχετική έκθεση).
Σύμφωνα με το άρθρο 596 παρ. 1 του Κ.Π.Δ "οι δίκες που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό, συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους", ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 601 παρ.1 εδάφιο β του ιδίου Κώδικα "τα ένδικα μέσα που ασκήθηκαν πριν αυτός ο Κώδικας αρχίσει να ισχύει, εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ποινικής δικονομίας που καταργείται". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με το άρθρο 2 του Αστικού Κώδικα κατά το οποίο ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, προκύπτει ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της απόφασης ή του βουλεύματος για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος (Ολομ.Α.Π 1282/1992 Ποιν.Χρον ΜΒ 921, Α.Π 1044/1993 Ποιν Χρον ΜΓ 810, Α.Π 509/1994 Ποιν Χρον ΜΔ 635, Α.Π 1232/1991 Ποιν Χρον ΜΒ 166). Εξάλλου με την διάταξη του εδαφίου γ του άρθρου 34 του Ν 3904/2010 που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 210 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και άρχισε να ισχύει από 23-12-2010, καταργήθηκε άρθρο 482 του Κ.Π.Δ. Με την παράγραφο 1 του καταργηθέντος ως άνω άρθρου, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν 3160/2003 οριζόταν ότι "ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά, και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του", ενώ με την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου οριζόταν ότι "αν το συμβούλιο εφετών επιλήφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ.1". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων καθίσταται σαφές ότι μετά την συνολική κατάργηση του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ με το άρθρο 34 του Ν 3904/2010, δεν χορηγείται πλέον στον κατηγορούμενο δικαίωμα αναίρεσης εναντίον οποιουδήποτε βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, αν δεν τυχόν ασκηθεί μια τέτοια αναίρεση, αυτή θεωρείται ότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που το άσκησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 5/2011 αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε ο κατηγορούμενος Ι. Π. κατά του υπ' αριθμ. 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ασκηθείσα υπό την ισχύ του νόμου 3904/2010 ο οποίος κατήργησε την διάταξη του άρθρου 482παρ.1 του Κ.Π.Δ, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Κατά συνέπεια πρέπει το δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), το μεν να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1, 2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ .
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 5/2011 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης διαδικασίας. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 463 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 462 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά των αναφερομένων στη διάταξη αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Ν. 3904/23.12.2010. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος.
Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος Ι. Π. του Χ. άσκησε τη με αριθμό 5/7.11.2011 αίτηση αναιρέσεως κατά του 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, για να δικασθεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Η αίτηση αυτή, ενόψει του γεγονότος ότι ασκήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2011, δηλαδή μετά την ισχύ του Νόμου 3404/2010, πρέπει, αφού ειδοποιήθηκε ο δικηγόρος των κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία βεβαίωση της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 5/2011 ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Π. του Χ. κατά του 222/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση, αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενο κατηγορούμενο, μετά την κατάργηση του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Νόμου 3404/23.12.2010.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 572/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Y. M. του M., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2490/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1438/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 32/9.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την με αριθμ. 81/18-10-2011 αίτηση αναίρεσης του M. Y. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Πατρών κατά της με αριθμ. 2490/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 10.000 Ευρώ για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο..." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ.256, ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ.260, ΑΠ 406/06, ΑΠ 2397/04 κα). Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι ορισμένοι και σαφείς. Σαφείς δε και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση αναίρεσης εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες, στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 Π.Χ. ΝΑ.975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ.822).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 2490/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για "έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης που απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η ανωτέρω ποινή", (βλ. την υπ' αρ. 81/11 έκθεση αναίρεσης), δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες περί την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476§1-583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 81/18-10-2011 αίτηση αναίρεσης του M. Y. του M. κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Πατρών κατά της με αριθμ. 2490/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 10.000 Ευρώ για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 81/18.10.2011 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών κατά της 2490/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €), για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της αριθ. 2490/21.9.2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης (8) ετών και σε χ.π. (10.000) € για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 81/2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου M. Y. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης Πατρών, κατά της 2490/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 570/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Π. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσακανίκα περί αναιρέσεως της με αριθμό 3231/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 96/2012.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την διάταξη της περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα στο ποσό των 240 ευρώ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19§1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως των άρθρων 19§§1 και 4, 21 του ν. 2523/1997 (εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, ανασταλείσα υπό όρους. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Α. Π. συνελήφθη τον Μάιο του 2002 από το Τμήμα Ασφαλείας Κέρκυρας, στο οποίο υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με τη δράση κυκλώματος που διακινούσε εικονικά τιμολόγια με λήπτες επιχειρηματίες της Κέρκυρας και άλλων περιοχών της Ελλάδος. Στην κατοχή του βρέθηκαν και ακολούθως κατασχέθηκαν από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ιονίων Νήσων, το οποίο κλήθηκε να συνδράμει στην υπόθεση, α) μεγάλος αριθμός φορολογικών στοιχείων (τιμολόγια, δελτία αποστολής) με αναγραφόμενα στοιχεία εκδότη τις επιχειρήσεις "Χ. Μ. ΜΟΝ. ΕΠΕ" με έδρα το … Κέρκυρας, "Κ. Χ. ΜΟΝ. ΕΠΕ" με έδρα … Αττικής και "Μ. Ε. Σ." με έδρα την Αθήνα επί της ..., β) δύο πρωτότυπες χειροποίητες σφραγίδες με τις επωνυμίες των δύο πρώτων ως άνω επιχειρήσεων, γ) ένα πρόχειρο τετράδιο, στο οποίο υπήρχαν εγγραφές που αφορούσαν συναλλαγές με διάφορες επιχειρήσεις, προς τις οποίες εκδόθηκαν εικονικά (...) φορολογικά στοιχεία, και δ) ταχυδρομικός φάκελος με στοιχεία αποστολέα "Κ. Θ. –Δ. ΑΕΒΕ" και παραλήπτη τον Ν. Α., ονοματεπώνυμο με το οποίο εμφανιζόταν συχνά στις συναλλαγές ο κατηγορούμενος και αναγραφόμενο αριθμό κινητού τηλεφώνου, που διαπιστώθηκε ότι ανήκει στον κατηγορούμενο, εντός του οποίου υπήρχαν φορολογικά στοιχεία, τα οποία εφέροντο ότι έχουν εκδοθεί από την δεύτερη ως άνω επιχείρηση προς διάφορες επιχειρήσεις και κυρίως την εταιρία "Δ. ΑΕΒΕ". Ο ανωτέρω κατηγορούμενος γνωρίστηκε με τον Κ. Χ. του Χ., μοναδικό εταίρο και εκπρόσωπο της ως άνω ομώνυμης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με τον οποίο, κατόπιν συναπόφασης, έδρασαν ως συναυτουργοί για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία διέθεταν σε διάφορες επιχειρήσεις έναντι οικονομικού ανταλλάγματος από εκείνες ανάλογου του ποσού που θα ωφελούνταν από την παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α. ή τη μείωση της φορολογητέας ύλης που θα επετύγχαναν με τη μέθοδο της διόγκωσης των δαπανών. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία εκδίδονταν με την επωνυμία των επιχειρήσεων "Κ. Χ. ΜΟΝ. ΕΠΕ" και "Μ. Ε. Σ.", οι οποίες ενώ εφέροντο ότι έχουν ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας, η πρώτη την εμπορία οικοδομικών και δομικών υλικών, την κατασκευή ιδιωτικών έργων, και κτιρίων και χωματουργικές εργασίες, η δε δεύτερη τις προμήθειες, διανομές και εξοπλισμούς ξενοδοχείων, καταστημάτων και σούπερ μάρκετ, στην πραγματικότητα ουδέποτε άσκησαν αυτή την εμπορική δραστηριότητα, αλλά συνεστήθησαν και λειτούργησαν αποκλειστικά και μόνο για τη νομιμοφάνεια των συναλλαγών, για τις οποίες εκδίδονταν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία. Τούτο αποδεικνύεται εκ του ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις θεώρησαν βιβλία και στοιχεία σε χρόνους που συμπίπτουν με την έναρξη της παράνομης δραστηριότητας των ανωτέρω προσώπων, σε συνδυασμό με το ότι δεν διέθεταν πραγματική έδρα για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, καθώς όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο που διενήργησε το Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής, η πρώτη τούτων δύο μόλις μήνες αφότου έκανε έναρξη εργασιών αποχώρησε σε άγνωστη διεύθυνση, η δε δεύτερη ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στην δηλωθείσα διεύθυνση, ούτε έχει υποβάλει δήλωση εισοδήματος ως επιτηδευματίας. Στα πλαίσια λοιπόν της ως άνω παράνομης δραστηριότητάς του ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-2001 έως 18-4-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού με τον Κ. Χ., εξέδωσε στην Κέρκυρα με την επωνυμία των ως άνω επιχειρήσεων και ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο εικονικά φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα: α) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2001 εξέδωσε πενήντα δύο (52) εικονικά φορολογικά στοιχεία σε 15 διαφορετικές επιχειρήσεις με αναγραφόμενα στοιχεία εκδότη την εταιρία "Κ. Χ. ΜΟΝ. ΕΠΕ", συνολικής καθαρής αξίας 574.308,56 €, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ από 103.375 €, καθώς και έξι (6) εικονικά φορολογικά στοιχεία σε 3 διαφορετικές επιχειρήσεις με αναγραφόμενα στοιχεία εκδότη την εταιρία "Μ. Ε.. Σ.", συνολικής καθαρής αξίας 103.385,59 €, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. από 18.609,40 € και β) κατά την οικονομική χρήση του έτους 2002 εξέδωσε δέκα επτά (17) εικονικά φορολογικά στοιχεία σε 3 διαφορετικές επιχειρήσεις με αναγραφόμενα στοιχεία εκδότη την εταιρία "Κ. Χ. ΜΟΝ. ΕΠΕ", συνολικής καθαρής αξίας 500.289,57 €, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. από 90.052,10 €, καθώς και τέσσερα (4) εικονικά φορολογικά στοιχεία σε μια επιχείρηση με αναγραφόμενα στοιχεία εκδότη την εταιρία "Μ. Ε. ΣΑΒΒΑΣ", συνολικής καθαρής αξίας 22.180,21 €, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. από 3.992,38 €, όπως αυτά λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Τα ανωτέρω έπραξε ο κατηγορούμενος μολονότι γνώριζε ότι άπαντα τα προρρηθέντα φορολογικά στοιχεία ήσαν εικονικά, αφενός ως προς το πραγματικό πρόσωπο του εκδότη, που δεν ήταν οι ανωτέρω εταιρίες, οι οποίες άλλωστε δεν υφίσταντο στην αναγραφόμενη επί των στοιχείων διεύθυνση, αλλά αυτός ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, έχοντας όμως πλήρη γνώση της παράνομης δραστηριότητας των εν λόγω εταιριών, ότι δηλαδή υφίσταντο αποκλειστικά και μόνο για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφετέρου δε ως προς τις αναφερόμενες συναλλαγές, οι οποίες ήσαν στο σύνολό τους ανύπαρκτες. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τις συναλλαγές, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό τιμολόγια πώλησης, δελτία αποστολής και τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής αφορούσαν ανύπαρκτες πωλήσεις εμπορευμάτων προς τις εκεί διαλαμβανόμενες λήπτριες εταιρίες, τα δε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αφορούσαν υπηρεσίες που ουδέποτε παρασχέθηκαν στις λήπτριες εταιρίες και τούτο αποδεικνύεται εκ του ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις, απ' τις οποίες φέρονται ότι εκδόθηκαν τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία, δεν είχαν πραγματική εμπορική υπόσταση, όπως λέχθηκε, ούτε άρα τη δυνατότητα να προμηθευτούν και να πωλήσουν τα εμπορεύματα ή να παράσχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στα στοιχεία αυτά. Άλλωστε ορισμένες από τις λήπτριες εταιρίες αποδέχθηκαν την εικονικότητα των συναλλαγών και πλήρωσαν το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε, όπως ενδεικτικά προκύπτει για τις επιχειρήσεις Β. Σ. – Ν. Σ. ΟΕ και Ν. Σ. και Ν. Ε. Η καθαρή συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν, ανέρχεται σε 1.200.163,93 €, πλέον Φ.Π.Α. συνολικής αξίας 216.028,88 €. Η ανάμειξη του κατηγορουμένου στην έκδοσή τους αποδεικνύεται, πέρα από το γεγονός ότι βρέθηκαν στην κατοχή του φορολογικά στοιχεία των επιχειρήσεων, καθώς και πρόχειρες σημειώσεις του που αφορούσαν συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία, αλλά και από το ότι ο ίδιος ερχόταν σε επαφή για τη διακίνηση των εικονικών τιμολογίων με τους εκπροσώπους των ληπτριών εταιριών, όπως προέκυψε από τον έλεγχο που διενήργησαν στις εταιρίες αυτές οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε., ενώ έτσι εξηγείται και η αποστολή σ' αυτόν του ταχυδρομικού φακέλου από την εταιρία Δ. Α.Ε.Β.Ε. Βέβαια ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε ως πωλητής, όπως κατέθεσε η μάρτυρας υπεράσπισης αδελφή του, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν πείθει το Δικαστήριο, καθόσον αποδεικνύεται απ' όλα τα ανωτέρω στοιχεία η ενεργός συμμετοχή του στην έκδοση των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στις παραδοχές αυτές καταλήγει το Δικαστήριο χωρίς να κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των τιμολογίων, την οποία αιτήθηκε ο κατηγορούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, ούτε, εξάλλου, είναι απαραίτητη η ιδιόχειρη από τον κατηγορούμενο σύνταξη των εικονικών τιμολογίων για να υπέχει αυτός ποινική ευθύνη για την έκδοσή τους. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν εταίρος της εταιρίας "Κ. Χ. ΜΟΝ. ΕΠΕ", όπως ο ίδιος υποστηρίζει και πράγματι αποδεικνύεται, απ' την οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν τα περισσότερα από τα επίδικα φορολογικά στοιχεία, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή και δεν αναιρεί όσα προεκτέθηκαν, καθόσον η ευθύνη του δεν θεμελιώνεται στο άρθρο 20 του Ν. 2523/1997, που προϋποθέτει έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων από νομικό πρόσωπο, αλλά στο άρθρο 19 παρ. 4 του ιδίου νόμου, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη του προσώπου που υποκρύπτεται στην έκδοση τέτοιων εικονικών στοιχείων. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της κατ' εξακολούθηση έκδοσης των αναφερόμενων στο διατακτικό εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία ως συναυτουργός με τον Κ. Χ. του Χ. εξέδωσε προς τις εκεί αναφερόμενες λήπτριες εταιρίες". Στο δε διατακτικό παρατίθενται και αναλυτικοί πίνακες των εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της φοροδιαφυγής δια της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1,45, 98 του ΠΚ και 19§§1 και 4 και 21 του ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τον (αρνητικό της κατηγορίας και όχι αυτοτελή) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι έπρεπε να κηρυχθεί αυτός αθώος γιατί τύγχανε απλός ιδιώτης και όχι εταίρος της Μονοπρόσωπης ΕΠΕ Κ. Χ., με την παραδοχή ότι αυτός πράγματι δεν ήταν εταίρος της άνω εταιρίας, πλην η ευθύνη του θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 19§4 του ν. 2523/1997, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη του προσώπου που υποκρύπτεται στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, και όχι σ` αυτήν του άρθρου 20, που προϋποθέτει έκδοση τέτοιων στοιχείων από νομικό πρόσωπο. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρονται οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, ήτοι του αναιρεσείοντος και του Κ. Χ., αρκεί δε η παραδοχή ότι ο πρώτος ενέργησε από κοινού με τον δεύτερο, με τον οποίο είχε κοινό δόλο, έδρασε ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω. γ) Αιτιολογημένα κρίθηκε ότι αποδείχθηκε η ενεργός συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην έκδοση, από κοινού με τον Κ. Χ., των ενδίκων φορολογικών στοιχείων, χωρίς να ήταν απαραίτητη και η ιδιόχειρη σύνταξή τους από αυτόν. δ) Αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο (αρνητικός της κατηγορίας) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι είχε προσληφθεί ως πωλητής στην εταιρία του Κ. Χ., με την παραδοχή ότι αυτός αναμίχθηκε ενεργά στην έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αποδείχθηκε αφενός από το ότι βρέθηκαν στην κατοχή του φορολογικά στοιχεία των επιχειρήσεων και πρόχειρες σημειώσεις του που αφορούσαν συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν αυτά και αφετέρου από το ότι ο ίδιος ερχόταν σε επαφή για τη διακίνηση των εικονικών στοιχείων με τους εκπροσώπους των ληπτριών εταιριών. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε, ένατος και εντέκατος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα σημεία αυτών, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος, με το οποίο αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας Θ. Γ., Α. Π., υπερασπίσεως Χ. Π.), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ ΑΠ 19/2001). Διαφορετικά, ο λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, στον πρώτο λόγο της αιτήσεως διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρά τον Νόμο στερείται παντελώς της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη εμπεριέχουσα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών για τα στοιχειοθετούντα τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, άλλως αυτά αναφέρονται ασαφώς, ούτως ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος όλων των συλλογισμών εκείνων με τους οποίους οδηγήθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών στην καταδικαστική κρίση του, απορρίπτοντας με ανύπαρκτη, άλλως ελλιπέστατη αιτιολογία όλους τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις μου". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 352§3 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήτοι και για τη διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος υπέβαλε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, το αίτημα να διαταχθεί η διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για να αποδειχθεί ότι τα ένδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία δεν συντάχθηκαν από αυτόν. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την παραδοχή, όπως αναφέρθηκε, ότι δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, γιατί τα υπάρχοντα στοιχεία είναι ικανά για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η ιδιόχειρη από τον κατηγορούμενο σύνταξη των τιμολογίων. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη (επάρκεια αποδείξεων, όχι απαραίτητη η σύνταξη από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα των τιμολογίων). Επομένως, οι αυτοί ως άνω ένατος και εντέκατος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 αυτού, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκα και, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λπ., και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της ασκήσεως της ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τελέσεως, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λπ.", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία, όμως, αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν έγινε για να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη, για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της (2.11.2001). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν άλλως ορίζεται (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997), αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 320§2 εδ. α και 321§§1 εδ. α στοιχ. β και 4 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 120§2 και 121 εδ. α του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία, αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα (ή η κλήση) να περιέχει, πλην άλλων, και προσδιορισμό του δικαστηρίου, στο οποίο καλείται αυτός να εμφανιστεί, δεν είναι δε αναγκαίο το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Η τυχόν δε αναγραφή στο επιδιδόμενο έγγραφο άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, δικαστηρίου, δεν καθιστά αυτό άκυρο και ανενεργό ως προς τις έννομες συνέπειές του, δηλαδή και ως προς την αναστολή της παραγραφής, η οποία επήλθε με αυτό (Ολ ΑΠ 2/1997).
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί παραγραφής της πράξεως, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η ένδικη πράξη είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, γιατί αυτός, με το από 9.9.2008 και με αριθ. Α-02/2659 κλητήριο θέσπισμα, παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, το οποίο, όμως, με την υπ` αριθ. 2770/2009 απόφασή του, κηρύχθηκε αναρμόδιο κατά τόπον και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, ο οποίος, με το υπ` αριθ. 628/22.9.2009 (νέο) κλητήριο θέσπισμα, εισήγαγε την υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, και ότι, επομένως, η αναστολή της παραγραφής, που είχε επέλθει με την επίδοση του πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος, ανατράπηκε, οπότε, από τη χρονολογία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (31.5.2004) μέχρι την επίδοση του (νέου) κλητηρίου θεσπίσματος, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας, τοσούτω μάλλον, καθόσον δεν έχει συνταχθεί έκθεση ελέγχου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γ Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό (ο οποίος είχε προβληθεί και πρωτοδίκως και απορρίφθηκε και απετέλεσε και λόγο εφέσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας) με την αιτιολογία, μετά από παράθεση νομικής σκέψεως, ότι: "Με το από 8-9-2008 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο Α. Π. στις 24-3-2009, ο τελευταίος παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης του άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Το Δικαστήριο αυτό με την 2770/2009 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, οπότε του κοινοποιήθηκε νέο κλητήριο θέσπισμα στις 25-9-2009, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου όμως θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο στις 31-3-2004 και συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έκτοτε αρχίζει η παραγραφή του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 24-3-2009, όταν επιδόθηκε σ αυτόν το αρχικό κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο επήλθε αναστολή της παραγραφής, αφού το γεγονός ότι δεν ήταν αρμόδιο το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, στο οποίο παραπεμπόταν, δεν καθιστά άκυρο και ανενεργές, ως προς τις έννομες συνέπειές του, το παραπάνω νομίμως επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό έγγραφο της κύριας διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, δεν αληθεύει ότι δεν έχει συνταχθεί για τον παρόντα κατηγορούμενο ξεχωριστή έκθεση ελέγχου καθώς υπάρχει στη δικογραφία η υπ' αριθμ. 88/2004 με στοιχεία ελεγχόμενου προσώπου "Α. Π.", η οποία είναι η προβλεπόμενη από το νόμο και από τη θεώρηση της οποίας (στις 31-3-2004) άρχεται η παραγραφή του αποδιδόμενου σ' αυτόν εγκλήματος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθώς δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον η παραγραφή για όλες τις μερικότερες πράξεις του ενδίκου κατ` εξακολούθηση εγκλήματος άρχισε από τη θεώρηση της εκθέσεως ελέγχου και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση του πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος, η έννομη συνέπεια του οποίου ως προς την έναρξη της αναστολής της παραγραφής δεν ανατράπηκε με την κήρυξη του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας αναρμοδίου και την παραπομπή της υποθέσεως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, Ε και Β του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων ως προς την κρίση του για την απόρριψη του ειρημένου ισχυρισμού του, ενώ αφέθηκε μέρος του ισχυρισμού του (ότι έπρεπε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από τις 2.11.2001) αδίκαστο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. ε του ΚΠοινΔ, εφαρμόζονται και στην κατ` έφεση δίκη, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του άρθρου 326, κατά το εδ. α της παρ. 1 του οποίου "ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, εκτός από το πταισματοδικείο και το μονομελές πλημμελειοδικείο, κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β του ίδιου Κώδικα, "εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, ή κάποιου από τους διαδίκους, ή και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορούν να εξεταστούν στην κατ` έφεση δίκη και μάρτυρες του κατηγορητηρίου, τα ονόματα των οποίων δεν γνωστοποιήθηκαν στον κατηγορούμενο, εφόσον είναι παρόντες στο ακροατήριο, μόνο δε αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέτασή τους και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ` άρθρο 171§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510§1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αντέλεξε στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας (από τους οποίους εμφανίστηκαν οι Θ. Γ. και Α. Π.), γιατί τα ονόματά τους δεν αναγράφονταν στις κλήσεις που επιδόθηκαν σ` αυτόν και στο συνήγορό του. Επί των αντιρρήσεων αυτών, απάντησε το Δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως επί του άρθρου 502, ότι "πρέπει να εξετασθούν οι ενώπιόν του κλητευθέντες και παρευρισκόμενοι μάρτυρες του κατηγορητηρίου Θ. Γ. και Α. Π., των οποίων τη μαρτυρία θεωρεί απαραίτητη, ανεξάρτητα του αν γνωστοποιήθηκαν στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο με την κλήση προς εμφάνιση στο Δικαστήριο". Ορθώς, λοιπόν, και αιτιολογημένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τις ως άνω αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος, δεν στέρησε δε αυτόν από το δικαίωμα ακροάσεως, αφού απάντησε στην εναντίωσή του, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει και στο στοιχ. Ε, παρά το ότι οι ως άνω διατάξεις του ΚΠοινΔ δεν είναι ουσιαστικές ποινικές), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Τα ίδια προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 173 παρ. ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρότεινε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς ότι το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε ήταν άκυρο, γιατί α) δεν αναφερόταν σ` αυτό ότι ο καθένας συναυτουργός γνώριζε και ήθελε ή αποδέχθηκε τη σύμπραξη, ότι είχε, δηλαδή, τον ίδιο με τον άλλο δόλο σχετικά με την από κοινού ολοκλήρωση του εγκλήματος, ούτε εξειδικευόταν η πράξη κάθε συναυτουργού και β) χαρακτηρίζονταν τα φορολογικά στοιχεία ταυτοχρόνως ως πλαστά και εικονικά, ενώ δεν εξειδικευόταν ποιος από τους προβλεπόμενους από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 τρόπους εικονικότητας συνέτρεχε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την υπ` αριθ. 12221/2009 απόφασή του, απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, ο δε αναιρεσείων περιέλαβε σχετικούς λόγους στην έφεσή του, τους επανέφερε δε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Το τελευταίο, αφού παράθεσε νομικές σκέψεις, τους απέρριψε με την αιτιολογία, όσον αφορά τον πρώτο, ότι: "Το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος Α. Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφενός αναφέρει ρητά ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη έχοντας κοινό δόλο και από κοινού με τον Κ. Χ., δηλαδή γίνεται μνεία των στοιχείων του συναυτουργικού δόλου, που συνίσταται στην γνώση και θέληση ή αποδοχή της σύμπραξης με τον άλλον συναυτουργό για την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε παραθέτει το άρθρο 45 ΠΚ, που είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της συναυτουργίας, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για το κύρος αυτού να γίνεται εξειδίκευση των ενεργειών κάθε συναυτουργού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πολύ δε περισσότερο που στην προκειμένη περίπτωση ο συναυτουργός του εδώ κατηγορουμένου, Κ. Χ., δεν είναι συγκατηγορούμενος αυτού, καθόσον έχει παύσει οριστικά ως προς αυτόν η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με την 2770/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας (από φανερή παραδρομή έχει αναγραφεί ο αριθμός 23770)". Και όσον αφορά τον δεύτερο, ότι: "Στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ρητά ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία χωρίς να κάνει αναφορά σε πλαστά φορολογικά στοιχεία και να αφήνει αμφιβολία στον τελευταίο σχετικά με την πράξη για την οποία κατηγορείται". Από την επισκόπηση δε του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ. 5 του ΚΠοινΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει ότι τούτο διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι "κατηγορείται ως υπαίτιος...και συγκεκριμένα κατόπιν της θεωρημένης την 31/3/04 έκθεσης...διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού με τον Κ. Χ.,...ο οποίος παραπέμφθηκε ήδη σε δίκη...εξέδωσε κατά τη χρήση 2001, 52 εικονικά φορολογικά στοιχεία...και 6 εικονικά φορολογικά στοιχεία...,κατά τη χρήση δε 2002, εξέδωσε 17 εικονικά φορολογικά στοιχεία...και 4 εικονικά φορολογικά στοιχεία...όπως αναλυτικά περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα:...". Το κλητήριο, λοιπόν, θέσπισμα περιγράφει, και μάλιστα λεπτομερώς, την εξακολουθητική πράξη, την οποία τέλεσε ο κατηγορούμενος, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, να εξειδικεύονται οι πράξεις κάθε συναυτουργού, ανεξαρτήτως αν, όσον αφορά τον συναυτουργό Κ. Χ., έχει ήδη παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (όπως κρίθηκε με την υπ` αριθ. 2770/2009 παραπεμπτική, για τον αναιρεσείοντα, απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, γιατί, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δεν είχε επιδοθεί σ` αυτόν το κλητήριο θέσπισμα και, εν τω μεταξύ, παρήλθε πενταετία). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση, για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών (με τον έβδομο δε και για υπέρβαση εξουσίας - άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η οποία, κατ` άρθρο 30§23 του ν. 3296/2004 "φορολογία εισοδήματος, κ.λπ.", εφαρμόζεται αναλόγως και για το σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων [το οποίο, με την παρ. 1 του άρθρου 88 του ν. 3842/2010, μετονομάστηκε σε Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)], ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκουν, "οποιοσδήποτε Οικονομικός Υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο". Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική σε σχέση με αυτές των άρθρων 211, 14 και 25 του ΚΠοινΔ και, επομένως, υπερισχύει αυτών, συνάγεται σαφώς ότι και σε υποθέσεις φοροδιαφυγής από έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος άσκησε προανακριτικά καθήκοντα με την ιδιότητα του γραμματέα, δεν κωλύεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, για την ίδια υπόθεση, στο ακροατήριο, κατά μείζονα δε λόγο και στην προανάκριση, χωρίς να δημιουργείται λόγος αποκλεισμού του κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προτείνει, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τον ισχυρισμό ότι: Στις προανακριτικές καταθέσεις των Κ. Π., Γ. Φ., Σ. Γ., Α. Π. (αναιρεσείοντος), που δόθηκαν την 20.5.2002 η δεύτερη και την 22.5.2002 οι λοιπές, άσκησε καθήκοντα Γραμματέα ο Θ. Γ., ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας ενώπιον της Β. Π., Διευθύντριας του ΣΔΟΕ, και του Γραμματέα Ι. Ν.. Η συμμετοχή του δε στην ίδια υπόθεση υπό τις ιδιότητες του γραμματέα και του μάρτυρα δεν ήταν νόμιμη και συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού, κατ` άρθρο 14 του ΚΠοινΔ, ενώ όλες οι πράξεις, που έγιναν με τη συμμετοχή του, είναι άκυρες. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε έχει περιληφθεί στην έκθεση εφέσεως, επαναφέρθηκε δε νόμιμα και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Το τελευταίο, αφού παράθεσε νομική σκέψη, τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι "οι ακυρότητες που επικαλείται ο κατηγορούμενος, είτε θεωρηθούν απόλυτες είτε σχετικές, έπρεπε να προταθούν το αργότερο μέχρι του ανωτέρω χρονικού ορίου (της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο) και όχι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού είχαν ήδη καλυφθεί". Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην ένδικη υπόθεση, ο ως άνω μάρτυρας, υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος συνέταξε και το πόρισμα της προκαταρκτικής εξετάσεως, μπορούσε να ασκήσει χρέη γραμματέα και να εξεταστεί ως μάρτυρας στην ίδια υπόθεση τόσο στο ακροατήριο όσο και στην προανάκριση. Ο ισχυρισμός, λοιπόν, αυτός δεν ήταν νόμιμος και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε με την ειρημένη αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 25 και 26 του ΚΠοινΔ, οι πράξεις των προανακριτικών υπαλλήλων, και αν, στο πρόσωπό τους, συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού ή εξαιρέσεως, σε κάθε περίπτωση παραμένουν έγκυρες. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και Β του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη, άλλως σχετική, ακυρότητα της διαδικασίας, συνισταμένη στο ότι η συμμετοχή του ανωτέρω Θ. Γ. στην υπόθεση του αναιρεσείοντος με τις ιδιότητες του γραμματέα και του μάρτυρα δεν ήταν νόμιμη και έπρεπε να αποκλεισθεί αυτός από τη συμμετοχή του στην προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του, να κηρυχθούν άκυρες όλες οι σχετικές πράξεις, καθώς και ολόκληρη η ποινική δικογραφία που στηρίζεται σ` αυτές, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠοινΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανωμοτί καταθέσεως που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως ή της καταθέσεώς του επί ενόρκου διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά την 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ. του ίδιου Κώδικα, που θεμελιώνει έτσι λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ (Ολ ΑΠ 2/1999, Ολ ΑΠ 1/2004). Η παραμονή, όμως, της έγγραφης εξετάσεως του υπόπτου που έλαβε χώρα κατά το στάδιο της προανακρίσεως (όχι αυτεπάγγελτης) ή στο πλαίσιο της διενεργηθείσης ένορκης διοικητικής εξετάσεως, στο φάκελο της δικογραφίας και όχι στο αρχείο της Εισαγγελίας (στην περίπτωση που έχει αποσταλεί και σ' αυτήν από την αρμόδια διοικητική αρχή που διενήργησε την ΕΔΕ), όπως πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, χωρίς αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί ο κατηγορούμενος δεν στερείται κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ο αναιρεσείων πρόβαλε, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι στα έγγραφα της δικογραφίας περιλαμβάνεται και η από 20.5.2002 έκθεση χωρίς όρκο εξετάσεώς του ενώπιον των προανακριτικών αρχών, η οποία όχι μόνο δεν αφαιρέθηκε από τη δικογραφία και δεν παρέμεινε στο αρχείο της Εισαγγελίας, αλλά και αξιοποιήθηκε αποδεικτικά σε βάρος του, αφού η κατάθεση του μάρτυρα Θ. Γ., που συνέταξε την πορισματική αναφορά, αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέτασή του, έπρεπε δε να κηρυχθούν άκυρες όλες οι προανακριτικές πράξεις που στηρίζονται σ` αυτήν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος επαναφέρθηκε και ως λόγος εφέσεως και αναδιατυπώθηκε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τον απέρριψε με την αυτή ως άνω αιτιολογία ότι δεν είχε προταθεί αυτός μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η ως άνω κατάθεση του αναιρεσείοντος ούτε αναγνώσθηκε ούτε λήφθηκε υπόψη, ως τοιαύτη, ή αξιολογήθηκε αποδεικτικά από το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, ενώ από καμιά νομική διάταξη δεν απαγορεύεται ο μάρτυρας που εξετάζεται, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, (εν προκειμένω ο Θ. Γ.) να καταθέσει ο,τιδήποτε γνωρίζει, ακόμη και από όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος κατά την προκαταρκτική εξέταση, η δε πορισματική αναφορά, η οποία αναγνώσθηκε, παραδεκτά λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε ως έγγραφο. Επομένως, ορθώς, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του εδ. α της παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως, "ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εφόσον δεν ασκήθηκε προσφυγή κατά του οικείου φύλλου ελέγχου, υποβάλλει σχετική μηνυτήρια αναφορά στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, που συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, για την άσκηση της κατά νόμο ποινικής δίωξης". Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει καμιά συνέπεια για την περίπτωση, κατά την οποία ο υποβάλλων τη μηνυτήρια αναφορά δεν συνόδευσε αυτήν και με αντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων, και δη ότι η ποινική δίωξη που θα ασκηθεί, χωρίς να έχουν υποβληθεί και τα έγγραφα αυτά, είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων πρότεινε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τον ισχυρισμό, ο οποίος είχε προταθεί και πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί σιωπηρά και αποτέλεσε και λόγο εφέσεως, ότι ο προϊστάμενος του ΣΔΟΕ δεν συνέταξε και δεν απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κέρκυρας αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου ούτε της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και, επομένως, η ποινική δίωξη κατ` αυτού ασκήθηκε απαραδέκτως. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν ήταν νόμιμος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή, μαζί με τη μηνυτήρια αναφορά, και αντιγράφων των ως άνω εγγράφων, η δε μη υποβολή τους δεν παρεμπόδιζε την άσκηση αυτής, και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει. Πέραν αυτών, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και δη της από 2.4.2004 μηνυτήριας αναφοράς του Προϊσταμένου του ΣΔΟΕ Ιονίων Νήσων προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, προκύπτει ότι στην αναφορά αυτή είχαν επισυναφθεί δύο εκθέσεις ελέγχου με όλα τα επισυναπτόμενα σ` αυτές, καθώς και έξι ένορκες καταθέσεις. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ, όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη (σιωπηρή) απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού και για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, παρά το ότι δεν είχαν υποβληθεί τα ανωτέρω στοιχεία, αντί να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, προέβη στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ν. 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους που αναφέρθηκαν παραπάνω (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου αποφανθούν αμετακλήτως τα διοικητικά δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση, δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου, για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητος, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε, τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα, το οποίο σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, αν η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου που θα αποφανθεί πρώτο (ποινικό ή διοικητικό) ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν ή όχι πλαστά, είναι δεσμευτική ή όχι, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαστήριο που θα επιληφθεί στη συνέχεια. Για τον αυτό λόγο και δεν είναι υποχρεωτική η αναβολή της ποινικής δίκης για τα εν λόγω αδικήματα μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας προσφυγής από το οικείο διοικητικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπερβάσεως εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης αποφάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πρότεινε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι είχε ασκήσει προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, οι οποίες, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκκρεμούσαν, εκδόθηκαν, όμως, οι υπ` αριθ. 330 και 331/2005 αποφάσεις, με τις οποίες ανεστάλησαν οι πράξεις επιβολής προστίμου σχετικά με τα ένδικα φορολογικά στοιχεία και, επομένως, έπρεπε να ανασταλεί, άλλως αναβληθεί η δίκη μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των προσφυγών του, ενόψει του ότι η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη, γιατί οι οφειλές του δεν είχαν οριστικοποιηθεί και, κατά συνέπειαν, δεν είχαν καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμες. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ο δε αναιρεσείων τον περιέλαβε, ως ιδιαίτερο λόγο, στην έκθεση εφέσεως και τον επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού παρέθεσε νομική σκέψη, τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι "τόσο η ύπαρξη εκκρεμούς προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου για τις εκδοθείσες φορολογικές πράξεις όσο και η ύπαρξη αποφάσεων, που κάνουν δεκτές τις αιτήσεις αναστολής επί των ανωτέρω προσφυγών, συνιστούν ζητήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων και άρα δεν δεσμεύουν το δικαστήριο να αναβάλλει την ποινική δίκη μέχρι του πέρατος της διοικητικής". Η αιτιολογία αυτή είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθή και η προσήκουσα και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ κα Ε του ΚΠοινΔ, δέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού και αιτήματος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει, όπως αναφέρθηκε, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, πλην το δικαστήριο, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβιώσεως του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α' και ε' του ΠΚ. Ειδικότερα: α) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, επικαλέστηκε ότι "μέχρι του χρόνου του αποδιδόμενου αδικήματος δεν απασχόλησε τις αρχές, ούτε υιοθέτησε την τελευταία δεκαετία αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ εργαζόταν μονίμως και διαρκώς εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, τυγχάνει δε έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα, φροντίζοντας την οικογένεια του και δη τον ήδη πτωχεύσαντα πατέρα του την υπέργηρη μητέρα με προβλήματα υγείας (υπέρταση - ανεύρυσμα)". β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε' επικαλέστηκε ότι "καθ` όλο το χρονικό διάστημα από την φερόμενη τέλεση της ως άνω πράξης επέδειξε άριστη διαγωγή και εργάζεται ήδη ως πωλητής παλεύοντας για την επιβίωση την δική του και της πολυπληθούς οικογένειάς του". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Δεν συντρέχουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2α και ε του ΠΚ), όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την πρώτη ελαφρυντική περίσταση, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι τη διάπραξη της ως άνω πράξης του έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε αρκεί γι` αυτό η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας, τη φροντίδα των γονέων και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Άλλωστε η δραστηριότητα που ανέπτυξε με την έκδοση και διακίνηση εικονικών φορολογικών στοιχείων αξίας άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, προϋποθέτει τη γνωριμία από πριν με ανθρώπους που δρουν στα σχετικά κυκλώματα και τη συνάφεια με αυτούς, γεγονός που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου. Εξάλλου, καθόσον αφορά την δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, δοθέντος ότι η παθητική απλώς συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη του δεν αρκεί για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως πωλητής για την επιβίωση τη δική του και της οικογενείας του, όπως ο ίδιος επικαλείται, δεν μαρτυρεί σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθώς δεν είναι απότοκο ελεύθερης επιλογής του, αλλά παθητικής συμπεριφοράς, σαφώς επηρεαζόμενης από την εκκρεμή ποινική δίκη".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για την αναγνώριση ελαφρυντικών, αφού: α) Ως προς μεν το πρώτο δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η ψυχοδυναμική της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, όπως αποτυπώνεται στην όλη συγκεκριμένη εγκληματική του δραστηριότητα, αποκλείει, ως εκ της βαρύτητας των πράξεών του και του τρόπου της δράσεώς του, ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεσή τους έντιμο βίο και ότι εξετράπη έκτοτε σε εγκληματικές ενέργειες. β) Ως προς δε το δεύτερο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε μεταστροφή του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, το ότι δε εργάζεται αυτός ως πωλητής προς βιοπορισμό είναι απότοκο παθητικής συμπεριφοράς, ενόψει της δίκης. Η παραδοχή αυτή δεν δημιουργεί αντίφαση προς αυτήν ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 του αυτού Κώδικα, προκειμένου να του χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 4 ετών, που του επιβλήθηκε, η οποία και διατάχθηκε υπό όρους, αφού οι τελευταίες διατάξεις αξιώνουν προϋποθέσεις που δεν αποτελούν όρους εφαρμογής της πρώτης (84 παρ. 2 περ. ε), και δη ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 583§1 του ΚΠοινΔ, "όταν η απόφαση απορρίπτει εξ ολοκλήρου την έφεση...,τα έξοδα επιβάλλονται σε καθένα από εκείνους που άσκησαν το ένδικο μέσο...". Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 περ. στ του άρθρου μόνου της υπ` αριθ. 123827/2010 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β' 1991/23.12.2010), τα έξοδα, επί αποφάσεων των τριμελών πλημμελειοδικείων (δηλαδή και όταν αυτά δικάζουν κατ` έφεση), ορίστηκαν σε διακόσια (200) ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενώ, αρχικά, στο σκεπτικό έκρινε ότι έπρεπε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, ποσού, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, 200 ευρώ, στη συνέχεια δέχθηκε ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε...στην ανωτέρω ποινή και επομένως πρέπει να καταδικαστεί και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων σαράντα (240) ευρώ, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Το αυτό ποσό των 240 ευρώ ανέγραψε και στο διατακτικό. Με την παραδοχή αυτή (ανεξαρτήτως του ότι αυτή οφείλεται σε φανερή παραδρομή), με το να καταδικάσει, δηλαδή, τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο σε έξοδα ποσού μεγαλύτερου από το οριζόμενο με την ειρημένη υπουργική απόφαση, εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, δέκατος τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο στοιχ. Δ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο όμως κατά τη διάταξή της για την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Εν λόγω της αυτοτέλειας της που δεν επηρεάζει τις περί ενοχής και ποινής διατάξεις της. Περαιτέρω, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν.3160/2003, κατά την οποία "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη...", πρέπει να μη παραπεμφθεί η υπόθεση, αλλά ο Άρειος Πάγος, εφαρμόζοντας ορθώς τις παραπάνω διατάξεις, να περιορίσει το ποσό των εξόδων που επιβλήθηκαν κατά σαράντα (40) ευρώ, ώστε να απομείνει ποσό διακοσίων (200) ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος θα καταβάλει για έξοδα της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου δίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 3231/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, και δη ως προς τη διάταξη για την επιβολή σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Φ. των δικαστικών εξόδων ποσού διακοσίων σαράντα (240) ευρώ, ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ δε αυτό κατά το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, ώστε να απομείνει ποσό διακοσίων (200) ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει αυτός για έξοδα της ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου δίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 8 Δεκεμβρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 9276/2011) αίτηση του Α. Π. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3231/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση από κοινού (άρθρο 19 ν. 2523/1997). Στοιχεία εγκλήματος. Έννοια «από κοινού». Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Πότε αρχίζει η παραγραφή του εγκλήματος. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία. Η αναστολή της παραγραφής επέρχεται και αν, με το κλητήριο θέσπισμα, ο κατηγορούμενος παραπέμπεται σε αναρμόδιο δικαστήριο. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι επιτρεπτή η εξέταση μαρτύρων του κατηγορητηρίου, που δεν γνωστοποιήθηκαν, εφόσον αυτοί είναι παρόντες στο ακροατήριο. Υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει, αν εναντιωθεί ο κατηγορούμενος στην εξέτασή τους. Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως, διαφορετικά δημιουργείται σχετική ακυρότητα, η οποία, αν δεν καλυφθεί, μπορεί να επαναφερθεί, με λόγο εφέσεως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε υποθέσεις φοροδιαφυγής από έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ, που άσκησε προανακριτικά καθήκοντα με την ιδιότητα του γραμματέα, δεν κωλύεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, για την ίδια υπόθεση, στο ακροατήριο, κατά μείζονα δε λόγο και στην προανάκριση (άρθρο 174 ν. 2960/2001 σε συνδ. με 30§23 ν. 3296/2004). Η παραμονή της έγγραφης εξετάσεως του υπόπτου, που έγινε στην προανάκριση, στο φάκελο της δικογραφίας και όχι, κατ' άρθρο 31§2 ΚΠΔ, στο αρχείο της Εισαγγελίας, χωρίς αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η λήψη, όμως, υπόψη των καταθέσεων, που λήφθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, γιατί αφορά το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για «δίκαιη δίκη» που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Όχι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίκης μέχρι περατώσεως διοικητικής. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμών για την αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 περ. α και ε ΠΚ. Επιδίκαση σε βάρος του εκκαλούντος εξόδων μεγαλύτερου ποσού από το νόμιμο. Αναίρεση κατά τούτο, περιορισμός των εξόδων στο νόμιμο ποσό και απόρριψη της αιτήσεως κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 569/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολαρέα, για αναίρεση της υπ'αριθ.370/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Λ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Ιουνίου 2011 και 21 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεις του αναιρέσεως και στους από 2 Φεβρουαρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 683/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 43 ευρώ για ηθική βλάβη του παθόντα Ν. Λ., να απαλειφθεί η διάταξη αυτή και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αρ. εκθ. 21/21- 2 - 2011 και 36/6 - 6 - 2011 δύο αλληλοσυμπληρούμενες αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Π. και οι από 2 - 2- 2012 πρόσθετοι λόγοι αυτού κατά της αυτής με αρ. 370/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. β).. . Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή xειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Τα γεγονότα μπορεί να αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση, τη φερεγγυότητα, το επάγγελμα, τις έννομες σχέσεις, τη νομική κατάσταση του πράγματος, το κύρος ή την ισχύ δικαιοπραξιών κλπ. Τέλος το άρθρο 13 περ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν. 2408/1996, ορίζει, ότι "κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράση για πορισμό εισοδήματος".
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες του άρθρου 13 στοιχείο στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Για να έχει όμως η καταδικαστική απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περίστασης, πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της, σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα που εφάρμοσε και δεν αρκεί η κατά λέξη επανάληψη της διατύπωσης και της ορολογίας του κειμένου του νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 370/2011 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που γενικώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Π. Π., στην Αθήνα, στις 9/12/99, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη των 15.000 ευρώ, ενώ είναι πρόσωπο που διαπράττει απατές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κατηγορούμενος, κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκπρόσωπος της εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε", που είχε την έδρα της στο Δήμο Αλίμου Αττικής και είχε, ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, την εμπορία ποτών. Εκμεταλλευόμενος δε τη γνωριμία, που είχε αποκτήσει με τον παθόντα, πολιτικώς ενάγοντα με αφορμή το γεγονός ότι η σύζυγος του τελευταίου Φ. Σ. είχε εργαστεί στην ως άνω εταιρεία, ως γραμματέας της διοίκησης και προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα, για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας, κατά την παραπάνω ημερομηνία, παρέστησε ψευδώς στον παθόντα, ότι δήθεν είχε ήδη προβεί στις νόμιμες διατυπώσεις προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και επίκειται σε άμεσο χρόνο η εισαγωγή των μετοχών της προς διαπραγμάτευση στην αγορά του ΧΑΑ, ότι για το λόγο αυτό η ως άνω εταιρεία πουλάει ένα μικρό αριθμό από τις μετοχές της, αξίας 10.000 δραχμών καθεμιάς, σε πολύ στενούς φίλους, ώστε να συγκεντρωθεί το απαραίτητο χρηματικό ποσό, προς κάλυψη του ελάχιστου κεφαλαίου της για την εισαγωγή των μετοχών της προς διαπραγμάτευση στην αγορά του ΧΑΑ, ότι τούτο αποτελούσε μοναδική ευκαιρία γι' αυτόν, καθόσον μετά την εισαγωγή της εταιρείας στην αγορά του ΧΑΑ, η τιμή των μετοχών της θα ήταν απλησίαστη. Με τις ως άνω διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου ο παθών πείστηκε, να αγοράσει και αγόρασε, στις 9/12/99. από την ανωτέρω εταιρεία 14.000 μετοχές της, αντί τιμήματος 2.000 δραχμών για κάθε μία και συνολικά 28.000.000 δραχμών, καταθέτοντας το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας στην Τράπεζα. Εργασίας. Παρά δε τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, ότι θα παραδιδόντουσαν στον παθόντα οι επίμαχες μετοχές κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες, καθόσον υπήρχαν δήθεν τοπικά, διαδικαστικά ζητήματα, τούτο δεν έγινε, με αποτέλεσμα ο παθών να απευθυνθεί στο ΧΑΑ, προς αναζήτηση σχετικών πληροφοριών. Έτσι, διαπίστωσε, ότι όλες οι πιο πάνω προς αυτόν παραστάσεις του κατηγορουμένου ήσαν ψευδείς. Συγκεκριμένα, όπως πληροφορήθηκε ο πολιτικώς ενάγων από τα. αρμόδια όργανα του ΧΑΑ, τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως (βλ. το 31826/23.7.03 έγγραφο του της ΧΑΑ Α.Ε. προς τον παθόντα) η εν λόγω εταιρεία ουδέποτε είχε υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή των μετοχών της προς διαπραγμάτευση στο εν λόγω ΧΑΑ, ούτε βέβαια είχε εισαγάγει ποτέ τις μετοχές της σε διαπραγμάτευση στις χρηματιστηριακές αυτές αγορές. Ο κατηγορούμενος προέβη στις επίμαχες ψευδείς παραστάσεις προς τον παθόντα με γνώση του, προκειμένου η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία να συγκεντρώσει με τον παράνομο αυτό τρόπο χρήματα. Ο παθών, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα προέβαινε στην αγορά των επίμαχων μετοχών, καθόσον αυτός απέβλεψε αποκλειστικά και μόνο στην αξία των μετοχών της εταιρείας αυτής, ως εισηγμένων στο ΧΑΑ, εφόσον του παρουσιάστηκε ότι δήθεν είχε ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία εισαγωγής. Από την περιουσιακή αυτή διάθεση προκλήθηκε στον παθόντα περιουσιακή ζημία, ύψους 27.500.000 δραχμών, διότι του επιστράφηκε μόνο το ποσό των 500.000 δραχμών, η δε οικονομική κατάσταση της παραπάνω εταιρείας άρχισε έκτοτε να χειροτερεύει, με αποτέλεσμα τα επόμενα έτη να παύσει βαθμηδόν ουσιαστικά η λειτουργία και δραστηριότητα της. Εξάλλου, με τον ίδιο απατηλό τρόπο, ο κατηγορούμενος έπεισε και άλλα πρόσωπα να καταθέσουν για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας χρηματικά ποσά, όπως ο Η. Κ., ο οποίος κατέβαλε το ποσό των 10.000.000 δραχμών, για την αγορά 5.000 τέτοιων μετοχών. Ενόψει τούτων, στοιχειοθετείται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία η αξιόποινη πράξη της απατής, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, αυτός δε διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για την ως άνω πράξη, δεχομένου του δικαστηρίου ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ, ήτοι ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Στη συνέχεια, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργηματική απάτη, που τελέστηκε την 9-12-1999 με σκοπό να αποκομίσει η ανώνυμη εταιρεία που αυτός νόμιμα εκπροσωπούσε, παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησε στο μηνυτή Ν. Λ., από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με περιουσιακό όφελος 27.500.000 δραχμών, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών( 15.000 ευρώ) και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 εδ. δ του ΠΚ, του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε ετών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 370/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1, 3 περ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ρητά αναφέρει στο αιτιολογικό στη σελίδα 12 της αποφάσεώς του αυτής, ενώ ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και συναφείς λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της απάτης και δη ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ", παρέστησε ψευδώς στον παθόντα, το ψευδές γεγονός ότι η εταιρεία αυτή είχεν ήδη προβεί στις νόμιμες διατυπώσεις προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και επίκειτο σε άμεσο χρόνο η εισαγωγή των μετοχών της προς διαπραγμάτευση στην αγορά του ΧΑΑ, με συνέπεια να τον πείσει να αγοράσει 14.000 μετοχές συνολικού ποσού 28.000.000 δραχμών, ως μοναδική ευκαιρία αγοράς, όπως τον διαβεβαίωσε, αφού η τιμή των μετοχών αυτών θα ήταν μετά την εισαγωγή της εταιρείας στο ΧΑΑ απλησίαστη, πράγμα που δεν ήταν αληθές και απετέλεσε την παραγωγό αιτία παραπλανήσεως του παθόντος, αγοραστή τελικά των μετοχών, αφού η ανωτέρω εταιρεία ουδέποτε είχε υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή της στο ΧΑΑ, δεν εισήχθη στο ΧΑΑ, ούτε ποτέ είχε εισαγάγει τις μετοχές της σε χρηματιστηριακές αγορές, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της απάτης αυτής και δη αναφέρεται η εξωτερίκευση της θελήσεως αυτού να βλάψει την περιουσία του παθόντος μηνυτή, αφού, κατά τις παραδοχές, του παρουσίασε το παραπάνω ψευδές πραγματικό γεγονός, με σκοπό να συγκεντρώσει παράνομα χρήματα υπέρ της άνω εταιρείας, το γεγονός δε αυτό της εισόδου της εταιρείας στην αγορά του ΧΑΑ, είναι μεν υπόσχεση και διαβεβαίωση για μελλοντικό γεγονός, αλλά ο κατηγορούμενος τη διαβεβαίωση αυτή συνόδευσε ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν και το παρελθόν, αναφέροντας, κατά τις παραδοχές, ότι η εταιρεία αυτή που εκπροσωπούσε και πωλούσε τις μετοχές της είχε δήθεν ολοκληρώσει τη διαδικασία εισαγωγής της στην αγορά του ΧΑΑ, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της βέβαιης μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ως άνω ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον κατηγορούμενο, που γνώριζε την αντίθετη πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή η εταιρεία αυτή ουδέποτε είχε υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή των μετοχών της στην αγορά του ΧΑΑ, ήτοι είχε ο κατηγορούμενος ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του για εισαγωγή των πωλουμένων μετοχών στο ΧΑΑ, που παρείχε προσδοκία του αγοραστή για μοναδική ευκαιρία κερδών από την αύξηση της τιμής τους, όπως αυτός ψευδώς διαβεβαίωσε, πράγμα που ουδέποτε έγινε, οπότε και θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης, γ)αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω απατηλής συμπεριφοράς του καταδικασθέντος και της πλάνης και της βλάβης του παθόντος αγοραστή των μετοχών, που ανέρχεται σε 27.500.000 δραχμές, αφού του επεστράφησαν μόνο 500.000 δραχμές, δ) αιτιολογείται ειδικώς η τέλεση της απάτης αυτής σε βαθμό κακουργήματος και όχι πλημμελήματος, αφού αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τέλεσης απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με τις παραδοχές ότι " από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του, αφού τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά είχε παραστήσει και σε τρίτα πρόσωπα, όπως στον Η. Κ., από τον οποίο τοιουτοτρόπως απέσπασε το ποσό των 10.000.000 δραχμών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και η σταθερή ροπή του για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του", ενώ το όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος, ανερχόμενη σε 27.500.000 δραχμές, υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 15.000 ευρώ, με τον τρόπο δε αυτό εμμέσως πλην σαφώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει πλημμεληματική απάτη, αλλά απάτη σε βαθμό κακουργήματος, ανεξάρτητα του ότι από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, από τον εξουσιοδοτούντα τον απόντα κατηγορούμενο δικηγόρο του, περί μεταβολής της κατηγορίας σε πλημμεληματική απάτη, όπως υποστηρίζει αβάσιμα ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως για έλλειψη ακροάσεως, ε) το αιτιολογικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, περιέχει σαφείς και ίδιες σκέψεις και συμπληρώνεται από το διατακτικό, με το οποίο συνιστά ενιαίο σύνολο, στ) ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ότι αυτά αναφέρονται σαφώς στην απόφαση, στο προοίμιο του αιτιολογικού κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ δεν προκύπτει επιλεκτική χρήση μόνου κάποιου από αυτά, ζ) από το αιτιολογικό, όσο και το διατακτικό, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ως αυτουργός, χωρίς τη συμμετοχή κάποιου συναυτουργού στην απάτη, η δε αναγραφή στην προμετωπίδα της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαζόμενου αδικήματος ως " απάτης κατά συναυτουργία", οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, λόγω εισαγωγής αρχικά στον πρώτο βαθμό και άλλων δύο, αθωωθέντων κατηγορουμένων, ως συναυτουργών και ουδεμία ακυρότητα ή αντίφαση προκαλείται από την άνω αναγραφή. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, των δύο αιτήσεων αναιρέσεως και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ακρόασης, από τη μη απάντηση σε υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Η εκτίμηση δε των αποδείξεων ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και από το μη έλεγχο της ουσιαστικής αυτής κρίσης από τον Άρειο Πάγο, δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 406Α του ΚΠΔ, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 386 έως 406 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 2. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. 3. Ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 386 έως 406, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας. 4. Οι διατάξεις του άρθρου 384 παράγραφοι 4 και 5 εφαρμόζονται αναλόγως. 5. Επί του εγκλήματος του άρθρου 390 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άνω παραγράφων, όταν η πράξη στρέφεται κατά του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 386 ΠΚ, το αξιόποινο της απάτης, τόσον στην πλημμεληματική, όσον και στην κακουργηματική της μορφή, εξαλείφεται, εφόσον η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος επέλθει πριν ο υπαίτιος εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις αρχές για την πράξη του ή αν μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης για την πράξη αυτή καταβάλει στον παθόντα αποδεδειγμένα το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, οπότε η ποινική δίωξη δεν κινείται και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο. Ο υπαίτιος δε του πλημμελήματος της απάτης, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο μόνο δικαστήριο, ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο παθών Ν. Λ., εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφενός δήλωσε ότι δεν διατηρεί καμία απαίτηση κατά του κατηγορουμένου, αφετέρου ότι έναντι του αρχικού ποσού των 28.000.000 δραχμών, που είχε καταβάλει και αποτελούσε το σύνολο της ζημίας του από την κακουργηματική αυτή απάτη, "έλαβε σήμερα 15.000 ευρώ σε τραπεζικές επιταγές και 5.000 ευρώ σε συναλλαγματικές, που δεν πιστεύει ότι θα εισπράξει ", ενώ από τον κατηγορούμενο δεν προσκομίστηκε καμία εξοφλητική απόδειξη. Από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου και από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου, για ικανοποίηση του παθόντος, αλλά και ότι, προκειμένης απάτης σε βαθμό κακουργήματος, δεν εχώρησε εντελής ικανοποίηση του παθόντος και δη προ της ασκήσεως της ποινικής δίωξης, ούτε και την ημέρα της δίκης στο Πενταμελές Εφετείο, οπότε δε μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 406 Α του ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως αυτού και ορθά δεν περιλαμβάνεται σχετική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 83 και 84 του ΚΠΔ, συνάγονται και τα ακόλουθα: Το δευτεροβάθµιο δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία, συνεπεία έφεσης του κατηγορουµένου, σε περίπτωση που στον πρώτο βαθµό έχει γίνει δεκτή η ασκηθείσα πολιτική αγωγή για κάποιο ποσό, αν ο πολιτικώς ενάγων είναι απών ή αν παρίσταται αυτοπρόσωπα, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να παραιτείται, µε σχετική δήλωσή του καταχωριζόµενη στα πρακτικά, από την πολιτική αγωγή, προχωρεί, εξετάζει τον πολιτικώς ενάγοντα ως µάρτυρα (µε όρκιση αυτού) και στο τέλος, µετά από τυχόν καταδίκη του κατηγορουµένου και στις δύο περιπτώσεις, επιδικάζει το κατά την κρίση του εύλογο ποσό, ποτέ όµως, µεγαλύτερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος, ανεξάρτητα αν ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε ή όχι σε αυτό τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Η πολιτική αγωγή διατηρεί πάντοτε τον ιδιωτικό της χαρακτήρα, γι' αυτό και µπορεί να γίνει παραίτηση από αυτή οποτεδήποτε, κατά πάσα στάση της ποινικής δίκης, και προφορικά κατά την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ως µάρτυρος στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, µε δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Η γενόµενη ενώπιον του δικαστηρίου, µετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν επιδικασθεί ποσόν, κατά έγκυρο τρόπο γραπτή ή προφορική δήλωση παραίτησης από την πολιτική αγωγή, που πρέπει να είναι ρητή, σαφής, χωρίς αίρεση ή προθεσµία, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί ή να υπάρχει και αποδοχή αυτής από τον κατηγορούµενο, για να παράγει τα αποτελέσµατά της. Η δήλωση δε του πολιτικώς ενάγοντος ότι έχει ικανοποιηθεί στις αξιώσεις του και δεν διατηρεί καµία αξίωση κατά του κατηγορουµένου, σηµαίνει παραίτηση από την πολιτική αγωγή. Η µετά την παραίτηση επιδίκαση από το ποινικό δικαστήριο αποζηµίωσης ή χρηµατικής ικανοποίησης, συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά, της προσβαλλόμενης 370/2011 αποφάσεως, αλλά και της 1243/2007 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο δηλώσας στον πρώτο βαθμό πολιτική αγωγή παθών Ν. Λ., στον οποίο και επιδικάστηκε στον πρώτο βαθμό ποσόν 43 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας, δήλωσε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι "δεν έχει καμία απαίτηση κατά του κατηγορουμένου". Η δήλωση αυτή κατά τα προεκτεθέντα, ενέχει σαφώς παραίτηση και από την ασκηθείσα στο ποινικό δικαστήριο πολιτική αγωγή και γενόμενη µετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν επιδικασθεί στον πολιτικώς ενάγοντα ποσόν, έπρεπε να γίνει δεκτή από το δικαστήριο και να απορριφθεί το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, ως άνευ αντικειμένου. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, παρά την ως άνω έγκυρη παραίτηση, επιδίκασε στη συνέχεια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 43 ευρώ στον άνω πολιτικώς ενάγοντα, υπερέβη την εξουσία του και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και πρέπει περαιτέρω, να αναιρεθεί εν μέρει κατά τη διάταξη αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, και μη παραπεμπόμενης της υποθέσεως στο εκδόν δικαστήριο, για κάποιο άλλο λόγο, πρέπει απλώς να απαλειφθεί η ως άνω διάταξη της αποφάσεως από το παρόν δικαστήριο. Η εξέταση δε και η όρκιση του ως μάρτυρος κατηγορίας πλέον εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ν. Λ. στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι σύννομη και ουδεμία παραβίαση του άρθρου 221 ΚΠΔ έγινε, ούτε ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, από την ένορκη εξέτασή του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 370/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα Ν. Λ. χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ. Και Απαλείφει τη διάταξη του διατακτικού της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως περί καταδίκης του κατηγορουμένου να καταβάλει στον αδικηθέντα μηνυτή Ν. Λ. ποσόν 43 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις με αρ. εκθ. 21/21- 2 -2011 και 36/6-6-2011 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Π. του Δ. και τους από 2-2-2012 πρόσθετους λόγους αυτού κατά της αυτής με αρ. 370/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ , Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για ακυρότητα διαδικασίας, έλλειψη ακρόασης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία, συνεπεία έφεσης του κατηγορουμένου, σε περίπτωση που στον πρώτο βαθμό έχει γίνει δεκτή η ασκηθείσα πολιτική αγωγή για κάποιο ποσό, αν ο πολιτικώς ενάγων είναι απών ή αν παρίσταται αυτοπρόσωπα, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να παραιτείται, με σχετική δήλωσή του καταχωριζόμενη στα πρακτικά, από την πολιτική αγωγή, προχωρεί, εξετάζει τον πολιτικώς ενάγοντα ως μάρτυρα (με όρκιση αυτού) και στο τέλος, μετά από τυχόν καταδίκη του κατηγορουμένου και στις δύο περιπτώσεις, επιδικάζει το κατά την κρίση του εύλογο ποσό, ποτέ όμως, μεγαλύτερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος, ανεξάρτητα αν ο πολιτικώς ενάγων επανέλαβε ή όχι σε αυτό τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, εκτός αν μεσολαβήσει παραίτηση. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως υπέρβασης εξουσίας και αναιρεί εν μέρει για διάταξη καταδίκης σε χρηματική ικανοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, παρά τη δηλωθείσα στο ακροατήριο παραίτηση αυτού, κατ' άρθρο 69 ΚΠΔ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 566/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) M. S. R. του M., 2) U. N. του U. A. και 3) B. H. M. του F., υπηκόων Μπαγκλαντές, κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο περί αναιρέσεως της 25/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 866/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσης του, Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων(όπως τα ονόματα μαρτύρων κ.λ.π.) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και παράθεση του τι προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαρτήτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ' αυτά, Ενώ, δεν είναι απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 25/2011 απόφασή του κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους των αξιοποίνων πράξεων των, από κοινού, ληστείας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθώς και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' Π.Κ., και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών. Στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται επί λέξει: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, ακόμη και εκείνα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι...". Προκύπτει, συνεπώς, εκ τούτου, με βεβαιότητα, ενόψει και του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της προσβαλλόμενης (ιδ. σελίδες 12 και 13 αυτής), ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (από 29.9.2010 ένορκη εξέταση του εγκαλούντος H. CHATTA και απόφαση 28952/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Άρα, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, για έλλειψη της επιβαλλόμενης και ως προς τα αποδεικτικά μέσα από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενώ, κατά το μέρος, που με αυτόν με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά το παραπάνω, αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. Εξάλλου, η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι πράγματι αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτών της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (ΠΚ 84 παρ. 2 περ. α'), επικαλέστηκαν δε για τη θεμελίωσή του, τα εξής: "Είμεθα οικογενειάρχες, καθένας από εμάς έχουμε από ένα ανήλικο παιδί, εργαζόμεθα και διαμένουμε μόνιμα στην Ελλάδα, ο 3ος από εμάς εργαζόμουν μόνιμα ως διερμηνέας στην Δ/νση Αλλοδαπών Αθηνών και ποτέ δεν απασχόλησε την Αστυνομία". Όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός δε θεμελιώνεται στα πιο πάνω συναφώς επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες περιστατικά, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου εντίμου βίου ούτε η απουσία επίμεπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση των πράξεων, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί του ισχυρισμού τούτου, που ήταν αόριστος, εκ περισσού δε με ειδική και πλήρη αιτιολογία απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο (ιδ. σελίδα 13 προσβαλλόμενης απόφασης). Άρα, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 περ. 1 στοιχ. Δ' δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης για έλλειψη της από τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ξεχωριστά ο καθένας, στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουλίου 2011, αίτηση των 1) M. S. R. του M., 2) U. N. του U. A. και 3) B. H. M. του F., υπηκόων Μπαγκλαντές, κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της 25/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για ληστεία από κοινού, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, καθώς η επικίνδυνη σωματική βλάβη. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με αποδεικτικά μέσα και τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, κατά το σχετικό του μέρος, είναι αβάσιμος. Ενώ κατά το μέρος του, που με αυτόν πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 521/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 17η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ράπτη.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αιτωλικού", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Αιτωλικό και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 11/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 80/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 3187β/21-6-2011 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (έναρξη ισχύος από 18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ. 1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ. 2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ. 4]. Με το άρθρο 6 παρ.1 του π.δ. 164/2004 ορίζεται "Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας". Τέλος, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ. 1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ. 2]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, για την οποία δεν πρόκειται στην παρούσα δικαστική διένεξη. Η εν λόγω απαγόρευση, όμως, του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004 οφείλονται σ' αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα (ΑΚ 904).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε κατόπιν εφέσεως κατά της 11/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) στην υπό κρίση, από 7-12-2007 αγωγή (ημερομηνία καταθέσεως), είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 16-5-2001 έως 16-1-2002, για να απασχοληθεί ως εργάτης στην υπηρεσία καθαριότητας και ύδρευσης, αντί των νομίμων αποδοχών, υπό το πρόσχημα ότι θα καλύπτει εποχιακές ανάγκες. Ότι μετά τη λήξη της, η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κατ' επανάληψη και με μικρές ενδιάμεσες διακοπές μέχρι την 6-4-2006. Ότι στη συνέχεια, με την 670/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδέχεται και μετά τη λήξη της τελευταίας ανανέωσης της συμβάσεως την εργασία του ενάγοντος. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, ο ενάγων απασχολήθηκε από το Ιούνιο 2007 έως το Δεκέμβριο 2007, χωρίς, όμως, ο εναγόμενος να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές. Ότι με την εργασία του ο ενάγων στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, για την εξυπηρέτηση των οποίων δεν επαρκούσε το μόνιμο προσωπικό αυτού. Ότι παρά ταύτα, οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι είχαν συναφθεί κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων και, ως εκ τούτου, ήσαν άκυρες. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για την εργασία, την οποία είχε προσφέρει μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, αν και ορθώς δέχθηκε ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορούσαν νομίμως να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείτο με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, διότι αρνήθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα να λάβει τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που είχε προσφέρει, παρά το γεγονός ότι η παροχή της εργασίας αυτής είχε συντελεσθεί και ανεξάρτητα από το περιστατικό ότι αυτό συνέβη σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, της οποίας τη λειτουργία υποχρεώθηκε προσωρινώς να ανεχθεί ο αναιρεσίβλητος με δικαστική απόφαση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 80/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στον αναιρεσείοντα εξακόσια (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 27η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκτακτοι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη δήθεν εποχιακών, αλλά στην πραγματικότητα παγίων αναγκών. Παρά την ακυρότητα των συμβάσεων και την έλλειψη δυνατότητας μετατροπής αυτών σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, για την εργασία που έχει πράγματι παρασχεθεί οφείλεται η νόμιμη αμοιβή, κατ' εφαρμογή άρθρου 7 παρ.2 του π.δ. 164/2004 σε συνδυασμό με ΑΚ 904. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 520/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 17η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ράπτη.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αιτωλικού", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Αιτωλικό και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 9/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 79/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 3188β/21-6-2011 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (έναρξη ισχύος από 18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ. 1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ. 2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ. 4]. Με το άρθρο 6 παρ.1 του π.δ. 164/2004 ορίζεται "Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας". Τέλος, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ. 1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ. 2]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, για την οποία δεν πρόκειται στην παρούσα δικαστική διένεξη. Η εν λόγω απαγόρευση, όμως, του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004 οφείλονται σ' αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα (ΑΚ 904).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε κατόπιν εφέσεως κατά της 9/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) στην υπό κρίση, από 28-11-2007 αγωγή (ημερομηνία καταθέσεως), είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 16-5-2001 έως 16-1-2002, για να απασχοληθεί ως εργάτης στην υπηρεσία καθαριότητας και ύδρευσης, αντί των νομίμων αποδοχών, υπό το πρόσχημα ότι θα καλύπτει εποχιακές ανάγκες. Ότι μετά τη λήξη της, η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κατ' επανάληψη και με μικρές ενδιάμεσες διακοπές μέχρι την 6-4-2006. Ότι στη συνέχεια, με την 670/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδέχεται και μετά τη λήξη της τελευταίας ανανέωσης της συμβάσεως την εργασία του ενάγοντος. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, ο ενάγων απασχολήθηκε από το Σεπτέμβριο 2006 έως το Μάιο 2007, χωρίς, όμως, ο εναγόμενος να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές. Ότι με την εργασία του ο ενάγων στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, για την εξυπηρέτηση των οποίων δεν επαρκούσε το μόνιμο προσωπικό αυτού. Ότι παρά ταύτα, οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι είχαν συναφθεί κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων και, ως εκ τούτου, ήσαν άκυρες. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για την εργασία, την οποία είχε προσφέρει μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, αν και ορθώς δέχθηκε ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορούσαν νομίμως να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείτο με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, διότι αρνήθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα να λάβει τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που είχε προσφέρει, παρά το γεγονός ότι η παροχή της εργασίας αυτής είχε συντελεσθεί και ανεξάρτητα από το περιστατικό ότι αυτό συνέβη σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, της οποίας τη λειτουργία υποχρεώθηκε προσωρινώς να ανεχθεί ο αναιρεσίβλητος με δικαστική απόφαση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 79/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στον αναιρεσείοντα εξακόσια (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 27η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκτακτοι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη δήθεν εποχιακών, αλλά στην πραγματικότητα παγίων αναγκών. Παρά την ακυρότητα των συμβάσεων και την έλλειψη δυνατότητας μετατροπής αυτών σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, για την εργασία που έχει πράγματι παρασχεθεί οφείλεται η νόμιμη αμοιβή, κατ' εφαρμογή άρθρου 7 παρ.2 του π.δ. 164/2004 σε συνδυασμό με ΑΚ 904. Αναιρεί.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 513/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. συζ. Β. Φ. το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μεταξά, περί αναιρέσεως της 9596/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 571/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ.α' ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο, και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της όταν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου κρίνει ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας συνολικά για όλα τα ξένα κινητά πράγματα που έχει ιδιοποιηθεί ο δράστης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικό περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία, στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί ή και η εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 9596/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετανοίας και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "η κατηγορουμένη το έτος 2003 ήταν υπάλληλος του καταστήματος του Ταχ.Ταμιευτηρίου ..., υπεύθυνη και υπόλογος διαχειρίστρια του ταμείου υπ' αριθμ.3. Αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 7.4.2003 μέχρι 27.6.2003 ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα τα οποία είχε στην κατοχή της υπό την άνω ιδιότητά της. ειδικότερα αυτή με τις υπ' αριθμ. 13/17.4.2003 και 14/15.4.2003 δοσοληψίες από λογαριασμό ..., που ανήκει στους συγκυρίους Κ. και Ι. Τ., ανέλαβε για τον εαυτό της, ποσά 4000 ευρώ και 1000 ευρώ αντίστοιχα. Από τον λογαριασμό ..., που ανήκει στον Δ. Β., με την 8/23.4.2003 δοσοληψία ανέλαβε ποσό 4270 ευρώ. Από τον λογαριασμό ..., που ανήκε στην Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. 9/27.6.2003 δοσοληψία ανέλαβε ποσό 4900 ευρώ. Τα άνω ποσά ανέλαβε η κατηγορουμένη και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης αυτής που διέπραξε στην υπηρεσία της η κατηγορουμένη είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το γεγονός ότι η κατηγορουμένη υπεξαίρεσε χρήματα επωφελούμενη της άνω ιδιότητάς της σε γνώση των αρμοδίων οργάνων του Ταχ. Ταμιευτηρίου, λόγω καταγγελιών και διαμαρτυριών των δικαιούχων των λογαριασμών από τους οποίους αφαιρέθηκαν τα χρήματα. Ειδικότερα ο Δ. Β. κύριος και δικαιούχος της πίστωσης των υπ' αριθμ. ... βιβλιαρίου αποτ/σης, έκδοσης Κατ/τος Ταμ/ρίου …, με την από 15.9.2003 αναφορά του προς το Ταχ.Ταμιευτήριο κατήγγειλε ότι έγινε ανάληψη, κατά την άνω ημερομηνία, του άνω ποσού, από μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο και ζήτησε την έντοκη καταβολή του ποσού αυτού. Ο Κ. Τ., συγκύριος της πίστωσης του ... βιβλιαρίου αποταμίευσης, έκδοσης του ίδιου καταστήματος, με την από 21.1.2004 αναφορά του, κατήγγειλε ότι οι αναλήψεις 4000 και 1000 ευρώ, που έγιναν κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες δεν έγιναν ούτε από τον ίδιο, ούτε από τον συνδικαιούχο πατέρα του και ζήτησε την νομιμότοκη καταβολή. Η Κ. Σ., κυρία και δικαιούχος της πίστωσης του ... βιβλιαρίου αποταμίευσης έκδοσης του ίδιου καταστήματος, με την από 12.9.2003 εξώδικη δήλωση προς το Ταχ.Ταμιευτήριο, κατήγγειλε ότι έγινε η άνω ανάληψη ποσού 4900 ευρώ κατά την άνω ημερομηνία, αλλά ούτε αυτή ούτε και ο γιός της ....................... στο λογαριασμό, ανέλαβε το ποσό αυτό και ότι στο σώμα ανάληψης δεν έχουν καταχωρηθεί τα στοιχεία της και η υπογραφή δεν είναι δικής της. Ζήτησε δε την νομιμότοκη καταβολή του ποσού αυτού από το Ταχ. Ταμιευτήριο. Περαιτέρω προέκυψε ότι η Κ. Σ., η οποία έχει ήδη αποβιώσει στις ............... προέβη σε αντικατάσταση του βιβλιαρίου της με αριθμ. ... με το .... Από την έκδοση του βιβλιαρίου αυτού μέχρι 29.5.2000 διενεργήθηκαν 3 δοσοληψίες την ίδια ημέρα και μία στις 29.5.2000. Έκτοτε δεν υπήρχε κίνηση του λογαριασμού αυτού. Στις 28.8.2003 η Κ. Σ. μετέβη στο κατάστημα …, για να ενημερώσει το βιβλιάριό της. εκεί πληροφορήθηκε ότι στις 29.5.2000 είχαν γίνει ορισμένες δοσοληψίες και την ανάληψη ποσού 4900 ευρώ, από το συγκεκριμένο βιβλιάριο. Οι δοσοληψίες αυτές δεν ήταν καταχωρημένες στο βιβλιάριο της Κ. Σ.. Καταχωρήθηκαν χειρόγραφα στις 28.8.2003 από την προϊσταμένη του Καταστήματος μάρτυρα Ε. Γ., με ημερομηνία 27.6.2003. Στην απόδειξη ανάληψης του άνω χρηματικού ποσού δεν είναι καταχωρημένα τα στοιχεία ταυτότητας της δικαιούχου Κ. Σ. που φέρεται ότι ανέλαβε το ποσό αυτό και η υπογραφή που έχει τεθεί στη θέση του λαβόντος δεν ανήκει σ' αυτήν.
Ο Δ. Β. στις 4.9.2003 επισκέφθηκε το κατάστημα Ταχ. Ταμιευτηρίου του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, για να αναλάβει χρήματα από το ... βιβλιάριό του και εκεί πληροφορήθηκε, ότι στις 23.4.2003 είχε γίνει ανάληψη στην … του ποσού των 4270 ευρώ. Όταν ζητήθηκε η απόδειξη απόδοσης αυτού διαπίστωσε πως δεν ήταν η υπογραφή του στη θέση του λαβόντος Ο Κ. Τ. μετέβη μαζί με τον πατέρα του Ι.Τ. στις 19.1.2004 στο Ταχ.Ταμιευτήριο …, για ενημέρωση του βιβλιαρίου του. Εκεί πληροφορήθηκε για τις αναλήψεις των 4000 και 1000 ευρώ. Τους ζητήθηκε να αφήσουν το βιβλιάριό τους για έλεγχο αλλά αρνήθηκαν, αλλά απευθύνθηκαν .............................. του Τ.Ταμιευτηρίου, όπου τους υπεδείχθη να υποβάλουν αναφορά το οποίο και έπραξαν. Στην απόδειξη απόδοσης, με την οποία έγινε ανάληψη ποσού 1000 ευρώ στις 15.4.2003, φέρεται ως λαβών το ποσό ο Ι. Τ. και στην απόδειξη απόδοσης ποσού 4000 ευρώ στις 7.4.2003, φέρεται λαβών ο Κ. Τ.. Και στις δυο αυτές αποδείξεις δεν έχουν επίσης σημειωθεί στοιχεία ταυτότητας του λαβόντος. Οι δε υπογραφές που έχουν τεθεί στη θέση του λαβόντος, δεν ανήκουν σε αυτούς. Κατάθεσε η μάρτυρας Ε. Γ. ότι η μη αναγραφή οφείλεται σε πρόβλημα του εκτυπωτή. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος διότι δεν δικαιολογείται να μην έχει γίνει αυτή η αναγραφή λόγω βλάβης του εκτυπωτή, αλλά όμως να έχουν γίνει έντυπες οι αποδείξεις ανάληψης των χρημάτων. Εξ' άλλου, αν υπήρχε πρόβλημα του εκτυπωτή θα είχαν γίνει χειρόγραφες καταχωρήσεις στα βιβλιάρια των δικαιούχων. Ενισχυτικό του ότι η κατηγορουμένη είναι αυτή που ανέλαβε τα χρήματα από τους λογαριασμούς των δικαιούχων των λογαριασμών, είναι το γεγονός ότι σε όλες τις περιπτώσεις της ανάληψης χρημάτων που προεκτέθηκαν, τις οποίες αρνούνται ότι έκαναν οι δικαιούχοι των λογαριασμών, δεν σημειώθηκαν τα δελτία αστυνομικής ταυτότητας, από το οποίο συνάγεται ότι δεν είχαν αυτοί εμφανισθεί στο υποκατάστημα και δεν είχε τα στοιχεία τους για να τα καταχωρήσει η κατηγορουμένη. Επίσης και το γεγονός ότι σε όλες τις περιπτώσεις που προεκτέθηκαν οι αναλήψεις έγιναν από το ταμείο Α3 της κατηγορουμένης είναι ενισχυτικό του ότι τα χρήματα από τους λογαριασμούς των δικαιούχων που προεκτέθηκαν τα αφαίρεσε η κατηγορουμένη, η οποία τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Με αφορμή τις προαναφερθείσες καταγγελίες έγινε ΕΔΕ, η οποία κατέληξε ότι η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε τα ποσά αυτά, ως διαχειρίστρια του ταμείου Α3 από το οποίο εξυπηρετούσε πελάτες του καταστήματος.
Οι άνω πράξεις που τέλεσε η κατηγορουμένη αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης ως άνω με το διατακτικό της εκκαλουμένης, πράξης Πρέπει δε να αναγνωρισθεί σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ γιατί αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει τις συνέπειες των πράξεών της και κατέβαλε τα ποσά που είχε υπεξαιρέσει στους δικαιούχους του".
Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα της αξιόποινης κατά τα άνω πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στη … στο χρονικό διάστημα από 07.04.2003 έως 27-06-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και μάλιστα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, ήτοι ως υπάλληλος παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς της. Συγκεκριμένα στο ανωτέρω διάστημα ως υπεύθυνη και υπόλογος διαχειρίστρια του ταμείου με αριθμό 3 του καταστήματος … του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος ανέλαβε για τον εαυτό της με τις αριθμ. 13/07.04.2003 και 14/15.04.2003 δοσοληψίες από το λογαριασμό … που ανήκει στους συγκύριους Κ. και Ι. Τ. αποδόσεις ποσών 4.000,00 € και 1.000,00 € αντίστοιχα επίσης ανέλαβε για τον εαυτό της με την αριθμ. 6/23.04.2003 δοσοληψία από το λογαριασμό ... που ανήκει στον Β. Δ. απόδοση ποσού 4.270,00 €. Περαιτέρω ανέλαβε για τον εαυτό της με την αριθμ. 9/27.06.2003 δοσοληψία από το λογαριασμό ... που ανήκει στη Σ. Κ. απόδοση ποσού 4.900,00 €. Όλα τα ανωτέρω ποσά η κατηγορουμένη τα ιδιοποιήθηκε, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αναγνώριση στο πρόσωπο της κατηγορουμένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ., ότι η κατηγορουμένη έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18εδ.α', 26παρ.1α, 27παρ.1, 84παρ.2δ, 98παρ.1, 259εδ.β', 263α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκε κατηγορούμενη-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κατηγορουμένη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, ως υπάλληλος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος, ως υπεύθυνη και υπόλογος διαχειρίστρια ταμείου του καταστήματος …, παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, στην πράξη της δε αυτή προέβη με τη δόλια προαίρεση να ενσωματώσει στη δική της περιουσία τα ξένα αυτά κινητά πράγματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Έτσι, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αποτελεί τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ του αυτού Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι στην απόφαση αυτή η αιτιολογία της απόφασης είναι ασαφής ως προς τις ημερομηνίες ανάληψης των μερικότερων ποσών, που το Δικαστήριο δέχεται ότι θέλησε αυτή να ιδιοποιηθεί παράνομα τα παραπάνω ποσά χρημάτων, ενώ παράλληλα η ίδια απόφαση, είναι αντιφατική ως προς τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έγινε δεκτό ότι ενσωμάτωσε τα χρήματα στην περιουσία της, καθώς και όσον αφορά τους αριθμούς λογαριασμών, από τους οποίους αυτή φέρεται ότι ανέλαβε χρήματα. Αβάσιμα όμως, διότι από το σύνολο των αναφερομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, δεν προκύπτει ότι υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις ως προς τους καταθέτες Δ. Β. και Κ. Σ., τα ίδια δε στοιχεία που αφορούν τους δυο παραπάνω καταθέτες, παρατίθενται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό. Εξάλλου, ως προς την αναφερόμενη διαφορά, που υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, σχετικά με τους καταθέτες, Κ. και Δ. Τ., ως προς την ημερομηνία έκδοσης της με αριθμό 13 δοσοληψίας, η διαφορά αυτή (17.4.2003, στο σκεπτικό και 7.4.2003 στο διατακτικό) οφείλεται σε προφανή παραδρομή και όχι σε αντιφατικότητα της προσβαλλομένης απόφασης. Επίσης, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προβάλλει την αιτίαση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 258 περ.β' του ΠΚ, που αποτελεί τον, από το άρθρο 510§1 περ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, η παραβίαση δε του κανόνα αυτού, έγινε εκ πλαγίου με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης. Αβάσιμη όμως είναι και η αιτίαση αυτή, ενόψει όσων κατά τα άνω έχουν λεχθεί. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα (ο προβαλλόμενος με την αίτηση, τρίτος λόγος, περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, λόγω παρόδου πλέον των οκτώ (8) ετών από της τελέσεως της πράξεως -από 7.4.2003 έως 27.4.2004- εφόσον δεν κρίθηκε κάποιος λόγος βάσιμος, είναι απορριπτέος, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3182/12.4.2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση της Β. συζ. Β. Φ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 9596/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην Υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση (πλημμέλημα). - Η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν το έγκλημα αυτό έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου κλίνει ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας, συνολικά για όλα τα ξένα κινητά πράγματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα χρήματα, που έχει ιδιοποιηθεί ο δράστης. Αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη της αιτούμενης κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε, λόγω αντιφατικών διατάξεων και ασαφειών στην απόφαση, αφού σε αυτήν δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ούτε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Απορρίπτει λόγους αίτησης και την αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 511/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο, περί αναιρέσεως της 864/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1335/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 71 παρ.3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ.2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου Ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποίησής του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής έκτασης, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 3 του πιο πάνω Ν. 998/1979, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις παραπάνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής έκτασης ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των πιο πάνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής έκτασης, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η από τα παραπάνω άρθρα επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξης στο δράστη. Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 προκύπτει ότι για να μη καταλογιστεί η πράξη στο δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων. Η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς υπό την αυτονόητη, όμως, προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο, που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομικής βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 864/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη δασική θέση "Καρακονήσι" του ιδιωτικού δάσους της περιφέρειας Δήμου Σούρπης Μαγνησίας, κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2004, παράβλαψε την κατά προορισμό χρήση δάσους με τον παρακάτω αναφερόμενο τρόπο. Ειδικότερα με σκοπό τη δημιουργία ελαιοπεριβόλου επί ιδιωτικής δασικής εκτάσεως 5,525 στρεμμάτων κειμένης στην ως άνω δασική θέση, παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής, απομάκρυνε δι' αποψιλώσεως τους θάμνους πρίνου και κέδρου που υπήρχαν σ' αυτή και προέβη στην διατήρηση και περιποίηση 45 ατόμων αγριελιάς και επί πλέον φύτεψε και 23 άτομα ήρεμης ελιάς νεαρής ηλικίας παραβλάπτοντας την κατά προορισμό χρήση του δάσους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Α. Χ., ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος θείος του αγόρασε έκταση που είχε πουρνάρια και θάμνους. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος απολογούμενος κατέθεσε ότι το κτήμα το αγόρασε για συναισθηματικούς λόγους και αποδείχθηκε ότι κατά την αγορά του δεν έδειξε την δέουσα προσοχή εάν πρόκειται ή όχι για δασικέ έκταση. Πλέον όμως για την πράξη του αυτή πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του 84§2α' ΠΚ, όχι όμως και του 84§2β' ΠΚ το οποίο δεν προτάθηκε κατά τρόπο ορισμένο και κρίνεται απορριπτέο (ΑΠ 1172/2003 ΠΧρ ΝΔ 310). Όπως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του κατηγορουμένου για την κήρυξη της έκτασης εν μέρει ως αναδασωτέας, αφού για την κήρυξη αυτή τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας (βλ. κατάθεση Ζ.) και γνωστοποιήθηκε αυτό και στον βοηθό Νομής του κατηγορουμένου Α. Χ., ανιψιό του που επιμελείται το κτήμα (βλ. Μαργαρίτη Ποιν. Δικ. άρθρ. 31 αρ. 10, σελ. 119, έτους 2009). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του 84§2α' ΠΚ". Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την παραπάνω πράξη της παράνομης εκχέρσωσης ιδιωτικής δασικής έκτασης, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27 παρ.1 ΠΚ, 71 παρ.3 Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 παρ.2 Ν. 2145/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται, αναλυτικά, τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος περιστατικά. Ενώ, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται αιτιολογίας, διότι, ενώ, κατ' αυτόν, πρόκειται για αναδασωτέα δασική έκταση, δεν αναφέρεται σ' αυτή αν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η σχετική περί αναδάσωσης απόφαση και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, είναι απορριπτέα, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενη, αφού αυτός καταδικάστηκε για το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και όχι για το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας δασικής έκτασης, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του οποίου είναι αναγκαία τα προδιαληφθέντα στοιχεία. Εξάλλου, ως προς τον ισχυρισμό της συγγνωστής νομικής πλάνης, εκ περισσού το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε απορριπτική (γι' αυτόν) διάταξη, αφού δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει γι' αυτόν, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, επί λέξει "υπέβαλλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, τον οποίο και ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο", ήτοι πρόβαλαν ισχυρισμό συγγνωστής νομικής πλάνης, χωρίς κανένα πραγματικό περιστατικό θεμελιωτικό τούτου, με συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός να είναι αόριστος και το Δικαστήριο να μην έχει υποχρέωση ν' απαντήσει επί ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', και κατ' ορθό χαρακτηρισμό από στοιχ. Δ' σε στοιχ. Ε' ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της από τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25 Οκτωβρίου 2011, αίτηση του Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 864/2001 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για παράνομη εκχέρσωση ιδιωτικής δασικής έκτασης. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την ενοχή και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
|
Δασικά αδικήματα
|
Δασικά αδικήματα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 510/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο περί αναιρέσεως της με αριθμό 865/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1336/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται...με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 100.000 μέχρι 1.000.000 δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου (998/1979), "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επομένως, στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη (ήδη Γ.Γ. της Περιφερείας), το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ. Λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 865/2011 απόφασή του, δέχτηκε, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας ιδιωτικής δασικής έκτασης: " Ο κατηγορούμενος στη δασική θέση "..." του ιδιωτικού δάσους περιφέρειας ..., τον Φεβρουάριο του έτους 2004, προέβη σε παράνομη αποψίλωση και εν συνεχεία καλλιέργεια δασικής έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα. Συγκεκριμένα στην άνω θέση και μέσα σε έκταση 10 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την αριθμ. 1743/16-8-99 απόφαση της Δ/νσης Δασών Μαγνησίας, και κατά παράβαση της Νο αριθ. 20/99 Δασικής Αστυνομικής Διάταξης, απομάκρυνε δι' αποψιλώσεως τους θάμνους πρίνου και φελίκης, παρεμποδίζοντας έτσι την κανονική φυσική αναγέννηση (αναδάσωση) και προέβη στην καλλιέργεια των 30 ατόμων ήμερης ελιάς και 15 ατόμων εμβολιασμένων ατόμων αγριελιάς που ο ίδιος είχε ήδη φυτέψει στην άνω θέση, καθώς επίσης και φύτεψε και 60 επιπλέον άτομα ήμερης ελιάς νεαράς ηλικίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης δασοφύλακα Π. Ζ. που κατέθεσε ότι επενέβη και εμβολίασε και τις υπάρχουσες (15) αγριελιές. Περαιτέρω πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ) όχι όμως και του 84 2β'ΠΚ καθόσον δεν προτάθηκε με τρόπο ορισμένο (ΑΠ 1172/03 Ποιν. Χρ. ΝΔ'310) αλλά ούτε και απεδείχθη κάτι σχετικό κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος με το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2α ΠΚ".Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα της προδιαληφθείσας αξιόποινης πράξης, που τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 70 παρ. 1 ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 29 παρ. 1 ν.2081/1992, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια. Έτσι, όμως, κρίνοντας το προδιαληφθέν Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δε διαλαμβάνει σ' αυτή ότι η αναφερόμενη απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Μαγνησίας, με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η ιδιωτική δασική έκταση, την οποία εκχέρσωσε παράνομα ο αναιρεσείων, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αν αυτή συνοδευόταν από σχεδιάγραμμα της αναδασωτέας έκτασης, στο οποίο καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια, προς αποφυγή σύγχυσης με τα όμορα ιδιωτικά ακίνητα και του οποίου σχεδιαγράμματος η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 11, 112 και 113 ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ'β1, 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται ν' αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αιτίαση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ7/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας ιδιωτικής δασικής έκτασης, που φέρεται ότι τελέστηκε το Φεβρουάριο του 2004, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε (Φεβρουάριος 2004) μέχρι τη διάσκεψη επί της αίτησης αναίρεσης (1.3.2012) παρήλθε το χρονικό διάστημα της οκταετίας, έτσι έχει εξαλειφθεί, με παραγραφή, το αξιόποινο της εν λόγω πράξης.
Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση περιέχει, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά τον κατηγορούμενο για την παραπάνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 865/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για το ότι ο κατηγορούμενος Α. Χ. του Δ., κάτοικος ..., στη δασική θέση "..." του ιδιωτικού δάσους περιφέρειας ..., το Φεβρουάριο του έτους 2004, προέβη σε παράνομη αποξίλωση και εν συνέχεια καλλιέργεια δασικής έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα. Συγκεκριμένα στην άνω θέση και μέσα σε έκταση 10 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την απόφαση 1743/16.8.1999 της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Μαγνησίας, και κατά παράβαση της 20/1999 Δασικής Αστυνομικής Διάταξης, απομάκρυνε δι' αποξιλώσεως τους θάμνους πρίνου και φελίκης, παρεμποδίζοντας έτσι την κανονική φυσική αναγέννηση (αναδάσωση) και προέβη στην καλλιέργεια των 30 ατόμων ήμερης ελιάς και 15 ατόμων εμβολιασμένων ατόμων αγριελιάς, που ο ίδιος είχε φυτέψει στην πιο πάνω θέση, καθώς επίσης φύτεψε και 60 επί πλέον άτομα ήμερης ελιάς νεαράς ηλικίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για παράνομη εκχέρσωση ιδιωτικής δασικής έκτασης, που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα (άρθρο 70 παρ. 1 ν. 998/1979). Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την ενοχή, είναι βάσιμος. Δεκτή αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
|
Δασικά αδικήματα
|
Δασικά αδικήματα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 508/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μιχαλάκη, περί αναιρέσεως της 6583/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Έ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα .
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1224/2011.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ.α' ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να κατέχεται δε αυτό προσωρινώς από τον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να έχει εξουσία διάθεσης. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ενδιάθετης βούλησης του δράστη, με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σε αυτόν πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, επερχομένης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλια προαίρεση του υπαιτίου, με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6583/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα-κατηγορούμενη Μ. Τ., Αλβανίδα υπήκοος, εργάσθηκε από το έτος 1995 ως πωλήτρια στην επιχείρηση αρτοποιεία (φούρνο), που διατηρούσε ο εγκαλών στα .... Τον Αύγουστο του 2004, λόγω των Ολυμπιακών αγώνων, ο εγκαλών δεν έκλεισε την επιχείρησή του, όπως συνήθιζε, κατά τον μήνα αυτόν, αλλά χορήγησε άδεια στην κατηγορούμενη για το χρονικό διάστημα από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια της απουσίας της κατηγορουμένης με άδεια, ο εγκαλών παρατήρησε αύξηση των κερδών του κατά 50 έως 70 ευρώ ημερησίως, ενώ διαπίστωσε αναντιστοιχία μεταξύ των πωλουμένων προϊόντων και των εισπράξεων και έλλειψη χρημάτων από το ταμείο κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, συγκρίνοντας το κόστος αγορών, πρώτων υλών και τα έσοδα από τα πωλούμενα προϊόντα. Επειδή η επιχείρησή του ήταν οικογενειακή, καθόσον εργάζονταν σ' αυτή πέραν της κατηγορουμένης και ενός εργάτη (στο εργαστήριο) και η σύζυγός του, ενώ μόνο η κατηγορουμένη είχε πρόσβαση στο ταμείο και διενεργούσε οικονομικές δοσοληψίες με τους πελάτες κατά το ωράριο απασχόλησής της από 7.30 μέχρι 15.30 ημερησίως, ενώ στη συνέχεια τις απογευματινές ώρες εργαζόταν ημερησίως στο φούρνο ο εγκαλών και η σύζυγός του, ο εγκαλών υποπτεύθηκε την κατηγορουμένη. Κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας της κατηγορουμένης από το κατάστημα από τα μέσα Ιουλίου λόγω της αδείας της, ο εγκαλών τοποθέτησε κάμερα, η οποία επόπτευε το ταμείο και το χώρο συναλλαγής με τους πελάτες και κατέγραφε τα διαδραματιζόμενα στο χώρο σε βιντεοκασέτα. Όταν η κατηγορούμενη επέστρεψε στην εργασία της, μετά τη λήξη της αδείας της, ο εγκαλών έθεσε σε λειτουργία την προαναφερόμενη κάμερα, την ύπαρξη της οποία αγνοούσε η κατηγορουμένη. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, ο εγκαλών διαπίστωσε, μέσω της προαναφερόμενης κάμερας, ότι η κατηγορουμένη αφαιρούσε συστηματικά χρήματα από το ταμείο και συγκεκριμένα ποσό 10 ευρώ περίπου ημερησίως. Κατόπιν τούτου, στις 30.9.2004 ο εγκαλών ζήτησε από την κατηγορουμένη να υπογράψει την από 30.9.2004 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία αυτή αναγνώριζε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην επιχείρηση του εγκαλούντα εργαζόταν εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας, ότι ελάμβανε κανονικά τις αποδοχές της και ότι ουδεμία απαίτηση είχε κατά του εργοδότη της, χωρίς να της γνωστοποιήσει τις διαπιστώσεις του για τις υπεξαιρέσεις, που είχε διαπράξει, προκειμένου να εξασφαλίσει τα δικαιώματά του απέναντι στην κατηγορούμενη, την οποία προτίθετο να καταγγείλει για υπεξαίρεση, και συγκεκριμένα για να προστατευθεί σε περίπτωση ενδεχόμενης καταγγελίας της για οφειλές αποδοχών. Και τούτο διότι ο εγκαλών υπήρξε εργοδότης και της είχε καταβάλει όλες τις μέχρι τότε αποδοχές της. Για το λόγο αυτό άλλωστε η κατηγορουμένη, αφού διάβασε την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση και συμφώνησε με το περιεχόμενο της, ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, υπέγραψε αυτή, στις 30.9.2004, χωρίς καμία πίεση από τον εγκαλούντα και χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός προτίθετο να την καταγγείλει για υπεξαίρεση. Πράγματι δε, η κατηγορουμένη γνώριζε επαρκώς να γράφει και διαβάζει την ελληνική γλώσσα, αφού βρίσκεται στην Ελλάδα πριν από το έτος 1994, εργαζόμενη από τότε στο αρτοποιείο του εγκαλούντα, συναλλασσόμενη με πολλούς πελάτες καθημερινά και απευθυνόμενη αναγκαία ως αλλοδαπή, σε δημόσιες υπηρεσίες. Ακολούθως, στις 5.10.2004 ο εγκαλών κάλεσε την κατηγορούμενη, μετά το πέρας της εργασίας της, στο χώρο του εργαστηρίου του καταστήματος, που χωρίζεται από αυτό με μία συρόμενη πόρτα, η οποία δεν κλειδώνει και παρουσία της συζύγου του Μ. Μ. και του πεθερού του Χ. Μ., της ανακοίνωσε ότι έχει καταγραφεί από την κάμερα του καταστήματος να αφαιρεί χρήματα από το ταμείο, δείχνοντας της τις σχετικές βιντεοταινίες. Παράλληλα, ο εγκαλών είχε καλέσει την αστυνομία να μεταβεί στο κατάστημα, χωρίς να γνωστοποιήσει αυτό στην κατηγορουμένη. Η τελευταία, βλέποντας τις βιντεοταινίες, άρχισε να κλαίει και να εκλιπαρεί τον εγκαλούντα να μην την καταγγείλει για χάρη των παιδιών της και γενικά της οικογενείας της. Παράλληλα προθυμοποιήθηκε, για να μην δοθεί συνέχεια στο γεγονός, να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της και να υπογράψει δήλωση, αναγνωρίζοντας τις παραπάνω πράξεις της. Τότε ο εγκαλών, αφού συνεννοήθηκε με τον λογιστή του, ο οποίος του απέστειλε τα σχετικά έγγραφα, δέχθηκε τις παρακλήσεις της και της έδωσε προς υπογραφή, αφού προηγουμένως της διάβασε το περιεχόμενο τους, α) την από 5.10.2004 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναγραφόταν επί λέξει: "συνελήφθην να αφαιρώ και να ιδιοποιούμαι διάφορα χρηματικά ποσά από το ταμείο τη επιχείρησης και για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατή πλέον η συνέχιση της εργασιακής σχέσης και οικειοθελώς με δική μου πρωτοβουλία και αβίαστα αποχωρώ από την εργασία μου" και β) την από 5.10.2004 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού. Η κατηγορουμένη, αφού και η ίδια της διάβασε τα ανωτέρω έγγραφα, τα υπέγραψε χωρίς καμία πίεση ή απειλή από τον εγκαλούντα. Όταν δε, στη συνέχεια ήλθε η αστυνομία στο κατάστημα, ο εγκαλών, από ανθρωπιστικούς και μόνον λόγους, χάριν της οικογενείας της, δεν την κατήγγειλε. Επομένως, τα ανωτέρω έγγραφα τα υπέγραψε η κατηγορουμένη χωρίς να προηγηθεί οιαδήποτε απειλή ή πίεση από τον εγκαλούντα, ο οποίος άλλωστε από την υπογραφή τους δεν είχε να αποκομίζει κάποιο παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού είχε πλήρως εξοφλήσει τις νόμιμες απαιτήσεις της κατηγορουμένης από την εργασιακή της σχέση. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν παραπονέθηκε για την διισχυριζόμενη υπ' αυτής συμπεριφορά του εγκαλούντα στους αστυνομικούς, που έφτασαν στο κατάστημα αμέσως μετά και τους οποίους είδε πριν αποχωρήσει. Όμως, η κατηγορουμένη, μετά την οικειοθελή αποχώρησή της από την εργασία της, από λόγους εκδίκησης προς τον εγκαλούντα, διότι αρνήθηκε να σχίσει τα ανωτέρω έγγραφα, που υπέγραψε και να της καταγγείλει την εργασιακή της σχέση, ώστε να γραφεί στο Ταμείο Ανεργίας και να λαμβάνει το σχετικό επίδομα, όπως του ζήτησε την επόμενη ημέρα ο σύζυγός της, αλλά και για λόγους αντιπερισπασμού, σε περίπτωση καταγγελίας της από τον εγκαλούντα για υπεξαίρεση, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει την αποδεικτική ισχύ των προαναφερομένων εγγράφων που υπέγραψε, υπέβαλε κατά του νυν εγκαλούντος την από 11.10.2004 (ΑΒΜ: Γ04/3543) έγκληση εγχειρισθείσα αυθημερόν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και κατήγγειλε αυτόν για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της εκβίασης, ισχυριζόμενη ότι υπέγραψε τα ανωτέρω έγγραφα κατόπιν εξαναγκασμού της από τον τελευταίο με την απειλή ότι θα την καταμηνύσει για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, χωρίς η ίδια να γνωρίζει ελληνική γραφή και ανάγνωση, προκειμένου να μη της καταβάλει (ο εγκαλών) τις νόμιμες αποδοχές της και την νόμιμη αποζημίωση για την απόλυσή της, όπως εκτίθενται ειδικότερα στο διατακτικό. Κατόπιν της υποβληθείσης εγκλήσεως, ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντα ποινική δίωξη για εκβίαση και παραπέμφθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η υπόθεση συζητήθηκε την 5.3.2010 και με την 21115/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, ο εγκαλών αθωώθηκε, διότι έγινε δεκτό ότι η κατηγορουμένη δεν εξαναγκάσθηκε να προβεί στην υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων ... Τέλος, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη κατά το χρονικό διάστημα από 23.8.2004 έως 4.10.2004 αφαίρεσε από το ταμείο του αρτοποιείου του εγκαλούντα και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 10 ευρώ περίπου ημερησίως (κατά τις ημέρες απασχόλησής της), ήτοι συνολικά το ποσό των 370 ευρώ περίπου. Επομένως, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, πληρούται η αντικειμενική, αλλά και η υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης. Πρέπει, μετά ταύτα, η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης, και να απορριφθεί το αίτημα αυτής να προσκομισθεί η βιντεοταινία, στην οποία στηρίζει τη μήνυση του ο εγκαλών, διότι κρίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση αυτής για την ανεύρεση της αληθείας ενόψει και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που κρίνονται επαρκή για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πιο πάνω, μεταξύ άλλων αξιόποινων πράξεων (ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης), αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, και επέβαλε σ' αυτή συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27 παρ.1, 98 και 375 παρ.1 εδ.α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Η αιτίαση, εξάλλου, ότι το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, ως έγγραφο, πρόχειρο λογιστικό σημείωμα (χειρόγραφη κατάσταση), που προσκόμισε ο εγκαλών, δεν μπορεί ν' αποτελέσει αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμη, αφού στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, ακόμη και άκυρα, εφόσον η χρησιμοποίησή τους δεν απαγορεύεται από το νόμο (ΚΠΔ 177, 178 και 179), τέτοιο δε είναι και αυτό, αφού η χρησιμοποίησή του δεν αντίκειται στο νόμο. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά, και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος περιστατικά. Τέλος, με την παραδοχή, ότι δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση της βιντεοταινίας για την ανεύρεση της αλήθειας, ενόψει των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που κρίνονται επαρκή για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, πλήρως αιτιολογημένα απορρίφθηκε το οικείο περί προσκόμισης στο Δικαστήριο της εν λόγω βιντεοταινίας αίτημα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, κατά το οικείο μέρος του, μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος όμως, που με αυτόν, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα παραπάνω, αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30 Σεπτεμβρίου 2011, αίτηση της Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 6583/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την ενοχή και την απόρριψη αιτήματος περί προσκομιδής αποδεικτικού μέσου(βιντεοταινίας), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπεξαίρεση
|
Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 506/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Ζερβομπεάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ.95460/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 984/2011.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσης των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο πιο πάνω αδίκημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ'αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ν'αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης 95460/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το προδιαληφθέν Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, μετά μείζονα σκέψη παρόμοια εκείνης της παρούσας απόφασης, κατά της ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διορίσθηκε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ανέλαβε, από 25.1.2005, καθήκοντα προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της ανωνύμου εταιρίας "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ", ιδιοκτήτριας και εκδότριας της ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας "Απόφαση", μετά από απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Υπό την ιδιότητα του αυτή είχε -κατά τις διατάξεις του καταστατικού της εν λόγω εταιρίας και των άρθρων 71, 63 §1 και 67 ΑΚ και 18 και 22 του ν. 2190/1920- την εξουσία εκπροσώπησης αυτής, φέροντας επομένως την ευθύνη διεξαγωγής των εργασιών της και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της, μέρος των οποίων αφορά στην καταβολή της μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού. Την παραπάνω ιδιότητα του ως διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος και μέλος του ΔΣ της εταιρίας "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ" και την ιδιότητα ως νόμιμος εκπρόσωπος ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντίθετα, στους προβληθέντες ισχυρισμούς του, επικαλείται ρητά το ΦΕΚ της ανάθεσης των καθηκόντων σε αυτόν (βλ. την αναφορά σε 472/25.1.2005 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ). Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι την παραπάνω θα έφερε και αν ακόμη δεν υπήρχε ανάθεση των σχετικών αρμοδιοτήτων σε αυτόν, ως εκ της ιδιότητας του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, δηλαδή ως μέλος συλλογικώς οργάνου, που εκπροσωπεί κατά νόμο την Α.Ε. (πρβλ. ΑΠ 627/2009 δημ. νόμος). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος ανέλαβε καθήκοντα η εταιρία "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ" διήνυε περίοδο σοβαρής οικονομικής δυσπραγίας, αφού οι εισπράξεις της από πωλήσεις είχαν κατασχεθεί εις χείρας τρίτου, ενώ είχε σημαντικές οφειλές προς προμηθευτές και Ασφαλιστικά Ταμεία. Παρότι η πορεία των εργασιών της εν λόγω εταιρίας βελτιώθηκε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή μετά την ανάληψη της διοίκησης από τον κατηγορούμενο, οι άμεσες ταμειακές ανάγκες της καλύπτονταν από τον Θ. Τ., που αποτελούσε τον χρηματοδότη αυτής και διαχειριζόταν εν τοις πράγμασι το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της (που φέρεται να ανήκε στον υιό του Ρ. Τ.). Έτσι, όταν στις 12.6.2005 ο Θ. Τ. αποφάσισε την παύση της χρηματοδότησης της εταιρίας, η εν λόγω εταιρία περιήλθε σε άμεσο κίνδυνο παύσης των πληρωμών της, ο δε κατηγορούμενος απείλησε με παραίτηση από το Διοικητικό της Συμβούλιο. Τέτοια όμως παραίτηση έλαβε χώρα στις 20η Ιουλίου 2005, οπότε δήλωσε το πρώτον (προφορικά) την παραίτηση του κατά τη διάρκεια Διοικητικού Συμβουλίου. Ενόψει όμως της αδράνειας των μετόχων της ως άνω εταιρίας να προβούν σε αντικατάσταση του, ο κατηγορούμενος επέδωσε στις 27.7.2005 αντίστοιχου περιεχομένου εξώδικο με το οποίο επαναλάμβανε την περί παραιτήσεως δήλωση του, την οποία γνωστοποίησε και στο σωματείο των εργαζομένων (βλ. ιδίως την 3361Β/27.7.2005 έκθεση επιδόσεως της από 26.7.2005 Εξώδικης Δήλωσης-Διαμαρτυρίας-καταγγελίας του Δικαστικού Επιμελητή Α. Φ. και σκεπτικό της 7629/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Παρά τη δημοσίευση αυτής της παραίτησης και αντικατάστασης του από μέλος του ΔΣ και Διευθύνοντος Συμβούλου στο ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ μόλις στις 4.8.2005, δεν αναιρέθηκε η άμεση ενέργεια της παραιτήσεως του, αφού η δημοσιότητα αυτή δεν έχει συστατικό αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 724/2002 ΔΕΕ 2002,1254, ΕφΑΘ 8126/2000 ΕλΔνη 43, 214, ΑΠ 395/1998 ΕΕμπΔ 1999, 518, Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, 1996, σελ. 205, 207, σχετ. ΑΠ 307/2003 ΕΕΝ 2004, 40). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ακόμη ότι κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2005 έως 20.7.2005, η προαναφερόμενη εταιρία απασχολούσε -μεταξύ άλλων- και τους κάτωθι εργαζομένους ως δημοσιογράφους, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχολήσεως: ι) την Μ. Π., ως εξωτερική συντάκτρια, αντί των μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.144 €, όπως αυτές καθορίζονταν στην από 29.7.2004 διετή σσε για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Συντακτών- μελών της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12748/8.9.2004 και επομένως ήταν δεσμευτική για τα μέρη, ιι) τον Κ. Κ., ως εξωτερικό συντάκτη αντί των μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.144 € (βλ. την ίδια ως άνω σσε), ιιι) την Μ. Μ., αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.200 €, ιν) τον Δ. Κ., ως εσωτερικό συντάκτη, αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.701,20 € (καθαρά 1.200 € περίπου), ν) τον Π. Κ., ως διορθωτή-εσωτερικό συντάκτη, αντί των μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.293,60 € (1.078 € + 215,60 επίδομα γάμου και τέκνων- βλ. την από 29.7.2004 διετή σσε), νι) τον Α. Α., ως αθλητικό συντάκτη, αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.200 €, νιι) τον Σ. Α., τον οποίο απασχολούσε από 1.2.2005 μεν ως μαθητευόμενο (εσωτερικό) συντάκτη αντί των μηνιαίων νόμιμων μικτών αποδοχών εκ ποσού 444 € και από 1.5.2005 ως συντάκτη, αντί των νόμιμων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ ποσού 888 € (βλ. την ίδια ως άνω σσε), νιιι) τον Ν. Α., ως εσωτερικό συντάκτη, αντί μηνιαίου μισθού το ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε πλην όμως δεν υπολείπεται των ελάχιστων νομίμων μικτών αποδοχών εκ ποσού 888 € μηνιαίως (βλ. την ίδια ως άνω σσε), ιχ) τον Κ. Π. ως δημοσιογράφο, αντί ατομικά συμφωνημένων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ ποσού 1.500 €, χ) την Ε. Γ., αντί ατομικά συμφωνημένων καθαρών μηνιαίων αποδοχών 600 €, χι) τον Ε. Κ.-Κ., αντί ατομικά συμφωνημένων μικτών μηνιαίων αποδοχών εκ ποσού 1.954,40 € και χιι) Μ. Χ., ως οικονομικό (εσωτερικό) συντάκτη με μηνιαίες μικτές αποδοχές, όχι υπολειπόμενες των νομίμων εκ ποσού 888 €. Συναφώς δε και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε να έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, οι παραπάνω μηνιαίες αποδοχές ήταν καταβλητέες στο τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 51/2005 Εεργ Δ 2005.644). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 1.7.2005 η εταιρία "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ" εταιρία όφειλε στους πιο πάνω εργαζομένους της τους μηνιαίους μισθούς του μηνός Ιουνίου (που ήταν καταβλητέοι στις 1.7.2005), ενώ επιπλέον (των μισθών Ιουνίου) όφειλε στο Σ. Α., τους μηνιαίους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 2/2005 έως και 4/2005 εκ ποσού 444€ έκαστο και το μισθό μηνός Μαΐου 2005 εκ ποσού 888 € , στον Δ. Κ. το μισθό μηνός Μαΐου εκ 1.701,20 €. Όλά δε τα παραπάνω ποσά ήταν καταβλητέα στο τέλος εκάστου αντίστοιχου μήνα. Σε εξόφληση εξάλλου των προαναφερόμενων οφειλών είχε λάβει μόνον ο Σ. Α. ποσό 200 €, στον οποίο επομένως συνέχιζαν να οφείλονται 3.796 € (444 € * 3 μήνες + 888 € * 3 μήνες - 200 € καταλογιστέα στο αρχαιότερο από τα χρέη κατ' άρθρον 422 ΑΚ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του ως διευθύνοντος συμβούλου, ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση των οικονομικών προβλημάτων που απασχολούσαν την εταιρεία, τις ιδιότητες των παραπάνω εργαζομένων, που ήταν στο σύνολο τους δημοσιογράφοι, την απασχόληση τους με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και τις προαναφερόμενες οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας έναντι αυτών. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν καταλύθηκαν από το ότι η εταιρία βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής δυσχέρειας, όπως εν γένει η έλλειψη ταμειακών μέσων δεν αναιρεί την υποχρέωση οποιουδήποτε εργοδότη για την καταβολή των οφειλομένων μισθών στους εργαζόμενους της επιχείρησης του. Εντεύθεν δε δεν αναιρείται ούτε ο ενδεχόμενος δόλος του κατηγορουμένου, ο οποίος εφόσον δεν αποδεχόταν την επερχόμενη και διαφαινόμενη καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των πιο πάνω εργαζομένων, μπορούσε να είχε παραιτηθεί πριν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες. Αντίθετα όμως, ενώ γνώριζε την ύπαρξη των παραπάνω υποχρεώσεων και το ληξιπρόθεσμο αυτών, αποδέχθηκε το γεγονός της μη καταβολής τους, ελπίζοντας απλώς ότι - παρά την παρέλευση της προθεσμίας καταβολής τους- θα κατόρθωνε να επιτύχει την εξόφληση τους. Μετά ταύτα θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για το ότι στην Αθήνα και στο χρονικό διάστημα από 31.1.2005 έως 1.7.2005, υπό την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ" με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα και ειδικότερα διότι από πρόθεση, αν και απασχόλησε με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως δημοσιογράφους ι) τη Μ. Π., αντί των μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.144 €, ιι) τον Κ. Κ., αντί μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.144 €, ιιι) την Μ. Μ., αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.200 €, ιν) τον Δ. Κ., αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.701,20 €, ν) τον Π. Κ., αντί των μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ 1.293,60 €, νι) τον Α. Α., αντί ατομικά συμφωνηθέντων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ 1.200 €, νιι) τον Σ. Α., από 1.2.2005 έως 30.4.2005 ως μαθητευόμενο (εσωτερικό) συντάκτη αντί μηνιαίων νόμιμων μικτών αποδοχών εκ ποσού 444 € και από 1.5.2005 έως 1.7.2005 ως (εσωτερικό) συντάκτη, αντί νόμιμων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ ποσού 888 €, νιιι) τον Ν. Α., αντί μηνιαίων νομίμων μικτών αποδοχών εκ ποσού 888 €, ιχ) τον Κ. Π. αντί ατομικά συμφωνημένων μηνιαίων μικτών αποδοχών εκ ποσού 1.500 €, χ) την Ε. Γ., αντί ατομικά συμφωνημένων καθαρών μηνιαίων αποδοχών εκ 600 €, χι) τον Ε. Κ.-Κ., αντί ατομικά συμφωνημένων μικτών μηνιαίων αποδοχών εκ ποσού 1.954,40 € και χι ι) τον Μ. Χ., αντί των μηνιαίων νόμιμων μικτών αποδοχών εκ ποσού 888 €, δεν κατέβαλε σε αυτούς τους μισθούς μηνός Ιουνίου 2005, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι στο τέλος του αντίστοιχου ημερολογιακού μήνα, καθώς επίσης κατ' εξακολούθηση δεν κατέβαλε στον ίδιο πιο πάνω Σ. Α. πλέον των αποδοχών μηνός Ιουνίου ποσό 244 € εκ του υπολοίπου των αποδοχών μηνός Φεβρουαρίου, τις εκ ποσού 444 € αποδοχές εκάστου των μηνών Μαρτίου και Απριλίου και 888 € ως αποδοχές μηνός Μαΐου 2005, καθώς επίσης στον Δ. Κ. πλέον των αποδοχών μηνός Ιουνίου το μισθό μηνός Μαΐου εκ 1.701,20 €, αποδοχές που ήταν καταβλητέες στο τέλος εκάστου αντίστοιχου μήνα. Θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθούν όμως οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 β ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν ωθήθηκε στις πράξεις του αυτές από ταπεινά αίτια αλλά λόγω της σοβαρής ταμειακής δυσχέρειας που αντιμετώπιζε η εταιρία της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την προδιαληφθείσα πράξη της παράβασης του ΑΝ 690/1945 άρθρο μόνο, κατά συρροή, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.β'ΠΚ, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εκατόν τριάντα ημερών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27 παρ.1 ΠΚ και του άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.2336/1995, που εφαρμόστηκαν, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε, με βεβαιότητα, όπως από τη συνόλη αιτιολογία προκύπτει, υπόψη το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων την 7629/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 13-6-2005 επιστολή παραίτησης προς το Θ. Τ., το από 20-7-2005 έγγραφο του αναιρεσείοντος προς τους μετόχους της εταιρείας, η από 27-7-2005 εξώδικη δήλωση του ιδίου, καθώς και το 8714/2005 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Επίσης αναφέρονται πλήρως αιτιολογημένα η ιδιότητα του κατηγορούμενου, ως Προέδρου του ΔΣ και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας "Εκδόσεις Π. Κ. ΑΕ", οι μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων (δημοσιογράφων), η διάρκεια της σύμβασης εργασίας, ο χρόνος που παρασχέθηκε η εργασία και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί ο μισθός, καθώς και οι καθυστερούμενες αποδοχές. Ενώ, ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του κατηγορούμενου, αφού αυτός εξυπακούεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση, από αυτόν, των παραπάνω γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών, τα οποία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, ο δε νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία περί τούτου. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο δόλος του κατηγορούμενου πλήρως αιτιολογείται κατά τις παραδοχές: Ότι αυτός τελούσε σε πλήρη γνώση των οικονομικών προβλημάτων που απασχολούσαν την εταιρεία, τις ιδιότητες των εργαζόμενων, που ήταν στο σύνολό τους δημοσιογράφοι, την απασχόλησή τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι τρίτων. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν καταλύθηκαν από το ότι η εταιρεία βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής δυσχέρειας, όπως εν γένει η έλλειψη ταμειακών μέσων δεν αναιρεί την υποχρέωση οποιουδήποτε εργοδότη για την καταβολή των οφειλόμενων μισθών στους εργαζόμενους της επιχείρησής του. Εντεύθεν δε δεν αναιρείται ούτε ο ενδεχόμενος δόλος του κατηγορούμενου, ο οποίος εφόσον δεν αποδεχόταν την επερχόμενη και διαφαινόμενη καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των πιο πάνω εργαζομένων, μπορούσε να είχε παραιτηθεί πριν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες. Αντίθετα, όμως, ενώ γνώριζε την ύπαρξη των παραπάνω υποχρεώσεων και το ληξιπρόθεσμο αυτών, αποδέχθηκε το γεγονός της μη καταβολής τους, ελπίζοντας απλώς ότι- παρά την παρέλευση της προθεσμίας καταβολής τους- θα κατόρθωνε να επιτύχει την εξόφλησή τους. Ουδεμία δε αντίφαση, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται, και σε σχέση με τη συνόλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης δημιουργείται.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, κατά το οικείο μέρος τους, σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος, που με αυτούς με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα παραπάνω, αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων και περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Εξάλλου, τα προαναφερθέντα έγγραφα (η από 13-6-2005 επιστολή, το από 20-7-2005 έγγραφο και το ΦΕΚ 8714/2005), εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο η 9293/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην οποία διαλαμβάνονται και αυτά, ως αναγνωστέα, θεωρείται ότι και αυτά ανγνώσθηκαν στο ακροατήριο, οπότε ο κατηγορούμενος δε στερήθηκε τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ απορρέοντα δικαιώματά του και, άρα ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας (ΚΠΔ 171 παρ.1δ) συνέτρεξε και ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι υπόκειται έγκλημα τελεσθέν κατά πραγματική συρροή και όχι κατ'εξακολούθηση, ορθώς τις διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ και άρθρου μόνον του ΑΝ 690/1945, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995 ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου κατ'ορθό χαρακτηρισμό σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και όχι από το ίδιο άρθρο στοιχ.Δ', που στο αναιρετήριο αναφέρεται, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. Επίσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του το προδιαληφθέν Δικαστήριο, που δεν αποφάσισε, καίτοι ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα, τη συνεκδίκαση της ένδικης υπόθεσης με άλλη συναφή υπόθεση του ιδίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 128 παρ.2 ΚΠΔ, και ο περί του αντιθέτου πιο πάνω ίδιος λόγος αναίρεσης και όχι από το ίδιο πιο πάνω άρθρο στοιχ.ΣΤ', που στο αναιρετήριο αναφέρεται, κατά το μέρος του τούτο, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό αυτής διαλαμβάνεται, ότι "
Κηρύσσει Αυτόν (κατηγορούμενο) ένοχο με ελαφρυντικό 84 παρ.2β ΠΚ, κατά πλειοψηφία του ότι......", ενώ σχετικά με τη συνολική επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής αναφέρεται, ότι "Κατόπιν όμοιας εισαγγελικής πρότασης" και έτσι προφανώς η εισαγγελέας πρότεινε την επαύξηση της ποινής των είκοσι ημερών ανά δέκα ημέρες από κάθε μία από τις υπόλοιπες των είκοσι ημερών ποινές, γίνεται δε και ανάλυση ης επιβληθείσας συνολικής ποινής. Άρα ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β του ΠΚ, και ειδικότερα του ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που και πρωτοδίκως είχε αναγνωριστεί, ουδόλως επήλθε, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται, χειροτέρευση της θέσης αυτού και, συνεπώς το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει, εξάλλου, του ότι με την παρ.4 του άρθρου 50 του Ν.3160/2003 καταργήθηκε η περίπτωση Η' της παρ.1 του άρθρου 510 ΚΠΔ και η περίπτωση Θ' αριθμήθηκε ως Η', ο λόγος αναίρεσης, συνιστάμενος στο ότι έχουν παραλειφθεί εντελώς η διατάξεις των άρθρων του Νόμου, που προβλέπουν και τιμωρούν το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Πλήν, όμως, ο Άρειος Πάγος, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 514 στοιχ.α'ΚΠΔ, παραθέτει τα οικεία άρθρα του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 1, 14, 26 παρ.1 εδ.α', 27 παρ.1, 51, 53, 94 παρ.1 ΠΚ και άρθρο μόνο Ν.690/1945, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.2336/1995. Τέλος η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν'απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος προέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς, εκτός των άλλων, αφενός τον ισχυρισμό ότι για τον κατηγορούμενο, με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν περιστατικά, δε στοιχειοθετείται δόλος αυτού κα αφετέρου τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών του προτέρου έντιμου βίου (ΠΚ 84 παρ.2 εδ.α') επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με την ατομική και οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική του συμπεριφορά και την κοινωνική του δράση και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: "Το ελαφρυντικό αυτό συντρέχει στο πρόσωπο μου, γιατί ουδέποτε έχω καταδικαστεί για εγκληματικές πράξεις, εκτός από την αποδιδόμενη εις εμέ. Έχω λευκό ποινικό μητρώο, θα πρέπει δε να επισημάνω ότι μέχρι της αναλήψεως εκ μέρους μου των καθηκόντων του διευθύνοντος συμβούλου στην εφημερίδα, η επιχειρηματική μου φήμη και αξιοπιστία ουδέποτε είχαν τρωθεί. Τουναντίον είχα καλό όνομα στον επιχειρηματικό κόσμο έχοντας εργασθεί σε σημαντικές θέσεις με αποτελεσματικότητα. Ειδικώτερα: •
Έχω Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Μarketing και την Επικοινωνία, Διδακτορικές σπουδές από το ίδιο Πανεπιστήμιο στις Διεθνείς Σχέσεις. • Από το 1984 μέχρι το 1988 διετέλεσα Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων στην Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. •Από το έτος 1988 μέχρι το Μάιο του έτους 1992, υπήρξα αρχισυντάκτης στην εφημερίδα "Πρωινή" στη Νέα Υόρκη. • Από το Μάιο του έτους 1990 μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1991, ήμουν Υπεύθυνος Τύπου στο Υπουργείο Εσωτερικών. • Από τον Οκτώβριο του έτους 1991 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1993, ήμουν Υπεύθυνος Τύπου στο Υπουργείο Προεδρίας. • Από το έτος 1994 μέχρι το έτος 1997, ήμουν εκπρόσωπος στην Ελλάδα της αμερικανικής εταιρείας με την επωνυμία "Melissa Media Associates, Inc" της οποίας ο σκοπός είναι οι εκδόσεις, τηλεοπτικές παραγωγές, η οργάνωση συνεδρίων και οι δημόσιες σχέσεις. • Εν συνεχεία υπήρξα διευθυντής των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και υπεύθυνος Μarketing επικοινωνίας των εκπαιδευτικών οργανισμών Νew York College. • Συνεργάστηκα με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Αθήνας 9,84. • Από το 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του 2004 διετέλεσα Διευθυντής Μarketing και Επικοινωνίας της Ευρωκλινικής Αθηνών, της Αθηναϊκής Κλινικής και της Ευρωκλινικής Παίδων, του Ομίλου της ΙΝΤΕRΑΜΕRICΑΝ. Τέλος έχω διατελέσει σύμβουλος σε πολλές ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις. ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2005 ΠΟΥ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΟΥΔΕΝΑ ΕΙΧΕ ΑΣΚΗΘΕΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔIΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. ΟΥΔΕΜΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΈΓΙΝΕ ΠΟΤΕ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ Ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ. Διάγω, έντιμο οικογενειακό βίο, ενώ τα τελευταία χρόνια συνεπεία των παρανόμων πράξεων και των παραλήψεων των Θ. και Ρ. Τ., εγώ και η οικογένεια μου υφιστάμεθα μια άνευ προηγουμένου ηθική βλάβη και ταλαιπωρία". Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη συνδρομής δόλου στον κατηγορούμενο, είναι απορριπτέος, αφού αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και δε συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα αυτοτελή ισχυρισμό και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς δεν απάντησε ιδιαίτερα. Άρα, ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, που προβάλλει, ότι σιγή χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα, ο δεύτερος ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου έντιμου βίου, καίτοι είναι πλήρης και ορισμένος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο σιγή, δηλονότι χωρίς καμμιά αιτιολογία και χωρίς καμμιά αναφορά σ'αυτόν. Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ολοτελούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή Τριμελές Πλημμελειοδικείο να κρίνει για τη συνδρομή ή μη της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.α'ΠΚ στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί, εν μέρει, την 95460/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και μόνον ως προς τη διάταξή της, που απέρριψε τον περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου έντιμου βίου ισχυρισμό, ως προς τη διάταξή της περί της ποινής που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26-7-2011 αίτηση του Κ. Τ. του Α., κατοίκου Ν.Ιωνίας - Αττικής, για αναίρεση της ίδιας (με αριθμό 95460/2010) απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του άρθρου μόνον ΑΝ 690/1945. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αναφορικά με την ενοχή είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με το αυτοτελή ισχυρισμό ελαφρυντικών περιστάσεων είναι βάσιμος. Δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί εν μέρει, ως προς τη διάταξη των ελαφρυντικών περιστάσεων και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη για την επιβολή της ποινής, και παραπέμπει, κατά τα αναιρούμενα μέρη, την υπόθεση για νέα συζήτηση.
|
Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου
|
Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 505/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Νιγρίτας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη περί αναιρέσεως της με αριθμό 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλα Μπανάκου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες α) από 14-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, Α. Ρ. και β) από 26-8-11, με ξεχωριστό δικόγραφο, από τον άνω κατηγορούμενο, κατατεθέντες νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμ. 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι σαφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§5 β του ν.2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή, δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστό δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοση τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή καθ' υπόδειξη του τελευταίου σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα, β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υφίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος και αντίθετα με τις δοθείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος. Εξάλλου, στοιχειοθετείται υπεξαίρεση και όταν πρόκειται για παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, καθόσον αντικείμενο ιδιοποιήσεως εδώ είναι η ενσωματωμένη σε αυτά αξία. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Έτσι, και ο εντολοδόχος που διαχειρίζεται χρήματα για λογαριασμό του εντολέα του δεν αποκτά κυριότητα επ' αυτών. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής χρήματα και αρνείται να τα διαθέσει προς περαιτέρω τυχόν εκτέλεση της εντολής ή να τα αποδώσει στον εντολέα, ιδιοποιούμενος αυτά, δεν αθετεί μόνο την υποχρέωση του από το νόμο ή τη σύμβαση της εντολής, αλλά διαπράττει και την παράνομη πράξη της υπεξαιρέσεως. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. "Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto " αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Ως "ιδιαίτερα τεχνάσματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου, οι οποίοι, έτσι, θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες. Δηλαδή, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επιτήδεια για τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως οι ψευδείς εγγραφές ή οι παραποιήσεις τους σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ, 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στο άρθρο 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή (κατά το νόμο ή το καταστατικά τους), και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικό πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Η εσφαλμένη δε ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 3/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας είχε αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, στρεφόταν δε κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ήτοι, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ), το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο άνω νομικά πρόσωπο υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, σ δε κατηγορούμενος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος και το αντικείμενο του ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). με ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο των επί μέρους πράξεων του ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη των 15.000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη των 73.000 ευρώ, το όφελος δε που πέτυχε και η αντίστοιχη ζημία του Ν.Π.Δ.Δ. είναι, ιδιαίτερα μεγάλα και υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη το ποσό των 150.000 ευρώ, η οποία του αποδίδεται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξης αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής:
Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε ως εφοριακός υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ. Παλλήνης από το έτος 1993 με καθήκοντα διαχειριστή του Δημοσίου και Υλικού της Δ.Ο.Υ. Παράλληλα εκτελούσε και χρέη διαχειριστή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) στη Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, γιατί το Ταμείο δεν διέθετε δικό του υπάλληλο στη Δ.Ο.Υ αυτή. Τα καθήκοντα του ήταν να διενεργεί εισπράξεις, για τις οποίες έπρεπε να εκδίδει γραμμάτια είσπραξης του Τ.Π.Δ. και πληρωμές, για τις οποίες έπρεπε να εκδίδει χρηματικά εντάλματα. Οι πληρωμές πραγματοποιούνταν είτε με μετρητά, είτε με επιταγές του Τ.Π.Δ. Στο τέλος κάθε ημέρας παρελάμβανε από τον ταμία της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης τις εισπράξεις της Δ.Ο.Υ., οι οποίες μαζί με τις εισπράξεις, που εκείνος ως διαχειριστής πραγματοποιούσε, έπρεπε να αποσταλούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, για το κλείσιμο δε του ταμείου μπορούσε να αποστείλει αντί μετρητών ισόποση επιταγή του ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και με τον τρόπο αυτό εμφανιζόταν λογιστική τακτοποίηση. Στη Δ.Ο.Υ. Παλλήνης ένα μεγάλο μέρος των πληρωμών ήταν οι πληρωμές που αφορούσαν τους ΟΤΑ, των οποίων τα λογιστικά ελέγχονταν από τον ελεγκτή εξόδων ΟΤΑ, ο οποίος παρέδιδε στον κατηγορούμενο δύο συγκεντρωτικές καταστάσεις με τις σχετικές καταχωρήσεις των λογαριασμών, εκ των οποίων η μία αφορούσε τους λογαριασμούς της ημέρας και η άλλη του μήνα ανά ΟΤΑ. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των προϊσταμένων και των συναδέλφων του, ενώ όφειλε να καταχωρεί σε ημερήσια βάση στο βιβλίο ταμείου τις εισπράξεις και τις πληρωμές της ημέρας, δεν ενημέρωνε το βιβλίο αυτό την ίδια ημέρα, ισχυριζόμενος φόρτο εργασίας λόγω των τριών διαχειρίσεων. Τέλος αποδείχθηκε ότι τις επιταγές που εξέδιδε για πληρωμές που πραγματοποιούσε για λογαριασμό του Τ.Π.Δ., τις κατείχε ο ίδιος και τις υπέγραφε ως υπόλογος διαχειριστής, συνυπέγραψε δε τις επιταγές αυτές και ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, ο οποίος όμως δεν προέβαινε στον έλεγχο των δικαιολογητικών, βάσει των οποίων εκδίδονταν οι επιταγές αυτές, λόγω της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, του φόρτου εργασίας από την συναλλακτική κίνηση και του μεγάλου αριθμού των.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 5-7-2000 ανέλαβε προϊσταμένη στη Δ.Ο.Υ. Παλλήνης η Α. Χ., στην οποία με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν κάποιες υπόνοιες ως προς την σωστή διαχείριση εκ μέρους του κατηγορουμένου. Έτσι στις αρχές Μαΐου του 2001 αυτή τηλεφώνησε στον Πρόεδρο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του ζήτησε να παραγγείλει τη διενέργεια διαχειριστικού-λογιστικού ελέγχου στη διαχείριση του γραφείου του Τ.Π.Δ. της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, πράγμα το οποίο και έκανε αυτός με την έκδοση στις 13-6-2001 της υπ' αριθμ. 811 εντολής του Προέδρου του Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Τον έλεγχο αυτό πραγματοποίησαν οι Επιθεωρητές Κ. Ζ. και Α. Κ. και συνέταξαν την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΠ 4977/9-11-2001 πορισματική έκθεση. Από το διαχειριστικό έλεγχο που ενήργησαν αυτοί διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος στο Τ.Π.Δ. του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού των 323.335.239 δραχμών. Μάλιστα το συνολικό αυτό ποσό του ελλείμματος προέκυψε από τις εκ των υστέρων καταχωρήσεις στο βιβλίο ταμείου των παραστατικών στοιχείων εισπράξεων και πληρωμών που έκανε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στον οποίο δόθηκε προθεσμία, για να προβεί στις καταχωρήσεις αυτές. Μετά από αυτά οι επιθεωρητές συνέταξαν την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΠ 4990/19-11-2001 απόφαση καταλογισμού.
Όπως αποδείχθηκε το ιδιαίτερα μεγάλο αυτό ποσό των 323.335.239 δραχμών, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και το οποίο έπρεπε να υπάρχει στο γραφείο του Τ.Π.Δ. της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, το ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος. Η ιδιοποίηση του ποσού αυτού έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι 10-7-2001 και γινόταν τμηματικά. Δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθούν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη στην ιδιοποίηση κάθε επί μέρους ποσού, ούτε και ποιο συγκεκριμένο ποσό ιδιοποιείτο αυτός κάθε φορά, αποδείχθηκε όμως ότι τα επί μέρους αυτά ποσά ήσαν ιδιαίτερα μεγάλα και υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Ωστόσο αυτό δεν έχει σημασία για τον ακριβή προσδιορισμό της πράξης που του αποδίδεται και που αποδείχθηκε ότι τέλεσε, αφού αποδείχθηκε, χωρίς καμία αμφιβολία, τόσο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο αυτός ιδιοποιήθηκε τα επί μέρους ποσά, όσο και το συνολικό ποσό, το οποίο ιδιοποιήθηκε και το οποίο αποτελεί αντικείμενο της πράξης του. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον των επιθεωρητών το συνολικό έλλειμμα των 323.335.239 δραχμών που διαπίστωσαν αυτοί και στις 31-10-2001 που κλήθηκε από αυτούς, για να λάβει γνώση του πρωτοκόλλου λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου, στο οποίο αναφέρεται ότι το έλλειμμα ανερχόταν στο ποσό αυτό, υπέγραψε το πρωτόκολλο αυτό χωρίς επιφύλαξη. Επίσης με την από 20-5-2003 εξώδικη δήλωση -υπόμνΗμα του προς την Δ/νση Επιθεώρησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, παραδέχθηκε την με τις αναφερόμενες σ' αυτό ενέργειες του δημιουργία του ελλείμματος και δεν αναφέρει ότι δεν συμφωνεί με το ύψος του ελλείμματος.
Βέβαια στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι τα ποσά που υπεξαίρεσε ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 134.851.353 δραχμών και όχι στο ποσό των 323.335.239 δραχμών. Ωστόσο αυτός δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχεία, από το οποίο να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αυτός. Αντίθετα, όπως αναφέρθηκε, αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το έλλειμμα της διαχειρίσεως του ανήλθε συνολικά στο ποσό των 323.335.239 δραχμών, ποσό το οποίο και αναγνώρισε αυτός.
Συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης ισχυρίσθηκε ότι το ποσό αυτό των 134.851.353 δραχμών, το οποίο αφήρεσε τμηματικά, το δάνεισε στους αδελφούς Η. και Θ. Μ., για να τους εξυπηρετήσει, πλην όμως αυτοί δεν του το επέστρεψαν. Ο ισχυρισμός του αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν έχει σημασία για την ποινική αξιολόγηση της πράξης του, αφού έλαβε χώρα μετά την ιδιοποίηση των επί μέρους χρηματικών ποσών, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και απλώς αποκαλύπτει το λόγο, για τον οποίο αυτός προέβαινε κάθε φορά στην παράνομη ιδιοποίηση των επί μέρους ποσών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος για να ιδιοποιηθεί το πιο πάνω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 323.335.239 δραχμών και να καταστήσει αδύνατη την ανακάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι, μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακινούνταν πολύ μεγάλα ποσά ημερησίως για πληρωμές των ΟΤΑ και το γεγονός ακόμη ότι αυτός είχε και τις δύο ιδιότητες του διαχειριστή του Τ.Π.Δ. και της Δ.Ο.Υ. Μεταχειρίστηκε δε προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εφοδιαζόταν με μετρητά από τη Δ.Ο.Υ., χωρίς να υπάρχει προς τούτο ανάγκη, αφού αποδείχθηκε ότι τις όποιες πληρωμές απαιτείτο να κάνει, μπορούσε να τις καλύψει τόσο από το ταμειακό υπόλοιπο της προηγούμενης ημέρας, όπως αυτό εμφανιζόταν στο βιβλίο ταμείου και έπρεπε να το είχε και ως πραγματικό στο ταμείο του, όσο και από τις διάφορες ημερήσιες εισπράξεις. Για τα ποσά που εφοδιαζόταν κάθε φορά από τη Δ.Ο.Υ. εξέδιδε ισόποση επιταγή του Τ.Π.Δ. σε διαταγή της Δ.Ο.Υ., την οποία στην συνέχεια εισέπραττε η Δ.Ο.Υ. από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς όμως να προβαίνει αυτός και σε αντίστοιχες πληρωμές του Τ.Π.Δ. Από τα ποσά δε αυτά που εφοδιαζόταν από τη Δ.Ο.Υ. ιδιοποιείτο τμηματικά διάφορα ποσά κάθε φορά. Επίσης αποδείχθηκε ότι χρήματα που εισέπραττε για λογαριασμό της Δ. Ο. Υ. σε μετρητά, όπως ΦΠΑ, αντί να τα αφήνει στο ταμείο της Δ.Ο.Υ., εξέδιδε ισόποση επιταγή του Τ.Π.Δ. σε διαταγή της Δ.Ο.Υ. και τα παρακρατούσε για δήθεν πληρωμές του Ταμείου, χωρίς όμως να προβαίνει και σε αντίστοιχες πληρωμές του Τ.Π.Δ. Έτσι η Δ.Ο.Υ. ήταν ταμειακά εντάξει, γιατί αντί των μετρητών είχε την αντίστοιχη επιταγή, την οποία στην συνέχεια εισέπραττε από την Τράπεζα της Ελλάδος. Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι στις 2-7-1999 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές ποσού 62.000.000 και 50.000.000 δραχμών αντίστοιχα σε διαταγή της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, χωρίς να προκύψει ανάγκη αντίστοιχων πληρωμών από το Τ.Π.Δ. και ανέλαβε από τη Δ.Ο.Υ. τα ποσά αυτά και ιδιοποιήθηκε τα εξ αυτών πλεονάζοντα ποσά, εξέδωσε δε μεταχρονολογημένα στις 6-7-1999 το υπ' αριθμ. 0997/6-7-1999 γραμμάτιο είσπραξης 112.000.000 δρχ., το οποίο και καταχώρησε την ίδια ημερομηνία στο βιβλίο ταμείου. Επίσης αποδείχθηκε ότι ενώ στις 30-7-1999 έπρεπε βάσει του βιβλίου ταμείου να έχει υπόλοιπο ταμείου 269.000.000 δρχ., στην πραγματικότητα δεν το είχε και γι' αυτό τις επόμενες μέρες προέβη σε τακτές αναλήψεις (εφοδιασμό) από την δημόσια διαχείριση της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης για πληρωμές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ακόμη και σε χρονολογίες που δεν διενεργούσε πληρωμές. Έτσι, στις 30-7-1999 παρουσιάστηκε έλλειμμα ύψους 156.538.625 δρχ. από εισπράξεις που πραγματοποίησε για λογαριασμό του Τ.Π.Δ., οι οποίες αντί να παραμένουν στο ταμείο ή να κατατίθενται στις συνεργαζόμενες τράπεζες, σύμφωνα με εγκύκλιο του Τ.Π.Δ., ιδιοποιούντο από τον κατηγορούμενο και με πλαστές εγγραφές μεταφερόταν μέχρι και την 10-7-2001 που διαπιστώθηκε η διαφορά.
Επίσης αποδείχθηκε ότι στις 15-6-2001 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...-9, ...-8, ...-1, ...-0, ...-0 επιταγές ποσού 5.002.599, 35.973.635, 409.764, 11.610.616 και 1.800.000 δρχ. αντίστοιχα, συνολικού ποσού 54.796.614 δρχ. σε διαταγή της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης και τρίτων προσώπων, για τις οποίες δεν είχε εκδώσει αντίστοιχο γραμμάτιο είσπραξης και δεν πραγματοποίησε πληρωμές. Μάλιστα αποδείχθηκε ότι αυτό έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο είχε παραγγελθεί η διενέργεια ελέγχου και η προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης Α. Χ. είχε εκφράσει τις υπόνοιες της για τη δραστηριότητα του κατηγορουμένου και εκείνος για να αποφύγει το έλεγχο αυτής απέσπασε την προσυπογραφή των . επιταγών από τον αναπληρωτή προϊσταμένου.
Τέλος αποδείχθηκε ότι για να μη γίνει αντιληπτό το πραγματικό, χρηματικό ταμειακό υπόλοιπο, μέρος του οποίου ιδιοποιείτο κάθε φορά παράνομα, δεν εξέδιδε σκοπίμως παραστατικά εσόδων και εξόδων του Γραφείου του Τ.Π.Δ. στις ημερομηνίες που έπρεπε και δεν προέβαινε στις σχετικές καταχωρήσεις σε ημερήσια βάση, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο ημερήσιος έλεγχος από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Επίσης δεν καταχώριζε στις αντίστοιχες ημερομηνίες που έπρεπε τα σχετικά γραμμάτια είσπραξης, προκειμένου να διαμορφώνει κατά τη βούληση του το υπόλοιπο του Ταμείου για την περίπτωση διενέργειας ελέγχου, ούτε κατέθετε το υπόλοιπο της διαχείρισης του γραφείου του Τ.Π.Δ. στις τράπεζες, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 877/23-1-1980 εγκύκλιο του Τ.Π.Δ., καίτοι καθημερινά υπήρχαν μεγάλα χρηματικά ποσά στη διαχείριση του Γραφείου.
Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο των επί μέρους πράξεων του ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη το ποσό των 73.000 ευρώ, το όφελος δε που πέτυχε και η αντίστοιχη ζημία του Ν.Π.Δ.Δ. είναι ιδιαίτερα μεγάλα και υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη το ποσό των 150.000 ευρώ, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος του εγκλήματος αυτού.
Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που έγινε η παραπάνω πράξη του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Συνεπώς πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, την οποία του είχε αναγνωρίσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και να του επιβληθεί ποινή μειωμένη. Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκα καλά, μετά δε τη διαπίστωση του ελλείμματος κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έναντι του χρέους του και για να μειωθεί η ζημία του Ταμείου το ποσό των 30.000.000 δραχμών.
Συνεπώς πρέπει να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική αυτή περίσταση και να του επιβληθεί, ποινή μειωμένη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ, α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1,98 παρ. 1,84παρ.2 περ. α' και ε', 258 περ. γ' ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά το Ν. 2721/99 και το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, παρατίθενται στην απόφαση η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υπαλλήλου στη Δ.Ο.Υ Παλλήνης από το έτος 1993 με καθήκοντα διαχειριστή του Δημοσίου και Υλικού της Δ.Ο.Υ αυτής, ενώ παράλληλα εκτελούσε και χρέη διαχειριστή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ) στη Δ.Ο.Υ Παλλήνης, γιατί το εν λόγω Ταμείο δεν διέθετε υπάλληλο στη Δ.Ο.Υ αυτή. Τα καθήκοντα του σε σχέση με το Ταμείο, συνίσταντο στη διενέργεια εισπράξεων και τη διενέργεια πληρωμών, για τα οποία έπρεπε να εκδίδει γραμμάτια εισπράξεως και πληρωμών με μετρητά ή με επιταγές του άνω Ταμείου. Ότι μετά από διαχειριστικό λογιστικό έλεγχο στη διαχείριση του γραφείου του Τ.Π.Δ στη Δ.Ο.Υ Παλλήνης κατά τα μέσα του έτους 2001 διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος στο εν λόγω Ταμείο του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού των 323.335.239 δραχμών, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του Ταμείου αυτού και το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα πό το μήνα Ιούλιο 1999μέχρι τις 10 Ιουλίου2001, τμηματικά, μεταχειριζόμενος προς τούτο διάφορα τεχνάσματα, παραδέχθηκε δε ο κατηγορούμενος ενώπιον των επιθεωρητών, το συνολικό έλλειμμα στο άνω ποσό, που διαπίστωσαν αυτοί, υπογράφοντας μάλιστα το συνταχθέν από τους επιθεωρητές πρωτόκολλο λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου χωρίς επιφύλαξη. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αιτήσεως και του ομοίου περιεχομένου πρώτο επίσης λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αποτελεί τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του αυτού Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι στη απόφαση αυτή και ειδικότερα στο θέμα της ύπαρξης ή μη ιδιαίτερων τεχνασμάτων κατά την τέλεση της πράξης του άρθρου 258 ΠΚ, που αφορά την επίταση της ευθύνης σε κακουργηματικό βαθμό, δεν παρατίθεται η πολυπλοκότητα των ενεργειών, ο συνδυασμός μεθόδων και ενεργειών και η προσφορότητα των τεχνασμάτων να εξαπατήσουν το μηχανισμό ελέγχου. Αβάσιμα όμως, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, γίνεται ειδική αναφορά των τεχνασμάτων, που μετείλθε ο κατηγορούμενος, προκειμένου λογιστικά οι πράξεις του να μαίνονται νόμιμες, ενώ το πραγματικό υπόλοιπο του Τ.Π.Δ υπολειπόταν αυτού το οποίο εμφάνιζε στα λογιστικά του βιβλία και συγκεκριμένα, εφοδιαζόταν από τη Δ.Ο.Υ μετρητά, παρά το ότι δεν υπήρχε ανάγκη προς τούτο, καθόσον τις οποιεσδήποτε πληρωμές του Ταμείου μπορούσε να καλύψει είτε από το Ταμειακό του υπόλοιπο της προηγούμενης ημέρας είτε από τις ημερήσιες εισπράξεις του, ενώ για τα ποσά αυτά που εφοδιαζόταν από τη Δ.Ο.Υ., εξέδιδε ισόποση επιταγή του Τ.Π.Δ., την οποία η Δ.Ο.Υ εισέπραττε στη συνέχεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα ποσά δε, που εφοδιαζόταν από τη Δ.Ο.Υ ιδιοποιείτο τμηματικά ένα μέρος αυτών κάθε φορά, χωρίς να προβαίνει σε αντίστοιχες πληρωμές του Τ.Π.Δ Κατ' αυτό τον τρόπο, η Δ.Ο.Υ εμφανιζόταν ταμειακά εντάξει, γιατί αντί των μετρητών είχε αντίστοιχη επιταγή, την οποία εισέπραττε στη συνέχεια από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης, για να μη γίνει αντιληπτό το πραγματικό ταμειακό υπόλοιπο χρημάτων, μέρος των οποίων ιδιοποιείτο κάθε φορά παράνομα, δεν εξέδιδε σκόπιμα παραστατικά εσόδων και εξόδων του Τ.Π.Δ στις ημεροχρονολογίες που έπρεπε και δεν προέβαινε στις σχετικές καταχωρήσεις κάθε ημέρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο ημερήσιος έλεγχος από τον Προϊστάμενό του. Δεν καταχώριζε επίσης στις αντίστοιχες ημερομηνίες που έπρεπε τα σχετικά γραμμάτια είσπραξης, προκειμένου να διαμορφώνει όπως αυτός ήθελε το υπόλοιπο του Τ.Π.Δ., για την περίπτωση διενέργειας ελέγχου, ούτε κατέθετε το υπόλοιπο διαχείρισης του εν λόγω Ταμείου στις Τράπεζες, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο του Τ.Π.Δ, αν και κάθε ημέρα υπήρχαν διάφορα χρηματικά ποσά στη διαχείριση του γραφείου του Τ.Π.Δ. Τα έλος ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του δικογράφου της αιτήσεως και του ομοίου επίσης περιεχομένου δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους νομικούς κανόνες της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έχουν αποδειχθεί, έπρεπε να δεχθεί ότι έχει διαπράξει απλή υπεξαίρεση στην υπηρεσία και όχι υπεξαίρεση σε κακουργηματική της μορφή. Αβάσιμα όμως, διότι ενόψει όλων των παραπάνω που έχουν αποδειχθεί, ορθά ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καθώς και οι ασκηθέντες με ξεχωριστό δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι στο σύνολο τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, μειωμένη όμως στο μισό(άρθρο 22 Ν. 3693/1957).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 66/27-1-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση, καθώς και τους, με το από 26-8-2011 ξεχωριστό δικόγραφο, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους από τον κατηγορούμενο, Α. Ρ. του Ν., για αναίρεση της με αριθμό 2755/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τριακόσια (300) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ’ εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 €, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του νόμου για τους καταχραστές του Δημοσίου-αποκτά η πράξη κακουργηματική μορφή όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτών είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας- για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 15.000 € ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αντικείμενο μεγαλύτερο των 73.000 € -Ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα τα οποία από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι επιτήδεια γι τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως κάθε ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα - Αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ως προς τα ιδιαίτερα τεχνάσματα-απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 504/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια,Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κροκίδα περί αναιρέσεως της με αριθμό 298/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Γ. του Σ..
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1242/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 με τον τίτλο "πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα", "οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ` αυτό πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού του δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: "Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα, οι μουσικές συνθέσεις, με κείμενο ή χωρίς, τα θεατρικά έργα......" Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από τις εν λόγω και λοιπές διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο.
Συνεπώς, η πρωτοτυπία αποτελεί βασική προϋπόθεση της προστασίας του νόμου, ο οποίος όμως - με εξαίρεση τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (άρθρο 2 παρ.3 εδ.δ'ν.2121/1993)- δεν δίνει ορισμό αυτής (της πρωτοτυπίας) αλλά αφήνει στην επιστήμη και στη νομολογία τον προσδιορισμό της έννοιάς της. Βασικό δε κριτήριο είναι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η προσωπική συμβολή, χάρη στην οποία το έργο παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύψους", κάποια απόσταση δηλαδή από τα ήδη γνωστά ή αυτονόητα, έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του αυτού ως άνω Ν. 2121/1993, "όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας εγγράφει, αναπαράγει στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή διασκευή, θέτει σε κυκλοφορία ή κατέχει με σκοπό θέσης σε κυκλοφορία κατά παράβαση περιοριστικών όρων, παρουσιάζει στο κοινό, εκτελεί δημόσια, μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά κατά οποιονδήποτε τρόπο και γενικά εκμεταλλεύεται έργο που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ..., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 1 έως 5 εκατομμυρίων δραχμών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του αυτού ως άνω άρθρου, " αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημιά που απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή 2 έως 10 εκατομμυρίων δραχμών. Αν ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ` επάγγελμα ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 5 έως 20 εκατομμυρίων δραχμών...." Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 298/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ` είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1 και 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 2121/1993, (παράνομη αναπαραγωγή και κατοχή 9.733 κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων CD που επακριβώς περιγράφονται κατά ερμηνευτή, τίτλο έργου και εταιρεία παραγωγής στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό) και επιβλήθηκε σ` αυτόν, μετά παραδοχή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Να σημειωθεί, ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντα, ήταν ο F. S. και ο Π. Γ., ενώ στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκατηγορούμενός του, ήταν μόνο ο τελευταίος, Π. Γ., οι οποίοι επίσης κρίθηκαν ένοχοι, από τα αντίστοιχα δικαστήρια.
Για να καταλήξει στην κατά τα άνω, κρίση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην υπηρεσία του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής είχε περιέλθει η πληροφορία ότι στην επί της οδού ... κατοικία του S. F. γινόταν παράνομη εγγραφή πλαστών CD μουσικής και τραγουδιών, ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου. Από την άνω υπηρεσία τέθηκε σε παρακολούθηση η ανωτέρω οικία. Στις 3-2-2000 και περί ώρα 08.45 π.μ. την εν λόγω οικία του S. F. επισκέφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος λίγο μετά την αναχώρηση του,υποβλήθηκε από τα όργανα του ΣΔΟΕ σε έλεγχο κατά τον οποίο βρέθηκαν στο πόρτ - μπαγκάζ του με αριθ. ... IX αυτοκινήτου του 600 τεμάχια άγραφα CD σε έξι πλαστικές θήκες των εκατό τεμαχίων η καθεμία και εκατόν δέκα τέσσερα ρολόγια χειρός, ανδρικά, τύπου ELESSE. Για τα ανωτέρω αντικείμενα ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε νομιμοποιητικά έγγραφα και γι' αυτό κατασχέθηκαν με την από 3-2-2000 έκθεση κατάσχεσης του ΤΕ/Α Χ. Α.. Ακολούθως διενεργήθηκε έρευνα στην κατοικία του S. F. όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν οκτώ μηχανήματα εγγραφής δίσκων CD και συγκεκριμένα πέντε με 5 CD εγγραφής και 1 CD διαβάσματος, δύο με 7 CD εγγραφής και 1 CD διαβάσματος και ένα με 3 CD εγγραφής, εξαρτήματα των μηχανημάτων αυτών (ήτοι δύο οθόνες μάρκας scott, μία οθόνη μάρκας ADI , μία οθόνη μάρκας HUNDAI και μία οθόνη μάρκας ΗΙΤ, δύο διακλαδωτές, επτά CD ROM DRIVE, ένα SCANER, μάρκας PRIMAX, ένας μετασχηματιστής, μάρκας AMARAAD, ένας εκτυπωτής, τέσσερα πληκτρολόγια, δύο ηχεία SONY TURBO 990), 9.733 ψηφιακοί δίσκοι, οι οποίοι περιείχαν το ηχητικό περιεχόμενο ( μουσική και τραγούδια ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου) νόμιμα παραχθέντων ψηφιακών δίσκων των εταιριών που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, 3.200 άγραφοι δίσκοι CD, 716 μήτρες CD για αναπαραγωγή, 485 CD γραμμένα με ηλεκτρονικά παιχνίδια, 3.600 πλαστικές θήκες για την τοποθέτηση των CD και μεγάλος αριθμός εξώφυλλων CD ξένου και ελληνικού ρεπερτορίου (βλ. από 3-2-2000 έκθεση έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης των Ι., Β. κλπ). Μεταξύ των χαρτοκιβωτίων που περιείχαν τα παραπάνω ΟΟ βρέθηκαν κατά την έρευνα και δύο χαρτοκιβώτια τα οποία περιείχαν κλεψίτυπα CD και ήταν επιστροφές παραγγελίας από τη Θεσσαλονίκη, είχαν δε ως παραλήπτη τον πρώτο κατηγορούμενο. Σε ένα από τα κιβώτια υπήρχε μία επιστολή γραμμένη με μολύβι από κάποιο πρόσωπο με το επώνυμο Ε.. Η επιστολή αυτή απευθυνόταν στον πρώτο κατηγορούμενο και ο αποστολέας Ε. τον ενημέρωνε για την επιστροφή ενενήντα ένα (91) CD από τα οποία μερικά δεν ήταν γραμμένα καλά και τα υπόλοιπα τα είχε σε πολλά κομμάτια. Με την ίδια επιστολή ο Ε. ενημέρωνε τον πρώτο κατηγορούμενο ότι από τα 302 CD που του είχε στείλει την τελευταία φορά για τα 200 του είχε καταθέσει το τίμημα που ήταν 150.000 δρχ. στην τράπεζα, υποσχόταν δε ότι το τίμημα για τα υπόλοιπα 11 CD (302 -91= 211 -200- 11) θα το κατέβαλε μαζί με το τίμημα της επόμενης παραγγελίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έρευνας στην ως άνω κατοικία του S. F. επισκέφθηκε το τελευταίο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος του παρέδωσε μία πλαστική σακούλα που περιείχε διακόσιες φωτοτυπίες εξώφυλλων CD ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλα τα γραμμένα CD με μουσική και τραγούδια ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του S. F.και ειδικότερα ανά καλλιτέχνη ερμηνευτή, τίτλο έργου, εταιρία παραγωγής και ποσότητα τεμαχίων αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, συνολικού αριθμού 9.733 (6.588 ελληνικού ρεπερτορίου και 3.145 ξένου ρεπερτορίου), ήταν κλεψίτυπα. Συγκεκριμένα αυτά είχαν αναπαραχθεί από γνήσιους ψηφιακούς δίσκους (CD) με τη χρήση των ανωτέρω μηχανημάτων εγγραφής δίσκων CD χωρίς άδεια των δημιουργών της Ενωσης Ελλήνων Παραγωγών Ηχογραφημάτων (ΕΕΠΗ), των νομίμων εκπροσώπων της Εταιρίας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟΕ), της Ελληνικής Εταιρίας περί Προστασίας της Πνευματικής ΙΔΙΟΚΤΗΣIΑΣ (ΑΕΠΙ ΑΕ) και των εταιριών με την επωνυμία SONY MUSIC, ΜΙΝΟS ΕΜΙ, UNIVERSAL ΜUSIΚ, προκειμένου να διατεθούν στην αγορά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 ασχολείτο με το εμπόριο ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών και συνεργαζόταν με τον S. F. τον οποίο απασχολούσε ως πλασιέ για την προώθηση των πωλήσεων στη Βόρεια Ελλάδα. Μετά τον Σεπτέμβριο του 1999 ο πρώτος κατηγορούμενος διορίστηκε καθηγητής και έπαυσε να λειτουργεί την ως άνω εμπορική του επιχείρηση. Ο πρώτος κατηγορούμενος και ο πρώην συνεργάτης του S. F. συναποφάσισαν την οργάνωση του ανωτέρω εργαστηρίου παραγωγής κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων, το οποίο είχε δυνατότητα παραγωγής 298 κλεψίτυπων αντιγράφων ανά ώρα, επιδιώκοντας όφελος από την πώληση των παραγόμενων κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων (CD) το οποίο ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, δεδομένου ότι η χονδρική τιμή πώλησης κάθε κλεψίτυπου CD ανερχόταν στο ποσό των 750 δρχ. και η λιανική τιμή του σε 1.000 με 2.000 δρχ., με αντίστοιχη απειλούμενη ζημία στους δημιουργούς και τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ιδιαίτερα μεγάλη, αφού η τιμή στην αγορά των αντίστοιχων γνήσιων CD ανερχόταν στο ποσό των 5.000 δρχ. Στην ως άνω αξιόποινη πράξη στη συνέχεια συμμετείχε και ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος, γνωρίζοντας ότι ο συγκατηγορούμενός του και ο συνεργάτης του S. F. προέβαιναν στην ως άνω αξιόποινη πράξη της παραγωγής κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων, ένωσε και τη δική του δράση με εκείνη των ανωτέρω για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του άνω αδικήματος, με σκοπό το κέρδος, όπως η δράση του αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω. Με τις συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις τους οι κατηγορούμενοι πραγμάτωσαν το ανωτέρω έγκλημα. Ειδικότερα ο S. F. είχε αναλάβει την αναπαραγωγή των κλεψίτυπων CD τα οποία δημιουργούσε σε μεγάλες ποσότητες με τη χρήση των ανωτέρω μηχανημάτων εγγραφής δίσκων και των εξαρτημάτων τους. Ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τη λήψη παραγγελιών για την πώληση των κλεψίτυπων CD και γενικά τη διακίνηση τους στην αγορά και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε φωτοτυπείο, την παραγωγή με τη μέθοδο της φωτοτυπίας των εξώφυλλων τα οποία τοποθετούσαν στις θήκες των κλεψίτυπων CD ώστε να δείχνουν ότι είναι γνήσια και να τα διαθέτουν στη συνέχεια προς πώληση στο κοινό. Μάλιστα ο τελευταίος κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε στις 3-2-2000 στο σπίτι του S. F., προφανώς μη γνωρίζοντας τη διενέργεια της έρευνας και την παρουσία εκεί οργάνων του ΣΔΟΕ, πήγε στο ως άνω σπίτι προκειμένου να παραδώσει σ' αυτόν μία πλαστική σακούλα με φωτοτυπίες εξώφυλλων ξένων και ελληνικών CD οι οποίες θα τοποθετούνταν στις θήκες των κλεψίτυπων CD ώστε στη συνέχεια να διατεθούν προς πώληση στην αγορά. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται την οιαδήποτε συμμετοχή του στην παραγωγή και διακίνηση των κλεψίτυπων CD, ισχυριζόμενος ότι επισκεπτόταν τον ως άνω S. F. στην κατοικία του αποκλειστικά και μόνο λόγω της φιλικής τους σχέσης που τους συνέδεε και ότι απλώς γνώριζε ότι ο τελευταίος προέβαινε στην παραγωγή των κλεψίτυπων CD. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εν λόγω κατηγορουμένου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αντίθετα από την επιστροφή μέρους κλεψίτυπων CD που είχε πωλήσει στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα σε πρόσωπο με το όνομα Ε. και από την ως άνω επιστολή αυτού, στην οποία γίνεται λόγος για αποστολή 302 κομματιών (δηλ.CD) και για καταβολή σε τραπεζικό λογαριασμό του ποσού 150.000 δρχ. που αποτελούσε το τίμημα 200 από αυτά, καθώς και από την αναφορά ότι το υπόλοιπο τίμημα θα καταβαλόταν μαζί με το τίμημα επόμενης παραγγελίας CD με ενάργεια και με πλήρη βεβαιότητα αποδεικνύεται η ως άνω συμμετοχή του στην παράνομη παραγωγή κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων, στην κατοχή τους με σκοπό να τεθούν στην κυκλοφορία και στην διάθεση τους στο κοινό με σκοπό το κέρδος. Περαιτέρω δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα κιβώτια με τις επιστροφές παραγγελίας κλεψίτυπων CD από τη Θεσσαλονίκη έφεραν το όνομα του ως παραλήπτη διότι αυτός θα τα έπαιρνε από το γραφείο μεταφορών προς εξυπηρέτηση του S. F., ο οποίος μόνος παρήγαγε και διακινούσε τα κλεψίτυπα CD, αφού σε περίπτωση που η εμπλοκή του εξαντλείτο στην απλή εξυπηρέτηση του S. F., δεν θα απευθυνόταν η επιστολή του Ε. προς αυτόν, αλλά προς τον αντισυμβαλλόμενο του πωλητή S. F., ούτε αποδείχθηκε η συμμετοχή κάποιου άλλου ατόμου με το όνομα Β. στην παραγωγή και διακίνηση των κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων, ώστε ο Ε. να απευθύνεται με την επιστολή του στο πρόσωπο αυτό, του οποίου μάλιστα γνώριζε και τον τραπεζικό λογαριασμό. Επίσης η κατά τον προαναφερθέντα τρόπο συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου με σαφήνεια προκύπτει και από το γεγονός ότι βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του μεγάλος αριθμός (600 τεμάχια) άγραφων CD τα οποία είχε πάρει από τον S. F. για να τα μεταφέρει σε κάποιο πρόσωπο στην Αγία Βαρβάρα Αττικής. Επίσης από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε και η συμμετοχή του δευτέρου κατηγορουμένου στην αναπαραγωγή των κλεψίτυπων CD με σκοπό την περαιτέρω διάθεση τους στο κοινό, συνιστάμενης της συμμετοχής του στην παραγωγή με τη μέθοδο της φωτοτυπίας των εξώφυλλων που τοποθετούσαν στις θήκες με τα CD ώστε αυτά να κυκλοφορήσουν στην αγορά και να δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για γνήσιους ψηφιακούς τίτλους. Οι ως άνω πράξεις των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της εγγραφής, αναπαραγωγής, θέσης σε κυκλοφορία και κατοχής με σκοπό να θέσουν σε κυκλοφορία, χωρίς δικαίωμα, έργων που είναι αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου και δρούσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει μαζί με τον S. F. με πρόθεση επανειλημμένης δράσης και ειδικότερα από τον μεγάλο αριθμό μηχανημάτων αντιγραφής τα οποία είχαν δυνατότητα αναπαραγωγής πολλών ψηφιακών δίσκων ανά ώρα (298 κλεψίτυπα αντίγραφα ανά ώρα), τον πολύ μεγάλο αριθμό κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων (9.733) που είχαν αναπαραχθεί, χωρίς άδεια των παραγωγών τους, με σκοπό τη διανομή τους, την ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική τους αξία, τον μεγάλο αριθμό άγραφων ψηφιακών δίσκων που προορίζονταν προφανώς για παράνομη αναπαραγωγή, τον μεγάλο αριθμό εξώφυλλων και θηκών CD, τις παραγγελίες και επιστροφές κλεψίτυπωνCD, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και καθίσταται σαφές ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων. Επομένως ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι επιβαρυντικές περιπτώσεις ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα και ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει λοιπόν οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και πρωτοδίκως και να αναγνωριστεί, όπως έγινε δεκτό και πρωτοδίκως, ότι στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2° ΠΚ, διότι μέχρι το χρόνο τέλεσης του άνω εγκλήματος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην προδιαληφθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 και 3 του Ν. 2121/1993, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα, για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου (εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, για το λόγο ότι σε κανένα σημείο του σκεπτικού και του διατακτικού της, δεν αναφέρεται ότι οι φερόμενοι ως κλεψίτυποι ψηφιακοί δίσκοι, είχαν αναπαραχθεί από πρωτότυπα πνευματικά μουσικά έργα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 2 του παραπάνω Ν.2121/1993, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον στο σκεπτικό που προαναφέρθηκε αναφέρεται, ότι βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πέραν των μηχανημάτων εγγραφής δίσκων CD και λοιπών μηχανημάτων " 9.733 ψηφιακοί δίσκοι, οι οποίοι περιείχαν ηχητικό περιεχόμενο ( μουσική και τραγούδια ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου) νόμιμα παραχθέντων ψηφιακών δίσκων".( σελ.11).Σε άλλο σημείο του σκεπτικού αναφέρεται ότι όλα τα γραμμένα CD συνολικού αριθμού 9.733 ήταν κλεψίτυπα, συγκεκριμένα είχαν αναπαραχθεί από γνήσιους ψηφιακούς δίσκους (CD) με τη χρήση των ανωτέρω μηχανημάτων ( σελ. 12). Ανάλογη αναφορά υπάρχει και στο διατακτικό όπου αναφέρεται: " είχαν αναπαράγει .....εννέα χιλιάδες επτακόσιους τριάντα τρείς ( 9.733) ψηφιακούς δίσκους (CD) από γνήσιους ψηφιακούς δίσκους μουσικής". (σελ.17).
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. 1ος και 2ος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης και εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2011 αίτηση του Β. Λ. του Λ., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 298 /2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πνευματική ιδιοκτησία. Παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993. Αντιγραφή και αναπαραγωγή κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων CD. Ποινική ευθύνη. Έννοια έργου (πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα). Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 500/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αγγελίδη, περί αναιρέσεως της 9054/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Δ. Β. του Χ., 2. Α. Α. του Ν., 3. Ι. Κ. του Β..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 238/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5 του Νόμου 1396/1983 "Άρθρο 3 Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο.2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού.3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Άρθρο 5. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίον έχει αναλάβει" . Εξάλλου, το άρθρο 9 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με τον Ν. 2696/1999 ορίζει τα εξής: 1. Όταν εκτελούνται στις οδούς εργασίες, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σήμανσης που απαιτούνται κατά περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του παρόντος Κώδικα. 2. Επιπλέον της κατά την προηγούμενη παράγραφο σήμανσης, τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελούμενων εργασιών ή οι χώροι εναπόθεσης υλικών πρέπει να επισημαίνονται με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος. Κατά τη νύκτα δε, αν τα εμπόδια δεν είναι αντανακλαστικά, με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, τα για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιούμενα αντανακλαστικά στοιχεία και σταθερά φώτα πρέπει να είναι χρώματος ερυθρού, αν δε χρησιμοποιηθούν φώτα τα οποία αναβοσβήνουν, πρέπει να έχουν χρώμα βαθύ κίτρινο.Κατ' εξαίρεση των πιο πάνω οριζομένων: α) Φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία ορατά μόνο από τη μία κατεύθυνση της κυκλοφορίας, τα οποία επισημαίνουν τα όρια οδικών εργασιών επί της απέναντι πλευράς της οδού, πρέπει να είναι λευκά, β) Φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, τα οποία επισημαίνουν τα όρια οδικών εργασιών, οι οποίες διαχωρίζουν τις δύο κατευθύνσεις της κυκλοφορίας, πρέπει να είναι λευκά ή κίτρινα ανοικτού χρώματος. 3. Τα μέσα σήμανσης των προηγούμενων παραγράφων τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτών ή των εκτελούντων τις εργασίες, σε περίπτωση δε που οι εργασίες εκτελούνται απολογιστικά, από τον επιβλέποντα το έργο. Οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης. 4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται οι λεπτομέρειες και οι προδιαγραφές, τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διάφορες σημάνσεις των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9054/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 5.9.2002 σύμβασης εργολαβίας μεταξύ αφ' ενός της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρία Παροχής Αερίου Αττικής - (ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ)", εκπροσωπούμενης από το Γενικό Διευθυντή της Δ. Ζ. και αφ' ετέρου της κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "Κ/Ξ Αθηναϊκή Τεχνική Α.Ε. Ν. Κ. Α.Τ.Ε.Ε.". εκπροσωπούμενης από τους Ν. Π. και τον Δ. Β. - 1° κατηγορούμενο, η πρώτη ως κύριος του έργου, ανέθεσε στη δεύτερη (ανάδοχος του έργου) την εκτέλεση του έργου "ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ". Με βάση τους όρους της ως άνω σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα και ειδικότερα κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του εργολαβικού συμφωνητικού "μόνος υπεύθυνος για την ασφαλή εκτέλεση (έναντι ατυχημάτων ή ζημιών) των έργων είναι η ανάδοχος εταιρεία, ακόμα και αν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος και επίβλεψη από τον κύριο του έργου". Κατά δε το άρθρο 13 παρ. 3 "η ανάδοχος έχει την αποκλειστική ευθύνη για τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 "η ανάδοχος είναι υποχρεωμένη να λάβει κάθε μέτρο και μέσο για την προστασία της ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων ιδία, καθώς και της ασφάλειας και υγιεινής τρίτων, του περιβάλλοντος και κάθε εμπράγματης αξίας έναντι ζημίας" και κατά το άρθρο 15 παρ. 5 "ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τοποθετεί και να συντηρεί τις απαιτούμενες πινακίδες σήμανσης, προστατευτικά κάγκελα, εμπόδια, ενδεικτικούς φανούς κλπ, με ευθύνη και δαπάνες μόνο της αναδόχου". Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική συγγραφή των υποχρεώσεων της ίδιας σύμβασης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 "η άσκηση επίβλεψης από μέρους του κυρίου του έργου δε μεταβάλλει ούτε μειώνει της ευθύνες και υποχρεώσεις της αναδόχου και οποιεσδήποτε ζημιές σε πρόσωπα ή πράγματα προς τρίτους ή λόγω παραβάσεων οποιωνδήποτε υποχρεώσεων του που επιβάλλονται από το νόμο, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 7 "η ανάδοχος έχει πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για οτιδήποτε συμβεί κατά τη διάρκεια των κατασκευών από την ημέρα που αρχίζει η ισχύς της σύμβασης έως την έκδοση της βεβαίωσης οριστικής παραλαβής". Περαιτέρω, με την από 16.12.2002 σύμβαση υπεργολαβίας η ανάδοχος εταιρεία ανέθεσε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΚΑΖ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΕΠΕ", στην οποία νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι εκ των κατηγορουμένων Α. Κ. (2ος) και Ι. Κ. (3ος), ο δε κατηγορούμενος Α. Α. (4ος) πολιτικός μηχανικός, να εκτελέσει τμήμα του έργου, το συνολικό μήκος του οποίου ανέρχεται έως τα 6.500 μέτρα και μεταξύ άλλων αφορούσε την εγκατάσταση αγωγών αερίου στη Λ. Μεσογείων, στο ύψος του ΟΑ 110 (Τμήμα ΕΜΠ - Παίδων). Σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης υπεργολαβίας, ορίζεται στο άρθρο 22 "Ο υπεργολάβος αναλαμβάνει να κατασκευάσει στο τμήμα του έργου που του ανατίθεται τις συγκεκριμένες εργασίες...λήψη μέτρων ασφαλείας, τοποθέτηση πληροφοριακών πινακίδων για τις εκτελούμενες εργασίες και σημάτων και ρύθμισης της κυκλοφορίας, στο άρθρο 4.1 "ο Υπεργολάβος υποχρεούται να τηρεί αυστηρά τα μέτρα ασφαλείας, τόσο για τους εργαζομένους στο έργο, όσο και προς τρίτους, που επιβάλλονται από τους σχετικούς νόμους και τις διατάξεις που προβλέπονται από τα συμβατικά τεύχη" και στο άρθρο 4.3 "ο υπεργολάβος υποχρεούται να συμμορφούται αυστηρώς προς το Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικών μηχανικών και προς το Ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5.1 της ίδιας σύμβασης "Ο εργολάβος υποχρεούται να διευκολύνει τον υπεργολάβο για την ομαλή και αδιάκοπη πρόοδο των εργασιών που του αναθέτει... Γενικότερα, ο εργολάβος ως Ανάδοχος του έργου και ως ασκών την όλη οργάνωση και διοίκηση του έργου είναι ο αποκλειστικά υπεύθυνος για την καλή και εμπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών καθόλη τη διάρκεια της κατασκευής και μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου". Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι στις 4.2.2003 και περί ώρα 10.30, ο Χ. Ζ., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εκινείτο επί της Λ. Μεσογείων, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από την οδό Φειδιππίδου προς τη Λ. Κατεχάκη, Φθάνοντας στο ύψος του ΟΑ 110, ο ανωτέρω δεν αντελήφθη έγκαιρα την ύπαρξη λακκούβας του οδοστρώματος, λόγω έλλειψης σχετικών πινακίδων σήμανσης ή άλλων προστατευτικών μέτρων (πλέγματος), με συνέπεια να πέσει στη λακκούβα, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και να ανατραπεί. Το ατύχημα αντελήφθη ο ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων Π. Ι. (μάρτυρας), ο οποίος προσέτρεξε για τις πρώτες βοήθειες, κάλεσε ασθενοφόρο με το οποίο ο παθών διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα αριστερού κάτω άκρου, κάταγμα άνω άκρου (αρ.) κερκίδας, κάταγμα ΠΧΚ (αρ.), θλάση αριστερού πλευρικού τοιχώματος και θλάση αριστερού γόνατος. Υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις και νοσηλεύθηκε μέχρι 14.2.2003. Ο ανωτέρω μάρτυρας (Π. Ι.) κατέθεσε με σαφήνεια, ρητά και κατηγορηματικά ότι στο συγκεκριμένο σημείο εκτελούντο έργα φυσικού αερίου και είχαν καλύψει τη λακκούβα με αμμοχάλικο, το οποίο κάθησε από τη βροχή και έτσι έπεσε μέσα η μοτοσυκλέτα. Ο κατά τα άνω τραυματισμός του οδηγού της μοτοσυκλέτας είναι αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, οι οποίοι, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητες, ο πρώτος (Δ. Β.), ως υπεύθυνος του έργου στην εργολάβο εταιρεία, ο δεύτερος (Α. Κ.) και τρίτος (Α. Α.) ως υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός αυτής, παρέλειψαν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας στο χώρο του ανωτέρω έργου και ειδικότερα και δεδομένου ότι το έργο εκτελείτο σε οδό και μάλιστα μεγάλης κυκλοφορίας, να τοποθετήσουν σχετικές πινακίδες σήμανσης ή προστατευτικό πλέγμα ή φωτιστικών σημάτων στο σημείο που είχαν διανοίξει λακκούβα επί του οδοστρώματος, η οποία είχε σκεπαστεί πρόχειρα με αμμοχάλικο και δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως και επιμελώς με ασφαλτόστρωση το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο. Οι εν λόγω παραλείψεις των κατηγορουμένων να ενεργήσουν όπως θα ενεργούσε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και έχοντας τη δυνατότητα, με την προσωπική του ο καθένας ως άνω ιδιότητα, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψουν και αποφύγουν το αξιόποινο αποτέλεσμα, ήταν πρόσφορες και ικανές να προκαλέσουν ατύχημα και επέφεραν πράγματι τη σωματική κάκωση του ανωτέρω παθόντος (άρθρα 28 και 314 παρ. 1 α Π.Κ.). Περαιτέρω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για τη λήψη των παραπάνω μέτρων είχαν οι κατηγορούμενοι και από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1, 2, 3,και 4 Ν. 2696/1999, τα οποία υποχρεούνταν να λαμβάνουν οι εκτελούντες (εργολήπτες, επιβλέποντες μηχανικοί κλπ) στις οδούς εργασίες, καθώς επίσης και από τις διατάξεις, οι μεν πρώτος, δεύτερος και τρίτος ως νόμιμοι εκπρόσωποι των ως άνω εταιρειών (εργολάβου και υπεργολάβου του έργου), των άρθρων 2, 3, 5 του Ν. 1396/1983, σύμφωνα με τις οποίες είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού, ο δε τέταρτος ως επιβλέπων δυνάμει συμβάσεως έργου πολιτικός μηχανικός, των άρθρων 2, 6, 7 του ίδιου ως άνω νόμου, σύμφωνα με τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να δώσει οδηγίες για τη λήψη των παραπάνω μέτρων και να επιβλέψει την εφαρμογή τους. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η πτώση του παθόντος δεν οφείλεται στην ύπαρξη λακκούβας επί του οδοστρώματος την οποία αυτοί δεν επεσήμαναν, διότι το εν λόγω έργο είχε ολοκληρωθεί από 4.1.2003, επικαλούμενοι προς τούτο την από 31.8.2004 επιστολή του "κυρίου" του έργου (ΕΠΑ) προς την υπεργολάβο ΕΡΓΚΑΖ, όπου αναφέρεται ότι "Η ΕΡΓΚΑΖ εκτέλεσε εργασίες εγκατάστασης φυσικού αερίου στην οδό Μεσογείων από την οδό Τρικάλων έως Κατεχάκη και οι αποκαταστάσεις του οδοστρώματος έλαβαν χώρα από 21 Δεκεμβρίου 2002 και ολοκληρώθηκαν στις 4 Ιανουαρίου 2003". Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος και αντικρούεται μεταξύ άλλων από την κατάθεση του ανωτέρω αυτόπτη μάρτυρα, τον αδιαμφισβήτητο κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο τραυματισμού του παθόντος, αλλά και από την από "16.4.2002" με αριθμό πρωτ. 1556/Δ420 επιστολή της ΕΠΑ προς τον παθόντα, σύμφωνα με την οποία "σας γνωρίζουμε ότι το δίμηνο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2002 στη Λ. Μεσογείων από Τρικάλων έως Λ. Κατεχάκη εκτελούσε έργο φυσικού αερίου για λογαριασμό της ΕΠΑ η κοινοπραξία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - Ν. Κ. ΑΤΕΕ". Τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο εν λόγω ανάδοχος εκτελούσε εργασίες ασφαλτόστρωσης". Ούτε βέβαια προσκομίζεται από τους κατηγορουμένους πρωτόκολλο παράδοσης ώστε να προκύπτει ότι την ανωτέρω επίδικη ημερομηνία το έργο είχε ολοκληρωθεί. Κατόπιν όλων αυτών θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι κατά τα ειδικότερον στο διατακτικό. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα ενόχους του ότι στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2003, ενώ ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια τους, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη τους. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Β., ως διευθυντής έργου "Αναβάθμιση Δυναμικότητα Δικτύου Φυσικού Αερίου στο Ιστορικό Κέντρο και στη γύρω Περιοχή" της αναδόχου του ανωτέρω έργου κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΑΕ -Ν. Κ. Α.Τ.Ε.Ε.", ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Κ. και ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Κ., ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΚΑΖ - ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΕΠΕ", υπεργολάβου για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου και ο τέταρτος κατηγορούμενος Α. Α., πολιτικός μηχανικός στην ανωτέρω υπεργολάβο εταιρεία, κατά την εκτέλεση εργασιών επί της οδού ... στο ύψος του αριθμού 110 και μολονότι συνεπεία των εργασιών είχε δημιουργηθεί λακκούβα επί του οδοστρώματος, δεν μερίμνησαν ώστε να τοποθετηθεί η κατάλληλη πινακίδα σήμανσης του κινδύνου αυτού, ούτε έλαβαν κάποιο άλλο μέτρο ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος για τους χρήστες της ανωτέρω οδού, όπως όφειλαν, με αποτέλεσμα, όταν ο Χ. Ζ., περί ώρα 10.30, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, και βγαίνοντας μ' αυτή στην οδό Μεσογείων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση τη Λ. Κατεχάκη, όταν έφτασε στο ύψος του αριθμού 110 της οδού ..., συνεπεία ελλείψεως σχετικών πινακίδων σήμανσης ή άλλων προστατευτικών μέτρων (π.χ. πλέγματος) δεν αντελήφθη έγκαιρα την ύπαρξη της λακκούβας επί του οδοστρώματος και έτσι έπεσε επί της λακκούβας, χάνοντας τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, με συνέπεια να ανατραπεί αυτή και να τραυματισθεί ο ανωτέρω Χ. Ζ., ειδικότερα δε υπέστη κάταγμα αριστερού κάτω άκρου, κάταγμα άνω άκρου αρ. κερκίδας, κάταγμα ΠΧΚ αρ., θλάση αρ. πλευρικού τοιχώματος και θλάση αρ. γόνατος". Ακολούθως, το Δικαστήριο επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ. 1 α' και 315 του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και 1396/1983), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά με την αμέλεια του αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της παραπάνω αμέλειας με το επελθόν αποτέλεσμα, παραθέτει δε και τους νομικούς κανόνες οι οποίοι επέβαλαν τη λήψη των μέτρων για την πρόληψη του ατυχήματος, τα οποία ο αναιρεσείων δεν έλαβε. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ότι η ως άνω αξιόποινη πράξη να έλαβε χώρα το δίμηνο του Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2002 ενώ έλαβε χώρα στις 4 Φεβρουαρίου 2003, πέραν του ότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματι τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, ώστε να μην υφίσταται καμία αντίφαση, ότι έλαβε χώρα στις 4 Φεβρουαρίου του έτους 2003, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο της επιστολής "ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ" προς τη σύζυγο του παθόντος, (για την έρευνα του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου), η οποία (επιστολή) περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα της προσβαλλομένης η φερόμενη ημερομηνία συντάξεώς της "16 Απριλίου 2002" έχει τεθεί από παραδρομή αντί του ορθού "16 Απριλίου 2003", το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενό της, στο οποίο αναφέρονται γεγονότα του έτους 2003, προγενέστερα της πραγματικής χρονολογίας σύνταξής της, δηλαδή του χρονικού διαστήματος Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2003. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 9054/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 502/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηγιάννη περί αναιρέσεως της με αριθμό 6400/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Ι. Κ. του Δ..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 16 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1059/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-8-2011 ( υπ` αριθμό πρωτ. 1664/2011) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπό του έχοντος εξουσιοδότηση δικηγόρου, Ν. Χατζηγιάννη, στρεφομένη κατά της υπ` αριθμό 6400/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), είναι παραδεκτή ( άρθρα 465 παρ.2, 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ) και γι` αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ` αυτής με χρονολογία 16-1-2011 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά ( άρθρο 509 παρ.2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. " Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ` αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ` ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Εξάλλου, από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής.(Α.Π.1017/2011, Α.Π.83/2010, Α.Π. 573/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α` ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους ( μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π. ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 6400/2011, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως β) της απάτης στο δικαστήριο και γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που διέπραξε η συγκατηγορούμενή του, Ι. Κ., σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι πέντε (25) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "....Με το από 27-5-2003 μισθωτήριο συμφωνητικό η μητέρα της εγκαλούσας, Σ. χήρα Δ. Π., κάτοικος ..., η οποία αργότερα και δυνάμει της υπ' αριθμ.485 6/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης με συμπαραστάτη την κόρη της, εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο ένα διαμέρισμα της που βρίσκεται στο ..., επί της ... για να το χρησιμοποιήσει αυτός ως κατοικία του μετά της οικογενείας του για το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 έως 31-7-2009, αντί μηνιαίου μισθώματος 880,41 ευρώ μαζί με το τέλος χαρτοσήμου. Με πρόσθετο όρο του μισθωτηρίου αυτού συμφωνήθηκε να εκτελέσει ο μισθωτής στο μίσθιο εργασίες επισκευής, αξίας 11.445 ευρώ, τις οποίες ανέλαβε να πληρώσει η εκμισθώτρια την 1-8-2003 οπότε και άρχιζε η μίσθωση. Ο κατηγορούμενος στη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ.969/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τμήματος μισθωτικών διαφορών, ισχυρίστηκε με αγωγή που συνεκδικάστηκε με αυτή της ως άνω εκμισθώτριας που εκπροσωπείτο νομίμως από τη δικαστική συμπαραστάτη, κόρη της, εδώ εγκαλούσα, ότι εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες και δικαιούται να λάβει το προκαθορισθέν ποσό των 11.500 ευρώ, επιπλέον δε ζήτησε και άλλα ποσά από την ως άνω μισθωτική σχέση. Προς τούτο και για την απόδειξη της εκτέλεσης των συμφωνημένων εργασιών επισκευής του μισθίου, ο κατηγορούμενος ως διάδικος της άνω δίκης, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο άνω δικαστήριο το δελτίο αποστολής - τιμολόγιο 39/28-7-2003 της Τεχνικής Επιχείρησης Ανακαινίσεως Εσωτ. - Εξωτ. Χώρων Παντός Είδους Π. Α. Γ. με ΑΦΜ ..., από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε για τις περιγραφόμενες εργασίες μαζί με το ΦΠΑ από 18% που υπολογίστηκε το συνολικό ποσό των 23.045,40 ευρώ. Όμως, ο προηγούμενος μισθωτής του μισθίου διαμερίσματος, Γ. Κ., σε ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβ/φου, η οποία ελήφθη υπόψη από το Εφετείο Αθηνών που έκρινε σε δεύτερο βαθμό την εν λόγω διαφορά και εξέδωσε την υπ' αριθμ.3609/2006 απόφαση του, κατέθεσε ότι παρέδωσε το μίσθιο σε άριστη κατάσταση με ελάχιστες φυσιολογικές φθορές και ότι αυτό δεν έχει εξωτερικές σωληνώσεις, αναφέρθηκε δε και στις φωτογραφίες που είχε βγάλει ο κατηγορούμενος για να προσκομίσει στο δικαστήριο, λέγοντας ότι δεν εμφανίζουν όλες τον επίδικο χώρο, αλλαχού δε φαίνεται ότι έχουν τοποθετηθεί κομμάτια σοβάδες, πράξη εσκεμμένη, ώστε να εμφανίζουν ότι το πάτωμα επισκευάστηκε, ενώ αυτό δεν συνέβη. Μάλιστα, η εκμισθώτρια είχε επανειλημμένα ζητήσει από τον κατηγορούμενο μισθωτή να της επιτρέψει να εισέλθει στο μίσθιο, διαμέρισμα της, προκειμένου να διαπιστώσει την εκτέλεση των αναφερομένων στο άνω τιμολόγιο εργασιών, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να ικανοποιήσει το εύλογο αυτό αίτημα της και απαίτησε την προκαταβολή του ποσού των δαπανών για να επιστρέψει την είσοδο. Έτσι η εγκαλούσα εκπροσωπώντας τη μητέρα της με την ιδιότητα αρχικά της προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτιδας και στη συνέχεια της οριστικής, αναγκάστηκε να προσφύγει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και στο Α.Τ. Π. Φαλήρου, πλην χωρίς αποτέλεσμα (βλ. αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων άνω Α.Τ. της 10-5-2004). Στη συνέχεια, εφόσον της υπεδείχθη από τις αρχές ότι μπορεί να προσφύγει στα αστικά δικαστήρια, άσκησε εναντίον του την από 1-4-2004 αγωγή της με την οποία ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή των καθυστερουμένων μισθωμάτων, έκτοτε δε αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως μισθωτής του διαμερίσματος της μητέρας της ενήργησε οποιαδήποτε εργασία επισκευής. Στη δίκη αυτή ο κατηγορούμενος πρότεινε σε συμψηφισμό τις δαπάνες που δήθεν υποβλήθηκε για την επισκευή του μισθίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) μετά την προσκομιδή του άνω τιμολογίου παραπλανήθηκε και δέχθηκε ότι ο μισθωτής εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες και δικαιούται το ποσό που συμφωνήθηκε να του καταβάλει η εκμισθώτρια από 11.445 ευρώ. Όμως αυτό το τιμολόγιο είναι από την αρχή κατασκευασμένο και πλαστό αφού το αναγραφόμενο σε αυτό ΑΦΜ του υποτιθέμενου εργολάβου ανήκει στην επιτηδευματία Π. Α. του Ε. με αντικείμενο εργασιών Γενικό Εμπόριο - Φο Μπιζού •- Παλιά Ενδύματα και δεν αφορά κανένα εργολάβο που αναλαμβάνει οικοδομικές εργασίες σε οικίες (βλ. υπ' αρ.πρωτ. 673/2010 έγγραφο Δ.Ο.Υ. ΚΑ' Αθηνών, υπ' αρ.πρωτ.ί2586/2009 έγγραφο Δ.Ο.Υ. Α' Καλλιθέας). Τα παραπάνω προκύπτουν και από τα περιστατικά που δέχθηκε ως βάσιμα και αληθή η υπ' αρ.3609/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία ο μισθωτής (εδώ κατηγορούμενος) δεν εκτέλεσε τις εργασίες που αναφέρονται στο άνω τιμολόγιο. Κατόπιν αυτών που αποδείχθηκαν, ο κατηγορούμενος, τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατήρτισε εξ υπαρχής το ως άνω αναφερόμενο τιμολόγιο το οποίο επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να στηρίζει ισχυρισμό ανταπαίτησής του έναντι της εκμισθώτριας, αντισυμβαλλομένης του στη μισθωτική σύμβαση και αντιδίκου του. Ο εδώ ισχυρισμός του στην απολογία του ότι το τιμολόγιο δεν είναι πλαστό και το πήρε από την κ. Π. δεν ευσταθεί διότι δεν αποδεικνύεται μετά τα παραπάνω και τη διερεύνηση που έγινε από τις Δ.Ο.Υ. ως προς το φερόμενο στο τιμολόγιο ΑΦΜ. Ο κατηγορούμενος σκόπευε με το τιμολόγιο αυτό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, δια της παραπλάνησης του άνω δικαστηρίου ενώπιον του οποίου παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθή από τα οποία επήλθε ζημία στην εκμισθώτρια αντίδικο του, εφόσον πέτυχε να του επιδικάσει το δικαστήριο την δήθεν δαπάνη που επιβαρύνθηκε για την επισκευή του μισθίου, το οποίο συμψήφισε στα μισθώματα που ζητούσε η άλλη πλευρά, το ποσό των 11.500 ευρώ. Εξάλλου ο ίδιος κατηγορούμενος με πειθώ και φορτικότητα που αποδεικνύονται από τη στενή σχέση τους (αρραβωνιασμένοι) έπεισε τη δεύτερη κατηγορουμένη να καταθέσει τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε αυτή στις 18-11-2004 ενόρκως, ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή ότι το μίσθιο βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, είχε σπασμένα πατώματα, πλακάκια, εξωτερικές σωληνώσεις κ.λ.π., γεγονότα ψευδή, όπως προαναφέρθηκε καθώς αυτό βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, ούτε εξωτερικές σωληνώσεις είχε (βλ. κατάθεση προηγούμενου μισθωτή Κ.), εν γνώσει της αναληθείας τους, καθώς η ίδια επισκέφθηκε και γνώριζε το χώρο. Κατόπιν όλων αυτών των περιστατικών που αποδείχθηκαν, πρέπει, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται...." Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: " Στην Αθήνα ...... Α) ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π., στις 28/07/2003, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση αυτού στις 16/11/2004. Ειδικότερα κατήρτισε εξ υπαρχής στις 28/07/2003 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο με αριθμό 39 και ημερομηνία 28/07/2003 με το οποίο εφέρετο ψευδώς η Τεχνική Επιχείρηση Ανακαινίσεων Εσωτερικών - Εξωτερικών Χώρων παντός είδους, με την επωνυμία Π. Α. Γ. να έχει προβεί στο μισθωθέν υπ' αυτού (κατ/νου) διαμέρισμα στην οδό … ..., στις κάτωθι εργασίες έναντι του κάτωθι αναγραφόμενου τιμήματος και να έχει εξοφληθεί μετρητοίς για αυτές. Ήτοι: 1) Επισκευές εποτά ρολών έναντι συνολικού τιμήματος 1.180 ευρώ, ....12) αντικατάσταση απορροφητήρα 350 ευρώ και συνολικά ποσού 19.530 ευρώ προσαυξημένο με νόμιμο Φ.ΠΑ. 3.515,40 ευρώ ήτοι συνολικά 23,045,40 ευρώ και στο οποίο ως άνω πλαστό δελτίο αποστολής - τιμολόγιο έθεσε στη θέση του παραδόντος, κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του εκπροσώπου της πιο πάνω επιχειρήσεως για να παραπλανήσει κάθε τρίτο ότι στο ως άνω μίσθιο είχαν γίνει οι πιο πάνω επισκευές - εργασίες και ότι αυτός είχε πληρώσει μετρητοίς το ποσό των 23.045,40 ευρώ στην πιο πάνω επιχείρηση και στη συνέχεια στις 16/11/2004 έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου προσκομίζοντας το με τις από 16/11/2004 προτάσεις του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου θα συνεκδικάζονταν στις 18/11/2004 η από 01/04/2004 αγωγή της Σ. Π. και της πρώτης εγκαλούσας Π. Δ. εναντίον του, ως και η από 12/09/2004 αγωγή του ιδίου κατά της Σ. Π., με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Β) Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π., στις 16/11/2004, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον, δια της εν γνώσει παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξη, από την οποία επήλθε σε άλλον περιουσιακή ζημία. Συγκεκριμένα προκείμενου να απορριφθεί η εναντίον του από 01/04/2004 με αρ. καταθ. 46387/01-04-04 αγωγή της Σ. Π. και της Π. Δ. (α' εγκαλούσας) ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτης της μητρός της Σ. Π., με την οποία ζητείτο να υποχρεωθεί αυτός (κατ/νος) να τους αποδώσει την χρήση του μισθωθέντος σε αυτόν διαμερίσματος ενόψει του από 27/05/2003 μισθωτηρίου συμφωνητικού κατοικίας επί της οδού … στο ... ευρισκομένου διαμερίσματος 3ου ορόφου και να τους καταβάλει το ποσό των οφειλομένων μισθωμάτων ύψους 11.445,33 ευρώ και προκειμένου να γίνει και δεκτή η από 12/09/2004 αγωγή του κατά της Σ. Π. με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι προέβη σε επισκευές στο πιο πάνω μίσθιο ύψους 14.287 ευρώ που κατέβαλε ο ίδιος έχοντας συμφωνήσει με την εκμισθώτρια Σ. Π. με το πιο πάνω από 27/05/2003 συμφωνητικό να καλύψει η εκμισθώτρια στη συνέχεια τις δαπάνες επισκευής ύψους 11.500 ευρώ, ως και ζητούσε να συμψηφιστεί η πιο πάνω απαίτηση του με τα οφειλόμενα υπ' αυτού μισθώματα και προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 14.287 ευρώ για δήθεν επισκευές που είχε κάνει στο ως άνω μίσθιο, προσκόμισε στις 16/11/2004 δια του συνηγόρου του μαζί με τις από 16/11/2004 προτάσεις του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου θα συζητούντο και θα συνεκδικάζονταν στις 18/11/2004 οι δύο πιο πάνω αγωγές, το προαναφερόμενο στην υπό στοιχείο "Α" του κατηγορητηρίου πράξη πλαστό και υπ' αυτού καταρτισθέν υπ' αρ. 39/18-07-2003 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, στο οποίο ψευδώς αναγράφοντο ότι είχαν γίνει επισκευές στο πιο πάνω μίσθιο έναντι τιμήματος συνολικού μετά Φ.Π.Α. 23.045,40 ευρώ, το οποίο δήθεν εκείνος (κατ/νος) εξόφλησε μετρητοίς παριστάνοντας ούτω ψευδώς στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι είχε καταβάλει το ποσό των 23.045,40 ευρώ για επισκευές του μισθίου, ενώ δεν είχε προβεί στις αναγραφόμενες στο δελτίο αποστολής - τιμολόγιο εργασίες και ούτε δικαιούνταν να συμψηφίσει με τα μισθώματα εκ του ποσού αυτού το ποσό 11.500 ευρώ, την κάλυψη των οποίων είχε αναλάβει η εκμισθώτρια, με συνέπεια από το πλαστό αυτό έγγραφο να παραπλανηθεί ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να πεισθεί ότι έγιναν οι αναγραφόμενες σε αυτό εργασίες και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 969/2005 απόφαση με την οποία έγινε συμψηφισμός των οφειλομένων υπ' αυτού (κατ/νου) μισθωμάτων με το ποσό των 11.500 ευρώ, που έγινε δεκτό ότι κατέβαλε αυτός για δαπάνες επισκευής και να υποστούν οι εγκαλούσες Π. Δ. και Κ. Κ. μετά της εκμισθώτριας μητρός των Σ. Π., τελούσης σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, οικονομική ζημία ύψους 11.500 ευρώ, ποσό το οποίο απεκόμισε αυτός παράνομα. Γ) Η δεύτερη κατηγορούμενη Ι. Κ. στις 18/11/2004, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα....Δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π., στις 18/11/2004Γμε πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε, Ειδικότερα έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τη δεύτερη κατηγορούμενη Ι. Κ. να διαπράξει την υπό στοιχείο "Γ" του κατηγορητηρίου πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία η ανωτέρω και διέπραξε.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως της απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας στη ψευδορκία που διέπραξε η συγκατηγορούμενή του, οι οποίες συρρέουν πραγματικά,τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α ,46 παρ.1 α, 94, 216 παρ.1, και 386 παρ.1α' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως: α) την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, ( δελτίο αποστολής τιμολόγιο) που από την αρχή κατάρτισε ο αναιρεσείων, όπως ειδικότερα στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό, αναλύεται, και συνακόλουθα το δόλο του β) το σκοπό κατάρτισης του εγγράφου αυτού που ήταν η παραπλάνηση του δικαστηρίου και γ) την χρήση από τον ίδιο, του πλαστού αυτού εγγράφου με την προσκόμισή του στο δικαστήριο. Επίσης αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο: α) τις απατηλές ενέργειες του αναιρεσείοντα με τη χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου που αυτός κατάρτισε β) τη γνώση του ότι το περιεχόμενο του εγγράφου, (δελτίου αποστολής-τιμολογίου) ήταν ψευδές, αφού οι φερόμενες ως γενόμενες σε αυτό εργασίες και η αντίστοιχη δαπάνη, δεν έγιναν ποτέ γ) την παραπλάνηση του δικαστηρίου που αποδέχθηκε ως πραγματικές τις παραπάνω εργασίες και την αντίστοιχη δαπάνη και δ) την ζημία που προκλήθηκε στις εγκαλούσες με την έκδοση της σε βάρος τους και ευνοϊκής για τον αναιρεσείοντα απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μη ασκούσης επιρροής της έκβασης της δευτεροβάθμιας δίκης, που κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν σε βάρος του και ευνοϊκή για τις εγκαλούσες, αφού οι τελευταίες υπέστησαν ζημία, αρχικά με την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και της εν γένει εμπλοκής τους σε περαιτέρω δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Τέλος αναφέρει καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα: α) τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε η αυτουργός και τα αντίστοιχα αληθή που αυτός γνώριζε β) τον δόλο του και γ) τα μέσα που αυτός χρησιμοποίησε (πειθώ και φορτικότητα ) για να πείσει την αυτουργό να τελέσει την ψευδορκία μάρτυρα.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. με τους αριθμούς Α, Β και Γ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ενέχει αντιφάσεις και δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υποστηρίζεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι και γι` αυτό αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ Κ.Π.Δ, για το λόγο ότι, οι φωτογραφίες που φέρονται ότι επισκοπήθηκαν στα πρακτικά της πληττόμενης απόφασης, δεν αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα στα οποία το δικαστήριο στήριξε την επί της ενοχής κρίση του. Όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται, ότι πράγματι επισκοπήθηκαν φωτογραφίες (βλ. σελ. 7 πρακτικών) κατά την διάρκεια της διαδικασίας και προδήλως, εννοεί η απόφαση, ότι επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες αυτές, από τον διευθύνοντα την συζήτηση, στους διαδίκους και σε κάθε περίπτωση, ότι τέθηκαν υπόψη τούτων για να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους, αφού προκειμένου για φωτογραφίες, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για τον σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα την συζήτηση. Στην κατ` είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων, στα οποία στήριξε η προσβαλλομένη απόφαση την κρίση της επί της ενοχής, γίνεται αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα, σε αυτά δε, περιλαμβάνονται και οι προμνησθείσες φωτογραφίες, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδείχθηκαν για τον σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα την συζήτηση και δεν υπήρχε χρεία ιδιαίτερης αναφοράς τους στα αποδεικτικά μέσα, αφού αυτές δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά υπάγονται στην κατηγορία των εγγράφων.
Συνεπώς, η μη αναφορά τους χωριστά, στη μνεία των αποδεικτικών μέσων, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης και επομένως και ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-8-2011 αίτηση του Σ. Π. του Α. και τους από 16-1-2011 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 6400/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος. Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Απάτη ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση πλαστού τιμολογίου σχετικά με δαπάνες που δήθεν έγιναν από τον αναιρεσείοντα, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε μισθωτική διαδικασία, προκειμένου να του επιδικασθούν τα ποσά που αξίωνε με την αγωγή του. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι.. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επισκόπηση στο ακροατήριο Φωτογραφιών. Αποτελούν έγγραφο και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στα αποδεικτικά μέσα, αρκεί η μνεία των εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 499/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Ι. Λ., και εγκαλούμενη την Α. Λ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 151351 13.1.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 85/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 34/10.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ το υπ' αριθμ. πρωτ. 151351/13-1-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137§1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 2080/06).
Στην προκειμένη περίπτωση η Ι. θυγ. Α. Λ., κάτοικος ..., υπέβαλε την από 30/10/2011 καταγγελία κατά της Α. Λ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, για υπεξαγωγή εγγράφων κλπ. Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο, εκτός αυτό των Αθηνών (βλ. αρθρ. 8 Ν. 4022/2011 με το οποίο ιδρύθηκε το Εφετείο Ευβοίας και ΑΠ 2079/2006, ΑΠ 223/2003 κ.α.), πρέπει η έγκληση αυτή να παραπεμφθεί από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση (ΑΠ 840/05 Ποιν. Δικ/νη 2005, σελ. 1241).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διαταχθεί η παραπομπή της από 30/10/2011 καταγγελίας της Ι. θυγ. Α. Λ., κατοίκου ..., κατά της Α. Λ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, για υπεξαγωγή εγγράφων, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που δικαιολογητικό λόγο έχουν την εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η Ι. θυγ. Α. Λ., κάτοικος ..., υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 30.10.2011 αναφορά, με την οποία κατήγγειλε την Α. Λ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για υπεξαγωγή εγγράφων. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι η ανωτέρω εγκαλουμένη εισαγγελική λειτουργός υπηρετούσε μέχρι την 12.9.2011 (ήτοι και κατά τον κρίσιμο χρόνο) στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (πλέον, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή του αρμοδίου κατά τα άρθρα 122 - 125 του ΚΠοινΔ, στο οποίο υπηρετούσε η εγκαλουμένη.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. πρωτ. 151351/13.1.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να παραπεμφθεί η ως άνω έγκληση από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθ. πρωτ. 151351/13.1.2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
ΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 30.10.2011 αναφοράς της Ι. θυγ. Α. Λ. κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Α. Λ. αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Υποβολή εγκλήσεως κατά Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών για υπεξαγωγή εγγράφων. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετούσε η εγκαλουμένη αντεισαγγελέας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 498/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Α. Μ. του Δ., κάτοικο ..., και εγκαλούμενες τις 1. Α. Β., Εφέτη Κρήτης, 2. Ε. Κ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, 3. Μ. Τ., Πρωτοδίκη Αθηνών και 4. Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 150109/3.1.2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 35/13.2.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την αριθμ. 150109/3-1-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το δικαστήριό σας, κατ' άρθρο 136 εδ ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτ. ε' του ΚΠοινΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ιδίου Κώδικα διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα ως άνω άρθρα του ΚΠοινΔ δικαστήριο, κατά δε τη διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως β) το συμβούλιο των Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή στο πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής δίωξης για την ταυτότητα του λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη συνοδεύουσα την άνω αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ποινική δικογραφία, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά η από 24/4/2008 συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά (ΑΒΜ Γ08/1460/18-4-2008) του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά των Α. Β., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη, που υπηρετεί στο Εφετείο Κρήτης, Ε. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Τ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών και Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών, πλην της πρώτης τούτων, από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Δοθέντος δε ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών, πρέπει όπως το Συμβούλιό Σας ορίσει το κατά παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο και σαν τέτοιο προτείνω το Πρωτοδικείο Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, καθόσον αφορά τις τρεις τελευταίες μηνυόμενες και λόγω συναφείας για την πρώτη, προς άσκηση διώξεως και ενέργεια των τυχών απαραιτήτων πράξεων της προδικασίας και κύριας διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιο να επιληφθεί της από 24-4-2008 συμπληρωματικής μηνυτήριας αναφοράς του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου αυτού. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών ... β) το συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Α. Μ. του Δ., κάτοικος ..., υπέβαλε την από 24-4-2008 συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά του (ΑΒΜ Δ 11/4529), σε συνέχεια της ΑΒΜ Γ 08 /1460/18-4-2008 μηνυτήριας αναφοράς του, που στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά των Α. Β., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη, που υπηρετεί στο Εφετείο Κρήτης, Ε. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Τ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών και Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμό 183355/17-11-2011 έγγραφό του, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, υπέβαλε σε αυτόν, τη σχετική ως άνω μηνυτήρια αναφορά και ζήτησε τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω της ιδιότητας, των κατά τα άνω μηνυομένων, ως δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, υπηρετούντων στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμό πρωτ. 61109/15-12-2011έγγραφό του, επέστρεψε τη σχετική δικογραφία, καθόσον το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν μπορούσε να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου, μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών. Στη συνέχεια ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμό πρωτ. 150109/3-1-2012 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω του ότι δεν υφίσταται, κατά τα εκτεθέντα ευχέρεια του συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την παραπομπή της παραπάνω υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, που να ανήκει στην περιφέρειά του. Ενόψει των ανωτέρω, δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών, πλην της πρώτης τούτων, από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ), δοθέντος δε, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ' αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υποθέσεως ως προς όλους τους παραπάνω εγκαλουμένους Δικαστικούς και Εισαγγελική λειτουργό (λόγω συναφείας για την πρώτη), από τον κατά νόμο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στο Πρωτοδικείο Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, προς άσκηση διώξεως και ενέργεια των τυχών απαραιτήτων πράξεων της προδικασίας και κύριας διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμό πρωτ. 150109/3-1-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά την από 24-4-2008 ( Α.Β.Μ. Δ11/ 4529) συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά του Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., κατά, μεταξύ άλλων, των 1) Α. Β., Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη, που υπηρετεί στο Εφετείο Κρήτης, 2) Ε. Κ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 3) Μ. Τ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών και 4) Ε. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στο Πρωτοδικείο Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου αυτού.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας 136 Κ.Π.Δ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών κατόπιν της υποβολής συμπληρωματικής μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος δικαστικών λειτουργών και Εισαγγελικού λειτουργού του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας. Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στο Πρωτοδικείο Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου αυτού.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 497/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Α., κρατούμενου στις φυλακές Τρικάλων, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1506-1507/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 433/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 184/2.9.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την από 28-2-2011, δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του Α. Μ. του Α., κρατουμένου στις φυλακές Τρικάλων, κατά της υπ' αριθμ. 1506-1507/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατεδικάσθη για οργάνωση προς κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών και του επεβλήθη ποινή καθείρξεως οκτώ ετών, εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ' αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1318/2005 Ελλ Δνη 46 σελ. 1562 κ.α.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμο άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη στην εμπρόθεσμο άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, που υποχρεούται να τα επισυνάψει στην σχετική έκθεση, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (Α.Π. 619/2005, 1382/2004, Ποιν. Δικ. 2005 σελ. 1097, Π. Λογ. 2004 σελ. 1641 κ.ά.).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη άνω απόφαση, η οποία εξεδόθη με παρόντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατεχωρήθη στο ειδικό βιβλίο στις 23-11-2010, η κατ' αυτής δε άνω αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 15-3-2011, ήτοι μετά παρέλευση της δια την περίπτωση οριζομένης προθεσμίας των 20 ημερών από της καταχωρήσεώς της στο ειδικό βιβλίο, χωρίς στην αίτηση να γίνεται επίκληση λόγου ανωτέρας βίας, η οποία να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο. Κατόπιν αυτού η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τοιουτοτρόπως, Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η από 28-2-2011 αίτηση αναιρέσεως του Α. Μ. του Α., κατά της υπ'αριθμ. 1506-1507/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται από το άρθρο 473 και κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ως περίπτωση δε απαραδέκτου του ενδίκου μέσου προβλέπεται από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και όταν τούτο ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Εκπρόθεσμο δε ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 1506, 1507/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, σε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών, η απόφαση δε αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 13-10-2010, όπως προκύπτει από την από 23-11-2010 βεβαίωση του γραμματέα του άνω δικαστηρίου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο του άνω Εφετείου στις 23-11-2010, οπότε και άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης.
Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη από 28-2-2011 αναίρεσή του, με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15-3-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του επιδοθέντος δικογράφου αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την άνω εκπρόθεσμη, πολύ μετά το εικοσαήμερο από της καταχώρησης, άσκηση της αναίρεσής του.
Επομένως, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο για να εκθέσει τις απόψεις του περί του απαραδέκτου και αυτός δεν παραστάθηκε, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28.2.2011 αίτηση-δήλωση του Α. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1506, 1057/13.10.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 493/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Γαβουνέλη, περί αναιρέσεως της 86781/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Αν ο μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, "για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν δε η πράξη έχει καταστεί ανέγκλητη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 86781/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική πεντακοσίων (500) ευρώ για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) και συγκεκριμένα γιατί, ενώ ήταν εργοδότης της επιχειρήσεως με την επωνυμία "PROMERITEGH SERVICES APEE" και είχε απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 11.1.2002 μέχρι 3.1.2003 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, επομένως δε είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), δεν κατέβαλε αυτές προς το άνω Ίδρυμα μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέρχονται στο ποσό των οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (8.293,01 €). (Για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του, ύψους 4.146,50 €, αθωώθηκε, με την ίδια απόφαση, γιατί τότε είχε καταστεί ανέγκλητη η πράξη όταν το οφειλόμενο ποσό δεν υπερέβαινε το ποσό των 5.000 €). Κατά της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ την 16-2-2011, κατά την επ' αυτής επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, ο κατηγορούμενος, με σχετική δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 4.3.2011, κατά την επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας, που ενέργησε την επίδοση, Ελένης Χαβαλέ, άσκησε αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας, ως λόγο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ήδη δε, μετά την ισχύ του ν. 3904/2010, ο οποίος, ως επιεικέστερος, εφαρμόζεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και στην παρούσα περίπτωση, η πράξη του κατηγορουμένου, που αφορά καθυστέρηση εργοδοτικών εισφορών ποσού 8.293,01 ευρώ, δηλαδή μικρότερου των 20.000 ευρώ, κατέστη ανέγκλητη και, επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3160/2003, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αθώος για την εν λόγω πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 86781/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (κατά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξη).
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟ τον κατηγορούμενο Γ. Κ. του Σ. για το ότι: Στις 15.7.2004, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχειρήσεως με την επωνυμία "PROMERITEGH SERVICES APEE", είδους επιχειρήσεως Υπηρεσίας Υγειονομικών Εφαρμογών, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 11.1.2002 μέχρι 3.1.2003 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν κατέβαλε, όπως όφειλε, για την ασφάλιση του άνω προσωπικού στο ΙΚΑ, τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) ποσού οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ενός λεπτού (8.293,01 €) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, οπότε οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές, βάσει της συνταχθείσας με αριθμό 76752 ΠΕΕ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαραίνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), για την εφαρμογή του α.ν. 86/1967, πρέπει να υπερβαίνει τα 20.000 € (άρθρο 33 του ν. 3346/2005 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010). Αν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αναιρείται η απόφαση, γιατί λόγω ποσού η πράξη κατέστη ανέγκλητη, και κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 601/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 1109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1714/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ " όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική, και αφ' ετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του ως άνω εγκλήματος που διαπράχθηκε. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Εξ' άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στο 4° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ... κατεύθυνση, την 17-4-2002 και περί 08.40, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημά του και κατά την οδήγηση αυτού το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του αυτή. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οδηγούσε το υπ' αριθμ. ...Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης, (κατηγορίας Γ και Ε), αλλά μόνο Γ κατηγορίας (η οποία δεν του επέτρεπε να οδηγεί φορτηγό αυτοκίνητο με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος που υπερβαίνει τα 3.500 χλγ και με ρυμουλκούμενο- σύνολο συζευγμένων οχημάτων- του οποίου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος υπερβαίνει τα 750 χλγ, όπως το ζημιογόνο) βαίνοντας με αυτό στην ως άνω οδό με κατεύθυνση από .... Επίσης το οδηγούσε ενώ είχε υπέρβαρο φορτίο στο ρυμουλκούμενο και με όχι ασφαλή φόρτωση, καθόσον το μεν ρυμουλκό βρέθηκε χωρίς φορτίο, το δε μικτό βάρος του ρυμουλκούμενου βρέθηκε να είναι περί τα 16.800 κιλά περίπου, ήτοι ανώτερο του μέγιστου επιτρεπόμενου των 13.000 χλγ κατά 3.800 χλγ τουλάχιστον, (αφού ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει μόνο στο ρυμουλκούμενο φορτίο εμφιαλωμένου νερού αποτελούμενου από 15 παλέτες με 84 συσκευασίες των 6 φιαλών η κάθε παλέτα του 1,5 λίτρου η κάθε φιάλη και 1 παλέτα με 42 συσκευασίες των 12 φιαλών του 1,5 λίτρου η κάθε φιάλη. Ήτοι συνολικού βάρους μόνο σε νερό 12.096 κιλών και με την πρόσθεση του βάρους των συσκευασιών, των παλετών και του απόβαρο του οχήματος (βλ σχετικώς την με ημ/νία 17-4-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ... Υπαλλήλου του ΚΤΕΟ). Στο ύψος του 4ου χιλ. της Εθνικής αυτής οδού, το προς ... ρεύμα κυκλοφορίας διασταυρώνεται δεξιά με την οδό ..., η οποία οδηγεί στα ΤΕΙ ... όπου φοιτούσε ο παθών. Από εκεί εξήλθε ο παθών με την υπ αριθμ ... δίκυκλη μοτ/τα του, εισήλθε στο προς ...ρεύμα και κινήθηκε διανύοντας περί τα 80-90 μέτρα, κινούμενος στην δεξιά λωρίδα επιτάχυνσης, η οποία συνεχίζεται για λίγο μετά το σημείο του ενδίκου ατυχήματος, όπου υφίσταται δεξιά στροφή με κατωφέρεια και όπου το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας από τα 9 μέτρα που είναι στην διασταύρωση με την οδό ..., μειώνεται στα 4,20 μέτρα. Τα δύο αυτά οχήματα κατά την ένδικη σύγκρουση κινούντο παράλληλα και με μικρή ταχύτητα όπως κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυς ...που κινείτο πίσω από την νταλίκα με δικό του φορτηγό και βεβαίωσε ότι όταν είδε το μηχανάκι ήταν στη μέση της νταλίκας και ότι το μηχανάκι κλείστηκε ανάμεσα στην νταλίκα και το ρυμουλκούμενο και χτυπήθηκε από το ρυμουλκούμενο (βλ την ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρος αυτού). Ειδικότερα προέκυψε ότι το ρυμουλκούμενο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό ελαστικό και την δεξιά προστατευτική μπάρα του, πίσω δεξιά και στην αριστερή πλευρά της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο παθών Ψ και εκινείτο με την ίδια κατεύθυνση, πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος της οδού (βλ. στο σχεδιάγραμμα το σημείο πρόσκρουσης) την οποία εξέτρεψε στα υφιστάμενα δεξιότερα προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού και η οποία ακινητοποιήθηκε σε 12 μέτρα από του σημείου της συγκρούσεως όπου βρέθηκε και η σημειούμενη στο σχεδιάγραμμα κηλίδα αίματος του οδηγού της (βλ επίσης στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας την αποτυπωθείσα κίνηση των εν λόγω οχημάτων και το σημείο πρόσκρουσης, με βάση τις κηλίδες του θύματος τα θραύσματα της μοτοσυκλέττας στο οδόστρωμα και τα ίχνη τριβής της τελευταίας στο προστατευτικό κιγκλίδωμα, όσο και από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου σημειώνονται λεπτομερώς τα σημεία της πρόσκρουσης του ρυμουλκούμενου με την μοτοσυκλέττα, της οποίας τον μπροστινό τροχό- ελαστικό, πάτησε ο πίσω δεξιός τροχός του ρυμουλκούμενου). Αποτέλεσμα ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο τελευταίος, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος, σπλάχνων θώρακος και κοιλίας, από τις οποίες αποκλειστικά επήλθε ο θάνατός του. Από τα ανωτέρω κρίνεται ότι υπαίτιος του της σύγκρουσης αυτής των εν λόγω οχημάτων και τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσυκλέττας είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και την προσοχή, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός και επιμελής οδηγός, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, και της οδικής κυκλοφορίας και η οποία προσοχή θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου γεγονότος. Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, λαμβάνοντας υπόψιν το μέγεθος τον όγκο και την ιδιαιτερότητα του οχήματος του, που αποτελείται από δύο τμήματα, το ένα των οποίων (το ρυμουλκούμενο) ενόψει μάλιστα στροφής, και του γεγονότος ότι το οδηγούσε χωρίς να έχει φορτωθεί ασφαλώς αφού το μεν ρυμουλκό ήταν άδειο, το δε ρυμουλκούμενο με μικτό βάρος περί τα 16.800 χλγ, υπέρβαρο κατά 3.800 χλγ, γεγονός που παραπέμπει κατά τους κανόνες της κοινής λογικής στο ότι το ρυμουλκούμενο και δεν ευθυγραμμίσθηκε με την τροχιά του άλλου, δηλαδή του ρυμουλκού στην κατωφερική στροφή που συνάντησε με αποτέλεσμα να επιπέσει στην μοτ/τα που εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, την οποία δεν είχε αντιληφθεί εγκαίρως ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είδε την μοτ/τα παρά μόνο κατά την στιγμή της σύγκρουσης επιρρωνύει την κρίση ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον όπως κατέθεσε ο ανωτέρω αυτόπτης μάρτυς με την μοτ/τα έβαιναν παράλληλα με την ίδια ταχύτητα και έπρεπε να την είχε αντιληφθεί εγκαίρως και να ρυθμίσει αναλόγως των προαναφερομένων συνθηκών της οδού την κίνηση του οχήματός του ώστε να μην "εγκλωβίσει" την παραλλήλως αυτού κινούμενη μοτοσυκλέττα.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως που του αποδόθηκε με το κατηγορητήριο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. β, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην απόφαση επισημαίνονται οι πράξεις και οι παραλείψεις του κατηγορουμένου που τελούν σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αιτία που προκάλεσε το εγκληματικό αποτέλεσμα. Εν όψει αυτών, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 502 παρ. 1 και 365 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας που δόθηκε στην προδικασία, δεν παραβιάζει δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τα άρθρα 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και από το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, εκτός αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχε αντιλέξει στην ανάγνωση της εν λόγω κατάθεσης. Εφόσον, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντιλέξει στην ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από τις προαναφερόμενες διατάξεις, να θέτει ερωτήματα στο μάρτυρα, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του επί της κατάθεσης του μάρτυρα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Εφετείου, με την αιτίαση ότι αναγνώσθηκε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα-αρχιφύλακα Ξ που είχε δοθεί κατά την προδικασία, χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο λόγος ανάγνωσης αυτής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η ανάγνωση αυτή, στην οποία δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δημιουργεί ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Σημειωτέον δε, ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η αναγραφή παραπλεύρως του ονόματος του παραπάνω μάρτυρα, και εντός παρενθέσεως, και του ονόματος του αστυνομικού Θ, οφείλεται σε γραφική παραδρομή, και δεν δημιουργείται καμία απολύτως αμφιβολία ότι αναγνώσθηκε μόνο η ένορκη κατάθεση του αρχιφύλακα Ξ, επιπροσθέτως δε διότι και ο ίδιος ο αναιρεσείων διατείνεται ότι δεν υπάρχει στην προδικασία κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού Θ Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτόμενων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/11/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (τροχαίο). Απορρίπτονται και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πρώτος περί ελλείψεως αιτιολογίας, ως αβάσιμος διότι το δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος, και ο δεύτερος για απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν δημιουργείται τέτοια ακυρότητα όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι ήταν αδύνατη η εμφάνισή του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωσή της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 486/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 199/29.12.10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ίνεγλη περί αναιρέσεως της 4647/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενοw ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 946/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μεταξύ άλλων, μπορεί να είναι ή από ανυπέρβλητο κώλυμα αδυναμία εμφανίσεως του συνηγόρου υπερασπίσεως αυτού (κατηγορουμένου) και η μη δυνατότητα έγκαιρης και επαρκούς αναπληρώσεως του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφαση του. Άλλως, εάν απορρίψει το αίτημα, χωρίς την επιβαλλόμενη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν παρών "ο κατηγορούμενος έλαβε τον λόγο και ζήτησε την αναβολή της κρινομένης υποθέσεως για τον λόγο ότι ο συνήγορος υπερασπίσεως του Ευστράτιος Τοπαλίδης του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας απουσιάζει και προσκόμισε μάλιστα και το σχετικό από 18.3.2010 έγγραφο του τελευταίου". Ο Εισαγγελέας έλαβε τον λόγο και πρότεινε να γίνει δεκτό το παραπάνω υποβληθέν από τον κατηγορούμενο αίτημα αναβολής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Στην κρινόμενη υπόθεση ο προαναφερθείς εκκαλών - κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει διορίσει ως πληρεξούσιο του τον Δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας Ευστράτιο Τοπαλίδη και ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος αδυνατεί να προσέλθει σήμερα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να τον υπερασπισθεί, προσκομίζοντας μάλιστα την από 18.3.2010 έγγραφη δήλωση του τελευταίου, που αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "ΔΗΛΩΣΗ. Ο υπογεγραμμένος δικηγόρος Καβάλας Ευστράτιος Τοπαλίδης του Εμμανουήλ (ΑΜ ΔΣΚ 92), δια της παρούσης δηλώ στο σεβαστό Πρόεδρο και τα δύο μέλη της συνθέσεως και του κ. Εισαγγελέα του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ότι αδυνατώ να παραστώ ενώπιον του σεβαστού σας δικαστηρίου κατά την δικάσιμον της 19.3.2010, προκειμένου να υπερασπισθώ των πελάτη μου Χ. Κ., διότι θα παραστώ ενώπιον του Εφετείου Θράκης δια υπεράσπισιν του πελάτου μου Σ. Τ.. Παρακαλώ όπως αναβάλετε τις δύο υποθέσεις με αριθμό Β' κλήσ. 1098/2010 και 1058/2010 και υπ' αριθμ. έφεση 66655/05 και 31003/05 σύμφωνα με το νόμο, προκειμένου να τον υπερασπισθώ εγώ, καθόσον είμαι γνώστης αυτών. Καβάλα 18.3.2010. Μετά τιμής. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευστάθιος Τοπαλίδης". Από κανένα άλλο στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι πράγματι ο προαναφερθείς δικηγόρος Ευστράτιος Τοπαλίδης βρίσκεται στο Εφετείο Θράκης για να υπερασπισθεί τον παραπάνω πελάτη του (με την προσκομιδή επί παραδείγματι της σχετικής κλήσεως", ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος ουδέποτε χρησιμοποίησε τον ως άνω Δικηγόρο για να τον υπερασπισθεί, στην σχετική μάλιστα δίκη που αφορούσε αναστολή εκτελέσεως της ως άνω υπ' αριθμ. 66655/18.10.2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αυτός (δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ίνεγλη, του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΑΜ 749), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 123/7.1.2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ενώ κατά την άσκηση της κρινομένης εφέσεως ο εκκαλών ως αντίκλητο δικηγόρο του διόρισε τον προαναφερθέντα Δικηγόρο Δημήτριο Ίνεγλη, επί πλέον και με σχετική εξουσιοδότηση του (του κατηγορουμένου) προς τον αυτόν ως άνω δικηγόρο, χορηγήθηκε στον τελευταίο η εντολή να ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση εναντίον της παραπάνω υπ' αριθμ. 66655/2005 αποφάσεως, που μάλιστα θεωρήθηκε για το γνήσιο της υπογραφής του (κατηγορουμένου) στις 31.12.2009 από τον Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Λαρίσης Ιωάννη Χριστοφοράκη, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενον φέρεται ότι τελέσθηκε εκ μέρους του κατά το έτος 1999 και επειδή δεν είναι δυνατόν να αναβάλλεται χωρίς σημαντικό λόγο η εκδίκαση της υποθέσεως γιατί στην περίπτωση αυτή το σχετικό δικαίωμα του διαδίκου ασκείται καταχρηστικώς και είναι αντίθετο στο συμφέρον της δικαιοσύνης που συνίσταται στην κατά το δυνατόν ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων και στην αποφυγή παραγραφής των εγκλημάτων, πρέπει να απορριφθεί το ως άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής εκδικάσεως της κρινομένης υποθέσεως". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην άνω απόφαση του, την παρεμπίπτουσα, απορριπτική του αιτήματος αναβολής, την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί, με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που την στηρίζουν. Ειδικότερα προσδιορίζονται οι αποδείξεις, τις οποίες έλαβε υπόψη του το Πλημμελειοδικείο, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, ότι το κώλυμα του δικηγόρου του δεν συνιστά σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, αφού γίνεται μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής των εγγράφων της δικογραφίας, και μάλιστα του ως άνω εγγράφου του δικηγόρου Ευστρατίου Τοπαλίδη, την οποία ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο.
Συνεπώς, η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση έχει την κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτουμένη αιτιολογία και ο σχετικός από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επομένως και ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ... κατά της 4.647/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 340 παρ. 1, 34 ΚΠΔ. Το αίτημα για αναβολής λόγω κωλύματος (συνηγόρου του κατηγορουμένου στην προκείμενη περίπτωση) απόκειται μεν στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όμως τούτο οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόρριψή του. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 464/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΣ Βιομηχανία Συσκευασιών ΑΕ", που εδρεύει στην Μαγούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ΝΠΙΔ (Σωματείου) με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΒΙΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2281/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί αναιρέσεως (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωμα "να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση". Στην προκειμένη υπόθεση, άσκησε, για πρώτη φορά, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσίβλητου, παρέμβαση η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ-(Γ.Σ.Ε.Ε)", με την από 3-1-2012 πρόσθετη παρέμβαση της, την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα (βλ. 4003/13-1-2012 έκθεση επιδόσεως του δικ. Επιμελητή ...) επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων μελών του αναιρεσίβλητου σωματείου, μέλους του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Βόλου" και του τελευταίου, μέλους της ίδιας.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης παρέσχε την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα διαιτησίας, που εκείνος κρίνει σκόπιμο, για τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Περαιτέρω, με το ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", καθιερώθηκε σύστημα επιλύσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας, με τη θέσπιση του θεσμού του μεσολαβητή (άρθρα 14, 15) και με την ανάθεση της διαιτησίας σε όργανα ενός Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (άρθρα 16, 17), που ο νόμος αυτός ίδρυσε. Ειδικότερα, ο ν. 1876/1990, αφού όρισε ότι, αν οι διαπραγματεύσεις των μερών αποτύχουν, αυτά μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες μεσολαβητή ή να προσφύγουν στη διαιτησία (άρθρο 14 παρ. 1) και ότι οι όροι και η διαδικασία της προσφυγής καθορίζονται με ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων ή με κοινή συμφωνία των μερών, ελλείψει δε αυτών, με τις διατάξεις του νόμου τούτου (άρθρο 14 παρ. 2), στη συνέχεια ορίζει ότι ιδρύεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, ο "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας" (ΟΜΕΔ), με έδρα την Αθήνα. Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι η διαδικασία της μεσολαβήσεως αρχίζει με αίτηση, που υποβάλλουν τα µέρη από κοινού ή χωριστά (άρθρο 15 παρ. 2), ότι ο μεσολαβητής επιλέγεται από ειδικό κατάλογο μεσολαβητών, επί ασυμφωνίας δε των µερών ορίζεται µε κλήρωση (άρθρο 15 παρ. 3), ότι αν τα µέρη δεν καταλήξουν σε συµφωνία για επίλυση της διαφοράς τους µέσα σε ορισμένη προθεσμία, ο μεσολαβητής µπορεί να υποβάλει δική του πρόταση, η οποία, αν µεν γίνει δεκτή και υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα µέρη, εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας, αν δε όχι, θεωρείται απορριφθείσα (άρθρο 15 παρ. 6). Τέλος, προβλέπεται ότι προσφυγή στη διαιτησία γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων, µε κοινή συµφωνία των µερών, είτε µονοµερώς από το ένα µέρος, όταν το άλλο αρνείται τη μεσολάβηση, είτε από τους εργαζοµένους, όταν αποδέχονται την πρόταση του μεσολαβητή, που απορρίπτει ο εργοδότης ή, κατ' εξαίρεση, σε ορισµένες περιπτώσεις (οργανισµών κοινής ωφελείας κ.λ.π.) και αντιστρόφως (άρθρο 16 παρ. 1), ότι ο διαιτητής όπως και ο μεσολαβητής (άρθρο 15 παρ. 3) επιλέγεται µε κοινή συµφωνία των µερών από ειδικό κατάλογο, άλλως µε κλήρωση (άρθρο 16 παρ. 4) και ότι η απόφασή του, που ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αιτήσεως για μεσολάβηση, εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας (άρθρο 16 παρ. 4). Από όλα τα παραπάνω προκύπτει µε σαφήνεια ότι οι μεσολαβητές και οι διαιτητές, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συνιστούν όργανα του ιδρυθέντος από τον ίδιο νόµο ΝΠΙΔ µε την επωνυµία "Οργανισµός Μεσολάβησης και Διαιτησίας", (ΟΜΕΔ), µε τον οποίο συνδέονται µε σύµβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και επομένως οι πράξεις του διαιτητή του ΟΜΕΔ (διαιτητικές αποφάσεις) δεν αποτελούν πράξεις διοικητικής αρχής και συνεπώς δικαιοδοσία για την κρίση του κύρους και της νοµιµότητας τους έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, διότι, µε την αμφισβήτηση της νοµιµότητας τους, προκαλούνται ιδιωτικές διαφορές, των οποίων η επίλυση ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο παραπάνω δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων από τα πολιτικά δικαστήρια µπορεί να έχει τη µορφή είτε παρεμπίπτοντος ελέγχου, στα πλαίσια, δηλαδή, µιας ατοµικής εργασιακής διαφοράς, είτε του απ' ευθείας ελέγχου µε την άσκηση θετικής ή αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, από εκείνον που έχει έννοµο συμφέρον. Η διαιτητική απόφαση δεν ελέγχεται για την ουσιαστική ορθότητά της ή για τη σκοπιμότητά της, αλλά ο έλεγχος αναφέρεται μόνον στις εξής περιπτώσεις α) αν ρυθμίζει θέματα, τα οποία δεν μπορούν κατά το νόμο να είναι αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων, β) αν δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και διαδικασία, που προβλέπει ο Ν. 1870/1990 για την έκδοσή της, γ) αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα με μονομερή (υπέρ των εργαζομένων) ή αμφιμερή ενέργεια και δ) αν φέρει άλλα τυπικά ελαττώματα ή ελλείψεις. Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν. 1876/1990 ορίζεται ότι: "1. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. 3. Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με αμφιμερή ενέργεια". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 1876/1990 και του άρθρου 3 του ΑΚ προκύπτει ότι η ως άνω γενική αρχή δεν εφαρμόζεται επί κανόνων αναγκαστικού δικαίου (δηµοσίας τάξεως) µε αµφιµερή ενέργεια, ήτοι νόµων που δεν µπορούν να αποκλειστούν µε τη βούληση των ενδιαφερομένων και που τείνουν κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών (Ολ. ΑΠ 20/2006, ΑΠ 673/2009). Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1264/1982, "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήµατος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζοµένων", "οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζοµένων", κατά την παρ. 4 του άρθρου 5 του ιδίου νόµου "απαγορεύεται να δέχονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εισφορές και ενισχύσεις από εργοδότες ή οργανώσεις τους καθώς και από κοµµατικούς οργανισµούς ή άλλες πολιτικές οργανώσεις. Από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρούνται παροχές του εργοδότη για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι σ' αυτόν, ή, εφόσον υπάρχουν περισσότερες, ισοµερώς σε όλες", κατά την παρ. 2 του άρθρου 14 "απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασµό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των εργαζοµένων και ιδιαίτερα: α) να ασκούν επιρροή στους εργαζοµένους για την ίδρυση ή µη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) να επιβάλλουν ή να παρεμποδίζουν µε οποιοδήποτε τρόπο ή µέσο την προσχώρηση εργαζοµένων σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση, γ) ν' απαιτούν από τους εργαζοµένους δήλωση συµµετοχής, µη συµµετοχής ή αποχώρησης από συνδικαλιστική οργάνωση, δ) να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση ή µε οικονοµικά ή µε άλλα µέσα, ε) να επεµβαίνουν µε οποιοδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στ) να μεταχειρίζονται µε ευµένεια ή δυσμένεια τους εργαζοµένους, ανάλογα µε τη συµµετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση", κατά τις παρ. 1, 2, 3, 4 του άρθρου 17 " 1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα µέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους 2. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει: α) ... β) .... γ) Στους Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων άδεια απουσίας έως 5 μέρες το μήνα αν τα μέλη τους είναι 500 και πάνω και ως τρεις μέρες αν είναι λιγότερα, δ .... 3. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε τριάντα (30) μέρες το χρόνο για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, αλλιώς του Προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων και στο 1/3 του αναφερόμενου στα εδάφια β' και γ' χρόνου προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, οργάνωση. 4. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση, εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο. Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους" και τέλος, κατά το άρθρο 18 του ιδίου νόμου, "1. Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15, 16, 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα. 2. Ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν με συμφωνία μισθωτών και εργοδοτών ή με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ή Διαιτητικές Αποφάσεις υπερισχύουν". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία είναι βιομηχανία παραγωγής κυτίων από χαρτί, εδρεύει στην Αθήνα και διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής στο Βόλο, ενώ το εναγόμενο σωματείο αποτελεί την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού του εργοστασίου της. Το τελευταίο, με την από 5-4-2005 αίτησή του προς τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ζήτησε να επιλυθεί συλλογική διαφορά εργασίας που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στο ως άνω εργοστάσιο. Επί της διαφοράς αυτής εκδόθηκε στην Αθήνα η υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακή Διαιτητική Απόφαση του επιλεγέντα, δια κληρώσεως, Διαιτητή Χρήστου Καρατζά, για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στην επιχείρηση της ενάγουσας και μεταξύ των όρων εργασίας και αμοιβής περιελήφθη και ο όρος του άρθρου 4 παρ. δ με τον οποίο ορίσθηκε ότι "στους εργαζομένους συνδικαλιστές και μέχρι τρεις που εκπροσωπούν το σύλλογο των εργαζομένων κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέας ΣΣΕ ή που συμμετέχουν στις διαδικασίες Μεσολαβήσεως και Διαιτησίας και απουσιάζουν από την εργασία τους για το λόγο αυτό σε συναντήσεις που πραγματοποιούνται εκτός Βόλου, καταβάλλονται οι αποδοχές των ημερών απουσίας τους και πάντως όχι περισσότερες από πέντε (5) κάθε χρόνο. Η συμμετοχή των παραπάνω εργαζομένων σε εργασίες σχετικές με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις αποδεικνύεται με βεβαίωση της αρμόδιας αρχής (ΣΣΕΠΕ, ΟΜΕΔ, Υπουργείο Εργασίας κλπ)". Η ενάγουσα ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αγωγής της, αλλά και με λόγους εφέσεως, ότι ο όρος αυτός αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4, 14 παρ. 2 περ. α, δ, ε, στ και 5 παρ. 1 και 4 του ν. 1264/1982, που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ενώ το εναγόμενο ισχυρίζεται, με τις προτάσεις του, ότι η ως άνω ρύθμιση είναι επιβεβλημένη για να μπορούν να μεταβαίνουν τα μέλη του στην Αθήνα, όπου εδρεύει η εναγόμενη και ο ΟΜΕΔ και να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και στη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας ενώπιον του ΟΜΕΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1876/1990 η συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ των οποίων και η επιχειρησιακή και συνακόλουθα και η διαιτητική απόφαση, μπορεί να ρυθμίζει, μεταξύ των άλλων και ζητήματα που αφορούν την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στην επιχείρηση και την παροχή συνδικαλιστικών διευκολύνσεων. Όπως προαναφέρθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1264/1982, ορίζεται ότι ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων, που είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων, για την άσκηση των καθηκόντων τους, θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση, εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο. Πλην όμως η διάταξη αυτή δεν είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού προβλέπεται με άλλες διατάξεις η καταβολή αποδοχών με τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας και πιο συγκεκριμένα α) στον ιδιωτικό τομέα, κατά τη διάρκεια συνδικαλιστικής αδείας, στα μέλη της διοικήσεως τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, στον πρόεδρο εργατικού κέντρου κλπ. (άρθρο 6 του ν. 2224/1994) και β) στο δημόσιο τομέα και ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρα 30 παρ. 1 του ν. 1264/1982,22 παρ. 5 του v. 1400/1983, 14 ν. 2085/1992 και 6 του ν. 2224/1994). Εξάλλου και από το άρθρο 18 του ν. 1264/1982 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ιδίου νόµου δεν είναι αναγκαστικού δικαίου διάταξη, καθότι µε αυτό ορίζεται, µεταξύ των άλλων, ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώµατα και υπερισχύουν αυτών ρυθµίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωµάτων αυτών, που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν µε συµφωνία µισθωτών και εργοδοτών ή µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Εποµένως, καταλήγει το Εφετείο, η εκκαλουµένη απόφαση, που έκρινε ότι η ως άνω ρύθµιση του άρθρου 4 περ. δ της υπ' αριθ. 27/2005 διαιτητικής απόφασης, ως ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους από τη ρύθµιση του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1264/1982, είναι έγκυρη και υπερισχύει αυτής δεν έσφαλε. Περαιτέρω η ως άνω ρύθµιση δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 14 παρ. 2 του ν. 1264/1982, βάσει των οποίων απαγορεύεται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις να δέχονται εισφορές και ενισχύσεις από εργοδότες και να προβαίνουν σε πράξεις που κατατείνουν σε παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των εργαζοµένων, καθότι η προβλεπόμενη µε αυτή αµοιβή, για τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας για τρία (3) µέλη του εφεσίβλητου σωµατείου έως πέντε (5) ηµέρες το χρόνο, προς άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώµατος της διαπραγμάτευσης µε την εκκαλούσα για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης ή αίτησης για διαμεσολάβηση ή προσφυγής στη διαιτησία, σε περίπτωση διαφωνίας µε την εκκαλούσα, και µάλιστα για τη µετάβαση εκτός της έδρας του τόπου εργασίας αυτών, δεν συνιστά αυτή (αµοιβή) υποστήριξη της συνδικαλιστικής οργάνωσης µε οικονοµικά µέτρα ή παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων των µελών της. Αντίθετα, η καταβολή των αποδοχών των τριών (3) µελών του διοικητικού συμβουλίου του εφεσίβλητου σωµατείου και έως πέντε (5) ηµέρες το έτος, για την µετάβασή τους από το Βόλο στην Αθήνα (όπου εδρεύει η εκκαλούσα αλλά και ο ΟΜΕΔ), συνιστά διευκόλυνση της συµµετοχής και της άσκησης του συνδικαλιστικού αυτού δικαιώµατος. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ότι, µε τις διατάξεις των νόµων που προαναφέρθηκαν (ν. 2224/1994 κλπ), καταβάλλονται από τους εργοδότες οι αποδοχές για τη λήψη συνδικαλιστικών αδειών σε µέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων τόσο του ιδιωτικού όσο και του δηµόσιου τοµέα. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 2281/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 του Ν.1264/1982 και 18 παρ. 1 και 2 του Ν.1264/1982 διότι : Α) Η πρώτη διάταξη δεν είναι πράγματι αναγκαστικού δικαίου, ήτοι νόµου, που δεν µπορεί να αποκλειστεί µε τη βούληση των ενδιαφερομένων, αφού δεν τείνει κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών, δοθέντος ότι, η καταβολή αποδοχών με τη λήψη συνδικαλιστικής αδείας προβλέπεται και με άλλες διατάξεις, 1) στον ιδιωτικό τομέα, κατά τη διάρκεια συνδικαλιστικής αδείας, στα μέλη της διοικήσεως τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, και 2) στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και Β) από τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1264/1982 στην οποία, µεταξύ των άλλων, ορίζεται, ότι οι διατάξεις του άρθρου 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώµατα και υπερισχύουν αυτών ρυθµίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωµάτων αυτών, που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν µε συµφωνία µισθωτών και εργοδοτών ή µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, στα οποία (συνδικαλιστικά δικαιώματα), προδήλως, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της συμμετοχής σε διαπραγματεύσεις, σαφώς, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. δ. της υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακής Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητή Χρήστου Καρατζά, για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αφού, με αυτήν, και την, εξ αιτίας της, καταβολή αποδοχών, με τη λήψη της επίδικης άδειας, διευκολύνεται η συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας των μελών του ΔΣ του αναιρεσίβλητου. Εξάλλου, από την αντιπαραβολή των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων, προκύπτει ότι αυτές δεν συγκρούονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Επομένως, οι, ενιαίως, κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβάσης, λόγω της ήττας της (άρθρ.182, 193 και 176 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, διότι δεν υποβλήθηκε από αυτό αίτημα, καθόσον δεν κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 3-3-2011 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΒΙΣ Βιομηχανία Συσκευασιών ΑΕ", για αναίρεση της 249/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβάσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 και 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 1264/1982, διότι, η πρώτη δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, και από τη δεύτερη σαφώς, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η ευνοϊκότερη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. δ. της υπ' αριθ. 27/16-6-2005 επιχειρησιακής Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητή Χρήστου Καραντζά, αφού, με αυτήν, και την, εξ αιτίας της, καταβολή αποδοχών, με τη λήψη της επίδικης άδειας, διευκολύνεται η συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας των μελών του ΔΣ του αναιρεσίβλητου.
| null | null | 2
|
Αριθμός 463/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 21-2-2007 υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης" (Ε.Κ.Θ.) και του "Συλλόγου Εργαζομένων στις ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELEXPO ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27343/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2407/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-8-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1497/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-7-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το αρ. 81 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει την δίκη, κατά δε το αρ. 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους, πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης είτε αυτοτελώς (αρ. 563 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα σε οποιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού και αυτός είναι διάδικος και χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 8410, 8412, 8413 και 8417/21-11-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (24-1-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στα προσθέτως, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρεμβάντα νομικά πρόσωπα 1) "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (Ε.Κ.Θ.) και 2) σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων στις Ελληνικές Εκθέσεις - HELEXPO Α.Ε.". Επομένως, εφόσον αυτά δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση, διαιτησία, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 98/50, αντίστοιχη, των Ε.Κ. προς προσαρμογή δε σ' αυτή εκδόθηκε το 178/2002 π.δ., στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται ότι "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση της, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, αυτό δε ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως και είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε. από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να επιδιώκει τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως, στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να διασώζεται αυτή, καθ' όλο το περιεχόμενό της, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση στην απασχόληση και την αποφυγή χειροτερεύσεως της θέσης του μισθωτού (Ολ.Α.Π. 5/1994). Περαιτέρω, το νομικό πρόσωπο, που συστάθηκε με το ν. 4184/1930 "περί οργανώσεως και διοικήσεως της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης", με την επωνυμία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης", με το ν.δ. 2407/1953 χαρακτηρίσθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 735/1977 συστάθηκε ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "Διεθνής Α.Ε." και με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου το Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης" (ΔΕΘ) καταργείται. Η ΔΕΘ Α.Ε. υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ άλλης τίνος διατυπώσεως εις πάντα εν γένει τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΘ, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εξομοιουμένης προς καθολικήν διαδοχήν". Για την περίπτωση εξόδου από την υπηρεσία του προσωπικού του ανωτέρω νομικού προσώπου, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου (735/1977) ορίστηκε, ότι "1. Εις το πάσης φύσεως τακτικόν υπαλληλικόν και εργατοτεχνικόν προσωπικόν της ΔΕΘ Α.Ε. ..., εξερχόμενον της υπηρεσίας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, είτε υπό της ΔΕΘ Α.Ε., είτε υπό του ιδίου ή δι' οιονδήποτε άλλον λόγον καταβάλλεται αποζημίωσις, ίση προς την οριζομένην υπό του άρθρου 11 του από 27-11-1956 β.δ/τος "περί εγκρίσεως του οργανισμού των υπηρεσιών της ΔΕΘ" δι' ωρισμένας περιπτώσεις απολύσεως τακτικού προσωπικού της ΔΕΘ, εφ' όσον το ως άνω εξερχόμενον εκ της υπηρεσίας προσωπικόν έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον παρά τη ΔΕΘ και τη ΔΕΘ Α.Ε. υπηρεσίαν, άλλως αποζημιούται κατά τας κοινάς διατάξεις. 2. Δια τον υπολογισμόν του χρόνου υπηρεσίας, προς καταβολήν της αποζημιώσεως, χρόνος μείζων του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος". Ακολούθησε ο Κανονισμός Προσωπικού Λειτουργίας Υπηρεσιών της ΔΕΘ Α.Ε., που εγκρίθηκε με την Ε7-1763/11-3/1-4-1971 Α.Υ. Εμπορίου και στο άρθρο 27 παρ. 1 και 4 ορίζει ότι, "... Η μετά της ΔΕΘ υπαλληλική σχέσις λύεται: α) λόγω συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, β) λόγω ορίου ηλικίας, του καθοριζομένου υπό του αντιστοίχου Ασφαλιστικού Φορέως δια την χορήγησιν πλήρους συντάξεως ... τα της ασφαλίσεως του προσωπικού των νομίμων αποζημιώσεων και της συνταξιοδοτήσεως αυτού, διέπονται υπό των αντιστοίχων διατάξεων του οικείου Ασφαλιστικού Φορέως, ως και των ειδικών διατάξεων των σχετικών νόμων και διαταγμάτων ...", ο Κανονισμός δε αυτός τροποποιήθηκε με την Ε7-1058/9/26-4-1982 Α.Υ. Εμπορίου, κατά την οποία "αι ελάχισται πρόσθεται αποδοχαί δια την παροχήν εργασίας κατά τας ημέρας Κυριακών ή εορτών, δια νυκτερινήν εργασίαν, καθώς και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας ή έτερα, αποδοχαί ή αποζημιώσεις, είναι αι προβλεπόμενοι από τας διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, μη δυνάμεναι να υπολείπονται των αντιστοίχων των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., εφ' ών εφαρμόζεται ο δημοσιοϋπαλληλικός Κώδιξ ...". Στη συνέχεια με το ν. 2687/1999, για την "αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης", συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν. 735/1977 ("ΔΕΘ Α.Ε.") και συγκεκριμένα, α) η "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 και β) η "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920. Με το άρθρο 4 του νόμου αυτού ρυθμίζονται θέματα προσωπικού της "ΔΕΘ Α.Ε." και ορίζεται ότι το προσωπικό που υπηρετεί στη "ΔΕΘ Α.Ε." του ως άνω νόμου 735/1977, μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στη νέα "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 1). Το προσωπικό αυτό μπορεί μέσα σε προθεσμία δύο μηνών, να ζητήσει τη μεταφορά του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε άλλες κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις. Είναι όμως δυνατόν, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, μερικοί απ' αυτούς, να επιλεγούν από το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ ΑΕ" (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 2) και να μεταφερθούν στην εταιρεία αυτή και να συνεχίσουν με την ίδια εταιρεία πλέον την εργασιακή τους σχέση. Εξάλλου, κατά άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 2687/1999, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3581/2007, ορίζεται ότι, "Ο όρος συνέχιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων της εταιρείας "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αφορά στην αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας τους, στην εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ" του ν. 735/1977 από την οποία μεταφέρθηκαν. Για τους εργαζόμενους που μεταφέρθηκαν στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και αποκλειστικά ως προς την αποζημίωση κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, οι εταιρείες "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." υποχρεούνται, αφού ληφθούν από τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών οι σχετικές αποφάσεις, να χορηγήσουν πρόσθετη αποζημίωση, επιπλέον της προβλεπόμενης στις γενικές ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, έως τη συμπλήρωση του ποσού που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 735/1977, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποχωρούντες έχουν συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία στις ανωτέρω δύο εταιρείες. Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση βαρύνει αναλογικά, για τα έτη προϋπηρεσίας στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." την ίδια, και για τα έτη προϋπηρεσίας στην ενιαία εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 735/1977, την εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 2687/1999. Η ανωτέρω διάταξη, η οποία είναι ερμηνευτική του ν. 735/1977 και αποτελεί ενιαίο σύνολο με το νόμο αυτό, και την οποία οφείλει να εφαρμόσει ο Άρειος Πάγος ορίζει, ως προς τη χορήγηση της πρόσθετης αποζημιώσεως, σε περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία των υπαλλήλων των ως άνω εταιρειών, που έχουν τουλάχιστον εικοσαετή υπηρεσία σ' αυτές, ότι η υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως αυτής επιμερίζεται στις εταιρείες που έχει εργασθεί ο αποχωρών υπάλληλος και βαρύνεται η καθεμία απ' αυτές, ήτοι η "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." και η "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας που έχει σε καθεμία απ' αυτές ο εν λόγω υπάλληλος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι, μετά τη νομοθετική κατάργηση της εταιρείας του ν. 735/1977 και τη "διάσπασή" της σε δύο νέες εταιρείες, που συστάθηκαν με το ν. 2687/1999, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η εταιρεία του άρθρου 1, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην "ΔΕΘ ΑΕ" δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμά τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως (ΑΠ. 788/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 ορίζεται ότι, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπληρώσουν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198 /1955 καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Η παραπάνω διάταξη είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και στις περιπτώσεις που η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, οπότε, η λύση της επέρχεται αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του από το νόμο ή τον κανονισμό οριζόμενου ορίου ηλικίας, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός αποχωρήσει από την υπηρεσία του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, με την καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη ή με την αποχώρηση πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου, κι' έτσι μπορεί να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 (Ολ.Α.Π. 30/2009, Ολ.Α.Π. 1110/1986). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 αυτού του άρθρου, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρο 8 εδ. β' ν. 3198/1955). Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού (άρθρα 680 ΑΚ 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ), αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή Κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας, προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως μισθωτών, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-11-1984 από την εταιρία µε την επωνυµία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης Α.Ε.", η οποία έχει συσταθεί µε το Ν. 735/1977 ως καθολική διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυµία "Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης". Η πρόσληψή του έγινε µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου. Με την ειδικότητα αυτή απασχολήθηκε στην πιο πάνω εταιρία, με διαδοχικές συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 16-12-1987, οπότε εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εταιρίας, στην κατηγορία ΜΕ2 στον κλάδο τεχνικών, ενώ αναγνωρίσθηκε η προϋπηρεσία του ως έκτακτου εργατοτεχνίτη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στην ίδια εταιρία πριν την 1-11-1984, συνολικού χρόνου ενός έτους, ενός μηνός και δέκα εννέα ημερών. Με την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της πιο πάνω εταιρίας συνέχισε να εργάζεται σε αυτήν, με σύμβαση πλέον αορίστου χρόνου, μέχρι το έτος 1999. Τότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2687/1999 "Αναμόρφωση και εκσυγχρονισμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης". Με αυτό το νόμο αφ' ενός η πιο πάνω εργοδότρια εταιρία Δ.Ε.Θ. Α.Ε. έπαυσε να υπάρχει (άρθρο 3 παρ. 3) αφότου δημοσιεύθηκαν στην Ε.Τ.Κ. οι Κ.Υ.Α. ορισμού των μελών του Δ.Σ. των δύο παρακάτω εταιριών (άρθρ. 1 παρ. 6, 2 παρ.5, 3 παρ.3 ) και αφετέρου δημιουργήθηκαν οι εταιρείες και δη α) η με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε. (Δ.Ε.Θ. Α.Ε.)" (του άρθρου 1), στους σκοπούς της οποίας, περιλαμβάνονται η ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η διοργάνωση περιφερειακών εκθέσεων και συνεδρίων ή πολιτιστικών εκδηλώσεων, η διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας της, η πρoβoλή του τουρισμού κ.λπ. (παρ. 3 του άρθρου 1) και β) η με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ -HELEXPO Α.Ε" του άρθρου 2 (αναιρεσίβλητη), στους σκοπούς της οποίας περιλαμβάνεται, η διοργάνωση, επίσης, εκθέσεων, συνεδρίων και γενικότερα εκδηλώσεων κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης (παρ. 3 του άρθρου 2). Με τη σύσταση των δύο αυτών εταιριών, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, καθώς και τα σήματα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της πιο πάνω προηγούμενης εταιρίας (Δ.Ε.Θ. Α.Ε.), περιήλθαν χωρίς καμία διατύπωση στην εταιρία του άρθρου 1 (πρώτη), η οποία και ανέλαβε το σύνολο των υποχρεώσεων της ως άνω "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." έναντι τρίτων (άρθρο 3 παρ. 1 και 4 ). Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της προηγούμενης εταιρίας ορίστηκε ότι θα κατανεμηθούν στις δύο νέες εταιρίες με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Μακεδονίας - Θράκης (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2687/1999). Ωστόσο, η προαναφερόμενη πρώτη εταιρία του άρθρου 1 με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", κάνοντας χρήση της δυνατότητας που της παρείχε ο ως άνω Ν. 2687/1999 (άρθρο 3 παρ. 1), με έγγραφες συμβάσεις που καταρτίστηκαν στις 15-2-2000: α) εκμίσθωσε στην εναγόμενη εταιρία του άρθρου 2 τα αναφερόμενα ακίνητά της στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα, για χρονικό διάστημα 15 ετών, προκειμένου η τελευταία να χρησιμοποιήσει αυτά αποκλειστικά για την εκπλήρωση των εκ του νόμου και του καταστατικού της σκοπών και ειδικότερα για τη διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη και αλλού, για την παροχή υπηρεσιών διαφήμισης κλπ, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων εσόδων της, β) ανέθεσε στην εναγόμενη την ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης (που η ίδια, κατ' άρθ. 1 παρ. 3 εδ. α' του ως άνω Ν. 2687/1999, είχε την ευθύνη) στο Εκθεσιακό Κέντρο Θεσσαλονίκης τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου και γ) παραχώρησε την αποκλειστική χρήση των σημάτων της και των δικαιωμάτων και απαιτήσεων απ' αυτά για χρονικό διάστημα 15 ετών. Ουσιαστικά, δηλαδή, η ως άνω εταιρία του άρθρου 1, με τις πιο πάνω συμβάσεις, παραχώρησε στην εναγομένη εταιρία τη χρήση των περιουσιακών της στοιχείων και την ευθύνη της διοργάνωσης τόσο της κύριας ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης όσο και άλλων θεματικών εκθέσεων ( INFAKOMA, AGROTlΚA, MARMIN). Παράλληλα, ο ίδιος ως άνω Ν. 2687/1999, πέρα από τη ρύθμιση των περιουσιακών στοιχείων της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977, περιείχε και σαφείς διατάξεις (άρθ. 4) για την τύχη του προσωπικού της εταιρίας αυτής. Έτσι, κατ' αρχήν, όλο το προσωπικό της πιο πάνω εταιρίας, μεταξύ αυτών και ο ενάγων, μεταφέρθηκε και συνέχισε, με τους ίδιους όρους, την εργασία στην ως άνω εταιρία του άρθρου 1 (αρθρ. 4 παρ. 1 εδ. α' σε συνδ. με 1 παρ. 6 και 2 παρ. 5 του ως άνω νόμου). Στις 18-10-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η αναφερόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 4 Κ.Υ.Α. καθορισμού της ειδικότερης διαδικασίας της κατά των παρ. 1 εδ. β', 2 του ιδίου άρθρου είτε μεταφοράς προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις Υπουργείων, Περιφερειών, Ο.Τ.Α. κ.λπ. (εδ. β' της παρ. 1) είτε μεταφοράς και συνέχισης της εργασιακής τους σχέσης, μετά από αίτηση υπαλλήλων, στην εναγόμενη εταιρία του άρθρου 2. Με τη δημοσίευση αυτής της απόφασης (αριθ. ΔΙΠΙΔΔ/Φ22Α/963/199117/8-10-1999), άρχισε η πιο πάνω διαδικασία τακτοποίησης του όλου προσωπικού και απ' αυτό άλλοι υπέβαλαν αιτήσεις μετάταξής τους σε άλλες υπηρεσίες (119 εργαζόμενοι), άλλοι υπέβαλαν αιτήσεις για μεταφορά τους και συνέχιση της εργασίας τους στην εναγομένη εταιρεία (33 εργαζόμενοι), άλλοι υπέβαλαν αίτηση εθελούσιας αποχώρησης (8 εργαζόμενοι) και οι υπόλοιποι (60) συνέχισαν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους όρους που ίσχυαν στην εταιρία του άρθρου 1. Ο ενάγων ήταν μεταξύ εκείνων των εργαζομένων που υπέβαλε την κατ' άρθ. 4 παρ. 2 αίτηση προκειμένου να συνεχίσει την εργασία του στην εναγομένη. Η τελευταία, µε απόφαση του Δ.Σ., δέχθηκε την αίτησή του και από την 1-3-2000 τον ενέταξε στο προσωπικό της. Από τότε ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του, στον ίδιο, όπως προηγουμένως, χώρο, µε τις ίδιες συνθήκες, το ίδιο αντικείμενο και τις ίδιες αποδοχές. Προσέφερε δε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19-5-2005, οπότε η εναγομένη, µε την υπ' αριθ. 175/18-5-2005 απόφαση του Δ.Σ., κατήγγειλε τη σύµβαση εργασίας του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του, προσφέροντας ως αποζημίωση το ποσό των 12.060,49 ευρώ. Την αποζημίωσή του την υπολόγισε, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και Ν. 3198/1955, και έτσι κατέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της από το νόµο 2112/1920 προβλεπόμενης αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συµβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τον υπολογισµό της έλαβε υπόψη το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών τακτικών του ενάγοντος, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ποσού 1.481,23 ευρώ και το σύνολο, της προϋπηρεσίας του (και στην προηγούμενη, δηλαδή, εταιρία του Ν. 735/1977). Ο ενάγων αρνήθηκε να εισπράξει το ποσό της αποζημίωσης, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη αποτελεί διάδοχο της ως άνω αρχικής, μέχρι την ισχύ του Ν. 2687/1999, εργοδότριας εταιρίας του Ν. 735/1977 και γι' αυτό δικαιούται, έχοντας συμπληρώσει 20ετή υπηρεσία πλήρη την αποζημίωση (τόσο, δηλαδή, μηνών όσο και τα έτη υπηρεσίας του), κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 735/1977 και του άρθρου 11 του από 27-11-1956 Β. Δ/τος, τα οποία ίσχυαν υπό την ισχύ του Ν. 735/1977 και εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση. Μετά την άρνησή του αυτή η εναγόμενη προέβη στη δημόσια κατάθεση (άρθρο 427 επ. του ΑΚ) του παραπάνω ποσού. Ο ενάγων την ένδικη αξίωσή του τη θεμελιώνει στο, ότι η εναγομένη εταιρία έχει υποχρέωση, ως διάδοχος της αρχικής εργοδότριας εταιρίας "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." του Ν. 735/1979, να του καταβάλλει αποζημίωση ίση με τις αποδοχές 23 μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 735/1977 σε συνδ. με το άρθρο 11 του από 27-11-1956 Β.Δ/τος, που έχουν εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, στην ένδικη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι πιο πάνω διατάξεις και ο ενάγων δικαιούται μόνο την αποζημίωση που ορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955 (άρθρ. 8 παρ. 2). Και τούτο γιατί οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 735/1977 έχουν εφαρμογή όχι μόνο για την εταιρία του νόμου αυτού (την αρχική εργοδότρια), αλλά και για τη διάδοχο αυτής. Ωστόσο, διάδοχος της, τόσο κατά το Ν. 2687/1999 με τον οποίο συστάθηκε η εναγόμενη όσο και κατά τις κοινές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και του Π.Δ/τος 578/1988, δεν είναι η εναγόμενη. Μόνη διάδοχός της είναι η εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", δηλαδή η εταιρία του άρθρου 1 του πιο πάνω Ν. 2687/1999. Ειδικότερα: Α) κατά το Ν. 2687/1999 είναι διάδοχος, γιατί σ' αυτόν αναφέρεται α) ότι η προηγούμενη εταιρία (αρχική εργοδότρια) του Ν. 735/1977 παύει να υφίσταται μετά τη δημοσίευση στην Ε.Τ.Κ. των Κ.Υ.Α. που ορίζουν τα Δ.Σ. των δύο άνω εταιριών του Ν. 2687/1999 (άρθρ. 3 παρ. 3 σε συνδ. με 1 παρ. 6 και 2 παρ. 5) και ότι η πιο πάνω εταιρία του άρθρου 1 αυτού του νόμου αναλαμβάνει το σύνολο των υποχρεώσεων της προηγούμενης εταιρίας έναντι τρίτων και οι σχετικές δίκες συνεχίζονται κατ' αυτής χωρίς καμία διατύπωση. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι μετά την κατάργηση (από το νόμο) της προηγούμενης εταιρίας η ως άνω εταιρία "Δ.Ε.Θ. - Α.Ε." υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προηγούμενης εταιρίας, γεγονός που την εξομοιώνει µε καθολικό διάδοχο, β) ότι οι διατάξεις των άρθρων 5, 23, 24, 25 και 26 του Ν. 735/1977 εξακολουθούν να ισχύουν (και μετά το Ν. 2687/1999 και όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται η "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." νοείται η συνιστώμενη µε το άρθρο 1 του νόµου 2687/1999 (άρθ. 3 παρ. 7). Οι διατηρούμενες αυτές διατάξεις που αναφέρονται στη διατήρηση ατέλειας σε σχέση µε τις μεταβιβάσεις ακινήτων (από φόρους, τέλη μεταγραφής κ.λπ.), στο χώρο της "Δ.Ε.Θ. Α.Ε." ως προσωρινών τελωνειακών αποθηκών κ.λπ, ισχύουν, δηλαδή, µόνο για την πιο πάνω εταιρία του άρθρου 1 και όχι και για την εναγόμενη, γ) ότι το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, τα σήµατα καθώς και τα λοιπά διακριτικά γνωρίσµατα της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977 περιέρχονται, χωρίς καμία διατύπωση στην εταιρία του άρθρου 1, ότι κατ' αρχήν όλο το προσωπικό της προηγούμενης εταιρίας μετά τη δημοσίευση των Κ.Υ.Α. περί ορισμού Δ.Σ. μεταφέρεται και υπηρετεί µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α' και στη συνέχεια το προσωπικό αυτό μεταφέρεται είτε σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. κ.λπ. (µε μετατάξεις) είτε στην εναγόμενη εταιρία (4 παρ. 1 εδ' β', 2) και όσοι απομείνουν συνεχίζουν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 1 (άρθρ. 4 παρ. 3 εδ. α'), ότι το προσωπικό που προέρχεται από την πρώην Δ.Ε.Θ. Ν.Π.Δ.Δ. συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εταιρία του άρθρου 1, μέχρι τη συνταξιοδότησή του και ότι για το προσωπικό που δεν θα μεταφερθεί σε άλλες υπηρεσίες ή στην εναγόμενη εταιρία, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 735/1977, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Ν. 2687/1999 (άρθ. 4 παρ. 7). Δηλαδή και απ' αυτές τις τελευταίες διατάξεις, σε συνδυασμό µε εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 1, που ορίζει τους αναφερόμενους και παραπάνω σκοπούς της εταιρίας του άρθρου 1, προκύπτει ότι η διατήρηση αφ' ενός της ταυτότητάς της επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας, (µε το σύνολο σχεδόν των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, εννόµων σχέσεων, πραγμάτων, τεχνικών εγκαταστάσεων κ.λπ.) και αφ' ετέρου, της ταυτότητας της εργασιακής σχέσεως και του αμεταβλήτου του εργασιακού καθεστώτος από τον ίδιο το νομοθέτη, συνδέεται µόνο µε την εταιρία του άρθρου 1 και όχι µε (ή και µε) την εναγόμενη. Σ' αυτή την εταιρία του άρθρου 1 περιέρχονται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας (συνεδριακά Κέντρα, Πύλες, περίπτερα κ.λπ.), καθώς και τα σήµατα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της προηγούμενης εταιρίας, ενώ µόνο τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία αυτής (πολύ περιορισμένα μάλιστα) κατανέµονται στην πιο πάνω εταιρία και στην εναγόμενη. Αλλά και µόνο για τους εργαζόμενους (σε όλους αρχικά) στην εταιρία του άρθρου 1 ή σε όσους αποµείνουν σ' αυτή μετά την ως άνω μεταφορά του προσωπικού), ορίζεται ρητά ότι συνεχίζουν να υπηρετούν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους και εξακολουθεί η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 735/1977. Αντίθετα η συνέχιση της εργασιακής σχέσης στην εναγόμενη (εταιρία του άρθρου 2 ) δεν ήταν αυτοδίκαιη και ανεξάρτητη από τη βούληση του εργοδότη και του εργαζομένου, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της εκ του νόμου ή της σύµβασης μεταβίβασης της επιχείρησης και της μεταβολής (διαδοχής) του προσώπου του εργοδότη, αλλά προϋπόθετε, αφ' ενός αίτηση και αφετέρου επιλογή (απόφαση) του Δ.Σ. της εναγομένης. Επί πλέον, για το προσωπικό που, μετά από αίτησή του, θα μεταφερθεί στην εναγομένη, γίνεται µόνο λόγος για "συνέχιση της εργασιακής σχέσης" (και όχι και αναφορά ότι συνεχίζουν µε την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους και µε εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 735/1977) γεγονός που σημαίνει µόνο την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του στην προηγούμενη εταιρία του Ν. 735/1977. Η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου ότι η εναγόμενη δεν είναι διάδοχος της ως άνω προηγούμενης εταιρίας κατά το Ν. 2687/1999 και ότι το προσωπικό αυτής δεν συνεχίζει µε τους ίδιους όρους όπως πριν και γι' αυτούς δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 735/1977 (και δη του άρθρου 22 που προσδιορίζει τις προϋποθέσεις και το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης) ενισχύεται και από την μετέπειτα, µε το άρθρο 22 του Ν. 3581/2007 Φ.Ε.Κ. Α' 140/28-6-2007, προσθήκη της παραγράφου 8 στο ως άνω άρθρο 4 του Ν. 2687/1999. Αλλά και κατά τις ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, Π.Δ 578/1988) διάδοχος είναι η εταιρία του άρθρου 1 και όχι η εναγόμενη εταιρία (του άρθ. 2), γιατί, κατά τα παραπάνω, μόνο αυτή μπορούσε να διατηρήσει την ταυτότητα της μέχρι τότε επιχειρήσεως και την οικονομική δραστηριότητα της προηγούμενης εταιρίας, έχοντας αναλάβει το σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, εννόμων σχέσεων, πραγμάτων κ.λπ. της προηγούμενης εταιρίας. Αυτή μόνο είχε όλα τα ως άνω προνόμια της εταιρίας του Ν. 735/1977 και σ' αυτή μεταφέρθηκε αρχικά όλο το προσωπικό της παραπάνω εταιρίας, με τη δυνατότητα, απλώς μέρους αυτού (του προσωπικού ), μετά από αίτησή του, να μεταφερθεί σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. κ.λπ. ή στην εναγόμενη εταιρία. Και πράγματι τη διατήρησε την ταυτότητα της επιχείρησης και την οικονομική δραστηριότητα αυτής, χωρίς τούτο να αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως είχε από το νόμο (2687/1999) δικαίωμα, με τις ως άνω επί μέρους συμβάσεις εκμίσθωσε τα ακίνητα στην εναγόμενη, παραχώρησε σ' αυτή την αποκλειστική χρήση των σημάτων της και της ανέθεσε την ευθύνη της διοργάνωσης της ετήσιας Γενικής Έκθεσης Θεσσαλονίκης για χρονικό διάστημα 15 ετών. Η εναγόμενη κάνει από την αρχή χρήση των ως άνω ακινήτων της εταιρίας του άρθρου 1 (και πριν της εταιρίας του Ν. 753/1977) και διοργανώνει στους πιο πάνω χώρους την Ετήσια Γενική Έκθεση, στα πλαίσια των παραπάνω - και μόνο - συμβάσεων και μάλιστα που αναφέρθηκαν. Άλλωστε αυτή δεν είχε υποχρέωση από το νόμο και δεν διατήρησε αμετάβλητες τις μέχρι τότε θέσεις εργασίας, καθόσον σ' αυτή απασχολήθηκε μικρό μόνο μέρος του προσωπικού της προηγούμενης εταιρίας του Ν. 735/1977 και μάλιστα μόνο εκείνο που επιλέχθηκε, μετά από αίτηση των ίδιων των εργαζομένων, από το Δ.Σ. της εναγόμενης και έτσι γι αυτή, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης οικονομικής μονάδας. Μετά απ' αυτά και εφόσον κατά τα παραπάνω η εναγόμενη δεν είναι διάδοχος της αρχικής (ως άνω) εργοδότριας εταιρίας (του Ν. 735/1977 ), στην επίμαχη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι ειδικές - για την αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως - διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 737/1977, αλλά μόνο οι κοινές εργατικές διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955. Έτσι, λαµβάνοντας υπόψη τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου, πριν την καταγγελία, μήνα και την εν γένει υπηρεσία του ενάγοντος στην εναγομένη, αλλά και στην ως άνω προηγούμενη εργοδότρια, προσδιόρισε την αποζημίωση. Στη συνέχεια το Εφετείο καταλήγει στην κρίση ότι, εφόσον η καταγγελία της ένδικης συµβάσεως έγινε από μέρους της εναγομένης επειδή ο ενάγων είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις να λάβει σύνταξη γήρατος, ο τελευταίος εδικαιούτο ως αποζημίωση, ποσοστό 40% της πιο πάνω αποζημίωσης (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3198/1955), 14.516,05 ευρώ, δηλαδή εδικαιούτο το ποσό των = 36.290,13 ευρώ Χ 40%. Το ποσό αυτό όφειλε να καταβάλει η εναγομένη, σύµφωνα µε τις πιο πάνω διατάξεις, στον ενάγοντα και η άρνησή της να καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση του άρθρου 22 του Ν. 735/1977, το οποίο, κατά τα παραπάνω, δεν έχει εφαρμογή στην επίµαχη καταγγελία, δεν αντίκειται στο νόμο και είναι δικαιολογημένη. Με βάση τα παραπάνω δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1, 22 του Ν. 435/1977, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 του ν.δ. 3198/1955, 1, 4, 5, 6 και 8 (που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3581/2007) ν. 2687/1999, άρθρο 22 και 25 του Συντάγματος, διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά τη νομοθετική κατάργηση της εταιρείας του ν. 735/1977 και τη "διάσπασή" της σε δύο νέες εταιρείες, που συστάθηκαν με το ν. 2687/1999, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η εταιρεία του άρθρου 1, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην "ΔΕΘ ΑΕ" δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμά τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως. Επομένως είναι βάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την, με αριθμό, 2407/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με το ν. 2687/1999, συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν. 735/1977 («ΔΕΘ Α.Ε.») και συγκεκριμένα, α) η «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.», και β) η «ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕΙΕΧΡΟ Α,Ε.». Μετά την κατάργηση και τη «διάσπαση» της στις παραπάνω εταιρείες, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η πρώτη, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην «ΔΕΘ ΑΕ» δεν λύθηκαν με τη διαδοχή, αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας, την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμα τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 465/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΡΕΜΜΥΔΙΩΝ", που εδρεύει στα Κρεμμύδια Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύµβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύµβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύµβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κ.λπ. και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου, Αγροτικού Συνεταιρισμού Κρεμμυδίων, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και των συναφών διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων δηλαδή της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις προσλήψεως του προσωπικού της. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα εξής: Με την από 29-10-2004 αγωγή του, ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι δυνάμει αλλεπαλλήλων προφορικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθη από την εναγομένη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του αρχικά ως υπάλληλος γραμματέας και ταμίας αυτής, στη συνέχεια και ως βοηθός λογιστή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Ότι παρείχε την ανωτέρω εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εργοδότριάς του. Ότι η σύµβασή του κατ' αυτό το τρόπο μετετράπη σε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 έως 23/3/04, δεν του κατέβαλε τις ελάχιστες νόµιµες αποδοχές του, την αντίστοιχη αποζημίωση για την εργασία που αυτός παρείχε κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και τη χιλιομετρική αποζημίωση για εργασία εκτός έδρας. Ότι κατά μήνα Μάρτιο 2004 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί τη καταβολή του συμφωνημένου μισθού του, ενώ στις 24/3/04 προέβη κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων και του αντικειμένου της εργασίας του, αποβλέποντας στο να τον υποχρεώσει να αποχωρήσει από την εργασία του. Ότι ο ίδιος συνέχισε να προσφέρει σ' αυτή την εργασία, που μέχρι τότε παρείχε, παρά την άρνησή της να την αποδεχθεί. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά άτυπη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, η οποία είναι άκυρη, αφού δεν τηρήθηκαν γι' αυτή εκ μέρους της τελευταίας οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την εγκυρότητά της (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως). Παράλληλα η εναγομένη, εμμένοντας στην άρνηση της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες αυτού, έχει περιέλθει σε υπερημερία. Ότι με βάση όσα προαναφέρθηκαν ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι οι αρχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και συνεπεία τούτου, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, β) να αναγνωριστεί ότι η τελευταία ως υπερήμερη εργοδότης του οφείλει μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 11.022,94 ευρώ, γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει επιπλέον 93.993,51 ευρώ ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή για εργασία Σαββάτων και Κυριακών, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση για τη μη πραγματοποίηση των αδειών και ως ημερήσια χιλιομετρική αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του και δ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη προσβολή της προσωπικότητάς του συνεπεία της (στην ένδικη αγωγή) αναφερομένης αδικοπραξίας της εναγομένης. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, με το περιεχόμενο της αγωγής, που προαναφέρθηκε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είναι άκυρη και η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, μη νόμιμη, δίχως δε να ερευνήσει την επικαλούμενη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως αυτής και μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η, εκ της συμβάσεως εργασίας, κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 27346/1990 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας και του άρθρου 38 του ν. 2810/2000, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 11/2008 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 473/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ" (τέως "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης"), που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζαρκάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/1996 μη οριστική και 186/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 498/1998 μη οριστική και 80/2000 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2000 αίτησή του και τους από 26-9-2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 22-5-2000, αιτήσεως αναιρέσεως και των, από 26-9-2011, πρόσθετων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων", που είναι εντεταγμένο στο Ι' Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λπ. νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40". Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων ...", στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις. Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ. 2 του άρθρ. 4 του ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων". Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Εξάλλου, από το άρθρ. 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου ρυθμίζεται κατόπιν συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσα είτε τη διεξαγωγήν όλης της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλες νομικές ενέργειες, σε καμιά όμως περίπτωση επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα. Κάθε δε συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη, ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της (Ολ.ΑΠ 6/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης" (Γ.Π.Ν.Α.) είχε αναθέσει στα μελετητικά γραφεία "Α. Α. - Ν. Γ. - Γ. Ν. - Α. Τ. ΕΠΕ", "Θ. Μ." και "Β. Β.", την εκπόνηση πλήρoυς μελέτης διαρρυθμίσεων και επεκτάσεων του κτιριακού του συγκροτήματος. Λόγω όμως διαφωνίας, ως προς το ύψος των οφειλομένων αμοιβών, το "Τεχνικό Eπιμελητήριo της Ελλάδος", ενεργώντας ως υποκατάστατο την προαναφερομένων μελετητικών γραφείων, άσκησε κατά του εναγομένου Γ.Κ.Ν.Α. και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Koμoτηνής τις από 29-1-1986 (αρ. κατ. 3/11-2-86), 25-2-1986 (αρ. κατ. 57/5-3-86), 17-11-1988 (αρ. κατ. 46/28-11-1988 και 1-7-1986 (αρ. κατ. 125/30-7-86) προσφυγές, έχουσες αιτήματα, Α) Η πρώτη: να αναγνωριστεί ότι ο προϋπολογισμός για το σύνολο της μελέτης ήταν 4.032.000.000 δρχ., ότι η συνολική αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 320.920.469 δρχ. και ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει 25.300.305 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη 5.535.742 δρχ., για την στατική μελέτη και 9.191.525 δρχ. για τη μελέτη των εγκαταστάσεων, Β) Η δεύτερη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει 2.710.751 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη, 1.162.500 δρχ., για τη στατική μελέτη και 1.891.461 δρχ., για τη μελέτη εγκαταστάσεων. Γ) Η τρίτη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το προϊόν του 18ου λογαριασμού, ύψους 121.849.743 δρχ. και να επιστρέψει τις εγγυητικές επιστολές αντικατάστασης κρατήσεων καλής εκτέλεσης με την καταβολή των προμηθειών αυτών και Δ) Η τέταρτη: να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει 3.595.816 δρχ., για την αρχιτεκτονική μελέτη, 2.521.957 δρχ., για τη στατική μελέτη και 1.722.302 δρχ., για τη μελέτη των εγκαταστάσεων. Προς υποστήριξη της από 17-11-1988 προσφυγής τα παραπάνω μελετητικά γραφεία άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσφεύγοντος Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Κατόπιν αυτών το εναγόμενο Γ.Κ.Ν.Α., με την από 27-10-1989 εξουσιοδότησή του, ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγόρο να παραστεί προς αντίκρουση των προσφυγών και υποστήριξη των συμφερόντων του. Πράγματι η ενάγουσα παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή, στις 3-4-1990 και κατέθεσε στο Δικαστήριο πέντε υπομνήματα, τα οποία συνέταξε, δηλαδή ένα προς αντίκρουση της κάθε προσφυγής και ένα προς αντίκρουση της πρόσθετης παρέμβασης. Επί των προσφυγών αυτών και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκαν οι, με αριθμό, 98/1990, 99/1990, 100/1990 και 97/1990 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές και η πρόσθετη παρέμβαση. Τα παραπάνω, όμως, υπομνήματα που συνέταξε η ενάγουσα στηρίζονται στην αυτή ιστορική και νομική αιτία και έχουν τα τέσσερα από αυτά, που κατατέθηκαν προς αντίκρουση των τεσσάρων προσφυγών, το αυτό περιεχόμενο. Πρόκειται δηλαδή για την αυτή κατ' ουσίαν εργασία, αφού αποτελούν στην ουσία ένα υπόμνημα.
Συνεπώς η αμοιβή της ενάγουσας θα υπολογιστεί, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας (άρθρο 92 Κωδ. Δικηγ.), στο 2% της αξίας του αντικειμένου της προσφυγής με τη μεγαλύτερη, σε σχέση με τις άλλες, αξίωση και όχι στο 2% της αξίας του αντικειμένου κάθε προσφυγής. Αυτό δε και για τον πρόσθετο λόγο ότι η ενάγουσα παρέλειψε να γνωστοποιήσει στο εναγόμενο την πρόθεσή της να αξιώσει αμοιβή με βάση το αντικείμενο των προσφυγών, σε αντίθεση με τη μέχρι τότε γνωστή πρακτική του εναγομένου Γ.K.N.Α., το οποίο, σε ανάλογες περιπτώσεις, κατέβαλε με τα ελάχιστα όρια διατιμήσεων τις αμοιβές των δικηγόρων που προσλάμβανε, ενώ αν γνώριζε την πρόθεση αυτή της ενάγουσας δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση εντολής, που συνεπάγεται απρόβλεπτη γι' αυτό οικονομική ζημία. Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε ότι, 1) μη υπαρχούσης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως προς την αμοιβή της αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, για τη σύνταξη των πέντε υπομνημάτων, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρθρων 100, 107 του Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με το άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται αμοιβή ποσοστού 2%, επί της αξίας του αντικειμένου των προσφυγών και όχι η διάταξη του άρθρου 152 του ίδιου κώδικα και 2) η οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή, για τη σύνταξη των υπομνημάτων, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 121.849.743 δρχ. (της προσφυγής με το μεγαλύτερο αντικείμενο) ανέρχεται σε 2.436.995 δρχ. την οποία και επιδίκασε. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, Α) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 92, 100, 107, 155 και 152 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4507/1966 και 8 του Ν. 950/1979 και Β) διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του α) τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε, ατύπως, συμφωνία για την καταβολή στην αναιρεσίβλητη μικρότερης αμοιβής και 2) τον, από 20-11-1989, πίνακα της αναιρεσίβλητης και την, με αριθμό 233/31-10-1989, απόδειξη παροχής υπηρεσιών αυτής, δηλαδή έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε για την απόδειξη καταρτίσεως της παραπάνω συμφωνίας, υπέπεσε στις, από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο 1) έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε και 2) σαφώς με αυτήν διαβεβαιώνει, ότι, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τη διαβεβαίωση δε αυτή και τις παραδοχές της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα έγγραφα.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί δε, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που περιέχεται στο, από 26-9-2011, δικόγραφο προσθέτων λόγων, το αναιρεσείον ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την επίκληση, ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, παρεγράφη, κατ' άρθρο 48 παρ. 6 του Ν.Δ. 496/1974, εφόσον παρήλθε πενταετία από την έκδοση της προσβαλλόμενης και εκδοθείσας το έτος 2000 απόφασης, μέχρι την κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προκειμένου δε να θεμελιώσει το παραδεκτό του, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προταθέντος λόγου αναιρέσεως, επικαλείται ότι ο επιγενόμενος της έκδοσης της απόφασης, καταλυτικός της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμός του, περί παραγραφής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, κατ' άρθρο 52 παρ. 3 του παραπάνω Ν.Δ/τος και αφορά τη δημόσια τάξη. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται, (περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης), είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, και χωρίς να προταθούν, όχι όμως και από τον Άρειο Πάγο, ειδικώς δε στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-5-2000, αίτηση αναιρέσεως της 80/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους, από 26-9-2011, πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με τις ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979, ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Η αμοιβή του δικηγόρου σε καμιά περίπτωση επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Δικηγόρων. Κάθε συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη. Ο ισχυρισμός, περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, και χωρίς να προταθούν, όχι όμως και από τον Άρειο Πάγο, ειδικώς δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
| null | null | 2
|
Αριθμός 452/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8039/2011 έγγραφης παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω έγγραφη παραγγελία του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της έγγραφης παραγγελίας αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1230/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 4/10.1.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, την με αριθμό 59/4.10.2011 αίτηση (δήλωση) του Α. Λ. του Ν., που κρατείται στο Κατάστημα Κρατήσεως Χαλκίδας, για αναίρεση της 8039/16.9.2011 έγγραφης παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρου 462, 482, 484, 504 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται μόνον κατά των αποφάσεων και των βουλευμάτων των ποινικών δικαστηρίων. Η έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών προς το Διευθυντή Καταστήματος Κρατήσεως για γνωστοποίηση σε κρατούμενο της απορρίψεως αιτήσεώς του για καθορισμό συνολικής ποινής, κατά το άρθρο 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως. Επομένως, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου και αν ασκηθεί απορρίπτεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτησή του ο αναιρεσείων, Α. Λ. του Ν., ζητεί την αναίρεση της 8039/16.9.2011 έγγραφης παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης προς το Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Χαλκίδας, με την οποία παραγγέλλεται ο τελευταίος να του γνωστοποιήσει ότι απορρίφθηκε η από 22.6.2011 αίτησή του, περί καθορισμού συνολικής ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 551 του ΚΠΔ, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν. Όμως, η έγγραφη αυτή παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης δεν έχει το χαρακτήρα αποφάσεως κατά την εκτεθείσα έννοια και πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 59/4.10.2011 αίτηση (δήλωση) του Α. Λ. του Ν., που κρατείται στο κατάστημα Κρατήσεως Χαλκίδας, για αναίρεση της 8039/16.9.2011 έγγραφης παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 5 Ιανουαρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις όπου ρητώς παρέχεται τούτο από τον νόμο. Άλλες πράξεις των Δικαστικών ή Εισαγγελικών Αρχών, όπως εντάλματα, διατάξεις, κλήσεις, παραγγελίες κλπ. δεν φέρουν σε καμιά περίπτωση τον χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου κατ' αυτών δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, η 8039/16.9.2011 έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, προς τον Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Χαλκίδας, με την οποία παραγγέλλεται ο τελευταίος να του γνωστοποιήσει ότι απορρίφθηκε η από 22 Ιουνίου 2011 αίτηση του για καθορισμό συνολικής ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 551 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως, κατά την εκτεθείσα έννοια. Επομένως, η αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητεί την αναίρεση της πιο πάνω παραγγελίας, είναι απαράδεκτη, και ως τέτοια πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 59/4.10.2011 αίτηση του Α. Λ. του Ν., που κρατείται στο Κατάστημα Κρατήσεως Χαλκίδας για αναίρεση της 8039/2011 έγγραφης παραγγελίας του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στρέφεται κατά αποφάσεως ή βουλεύματος. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι στρέφεται κατά εισαγγελικής παραγγελίας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική απόφαση ή βούλευμα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 450/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ι. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραντζά, περί αναιρέσεως της 15426/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 701/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτήν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αρκεί να διαλαμβάνεται, για την κατά την κατωτέρω έννοια πληρότητα της αιτιολογίας, ότι ο δράστης ενήργησε με πρόθεση (με δόλο), παραδοχή η οποία σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Συνακολούθως, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ* αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Εξυπακούεται ότι η τυχόν πλεοναστική αναφορά "εν γνώσει", αντί της απαιτουμένης, όπως λέχθηκε, "από πρόθεση", υπερκαλύπτει, από απόψεως πλήρους αιτιολογήσεως, την στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς της πράξεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδάφ.α' και δ' του ίδιου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Η' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "... το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι στην Αθήνα, στις 30.1.2004 και 28.2.2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξέδωσε με πρόθεση επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής. Συγκεκριμένα, ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΙSΤΑΤΕ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ-ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 08037388-7 και 08037390-9 επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, αντιστοίχως, ποσού 15.000,00 ευρώ εκάστη, σε διαταγή της ιδίας, τις οποίες εν συνεχεία οπισθογράφησε στην εταιρεία με την επωνυμία "Λ. Τ. ΜΠΕΤΑ ΑΕ", οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή στις 3.2.2004 και 3.3.2004, αντιστοίχως και δεν πληρώθηκαν γιατί στον υπ' αριθμ. 073-308-000005441679-5 λογαριασμό δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί, ένοχη της παραπάνω πράξης, αναγνωριζομένου του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' Π.Κ., διότι με τη μεταγενέστερη καταβολή τμήματος του οφειλομένου ποσού προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 98 του Ποινικού Κώδικα και άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/33 σε συνδυασμό προς άρθρο 1 Ν.Δ. 337/69, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972 και άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/96, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι επιταγές εξοφλήθηκαν συνιστά άρνηση της κατηγορίας, για τον οποίο το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικά και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Περαιτέρω και ο έτερος ισχυρισμός της, ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε μεν τα έγγραφα που αποδείκνυαν, κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα) την εξόφληση των επιταγών, αλλά δεν τα αξιολόγησε ή δεν τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι από το σκεπτικό προκύπτει ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται* στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά, "... Φωτοτυπίες (2) επιταγών, 3) βεβαίωση παραλαβής επιταγών με ημερομηνία 22.7.08 ...". Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα τους, ενόψει και του ότι με την ανάγνωση του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενο τους και τα στοιχεία τους στην παριστάμενη αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε την πλήρη δυνατότητα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Πέραν δε τούτου, δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση των επιταγών, αφού αυτές αποτελούσαν το αντικείμενο του εγκλήματος. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17 Μαΐου 2011 αίτηση της Ι. Ν. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 15.426/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Αβάσιμοι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα .της διαδικασίας; λόγου ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας ορισμένων από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Απορρίπτεται η αίτηση.
| null | null | 1
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.