text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 449/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δανάη Μπόλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Π. του Λ., κατοίκου ... και 2.ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΒΑΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ" που εδρεύει στην Καβάλα, και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 132/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την 16.11.2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγου υπό στοιχείο 2 κατά το οικείο μέρος του, όπως και 1,2 και 3 κατά το οικείο μέρος τους (όπως εκτιμώνται) και όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική του δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις με αφ. 44228 και 22238/28-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αμφότερους τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, "περί επιταγής", 297, 298 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή, γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα χρηματικά κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, εφόσον η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή μέσα σε οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη ως ημεροχρονολογία έκδοσής της και δεν πληρωθεί, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία του κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής παρά το νόμο, ήτοι εναντίον της διατάξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, η οποία χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη και ως ποινικό αδίκημα, αποβλέποντας στην προστασία όχι μόνον του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος και δημιουργώντας κατά του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση του κομιστή. Η αξίωση αυτή του κομιστή κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής συρρέει με την αξίωση από την επιταγή, από τα άρθρα 40-47 του ν.5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.Α.Π. 23/2007). Ο εναγόμενος προς αποζημίωση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να προβάλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής, τον αρνητικό για τη θεμελίωσή της ισχυρισμό ότι, παρά τη συνδρομή των όρων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, δεν προκλήθηκε από τη μη πληρωμή της επιταγής ζημία στη περιουσία του δικαιούχου κομιστή, διότι αυτός, κατά την υποκείμενη σχέση, δεν είχε δικαίωμα να επιδιώξει την είσπραξη της επιταγής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, λόγω αδικοπραξίας του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης πρώτου αναιρεσιβλήτου (έκδοση ακάλυπτων επιταγών και απάτη), το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι μαθηματικός, κατά τα έτη 1994 και 1995 είχε ανοίξει και διατηρούσε δύο ατομικούς επενδυτικούς λογαριασμούς στην Αμερικανική Τράπεζα Merrill Lynch, από τους οποίους ο ένας ανοίχτηκε στις 16-7-1995, είχε τον κωδικό ... και την ονομασία "F. G. Ρ." και ο δεύτερος ανοίχτηκε και λειτούργησε από 26-5-1994, είχε τον κωδικό ... και την ονομασία "J.", στους οποίους κατέθεσε προσωπικά του κεφάλαια, καθώς και κεφάλαια τρίτων επενδυτών-πελατών του, που με τον τρόπο αυτό συμμετείχαν στις υψηλές αποδόσεις των παραπάνω λογαριασμών, μέσω των οποίων επενδύονταν κεφάλαια στην αμερικανική χρηματαγορά. Παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος στις 21-2-1997 συνέστησε τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Επενδυτική Καβάλας Α.Ε.Π.Ε.Υ.", με έδρα στην Καβάλα και σκοπό τη λήψη και διαβίβαση εντολών, για λογαριασμό επενδυτών-πελατών της, προς κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών, τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών κ.λ.π., της οποίας ο ίδιος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος. Ο ενάγων, που πληροφορήθηκε τις επενδυτικές δραστηριότητες του πρώτου εναγομένου από την κοινή γνωστή τους Ε. Α., ήρθε σε επαφή μαζί του προκειμένου να επενδύσει στην αμερικανική χρηματαγορά, μέσω των παραπάνω προσωπικών επενδυτικών λογαριασμών του. Επειδή όμως οι λογαριασμοί αυτοί ήταν στο όνομα του πρώτου εναγομένου, για απόδειξη συμμετοχής του ενάγοντος στο συνολικό επενδυμένο κεφάλαιο, συμφωνήθηκε ότι θα χορηγούσε ο πρώτος στο δεύτερο επιταγές μεταχρονολογημένες, που θα αντιπροσώπευαν το μερίδιο συμμετοχής του στους λογαριασμούς, με την ειδικότερη συμφωνία ότι ο ενάγων θα ασκούσε τα δικαιώματά του από τους τίτλους μόνο εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί θα ήταν κερδοφόροι, δηλαδή θα είχαν αποδόσεις και όχι ζημία. Συγχρόνως υπογράφηκαν μεταξύ τους ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία αναγράφονταν η ημερομηνία λήξης της επένδυσης και όχι αυτή της συνάψεως της συμφωνίας, όπως άλλωστε συνέβαινε με όλους όσους επένδυαν στους λογαριασμούς αυτούς. Για τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά χρησιμοποιούνταν έντυπα της εταιρίας-δεύτερης εναγομένης, η οποία ασχολούνταν μόνο με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν είχε καμιά σχέση με τους παραπάνω προσωπικούς λογαριασμούς του πρώτου και αυτό το γνώριζε ο ενάγων, καθόσον τόσο ο ίδιος, όσο και άλλα μέλη της οικογένειάς του (σύζυγος και τέκνα του), είχαν κωδικούς σε χρηματιστηριακές εταιρίες στην Ελλάδα και μέσω της δεύτερης εναγομένης επένδυαν σε μετοχές του Χ.Α.Α. Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους ο ενάγων παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο τον Οκτώβριο του 1997 το ποσό των 75.000.000 δραχμών για να το επενδύσει στους παραπάνω λογαριασμούς για ένα χρόνο, από 8-10-1997 έως 8-10-1998, με ετήσια απόδοση 25%, την οποία θα εισέπραττε κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο της συμμετοχής του στην επένδυση ο ενάγων έλαβε πέντε επιταγές 3.125.000 δραχμών για κάθε δίμηνο, που αφορούσαν τις αποδόσεις του κεφαλαίου και μία των 78.125.000 δραχμών, που αφορούσε το κεφάλαιο και την τελευταία απόδοση. Λόγω της καλής πορείας των επενδυτικών λογαριασμών εισέπραξε το ποσό των 3.125.000 δραχμών ανά δίμηνο και συνολικά έλαβε απόδοση 18.750.000 δραχμών για ένα έτος (έως 8-10-1998). Η καταβολή των χρημάτων γινόταν με ταυτόχρονη επιστροφή στον πρώτο εναγόμενο της αντίστοιχης επιταγής. Στις 6-4-1998 ο ενάγων κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο και το ποσό των 40.000.000 δραχμών, για να το επενδύσει με τον ίδιο τρόπο και την ίδια απόδοση, την οποία θα εισέπραττε κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο συμμετοχής του στην επένδυση έλαβε έξι επιταγές των 1.666.666 δραχμών για κάθε δίμηνο, που αφορούσαν τις αποδόσεις του κεφαλαίου και μία των 40.000.000 δραχμών, που αφορούσε το κεφάλαιο και εισέπραξε συνολικά αποδόσεις 10.000.000 δραχμών έως 6-4-1999. Λόγω των υψηλών αποδόσεων που εισέπραξε ο ενάγων, στις 8-10-1998 ζήτησε την ανανέωση της συμφωνίας για το ποσό των 75.000.000 δραχμών, στο οποίο πρόσθεσε και το ποσό των 15.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε, δηλαδή συνολικά επένδυσε το ποσό 90.000.000 δραχμών, με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 30% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο. Για το μερίδιο της συμμετοχής του στην επένδυση έλαβε έξι επιταγές των 4.500.000 δραχμών και μία των 90.000.000 δραχμών και εισέπραξε συνολικά για αποδόσεις έως 8-10-1999 το ποσό των 27.000.000 δραχμών. Στις 6-4-1999 ο ενάγων ανανέωσε τη συμφωνία επένδυσης και των 40.000.000 δραχμών με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 35% και λήξη κάθε δίμηνο και έλαβε για το μερίδιο συμμετοχής του στην επένδυση έξι επιταγές των 2.333.333 δραχμών και μία των 40.000.000 δραχμών και εισέπραξε συνολικά για αποδόσεις έως τις 6-4-2000 14.000.000 δραχμές, οπότε ανανέωσε και πάλι την επένδυση για το ποσό των 40.000.000 δραχμών για ένα χρόνο με ετήσια απόδοση 36% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και έλαβε έξι επιταγές των 2.400.000 δραχμών και μία των 40.000.000 δραχμών, λήξεως 6-4-2001 και εισέπραξε συνολικά, μέχρι τις 6-12-2000, το ποσό των τεσσάρων δόσεων, ύψους 9.600.000 δραχμών. Στις 8-10-1999 ζήτησε ανανέωση της επένδυσης και για το ποσό των 90.000.000 δραχμών, στο οποίο πρόσθεσε και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο 100.000.000 δραχμές με συμφωνία ετήσιας απόδοσης 35% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και έλαβε έξι επιταγές των 5.833.333 δραχμών και μία των 100.000.000 δραχμών και εισέπραξε από τις αποδόσεις έως 8-10-2000 το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Τα παραπάνω σαφώς προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και επιβεβαιώνονται και από την από 24-4-2002 ένορκη προανακριτική και την από 5-3-2003 ένορκη ενώπιον της Ανακρίτριας Καβάλας καταθέσεις του ενάγοντος, που δόθηκαν στα πλαίσια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων ανά έτος ανανέωνε τα άνω επενδυμένα κεφάλαια του, με τις συμφωνηθείσες ετήσιες αποδόσεις, τις οποίες ελάμβανε ανά δίμηνο και ταυτόχρονα για τα ποσά κεφαλαίου και αποδόσεων ο εναγόμενος του παρέδιδε κατά την ανανέωση αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές, λήξεως ανά δίμηνο για τις αποδόσεις και μετά πάροδο έτους για το κεφάλαιο, τις οποίες επέστρεφε στον πρώτο εναγόμενο, με την καταβολή στον λογαριασμό του από τον τελευταίο του αντίστοιχου ποσού, ενώ συγχρόνως υπέγραφαν και ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία ήταν έντυπα της δεύτερης εναγομένης, στα οποία όμως ανέγραφαν ως χρόνο κατάρτισης το χρόνο λήξεως της συμφωνίας. Μέχρι και το φθινόπωρο του 2000 η συνεργασία των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά και έτσι στις 8-10-2000 κατά την ανανέωση της συμφωνίας επένδυσης ο ενάγων πρόσθεσε στο ποσό των 100.000.000 δραχμών και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από την απόδοση που εισέπραξε και κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο συνολικό ποσό 110.000.000 δραχμών με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 40% και λήψη αυτής κάθε δίμηνο και υπέγραψαν συγχρόνως ιδιωτικό συμφωνητικό, με ημερομηνία 8-10-2001, που ήταν ο χρόνος λήξης της συμφωνίας, έλαβε δε ο ενάγων έξι επιταγές• των 7.333.333 δραχμών, με λήξη κάθε δίμηνο, αρχής γενομένης από 8-12-2000 και μία των 110.000.000 δραχμών, λήξεως 8-10-2001, εκδόσεως του εναγομένου. Οι επιταγές όμως αυτές, όπως και όλες οι άλλες που είχαν εκδοθεί στο παρελθόν, από τις οποίες πρέπει να σημειωθεί καμιά δεν εμφανίσθηκε προς πληρωμή, εκδόθηκαν με τη συμφωνία ότι θα εμφανίζονταν προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες μόνο εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου στη Μerrill Lynch θα ήταν κερδοφόροι, δηλαδή συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου ότι ο πρώτος θα δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματα του από τις επιταγές μόνον υπό την προϋπόθεση της κερδοφορίας των δύο επενδυτικών λογαριασμών του πρώτου εναγομένου και αποτελούσαν συγχρόνως και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο συμμετοχής του ενάγοντος στους παραπάνω λογαριασμούς του πρώτου εναγομένου. Από το Σεπτέμβριο όμως του 1999 άρχισε μία καθοδική πορεία των χρηματιστηρίων διεθνώς, που επηρέασε και το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και ιδιαίτερα το δείκτη ΝΑSD-AC, σε μετοχές του οποίου επένδυαν οι δύο λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι για το λόγο αυτό παρουσίασαν μεγάλες ζημιές, λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης και σε όλη τη διάρκεια του 2000 και τελικώς έκλεισαν και συγκεκριμένα ο λογαριασμός με κωδικό ... από τον Οκτώβριο του 1999 έως το Μάιο του 2000, οπότε και έκλεισε, είχε ζημία 930.256 δολάρια ΗΠΑ και ο λογαριασμός με κωδικό ... από τον Ιανουάριο του 1999 έως το Δεκέμβριο του 2000, οπότε και έκλεισε, είχε ζημία 5.609.840 δολάρια ΗΠΑ, παρόλο που ο πρώτος εναγόμενος στον τελευταίο από τους λογαριασμούς το Σεπτέμβριο του 2000 μετέφερε 1.000.000 δολάρια, που προέρχονταν από ρευστοποίηση προσωπικής του περιουσίας (πώληση μετοχών του στο Χρηματιστήριο Αθηνών). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να αναλάβει το συνολικό ποσό της επένδυσης του τον Οκτώβριο του 2000 και ότι δεν το ανέλαβε γιατί με δόλιο τρόπο πείστηκε από τον πρώτο εναγόμενο να ανανεώσει την επένδυση του. Αντίθετα προέκυψε ότι στις 8-10-2000 ο ενάγων αυτοβούλως αποφάσισε την ανανέωση της συμφωνίας επένδυσης, ικανοποιημένος από τις υψηλές αποδόσεις που μέχρι τότε απολάμβανε από τη συμμετοχή του στους δύο επενδυτικούς λογαριασμούς, ευελπιστώντας στην ανάκαμψη των χρηματιστηριακών αγορών, των οποίων την πτωτική πορεία κατά το τελευταίο έτος προφανώς γνώριζε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να του αποκαλύψει τη ζημιογόνα εξέλιξη των δύο επενδυτικών λογαριασμών του, καθόσον επί κερδοσκοπικών συναλλαγών δεν υπάρχει υποχρέωση για αποκάλυψη των περιστατικών εκείνων, η ύπαρξη ή μη των οποίων ανήκει στο συνηθισμένο κίνδυνο, που συνδέεται με τέτοιου είδους δικαιοπραξίες. Πρέπει να σημειωθεί άλλωστε ότι με το με αριθμό 196/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Καβάλας κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του πρώτου εναγομένου για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας για την πράξη της έκδοσης των ακάλυπτων επιταγών. Στις 8-12-2000 ο ενάγων συναντήθηκε με τον πρώτο εναγόμενο και δέχθηκε να λάβει το ποσό των 5.033.000 δραχμών και με τον τρόπο αυτό εξοφλήθηκε η επιταγή των 2.400.000 δραχμών, με ημερομηνία 6-12-2000, ενώ από την επιταγή των 7.333.333, δραχμών με ημερομηνία 8-12-2000 καταβλήθηκε έναντι ποσό 2.633.333 δραχμών και έμεινε υπόλοιπο ποσό 4.700.000 δραχμών, για το οποίο ο εναγόμενος εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Εγνατία με ημερομηνία 20-1-2001, σε διαταγή του ενάγοντος, ο οποίος γνωρίζοντας πλέον ότι οι δύο επενδυτικοί λογαριασμοί είχαν μεγάλες ζημίες, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης των τιμών των μετοχών και δεν υπήρχε δυνατότητα διαμέσου των επενδυτικών λογαριασμών να του καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος τις αποδόσεις που συμφωνήθηκαν και για τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές, δέχθηκε και έλαβε τα παραπάνω ποσά. Ενώ όμως ο ενάγων γνώριζε τα παραπάνω, εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή τις παρακάτω μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας, που είχε εκδώσει ο πρώτος εναγόμενος σε διαταγή του κατά τα προεκτεθέντα, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως στο λογαριασμό του επαρκούς υπολοίπου και σφραγίσθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα. Συγκεκριμένα την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 4.700.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 20-1-2001, την εμφάνισε στις 26-1-2001, την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 2.400.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 6-4-2001, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-2-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 6-2-2001, ποσού 40.000.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 1-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 6-2-2001, ποσού 2.400.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-4-2001,ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-6-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών, την εμφάνισε στις 9-2-2001, όπως και τις με αριθμούς ..., με ημερομηνία έκδοσης 8-8-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών και ..., με ημερομηνία έκδοσης 8-10-2001, ποσού 7.333.333 δραχμών και την με αριθμό ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 8-10-2001, ποσού 110.000.000 δραχμών, την εμφάνισε στις 2-2-2001. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι κατά το χρόνο εμφάνισης των παραπάνω επιταγών προς πληρωμή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις με τη συνδρομή των οποίων και μόνο είχε δικαίωμα ο ενάγων να τις εμφανίσει προς πληρωμή, δηλαδή να είναι κερδοφόροι και όχι ζημιογόνοι οι δύο επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου εναγομένου, όπως είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί και ο ενάγων παρόλο που γνώριζε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν με την παραπάνω συμφωνία και ότι δεν συνέτρεχαν οι παραπάνω προϋποθέσεις κατά το χρόνο εμφάνισης τους, τις εμφάνισε προς πληρωμή, κατά τον ουσιαστικά βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής αποζημίωσης από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη (και όχι ένσταση, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν υπέστη ζημία από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου περί του καταπιστευτικού χαρακτήρα των επίδικων επιταγών, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο ...". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος έναντι του πρώτου εναγομένου, αντικαθιστώντας μερικώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, 297, 298, 361, 330 εδ. β', 914, 932, 346 του ΑΚ, που εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής- εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η κατάρτιση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο- εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συμφωνιών με τον αναιρεσείοντα για την επένδυση κεφαλαίων του σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, με ιδιαίτερα υψηλές προσυμφωνημένες αποδόσεις και βαθμιαίως αυξανόμενες από 25% ετησίως κατά το πρώτο έτος (1997) συνεργασίας τους έως 40% κατά την τελευταία περίοδο (από 8-10-2000 έως 8-10-2001) συνεργασίας τους. 2) Η υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των διαδίκων και η έκδοση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο επιταγών μεταχρονολογημένων στη λήξη της ετήσιας διάρκειας του επενδυόμενου κεφαλαίου (και διμήνου για τις αποδόσεις του), των οποίων (επιταγών) δεν έγινε χρήση από τον αναιρεσείοντα λόγω εκούσιας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων μέχρι την έναρξη της τελευταίας επενδυτικής συμφωνίας (8-10-2000), οπότε εγκύρως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος από τις εκδοθείσες υπέρ αυτού, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, χάριν καταβολής των οφειλών του από τη διαχείριση του κεφαλαίου του αναιρεσείοντος επιταγών, τις οποίες θα μπορούσε να εμφανίσει προς πληρωμή ο αναιρεσείων στην πληρώτρια τράπεζα μόνον εφόσον οι επενδυτικοί λογαριασμοί του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην αλλοδαπή τράπεζα Merrill Lynch θα ήταν κερδοφόροι και 3) Η κατά παράβαση της τελευταίας συμφωνίας των διαδίκων εμφάνιση από τον αναιρεσείοντα προς πληρωμή των επιταγών πριν από την αναγραφόμενη σ' αυτές ημερομηνία έκδοσής τους και ενώ οι τηρούμενοι λογαριασμοί από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην αλλοδαπή τράπεζα Merrill Lynch ήταν ζημιογόνοι, πράγμα το οποίο άλλωστε γνώριζε ο αναιρεσείων. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος κατά το οικείο μέρος τους και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις ομολογίες τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων για τους περιορισμούς της τελευταίας επενδυτικής συμφωνίας των διαδίκων ως προς την άσκηση των από τις επίμαχες επιταγές δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος, πρώτος κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔικ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν ίο δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσε ως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και. ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔικ). Με τον δεύτερο κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν κήρυξε την ακυρότητα της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για την καταπιστευτική μεταβίβαση των επίδικων επιταγών στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποια δικονομική διάταξη παραβιάσθηκε, πώς συντελέσθηκε τούτο και η προβολή της ακυρότητας στο ουσιαστικό δικαστήριο ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της 132/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ενστάσεις κατ’ απαιτήσεων από επιταγή (άρθρ. 79 ν. 5960/1933). Έκδοση επιταγών στα πλαίσια επενδυτικής συμφωνίας και συμβατικός όρος εμφάνισής τους κατά τη λήξη της συμφωνίας. Πρόωρη εμφάνιση των επιταγών λόγω απώλειας φερεγγυότητας επενδυτικού ομίλου. Απόρριψη αγωγής. Επαρκής αιτιολογία.
null
null
0
Αριθμός 450/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Ι. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλλέ. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ανθή Βακράτσα. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 234/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 29 Ιουνίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 29.6.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 234/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη της§1 του άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρ. 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1330/2002) ή ο από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος, αν ανεπίτρεπτα συμπληρώθηκαν με την απόφαση τα ελλείποντα αναγκαία στοιχεία, και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ πρέπει, κατ' άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, διότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. (ΑΠ 1325/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439§3 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω τετραετούς διαστάσεως των συζύγων αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή, ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκεσε συναπτώς επί μία τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως. Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης σχέσης, αφού υπό τον όρο αυτό (διάσταση) νοείται τόσο η φυσική, όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μη έχουν πλέον κοινωνία βίου, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται (στην αγωγή), ότι συνεπεία της διαστάσεως κλονίσθηκε τόσο ισχυρά η έγγαμη σχέση, ώστε αυτή κατέστη αφόρητη, αφού επί τετραετούς διαστάσεως ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης, που συνιστά λόγο διαζυγίου, τεκμαίρεται αμαχήτως. Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής διαζυγίου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1439§2 ΑΚ, δεν είναι αναγκαία η επίκληση, ότι επήλθε τόσο ισχυρός κλονισμός στις μεταξύ των συζύγων σχέσεις, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, ούτε ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 1668/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 21.3.2005 αγωγής του αναιρεσίβλητου προκύπτει, ότι σε αυτή ο αναιρεσείων ιστορούσε, "ότι τέλεσε με την εναγομένη γάμο σύμφωνα με τους θείους και ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 26.2.1978 στον ιερό ναό Αγίου Αχίλλειου Λάρισας. Από το γάμο τους αυτό απόκτησαν δύο τέκνα, τη Μ., που γεννήθηκε στη Λάρισα το 1978 και τη Ζ., που γεννήθηκε το 1982 επίσης στη Λάρισα. Τόπος κοινής τους εγκατάστασης με την εναγομένη ήταν από την πρώτη στιγμή του γάμου τους η πόλη της Λάρισας και συγκεκριμένα η κατοικία των γονέων της εναγομένης. Ήδη μετά τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου τους η συμβίωση τους είχε πάψει να είναι αρμονική. Υπήρχαν καθημερινοί σχεδόν καβγάδες ανάμεσα τους και έντονες διαφωνίες για ζητήματα που αφορούσαν τη μεταξύ τους σχέση, την πορεία της οικογένειας τους και την εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσής τους. Παρά τις έντονες διαφωνίες τους, εξακολούθησαν να διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη για μακρά σειρά ετών, κυρίως χάρη των παιδιών τους, στα πλαίσια μιας προσπάθειας αποκατάστασης της μεταξύ τους σχέσης, η οποία όμως δεν επερχόταν. Με δεδομένο, ότι η συμβίωση τους είχε γίνει αφόρητη και δεν μπορούσε πλέον να εξακολουθήσει κατά τρόπο, ώστε να αποτελούν ζευγάρι, ο ενάγων αναγκάστηκε τον Αύγουστο του 1998 - με αφορμή έναν τρομερό καβγά μεταξύ τους και ένα έντονο φραστικό επεισόδιο, που σημειώθηκε σε βάρος του - να εγκαταλείψει την κοινή τους στέγη και να εγκατασταθεί προσωρινά στο σπίτι της μητέρας του, στην συμβολή των οδών Τσιμισκή αριθ. 61 και Πλουτάρχου. Στη συνέχεια, στις 13 Ιανουαρίου 1999 μίσθωσε ένα διαμέρισμα στον 6° όροφο της ίδιας οικοδομής, στην οποία κατοικούσε η μητέρα του, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί έως σήμερα. Από τη στιγμή της αναχώρησης του από την κοινή οικία με τη εναγόμενη το 1998 μέχρι και σήμερα δεν υφίσταται κανένας απολύτως συζυγικός δεσμός μεταξύ τους, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση αποκατάστασης της μεταξύ τους συζυγικής σχέσης, λόγω της ανεπανόρθωτης ρήξης που έχει επέλθει ανάμεσα τους. Η επικοινωνία και οι συναντήσεις του με την εναγομένη περιορίζονται σε ένα απολύτως αναγκαίο και τυπικό επίπεδο, όσον αφορά στην ανατροφή και καθοδήγηση των παιδιών τους, καθώς και στη ρύθμιση εκκρεμών οικονομικών και περιουσιακών ζητημάτων. Με την εναγόμενη σύζυγο του ήταν μέχρι την ημέρα συζήτησης της παρούσας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου σε διάσταση συνεχώς πάνω από τέσσερα χρόνια και κατά το άρθρο 1439§3 ΑΚ ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα. Επομένως, εδικαιούτο να ζητήσει να λυθεί ο γάμος του με την εναγομένη". Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο για διάζευξη αίτημα της η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, και δεν ήταν αναγκαία προς τούτο η πανηγυρική επίκληση της βούλησης του αναιρεσίβλητου ενάγοντος να αποστεί της έγγαμης συμβίωσης με την αποχώρηση του από τη συζυγική στέγη, εφόσον άλλωστε στην αγωγή γίνεται ρητά μνεία ότι "από της αποχώρησης του από τη συζυγική κατοικία επήλθε φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων και ανεπανόρθωτη ρήξη της έγγαμης σχέσης τους". Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, ούτε έλαβε υπόψη του, κατά την έννοια του πράγματος, μη προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου για την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης εκ μέρους του με πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης επί μια τετραετία. Επομένως, όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, και κατά τα δύο μέρη του, υπό τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα. Επειδή, ύστερα από τα προεκτεθέντα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που νικήθηκε, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2009 αίτηση της Ε. Γ. του Ι., συζύγου Χ. Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 234/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έλεγχος ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής με βάση τους αναιρετικούς λόγους του άρθρ. 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ. Ο περί ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, ισχυρισμός δεν αφορά την δημόσια τάξη και δεν μπορεί να προταθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Τετραετής διάσταση κατ' άρθρ. 1439 § 3 ΑΚ, έννοια διαστάσεως. Υπολογισμός του χρόνου διαστάσεως. Αναγκαία στοιχεία της αγωγής διαζυγίου που στηρίζεται στην τετραετή διάσταση. Δεν αποτελούν τέτοια η επίκληση ισχυρού κλονισμού, ούτε η ειδική αναφορά της βούλησης των διισταμένων συζύγων να αποστούν από την έγγαμη συμβίωση - ορισμένη η αγωγή διαζυγίου. Αβάσιμος ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε και στο Εφετείο. Απορρίπτεται ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
null
null
1
Αριθμός 439/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "NITROFARM ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμου, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων ως προς τους, τέταρτη και έβδομη αναιρεσιβλήτους. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικής εταιρίας με την επωνυμία "Bayer Crop Science Hellas ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Bayer Crop Science AG", που εδρεύει στη Γερμανία, που εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Δ. Σ., κατοίκου ..., 4.Εταιρίας AGROCARE ΑΕΓΕ, που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5. Εταιρίας ΓΕΩΠΟΝΕΙΝ Γ. Β..-Τ. Γ.ΟΕ. που εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, 6. Γ. Φ., κατοίκου ..., 7. Εταιρίας ΧΕΠΠΑΚΗΣ ΑΕ που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, 8.εταιρίας ΑΓΡΟΑΝΑΠΤΥΞΗ Σ. Ι & Ζ. Α.ΟΕ, που εδρεύει στην Κάτω Τιθορέα, και εκπροσωπείται νόμιμα και 9. Χ. Δ., κατοίκου .... Η πρώτη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Αποστολάκη, ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Λιαπάκη, η τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη, δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και 16-5-2005 ανταγωγή δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1724/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2349/2007 του Εφετείου Αθηνών. κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 3130/2009 του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-9-2009 αίτησή τους (α) που κατέθεσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ.καταθ. 193/2009 και β) στο Εφετείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 103/2009) και τους από 30-7-2001 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις υπ' αριθ. 7261 Β, 7262 Β, 7263 Β και 7264 Β/20-7-2011 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης ..., τις υπ' αριθ. 15621 και 15622/20-7-2011 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... και τις υπ' αριθ. 8621 Γ και 8622 Γ/21-7-2011 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του από 30-6-2011 δικογράφου πρόσθετων λόγων, μετά των κάτω από τα δικόγραφα αυτά Πράξεων προσδιορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους 5η,6ο, 8η και 9ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30-6-2011 προσθέτους λόγους, ως προς τους απολειπόμενους τέταρτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη (άρθρα 294, 297, 298 ΚΠολΔ) και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους (άρθρα 295, 298 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάσθηκαν παραδεκτώς στο εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.Α.Π. 16/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1724/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των 2349/2007 και 3130/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Με την πρώτη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 8-12-2004 αγωγή αποζημίωσης που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι και απορρίφθηκε η ανταγωγή των αναιρεσειόντων. Με τη δεύτερη απόφαση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της προηγούμενης απόφασης, ενώ με την τρίτη απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της 2349/2007 αποφάσεως . Κατά της τελευταίας απόφασης οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν κανέναν από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναφερόμενους λόγους. Επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν η αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, είναι απαράδεκτη. Επίσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού αυτή ενσωματώνεται στην υπ' αριθ. 2349/2007 απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, η οποία και μόνο προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναίρεσης που αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη, που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημιάς που προκλήθηκε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεως για παράλειψη της πράξεως που φέρεται ότι συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό και ανόρθωση της ζημιάς που από την αιτία αυτή προκλήθηκε είναι να εκτελείται η πράξη αυτή με σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία που ασκεί άλλος και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή να προσκρούει στην αντίληψη κάθε ανθρώπου που σκέπτεται δίκαια και ορθά ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντιθέτων προς την ομαλή ορθότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, επιφανειακά ή μεμονωμένα θεωρούμενη, φαίνεται θεμιτή και νομικά άψογη. Εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1994 περί αθεμίτου ανταγωνισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του ιδίου νομοθετήματος υπάρχουν και άλλες έξω από τον εν λόγω νόμο που ομοίως ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, αποκαλούμενες "εξωανταγωνιστικές", βρίσκονται τόσο σε τυπικούς, όσο και σε ουσιαστικούς νόμους, με ενδεικτική αναφορά εκείνων περί αδείας λειτουργίας των επιχειρήσεων ή που εξαρτούν τη νομιμότητα της δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική και διοικητική άποψη, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το παράνομο αυτό συνιστά παράλληλα, χωρίς άλλο, και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Ειδικότερα, η παραβίαση των "εξωανταγωνιστικών αυτών διατάξεων, που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (π. χ. απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Αντίθετα, η παραβίαση εκείνων που είναι ηθικά ή αξιολογικά αδιάφορες (αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής) δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη. Και τούτο για τον λόγο ότι μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δε μπορεί να θεμελιώσει και το αθέμιτο της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1914, η οποία δεν είναι γενικός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη. Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά όταν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και σε αντίθεση στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, τούτο συμβαίνει, όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του. Πρέπει δηλαδή η παράβαση να είναι αντικειμενικά πρόσφορη και ικανή να οδηγήσει σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση και να τελεί μαζί της σε σχέση αιτίου και αιτιατού. Διαφορετικά η παράβαση της διατάξεως αυτής δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά διοικητική ή ποινική παράβαση και επισύρει τις προβλεπόμενες διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις (Α.Π. 870/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν 721/1977: "Απαγορεύεται η κατοχή, παρασκευή προς εμπορίαν, εμπορία, εισαγωγή, διάθεσις καθ' οιονδήποτε τρόπον, έστω και δωρεάν, ανταλλαγή, μεταφορά και διαφήμισις εντός της Χώρας γεωργικού φαρμάκου, εφ' όσον διά το φάρμακον τούτο δεν εχορηγήθη έγκρισις κυκλοφορίας (παρ.1). Η έγκρισις κυκλοφορίας χορηγείται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνώμην του κατ' άρθρον 18 του παρόντος Ανωτάτου Συμβουλίου Γεωργικών Φαρμάκων (παρ.2). Δι' έκαστον γεωργικόν φάρμακον παρέχεται ιδία έγκρισις κυκλοφορίας (παρ.3). Κυκλοφορούντα ήδη γεωργικά φάρμακα, διά τα οποία εζητήθη έγκρισις κυκλοφορίας, εξακολουθούν να κυκλοφορούν, ως εκυκλοφόρουν κατά τον χρόνον υποβολής της σχετικής αιτήσεως, μέχρι χορηγήσεως της εγκρίσεως ή απορρίψεως της αιτήσεως (παρ.4)". Κατά δε το άρθρο 3 παρ.1, 2 για τη χορήγηση της εγκρίσεως κυκλοφορίας υποβάλλεται υπό του παρασκευαστού στη Διεύθυνση Προστασίας Φυτών του Υπουργείου Γεωργίας αίτηση, η οποία πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνοδεύεται από δήλωση, εις διπλούν, η οποία να περιλαμβάνει α) το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του παρασκευάζοντος το γεωργικό φάρμακο, ως και τον εμπορικό τίτλο της επιχειρήσεως και το σήμα αυτής, εφόσον υπάρχει, β) ... Από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση της αγωγής προκύπτει ότι οι φερόμενες δι' αυτής προς διάγνωση αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων θεμελιώνονται στην επίκληση του ισχυρισμού, ιδία, ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, με αναληθείς δηλώσεις τους προς το Υπουργείο Γεωργίας ως προ τη σύνθεση του φυτοφαρμάκου " fention 50 ECNitrofarm " και τη διεύθυνση της παρασκευάστριας εταιρίας στην Κίνα πέτυχαν την έγκριση από το Υπουργείο Υγείας του εν λόγω φυτοφαρμάκου παρότι αυτό δεν πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές του Ν. 721/1977 και ήταν ακατάλληλο και επικίνδυνο για την υγεία του χρήστη, περαιτέρω δε, εν γνώσει των παραπάνω, με πρόθεση αποκτήσεως περιουσιακού οφέλους και ανταγωνιστικού προβαδίσματος έναντι του ιδίου προϊόντος που παρασκευάζει η δεύτερη αναιρεσίβλητη και είναι απόλυτα σύμφωνο με τις τεχνικές προδιαγραφές του νόμου και ασφαλές για την υγεία του χρήστη, η πρώτη αναιρεσείουσα συμμετείχε, δια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, σε μειοδοτικό διαγωνισμό του Υπουργείου Γεωργίας και προσέφερε, λόγω ακριβώς της κατώτερης ποιότητας του προϊόντος της και του μικρότερου κόστους κατασκευής του, χαμηλότερες τιμές και αναδείχθηκε μειοδότρια, επί ζημία των αναιρεσιβλήτων, συμπεριφορά που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την εκτίμηση για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. 146/1914. Ο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του από το ίδιο άρθρο πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η αγωγή πάσχει από νομική αοριστία, αναφορικά με τις αποδιδόμενες πράξεις αθέμιτου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ανταγωνισμού, είναι αβάσιμοι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία ανήκει στον όμιλο εταιρειών της πρώτης ενάγουσας αλλοδαπής εταιρείας και δραστηριοποιείται σε τρεις τομείς, μεταξύ των οποίων τον τομέα της φυτοπροστασίας, στον οποίο προσφέρει μεγάλο αριθμό φυτοπροστατευτικών προϊόντων μεταξύ δε αυτών που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά από ετών είναι και το "LEBAYCID 50% EC" για το οποίο έχει χορηγηθεί από τον Υπουργό Γεωργίας η με αριθμό 1245/1980 οριστική έγκριση κυκλοφορίας, το οποίο είναι εντομοκτόνο επαφής και διεισδυτικό με προστατευτική και θεραπευτική δράση σε υγρή γαλακτοποιήσιμη μορφή και έχει ως δρων συστατικό (δηλ. ως χημική ουσία) το "FENTHION". Η πρώτη εναγομένη εταιρεία, με την υπ' αριθ. 90372/22.01.2004 απόφαση του Υπουργού Αγροτική; Ανάπτυξης και Τροφίμων, έλαβε οριστική έγκριση κυκλοφορίας, με αριθμό 1402412004 στο φυτοπροστατευτικό προϊόν (εντομοκτόνο) "Fenthion 50 EC Nitrofarm", το οποίο έχει υγρή γαλακτοποιήσιμη μορφή, παρασκευαστής του οποίου είναι η εναγομένη εταιρεία και τυποποιητής και συσκευαστής του η εταιρεία με την επωνυμία "SINOCHEM TIANJIN ΙΜΡ. & ΕXPORT CORPΟRATION" με έδρα την Κίνα. Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εκτελεί κάθε χρόνο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο δολωματικούς ψεκασμούς από εδάφους και αέρος με FENTΗlON, ιδίως για την προστασία της ελιάς κατά του δάκου, με την υπ' αριθ. 24112003 διακήρυξη της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης αποφάσισε την προκήρυξη με ημερομηνία διεξαγωγής την 23.1.2004 ανοικτού δημόσιου διαγωνισμού με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή για την προμήθεια των ειδών γαλακτοποιήσιμων σκευασμάτων οργανοφωσφορικού εντομοκτόνου 1) dimethoate και 2) fenthion, ποσότητας λίτρων 250.000 και 300.000 αντίστοιχα για κάθε ένα από τα ανωτέρω. Στο διαγωνισμό συμμετείχε και η πρώτη εναγομένη εταιρεία Nitrofarm, η οποία στην προσφορά που υπέβαλε για την συμμετοχή της στο μειοδοτικό αυτό διαγωνισμό, δήλωσε μέσω του Προέδρου της και δεύτερου εναγομένου κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 18 του Π.Δ. 394/1996, ως διεύθυνση του εργοστασίου της εταιρίας με την επωνυμία "SINOCHEM TIANJIN ΙΜΡ. & EXPORT CORPORAΤΙΟΝ", που επρόκειτο να τυποποιήσει και να συσκευάσει το ως άνω προϊόν της, όχι μια συγκεκριμένη, αλλά τις κάτωθι διαφορετικές διευθύνσεις : MaanshancunbeichengHuangyanDistrict, ... . Κατόπιν τούτου η υπηρεσία Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, προκειμένου να διαπιστώσει σε ποία από τις ανωτέρω διευθύνσεις εδρεύει το εργοστάσιο της εταιρείας με την επωνυμία "SINOCHEM TIANJIN ΙΜΡ. & EXPORT CORPORATION", που πρόκειτο να τυποποιεί και να συσκευάζει το προϊόν "Fenthion 50 EC Nitrofarm" απηύθυνε το υπ' αριθ. Π2/4412124.05.2004 έγγραφό της προς την Ελληνική Πρεσβεία στο Πεκίνο και ζήτησε όπως κατόπιν σχετικού ελέγχου διαπιστωθεί αν το εργοστάσιο της ανωτέρω εταιρίας διαθέτει πράγματι εγκαταστάσεις στις διευθύνσεις που έχουν υποδειχθεί από την εναγομένη εταιρία, καθώς και ποίο είναι το αντικείμενο εργασιών αυτών. Σε απάντηση η Ελληνική Πρεσβεία στο Πεκίνο απέστειλε το υπ' αριθ. πρωτ. 2130/410/15.6.2004 έγγραφο της, γνωστοποιώντας τα ακόλουθα: "... σε συνέχεια του ανωτέρου σχετικού σας γνωρίζω ότι το Γραφείο μας προέβη σε έρευνα από την οποία προκύπτει ότι η Εταιρεία SINOCHEM TIANJIN ΙΜΡ. & EXPORT CORPORATION με διεύθυνση ... (στο έγγραφό σας υπάρχουν τρεις σειρές ως διεύθυνση αυτής), έχει ακριβή ονομασία SINOCHEM Tianjin Import & Export Corp. και η διεύθυνσή της είναι 58 NanJigRoad, Tianjin China και όχι οι υπόλοιπες διευθύνσεις που αναφέρατε σ' αυτό ... . Στην αναφερόμενη διεύθυνση που μας δώσατε υπήρχαν τέσσερις άλλες εταιρίες. Ζητήσαμε από την SINOCHEM να μας εξακριβώσει εάν επρόκειτο για θυγατρικές της ή άλλες εταιρίες με τις οποίες συνεργάζεται με την μορφή υπεργολαβιών. Ενώ η εν λόγω εταιρία μας ζήτησε γραπτή επιστολή δεν μας απάντησε γραπτώς, αλλά, μετά από πίεση μας, ο αρμόδιος υπάλληλος μας δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να μας απαντήσει οριστικά και απέφευγε να δεσμευτεί, αλλά μας πληροφόρησε ότι από έρευνα του στις δικές του βάσεις δεδομένων δεν προκύπτει να είναι θυγατρικέ; ή συνεργάτιδες επιχειρήσεις. Επομένως δεν είναι σε θέση να ελέγξουν αν έχουν τη δυνατότητα παραγωγής FENTHION ... στη συνέχεια επικοινωνήσαμε με αυτές και τις τέσσερις (4) για εξακρίβωση στοιχείων αυτών και το είδος επιχείρησης και επιβεβαιώσαμε τα προαναφερόμενα, όπως και του γεγονότος ότι δεν είναι συνεργάτες της SINOCHEM". Μετά ταύτα η δευτέρα των εναγόντων προέβη στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά του κύρους του διαγωνισμού και συγκεκριμένα της υπ' αριθ. Π2/2516/13.5.2004 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης με την οποία έγιναν δεκτές οι τεχνικές προσφορές των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης εταιρίας και συγκεκριμένα η ως άνω ενάγουσα εταιρεία κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 663/2004 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία ανέστειλε την πρόοδο της διαδικασίας του διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί με την 241/26.11.2003 διακήρυξη του υπουργείου Ανάπτυξης και απέρριψε την παρέμβαση της νυν πρώτης εναγομένης εταιρείας "NITROFARM Α.Ε". Ακολούθως ο Υφυπουργός Ανάπτυξης με την υπ' αριθ. Π2-1Ο618/22.9.2004 απόφασή του απέρριψε την τεχνική προσφορά της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Στη συνέχεια για την κάλυψη των ανωτέρω αναγκών φυτοπροστασίας για το έτος 2004, δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 107840/7.7.2004 απόφασης του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, διενεργήθηκαν ανά νομό μειοδοτικοί διαγωνισμοί προμήθειας του ανωτέρου συστατικού από τις κατά τόπους Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περιοχής, στους οποίους συμμετείχε εκ νέου η εναγομένη εταιρία Nitrofarm με το "Fenthion 50 EcNitrofarm" δυνάμει της παραπάνω με αρ. πρωτ. 903 72/22.1.2004 Απόφασης έγκρισης κυκλοφορίας του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στο πλαίσιο διενέργειας των ανωτέρω δημόσιων μειοδοτικών διαγωνισμών και ειδικότερα αυτών που αφορούν προμήθειες ποσοτήτων της δραστικής ουσίας fenthion για την κάλυψη των αναγκών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Χανίων, Ηλείας, Λέσβου, Δωδεκανήσου και Βοιωτίας συμμετείχαν, αφενός οι τοπικοί συνεργάτες της δεύτερης των εναγόντων, δηλαδή οι τρίτος έως και ένατος των εναγόντων και αφετέρου η εναγομένη εταιρεία. Οι ανωτέρω διαγωνισμοί κατακυρώθηκαν στην εναγομένη καθότι μειοδότησε. Ως εκ τoύτου συνήψε: 1) την από 30.7.2004 με αριθμό πρωτ. 13112/2004~σύμβαση προμηθείας εντομοκτόνου fenthion 50% EC Nitrofann, ποσότητας 3.000 λίτρων για τις ανάγκες της δακοκτονίας στο νομό Βοιωτίας, 2) σύμβαση για τις ανάγκες της δακοκτονίας στο νομό Ηλείας, 3) σύμβαση για της ανάγκες της δακοκτονίας στο νομό Χανίων, 4) σύμβαση για τις ανάγκες δακοκτονίας του νομού Λέσβου, 5) σύμβαση για τις ανάγκες δακοκτονίας του νομού Δωδεκανήσου. Από τις ως άνω Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, αυτές της Βοιωτίας και Ηλείας, μόλις παρέλαβαν τις προμήθειες προχώρησαν σε δειγματοληψία για την κανονικότητα της σύνθεση; και απέστειλαν τα δείγματα για εξέταση στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 721/1977. Το εν λόγω ινστιτούτο εξέτασε με συγκεκριμένη μεθοδολογία δύο δείγματα από έκαστο των σκευασμάτων fenthion 50% EC Nitrofarm, που του απέστειλαν οι ανωτέρω Νομ. Αυτ/σεις και στη συνέχεια με τα υπ' αριθ. πρωτ. 3637/14.9.2004 και 3638/14.9.2004 έγγραφά του, απευθυνόμενα στη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηλείας και Βοιωτίας αντίστοιχα, ανέφερε ότι τα ως άνω ελεγχθέντα δείγματα παρουσίαζαν αποκλίσεις ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές του υπουργείου Ανάπτυξης & Τροφίμων (Κ.Α. ΦΟΡΕΑ 0150 κ.λ. ΕΙΔΟΥΣ: 0603-2000) στη δοκιμή της σταθερότητας του παραγόμενου γαλακτώματος. Σημειωτέον ότι και η δεύτερη ενάγουσα προέβη σε ανάλυση με συγκεκριμένη μεθοδολογία του ως άνω σκευάσματος της πρώτης εναγομένης την 29.7.2004 με τα ίδια συμπεράσματα ως προς τις αποκλίσεις αυτές με το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο. Περαιτέρω, η ως άνω απόκλιση των χαρακτηριστικών του φυτοπροστατευτικού προϊόντος "fenthion 50% EC Nitrofarm" ως προς τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές δεν διασφαλίζει κατ' απόλυτο τρόπο επαρκή αποτελεσματική δράση του σκευάσματος κατά του δάκου με αποτέλεσμα την ποσοτική μείωση της παραγωγής και την ποιοτική υποβάθμιση του προϊόντος ελαιοκάρπου και ελαιολάδου, την αύξηση κινδύνου εμφάνισης αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον (ζώα, πτηνά, επιφανειακά και υπόγεια ύδατα) και την αύξηση κινδύνου έκθεσης του χρήστη σε αυξημένους τοξικούς παράγοντες, τα οποία διασφαλίζονται μόνον στην περίπτωση, που τα τεχνικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του σκευάσματος βρίσκονται εντός των τεχνικών και ποιοτικών προδιαγραφών που καθορίζονται από την αντίστοιχη άδεια/έγκριση της κυκλοφορίας του, άλλως το σκεύασμα είναι ακατάλληλο και εμπεριέχει κινδύνους για τη δημόσια υγεία... Από την συμμετοχή της πρώτης εναγομένης εταιρείας στους εν λόγω μειοδοτικούς διαγωνισμούς με το ως άνω σκεύασμά της, που δεν πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η οποία είναι αποτέλεσμα των ενεργειών του νομίμου εκπροσώπου της και δευτέρου εναγομένου για την αδειοδότηση (από 22.1.2004 απόκτηση εγκρίσεως κυκλοφορίας από το ανωτέρω Υπουργείο) του ως άνω σκευάσματος της πρώτης εναγομένης "fenthion 50% EC Nitrofarm", καθότι αυτός υπέβαλε αναληθείς δηλώσεις προελεύσεως αυτού στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενώ γνώριζε ότι το εν λόγω προϊόν δεν είχε παρασκευαστεί σε ορισμένο εξ αρχής εργοστάσιο, όπως απαιτείται εκ του νόμου (Ν. 721/1977, Π.Δ 394/96), καθώς και ότι αυτό δεν πληρούσε τις ανωτέρω τεχνικέ; προδιαγραφές, που απαιτούνται (Κ.Α. ΦΟΡΕΑ 0150 Κ.Α. ΕΙΔΟΥΣ: 0603- 2000) στη δοκιμή της σταθερότητας του παραγόμενου γαλακτώματος και με προσφορά ως εκ τούτου χαμηλότερης τιμής από τις προσφορές των συνεργατών της δεύτερης ενάγουσας, πέτυχαν κατ' αθέμιτο ανταγωνισμό την κατακύρωση σ' αυτή (πρώτη εναγομένη) των ως άνω μειοδοτικών διαγωνισμών και την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων προμηθείας του φυτοπροστατευτικού προϊόντος (εντομοκτόνου) της πρώτης εναγομένης. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να υποστούν οι ενάγοντες τις ακόλουθες ζημίες, για τις οποίες υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ των παρανόμων υπαιτίων και αθέμιτων ενεργειών του δεύτερου εναγομένου για την απόκτηση εγκρίσεως κυκλοφορίας του φυτοπροστατευτικού προϊόντος της πρώτης εναγομένης "fenthion 50% EC Nitrofarm" και της συμμετοχής της πρώτης εναγομένης στους ως άνω διαγωνισμούς με προϊόν το οποίο δεν είναι σύμφωνο ως προς τη σύνθεσή του με τις προδιαγραφές των προπαρατεθεισών διατάξεων. Ως εκ τούτου υφίσταται ευθεία αθέμιτη ανταγωνιστική εμπορία του επίδικου προϊόντος από τους εναγομένους ενώπιον των παραπάνω νομαρχιακών Aυτoδιoικήσεων προς το παραγόμενο από τη δεύτερη ενάγουσα ως άνω προϊόν της, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί ελλείψεως εν προκειμένω αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες εκ των παρανόμων και αθέμιτων ενεργειών των εναγομένων είναι οι εξής Ο τρίτος έως και ένατος των εναγόντων, υπό την ιδιότητά τους ως τοπικοί συνεργάτες της δεύτερης των εναγόντων, αποκλείστηκαν από τους κάτωθι δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, στους οποίους μειοδότησε η πρώτη εναγόμενη, κατά το έτος 2004: 1) Στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χανίων ..., 2) Στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας ..., 3) Στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λέσβου ..., 4) Στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου ..., 5) Στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας ... Οι τοπικοί συνεργάτες της δεύτερης των εναγόντων είχαν προσφορά και θα αγόραζαν, από αυτήν το φυτοπροστατευτικό προϊόν LEBAYCID 50% EC, με δραστική ουσία fenthion, προς 11,75 ευρώ ανά λίτρο, προκειμένου να συμμετέχουν στους εκάστοτε διαγωνισμούς προμήθειας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Σ' αυτήν ακριβώς την τιμή των 11,75 ευρώ ανά λίτρο αγόρασαν από τη δεύτερη ενάγουσα το εν λόγω προϊόν LEBAYCID 50% EC και όλοι οι άλλοι τοπικοί συνεργάτες της, στις περιπτώσεις που κέρδισαν εκείνοι το διαγωνισμό της συγκεκριμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, το κέρδος που θα αποκόμιζε έκαστος εκ των τοπικών εμπόρων, δηλαδή οι τρίτος έως και ένατος εκ των εναγόντων, από την κατακύρωση του συγκεκριμένου διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχε έκαστος εξ αυτών προκύπτει εφόσον, αφαιρουμένου του ποσού αγοράς ανά λίτρο του προϊόντος από τη δεύτερη ενάγουσα προς την τελική τιμή ανά λίτρο προμήθειας αυτού στο δημόσιο φορέα που διεξήγαγε το διαγωνισμό, πολλαπλασιαστεί στη συνέχεια το ποσό αυτό προς την ποσότητα σε λίτρα της κάθε προμήθειας. Κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορίζεται και το διαφυγόν κέρδος της πρώτης και δεύτερης των εναγόντων εταιρειών, οι οποίες παρασκευάζουν, συσκευάζουν και προμηθεύουν τους ως άνω εμπόρους με το προϊόν LEBAYC m 50% EC. Αν ληφθεί δε υπόψη ότι δεν υπήρχαν άλλοι μετάσχοντες στους ως άνω μειοδοτικού; διαγωνισμούς, καθένας των εναγόντων υπέστη την εξής ζημία: 1) ο τρίτος των εναγόντων ... 27.125ευρώ ..., 2) η τέταρτη των εναγόντων εταιρεία ... 16.980 ευρώ 3) οι πέμπτη και έκτος των εναγόντων (οι οποίοι συμμετείχαν από κοινού στο διαγωνισμό με το προϊόν της δευτέρας των εναγόντων), θα αποκόμιζαν κέρδος ύψους 6.911,64 ευρώ, 4) η έβδομη των εναγόντων, θα αποκόμιζε κέρδος ύψους 2.150 ευρώ, 5) οι όγδοοι και ένατος των εναγόντων (οι οποίοι συμμετείχαν από κοινού στο διαγωνισμό με το προϊόν της δεύτερης των εναγόντων) θα αποκόμιζαν κέρδος ύψους 5.250 €, 6) η δεύτερη των εναγόντων ζημιώθηκε αρχικά από την απώλεια της κατακύρωσης των ανωτέρω διαγωνισμών στους άνω τοπικούς συνεργάτες της κατά το ποσό πώλησης ανά λίτρο του προϊόντος στους τελευταίους πολλαπλασιαζόμενο αυτό επί της ποσότητας της συγκεκριμένης προμήθειας σε λίτρα του κάθε επιμέρους διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, η "BayerCropScienceHellas ΑΒΕΕ" και ήδη "ΒΑYER ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" προμηθεύει τους ως άνω εμπόρους με το προϊόν LΕΒΑYCID 50% EC, συστατικό στοιχείο του οποίου αποτελεί το FENTHION, στην τιμή που προαναφέρθηκε των 11,75 € ανά λίτρο προϊόντος. Όπως προκύπτει από την από 19 Νοεμβρίου 2004 έκθεση κοστολόγησης, του εδρεύοντος στην Ελλάδα παραρτήματος της διεθνούς εταιρίας, ορκωτών ελεγκτών 'ΈRNSΤ & YOUNG HELLAS" η "BayerCropScienceHellas ΑΒΕΕ" επί του ποσού των 11,75 € ανά λίτρο προϊόντος προβαίνει σε έξοδα ύψους 7,60 ευρώ (κόστος πρώτων υλών, κόστος παραγωγής, υλικά συσκευασίας, άμεσα εργατικά και γενικά βιομηχανικά έξοδα, σε αναγωγή ανά λίτρο του συγκεκριμένου προϊόντος). Συνολικά η δεύτερη των εναγόντων, εφόσον κατακυρώνονταν στους ως άνω συμμετέχοντες συνεργάτες της, οι κατά τόπους μειοδοτικοί διαγωνισμοί συνολική; ποσότητας 28.656 λίτρων (ήτοι, 3.156 λίτρα για τη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Λέσβου, 1.000 λίτρα για την Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσων, 3.000 λίτρα για τη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Βοιωτίας 6.000 λίτρα, για τη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ηλείας και 15.500 λίτρα, για τη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Χανίων) του φυτοπροστατευτικού σκευάσματος LEBAYCID 50% EC με δραστική ουσία fenthion, θα αποκόμιζε κέρδος ύψους 118.922,4 ευρώ, καθώς θα πωλούσε την ως άνω ποσότητα στους τρίτο έως και ένατο των εναγόντων εφόσον αυτοί δεν εμποδίζονταν με τις αθέμιτες πράξεις της εναγομένης και επετύγχαναν να κατακυρωθούν υπέρ αυτών οι κατά τόπους διαγωνισμοί, ήτοι το κέρδος ανά μονάδα λίτρου ανέρχεται στο ποσό των 4,15 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο το ποσό αυτό προς την ποσότητα της ζητούμενης κατά τα ανωτέρω προμήθειας (11,75 €-7,60 €=4, 15ευρώ επί 28.656 λίτρα = 118.922,4ευρώ). 7) Η πρώτη των εναγόντων "BayerCropScience AG" με έδρα τη Γερμανία, λειτουργώντας ως μητρική της δεύτερης των εναγόντων, προμηθεύει την "ΒΑYER ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" με τις απαραίτητες πρώτες ύλες, προκειμένου η δεύτερη να παράγει και να εμπορεύεται το φυτοπροστατευτικό προϊόν LEBAYCID 50% EC, με δραστικό στοιχείο το fenthion. Η ως άνω πρώτη ενάγουσα επιτυγχάνει μικτό κέρδος επί του εν λόγω προϊόντος της τάξεως των 2,71ευρώ ανά λίτρο προϊόντος, μετά από αναγωγή. Επομένως, εφόσον οι τρίτοι έως και ένατος ενάγοντες, θα επετύγχαναν την κατοχύρωση υπέρ αυτών των κατά τόπους διαγωνισμών (εφόσον δεν εμποδίζονταν προς τούτο από τις παράνομες και αθέμιτες ενέργειες των εναγομένων) και προμήθευαν τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις με το προϊόν της δεύτερης ενάγουσας, η "BayerCropScience AG" θα απεκόμιζε κέρδος ύψους 77.657,76 ευρώ (ήτοι 28.656 λίτρα επί 2,71ευρώ) από την παροχή πρώτων υλών στη δεύτερη των εναγόντων, έναντι των οποίων η πρώτη ενάγουσα ζητεί 77.656,76ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος και νόμιμος εκπρόσωπός της πρώτης εναγομένης, υπέχει και προσωπική ευθύνη, καθώς είναι εκείνος που με τις παράνομες, υπαίτιες και αθέμιτες ενέργειές του, ήτοι : α) την υποβολή ψευδούς δηλώσεως προελεύσεως του φυτοπροστατευτικού προϊόντος (εντομοκτόνου) της πρώτης εναγομένης στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ενώ γνώριζε ότι το σκεύασμα αυτό δεν είχε παρασκευαστεί σε ορισμένο εξ αρχής εργοστάσιο, όπως απαιτείται εκ του νόμου (Ν. 721/1977, Π.Δ 394/96), και β) την προσφορά χαμηλότερης τιμής ανά μονάδα λίτρου φυτοπροστατευτικού προϊόντος (εντομοκτόνου) της πρώτης εναγομένης, από την προσφορά που έκαναν οι συνεργάτες της δεύτερης ενάγουσας στους ανωτέρω μειοδοτικούς διαγωνισμούς, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν πληρούσε τις ανωτέρω τεχνικέ; προδιαγραφές, που απαιτούνται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΚΑ. ΦΟΡΕΑ 0150 ΚΑ. ΕΙΔΟΥΣ: 0603-2000) στη δοκιμή της σταθερότητας του παραγόμενου γαλακτώματος, πέτυχε η πρώτη εναγομένη το επιδιωχθέν από αμφοτέρους τους εναγομένους αποτέλεσμα της αδειοδότησης του ανωτέρου επίδικου προϊόντος με την ονομασία fenthion 50% EC και την ακόλουθη κατακύρωση στην πρώτη εναγομένη των εν λόγω μειοδοτικών διαγωνισμών ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με την ύπαρξη στο πρόσωπο των εναγομένων πρόθεσης αθέμιτου σε βάρος των εναγόντων ανταγωνισμού και συμπεριφοράς αντίθετης στα χρηστά ήθη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή η μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 Ν. 146/1914. Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχεται ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία, εν γνώσει της ότι το προϊόν της "FENSTION 50 EC ΝΙΤΡΟΦΑΡΜ" δεν πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και δεν διασφάλιζε κατ' απόλυτο τρόπο επαρκή αποτελεσματική δράση του σκευάσματος κατά του δάκου, ήταν δε επικίνδυνο για την υγεία του χρήστη του προϊόντος, στην προστασία του οποίου, εκτός άλλων, αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 721/1977, είχε λάβει δε έγκριση κυκλοφορίας κατόπιν αναληθών δηλώσεων του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγόμενου, συμμετείχε στον μειοδοτικό διαγωνισμό με προσφορά χαμηλότερης και ανταποκρινόμενης στην αξία του υποδεέστερου προϊόντος της τιμής σε σχέση με τις προσφορές των συνεργατών της δεύτερης ενάγουσας και έτσι πέτυχε την κατακύρωση σ' αυτήν των μειοδοτικών διαγωνισμών και την κατάρτιση των συμβάσεων προμηθείας του προϊόντος, ανταγωνιζόμενοι έτσι οι εναγόμενοι αθέμιτα την εμπορία του προϊόντος της δεύτερης ενάγουσας, που συμμετείχε στον διαγωνισμό με το προϊόν της "LEBAYCID 50% EC", το οποίο είναι εντομοκτόνο επαφής και διεισδυτικό, με προστατευτική και θεραπευτική δράση σε υγρή γαλακτοποιήσιμη μορφή και με δρων συστατικό το "FENTHION", τηρεί δε όλες τις τεχνικές προδιαγραφές. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με πρόθεση ανταγωνισμού και ότι η άνω συμπεριφορά τους αντίκειται στα χρηστά ήθη, αφενός διότι συνιστά παραβίαση των ηθικά φορτισμένων, ως αποβλεπουσών και στην προστασία των πολιτών διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του Ν. 721/1977 και αφετέρου διότι έγινε με σκοπό απόκτησης ανταγωνιστικού προβαδίσματος και αποκλεισμού του προϊόντος της δεύτερης ενάγουσας. Κάθε μία από τις παραδοχές αυτές στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, οι πρώτος κατά τα δεύτερο μέρος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι του κύριου δικογράφου και 2ος από το ίδιο άρθρο και αριθμό πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε την ύπαρξη ή μη πρόθεσης, ανταγωνισμού, άλλως ότι για τα άνω περιστατικά διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα διέγνωσε ότι οι διατάξεις του ν. 721/1977, οι οποίες αναφέρονται στις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας (έγκρισης) κυκλοφορίας φυτοφαρμακευτικών προϊόντων, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε η πρώτη εναγόμενη, είναι από μόνες τους ηθικά φορτισμένες, ώστε η παραβίασή τους να συνιστά χωρίς άλλο αθέμιτο ανταγωνισμό, αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι, όπως αναφέρθηκε, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζει αυτοτελώς η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης παραδοχή του Εφετείου ότι η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Με τον τρίτο από του άρθρου 1 ΚΠολΔ λόγο του κύριου δικογράφου και τον τρίτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι οι περιορισμένες και μη επηρεάζουσες την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του προϊόντος της πρώτης εναγόμενης αποκλίσεις από τις εγκεκριμένες ποιοτικές και τεχνικές προδιαγραφές του συνιστούν παραβίαση της άδειας (έγκρισης) της κυκλοφορίας του προϊόντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 2, 3 και αριθ. 3 παρ.1 και 2β του Ν. 721/1977, 18 του π. δ . 394/1996 και 1 του Ν. 146/1914, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων συνδρομής του, πλήττει τη μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου19 του Ν 146/1914 οι αξιώσεις επί αποζημιώσει και επί παραλείψει που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου, παραγράφονται μετά από έξι μήνες από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο εκείνος που έχει την αξίωση έλαβε γνώση της πράξεως και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά τριετία από τότε που έγινε η πράξη, για δε τις αξιώσεις επί αποζημιώσει ουδέποτε αρχίζει η παραγραφή προ του χρονικού σημείου, κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη (Α.Π. 1497/2008). Στην περίπτωση δε που μία πράξη παραβιάζει συγχρόνως τις ειδικές διατάξεις του Ν 146/1914, αλλά και τη γενική διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του Ν 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, διότι το προβάδισμα της εφαρμοστέας διατάξεως καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής. Η σύντομη δε παραγραφή του άρθρου 19 του Ν 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το δίκαιο των αδικοπραξιών (ΑΠ 1285/2005). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ή έλαβε εν μέρει υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό διαδίκου που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' ορθή εκτίμηση του έκτου λόγου του κύριου δικογράφου και του τρίτου με τον αριθ. 4 του δικογράφου πρόσθετων λόγων προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον του πρωτοδικείου ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων για παράλειψη στο μέλλον κάθε προσβολής του δικαιώματός των και ειδικότερα απαγόρευσης κυκλοφορίας του προϊόντος των και συμμετοχής των σε διαγωνισμούς υπέκυψε στην παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914, κατά το μέρος που στηρίζεται στις πλημμέλειες της χορηγηθείσης άδειας κυκλοφορίας του, καθόσον αυτοίείχαν λάβει γνώση της μη συνδρομής των προϋποθέσεων έγκρισης της άδειας κυκλοφορίας του προϊόντος, δια της δηλώσεως ανύπαρκτων εργοστασίων τυποποίησης και συσκευασίας, τουλάχιστον από τις 23-3-2004, οπότε η δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας με τη οποία εγκρίθηκε η κυκλοφορία του προϊόντος και έκτοτε και μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 14-12-2004 είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των έξι μηνών. Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος στον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλεται και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης για απαγόρευση κάθε μελλοντικής συμμετοχής της πρώτης αναιρεσείουσας σε δημόσιους διαγωνισμούς με το ως άνω προϊόν της και εμπορίας αυτού στην Ελλάδα (όχι κυκλοφορίας του), δεν στηρίζεται μόνο στην παραδοχή ότι για την κυκλοφορία του εν λόγω προϊόντος δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις δηλώσεως υπαρκτών εργοστασίων τυποποίησης και συσκευασίας αυτού, αλλά και στην παραδοχή ότι το προϊόν που κυκλοφόρησε και συμμετείχε στο διαγωνισμό είχε σημαντική απόκλιση ως προς τις εγκεκριμένες ποιοτικές και τεχνικές προδιαγραφές του, πράγμα που έγινε από τους εναγόμενους με σκοπό να ανταγωνισθούν αθέμιτα το προϊόν της δεύτερης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο έβδομος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αντεναγόμενη (δεύτερη των εναγόντων) με τους ισχυρισμούς της ενώπιον των διοικητικών αρχών και των δικαστηρίων ότι το προϊόν της πρώτης αντενάγουσας ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ότι είχε αποκλίσεις από τις τεχνικές και ποιοτικές προδιαγραφές του και ότι οι αντενάγοντες υφάρπαξαν παράνομα την άδεια κυκλοφορίας δεν είχε πρόθεση να βλάψει την τιμή και υπόληψη των αντεναγόντων και ότι ενήργησε από το δικαιολογημένο συμφέρον προστασίας του ανταγωνιστικού σκευάσματος, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσων θεμελιώσεώς του πλήττει τη μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 928 εδ. β, 929 εδ. β, 297 και 298 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο ο ζημιωθείς αμέσως από την πράξη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς, δηλαδή αυτός που υφίσταται αντανακλαστικές συνέπειες από τη ζημιογόνο πράξη. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 928 εδάφ. β και 929 εδάφ. β ΑΚ, κατά τις οποίες, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας αυτού, δικαιούνται, με αυτοτελή και δική τους αξίωση, να ζητήσουν αποζημίωση οι τρίτοι, οι οποίοι έχουν απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, ή αξίωση για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του θανόντος ή παθόντος και τις οποίες στερήθηκαν (AΠ 1958/08. ΑΠ 2408/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ζημιογόνο γεγονός συνίσταται στην με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη συμμετοχή της πρώτης εναγόμενης στον μειοδοτικό διαγωνισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με προϊόν που δεν πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές έγκρισής του και με προσφορά χαμηλότερης τιμής εκείνης που θα είχε το ίδιο προϊόν αν πληρούσε τις προδιαγραφές και την συνεπεία της χαμηλότερης προσφοράς κατακύρωσης του διαγωνισμού στην πρώτη εναγόμενη και όχι στους 3ο έως 9ο ενάγοντες, που συμμετείχαν στον διαγωνισμό με προσφορά του πληρούντος όλες τις προδιαγραφές προϊόντος "LEBAYCID 50% EC " που παράγει με υλικά της πρώτης ενάγουσας η δεύτερη εκ των εναγόντων, από την οποία το αγοράζουν και η οποία τους είχε δώσει σχετική προσφορά. Υπό τα περιστατικά αυτά αμέσως ζημιωθέντες είναι αφενός η δεύτερη ενάγουσα που παρασκευάζει αποκλειστικά και εμπορεύεται το ανταγωνιστικό προϊόν "LEBAYCID 50% EC ", το οποίο συμμετείχε στο διαγωνισμό και με αθέμιτες ενέργειες των εναγόντων αποκλείστηκε, οπωσδήποτε δε, κατά τις παραδοχές πάντα του Εφετείου, θα το αγόραζαν οι 3ος έως 9ος των εναγόντων, αν κατακυρώνονταν σ' αυτούς οι διαγωνισμοί, με αποτέλεσμα να απωλέσει η δεύτερη ενάγουσα το ποσό που θα κέρδιζε από την πώληση σ' αυτούς του προϊόντος της, καθώς και οι εκ των εναγόντων 3ος έως 9ος , οι οποίοι με αθέμιτες ενέργειες των εναγόντων αποκλείστηκαν από τον διαγωνισμό και απώλεσαν το ποσό το οποίο θα κέρδιζαν από την μεταπώληση του προϊόντος της δεύτερης ενάγουσας στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόντων. Αντίθετα η πρώτη ενάγουσα εταιρία που εδρεύει στη Γερμανία, η οποία δεν παράγει και δεν εμπορεύεται το προϊόν με το οποίο συμμετείχαν στον διαγωνισμό οι λοιποί εναγόμενοι, αλλά απλώς προμηθεύει με υλικά τη δεύτερη ενάγουσα, υπέστη αντανακλαστικές συνέπειες από το ζημιογόνο γεγονός, αφού θα προμήθευε στη δεύτερη ενάγουσα τις πρώτες ύλες για την υπ' αυτής παρασκευή του προϊόντος που εκείνη εμπορεύεται, και είναι έμμεσα ζημιωθείσα, μη δικαιούμενη αποζημίωσης. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ότι και η πρώτη ενάγουσα εταιρία είναι άμεσα ζημιωθείσα και επιδίκασε υπέρ αυτής αποζημίωση 77.656,76 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. και 1 του ν. 146/1914, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ τέταρτο αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, το δικαστήριο που έκρινε ότι η δεύτερη από τους ενάγοντες είναι άμεσα ζημιωθείσα και ότι υφίσταται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες (2η -9ος) δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ίδιες ως άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Bayer CropScieceA.G.", που εδρεύει στο Μανχάϊμ Γερμανίας, ενώ κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Επίσης τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης και οι οποίοι έχουν χωριστή υπεράσπιση, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ότι η αίτηση αναίρεσης, όπως διαμορφώθηκε με το από 30-6-2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, δεν ασκήθηκε ως προς τους αναιρεσιβλήτους : 1) εταιρία με την επωνυμία "ΑGROCARE AEΓΕ", εδρεύει στην Πάτρα και 2) εταιρία με την επωνυμία " Χ. Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 30-6-2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπ' αριθ. 1724/2006 και 3130/2009 αποφάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα. Αναιρεί την υπ' αριθ. 2349/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην οποία εμπεριέχεται η υπ' αριθ. 1724/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην εκ των εναγόντων - εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία " Bayer CropSiense Α.G", που εδρεύει στο Μανχάϊμ Γερμανίας. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την πρώτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας ως άνω 2349/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, πλην εκείνων ως προς τους οποίους θεωρείται ως άνω ότι αυτή δεν ασκήθηκε. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε αναιρεσίβλητο στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αθέμιτος ανταγωνισμός (άρθρο 1 ν. 146/1914). Πότε οι «εξωανταγωνιστικές» διατάξεις συνιστούν χωρίς άλλο προσβολή των χρηστών ηθών. Ζημία από αθέμιτο ανταγωνισμό. Αποκατάσταση της ζημίας δικαιούται ο άμεσα ζημιωθείς και όχι εκείνος που υφίσταται αντανακλαστικές συνέπειες από τη ζημιογόνο πράξη. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αναιρεί εν μέρει 2349/2007 απόφαση Εφετείου Αθηνών .
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 433/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάσονα Δούμπη περί αναιρέσεως της με αριθμό 18423/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 605/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 15 του π.δ. 40/77, τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων, βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποία αυτά ευρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται ως ακολούθως: α) κατάλληλα προς κατανάλωση, β)... ε) ακατάλληλα προς κατανάλωση, ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, κατά δε το άρθρο 22 του ιδίου προεδρικού διατάγματος, οι παραβαίνοντες τις διατάξεις αυτού τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του ν. 248/1914. επίσης, κατά το άρθρο 23β του άνω νόμου, όπως το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2732/1999, οι παραβάτες του παρόντος νόμου και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, τουλάχιστον. Περαιτέρω, κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 (μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου) του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων", που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λ.π.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 12 και 15 του ίδιου Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον Κώδικα αυτόν αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις, που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή,σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ αρκεί για την ύπαρξη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του ν.δ. 136/1946 απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως μία από τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες , περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες , αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα {και τον συγκατηγορούμενό του Δ.-Θ. Σ.) αγορανομικής παραβάσεως και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2} μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη Θεσσαλονίκη, στις 3.2.2007, ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Π., ως Πρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Δ.-Θ., ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της παραπάνω εταιρείας: παρασκεύασαν και διέθεταν προς πώληση τρόφιμα, ακατάλληλα για κατανάλωση. Ειδικότερα, η καταναλώτρια Γ. Ρ. κατήγγειλε ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία αγόρασε από το Σούπερ Μάρκετ Μ., που βρίσκεται στην οδό ... στην Καλαμαριά, παστεριωμένο γάλα ΜΕΒΓΑΛ ελαφρύ 1,5% λιπαρά και όταν το άνοιξε διαπίστωσε την παρουσία μαύρων ξένων σωμάτων. Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε από τον ΕΦΕΤ το προαναφερόμενο παστεριωμένο γάλα παρουσίαζε συσσωματώματα μαύρων σωματιδίων μεγέθους κεφαλής καρφίτσας, τόσο μέσα στο περιεχόμενο, όσο και επάνω στα τοιχώματα της συσκευασίας. Τα σωματίδια αυτά ήταν απανθρακωμένη οργανική ύλη, η οποία οφείλεται σε αστοχία της παραγωγικής διαδικασίας, κατά το στάδιο εμφιάλωσης του γάλακτος, δηλαδή σε στιγμιαία επαφή σταγόνων γάλακτος με τις σταγόνες που θερμικά κλείνουν την συσκευασία στο άνω μέρος, οι οποίες έχουν θερμοκρασία 400 - 420 βαθμούς Κελσίου, με αποτέλεσμα να απανθρακώνουν το γάλα. Ως εκ τούτου, το προϊόν ήταν, όπως κρίθηκε και από τον ΕΦΕΤ μη ασφαλές, ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, με βάση το κεφάλαιο Α, παράρτημα VI της ΚΥΑ 15523/2006, ποινικά δε υπεύθυνοι για την σωστή λειτουργία του εξοπλισμού της εμπορικής τους επιχείρησης, μέσω του οποίου το γάλα εμφιαλώνεται για να φθάσει στον τελικό καταναλωτή, είναι οι κατηγορούμενοι, με τις ως άνω προαναφερθείσες ιδιότητες τους. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται". Με αυτές, όμως, τις παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης αγορανομικής παραβάσεως (3.2-2007), για την οποία καταδικάσθηκε, είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως της ιδιότητας του Προέδρου και του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος για την άνω αγορανομική παράβαση. Περαιτέρω παραλείπεται να γίνει λόγος για την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος, από αμέλεια ή από δόλο, αλλά γίνεται μνεία μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι αυτή η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, προβλέπεται και τιμωρείται και από τα. άρθρα 26, 27 του Ποινικού Κώδικα, που αρμόζουν σε εγκλήματα που τελούνται με δόλο. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, κατά τούτο και νόμιμης βάσεως, αφού με τις άνω ασάφειες που έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 18.423/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς "Πλημμελειοδικείου που δίκασε ως Εφετείο για αγορανομική παράβαση και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως Πρόεδρο του Διοικητικό Συμβουλίου και αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο της ανώνυμης εταιρείας που κατείχε και διέθετε ακατάλληλο προς βρώση καταναλωτικό αγαθό (γάλα). Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης και για έλλειψη νόμιμης βάσεως διότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του κυρίου ή του διευθυντή ή του επόπτη της επιχειρήσεως αυτής, αλλά μόνο ότι ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας και αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος, που δεν αρκεί για την ευθύνη του για την άνω αγορανομική παράβασηj και επίσης διότι δεν γίνεται λόγος για την τέλεση της πράξεως από αμέλεια ή με δόλο και μόνο στο περί επιμετρήσεως της ποινής κεφάλαιο γίνεται μνεία ότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27 ΠΚ που αρμόζουν σε από δόλο τελούμενο έγκλημα, με αποτέλεσμα από αυτές τις ασάφειες να στερείται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νόμιμης βάσεως, διότι δεν δύναται να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο η ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 426/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο -Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2011 αίτησή του, για επανάληψη διαδικασίας, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 833/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία κατά του πιο πάνω αιτούντος, και την με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 197/6.10.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: - Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 § 3 εδ. β', 528 παρ. 1 εδ. α' και 529 ΚΠΔ, την από 26-6-11 αίτηση, του κρατουμένου στη Φυλακή ... Α. Μ. του Α., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 178/31-5-06 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)... 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε" (Α.Π. 1277/2008). "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη . Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία ) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας " Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ' ΙΓ' 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215 ). Εξάλλου βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής (Α.Π. 1471/08).Περαιτέρω, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης επανάληψης διαδικασίας, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης, στηριζομένης σε άλλο λόγο ή και στον ίδιο, αρκεί προς υποστήριξή της να προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τέλος είναι ανεπίτρεπτη μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08). ΙΙ. Επομένως, -και ανεξάρτητα αν έχουν απορριφθεί δύο σχετικές αιτήσεις του με τις υπ' αριθ. 2119/2009 και 127/20011 αποφάσεις του ΑΠ- η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 178/31-5-06 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, γιατί -κατά τα λεγόμενά του- μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό ότι αυτός, καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πράγματι τέλεσε, είναι νόμιμη -ύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ- αρμοδίως δε και παραδεκτώς, εισάγεται ενώπιον Σας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 178/31-5-06 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 825/24-4-07 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κηρύχθηκε: "ένοχος κατ' εξακολούθηση, χωρίς ελαφρυντικά, ως μη τοξικομανής, για πώληση ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) στον συγκατηγορούμενό του, Σ. Μ., ως και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 10 ετών, ως και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ". Συγκεκριμένα, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 23-6-03 έως 23-9-03: 1) Στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά -Αττικής, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και σε μη διακριβωθείσες επιμέρους ημερομηνίες, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πώλησε ναρκωτική ουσία, και συγκεκριμένα πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος στον συγκατηγορούμενό του Σ. Μ., πέντε (5) φορές από ένα (1) γραμμάριο κοκαΐνης την κάθε φορά, αντί τιμήματος 70 ευρώ το κάθε γραμμάριο. Στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη-Αττικής, στις 23-9-2003, πώλησε τελευταία φορά στον ανωτέρω συγκ/νό του Σ. Μ., ποσότητα κοκαΐνης 1 γραμμαρίου αντί τιμήματος 70 ευρώ. 2) Στον Πειραιά - Αττικής και στην επί της οδού ... οικία του, στις 23-9-2003, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασής της, με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία, σύμφωνα με το Νόμο και συγκεκριμένα, κατείχε: α) δύο αυτοσχέδια δέματα με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 200 γραμμαρίων (2 Χ 100 γρ.), β) ένα νάυλον σακουλάκι με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 100 γραμμαρίων, γ) ένα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε σαράντα (40) αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους (40) γραμμαρίων (1 X 40 γρ.) και δ) ένα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε δεκατρία (13) αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 13 γραμμαρίων (1 X 13). Ειδικότερα στο μεν σκεπτικό της ως άνω απόφασης διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: ".Το γεγονός των πωλήσεων κατατίθεται από τον (συγ)κατηγορούμενο Σ. Μ., ομολογήθηκε όμως και από τον ίδιο ...", στη δε απολογία του, ο αιτών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά ανέφερε και τα εξής: "... Πούλαγα ναρκωτικά για να βγάλω την δόση μου. Μου είπε ο Π., να πάρω μια ποσότητα που είχε και να πουλάω και στα 5 γραμμάρια που θα έδινα, το ένα γραμμάριο θα ήταν δικό μου, επίσης μου είχε πει ο Π., όποτε με έπαιρνε ο Μ., να του δίνω την ποσότητα που θέλει ... Ο Π. με εκβίαζε και μέσα στην φυλακή που ήταν ... και έχω κάνει μηνύσεις εναντίον του Π. ... Τον Π.. τον είχα γνωρίσει στην φυλακή. Είχα κάνει μεταφορά 60 κιλών χασίς από την Αλβανία και με έπιασαν, γι' αυτό τον λόγο ήμουν φυλακή την πρώτη φορά ... Με έπαιρνε ο Μ., και μου έλεγε έχω πελάτη, φέρε πέντε γραμμάρια, μου έδινε τα χρήματα του έδινα τα ναρκωτικά και εγώ τα χρήματα τα έδινα στον Π., εγώ απ' αυτό κέρδιζα κάθε φορά την δόση μου ...". ΙV. Με την κρινόμενη αίτησή του, ο αιτών "ως λόγους" επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει τα εξής: 1) Ότι ο Σ. Μ. δικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών, ενώ έπρεπε να δικασθεί για εμπορία ναρκωτικών, ως υπότροπος, αφού την 12-1-09 συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία. 2) Ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του, ανήκαν στον Π., και ότι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός της καταδίκης του από το Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά, για υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων, σύμφωνα με τις επικαλούμενες στην αίτηση του ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις, τις οποίες όμως δεν προσκομίζει. 3) Ότι με βάση τα ανωτέρω, έπρεπε να (κατα)δικασθεί, αφενός μεν για φύλαξη (αποθήκευση) ναρκωτικών ουσιών και όχι για κατοχή αυτών, αφού τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του ήταν του Π., αφετέρου δε για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και όχι για πώληση, αφού αυτός μετέφερε τα ναρκωτικά του Π. στον Σ. Μ.. Οπότε (κατ' αυτόν - Μ.) δικάσθηκε για βαρύτερα εγκλήματα (κατοχή - πώληση) από αυτά που πράγματι τέλεσε (αποθήκευση - μεταφορά). VI. Όλοι οι - με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας προβληθέντες "λόγοι", πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1) Ο Σ. Μ., με την ίδια απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά καταδικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (430 γραμ. κάνναβης), ως μη τοξικομανής, με ελαφρυντικά και του επιβλήθηκε ποινή 2 ετών και 6 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η κατοχή όμως περιλαμβάνεται στην έννοια της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Το αν είναι υπότροπος ή έμπορος ναρκωτικών, διότι- κατ' αυτόν- συνελήφθη την 12-1-09 για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία, ουδόλως αφορά, ή ουδόλως τούτο συνδέεται με την καταδίκη αυτού για βαρύτερο έγκλημα, ως ισχυρίζεται. Ούτε τούτο αποτελεί νέο αιτιώδες γεγονός ή νέα αιτιώδη απόδειξη, ώστε να υφίσταται βεβαιότητα (και όχι πιθανότητα) περί καταδίκης του για βαρύτερο έγκλημα (κατοχή -πώληση) σε σχέση με αυτό που πράγματι, ως διατείνεται, τέλεσε (αποθήκευση - μεταφορά). 2) Επίσης, ο φερόμενος υπό του Π. εκβιασμός, ώστε να καταθέσει ο αιτών ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του και όχι του Π., δεν αποτελεί νέο γεγονός ή νέα απόδειξη, αφού στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς απολογούμενος, κατέθεσε, ότι εκβιάζονταν από τον Π., ότι υπέβαλε κατ' αυτού μηνύσεις, ότι ο Π. είχε την ποσότητα των ναρκωτικών, ότι του έδωσε ναρκωτικά για πώληση, ώστε να εξασφαλίζει την δόση του, ως και ότι γνώρισε τον Π. στη φυλακή, όταν ήταν στο παρελθόν έγκλειστος σ' αυτή, λόγω μεταφοράς 60 κιλών ινδικής κάνναβης από την Αλβανία. Όλα αυτά, είχαν υποβληθεί αμέσως από τον αιτούντα στους δικάσαντες δικαστές και συνεπώς δεν ήταν άγνωστα σ' αυτούς, άρα δεν αποτελούν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις. 3) Το αν το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη του, ή τα έλαβε και τα απέρριψε αμέσως ή εμμέσως, ή εσφαλμένα τα αξιολόγησε, κηρύσσοντας αυτόν ένοχο κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και όχι (ως διατείνεται ο αιτών) αποθήκευσης - μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού, αφενός μεν δεν είναι νέα, αφετέρου δε διότι δι' αυτών πλήττεται η νομική και ουσιαστική ορθότητα της προσβαλλομένης αμετάκλητης απόφασης, οπότε και ο τρίτος λόγος είναι στην ουσία του αβάσιμος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, αν τα υπό του αιτούντος λεγόμενα, καθ' υπόθεση ήθελε γίνουν δεκτά, ως "νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις", δεν είναι μετά βεβαιότητας φανερό, ότι ο αιτών (κατά τον ισχυρισμό του) θα καταδικαζόταν για ελαφρύτερο πράγματι έγκλημα (αποθήκευση -μεταφορά), από το βαρύτερο (κατοχή - πώληση) που καταδικάσθηκε, διότι, ναι μεν ενδεχομένως να τροποποιείται και να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας και το είδος της πράξης, όμως και τα τέσσερα ανωτέρω εγκλήματα είναι ισόκυρα, υπάγονται στην ίδια ποινική διάταξη (άρθρ. 20 Ν. 3459/2006) και όταν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, μια και η αυτή επιβάλλεται ποινή. VIΙ. Επομένως, από τα προεκτεθέντα -χωρίς καμιά αμφιβολία-, σηματοδοτείται η επιδίωξη του καταδικασθέντος -δια της ως άνω διαδικασίας- να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεπίτρεπτος. VIΙΙ . Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη-, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος της (άρθρα 583 §1 ΚΠΔ,, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της η από 26-6-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή ... Α. Μ. του Α., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον αυτού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 178/31-5-06 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του. Αθήνα 6-10-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 528 παρ.1 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως τη διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο, προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 4 Ιανουαρίου 2012 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., ο αιτών Α. Μ. κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επίδοση της κλήσεως στο σύνοικο ενήλικο αδελφό του Γ. Μ., για να παραστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο). Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να συζητηθεί ερήμην του αιτούντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για κακούργημα, υπ' αριθ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι έπρεπε να καταδικασθεί για φύλαξη ναρκωτικών ουσιών και όχι για πώληση και κατοχή αυτών, δηλαδή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, αίτηση αναιρέσεως κατά της οποίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 825/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση (όσον αφορά την πώληση) και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός, "ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής: Α) Στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 23.6.2003 έως 23.9.2003 και σε μη διακριβωθείσες επί μέρους ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πούλησε ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα πούλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος, στο συγκατηγορούμενό του Σ. Μ. πέντε (5) φορές από ένα (1) γραμμάριο κοκαΐνης την κάθε φορά, αντί τιμήματος 70 ευρώ το κάθε γραμμάριο. Στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής, στις 23.9.2003, πούλησε τελευταία φορά στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Σ. Μ. ποσότητα κοκαΐνης 1 γραμμαρίου αντί τιμήματος 70 ευρώ. Β) Στον Πειραιά Αττικής και στην επί της οδού ... αριθ. 11 οικία του, στις 23.9.2003, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς της, με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία, σύμφωνα με το νόμο, και, συγκεκριμένα, κατείχε: α) δύο αυτοσχέδια δέματα με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 200 γραμμαρίων (2 Χ 100 γρ.), β) ένα νάιλον σακουλάκι με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 100 γραμμαρίων, γ) ένα νάιλον σακουλάκι, το οποίο περιείχε σαράντα (40) αυτοσχέδια νάιλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 40 γραμμαρίων (1 Χ 40 γρ.) και δ) ένα νάιλον σακουλάκι, το οποίο περιείχε δεκατρία (12) αυτοσχέδια νάιλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 13 γραμμαρίων (1 Χ 13 γρ.)". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 178/2006 απόφαση, επικαλείται ότι: α) Ο συγκατηγορούμενός του Σ. Μ. δικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών, ενώ έπρεπε να δικασθεί για πώληση κατ' επάγγελμα, αφού το 2008 είχε συλληφθεί από Αστυνομικούς της Διώξεως Ναρκωτικών. β) Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του ανήκαν στον Π., πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι ο τελευταίος καταδικάσθηκε, από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, για υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων, αδικήματα που είχε διαπράξει σε βάρος του, με τις υπ' αριθ. 11151 και 11152/2007 αποφάσεις (τις οποίες, πάντως, δεν προσκομίζει). γ) Με βάση τα ανωτέρω, έπρεπε να καταδικασθεί για φύλαξη ναρκωτικών, αφού αυτά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του ήταν του Π., και όχι για πώληση και κατοχή. Όμως, όλα τα ως άνω ισχυριζόμενα από τον αιτούντα είχαν τεθεί υπόψη των Δικαστών που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 178/2006 απόφαση και είχαν ερευνηθεί από αυτούς και, επομένως, δεν θεωρούνται νέα στοιχεία. Συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της εν λόγω αποφάσεως και των πρακτικών της, προκύπτει ότι ο αιτών - κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, είχε καταθέσει ότι εκβιαζόταν από τον Π., ότι υπέβαλε κατ' αυτού μηνύσεις, ότι ο Π. είχε την ποσότητα των ναρκωτικών, ότι του έδωσε ναρκωτικά για πώληση, ώστε να εξασφαλίσει τη δόση του, και ότι γνώρισε τον Π. στη φυλακή, όταν ήταν στο παρελθόν έγκλειστος σ' αυτή, λόγω μεταφοράς 60 κιλών ινδικής κάνναβης από την Αλβανία. Όσον αφορά τον συγκατηγορούμενό του, αυτός καταδικάσθηκε για κατοχή, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια της "εμπορίας" ναρκωτικών ουσιών, το αν δε αυτός, ενδεχομένως, ήταν πωλητής κατ' επάγγελμα δεν αφορά τον αιτούντα ούτε συνδέεται με την καταδίκη αυτού για πώληση και κατοχή. Δηλαδή, ο αιτών, με αυτά που ισχυρίζεται, χωρίς να προσκομίζει κανένα απολύτως στοιχείο προς απόδειξη αυτών, ουσιαστικά επιδιώκει τον επανέλεγχο της κατηγορίας, ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι ανεπίτρεπτος. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιουνίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 8025/2011) αίτηση του Α. Μ. του Α., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 178/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, γιατί αυτός, με αυτά που ισχυρίζεται, χωρίς να προσκομίζει κανένα στοιχείο προς απόδειξη αυτών, ουσιαστικά επιδιώκει τον επανέλεγχο της κατηγορίας, ο οποίος είναι ανεπίτρεπτος.
null
null
2
Αριθμός 427/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Πασαμιχάλη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 589/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 2297/1995 [που ήδη έχει καταργηθεί με το άρθρο 25 παρ. β' του ν. 3196/2003, αλλά ίσχυε κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, επί της οποίας στηρίζει τις αξιώσεις της η αναιρεσίβλητη], "Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας είναι δυνατή για τις ανάγκες των Γραφείων Οικονομικών - Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) η, κατ` εξαίρεση προς τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις, κατ' επιλογή πρόσληψη επιτόπιου προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, το οποίο κατά περίπτωση θα μπορεί να καλύπτει είτε ανάγκες που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις είτε τοπικές ανάγκες διοικητικής υποστήριξης. (...) Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού καταρτίζεται σύμβαση που υπογράφεται για λογαριασμό του Δημοσίου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας ή από εξουσιοδοτούμενο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 55 του π.δ. 138/1993 φορείς ή από τον προϊστάμενο του οικείου Γραφείου ΟΕΥ, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης. (...) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου απαγορεύεται η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου, η μετατροπή συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όπως και η καθ' οιονδήποτε τρόπο μονιμοποίηση συμβασιούχων επιτόπιων υπαλλήλων". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους, όπως τροποποιήθηκε μετά την εισαγωγή του ευρώ, "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο". Και ακόμη "Επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου, όμως, του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και επί των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου περί παροχής προς το Δημόσιο εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συνδυασμό προς τις γενικές διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ.1, 164 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι επί των εν λόγω συμβάσεων ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και πρέπει να τηρείται, με ποινή ακυρότητας, όχι μόνο για την κατάρτισή τους, αλλά και για τις τυχόν τροποποιήσεις τους, όπως είναι και η τυχόν παράταση της λειτουργίας τους μετά την πάροδο του αρχικώς καθορισμένου χρόνου. Η άρση των συνεπειών της εν λόγω ακυρότητας, δια της εκ μέρους του προσληφθέντος παροχής της εργασίας, προϋποθέτει κατ' ελάχιστον την εκ μέρους του Δημοσίου υποβολή εγγράφου προτάσεως είτε για τη σύναψη της συμβάσεως είτε για την τροποποίηση αυτής. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα στην ένδικη, από 26-6-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητη), με το ΣΑ 3594/25-10-2000 έγγραφο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκπροσωπούσε νομίμως το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο) και με γραπτή σύμβαση που επακολούθησε, προσλήφθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-11-2000 ως 28-2-2001 προκειμένου να εργασθεί, αντί μηνιαίου μισθού 1.900 δολαρίων ΗΠΑ, ως μεταφράστρια, για την κάλυψη των αυξημένων, πρόσκαιρων αναγκών της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας (ΜΕΑ) στη Γενεύη, επ' ευκαιρία της διυπουργικής διάσκεψης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που έλαβε χώρα εκεί. Ότι, μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στο Γραφείο της ΜΕΑ και το εναγόμενο, δια των εκεί αρμοδίων υπαλλήλων του, συνέχισε να τις αποδέχεται, μέχρι την 31-8-2001, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε. Ότι, κατόπιν αυτού, το εναγόμενο της οφείλει τις συμφωνηθείσες, μηνιαίες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-3-2001 μέχρι 31-8-2001, ήτοι της ατύπου παρατάσεως της αρχικής συμβάσεως. Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο, ερμήνευσε εσφαλμένως τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και παρέλειψε να διαλάβει στην απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, για την άρση των συνεπειών της ακυρότητας από την άτυπη παράταση της συμβάσεως δεν απαίτησε ως ελάχιστη προϋπόθεση τη γραπτή υποβολή προτάσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος προκειμένου η αναιρεσίβλητη να εξακολουθήσει να απασχολείται στην υπηρεσία του και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της αρχικής, έγκυρης σύμβασης. Και περαιτέρω, για την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος της άτυπης και, κατά συνέπεια, άκυρης παράτασης της συμβάσεως εργασίας δεν διέλαβε παραδοχές ούτε ως προς το αν η αναιρεσίβλητη είχε θεμελιώσει την αξίωσή της επί των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904) ούτε ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι λοιπές, πέραν της ακυρότητας της παρατάσεως, προϋποθέσεις της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραλείψεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19, είναι βάσιμος. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "Με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α', ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 372/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 26-6-2003 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι οι επίδικες αξιώσεις αυτής προς καταβολή του συμφωνηθέντος μισθού για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 31-8-2001, κατά το οποίο είχε συνεχίσει ατύπως να προσφέρει την εργασία της ως μεταφράστρια στο Γραφείο της ΜΕΑ στη Γενεύη, μετά τη λήξη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που είχε καταρτισθεί εγγράφως μεταξύ των διαδίκων για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, καθόσον [ως υπέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο] η παραγραφή άρχισε την 1-1-2002, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 31-7-2003, ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε η αγωγή στο αναιρεσείον και επέφερε τη διακοπή της. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 η διαδρομή του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων δεν άρχισε από το τέλους του έτους, εντός του οποίου είχαν γεννηθεί, αλλά από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου είχε παρασχεθεί η εργασία για την οποία οφειλόταν η αντίστοιχη αμοιβή (ΑΚ 241, 242, 655 εδ. α'). Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. 3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 22 του ν. 3693/1957), που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 5335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον τριακόσια (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών. Υπόκειται σε συστατικό, έγγραφο τύπο. Άκυρη η άτυπη παράτασή της. Εφ' όσον η εργασία παρασχέθηκε, οι συμφωνηθείσες αποδοχές οφείλονται μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο χρόνος παραγραφής των σχετικών αξιώσεων αρχίζει από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου γεννήθηκε εκάστη επί μέρους αξίωση. Αναιρεί.
null
null
0
Αριθμός 428/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ι. Κ. του Χ., συζύγου Π. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Καραβίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Δαούτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-1997 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 63/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 927/1998 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, που αναιρέθηκε με την 703/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Κατόπιν εκδόθηκαν οι 833/2006 μη οριστική και 226/2009 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 10-11-2010 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568). 2. Σύμφωνα με στο άρθρο 1 της από 24-6-1994 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΣΣΕ) των ασφαλιστικών υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 13765 της 19/29-9-1994 (ΦΕΚ Β' 737), ορίζεται ότι στις διατάξεις αυτής υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι εργαζόμενοι στις ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, με εξαίρεση τους εργαζόμενους στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εκεί απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η "Ιονική ΑΕΕΓΑ". Εξ αυτού έπεται ότι οι εργαζόμενοι στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρία κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της από 24-6-1994 ΣΣΕ έπρεπε να αμείβονται σύμφωνα με την αντιστοίχως ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), εκτός εάν οι συμφωνημένες αποδοχές τους ήσαν υπέρτερες των από αυτήν προβλεπομένων. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου" (αρ. 1), επίσης, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 8) και, ακόμη, "αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη" (αρ. 9). Εν προκειμένω, από την επισκόπηση α) της ένδικης, από 7-3-1997 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγής, την οποία η αναιρεσείουσα, επικαλουμένη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άσκησε κατά της ανώνυμης εταιρίας "METROLIFE Εμπορική ΑΕΑΕ", που είχε υπεισέλθει στη θέση του αρχικού εργοδότη "Η ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής" και που ήδη έχει απορροφηθεί από την αναιρεσίβλητη, β) της από 21-10-2008 αντεφέσεως, την οποία άσκησε η αναιρεσείουσα επ' ευκαιρία της συζητήσεως της από 12-9-1997 εφέσεως της "METROLIFE Εμπορική ΑΕΑΕ" κατά της 63/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, που είχε εκδοθεί επί της ως άνω αγωγής και γ) της 226/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης, η οποία εκδόθηκε επί των ως άνω εφέσεως και αντεφέσεως και κατά της οποίας στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα (ως ενάγουσα) ισχυρίσθηκε ότι, την 1-5-1994, είχε προσληφθεί από την αρχικώς εναγομένη "Η ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής" για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου σε υποκατάστημά της στην περιοχή του Βόλου και ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της αμειβόταν με μηνιαίο μισθό 130.000 δραχμών. Κατόπιν αυτού και ανεξάρτητα προς τα υπόλοιπα κεφάλαια της αγωγής, τα οποία δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υπολογισθούν και να της επιδικασθούν αποδοχές υπερημερίας, δεδουλευμένες αποδοχές και λοιπές παροχές σύμφωνα με τις ΣΣΕ ή ΔΑ του κλάδου των απασχολουμένων στις ασφαλιστικές εταιρίες με τη δική της ειδικότητα, οι οποίες ίσχυσαν στο επίδικο χρονικό διάστημα και θα έπρεπε, κατά την άποψή της, να θεωρηθούν εφαρμοστέες. Με την ως άνω αντέφεσή της, η αναιρεσείουσα (ως εφεσίβλητη και αντεκκαλούσα) προέβαλε το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "παρά το νόμο" προέβη στον υπολογισμό "των επιδικασθέντων αγωγικών κονδυλίων ήτοι αποδοχών υπερημερίας, διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, υπερεργασιακής και λοιπής απασχολήσεως, δώρων εορτών, αποδοχών αδείας, επιδομάτων αδείας κλπ, με βάση το νόμιμο μισθό της ΕΓΣΣΕ" και όχι αυτόν "της οικείας ΣΣΕ του κλάδου και της ειδικότητάς [της], όπως θα έπρεπε". Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, απαντώντας στο εν λόγω παράπονο της αντέφεσης, δέχθηκε ότι "η από 24-6-1994 ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής των υπαλλήλων των ασφαλιστικών εταιριών του ιδιωτικού τομέα, με το άρθρο 1 αυτής, ρητά εξαίρεσε από την εφαρμογή της, πλην των άλλων, και τους υπαλλήλους της ασφαλιστικής εταιρίας Η ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, που ήταν η αρχική εργοδότρια της αντεκκαλούσας" και ότι "ως μισθός [της ενάγουσας] συμφωνήθηκε το ποσό των 130.000 δραχμών μηνιαίως, το οποίο καταβαλλόταν πάγια". Κατόπιν αυτών έκρινε ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, για τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της αντεκκαλούσας δεν έλαβε υπ' όψη τις προβλεπόμενες από την ανωτέρω ΣΣΕ αποδοχές, αλλά αυτές που προβλέπονται από την ΕΓΣΣΕ της 21-3-1994, για τα έτη 1994 και 1995 και την ΕΓΣΣΕ της 22-4-1996, για τα έτη 1996 και 1997, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα λόγο αντεφέσεως, απάντησε προσηκόντως σ' αυτόν και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, αποκλείοντας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ισχύ της από 24-6-1994 ΣΣΕ (στις διατάξεις της οποίας ούτε συμβατική υπαγωγή των διαδίκων είχε γίνει, δεδομένου του ότι ούτε σαφής ισχυρισμός της ενάγουσας διατυπώθηκε περί τούτου στην αγωγή ούτε τέτοιο περιστατικό εκ της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε) και καθορίζοντας ως εφαρμοστέα την αντιστοίχως ισχύσασα ΕΓΣΣΕ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 9, είναι αβάσιμος. 3. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αυτές πλημμέλειες (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.2) συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία το λόγο της αντέφεσης, σύμφωνα με τον οποίο "παρά το νόμο, η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε και δεν επιδίκασε τα σχετικά με την υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση αγωγικά κονδύλια, που είναι προσθετέα και συνυπολογιστέα στις τακτικές αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζονται τα λοιπά επιδικασθέντα κονδύλια". Με το περιεχόμενο αυτό, ο επικαλούμενος λόγος της αντέφεσης ήταν απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν διελάμβανε ποια διάταξη παραβίασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε τι συνίστατο η παραβίαση και με ποιο τρόπο η καθ' υπόθεση παραβίαση επέδρασε στην απόρριψη των κονδυλίων που υπαινισσόταν η αναιρεσείουσα (τότε, ως αντεκκαλούσα). Με δεδομένα, λοιπόν, από την επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων, αφ' ενός το ότι το κεφάλαιο της πρόσθετης αμοιβής για υπερεργασία και υπερωρίες δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης και ως εκ τούτου δεν ήταν δεκτικό προσβολής ούτε με λόγο αντέφεσης (ΚΠολΔ 523 παρ.1) και αφ' ετέρου το ότι το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση απαντήσεως επί απαραδέκτου λόγου αντεφέσεως, ελέγχεται και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 9, ως αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-6-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 226/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπάλληλος γραφείου ασφαλιστικής εταιρίας «Ιονική ΑΕΕΓΑ». Εφαρμοστέα η από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ αντί της από 24-6-1994 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής των υπαλλήλων των ασφαλιστικών εταιριών του ιδιωτικού τομέα, λόγω ειδικής εξαιρέσεως. Λόγοι αναίρεσης από 559 αρ.1, 8 και 9 ΚΠολΔ. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 434/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κοτταρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. - Δ. - Μ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μυλωνογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 266/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2101/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2010 αίτηση και τους επ' αυτής, από 9-11-2011 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", συμβάσεις, δια των οποίων δημιουργούνται υποχρεώσεις εις βάρος του ΝΠΔΔ, δεν δύναται να συνομολογηθούν, εφ' όσον δεν προβλέπονται από τις γενικές ή ειδικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 736/1977 "περί Οργανισμού Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 3711/2008 (λόγω του χρόνου κατά τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση που αναφέρεται στη συνέχεια), "η δικαστική υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Ταμείου δυναμένου, δια την υποστήριξιν των πάσης φύσεως υποθέσεών του και προς υποβοήθησιν του ως άνω Συμβουλίου, να αναθέτη υποθέσεις του εις δικηγόρους αμειβομένους καθ' υπόθεσιν. (...) Οι ανωτέρω Δικηγόροι προσλαμβάνονται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, όπερ δίδει εις αυτούς και την σχετικήν εντολήν και πληρεξουσιότητα". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εκ μέρους του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, αντί προκαθορισμένης αμοιβής, ανάθεση σε δικηγορική εταιρία της εντολής να διεξαγάγει έρευνα νομικού περιεχομένου και να συντάξει γνωμοδότηση περί ζητήματος, το οποίο συνδέεται με την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ταμείου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η διενέργεια απαλλοτριώσεων για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, αποτελεί δικαιοπραξία η οποία προβλέπεται από τον οργανικό του νόμο και, ως εκ τούτου, εμπίπτει σ' αυτές οι οποίες δύνανται να συνάπτονται εγκύρως και να δημιουργούν υποχρεώσεις σε βάρος αυτού. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα των δικηγόρων του Δημοσίου, στους οποίους ανατίθεται η δικαστική εκπροσώπηση και γενικά η υπεράσπιση οποιασδήποτε υποθέσεως αυτού ενώπιον δικαστηρίων ή αρχών στις έδρες Πρωτοδικείων όπου δεν λειτουργεί Δικαστικό Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, διότι ο διορισμός των δικηγόρων αυτών αποτελεί ζήτημα της εσωτερικής υπηρεσίας του τελευταίου, οπότε και ευλόγως τα της αμοιβής τους καθορίζονται ειδικώς με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.5 του ν. 3086/2002 σε συνδυασμό με εκείνες του κώδικα περί των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσείον), με την 15/19-12-2006 πράξη του Διοικητικού του Συμβουλίου, είχε αναθέσει στην ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), που είχε τις αναγκαίες επιστημονικές προϋποθέσεις, την εντολή για σύνταξη μελέτης διερεύνησης του νομικού καθεστώτος των απαλλοτριώσεων και του τρόπου καθορισμού της εύλογης αποζημίωσης για αρχαιολογικούς σκοπούς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με αντίστοιχη πολιτιστική κληρονομιά προς αυτήν της Χώρας μας, αντί συμφωνημένης αμοιβής 15.000 ευρώ. Ότι η ενάγουσα, δια πέντε εκ των μελών ή συνεργατών της που απασχολήθηκαν ως ομάδα επί περίπου 80 ώρες, εκτέλεσε την ανατεθείσα εντολή και συνέταξε αναλυτική μελέτη - γνωμοδότηση με τον τίτλο "συγκριτική επισκόπηση του νομικού καθεστώτος των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων", με αναφορά στην αντίστοιχη νομοθεσία και πρακτική ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία, την οποία παρέδωσε προς το εναγόμενο την 31-5-2007. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο δέχθηκε ότι η απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου του αναιρεσείοντος περί αναθέσεως της ως άνω εντολής και συνομολογήσεως της σχετικής αμοιβής ήταν έγκυρη και δέσμευε το αναιρεσείον, γι' αυτό και, μετ' εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το αιτηθέν ποσό νομιμοτόκως. Με την κρίση αυτή το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι, σύμφωνα με αυτές, το αναιρεσείον, αν και κατά κανόνα εξυπηρετούμενο στο χειρισμό των νομικών του υποθέσεων από την υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, είχε την ευχέρεια να αναθέτει κατ' εξαίρεση υποθέσεις και σε δικηγόρους, των οποίων ισοδύναμο θεωρούνται ήδη οι δικηγορικές εταιρίες του π.δ. 81/2005, εφ' όσον κατά την εκτίμηση του Διοικητικού του Συμβουλίου με την ανάθεση αυτή θα επιτυγχανόταν ευχερέστερα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η συνομολόγηση αμοιβής για το συγκεκριμένο νομικό έργο, του οποίου η εκπλήρωση εμπίπτει στην έννοια της "πάσης φύσεως υποθέσεως" που ανατίθεται σε δικηγόρο, συνιστούσε λειτουργική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, η οποία απαιτούσε εξειδικευμένες νομικές γνώσεις και εμπειρία έρευνας στο αλλοδαπό δίκαιο και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να διεκπεραιωθεί από τους νομικούς συμπαραστάτες που χειρίζονται τις συνήθεις υποθέσεις της υπηρεσίας του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής προς αυτόν μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του ν. 3693/ 1957 και 17 παρ.2 του ν. 736/1977, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-10-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 2101/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων. Εγκύρως αναθέτει σε δικηγορική εταιρία την εκπόνηση μελέτης για το καθεστώς των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων σε άλλες χώρες και επιβαρύνεται με τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 435/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Μ. Κ. του Ν., συζύγου Γ. Ξ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Βαβούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Σαρακενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 15804/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 435/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2009 αίτηση και τους επ' αυτής, από 16-12-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 25-5-2005 αγωγής, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) αναφέρει τα εξής ουσιώδη: Ότι συνδεόταν με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 15-4-2004, είχε απασχοληθεί ως νοσηλεύτρια στην επιχείρηση της τελευταίας, η οποία έχει ως αντικείμενο τη λειτουργία κλινικής, όπου παρέχεται ιατρική φροντίδα σε ηλικιωμένα άτομα με χρόνιες παθήσεις. Ότι η πρόσληψή της είχε πραγματοποιηθεί κατά το έτος 1977, από άλλο εργοδότη, φορέα της ίδιας επιχείρησης, στο πρόσωπο του οποίου, ύστερα από αλλεπάλληλες διαδοχές χωρίς ενδιάμεση λύση της αρχικής συμβάσεως εργασίας, υπεισήλθε, τελικώς, η εναγομένη. Ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι αποδοχές της ρυθμίζονταν από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) για τους όρους απασχόλησης και αμοιβής των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές, οίκους ευγηρίας, ιατρικά διαγνωστικά κέντρα και ιατρικά εργαστήρια όλης της Χώρας, που είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές. Ότι σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές (ειδικότερα, την από 8-6-1994 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη νομίμως δημοσιευμένη ΥΑ 13075/4-8-1994, καθώς και το άρθρο 10 της από 4-6-1999 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη νομίμως δημοσιευμένη ΥΑ 11601/29-7-1999), οι εργαζόμενοι του κλάδου αυτού λάμβαναν επίδομα "υπηρεσίας - προϋπηρεσίας", το οποίο επαυξάνει τον εκάστοτε βασικό μισθό κατά ποσοστό 10% για την πρώτη τριετία απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη και 5% για την καθεμιά των επομένων οκτώ τριετιών. Και ότι αυτή, ως έγγαμη, στην αρχή του επιδίκου χρονικού διαστήματος είχε προϋπηρεσία 21 ετών στον ίδιο εργοδότη με συνέπεια επί του εκάστοτε "βασικού μισθού" της (σε εισαγωγικά, για αντιδιαστολή προς το βασικό μισθό χωρίς εισαγωγικά, κατά τη διάκριση που θα φανεί στη συνέχεια) να δικαιούται επίδομα "γάμου" σε ποσοστό 10%, επίδομα "πολυετούς υπηρεσίας" (διαφορετικό από εκείνο της "υπηρεσίας - προϋπηρεσίας") σε ποσοστό 7%, επίδομα "νοσοκομειακό" σε ποσοστό 20% και επίδομα "τροφοκατοικίας" σε ποσοστό 6% ήτοι, συνολικώς, προσαύξηση 43%. Στη συνέχεια της αγωγής, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής προκύπτει, η ενάγουσα παραθέτει τους υπολογισμούς βάσει των οποίων ζητεί τις κατά τις επί μέρους χρονικές περιόδους του επιδίκου χρονικού διαστήματος διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών της. Ειδικότερα, παραθέτει εκάστοτε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε ευρώ, το οποίο αποκαλεί "βασικό μισθό" και επί του οποίου, στη συνέχεια, υπολογίζει τα λοιπά επιδόματα, συμποσούμενα σε 43% και κάνει αναγωγή για την εξεύρεση του ημερομισθίου ή του ωρομισθίου αυτής, όπου αυτό είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό των αιτουμένων διαφορών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε μεν ότι η ενάγουσα δικαιούταν την επαύξηση των τριετιών (ήτοι το ως άνω επίδομα "υπηρεσίας - προϋπηρεσίας"), αλλά απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε ζητήσει με την αγωγή την εν λόγω επαύξηση και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς είχε κάνει τους σχετικούς υπολογισμούς χωρίς να λάβει υπ' όψη τις τριετίες της προϋπηρεσίας της, διότι άλλως θα είχε επιδικάσει αντικείμενο επί πλέον του αιτηθέντος, κατά παράβαση της αρχής της συζητήσεως (ΚΠολΔ 106). Έτσι, όμως, το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι στο χρηματικό ποσό, επί του οποίου η ενάγουσα έκανε εκάστοτε τους σχετικούς υπολογισμούς και το οποίο στην αγωγή ονόμαζε "βασικό μισθό", συμπεριλαμβανόταν ήδη το επίδομα των τριετιών, αν και το ότι αυτό έπραττε η ενάγουσα αναφερόμενη σε "βασικό μισθό" μπορούσε ευχερώς να συναχθεί από τη σύγκριση του χρηματικού ποσού που αναφερόταν σε κάθε κεφάλαιο ή κονδύλιο (κατά περίπτωση) της αγωγής ως "βασικός μισθός" της ενάγουσας (με ρητή επίκληση, αντιστοίχως, των ετών της προϋπηρεσίας της κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο) και του χρηματικού ποσού που προβλεπόταν σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ως βασικός μισθός (κατά κυριολεξία) για τον εργαζόμενο χωρίς προϋπηρεσία, τον οποίο το Εφετείο διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη πράγμα που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ο συνυπολογισμός της επαύξησης του βασικού μισθού λόγω τριετιών επηρέαζε το συνολικό ύψος του αιτήματος της αγωγής και την ευδοκίμηση ή μη της ενστάσεως της εναγομένης περί ολοσχερούς καταβολής των νομίμων αποδοχών της ενάγουσας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ (και όχι του αρ.1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο υπό το ως άνω ιστορικό), είναι βάσιμος. 2. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως, ως και του μοναδικού προσθέτου λόγου αναιρέσεως, αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 435/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νοσηλεύτρια, επίδομα τριετιών που επαυξάνει το βασικό μισθό, έτσι, ώστε επί του επαυξημένου βασικού μισθού να υπολογίζονται τα λοιπά επιδόματα. Ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος 559 αρ.8 ΚΠολΔ, όταν η μεν ενάγουσα επικαλείται την προϋπηρεσία της και συνυπολογίζει το επίδομα κατά την παράθεση του «βασικού μισθού» αυτής ως βάσης για τον περαιτέρω υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της, το δε εφετείο κατά την αναζήτηση του βασικού μισθού αρκείται στον προσδιοριζόμενο από τις ΣΣΕ και δεν λαμβάνει υπ' όψη την επαύξησή του με τις τριετίες, με την αιτιολογία ότι «δεν ζητήθηκε». Αναιρεί.
null
null
0
Αριθμός 436/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ε. Κ. του Χ., 2) Ν. Λ. του Η., 3) Α. Μ. του Α., 4) Α. Φ. του Μ., 5) Ε. Φ. του Δ., 6) Μ. Φ. του Γ. και 7) Ε. Χ. του Η.-Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Νικολουτσόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ" (ΤΑΥΤΕΚΩ), ως ειδικού καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΕΗ" (ΟΑΠ-ΔΕΗ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευσταθίας Καλαντζή, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΔΕΗ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 267/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5562/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης από τους αναιρεσίβλητους την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (όπως ίσχυαν, ως εκ του χρόνου έναρξης της παρούσας αντιδικίας, πριν από την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 3 του ν. 3846/2010 και 17 του ν. 3899/2010), ρυθμίζεται η παροχή εργασίας διά μέσου των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20, οι ΕΠΑ, ως άμεσοι εργοδότες, έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση σε άλλους, ως έμμεσους εργοδότες, προσωπικού που προσλαμβάνουν οι ίδιες προκειμένου να απασχοληθεί στους έμμεσους εργοδότες με τη μορφή προσωρινής απασχόλησης, δηλαδή για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 22, η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες. Επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι, αν η απασχόληση τού κατά δανεισμό μισθωτού από τον ίδιο έμμεσο εργοδότη υπερβεί τους 18 μήνες, τότε η σύμβαση δανεισμού εργασίας μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχουν όταν, κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων το δικαστήριο της ουσίας στηρίζει την κρίση του, περιγράφονται με τόσο σημαντικές διαφορές από ένα σημείο της απόφασης σε άλλο, ώστε να προκαλούνται αμφιβολίες ως προς το τι γίνεται δεκτό και το αν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται ορθώς ο προσήκων κανόνας δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που είχε τεθεί υπό την κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), ο καθένας σε διαφορετικές ημερομηνίες που τοποθετούνται εντός των ετών 2000 και 2001, είχαν καταρτίσει ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με την ομόρρυθμη εταιρία "Κ. Π. και Σία ΟΕ" (μη μετέχουσα στην παρούσα δίκη). Ότι οι συμβάσεις αυτές, ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, ήσαν σπουδαίες και όχι εικονικές, διότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν να είναι εργοδότης η ομόρρυθμη εταιρία, η οποία είχε αφ' ενός το δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης αυτών και αφ' ετέρου την υποχρέωση καταβολής των νομίμων αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών. Ότι η εταιρία αυτή είχε καταρτίσει σύμβαση έργου με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) "Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ" (στο εξής: "ΟΑΠ ΔΕΗ"), ο οποίος δεν ενεργούσε για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό της, επίσης, εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) "Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού ΑΕ" (στο εξής: "ΔΕΗ ΑΕ"), δυνάμει της οποίας η ομόρρυθμη εταιρία είχε αναλάβει, ως εργολάβος, τη "λειτουργία και στελέχωση των βρεφονηπιακών σταθμών", τους οποίους ο "ΟΑΠ ΔΕΗ" έπρεπε να διατηρεί για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων του, που ήσαν εργαζόμενοι στη "ΔΕΗ ΑΕ". Ότι για την εκτέλεση του έργου αυτού, η ομόρρυθμη εταιρία ανέθεσε στους ενάγοντες να απασχολούνται σε συγκεκριμένους βρεφονηπιακούς σταθμούς του "ΟΑΠ ΔΕΗ", με συγκεκριμένη ειδικότητα ο καθένας, για ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο παρατάθηκε κατ' επανάληψη, μέχρι την 1-9-2005, οπότε απολύθηκαν όλοι. Ότι την ευθύνη της εκτέλεσης του έργου είχε η ομόρρυθμη εταιρία, ενώ την υποχρέωση καταβολής των σχετικών δαπανών (όπως για την κάλυψη της μισθοδοσίας των απασχολουμένων, η οποία, πάντως, εκκαθαριζόταν από την ομόρρυθμη εταιρία) και της αμοιβής της εργολάβου είχε η "ΔΕΗ ΑΕ". Ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, οι ενάγοντες πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία στην ομόρρυθμη εταιρία και αυτή, χρησιμοποιώντας την εργασία αυτή, εκπλήρωνε το αναληφθέν έργο, με συνέπεια να μην πρόκειται για παραχώρηση εργαζομένων από τον άμεσο εργοδότη σε έμμεσο. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 267/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που οι αναιρεσείοντες είχαν καταρτίσει με την ομόρρυθμη εταιρία, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με τη "ΔΕΗ ΑΕ" και απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Με τα όσα δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 2956/2001 και, μάλιστα, αυτής του άρθρου 22 παρ.5, την οποία επικαλούνταν οι αναιρεσείοντες για την αναγνώριση συμβάσεων αορίστου χρόνου με τον ένα ή τον άλλο από τους αναιρεσίβλητους, ως έμμεσους εργοδότες αυτών. Η σαφήνεια αυτή δεν αίρεται από το ότι σε άλλο σημείο της απόφασης το αναληφθέν έργο περιγράφεται ως η "έγκαιρη, άρτια, οικονομική και ασφαλής εκτέλεση των εργασιών συντήρησης των βρεφονηπιακών σταθμών". Πράγματι, η χρήση της φράσεως "εργασιών συντήρησης" είναι αδόκιμη στην περίπτωση αυτή, από το σύνολο των παραδοχών, όμως, δεν γεννιέται αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το έργο συνίστατο στην εξασφάλιση της λειτουργίας των βρεφονηπιακών σταθμών με την λήψη όλων των μέτρων που θα συνέβαλλαν στην επίτευξη του αποτελέσματος αυτού. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του καθενός από τους αναιρεσίβλητους, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-11-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 5562/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του καθενός από τους αναιρεσίβλητους. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραχώρηση εργαζομένων. Εφ' όσον το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας καταρτίσθηκε με τον άμεσο εργοδότη και ότι η εργασία προσφέρθηκε σ' αυτόν, ο οποίος είχε αναλάβει ως εργολάβος την παροχή υπηρεσιών προς τον φερόμενο ως έμμεσο εργοδότη, στο πλαίσιο της οποίας χρησιμοποίησε το μισθωτό, ορθώς και αιτιολογημένως αποκλείσθηκε η εφαρμογή των περί παραχώρησης εργαζομένων διατάξεων των άρθρων 20 επ. του ν. 2956/2001. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 425/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1100/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1092/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μη μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύµφωνα µε το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ., υπερνοµοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωµα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηµοσία και εντός λογικής προθεσµίας υπό ανεξαρτήτου και αµερόληπτου δικαστηρίου, νοµίµως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αµφισβητήσεων επί των δικαιωµάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσης, είτε επί του βασίµου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωµα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωµα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωµα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά µπορεί να υπόκειται σε νοµοθετικούς περιορισµούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου µέσου, αρκεί οι περιορισµοί αυτοί να µην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωµα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώµατος αυτού. Εντεύθεν παρέπεται ότι το κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο µέσο της αναίρεσης, έχει την υποχρέωση να διαµορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσµίες του ενδίκου τούτου µέσου, όσον και την κλήτευση και την παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, κατά τρόπο σύµφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν υποβάλλεται εμπρόθεσμα ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών ένα αίτημα αναβολής δίκης επί αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, ο οποίος και δεν μετάγεται, το δε αίτημα αυτό δεν διαβιβάζεται έγκαιρα στο δικαστήριο, μέσω του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η υπόθεση συζητείται ερήμην του νομότυπα κλητευθέντος στη φυλακή αναιρεσείοντος, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη µη μεταγωγή του στο δικαστήριο και από τη μη διαβίβαση του αιτήματός του αναβολής της δίκης στο αρμόδιο να αποφασίσει δικαστήριο, αφορούν τον αρμόδιο υπάλληλο των φυλακών που δεν επιμελήθηκε της μεταγωγής του ή της εισαγγελίας που δεν διαβίβασεν έγκαιρα το αίτημα αναβολής στο δικάζον δικαστήριο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη αυτή των υπευθύνων υπαλλήλων και να απορριφθεί έτσι το παραδεκτά ασκηθέν ένδικο μέσον αυτού ως ανυποστήρικτο, διαφορετικά δηλαδή, από την αμελή αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων του κράτους, υφίσταται δυσανάλογο περιορισµό του δικαιώµατός του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 11-10-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης ... Α. Κ., ο αναιρεσείων κρατούμενος στις άνω φυλακές, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση, λόγω άρνησης αυτού για παραλαβή της κλήσης, για να εμφανισθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου στη συνεδρίαση της 14/2/2012, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 18/7/2011 αίτησή του. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην αυτού. Από τα έγγραφα όμως της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε υποβάλει στο άνω κατάστημα κράτησης ... Ηρακλείου Κρήτης, που κρατείται, την από 13-2-2012 αίτησή του, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρωτοκολληθείσα στη φυλακή, με αρ. πρωτ. 1338/13-2-2012 και διαβιβασθείσα αυθημερόν, αλλά και με φαξ διαβιβασθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την ώρα 09.13 της 14-2-2012, όπως από αυτό το φαξ προκύπτει, με την οποία αίτηση ζητούσε ο αναιρεσείων εγκαίρως αναβολή της προκείμενης δίκης της αναιρέσεώς του στον Άρειο Πάγο, λόγω μη μεταγωγής του για να παραστεί στη δίκη. Επίσης, από το νέο φαξ των άνω φυλακών, που απεστάλη στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 14-2-2012, ώρα 11.45, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, διαβιβάστηκε καθυστερημένα νέο αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος, "λόγω απεργίας της συνηγόρου του Αθανασίας Βακωλάκη". Όμως, αφού ο αναιρεσείων ήταν κρατούμενος στις φυλακές και δεν μετήχθη στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να παραστεί κατά την άνω δικάσιμο της υποθέσεώς του, υπέβαλε δε έγκαιρα από την προηγούμενη ημέρα της δίκης αίτημα αναβολής της δίκης και από αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων δεν διαβιβάστηκε το αίτημά του αυτό έγκαιρα στο δικαστήριο, για να κριθεί τούτο επί της έδρας κατά την εκφώνηση και συζήτηση της αναιρέσεως, έπεται, ότι πρέπει να γίνει δεκτό το παραπάνω αίτημα και να αναβληθεί η συζήτηση της αναιρέσεώς του, λόγω συνδρομής εξαιρετικής περίπτωσης, με απόφαση, διαφορετικά αν απορριφθεί η αναίρεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του, χωρίς να κριθεί το κανονικά υποβληθέν αίτημά του για αναβολή, υφίσταται κατά τα προαναφερθέντα δυσανάλογο περιορισµό του δικαιώµατός του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η υπόθεση θα αναβληθεί αορίστως, σε δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει τη συζήτηση της με αρ. εκθ. 4260/2/18-7-2011 αιτήσεως του Κ. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της 1100/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρο 515 ΚΠΔ, λόγω ιδιαίτερα εξαιρετικής περίπτωσης μη μεταγωγής του κρατούμενου αναιρεσείοντος. Αν υποβάλλεται εμπρόθεσμα ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών ένα αίτημα αναβολής δίκης επί αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, ο οποίος και δεν μετάγεται, το δε αίτημα αυτό δε διαβιβάζεται έγκαιρα στο δικαστήριο, μέσω του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η υπόθεση συζητείται ερήμην του νομότυπα κλητευθέντος στη φυλακή αναιρεσείοντος, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη μεταγωγή του στο δικαστήριο και από τη μη διαβίβαση του αιτήματος του αναβολής της δίκης στο αρμόδιο να αποφασίσει δικαστήριο, αφορούν τον αρμόδιο υπάλληλο των φυλακών που δεν επιμελήθηκε της μεταγωγής του ή της εισαγγελίας που δεν διαβίβασε έγκαιρα το αίτημα αναβολής στο δικάζον δικαστήριο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη αυτή των υπευθύνων υπαλλήλων και να απορριφθεί έτσι το παραδεκτά ασκηθέν ένδικο μέσον αυτού ως ανυποστήρικτο, διαφορετικά δηλαδή, από την αμελή αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων του κράτους, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
null
null
0
Αριθμός 424/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1101/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1091/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μη μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύµφωνα µε το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ., υπερνοµοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωµα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηµοσία και εντός λογικής προθεσµίας υπό ανεξαρτήτου και αµερόληπτου δικαστηρίου, νοµίµως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αµφισβητήσεων επί των δικαιωµάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσης, είτε επί του βασίµου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωµα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωµα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωµα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά µπορεί να υπόκειται σε νοµοθετικούς περιορισµούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου µέσου, αρκεί οι περιορισµοί αυτοί να µην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωµα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώµατος αυτού. Εντεύθεν παρέπεται ότι το κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο µέσο της αναίρεσης, έχει την υποχρέωση να διαµορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσµίες του ενδίκου τούτου µέσου, όσον και την κλήτευση και την παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, κατά τρόπο σύµφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν υποβάλλεται εμπρόθεσμα ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών ένα αίτημα αναβολής δίκης επί αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, ο οποίος και δεν μετάγεται, το δε αίτημα αυτό δεν διαβιβάζεται έγκαιρα στο δικαστήριο, μέσω του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η υπόθεση συζητείται ερήμην του νομότυπα κλητευθέντος στη φυλακή αναιρεσείοντος, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη µη μεταγωγή του στο δικαστήριο και από τη μη διαβίβαση του αιτήματός του αναβολής της δίκης στο αρμόδιο να αποφασίσει δικαστήριο, αφορούν τον αρμόδιο υπάλληλο των φυλακών που δεν επιμελήθηκε της μεταγωγής του ή της εισαγγελίας που δεν διαβίβασεν έγκαιρα το αίτημα αναβολής στο δικάζον δικαστήριο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη αυτή των υπευθύνων υπαλλήλων και να απορριφθεί έτσι το παραδεκτά ασκηθέν ένδικο μέσον αυτού ως ανυποστήρικτο, διαφορετικά δηλαδή, από την αμελή αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων του κράτους, υφίσταται δυσανάλογο περιορισµό του δικαιώµατός του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 11-10-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης ..., ..., ο αναιρεσείων κρατούμενος στις άνω φυλακές, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση, λόγω άρνησης αυτού για παραλαβή της κλήσης, για να εμφανισθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου στη συνεδρίαση της 14/2/2012, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 18/7/2011 αίτησή του. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην αυτού. Από τα έγγραφα όμως της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε υποβάλει στο άνω κατάστημα κράτησης ... Ηρακλείου Κρήτης, που κρατείται, την από 13-2-2012 αίτησή του, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρωτοκολληθείσα στη φυλακή, με αρ. πρωτ. 1338/13-2-2012 και διαβιβασθείσα αυθημερόν, αλλά και με φαξ διαβιβασθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την ώρα 09.13 της 14-2-2012, όπως από αυτό το φαξ προκύπτει, με την οποία αίτηση ζητούσε ο αναιρεσείων εγκαίρως αναβολή της προκείμενης δίκης της αναιρέσεώς του στον Άρειο Πάγο, λόγω μη μεταγωγής του για να παραστεί στη δίκη. Επίσης, από το νέο φαξ των άνω φυλακών, που απεστάλη στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 14-2-2012, ώρα 11.45, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, διαβιβάστηκε καθυστερημένα νέο αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος, "λόγω απεργίας της συνηγόρου του Αθανασίας Βακωλάκη". Όμως, αφού ο αναιρεσείων ήταν κρατούμενος στις φυλακές και δεν μετήχθη στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να παραστεί κατά την άνω δικάσιμο της υποθέσεώς του, υπέβαλε δε έγκαιρα από την προηγούμενη ημέρα της δίκης αίτημα αναβολής της δίκης και από αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων δεν διαβιβάστηκε το αίτημά του αυτό έγκαιρα στο δικαστήριο, για να κριθεί τούτο επί της έδρας κατά την εκφώνηση και συζήτηση της αναιρέσεως, έπεται, ότι πρέπει να γίνει δεκτό το παραπάνω αίτημα και να αναβληθεί η συζήτηση της αναιρέσεώς του, λόγω συνδρομής εξαιρετικής περίπτωσης, με απόφαση, διαφορετικά αν απορριφθεί η αναίρεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του, χωρίς να κριθεί το κανονικά υποβληθέν αίτημά του για αναβολή, υφίσταται κατά τα προαναφερθέντα δυσανάλογο περιορισµό του δικαιώµατός του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Η υπόθεση θα αναβληθεί αορίστως, σε δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει τη συζήτηση της με αρ. εκθ. 4264/3/18-7-2011 αιτήσεως του Κ. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της 1101/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρο 515 ΚΠΔ, λόγω ιδιαίτερα εξαιρετικής περίπτωσης μη μεταγωγής του κρατούμενου αναιρεσείοντος. Αν υποβάλλεται εμπρόθεσμα ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών ένα αίτημα αναβολής δίκης επί αναίρεσης κρατουμένου στις φυλακές, ο οποίος και δεν μετάγεται, το δε αίτημα αυτό δε διαβιβάζεται έγκαιρα στο δικαστήριο, μέσω του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η υπόθεση συζητείται ερήμην του νομότυπα κλητευθέντος στη φυλακή αναιρεσείοντος, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη μεταγωγή του στο δικαστήριο και από τη μη διαβίβαση του αιτήματος του αναβολής της δίκης στο αρμόδιο να αποφασίσει δικαστήριο, αφορούν τον αρμόδιο υπάλληλο των φυλακών που δεν επιμελήθηκε της μεταγωγής του ή της εισαγγελίας που δεν διαβίβασε έγκαιρα το αίτημα αναβολής στο δικάζον δικαστήριο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη αυτή των υπευθύνων υπαλλήλων και να απορριφθεί έτσι το παραδεκτά ασκηθέν ένδικο μέσον αυτού ως ανυποστήρικτο, διαφορετικά δηλαδή, από την αμελή αυτή συμπεριφορά των υπαλλήλων του κράτους, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος του προσβάσεως στο ανώτατο δικαστήριο ώστε να δικασθεί η αναίρεσή του σε αυτό με την παρουσία αυτού ή εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 423/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων :1) Ι. Κ. του Π., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, 2) Σ. Λ. του Κ., κρατουμένου στο Κατάστημα …, που δεν παρέστησαν περί αναιρέσεως της με αριθμό 790/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που ανακοίνωσε ότι κατατέθηκαν οι από 10.1.2012 και 11.8.2011 δηλώσεις παραίτησης των πιο πάνω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων με τις οποίες δηλώνουν ότι αυτοί παραιτούνται από τις 24 Ιουνίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης και πρότεινε να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι πιο πάνω αναφερόμενες αιτήσεις. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473§2, 474§1, 475§1 και 513§1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε είτε αυτοπροσώπως είτε με δικαστικό αντιπρόσωπο που έχει σχετική ειδική εντολή. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474§1, μπορεί δε να γίνει και στο ακροατήριο πριν να γίνει η συζήτηση. Κατά δε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 474§1 του ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 (άσκηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου), το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, και η παραίτηση από αυτήν μπορεί να γίνει με τον ίδιο τρόπο, ήτοι με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Ι. Κ. και Σ. Λ., με τις από 24.6.2011 (με αριθ. πρωτ. 5112 και 5113/2011) αιτήσεις - δηλώσεις τους, οι οποίες επιδόθηκαν νομότυπα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. από 27.6.2011 επισημειώσεις επ' αυτών της δικαστικής επιμελήτριας ...), ζήτησαν την αναίρεση της υπ' αριθ. 790/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως, δια της πληρεξουσίας τους Χαραλαμπίας Κλωνάρη, δικηγόρου Αθηνών, στην οποία έχουν δώσει αυτοί σχετική, με τις από 28.12.2011 και 9.8.2011, αντιστοίχως, εξουσιοδοτήσεις τους, εντολή, με τις από 10.1.2012 (με αριθ. πρωτ. 522/2012) και 11.8.2011 (με αριθ. πρωτ. 6311/2011), αντιστοίχως, δηλώσεις τους, οι οποίες επιδόθηκαν νομότυπα και αυτές στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. από 20.1.2012 και 12.8.2011, αντιστοίχως, επισημειώσεις επ' αυτών της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), παραιτήθηκαν από τις αιτήσεις τους. Οι παραιτήσεις, που έγιναν με τον τρόπο αυτό, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, νομότυπες, αφού και οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν με δηλώσεις που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και πρέπει, κατά συνέπειαν, τα ένδικα αυτά μέσα να απορριφθούν ως απαράδεκτα και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες (οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή δικάσιμο και την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της, αν και κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της κλήσεως του Εισαγγελέα του ΑΠ στα χέρια τους - βλ. από 11.8.2011 και 12.8.2011 αποδεικτικά του Γραμματέα του Γ.Κ.Κ. Άμφισσας Χ. Δ. και του Γραμματέα του Ε.Α.Κ.Κ.Ν. Κασσαβετείας Β. Μ., αντιστοίχως) τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 24.6.2011 (με αριθ. πρωτ. 5112 και 5113/2011) αιτήσεις των Ι. Κ. του Π. και Σ. Λ. του Κ., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 790/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν με δηλώσεις που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473§2 ΚΠΔ). Νομότυπες οι παραιτήσεις που έγιναν με τον ίδιο τρόπο. Απαράδεκτες οι αιτήσεις.
null
null
2
Αριθμός 422/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαζαφειρόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8720, 9059/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Δ. Δ. και 2) Χ. Δ., κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1266/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ "αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά επί της κατηγορίας, ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης δέχθηκε αίτηση εξαίρεσης μέλος του δικαστηρίου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η απόφαση που δέχεται τη δήλωση αποχής δικαστή, κατά το άρθρο 23 του ΚΠΔ, μέλους της συνθέσεώς του, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναίρεσης και αν ακόμη η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αν ασκήθηκε κατ' αυτής ταυτόχρονα αναίρεση. Επίσης, κατά το άρθρο 17 Β παρ.10 του ΚΟΔΚΔΛ, η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως 8 (περί κληρώσεως των συνθέσεων των δικαστηρίων) συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ταυταρίθμων με την προσβαλλόμενη 8720, 9059/2011 απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αρχικά ορισθείσα μετά νόμιμη κλήρωση προεδρεύουσα του δικαστηρίου Εφέτης Καλλιόπη Φαββατά, υπέβαλε στην αρχή της διαδικασίας, τη με αρ. 13193/11-10-2011 δήλωση αποχής για τους σε αυτή αναφερόμενους λόγους ευπρέπειας, οι οποίοι και έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, ληφθείσα σε συμβούλιο και στη συνέχεια, προήδρευσε του άνω Εφετείου Αθηνών η εφέτης Μαρία Μουλιανιτάκη, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση ή ένσταση ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου από την ως άνω αντικατάσταση, εκ μέρους του κατηγορουμένου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που στη συνέχεια καταδικάστηκε, από το άρθρο 171 παρ. 1 και 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, αόριστα "επειδή η νέα προεδρεύουσα δεν είχε μελετήσει τη δικογραφία", είναι απορριπτέος, πέραν της αοριστίας του και ως απαράδεκτος, γιατί οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα για κακή σύνθεση καλύφθηκε, από τη μη προβολή της μέχρι την έναρξη της διαδικασίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση της άνω αξιόποινης πράξης απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 369 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8720, 9059/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Π. Π., συνταξιούχος δικηγόρος, με την 6323/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίστηκε εκκαθαριστής της κληρονομιάς της Α. χήρας Π. Γ., η οποία είχε καταστεί κληρονόμος του συζύγου της Π. Γ.. Στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβανόταν και ένα ισόγειο κατάστημα στην περιοχή Μακρυγιάννη, το οποίο ο αποβιώσας είχε εκμισθώσει στον εγκαλούντα Δ. Δ. από το 1985. Μετά το θάνατο του εκμισθωτή η μίσθωση συνεχίστηκε από την ως άνω σύζυγό του μέχρι το θάνατό της, ενώ μετά το θάνατό της οι κληρονόμοι της αποδέχθηκαν μόνο την κληρονομιά αυτής, ενώ δεν προέβησαν σε αποδοχή και της κληρονομιάς του συζύγου της στο όνομα της εν λόγω Α. Γ., δεν έγινε δηλαδή αποδοχή της κληρονομιάς εκείνου εκ μέρους των κληρονόμων της κληρονόμου αυτού. Ακολούθως με την 3055/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χορηγήθηκε άδεια στον κατηγορούμενο με την ως άνω ιδιότητά του να εκποιήσει με δημόσιο πλειστηριασμό όλα τα ακίνητα της κληρονομιάς της Α. Γ., χωρίς ωστόσο στην απόφαση αυτή να οριστεί, όπως έπρεπε, επί του πλειστηριασμού υπάλληλος. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών την από 14-11-2003 (ΑΒΜΔ03/4521) μήνυση κατά των πολιτικώς εναγόντων Δ. Δ. και Χ. Δ. με την οποία ισχυρίστηκε ότι οι τελευταίοι τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και εκβιάσεως (όπως αυτά αναφέρονται με λεπτομέρεια κατά περιεχόμενο στο διατακτικό της παρούσας απόφασης). Η μήνυση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την ΕΓ-1804/5/14Δ/11-3-2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών, ο οποίος, όσον αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση, έκρινε ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως, ενώ όσον αφορά την εκβίαση έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η εν λόγω αξιόποινη πράξη. Στην ανωτέρω μήνυση ο κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες τον συκοφαντούν αδικαιολόγητα ισχυριζόμενοι ότι α)η 6323/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διορίστηκε εκκαθαριστής κληρονομιάς της Α. Γ. δεν είναι τελεσίδικη και δεν είναι άκυρη καθώς και η 3055/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία του δόθηκε η άδεια να πωλήσει την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της ανωτέρω κληρονομουμένης είναι άκυρη β) το 13971/2000 συμβόλαιο δυνάμει του οποίου μεταβίβασε ο ίδιος στη θυγατέρα του το ως άνω μίσθιο κατάστημα είναι άκυρο και ότι η θυγατέρα του δεν κατέστη κυρία τούτου γ) οι κληρονόμοι δεν αποδέχθηκαν την κληρονομιά και δεν μετέγραψαν την πράξη αποδοχής και δ) τον ... προκειμένου ο δεύτερος των εγκαλούντων Χ. Δ. να αγοράσει το μίσθιο στην τιμή των 8000.000 δρχ. αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 13500.000 δρχ., επικαλούμενοι δήθεν ότι οι τίτλοι δεν είναι νόμιμοι. Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι με το συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος ως εκκαθαριστής της κληρονομιάς της αποβιώσασας Α. Γ. πώλησε στη θυγατέρα του Ο. Π. το άνω μίσθιο κατάστημα δεν κατέστη η τελευταία κυρία τούτου, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, και η Α. Γ. δεν είχε αποκτήσει κυριότητα τούτου με κληρονομιά από τον προαποβιώσαντα σύζυγό της, στον οποίο ανήκει, ενόψει ότι δεν είχε αποδεχθεί την κληρονομία αυτού, στην οποία περιλαμβανόταν το πωληθέν, αλλά ούτε και οι κληρονόμοι της είχαν αποδεχθεί την κληρονομία εκείνου για λογαριασμό της, ενώ σε κάθε περίπτωση η εκποίησή του έπρεπε να γίνει δια πλειστηριασμού ενώπιον συμβολαιογράφου. Σημειωτέον, ότι το εν λόγω συμβόλαιο προσφάτως επαναλήφθηκε από τους ίδιους συμβαλλομένους. Για τα ανωτέρω νομικά ζητήματα οι εγκαλούντες είχαν ενημερωθεί από το δικηγόρο τους Α. Σ., καθόσον είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο για την αγορά του ως άνω μισθίου καταστήματος. Ειδικότερα, ο ως άνω δικηγόρος, μετά από σχετικό έλεγχο, τους ενημέρωσε για τις υπάρχουσες ως άνω νομικές ελλείψεις, τις οποίες σημειωτέον και ο κατηγορούμενος είχε αναγνωρίσει, όπως προκύπτει από την επιστολή που απεύθυνε στον Α. Σ. το Σεπτέμβριο 1999 και ειδικότερα της μη τελεσιδικίας της αρ. 6323/1997 απόφασης, της παράλειψης διορισμού υπαλλήλου επι του πλειστηριασμού στην 3055/1999 απόφαση και της μη αποδοχής της κληρονομιάς του Π. Γ., τους συμβούλευσε δε να μην προβούν στην αγορά του μισθίου, ενώ μετά ταύτα αυτοί απέσυραν το ενδιαφέρον τους για αγορά του εν λόγω μισθίου. Συνεπώς, τα ως άνω αναφερόμενα από τους εγκαλούντες ήσαν βάσιμα και αληθή και συνακόλουθα είναι ψευδές ότι οι εγκαλούντες συκοφάντησαν και εκβίασαν τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος ωστόσο αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήσαν αληθινά εν τούτοις επικαλούμενος ότι είναι ψευδή και συκοφαντικά τα διέλαβε στην κρινόμενη μήνυσή του εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων, τη δε διάδοση των περιστατικών αυτών, που είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας και ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Αθηνών, όπου εγχειρίσθηκε η μήνυση. Επομένως στοιχειοθετούνται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία οι αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και συκοφαντικής μηνύσεως κατά συρροή, σε βάρος των εγκαλούντων, που αποδίδονται στον κατ/νο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το διατακτικό, να του αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του 842α ΠΚ, διότι μέχρι το χρόνο της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Αναφορικά με την ένσταση δεδικασμένου αποδεικνύεται ότι με αφορμή των άνω από 14-11-2003 έγκληση του κατ/νου, ο Α. Σ. υπέβαλε εναντίον του κατηγορουμένου μήνυση για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημήσεως, ασκήθηκε δε σε βάρος του Π. Π. ποινική δίωξη κατά τις εν λόγω πράξεις και εκδόθηκε η 5301/2010 απόφαση του Τρ.Εφ.Πλημ/κτων Αθηνών με την οποία ο κατ/νος καταδικάστηκε σε π.φ. 5 μηνών για εκάστη πράξη. Συνεπώς ο ισχυρισμός του περί δεδικασμένου όσον αφορά τις ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου (άρθρο 57 ΚΠΔ) και συγκεκριμένα δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως, με την έννοια ότι υπάρχει διαφορά στο πρόσωπο του παθόντος, αφού με την ως άνω αμετάκλητη ήδη 5301/2010 απόφαση παθόν πρόσωπο είναι ο Α. Σ. ενώ στην παρούσα δίκη παθόντα πρόσωπα είναι οι εγκαλούντες Δ. Δ. και Χ. Δ. και επομένως δεν παράγεται δεδικασμένο από την προηγούμενη (5301/2010) απόφαση (ΑΠ 125/011, ΑΠ 1091/2011 δημ.ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά όμως την ένδικη πράξη της ψευδορκίας συντρέχουν, κατά τα προαναφερόμενα, οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την εν λόγω αξιόποινη πράξη (άρθρο 57 ΚΠΔ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα συνταξιούχο δικηγόρο, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 , 94, 229 παρ. 1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού, με την έννοια της βεβαιότητας, για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ψευδώς καταμήνυσε, ως εκκαθαριστής κληρονομίας, όντας συνταξιούχος δικηγόρος, με την από 14-11-2003 μήνυσή του σε βάρος των δύο εγκαλούντων, ότι δήθεν τον συκοφαντούν και τον εκβιάζουν για διάφορα θέματα και ότι την εν λόγω μήνυση, που απορρίφθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα, υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για εκβίαση και συκοφαντική δυσφήμηση και έτσι να θίξει την τιμή και την υπόληψή τους, με όσα αναληθή διέδωσε για αυτούς ενώπιον των προσώπων, που από υπηρεσιακό καθήκον ανέγνωσαν και έλαβαν γνώση της μηνύσεως αυτής, β) αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε από δόλο και όχι προς προστασία ιδίου δικαιώματος, όπως αιτιολογείται και η γνώση του κατηγορουμένου ότι ήταν εντελώς ψευδή όσα διέδωσε για τους εγκαλούντες, με την υποβολή της ψευδούς μηνύσεώς του, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτή, ενόψει και του ότι τα ψευδώς καταγγελθέντα αφορούσαν γεγονότα συμβάντα δήθεν σε βάρος του ιδίου. Περαιτέρω, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών και η αιτίαση ότι δεν κρίθηκε η υπόθεσή του ορθά και αντικειμενικά και ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά οι αναγνωσθείσες συναφείς δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούµενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωµα που ρητά τους παρέχεται από το νόµο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτηµα. Τέτοιο δικαίωµα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουµένου, όταν σύµφωνα µε το άρθρο 357 παρ. 3 του ΚΠΔ υποβάλλει αίτηµα να κάνει ερωτήσεις προς τον εξεταζόμενο στο ακροατήριο μάρτυρα, χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας και δεν του δίδεται ο λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί υποβληθέντος αιτήματός του, "να υποβληθούν στους μηνυτές τρεις ερωτήσεις και να ληφθούν υπόψη αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που έκριναν επί του ιδίου θέματος". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 8720,9059/2011 αποφάσεως, τα οποία, κατ' άρθρο 141 παρ.1,3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά, προκύπτει ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων η διευθύνουσα τη δίκη προεδρεύουσα εφέτης έδωσε το λόγο, πλην άλλων και στο συνήγορο του κατηγορουμένου για να απευθύνει ερωτήσεις στους μάρτυρες, εκείνος δε υπέβαλεν ερωτήσεις(βλ. σελ. 11 πρακτικών), ενώ δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλαν στο ακροατήριο κατά τη συνεδρίαση (της 11-10-2011), την επισυναπτόμενη στην αίτηση αναιρέσεως από 7-9-2011 έγγραφη Δήλωση- ένσταση αυτού και αίτημα του ιδίου να υποβάλουν τρεις ερωτήσεις και η διευθύνουσα τη συζήτηση ή το δικαστήριο, αρνήθηκε να τους δώσει το λόγο και ο παραπάνω συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά το αίτημα να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, προκύπτει , από τις άνω επί της ενοχής παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλες οι αιτηθείσες και αναγνωσθείσες δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που έκριναν συναφείς με τις ένδικες αξιόποινες πράξεις αστικές διαφορές των διαδίκων και δεν συντρέχει έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του αρ. 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορούμενου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος έστω και αν μηνύθηκε υπό ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως και ως εκ τούτου δεδικασμένο, όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικώς καθένα ίδιο έγκλημα που δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που έκρινε άλλων αξιόποινη πράξη. Εξάλλου η ταυτότητα πράξεως που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποτελείται και η κατηγορία, για την βασιμότητα ή μη της οποίας έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες της αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ή του βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου που καταδίκασε ή αθώωσε ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για το ίδιο πρόσωπο που διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη. Δεν υπάρχει όμως ταυτότητα πράξης, στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά ως προς το πρόσωπο του παθόντος (ΑΠ 858/2004). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλέστηκε δεδικασμένο, προκύπτον από την 5301/2010 αμετάκλητη καταδικαστική για τις ίδιες πράξεις απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτοτελής ισχυρισμός, που από το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έγινε δεκτός για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και απορρίφθηκε ως αβάσιμος, όσον αφορά τις δύο ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, για το λόγο ότι δεν υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτότητα πράξεων, κατά την προαναφερθείσα έννοια από άποψη υποκειμένου-παθόντος αφού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, είχε μεν καταδικασθεί και για τις δύο ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, σε βάρος όμως μόνον του εκεί εγκαλούντος και παθόντος Α. Σ., ενώ στην παρούσα κατηγορία εγκαλούντες και παθόντες είναι άλλα πρόσωπα, οι Δ. Δ. και Χ. Δ.. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και τις παραπάνω παραδοχές, δεν παρήχθη δεδικασμένο που να προέκυπτε από την άνω 5301/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικαστική για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του τότε παθόντος Α. Σ., και ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των τώρα δύο εγκαλούντων- παθόντων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ελλείψει ταυτότητας παθόντων, ανεξάρτητα αν οι πράξεις αυτές συντελέσθηκαν με την υποβολή μίας και της αυτής ψευδούς μηνύσεως, που αφορούσε όλους τους ανωτέρω παθόντες και ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 346/1-11- 2011 αίτηση του Π. Π. του Σ., περί αναιρέσεως της 8720, 9059/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής Καταμήνυση και Συκοφαντική Δυσφήμηση. Απαράδεκτος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, λόγω αποδοχής δήλωσης αποχής της προεδρεύουσας με παρεμπίπτουσα απόφαση. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου του άρθρου 57 ΚΠΔ, που προέκυπτε από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση, διότι η απόφαση αυτή αφορούσε διαφορετικό παθόντα.
null
null
0
Αριθμός 420/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πατρινού, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1160/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1011/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 α παρ. 1,2 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση των οργάνων της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της και έκδοση ευνοϊκής για τον χρήστη αποφάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1160/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για πλαστογραφία με τη μορφή νόθευσης εγγράφου φορτωτικής μετά χρήσεως , υπό ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε στο αιτιολογικό του ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος αγόρασε στη Γερμανία από την εταιρία με την επωνυμία "Commerz Car" ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό όχημα μάρκας Μercedes και τύπου ΜL350 με αριθμό πλαισίου .... Το εν λόγω όχημα μεταφέρθηκε από τη Γερμανία στην Ελλάδα από τη μεταφορική εταιρία "Β. Γ. Κ.". Προς τούτο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 0966/5-12-2003 φορτωτική της εν λόγω μεταφορικής εταιρίας, η οποία φόρτωσε το όχημα στη Γερμανία την 5-12-2003 και το εκφόρτωσε στη Λάρισα παραδίνοντας το στον κατηγορούμενο την 11-12-2003. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατέθεσε την με αριθμό .../12-12-2003 δήλωση άφιξης οχήματος (ΔΑΟ) μαζί με την ανωτέρω φορτωτική στο Τελωνείο Λάρισας, προκειμένου να ταξινομηθεί. Την 31-12-2003 η πωλήτρια γερμανική εταιρία "Commerz Car" εξέδωσε τιμολόγιο για το εν λόγω όχημα αξίας 53.135 ευρώ προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την καταβολή προστίμου για εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης στο Τελωνείο Λάρισας, δεδομένου ότι δεν πλήρωσε εντός προθεσμίας σαράντα πέντε ημερών φόρους, δασμούς και επιβαρύνσεις, προέβη στην παρακάτω ενέργεια. Δηλαδή, κατέθεσε την 12-2-2004 νέα δήλωση άφιξης οχήματος (ΔΑΟ) στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά με αριθμό καταχώρισης .../12-2-2004 προσκομίζοντας την υπ' αριθμ. 3396004/2-2-2004 φορτωτική της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕLΜΑ SPRL" με έδρα τις Βρυξέλλες. Με βάση τη φορτωτική αυτή ο κατηγορούμενος κατέθεσε την υπ' αριθμ. .../12-2-2004 Δ.Ε.Φ.Κ. για τον τελωνισμό του οχήματος, κατέβαλε τους οφειλόμενους φόρους (ΦΠΑ και Τέλος Ταξινόμησης) και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .../16-2-2004 Αποδεικτικό Είσπραξης. Η εν λόγω υπ' αριθμ. 3396004/2-2-2004 φορτωτική είναι πλαστή (νοθευμένη) και η πλαστότητά της (νόθευση) αποδεικνύεται από τα παρακάτω γεγονότα. Την 12-7-2004 η πωλήτρια εταιρία "Commerz Car" απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών με συνημμένα σε αυτή την κατατεθείσα στο Τελωνείο Λάρισας ΔΑΟ, το τιμολόγιο πώλησης του οχήματος και δύο επιστολές - FΑΧ του κατηγορουμένου ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον τελωνισμό του αυτοκινήτου και επισημαίνοντας ότι ο κατηγορούμενος απαίτησε από αυτήν την έκδοση τιμολογίου πώλησης μικρότερης αξίας από την πραγματική. Συγκεκριμένα ότι, ενώ η αξία του αυτοκινήτου ανερχόταν σε 53.135 ευρώ, ο κατηγορούμενος αγοραστής απαίτησε την έκδοση τιμολογίου αξίας 28.000 ευρώ. Το Υπουργείο Οικονομικών μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας του ζήτησε επαλήθευση των στοιχείων της φορτωτικής, που κατατέθηκε στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά με αριθμό 3396004 και ημερομηνία έκδοσης 2-2-2004 με εκδότη τη μεταφορική εταιρία "ΑΤΕLΜΑ SPRL" με έδρα τις Βρυξέλλες. Οι επίσημες αρχές του Βελγίου απάντησαν ότι η υπ' αριθμ. 3396004 φορτωτική περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας "Van Loon and Zn" το Σεπτέμβριο του έτους 1999, η οποία και τη χρησιμοποίησε κανονικά εντός τριών μηνών και "... Είναι δυνατό να υποτεθεί ότι το έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στην Ελλάδα είναι πλαστογραφία" (βλ. υπ' αριθμ. 218-31-10-2005 Έκθεση Ελέγχου - Πορισματική Αναφορά της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Τελωνείων Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όπου αναφέρεται το υπ'αριθμ. Ε. 1021/385/Α0034/19-4-2005 απαντητικό έγγραφο της 33ης Διεύθυνσης με το ως άνω περιεχόμενο της απάντησης των Βελγικών Αρχών). Η πλαστότητα (νόθευση) της υπ' αριθμ. 3396004/2-2-2004 φορτωτικής συνίσταται στα εξής: Αναγράφηκε σ' αυτήν ως ημερομηνία έκδοσης η 2-2-2004, ως εκδότης αυτής η εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΕLΜΑ SPRL", που εδρεύει στις Βρυξέλλες Βελγίου, ως μεταφερόμενο εμπόρευμα από Γερμανία στην Ελλάδα ένα επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μercedes τύπου ΜL350 με αριθμό πλαισίου ... . Η πλαστογραφία (νόθευση) της φορτωτικής και η χρήση της έγινε από τον κατηγορούμενο, στον οποίο περιήλθε κατά τρόπο που δεν εξακριβώθηκε κατά την προδικασία, με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές (ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά) για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το χρόνο άφιξης του οχήματος στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή ότι "τούτο έφθασε από τη Γερμανία στον Πειραιά την 12-2-2004, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προστίμου για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης του οχήματος στο Τελωνείο Λάρισας, όπου είχε στην πραγματικότητα αφιχθεί την 11-12-2003. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου, του Προεδρεύοντος. Βασιλείου Μπάση και του Εφέτη Χρήστου Τζανερρίκου, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - εκκαλών με το υπ' αριθμ. 1017/13-11-2008 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Συνακόλουθα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος τούτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1160/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της νόθευσης εγγράφου μετά χρήσεως αυτού, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ. 1 α, β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις σαφείς και ορισμένες, της πλειοψηφούσας γνώμης, παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν την πλαστογραφία εγγράφου με τη μορφή της νόθευσης της σε αυτή αναφερόμενης φορτωτικής και την εκ μέρους του κατηγορουμένου πλαστογράφου χρήση αυτού του εγγράφου που είχε έννομες συνέπειες, στο Τελωνείο Πειραιώς, β) αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει αυτός και συγκεκριμένα αναφέρεται ο λόγος, ο τρόπος και τα μέσα που ο αναιρεσείων που εισήγαγε από Γερμανία αγορασθέν καινουργές ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου Μερσεντές, νόθευσε τη με αρ. 3396004/2-2-2004 φορτωτική, ως προς την ημερομηνία έκδοσης και ως προς την εκδότρια εταιρεία, δήθεν την Βελγική "ATELMA SPRL" που ουδέποτε μετέφερε το αυτοκίνητό του στην Ελλάδα και έκανε χρήση αυτής της νοθευμένης φορτωτικής στο Τελωνείο Πειραιώς, με κατάθεση ψευδούς νέας Δήλωσης Άφιξης Οχήματος(ΔΑΟ), με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Πειραιώς, ως προς το χρόνο εισαγωγής και μεταφοράς του αυτοκινήτου του, στην Ελλάδα, δήθεν της 12-2-2004, αντί του αληθούς χρόνου της 11-12-2003, που προέκυπτε από τη γνήσια άλλη φορτωτική εισαγωγής, με αρ. 0966/5-12-2003 της πράγματι μεταφέρουσας το αυτοκίνητό του, από Γερμανία σε Ελλάδα, κατά την 11-12-2003, της μεταφορικής εταιρείας "Β. Κ.", προκειμένου, με τη χρήση της άνω νοθευμένης δεύτερης φορτωτικής, που παρέδωσε ο ίδιος στο δεύτερο Τελωνείο του Πειραιώς, με νέα ψευδή Δήλωση Άφιξης Οχήματος, να αποφύγει να πληρώσει στο Δημόσιο, το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής του τέλους ταξινόμησης του εισαχθέντος αυτοκινήτου του, λόγω μη εκτελωνισμού αυτού εντός της νόμιμης προθεσμίας από της εισαγωγής του, στο Τελωνείο Λάρισας, όπου αρχικά είχε προβεί ο ίδιος σε κατάθεση της γνήσιας και πρωτότυπης φορτωτικής και της αρχικής Δήλωσης Άφιξης Οχήματος(ΔΑΟ). Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη για εσφαλμένη αξιολόγηση των εγγράφων, των δύο φορτωτικών και για μη ύπαρξη οφέλους αυτού, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 74/ 7-9-2011 αίτηση του Σ. Π. του Γ., για αναίρεση της 1160/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία - Νόθευση Εγγράφου φορτωτικής με χρήση σε Τελωνείο (216 παρ.1 ΠΚ). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και παραγραφής ως πλημμελήματος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 417/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. ή Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Λεγάκη, περί αναιρέσεως της 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ν. Μ. του Δ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 916/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π Κ, όποιος εκτός από τη περίπτωση της παρ.1, στοιχείο β, του άρθρου 46 ΠΚ, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική η αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή την αποδοχή να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της. Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47 παρ.1, 49 παρ.2 και 386 παρ. 1, 3,α Π Κ προκύπτει ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης (τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ) που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του απλού συνεργού για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή τους στο πρόσωπο του αυτουργού. (ΑΠ 54/2011). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 224/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για τις αξιόποινες πράξεις, α) της κακουργηματικής πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ζημία ανώτερη από 15.000 Ευρώ και β) της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ζημία ανώτερη από 15.000 ευρώ, που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της, Ν. Μ., με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 Π.Κ. η πρώτη εκκαλούσα κατηγορουμένη Κ. Π. που γεννήθηκε στην Ρωσία στις 6-7-1969 κάτοικος ... στις αρχές του 2004 γνωρίστηκε με τον δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο Ν. Δ. Μ., κάτοικο ... . Η σχέση τους αυτή σε λίγο μετετράπη σε ερωτική δεσμό. Ο Ν. Μ. την εποχή αυτή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει πλαστά έγγραφα διαφόρων Δ.Ο.Υ. σε διάφορες τράπεζες, στα οποία θα φαινόταν ψευδώς ότι είχε ετήσια υψηλά εισοδήματα, ώστε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της και να λάβει από αυτές υψηλά καταναλωτικά δάνεια και με τον τρόπο αυτό να βλάψει παράνομα την περιουσία τους με αντίστοιχη δική του ωφέλεια με την ενσωμάτωση των δανείων στην δική του περιουσία. Αυτός γνωρίζοντας ότι η σύντροφός του Κ. Π. είχε γνώσεις τόσο στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων όσο και στην νόθευση γνησίων με πειθώ και φορτικότητα την έπεισε να προβεί τόσο στην κατάρτιση από την αρχή πλαστών εγγράφων που αναφέρονταν σ' αυτόν ως δήθεν προερχόμενων από διάφορες Δ.Ο.Υ. όσο και στην νόθευση γνησίων που είχαν εκδοθεί επίσης από διάφορες Δ.Ο.Υ. στο δικό του όνομα και είχε στην κατοχή του. Η γνώση του αυτή για τις ικανότητες της συντρόφου του προκύπτει από το ότι η ίδια είχε καταφέρει το έτος 1995 να αποκτήσει την Ελληνική Ιθαγένεια με πλαστά έγγραφα που είχε καταρτίσει και προσκομίσει με αποτέλεσμα να ανακαλυφθεί και να συλληφθεί το έτος 2002. Η Κ. Π. αφού έλαβε γνώση όλου του παραπάνω εγκληματικού σχεδίου του συντρόφου της αποδέχθηκε την πρόταση που της έγινε με σκοπό τόσο να παραπλανήσει τους υπαλλήλους χορηγήσεως δανείων των τραπεζών όσο και να ωφελήσει παράνομα αυτόν. Και οι δύο από την παράνομη αυτή δραστηριότητα επεδίωκαν να έχουν σοβαρό και μόνιμο εισόδημα ενώ από την εξακολουθητική πλαστογραφία πολλών εγγράφων και την εξαπάτηση πολλών τραπεζών συνάγεται και ροπή τους στην τέλεση τόσο του εγκλήματος της πλαστογραφίας όσο και της απάτης αφού αυτά τα προσκόμισαν σε περισσότερες από μία τράπεζες. Μάλιστα η πρώτη Κ. Π. για να υλοποιήσει το παραπάνω σχέδιο της πλαστογραφίας φρόντισε και προμηθεύτηκε και πλαστές σφραγίδες διαφόρων Δ.Ο.Υ. δηλ. αυτή δεν ήταν ευκαιριακή δράστης τέτοιων εγκλημάτων αλλά δράστης με υποδομή. Έτσι στα πλαίσια εφαρμογής του ολοκληρωμένου εγκληματικού σχεδίου η Κ. Π. στις αρχές Απριλίου 2004 παρέλαβε από τον Ν. Μ. ένα αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος του 2003 στο οποίο διέγραψε τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά και ανέγραψε στις στήλες "ΣΥΝΟΛ. ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" και "ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" το ποσόν των 35.398,80 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ" το ποσόν των 8.309,52 ευρώ, στη στήλη "ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ... ΦΟΡΟ" το ποσόν των 107,25 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΕΙ" το ποσόν των 8.202,27 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΘΗΚΕ" το ποσόν των 1.801,86 ευρώ και στη στήλη "ΜΕΙΩΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΦΟΡΟΥ" το ποσόν των 6.400,41 ευρώ. Δηλαδή ανέγραψε ποσά πολύ υψηλότερα των πραγματικών. Ακόμα η ίδια Κ. Π. παρέλαβε από τον ίδιο Ν. Μ. στις αρχές Απριλίου 2004 ένα αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος του 2002 στο οποίο διέγραψε τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά και ανέγραψε στη στήλη "ΣΥΝΟΛ. ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" το ποσόν των 3.706.960 δραχμών. Δηλαδή ανέγραψε ποσά πολύ υψηλότερα των πραγματικών. Τα δύο αυτά νοθευμένα έγγραφα αυτή στην συνέχεια τα παρέδωσε στον Ν. Μ. ο οποίος στις 7-4-2004 τα προσκόμισε στο Υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας όπου προκειμένου να λάβει καταναλωτικό δάνειο 25.000 ευρώ (εορτοδάνειο) παρέστησε στους υπαλλήλους της: α) ότι εργάζεται ως υπεύθυνος πωλήσεων στην ΕΠΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ (... - Αθήνα) με μηνιαίο εισόδημα 1.850 Ευρώ και ετήσιο 35.398 ευρώ, ενώ δεν εργαζόταν στην εταιρεία αυτή και με τέτοιες αποδοχές και β) ότι τα έγγραφα που τους προσκόμισε ήσαν γνήσια. Οι υπάλληλοι χορηγήσεως δανείων της τράπεζας αυτής παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του και του χορήγησαν ως εορτοδάνειο το ποσό των 25.000 ευρώ που ζητούσε το οποίο και παρέλαβε. Η χορήγηση του δανείου αυτού επιτεύχθηκε με την αποφασιστική συμβολή της Κ. Π. που εφοδίασε τον Ν. Μ. με τα παραπάνω πλαστά έγγραφα στα οποία έδωσαν πίστη και παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι της Εμπορικής Τράπεζας. Επειδή η πρώτη αυτή προσπάθεια παραπλάνησης της τράπεζας με πλαστά-νοθευμένα στοιχεία ήταν επιτυχής οι ίδιοι κατηγορούμενοι έθεσαν σε εφαρμογή αντίστοιχο σχέδιο παραπλάνησης και της Ε.Τ.Ε. Συγκεκριμένα η Κ. Π. στις αρχές Ιουνίου 2004 κατάρτισε από την αρχή: α) πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004 προς την Δ.Ο.Υ. ΑΧΑΡΝΩΝ, συμπληρώνοντας αυτή με τα στοιχεία ταυτότητας του συγκατηγορουμένου της Ν. Μ., τη στήλη "Καθαρά Κέρδη από ατομική επιχείρηση" με το ποσόν των 137.971,40 ευρώ, τη στήλη "Ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση" με το ποσόν των 152.136.00 ευρώ, στο τέλος δε κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ" έθεσε έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Γ. ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΠΕΒ" και επ'αυτής πλαστή υπογραφή, επιπλέον δε για την επικύρωση του εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ.-Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και άνωθεν αυτής πλαστή υπογραφή της - εν λόγω υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, β) πλαστό μηχανογραφικό δελτίο επικύρωση αυτού έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και επ' αυτής πλαστή υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Στις 22-6-2004 και οι δύο κατηγορούμενοι πήγαν στο υποκατάστημα της ΕΤΕ (Α. Μελετίου και Πατησίων) για να παραδώσει ο δεύτερος τα παραπάνω πλαστά έγγραφα ώστε να λάβει καταναλωτικό δάνειο 25.000 ευρώ. Επειδή οι υπάλληλοι τους ζήτησαν τα σχετικά έγγραφα να είναι θεωρημένα από την Δ.Ο.Υ. αυτοί αποχώρησαν και την επομένη 23-6-2004 πήγε στην ίδια τράπεζα η Κ. Π. και παρέδωσε στους υπαλλήλους χορήγησης δανείων τα παραπάνω πλαστά έγγραφα (δήλωση εισοδήματος 2004 - μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών 2004 και τα παραπάνω νοθευμένα εκκαθαριστικά των ετών 2002 και 2003 ) για λογαριασμό του Ν. Μ.. Οι υπάλληλοι, επειδή υποψιάστηκαν ότι τα δικαιολογητικά ήσαν πλαστά, ενημέρωσαν την Κ. Π. να προσέλθει στις 29-6-2004 ο δικαιούχος Δ. Μ. για να παραλάβει το ποσό των 25.000 ευρώ του δανείου που ζητούσε. Στο μεταξύ αυτοί, αφού επιβεβαίωσαν τις υποψίες τους για την πλαστότητα μέσω της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ειδοποίησαν τους αστυνομικούς οι οποίοι στις 29-6-2004 συνέλαβαν και τους δύο κατηγορουμένους όταν πήγαν στην παραπάνω τράπεζα για να εκταμιεύσει ο δεύτερος το παραπάνω ποσό. Ο Ν. Μ. αμέσως ομολόγησε: α) την παραπάνω αξιόποινη δράση του, β) την παραπλάνηση των υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας με τα νοθευμένα έγγραφα και την δανειοδότησή του με 25.000 ευρώ και γ) την σημαντική ανάμιξη της συγκατηγορουμένης του στην κατάρτιση και νόθευση των παραπάνω εγγράφων που ήσαν απαραίτητα και χρησιμοποιήθηκαν για την ολοκλήρωση της εγκληματικής του δράσης του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Μ. με την υλοποίηση του παραπάνω οργανωμένου και ολοκληρωμένου εγκληματικού σχεδίου της πλαστογραφίας και απάτης είχε σκοπό να έχει σταθερό και μόνιμο εισόδημα από αυτό ανώτερο συνολικά των 15.000 ευρώ ενώ είχε και ροπή στην τέλεση των εγκλημάτων αυτών. Με τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις ενεργούσε και η πρώτη κατηγορουμένη Κ. Π. με παρελθόν σε εγκλήματα περί τα υπομνήματα. Τούτο, δηλ. η συνδρομή στο πρόσωπό τους των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως της πλαστογραφίας και απάτης με ζημιά ανώτερη συνολικά των 15.000 ευρώ, συνάγεται: α) από το παραπάνω εξεζητημένο εγκληματικό σχέδιο, β) από την κατάρτιση και νόθευση πολλών δημοσίων εγγράφων σε μικρό χρονικό διάστημα, γ) από την υποδομή που υπήρχε για την πράξη της πλαστογραφίας (σφραγίδες - δυσκολία εντοπισμού της πλαστότητας), δ) την παραπλάνηση πολλών τραπεζών και ε) από το σημαντικό όφελος που είχαν και επεδίωκαν. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Μ. απολογούμενος ουσιαστικά αποδέχθηκε τις πράξεις του και ισχυρίστηκε ότι πείστηκε γι' αυτό από την πρώτη και μια ομάδα ατόμων που την περιέβαλε η οποία και πήρε το μεγαλύτερο μέρος της λείας του. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος με βάση όσα παραπάνω εκτέθηκαν και επί πλέον από το γεγονός ότι αυτός ήταν ο πρωταγωνιστής της παραπάνω εγκληματικής δράσης αφού γνωρίζοντας την πλαστότητα των δικαιολογητικών εισέπραξε τα 25.000 ευρώ από την Εμπορική Τράπεζα και προσπάθησε να εισπράξει άλλα τόσο από την Ε.Τ.Ε. Η δευτέρα κατηγορούμενη Κ. Π. μέσω του υπομνήματός της στο δικαστήριο αυτό αρνείται όσα της αποδίδονται ισχυρίζεται ότι απλά την ενέπλεξε ο πρώτος χωρίς να υπάρχουν στοιχεία ενοχής της . Ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί με βάση όσα παραπάνω εκτέθηκαν και επί πλέον επειδή η ίδια συνόδευε μόνιμα τον πρώτο στις τράπεζες και αυτή είχε τις απαραίτητες γνώσεις κατάρτισης και νόθευσης των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για τις δανειοδοτήσεις. Με βάση τα στοιχεία αυτά στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά: α) το έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημιά συνολικά ανώτερη των 15.000 ευρώ, β) το έγκλημα της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημιά συνολικά ανώτερη των 15.000 ευρώ για τα οποία πρέπει η κατηγορούμενη Κ. Π. να κηρυχθεί ένοχος ... . Τέλος πρέπει να αναγνωρισθεί: Α)στην πρώτη κατηγορουμένη Κ.Π. το ελαφρυντικό της καλής διαγωγής μετά την πράξη της (α. 84 παρ.2ε του ΠΚ που ζήτησε επειδή αυτή από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει εκτραπεί σε κάποια άλλη αξιόποινη ή αντικοινωνική συμπεριφορά αλλά αντίθετα εργάζεται κανονικά και συντηρεί την οικογένειά της (ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 759/2004, ΑΠ 405/2007) ... . Το αίτημα της δια πληρεξουσίου συνηγόρου εκπροσωπουμένης κατηγορουμένης περί αναγνώσεως της συμβολαιογραφικής πράξεως αγοράς πρέπει να απορριφθεί επίσης διότι μέχρι και το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προσδιορίσθηκαν τα στοιχεία αυτού του εγγράφου το οποίο και δεν προσκομίσθηκε ούτε ήταν έγγραφο αναγνωστέο της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι το δικαστήριο, ουδόλως στηρίχθηκε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης στην απολογία του Ν.Μ., η συνεκτίμηση της οποίας σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά παραβίαση του άρθρ. 211 ΑΚ.Ποιν.Δικ. (ΑΠ 2025/2005 ΠΧ ΝΣΤ,536)". Στο διατακτικό την κήρυξε ένοχο του ότι: "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος στους κατωτέρω χρόνους κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και στη συνέχεια χρησιμοποίησε τα έγγραφα αυτά, σκοπεύοντας να προσπορίσει σε άλλον συνολικό περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχ. (15.000 ευρώ) με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, διαπράττει δε πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός της για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Συγκεκριμένα: 1)Κατά το αμέσως προηγούμενο της 5-4-2004 χρονικό διάστημα και σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, αφού έλαβε από το συγκατηγορούμενό της Ν. Μ. αντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος οικονομικού έτους 2003, διέγραψε τα αναγραφόμενα σε αυτό ποσά και ανέγραψε στις στήλες "ΣΥΝΟΛ. ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" και "ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" το ποσόν, των 35.398,80 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ" το ποσόν των 8.309,52 ευρώ, στη στήλη "ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΟ" το ποσόν των 107,25 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΕΙ" το ποσόν των 8.202,27 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΘΗΚΕ" το ποσόν των 1.801,86 ευρώ και στη στήλη "ΜΕΙΩΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΦΟΡΟΥ" το ποσόν των 6.400,41 ευρώ. 2)Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, αφού έλαβε από το συγκατηγορούμενό της Ν. Μ. αντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος οικονομικού έτους 2002, διέγραψε τα αναγραφόμενα σε αυτό ποσά και ανέγραψε στη στήλη "ΣΥΝΟΛ. ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" το ποσόν των 3.706.960 δραχμών. 3) Στις 22-6-2004 κατάρτισε: α) πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004 προς τη Δ.Ο.Υ. ΑΧΑΡΝΩΝ, συμπληρώνοντας αυτή με τα στοιχεία ταυτότητας του συγκατηγορουμένου της Ν. Μ., τη στήλη "Καθαρά Κέρδη από ατομική επιχείρηση" με το ποσόν των 137.971,40 ευρώ, τη στήλη "Ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση" με το ποσόν των 152.136,00 ευρώ, στο τέλος δε κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ", έθεσε έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Γ. ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ ΠΕΒ" και επ' αυτής πλαστή υπογραφή, επιπλέον δε για την επικύρωση του εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και άνωθεν αυτής πλαστή υπογραφή της εν λόγο υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, β) πλαστό μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών οικονομικού έτους 2004 προς τη Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, συμπληρώνοντας αυτό με τα στοιχεία ταυτότητας του συγκατηγορουμένου της Ν. Μ., τη στήλη "Σύνολο Ακαθαρίστων Εσόδων" με το ποσόν των 152.136,00 ευρώ, για την επικύρωση δε του εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και επ' αυτής πλαστή υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, γ)πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2003, ήτοι αφού έλαβε από το συγκατηγορούμενό της Ν. Μ. σχετικό αντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος, διέγραψε τα αναγραφόμενα σε αυτό ποσά και ανέγραψε στις στήλες "ΣΥΝΟΛ. ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" και "ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ" το ποσόν των 97.190,50 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ" το ποσόν των 33.266,00 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ" το ποσόν των 33.266,00 ευρώ, στη στήλη "ΦΟΡΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΛΟΓΕΙ" και στη στήλη "ΜΕΙΩΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΦΟΡΟΥ" το ποσόν των 33.266,00 ευρώ, για την επικύρωση δε του εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και επ' αυτής πλαστή υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, δ) πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2002, ήτοι επί του ανωτέρω υπ' αριθμ.1 εκκαθαριστικού σημειώματος, που είχε καταρτίσει, άλλαξε το οικονομικό έτος από 2003 σε 2002 και για την επικύρωση αυτού έθεσε πλαστή σφραγίδα της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία "Μ. Ξ.-ΕΦΟΡΙΑΚΟΣ" και επ' αυτής πλαστή υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Με τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα, σκόπευε να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε. και της Εμπορικής Τράπεζας ότι δήθεν ο συγκατηγορούμενός της διέθετε τα αναγραφόμενα σ' αυτά υψηλά εισοδήματα, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού με τις προϋποθέσεις αυτές είχε τη δυνατότητα να επιτύχει τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων. Εν συνεχεία παρέδωσε τα υπ' αριθμ.1 και 2 έγγραφα στον ως άνω συγκατηγορούμενό της, ο οποίος στις 5-4-2004 τα υπέβαλε στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και έλαβε καταναλωτικό δάνειο ποσού 25.000 ευρώ και τα υπόλοιπα έγγραφα τα προσκόμισε αυτή για λογαριασμό του στις 23-6-2004 στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας επί της οδού Αγ. Μελετίου για τη χορήγηση σ' αυτόν δανείου "εθνοδιακοπών" ποσού 25.000 ευρώ, σκοπεύοντας έτσι να προσπορίσει σ' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος με ισόποση ζημία των ανωτέρω τραπεζών. Διαπράττει δε πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή για πορισμό εισοδήματος και έχοντας αποκτήσει ροπή στην τέλεσή τους και η συνολική ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ. Β) Στην Αθήνα στον κατωτέρω χρόνο με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στον Ν. Μ. πριν από την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απάτης, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 €) διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός της για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Ειδικότερα, γνωρίζοντας τον προαναφερόμενο σκοπό του Ν. Μ., αφού κατάρτισε τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ. Α' πράξη πλαστά έγγραφα, παρέδωσε σ' αυτόν τα υπ' αριθμ. 1 και 2, ο οποίος στις 5-4-2004 τα υπέβαλε στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, όπου παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της ότι εργάζεται στην εδρεύουσα επί της οδού Μητροπόλεως αρ. 29 εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΕΠΕ" ως υπεύθυνος πωλήσεων χονδρικής με μηνιαίες αποδοχές 2.850 ευρώ και ότι το συνολικό του εισόδημα ανέρχεται σε 35.398 ευρώ, ενώ τα πραγματικά του εισοδήματα ανήρχοντο σε 6.400 ευρώ, και έτσι πέτυχε να του χορηγηθεί καταναλωτικό δάνειο πόσου 25.000 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό το όφελος και τη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, για τις μερικότερες πράξεις υπό στοιχεία Α1, Α2, και Α3, α,β,γ και δ του διατακτικού και της απλής συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15. 000 ευρώ, (πράξη υπό στοιχείο Β του διατακτικού), την οποία (απάτη) διέπραξε ο συγκατηγο ρούμενός της στις 5-4-2004 τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13α, 14, 16, 17, 26, 27,47 παρ.1, 84 παρ.2ε, 94, 98, 216 παρ.1,3 εδ. β' και 386 παρ.1 και 3 περ.α' Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει: α) τον τρόπο της δράσης της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της Ν. Μ., β) την νόθευση και κατάρτιση των πλαστών εγγράφων από την αναιρεσείουσα, ήτοι τη νόθευση των εγγράφων που αναφέρονται στις υπό στοιχεία Α1, και Α2, μερικότερες πράξεις του διατακτικού (εκκαθαριστικών σημειωμάτων, οικονομικού έτους 2003 και 2002) και την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων που αναφέρονται στις υπό στοιχεία και Α3, α,β,γ και δ μερικότερες πράξεις του διατακτικού γ) το σκοπό του οφέλους και το ύψος αυτού, υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ δ) την απλή συνέργεια στην κακουργηματική απάτη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της, αφού τον προμήθευσε με τα πλαστά έγραφα (εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2003 και 2002), που αναφέρονται στις υπό στοιχείο Α1 και Α2 μερικότερες πράξεις, τα οποία αυτός, στη συνέχεια εν γνώσει της, χρησιμοποίησε στις 5-4-2004, παραπλάνησε την Τράπεζα και έλαβε δάνειο και ε) την κατ' επάγγελμα και την κατά συνήθεια τέλεση τόσο της πλαστογραφίας όσο και της απλής συνέργειας στην κακουργηματική απάτη που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της και τα περιστατικά από τα οποία αυτή προκύπτει, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την παράθεση του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως οι αντίθετες, με τους αριθμούς 1Α, 1Β και 1Γ και 1ΣΤ αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ενέχει αντιφάσεις και δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, τόσο ως προς την επί της ενοχής απόφαση όσο και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμες. Οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στους παραπάνω λόγους, περί του ότι δεν προσδιορίζεται πως προέκυψε το συμπέρασμα της προμήθειας πλαστών σφραγίδων, της πλαστογράφησης των εγγράφων ούτε παρατίθεται συλλογισμός με βάση τον οποίο ήχθη το δικαστήριο στην εν λόγω κρίση, ενόψει και του ότι κατά τις παραδοχές της, δεν λήφθηκε υπόψη η απολογία του συγκ/νου της, καθώς και περί του ότι δεν προσδιορίζεται η παραδοχή, περί της γνώσης του συγκ/νου της, για μια προ εικοσαετίας διαπραχθείσα παράνομη πράξη που της αποδίδεται, είναι απαράδεκτες ,γιατί υπό την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Σε συνέχεια των όσων αναφέρονται παραπάνω, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, παρατηρείται ότι οι απλές ασυνταξίες του κειμένου ή οι προφανείς παραδρομές στη χρήση όρων ή ονομάτων δεν αξιολογούνται ως λογικά κενά ή αντιφάσεις, όταν από την επισκόπηση του συνόλου και το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς το αληθινό περιεχόμενο αυτής και το ηθελημένο πόρισμα του δικαστηρίου. Εν προκειμένω, με την υπ' αριθμό 1Δ' αιτίαση του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο δέχεται ότι τελέστηκε η πράξη της πλαστογραφίας, ενώ στο διατακτικό δέχεται ότι τελέστηκε η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με συνέπεια να δημιουργείται αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της σχετικής απόφασης. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον από την επισκόπηση του συνόλου της αποφάσεως και το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού αυτής, δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς το αληθινό περιεχόμενό της, σχετικά με την, από την αναιρεσείουσα, τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (βλ. ιδία σελ 35 προσβαλλομένης απόφασης) και η επίκληση στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφαση της φράσης "κατάρτισε πλαστά έγγραφα.... και στη συνέχεια χρησιμοποίησε τα έγγραφα αυτά", οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν αξιολογείται ως αντίφαση, αφού από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται αναλυτικά τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές της η αναιρεσείουσα προέβη στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε ο συγκ/νός της, προσκομίζοντάς τα στις Τράπεζες προκειμένου να τις εξαπατήσει και να λάβει δάνειο. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ως προς το ανωτέρω σημείο η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ενέχει ασάφειες, είναι αβάσιμες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα χωρίς αύξοντα αριθμό, ως εξής: ... α) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004 (11ο στη σειρά) β) εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2002 και 2003 (13ο στη σειρά) γ) εκκαθαριστικά των ετών 2002 και 2003 (23ο στη σειρά) και δ) δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 έτους 1998 (25ο στη σειρά). Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από την εκπροσωπήσασα την αναιρεσείουσα συνήγορο, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στη συνήγορο της αναιρεσείουσας, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο με αριθμό 1Ε, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης της παραπάνω αναιρεσείουσας, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-5-2011 (με αριθμό πρωτ. 969/2011) αίτηση της Κ. Π. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 224/2011 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατάρτιση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη, τετελεσμένη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Νόθευση εκκαθαριστικών σημειωμάτων και κατασκευή πλαστών εγγράφων και πλαστές σφραγίδες, και χρήση αυτών από συγκατηγορούμενο σε τράπεζες προκειμένου να χορηγηθούν στους κατηγορουμένους δάνεια. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 416/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 274-277/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. συζ. Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α. 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ.1, 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, κατά την έννοια του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος, και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά το άρθρο 28 ΠΚ, για τη θεμελίωση αμέλειας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 274-277/2010 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο θανατηφόρου βαριάς σωματικής βλάβης του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ σε βάρος της Β. Μ., με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' ΠΚ και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, από τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τις φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Β., σύζυγος Α. Μ. (θύμα) ηλικίας 51 ετών, καθηγήτρια Γερμανικής Φιλολογίας, ήταν μητέρα της ανήλικης Ν. Μ., ηλικίας 16 ετών, με την οποία ο κατηγορούμενος Δ. Κ. του Φ. διατηρούσε ερωτικό δεσμό. Στην σχέση αυτή ήταν αντίθετη η μητέρα της αλλά και η υπόλοιπη οικογένειά της, διότι πίστευαν ότι η εν γένει συναναστροφή της εν λόγω ανήλικης με τον κατηγορούμενο θα ... δυσμενώς την διαμόρφωση της προσωπικότητάς της. Την αντίθεση αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος και για τον λόγο αυτό είχε εκδηλώσει βιαιότητα και επιθετικές τάσεις τόσο εναντίον του θύματος, όσο και της πολιτικώς ενάγουσας Α. Κ., το γένος Α. Μ., αδελφής της ανήλικης Ν. Μ., σε χρόνο προγενέστερο του ένδικου χρόνου και συγκεκριμένα το Πάσχα του ιδίου έτους (1988) το θύμα και τον Μάιο του ιδίου έτους (1988) την πολιτικώς ενάγουσα. Έτσι, διαπνεόμενος από εκδικητικές διαθέσεις στις 7.6.1988 το μεσημέρι περίπου 13.30 εισήλθε στο διαμέρισμα του θύματος, που βρίσκεται στην οδό - στην Θεσσαλονίκη, με σκοπό να της προκαλέσει βαρειά σωματική βλάβη και ειδικότερα βαρειά σωματική κάκωση του σώματός της και προς τούτο την χτύπησε με γροθιές και κλωτσιές, χρησιμοποιώντας και τις ειδικές γνώσεις της μεθόδου "Καράτε", της οποίας ήταν γνώστης, πλήττοντας, έτσι, με σφοδρότητα το κεφάλι και συγκεκριμένα το πρόσωπο αλλά και τα μάτια, τους γλουτούς και την αριστερή βουβωνική χώρα, με αποτέλεσμα το θύμα να απολέσει τις αισθήσεις και να πέσει αναίσθητη αιμόφυρτη στο δάπεδο του διαμερίσματος, πλησίον της πόρτας της εισόδου του διαμερίσματος, την οποία ο κατηγορούμενος φεύγοντας άφησε ανοικτή. Για την εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα για την σφοδρότητα, για τον τρόπο και τα σημεία των αλλεπάλληλων χτυπημάτων κατέθεσε με τρόπο σαφή η πολιτικώς ενάγουσα Α. Κ., η οποία αντλεί την γνώση της και από όσα της είχε διηγηθεί το θύμα δηλαδή η μητέρα της, όταν την επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο, αλλά και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρας Μ. Θ., φίλη της θανούσας, η οποία επισκέφθηκε το θύμα κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο, η ένορκη κατάθεση της οποίας περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ ο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθείς μάρτυρας Ν. Σ., ο οποίος έμενε στον ίδιο όροφο με την θανούσα, μεταξύ των άλλων κατέθεσε και τα ακόλουθα: "... Ακούσαμε φωνές και θορύβους. Η αδελφή μου, μου είπε ότι η Β. (θύμα) φωνάζει βοήθεια ... Ήταν ανοιχτή η πόρτα του διαμερίσματος του θύματος και είδα το θύμα να είναι στο έδαφος στο χώλ αιμόφυρτο. Της μίλησα αλλά δεν μου απάντησε ... βλέπω τον κατηγορούμενο να φεύγει τρέχοντας ... Όταν είδα την Β. μου έδωσε την εντύπωση ότι η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή. Πρέπει να ήταν λιπόθυμη. Είχε χάσει τις αισθήσεις της. Έτσι όπως την είδα ήταν πλημμυρισμένη στα αίματα ...". Εξάλλου και ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την απολογία του δεν αρνήθηκε ότι κτύπησε την θανούσα αλλά ισχυρίσθηκε ότι ενήργησε υπό συνθήκες έντονου εκνευρισμού και στρες. Συνεπεία των ανωτέρω πληγμάτων η Β. Μ. έφερε θλαστικά τραύματα κεφαλής και έξω γνάθου δεξιά, εκχυμώσεις οφθαλμικής χώρας δεξιά αμφοτέρων των γλουτών και αριστερής βουβωνικής χώρας και ελαφρά εγκεφαλική διάσειση (βλ. και για την αιτία αυτή νοσηλεύθηκε στο Β' Νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης από 7.6.1988 έως 10.6.1988, οπότε και εξήλθε μεν σε βελτίωση αλλά χωρίς την δυνατότητα να στέκεται όρθια και να εκτελεί ελεύθερα κινήσεις των κάτω άκρων λόγω των μυοσκελετικών θλάσεων (βλ.). Μετά από λίγες ημέρες και συγκεκριμένα στις 17.6.1988 επήλθε ο θάνατός της, ο οποίος οφειλόταν σε πνευμονική εμβολή, που αποτέλεσε την μόνη ενεργό αιτία θανάτου (βλ. την από 17.6.1988 Ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Θεσσαλονίκης Μ. Τ.). Οι προπαρατεθείσες σωματικές κακώσεις δημιούργησαν τήγματα αίματος, τα οποία σε συνδυασμό με την υποχρεωτική κατάκλιση, λόγω της κατά τα ανωτέρω αδυναμίας της παθούσας να κινηθεί, συνεπεία των ένδικων μυοσκελετικών κακώσεων που προήλθαν από τα ανωτέρω κτυπήματα του κατηγορουμένου σε ευαίσθητα σημεία του σώματός της, προκάλεσαν την πνευμονική εμβολή. Κρίσιμη περί των ανωτέρω είναι η κατάθεση τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του ανωτέρω Ιατροδικαστή Μ. Τ., ο οποίος έχοντας προσωπική αντίληψη ως διενεργήσας την νεκροψία της θανούσας Β. Μ. απέκλεισε την πιθανότητα επίδρασης άλλου παράγοντα, ως αιτία επέλευσης θανάτου. Αυτός κατέθεσε ότι η κατάκλιση της ασθενούς και οι κοιλιακές κακώσεις μπορούν να επιφέρουν θρόμβωση, συνδέονται δε αιτιωδώς, καθόσον αν δεν υπήρχαν τα κτυπήματα δεν θα υπήρχε η πνευμονική εμβολή, την οποία χαρακτήρισε ως "μαζική πνευμονική εμβολή", περίπτωση κατά την οποία η ασθενής δεν είχε δυνατότητα να σωθεί. Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα στα ακόλουθα σημεία: "... τα χτυπήματα, που είχε το θύμα ήταν ικανά να δημιουργήσουν τον θρόμβο, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος. Τα χτυπήματα ήταν η γενεσιουργός αιτία της περαιτέρω εξέλιξης ... Αν ο θρόμβος, που δημιουργείται δεν διαλυθεί και αποκοληθεί ταξιδεύει με την κυκλοφορία του αίματος, πηγαίνει στην καρδιά με αποτέλεσμα τον θάνατο. Τα αγγεία της βουβωνικής χώρας συνδέονται άμεσα με την κυκλοφορία του αίματος και γι' αυτό θεωρώ ότι τα χτυπήματα στην περιοχή αυτή δημιούργησαν το πρόβλημα ... Η πνευμονική εμβολή συνδέεται αιτιωδώς με τα χτυπήματα ... Κατά την άποψή μου η πνευμονική εμβολή προήλθε από τα χτυπήματα και από την κατάκλιση ...". Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Δ. Κ., ο οποίος περιορίστηκε κυρίως στον χαρακτήρα του κατηγορουμένου. Αποδεικνύεται συνεπώς άμεσα αιτιατή σύνδεση μεταξύ του θανατηφόρου αποτελέσματος και της βαριάς σωματικής κάκωσης της θανούσας, που της είχαν προκαλέσει τα χτυπήματα του κατηγορουμένου, διότι η πνευμονική εμβολή, η οποία προκάλεσε τον θάνατο, δεν θα είχε επέλθει αν η παθούσα δεν είχε τραυματισθεί βαρειά από τα ανωτέρω χτυπήματα. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μεταβολής της κατηγορίας από θανατηφόρα σωματική βλάβη του άρθρου 311 εδ.β ΠΚ σε απλή θανατηφόρα σωματική βλάβη του άρθρου 311 εδ.α ΠΚ, άλλως σε επικίνδυνη σωματική βλάβη του άρθρου 309 ΠΚ και διαφορετικά σε εκ προθέσεως σωματικής βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ ως αβάσιμος κατ' ουσία και να καταδικασθεί για την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης του άρθρου 311 εδ.β ΠΚ σε συνδ. με 308 παρ.1 ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως. Αντίθετα, το γεγονός, ότι πριν την κρινόμενη πράξη, ο κατηγορούμενος, κατά την σαφή κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας είχε κτυπήσει τόσο την θανούσα όσο και την ίδια και επομένως δεν μπορεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου". Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης αφενός παρέθεσε στην εν λόγω προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρου βαριάς σωματικής βλάβης, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την εν λόγω κρίση του, και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει και αιτιολογείται πλήρως τόσο η πρόθεση του αναιρεσείοντος και δη ο σκοπός για την πρόκληση στο θύμα βαριάς σωματικής βλάβης, όσο και η αμέλειά του ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, που δεν πρόβλεψε. Αιτιολογείται, επίσης, επαρκώς η ύπαρξη της αναγκαίας συνάφειας μεταξύ της βαριάς σωματικής βλάβης από πρόθεση και του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του θύματος, καθώς και το ότι το αποτέλεσμα αυτό, που επήλθε μετά εννέα ημέρες από τον τραυματισμό, λόγω μαζικής πνευμονικής εμβολής, οφειλόταν και ήταν απότοκο της βαριάς σωματικής βλάβης που σκόπευε ο κατηγορούμενος από εκδικητικότητα και που είχε επέλθει από τα τήγματα αίματος που επήλθαν από τα πολλαπλά κτυπήματα, με γροθιές και κλωτσιές που επέφερε ο κατηγορούμενος με σφοδρότητα στο κεφάλι και άλλα σημεία του σώματος του θύματος, με τη χρήση μάλιστα της μεθόδου καράτε, οφείλεται σαφώς στην αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, εξειδικεύεται και προσδιορίζεται πλήρως στο διατακτικό που παραδεκτά συμπληρώνει το αιτιολογικό. Αιτιολογείται περαιτέρω ειδικά, πράγμα το οποίο προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, στην οποία (στο σκεπτικό και στο διατακτικό) αναφέρεται ρητά ότι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προξενήσει από εκδικητικότητα στο θύμα, που ήταν μητέρα της 16ετούς ανήλικης με την οποία είχε συνάψει ερωτικό δεσμό, στον οποίο δήλωνε αυτή και η οικογένειά της σαφή αντίθεση, την βαριά σωματική βλάβη, την οποία και προκάλεσε, με τον προαναφερθέντα σφοδρό τρόπο και μάλιστα με τη μέθοδο καράτε που ήταν γνώστης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, ενώ με τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού σαφώς και ρητά αιτιολογείται και η απόρριψη των προβληθέντων ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή θανατηφόρα σωματική βλάβη του άρθρου 311 εδ.α' του ΠΚ ή σε επικίνδυνη σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ ή σε απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ. και περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ σωματικής βλάβης και του επελθόντος θανάτου. Επομένως, ο από το άρθρο 510παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Α 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 365 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό µε εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηµατισµό της κρίσης του σε σχέση µε την ενοχή του κατηγορουµένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούµενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει παρατηρήσεις σχετικές µε το αποδεικτικό αυτό µέσο. Το περιεχόµενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όµως, είναι αναγκαίο να εκτίθενται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται µε επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να µην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε. Από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηµατισµό της κρίσης του σχετικά µε την ενοχή του κατηγορουµένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθησαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, παραβιάζονται και οι αρχές της δηµοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεµελιώνει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώµατος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά µε το αποδεικτικό αυτό µέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι στην αρχή του αιτιολογικού αυτής σημειώνεται "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης ... από τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου... αποδείχθησαν τα ακόλουθα ...", ενώ στα ίδια πρακτικά αυτά στη σελίδα 19 σημειώνεται ότι μεταξύ άλλων 24 εγγράφων αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο και "η υπ'αριθ. 20-26/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σερρών", χωρίς να αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν και "τα πρακτικά" της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως. Στο κύριο όμως αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο, προς στήριξη της ενοχής επικαλείται μαρτυρικές καταθέσεις από τα πρακτικά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως. Όμως, τα συντασσόμενα κατά τα άρθρα 140 επομ. ΚΠΔ πρακτικά της δίκης περιέχουν υποχρεωτικά και όλες τις κατ' άρθρο 370 ΚΠΔ δημοσιευόμενες αποφάσεις του δικαστηρίου και συνιστούν, απόφαση και πρακτικά, ένα ενιαίο σύνολο και όχι χωριστό έγγραφο. Όταν δε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως σημειώνεται ότι αναγνώσθηκε η υπ' αριθ. 20-26/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σερρών, σαφώς σημαίνει ότι αναγνώσθηκε η πρωτόδικη αυτή απόφαση μαζί με τα ενσωματωμένα στην απόφαση ενιαία πρακτικά αυτής, πράγμα που αναφέρεται στο άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και προφανώς από παραδρομή παραλείπεται η λέξη ".. και τα πρακτικά αυτής". Επομένως, δημόσια αναγνώσθηκαν η πρωτόδικη 20-26/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σερρών και τα πρακτικά αυτής και ορθά συνεκτιμήθηκαν και οι μαρτυρικές καταθέσεις που περιλαμβάνονται στα πρακτικά αυτά και δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις για την προφορικότητα και τη δημοσιότητα της δίκης, ούτε επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας, αφού δεν παραβιάστηκαν έτσι τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ούτε συντρέχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, αναφορικά με την λήψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Γ' και Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Β. Επί του πρώτου και δευτέρου λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως: Β1. Επειδή, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, τούτο δε συντρέχει πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, η απαρίθμηση των οποίων είναι ενδεικτική, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξης εξαλείφθηκε µε παραγραφή, δεν παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλει ποινή για την παραγραφείσα πράξη (ΑΠ 81/2011, 2021/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1, 2 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία για μεν τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης, όπως είναι εκείνο του άρθρου 311 περ.β του ΠΚ, περί θανατηφόρας βαριάς σωματικής βλάβης, είναι δεκαπέντε έτη, για δε τα πλημμελήματα πέντε έτη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη. Κατά το άρθρο 113 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του, με τα άρθρα 4 παρ.1 του ν. 1738/1987, 5 παρ.1 ν. 1941/1991, 19 παρ.1 ν. 1968/1991, και 33 παρ.4 ν. 2172/1993, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνο, δυνάμει διατάξεως του νόμου, η ποινική δίωξη δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει και επίσης η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, εφόσον χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, όχι, όμως, πέραν των τριών ετών για τα κακουργήματα, ενώ, μετά την αντικατάσταση της εν λόγω διάταξης με το άρθρο 1 παρ. 6 Ν. 2408/1996, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί ν' αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και επίσης, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε χρόνια για τα κακουργήματα. Κατά το άρθρο 432 παρ. 2 εδάφιο προτελευταίο του ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 21 του ν. 3904/2010 και 75 του ν. 3994/2011, "από την έκδοση της ερήμην του κατηγορουμένου για κακούργημα απόφασης αναστέλλεται αυτοδικαίως ο χρόνος της παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως και η αναστολή διαρκεί ωσότου εκδοθεί η νέα κατ' αντιμωλίαν απόφαση". Η έννοια της τελευταίας διάταξης ήταν, ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος χρόνος αναστολής της παραγραφής δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωση της υπό των άρθρων 111 και 113 παρ. 1 ΠΚ διαλαμβανομένης, κατά περίπτωση, δεκαοκταετούς ή εικοσαετούς συνολικής παραγραφής, αλλά συνιστά ειδική αναστολή αυτής, διότι, κατά τον χρόνο της διαρκείας της, δεν τρέχουν οι ανωτέρω, δεκαοκταετής ή εικοσαετής, παραγραφές, ενώ με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ και ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ευμενέστερη είναι η ρύθμιση, κατά την οποία στην διάρκεια της κύριας διαδικασίας η παραγραφή για τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης, αναστέλλεται όχι περισσότερο από τρία χρόνια, ήτοι, συνολικώς η παραγραφή ανήρχετο σε δέκα οκτώ (18) έτη (15 έτη + 3 έτη αναστολής). Η διάταξη αυτή του άρθρου 113 ΠΚ, υπέστη και άλλες τροποποιήσεις με τα άρθρα 25 του ν. 3346/2005 και 2 του ν. 3625/2007, χωρίς όμως να θιγεί η άνω με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 2408/1996 καθιερωθείσα πενταετής αναστολή για τα κακουργήματα και δεν ισχύει ο άνω χρονικός περιορισμός της αναστολής, όπως ρητά ορίζεται στο εδαφ. β της παρ.3 του άνω άρθρου 113 ΠΚ, μετά την τροπ. με το άρθρο 25 του ν. 3346/2006, μόνον όταν η αναστολή της ποινικής δίωξης λάβει χώρα κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 παρ.2 (αναστολή από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης) και 59 του ΚΠΔ (αναστολή λόγω προδικαστικού ζητήματος). Εξάλλου, κατά το 435 ΚΠΔ, αν εκείνος που παραπέμφθηκε για κακούργημα απολυθεί από τις φυλακές προσωρινά και από απείθεια δεν εμφανιστεί στο αρμόδιο δικαστήριο για να δικαστεί την ορισμένη δικάσιμο, το δικαστήριο ανακαλεί την προσωρινή απόλυση και διατάσσει ταυτόχρονα και την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 432 ΚΠΔ. Όμως, κατά το άρθρο 432 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, όπως ίσχυε με την αντικ. με το άρθρο 15 του ν.δ. 1160/1972 και το άρθρο 34 παρ. 9 του ν. 2172/1993, προβλεπόταν αφενός η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας με διάταξη του εισαγγελέα εφετών, αν ήταν άγνωστη η διαμονή του παραπεμπομένου για κακούργημα κατηγορουμένου και αφετέρου παρεχόταν η δυνατότητα ερήμην εκδίκασης ενός κακουργήματος, όταν ο κατηγορούμενος είχε απολυθεί από τις φυλακές, λόγω συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης, εφόσον είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, οριζόταν δε επί πλέον, ότι "η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου ακυρώνεται αυτοδικαίως μόλις εκδοθεί η κατ'αντιμωλίαν απόφαση, από την έκδοση της ερήμην απόφασης αναστέλλεται αυτοδικαίως ο χρόνος παραγραφής του αξιοποίνου της πράξης και η αναστολή διαρκεί ωσότου εκδοθεί νέα κατ'αντιμωλίαν απόφαση, αν δε μετά την απόφαση αυτή απαγγελθεί καταδίκη σε ποινή στερητική της ελευθερίας αφαιρείται το μέρος που έχει εκτιθεί". Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 432 ΚΠΔ, με το άρθρο 21 του ν. 3904/23-12-2010 και 75 του ν. 3994/2011, που προβλέπει αναστολή της διαδικασίας με διάταξη του εισαγγελέα εφετών, επί παραπεμπομένου για κακούργημα, που είναι άγνωστης διαμονής και που δεν παρουσιάστηκε ή δεν συνελήφθη εντός μηνός (παρ.1 εδαφ. α'), στην παρ.1 εδαφ. γ', ορίζεται μόνον ότι "οι διατάξεις του άρθρου 113 ΠΚ για την αναστολή της παραγραφής του αξιοποίνου εφαρμόζονται και εδώ", και αφού απαλείφθηκαν τα παραπάνω οριζόμενα περί αναστολής της παραγραφής και διάρκειάς της ωσότου εκδοθεί κατ'αντιμωλίαν απόφαση, ορίζεται πλέον και μόνον στην παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου 432, ότι "Αν εκείνος που παραπέμφθηκε για κακούργημα είναι ή θεωρείται γνωστής διαμονής, δικάζεται σαν να ήταν παρών, αν κλητεύθηκε νόμιμα". Β 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ.ΑΠ 762/1992, ΑΠ 118/2011), μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο, κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό (ΑΠ 753/2010). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παράγραφος 2 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, στο άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή ως προς την διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα κακουργήματα (παρ.2 άρ.111), για τα οποία ο νόμος προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης είναι 20 έτη, σε κάθε δε άλλη περίπτωση, που προβλέπεται ποινή κάθειρξης, όπως στο άρθρο 311 παρ.2 ΠΚ, επί θανατηφόρας βαριάς σωματικής βλάβης, είναι 15 έτη και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π Κ, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παράγραφος 1 ΑΚ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί κακουργημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παράγραφο 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της πενταετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, διότι η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει και δεν χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου. (βλ. Πολ. Ολ.ΑΠ 21/2003). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπον αυτόν διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και κατά τo άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και, αφότου περατώθηκε η διακοπή, αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 617/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη αναίρεση πρώτος αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας του δικαστηρίου, γιατί απέρριψε τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα, καταδικασθέντα σε δεύτερο βαθμό για κακούργημα κατηγορούμενο, αυτοτελή ισχυρισμό α) παραγραφής της πράξης, λόγω παρόδου εικοσαετίας και β) παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, λόγω παραγραφής της αστικής αξίωσης, συνεπεία παραγραφής και αυτής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για το πλημμέλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με φερόμενο χρόνο τελέσεως την 7-6-1988. Με την με αρ. 2700/1-9-1988 απόφαση του άνω δικαστηρίου αναβλήθηκε η υπόθεση και με την μεταγενέστερη 5717/15-5-1989 απόφαση το άνω ίδιο δικαστήριο, κηρύχθηκε αναρμόδιο και παραπέμφθηκε στο ΜΟΔ Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι η παθούσα, ήδη στις 17-6-1998 απεβίωσε συνεπεία της ανωτέρω σωματικής της βλάβης και η πράξη έφερε χαρακτήρα κακουργήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης. Με το με αρ. 24/1990 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, συμπληρώθηκε η παραπάνω απόφαση, ενώ απορρίφθηκε σχετική αναίρεση και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος για το άνω κακούργημα στο ΜΟΔ Σερρών. Με την με αρ. 17,18/1991 απόφαση του ΜΟΔ Σερρών, καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ερήμην σε κάθειρξη οκτώ ετών, κλητευθείς ως γνωστής διαμονής, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 432 παρ.2 α' του ΚΠΔ, όπως τότε ίσχυε, με την τροποποίηση του άρθρου 12 παρ.4 του ν. 1941/1991. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος συνελήφθη το έτος 2005 και η υπόθεσή του εκδικάστηκε εκ νέου στο ΜΟΔ Σερρών και με την με αρ. 26, 27/2006 απόφαση καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών και, μετά από έφεση του κατηγορουμένου, εκδόθηκε η 72-79/2009 απόφαση του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης και καταδικάστηκε σε κάθειρξη πέντε ετών, πλην η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 377/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο άνω ΜΟΕ, για επανασυζήτηση της εφέσεως του κατηγορουμένου. Κατά την νέα συζήτηση στο ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος πρόβαλε αυτοτελή ισχυρισμό παραγραφής της πράξης λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου με την παρέλευση 20ετίας από του χρόνου τέλεσης της εναντίον του εκδικαζόμενης κακουργηματικής πράξης της θανατηφόρας βαριάς σωματικής βλάβης και ισχυρισμό αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω παραγραφής της ασκούμενης αστικής αξίωσης, με την πάροδο εικοσαετίας, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα (σελ.9) πρόβαλε μη παραγραφή της κακουργηματικής αυτής πράξης, λόγω αναστολής της παραγραφής και διακοπή της παραγραφής της αστικής της αξίωσης, που άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο του ανωτέρω ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, απέρριψε τους ανωτέρω δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη 274-277/3-12-2010 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με ελαφρυντική περίσταση, για το κακούργημα της θανατηφόρας βαριάς σωματικής βλάβης, με χρόνο τελέσεως την 7-6-1988 και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε ετών, για την πράξη αυτή, που προβλέπεται στο άρθρο 311 εδ. β 'του ΠΚ, και για την οποία απειλείται ποινή κάθειρξης, ήτοι πρόσκαιρης κάθειρξης, με πλαίσιο από 5 έως 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ.2,3 του ΠΚ, με το αιτιολογικό ότι με την έκδοση στις 24-4-1991 της ερήμην καταδικαστικής απόφασης του ΜΟΔ Σερρών, ανεστάλη αυτοδικαίως η παραγραφή της κακουργηματικής αυτής πράξης και από της εκδόσεως κατ' αντιμωλίαν, την 1-3-2006, νέας 20-26/1-3-2006 καταδικαστικής-εκκαλουμένης αποφάσεως του ΜΟΔ Σερρών, άρχισε να προσμετράται εκ νέου ο χρόνος παραγραφής και έκτοτε και μέχρι 3-12-2010 δεν είχεν συμπληρωθεί η παραγραφή, ενόψει της ειδικότερης ρύθμισης του άρθρου 432 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 111 και 113 του ΠΚ. Από τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη ανωτέρω (Β1 και Β2) διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 εδ. β και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη και εξετάζεται από το δικαστήριο όταν προβάλλεται με αυτοτελή ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο σε κάθε στάση της δίκης, αλλά και αυτεπαγγέλτως, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει την παραγραφή, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ. Σε περίπτωση δε μεταβολής της νομοθεσίας ως προς το χρόνο της παραγραφής, όσον και ως προς το χρόνο αναστολής της παραγραφής της αξιόποινης πράξης, θα εφαρμοσθεί ο επιεικέστερος νόμος που ίσχυε από της τέλεσης της πράξης μέχρι της έκδοσης αμετάκλητης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η παραγραφή είναι θεσμός του ουσιαστικού δικαίου και εφαρμόζεται επ' αυτών η αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου νόμου, που καθιερώνεται με το παραπάνω άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (ΑΠ 2249/2002). Άρα η παραπάνω διάταξη του άρθρου 113 ΠΚ, όπως τροπ. με το άρθρο 1 παρ.6 του ν. 2408/1996, είναι ηπιότερη από κάθε άλλη προγενέστερη διάταξη, αφού τίθενται χρονικά όρια αναστολής της παραγραφής και επομένως εφαρμοστέα και για τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα όμως με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και τα προαναφερθέντα, μεταξύ των δύο νόμων που ίσχυσαν επί άρθρου 113 ΠΚ, από της τελέσεως του εγκλήματος (1988), για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, μέχρι της εκδικάσεως αυτού, ήτοι του ΠΚ προ της εφαρμογής του ν. 2408/1996 και του ν.2408/1996, επιεικέστερος στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο είναι ο ν. 2408/1996, αφού βάσει του νόμου αυτού, που ίσχυε κατά την 3-12-2010 που εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό η κατηγορία, ο χρόνος αναστολής της παραγραφής στην περίπτωση που ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται συνεπεία νόμου που εμποδίζει να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, όπως η των άρθρων 435 και 432 παρ. 2 ΚΠΔ είναι πέντε έτη, ενώ βάσει του ΠΚ ( άρθρο 113 παρ. 1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος από τον αναιρεσείοντα, ήταν απεριόριστος. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 113 ΠΚ, με το ν. 2408/1996, δεν μπορεί πλέον να γίνει προσμέτρηση, δύο ή και περισσότερες φορές, του χρόνου αναστολής της παραγραφής, αυτός δε σε κάθε περίπτωση, επί κακουργημάτων, δεν μπορεί να υπερβεί τα 5 έτη και ανεξάρτητα πότε τελέστηκε η πράξη, δεν μπορεί η παραγραφή να υπερβεί τα 20 έτη (15 συν 5 έτη), ασχέτως εκδίκασης ή αναβολής της δίκης ή ακύρωσης της αποφάσεως. Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης θέλησε με το ν 3346/2005 να εξαιρέσει περιπτώσεις από την εφαρμογή του άρθρου 113 ΠΚ, το έπραξε, εξαιρώντας ρητά τα άρθρα 30 και 59 του ΚΠΔ, ενώ δεν αναφέρθηκε και στο παραπάνω άρθρο 432 ΚΠΔ. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 432 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ίσχυε την 3-12-2010, που εκδικάστηκε η υπόθεση στο άνω ΜΟΕ, πριν την τροποποίησή του δια του ν. 3904/23-12-2010, οριζόταν ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του καταδικασθέντος για κακούργημα κατηγορουμένου ακυρώνεται αυτοδικαίως μόλις εκδοθεί η κατ' αντιμωλίαν απόφαση και από την έκδοση της ερήμην απόφασης αναστέλλεται αυτοδικαίως ο χρόνος της παραγραφής του αξιοποίνου της πράξης και η αναστολή διαρκεί ωσότου εκδοθεί η νέα κατ' αντιμωλίαν απόφαση, χωρίς χρονικό περιορισμό. Η έννοια δε της προηγούμενης διάταξης ήταν ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος χρόνος αναστολής της παραγραφής, δεν συνυπολογίζεται για την συμπλήρωση της υπό των άρθρων 111 και 113 παρ.1 ΠΚ διαλαμβανόμενης, κατά περίπτωση, 18ετούς ή 20ετούς συνολικής παραγραφής, αλλά ότι συνιστά ειδική αναστολή αυτής, διότι, κατά το χρόνο της διαρκείας της, δεν τρέχουν οι ανωτέρω παραγραφές, ενώ με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 113 παρ.1 ΠΚ, και ενόψει του άρθρου 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ευμενέστερη είναι η ρύθμιση, κατά την οποία στην διάρκεια της κύριας διαδικασίας η παραγραφή για τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με ποινή ηπιότερη της ισόβιας κάθειρξης, αναστέλλεται όχι περισσότερο από τρία έτη, ήτοι συνολικά η παραγραφή ανερχόταν σε 18 έτη (15 συν 3 της αναστολής) (ΑΠ 1434/2003). Ήδη δε, με το άρθρο 21 του ν. 3904/23-10-2010, μετά την άνω δευτεροβάθμια δίκη, τροποποιήθηκε το άνω άρθρο 432 ΚΠΔ, απαλείφθηκαν τα παραπάνω περί αναστολής της παραγραφής και ορίστηκε απλώς ότι " οι διατάξεις του άρθρου 113 ΠΚ για την αναστολή της παραγραφής του αξιοποίνου εφαρμόζονται και εδώ". Από τα παραπάνω όμως προεκτεθέντα, δημιουργούνται ερμηνευτικά ζητήματα εφαρμογής νόμου και αναδρομικής εφαρμογής πολλών και ποίων μεταξύ πολλών ισχυσάντων κατά την άνω χρονική διαδρομή νόμων και δη: Α) : α) Αν η χωρήσασα στην προκειμένη περίπτωση αναστολή της διαδικασίας μετά την με αρ. 17,18/24-4-1991 απόφαση του ΜΟΔ Σερρών, που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ερήμην, κλητευθείς ως γνωστής διαμονής, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 432 παρ. 2 α' του ΚΠΔ, όπως τότε ίσχυε, με την τροποποίηση του άρθρου 12 παρ.4 του ν. 1941/1991 και μέχρι στη συνέχεια, μετά 14ετία, έκδοσης, κατ'αντιμωλίαν του κατηγορουμένου, της με αρ. 26,27/1-3-2006 καταδικαστικής απόφασης του ΜΟΔ Σερρών, συνιστά ειδική μορφή ... παραγραφής στην οποία δεν ισχύει το άνω ανώτατο όριο διάρκειας της αναστολής των τριών ή πέντε ετών για τα κακουργήματα ώστε η παραγραφή του αξιοποίνου της κακουργηματικής πράξης που αρχίζει να τρέχει από το χρόνο της τελέσεως της πράξης, διακόπτεται κατά το διάστημα της ειδικής αυτής αναστολής επιδικίας, χωρίς χρονικό περιορισμό (από έκδοσης της ερήμην καταδικαστικής απόφασης μέχρι την έκδοση της νέας κατ' αντιμωλίαν καταδικαστικής για την ίδια πράξη απόφασης του ίδιου πρωτοβαθμίου ΜΟΔ Σερρών), οπότε αρχίζει να τρέχει και πάλιν η παραπάνω εικοσαετής (15+5) παραγραφή (βλ. ΑΠ 1434/2003, Μαργαρίτη- Παρασκευόπουλου Ποινολογία σελ. 202 επόμ., Μαργαρίτη Λ. ΠοινΔνη 2007, 67 επόμ., Κονταξή Α. Ερμ.ΚΠΔ, αρ.432 σελ. 2457-2458, Μπουρόπουλο, Ερμ.ΠΚ, Τ.Α' Γεν.Μερ. σελ. 301), ή ο χρόνος της παραπάνω αναστολής της ειδικής διάταξης του άρθρου 432 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ίσχυε, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό, την 3-12-2010, προ της τροποποιήσεώς του, δια του άρθρου 21 του ν. 3904/23-12-2010, έχει χρονικό περιορισμό και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη για τα κακουργήματα (βλ. ΑΠ 2249/2002, Μανωλεδάκη ΠοινΔνη 2003.14 επόμ, Ζύγουρα Α. ΠοινΔνη 2004.210, Σιδέρη ΠοινΔνη 2004.81), β) σε περίπτωση δε καταφατικής απάντησης επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος για στοιχ. Αα δηλαδή ότι η ανωτέρω ειδική αναστολή δεν προσμετράται στην προαναφερθείσα πενταετή αναστολή της παραγραφής, 1) αν, με την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 432 παρ.1, με το νεότερο ν. 3904/23-12-2010, που δημοσιεύθηκε μετά την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως την 3-12-2010 σε δεύτερο βαθμό και που παραπέμπει ευθέως και αποκλειστικά στο άρθρο 113 ΠΚ, που ορίζει και το παραπάνω όριο πενταετούς αναστολής παραγραφής του αξιοποίνου για τα κακουργήματα, ως απώτατο όριο σε κάθε περίπτωση, πλην μόνον εκείνης που έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 παρ.2 και 59 ΚΠΔ, η ανωτέρω ειδική αναστολή του άρθρου 432 ΚΠΔ περί ερήμην καταδίκης του είχε ήδη τρέξει για 14 και πλέον χρόνια (24.4.1991 έως 1.3.2006), (από έκδοσης της ερήμην καταδικαστικής απόφασης μέχρι την έκδοση της νέας κατ' αντιμωλίαν καταδικαστικής για την ίδια πράξη απόφασης ΜΟΔ Σερρών), ανατρέπεται αυτοδικαίως αναδρομικά και δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πέντε έτη επί κακουργημάτων, λόγω αναδρομικής εφαρμογής, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερης, της διάταξης αυτής, ως διφυούς χαρακτήρα, δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού ποινικού δικαίου, (Ζύγουρα Α. ΠοινΔνη 2004.210), μη προσμετρούμενης οιασδήποτε άλλης αναστολής (βλ. ΑΠ 1434/2003, 463/1994, 1239/1992 και αντίθετα Εισαγγελέα Εφετών Π. Μπρακουμάτσο σε ΠοινΔνη 2011.347), ή εάν η διάταξη του άρθρου 432 του Κ.Π.Δ. είναι δικονομικού δικαίου αποκλειστικά, 2) εάν η τροποποίηση του άρθρ. 432 του Κ.Π.Δ. ... αριθ. 21 του Ν. 3904/2010 αφορά μόνο την περίπτωση αναστολής της παραγραφής με διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών για τον αγνώστου διαμονής κατηγορούμενο και όχι τον ερήμην ήδη καταδικασθέντα κατηγορούμενο ως γνωστής διαμονής. Και Β) : Αν περαιτέρω η αναφερόμενη στο άρθρο 937 εδ, γ του ΑΚ παραγραφή ασκηθείσας στο ποινικό δικαστήριο απαίτησης αστικής αξίωσης της πολιτικώς ενάγουσας, που συνάμα αποτελεί κολάσιμο πράξη, υπόκειται στο αναφερόμενο στο εδάφιο β του ιδίου άρθρου 937 όριο εικοσαετούς παραγραφής, σε κάθε περίπτωση ή ισχύει και εδώ και προσμετράται και η τυχόν μεγαλύτερη, κατά τα παραπάνω παραγραφή, λόγω αναστολής της παραγραφής, ζήτημα που επηρεάζει το νόμιμο της γενόμενης παράστασης της πολιτικής αγωγής στο ΜΟΕ Θεσσαλονίκης και ειδικότερα: α) αν στην παραγραφή της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ισχύει σε κάθε περίπτωση το οριζόμενο από την παράγραφο 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της πενταετούς αναστολής για κακουργήματα, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, ή δεν υπολογίζεται στην άνω παραγραφή και πενταετή αναστολή η ειδική αναστολή του άρθρου 432 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ίσχυε, κατά την εκδίκαση της κακουργηματικής υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό, την 3-12-2010, προ της τροποποιήσεώς του, δια του άρθρου 21 του ν. 3904/23-12-2010 ή θα εφαρμοσθεί και επ' αυτής ομοίως ως παραπάνω η νέα δια του άρθρου 21 του ν. 3904/23-12-2010 τροποποίηση, ως ευμενέστερη για τον εναγόμενο κατηγορούμενο και επομένως ισχύει στην προκειμένη υπόθεση σε κάθε περίπτωση ο περιορισμός της πενταετούς αναστολής και β) αν επί παραγραφής της ασκηθείσας στο ποινικό δικαστήριο πολιτικής αγωγής ισχύουν οι διατάξεις του ΑΚ περί διακοπής και αναστολής της παραγραφής. Επειδή όμως τα ζητήματα αυτά, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου τούτου, κρίνονται ως γενικότερου νομικού ενδιαφέροντος, ενόψει της προαναφερθείσας διάστασης απόψεων σε νομολογία και θεωρία, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να παραπεμφθεί στην ποινική τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ.1 του ν. 1756/88 και 3 παρ.2 του ν. 3810/57, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις με το άρθρο 64 παρ.5 του Εις. Ν ΚΠολΔ, προκειμένου η τελευταία, να λάβει θέση επί των ζητημάτων αυτών που ανεφύησαν στο ποινικό αυτό τμήμα του Αρείου Πάγου, για να αποφανθεί για το βάσιμο ή μη των προβληθέντων με την από 29-4-2011 αίτηση αναιρέσεως, πρώτου και δευτέρου, αντίστοιχων σχετικών λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρώτου λόγου, της υπέρβασης εξουσίας, λόγω παραγραφής της αξιόποινης πράξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ) και δεύτερου λόγου, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, συνεπεία παραγραφής, μη διακοπείσας δια ασκήσεώς της στον πρώτο βαθμό, της αστικής αξίωσης της πολιτικώς ενάγουσας(άρθρο 171 παρ.2, 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 129-4-2011 αίτηση του Δ. Κ. του Φ., για αναίρεση της με αρ. 274-277/3-12-2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αυτής. Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την από 129-4-2011 αίτηση του Δ. Κ. του Φ., για αναίρεση της με αρ. 274-277/3-12-2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους λοιπούς πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αυτής, για να αποφανθεί για τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θανατηφόρα Σωματική Βλάβη (308, 311 περ.β ΠΚ). Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ 3ος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Γ, Δ ΚΠΔ 4ος λόγος αναιρέσεως. Τα συντασσόμενα κατά τα άρθρα 140 επομ. ΚΠΔ πρακτικά της δίκης περιέχουν υποχρεωτικά και όλες τις κατ' άρθρο 370 ΚΠΔ δημοσιευόμενες αποφάσεις του δικαστηρίου και συνιστούν, απόφαση και πρακτικά, ένα ενιαίο σύνολο και όχι χωριστό έγγραφο. Όταν δε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως σημειώνεται ότι αναγνώσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, σαφώς σημαίνει ότι αναγνώσθηκε η απόφαση αυτή με τα ενσωματωμένα στην απόφαση ενιαία πρακτικά της, πράγμα που αναφέρεται στο άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και προφανώς από παραδρομή παραλείπεται η λέξη «... και τα πρακτικά αυτής». Επειδή τα ζητήματα παραγραφής της αξιόποινης κακουργηματικής πράξης και της πολιτικής αγωγής και της αναστολής παραγραφής του άρθρου 113 ΠΚ και 432 ΚΠΔ και της τυχόν αναδρομικής εφαρμογής επιεικέστερων διαδοχικών τροποποιήσεων αυτών κρίνονται, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου τούτου, ως γενικότερου νομικού ενδιαφέροντος, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να παραπεμφθεί στην ποινική τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ.1 του ν. 1756/88 και 3 παρ.2 του ν. 3810/57, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις με το άρθρο 64 παρ. 5 του Εισ.Ν ΚΠολΔ, προκειμένου η τελευταία, να αποφανθεί για το βάσιμο ή μη των προβληθέντων με την αίτηση αναιρέσεως, πρώτου και δευτέρου, αντίστοιχων σχετικών λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρώτου λόγου , της υπέρβασης εξουσίας, λόγω παραγραφής της αξιόποινης πράξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ) και δεύτερου λόγου, της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, συνεπεία παραγραφής, μη διακοπείσας δια ασκήσεώς της στον πρώτο βαθμό, της αστικής αξίωσης της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 171 παρ.2, 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 421/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παπαπαναγιώτου, περί αναιρέσεως της 463/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Π. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2011. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ` αυτή αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είχε μισθώσει από τον πολιτικώς ενάγοντα και θείο του (αδελφό του πατέρα του) το ήμισυ (εξ 75 τμ) ενός οροφοδιαμερίσματος συνολικού εμβαδού 150 τμ, που βρίσκεται στην Κόρινθο, αντί του συμβολικού τιμήματος των 704,33 ευρώ το έτος το οποίο είχε ορισθεί στο ποσό αυτό για να διευκολυνθεί ο κατηγορούμενος που άρχιζε επαγγελματική δραστηριότητα ως πραγματογνώμονας ασφαλιστικών εταιρειών. Τα υπόλοιπα 75 τμ, ο πολιτικώς ενάγων τα είχε μισθώσει στον αδελφό του κατηγορουμένου Ε. Π., στον οποίο ουσιαστικά είχε μεταβιβάσει άτυπα και την επιχείρηση ασφάλισης, που διατηρούσε. Επειδή ο κατηγορούμενος, σε αντιδικία που υπήρξε μεταξύ του αδελφού του και του πολιτικώς ενάγοντα πήρε το μέρος του αδελφού του, ο πολιτικώς ενάγων άσκησε εναντίον του αγωγή αποδόσεως μισθίου στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου για οφειλόμενα μισθώματα. Κατά την συζήτηση αυτής στις 11.10.2006 ο κατηγορούμενος θέλοντας να αποδείξει το επίδικο γεγονός ότι είχε καταβάλει το μίσθωμα του 2003 προσεκόμισε εν γνώσει της πλαστότητας την από 31.12.2003 απόδειξη πληρωμής η οποία δε έχει συνταχθεί ούτε υπογραφεί από τον πολιτικώς ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο με την συναίνεση αυτού για να πετύχει ευνοϊκή υπέρ αυτού έκβαση της υπόθεσης. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη. Το Εφετείο όμως δεν εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, από ποια πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία, πείσθηκε για τη γνώση του αναιρεσείοντα, ότι η παραπάνω από 31-12-2003, απόδειξη πληρωμής, στην οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, τρίτος άγνωστος είχε θέσει κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος στη θέση του λαβόντος, χωρίς την προς τούτο συναίνεση του τελευταίου και την οποία ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση αγωγής σε βάρος του, εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, για απόδοση μισθίου λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων, προκειμένου να αποδείξει την εξόφληση του μισθώματος έτους 2003, ήταν πλαστή, αφού η αναφορά και μόνο στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι την προσεκόμισε "εν γνώσει της πλαστότητας" δεν αρκεί, αφού δεν αναφέρεται από που προκύπτει η γνώση αυτή, (ενόψει και του γεγονότος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η πλαστογράφηση της υπογραφής είχε πραγματοποιηθεί από τρίτο άγνωστο άτομο) και ενόψει και του ότι δεν εξειδικεύεται, 1) αν το οφειλόμενο κατά την αγωγή ενιαίο μίσθωμα του έτους 2003, είχε καταβληθεί, πράγματι ή δεν είχε καταβληθεί και 2) αν είχε καταβληθεί το μεταγενέστερο μίσθωμα ενιαίο του έτους 2004 και σε καταφατική περίπτωση πώς δικαιολογείται ή μη καταβολή του προγενέστερου μισθώματος του έτους 2003. Έτσι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον αφορά το ως άνω υποκειμενικό στοιχείο (δόλο), της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και πρέπει κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ μοναδικού λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 463/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση πλαστού εγγράφου. Αναίρεση. Βάσιμος ο λόγος έλλειψης αιτιολογίας (άρθρο. 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ), διότι δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντα ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε ήταν πλαστό. Αναιρεί.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 402/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2012 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο και Δήμητρα Λεοντάρη- Μπουρνάκα, Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις13 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Π. Δ. του Η., κατοίκου .... Με εγκαλούμενη την Α. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 672/4 Ιουλίου 2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 839/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 255/28.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 στοιχ. ε 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 672/4-7-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία υποβάλλει αίτημα ορισμού αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να επιληφθεί της δικογραφίας που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς με αφορμή την επέχουσα θέση εγκλήσεως από 26-4-2011 προσφυγή του Π. Δ. του Η., κατοίκου ..., η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 188/11/28-2-2011 απορριπτικής κατά το άρθρο 47 του Κ.Π.Δ διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, πέραν δε των λόγων προσφυγής που εκτίθενται σ' αυτήν, καταμηνύεται ταυτόχρονα και η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά Α. Μ. που εξέδωσε την πιο πάνω διάταξη και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 136 στοιχ. β Κ.Π.Δ όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα αυτά δικαστήριο σε άλλο ομοιόβαθμο και ομοειδές. Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της εγέρσεως της ποινικής αγωγής και του της διενεργείας της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στα στάδια αυτά συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή της εξασφαλίσεως απολύτου ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού κάθε υπόνοιας μεροληψίας εξ' αιτίας της συνυπηρετήσεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137§1 Κ.Π.Δ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει ο Εισαγγελέας ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο (άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο β), ο Άρειος δε Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση(άρθρο 137 παρ. 1 εδάφιο γ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Την 26-4-2011 ο Π. Δ. του Η., κάτοικος ..., άσκησε ενώπιον του Πταισματοδίκου Αθηνών την υπ' αριθμ. 49/2011 προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 188/11/28-2-2011 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, με την οποία πέραν των λόγων προσφυγής που εκτίθενται σ' αυτήν, στρέφεται και κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α. Μ. που εξέδωσε την πιο πάνω διάταξη. Η πιο πάνω προσφυγή επέχει και θέση εγκλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 46 Κ.Π.Δ, καθόσον με αυτήν καταμηνύεται η ως άνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν. Προκειμένου να ενεργηθούν επί της ως άνω αναφοράς τα κατά το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ οριζόμενα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με την από 28-2-2011 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδάφιο 3 και 137 Κ.Π.Δ, τον κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή η εγκαλούμενη υπηρετεί στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, επισυνάπτοντας άμα και υπηρεσιακή βεβαίωση περί του ότι η καταμηνυόμενη Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς από 8-12-2008 μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 672/4-7-2011 αναφορά του που απευθύνεται σε μας, ζητεί, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και στα ποινικά δικαστήρια άλλης περιφέρεια. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει για την ζητούμενη παραπομπή, γιατί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Αρμοδίως κατά ταύτα εισάγεται η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να ορισθεί κατά το άρθρο 137 παρ.1 γ Κ.Π.Δ αρμόδιο κατά παραπομπή δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί της εκκρεμούσης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς ως άνω δικογραφίας (Α.Π 1739/1994, Α.Π 1740/1994 Α.Π 2080/2002). Η ιδία αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από της δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η δικογραφία που εκκρεμεί στη Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, με αφορμή την επέχουσα θέση εγκλήσεως υπ' αριθμ. 49/2011 προσφυγή του Π. Δ. του Η., κατοίκου ..., κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α. Μ., από τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιά, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, όταν ο Εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 ΚΠΔ στην ανωτέρω περίπτωση την παραπομπή μπορεί να τη ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, την αποφασίζει δε το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α' και β' του άρθρου 136, το Συμβούλιο Εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο σε άλλο όμοιο (άρθρ. 137 παρ. 1 εδάφιο β'), ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση (άρθρ. 137 παρ. 1 εδ. γ'). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Την 26-4-2011, ο Π. Δ. του Η., κάτοικος ..., άσκησε ενώπιον του Πταισματοδικείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 49/2011 προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 188/11/28-2-2011 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με την οποία, εκτός των λόγων προσφυγής που εκτίθενται σ' αυτήν, στρέφεται και κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α. Μ. που εξέδωσε την παραπάνω διάταξη. Η πιο πάνω προσφυγή επέχει και θέση εγκλήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 46 ΚΠΔ, καθόσον με αυτήν εγκαλείται η ως άνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν. Με το από 6-5-2011 έγγραφό της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά ζήτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ. Ε' και 137 ΚΠΔ, τον κανονισμό του αρμοδίου να επιληφθεί της υποθέσεως δικαστηρίου, επειδή η εγκαλούμενη υπηρετεί στο κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο (από 8-12-2008, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 672/4-7-2011 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις να γίνει ο κανονισμός αυτός, διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και κατ' ουσία βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν, ως αρμόδιες, οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω εγκλήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει, ως αρμόδιες, τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της επέχουσας θέση εγκλήσεως υπ' αριθμ. 49/2011 προσφυγής του Π. Δ. του Η., κατοίκου ..., κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α. Μ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορίζει, ως αρμόδιες, τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της (επέχουσας θέση εγκλήσεως) προσφυγής κατά Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 396/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" και αυτής ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία 'ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και της τρίτης από την δεύτερη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελέσα Μπακατσέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3666/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7297/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 15-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλομΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ 7-8/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδον έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί. Στις χρηματιστηριακές αυτές συναλλαγές υπάγονται και οι συναφείς προς τις κύριες ή παρεπόμενες των κύριων χρηματιστηριακών συναλλαγών (άρθ. 16 εδ. ε' του ν. 3632/1928 και ήδη άρθρ. 20 παρ. 1 στοιχ. γ' του ν. 1806/1988), όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας (χρηματιστηριακή παραγγελία), οι εκ της οποίας αξιώσεις υπόκεινται επίσης στην προαναφερθείσα βραχυχρόνια (ετήσια) παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί (ΟλΑΠ 28/2007). Ως προς τη διακοπή, όμως της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερθέντα ν. 3632/1928, ή σε άλλον νόμο, κατά συνέπειαν δε εφαρμόζονται ως προς το ζήτημα αυτό, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ, όπως εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που πηγάζουν από τους εν γένει ειδικούς νόμους (ΑΠ 358/2008, Ολομ ΑΠ 15/1992 σχετικά με τις αξιώσεις του ΚΙΝΔ). Από τις διατάξεις αυτές του ΑΚ εκείνη του άρθρου 261 ορίζει ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και ότι η παραγραφή που διακόπηκε με αυτόν τον τρόπο αρχίζει και πάλι από την τελευταία δικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, εκείνη δε του άρθρου 270 ότι αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή, και ότι στις περιπτώσεις άρθρου 250 (όπου ορίζεται πενταετής παραγραφή των αναφερόμενων εκεί αξιώσεων, αρχομένη, σύμφωνα με το άρθρο 253, από τη λήξη του έτους στο οποίο συμπίπτει ο λόγος έναρξης της παραγραφής) η νέα (μετά τη διακοπή) παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή. Περαιτέρω, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας των άρθρων 90 επ. του ΕμπΝ και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτήν συμπίπτουν ως προς το περιεχόμενό τους με εκείνες του άρθρου 250 αρ. 1 και 5 του ΑΚ. Παρέπεται ότι στην περίπτωση της διακοπής της παραγραφής αξιώσεως από τέτοια (χρηματιστηριακή) συναλλαγή με την έγερση αγωγής, η νέα, όμοια παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο έλαβε χώραν η διακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 του ΑΚ, που εφαρμόζεται όπως προαναφέρθηκε στις ρηθείσες όμοιες ως προς το περιεχόμενό τους αξιώσεις του άρθρου 250 του ΑΚ, που έχουν άλλωστε και τον ίδιο χρόνο ενάρξεως της παραγραφής κατά το επίσης προαναφερθέν άρθρο 253 του ΑΚ (μόλις λήξει το έτος στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής), όχι δε αμέσως μετά τη διακοπή της παραγραφής, κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΑΚ το οποίο και δεν έχει (ως προς την έναρξη της νέας παραγραφής) εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η λύση δε αυτή αφενός μεν εναρμονίζεται προς τον νομοθετικό σκοπό της πρόβλεψης του τέλους του έτους ως αφετηρίας για την έναρξη και την (μετά τη διακοπή) επανέναρξη της παραγραφής, που είναι η εξυπηρέτηση των επαγγελματιών γενικώς των οποίων οι αξιώσεις εκκαθαρίζονται συνήθως στο τέλος του έτους με το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων (πρβλ. Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου -2007-σελ. 231), αφετέρου δε δεν αντιστρατεύεται τον σκοπό της βραχυπρόθεσμης, ως ανωτέρω, παραγραφής, που είναι σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3632/1928( και Ολομ. ΑΠ 28/2007) ο επιβαλλόμενος από τη φύση των χρηματιστηριακών συναλλαγών τερματισμός το ταχύτερον των σχετικών δικών και η ρύθμιση των διαφορών που προκύπτουν από αυτές (συναλλαγές) με εξαιρετική ταχύτητα, Τούτο δε, διότι ο ίδιος ο νόμος που προβλέπει ως χρόνο παραγραφής των σχετικών αξιώσεών το έτος, ορίζει ως αφετηρία της την λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί η χρηματιστηριακή παραγγελία, παρομοίως προς την έναρξη της παραγραφής του άρθρου 250 του ΑΚ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας ΑΕ κατά του αναιρεσιβλήτου εκ 255.329 ευρώ που προερχόταν από την αναφερόμενη (παρεπόμενη) χρηματιστηριακή συναλλαγή (εκτέλεση από την αναιρεσείουσα χρηματιστηριακών παραγγελιών του αναιρεσιβλήτου για αγορά και πώληση μετοχών) και για την οποία η αναιρεσείουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του αναιρεσιβλήτου βάσει της τελεσίδικης υπ' αριθ. 6106/2004 σχετικής καταψηφιστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει υποπέσει στην ειρημένη ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, αφού (από την 29-10-2004, κατά την οποία δημοσιεύτηκε η ανωτέρω απόφαση, ως διακοπτική της παραγραφής διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, μέχρι την 5-12-2005, κατά την οποία η αναιρεσείουσα επέδωσε την απόφαση αυτή στον αναιρεσίβλητο, χωρίς εν τω μεταξύ να μεσολαβήσει άλλη διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου σχετική με την αξίωση αυτή, είχε συμπληρωθεί (από την 30-10-2005) η εν λόγω παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει και πάλι από την επομένη της δημοσιεύσεως της απόφασης του δικαστηρίου (29-10-2004), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, την οποί εφήρμοσε το Εφετείο, που δέχθηκε εν συνεχεία με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, τον σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την εις βάρος του τελευταίου επισπευδόμενη ως άνω αναγκαστική εκτέλεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, η οποία δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ως προς τον χρόνο ενάρξεως της νέας, μετά τη διακοπή, παραγραφής της ένδικης αξίωσης, αλλά (παραβίασε), με την μη εφαρμογή της, και την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, όπως βάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς της. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ. 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7297/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Χρηματιστηριακές συναλλαγές. Παραγγελία. Χρόνος παραγραφής σχετικών αξιώσεων. Διαγραφή της παραγραφής. Η νέα (όμοια) παραγραφή αρχίζει μετά το τέλος του έτους κατά το οποίο διακόπηκε η παραγραφή. Η εφαρμογή ΑΚ 270§2 και όχι 261 εδ. β’. Αναιρεί Εφ.Αθ. 7297/2009.
null
null
0
Αριθμός 400/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου , Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Μήνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5039/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνης που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών μεταξύ τους και προς εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 α' και 576 παρ. 2 του ίδιου ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως την επισπεύδει ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος που απουσιάζει και α) δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του επισπεύδοντος δικηγόρου για τις προπαρασκευαστικές πράξεις της συζήτησης (επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως προς τον αναιρεσίβλητο με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση) και β) ο αναιρεσείων δεν κλητεύτηκε από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, η συζήτηση της υποθέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, λόγω της ακυρότητας των ως άνω προπαρασκευαστικών πράξεων (επίσπευση της συζητήσεως (από τον αναιρεσείοντα) και μη κλητεύσεως του απουσιάζοντος αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο. Εν προκειμένω φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 604/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μετά την επίδοση στον αναιρεσίβλητο, με παραγγελία του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Γ. Παπαζαφειροπούλου, αντιγράφου της αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ύπαρξη πληρεξουσιότητας της αναιρεσείουσας προς τον ειρημένο δικηγόρο για τις προαναφερθείσες προπαρασκευαστικές της συζήτησης πράξεις ούτε κλήση του αναιρεσίβλητου προς την απολειπόμενη αναιρεσείουσα για συζήτηση κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει η προκείμενη συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-5-2009 αίτησης της Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 604/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Συζήτηση. Όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του απουσιάζοντος αναιρεσείοντος και δεν αποδεικνύεται ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας ούτε κλήτευση του αναιρεσείοντος από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 379/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων, Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορίας και Αντιπροσωπειών", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις με αριθμ. καταθ. 13032/2005 και 20260/2005 προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση με σωρευόμενες αγωγές αποζημίωσης των ανωνύμων εταιρειών "ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" και "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", καθώς και την προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας "National Union Fire Insurance", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Κ. - Χ. Α. ΑΕ". Εκδόθηκε η 39961/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε αυτές κατά ένα μέρος εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και τις παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου συνεκδικάστηκαν με την από 17-12-2006 (ενώπιον αυτού) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και νέες παρεμπίπτουσες αγωγές των άλλων διαδίκων. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31788/2008 και 37838/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 740/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία, που περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή, τα διαφυγόντα κέρδη και την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η αδικοπρακτική συμπεριφορά του δράστη μπορεί να οφείλεται σε προηγούμενη συμπεριφορά αυτού, όπως όταν, εξ αιτίας προηγουμένης ενεργείας του, δημιουργήθηκε επικίνδυνη κατάσταση από την οποία ήταν δυνατό να προξενηθεί ζημία, οπότε η παράλειψη αυτού να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή της ζημίας είναι παράνομη. Η υποχρέωση για ενέργεια στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να επιβάλλεται από τον νόμο, τις συναλλακτικές συνήθειες και την καλή πίστη. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του". Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) Σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπον εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν την μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια. Επίσης, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται κατά τους όρους της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με την βούληση του εν λόγω προσώπου ως "προστήσαντος", απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού, υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπον εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσεως αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη. Έτσι, δεν έχει σημασία ο τρόπος της προσλήψεως του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως προς τον τρόπον εκπληρώσεως των καθηκόντων του, όντος αδιάφορου του τρόπου παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν, προστηθείς του εργοδότη. Όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Κατά τα άρθρα δε, 3 και 5 του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος του έργου, ανεξαρτήτως εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν. Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, ο οποίος δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτελέσεως τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου, ειδικά για την λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων. Ειδικότερα, σχετικώς με την λήψη και την τήρηση μέτρων ασφαλείας για την προστασία εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων με το άρθρο 2 του ΠΔ 1073/1981 ορίζεται ότι "... Αι εκσκαφαί εν γένει εκτελούνται δια μηχανικών μέσων, λαμβανομένης προνοίας αντιστηρίξεως των πρανών της εκσκαφής των παρακειμένων οικοδομών, των καταστρωμάτων οδών κ.λπ. Αι αντιστηρίξεις μελετώνται υπό αρμοδίου μηχανικού. Πάντα τα επισφαλή ή προεξέχοντα τμήματα βράχων, λίθων ή χωμάτων, τα οποία δύνανται εκ τυχαίας πτώσεως να προξενήσουν ατυχήματα εις τους πλησίον απασχολουμένους εργαζομένους πρέπει να κατακρημνίζονται συμφώνως προς τας οδηγίας εμπείρου προσώπου, να μην επιτρέπεται δε, η ανάληψις εργασίας προ της βεβαιώσεως υπό του αρμοδίου εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού ότι δεν υπάρχει κίνδυνος", ενώ με το άρθρο 9 § 3 του αυτού ως άνω διατάγματος ορίζεται ότι "Δια την παρεμπόδισιν πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως εις την εκσκαφήν πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλονται από κράσπεδα ύψους τουλάχιστον δέκα πέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου ..." και σύμφωνα με το άρθρο 10 του ιδίου διατάγματος "Όταν μελετάται το θέμα αντιστηρίξεως πρανών μίας εκσκαφής, πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν εκτός από τας κρατούσας κατά την εκσκαφήν συνθήκας και τα ακόλουθα: ... β) δονήσεις λόγω διελεύσεως βαρέων οχημάτων ...". Κατά το άρθρο 13 του παραπάνω διατάγματος "Τα πρανή ορυγμάτων ή και αι αντιστηρίξεις των επιθεωρούνται υπό αρμοδίου προσώπου, μετά πείρας, οριζομένου υπό του εργοδότου...", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 95 του ιδίου διατάγματος, "Επικίνδυνοι θέσεις και τόποι εργασίας πρέπει να επισημαίνονται δι' ευκρινών σημάτων κινδύνων συμφώνως προς το ΠΔ 422/15-6-79 "Περί συστήματος σηματοδοτήσεως ασφαλείας εις τους χώρους εργασίας" να κλείωνται διά περιφράξεων, καλυμμάτων, προστατευτικών στεγάστρων ή να φυλάσσωνται διά φυλάκων" και κατά το άρθρο 111 του ιδίου διατάγματος "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του ΠΔ 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων... Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ. 8.3 σημείο του 11 τμήματος του ιv παραρτήματος που προσαρτήθηκε στο άρθρο 12 του ΠΔ 305/1996 "προδιαγραφές ασφαλείας προσωρινών - κινητών εργοταξίων" και εκδόθηκε σε προσαρμογή προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992, "Πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η πτώση των εν λόγω οχημάτων (αναφέρεται στα χωματουργικά μηχανήματα και στα μηχανήματα διακινήσεως υλικών) και των μηχανημάτων στον χώρο εκσκαφής ή στο νερό", ενώ στο υπ' αριθμ. 10.1 σημείο τού ως άνω παραρτήματος ορίζεται ότι "Σε εκσκαφές, τα φρέατα, τις υπόγειες εργασίες ή τις σήραγγες πρέπει να λαμβάνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις α) για την κατάλληλη υποστήριξη και διαμόρφωση των πρανών, β) για την πρόληψη των κινδύνων από την πτώση ανθρώπων, εξοπλισμού ή αντικειμένων..." και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 10.4 σημείο του ιδίου παραρτήματος "Τα προϊόντα της εκσκαφής, ο εξοπλισμός και τα κινούμενα οχήματα πρέπει να τηρούνται σε απόσταση από τις εκσκαφές. Εφ' όσον είναι απαραίτητο πρέπει να κατασκευάζονται κατάλληλες περιφράξεις". Τέλος, με τον Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζονται τα εξής "Άρθρο 2. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί. Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1. Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διαρκείας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. 4. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. 5. Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου τμήματός ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματος του. 6. Μελετητής: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει την μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Άρθρο 3. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολόκληρου του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Άρθρο 4. Υποχρεώσεις του κυρίου του έργου. 1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη την διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο. Άρθρο 5. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου τμήματος του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα της αναπτύξεως και της διαχειρίσεως ακινήτων και με σύμβαση, την οποίαν συνήψε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Ιερά Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την ανάπτυξη και την αξιοποίηση μίας οικοπεδικής εκτάσεως συνιδιοκτησίας των τελευταίων, που βρίσκεται στην θέση "Πατριαρχικό Πυλαίας" Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, στο ύψος του 10ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής. Για τον σκοπό αυτό, με την από 29-10-2003 σύμβαση, την οποίαν κατήρτισε με την επίσης εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η τελευταία ανέλαβε, ως ανάδοχος εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει στο παραπάνω ακίνητο το εμπορικό κέντρο "MEDITERRANEAN COSMOS", το οποίο σημειωτέον αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα των εμπορικών κέντρων στην Περιοχή της Βορείου Ελλάδος και ολοκληρώθηκε κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2005. Με την από 8-5-2004 έγγραφη εντολή αναθέσεως έργου, εξάλλου, η προαναφερθείσα εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", η οποία σημειωτέον ως κυρία του παραπάνω έργου επιφύλαξε για την ίδια την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεώς του, ανέθεσε στον εκ των εναγομένων Δ. Μ. του Β., ο οποίος τυγχάνει πολιτικός µηχανικός, την επίβλεψη και τον έλεγχο της εφαρμογής των αρχιτεκτονικών και στατικών µελετών του παραπάνω έργου, για την πραγματοποίηση του οποίου εκδόθηκε επ' ονόµατί της, δηλαδή της ως άνω εταιρίας "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", από την αρµόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης η υπ' αριθ. 1184/4-7-2003 άδεια ανεγέρσεως εµπορικού κέντρου. Ακολούθως, µε το από 15-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, η προαναφερθείσα ανάδοχος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ανέθεσε στην εταιρία µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" την παραγωγή και άντληση όλων των απαραίτητων ποσοτήτων ετοίµου εργοστασιακού σκυροδέρματος για την κατασκευή των τµηµάτων από σκυρόδεμα του ως άνω υπό κατασκευή εµπορικού κέντρου, ενώ συμφωνήθηκε ακόµη ότι η παράδοση του σκυροδέματος θα γινόταν στον χώρο του έργου µε αυτοκίνητα της εν λόγω προμηθεύτριας εταιρίας. Η τελευταία για την εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών αναγκών της χρησιμοποιούσε µεταξύ των άλλων οχηµάτων και το εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δηµοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, ανήκει στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Β. Μ. και ειδικότερα, στην σύζυγό του Α. Κ. κατά ποσοστόν 25% εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του Γ. Μ. και Ν. Μ. κατά ποσοστόν 37,5% εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εξ αυτών, µε τους οποίους είχε συνάψει την από 30-9-2003 σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής, αφού προηγουμένως, η ως άνω εταιρία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ", είχε τοποθετήσει στο εν λόγω φορτηγό ιδιοκτησίας της τον υπ' αριθμ. σειράς ... ειδικό αναμικτήρα (βαρέλα) ετοίμου σκυροδέματος, εργοστασίου κατασκευής CIFA SPA Ιταλίας, τύπου HS 100, που βάσει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα, χρησιδάνεισε στους προαναφερθέντες συνιδιοκτήτες του παραπάνω φορτηγού, το οποίο με τον τρόπον αυτόν κατέστη πλέον ειδικό όχημα (μπετονιέρα ή βαρέλα) κατάλληλο για την μεταφορά ετοίμου σκυροδέματος από το εργοστάσιο της ως άνω εταιρίας "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" στους πελάτες της. Η προαναφερθείσα Α. Κ., ενεργώντας τόσον για τον εαυτό της όσον και για λογαριασμό των ως άνω τέκνων της Γ. και Ν. Μ., προσέλαβε τον ενάγοντα Φ. Μ. του Γ., με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, ως οδηγό του παραπάνω οχήματος, εφ' όσον αυτός διέθετε την απαιτουμένη προς τούτο άδεια οδηγήσεως. Στις 30-6- 2004, στην παραπάνω οικοπεδική έκταση έγιναν μεγάλης κλίμακος σκυροδετήσεις από την εργολάβο εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" και την εταιρία "INTERBETON ΑΕ" που ξεπέρασαν τα χίλια κυβικά μέτρα σε όλη την έκταση του έργου. Ανάμεσα στις εργασίες ήταν και η σκυροδέτηση της πλάκας του δαπέδου του ισογείου του υπ' αριθμ. 10 κτιρίου που άρχισε να γίνεται περί ώραν 18.30. Για την σκυροδέτηση αυτή χρειάζονταν τριάντα (30) κυβικά μέτρα περίπου και έπρεπε να μεταφερθούν από τέσσερα φορτηγά μεταφοράς σκυροδέματος (μπετονιέρες), ενώ ήταν απαραίτητη και η χρησιμοποίηση της κατάλληλης αντλίας εγχύσεως του ετοίμου σκυροδέματος. Η πρόσβαση των μηχανημάτων έργου και των άλλων οχημάτων στο σημείο σκυροδετήσεως της πλάκας του δαπέδου του ισογείου του υπ' αριθμ.10 κτιρίου, γινόταν από μία προσωρινή χωμάτινη οδό, το πλάτος της οποίας κυμαινόταν από 3,60 έως 4,20 μέτρα και σε κάποιο σημείο της εμφάνιζε μία στροφή, ενώ από την αριστερή πλευρά της υπήρχε ένα σκάμμα για την κατασκευή του υπ' αριθμ, 9 κτιρίου, του οποίου η εκσκαφή είχε ξεκινήσει πριν από τρεις μήνες και γινόταν σταδιακά. Στο συγκεκριμένο τμήμα της ως άνω οδού είχε σκυροδετηθεί ένα συνδετήριο δοκάρι θεμελιώσεως, το οποίο συνέδεε το υπ' αριθμ. 9 κτίριο με το απέναντι υπ' αριθμ. 10α κτίριο και επειδή τροποποιήθηκε η σχετική μελέτη, δεν υπήρχε λόγος υπάρξεως του σκάμματος για την καθ' ύψος συνέχιση της κατασκευής, με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να μπαζωθεί στα μέσα του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004. Η συγκεκριμένη εκσκαφή στην παρειά της εν λόγω οδού είχε πραγματοποιηθεί πριν από μία εβδομάδα, ενώ το βάθος του σκάμματος κυμαινόταν από 2,50 μέχρι 5,00 μέτρα. Λόγω της υπάρξεως του ως άνω σκάμματος και της εντεύθεν πιθανότητας προκλήσεως κινδύνων, η προαναφερθείσα κατασκευάστρια εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", για την επισήμανση τού σχετικού κινδύνου, τοποθέτησε διά των επιφορτισμένων προς τούτο οργάνων της ένα πλαστικό πλέγμα πορτοκαλί χρώματος, στερεωμένο σε σιδερένια πασσαλάκια Φ8 (διαμέτρου οχτώ (8) χιλιοστών), σε απόσταση από το όρυγμα που κυμαινόταν μεταξύ εβδομήντα (70) εκατοστών του μέτρου και ενός μέτρου. Το πρωί της ίδιας ημέρας (30-6- 2004) είχε γίνει διαδοχικώς χρήση της ως άνω οδού από δύο "βαρέλες" (δηλαδή οχήματα μεταφοράς ετοίμου σκυροδέματος), ενώ το απόγευμα, αφού πρώτα διήλθε η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΜΕ ... ΙΧ αντλία σκυροδέματος, η οποία στήθηκε σε συγκεκριμένο σημείο για την σκυροδέτηση της πλάκας του υπ' αριθμ. 10 κτιρίου, άρχισαν ακολούθως να έρχονται οι "βαρέλες". Η παραπάνω όμως αντλία ενισχύσεως σκυροδέματος τοποθετήθηκε σε τέτοια θέση που για να την προσεγγίσουν οι οδηγοί που οδηγούσαν τις "βαρέλες" έπρεπε να κινηθούν κάνοντας οπισθοπορεία και όχι κινούμενοι προς τα εμπρός. Περί ώραν 19.30 και ενώ είχαν ήδη προηγηθεί τρεις "βαρέλες" που είχαν μεταφέρει έτοιμο σκυρόδεμα στο παραπάνω σημείο και είχαν αποχωρήσει από αυτό, ο ενάγων, οδηγώντας το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό, διαστάσεων 8,80 μέτρων μήκους, 2,50 μέτρων πλάτους και 3,70 μέτρων ύψους, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, με το οποίο μετέφερε έτοιμο σκυρόδεμα, το οποίο είχε παραλάβει από το εργοστάσιο που διατηρεί η προαναφερθείσα εταιρία "INTERBETON ΑΕ" στην περιοχή των Βασιλικών Θεσσαλονίκης, πήρε εντολή να το μεταφέρει στο παραπάνω σημείο. Φθάνοντας εκεί και βλέποντας τον χώρο, πραγματοποίησε τον απαιτούμενο και επιβεβλημένο ελιγμό, ώστε να λάβει την κατάλληλη θέση το παραπάνω όχημα που οδηγούσε, το συνολικό βάρος του οποίου, λόγω του φορτίου που μετέφερε, πλησίαζε τους σαράντα τόνους και επεχείρησε, πραγματοποιώντας οπισθοπορεία στην παραπάνω αναφερόμενη χωμάτινη οδό, να προσεγγίσει την αντλία. Κινούμενος με την όπισθεν και με ελάχιστη ταχύτητα, όπως προκύπτει από τον ταχογράφο του παραπάνω φορτηγού, φροντίζοντας παράλληλα τα λάστιχα του οχήματος που οδηγούσε να πατούν ακριβώς πάνω στα ίχνη που είχαν αφήσει στην ως άνω χωμάτινη οδό τα λάστιχα των προηγηθέντων αυτού φορτηγών, ο ενάγων διέσχισε απόσταση πενήντα (50) μέτρων περίπου και απέμεναν 10,50 μέτρα περίπου μέχρι να φθάσει στον τελικό προορισμό του, δηλαδή στην ως άνω αντλία. Τελείως ξαφνικά όμως και απρόβλεπτα υποχώρησαν τα χώματα που βρίσκονταν στην άκρη της παραπάνω οδού προς την πλευρά του παραπάνω σκάμματος και τότε ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον οδηγούσε με σύνεση αλλά και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματος, έχασε τον έλεγχο του εν λόγω φορτηγού, το οποίο παρασύρθηκε από τα χώματα που υποχωρούσαν και έπεσε μέσα στο παρακείμενο σκάµµα, σε βάθος πέντε (5) µέτρων περίπου, µε αποτέλεσµα να τραυματισθεί αυτός (ο ενάγων) και να προκληθούν ζηµίες στο ως άνω όχηµα. Το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα, αναγκαία και κατά νόµον επιβεβλημένα µέτρα ασφαλείας, όπως αυτά αναλυτικώς ήδη παραπάνω αναφέρθηκαν, δεδοµένου ότι θα έπρεπε να είχε μελετηθεί το θέµα της αντιστηρίξεως των πρανών της παραπάνω εκσκαφής, σε συνδυασµό µε τις προκαλούμενες έντονες δονήσεις του εδάφους, λόγω της διελεύσεως των ως άνω βαρέων οχηµάτων αλλά και να ληφθεί πρόνοια ώστε να τηρούνται ικανές αποστάσεις από τις εκσκαφές για τα κινούμενα στην παραπάνω χωμάτινη οδό οχήματα, ενώ θα έπρεπε να έχουν κατασκευασθεί οι κατάλληλες περιφράξεις. Έτσι, στην συγκεκριμένη περίπτωση η απαιτούμενη οριζόντια απόσταση του χείλους του πρανούς της εκσκαφής από τον πόδα αυτής θα έπρεπε να είναι τέσσερα (4) περίπου µέτρα αντί του ενός έως δύο µέτρων που ήταν εν προκειμένω. Επί πλέον, σε κανένα σηµείο δεν είχε γίνει αποστρογγύλευση του χείλους της εκσκαφής, ώστε να αποφευχθεί η θραύση εδαφικών τεµαχίων και η αποκόλληση αυτών από το υψηλότερο τµήµα του πρανούς, όπως έγινε στην κρινομένη υπόθεση. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι ο ενάγων, ο οποίος δεν ήταν αρκετά έµπειρος οδηγός, επειδή δεν οδηγούσε µε σύνεση αλλά και χωρίς να έχει τεταµένη την προσοχή του, όπως ασφαλώς όφειλε, δεν αντελήφθη εγκαίρως την στροφή που υπήρχε εν σχέσει προς την πορεία του και παραβλέποντας την ύπαρξη του πορτοκαλί χρώµατος πλαστικού πλέγματος, παρεξέκλινε της πορείας του καθ' όσον - πάντα κατά τους ισχυρισµούς τους - οδηγούσε απρόσεκτα το παραπάνω όχηµα πολύ κοντά στην άκρη του δρόµου και ακολούθως, αφού έχασε τον έλεγχο του παραπάνω οχήματος, έπεσε στο παρακείμενο σκάµµα. Εάν όµως το ως άνω φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων είχε ξεφύγει από την πορεία του, θα έπρεπε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, με το οπίσθιο μέρος του να είχε συμπαρασύρει μαζί του στο βάθος του σκάμματος, εκεί δηλαδή που κατέληξε ύστερα από την πτώση του και το παραπάνω πλαστικό πλέγμα, το οποίο όμως στις φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν εκ μέρους των διαδίκων, φαίνεται ότι βρίσκεται στο ανώτερο σχεδόν ύψος της παραπάνω χωμάτινης οδού εν σχέσει προς το σημείο της πτώσεως του ως άνω οχήματος. Εάν το έδαφος της εν λόγω χωμάτινης οδού, εξάλλου, ήταν απολύτως σταθερό, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, το παραπάνω φορτηγό κατά την πτώση του δεν θα έπρεπε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να παρασύρει μαζί του μεγάλο xωμάτινo τμήμα της εν λόγω οδού, στις φωτογραφίες όμως που προσκομίσθηκαν προκύπτει ότι υποχώρησε αρκετά μεγάλος όγκος χωμάτων, που είχε μάλιστα ως αποτέλεσμα να μειωθεί το πλάτος της εν λόγω οδού στο προαναφερθέν σημείο της. Εκ του γεγονότος αυτού προκύπτει ότι το έδαφος στο ανώτερο τμήμα της χωμάτινης αυτής οδού ήταν σαθρό και από τις συνεχείς και έντονες πιέσεις που δέχθηκε ύστερα από την διέλευση τόσον της παραπάνω αντλίας εγχύσεως σκυροδέματος, βάρους είκοσι τεσσάρων (24) τόνων περίπου, όσον και των τριών προηγουμένων έμφορτων φορτηγών, το βάρος εκάστου των οποίων ανήρχετο σε σαράντα τόνους περίπου, υποχώρησε παρασύροντας μαζί του και το φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, αμέσως μετά την πρόκληση του παραπάνω περιγραφομένου ατυχήματος, έγινε διαπλάτυνση της ως άνω χωμάτινης οδού και το πλάτος της διαμορφώθηκε πλέον σε 6,00 μέτρα καθ' όλο το μήκος της, όπως ασφαλώς θα έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή, ενώ ομαλοποιήθηκαν τα πρανή και τοποθετήθηκαν τσιμεντένια στηθαία στην άκρη της εν λόγω οδού προς την μεριά του παραπάνω σκάμματος και έτσι, καθίσταται σαφές ότι εάν από την αρχή είχαν εφαρμοσθεί τα καθοριζόμενα από τον νόμο μέτρα ασφαλείας, το ως άνω περιγραφόμενο ατύχημα δεν θα είχε συμβεί. Όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε, για την λήψη των ως άνω αναγκαίων, απαραίτητων και επιβεβλημένων κατά νόμον μέτρων ασφαλείας ήταν η εναγομένη ανάδοχος εργολάβος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", δεδομένου ότι αυτή είχε αναλάβει την εκτέλεση του παραπάνω έργου και συνεπώς, φέρει την ευθύνη λήψεως και τηρήσεως των σχετικών μέτρων ασφαλείας αλλά και της εφαρμογής της μελέτης που είχε συντάξει ο αρμόδιος μηχανικός, ενώ την ίδια υποχρέωση είχε και ο εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου Δ. Μ., στην ευθύνη του οποίου υπαγόταν τόσον η εκτέλεση των εργασιών αντιστηρίξεως στο υπάρχον σε εκείνο το σημείο του εργοταξίου σκάμμα, όσον και η εφαρμογή της μελέτης των μέτρων ασφαλείας. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι δεν γνώριζε πως την συγκεκριμένη εκείνη ημέρα θα γινόταν η παραπάνω σκυροδέτηση και χρήση της χωμάτινης οδού δεν αναιρεί την σχετική αυτή ευθύνη του, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι κατά την εκτέλεση ενός τόσο μεγάλου και σημαντικού έργου τέτοιου έργου, για το οποίο μάλιστα υπήρχε σαφές χρονοδιάγραμμα και ακριβής προγραμματισμός, ο προαναφερθείς λόγω της ως άνω ιδιότητός του, δηλαδή του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού είχε την δυνατότητα και όφειλε άλλωστε να γνωρίζει τις εργασίες που γίνονταν κάθε φορά για την πραγματοποίηση του έργου. Η υποχρέωση εξάλλου του επιβλέποντος μηχανικού να φροντίζει για την λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας ακόμη και αν η διαρκής φυσική παρουσία του στο σημείο εκτελέσεως του έργου δεν είναι εφικτή, δεν αίρεται και είναι επιβεβλημένο να παρίσταται αυτός τουλάχιστον πριν από την έναρξη των εργασιών αλλά και περιοδικώς κατά την πραγματοποίησή τους, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει γνώση όλων των προβλημάτων που θα ανακύπτουν αλλά και να φροντίζει να λαμβάνονται τα εκάστοτε απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Ο αυτός ως άνω εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι η προαναφερθείσα εναγομένη εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, ανέθεσε τη διεύθυνση του έργου αυτού αλλά και την εφαρμογή της σχετικής μελέτης ασφαλείας σε τρίτους, περιορίζοντας έτσι τις δικές του αρμοδιότητες. Πράγματι, με σχετική σύμβαση, που έλαβε χώρα μεταξύ της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" και της αποτελούμενης από τις εταιρίες "FOCAL LΤD" και "LΑΜDΑ ESTATE DΕVΕLΟΡΜΕΝΤ SA", κοινοπραξίας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση της εκτελέσεως και της ολοκληρώσεως των υπηρεσιών της διοικήσεως του παραπάνω έργου και ειδικότερα, τις εργασίες που αφορούν κυρίως την διαχείριση του χρόνου, του κόστους, της ποιότητος, των επικοινωνιών, του ανθρώπινου δυναμικού, των συμβάσεων, των κινδύνων και των προμηθειών, οι παραπάνω όμως αρμοδιότητες δεν αίρουν ούτε και περιορίζουν την ευθύνη και τις υποχρεώσεις του προαναφερθέντος εναγομένου επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, οφείλει σε κάθε περίπτωση να φροντίζει για την τήρηση των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας και τον έλεγχο της επάρκειάς τους ακόμη και αν ο ίδιος λόγω της διαρκείας και του μεγέθους του συγκεκριμένου έργου δεν είναι αυτός που θα συντάξει την σχετική μελέτη ασφαλείας, η οποία όμως είναι οπωσδήποτε σε γνώση του και συνεπώς, η κατά τον νόμο προβλεπομένη ευθύνη του εναγομένου Δ. Μ., ως επιβλέποντος του έργου μηχανικού, υφίσταται ακέραια. Την ίδια υποχρέωση για την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας έχει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, και η εναγομένη εταιρεία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, αφενός μεν ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό, αφ' ετέρου δε, γιατί διαφύλαξε για την ίδια την, δια των προστηθέντων από αυτήν μηχανικών, διεύθυνση και επίβλεψη του παραπάνω έργου, έστω και μέσω τρίτων (της κοινοπραξίας δηλαδή, η οποία ανέλαβε την διεύθυνση του έργου και του ως άνω επιβλέποντος μηχανικού) και ιδίως το δικαίωμα να απευθύνει προς την προαναφερθείσα εργολάβο εταιρεία οδηγίες και να ελέγχει τις εκάστοτε διενεργούμενες εργασίες. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικώς και μόνον στο ότι δεν ελήφθησαν τα σχετικά μέτρα ασφαλείας εκ μέρους των προαναφερθέντων εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων της πρώτης εφέσεως, δηλαδή της εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", της εταιρίας "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" και του Δ. Μ. του Β., ενώ ο ενάγων, ο οποίος διέθετε την προβλεπομένη από τον νόμο για την οδήγηση του παραπάνω οχήματος άδεια, παρότι οδηγούσε με σύνεση και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματος, ασκώντας μάλιστα επ' αυτού τον προσήκοντα έλεγχον και τη δέουσα εποπτεία, όση προσπάθεια και αν είχε καταβάλει δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει την υποχώρηση των χωμάτων στο παραπάνω σημείο της ως άνω χωμάτινης οδού που προκάλεσαν την πτώση του φορτηγού που οδηγούσε, ενώ εξ αιτίας της αιφνιδίου και απροβλέπτου υποχωρήσεως των χωμάτων, δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την ευχέρεια να αντιδράσει αποτελεσματικά ώστε να αποφευχθεί η επέλευση του ατυχήματος αυτού. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 31788/ 2008, εν μέρει, οριστικής αποφάσεώς του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο Α) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν και εκείνες των άρθρων 922, 681, 688 - 691 και 698 του ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Και τούτο γιατί, από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, μεταξύ των οποίων και εκείνη της, από τη σύμβαση, διαφύλαξης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για παροχή οδηγιών και εντολών στον επιβλέποντα - μηχανικό και την εργολάβο, προκύπτει σαφώς, η σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας, του επιβλέποντος μηχανικού Δ. Μ. και της εργολάβου εταιρείας, ως προστηθέντων και η εξ αυτής αντικειμενική ευθύνη της πρώτης. Β) Διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, οι οποίες και στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του, όσον αφορά ειδικότερα τα κρίσιμα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, α) της ύπαρξης σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας ως εργοδότιδας και κυρίας του έργου, του Δ. Μ., ως επιβλέποντος - μηχανικού και της εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", ως εργολάβου, β) την υποχρέωση του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού και της εργολάβου στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς τους στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και γ) την αποκλειστική υπαιτιότητα των τελευταίων. Επομένως είναι αβάσιμος, στο σύνολο του, ο, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, από την ένορκη βεβαίωση του Π. Γ. του Γ., τις ένορκες βεβαιώσεις του Δ. Α. του Μ. και του Κ. Λ. του Χ., από τα έγγραφα, τα οποία προσεκόµισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, µεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι νοµίµως προσκομισθείσες εκ μέρους των διαδίκων φωτογραφίες, από όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπ' όψη κατ' άρθρον 336 § 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμα του, σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του επιβλέποντος μηχανικού και της εργολάβου εταιρείας και τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του νόμου 1846/1951, ως εργοδότες θεωρούνται τα "φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δια λογαριασμόν των οποίων τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν πρόσωπα προσφέρουν την εργασία των (περ. α), δια δε τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων), ως εργοδότης θεωρείται δια μεν την καταβολήν των εισφορών ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, μεταρρυθμιζομένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος, δια δε την εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 9 του άρθρου 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα, εργολάβος και υπεργολάβος, τα αμείβοντα τους ησφαλισμένους ..." (περ. γ). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι στις οικοδομικές εργασίες ως εργοδότης από απόψεως εφαρμογής του ανωτέρω νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, απαλλασσόμενος επομένως κατά τα ανωτέρω της κατά το κοινό δίκαιο αποζημιώσεως για περιουσιακή βλάβη, σε περίπτωση που θα συμβεί ατύχημα σε υπαγόμενο στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. πρόσωπο, θεωρείται ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης) και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως μόνο στην περίπτωση αυτή τόσο ο κύριος του έργου, όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημιώσεως εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία με σύμβαση, την οποίαν συνήψε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Ιερά Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την ανάπτυξη και την αξιοποίηση της οικοπεδικής εκτάσεως, που βρίσκεται στην θέση "Πατριαρχικό Πυλαίας" Θεσσαλονίκης. Για τον σκοπό αυτό, με την από 29-10-2003 σύμβαση, την οποίαν κατήρτισε με την επίσης εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η τελευταία ανέλαβε, ως ανάδοχος εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει στο παραπάνω ακίνητο το εμπορικό κέντρο "MEDITERRANEAN COSMOS". Με την από 8-5-2004 έγγραφη εντολή αναθέσεως έργου, η αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία, ως κυρία του παραπάνω έργου, επιφύλαξε για την ίδια την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεώς του, ανέθεσε στον, εκ των εναγομένων, Δ. Μ. του Β., πολιτικό µηχανικό, την επίβλεψη και τον έλεγχο της εφαρμογής των αρχιτεκτονικών και στατικών µελετών του παραπάνω έργου. Ακολούθως, µε το από 15-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ανάδοχος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ανέθεσε στην εταιρία µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" την παραγωγή και άντληση όλων των απαραίτητων ποσοτήτων ετοίµου εργοστασιακού σκυροδέρματος για την κατασκευή των τµηµάτων από σκυρόδεμα του ως άνω υπό κατασκευή εµπορικού κέντρου, ενώ συμφωνήθηκε ακόµη ότι η παράδοση του σκυροδέματος θα γινόταν στον χώρο του έργου µε αυτοκίνητα της εν λόγω προμηθεύτριας εταιρίας. Η εταιρεία αυτή χρησιμοποιούσε και το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δηµοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Β. Μ., σύζυγό Α. Κ. και τέκνα του Γ. Μ. και Ν. Μ., µε τους οποίους είχε συνάψει την, από 30-9-2003, σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής. Η προαναφερθείσα Α. Κ., ενεργώντας τόσον για τον εαυτό της, όσον και για λογαριασμό των ως άνω τέκνων της, προσέλαβε τον ενάγοντα, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, ως οδηγό του παραπάνω οχήματος. Στις 30-6-2004 ο ενάγων, κατά την παράδοση του σκυροδέματος, τραυματίστηκε και το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα, αναγκαία και κατά νόµον επιβεβλημένα µέτρα ασφαλείας, για την λήψη των οποίων ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη ανάδοχος εργολάβος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", και ο εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου Δ. Μ.. Την ίδια υποχρέωση για την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας έχει σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και η εναγομένη εταιρεία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, αφενός μεν ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό, αφ' ετέρου δε, γιατί διαφύλαξε για την ίδια την, δια των προστηθέντων από αυτήν μηχανικών, τη διεύθυνση και επίβλεψη του παραπάνω έργου. Με βάση αυτά δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο παραπάνω τραυματισμός του ενάγοντος συνιστά εργατικό ατύχημα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται της ως άνω κατ' άρθρον 931 ΑΚ και των λοιπών περιουσιακών αποζημιώσεων είναι αβάσιμος, καθόσον ο ενάγων οδηγούσε το παραπάνω φορτηγό βάσει σχέσεως εξηρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με την προαναφερθείσα Α. Κ. και καμία απολύτως σχέση εργασίας δεν τον συνέδεε με τους ως άνω εναγομένους, ενώ η προκειμένη διαφορά δεν ανέκυψε από την παραπάνω σχέση εξηρτημένης εργασίας, αλλά επειδή δεν ελήφθησαν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας εκ μέρους των εναγομένων και δεν υφίσταται στην κρινομένη υπόθεση η βασική προϋπόθεση υπαγωγής της συγκεκριμένης αυτής διαφοράς στην εργατική νομοθεσία, δεν υπάρχει δηλαδή εργατική σύμβαση, αλλά ούτε απλή σχέση εργασίας, ούτε βεβαίως η παραπάνω αξίωση δημιουργήθηκε εξ αιτίας αυτών. Με τις παραδοχές αυτές, καταλήγοντας ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν συνιστά εργατικό ατύχημα, απέρριψε και την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 31788/2008, εν μέρει, οριστικής αποφάσεώς του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πράγματι, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του εργατικού ατυχήματος διότι, η αναιρεσείουσα ήταν μεν κυρία της ανεγειρόμενης οικοδομής, την κατασκευή της οποίας είχε αναθέσει, δυνάμει συμβάσεως έργου, στην ως άνω εργολάβο, "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία και την κατασκεύαζε και βρισκόταν σε σχέση προστήσεως με αυτήν και τον επιβλέποντα μηχανικό, πλην όμως η πρόσληψη του αναιρεσίβλητου ως εργαζόμενου, δεν έγινε από αυτές και συνεπώς δεν ήταν εργοδότες του. Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων οδηγούσε το παραπάνω φορτηγό και παρείχε την εργασία του με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που είχε συνάψει με την προαναφερθείσα Α. Κ., η οποία και τον είχε ασφαλισμένο στο ΙΚΑ και συνεπώς ήταν και ο μοναδικός εργοδότης του. Συνεπώς σχέση εργασίας δεν τον συνέδεε με τους λοιπούς ως άνω εναγομένους. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η πρόσληψη του αποσκοπούσε στην μεταφορά, κατ' εντολή της εργοδότριας του Α. Κ. και εις εκτέλεση σύμβασης μεταφοράς σκυροδέματος, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρίας µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ", με την από 30-9-2003 σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής. Ο τραυματισμός του αυτός, ο οποίος προκλήθηκε κατά την διαδικασία παράδοσης του σκυροδέματος, δεν επήλθε εξ αιτίας και αφορμής της σύμβασης έργου, που κατασκεύαζε η αναιρεσείουσα, αλλά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μετά της Α. Κ. και της παραπάνω σύμβασης μεταφοράς σκυροδέματος, για την οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί "ως πλασματικός εργοδότης" του η αναιρεσείουσα, ως μη έχουσα την υποχρέωση της καταβολής στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών, για την παροχή της εργασίας αυτής. Κρίνοντας, συνεπώς, το Εφετείο, ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, (αφορώσες, πλην της χρηματικής ικανοποίησης και τις λοιπές περιουσιακές ζημίες), καθόσον απευθυνόταν κατά της αναιρεσείουσας ήταν νομικά και κατ' ουσία βάσιμες, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 26 παρ. 9 του α.ν. 1846/1951, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών των διατάξεων. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ.5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 και 1 του β.δ. 226 της 22.2/21.3.1973 "περί του τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 4476/1965, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ για παροχές στον ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα έχει απευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσόν των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από αυτόν και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος. Κρίσιμο είναι αν υπάρχει σε βάρος του ΙΚΑ υποχρέωση παροχής προς τον ασφαλισμένο του και όχι τι παρασχέθηκε ή πρόκειται να παρασχεθεί. Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υποχρέου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο το ακριβές ποσό των παροχών του ΙΚΑ. Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και ιδίως από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξης από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑ. Για τη μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης από τον παθόντα στο ΙΚΑ απαιτείται και αρκεί μία έστω και απομακρυσμένη δυνατότητα, ότι το ΙΚΑ, εξ αφορμής του ατυχήματος, θα καταστεί υπόχρεο προς καταβολή ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα. Από τις προαναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις περαιτέρω συνάγεται, ότι η μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης στο ΙΚΑ δεν ολοκληρώνεται το πρώτον, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται το ΙΚΑ έναντι του κινδύνου, που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξίωσης αποζημίωσης με συμβιβασμό, είσπραξη ή άλλο νόμιμο τρόπο. Τέλος, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά το υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, ότι, για την αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν αναγκαίο, απαραίτητο και επιβεβλημένο να υποβληθεί αυτός σε φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες και για τον λόγον αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 μέχρι 31-12-2005, πραγματοποιήθηκαν τριακόσιες είκοσι (320) συνεδρίες, κατά τη διάρκεια των οποίων υπεβλήθη σε ασκήσεις ενδυναμώσεως και αποκαταστάσεως της κινητικότητας των κάτω άκρων και της πυελικής ζώνης, αλλά και σε ηλεκτροθεραπείες για αποκατάσταση του περονιαίου νεύρου καθώς επίσης και σε ασκήσεις PNF (νευρομυϊκής διευκολύνσεως) και η σχετική δαπάνη ανήλθε στο χρηματικό ποσόν των 6.400 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 4-3-2006 πραγματοποιήθηκαν σαράντα (40) συνεδρίες και η σχετική δαπάνη ανήλθε στο χρηματικό ποσόν των 1.200 ευρώ και συνεπώς, η σχετική δαπάνη του ενάγοντος για την παραπάνω αιτία ανήλθε το συνολικό χρηματικό ποσόν των 7.400 ευρώ. Ότι, λόγω του είδους και της φύσεως των παραπάνω τραυμάτων του, σε συνδυασμό με το ότι διήγε το εικοστό έκτο έτος της ηλικίας του, δεν ήταν δυνατόν να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε απόλυτη ανάγκη της παρουσίας και των υπηρεσιών τρίτου προσώπου για να τον προσέχει και να τον περιποιείται. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2004, οπότε αυτός εξήλθε από την ΜΕΘ του προαναφερθέντος νοσοκομείου "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" μέχρι 31-12-2004, δηλαδή επί εκατόν εβδομήντα (170) ημέρες, δεν ήταν σε θέση χωρίς την παροχή βοήθειας σε αυτόν και μάλιστα για δέκα έξι (16) ώρες ημερησίως να καλύψει ο ίδιος τις προσωπικές του ανάγκες που διαμορφώνουν τους όρους μιας ευπρεπούς διαβιώσεως. Στην συνέχεια όμως, βελτιώθηκε η ικανότητα της κινήσεώς του κατά τρόπον ώστε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-12- 2005, δηλαδή εντός των επομένων τριακοσίων εξήντα (360) ημερών, να περιοριστεί σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως το διάστημα κατά το οποίο ήταν αναγκαία η παροχή σ' αυτόν σχετικής συνδρομής προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες διαβιώσεώς του. Τις σχετικές αυτές ανάγκες του ενάγοντος, κατά το παραπάνω συνολικό χρονικό διάστημα, κάλυψε η σύζυγός του Μ. Β. του Γ., με την οποίαν αυτός είχε τελέσει νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 26-7-2003 και απέκτησε μάλιστα μαζί της ένα άρρεν τέκνο που γεννήθηκε στις 5-11-2003, προσφέροντας με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, τις πρόσθετες υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας - περιποιήτριας. Το είδος των σχετικών αυτών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στον ενάγοντα υπερβαίνει το μέτρο του δυνατού και των προσπαθειών κάθε μέλους της οικογενείας, αφού αυτές (υπηρεσίες) παρέχονται με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας) έναντι αμοιβής. Εάν η προαναφερθείσα σύζυγος του ενάγοντος δεν είχε προσφέρει σ' αυτόν τις σχετικές αυτές υπηρεσίες της, ο ενάγων θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει για τον παραπάνω σκοπό τρίτο πρόσωπο ως αποκλειστική νοσοκόμα και θα έπρεπε να καταβάλει για τον λόγον αυτόν, χρηματικό ποσόν τριάντα ευρώ (30 €) για κάθε οχτάωρο απασχολήσεως, οπότε κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων, για το χρονικό διάστημα από 13-7-2004 μέχρι 31-12-2004, ο ενάγων θα είχε καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 10.200 € και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 θα είχε καταβάλει το ποσόν των 10.800 € και συνεπώς, ο εν λόγω παθών ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση το συνολικό χρηματικό ποσόν των 21.000 ευρώ. Ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί από την Α. Κ. με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, για να εργασθεί ως οδηγός του παραπάνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγού. Εάν δεν είχε συμβεί το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου κατέστη ανίκανος προς εργασίαν, αυτός κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2006 με μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους 815 € και προσδοκούσε να κερδίσει από την παραπάνω εργασία του το συνολικό χρηματικό ποσόν των 15.485 ευρώ. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ενάγων, κατέβαλε σ' αυτόν για την παραπάνω αιτία, το χρηματικό ποσόν των 10.162,32 € και η αξίωση επί του χρηματικού αυτού ποσού μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό, και η ζημία, την οποίαν υπέστη από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσόν των 5.322,68 ευρώ. Τις παραπάνω ζημίες (περιουσιακές και μη), οφείλουν να αποκαταστήσουν οι τελευταίοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους και ειδικότερα, η εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", ως εργολάβος του παραπάνω έργου, ο Δ. Μ., ως επιβλέπων μηχανικός του ιδίου έργου και η εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" ως κυρία του αυτού ως άνω έργου και ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα παραπάνω ποσά. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και ισχύει από 24.11.1986, μετά την προστεθείσα διάταξη με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και με παραδοχές που στηρίζουν, επαρκώς, το αποδεικτικό πόρισμα του, και τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τη σχετική παραδοχή της, σαφώς, προκύπτει, ότι το καταβληθέν από το ΙΚΑ ποσό ταυτίζεται με το οφειλόμενο για το επίδικο χρονικό διάστημα. Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαµβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσις, αν επιδρά στο µέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωµατικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητος του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "µέλλον", εξάλλου, νοείται η επαγγελµατική, οικονοµική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσµενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραµορφώσεως στο µέλλον του προσώπου αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγµάτων. Στον επαγγελµατικό και οικονοµικό τοµέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισµού και της οικονοµικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι µε αναπηρία ή παραμόρφωση µειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ' όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη περιουσιακής ζημίας, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασίαν, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 21 §§ 3, 6 του Συντάγματος, όχι μόνον στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Είναι πρόδηλον ότι η, κατά την ΑΚ 931, αξίωση, είναι διαφορετική τόσον από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκην συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασίαν, όσον και από την κατ' άρθρον 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Συνεπώς, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, προκύπτει ότι πρέπει να επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσόν του επιδικαζόμενου ευλόγου χρηματικού ποσού εξαρτάται από το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, αλλά και την ηλικία του παθόντος. Είναι αυτονόητο, εξάλλου, ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των υπολοίπων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε και τα εξής: Αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων διεκομίσθη στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου υπεβλήθη σε επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση των καταγμάτων του και εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ως πολυτραυματίας, καθόσον διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιού λαγονίου με οστικές παρασχίδες προς το σύστοιχο λαγόνιο και ψοϊτη μυ, διάταση ιερολαγονίου αρθρώσεως δεξιά, κάταγμα ιερού οστού με συνοδό αιμάτωμα και αέρα στον προϊερό χώρο, αποσπαστικό και συντριπτικό κάταγμα της λαγονίου αριστερά, συντριπτικό κάταγμα της κοτύλης αριστερά, κάταγμα µεσότητος αριστερού βραχιονίου, κατάγματα ηβικών άμφω και ηβοϊσχιακού κλάδου αριστερά, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, βαριές πνευμονικές θλάσεις με μαζική πνευμονική αιμορραγία και επί πλέον, παρουσίασε απειλητικές για την ζωή του διαταραχές οξυγόνωσης που όμως αντιμετωπίσθηκαν με επιτυχία, ενώ μετεγχειριτικώς έγινε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του. Στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας παρέμεινε μέχρι 13 Ιουλίου 2004, ενώ συστήθηκε σ' αυτόν να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες. Ακολούθως, ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην Γ' ορθοπεδική ΑΠΘ κλινική του ιδίου νοσοκομείου, όπου παρέμεινε μέχρι 25 Αυγούστου/2004 και κρίθηκε ότι χρήζει τραπεζοειδούς βακτηρίας, κηδεμόνα τύπου ΚLΕΖΑΚ και ορθοπεδικών υποδημάτων, ενώ κατά την έξοδό του από αυτήν διαπιστώθηκε ότι έπασχε από ανοικτά ασταθή κατάγματα λεκάνης χειρουργηθέντα, κάταγμα αριστερού βραχιονίου χειρουργηθέν και πάρεση περονιαίου νεύρου δεξιά και συνεστήθη σ' αυτόν να προσέρχεται τακτικά για παρακολούθηση της καταστάσεως των τραυμάτων του στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, ενώ, στις 2-9-2004, του δόθηκαν οδηγίες για την πραγματοποίηση φυσικοθεραπείας. Ακολούθως, στις 13-9-2004 διαπιστώθηκε ότι λόγω των παθήσεων του ενάγοντος και κυρίως λόγω της σοβαρής κακώσεως του ισχιακού νεύρου δεξιά (πάρεση περονιαίου νεύρου), ήταν ενδεχόμενο να απαιτηθεί να γίνουν πολλαπλές επεμβάσεις στο δεξιό ισχίο του, ενώ η επιστροφή αυτού στην εργασία του θα μπορούσε να καταστεί αδύνατη ή εφικτή ύστερα από την παρέλευση χρονικού διαστήματος δύο ετών. Ο ενάγων νοσηλεύθηκε ακόμη στο Γενικό Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" από 25 μέχρι 26 Ιανουαρίου 2005 αλλά και στην νευρολογική κλινική του 2ου Γενικού Νοσοκομείου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης "ΠΑΝΑΓΙΑ" από 21 έως 23 Σεπτεμβρίου 2005. Επίσης, εξετάστηκε στο παραπάνω νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" στις 16 Μαρτίου 2009, όπου διαπιστώθηκε ότι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων θα χρειαζόταν μελλοντική αποκατάσταση του αριστερού ισχίου. Στις 8-3-2006, ο ενάγων εξετάσθηκε από τον ιδιώτη ορθοπεδικό χειρούργο ιατρό Θ. Α., ο οποίος κατέγραψε στην σχετική από 8-3-2006 γνωμάτευσή του επί λέξει τα εξής: "ο κ. Μ. Φ. πάσχει από παράλυση (ΔΕ) περονιαίου νεύρου και ανισοσκελία με βράχυνση περίπου 3 cm του (ΑΡ) σκέλους ύστερα από σοβαρό εργατικό ατύχημα με πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα (ΑΡ) βραχιονίου, (ΑΡ) λαγονίου οστού, ιερολαγονίων άμφω, κοτυλών άμφω, με οπισθοπεριτοναϊκά αιματώματα και βαρειές πνευμονικές θλάσεις με μαζική πνευμονική αιμορραγία με νοσηλεία 2 μηνών. Σήμερα κλινικώς εμφανίζει χωλότητα κατά την βάδιση και ιπποποδία (ΔΕ), κρίνεται δε, πιθανή η ανάγκη για μελλοντικά χειρουργεία αποκατάστασης της ιπποποδίας και της ανισοσκελίας με σκοπό την βελτίωση της σημερινής αναπηρικής του κατάστασης". Εξάλλου, ο νευροχειρούργος Γ. Ψ. διαπίστωσε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν είχε βελτιωθεί παρότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα πέντε μηνών, συνέστησε στον τελευταίον την συνέχιση της φυσιοθεραπείας αλλά και επέμβαση τενοντομετάθεσης. Περαιτέρω, από την 10-3-2006 γνωμάτευση της ψυχιάτρου - ψυχοθεραπεύτριας Π. Γ., προκύπτει ότι ο τελευταίος πάσχει από μετρίας βαρύτητος καταθλιπτικό επεισόδιο με σωματικό σύνδρομο, βιώνει έντονη ανησυχία για το προσωπικό αλλά κυρίως για το οικογενειακό µέλλον του, καθώς έχει µειωθεί η αυτοεκτίμηση του, αισθάνεται πλέον "άχρηστος" ύστερα από τον τραυµατισµό του, έχει διαταραγμένο ύπνο και σηµαντική δυσκολία στις κοινωνικές και οικιακές του δραστηριότητες λόγω αυξημένης κοπώσεως µετά από ελαφρά προσπάθεια και χρειάζεται ψυχοθεραπευτική υποστήριξη. Εξ αιτίας της κακής καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστηµα από 30-6-2004 µέχρι 30-6-2008 κρίθηκε ότι τυγχάνει ανάπηρος κατά ποσοστόν 80% και στην συνέχεια, επειδή ο ενάγων συνεπεία του τραυµατισµού του κατά το παραπάνω ατύχημα εµφάνιζε παράλυση περονιαίου νεύρου δεξιά, βράχυνση αριστερού σκέλους, µετατραυµατική αρθρίτιδα αριστερού ισχίου, χωλότητα στην βάδιση και αντιδραστική κατάθλιψη µε τάση χρονιότητος, κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστηµα από 1-7- 2008 µέχρι 30-6-2010 τυγχάνει ανάπηρος επίσης κατά ποσοστόν 80%. Στην συνέχεια όµως, λόγω της σταθεροποιήσεως πλέον της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστηµα από 1-7-2010 µέχρι 30-6-2012 τυγχάνει ανάπηρος κατά ποσοστόν 67%. Μετά το παραπάνω ατύχημα, ο ενάγων δεν επανήλθε στην εργασία του, ενώ η κατάσταση της υγείας του δεν προβλέπεται να βελτιωθεί σημαντικά λόγω του είδους, της φύσεως και της σοβαρότητος του τραυματισμού του και είναι αμφίβολο εάν αυτός θα μπορέσει ξανά να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού, δεδομένου ότι το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως όπως γίνεται δεκτό κατά τις κρατούσες αντιλήψεις. Παρότι ο ενάγων είναι πλέον σε θέση να μετακινείται με πατερίτσες για την εξυπηρέτηση των καθημερινών βασικών αναγκών του, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τραυματισμός του θα έχει δυσμενείς κοινωνικές, επαγγελματικές, οικογενειακές και οικονομικές επιπτώσεις, καθόσον αυτός είναι ένας νέος άνθρωπος που είχε την θέληση και την προοπτική να εργασθεί και να αναπτύξει κοινωνικές και οικογενειακές δραστηριότητες στα πλαίσια που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του. Η παραπάνω όμως αναφερομένη κακή κατάσταση της υγείας του αναμένεται κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων, ότι θα περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητές του για να αναπτύξει διάφορες δραστηριότητες αλλά και να βελτιώσει την κοινωνική και οικονομική του θέση και για την αποκατάσταση της σχετικής αυτής ζημίας του πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν ως αποζημίωση (κατ' άρθρον 931 ΑΚ) το χρηματικό ποσόν των 30.000 €. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και την παραδοχή ότι "το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον, λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως" δικαιούται πράγματι ο αναιρεσίβλητος το επιδικασθέν για την παραπάνω αιτία χρηματικό ποσό. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο, από τον αρ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας της (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16-6-2011, αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων, Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορίας και Αντιπροσωπειών", για αναίρεση της 740/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς αυτόν. Ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Η υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να φροντίζει για την λήψη των μέτρων ασφαλείας ακόμη και αν η διαρκής φυσική παρουσία του στο σημείο εκτελέσεως του έργου δεν είναι εφικτή, δεν αίρεται. Ο κύριος του έργου, όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα, δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημιώσεως εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο I.Κ.Α. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ και των αξιώσεων του παθόντος ή των δικαιοδόχων του. Υπό τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και την παραδοχή ότι «το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον, λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως» δικαιούται πράγματι ο αναιρεσίβλητος το επιδικασθέν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικό ποσό.
null
null
0
Αριθμός 376/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου και κατά νόμο εκπροσώπου της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 553/6-5-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2006 κλήση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2412/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 674/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180). Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό. Εξάλλου, κατά άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) από 25-9-1978 απασχολούνταν, ως πτυχιούχος εργοδηγός μεταλλείων, στην Ανώνυμη Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μετά τη μεταβίβαση, μετά από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 46Α του Ν. 1892/1990 και το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../21-12-1995 σύμβασης μεταβίβασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλλη - Αναγνωστάκη, όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. .../26-1-1996 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που κυρώθηκε με το νόμο 2436/1996, το σύνολο του ενεργητικού της ως άνω εταιρείας, ως αυτοτελούς οικονοµικής µονάδας, µε τη διατήρηση τη επαγγελµατικής της ταυτότητας, καθώς και του δικαιώµατος εκμετάλλευσης των Ορυχείων της Χαλκιδικής, εκ µέρους του Ελληνικού Δηµοσίου, στο οποίο αυτή εξ ολοκλήρου ανήκε, στην ήδη πτωχεύσασα εταιρεία, µε την επωνυµία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", θυγατρική της καναδικής εταιρείας µε την επωνυµία TVΧ GOLD INC, που ανέλαβε και συνέχισε την λειτουργία της ως άνω εταιρείας, η τελευταία υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις της πρώτης, απέναντι στο προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο εκκαλών. Η προαναφερόμενη καναδική εταιρεία είχε συσταθεί µε την υπ' αριθµόν .../12-7-1995 πράξη της Συµβολαιογράφου Αθηνών, Ευαγγελίας Αντωνοπούλου, που εγκρίθηκε µε την υπ' αριθµόν 1866/1995 απόφαση του Νοµάρχη Αθηνών και δηµοσιεύτηκε νόµιµα στο υπ' αριθµόν 4624/3-8-1995 ΦΕΚ (Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ) µε αντικείµενο μεταλλουργική - βιοµηχανική και εµπορική δραστηριότητα. Σκοπός της µεταβίβασης αυτής ήταν η δηµιουργία µονάδας µεταλλουργίας χρυσού στην Ολυµπιάδα Χαλκιδικής και συναφών επενδυτικών προγραµµάτων, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ' αριθµόν πρωτ. 30600/ΝΝ461/ ν.1892/1990 ΚΥΑ "περί υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, που κυρώθηκε µε το νόµο 2436/1996 (ΦΕΚ 192Α)". Πλην όµως, µετά την έκδοση των υπ' αριθµούς 613-618/2002 αποφάσεων της ΟλΣτΕ µε τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης των έργων που απέβλεπαν στην υλοποίηση του ως άνω σχεδίου και της υπ' αριθµόν 3615/2002 απόφασης επίσης της ΟλΣτΕ, µε την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις για επέκταση του πεδίου της υπόγειας εκµετάλλευσης, δεν κατέστη δυνατή η δηµιουργία µονάδας µεταλλουργίας χρυσού από την παραπάνω καναδική εταιρεία, µε συνέπεια να σταµατήσει αυτή από 9-1-2003 κάθε μεταλλευτική δραστηριότητα. Έκτοτε έπαψε αυτή να αποδέχεται τις νόµιµα προσφερόµενες υπηρεσίες του προσωπικού της, περιοριζόµενη στην απασχόληση ενός περιορισµένου αριθµού εργαζοµένων στις εργασίες συντήρησης και ασφάλειας των µεταλλευτικών εγκαταστάσεων και την επεξεργασία των νερών των µεταλλείων στην Ολυµπιάδα και στο Στρατώνι, για την προστασία του περιβάλλοντος και της δηµόσιας υγείας. Έτσι, από 18-2-2003 έως 31-3-2003, και στη συνέχεια µετά από διαδοχικές παρατάσεις έως 30-4-2003, η ως άνω εταιρεία έθεσε σε διαθεσιµότητα το προσωπικό της, µε σκοπό την εξεύρεση λύσης σχετικά µε το µέλλον της επιχείρησης και των εργαζοµένων της. Στις 5-5-2003, η ανωτέρω εταιρεία κατέθεσε δήλωση αναστολής πληρωµών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθµόν 1286/2003 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Ακολούθως, στις 11-11- 2003, η πτωχή πλέον, εταιρεία υπέβαλε αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης, επικαλούµενη δήλωση της καναδικής εταιρείας ΚΙΝ ROOSS GOLD CORPORATION, στον όµιλο της οποίας είχε περιέλθει και η µητρική αυτής εταιρεία, µε βάση την οποία προτίθετο να χαρίσει δάνεια ύψους 218 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν χορηγηθεί στην ήδη πτωχή θυγατρική της, από άλλες εταιρείες του ομίλου, αλλά και να της καταβάλει το ποσό των 10 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, προκειµένου να πληρωθούν υποχρεώσεις της και να καταστεί βιώσιµο το νέο επιχειρηµατικό σχήµα. Η παραπάνω αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης έγινε δεκτή, µε την υπ' αριθµόν 1446/2003 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία διατάχθηκε η ανάκληση της κηρυχθείσας πτώχευσης. Κατόπιν τούτων, ενόψει της επαναλειτουργίας των Μεταλλείων Κασσάνδρας από το νέο επιχειρηµατικό σχήµα, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις µεταξύ των εκπροσώπων των εργαζοµένων και της TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ, κατά την προβλεπόμενη από το Ν 1387/1983, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000, διαδικασία των οµαδικών απολύσεων, για την τύχη των εργασιακών σχέσεων και των απαιτήσεων των εργαζοµένων. Οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν στις 3-12-2003, κατά τις οποίες την εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθανάσιος Φελώνης, ως ειδικός πληρεξούσιος αυτής και τους εργαζοµένους εκπροσώπησαν σε ποσοστό άνω του 80% του συνόλου αυτών οι πρόεδροι των αντίστοιχων σωµατείων και συγκεκριµένα: α) ο Α. Ε. ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ", β) ο Γ. Γ., ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ", γ) ο Κ. Κ., ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΕΧΝΙΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΕΝΟΤΗΤΑ" και δ) ο Α. Τ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ". Πριν την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων αυτών το Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στην εταιρεία, αλλά και στη μητρική της, "TVX GOLD INC", την από 9-12-2003 εξώδικη καταγγελία του, με την οποία κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους υπ' αριθμόν .../21-12-1995 Σύμβαση Μεταφοράς του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας, καθώς και την τροποποιητική αυτής υπ' αριθμόν 1.../26-4-1996 πράξη, εξαιρουμένων των διατάξεων αυτής που αφορούσαν στην μεταβίβαση του ενεργητικού της αυτοτελούς μονάδας παραγωγής και στην πληρωμή του τιμήματος, θεωρώντας τη σύμβαση αυτή ως οριστικώς ματαιωθείσα, εφόσον δεν υλοποιήθηκε ο αναγραφόμενος στην κύρια Σύμβαση αναπτυξιακός σκοπός της επένδυσης που ήταν, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, η δημιουργία Μονάδας Μεταλλουργίας Χρυσού στα Μεταλλεία Κασσάνδρας στη Χαλκιδική. Με την καταγγελία αυτή, το Ελληνικό Δημόσιο κάλεσε την ήδη εφεσίβλητη εταιρεία να προσέλθει σε αμοιβαία διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και σε εξωδικαστικό συμβιβασμό. Έτσι άρχισαν διαβουλεύσεις σχετικά με τα ζητήματα αυτά, που σκοπό είχαν αφενός την αναμεταβίβαση των μεταλλείων από την εταιρεία στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία τους και αφετέρου την καταβολή στην εταιρεία από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποσχέσεων και εγγυήσεων αυτού για την υλοποίηση της μονάδας μεταλουργίας χρυσού. Παράλληλα συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις μεταξύ του Αθανάσιου Φελκώνη και των εκπροσώπων των αναφερόμενων παραπάνω σωματείων των εργαζομένων, στα οποία προσετέθηκαν: 1) η πρωτοβάθµια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση, µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΟΔΗΓΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ "ΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΑΙ", µε εκπρόσωπο αυτής τον Α. Σ. και 2) η πρωτοβάθµια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ", µε εκπρόσωπο τον Β. Γ., πρόεδρο αυτής. Όλοι οι παραπάνω εκπρόσωποι των σωµατείων ήταν ειδικά εξουσιοδοτηµένοι από τους εκπροσωπούµενους από αυτούς για την οριστική διευθέτηση των ζητηµάτων µεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του συνόλου των εργαζοµένων, στους οποίους περιλαµβανόταν και ο εκκαλών, όπως ρητά συνοµολογείται από αυτόν, µε τις πρωτόδικες προτάσεις του και όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθµούς ... µέχρι και .../10-11-2003 ειδικά πληρεξούσια της Συµβολαιογράφου Χαλκιδικής Όλγας Χατζιλίδου, στα όµοια υπ' αριθµούς ... µέχρι και .../22-4-2004 της Συµβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά - Αγρέβη, στις από 9-11/12/2003 σχετικές εξουσιοδοτήσεις των εργαζοµένων, αλλά και από τα πρακτικά της από 8-12-2003 κοινής Γενικής Συνέλευσης των µελών όλων των ως άνω επιχειρησιακών σωµατείων, µε τις σχετικές ειδικές εξουσιοδοτήσεις των µελών αυτών. Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω διαβουλεύσεων, υπογράφηκε στις 11-12-2003 µεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των ως άνω εκπροσώπων των εργαζοµένων Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, Συµφωνίας, Συμφιλίωσης και Κατάργησης Δικών. Συγκεκριµένα, στο πρακτικό αυτό γίνεται δεκτό από όλους ότι υφίσταται οριστική παύση των µεταλλευτικών και λοιπών δραστηριοτήτων της επιχείρησης και των εν γένει εργασιών της, για λόγους ανωτέρας βίας και, συνεπώς, ότι υπάρχει παντελής αδυναµία απασχόλησης του προσωπικού. Ότι, ακόµη, προς άρση της παράτασης της αβεβαιότητας σε βάρος των εργαζοµένων, η επιχείρηση θα προχωρούσε στην απόλυση του συνόλου αυτών. Έτσι συμφωνήθηκαν οµόφωνα τα παρακάτω: 1) να καταβληθούν σε όλους τους εργαζόμενους οι αποζηµιώσεις απόλυσης, οι οποίες θα υπολογίζονταν σύµφωνα µε τον αναφερόμενο συγκεκριµένα στο ως άνω πρακτικό τρόπο, 2) να καταβληθούν, εκτός από τις παραπάνω αποζηµιώσεις, συγκεκριµένα ποσά σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης των εργαζοµένων που πηγάζει από το νόµο και τις ατοµικές συµβάσεις εργασίας τους και ειδικότερα να εξοφληθούν: α) το υπόλοιπο των αποδοχών Απριλίου του έτους 2003, β) οι αποδοχές των µηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, συµπεριλαµβανοµένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2003, γ) το επίδοµα αδείας του έτους 2003, η αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2003, µε ηµεροµηνία λύσης των συµβάσεων εργασίας, την 20-12-2003, και µε τον υπολογισµό όλων των απαιτήσεων των εργαζοµένων, µε βάση τις συμβατικά καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές προσδιορίζονταν δυνάµει σχετικών διµερών συµφωνιών που ίσχυαν την 31-12-2002 και κατά το έτος 2003, εφόσον δεν είχε συναφθεί άλλη τροποποιητική διµερής συµφωνία εντός του έτους αυτού, αφαιρουμένων των σχετικών ειδικών επιδομάτων, τα οποία είχαν ήδη εισπράξει µέχρι τότε οι εργαζόμενοι, µέσω του ΟΑΕΔ και των λοιπών Ταµείων και Φορέων. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι θα συμψηφίζονταν οι αποδοχές και οι αποζηµιώσεις υπόλοιπου αδείας, όλων των παρελθόντων ετών, τις οποίες ενδεχομένως δικαιούνταν οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένης της αποζηµίωσης αποδοχών αδείας του έτους 2003, λόγω της λύσης των συµβάσεων εργασίας τους µε την εταιρεία και ότι οι αποχωρήσαντες ήδη λόγω λήξης των συµβάσεων ορισµένου έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που είχαν συνάψει µε την εταιρεία, θα εισέπρατταν το υπόλοιπο των αποδοχών τους, του µηνός Απριλίου 2003, καθώς και την αποζηµίωση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας 2003. Η καταβολή στους εργαζόμενους των µισθών υπερημερίας θα υπολογίζονταν νοµίµως (εφόσον δεν παρείχαν εργασία εντός του έτους 2003) βάσει των συμβατικά καταβαλλόμενων αποδοχών τους, την 31-12-2002, οι οποίες εξακολουθούσαν και εντός του έτους 2003, εφόσον δεν είχαν τροποποιηθεί, και υπερέβαιναν τις αντίστοιχες παροχές των αντίστοιχων κλαδικών ΣΣΕ. Ακόµη, στο ως άνω πρακτικό συµβιβασµού, όλοι οι εκπρόσωποι των εργαζοµένων δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι τόσο αυτοί όσο και οι εργαζόμενοι, υπό την αίρεση της πλήρους και ακριβούς καταβολής των ανωτέρω ποσών, αναγνωρίζουν και αποδέχονται ως έγκυρη, απρόσβλητη και ισχυρή την καταγγελία των συµβάσεων εργασίας τους από την εταιρεία, µε καταβολή των ως άνω αποζημιώσεων και των λοιπών παροχών, παραιτούμενοι συγχρόνως από το δικαίωμά τους να προσβάλουν αυτήν για οποιονδήποτε γενικά λόγο, ιδιαίτερα δε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εταιρείας. Επίσης, οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις που θα συντάσσονταν σχετικά θα ανταποκρίνονταν με τις κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενες αποδοχές, αποζημιώσεις και άλλες παροχές και την καταβολή των σχετικών ποσών δια των εκπροσώπων τους, δήλωσαν, ανεπιφύλακτα και απόλυτα, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή τους ότι, ουδεμία απαίτηση από την απόλυση τους και τις συναφείς παροχές που προαναφέρθηκαν και από οποιαδήποτε άλλη αιτία έχουν ή επιφυλάσσουν κατά της εταιρείας. Ότι μέχρι το χρόνο της απόλυσής τους ικανοποιήθηκαν πλήρως όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία και τη σύμβαση εργασίας τους με την εταιρεία αξιώσεις τους και τους καταβλήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα ποσά που ενδεικτικά αφορούν δεδουλευμένες και μη αποδοχές ημερομισθίων και μηνιαίων μισθών. Άλλως, σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά τους. Επίσης, συμφωνήθηκε, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού, ότι οι εργαζόμενοι κατά την κοινοποίηση των εγγράφων των καταγγελιών τους και με την καταβολή των συμφωνημένων χρηματικών ποσών θα υπέγραφαν ατομική δήλωση αποδοχής και αναγνώρισης της καταγγελίας ως έγκυρης και απρόσβλητης, καθώς και συνολικής εξοφλητικής απόδειξης και παραίτησης από κάθε απαίτηση ή αξίωση, αλλά και από το δικαίωμα και το δικόγραφο των αγωγών ή ενδίκων μέσων που έχουν ασκήσει ή δικαιούνται να ασκήσουν κατά της εταιρείας. Τέλος, στο ως άνω Πρακτικό Συμβιβασμού, ορίστηκε ότι η εκπλήρωση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων της εταιρείας προς τους εργαζόμενους και των τελευταίων προς αυτή, τελούσε υπό την αίρεση της υπογραφής και εκτέλεσης της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού της εταιρείας με το Ελληνικό Δημόσιο, για την επίλυση και διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και αξιώσεων, στα πλαίσια της οποίας προβλεπόταν η μεταβίβαση του ενεργητικού της πρώτης στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ" καθώς και η καταβολή στην ίδια εύλογης αποζημίωσης για τη λήξη της υπ' αριθμόν .../21-12-1995 Σύμβασης Μεταφοράς του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας. Στις 12-12-2003, στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλλη - Αναγνωστάκη, υπογράφηκε η υπ' αριθμόν .../2003 Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ήδη εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ" και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω σύμβαση θα ίσχυε από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης κυρωτικού αυτής σχετικού νόμου. Κατόπιν τούτων, στις 16-12-2003, εισήχθη για συζήτηση στη Βουλή ως τροπολογία η κύρωση της προαναφερόμενης Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ήδη εφεσίβλητης, πλην όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι μεταφέρθηκε τελικά ως τροπολογία στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η συζήτηση του οποίου θα γινόταν αμέσως μετά τις διακοπές των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους. Επειδή, όμως, η υπογραφή της ως άνω Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού έπρεπε να γίνει εντός του έτους 2003, αφού η καταβολή στους εργαζόμενους των συμφωνημένων αποζημιώσεων, μέχρι την 20-12-2003, τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο προς την εργοδότρια εταιρεία, υπογράφηκε στις 22-12-2003, μεταξύ της ως άνω εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων αυτής, σε συνέχεια του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτόκολλου Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, με το οποίο έγιναν αμοιβαία αποδεκτά και συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: 1) η εργοδότρια θα κατέβαλε πριν τα Χριστούγεννα σε κάθε εργαζόμενο έναντι των καταβλητέων ποσών δυνάμει του ως άνω από 11-12-2003 Πρακτικού Πρωτοκόλλου, το κατά αποκοπή ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο ρητά συμφωνήθηκε και συναποδέχθηκαν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ότι θα αφαιρούνταν και θα συμψηφιζόταν με τα καταβλητέα σε κάθε έναν από αυτούς ποσά, 2) οι ομαδικές απολύσεις του συνόλου του προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας και οι καταβολές των συνομολογηθέντων στο από 11- 12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο ποσών στους εργαζόμενους, αφαιρουμένης της κατά τον προηγούμενο όρο δοθείσας στον καθένα προκαταβολής του ποσού των 2.000 ευρώ, θα πραγματοποιούνταν το αργότερο έως και την 31-1-2004, 3) οι όροι, συμφωνίες και οικονομικές ρυθμίσεις και διευθετήσεις, όπως συνομολογήθηκαν και αμοιβαία συμφωνήθηκαν, με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο, κατά τα λοιπά θα παρέμεναν αμετάβλητοι και θα διατηρούσαν την ισχύ τους στο σύνολό τους, και με το ίδιο περιεχόμενο, 4) οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συναποδέχτηκαν ότι με την καταβολή και είσπραξη των ποσών, όπως ακριβώς περιγράφονταν στο από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο δεν είχαν ή διατηρούσαν οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση ή άλλη απαίτηση εναντίον της εργοδότριας, από την εκ των πραγμάτων επιβληθείσα παράταση της ισχύος της σύμβασης εργασίας τους, με την εταιρεία μετά τις 20-12-2003, καθόσον η μη διατήρηση των εργασιακών τους σχέσεων δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της, 5) άλλως, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνταν ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμα ή απαίτησή τους για είσπραξη μεταξύ άλλων της διαφοράς αποδοχών, μετά τις 20-12-2003, της αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2003, για το εφεξής χρονικό διάστημα, της αποζημίωσης και του επιδόματος αδείας έτους 2004, της αναλογίας δώρου Πάσχα για το έτος 2004 κ.λπ., 6) διευκρινίστηκε και συνομολογήθηκε ρητά ότι "σε κάθε περίπτωση μη νομοθετικής κύρωσης της ως άνω Σύμβασης, μεταξύ της επιχείρησης και του Ελληνικού Δημοσίου εντός του μηνός Ιανουαρίου 2004, η επιτευχθείσα δια του παρόντος Πρακτικού και του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτοκόλλου, συμφωνία, αυτοδικαίως ανατρεπόταν και δεν ίσχυε, ούτε δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο και έκταση τα Συμβαλλόμενα Μέρη, εκτός εάν αποφασιζόταν αμοιβαία εκ νέου η παράταση της ισχύος των" και 7) τα Συμβαλλόμενα Μέρη δήλωσαν ότι θεώρησαν "πως οι διαβουλεύσεις περαιώθηκαν με συμφωνία των Μερών με τους ανωτέρω καταρτισθέντες όρους". Τελικά, η Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εφεσίβλητης συζητήθηκε στη Βουλή στις 8-1-2004 και ψηφίστηκε από το νομοθετικό σώμα ως τροπολογία του νομοσχεδίου με τον τίτλο "Μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής -αντικειμενικοποίησης του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις" και έτσι ως νόμος πλέον, κυρώθηκε και δημοσιεύθηκε ως άρθρο 51 του N. 3220/2004, στις 28-1-2004 (ΦΕΚ, Τεύχος Α, αριθμός φύλλου 15/28-1-2004). Κατόπιν τούτων η εργοδότρια εταιρεία σε εφαρμογή των κατά τα προαναφερόμενα συμφωνηθέντων, προέβη στις 29-1-2004 στην απόλυση του συνόλου του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ήδη εκκαλών εργαζόμενος Ι. Μ.. Ειδικότερα αποδείχτηκε από τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη θέση της παρούσας αποδεικτικά μέσα ότι στις 29-1-2004 ο εκκαλών έλαβε το ποσό των 75.905,98 ευρώ, εκδοθείσας σχετικά της με την ίδια ημεροχρονολογία εξοφλητικής απόδειξης στην οποία αναγράφεται ότι το ως άνω ποσό αντιστοιχεί: α) στην αποζημίωση απόλυσης αυτού, ποσού (καθαρά) 70.494,74 ευρώ β) στις αποδοχές του μηνός Απριλίου 2003 ποσού 1.011,34 ευρώ, γ) στις αποδοχές των μηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 5.730 ευρώ (καθαρά), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αποδοχές για το έτος 2003, δ) στο επίδομα αδείας έτους 2003, ποσού 959,35 ευρώ (καθαρά) και ε) στην αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2003 ποσού 1.707,68 ευρώ (καθαρά). Στην ως άνω απόδειξη, ο ήδη εκκαλών Ι. Μ. δηλώνει ρητά, ότι με την καταβολή σ' αυτόν του αναφερόμενου παραπάνω συνολικού ποσού ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις του, κατά της εργοδότριας εταιρείας και ότι, σε κάθε περίπτωση, παραιτείται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά του, σύμφωνα με το από 11-12-2003 Πρακτικό Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, που υπογράφηκε μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων. Περαιτέρω, αποδείχτηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι, η ήδη εφεσίβλητη εταιρεία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", στις 16-3-2004, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Δήλωση Αναστολής Πληρωμών, που έγινε δεκτή, με την έκδοση της υπ' αριθμόν 553/2004 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η δηλούσα εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκαν ως ημέρα παύσης των πληρωμών αυτής η 16-3-2004 και ως ημέρα Συνέλευσης των Πιστωτών της η 22-6-2004. Την έκδοση της απόφασης αυτής ακολούθησε η προβλεπόμενη από το πτωχευτικό δίκαιο σχετική διαδικασία. Κατά το στάδιο της αναγγελίας πιστωτών, ο εκκαλών, Ι. Μ., αναγγέλθηκε ως πιστωτής και ζήτησε την επαλήθευση απαίτησής του ύψους 39.592 ευρώ, αποτελούμενη από: α) ποσό 23.528,96 ευρώ, ως αποζημίωσης για την εργασία που παρείχε, υπό καθεστώς γνήσιας, άλλως απλής ετοιμότητας εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 7-7-2003 έως 31-1-2004, β) ποσό 4.977,28 ευρώ για παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 1-10-2003 μέχρι 1-2-2004, γ) ποσό 11.085,76 ευρώ, για αποδοχές αδείας των ετών 2002 και 2003 και αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 2004, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, άλλως δήλωσε ότι η απαίτηση του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 36.650,04 ευρώ. Επίσης, δήλωσε ότι όλα τα αναγγελθέντα κονδύλια οφείλονται εντόκως από την επίδοση της από 8-6-2004 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 88031/2004 αγωγής του. Κατά της αναγγελθείσας απαίτησης του εκκαλούντος πρόβαλαν αντιρρήσεις τόσο ο σύνδικος της πτώχευσης, όσο και ο Εισηγητής Δικαστής, ο οποίος, με την από 1176/2005 έκθεσή του αποφάσισε την προσωρινή μη παραδοχή της. Ακολούθως, με την ένδικη κλήση του οριστικού συνδίκου της πτώχευσης εισήχθησαν ενώπιον του αρμόδιου (άρθρα 591, 592 του Εμπ. Ν., σε συνδυασμό με τ' άρθρα 14 αριθμ. 2 και 16 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ) Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ως άνω αντιρρήσεις αυτού, προς οριστική εκδίκαση. Ενόψει όλων των προαναφερομένων, ο εξώδικος συμβιβασμός, που έγινε με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης και το από 22-12-2003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο καθ' ου η κλήση - εκκαλών, είναι καθόλα έγκυρος, αφού οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο τελευταίος, περιόρισαν τις εργατικές τους αξιώσεις, με αντάλλαγμα την αποδοχή τους από την εργοδότρια εταιρεία και την εντεύθεν δυνατότητα αποφυγής δικαστικού αγώνα, του οποίου το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποβεί και σε βάρος τους, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων τους αυτών, για τους παρακάτω λόγους: 1) Εξαιτίας του αναξιόχρεου της εργοδότριας εταιρείας, που καθιστούσε επισφαλείς τις απαιτήσεις τους, δεδομένου ότι μετά την κύρωση, κατά τα προαναφερόμενα, της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εφεσίβλητης, με το άρθρο 51 του Ν. 3220/2004, το ενεργητικό αυτής θα μεταφερόταν στην εταιρεία του τελευταίου, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ" και 2) λόγω της χωρίς υπαιτιότητα της εργοδότριας καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της, εξαιτίας της ανυπαίτιας αδυναμίας της να απασχολήσει αυτούς, μετά την οριστική παύση, από 9-1-2003, κάθε μεταλλευτικής δραστηριότητάς της, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 613-618/2002 και 3615/2002 αποφάσεων της ΟλΣτΕ με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης έργων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω. Σημειώνεται ότι οι ίδιοι αυτοί λόγοι, αποτελούν και τα σημεία υποχώρησης της ήδη εφεσίβλητης, που οδήγησαν στην κατάρτιση του προαναφερόμενου εξώδικου συμβιβασμού, αφού με νομική και πραγματική βάση αυτούς, θα ήταν δυνατόν να απαλλαγεί έστω και εν μέρει, των υποχρεώσεών της, ως εργοδότριας, απέναντι στους απολυθέντες εργαζομένους της. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, η δήλωση βουλήσεως του Ι. Μ., στην από 29-1-2004 εξοφλητική απόδειξη ότι, με την καταβολή σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 75.905,98 ευρώ, ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις του, κατά της εργοδότριας εταιρείας και ότι, σε κάθε περίπτωση, παραιτείται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωµά του, σύµφωνα µε το από 11-12-2003 Πρακτικό Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, και συνακόλουθα και µε το από 22-12-2003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, που υπογράφηκε µεταξύ της εργοδότριάς του και των εκπροσώπων των εργαζοµένων, στους οποίους περιλαµβανόταν και ο ίδιος, καθώς και η είσπραξη από αυτόν του προαναφερόμενου ποσού, αποτελούν ρητή αποδοχή εκ µέρους του επίδικου εξώδικου συµβιβασµού, µε συνέπεια να µην δικαιούται πλέον αυτός να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις του, κατά της πτωχεύσασας ήδη εργοδότριάς του. Στο σηµείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι ενόψει του ότι η υπογραφή της προαναφερόμενης δήλωσης του καθ' ου η κλήση εκκαλούντος, µε το περιεχόµενο που αναφέρθηκε παραπάνω, έγινε στις 29-1-2004, δηλαδή σε χρόνο που είχαν γεννηθεί όλες οι επίδικες αξιώσεις του, που αφορούν τις επικαλούμενες από αυτόν ως δεδουλευμένες αµοιβές του για εργασία που παρείχε κατά το χρονικό διάστηµα από 7-7-2003 έως 31-1-2004, η γενόµενη εκ µέρους του µε τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση, καταλάμβανε και τις αξιώσεις του αυτές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679, 680, 871 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, µε το να κρίνει έγκυρο τον προαναφερόμενο συµβιβασµό και έγκυρη τη δήλωση του αναιρεσείοντος στην από 29-1-2004 εξοφλητική απόδειξη περί ρητής και ανεπιφύλακτης παραίτησής του από κάθε σχετικό δικαίωµά του σε συνδυασµό µε την είσπραξη από αυτόν του αναγραφόμενου στην απόδειξη ποσού. Και αυτό γιατί, µε βάση τις παραδοχές του, πράγµατι υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα για την ικανοποίηση των ένδικων αποδοχών του αναιρεσείοντος, οι οποίες µε το συµβιβασµό επιλύθηκαν µε αμοιβαίες υποχωρήσεις, και έτσι απέφυγε αυτός δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, του οποίου το αποτέλεσµα θα µπορούσε να αποβεί σε βάρος του, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νοµικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεών του. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόµιµη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά µε το ζήτηµα που σχετίζεται µε την εγκυρότητα του παραπάνω συµβιβασµού και της παραπάνω εξοφλητικής απόδειξης και καλύπτεται πλήρως και χωρίς αμφιβολίες το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν απαιτείται να εκτίθεται στην απόφαση αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Οι παραπάνω δε αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρµογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα µέρη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, µε τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων και της έλλειψης νόµιµης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί των προαναφερόμενων ζητηµάτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το µέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, µε το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό του ότι εξαναγκάσθηκε σε υπογραφή άσχετων εγγράφων είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, διότι µε βάση τις αναφερόµενες παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ο εν λόγω ισχυρισµός και απορρίφθηκε. Η απορριπτική αυτή κρίση του Εφετείου δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 106 ΚΠολΔ και 6 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωµα παροχής δικαστικής προστασίας, µε το συνακόλουθο δικαίωµα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και να δικάζεται δίκαια και αμερόληπτα, αφού τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση. Από την διάταξη του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, καθιερώθηκε μεν η υποχρέωση των φυσικών ή ν.π.δ.δ., όπως κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, µε απεικόνιση και στις δύο περιπτώσεις αναλυτικώς των κάθε φύσεως αποδοχών του προσωπικού τους, καθώς και των κρατήσεων που έγιναν σ' αυτές, πλην όμως, όπως προκύπτει από αυτές, ούτε προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίµηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχοµένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερµηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Στην προκείµενη περίπτωση, µε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλονται ακόμη, αιτιάσεις 1) από τους αρ. 1 και 11, αληθώς, (και όχι 14, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα, από 29-1-2004, εξοφλητική απόδειξη, που συνέταξε η δεύτερη αναιρεσίβλητη δια των οργάνων της, και η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν αόριστη και δεν πληρούσε τις νόµιµες προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, αφού δεν ήταν αναλυτική, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις και έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και 2) από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο προσέδωσε σ' αυτήν διαφορετική αποδεικτική αξία από εκείνη την οποία είχε, αφού οι αναγραφόμενες σ' αυτήν αξιώσεις ήταν διαφορετικές από εκείνες του συμβιβασμού. Σύμφωνα µε τα παραπάνω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι: α) κατά το, από τους αρ. 1 και 11 περ. α', μέρος του αβάσιμος, αφού το προαναφερόμενο έγγραφο, επιτρεπτώς, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των και β) κατά το από τον αριθ. 12, απαράδεκτος, διότι, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), µε αποτέλεσμα, από τη διάταξη αυτήν, να µην ιδρύεται οπωσδήποτε, αναφορικά µε το αμέσως πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, λόγος αναιρέσεως, με την επίκληση δε της πλημμέλειας αυτής πλήττεται, απαραδέκτως, η επί της ουσίας, ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειµένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισµα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη α) το με αριθμό πρωτ. Δ8-Α/ Φ.7.49.13/ΟIΚ. 11177/3327/27-6-2003 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης και β) την από 7-7-2003 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος περί αναλήψεως των καθηκόντων του, καθώς και το με αριθ. πρωτ. 2108/10-7-2003 έγγραφο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων απευθυνόμενο προς την Επιθεώρηση Μεταλλείων Βορείου Ελλάδος. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζουν και ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα", δεν γεννάται αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-6-2010, αίτηση του Ι. Μ. του Δ., για αναίρεση της 674/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο συμβιβασμός είναι έγκυρος. Με τις διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ.2 του ν. 1469/1984, δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ’ ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα με τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων.
null
null
2
Αριθμός 378/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3637/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύµφωνα µε το άρθ. 3§1 α.ν. 539/1945 κατά την διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο µισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη", επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες µε συλλογική σύµβαση, ενώ κατά την§3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει µετά την απάλειψη φράσης µε το άρθ. 1§2 ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λπ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λπ. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσµού τους µε την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν µονοµερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται µόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των µισθωτών, η οποία εφαρµόζεται όχι µόνο στην σχέση συλλογικής και ατοµικής σύµβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθµίδας (Ολ.ΑΠ 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο µισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων για την περίπτωση αυτών µε συλλογική σύµβαση αποδοχών. Από τον συνδυασµό της διάταξης αυτής µε τις διατάξεις των άρθ. 3§16 ν. 4504/1966 (που αφορά το επίδοµα αδείας) µε τις διατάξεις των άρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας µε το ν. 3248/1955 µε αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύµβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας µε το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές" ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχομένη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύµβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού µισθού ή ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται, όμως, σ' αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Περαιτέρω, µε την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5§§ια', ιβ', ιγ' και 2, που προστέθηκε µε την από 10-5-1985 όµοια ΕΣΣΕ), που έχει υπογραφεί µεταξύ των νοµίµων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ - ΟΤΕ, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισµού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: ια) Το επίδοµα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) του 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται. Ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 μέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται ιγ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες μέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2. Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ, τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ - ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα". Επίδομα κανονικής άδειας: "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίστηκε σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσείουσας ότι "Το προσωπικό μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κ.λπ.) και αποφάσεις ΔΣ - ΟΤΕ". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονταν σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση τον μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ' αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύχτα. Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ -ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ...". Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - OTE ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες (Ολ.ΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ' αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15θημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 25-6-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού με την ειδικότητα τεχνίτη εγκαταστάσεων. Με βάση τον Ειδικό Κανονισμό Ωρών Εργασίας του Προσωπικού ΟΤΕ, το συμβατικό ωράριο εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, στην εβδομάδα των πέντε ημερών, είναι 38 ώρες και 20 λεπτά εβδομαδιαίως και 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2004 ο αναιρεσείων απασχολήθηκε από την εναγομένη τακτικά και μόνιμα επί 11 μήνες κατ' έτος (δεδομένου ότι ο 12ος μήνας καλυπτόταν από την άδειά του), επί 3 με 4 Κυριακές μηνιαίως, επί 60 έως 70 ώρες μηνιαίως κατά τη νύκτα, επί 15 έως 20 ώρες μηνιαίως υπερεργασία εντός του νομίμου ωραρίου του, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης ως άνω εργασίας του, κατ' έτος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και συγκεκριμένα: α) το έτος 2000 το ποσό των 7.288 €, β) το έτος 2001 το ποσό των 9.383 €, γ) το έτος 2002 το ποσό των 9.515 €, δ) το έτος 2003 το ποσό των 7.742 € και ε) το έτος 2004, το ποσό των 7.545 €. Ωστόσο στις αμοιβές αυτές έχουν συνυπολογιστεί από τον ενάγοντα και άλλα ποσά που δεν αφορούν τις παραπάνω αιτίες και συγκεκριμένα το επίδομα κανονικής αδείας, καθώς και τα ποσά που χορηγήθηκαν αναδρομικά και αφορούν αναλογία (προσαυξήσεις υπερωριών, νυκτερινών, εξαιρέσιμων) στο επίδομα κανονικής αδείας, τα οποία ο ενάγων εσφαλµένα συμπεριέλαβε στις άνω αμοιβές του για υπερεργασία, εργασία Κυριακών, αργιών και νυκτερινή εργασία. Ειδικότερα, κατά το έτος 2000 έλαβε για επίδομα κανονικής αδείας, καθώς και για αναδρομικά που αφορούσαν στο επίδομα κανονικής αδείας το συνολικό ποσό των 1.223,64 € (ήτοι 327.577 δρχ. ή 961,34 € + 89.382 δρχ. ή 262,30 €), κατά το έτος 2001 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.382,68 € (ήτοι 364.738 δρχ. ή 1.070,39 € + 106.415 δρχ. ή 312,29 €), κατά το έτος 2002 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.462,94 € (ήτοι 1.135,63 € + 327,31 €), κατά το έτος 2003 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.484,68 € (ήτοι 1.222,84 € + 261,84 €) και κατά το έτος 2004 το συνολικό ποσό των 1524,67 € (ήτοι 1.317,01 € + 257,66 €). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες και τη νύκτα και για υπερεργασία εντός του νομίμου ωραρίου του: (α) Για το έτος 2000 το ποσό των 6.064,36 € (ήτοι 7.288 € - 1.223,64 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 551,30 € (ήτοι 6.064,36 € : 11 μήνες, αφού ο 12ος μήνας καλύπτεται από την κανονική του άδεια), (β) Για το έτος 2001 το ποσό των 8.000,32 € (ήτοι 9.383 - 1.382,68 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 727,30 € (ήτοι 8.000,32 € : 11 μήνες), (γ) Για το έτος 2002 το ποσό των 8.052,06 € (ήτοι 9.515 € - 1.462,94 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 732 € (ήτοι 8.052,06 € : 11 μήνες), (δ) το έτος 2003 το ποσό των 6.257,32 € (ήτοι 7.742 € - 1.484,68 €) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 568,84 € (ήτοι 6.257,32 € : 11 μήνες) και (ε) το έτος 2004 το ποσό των 5.970,33 € (ήτοι 7.545 € - 1.574,67 €) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 542,75 € (ήτοι 5.970,33 € : 11). Η εναγομένη όμως, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν συνυπολόγιζε και τις αμοιβές αυτές στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, προκειμένου να υπολογίσει τα κατ' έτος οφειλόμενα ποσά αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και εορτών, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά ως συμπληρωματικές αποδοχές και συγκεκριμένα: α) για το έτος 2000 το ποσό των 1.653,90 € (ήτοι 551,300 Χ 3 μήνες δηλαδή 1 μηνιαίος μισθός για δώρο Χριστουγέννων + 1/2 μηνιαίος μισθός για δώρο Πάσχα + 1 μηνιαίος μισθός για αποδοχές αδείας + 1/2 μηνιαίος μισθός αδείας), β) για το έτος 2001 το ποσό των 2.181,90 € (ήτοι 727,30 € Χ 3 μήνες), γ) για το έτος 2002 το ποσό των 2.196 € (ήτοι 732 € Χ 3 μήνες), δ) για το έτος 2003 το ποσό των 1.706,52 € (ήτοι 568,84 € Χ 3 μήνες) και ε) για το έτος 2004 το ποσό των 1.628,25 € (ήτοι 542,75 € Χ 3 μήνες). Περαιτέρω, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί μερικής εξοφλήσεως των ανωτέρω ποσών, ως προς το ποσό των 881,71 € για τα οφειλόμενα του έτους 2000, ως προς το ποσό των 854,47 € για τα οφειλόμενα του έτους 2001, ως προς το ποσό των 1.655,05 € για τα οφειλόμενα του έτους 2002, ως προς το ποσό των 1.233,04 € για τα οφειλόμενα του έτους 2003 και ως προς το ποσό των 1.209,71 € για τα οφειλόμενα του έτους 2004, μέρος των οποίων ο ίδιος ο ενάγων συνομολόγησε με τις προτάσεις του, ότι είχε λάβει ως προσαυξήσεις της από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε. στα επιδόματα δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων (και δη για το έτος 2000 το ποσό των 514,32 €, για το έτος 2001 το ποσό των 663,21 €, για έτος 2002 το ποσό των 861,40 €, για το έτος 2003 το ποσό των 726,64 € και για το έτος 2004 το ποσό των 637,14 €, ο τελευταίος δικαιούται για την ανωτέρω αιτία, για το έτος 2000 το ποσό των 772,19 €, για το έτος 2001 το ποσό των 1.327,43 €, για το έτος 2002 το ποσό των 540,95 €, για το έτος 2003 το ποσό των 473,48 €, και για το έτος 2004 το ποσό των 418,54 €, ποσά τα οποία θα πρέπει να του επιδικαστούν. Επομένως, καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή, έσφαλε ως προς τον υπολογισμό των ποσών, διότι συνυπολόγισε το επίδομα κανονικής αδείας και τις αναλογίες που χορηγήθηκαν αναδρομικά. Ακολούθως, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και είχε επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα το ποσό των 5.477,02 ευρώ, δέχθηκε αυτήν, εν μέρει και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 3.532,59 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού, ορθώς, δεν συνυπολόγισε στα επιδόματα και στις αποδοχές της κανονικής αδείας, τις αμοιβές του επιδόματος κανονικής αδείας και τις αναλογίες αυτού που χορηγήθηκαν αναδρομικά. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1-9-2010, αίτηση του Δ. Κ. του Δ., για αναίρεση της 3637/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης (ΟΤΕ. Α. Ε.) πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες. Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ' αυτές και το επίδομα αδείας.
null
null
1
Αριθμός 382/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αυγερινό Ανδρέου. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-1-2006 και 18-1-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1177/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα, που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για τον λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ, αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, τη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ο ισχυρισμός του μισθωτού περί ακυρότητας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζητήσεως στον πρώτο βαθμό (ή και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ), χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα αυτού να επικαλεσθεί την ακυρότητα και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφορά), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της συμβάσεως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, που καταγγέλλει ακύρως της σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψή του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Ακόμη, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει τον μισθό όταν η αδυναμία της παροχής της εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτού ή σε τυχαίο περιστατικό που τον αφορά, όπως, επίσης, όταν υπάρχει αδυναμία αποδοχής της εργασίας από την πλευρά του εργοδότη, εξαιτίας ανώτερης βίας. Τέλος, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ν.π.ι.δ., με την επωνυμία, "Ελεήμων Εταιρία Αθηνών Γηροκομείο/Πτωχοκομείο", την 27.11.1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλος (Λογιστής Β'), και απασχολήθηκε σ' αυτό, με την ως άνω ειδικότητα, μέχρι τις 03.11.2005, οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του. Ειδικότερα, ο ενάγων απασχολήθηκε αρχικά, σε διάφορες εργασίες γραφείου, όπως αρχειοθέτηση ενταλμάτων - γραμματίων, καταχώριση σε λογιστικές καρτέλες και στη συνέχεια, μέχρι την αναφερόμενη ανωτέρω απόλυσή του, στην Υπηρεσία Ακινήτων, όπου αντικείμενο της εργασίας του ήταν η επίδειξη των ακινήτων σε ενδιαφερόμενους μισθωτές, η πώληση, συντήρηση και παρακολούθηση της κατάστασης των ακινήτων, η προώθηση των αιτήσεων μίσθωσης στην Επιτροπή Εκμισθώσεων Ακινήτων (Ε.Ε.Α.), η, μετά τη λήψη απόφασης, σύνταξη μισθωτηρίων, η επικοινωνία με τους μισθωτές για τυχόν προβλήματα των ακινήτων, η σύνταξη αιτήσεων για τη λήψη πιστοποιητικών από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Εφορία, Σ.Ο.Ε. κ.λπ.), για θέματα σχετικά με τα ακίνητα, η προώθηση και καταχώριση μηνιαίων μεταβολών, η συνεργασία με τους δικηγόρους της Ε.Ε.Α., η σύνταξη εντολών, η συμμετοχή σε επιτροπές παραλαβής, αξιοποίησης, εκμισθώσεων και εκποιήσεων ακινήτων, η συμμετοχή, ως εκπροσώπου της Ε.Ε.Α., σε Γενικές Συνελεύσεις κτηρίων και σε δημοπρασίες μισθώσεων, η πραγματοποίηση επαφών με το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, η σύνταξη διακηρύξεων και πωλητηρίων για εκποίηση ακινήτων, καθώς και η δημοσίευση περιλήψεων σε εφημερίδες. Επίσης, ο ενάγων κατέθετε ως μάρτυρας στις μισθωτικές υποθέσεις του εναγομένου και οριζόταν ως μεσεγγυούχος σε όλες σχεδόν τις εκθέσεις αποβολής μισθωτών, ενώ τέλος υπήρξε μέλος: 1) της Επιτροπής Εκμισθώσεως Ακινήτων και Αναπροσαρμογής μισθωμάτων, αποτελούμενης, κατά το χρονικό διάστημα, από το Σεπτέμβριο του έτους 1995 έως το Μάιο του έτους 2000, από τους Α. Κ., Σ. Μ., Π. Κ., Ι. Π., και τον ενάγοντα και από το Μάιο του έτους 2000 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005, από τους Α. Κ., Σύμβουλο - Ταμία του εναγομένου, Σ. Μ., Σύμβουλο, Α. Ζ., Σύμβουλο, Π. Κ., Σύμβουλο, Α. Τ., Σύμβουλο, Ι. Π. Προϊστάμενο των Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου και τον ενάγοντα, έργο της οποίας ήταν, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 1266/18.09.1995 και 870/23.05.2000 έγγραφα του εναγομένου: α) η μέριμνα για την εκμίσθωση των ελεύθερων ακινήτων, β) η συγκέντρωση στοιχείων και η διαπραγμάτευση με τους μισθωτές για την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων, και γ) η εισήγηση προς τον Πρόεδρο της υπογραφής του οικείου μισθωτηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση συμφωνίας ή την παραπομπή σε δικαστική ρύθμιση, σε περίπτωση μη συμφωνίας για τις αναπροσαρμογές ή την παραπομπή του θέματος στο Δ.Σ. για τη λήψη απόφασης, κυρίως σε περιπτώσεις εκμισθώσεως ή παρατάσεως ληγουσών μισθώσεων ακινήτων μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος και 2) της Επιτροπής Διενέργειας Διαγωνισμών για την εκποίηση ακινήτων, αποτελούμενης, από το Σεπτέμβριο του έτους 1995 μέχρι το Μάιο του έτους 2000, από τους Π. Α., Δ. Π., Α. - Α. Γ. -Ε., Α. Γ., Ε. Ζ., και τον ενάγοντα, από δε το Μάιο του έτους 2000 μέχρι του Νοέμβριο του έτους 2005, από τους Π. Α., Αντιπρόεδρο του εναγομένου, Δ. Π., Σύμβουλο, Σ. Μ., Σύμβουλο, Α. Γ. δικηγόρο, Ε. Ζ., Διευθύντρια του εναγομένου και τον ενάγοντα, έργο της οποίας ήταν η διενέργεια των διαγωνισμών για την εκποίηση ακινήτων περιλαμβανομένων στους εγκεκριμένους από το Δ.Σ. πίνακες και η τήρηση της προβλεπόμενης από τις σχετικές διατάξεις διαδικασίας. Αυτός (ενάγων), καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο: α) εκτελούσε τα ανωτέρω αναφερόμενα καθήκοντά του: αα) "χωρίς να του γίνει ποτέ παρατήρηση", ββ) "χωρίς να δημιουργεί προβλήματα", και γγ) "χωρίς την ύπαρξη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, με δυνατότητα εκτύπωσης δεδομένων και χωρίς την ύπαρξη εξειδικευμένου και αρτίως εκπαιδευμένου στο γνωσιολογικό αντικείμενο των αστικών και επαγγελματικών μισθώσεων προσωπικού", όπως αναφέρει στο υπ' αριθμ. πρωτ. 2081/30.08.22006 υπηρεσιακό σημείωμα ο μετακινηθείς στην Υπηρεσία Ακινήτων από 01.05.2004 Γ. Σ., και β) εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από τη συμμετοχή του, ως απλού μέλους, στις προαναφερθείσες επιτροπές, ενεργώντας πάντα σύμφωνα με τις εντολές που λάμβανε από τους ανωτέρους του, και ποτέ μόνος του, καθόσον αρμόδιος για την πώληση, εκμίσθωση ή αναπροσαρμογή του μισθώματος των ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου, που ανέρχονταν στα επτακόσια (700) περίπου (όπως αναφέρεται στην έφεση του εκκαλούντος στη σελ. 14), ήταν, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικά ο Πρόεδρος του εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε ύστερα από σχετική εισήγηση των Επιτροπών, στην πρώτη από τις οποίες συμμετείχαν, εκτός των άλλων, ο Ταμίας και ο Προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου, στη δε δεύτερη, ο Αντιπρόεδρος και ο νομικός σύμβουλος του εναγομένου. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε επίσης, ότι ο ενάγων, κατά της διάρκεια της απασχόλησής του στο εναγόμενο, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση. Συγκεκριμένα, αυτός εκλέχτηκε: α) το έτος 1987, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου -Γραμματέας του Συλλόγου Προσωπικού Ελεήμονος Εταιρείας Αθηνών (Σ.Π.Ε.Ε.Α.), β) το έτος 1990 αναπληρωτής Γραμματέας αυτού, γ) το έτος 1993 μέλος του Δ.Σ. - αναπληρωτής Γραμματέας, και δ) το έτος 1999 μέλος του Δ.Σ. - Γραμματέας. Από τον Αύγουστο του έτους 2004 έως τον Αύγουστο του έτους 2005 το εναγόμενο διοικήθηκε από προσωρινές διοικήσεις, και υπό έντονες δικαστικές διαμάχες μεταξύ φυσικών προσώπων που διεκδικούσαν τη διοίκησή του, στις οποίες ενεπλάκη και η πλειοψηφία του Σ.Π.Ε.Ε.Α., η οποία τάχθηκε υπέρ μιας μερίδας εκ των διεκδικητών της διοίκησης, υπογράφοντας μάλιστα μαζί της και Οργανισμό - Εσωτερικό Κανονισμό, ο οποίος, κατά την άποψη του ενάγοντος και άλλων συναδέλφων του, έβλαπτε τα συμφέροντα του προσωπικού του εναγομένου. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγων επανήλθε στην ενεργό συνδικαλιστική δράση, ιδρύοντας την παράταξη "Επιτροπή Εργαζομένων", και παρακινώντας τους εργαζομένους στο εναγόμενο σε διεκδικήσεις. Στα πλαίσια της εν λόγω δράσης του ο ενάγων κατέθεσε: 1) από κοινού με άλλους 49 συναδέλφους του, την από 4.4.2005 αίτηση προς το Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α., για σύγκληση γενικής συνέλευσης, με θέμα, "Διατύπωση μομφής κατά του Δ.Σ. και ψηφοφορία", και επειδή αυτό παρέλειψε να συγκαλέσει γενική συνέλευση, ο ενάγων και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του υπέβαλαν την από 12.05.2005 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να τους χορηγηθεί εξουσιοδότηση για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης του ως άνω Συλλόγου και να οριστεί πρόεδρος αυτής (γενικής συνέλευσης) ο ενάγων Σ. Π., 2) από κοινού με άλλους 20 συναδέλφους του άσκησαν α) την από 27-06-2005 αγωγή, κατά του Σ.Π.Ε.Ε.Α. και του εναγομένου Γηροκομείου/Πτωχοκομείου, με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 12.11.2004 (αρχικού) Οργανισμού - Κανονισμού, καθώς και του από 17.3.2005 (τροποποιηθέντος) Οργανισμού - Κανονισμού, και β) την από 28.06.2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των ως άνω εναγομένων, με την οποία ζητείτο να απαγορευτεί η εφαρμογή του από 12.11.2004 αρχικού Οργανισμού -Κανονισμού και του από 17.3.2005 τροποποιηθέντος Οργανισμού - Κανονισμού, που είχαν υπογράψει η προσωρινή διοίκηση του εναγομένου και η πρόεδρος του Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α., εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της από 27.06.2005 αγωγής τους. Με την προαναφερθείσα δράση του, η οποία δεν αποδείχτηκε ότι υπερέβη τα όρια της ευπρέπειας ή ότι υπήρξε περιφρονητική προς τη διορισμένη διοίκηση του εναγομένου, και αντίθετη προς το μέσο ευσυνείδητο εργαζόμενο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, ο ενάγων απέβλεπε στην εξασφάλιση και διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο εναγόμενο, και στη δραστηριοποίησή τους μέσω του Συλλόγου (Σ.Π.Ε.Ε.Α.). Η συνδικαλιστική, όμως, δράση που είχε αναπτύξει ο ενάγων, μέσω της "Επιτροπής Εργαζομένων", που είχε ιδρύσει, αν και ήταν καθόλα νόμιμη, εντούτοις ενόχλησε την τότε διοίκηση του εναγομένου και για το λόγο αυτό, με το από 03.11.2005 έγγραφο, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορέσει να θέσει υποψηφιότητα, κατά τις αρχαιρεσίες, για την ανάδειξη των καταστατικών οργάνων του Σ.Π.Ε.Ε.Α., που είχαν προγραμματιστεί για τις 20.11.2005 και να εκλεγεί πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, όπως αναμενόταν, και θα συνέβαινε, οπωσδήποτε αφού, κατά τις αρχαιρεσίες που έγιναν λίγες ημέρες μετά την απόλυσή του, η συνδικαλιστική παράταξη "ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ", που είχε συγκροτήσει ο ενάγων και είχε στηριχθεί από τον ίδιο και την "Επιτροπή Εργαζομένων", έλαβε πέντε (5) από τις επτά (7) έδρες στο Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται απολύτως, από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Σ., ιδιαιτέρας γραμματέως, κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του Διευθυντή του εναγομένου, Κ. Κ., η οποία κατέθεσε σχετικά ότι: "απολύθηκε, είμαι βεβαία, για τη συνδικαλιστική του δράση ... είχε έντονη δραστηριότητα τους τελευταίους μήνες πριν από την απόλυσή του ... ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα των εργαζομένων ... δημιουργήσαμε σύλλογο, το κλίμα τον φωτογράφιζε σαν πρόεδρο, γι' αυτό απολύθηκε ... τα τελευταία δύο χρόνια το γηροκομείο διοικείτο από προσωρινές διοικήσεις ... ήταν ανώμαλη περίοδος. Οι προσωρινές διοικήσεις προσπαθούσαν να πάρουν τον έλεγχο ... Ο ενάγων εναντιώθηκε, συντόνισε την επιτροπή εργαζομένων, καταφύγαμε στ' ασφαλιστικά. Θα ήταν ο επόμενος πρόεδρος. Δεν πρόλαβε γιατί 2 μέρες πριν τις εκλογές απολύθηκε. Ήταν ενωτικός, οι άλλοι ήταν διαίρει και βασίλευε ... Ο ενάγων στη δουλειά του εκτελούσε εντολές ... Δεν του έγινε ποτέ παρατήρηση. Αιφνιδιάστηκε με την απόλυση. Έπαθε σοκ. Στις εκλογές κατεβήκαμε και χάριν στη δική του προσπάθεια πήραμε 5 από τις 7 έδρες ... Ο ενάγων χωρίς εντολή δεν μπορεί να βγάλει κάποιο ποσό από το Ταμείο ... Η Διοίκηση επέλεξε εδώ και 2 μήνες να με τοποθετήσει ιδιαιτέρα του Διευθυντή ... Όλες οι ενέργειές μας ήταν εναντίον των προσωρινών διοικήσεων. Άλλαξαν 4-5 διοικήσεις. Απέλυσαν τον Π. για να εκφοβίσουν τους υπόλοιπους ...". Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και Διευθυντή του εναγομένου, Κ. Κ., ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: "δεν ενημερώνονταν τα συμβόλαια των ακινήτων σωστά και οι εγγυήσεις, δεν δημιουργούσε προβλήματα, μόνο απουσίαζε πολύ κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν γίνονταν αναπροσαρμογές ενοικίων πάνω από 15-20, δεν γίνονταν αναπροσαρμογές εγγυήσεων ή γίνονταν εγγυήσεων δεν γίνονταν μισθωμάτων. Η συνολική ζημιά για ένα έτος υπολογίζεται σε 28.000 ευρώ, ο κ. Π. για μένα δεν ήταν συνδικαλιστής ...", διότι, όπως προαναφέρθηκε: α) οι αναπροσαρμογές μισθωμάτων, που αυτός καταθέτει ότι δεν γίνονταν ήταν αρμοδιότητας του Προέδρου, β) η Υπηρεσία Ακινήτων λειτουργούσε χωρίς υλικοτεχνική υποδομή (μηχανοργάνωση) και εξειδικευμένο προσωπικό και ως εκ τούτου ήταν επόμενο να υπάρξουν και παραλείψεις στη διεκπεραίωση ενός τόσο μεγάλου έργου και γ) ο ενάγων απουσίαζε πολλές φορές από την υπηρεσία, προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας σε διάφορα Δικαστήρια, για να εκπροσωπήσει το εναγόμενο σε γενικές συνελεύσεις πολυκατοικιών, κ.λπ., χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, να του γίνει ποτέ παρατήρηση ή σύσταση, έστω και προφορική, από οποιονδήποτε αρμόδιο παράγοντα του εναγομένου, αλλ' ούτε (αναιρείται) και από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, των Ά. Μ., Ν. Κ. και Γ. Σ. κατά των δύο πρώτων εκ των οποίων, ας σημειωθεί, ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, ύστερα από μήνυση του ενάγοντος, καθόσον αυτές αναφέρονται σε ζητήματα διαφορετικά από αυτά τα οποία αποτέλεσαν τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν το εναγόμενο στο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Επίσης, δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα υπέρ των ισχυρισμών του εναγομένου, σχετικά με τους λόγους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ούτε από το από 6.11.2006 "Υπηρεσιακό Σημείωμα" του Γ. Σ., το οποίο αποτελεί και περιεχόμενο της έφεσης του εκκαλούντος, καθόσον η σχετική έρευνα και η σύνταξη αυτού έγινε ένα χρόνο μετά από την απόλυση του ενάγοντος, και αφού στο μεταξύ είχε επιδοθεί στο εναγόμενο η πρώτη από τις ένδικες αγωγές για αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής του, αλλ' ούτε και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εναγόμενο απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από τη δημοσιογραφική εκπομπή "Κίτρινος Τύπος" της 15.06.2009, καθόσον, όπως προκύπτει από αυτό, στην εν λόγω εκπομπή ο ενάγων σε ουδεμία ομολογία προέβη σχετικά με τους λόγους της απόλυσής του, και μάλιστα "δικαστική", όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν, με την έφεσή του, απλώς, στην εν λόγω εκπομπή αναφέρθηκε από δημοσιογράφο, το όνομα του οποίου δεν αναγράφεται στο σχετικό απόσπασμα ότι ο ενάγων Σ. Π. απολύθηκε την ίδια ημέρα, μετά την ανακάλυψη από αυτόν (Στ. Π.) και την ενημέρωση της Διεύθυνσης του Γηροκομείου, το Νοέμβριο του 2005, ότι το κληροδότημα της Σ. Δ., που απεβίωσε στις 7.12.1970, δεν είχε καταγραφεί στα κληροδοτήματα και ότι η τύχη του αγνοείται. Με τα δεδομένα αυτά, όσα ισχυρίζεται το εκκαλούν σχετικά με τους λόγους για τους οποίους προέβη στην ένδικη καταγγελία είναι αβάσιμα και προσχηματικά. Κατόπιν τούτων, η μεν ένσταση του εναγομένου περί λύσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με καταγγελία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η δε αντένσταση του ενάγοντος, που πρόβαλε καθ' υποφορά με την αγωγή του, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι βάσιμη κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά, κατέληξε το Εφετείο, ότι η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, δηλαδή έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, και αφού απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, δέχθηκε ότι το εναγόμενο, το οποίο έπαυσε, από τις 03.11.2005, να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει σ' αυτόν, για μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος, από 04.11.2005 έως 31.12.2006, το μη αμφισβητούμενο ποσό των 19.792,64 ευρώ (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου, έπασχε από ακυρότητα, διότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδίκησης και εξ αιτίας εχθρότητας προς τον αναιρεσίβλητο, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης. Οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του, αναφορικά με το ότι η απόλυση του αναιρεσίβλητου έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως ο περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το ίδιο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι 1) η συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την καταγγελία της σύμβασης, 2) δεν αιτιολογείται η μη απόλυση των ως άνω 49 συναδέλφων του αναιρεσίβλητου και η παραδοχή της απόφασης, ότι ο Οργανισμός - Κανονισμός του αναιρεσείοντος ήταν βλαπτικός για τα συμφέροντα των εργαζομένων, 3) δεν εκτίθεται σ' αυτήν ο λόγος για τον οποίο, μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, δεν έγινε η εκδίκαση των παραπάνω ενδίκων μέσων, και τέλος 4) δεν προκύπτει από την απόφαση με σαφήνεια αν ο αναιρεσίβλητος είχε συγκροτήσει μία η δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, επιχειρείται, απαραδέκτως, η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο, από τον αρ. 19, τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, η οποία περιέχεται στο ιδιωτικό έγγραφο της μαγνητοταινίας της τηλεοπτικής εκπομπής της 25.6.2009, τελεί σε αντίφαση προς το περιεχόμενο της αγωγής του και το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς, την κρίση του περί του πραγματικού λόγου της καταγγελίας της σύμβασης. Περαιτέρω, οι αιτιολογίες της απόφασης, που στηρίζουν τις παραδοχές της ότι α) η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατηγγέλθη καταχρηστικώς, λόγω της συνδικαλιστικής δραστηριότητας του και 2) η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της 5ης δόσης της αποζημίωσης απολύσεως, δεν είναι αντιφατικές, αλλά επάλληλες, και αναφέρονται σε παραδοχές, από τις οποίες η πρώτη, με την αντίστοιχη αιτιολογία, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και η δεύτερη, περιλήφθηκε στην απόφαση πλεοναστικώς. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης. Τέλος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, ότι το δικαστήριο, δίχως να γίνει επίκληση της, έλαβε υπόψη του ομολογία του αναιρεσείοντος, ότι ιδρύθηκε από τον αναιρεσίβλητο συνδικαλιστική παράταξη με την επωνυμία "Επιτροπή Εργαζομένων", είναι απαράδεκτος, διότι η παραδοχή αυτή δεν αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. Ο εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2915|2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο, που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου, ως προς την αλήθεια ή την αναλήθεια των κρισίμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αποδίδεται στην απόφαση η αιτίαση, ότι με την παραδοχή ότι "δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα υπέρ των ισχυρισμών του εναγομένου, σχετικά με τους λόγους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ούτε από το από 6.11.2006 "Υπηρεσιακό Σημείωμα" του Γ. Σ., το οποίο αποτελεί και περιεχόμενο της έφεσης του εκκαλούντος, καθόσον η σχετική έρευνα και η σύνταξη αυτού έγινε ένα χρόνο μετά από την απόλυση του ενάγοντος, και αφού στο μεταξύ είχε επιδοθεί στο εναγόμενο η πρώτη από τις ένδικες αγωγές για αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής του", εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, ενόψει του ότι το βάρος αυτής της απόδειξης του "ισχυρισμού" περί κακής εκτέλεσης των καθηκόντων του αναιρεσίβλητου, το φέρει ο ενάγων. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από την απόφαση δεν προκύπτει αντιστροφή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, αφού πράγματι το αναιρεσείον είχε την υποχρέωση να αποδείξει τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό αυτό, διότι το ίδιο τον προέβαλλε, ενώ ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας. Εξάλλου, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες και συνεπώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: α) με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τον αρ. 1, ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, έπρεπε ν' απορριφθεί, λόγω παρόδου της τρίµηνης αποσβεστικής προθεσμίας, προς άσκησή της, β) με το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 8, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι απεσβέσθη η αξίωση για την προσβολή της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως και γ) κατά το τέταρτο μέρος του, από τους αρ. 8 και 11, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, ο οποίος αποδεικνυόταν εγγράφως. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, δοθέντος ότι, 1) όπως προαναφέρθηκε, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται, αυτοτελώς και επαρκώς, στην παραδοχή και την αντίστοιχη αιτιολογία της απόφασης, ότι η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, δηλαδή ότι έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, ως προς την οποία οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και 2) η πληττόμενη, με τους λόγους αυτούς, παραδοχή και η αντίστοιχη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου είναι άκυρη, λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της 5ης δόσης της αποζημίωσης απολύσεως, συνιστά επάλληλη αιτιολογία, περιλήφθηκε δε στην απόφαση πλεοναστικώς. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-1-2011, αίτηση του Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα, που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη.
null
null
0
Αριθμός 383 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Π. & ΥΙΟΙ ΟΕ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1054/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11682/29-4-2011 και 289Β'/5.12.2011, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (7-2-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π.. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης. Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 12-11-2003 ως οδηγός φορτηγού της και αντί μηνιαίου μισθού του προβλεπομένου από τις οικείες Διαιτητικές αποφάσεις που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων κλπ πάσης φύσεως αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη της Χώρας (Διαιτητικές αποφάσεις 1) 15/2003 - πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 13/19-5-2003 2) 20/2004 - πράξη καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 11/14-7-2004 και 3) 9/2005 - πράξη καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 1/4-5-2005}. Ο τελευταίος ελάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές από την εναγομένη, το βασικό μισθό που προβλεπόταν από τις οικείες Δ.Α., πλην όμως τον αντιστοιχούντα σε εργαζόμενο με 12-15 έτη προϋπηρεσίας, έγγαμο με δύο παιδιά, χωρίς να του καταβάλλεται οποιοδήποτε επίδομα που δικαιούνταν με βάση τις ειδικές συνθήκες της εργασίας που προσέφερε. Ωστόσο όμως ο ενάγων, κατόπιν συμφωνίας του με την εργοδότριά του, το μισθό του τον εισέπραττε "καθαρό" δηλαδή χωρίς η εναγομένη να του παρακρατεί απ' αυτόν (μισθό) το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών του, που τον βάρυναν ως ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, οι οποίες, εν προκειμένω, ανέρχονταν σε 19,450/0 επί των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών του (κλάδος ασφάλισης ΒΑΡΕΑ ΤΕΑΜ, κατηγορία ασφάλισης εργαζομένων άνω των 18 ετών με επαγγελματικό κίνδυνο). Έτσι με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με το να πληρώνει η εργοδότριά του εναγομένη στο ΙΚΑ ολόκληρο το ποσό του ασφαλίσματος που βάρυνε τον ενάγοντα ως ασφαλισμένο, ο τελευταίος για όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, ήτοι από 12-11-2003 μέχρι και την καταγγελία της στις 22-12-2005, έλαβε ως καθαρές μηνιαίες αποδοχές τα ακόλουθα ποσά: Για αποδοχές, 1) μηνός Νοεμβρίου 2003 το ποσό των 586,24 €, 2) μηνός Δεκεμβρίου 2003, το ποσό των 916 €, 3) για τους μήνες από Ιανουάριο 2004 έως Αύγουστο του 2004 966 Ευρώ, 4) για τους μήνες από Σεπτέμβριο 2004 έως Δεκέμβριο του ιδίου έτους (2004), το ποσό των 990,84 Ευρώ, 5) για τους μήνες από Ιανουάριο 2005 έως Αύγουστο ιδίου έτους, ποσό 1.022 €, 6) για τους μήνες Σεπτέμβριο 2005 μέχρι και Νοέμβριο 2005, το ποσό των 1.059 € και 7) για το Δεκέμβριο 2005 έλαβε το ποσό των 848 € (1.059 Χ 20/25). Επίσης με τον ίδιο ως άνω τρόπο, δηλαδή με βάση τον ίδιο παραπάνω βασικό μισθό, υπολογίστηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που αυτός δικαιούνταν καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, τα οποία επίσης η εναγομένη του κατέβαλε "Kαθαρά" χωρίς να του παρακρατεί το ποσό της αναλογίας που τον βάρυνε για τις ασφαλιστικές του εισφορές στο ΙΚΑ. Έτσι με αυτόν τον τρόπο ο ενάγων έλαβε ως καθαρές αποδοχές: 1) για δώρο Χριστουγέννων 2003 (αναλογία) το ποσό των 196,87 €. 2) για δώρο Πάσχα 2004 το ποσό των 477,08 €, 3) για επίδομα αδείας 2004 το ποσό των 458 €, 4) για δώρο Χριστουγέννων 2004, το ποσό των 1.006,24 €, 5) για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 503,12 €, 6) το ποσό των 511 € για επίδομα αδείας 2005 και 7) το ποσό των 500 € (έναντι) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αποδοχές που ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει από την εναγομένη επιχείρηση, μετά την ένταξή του στην κατηγορία οδηγού φορτηγού που ανταποκρίνονταν στις προσωπικές του ιδιότητες (έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα και προϋπηρεσία 18-21 έτη), συνυπολογιζομένων και των επιδομάτων που εδικαιούτο, βάσει των ανωτέρω Δ.Α. που τυγχάνουν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, διαμορφώνονται ως εξής: Α) Για το χρονικό διάστημα από 12-11-200 έως 31-12-2003,σε 1.045,44 ευρώ μικτά μηνιαίως Β) 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, σε 1.080 ευρώ, μικτά, μηνιαίως. Β) 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004 σε 1.106,1ευρώ, μικτά, μηνιαίως. Γ) 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005, σε 261,5 ευρώ μικτά μηνιαίως. Γ) 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 23-12-2005 σε 1.298,77ευρώ, μικτά, μηνιαίως. Από τα ως άνω ποσά τα οποία είναι οι ελάχιστες νόμιμες ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές, τις οποίες ο ενάγων δικαιούνταν να λάβει με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών ΔΑ των ετών 2003, 2004 και 2005, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτού, μετά την αφαίρεση του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν αυτόν προς το ΙΚΑ, και το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη να παρακρατήσει από τις μηνιαίες αποδοχές του (για να τις αποδώσει στο ΙΚΑ) και το οποίο (ποσό εισφορών) ισούται με ποσοστό 19,45% επί των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, διαμορφώνονται ως εξής: Για το χρονικό διάστημα: Α) από 12-11-2003 έως 31-12-2003 σε ποσό 1.045,44 € μείον 203,33 (1.045,44 Χ 19,45%) = 842,1 Ευρώ και ειδικά για το μήνα Νοέμβρη του έτους 2003, 538,95 € (842,11 € Χ 16 ημ/25). Β) 1) από 1-1-2004 έως 31-8-2004 σε Ευρώ 1.080 μείον 210,06 € (1.080 € Χ 19,45%) ίσον 869,94 €. Β2) από 1-9- 2004 έως 31-12-2004 σε 1.106,1 μείον 215,13 € (1.106,1 Χ 19,45%) = 890,97 €. Γ) 1) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, σε ποσό 1.261,58 - 245,37 € (1.260,58 Χ 19,45%) ίσον 1.016,27 €, Γ2) από 1-9-2005 έως 23-12-2005 σε 1.298,77 € μείον 252,61 (1.298,77 € Χ 19,450/0) ίσον 1.046,16 Ευρώ. Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι ο ενάγων παρότι αμείβονταν με βάση τις μηνιαίες αποδοχές οδηγού φορτηγού με λιγότερα έτη προϋπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει τα νόμιμα επιδόματα, εντούτοις στην πραγματικότητα για όλη την διάρκεια της εργασιακής του σχέσης δεν εισέπραξε λιγότερα χρήματα από εκείνα που αυτός δικαιούνταν με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, προστιθεμένων και των ως άνω επιδομάτων, αφού αυτός εισπράττοντας αποδοχές από την εναγομένη για κατώτερη (χαµηλότερη) ασφαλιστική κατηγορία χωρίς επιδόματα (δηλαδή για προϋπηρεσία 12-15 έτη), χωρίς να του αφαιρούνται οι, κατά τα προεκτεθέντα, νόµιµες και βαρύνουσες αυτόν κρατήσεις για το ΙΚΑ, κατ' αποτέλεσµα, έπαιρνε τα χρήµατα που δικαιούνταν για είκοσι έτη προϋπηρεσίας µετά των επιδομάτων και επομένως δεν προκύπτει καµµία υπέρ αυτού μισθολογική διαφορά. Ειδικότερα, ενώ έπρεπε να εισπράξει καθαρά για αποδοχές: 1) Νοέµβρη 2003 το ποσό των 538,95 € έλαβε 586,24 €, β) µηνός Δεκεμβρίου 2003 το ποσό των 842,11 €, αυτός έλαβε το ποσό των 916 €, γ) για τους µήνες από Ιανουάριο 2004 µέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2004 το ποσό των 869,94 €, αυτός έλαβε το ποσό των 966 €, δ) για τους µήνες Σεπτέμβριο 2004 µέχρι και Δεκέμβριο 2004 το ποσό των 890,97 €, αυτός έλαβε το ποσό των 990,84 €, ε) για τους µήνες από Ιανουάριο 2005 έως Αύγουστο ιδίου έτους, το ποσό των 1.016,21 €, αυτός έλαβε ποσό 1.022 €, και στ) για τους µήνες Σεπτέμβριο 2005 µέχρι Νοέµβρη 2005, το ποσό των 1.016,21 €, αυτός έλαβε 1.022 €. Επίσης µε τον ίδιο τρόπο εξοφλήθηκαν στον ενάγοντα το δώρο Χριστουγέννων 2003 (αναλογία), δώρο Πάσχα 2004, επίδοµα αδείας 2004, δώρο Χριστουγέννων 2004, δώρο Πάσχα 2005, επίδοµα αδείας 2005 και δώρο Χριστουγέννων 2005 ( αναλογία), εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν προέκυψε ύπαρξη μισθολογικής διαφοράς μεταξύ των ελαχίστων νοµίµων αποδοχών του ενάγοντος και των καταβαλλομένων. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής στον ενάγοντα από την εναγομένη της διαφοράς των μισθών μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλομένων, για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης είναι απορριπτέο. Όμως δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε παραδεκτώς στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό, την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών, με τις οποίες βαρυνόταν η αναιρεσίβλητη. Και ναι μεν στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης διαλαμβάνεται ότι "στον αντίδικο καταβάλλαμε στο χέρι καθαρά ολόκληρο το ποσό του μηνιαίου μισθού του, που προβλεπόταν από τις σ.σ.ε. χωρίς να επιβαρύνεται αυτός με την αναλογία του ΙΚΑ, την οποία πληρώναμε εμείς, με συνέπεια να λαμβάνει μεγαλύτερο μισθό από αυτόν που εδικαιούτο" και "εμείς του είπαμε και αυτός συμφώνησε ότι θα του καταβάλλουμε στο χέρι καθαρά ολόκληρο το συνολικό ποσό του μισθού που προβλέπεται και αντιστοιχεί για την περίπτωση του, χωρίς να επιβαρύνεται με την αναλογία του ΙΚΑ, δηλαδή την αναλογία του στο ΙΚΑ αναλάβαμε να την πληρώνουμε εμείς, ασχέτως του ότι, για λόγους που έχουν σχέση μόνο με το ΙΚΑ, στις αποδείξεις πληρωμής εμφανίζεται να παρακρατείται η εν λόγω εισφορά" πλην όμως, δεν περιέχεται σ' αυτές και ισχυρισμός (ένσταση) περί καταβολής των εν λόγω εισφορών, το ύψος των οποίων, να σημειωθεί, δεν προσδιορίζεται επί μέρους και στο σύνολο του, ώστε να θεμελιωθεί η σχετική ένσταση και παράλληλα η υποχρέωση του Εφετείου να την ερευνήσει. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου μετά από αφαίρεση των βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών, παραβίασε, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Με το δεύτερο, από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ότι ενώ δέχεται ότι πραγματοποιούσε πάντοτε υπεραπασχόληση έξι (6) ωρών εβδομαδιαίως και δη 3 ώρες παρανόμου υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες μάλιστα, επιδικάζει υπέρ του διάφορα ποσά, εν τούτοις απορρίπτει τις αξιώσεις του για συμπλήρωση των επιδομάτων εορτών και αδείας με το συνυπολογισμό της αμοιβής του για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, με το στηριζόμενο σε αντίθετη παραδοχή σκεπτικό, ότι δηλαδή η εκ μέρους του ενάγοντος πραγματοποίηση ιδιορρύθμου υπερωριακής εργασίας δεν ήταν σταθερή και τακτική. Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς περιέχεται μόνο η παραδοχή ότι η πραγματοποίηση της εργασίας που προαναφέρθηκε δεν ήταν σταθερή και τακτική. Με τον τρίτο και τελευταίο, από τον αρ.19 της παραπάνω διάταξης, λόγο, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο με ανύπαρκτη, άλλως ελλιπέστατη αιτιολογία, απέρριψε τις αξιώσεις του για αποζημίωσή του, κατά τις διατάξεις των αρ. 904 επ. ΑΚ, ως ουσία αβάσιμες, με το σκεπτικό ότι δια της καταβολής σ' αυτόν του ποσού των 45 € για κάθε Σάββατο έχει αυτός πλήρως εξοφληθεί, χωρίς πουθενά να αναφέρεται το ύψος της νομίμου αποζημιώσεώς του, για την αιτία αυτή, ώστε μετ' αφαίρεσιν του ποσού των 45 € (7 € ωριαίως) να προκύπτει, εάν έχει ή δεν έχει εξοφληθεί. Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με το αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες παραδοχές της απόφασης, οι αξιώσεις του, οι οποίες απορρίφθηκαν και η αιτία γέννησης των, ώστε να κριθεί η νομιμότητα τους και η υποχρέωση του Δικαστηρίου να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία για την απόρριψη των. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει 1)ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της, που αναφέρεται στις αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας του αναιρεσείοντος, ως προς τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι, ορθώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις επιδίκασε μετά από αφαίρεση από αυτές των βαρυνουσών την αναιρεσίβλητη ασφαλιστικών εισφορών, δίχως την νομότυπη προβολή από αυτήν, της σχετικής ενστάσεως, 2)να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και 3)να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, την με αριθμό 726/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως.
null
null
0
Αριθμός 364/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ. του Κ., 2. Γ. Μ. συζ. Σ., 3. Κ. Μ. του Σ. και 4. Α. Μ. του Σ., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Γιωγιό, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 11.1.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Θ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Ιουλίου 2002 και 31 Ιουλίου 2003 αγωγές, των ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8776/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 308/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31 Ιουλίου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, τέτοιο δε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι, κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρ. 393§1 ΚΠολΔ, και οι μάρτυρες για την απόδειξη συμβάσεων και συλλογικών πράξεων, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το οριζόμενο σε αυτή ποσό. Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 20 ΕισΝΚΠολΔ, το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά τον χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο, το οποίο και μόνο μπορούν να έχουν υπόψη τους οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση της αποδείξεως της σχέσεώς τους αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφ. της§2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3§10 του ν. 2207/1994, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών στις δίκες ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να κάμπτεται η εφαρμογή του άρθρου 393§1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Η §2 του άρθρ. 270 ΚΠολΔ με το ως άνω περιεχόμενο ίσχυσε έως τις 31.12.2001, αντικαταστάθηκε δε με το άρθρ. 12 του ν. 2915/2001, το οποί ίσχυσε, σύμφωνα και με το άρθρ. 15 του επακολουθήσαντος ν. 2.943/2001, από 1.1.2002. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι σε υποθέσεις όπου οι δικαιολογικές σχέσεις δημιουργήθηκαν έως τις 31.12.2001 εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 270 ΚΠολΔ, όπως αυτή είχε πριν την αντικατάστασή της με τον ν. 2915/2001, με αποτέλεσμα να συγχωρείται η χρήση μαρτύρων προς απόδειξη συμβάσεων, έστω και αν το αντικείμενο τους υπερβαίνει το όριο του άρθρ. 393 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τούς πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος τους από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων συνήψε με τους αναιρεσείοντες εναγόμενους α) σύμβαση αμειβόμενης εντολής ποσού 1.000.000 δραχμών και β) σύμβαση υποκαταστάσεώς του στην εκτέλεση της εντολής από τρίτο με αντικείμενο 3.785.985 δραχμές, και γ) κατέβαλε στον υποκατάστατο εντολοδόχο το ανωτέρω ποσό, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα μαρτυρική κατάθεση προς απόδειξη συμβάσεων υποκείμενων στον περιορισμό του άρθρου 393 ΚΠολΔ. Κατ' αρχήν, όσον αφορά μεν την γενόμενη καταβολή του ποσού των 3.785.985 δραχμών, αυτή δεν υπάγεται στις απαγορεύσεις αποδείξεως δια μαρτύρων του άρθρ. 393§1 ΚΠολΔ, διότι δεν συνιστά σύμβαση, αλλά μονομερή δικαιοπραξία, γι' αυτό και κατά το σχετικό μέρος οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι μη νόμιμοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται από το δικαστήριο (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), η επίδικη σύμβαση αμειβόμενης εντολής καταρτίστηκε από τους διαδίκους τον Σεπτέμβριο του 1999 και η σύμβαση υποκαταστάσεως του εντολοδόχου σχεδόν ταυτόχρονα, δηλαδή σε χρόνους που ίσχυε το πρώτο εδαφ. Της §2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3§10 του ν. 2207/1994, προτού αυτό να αντικατασταθεί με το άρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τεθεί σε ισχύ σύμφωνα και με το άρθρ. 15 του επακολουθήσαντος ν. 2.943/2001, από την 1.1.2002. Άρα, οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν υπό την ισχύ διατάξεως που συγχωρούσε την χρήση μαρτύρων προς απόδειξη τους, έστω και αν το αντικείμενο τους, και μάλιστα ως προς την σύμβαση υποκαταστάσεως, κατά τον χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του μονομελούς πρωτοδικείου (16.9.2005), υπερέβαινε το όριο του άρθρ. 393§1 ΚΠολΔ, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 14§5 του ν. 2.915/2001. Συνεπώς, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του προς απόδειξη των ανωτέρω συμβάσεων μαρτυρική κατάθεση, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επέτρεπε ο νόμος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος τους είναι κατά τα λοιπά αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται σε υποθέσεις που τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, διότι, κατά την §2 εδαφ. β αυτού, στις υποθέσεις αυτές το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 αυτού, διότι δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφομένης από τις διατάξεις αυτές διαδικασίας. Επομένως, ο πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη, που εκδόθηκε επί υποθέσεως για την οποία εφαρμόσθηκε το άρθρο 270 του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη της μαρτυρική κατάθεση για την απόδειξη συμβάσεων και τις υπ' αριθ. 24.479/2004 και 3.852/2006 ποινικές αποφάσεις του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, και προσέδωσε σε αυτά μεγαλύτερη αξιοπιστία, αγνοώντας τους αντίθετους ισχυρισμούς τους και τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτοι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 457 και 460 ΚΠολΔ συνάγεται α) ότι τα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας, αλλά η επίκληση και η προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, β) ότι εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, παράγεται από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, το δε τεκμήριο αυτό ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνόμενου με την απόδειξή της (άρθρ. 463 ΚΠολΔ), γ) ότι η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό, που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο, επιβάλλεται αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν συνάγονται από αυτό δικαστικά τεκμήρια. Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα του περιεχομένου, τούτο, κατά το μη γνήσιο μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8, 10 και 11 περ. α ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις ανωτέρω πλημμέλειες, διότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, και ειδικότερα έλαβε υπόψη του έξι αποδείξεις καταβολής τρίτου (του Μ. Σ.), αν και αυτοί το μεν αμφισβήτησαν τη γνησιότητα τους, το δε τις πρόσβαλαν ως πλαστές, χωρίς να εξετασθεί από το δικαστήριο και να αποδειχθεί η γνησιότητα τους και δίχως αυτό να απορρίψει τον περί πλαστότητας ισχυρισμό τους. Από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στην πρωτόδικη δίκη και ενώπιον του Εφετείου, το δικόγραφο της εφέσεως και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτουν τα εξής : 1) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου οι αναιρεσείοντες α) αμφισβήτησαν ρητώς τη γνησιότητα των αποδείξεων καταβολής από 1.2.2001 ποσού 342.987 δραχμών, από 5.2.2001 ποσού 350.000 δραχμών και από 15.9.2001 ποσού 60.000 δραχμών, που εξέδωσε ο Μ. Σ. στο όνομα του αναιρεσίβλητου, προσκόμισε δε ο τελευταίος μετ' επικλήσεως προς απόδειξη πραγμάτων που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και β) συνομολόγησαν την γνησιότητα των αποδείξεων καταβολής από 20.4.2000 ποσού 500.000 δραχμών, από 20.11.2000 ποσού 500.000 δραχμών και από 4.3.2000 ποσού 160.000 δραχμών, που εξέδωσε ομοίως ο Μ. Σ. στο όνομα του αναιρεσίβλητου. Οι αναιρεσείοντες με τους υπό στοιχεία Βγ και Βδ λόγους της εφέσεώς τους επανέφεραν στην κατ' έφεση δίκη τον ανωτέρω περί μη γνησιότητας ισχυρισμό των πιο πάνω υπό στοιχείο άλφα μικρό (α) τριών αποδείξεων καταβολής και πρόβαλαν για πρώτη φορά και ισχυρισμό περί πλαστότητάς τους. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν απάντησε στους ανωτέρω λόγους εφέσεως - ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων δέχθηκε δε εσφαλμένα πως οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν την γνησιότητα καμιάς από τις ανωτέρω έξι συνολικά αποδείξεις καταβολής του Μ. Σ. και συνεκτίμησε αυτές με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για να οδηγηθεί στην ουσιαστική παραδοχή μέρους του κεφαλαίου της αγωγής του αναιρεσίβλητου για την κανονική εκτέλεση της εντολής. Έτσι, όμως το Εφετείο παρείδε και δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί μη γνησιότητας των υπό ανωτέρω αποδείξεων καταβολής και έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, εφόσον δεν εξετάστηκε και δεν αποδείχθηκε η γνησιότητά του. Αντιθέτως, το Εφετείο καλώς έλαβε υπόψη ως γνήσιες, διότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους (άρθρ. 457§2 ΚΠολΔ), τις υπό στοιχείο (β) άλλες τρεις αποδείξεις καταβολής. Τέλος, το Εφετείο δεν απάντησε μεν στον προβληθέντα το πρώτον ενώπιόν του ισχυρισμό περί πλαστότητας όλων των ανωτέρω αποδείξεων καταβολής, πλην η μη απάντηση του αυτή δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος και ως τέτοιος, μη έχοντας ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό, επουσιώδης και δεν συνιστούσε πράγμα. Ήταν δε απαράδεκτος ο ισχυρισμός τους περί πλαστότητας, αφού: 1) δεν κατονομάστηκε ο πλαστογράφος, η προβολή του υπόκειταν στους περιορισμούς των άρθρ. 269 και 527 ΚΠολΔ και δεν μπορούσε να προβληθεί το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, παρά κατ' εξαίρεση, την συνδρομή της οποίας δεν επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, 2) ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων εκκαλούντων, που τους εκπροσώπησε στο Εφετείο, δεν επικαλέστηκε ότι είχε την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα (άρθρ. 98 εδαφ. β ΚΠολΔ), και 3) οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν και δεν προσήγαγαν ταυτόχρονα με την προβολή της πλαστότητας τα προς απόδειξη της αποδεικτικά τους μέσα κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρ. 463 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8, 10 και 11 α ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα εν μέρει ουσιαστικά βάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για το περιεχόμενο της με τον αναιρεσίβλητο συναφθείσας συμβάσεως εντολής και τις από τον τελευταίο σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής γενόμενες καταβολές προς την εταιρία Αφοι Κ. και τον Μ. Σ. χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν από αυτούς ιδιόγραφο σημείωμα με κόκκινη γραφή, που συνέταξε ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος πριν τη ρήξη των σχέσεων τους τον Αύγουστο του 2001 για την εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών από τη σύμβαση εντολής. Όμως, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και το επίμαχο ιδιόγραφο σημείωμα. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί ή οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι ο λογιστής Χ. Γ. δεν υπεξαίρεσε το ποσό των 3.785.985 δραχμών. Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων είναι αρνητικός της βάσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου ενάγοντος και δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι μη νόμιμος. Επειδή, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες, εκτός και αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές διατάξεις, διότι στο αιτιολογικό της δέχεται, αφενός μεν ότι ο Χ. Γ. υπεξαίρεσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου το ποσό των 3.785.985 δραχμών, που δόθηκε στον ίδιο από αυτόν για να εξοφλήσει τις οφειλόμενες προς το ΙΚΑ εισφορές των αναιρεσειόντων, αφετέρου δε ότι κατά τη σύναψη της συμβάσεως εντολής μεταξύ των διαδίκων οι αναιρεσείοντες ανέθεσαν στον αναιρεσίβλητο εντολέα να πληρώνει κατ' εντολή και για λογαριασμό τους τις αμοιβές των εργαζόμενων στην οικοδομή και τις εισφορές για τους εργαζόμενους στο ΙΚΑ που τους βάρυναν. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, αναφερόμενος ουσιαστικά σε πλημμέλεια των, μη επεχουσών θέση διατακτικού, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και μη συνοδευόμενος και από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό αυτής, παρεκτός του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η επικαλούμενη αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου της συμβάσεως εντολής και της από τον υποκατάστατο του αναιρεσίβλητου εντολοδόχου τους Χ. Γ. γενόμενη δεκτή υπεξαίρεση χρημάτων των αναιρεσειόντων εντολέων του, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με το έβδομο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 11, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως χωρίς να γίνεται επίκληση καμιάς από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του), οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων δαπάνησε, εκτός άλλων, για την κανονική εκτέλεση της εντολής το ποσό των 637.311 δραχμών. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή του εν λόγω ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατέληξε, όπως βεβαιώνεται ειδικώς στην απόφαση, ύστερα από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, καθώς και των τιμολογίων πωλήσεως υπ' αριθ. 00140/28.9.2000 και 00164/12.10.2000 της εταιρίας "Αφοι Κ. Θεσσαλονίκης ΑΕΕ". Επομένως, ανεξαρτήτως της τυχόν εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), το Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γι' αυτό και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566§1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 περ. β ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο κανένα από τα προαναφερόμενα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του λόγου τούτου αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προδήλως αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος. Επειδή, ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα κατά τη διάταξή της με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 31.7.2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων για την καταβολή, εκτός άλλων, και των δαπανών για την κανονική εκτέλεση συμβάσεως εντολής, όμως μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και για το κονδύλιο των 1.912.987 δραχμών, λαμβάνοντας υπόψη για την ουσιαστική παραδοχή τούτου και τις τρεις αποδείξεις καταβολής από 1.2.2001 ποσού 342.987 δραχμών, από 5.2.2001 ποσού 350.000 δραχμών και από 15.9.2001 ποσού 60.000 δραχμών, τις οποίες φέρεται να εξέδωσε ο Μ. Σ. στο όνομα του αναιρεσίβλητου. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε εν μέρει, θα καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, ανάλογα με την έκταση της ήττας του (άρθρ. 178§1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 308/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων από χίλια διακόσια (1.200) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 α ΚΠολΔ. Απόδειξη συμβάσεων με μάρτυρες, περιορισμοί άρθρ. 393 § 1 ΚΠολΔ. Άρθρ. 20 ΕισΝΚΠολΔ, το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά τον χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο. Απόδειξη και δια μαρτύρων συμβάσεων ανεξαρτήτως αξίας αντικειμένου τους, σύμφωνα με το άρθρ. 270 § 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυσε έως τις 31.12.2001, για υποθέσεις δικαζόμενες στο ειρηνοδικείο ή το μονομελές πρωτοδικείο. Απόδειξη καταβολής σε κάθε περίπτωση και με μάρτυρες, διότι αυτή δεν συνιστά σύμβαση, αλλά μονομερή δικαιοπραξία. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός σε υποθέσεις που τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρ. 270 ΚΠολΔ. Ιδιωτικά έγγραφα, μη αμφισβήτηση της γνησιότητας, τους, λήψη υπόψη από το δικαστήριο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Ιδιωτικά έγγραφα, αμφισβήτηση της γνησιότητας, τους, απόδειξη αυτής. Λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδιωτικού εγγράφου που αμφισβητήθηκε η γνησιότητά του, χωρίς να ερευνηθεί η γνησιότητα του, αναίρεση. Ισχυρισμός περί πλαστότητας απαράδεκτος. Η μη λήψη του υπόψη δεν ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Λόγοι απαράδεκτου του ισχυρισμού περί πλαστότητας. αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ. Δεν συνιστούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρ. 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, όταν η αντίφαση αφορά τις αιτιολογίες της αποφάσεως, που δεν επέχουν θέση διατακτικού, ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 α ΚΠολΔ αβάσιμος, διότι προσκομίστηκαν στο δικαστήριο αποδείξεις. Αόριστος λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατ' άρθρ. 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ.
null
null
0
Αριθμός 363/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μακριδάκη, για αναίρεση των υπ' αριθ. 94174/2010 και 94174α/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Φεβρουαρίου 2011 και 4 Ιουλίου 2011 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτή η από 4 Ιουλίου 2011 αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, του ιδίου κατηγορουμένου Ε. Μ., στρεφόμενες, α) με αριθ. εκθ. 10/7-2-2011, κατά της με αρ. 94174α/16-12-2010 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή δήλωση αποχής του προεδρεύοντος δικαστή για λόγους ευπρέπειας και β) με αριθ. εκθ. 70/4-7-2011, κατά της με αρ. 94174/16-12-2010 κυρίας επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αποφανθείσας αποφάσεως, πρέπει ως συναφείς, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς τους λόγους τους. Α. Επί της με αριθ. εκθ. 10/7-2-2011 πρώτης αναιρέσεως, κατά της με αρ. 94174α/16-12-2010 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών: Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ "αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά επί της κατηγορίας, ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης δέχθηκε αίτηση εξαίρεσης μέλους του δικαστηρίου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η απόφαση που δέχεται τη δήλωση αποχής δικαστή, κατά το άρθρο 23 του ΚΠΔ, μέλους της συνθέσεως του, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναίρεσης και αν ακόμη η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αν ασκήθηκε κατ' αυτής ταυτόχρονα αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 Β παρ. 10 του ΚΟΔΚΔΛ (ν.1756/1988) η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως 8 (περί κληρώσεως και αναπλήρωσης των συνθέσεων των δικαστηρίων) συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ταυταρίθμων με την προσβαλλόμενη 94174α/16-12-2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αρχικά ορισθείς μετά νόμιμη κλήρωση προεδρεύων του δικαστηρίου Χρήστος Παπακώστας, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, υπέβαλε στην αρχή της διαδικασίας, την από 16-12-2010 δήλωση αποχής του από τα καθήκοντα του στην κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίκη, για τους σε αυτή αναφερόμενους λόγους ευπρέπειας, οι οποίοι και έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη αυτοτελώς ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του και στη συνέχεια, προήδρευσε του άνω, σε δεύτερο βαθμό δικάζοντος, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών Ελένη Νικολακοπούλου, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση ή ένσταση ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου και στέρηση του φυσικού δικαστή από την ως άνω αντικατάσταση, εκ μέρους του δια πληρεξουσίου συνηγόρου παρασταθέντος κατηγορουμένου, ο οποίος και με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως του, ισχυρίζεται ότι δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η ανωτέρω δήλωση αποχής του προεδρεύοντος, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ΚΠΔ. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που στη συνέχεια καταδικάστηκε, από το άρθρο 171 παρ. 1 και 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, επειδή δεν συνέτρεχαν νόμιμοι λόγοι ευπρέπειας και αποδοχής της δήλωσης αποχής και στερήθηκε έτσι του φυσικού του δικαστή, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί η ανωτέρω απόφαση που δέχθηκε τη δήλωση αποχής από τα καθήκοντα του προεδρεύοντος δικαστή, δεν προσβάλλεται με αναίρεση, αλλά και διότι οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα για κακή σύνθεση του δικαστηρίου λόγω αναπλήρωσης του αρχικά κληρωθέντος προεδρεύοντος φυσικού δικαστή αυτού καλύφθηκε, από τη μη προβολή της από τον κατηγορούμενο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά ταύτα και η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 10/7-2-2011 αναίρεση, κατά της με αρ. 94174α/16-12-2010 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Β. Επί της με αριθ. εκθ. 70/4-7-2011 δεύτερης αναιρέσεως, κατά της με αρ. 94174/16-12-2010 κυρίας επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αποφανθείσας αποφάσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.8 του ν. 1337/1983 όπως αυτές συμπληρώθηκαν από το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 1512/1985, για την πράξη των αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών τιμωρούνται ο κύριος, ο νομέας, ο επικαρπωτής, ο εντολέας, ο κατασκευαστής επί ανέγερσης οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής, ο γενικός εργολάβος ή οι ειδικοί εργολάβοι, όταν δεν εφαρμόζουν τη σχετική μελέτη, και οι τεχνικοί που αναλαμβάνουν τη μελέτη ή την επίβλεψη τέτοιων εργασιών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 94174/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για κατασκευές αυθαίρετων κτισμάτων, καθ'υπερβαση οικοδομικής άδειας, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κρινόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του εντολέα με πρόθεση προέβη στην επί της οδού ... 140 στην θέση "Μαραθών" ή "Χάνι" ή "Κάστρο Μαραθώνος" ήδη με το όνομα "Κλο" ή "Πήλιουρο" οικοδομή, ιδιοκτησίας της συζύγου του Β. Μ. το γένος Κ., που έχει μεταβιβάσει ποσοστό 80/100 της ψιλής κυριότητας κατ' ισομοιρίαν στα τέκνα τους Ε. και Ι. Μ., στις ακόλουθες αυθαίρετες κατασκευές, καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. 1006/1992 άδειας οικοδομής περί ανέγερσης διώροφης οικίας με υπόγειο, συνολικής καλυπτόμενης επιφάνειας οικοπέδου 117,76 τ.μ. και της μεταγενέστερης υπ' αριθμ. 325/1998 περί ανοικτού υπόστεγου, καλυπτόμενης επιφανείας οικοπέδου 30τ.μ. και συγκεκριμένα: 1) στον υπό στοιχείο β κατηγορητηρίου ισόγειο βοηθητικό χώρο, εμβαδού 9,88 τ.μ. (2,60 Χ 3,80) με αλουμινοκατασκευή, σε επαφή με την υπάρχουσα οικοδομή πέραν όμως της γραμμής δόμησης, 2) στον υπό στοιχείο γ του κατηγορητηρίου βοηθητικό χώρο, εμβαδού 7,22 τ.μ. (1,90 Χ 3,80), σε επαφή αλλά εκτός περιγράμματος του κυρίως κτίσματος, 3) στο υπό στοιχείο δ του κατηγορητηρίου υπόστεγο, εμβαδού 17,40 τ.μ. (6 Χ 2.90), κεραμοσκεπές με ξύλινα υποστυλώματα εκτός περιγράμματος της οικοδομής, 4)στο υπό στοιχείο ε του κατηγορητηρίου υπόστεγο 30,40 τ.μ. (8 Χ 3.80), με ξύλινη κεραμοσκεπή κατασκευή, σε διαφορετική θέση από την προβλεπόμενη στην εκδοθείσα άδεια και καθ' υπέρβαση της, σε συνέχεια του αυθαίρετου υπό στοιχείο γ βοηθητικού χώρου, 5) στην υπό στοιχείο ζ του κατηγορητηρίου αυτοτελή περίφραξη γηπέδου με συρματόπλεγμα εμβαδού 451,20 τ. μ. και 29 σιδερένιους πασσάλους, ύψους καθενός 4μ., εμβαδού 116 τ.μ., 6) στην υπό στοιχείο η του κατηγορητηρίου αποθήκη, εμβαδού 40 τ.μ. (5X8), 7) στο υπό στοιχείο θ του κατηγορητηρίου υπόστεγο, εμβαδού 72 τ.μ. (9 Χ8), 8)στο υπό στοιχείο ι του κατηγορητηρίου υπόστεγο, εμβαδού 20 τ.μ. (10 Χ 2) και 9) στο υπό στοιχείο ια του κατηγορητηρίου υπόστεγο, εμβαδού 7,80 τ.μ. (3 Χ 2,60), όλα τα υπόστεγα αυτά με ξύλινες σταθερές κεραμοσκεπείς κατασκευές, που καλύπτουν κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου, δεν προορίζονται, όπως και τα προαναφερόμενα προστεγάσματα, για την στήριξη φυτών (πέργκολες), ούτε πληρούν τις προδιαγραφές του νόμου. Για τις εκτιθέμενες εργασίες δόμησης απαιτούνταν οικοδομική άδεια, εφόσον αποτελούν εργασίες επέκτασης της οικοδομής και τροποποίησης και διασκευής του ακάλυπτου, κοινόχρηστου χώρου του οικοπέδου, που επιφέρουν ουσιώδεις μεταβολές και δεν συνιστούν μικρής κλίμακας κατασκευές, για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια, ως αβασίμως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, μη θεμελιωμένου ούτε του ισχυρισμού του ότι κατά την διενέργεια των εν λόγω πράξεων πίστευε πεπλανημένα ότι δικαιούνταν να προβεί σ' αυτές και ότι η πλάνη του αυτή συγγνωστή, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι, αν και επιμελήθηκε για την έκδοση της δεύτερης, ως άνω, αδείας, προκειμένου να κατασκευάσει το προβλεπόμενο υπόστεγο, εντούτοις δεν αρκέστηκε στην κατασκευή τούτου, σύμφωνα με την οικεία μελέτη του συντάξαντος και επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού Α. Π., αλλά ενήργησε καθ' υπέρβαση της και επιπλέον προέβη στις προαναφερόμενες λοιπές πολλαπλές κατασκευές τόσο βοηθητικών χώρων όσο και προστεγασμάτων, επικαλούμενος την εν λόγω άδεια και επομένως, γνωρίζοντας ότι απαιτούνταν η έκδοση οικοδομικής αδείας. Περαιτέρω, από τα όσα αορίστως καταθέτει ο εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου μαρτυράς του κατηγορουμένου, συμφωνά με όσα του είχε αναφέρει ο επιστάτης του, Μιχάλης Σωτηρίου, που δεν επιρρωνύονται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας από την τέλεση των ανωτέρω κατασκευών, δηλαδή ότι είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το έτος 1999 και τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά την διενέργεια της αυτοψίας από την Πολεοδομία είχαν αυτές αποπερατωθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαλαμβανομένη θεώρηση στην υπ' αριθμ. 325/1998 άδεια, για ηλεκτροδότηση και υδροδότηση του κτίσματος, έλαβε χώρα στις 23-4-2001 και συνεπώς, ο συναφής ισχυρισμός περί παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όσον αφορά την δόμηση του υπογείου, εμβαδού 17,40τ.μ. (υπό στοιχείο α του κατηγορητηρίου), καλύπτεται από την αρχική οικοδομική άδεια και επομένως, δεν αποτελεί αυθαίρετη κατασκευή, όπως και η ανέγερση του μαντρότοιχου του οικοπέδου, διότι θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στην ίδια οικοδομική άδεια και επομένως, πρέπει να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος και για την κατασκευή του υπό στοιχείο στ του κατηγορητηρίου μαντρότοιχου, μήκους 90μ. Χ 0,80, εφόσον συνάμα δεν αποδεικνύεται ότι στοιχειοθετείται παράβαση, ως προς τις διαστάσεις του. Δεν συντρέχει δεδικασμένο εκ της υπ' αριθμ. 54752/2001 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθόσον αυτή αφορά την κατασκευή στις 12-9-1996 της άλλης πλευράς του μαντρότοιχου μήκους 50μ. και συνεπώς, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης. Εξάλλου από το γεγονός ότι κατ'εκείνον τον χρόνο δεν διαπιστώθηκαν από την Πολεοδομία οι προαναφερόμενες παράνομες κατασκευές, σε συνδυασμό με το ότι μέχρι το 2001 εκκρεμούσε το προηγούμενο Δικ/ριο, συνεπάγεται ότι οι κρινόμενες παραβάσεις διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001-9/2004. Με αυτές τις παραδοχές πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των λοιπών, πλην των υπό στοιχεία α και στ του κατηγορητηρίου, αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην παραλία Μαραθώνα Αττικής στις 21-9-2004 με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος ή στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών, ειδικότερα με την ιδιότητά του αυτή προέβη στην οδό ... αρ.140, στις κάτωθι υπερβάσεις της υπ' αρ. 1006/92 οικοδ. αδείας: Β) ισόγειος βοηθητικός χώρος διαστ.: 2,60 Χ 3,80= 9,88 τμ. γ) Βοηθητικός χώρος διαστ. 1,90 Χ 3,80 =7,22 τμ. δ)Υπόστεγο διαστ.: 6 Χ 2,90 =17,40 τμ. ε) Υπόστεγο διαστ.: 8 Χ 3,80=30,40 τμ. ζ) Περίφραξη γηπέδου 451,20 τμ. και 116 μ.μ. πάσσαλοι (29 πάσσαλοι Χ 4μ. ύψος) η) Αποθήκη διαστ.: 5 Χ 8 = 40 τμ. θ)Υπόστεγο διαστ.: 9 Χ 8 = 72 τμ. ι)Υπόστεγο διαστ.: 10 Χ 2 = 20 τμ. και ια)Υπόστεγο διαστ.: 3 Χ 2,60 = 7,80 τμ. χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δίκασαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ και 382 παρ.8, 381 παρ.1 και 329 παρ.1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που κυρώθηκε με το ΠΔ 14/27-7-1999, 17 παρ.8 του ν. 1337/1983, όπως αντικ. με το αρ.3 παρ.3 του ν. 2242/1994, τις οποίες δεν ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε ορθά και τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο μεν αιτιολογικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας σε ορισμένες προσθήκες - κατασκευές σε διόροφη οικοδομή, με την ιδιότητα του εντολέα, σε οικοδομή ιδιοκτησίας της συζύγου του Β. Μ.- Κ., που έχει μεταβιβάσει ποσοστό 80% της ψιλής κυριότητας κατ' ισομοιρίαν στα δύο τέκνα τους Ε. και Ι., στο δε διατακτικό, καταδικάζει τον κατηγορούμενο, για τις ίδιες αυθαίρετες κατασκευές, στις οποίες προέβη στην ίδια διόροφη οικοδομή αυτός, ως ιδιοκτήτης και όχι ως εντολέας. Ήτοι υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού και δεν προκύπτει σαφώς υπό ποία ακριβώς ιδιότητα ενεργούσε ο κατηγορούμενος, β) το δικαστήριο στο αιτιολογικό της αποφάσεως του, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί παραγραφής της άνω πλημμεληματικής πράξεως, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας από της τελέσεως των φερομένων ως αυθαίρετων κατασκευών, κατά το έτος 1999, μέχρι της κατά την 28-12-2006 γενόμενης στον κατηγορούμενο επιδόσεως του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος, δέχθηκε ότι δεν συμπληρώθηκε πενταετία και δεν αποδείχθηκε ότι οι εργασίες είχαν τελεσθεί και ολοκληρωθεί από το έτος 1999, τούτο δε, "δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά τη διενέργεια της αυτοψίας της οικοδομής από την Πολεοδομία είχαν αυτές αποπερατωθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαλαμβανόμενη θεώρηση στην υπ. αριθ. 325/1998 άδεια, για ηλεκτροδότηση και υδροδότηση του κτίσματος, έλαβε χώρα στις 23-4-2001. Εξάλλου, από το γεγονός ότι κατ' εκείνο τον χρόνο δεν διαπιστώθηκαν από την Πολεοδομία οι προαναφερόμενες παράνομες κατασκευές, σε συνδυασμό με το ότι μέχρι το 2001 εκκρεμούσε προηγούμενο δικαστήριο, συνεπάγεται ότι οι κρινόμενες παραβάσεις διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001 - 9/2004". Αντίθετα όμως το δικαστήριο, στο άνω διατακτικό του δέχθηκε ως συγκεκριμένο χρόνο τελέσεως των άνω αυθαίρετων κατασκευών την 21-9-2004, αντίφαση, η οποία επηρεάζει την προβληθείσα παραγραφή της πράξεως και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη δεύτερη με αρ. εκθ. 70/4-7-2011 αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 10/7-2-2011 αίτηση του Ε. Μ. του Ι., για αναίρεση της με αρ. 94174α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Δέχεται τη με αρ. εκθ. 70/4-7-2011 αίτηση του Ε. Μ. του Ι.. Αναιρεί την υπ' αριθ. 94174/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυθαίρετες κατασκευές. Απαράδεκτος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως , για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, λόγω αποδοχής δήλωσης αποχής της προεδρεύουσας με παρεμπίπτουσα απόφαση, καθόσον η απόφαση που δέχεται τη δήλωση αποχής δικαστή, κατά το άρθρο 23 του ΚΠΔ, μέλους της συνθέσεώς του, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναίρεσης και αν ακόμη η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αν ασκήθηκε κατ' αυτής ταυτόχρονα αναίρεση. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης για ασάφειες και αντιφάσεις ως προς την ιδιότητα που ενήργησε τις αυθαίρετες κατασκευές ο κατηγορούμενος και ως προς το χρόνο τελέσεως, που επηρεάζει την προταθείσα παραγραφή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 362/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, περί αναιρέσεως της 6007/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 983/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997 "ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ -ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ στη φορολογική Νομοθεσία", με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται, ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και του άρθρου 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταβολής των επιδίκων χρεών, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 6007/2011 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σε βάρος της κατηγορουμένης, δυνάμει της με αριθμό 74/2000/2003 καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Ζ' Τελωνείου Οινοπνευματωδών και Καπνικών Θεσσαλονίκης, η οποία κατά τον κρίσιμο παρόντα χρόνο είναι ισχυρή και έγκυρη και επιδόθηκε σ' αυτήν την 4.5.2004, βεβαιώθηκαν, με την έκδοσή της την 2.10.2003, από πολλαπλά τέλη και πρόστιμα, χρέη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 7.187.491,84 ευρώ, για παραβάσεις του Ν 2960/2001-Τελωνειακός Κώδικας, για λαθρεμπορία τσιγάρων. Εξαιτίας της άσκησης, την 24-6-2004, κατά της ανωτέρω πράξης, προσφυγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης 1037/8-9-2005 και δεν αναστέλλει την είσπραξη του 30% των βεβαιωθέντων χρεών, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατέστη το αντίστοιχο στο άνω ποσοστό, ποσό των 1.617,185,63 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 4-5-2004. Η εκκαλούσα κατηγορούμενη όμως δεν προέβη στην πληρωμή των χρεών της αυτών προς το Δημόσιο, εντός τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστη απαιτητό, δηλαδή μέχρι την 4-9-2004, με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικότερα δεν κατέβαλε, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν απαιτητά, πόσο 646.874,25 ευρώ, που βεβαιώθηκε από το Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, στις 2-10-2003 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 4-5-2004, ποσό 646.874,25 ευρώ, που βεβαιώθηκε από το Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 2-10-2003 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 4-5-2004 και ποσό 323.437,13 ευρώ, που βεβαιώθηκε από το Ζ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 2-10-2003 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 4-5-2004. Συνεπώς, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη που της αποδίδεται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη της ανωτέρω πράξεως, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών (4) ετών, την οποία και ανέστειλε επί τετραετία με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν και θα αναφερθούν στη συνέχεια, κατά την έρευνα του οικείου λόγου αναίρεσης. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2523/1997, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν απαιτούνταν για την νομότυπη δίωξη και την καταδίκη για την ανωτέρω πράξη, οι κατά το άρθρο 21 παρ. 2 και 4 του Ν. 2523/1997 προϋποθέσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω (προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, επισύναψη κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας επικυρωμένων αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής), όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, αλλά αρκούσε η έκδοση και κοινοποίηση της Καταλογιστικής Πράξης όπως και έγινε, αρμόδιος δε για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο διευθυντής της Τελωνειακής Αρχής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ν. 2960/2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα), όπως συνέβη εν προκειμένω. Επίσης κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αξιόποινη η πράξη, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, καίτοι η αναιρεσείουσα είχε αθωωθεί για την πράξη της λαθρεμπορίας, για τους παρακάτω λόγους: Ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής εξέδωσε την υπ' αριθμό 74/2000/2003 καταλογιστική πράξη επιβολής πολλαπλών τελών που προαναφέρθηκε, σε βάρος της αναιρεσείουσας για παραβάσεις του Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001) για κατοχή λαθρεμπορεύματος (καπνικών) από κοινού με άλλα άτομα. Την καταλογιστική πράξη κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την 4-5-2004, αφού πρώτα αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. Η καταλογιστική αυτή πράξη εκδόθηκε την 2-10-2003 και συνεπώς το χρέος βεβαιώθηκε από το Τελωνείο την 2-10-2003. Κατά τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 4 του ως άνω ν. 2960/2001 (Τελωνειακού Κώδικα), όλες οι πράξεις επιβολής πολλαπλού τέλους προσβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής και η τυχόν υποβολή αίτησης αναστολής δεν αναστέλλουν την είσπραξη του τριάντα τοις εκατό (30%) των προστίμων και πολλαπλών τελών, που επιβλήθηκαν από την Τελωνειακή Αρχή. Μετά την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) που εισπράχθηκε, συμψηφίζεται ή επιστρέφεται, ολικά ή μερικά, ανάλογα με την περίπτωση. Η κατηγορουμένη, κάνοντας χρήση της ως άνω διάταξης, άσκησε προσφυγή, κατά της ως άνω Καταλογιστικής πράξης, έπρεπε όμως να καταβάλει το 30% του χρέους, η καταβολή του οποίου δεν αναστέλλεται με την άσκηση της προσφυγής σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 150 παρ. 4 του ως άνω ν. 2960/2001 (Τελωνειακού Κώδικα). Το χρέος αυτό δεν το κατέβαλε η αναιρεσείουσα, όπως είχε υποχρέωση, με βάση την ως άνω διάταξη, εντός τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστη απαιτητό, δηλαδή μέχρι τη 4-9-2004, με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 5 του ως άνω ν. 2960/2001 (Τελωνειακού Κώδικα), η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη, είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί, ανάλογου δε περιεχομένου διάταξη, είναι και η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 142 του ως άνω ν. 2960/2001 (Τελωνειακού Κώδικα), κατά την οποία ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 (περί λαθρεμπορίας) του παρόντα Κώδικα, διαφυγή της πληρωμής δασμών φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, ακόμη και αν κρινόταν αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Τέλος και στη διάταξη του άρθρου 155 παρ.1 περ.β' του ως άνω Ν. που ορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, ορίζεται ότι " οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος και αν ακόμη ήθελε κριθεί ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από το σύνολο των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι η επιβολή του πολλαπλού τέλους, ως τελωνειακή παράβαση, είναι ανεξάρτητη από την έκβαση της περί λαθρεμπορίας δίωξης. Ορθά επομένως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, προχώρησε στην έρευνα της προκειμένης υπόθεσης, καίτοι η αναιρεσείουσα είχε αθωωθεί για την πράξη της λαθρεμπορίας. Στην αιτιολογία της ως άνω αποφάσεως (κύριας και παρεμπίπτουσας), περιλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω, κατά νόμο στοιχεία, για την θεμελίωση της ποινικής ευθύνης της αναιρεσείουσας για την συγκεκριμένη πράξη, με συνέπεια να υπάρχει πλήρης αιτιολογία αυτής. Περαιτέρω, δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει κατά το μεγαλύτερο μέρος του το διατακτικό, αφού σ' αυτό περιλαμβάνονται πέραν των τυπικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ 1ος, 2ος και 6ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω απόφασης καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που αναφέρθηκαν καθώς και παραβίαση της διατάξεως του άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση, έστω και αν η δι' αυτής εκφερόμενη διάγνωση επαφίεται στην ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αυτό ισχύει και για την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 ΚΠΔ περίπτωση, κατά την οποία "Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Και στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη αιτιολογίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης κατά τα άνω, υπ' αριθμό 6007/2011, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης που την εκπροσωπούσε, ανέπτυξε προφορικά και προφανώς κατέθεσε και γραπτώς το παρακάτω (εν περιλήψει) αίτημα: Ότι έπρεπε να ανασταλεί η εκδίκαση της ποινικής δίκης για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, επί της από 24-6-2004, προσφυγής της κατηγορουμένης, με αριθμό κατάθεσης 1037/8-9-2005, στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η εκδίκαση της οποίας δεν έχει προσδιοριστεί μέχρι σήμερα και η οποία προσφυγή ασκήθηκε βάσει της με αριθμό 74/2000/2003 καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Ζ' Τελωνείου Οινοπνευματωδών και Καπνών Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε το ως άνω αίτημα αναστολής της δίκης με την παρακάτω αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 60 Κ.Π.Δ. ... . Κατά το άρθρο 61 Κ.Π.Δ. ... Προϋπόθεση της κατά το άρθρο 61 Κ.Π.Δ. αναβολής που εφαρμόζεται και επί δικών που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια, είναι ότι η ποινική δίκη και η αστική δίκη είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο, ότι ανέκυψε στην ποινική δίκη ζήτημα αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο σχετίζεται με στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του δικαζόμενου εγκλήματος (ΑΠ 2380/2003 ΠοινΔ 2004.492, ΑΠ 928/2002 ΠοινΔ 2002.1207). Υπό τη συνδρομή των τασσόμενων προϋποθέσεων η παραδοχή του αιτήματος αναβολής κατά το άρθρο αυτό, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1223/2010 ο.π., ΑΠ 1679/2006 ΠοινΔ 2007.386, ΑΠ 182/2006 ΠΧ ΝΣΤ 800, ΑΠ 2380 ο.π.). Διάταξη η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 Ν 2523/1997 και εν συνεχεία από 1-1-2004 με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν 3220/2004), μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου που βάλλει κατά πράξης καταλογισμού και βεβαίωσης των χρεών δεν υφίσταται δεν απαιτείται,, αλλά, αντίθετα, για την άσκηση της ποινικής δίωξης δεν απαιτείται ούτε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής ούτε σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της πράξης βεβαίωσης του χρέους, τελεσίδικη απόφαση επ' αυτής (βλ. σχετικώς ΑΠ 5/2009, ΑΠ 834/2008, ΑΠ 827/2007, ΑΠ 1404/2006 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα - κατηγορούμενη, διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ζήτησε την αναβολή της παρούσας ποινικής δίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 61 του ΚΠΔ, επικαλούμενη ότι κατά της με αριθμό 74/2000/2003 καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Ζ' Τελωνείου Οινοπνευματωδών και Καπνικών Θεσσαλονίκης, άσκησε στις 24-6-2004 προσφυγή για την ακύρωσή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης ΠΡ1037/8-9-2005. Το αίτημα όμως αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Ειδικότερα, αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η μη καταβολή των χρεών που βεβαιώθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορούμενης εντός της κατά νόμο προθεσμίας, οπότε το κύρος ή μη της διοικητικής πράξης με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος, έτσι ώστε το θέμα αυτό και υπό την προϋπόθεση ότι εκκρεμεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, να μη σχετίζεται με την παρούσα ποινική δίκη. Εξάλλου, όπως και η ίδια η εκκαλούσα-κατηγορούμενη επικαλείται, αλλά και προκύπτει από τις ανωτέρω αναγνωσθείς δύο βεβαιώσεις του Τμήματος Προσδιορισμού-Στατιστικών του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εκδίκαση της προσφυγής της, η άσκηση της οποίας, όπως ρητώς αναφέρεται στην με αριθμό πρωτ. 4763/27-6-2008 αίτηση ποινικής δίωξης του Διευθυντή του Ζ Τελωνείου Θεσσαλονίκης (η οποία ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να χρειάζεται να αναγνωσθεί δημόσια στο ακροατήριο - βλ. σχετικώς ΑΠ 3030/2009 ΝΟΜΟΣ), δεν αναστέλλει την είσπραξη του 30% των πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν με βάση τον Τελωνειακό Κώδικα (για το ποσοστό αυτό υποβλήθηκε η ανωτέρω αίτηση ποινικής δίωξης και το αντίστοιχο σε αυτό ποσό αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας ποινικής δίκης), δεν έχει καν προσδιοριστεί μέχρι σήμερα, ενώ ουδόλως προκύπτει πότε αναμένεται να λάβει χώρα ο προσδιορισμός της, ούτε πολύ περισσότερο πότε θα εκδοθεί σχετική απόφαση έστω και σε πρώτο βαθμό. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουδόλως προκύπτει ότι η εκκαλούσα - κατηγορούμενη προέβη σε οποιαδήποτε, έστω και με ανεπιτυχές αποτέλεσμα, ενέργεια να επισπευσθεί η εκδίκαση της προσφυγής της, παρά το γεγονός της σε βάρος της ποινικής δίωξης για το συγκεκριμένο αδίκημα της μη καταβολής χρεών που ήδη δικάζεται από το παρόν Δικαστήριο σε δεύτερο βαθμό, αρκεσθείσα μόνο στην κατάθεση του δικογράφου της και στην επίκληση αυτού και μόνο του γεγονότος για τη δικαιολόγηση του κρινόμενου αιτήματός της". Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε το πιο πάνω αίτημα αναστολής της δίκης με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, δεχθέν ορθώς, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη της παρούσας διαλαμβάνονται ότι για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο δεν είναι υποχρεωτική η αναστολή της δίκης εκκρεμούσης προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια, ενώ περαιτέρω κατά την κρίση του, δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής της ποινικής δίκης λόγω άσκησης της ως άνω Προσφυγής. Εξάλλου η εν λόγω απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, καθόσον η αθώωσή της για την πράξη της Λαθρεμπορίας, αφορούσε διαφορετική από την κρινόμενη αξιόποινη πράξη, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' 3ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης καθώς και παραβίαση της διατάξεως του άρθρο 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 ΠΚ ορίζεται ότι "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή υπονοεί τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τα οποία "Κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπ' όψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως τα περί αυτών δεδομένα προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του (ΑΠ 1413/2010, A.Π. 1155/2000). Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και τη δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής. Επομένως, ο 4ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της περί ποινής αποφάσεως του παραπάνω Δικαστηρίου, με τον ισχυρισμό ότι αρκέσθηκε σε απλή παράθεση του περιεχομένου του άρθρου 79 ΠΚ και δεν προέβη σε πρόσθετες παραδοχές για την "εξοντωτική, πολύ μεγάλη" ποινή που επέβαλε και εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 79Π.Κ. 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και με τους οποίους προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', είναι αβάσιμος, διότι οι περί της προσωπικότητας της κατηγορουμένης και της βαρύτητας της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε, σκέψεις του δικαστηρίου διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της επί της ενοχής αποφάσεώς του. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του ν. 3904/2010, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 Π.Κ. (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος) είναι υποχρεωμένο να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ο οποίος και την εκπροσωπούσε, μετά τον καθορισμό της ποινής των τεσσάρων ετών φυλακίσεως που επέβαλε σ' εκείνην το Δικαστήριο ζήτησε, "την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό επιτήρηση κατ' άρθρο 100 ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 3904/2010". Το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, έκανε δεκτό το ως άνω αίτημα, άλλωστε, ήταν υποχρεωμένο, κατά τα εκτεθέντα, να αποφασίσει επί του θέματος αυτού και αυτεπάγγελτα, κρίνοντας, ότι η αναστολή πρέπει να χορηγηθεί για τέσσερα έτη, με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν (εμφάνιση στο Αστυνομικό Τμήμα την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για όσο χρόνο διαρκέσει η αναστολή εκτέλεσης της ποινής και καταβολή, εντός εξαμήνου, ποσού 10.000 Ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα). Καίτοι το ως άνω δικαστήριο, κατά τα εκτεθέντα, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την παραπάνω περί αναστολής απόφασή του, αφού δέχθηκε αυτήν, εν τούτοις πλήρως αιτιολογεί την παραπάνω κρίση του, με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, αιτιολογώντας και την έλλειψη αντιγράφου ποινικού Μητρώου της κατηγορουμένης από τη δικογραφία (βλ. σελ 15 έως 17 προσβαλλομένης απόφασης). Συνεπώς ο από το άρθρο 510 στοιχ Δ' και Ε' 5ος λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη επιβολή των παραπάνω όρων και του χρόνου διάρκειας της αναστολής και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 100Π.Κ. και του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 22-7-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 28/2011 αίτηση, της Μ. Ν. του Γ., για αναίρεση της με αριθμό 6007/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο δημόσιο. Επιβολή πολλαπλού τέλους από το Διευθυντή του Τελωνείου για λαθρεμπορία τσιγάρων. Κοινοποίηση καταλογιστικής πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους. Η άσκηση προσφυγής κατά της ως άνω καταλογιστικής πράξης, δεν απαλλάσσει την αναιρεσείουσα από την καταβολή ποσοστού 30% επί του παραπάνω τέλους. Η μη καταβολή του ποσοστού αυτού, στοιχειοθετεί το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Η επί της λαθρεμπορίας απαλλαγή δεν επηρεάζει τη δίκη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο. Έλλειψη αιτιολογίας. Δεν είναι υποχρεωτική η αναστολή της δίκης για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, εκκρεμούσης προσφυγής. Έλλειψη αιτιολογίας για την ενοχή. Έλλειψη αιτιολογίας, της περί ποινής αποφάσεως. Αβάσιμος ο ισχυρισμός, γιατί οι περί της προσωπικότητας της κατηγορουμένης και της βαρύτητας της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε, σκέψεις του δικαστηρίου διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της επί της ενοχής αποφάσεώς του. Αιτιολογημένη η απόφαση για αναστολή της ποινής φυλάκιση 4 ετών με όρους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 361/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Γαλούνη, περί αναιρέσεως της 344/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Μ. Β. του Β.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 884/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ. 2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 344/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, από κοινού με το συγκατηγορούμενό της, Μ. Β., αγοράς, και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα 12,8 γραμμαρίων ηρωίνης, ως τοξικομανής, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες, και έχοντας αποκτήσει η 2α εξ αυτών την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, μη δυναμένη να αποβάλλει αυτήν με τις δικές της δυνάμεις α) στο Ζεφύρι Αττικής στις 9.2.2004 αγόρασαν από άγνωστον αθίγγανον την ναρκωτικήν ουσίαν ηρωίνης, συνολικού μικτού βάρους 12,8 γραμ. περίπου, αντί άγνωστου χρηματικού τιμήματος, τουλάχιστον όμως αντί του ποσού των 240 ευρώ, με σκοπό την εμπορείαν και β) στο Καματερό Αττικής στις 9.1.2004, κατείχαν την ναρκωτικήν ουσίαν ηρωΐνης ήτοι στη διασταύρωση των οδών Καματερού και Φυλής εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο εξ αυτών Μ. Β.ς με συνοδηγόν την Μ. Μ. κατείχαν, με την έννοιαν της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσαν ανά πάσαν στιγμήν να διαπιστώσουν την ύπαρξη της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας ηρωΐνης συνολικού μικτού βάρους 12,8 γραμ. περίπου, συσκευασμένην σε μια αυτοσχέδια συσκευασίαν από νάϋλον, την οποίαν είχαν κρυμμένην κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού, με σκοπό την εμπορίαν. Η εν λόγω ποσότητα ηρωΐνης προορίζετο προς εμπορίαν και όχι για αποκλειστική χρήση της κατηγορουμένης Μ. Μ., δεδομένου ότι το βάρος της με την άμεση συσκευασία της, ανερχόμενων εις 12,5 γρ. υπερέβαινε κατά πολύ το μικρό με την άμεση συσκευασία βάρος του 1 1/2 γραμ. ηρωίνης που θεωρείται ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη έστω και εξαρτημένων (άρθρ. 29 παρ.1 Κ.Ν.Ν. ως αντικατ. ισχύει). Άλλωστε με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον η μέση ημερήσια δόση ηρωίνης ενός εξαρτημένου χρήστη κυμαίνεται στο 1/4 του ενός γραμμαρίου, η προαναφερθείσα ποσότητα ηρωίνης αρκούσε για χρονικό διάστημα πλέον του ενός και ημίσεος μηνός, γεγονός που αποκλείει παντελώς την περίπτωση, ότι η ποσότητα αυτή προορίζετο για αποκλειστική χρήση της κατηγορουμένης Μ. Μ.. Συνεπώς είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός αυτής ότι η εν λόγω ποσότητα προορίζετο για αποκλειστική δική της χρήση και επομένως, εν όψει του ότι αυτή είναι χρήστης και μάλιστα εξαρτημένη εκ των ναρκωτικών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων και να αναγνωριστούν αι ελαφρυντικάι περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β ΠΚ εις τον 1ον κατηγορούμενος και του άρθρου 84 παρ.1 εδ.α ΠΚ εις την δευτέραν κατηγορουμένην". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, 1, 14, 26 παρ.1, 27, 94 Π.Κ. 20 παρ.1 περ.β', ζ' και 2, 30 παρ.1 και 4 β' του Ν. 3459/2006 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3811/2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι 1ος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ( άρθρο 510 παρ.1 Δ' Κ.Π.Δ.) και περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 Ε' Κ.Π.Δ.), λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την παρ.1 της διάταξης του άρθρου 29 του ως άνω Κ.Ν.Ν., "Όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ...". Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά δικές του ανάγκες, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 29 παρ.1 του ΚΝΝ (Ν. 3459/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι η κατηγορουμένη, μέσω του εκπροσωπούντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της, υπέβαλε, μεταξύ άλλων, τον κατά τα άνω αυτοτελή ισχυρισμό, ότι την παραπάνω ποσότητα ναρκωτικών την είχε προμηθευτεί για τις προσωπικές της ανάγκες, ήτοι για δική της αποκλειστική χρήση, με την έννοια ότι για τις προσωπικές της ανάγκες χρειαζόταν ημερησίως 2 γραμ. και λόγω της ιδιότητάς της ως καθηγήτριας δεν μπορούσε καθημερινά να μεταβαίνει στο Ζεφύρι για προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας. Τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, με την αιτιολογία που αναφέρεται παραπάνω στο περί ενοχής σκεπτικό της απόφασης, η οποία αιτιολογία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο αυτός ως άνω 1ος λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ.) καθόσον αφορά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 6-7-2011, υπ` αριθμό πρωτ. 1401/2011 αίτηση, της Μ. Μ. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 344/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών, ηρωίνης, από τοξικομανή . Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτοτελής ισχυρισμός άρθρου 29 παρ. 1 Κ.Ν.Ν., προμήθεια και κατοχή για δική του αποκλειστική χρήση. Τέτοιος ισχυρισμός προτάθηκε. Αιτιολογημένη η απόφαση τόσο ως προς την ενοχή όσο και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού. Απορρίπτει αναίρεση.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου R. O. του F., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, περί αναιρέσεως της 22549/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 806/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 " περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά εγκύρου επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του εκδότου, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 841/2010). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τοιαύτα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμό 22549/2011 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη (τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως), δέχθηκε τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στην Αθήνα και στο Μοσχάτο Αττικής στις 17.5.2006 και 28.5.2006 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "SPORTIMΕ Εκδοτική Εμπορική Τουριστική Διαφημιστική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρία", με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στο κομιστή τους και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στο διατακτικό επιταγές, σε διαταγή της εταιρείας "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", οι οποίες περιήλθαν με οπισθογράφηση στην "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και αφού εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρίσματος". Μετά ταύτα κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα και στο Μοσχάτο Αττικής, στις 17 Μαΐου 2006 και 28 Μαΐου 2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "SPORTIMΕ Εκδοτική Εμπορική Τουριστική Διαφημιστική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρία", με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε τις κάτωθι δυο επιταγές: 1. με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 17.5.2006 ποσού 50.000,00 ευρώ. 2. με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 28.5.2006 ποσού 24.971,00 ευρώ για να πληρωθούν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", νομίμως περιελθούσες εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτών. και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή η πρώτη επιταγή στις 25.5.2006 και η δεύτερη επιταγή στις 2.6.2006 δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τον αναιρεσείοντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία, "SPORTIME Εκδοτική Εμπορική Τουριστική διαφημιστική Συμμετοχών Ανώνυμος Εταιρεία", των επιδίκων επιταγών, υπογραφεισών υπ' αυτού, ως και τον χρόνο εκδόσεώς τους, την εμπρόθεσμη εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή και την μη πληρωμή τους, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πληρωμής και τον οποίον η απόφαση εκθέτει σαφώς και ορισμένως με το να δεχθεί ότι αφού παρουσιάσθηκαν η πρώτη την 25-5-2006 και η δεύτερη την 2-6-2006 στη πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα, ενώ η προηγηθείσα διαζευκτική παραδοχή ότι " δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής", αναφέρεται απλώς και μόνο στην διατύπωση του νόμου, χωρίς, εντεύθεν, να δημιουργείται ασάφεια ως προς τον χρόνο της μη υπάρξεως των διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Εξάλλου ο παραπάνω χρόνος, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή εν προκειμένω, και δη στην παραγραφή του σχετικού αδικήματος, αφού τόσο από το χρόνο έκδοσης των επιταγών (17-5-2006 και 28-5-2006) όσο και από το χρόνο εμφάνισης αυτών (25-5-2006 και 2-6-2006, αντίστοιχα), δεν έχει παρέλθει ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ. απαιτούμενος για την παραγραφή του σχετικού αδικήματος χρόνος (οκταετία, υπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής της παραγραφής). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του Κ.Π.Δ. 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις παραπάνω αιτιάσεις, (1η και 3η του αναιρετηρίου) είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, (2η του αναιρετηρίου) για αντίθεση μεταξύ του περιεχομένου των προσκομισθέντων και αναγνωσθέντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγγράφων, με αριθμούς 2 και 4-8, σχετικά με το ότι αυτός, κατά τους κρίσιμους χρόνους έκδοσης, ήτοι την 17-5-2006 και 28-5-2006 και εμφάνισης προς πληρωμή, ήτοι την 25-5-2006 και 2-6-2006, των επιδίκων επιταγών, δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας που αναφέρθηκε ούτε είχε σχέση με αυτήν, και των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί του ότι αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας εξέδωσε τις ένδικες επιταγές, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτη. Άλλωστε, ως αντίφαση ή ασάφεια, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί του ότι ο αναιρεσείων κατά τους ως άνω χρόνους έκδοσης των ενδίκων επιταγών, δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερθείσας εταιρείας ανεξαρτήτως του ότι αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, και δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας η απόρριψή του, και ανεξαρτήτως του ότι, δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την στοιχειοθέτηση του προκειμένου αδικήματος, διότι με μόνη την υπογραφή στην επίδικη επιταγή του αναιρεσείοντος, καθίσταται αυτός υπόχρεος για την υπογραφή της και υπέχει ποινική ευθύνη, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη διαλαμβάνονται, και με την ιδιότητα του υπογραφέντα εκδότη των ένδικων επιταγών θεμελιώθηκε η ενοχή του. Να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων, δεν αμφισβήτησε την υπογραφή του, στη θέση του εκδότη των επιδίκων επιταγών, στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου, (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν παραστάθηκε και δικάστηκε ερήμην), όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών. Σε συνέχεια των όσων αναφέρονται παραπάνω, ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, παρατηρείται ότι οι απλές ασυνταξίες του κειμένου ή οι προφανείς παραδρομές στη χρήση όρων ή ονομάτων δεν αξιολογούνται ως λογικά κενά ή αντιφάσεις, όταν από την επισκόπηση του συνόλου και το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς το αληθινό περιεχόμενο αυτής και το ηθελημένο πόρισμα του δικαστηρίου. Εν προκειμένω, με τον 4η αιτίαση του 1ου λόγου του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, διαλαμβάνεται ότι, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, "την ένταση του δόλου ή τον βαθμό αμέλειας" του κατηγορουμένου, με συνέπεια να δημιουργείται αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της σχετικής απόφασης. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον από την επισκόπηση του συνόλου της αποφάσεως και το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού αυτής, δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς το αληθινό περιεχόμενό της, σχετικά με την από τον αναιρεσείοντα γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη και η επίκληση στην προσβαλλομένη απόφαση της φράσης "ή τον βαθμό αμέλειας", οφείλεται σε προφανή παραδρομή διαγραφής του εντύπου της απόφασης ως προς το διαζευκτικά αναφερόμενο "τον βαθμό αμελείας "και δεν αξιολογείται ως αντίφαση στην προηγηθείσα φράση "την ένταση του δόλου". Πέρα από το γεγονός ότι, κατά τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αδικήματος τελεσθέντος από δόλο και όχι από αμέλεια. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, διότι στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματά του (Α.Π. 795/2011, 1751/2010). Με τον 2ο λόγο της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του έγγραφα των οποίων δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η ταυτότητά τους και ειδικότερα, φωτοτυπία δύο (2) επιταγών της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι πρόκειται περί των ενδίκων επιταγών, δημιουργουμένης απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, αφού δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν (οι ένδικες επιταγές) στο ακροατήριο. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι αναγνώστηκαν δύο (2) επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να εξειδικεύονται περαιτέρω αυτές και προφανώς πρόκειται περί των επιδίκων, οι οποίες επίσης είναι της Εθνικής Τράπεζας. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, οι ανωτέρω επίδικες επιταγές απετέλεσαν τη βάση για τις αποδοθείσες σε βάρος του αναιρεσείοντα κατηγορίες και το μέσο τελέσεως του εγκλήματος που του αποδίδεται, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αναφέρονται στην κατηγορία, υποβλήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (σε φωτοτυπία όπως σε όλες τις συναφείς περιπτώσεις, χωρίς η ένδικη να αποτελεί εξαίρεση) με την υποβολή της μήνυσης εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας και συμπεριλαμβάνονται στη σχηματισθείσα σε βάρος του δικογραφία και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο ο δε αναιρεσείων αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του διά του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Συνεπώς ο μη επακριβής προσδιορισμός της ταυτότητάς τους, ως αναγνωστέων εγγράφων, στα πρακτικά της ως άνω απόφασης ακόμη και η μη ανάγνωση αυτών δεν επέφερε την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα της διαδικασίας και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως άνω 2ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-6-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1244/17-6-2011 αίτηση του R. O. του F., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 22549/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής από νόμιμο εκπρόσωπο Α.Ε. Ποινική ευθύνη εκδότη. Στοιχεία αδικήματος. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ισχυρισμός περί του ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν κατά το χρόνο εκδόσεως των επιταγών νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας. Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας και η απόρριψή του και δεν ασκεί έννομη επιρροή για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αφού ο κατηγορούμενος, με μόνη την υπογραφή του στη θέση του εκδότη της επιταγής καθίσταται ποινικά υπεύθυνος. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση των επιταγών, χωρίς να εξειδικεύεται ότι αυτές είναι οι επίδικες, καθόσον αυτές αποτελούν μέσο του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 359/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές του Αρείου Πάγου: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2842/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. (Γ.) Λ. του Γ.. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1) "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Ψ., 3) Ι. Π. και 4) Β. Λ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/22.11.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1373/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 282/9.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: - Εισάγοντας, ενώπιον Σας ,κατ' αρθρ 485 §1 ΚΠΔ , την με αριθ. 47/22-11-2011 αίτησή μας, δια της οποίας ζητάμε ν' αναιρεθεί, το με αριθ. 2842/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Σας γνωρίζουμε ότι, για την βασιμότητα των λόγων της ασκηθείσας αναιρέσεως, αναφερόμαστε εξ 'ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως. Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Να γίνει δεκτή η με αριθ. 47/22-11-2011 αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 2842/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα, σε θετική δε περίπτωση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3904/2010, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος (δηλαδή και εκείνου, που εκδίδεται από το Συμβούλιο Εφετών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 323§3 του ΚΠοινΔ, μετά από προσφυγή του κατηγορουμένου με ειδική δωσιδικία κατά του κλητηρίου θεσπίσματος που τον παραπέμπει απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου) με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Το δικαίωμα δε τούτο του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποκλείεται από το τέταρτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 322, κατά το οποίο το Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, γιατί η διάταξη αυτή έχει την έννοια του τελευταίου βαθμού της ουσιαστικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου Εφετών και δεν περιορίζει την αναιρετική δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου. Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Ως ισχυρισμός, ο οποίος επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου, θεωρείται η ανακοίνωση που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ.1 και 3 του άρθρου 364 του ΠΚ που αναφέρονται περιοριστικώς στην ανώνυμη εταιρία και προστατεύουν την οικονομική και επιχειρηματική οντότητα, τη φήμη και επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της, προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως διάφορο της συκοφαντικής δυσφημήσεως του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, δια ισχυρισμού ή διαδόσεως ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες της εταιρίας είτε στα πρόσωπα που τη διευθύνουν ή την διοικούν και, ακόμη, να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση βλάβης αυτής. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως της ανώνυμης εταιρίας απαιτείται δόλος άμεσος, ο οποίος συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ως άνω γεγονότος και στη γνώση ότι τούτο είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει προσφυγή του κατηγορουμένου κατά κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται, όπως αναφέρθηκε, άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στο βούλευμα που απορρίπτει την προσφυγή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση του δράστη ότι το περιστατικό που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ήταν ψευδές, διαφορετικά το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Τέλος, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την απορριπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία και υπομνήματα προσφεύγοντος κατηγορουμένου) προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Αθηνών Ι. Λ. εις Αθήνας Αττικής κατά την 20-10-2008 ως και κατά την 12-11-2008 ετέλεσεν εκ προθέσεως τας ακολούθους πράξεις και δη: Δια πλειόνων μερικωτέρων ομοειδών πράξεων συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος ισχυρίσθη ενώπιον τρίτων δι' άλλους ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας των τελών δυνάμενα να βλάψουν την τιμήν και την υπόληψιν αυτών. Ειδικότερον: α) Κατά την 20-10-2008 δι' αναφοράς - καταγγελίας του ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου εις βάρος των Δικαστών, μελών της συνθέσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίοι εξέδωσαν την υπ' αριθμόν 6287/2008 απόφασιν εις την από 21-7-2005 αγωγήν του ιδίου κατά της εγκαλούσης εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." και των εγκαλούντων Σ. Ψ., Εκδότου και Διευθυντού της εφημερίδος "το Βήμα", Ι. Π., Αρχισυντάκτου της ανωτέρω εφημερίδος και Β. Λ., Δημοσιογράφου και β) κατά την 12-11-2008 δια της καταθέσεως εφέσεως αυτού κατά της ανωτέρω υπ' αριθμόν 6287/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ισχυρίσθη δια τους εγκαλούντας Σ. Ψ., Ι. Π. και Β. Λ. τα κάτωθι ψευδή γεγονότα τελών εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Των τοιούτων ψευδών γεγονότων έλαβον γνώσιν οι εγκαλούντες κατά την 13-11-2008. Συγκεκριμένως ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι " οι Δικασταί, οι οποίοι συμμετείχον εις την σύνθεσιν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προέβησαν εις σκόπιμον κακήν εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών και απέρριψαν την αγωγήν του, αφού ήκουσαν μόνον την φωνήν των ισχυρών εγκαλούντων και αντέγραψαν με θρησκευτικήν ευλάβειαν τας προτάσεις των: Ο κατηγορούμενος Δικηγόρος εγνώριζε καλώς ότι οι εγκαλούντες δεν επηρέασαν την δικαιοδοτικήν κρίσιν των Δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να απορρίψουν την αγωγήν αυτού. Τα ανωτέρω τα υπό του κατηγορουμένου διαδοθέντα και ισχυρισθέντα ηδύναντο να βλάψουν την τιμήν και την υπόληψιν των εγκαλούντων, καθ' όσον ο κατηγορούμενος τους ενεφάνιζεν ότι δήθεν εχρησιμοποίησαν αθέμιτα μέσα, δια να επηρεάσουν τους Δικαστάς εις την έκδοσιν της αποφάσεώς των. Κατά τον αυτόν ως άνω τόπον και χρόνον δια πλειόνων μερικωτέρων ομοειδών πράξεων συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Αθηνών Ι. Λ. ισχυρίσθη καθ' οιονδήποτε τρόπον ενώπιον τρίτων δια Ανώνυμον Εταιρείαν γεγονός το οποίον είναι σχετικόν με τα πρόσωπα, τα οποία διευθύνουν την Ανώνυμον Εταιρείαν και το οποίον γεγονός ηδύνατο να βλάψη την εμπιστοσύνην του κοινού εις την εταιρείαν, καίτοι εγνώριζεν την αναλήθειαν των ισχυρισμών του. Ειδικότερον με το περιεχόμενον της από 20-10-2008 αναφοράς του ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και με το περιεχόμενον της από 12.11.2008 εφέσεώς του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ισχυρίσθη τα ανωτέρω αναφερόμενα ψευδή πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος εγνώριζεν την αναλήθειαν των δι' αυτού ισχυρισθέντων γεγονότων αναφορικώς με την δήθεν εμπλοκήν του Διευθυντού της Εφημερίδος "Το Βήμα" και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." Σ. Ψ. εις την έκδοσιν μεροληπτικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη της υπ' αριθμόν 6267/2008 προς το συμφέρον της εγκαλούσης εταιρείας με την απόρριψιν της από 21-7-2005 αγωγής αυτού, οι οποίοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ηδύναντο να βλάψουν την εμπιστοσύνην του κοινού προς την εταιρείαν ...". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας κατ' εξακολούθηση και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την υπ' αριθ. 47/4.3.2011 προσφυγή του κατά του υπ' αριθ. 2010/232/12.7.2010 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363 σε συνδ. με 362 και 364§§1, 3 του ΠΚ. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για τους εγκαλούντες γεγονός, που περιλαμβάνεται στην από 20.10.2008 αναφορά - καταγγελία του προσφεύγοντος ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στην έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 6267/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την οποία κατέθεσε στις 12.11.2008, το οποίο ήταν σχετικό με τα πρόσωπα που διηύθυναν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία, ότι, δηλαδή, οι τελευταίοι και δη οι Σταύρος Ψυχάρης, Εκδότης και Διευθυντής της εφημερίδας "το Βήμα" και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, Ι. Π., Αρχισυντάκτης της εφημερίδας και Β. Λ., Δημοσιογράφος, προκάλεσαν την έκδοση μεροληπτικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (της υπ' αριθ. 6267/2008) προς το συμφέρον της ως άνω εταιρίας με την απόρριψη της αγωγής του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο ήταν ψευδές, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας του εν λόγω γεγονότος. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η ακριβής γνώση του κατηγορουμένου της αναλήθειας των όσων ισχυρίσθηκε είναι αβάσιμη, αφού: Ο σχετικός με το ψευδές ως άνω γεγονός ισχυρισμός του προσφεύγοντος - κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση αντίληψη και γνώση του ίδιου οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε ούτε άλλωστε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του οποιαδήποτε παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, πριν υποβάλει την αναφορά του, έλεγξε την αλήθεια του ισχυρισμού του ή ότι επικαλέστηκε στοιχεία που να αποδεικνύουν το αληθές αυτού, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση περί της αναληθείας του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Επομένως, o, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 47/22 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2842/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθά και αιτιολογημένα το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε προσφυγή του κατηγορουμένου κατά κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός για συκοφαντική δυσφήμηση και δυσφήμηση^ ανώνυμης εταιρίας. Στοιχεία εγκλημάτων. Ο ψευδής ισχυρισμός θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση του δράστη και δεν απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως του εισαγγελέα του ΑΠ.
null
null
0
Αριθμός 358/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Τ. Μ. του Κ., κάτοικο ... και εγκαλούμενο τον Κ. Σ., Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η υπ' αριθμ. 44527/27-9-11 αίτηση, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1089/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη, με αριθμό 287/13.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, με την συνημμένη δικογραφία, την υπ' αριθ. 44527/2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας για τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τ' άρθρα 136 περίπτωση ε' και 137 του Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε1 του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (ΑΠ 364/2006 Π.ΧΡ. ΝΣΤ 894). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα, από την με ημερομηνία 13.5.2010 μήνυση του Τ. Μ. του Κ. και το από 5.10.2010 υπόμνημα του ιδίου, κατεμήνυσε, μεταξύ άλλων ατόμων και τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας Κ. Σ. για κατάχρηση εξουσίας και παράβαση καθήκοντος. Με το υπ' αριθ. ΕΓ 97-11/86/ 18.8.2011 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας ζητείται ο κανονισμός αρμοδιότητας, λόγω του ότι ο πιο πάνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθήνας με το υπ' αριθ. 44527/2011 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί από το Δικαστήριό Σας κανονισμό αρμοδιότητας, δεδομένου, ότι πλέον στην περιφέρεια του Εφετείου Αθήνας υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθήνας και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθήνας δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφερείας του. Συντρέχει συνεπώς περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 132, 135 και 136 περίπτωση ε1 ΚΠΔ για να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, προκειμένου να αποφανθούν περί της πιο πάνω μήνυσης του Τ. Μ. κατά του προαναφερόμενου εισαγγελικού λειτουργού και των λοιπών μηνυομένων λόγω συναφείας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να ορισθούν κατά παραπομπή οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 13.5.2010 μήνυσης του Τ. Μ. κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθήνας Κ. Σ. και, λόγω συναφείας κατά των λοιπών. Αθήνα 12.12.2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εν προκειμένω, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 44527/11/27.9.2011 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών επιδιώκεται η παραπομπή σε άλλο πρωτοδικείο της ποινικής δικογραφίας εις βάρος του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Κ. Σ., για κατάχρηση εξουσίας και παράβαση καθήκοντος, η οποία σχηματίσθηκε μετά από την από 13.5.2010 μήνυση του Τ. Μ., κατά του ως άνω εισαγγελικού λειτουργού και άλλων προσώπων και υποβλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τον κανονισμό αρμοδιότητας. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, αφού στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Αθηνών υπάγεται το Πρωτοδικείο Αθηνών, στην Εισαγγελία του οποίου υπηρετεί ήδη ο μηνυόμενος Αντεισαγγελεύς. Ενόψει, λοιπόν, του γεγονότος αυτού, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο τούτο και παραπομπής της υποθέσεως από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών σε εκείνες άλλου Εφετείου και ειδικότερα στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου οι ως άνω εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να αποφανθούν επί της πιο πάνω μηνύσεως του Τ. Μ., κατά του προαναφερόμενου εισαγγελικού λειτουργού και των λοιπών μηνυομένων, λόγω συναφείας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς να αποφανθούν επί της από 13.5.2010 μηνύσεως του Τ. Μ. κατά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Κ. Σ. και λόγω συνάφειας και κατά των λοιπών κατηγορουμένων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Αθηνών σε εκείνες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 357/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Π. Π. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6314/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 198/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό183/2.9.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 2-2-2011 αίτηση του Π. Π. του Β., κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 6314/15-7-2009 αμετακλήτου αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς δέκα (10) ΕΥΡΩ ημερησίως, για από κοινού με άλλο άγνωστο πρόσωπο κατάρτιση πλαστού εγγράφου και χρήση αυτού με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο ανέρχεται στο ποσόν των 29.347,02 ΕΥΡΩ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 45 και 216 παρ. 1 του Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς την πιθανότητα, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εκδόσανε την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία στρέφεται εναντίον σε αμετάκλητη απόφαση, δεν αποτελεί ένδικο μέσο άλλά έκτακτη διαδικασία (βλέπετε Α.Π. 127/2001, Ποιν.Χρον. ΝΑ 896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ 507, Α.Π. 706/2009 Ποιν.Χρον. Ξ/2010 σελίδα 275, Α.Π. 788/2008 Ποιν.Χρον. ΝΘ/2009 σελίδα 251). Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1736/10-11-2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε τις υπ' αριθμ. 299/8-9-2009 και 375/9-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και τους από 26-3-2010 προσθέτους λόγους του εν λόγω αιτούντος που εστρέφοντο κατά της υπ' αριθμ. 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημμάτων Αθηνών, η τελευταία απόφαση έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη. Η ως άνω απόφαση (υπ' αριθμ. 6314/2009) με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών δέχθηκε ότι προέκυψαν από την διαδικασία τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Ο κατηγορούμενος (αιτών) διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων με έδρα την πόλη των Αθηνών. Γνωρίσθηκε το έτος 1973 με τον μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα, υπάλληλο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, και έκτοτε συνδέθηκαν με φιλική σχέση. Με βάση δε την μακροχρόνια αυτή φιλική σχέση και την μεγάλη εμπιστοσύνη, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτόν να εγγυηθεί σε σύμβαση δανείου, την οποία επροτίθετο να συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias A.E.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, προκειμένου με τα χρήματα, τα οποία θα ελάμβανε από το συγκεκριμένο δάνειο, θα αγόραζε ένα αυτοκίνητο, το οποίο θα χρησιμοποιούσε η ανωτέρω επιχείρησή του. Ο μηνυτής δέχθηκε και, έτσι, επακολούθησε η σύναψη της υπ' αριθμ. .../19-9-2001 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία αυτός (μηνυτής) εγγυήθηκε υπέρ της ανώνυμης εταιρείας, συμφερόντων του κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Εταιρεία Εμπορίας Κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων - ενδυμάτων τουριστικών ειδών Ιωλκός ανώνυμη εταιρεία" και με τον διακριτικό τίτλο "Ιωλκός Α.Ε.", που είχε την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα και μάλιστα μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. ή 44.020,54 ΕΥΡΩ. Μετά δε την σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, ο κατηγορούμενος εξήγησε στον μηνυτή φίλο του, ότι μετά παρέλευση έξι μηνών θα τον αντικαθιστούσε από εγγυητή. Πράγματι, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου και συγκεκριμένα κατά μήνα Απρίλιο 2002 ο μηνυτής συζήτησε και πάλι την υπόθεση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε, ότι είχε λήξει πλέον γι' αυτόν το ζήτημα, δηλαδή, ότι είχε εκπέσει πλέον από την θέση του εγγυητή. Εν όψει δε τούτου, μετέβησαν από κοινού στην ανωτέρω Τράπεζα, όπου ο μηνυτής διαπίστωσε ότι είχε σταλεί επιστολή, με την οποία είχε ζητηθεί η αντικατάστασή του από την θέση του εγγυητή και, έτσι, εφησύχασε. Όμως, στις 20-4-2005 κοινοποιήθηκε σ' αυτόν από την προαναφερόμενη Τράπεζα καταγγελία της υπ' αριθμ. ... της 19-9-2001 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία παρουσίαζε κατάλοιπο και οφειλόμενο χρηματικό ποσό αυτό των 29.347,02 ΕΥΡΩ. Αμέσως ο μηνυτής αναστατώθηκε και ενεργοποιήθηκε και από την έρευνα, την οποία έκανε, διαπίστωσε, ότι η υπογραφή, η οποία είχε τεθεί και υπήρχε στην γενομένη μεταγενέστερη αυξητική σύμβαση, δεν ήταν δική του, αλλά κακή απομίμησή της. Επί πλέον, διαπίστωσε, ότι στην εν λόγω αυξητική σύμβαση ανεγράφετο ως στοιχείο του ο παλαιός αριθμός του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας (.../9-1-1990, που είχε εκδοθεί από το Α.Τ. Παπάγου), ενώ την ταυτότητά του αυτή, την είχε απωλέσει, γεγονός, που είχε δηλώσει στην Αστυνομία και ήδη κατείχε το υπ' αριθμ. .../15-11-2001 δελτίο, το οποίο είχε εκδοθεί νομίμως από το Α.Τ. Παγκρατίου. Ανέθεσε μάλιστα στον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Μ. Μ. να ερευνήσει την υπόθεση γραφολογικώς και ο οποίος στην από 11-7-2005 συνταχθείσα έκθεσή του, αφού προβαίνει σε μία τεκμηριωμένη επιστημονική ανάλυση με την παράθεση όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, που προήρχοντο και από υπηρεσιακά έγραφα του Ο.Τ.Ε., καταλήγει, ότι μεταξύ των δύο υπογραφών, δηλαδή, αυτής, που είχε τεθεί στην αρχική σύμβαση και της δεύτερης, που είχε τεθεί στην αυξητική σύμβαση, υπάρχει μεγάλη διαφορά και καμία ομοιότητα. Οι αιτιολογίες δε της εκθέσεως αυτής, σαφείς, λεπτομερείς και τεκμηριωμένες, πείθουν το Δικαστήριο για την βασιμότητά τους και πρέπει να επισημανθεί, ότι από την αντιπαραβολή τους προκύπτει πράγματι μεγάλη διαφορά, η οποία δεν δικαιολογείται, εφόσον θα έπρεπε να προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ο μηνυτής αναγνωρίζει και αποδέχεται πλήρως την πρώτη με όλες τις συνέπειες, που έχει ως εγγυητής, αρνείται όμως, κατηγορηματικά την δεύτερη. Διαπίστωσε, επίσης, ότι από το έτος 2000 έως 2002 εφέρετο και ως μέτοχος της προαναφερόμενης εταιρείας "Ιωλκός Α.Ε." με 2.000 μετοχές στο ενεργητικό του. Το γεγονός δε αυτό χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του ως αποδεικτικό στοιχείο από την παραπάνω Τράπεζα, προκειμένου να εδραιωθεί η πεποίθηση της γνησιότητας της υπογραφής του αφού, όπως κατατίθεται από την μάρτυρα κατηγορίας Δ. Π. στα χαρτιά ο μηνυτής εφέρετο ως μέτοχος της εταιρείας. Κατά την ίδια μάρτυρα, επειδή αυξανόταν ο δανεισμός, εισήλθε και νέος εγγυητής, ο Ι. Μ., γεγονός πραγματικό. Οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι της παραπάνω "Τράπεζας E.F.G. Eurobank Ergasias Α.Ε." προσπαθούν να εμφανίσουν τον μηνυτή παρόντα κατά την υπογραφή της αυξητικής συμβάσεως, με το επιχείρημα, ότι είναι αδύνατη η υπογραφή της χωρίς τον έλεγχο της ταυτοπροσωπίας του. Το επιχείρημα, όμως, αυτό στηριζόμενο κατ' αρχήν στο γεγονός, ότι η ταυτοπροσωπία αποτελεί την αναγκαστικώς ακολουθούμενη τραπεζική διαδικασία, δεν είναι απροσμάχητο και αντικρούεται με το ότι στην αυξητική σύμβαση ελήφθη υπόψη το αρχικό δελτίο ταυτότητας, που χρησιμοποιήθηκε και στην αρχική βασική σύμβαση, ενώ ήδη υπήρχε άλλο, και εξ ετέρου, ότι δεν υπάρχει ομοιότητα των δύο υπογραφών. Κατά δεύτερο δε λόγο οι υπάλληλοι, προκειμένου να ισχυροποιήσουν την επίμαχη τραπεζική διαδικασία, προσπαθούν να πείσουν με τις καταθέσεις τους, ότι ο μηνυτής μετέβη πράγματι στο υποκατάστημά τους και υπέγραψε την επίμαχη αυξητική σύμβαση. Αλλά και το επιχείρημα αυτό δεν είναι απροσμάχητο και καταρρίπτεται από το ότι ο μηνυτής ευθύς εξ αρχής δεν επιθυμούσε να είναι εγγυητής και είχε λάβει, όπως προεκτέθηκε, διαβεβαίωση γι' αυτό, πράγμα που σημαίνει, ότι θεωρείται αδιανόητο να μετέβη και να υπέγραψε μια αυξητική σύμβαση, στην οποία από την αρχή δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει και επιπροσθέτως, ότι θεωρείται, επίσης, αδιανόητο οι υπάλληλοι να ενθυμούνται, μετά παρέλευση τόσων ετών, την συγκεκριμένη σκηνή της παρουσίας του μηνυτή και της σχετικής διαδικασίας, ενόψει του μεγάλου αριθμού πελατών, που έχουν περάσει από το εν λόγω υποκατάστημα. Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά καθίσταται σαφές, ότι η υπογραφή του μηνυτή έχει πλαστογραφηθεί και έχει τεθεί κατά κακή απομίμηση της υπογραφής του μηνυτή. Άμεσα δε ενδιαφερόμενος για την πράξη αυτή καθίσταται σαφές, ότι είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την πλαστογράφηση της πρόσθετης συμβάσεως και με την χρήση του εγγράφου αυτού αποσκοπούσε στο να παραπλανηθεί επισήμως η δανείστρια Τράπεζα, ότι, δηλαδή, πρόκειται για γνήσιο έγγραφο και συγκεκριμένα για γεγονός, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με απώτερο στόχο την επιδίωξη να περιποιήσει στον εαυτό του και στην ως άνω πιστούχο εταιρεία, της οποίας ήταν μέτοχος και οικονομικός σύμβουλος, αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του φερόμενου ως εγγυητή μηνυτή. Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων σχετικά με το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 6314/15-7-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών της οποίας ο καταδικασθείς αιτών Π. Π. αιτείται την ακύρωση αυτής, επικαλούμενος ως νέα και άγνωστα γεγονότα ή αποδείξεις στους δικαστές που εκδόσανε την ανωτέρω απόφαση τις εξής ένορκες βεβαιώσεις: α) την υπ' αριθμ. 874/31-1-2011 του Σ. Α., β) την υπ' αριθμ. 906/31-1-2011 του Π. Π. του Π. και της Μαρίας, εξαδέλφου του αιτούντος καταδικασθέντος, και, γ) την υπ' αριθμ. 963/1-2-2011 του Ε. Σ., καθώς, και τις από 2-10-2006 και 4-10-2006 ένορκες καταθέσεις της Δ. Π. και Ε. Π. που δόθηκαν στην Ανάκριση, τίποτε το νεώτερο δεν προσκομίζει που να μπορεί να θεωρηθεί άξιο λόγου για να ακυρωθεί η εν λόγω απόφαση υπ' αριθμ. 6314/2009. Πράγματι ο μεν Σ. Α. που βεβαιώνει ότι ο μηνυτής Κ. Ν. υπέγραψε την αυξητική δανειακή σύμβαση στις 28-12-2001, δεν πείθει σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 6314/2009 αποφάσεως αφενός, και αφετέρου διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι υπήρξε στενός συνεργάτης του αιτούντος Π. Π. και είναι εύλογο το ενδιαφέρον του να επιθυμεί την απαλλαγή του πρώην συνεργάτη του. Όσον αφορά δε την ένορκη βεβαίωση του Π. Π., εξαδέλφου του αιτούντος, είναι και αυτού επίσης εύλογο το ενδιαφέρον να συντελέσει στην απαλλαγή του εν λόγω συγγενή του. Όσον αφορά δε την ένορκη βεβαίωση του Ε. Σ., αναφέρεται αποκλειστικά στα πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο αιτών, και δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά με την υπογραφή ή μη της αυξητικής συμβάσεως από τον μηνυτή. Ως προς δε τις προσκομιζόμενες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Π. και Ε. Π. το περιεχόμενο των οποίων είναι πανομοιότυπο με τις ένορκες καταθέσεις τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 6314/2009 απόφαση, έχουν αξιολογηθεί αρκούντως στο σκεπτικό της προαναφερόμενης αποφάσεως και δεν έχουν γίνει δεκτές για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Δοθέντος δε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. για να ανατραπεί η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση υπέρ του καταδικασθέντος, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδεικνύεται με τα νεώτερα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία η αναντίρρητη αθωότητα του καταδικασθέντος. Κάτι το οποίο δεν προέκυψε εν προκειμένω αφού οι από 31-1-2011 ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Α. και του Π. Π. δεν μπορούν από μόνες τους να ανατρέψουν το γεγονός ότι η φερομένη ως τεθείσα από τον μηνυτή Κ. Ν. υπογραφή του στις 28-12-2011 στην αυξητική δανειακή σύμβαση είναι εμφανώς διαφορετική από την υπογραφή του στην αρχική δανειακή σύμβαση της 19-9-2001 όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τον δικαστικό γραφολόγο Μ. Μ. αφενός. Και αφετέρου διότι χρησιμοποιήθηκε ο αριθμός .../9-1-1990 του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας που ίσχυε κατά τον χρόνο της υπογραφής της αρχικής δανειακής συμβάσεως και όχι ο αριθμός .../15-11-2001 του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας που ίσχυε κατά τον χρόνο της φερομένης υπογραφής από αυτόν της αυξητικής συμβάσεως της 28-12-2001 λόγω απωλείας στο μεταξύ της πρώτης τούτων (αστυνομικής του ταυτότητας).Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος ως αβάσιμη κατ' ουσία και να καταδικαστεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη.Σχετικά δε με το επικουρικό αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής των δέκα (10) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 6314/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 ΚΠΔ, δεν πρέπει να γίνει δεκτό παρά την ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο ίδιος καθώς και η γραία μήτηρ του, καθόσο δεν πιθανολογείται ευδοκίμηση της προκειμένης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας (Α.Π. 1612/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ 597, Α.Π. 548/2000 Ποινική Δίκη 2000. 911). Σε περίπτωση δε που και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο συμφωνήσει με την πρότασή μου και απορρίψει την υποβληθείσα αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος, η αναβολή ή η διακοπή εκτελέσεως της ως άνω επιβληθείσης ποινής μπορεί να διαταχθεί από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556, 557, 559, 560, 561, 562 και 563 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 2-2-2011 αίτηση του Π. Π. του B., κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 6314/15-7-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. 3) Να απορριφθεί το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής των δέκα (10) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα (10) ΕΥΡΩ εκάστη ημέρα φυλακίσεως, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 6314/15-7-2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, καθόσο η προκειμένη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει. Αθήνα 16 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για πλημμέλημα, υπ' αριθ. 6314/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 6314/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, αίτηση αναιρέσεως κατά της οποίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1736/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία (από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία ανερχόταν στο ποσό των 29.347,02 ευρώ) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός στη στην Αθήνα στις 28.12.2001: "Ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία είναι το ποσό των 29.347,02 ευρώ. Στη συνέχεια δε έκανε εν γνώσει της πλαστότητας χρήση του εγγράφου αυτού με τον ίδιο σκοπό. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ακόμη στην ανάκριση άτομο με πρόθεση έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του Κ. Ν. του Γ. στη θέση του εγγυητή στην πρώτη και στη δεύτερη σελίδα της συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό αριθμ. ..., χωρίς προς τούτο δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση του Κ. Ν., με σκοπό να παραπλανήσει την Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias Α.Ε. σχετικά με το γεγονός ότι την ως άνω σύμβαση υπέγραφε ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε." ο Ν. Κ., αναλαμβάνοντας έναντι της Τράπεζας την υποχρέωση για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως που συνομολογήθηκε μεταξύ της παραπάνω Τράπεζας και της ως άνω πιστούχου εταιρίας, αφενός με την από 19-9-2001 και με αρ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 44.020,54 ευρώ, την οποία σύμβαση πράγματι είχε υπογράψει ως εγγυητής ο Ν. Κ., και αφετέρου με την από 28-12-2001 με αρ. ... σύμβαση αυξήσεως της πίστωσης προς την πιστούχο εταιρία κατά το ποσό των 29.347,02 ευρώ, την οποία όμως δεν είχε υπογράψει και δεν είχε εγγυηθεί ο τελευταίος, και συνολικά ότι ο Ν. Κ. εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου εταιρίας για το ποσό των 73.367,57 ευρώ. Με την πράξη του αυτή είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην ως άνω πιστούχο εταιρία, της οποίας ήταν μέτοχος και οικονομικός σύμβουλος, αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του φερόμενου ως εγγυητή στην από 28-12-2001 σύμβαση, Κ. Ν., κατά το ποσό των 29.347,02 (73.367,50-44.020,54) ευρώ και το οποίο ποσό κλήθηκε να καταβάλει ο τελευταίος ως εις ολόκληρο οφειλέτης με την πιστούχο δανειοδοτείσα εταιρία προς την ως άνω Τράπεζα με την 4907/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και δεν όφειλε το επιπλέον ποσό αυτό. Στη συνέχεια δε έκανε εν γνώσει του χρήση του παραπάνω εγγράφου που ήταν πλαστό και συγκεκριμένα ενώ γνώριζε ότι την παραπάνω από 28-12-2001 σύμβαση δεν είχε υπογράψει ως εγγυητής ο Κ. Ν. και συνεπώς ότι η σύμβαση ήταν πλαστή, χρησιμοποίησε τη σύμβαση αυτή δεδομένου ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο την κατέθεσε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της δανείστριας Τράπεζας, επιδιώκοντας την παραπλάνησή τους, όπως παραπάνω εκτέθηκε". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 6314/2009 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία: 1) Τις υπ' αριθ. 874/31.1.2011 και 906/31.1.2011 ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Α. του Μ. και Π. Π. του Π. (εξαδέλφου του αιτούντος), αντιστοίχως, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, 2) την υπ' αριθ. 963/1.2.2001 ομοία του Ε. Σ. του Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 3) τις από 2.10.2006 και 4.10.2006 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Π. του Κ. και Ε. Π. του Γ., αντιστοίχως, ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών. Από τα ως άνω, φερόμενα ως νέα, αποδεικτικά μέσα, τα οποία, όπως υποστηρίζει ο αιτών, δεν είχαν τεθεί σε γνώση των δικαστών που εξέδωσαν την ως άνω υπ' αριθ. 6314/2009 απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της ανωτέρω αποφάσεως, οι ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Π. και Ε. Π. δεν είναι νέα στοιχεία, εφόσον οι μάρτυρες αυτές είχαν εξετασθεί και στο ακροατήριο και, επομένως, οι καταθέσεις τους αξιολογήθηκαν από τους Δικαστές που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση, ενόψει και του ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 357§4 του ΚΠοινΔ, δεν ήταν επιτρεπτή η ανάγνωση των ανακριτικών καταθέσεών τους, παρά μόνο η επισήμανση τυχόν αντιφάσεων. Ακόμη, η ένορκη βεβαίωση του Ε. Σ. δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο στοιχείο, γιατί δεν έχει σχέση με την υπόθεση, αφού αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο αιτών και η μητέρα του, καθώς και στις οικονομικές δυσχέρειες της οικογενείας του αιτούντος, δηλαδή στο ότι η εκτέλεση της αποφάσεως του Εφετείου θα επιφέρει σ' αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη. Από τις λοιπές νέες αποδείξεις (ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Α. και Π. Π.), εκτιμώμενες καθαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 6314/2009 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων με έδρα την Αθήνα. Γνωρίσθηκε το έτος 1973 με το μηνυτή Κ. Ν., υπάλληλο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, και από τότε συνδέθηκαν με φιλική σχέση. Με βάση δε τη μακροχρόνια αυτή φιλική σχέση και τη μεγάλη εμπιστοσύνη, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον τελευταίο να εγγυηθεί σε σύμβαση δανείου, την οποία προτίθετο να συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα E. F. G. Eurobank Ergasias Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, προκειμένου να αγοράσει ένα αυτοκίνητο, το οποίο θα χρησιμοποιούσε η επιχείρησή του. Ο μηνυτής δέχθηκε και, έτσι, επακολούθησε η σύναψη της υπ' αριθ. .../19.9.2001 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στην οποία ο μηνυτής εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου ανώνυμης εταιρίας, συμφερόντων του κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Εταιρεία Εμπορίας Κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων - ενδυμάτων τουριστικών ειδών Ιολκός ανώνυμη εταιρεία" και με το διακριτικό τίτλο "Ιολκός Α.Ε.", που είχε την έδρα της στην Αθήνα, μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. (44.020,54 ευρώ). Μετά τη σύναψη της συμβάσεως αυτής, ο κατηγορούμενος βεβαίωσε το μηνυτή ότι μετά παρέλευση έξι μηνών θα τον αντικαθιστούσε από εγγυητή. Πράγματι, κατά μήνα Απρίλιο του 2002, ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε το μηνυτή ότι είχε παύσει πλέον αυτός να είναι εγγυητής. Ενόψει τούτου, μετέβησαν μαζί στην ανωτέρω Τράπεζα, όπου ο μηνυτής διαπίστωσε ότι είχε σταλεί επιστολή, με την οποία είχε ζητηθεί η αντικατάστασή του από τη θέση του εγγυητή και, έτσι, εφησύχασε. Όμως, στις 20.4.2005 κοινοποιήθηκε σ' αυτόν από την προαναφερόμενη Τράπεζα καταγγελία της υπ' αριθ. .../19.2.2001 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία παρουσίαζε κατάλοιπο και οφειλόμενο χρηματικό ποσό 29.347,02 ευρώ. Αμέσως, κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι η υπογραφή, η οποία είχε τεθεί και υπήρχε στη γενομένη μεταγενέστερη αυξητική σύμβαση, δεν ήταν δική του, αλλά κακή απομίμησή της. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι στην εν λόγω αυξητική σύμβαση αναγραφόταν ως στοιχείο του ο παλαιός αριθμός του δελτίου τής αστυνομικής του ταυτότητας (.../9.1.1990, που είχε εκδοθεί από το Α. Τ. Παπάγου), ενώ την ταυτότητά του αυτή την είχε απωλέσει τον Οκτώβριο του 2001, γεγονός που είχε δηλώσει στην Αστυνομία, και ήδη κατείχε το υπ' αριθ. .../15.11.2001 δελτίο, το οποίο είχε εκδοθεί νομίμως από το Α.Τ. Παγκρατίου (ενώ, μέχρι να κάνει τη δήλωση χρησιμοποιούσε το διαβατήριό του, όπως καταθέτει η σύζυγός του Γ. Κ.). Ανέθεσε, μάλιστα, στον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Μ. Μ. να ερευνήσει την υπόθεση γραφολογικώς και αυτός, στην από 11.7.2005 έκθεσή του, αφού προβαίνει σε τεκμηριωμένη επιστημονική ανάλυση με την παράθεση όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, που προέρχονταν και από υπηρεσιακά έγγραφα του Ο.Τ.Ε., καταλήγει ότι μεταξύ των δύο υπογραφών, δηλαδή αυτής που είχε τεθεί στην αρχική σύμβαση και τής δεύτερης που είχε τεθεί στην αυξητική σύμβαση, υπάρχει μεγάλη διαφορά και καμία ομοιότητα. Διαπίστωσε, επίσης, ότι από το έτος 2000 έως το 2002 φερόταν και ως μέτοχος της προαναφερόμενης εταιρίας "Ιολκός Α.Ε." με 2.000 μετοχές στο ενεργητικό του. Το γεγονός δε αυτό χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του ως αποδεικτικό στοιχείο από την παραπάνω Τράπεζα, προκειμένου να εδραιωθεί η πεποίθηση της γνησιότητας της υπογραφής του αφού, όπως κατατίθεται από τη μάρτυρα κατηγορίας Δ. Π., στα χαρτιά ο μηνυτής φερόταν ως μέτοχος της εταιρίας. Οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι της ως άνω Τράπεζας (Δ. Π. και Ε. Π.), προσπαθούν να εμφανίσουν το μηνυτή παρόντα κατά την υπογραφή της αυξητικής συμβάσεως με το επιχείρημα ότι ήταν αδύνατη η υπογραφή της χωρίς τον έλεγχο της ταυτοπροσωπίας του. Όμως, το επιχείρημα αυτό, στηριζόμενο στο γεγονός ότι ο έλεγχος της ταυτοπροσωπίας αποτελεί την αναγκαστικώς ακολουθούμενη τραπεζική διαδικασία, καταρρίπτεται από το ότι στην αυξητική σύμβαση λήφθηκε υπόψη το παλαιό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, που χρησιμοποιήθηκε και στην αρχική βασική σύμβαση, ενώ ήδη είχε δηλωθεί η απώλειά του και είχε εκδοθεί το νέο. Πέραν αυτού, όπως αναφέρθηκε, ο ίδιος ο μηνυτής είχε λάβει διαβεβαίωση από τον κατηγορούμενο ότι θα έπαυε να είναι εγγυητής και θα αντικαθίστατο, ενώ δεν αποδείχθηκε κάποια μεταγενέστερη αντίθετη συμφωνία μεταξύ τους. Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορούν να οδηγήσουν οι ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Α. και Π. Π. (τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, προσκομίζει ο αιτών ως νέα αποδεικτικά μέσα), σύμφωνα με τις οποίες ο μηνυτής, στις 28.12.2001, μετέβη στην Τράπεζα και υπέγραψε, ως εγγυητής, την αυξητική σύμβαση. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν κρίνονται πειστικές, γιατί, πέραν του ότι δεν εξηγούν γιατί, κατά την υπογραφή της αυξητικής συμβάσεως, δεν έγινε χρήση του νέου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του μηνυτή, που είχε εκδοθεί πριν από 11/2 μήνα περίπου, και υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ της υπογραφής που είχε τεθεί στην αρχική και εκείνης που είχε τεθεί στην αυξητική σύμβαση, και οι δύο μάρτυρες ήταν συνεργάτες του αιτούντος, ενώ ο δεύτερος είναι και εξάδελφός του, οι δε βεβαιώσεις τους έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την ως άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά καθίσταται σαφές, ότι η υπογραφή του μηνυτή έχει πλαστογραφηθεί. Άμεσα δε ενδιαφερόμενος για την πράξη αυτή ήταν ο αιτών, ο οποίος, με την πλαστογράφηση της πρόσθετης συμβάσεως και με τη χρήση του εγγράφου αυτού, αποσκοπούσε στο να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της δανείστριας Τράπεζας ότι επρόκειτο για γνήσιο έγγραφο, για γεγονός, δηλαδή, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με απώτερο στόχο την επιδίωξη να περιποιήσει στον εαυτό του και στην ως άνω πιστούχο εταιρία, της οποίας ήταν μέτοχος και οικονομικός σύμβουλος, αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του φερόμενου ως εγγυητή μηνυτή. Η πλαστογράφηση δε αυτή έγινε από κοινού με άλλο πρόσωπο, το οποίο παραμένει άγνωστο. Τέλος, αποδείχθηκε ότι σε βάρος του μηνυτή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της παραπάνω Τράπεζας, η υπ' αριθ. 4907/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε υποχρεωθεί αυτός στην καταβολή ολόκληρου του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού με την ιδιότητα του εγγυητή στις δύο συμβάσεις (αρχικής και αυξητικής). Κατ' αυτής ασκήθηκε από αυτόν η από 31-5-2005 ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1999/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, η εκτέλεση της οποίας είχε ήδη ανασταλεί με την υπ' αριθ. 682/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από όλα τα ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής του αιτούντος, που υποβλήθηκε, κατά το άρθρο 529 ΚΠοινΔ, αφού η παραδοχή αυτής προϋποθέτει αφενός να είναι βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και αφετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Φεβρουαρίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 847/2011) αίτηση του Π. Π. του Β., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, καθώς και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για πλαστογραφία μ£ χρήση κατά συναυτουργία, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, που ως νέα προσκόμισε ο αιτών (ένορκες βεβαιώσεις), δεν ήταν από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος, ενώ οι ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων που, επίσης, προσκόμισε, δεν ήταν νέα στοιχεία, γιατί οι μάρτυρες αυτοί είχαν εξετασθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 355/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο περί αναιρέσεως της 1544/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νομό ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατόν να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, κατ' εξακολούθηση, στον εργαζόμενο Β. Α. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα, και σε χρηματική έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" στις 16-7-2003 συμφώνησε με τον μηνυτή Β. Α., καλαθοσφαιριστή, να συνεργασθεί με την ομάδα την περίοδο 2003-2004 και να συμμετέχει αναντίρρητα και ανελλιπώς στις υποχρεώσεις της ομάδας, προπονήσεις, προετοιμασία, αγωνιστικές υποχρεώσεις φιλικά παιχνίδι, κλπ. εκδηλώσεις σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΔΣ της αθλητικής εταιρίας. Για τις υπηρεσίες του αυτές συμφωνήθηκε να του καταβληθεί το συνολικό καθαρό ποσό των 48.050 € εκ των οποίων ποσό 23.000 € ρυθμίζεται με την υπ' αριθ. ... .2003 σύμβαση εργασίας, στο δε υπόλοιπο ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ θα του καταβάλει η αθλητική εταιρία σε έντεκα ισόποσες δόσεις, εκάστη ποσού 2.231 € αρχής γενομένης από τον Αύγουστο 2003 έως και τον μήνα Ιούνιο 2004. Ακολούθως οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα και μηνυτής κατήρτισαν την από 11-2003 σύμβαση, σε αναδιατυπωμένο έγγραφο σύμφωνα με την ΥΑ 144/2001. Με την σύμβαση αυτή αρθρ.5.1 ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές ορίζεται το ποσό των 800 €. Με το αρθρ.5.2 της σύμβασης ορίσθηκε "καταβάλλεται πριμ υπογραφής συνολικού ποσού 14500 € σε δέκα ισόποσες δόσεις των 1450 €, αρχής γινομένης από 1η Αυγούστου 2003 μέχρι τη λήξη της σύμβασης 3-5-2004. Οι δόσεις αυτές θα καταβάλλονται στον αθλητή μαζί με τις αποδοχές του άρθρου 5.1 (τακτικές μηνιαίες αποδοχές). Η δεύτερη αυτή σύμβαση κατατέθηκε στα αρμόδια αθλητικά όργανα. Από τη σύμβαση αυτή προκύπτει διαφοροποίηση ως προς τα συμφωνηθέντα με την αρχική σύμβαση της 16-7-2003. Δεν αποδεικνύεται όμως κατάργησή της. Ακριβώς για αυτό τον λόγο αυτό ο μηνυτής μέχρι τον Δεκέμβριο 2003 αμειβόταν με το ποσό των 4900 € που αναφέρει πιο πάνω, όπως το ίδιο συνέβαινε και στις προηγούμενες χρονιές και οι ρυθμίσεις της έντυπης σύμβασης δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Η έντυπη σύμβαση εξυπηρετούσε προφανώς τις φορολογικές και αθλητικές ανάγκες της εταιρίας. Πρόκειται για τη σύμβαση για την οποία γίνεται μνεία στην αρχική σύμβαση χωρίς αναφορά του αριθμού της. Ο κατηγορούμενος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά τα χρονικά διαστήματα από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο 2003 κατέβαλε το ποσό των 4900 € μηνιαίως. Τον Ιανουάριο 2004 κατέβαλε μόνο το ποσό των 1200 € και απέμεινε υπόλοιπο 3700 € και από 1-2-2004 έως 31-5-2004 δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον μηνυτή. Έτσι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εργαζόμενο Β. Α. οφειλόμενες από την μεταξύ τους σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 22300 (4χ4900=19600+3700=23300 € καθόσον είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν από την πρώτη στον μηνυτή σε δέκα ισόποσες δόσεις αρχής γενομένης από τον μήνα Αύγουστο και μάλιστα τον πρώτο δεκαπενθήμερο και είχαν καταβληθεί οι δόσεις μέχρι τον Δεκέμβριο πλην των ανωτέρω ποσών για τους μήνες αυτούς και δεν κατεβλήθησαν οι ανωτέρω δεδουλευμένες αποδοχές για τους υπόλοιπους μήνες που ανερχόταν τα ανωτέρω ποσά που συμφωνήθηκαν. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση ου άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45, που είναι γνήσιο έγκλημα παράλειψης και τελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλεις τον δικαιούχο την οφειλόμενη αμοιβή εργασίας και μάλιστα κατ' εξακολούθηση. Σε συνάφεια με τα ως άνω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν και οι προβληθέντες ως αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής στο μηνυτή δεδουλευμένων αποδοχών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν κατέβαλε στο μηνυτή, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρία αυτή, δεδουλευμένες αποδοχές, τι εργασία προσέφερε αυτός, καθώς και, αναλυτικά, τα ποσά των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν και πότε ήταν αυτά καταβλητέα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Αναφέρονται ρητά ο χρόνος διαρκείας της μεταξύ του εγκαλούντος και της ως άνω εργασίας σύμβαση εργασίας (αγωνιστική περίοδος 2003 - 2004), οι αποδοχές που έπρεπε να καταβάλλονται κατά μήνα και αυτές που καταβλήθηκαν (τον Ιανουάριο του 2004 καταβλήθηκε έναντι αποδοχών 4.900 ευρώ το ποσό των 1.200 ευρώ, ενώ τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Μάιο δεν καταβλήθηκε τίποτε), το είδος των αποδοχών (τακτικές), ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν (Ιανουάριος - Μάιος 2004, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα) και οι συμβάσεις, με βάση τις οποίες έπρεπε να καταβληθούν αυτές. β) Αιτιολογείται επαρκώς ότι η από 16.7.2003 αρχική σύμβαση δεν αποδείχθηκε ότι καταργήθηκε από τη μεταγενέστερη από 11.8.2003 με την παραδοχή ότι ο μηνυτής το Δεκέμβριο του 2003 αμειβόταν με το ποσό των 4.900 ευρώ, ενώ οι ρυθμίσεις της νεότερης συμβάσεως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ και, επομένως, ότι ο (αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εξόφλησε τον εγκαλούντα δεν ήταν βάσιμος. γ) Η από 11.8.2003 σύμβαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (με α.α 2) και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφέρεται δε και στο σκεπτικό (από 11.2003 σύμβαση, από παραδρομή παραλείπεται ο αριθμός 8 του μήνα Αυγούστου). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (υπ' αριθ. 1, 2 και 3 αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και δη της από 11.8.2003 συμβάσεως είναι απαράδεκτος γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο συναφής δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα και δεν λήφθηκε υπόψη η από 11.8.2003 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, την οποία κατέθεσε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή και αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη. Περαιτέρω, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει ένσταση του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, τυχόν δε επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη και αυτό δεν υποχρεούται να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει τη σχετική απορριπτική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 7125/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και της υπ' αριθ. 742/1.11.2005 εκθέσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο τελευταίος, στην πρωτοβάθμια δίκη, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένης στο ότι δεν καθοριζόταν σ' αυτό σαφώς ο χρόνος τελέσεως του ενδίκου εγκλήματος, πράγμα το οποίο επιδρούσε στην παραγραφή αυτού. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή. Στη συνέχεια, με την έφεσή του, ο κατηγορούμενος πρότεινε ότι: "Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που προέκυψαν από τη διαδικασία και κηρύχθηκε ένοχος πράξεως την οποία δεν εκτέλεσε και για όσους λόγους θα εκθέσει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Επίσης εκκαλείται τόσο γενικώς το σύνολο της αποφάσεως όσο και το σκέλος της απόρριψης των ενστάσεων". Επανέφερε δε την ένστασή του εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Όμως, η επαναφορά της εν λόγω ενστάσεως έγινε απαραδέκτως, γιατί η απορριπτική γι' αυτήν παρεμπίπτουσα απόφαση δεν προσβλήθηκε με συγκεκριμένο λόγο εφέσεως, δεν αρκεί δε η γενική αναφορά ότι προσβάλλεται η απόφαση "και ως προς το σκέλος απορρίψεως των ενστάσεων". Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει τη σχετική απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε την ένσταση με τη σκέψη ότι "σε συνάφεια με τα ως άνω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες ως αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου", από το σύνολο δε των παραδοχών του, όπως αυτές αναφέρονται παραπάνω, συνάγεται ότι αυτό έκρινε ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν έπασχε από καμιά ακυρότητα. Ανεξαρτήτως αυτών, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε μερικότερης πράξεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και το οποίο τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο μέχρι Μάιο 2004, δεν τίθετο ζήτημα παραγραφής καμιάς από τις επί μέρους πράξεις, αφού από τον Ιανουάριο του 2004 μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (23.3.2011) δεν είχε παρέλθει οκταετία. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο κεφάλαιο, λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική της ως άνω ενστάσεως κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 11/11 Αυγούστου 2011 αίτηση του Γ. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1544/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Τι πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της καταδικαστικής για την άνω παράβαση αποφάσεως. Η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως, για να επαναφερθεί παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πρέπει να προταθεί με λόγο εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 356/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο περί αναιρέσεως της 1545/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Αυγούστου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1031/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νομό ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατόν να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, κατ' εξακολούθηση, στον εργαζόμενο Κ. Τ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα, και σε χρηματική έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε για τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" στις 30-7-2003 συμφώνησε με τον μηνυτή Κωνσταντίνο Τότσιο, καλαθοσφαιριστή, να συνεργασθεί με την ομάδα την περίοδο 2003-2004 και να συμμετέχει αναντίρρητα και ανελλιπώς στις υποχρεώσεις της ομάδας, προπονήσεις, προετοιμασία, αγωνιστικές υποχρεώσεις φιλικά παιχνίδι, κλπ. εκδηλώσεις σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΔΣ της αθλητικής εταιρίας. Για τις υπηρεσίες του αυτές συμφωνήθηκε να του καταβληθεί το συνολικό καθαρό ποσό των 46.955 € και μάλιστα ανεξαρτήτως των ποσών που αναγράφονται την υπ'αριθ.168 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών εκ των οποίων ποσό 20.000 € αναφέρονται στο ανωτέρω καταρτισθέν και υπογραφέν συμβόλαιο. Το συνολικό ποσό των 46955 € συμφωνήθηκε να καταβληθούν από την πρώτη στον δεύτερο σε δέκα (10) ισόποσες δόσεις των4685 € εκάστη εξ αυτών, αρχής γενομένης από τον μήνα Αύγουστο και μάλιστα εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός. Ακολούθως οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα και μηνυτής κατήρτισαν την από 11-2003 σύμβαση, σε αναδιατυπωμένο έγγραφο σύμφωνα με την ΥΑ 144/2001. Με την σύμβαση αυτή, που φέρει αριθμό 168/11-8-2011 (αρθρ.5.1) ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές ορίζεται το ποσό των 750 €. Με το αρθρ.5.2 της σύμβασης ορίσθηκε "καταβάλλεται πριμ υπογραφής συνολικού ποσού 9.500 € σε δέκα ισόποσες δόσεις των 950 € εκάστη, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός. Η δεύτερη αυτή σύμβαση κατατέθηκε στα αρμόδια αθλητικά όργανα. Από τη σύμβαση αυτή προκύπτει διαφοροποίηση ως προς τα συμφωνηθέντα με την αρχική σύμβαση της 30-7-2003. Δεν αποδεικνύεται όμως κατάργησή της. Ακριβώς για αυτό τον λόγο αυτό ο μηνυτής μέχρι τον Δεκέμβριο 2003 αμειβόταν με το ποσό των 4700 € που αναφέρει πιο πάνω, όπως το ίδιο συνέβαινε και στις προηγούμενες χρονιές και οι ρυθμίσεις της έντυπης σύμβασης δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Η έντυπη σύμβαση εξυπηρετούσε προφανώς τις φορολογικές και αθλητικές ανάγκες της εταιρίας. Πρόκειται για τη σύμβαση για την οποία γίνεται μνεία στην αρχική σύμβαση χωρίς αναφορά του αριθμού της. Ο κατηγορούμενος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά τα χρονικά διαστήματα από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο 2003 κατέβαλε το ποσό των 4700 € μηνιαίως Τον Ιανουάριο 2004 κατέβαλε μόνο το ποσό των 1000 € - και απέμεινε υπόλοιπο 3700 € και από 1-2-2004 έως 31-5-2004 δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον μηνυτή. Έτσι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον εργαζόμενο Κ. Τ. οφειλόμενες από την μεταξύ τους σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (4χ4700=18800+3700=22500 € καθόσον είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν από την πρώτη στον μηνυτή σε δέκα ισόποσες δόσεις αρχής γενομένης από τον μήνα Αύγουστο και μάλιστα τον πρώτο δεκαπενθήμερο και είχαν καταβληθεί οι δόσεις μέχρι τον Δεκέμβριο πλην των ανωτέρω ποσών για τους μήνες αυτούς και δεν κατεβλήθησαν οι ανωτέρω δεδουλευμένες αποδοχές για τους υπόλοιπους μήνες που ανερχόταν τα ανωτέρω ποσά που συμφωνήθηκαν. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση ου άρθρου μόνου του ΑΝ 690/45, που είναι γνήσιο έγκλημα παράλειψης και τελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλεις τον δικαιούχο την οφειλόμενη αμοιβή εργασίας και μάλιστα κατ' εξακολούθηση. Σε συνάφεια με τα ως άνω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν και οι προβληθέντες ως αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής στο μηνυτή δεδουλευμένων αποδοχών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΛΑΘΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν κατέβαλε στο μηνυτή, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρία αυτή, δεδουλευμένες αποδοχές, τι εργασία προσέφερε αυτός, καθώς και, αναλυτικά, τα ποσά των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν και πότε ήταν αυτά καταβλητέα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Αναφέρονται ρητά ο χρόνος διαρκείας της μεταξύ του εγκαλούντος και της ως άνω εργασίας σύμβαση εργασίας (αγωνιστική περίοδος 2003 - 2004), οι αποδοχές που έπρεπε να καταβάλλονται κατά μήνα και αυτές που καταβλήθηκαν (τον Ιανουάριο του 2004 καταβλήθηκε έναντι αποδοχών 4.700 ευρώ το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Μάιο δεν καταβλήθηκε τίποτε), το είδος των αποδοχών (τακτικές), ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν (Ιανουάριος - Μάιος 2004 κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα) και οι συμβάσεις, με βάση τις οποίες έπρεπε να καταβληθούν αυτές. β) Αιτιολογείται επαρκώς ότι η από 16.7.2003 αρχική σύμβαση δεν αποδείχθηκε ότι καταργήθηκε από τη μεταγενέστερη από 11.8.2003 με την παραδοχή ότι ο μηνυτής το Δεκέμβριο του 2003 αμειβόταν με το ποσό των 4.700 ευρώ, ενώ οι ρυθμίσεις της νεότερης συμβάσεως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ και, επομένως, ότι ο (αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εξόφλησε τον εγκαλούντα δεν ήταν βάσιμος. γ) Η από 11.8.2003 σύμβαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (με α.α. 2) και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφέρεται δε και στο σκεπτικό (από 11.2003 σύμβαση, από παραδρομή παραλείπεται ο αριθμός 8 του μήνα Αυγούστου). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (υπ' αριθ. 1, 2 και 3 αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και δη της από 11.8.2003 συμβάσεως είναι απαράδεκτος γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο συναφής δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα και δεν λήφθηκε υπόψη η από 11.8.2003 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, την οποία κατέθεσε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή και αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη. Περαιτέρω, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει ένσταση του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Τέλος,, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, τυχόν δε επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη και αυτό δεν υποχρεούται να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει τη σχετική απορριπτική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 7126/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και της υπ' αριθ. 743/1.11.2005 εκθέσεως εφέσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι ο τελευταίος, στην πρωτοβάθμια δίκη, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένης στο ότι δεν καθοριζόταν σ' αυτό σαφώς ο χρόνος τελέσεως του ενδίκου εγκλήματος, πράγμα το οποίο επιδρούσε στην παραγραφή αυτού. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή. Στη συνέχεια, με την έφεσή του, ο κατηγορούμενος πρότεινε ότι: "Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που προέκυψαν από τη διαδικασία και κηρύχθηκε ένοχος πράξεως την οποία δεν εκτέλεσε και για όσους λόγους θα εκθέσει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Επίσης εκκαλείται πέρα από το σύνολο της αποφάσεως και ειδικώς το σκέλος της απόρριψης των ενστάσεων". Επανέφερε δε την ένστασή του εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Όμως, η επαναφορά της εν λόγω ενστάσεως έγινε απαραδέκτως, γιατί η απορριπτική γι' αυτήν παρεμπίπτουσα απόφαση δεν προσβλήθηκε με συγκεκριμένο λόγο εφέσεως, δεν αρκεί δε η γενική αναφορά ότι προσβάλλεται η απόφαση "και ειδικώς ως προς το σκέλος απορρίψεως των ενστάσεων". Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει τη σχετική απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε την ένσταση με τη σκέψη ότι "σε συνάφεια με τα ως άνω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες ως αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου", από το σύνολο δε των παραδοχών του, όπως αυτές αναφέρονται παραπάνω, συνάγεται ότι αυτό έκρινε ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν έπασχε από καμιά ακυρότητα. Ανεξαρτήτως αυτών, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε μερικότερης πράξεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και το οποίο τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο μέχρι Μάιο 2004, δεν τίθετο ζήτημα παραγραφής καμιάς από τις επί μέρους πράξεις, αφού από τον Ιανουάριο του 2004 μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (23.3.2011) δεν είχε παρέλθει οκταετία. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο κεφάλαιο, λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική της ως άνω ενστάσεως κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 12/11 Αυγούστου 2011 αίτηση του Γ. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1545/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Τι πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της καταδικαστικής για την άνω παράβαση αποφάσεως. Η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως, για να επαναφερθεί παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πρέπει να προταθεί με λόγο εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 327/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κατσίφα, περί αναιρέσεως της 12888/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 598/11. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Ως προς την υποβολή της εγκλήσεως, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Τέλος, το νομικό πρόσωπο, κατά την υποβολή εγκλήσεως, εκπροσωπείται από το όργανο που προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται, έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί απαράδεκτης ή εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης. Υπέρβαση δε εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση. Αν, λοιπόν, παρά το ότι η έγκληση για την άσκηση ποινικής διώξεως για ένα έγκλημα υποβλήθηκε απαραδέκτως, το δικαστήριο, αντί να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 12.12.2005 έγκληση της τραπεζικής εταιρίας, που εδρεύει στην Κύπρο και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", την οποία υπέγραψε για λογαριασμό της, ως απλός εντολοδόχος της, και εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής Στυλιανός Σαξώνης. Στην έγκληση αυτή προσαρτήθηκε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, το υπ' αριθ. 29/2005/16 απόσπασμα πρακτικών συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, που έλαβε χώρα στις 25.10.2005. Από το απόσπασμα του πρακτικού αυτού προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να μηνύσει, εκτός των άλλων, και τον Ι. Π. του Ν. (αναιρεσείοντα) για την έκδοση της υπ' αριθμ. ... επιταγής, ποσού 13.000 ευρώ, και, προς τούτο, εξουσιοδότησε τον δικηγόρο Αθηνών Γ. Σ. να διορίσει, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ειδικό πληρεξούσιο και νόμιμο αντίκλητο της εταιρίας τον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη, στον οποίο να παρέχει την εντολή και πληρεξουσιότητα να εμφανισθεί ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και εγχειρίσει τη σχετική έγκληση, δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κ.λπ. και γενικώς να πράξει ό,τι απαιτείται προς εκτέλεση και περαίωση της άνω εντολής. Το ανωτέρω πρακτικό έχουν επικυρώσει, ως ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ., ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας Β. Ρ. και ο Γραμματέας Γ. Κ., των οποίων έχει βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής από τον πιστοποιούντα υπάλληλο Λευκωσίας Κύπρου Χ. Σ. Σ., και ως ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρωτότυπο ο άνω δικηγόρος Γ. Σ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε τον μη παραστάντα αυτοπροσώπως εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, Σ. Α. πρόβαλε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, τον οποίο, αφού ανέπτυξε προφορικά στο Δικαστήριο, κατάθεσε και εγγράφως για να καταχωρηθεί στα πρακτικά, για τον λόγο ότι η υποβληθείσα από μέρους της φερόμενης ως παθούσας προαναφερθείσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" σε βάρος του ιδίου έγκληση υποβλήθηκε από το δικηγόρο Στυλιανό Σαξώνη, τον οποίο όρισε ο δικηγόρος Γ. Σ. ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ. αυτής και όχι ως υποκατάστατος τούτου, και, επομένως, έπρεπε να βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας, στο δε απόσπασμα που προσαρτήθηκε στην έγκληση υπάρχουν μόνο οι υπογραφές του Προέδρου και του Γραμματέα, χωρίς να βεβαιώνεται αν αυτοί είχαν παρασταθεί κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ., ούτε να αναφέρεται από ποιους αποτελείτο το Δ.Σ. και ποιοι είχαν παραστεί κατά την εν λόγω συνεδρίαση. Το Δικαστήριο απέρριψε τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Η ένσταση απαραδέκτου της υποβληθείσας εγκλήσεως πρέπει να απορριφθεί διότι η εγκαλούσα "Τράπεζα Κύπρου", που έχει συσταθεί και λειτουργεί στην Κύπρο, εξουσιοδότησε με το υπ' αριθμ. 29/2005/16 της 25.10.2005 πρακτικό του ΔΣ της τον Γ. Σ. να διορίσει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο τον Στυλιανό Σαξώνη, δικηγόρο Αθηνών, προκειμένου να υποβάλει την εν λόγω έγκληση, όπως και έκανε με το υπ' αριθμ. .../30.11.2005 πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά - Χατζάκη. Το εξουσιοδοτικό έγγραφο που συνυποβλήθηκε με την έγκληση είναι απόσπασμα του πρακτικού συνεδρίας του ΔΣ της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 29/2005/16 της 25.10.2005 το οποίο ενέχει και βεβαίωση της γνησιότητας των υπογραφών των μελών ΔΣ αφού φέρει επίσημα σφραγίδα και υπογραφή του "πιστοποιούντος υπαλλήλου της Λευκωσίας Κύπρου" Χ. Σ.". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απορριπτική του κρίση ως προς τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού: α) Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει από ποιους απετελείτο το Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας και πόσοι και ποιοι από αυτούς έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση, κατά την οποία λήφθηκε απόφαση για την υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου, ώστε να κριθεί αν η απόφαση λήφθηκε νομότυπα, ούτε αν ο υπογράφων, στο τέλος του αποσπάσματος, ως Πρόεδρος ενεργούσε ως καταστατικό όργανο της εταιρίας. Αυτά δεν αναφέρονται στο ως άνω απόσπασμα, ενώ το πλήρες πρακτικό, όπως προκύπτει από τον έλεγχο του φακέλου, δεν υπάρχει στη δικογραφία και, επομένως, δεν λήφθηκε υπόψη ούτε φέρεται ότι αναγνώσθηκε. β) Δεν αναφέρεται τι προβλέπει το καταστατικό σχετικά με την εκπροσώπηση της εταιρίας και ειδικότερα με το πρόσωπο που είχε δικαίωμα να χορηγήσει εξουσιοδότηση για την υποβολή εγκλήσεως, ήτοι εάν μπορούσε να τη χορηγήσει μόνο ο Πρόεδρος ή έπρεπε να συμπράξουν μερικά ή όλα τα μέλη του Δ.Σ. γ) Ο προσδιορισμός της Τράπεζας Κύπρου, η οποία εδρεύει στην Κύπρο, ως "Λίμιτεδ" συνιστά ένδειξη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και όχι ανώνυμης (οπότε αυτή εκπροσωπείται από διαχειριστή) και δεν διευκρινίζεται εάν ο προσδιορισμός αυτός αντιστοιχεί με ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ούτε εάν η εξουσιοδότηση για την υποβολή της εγκλήσεως ήταν σύμφωνη με το Κυπριακό δίκαιο (άρθρο 10 ΑΚ) ή με το καταστατικό της ούτε εάν, ενδεχομένως, το πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ως "Τράπεζα Κύπρου" έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Το Δικαστήριο, λοιπόν, της ουσίας, με το να απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι η έγκληση υποβλήθηκε παραδεκτά, χωρίς να αντιμετωπίσει τα ως άνω ζητήματα, ήτοι την αταξία που διαφαίνεται περί την υποβολή της εγκλήσεως, και, στη συνέχεια, να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αφενός υπερέβη θετικά την εξουσία του, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως. Αφετέρου δε, όπως αναφέρθηκε, για την κρίση του επί του ως άνω ισχυρισμού, δεν διέλαβε την προσήκουσα αιτιολογία και ίδρυσε και τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατ' άρθρο 511 εδ. α του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50§5 του ν. 3160/2003, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, εφόσον η αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 12888/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, της οποίας νόμιμη κομίστρια ήταν η εγκαλούσα τραπεζική εταιρία, η οποία εδρεύει στην αλλοδαπή. Προϋποθέσεις νομότυπης υποβολής εγκλήσεως. Αναίρεση αφενός για υπέρβαση εξουσίας, γιατί το δικαστήριο απέρριψε αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον οι νόμιμες προϋποθέσεις υποβολής της δεν προέκυπταν από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού είχε προσκομιστεί μόνο απόσπασμα των πρακτικών του ΔΣ, και, στη συνέχεια, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, και αφετέρου για το λόγο από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, ο οποίος εξετάστηκε αυτεπαγγέλτως, και παραπομπή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 326/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κούρκουλο περί αναιρέσεως της 5987/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μεγάλη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/11. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως, απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε τέτοιο βλαπτικό της τιμής ή της υπόληψης ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας, ενώ η πεποίθηση του δράστη περί την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος δεν αποκλείει τον δόλο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 361 του ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτά ή προφορικά, για κάποιον άλλον, λέξεις ή φράσεις που, κατά την κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή άλλου. Περαιτέρω, αν δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της δυσφημήσεως, για το οποίο κατηγορείται ο δράστης, γιατί αυτά που ισχυρίστηκε αυτός για τον παθόντα δεν αποτελούν γεγονότα, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει μήπως υπάρχει εξύβριση, για την οποία και πρέπει να τον καταδικάσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απλής δυσφημήσεως (κατά μετατροπή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση) σε βάρος του Ν. Κ., και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος το 2006 είχε τη θέση Τμηματάρχη Οικονομικών της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας και μέλους του ΔΣ του Πανελληνίου Συλλόγου Εργαζομένων Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στις 24/7/2006 διένειμε στο προσωπικό της ανωτέρω σχολής τη με ίδια ημερομηνία ανακοίνωση της συνδικαλιστικής παράταξης "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ", την οποία ανάρτησε και σε όλους τους πίνακες ανακοινώσεων της Σχολής, στην είσοδο αυτής και του Υπουργείου Υγείας, ώστε να λάβουν γνώση απεριόριστος αριθμός εργαζομένων, σπουδαστών και επισκεπτών της σχολής, στην οποία συμπεριέλαβε τα εξής γεγονότα και ισχυρισμούς σχετικά με τον εγκαλούντα Ν. Κ., Κοσμήτορα της παραπάνω Σχολής: "Οι τεχνικοί της ΕΣΔΥ με ενημέρωσαν για την ύπαρξη μιας ύποπτης συσκευής που υπήρχε για εγκατάσταση στο τηλεφωνικό κέντρο της Σχολής. Μετά από έρευνα που έγινε με πρωτοβουλία μου οι τεχνικοί που είδαν τη συσκευή από κοινού διαπίστωσαν ότι πρόκειται για μια συσκευή που καταγράφει τις εξερχόμενες κλήσεις, τους αριθμούς, τη διάρκεια κάθε κλήσης και του κόστους τους. Λειτουργεί δηλαδή ως κατάσκοπος της Υπηρεσίας και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το σύστημα ΣΥΖΕΥΞΗ του ΟΤΕ. Η συσκευή αυτή παραγγέλθηκε και αγοράστηκε από την εταιρία ΤΕΛΕΝΟΡΜ με εντολή του Κοσμήτορα της ΕΣΔΥ Ν. Κ., με το πρόσχημα της αναβάθμισης του τηλεφωνικού Κέντρου της Σχολής". Από τα παραπάνω γεγονότα που κατήγγειλε μεταξύ άλλων ο κατηγορούμενος στο Δ.Σ. στη συνεδρίασή του της 7/7/2006 και περιελήφθησαν στην ανακοίνωση που διένειμε, αυτά που αφορούν μία συσκευή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (voice mail) είναι αληθή, αφού πράγματι αφορούν την ως άνω συσκευή που είχε προμηθευτεί η Σχολή στις 16/11/2005 (...) από την εταιρία ΤΕΛΕΝΟΡΜ ΕΠΕ με εντολή του πολιτικώς ενάγοντος, υπευθύνου της Σχολής λόγω της θέσης του ως Κοσμήτορα, η οποία επιπλέον έχει πράγματι τη δυνατότητα καταγραφής των καλούμενων αριθμών, της διάρκειας και του κόστους των κλήσεων και επρόκειτο να εγκατασταθεί στο τηλεφωνικό κέντρο της Σχολής. Την αγορά της παραπάνω συσκευής πράγματι έμαθε ο κατηγορούμενος από σχετική ενημέρωση των τεχνικών της Σχολής στις αρχές του 2006, παρότι ως υπεύθυνος των οικονομικών είχε ήδη παραλάβει το τιμολόγιο αγοράς και είχε καταβάλει το ποσό της αξίας της, χωρίς όμως από την περιγραφή στο τιμολόγιο να μπορεί να αντιληφθεί τις δυνατότητες και ιδιότητες της συσκευής. Μετά την ενημέρωσή του αυτή, όμως, ο κατηγορούμενος δεν απευθύνθηκε στα θεσμικά όργανα της Σχολής, όπως τον Κοσμήτορα ή το Σύλλογο Καθηγητών, που είχαν ενημερωθεί και αποφασίσει την αγορά της, για να πληροφορηθεί για τη χρησιμότητά της και το σκοπό της αγοράς της, παρά αυθαιρέτως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για "ύποπτη" συσκευή παρακολούθησης των κλήσεων και του περιεχομένου των τηλεφωνικών συνομιλιών, που θα λειτουργεί ως "κατάσκοπος" της υπηρεσίας, χαρακτηρισμούς τους οποίους συμπεριέλαβε στην παραπάνω ανακοίνωση. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί ("ύποπτη" και "κατάσκοπος"), παρότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού όπως προελέχθη δεν υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης του περιεχομένου των κλήσεων, δεν συνιστούν γεγονότα, ενώ επιπλέον ο κατηγορούμενος δεν τους συμπεριέλαβε τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κυκλοφόρησε την ανακοίνωση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων ως συνδικαλιστής και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων, όπως ισχυρίζεται με τον αυτοτελή ισχυρισμό του. Εξάλλου, με την παρουσία του στο Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων και τη γνωστοποίηση της ύπαρξης της συσκευής είχε ήδη ληφθεί απόφαση του Δ.Σ. από τις 7/7/2006 να μην επιτρέψουν τη λειτουργία της πριν να ερευνηθεί η νομιμότητα της τοποθέτησης της συσκευής με ερώτημα που απηύθυναν προς την Αρχή Προστασίας Προσωπικού Χαρακτήρα (...), ώστε είχαν ήδη επαρκώς προστατευθεί τα δικαιώματα των εργαζομένων με την ενέργειά του αυτή και δεν υπήρχε ανάγκη να κυκλοφορήσει την ανακοίνωση πριν καταλήξουν σε συμπέρασμα τα αρμόδια όργανα. Όμως με την ενέργειά του αυτή αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του εν γνώσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος και με το σκοπό αυτό, ενόψει διαχειριστικής έρευνας που είχε προκαλέσει ο πολιτικώς ενάγων από τους Επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας για τον έλεγχο διαχείρισης κοινοχρήστων δαπανών από τον κατηγορούμενο (...) και της αντικατάστασής του από Τμηματάρχη Οικονομικού (...), που είχαν προηγηθεί της κυκλοφορίας της ανακοίνωσης. Επομένως, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα γεγονότα που διέδωσε ο κατ/νος ήταν ψευδή, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της απλής δυσφήμησης (ΠΚ 362), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, απορριπτομένου δε του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, με τον οποίον ισχυρίζεται ότι οδηγήθηκε στην πράξη του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη δικαιώματος (άρθρ. 367§1γ ΠΚ), αφού αποδείχθηκε ότι η πράξη του υπερέβαινε το απαιτούμενο και επιβαλλόμενο μέτρο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ο κατηγορούμενος δεν κινήθηκε προς το σκοπό αυτόν, αλλά με σκοπό να βλάψει με την κυκλοφορία της ως άνω ανακοίνωσης την τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, απορριπτομένων, επίσης, και των λοιπών άρνησης της κατηγορίας ισχυρισμών". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 361 του ΠΚ, όπως προβάλλει, κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τα, διηγηματικώς αναφερόμενα, γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με την ανακοίνωσή του ήταν αληθινά, ενώ οι λέξεις "ύποπτης" και "κατάσκοπος" ήταν μεν ψευδείς, πλην αποτελούσαν χαρακτηρισμούς και όχι γεγονότα [και, επομένως, δεν στοιχειοθετούσαν από μόνες τους (οι δύο λέξεις) το έγκλημα της δυσφημήσεως], καταλήγει στην κρίση ότι η πράξη που τέλεσε αυτός, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση, τυγχάνει η της απλής δυσφημήσεως για τις ίδιες δύο λέξεις που αποτελούσαν, όπως αναφέρθηκε, χαρακτηρισμούς, και ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξεως. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον αυτά που ανακοίνωσε ο κατηγορούμενος για τον παθόντα δεν ήταν γεγονότα, δεν στοιχειοθετείτο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφημήσεως και το Δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να μην καταδικάσει αυτόν για δυσφήμηση, αλλά να διερευνήσει αν αυτός είχε τελέσει το έγκλημα της εξυβρίσεως σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, και, σε καταφατική περίπτωση, να τον καταδικάσει για εξύβριση. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο για να ερευνηθεί εάν ο κατηγορούμενος, με τις παραπάνω ανακοινωθείσες ψευδείς παραστάσεις της "ύποπτης" και "κατασκόπου", τέλεσε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος το έγκλημα της εξυβρίσεως, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής και περί παραδοχής της πολιτικής αγωγής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 366§1 του ΠΚ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι ως άνω χαρακτηρισμοί κρίθηκαν ψευδείς και, επομένως, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5987/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μόνο για να διερευνηθεί εάν ο κατηγορούμενος Χ. Μ. του Κ., με εκείνα που ανακοίνωσε, όπως αυτά περιγράφονται στο σκεπτικό και κρίθηκαν ως ψευδείς χαρακτηρισμοί αμετακλήτως, δηλαδή με το να περιλάβει στην ανακοίνωσή του τις λέξεις "ύποπτη" και "κατάσκοπος", τέλεσε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος το έγκλημα της εξυβρίσεως, καθώς και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής και περί παραδοχής της πολιτικής αγωγής. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για δυσφήμηση κατά μετατροπή κατηγορίας για συκοφαντική. Στοιχεία εγκλήματος. Με την ανακοίνωση ψευδών χαρακτηρισμών (και όχι γεγονότων) δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της δυσφημήσεως. Το Δικαστήριο όφειλε να μη καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για δυσφήμηση, αλλά να διερευνήσει αν αυτός είχε διαπράξει εξύβριση. Αναιρεί για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και παραπέμπει για να διερευνηθεί το ζήτημα τούτο και ως προς τη διάταξη για την επιβολή ποινής.
null
null
0
Αριθμός 325/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο ακροατήριό του στις 7 και 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου E. M. του Y., Αλβανού υπηκόου και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 102/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Αλβανίας. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 102/2011 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 1221/25-10-11 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του κ. Ιωάννου Ανέστη, Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1318/2011. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου ως απαράδεκτη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, εκτός των οριζομένων στο πρώτο των ως άνω άρθρων περιπτώσεων, και με δήλωσή του στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ... καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφαση δικάσιμο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών - εκζητούμενος από τις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές M. E. του Y., που γεννήθηκε στην Αλβανία το 1985 και ήδη είναι προσωρινά κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης ..., και δήλωσε ότι παραιτείται από την υπ' αριθ. 1221/25.10.2011 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 102/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση), με την οποία γνωμοδότησε αυτό ότι πρέπει να εκδοθεί αυτός (εκκαλών) στις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές, που ζητούν την έκδοσή του για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ως άνω πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η ένδικη έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω της νομότυπης παραιτήσεως του εκκαλούντος από αυτήν, και, έτσι, παρέλκει η περαιτέρω έρευνά της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1221/25.10.2011 έφεση του M. E. του Y. κατά της υπ' αριθ. 102/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση). Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη έφεση εκζητούμενου κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών, με την οποία διατάσσεται η έκδοση του στις Αλβανικές Αρχές, λόγω παραιτήσεώς του από αυτήν με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά.
null
null
1
Αριθμός 324/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο ακροατήριό του στις 7 και 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Κ. Κ. του Α., Έλληνα υπηκόου, και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πάσχο, κατά της υπ' αριθμ. 10/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία αποφάσισε την εκτέλεση του από 4.10.2011 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε σύμφωνα με την με αριθμό 302/9.11.11 απόφαση του Τοπικού δικαστηρίου της Caransebes της Ρουμανίας, καθώς επίσης και την από 23.12.11 αίτηση αντικατάστασης κράτησης με περιοριστικούς όρους. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την υπ' αριθμ. 10/2011 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 4/10/2011 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή του Τοπικού Δικαστηρίου της Caransebes της Ρουμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Θράκης την με αριθμό και ημερομηνία 358/22.12.11 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Αναστασίας Δαλκυριάδου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 35/2012. Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση του εκζητουμένου, να διαταχθεί η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Ρουμανικών Αρχών και να εκτελεστεί η ποινή που του επιβλήθηκε στην Ελλάδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αρ. εκθ. 358/22-12-2011 έφεση, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Θράκης, κατά της 10/21-12-2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Ρουμανικές αρχές του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου, προκειμένου να εκτίσει στην Ρουμανία ποινή φυλακίσεως ενός έτους και τεσσάρων μηνών, που του επιβλήθηκε για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε εκτέλεση του από 4-10-2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των δικαστικών αρχών της Ρουμανίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία της. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου, "η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ.3 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ.1 του άρθρου 10 εφόσον "τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα". Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 ν. 3251/2004). Επίσης, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου 3251/2004, ορίζονται οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Μεταξύ των λόγων αυτών περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. στ, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού, "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, στην παρούσα περίπτωση ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να αποφασίσει αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου αρνήσεως εκτελέσεως, οφείλει αρχικώς να προσδιορίσει αν ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός και επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Εφόσον δε κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή, που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος και να μη παραδώσουν ημεδαπό στο εκζητούν κράτος, αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής που του έχει επιβληθεί στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Αρμόδιο δε για τη διάταξη ή την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής και δη για έκτιση της ποινής ημεδαπού ή αλλοδαπού που κατοικεί στην Ελλάδα, στις περιπτώσεις του άρθρου 11 του ν. 3251/2004, είναι το επιλαμβανόμενο της εκτελέσεως του εντάλματος, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμόδιου για την εκτέλεση του εντάλματος Εισαγγελέα Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου συμβουλίου, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο ο εκκαλών και ο συνήγορός του, τα οποία περιλαμβάνονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως και στα πρακτικά του παρόντος συμβουλίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 2019/208/2011/9-11-2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Caransebes Ρουμανίας, σε βάρος του Έλληνα εκκαλούντος, προκειμένου να προσαχθεί αυτός στην αρμόδια Ρουμανική δικαστική αρχή για να εκτίσει στη Ρουμανία στερητική της ελευθερίας ποινή ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών, που του επιβλήθηκε για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με τη με αρ. 250/14-6-2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρανσέμπες Ρουμανίας. Ειδικότερα, ο εκζητούμενος καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια δύο προσώπων, από τροχαίο ατύχημα που προκάλεσε αυτός στις 10-7-2010, οδηγώντας φορτηγό αυτοκίνητο στη Ρουμανία, μετά από σύγκρουσή του με μοτοσυκλέτα, με οδηγό και επιβάτη αυτής τα δύο θύματα. Το εν λόγω ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο είναι μεταφρασμένο νόμιμα στην Ελληνική γλώσσα από Ρουμανική Αρχή, με επίσημη σφραγίδα του άνω Ρουμανικού Ειρηνοδικείου, φέρει χρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004 ήτοι ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης, φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, τις περιστάσεις τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος, την εκτελεστή τελεσίδικη απόφαση, 250/14-6-2011 του Ειρηνοδικείου Καρανσέμπες Ρουμανίας, όπως τροποποιήθηκε με την 1556/3-10-2011 απόφαση του Εφετείου Τιμισοάρας Ρουμανίας, με την οποία τελικά καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος και την ποινή που του επιβλήθηκε, χωρίς να προκύπτει από αυτή αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Συνεπώς το ευρωπαϊκό ένταλμα αυτό πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητας, κατά τον ν. 3251/2004. Η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκκαλών και για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Ρουμανική δικαστική αρχή, χαρακτηρίζεται ως "ανθρωποκτονία", δεν υπάρχει όμως ασάφεια ούτε καμία ακυρότητα, διότι σαφώς συνάγεται ότι πρόκειται για αξιόποινη πράξη ανθρωποκτονίας από αμέλεια δύο προσώπων και όχι από δόλο, πράξη προβλεπόμενη και τιμωρουμένη με ποινή φυλακίσεως μέγιστης διάρκειας επτά ετών, από τα άρθρα 178 παρ. 1,2,5 του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα, με την επί πλέον εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 320 σημ.1 παρ.7 του ΚΠΔ Ρουμανίας, για την οποία ποινή κατά το άρθρο 10 παρ. 1 περ. α, β του ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών ετών, ως προς το ανώτατο όριό της, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω, αφού η πλημμεληματική πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 302 παρ. 1), που απειλεί φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε ετών. Το ένταλμα αυτό είναι πλήρες με όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία, φέρει επίσημη μετάφρασή του στην Ελληνική γλώσσα από τις Ρουμανικές δικαστικές αρχές, γνωστοποιήθηκε στον εκζητούμενο όταν συνελήφθη από τις Ελληνικές αστυνομικές αρχές και όταν προσήχθη στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, όπου έγινε και η βεβαίωση της ταυτότητάς του και δεν ήταν απαραίτητη επίδοσή του, το απόσπασμα της καταδικαστικής απόφασης, μεταφρασμένο από ιδιώτη, το προσκόμισε ο ίδιος ο εκζητούμενος, ενώ ουδεμία ακυρότητα του εντάλματος υπάρχει από τη μη αναφορά ότι πρόκειται για αδίκημα από αμέλεια, ούτε εκ τούτου παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ προέκυψε και ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα του εκκαλούντος παραβιάστηκε και οι προβαλλόμενοι σχετικοί, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της κρινόμενης εφέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός, γεννηθείς στο ..., μόνιμος κάτοικος ..., κατοικών επί της οδού ... αρ. 9 της ..., είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, έχει μόνιμη και σταθερή εργασία ως γεωργοκτηνοτρόφος και εργάτης γης και έχει εύλογο συμφέρον να εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στην Ελλάδα. Επομένως, εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι δεν συντρέχει λόγος να αναλάβει η Ελλάδα την υποχρέωση να εκτελέσει ο εκζητούμενος την ανωτέρω ποινή, επειδή δεν προκύπτει ρητή διαβεβαίωση του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει εδώ στην Ελλάδα την ποινή και απέρριψε το σχετικό αίτημά του για έκτιση της ποινής στην Ελλάδα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι απαραίτητη προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση, για την στην Ελλάδα έκτιση της ποινής, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμόδιου για την εκτέλεση του εντάλματος Εισαγγελέα Εφετών. Άρα ο συναφής τέταρτος λόγος της εφέσεως, είναι βάσιμος και περαιτέρω, αφού γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 10/2011 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και να διαταχθεί η εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς το σκοπό έκτισης ποινής στην Ελλάδα, όπως στο διατακτικό. Όσον αφορά την υποβληθείσα αυτοτελή από 23-12-2011 αίτηση του εκζητουμένου για αντικατάσταση της επιβληθείσας προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, κατ' άρθρο 16 παρ.3 του ν. 3251/2004, που συνεκδικάζεται, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης του αιτούντος, που έγινε με δήλωση αυτού, καταχωρηθείσα στα πρακτικά του παρόντος συμβουλίου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-12-2011 αίτηση αντικατάστασης προσωρινής κράτησης. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία τη με αριθ. εκθ. 358/22-12-2011 έφεση του εκζητούμενου Κ. Κ. του Α. κατά της με αρ. 10/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία αποφάνθηκε υπέρ της εκτέλεσης του υπ' αριθ. 2019/208/2011/9-11-2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Caransebes Ρουμανίας, προκειμένου να εκτίσει στη Ρουμανία ποινή φυλακίσεως. Εξαφανίζει τη με αρ. 10/2011 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Αρνείται την εκτέλεση του με αριθ. 2019/208/2011/9-11-2011 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Ρουμανικών Δικαστικών Αρχών, που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Caransebes Ρουμανίας, σε βάρος του εκζητούμενου ημεδαπού Κ. Κ. του Α., όσον αφορά την έκτιση υπ'αυτού της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών στη Ρουμανία και διατάσσει περαιτέρω την έκτιση υπ' αυτού της επιβληθείσας με την άνω απόφαση ανωτέρω ποινής στην Ελλάδα στις Ελληνικές Φυλακές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Έλληνα σε Ρουμανία, με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, για έκτιση ποινής. Απορρίπτει αίτηση αντικατάστασης προσωρινής κράτησης λόγω παραίτησης. Δέχεται ουσία έφεση εκζητουμένου. Αρμόδιο για τη διάταξη ή την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής και δη για έκτιση της ποινής ημεδαπού ή αλλοδαπού που κατοικεί στην Ελλάδα, στις περιπτώσεις του άρθρου 11 του ν. 3251/2004, είναι το επιλαμβανόμενο της εκτελέσεως του εντάλματος, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμόδιου για την εκτέλεση του εντάλματος Εισαγγελέα Εφετών.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 298 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC", που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε γραφεία στην Νέα Κηφισιά Αττικής, 2) εταιρίας με την επωνυμία "EXCEL MARITIME CARRIERS LTD", που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Τιμαγένη και Ιωάννη Κυριακού. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καλογιάννη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 907/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 440/2010 και 153/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β και γ', 256 παρ. 1 περ. δ' και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που περιέχονται στις προτάσεις, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης ..." συνάγεται, ότι ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής. Έτσι, μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Περαιτέρω,1) κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και 2) ο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή. Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δηµιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Στην περίπτωση δε αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 § 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ προκύπτει, ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά καταχρήσεως και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ, από τους αναιρεσείοντες προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, τον οποίο προφορικά επικαλέστηκαν και με δήλωση τους καταχώρησαν στα πρακτικά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επανέφεραν δε νομότυπα και ενώπιον του. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και των, από 26-1-2009, 4-2-2010 και 6-10-2010, αντίστοιχα, προτάσεων των αναιρεσειόντων, οι τελευταίες(προτάσεις) κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αρ. 907/2009, καταχωρίσθηκαν επιγραμματικά μόνον οι ακόλουθες ενστάσεις των αναιρεσειόντων, όπως διατυπώθηκαν απ' αυτούς: 1) αναρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων, 2) αναρμοδιότητας των Δικαστηρίων του Πειραιά, 3) μη τήρησης της προηγούμενης διαδικασίας σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης, 4) παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης και 5) παθητικής νομιμοποίησης του τρίτου εναγομένου, χωρίς όμως να καταχωρισθεί και ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Επομένως, η ένσταση αυτή των εναγομένων - αναιρεσειόντων, ανεξαρτήτως αν περιλαμβανόταν στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του, δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να θεωρείται νόμιμος και η επαναφορά αυτής ενώπιον του Εφετείου, δοθέντος ότι δεν καταχωρήθηκε, έστω και συνοπτικά, στα πρακτικά του πρώτου. Τέτοια καταχώρηση οπωσδήποτε δεν συνιστά η βεβαίωση που υπάρχει στα πρακτικά ότι " η πληρεξούσια των 1ου και 3ου εναγομένου, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις προτάσεις τους ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή". Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν πραγματικά περιστατικά, προβάλλοντας αυτά με επάρκεια, που συγκροτούν την κατάχρηση α) του δικαιώματος του ενάγοντος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και 2) του δικαιώματος του για την καταβολή ειδικής αποζημίωσης, και συγχρόνως ότι έγινε επίκληση απ' αυτούς και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά καταχρήσεως και ότι διατύπωσαν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων των αναιρεσειόντων, διαλαμβάνονται σ' αυτές τα παρακάτω: " η σύµβαση του αντιδίκου προέβλεπε (όρος 4 παρ. δ' περ. τελευταία µετά το εδ. ίν) την δυνατότητα καταγγελίας εκ µέρους του της εργασιακής του σύµβασης (κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων στον όρο 4) εντός τριών µηνών µετά την αλλαγή ελέγχου (change of control) για οποιοδήποτε λόγο και µια τέτοια καταγγελία θα θεωρείται δικαιολογημένη. Τούτο αποδεικνύεται πλήρως από το περιεχόμενο της από 29/8/2007 σύµβασης (σχετ. 3) και συνομολογείται δικαστικώς (πλήρης απόδειξη εναντίον του αντιδίκου κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τον ίδιο, αφού άλλωστε ακριβώς σ' αυτήν την ρύθµιση θεμελιώνει την ένδικη αξίωσή του. Όµως µετά την γενόµενη "αλλαγή ελέγχου" (change of control), που εγένετο τον Απρίλιο του 2008, δηλαδή την διαδοχή εργοδότη που επήλθε, ήτοι την διαδοχή της 1ης από εµάς στην θέση της προηγούμενης εργοδότριας του αντιδίκου, η 1η από εµάς, ενόψει του γεγονότος ότι υφίσταντο συµβάσεις εργαζομένων, που περιείχαν όρους, όπως ο ως άνω του αντιδίκου και προς τον σκοπό να γνωρίζει ποιοι θα κάνουν χρήση αυτών και ποιοι επιθυµούν να µην συνεχίσουν, ώστε να µπορεί να οργανώσει την επιχείρηση, ζήτησε από το σύνολο των εργαζομένων, µεταξύ αυτών και από τον αντίδικο, να της γνωστοποιήσουν ποιοι επιθυµούν να συνεχίσουν υπό την διάδοχο εργοδότιδα και ποιοι όχι. Από το σύνολο των 60 εργαζομένων οι 49, µεταξύ των οποίων και ο ενάγων (βλ. σχετ. 4 ), µας γνωστοποίησαν (βλέπε έγγραφη δήλωσή του της 15 Απριλίου 2008) ότι επιθυµούν να συνεχίσουν να εργάζονται στην διάδοχο. Τα παραπάνω συνομολογούνται πλήρως από τον αντίδικο στο δικόγραφο της αγωγής του (βλ. σελ. 13 αυτού) και συνεπώς οι οµολογίες αυτές ως δικαστικές αποτελούν πλήρη απόδειξη εναντίον του, δεσμευτική για το Δικαστήριό σας. Δηλαδή, ο ενάγων µε την ως άνω δήλωσή του άσκησε το δικαίωµα διακριτικής ευχέρειας, που είχε από την σύµβαση, για παραµονή ή καταγγελία αυτής εκ µέρους του δικαιολογημένα και δήλωσε εγγράφως, ότι επιθυµεί την παραµονή του. Έτσι µε μονομερή και κυρίως απολύτως ελεύθερη εκ µέρους του δήλωση βουλήσεως, µας έκανε γνωστό ότι θα παραµείνει στην εταιρία δηλαδή σαφέστατα δήλωσε ότι δεν θ' ασκήσει το προπεριγραφέν δικαίωµά του για καταγγελία της σύµβασης, όπως έπραξαν οι υπόλοιποι 11 εργαζόμενοι. Ότι, ως εκ τούτων, το δικαίωμα διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του ήδη είχε ασκηθεί και δεν υφίστατο πλέον δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας λόγω αλλαγής εργοδότη. Συνακόλουθα ουδέν αποτέλεσμα ή έννομη συνέπεια είχε η μονομερής μετά ένα μήνα (19/5/2008) δήλωση του περί καταγγελίας της σύµβασης εργασίας του από 20/6/2008, σε σχέση µε την αξίωση για λήψη αποζημίωσης, µε την έννοια ότι δεν θεωρείται πλασµατικά ως δικαιολογημένη κατά την έννοια του προαναφερθέντος όρου της σύµβασης, αλλά θεωρείται απλά ως µονοµερής εκ µέρους του καταγγελία. Άλλως και σε κάθε περίπτωση ενόψει της αρχής ότι ουδείς δύναται να έρχεται σε αντίθεση µε τις ίδιες αυτού πράξεις (venire contra factum proprium) η αξίωσή του για αποζημίωση µε την επίκληση του ως άνω όρου της σύµβασης και την επίκληση της "αλλαγής ελέγχου" είναι καταχρηστική, διότι µόλις ένα µήνα πριν είχε δηλώσει εγγράφως και κατηγορηματικά, ότι επιθυµεί την συνέχιση της απασχόλησής του υπό την νέα εταιρία. Συνεπώς δεν µπορεί µετά πάροδο ενός µήνα από την προηγούμενη δήλωσή του να ανατρέπει αυτή, όταν το δικαίωµά του αυτό είχε ήδη ασκηθεί και µάλιστα χωρίς καµία επιφύλαξη και χωρίς κανέναν ενδοιασμό και χωρίς ο ίδιος να επιφυλαχθεί ν' απαντήσει σε εύθετο χρόνο. Εποµένως η ένδικη αξίωσή του η οποία θεμελιώνεται αποκλειστικά στον ως άνω όρο είναι απορριπτέα ως αβάσιµη και σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική." και τα εξής "Την 19/06/2008, δηλαδή την προηγουμένη της λύσεως της συµβάσεώς του, ο αντίδικος συνεδέθη µέσω του υπολογιστή του στο δίκτυο της εταιρείας, κάνοντας χρήση των κωδικών που είχε ακόµη και "κατέβασε" χιλιάδες αρχεία της εταιρείας σε φορητό USB δίσκο". Τα πιο πάνω, όμως, περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον ενάγοντα και του δικαιώματος του για ειδική αποζημίωση (προνόμιο). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 3.10. 2005 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως στη Γλυφάδα Αττικής, από την αλλοδαπή εταιρία υπό την επωνυμία "Quintana Management LLC", την εγκατεστημένη νομίμως στην Ελλάδα (Γλυφάδα Αττικής, οδός ...),που διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν ποντοπόρα πλοία ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στα Marshall Islands αλλοδαπής, μητρικής της, εταιρίας Αμερικανικών συμφερόντων με την επωνυμία "Quintana Maritime Limited", στον Όμιλο εταιριών της οποίας ανήκε, για να παρέχει τις υπηρεσίες του από τη θέση του "Deputy Technical Manager" με κύριο αντικείμενο α) την τεχνική παρακολούθηση και τις επισκευές δεξαμενισμού πλοίων, β) την εν γένει ευθύνη για τον έλεγχο, παρακολούθηση, εξέταση, έγκριση τεχνικών προδιαγραφών καθώς και την εκτίμηση, σύγκριση των προσφορών ναυπηγείων και γ) την τελική επιλογή ναυπηγείου σε συνεργασία και τελική έγκριση από τη διεύθυνση της ως άνω εταιρίας ("Quintana Management LLC"), η οποία σαφώς ήταν η εργοδότριά του. Στην παραπάνω έγγραφη σύμβαση συμπεριλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω όροι: α) όρος εχεμύθειας ( υπ' αρ. 9) σχετικά με τις εμπιστευτικές πληροφορίες της πιο πάνω εργοδότριας εταιρίας ή οποιασδήποτε άλλης που ανήκε στον ίδιο πιο πάνω επιχειρηματικό όμιλο "Quintana Maritime Limited", β) όρος (υπ' αρ.10) για την εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου σε περίπτωση λύσης της ως άνω σύμβασης καθώς και σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη γ) όρος (υπ' αρ. 11) τουλάχιστον προ μηνός ενημέρωσης της παραπάνω εργοδότριας σε περίπτωση επιθυμίας παραίτησης του εργαζομένου (ενάγοντος) χωρίς δικαίωμα αποζημίωσής του και δ) όρος (υπ' αρ.12) για αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Πειραιά για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς από την ανωτέρω σύμβαση με εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου. Ακολούθως, λόγω της επιτυχούς επαγγελματικής απόδοσής του ενάγοντος, η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρία υπό την επωνυμία "Quintana Maritime Lίmίted", όντας, όπως προαναφέρθηκε, η μητρική εταιρία της πιο πάνω εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"),με το από "Συμφωνητικό Παροχής 29-8-2007 Οικονομικού Προνομίου σε Περίπτωση Απόλυσης" συμφώνησε με αυτόν σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας του για οποιοδήποτε λόγο (πλην θανάτου ή αναπηρίας του, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω υπαιτιότητας του ή αδικαιολόγητης παραίτησης του), να δικαιούται αυτός να λάβει εφάπαξ ένα ποσό ίσο με 24 μισθούς πλέον το διπλάσιο του ετήσιου μπόνους του, ακόμη και σε περίπτωση μεταβίβασης του ελέγχου των πλοίων σε νέα πρόσωπα και παραίτησης του για το λόγο αυτό. Στο πιο πάνω συμφωνητικό συμπεριλήφθηκαν ειδικότερα και οι εξής όροι: α) ότι η διάρκεια της συμφωνίας είναι ετήσια και αρχίζει από την 29-8-2007 και θα παρατείνεται αυτόματα κάθε 12 μήνες, ενώ σε περίπτωση Αλλαγής Ελέγχου (που θεωρείται σε περίπτωση μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ή αλλαγής του ουσιαστικού ελέγχου της "QUINTΑΝΑ") η λήξη της συμφωνίας θα ισχύει είτε μετά από δύο χρόνια από την Αλλαγή Ελέγχου είτε από το χρόνο εκείνο που όλες οι υποχρεώσεις των μερών από το ως άνω συμφωνητικό θα έχουν εκπληρωθεί (όρος 1 σε συνδ. με 4α ),β) ότι οποιαδήποτε λήξη της σύµβασης εργασίας του ενάγοντος, είτε γίνει απ' αυτόν είτε από την "QUINTΑΝΑ" θα ανακοινώνεται εγγράφως προ 30 ηµερών στο άλλο µέρος (όρος 2), γ) ότι η "QUINTANA" θα του παράσχει τα οικονοµικά προνόµια σε περίπτωση δικαιολογημένης λήξης, δηλαδή όταν η εργασιακή σύµβαση τερματίζεται κατά τη διάρκεια της ισχύος της παραπάνω συµφωνίας ή εντός δύο ετών κατ' ακολουθίαν αλλαγής εταιρικού ελέγχου για οιονδήποτε λόγο, εκτός αν αυτός αποβιώσει ή καταστεί ανίκανος, µε την επιφύλαξη των προβλέψεων της συµφωνίας και της παραγράφου 8δ (που αναφέρεται στην υποχρέωση του ενάγοντος εντός προθεσμίας 55 ηµερών από του τέλους του έτους που έγινε η δικαιολογημένη καταγγελία κατάρτισης συµφωνίας χωρισµού και γενικής απαλλαγής σε τύπο αποδεκτό από την "QUINTΑΝΑ" προ της λήψεως οιονδήποτε πληρωµών ή των ανωτέρω προνοµίων), πληρώνοντας µισθούς 24 µηνών και ότι αυτός δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε αποζημίωση ή προνόµιο, αν η εργοδότρια εταιρία διαπιστώσει, εντός 60 ηµερών από τη λήξη της εργασιακής σχέσης, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος πριν τη λήξη θα δικαιολογούσε απόλυση για αιτία, ή, εάν µετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, είχε παραβιάσει οποιουσδήποτε όρους εμπιστευτικότητας (όρος 3), δ) ότι εφόσον υπάρξει νοµική διαμάχη µεταξύ των µερών που πηγάζουν ή σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο µε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ή τον τερματισμό της εκ μέρους της "QUINTΑΝΑ", που δεν μπορούν να επιλυθούν, θα επιλύονται με διαμεσολάβηση με ορισμό από τα μέρη κοινώς αποδεκτού διαμεσολαβητή η με ορισμό διαμεσολαβητή κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε μέρους σε οργανισμό ή πρόσωπο για το οποίο θα συμφωνήσουν τα μέρη εγγράφως, σε περίπτωση δε ανεπιτυχούς επίλυσης της διαφωνίας των μερών επίλυσης με διαμεσολάβηση με επίλυση αποκλειστικά με τελεσίδικη και δεσμευτική διαιτησία, που θα διεξαχθεί κατά τους Κανονισμούς Εργασιακής Διαιτησίας της Αμερικανικής Ένωσης Διαιτησίας στο Χιούστον του Τέξας (όρος 6), ε) ότι αν η απαίτηση αυτή αχθεί ενώπιον δικαστηρίου τα μέρη συμφωνούν αμετάκλητα στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτειακών και ομοσπονδιακών δικαστηρίων του Χιούστον του Τέξας σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σχετικά με την παραπάνω συμφωνία (όρος 7) και στ) ότι η ισχύς, ερμηνεία και εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (όρος 8 β).Την 15-4-2008 επήλθε μεταβολή στο πρόσωπο της ανωτέρω εργοδότριας αλλοδαπής εταιρείας "Quintana Management LLC" και τη διαδέχθηκε ως εργοδότρια του ενάγοντος κατά τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ.1Β μείζονα σκέψη, εφόσον ο τελευταίος συνέχισε να εργάζεται σ' εκείνη, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC", που ανέλαβε τη διαχείριση των πλοίων που έως τότε διαχειριζόταν η ως άνω αρχική εργοδότρια εταιρία, στα πλαίσια της γενοµένης αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας "Quintana Maritime Limited", µητρικής της ως άνω αρχικής εργοδότριας, σε εκτέλεση του από 29-1-2008 συμφωνητικού και σχεδίου συγχώνευσης, το οποίο καταρτίστηκε µεταξύ της τελευταίας (" Quintana Maritime Limited") και της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης εταιρίας υπό την επωνυμία "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD", που απέκτησε τον εν γένει έλεγχό της. Οι παραπάνω πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητες εταιρίες τυπικά µεν ήταν αλλοδαπές εταιρίες, όµως, εφόσον ήταν εγκατεστημένες στην Ελλάδα (Ν. Κηφισιά-17ο χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών-Λαµίας), όπου ασκείτο η διοίκησή τους και βρισκόταν η πραγματική τους έδρα (άρθρο 10 ΑΚ) δωσιδικούσαν στην Ελλάδα και ειδικότερα στα Δικαστήρια του Πειραιά (άρθρο 42 παρ.1 σε συνδ. με 25 παρ.2 και 37 παρ. 1) σύμφωνα με τον προαναφερθέντα έγγραφο όρο 12 της από 3.10.2005 εργασιακής σύμβασης, ενώ θεωρούνταν, αφού δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεώς τους, που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο, ως άκυρες και "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμες εταιρίες με ευθύνη εις ολόκληρον του εμφανιζομένου ως ομορρύθμου εταίρου τους, ειδικότερα δε του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου εφεσιβλήτου, Έλληνα εφοπλιστή, ο οποίος είχε τον αποκλειστικό έλεγχό τους, όντας Πρόεδρος των Διοικητικών Συμβουλίων τους, σύμφωνα με όσα σχετικά προαναφέρθηκαν στην αρχή του παρόντος σκεπτικού. Ακολούθως ο ενάγων με την από 19.5.2008 "ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ /ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΛΗΞΗ/ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ" (WRITTEN NOTICE QUALΙFIED TERMINATION), που απευθυνόταν επί λέξει "... ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ "MARYVILLE"/ "ΕΧCΕLL" (ΤΟ: "MARYVILLE"/ "ΕΧCΕLL" ΤΟΡ MANAGEMENT), κατήγγειλε την ανωτέρω εργασιακή του σύμβαση μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης εταιρείας "MARYVILLE MARITIME INC", διαδόχου εργοδότριας της προαναφερθείσας αρχικής εργοδότριας "Quintana Management LLC", ενημερώνοντας ότι θα παραμείνει εργαζόμενος μέχρι την 20.6.2008 και ζητώντας, μεταξύ άλλων, τα ποσά που προβλέπονταν από το πιο πάνω από 29.8.2007 "Συμφωνητικό Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) μεταξύ "Quintana Maritime Limited", μητρικής εταιρίας της πιο πάνω αρχικής εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"), και αυτού. Ακολούθως, ο τρίτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD", αναγνώρισε εγγράφως την 13.6.2008 την βάσει του προαναφερθέντος από 29.8.2007 "Συμφωνητικού Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) υποχρέωση της ως άνω μητρικής εταιρίας ("Quintana Maritime Limited"), τον ιδιοκτησιακό έλεγχο της οποίας είχε πλέον εκείνη (δεύτερη εναγομένη) κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με τους όρους 3 και 4 αυτής προς καταβολή στον ενάγοντα ποσού 180.000 δολαρίων Η.Π.Α και 207.228 ευρώ μέχρι την 20.6.2008 συνδέοντας αυτήν (υποχρέωση) ρητά με την πιο πάνω καταγγελία εκ μέρους του της επίδικης εργασιακής σύμβασής του και θέτοντας ως μόνη προϋπόθεση για την είσπραξη αυτών απ' εκείνον την υπογραφή εκ μέρους του και επιστροφή σ' αυτήν του πιο πάνω συμφωνητικού με υποχρεώσεις μέχρι την 25.6.2008, προϋπόθεση που τηρήθηκε υπογραφείσας απ' εκείνον της σχετικής από 19.6.2008 βεβαίωσης, με αποτέλεσμα να συντελεσθεί έκτοτε (ΑΚ 192) η σχετική αιτιώδης αναγνωριστική σύμβαση χρέους κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω υπό στοιχ.2 μείζονα σκέψη. Στην παραπάνω αιτιώδη αναγνωριστική σύμβαση χρέους δεν περιέχονταν οι όροι του από 29.8.2007 "Συμφωνητικού Οικονομικών Προνομίων επί Απολύσεως" (Severance Benefits Agreement) μεταξύ "Quintana Maritime Limited", μητρικής εταιρίας της πιο πάνω αρχικής εργοδότριας εταιρίας ("Quintana Management LLC"), και του ενάγοντος α) περί διαμεσολάβησης και διαιτησίας σε περίπτωση νομικής διαμάχης μεταξύ των μερών αυτής που πηγάζουν ή σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ή τον τερματισμό της εκ μέρους της "QUINTΑΝΑ" (όρος 6), δηλαδή της προαναφερθείσας αλλοδαπής μητρικής εταιρίας της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, καθώς και β) ο όρος 7, που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των πολιτειακών και ομοσπονδιακών δικαστηρίων του Χιούστον του Τέξας, σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία αναφορικά με την παραπάνω συμφωνία. Ως εκ τούτου, ερμηνευομένης της ανωτέρω αιτιώδους αναγνωριστικής σύμβασης χρέους, που συνήφθη την 19-6-2008, με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των ως άνω συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και βάσει της εφαρμογής των αρχών της καλής πίστης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπό στοιχ. 3 μείζονα σκέψη, δεν υπήρχε δέσμευση εκείνων (συμβαλλομένων μερών) από τον πιο πάνω κρίσιμο όρο 7 του ως άνω από 29.8.2007 συμφωνητικού. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου αυτού ενισχύεται από τη δράση των διαδίκων στην Ελλάδα -Ν. Κηφισιά -17o χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας, (τόσο της επιχειρηματικής των εναγομένων όσο και της παροχής εργασίας του ενάγοντος), στα δικαστήρια της οποίας, με βάση την καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών πρόδηλα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), θα ήθελαν να προσφύγουν τα συμβαλλόμενα μέρη προς επίλυση της εξ αυτής (από 19.6.2008 σύμβασης) διαφοράς τους, αφού έτσι θα διευκολυνόταν η συλλογή εκ μέρους τους αποδεικτικών στοιχείων και θα υπήρχε αποφυγή απ' αυτούς δυσβάστακτων οικονομικών βαρών από τυχόν προσφυγή τους σε αλλοδαπά δικαστήρια. Συνεπώς, εφόσον υπήρχε δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων (άρθρο 3 ΚΠολΔ) επί της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με βάση την προαναφερθείσα δωσιδικία των εναγομένων, η εκκαλουμένη, που, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απόφαση και στη συνέχεια, ερευνώντας, κατ' ουσία την αγωγή, δέχθηκε και τα παρακάτω : Ο ενάγων, με την από 19.5.2008 "ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ / ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΛΗΞΗ /ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ" (WRITTEN NOTICE QUALIFIED TERMINATION) απευθυνόμενη επί λέξει ... "ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ "MARYVILLE"/ "EXCELL" (ΤΟ: "MARYVILLE"/ "EXCELL" ΤΟΡ MANAGEMENT), κατήγγειλε την ανωτέρω από 3.10.2005 εργασιακή του σύμβαση αορίστου χρόνoυ με την αρχική εργοδότρια του εταιρία με την επωνυμία "Quintana Management LLC" ενημερώνοντας ότι θα παραμείνει εργαζόμενος μέχρι τη 20.6.2008, με αποτέλεσμα να λυθεί έκτοτε η συνεχισθείσα από 15.4.2008 εργασιακή σύμβασή του με τη διάδοχό της, ως εργοδότρια, πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "MARYVILLE MARITIME INC" και να δικαιούται το συμφωνηθέν (νομίμως αιτηθέν) ποσό των 207.228 ευρώ, βάσει της προαναφερθείσας αιτιώδους αναγνωριστικής σύμβασης χρέους, που συντελέσθηκε την 19.6.2008. Η γενόμενη εκ των υστέρων από την πρώτη εναγομένη από 26.6.2008 καταγγελία της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος για παράβαση ουσιωδών όρων της με συνακόλουθο κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, που του επιδόθηκε την 27.6. 2008, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή εφόσον ήδη είχε λυθεί η επίδικη εργασιακή σύμβαση του με την προηγηθείσα πιο πάνω, από 19.5.2008 καταγγελία εκ μέρους του, δοθέντος ότι δεν προτάθηκε από τους παρασταθέντες εναγομένους ρητά και σαφώς η ακυρότητα της ανωτέρω εκ μέρους του ενάγοντος από 19.5.2008 καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασής του. Σχετικά με τον περιεχόμενο στις προτάσεις των 1ης και 3ου εφεσιβλήτων ισχυρισμό τους ότι, επί λέξει, "... η στάση του ήταν ανακόλουθη και εξόχως καταχρηστική ... ο αντίδικος την τελευταία ηµέρα λειτουργώντας εξόχως αντισυμβατικά και κακόβουλα στάσης του ενάγοντος παραβιάζοντας ουσιώδεις όρους της σύµβασης επεχείρησε να κατεβάσει τα 2/3 των αρχείων της εταιρίας ... η αξίωση για αποζημίωση µε την επίκληση του ως άνω όρου της σύµβασης και της "αλλαγής ελέγχου" είναι καταχρηστική, διότι µόλις ένα µήνα πριν είχε δηλώσει εγγράφως και κατηγορηματικά ότι επιθυμεί τη συνέχιση της απασχόλησης του υπό τη νέα εταιρία ..." (σελ.3,10 και 25 των από 4.10.2010 προτάσεων της προηγηθείσας συζήτησης επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αρ. 440/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και σελ.4,10 και 25 των προτάσεων της παρούσας συζήτησης, που θεωρείται συνέχεια εκείνης κατ' άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ ' KΠολΔ), µε επισήμανση, ακολούθως, ότι οι πράξεις αυτές συνιστούν ποινικά αδικήματα, ο οποίος (ισχυρισµός) οµοίως περιέχονταν στις πρωτόδικες προτάσεις (σελ.4,11 & 21) και εκτιμάται ότι προσιδιάζει στον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281), πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα : Επί της παρούσας υποθέσεως, που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), οι παρασταθέντες εναγόμενοι όφειλαν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο και επί πλέον αυτοί να καταχωρισθούν στα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά του (άρθρο 256 παρ. 1 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α' ίδιου Κώδικα και επί ειδικών διαδικασιών με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, κάτι το οποίο, όμως, προκειμένου περί του προαναφερθέντος ισχυρισμού των παρασταθέντων 1ης και 3ου εναγομένων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της 26.1.2009, δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταχωρίσθηκαν επιγραμματικά μόνον οι ακόλουθες ενστάσεις των ως άνω εναγομένων, όπως διατυπώθηκαν απ' αυτούς: 1) αναρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων,2) αναρμοδιότητας των Δικαστηρίων του Πειραιά, 3) μη τήρησης της προηγούμενης διαδικασίας σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης, 4) παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης και 5) παθητικής νομιμοποίησης του τρίτου εναγομένου, χωρίς όμως να καταχωρισθεί ο προαναφερθείς ισχυρισμός τους, που ήδη ως εφεσίβλητοι το πρώτον προβάλλουν, ενόψει του ότι η σημείωση της προφορικής προτάσεως πρωτοδίκως του πιο πάνω σχετικού ισχυρισμού τους έπρεπε να προκύπτει ευθέως από το τμήμα των πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης περί των προτάσεων και των δηλώσεων, αφού δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχαρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ (η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως) και επομένως για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της πρέπει, αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την κατάχρηση, επιπλέον δε να γίνει και επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής και για την αιτία αυτή. Συνεπώς, η μη προβολή κατά την στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της καταχρήσεως του δικαιώματος, που προκύπτει από αυτά και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη και για την αιτία αυτήν της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ολ ΑΠ 472/1983), εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν διατυπώθηκε από τους παρασταθέντες 1η και 3ο εφεσιβλήτους στις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού σαφώς ισχυρισµός τους (ένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος με αίτημα απόρριψης της ένδικης αγωγής, για την αιτία αυτή, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατά ένα μέρος, την αγωγή και 1) αναγνώρισε ότι η σύµβαση εργασίας του ενάγοντος, λύθηκε συνεπεία της από 19-5-2008 καταγγελίας του και 2) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγοµένη εταιρία µε την επωνυµία "EXCELL MARITIME CARRIERS LTD" και τον τρίτο εναγόμενο να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθένας εις ολόκληρον, 207.228 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ερευνώντας δηλαδή και στη συνέχεια απορρίπτοντας, (ρητώς, ως προς το πρώτο μέρος του και σιωπηρώς, ως προς το δεύτερο) ως απαράδεκτο, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον ενάγοντα και του δικαιώματος για την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης, δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, 1) ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και 2) τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν τέτοιο ισχυρισμό. Συνεπώς οι, από τους αριθμούς αυτούς, επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, πλημμέλειες αναφερόμενες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περιείχετο στις προτάσεις των που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάθηκε δε και στο Εφετείο, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και στο δεύτερο ότι ο παραπάνω ισχυρισμός, επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ήταν ορισμένος και δεν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμες και οι, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο του προνομίου (ειδικής αποζημίωσης) λόγω παραβιάσεως των υποχρεώσεων του και της ρητής υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, που δικαιολογούσε την απόλυση του για υπαιτιότητα του, συνισταμένη στο ότι την παραμονή της αποχώρησης του αντέγραφε (έκλεβε) ηλεκτρονικά μεγάλους όγκους εμπιστευτικών πληροφοριών, η δε διαπίστωση αυτή έγινε προ της παρόδου 60 ημερών από τη λύση της σύμβασης. Από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά με την καταχώρηση του στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακόμη από το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν επαρκώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις ότι "κατά επίσης ρητό όρο της σύμβασης του αντιδίκου και συγκεκριμένα του εδ ii της περίπτωσης γ του άρθρου 4 αυτής, η εταιρεία μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αζημίως για σπουδαίο λόγο και ως τέτοια ιδιαίτερα θεωρείται η παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας ή η χρησιμοποίηση εταιρικών στοιχείων κλπ. Εν προκειμένω, όπως προεξετέθη στο ιστορικό ο αντίδικος υπέπεσε σε βαρυτάτη παραβίαση του ως άνω όρου, όπως αυτή αναλύεται στο ιστορικό για την αποφυγή επαναλήψεων ... η σύµβαση του αντιδίκου ήταν τοιαύτη ορισµένου χρόνου και συνεπώς οποιοσδήποτε περιορισµός του δικαιώµατος καταγγελίας της σύµβασης για σπουδαίο λόγο κατ' άρθρο 672 Α.Κ., είναι ανίσχυρος ... απολύτως νόµιµα καταγγείλαµε την σύµβαση του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο και δη τον προαναφερθέντα και το δικαίωµά µας αυτό δεν υπόκειται σε κανένα περιορισµό (συμβατικό ή άλλο), αφού η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ είναι τοιαύτη αναγκαστικού δικαίου ... σε κάθε περίπτωση σύµφωνα µε τον όρο 4 περ. δ εδ. 3 της σύµβασης του αντιδίκου, που ορίζει ότι ουδεμία υποχρέωση καταβολής αποζημίωσις υπέχουµε και µάλιστα εάν είχε καταβληθεί θα µπορούσαµε να την αναζητήσουµε, τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται ρητά και στην από 13/6/2008 επιστολή της εταιρίας EXCEL MARITIME LTD" (ΣΧΕΤ. 6) ... η ένδικη αξίωση του αντιδίκου για καταβολή αποζημίωσις κατά τον όρο 4 της από 29/8/2007 σύµβασης είναι αβάσιµη πολλαπλώς". Αν και τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν τον παραπάνω ισχυρισμό, όμως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και με την παραδοχή ότι "η γενόμενη εκ των υστέρων από την πρώτη εναγομένη από 26.6.2008 καταγγελία της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος για παράβαση ουσιωδών όρων της με συνακόλουθο κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, που του επιδόθηκε την 27.6. 2008, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή εφόσον ήδη είχε λυθεί η επίδικη εργασιακή σύμβαση του με την προηγηθείσα πιο πάνω, από 19.5.2008 καταγγελία εκ μέρους του, δοθέντος ότι δεν προτάθηκε από τους παρασταθέντες εναγομένους ρητά και σαφώς η ακυρότητα της ανωτέρω εκ μέρους του ενάγοντος από 19.5.2008 καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασής του". Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ενόψει αυτών και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η δεύτερη, αναιρεσείουσα, η οποία ερημοδίκησε ενώπιον του Εφετείου, ως ομόρρυθμη εταιρία, με ομόρρυθμο μέλος τον τρίτο, τελούσε σε αναγκαστική ομοδικία με αυτόν και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν από αυτόν, προτάθηκαν και από εκείνη, πλην όμως δεν λήφθηκαν υπόψη και κηρύχθηκαν απαράδεκτοι, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας των (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 20-5-2011, αίτηση για αναίρεση των 153/2011 (οριστικής) και 440/2010 (μη οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ). Στην κατ’ έφεση δίκη ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 297/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπέσκα περί αναιρέσεως της με αριθμό 2168/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1307/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα εξής: Στο Άργος κατά το χρονικό διάστημα από 28-5-2004 έως 29-10-04 ως διευθύνων σύμβουλος της Α.Ε. με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμποροβιομηχανική και τεχνική εταιρεία αρδεύσεων", η οποία εδρεύει στο Άργος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε να καταβάλλει προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στις Δημοσιές Οικονομικές Υπηρεσίες χρέη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, είναι μεγαλύτερο του κατώτατου ορίου των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Ειδικότερα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στην Δ.Ο.Υ. Άργους χρέη συνολικού ύψους 2.865.307,74 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την 14-7-2006 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε να τα καταβάλει προς το Δημόσιο για το χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως οι ημερομηνίες αυτές, ο τρόπος πληρωμής, τα αντίστοιχα ποσά και τα λοιπά απαιτούμενα στοιχεία αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η Δ.Ο.Υ. Άργους ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, ως εξής (ακολουθεί ο πίνακας)". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα προαναφερόμενα οφειλόμενα χρέη, συνολικού ποσού 2.865.307,74 ευρώ, προέρχονται τα περισσότερα τούτων από τη μεταπτωχευτική δραστηριότητα της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος και επομένως δεν εκωλύετο λόγω της πτωχεύσεως στην εξόφλησή τους. Όσον δε αφορά το δόλο του, ο οποίος κατά το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 είναι ο κοινός δόλος, αυτός ενυπάρχει στη θέλησή του να πραγματώσει την προαναφερθείσα πράξη του, την οποία και τέλεσε. Κατόπιν τούτων, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι λόγω προηγούμενης πτωχεύσεώς του δεν υποχρεούτο να καταβάλει προς το Δημόσιο το προαναφερόμενο χρέος του και ότι περαιτέρω δεν αιτιολογείται ο δόλος του για το έγκλημα των χρεών προς το Δημόσιο, μολονότι δεν είναι αυτοτελής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170§2 και 333§2 ΚΠΔ, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (...) και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της προαναφερόμενης πράξης". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει, με την πιο πάνω αιτιολογία, τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 10/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δημοσιεύθηκε πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 679 αρ. 4 του ΕΝ και 2 του α.ν. 635/1937 (που ίσχυαν κατά το χρόνο εκείνο, δεδομένου ότι ο ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", κατ' άρθρο 182§§1 και 2 αυτού, εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, ενώ οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών) και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του ν. 1882/1990 και η ανώνυμη εταιρία, της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως,, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Αυτό, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη, η αιτίαση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από τη βεβαίωση των χρεών αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου και ως τέτοιο, άλλωστε, τον πρόβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αδίκημα το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο (για δημιουργία χρεών προς το Δημόσιο), αλλά εξέθεσε το περιστατικό ότι αυτός δημιούργησε τα επίμαχα χρέη, ενώ γνώριζε ότι η εταιρία είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως, προκειμένου να θεμελιώσει τον δόλο του αναιρεσείοντος και να απορρίψει - ως εκ περισσού, όπως προαναφέρθηκε - τον μη αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή των επίμαχων χρεών δεν οφειλόταν σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην επιγενόμενη πτώχευση της εταιρίας, πολλώ μάλλον όταν η κήρυξη της πτωχεύσεως επακολούθησε μετά πάροδο ικανού χρόνου αφότου τα χρέη προς το Δημόσιο γεννήθηκαν. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (ΟλΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλει ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στερούμενη αιτιολογίας, ουσιαστικά, παράθεσε απλά και κατά πιστή αντιγραφή το κατηγορητήριο στο σκεπτικό αυτής". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο λόγος αυτός, είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ποιες είναι οι τυχόν ασάφειες, αντιφάσεις ή ελλείψεις αυτής. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να εκτείνεται, όπως αναφέρθηκε, και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' , δ' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δ) έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς. Για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετανοίας, πρέπει αυτή να συνδυάζεται με περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος επιδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβιώσεως του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, επικουρικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2 περ. α', δ' και ε' του ΠΚ. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι: "Δεν υπάρχει ούτε μία παρόμοια περίπτωση στο παρελθόν, πράγμα που αποδεικνύεται και από την μέχρι σήμερα συμπεριφορά του. Προσπάθησε, με δανεικά να βρει και κατέβαλε έναντι μερικής εξόφλησης διάφορα κονδύλια. Είναι σοβαρός, έγγαμος, οικογενειάρχης και εργαζόμενος, πλέον, σε άλλες επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση πιθανότητας να επαναληφθεί η πράξη του στο μέλλον, πράγμα που καταδεικνύεται από την, μέχρι σήμερα, συμπεριφορά του". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν εντελώς αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή τους, ήτοι ποια ποσά κατέβαλε έναντι των οφειλομένων, πότε και με τι κεφάλαια προέβη στις καταβολές, σε ποιες επιχειρήσεις εργάζεται και με ποια ιδιότητα, κ.λπ. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, στην παραδοχή του Δικαστηρίου ότι τα περισσότερα από τα χρέη προέρχονται από τη μεταπτωχευτική δραστηριότητα της υπόχρεης εταιρίας και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε καταβάλει το σύνολο των βεβαιωμένων ποσών από 2.865.307,74 ευρώ, εμπεριέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, κρίση ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων. Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο, με το οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια της απορρίψεως, χωρίς αιτιολογία, του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 3/3 Νοεμβρίου 2011 αίτηση του Σ. Κ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2168/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012.Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρίας για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 3220/2004. Στοιχεία εγκλήματος. Ο ισχυρισμός ότι η μη καταβολή των χρεών οφείλεται όχι σε δόλο, αλλά στην κήρυξη της εταιρίας σε πτώχευση που προηγήθηκε της βεβαιώσεως των χρεών, είναι αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Ορθά το δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό για αναγνώριση ελαφρυντικών, γιατί αυτός προβλήθηκε αορίστως. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 296/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαλτούδη περί αναιρέσεως της με αριθμό 1277α -1277/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπαμπίλη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφετέρου δε α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος του ... και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στην Πάτρα στις 27-2-2004, όπου είχε προγραμματισθεί προεκλογική ομιλία του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου, η εταιρεία του κατ/νου με την επωνυμία "Σ. Ν. -ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ", που ασχολείται με την εισαγωγή - εμπορία και καύση πυροτεχνημάτων, είχε αναλάβει το έργο της ρίψης βεγγαλικών, προκειμένου να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα γιορτής. Η εκτόξευση θα γινόταν από το Μώλο του Αγίου Νικολάου πίσω από την εξέδρα, απ' όπου μιλούσε ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Τα μισά περίπου πυροτεχνήματα είχαν εκτοξευθεί στην αρχή της ομιλίας και απέμεναν άλλα τόσα για το τέλος της, μεταξύ των οποίων υπήρχε και μία σειρά από έξι (6) πυροτεχνήματα ιταλικής προέλευσης, τα οποία ήσαν ιδιαίτερα εντυπωσιακά και είχαν κρατηθεί για το φινάλε. Περί ώρα 21.30" και ενώ βρισκόταν στο τέλος της η παραπάνω προεκλογική ομιλία, ο εγκαλών Κ. Ν., ο οποίος εργαζόταν στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, άναψε την τελευταία σειρά των ιταλικής προέλευσης πυροτεχνημάτων, τα οποία του είχε δώσει εντολή ο κατηγορούμενος να τα συνδέσει όλα μαζί, ώστε να μη χρειαστεί να τα ανάψει ένα-ένα, λόγω της ιδιαίτερης επικινδυνότητάς τους, αλλά να εκτοξευθούν με ένα άναμμα το ένα μετά το άλλο. Πριν όμως προφθάσει να απομακρυνθεί, προκλήθηκε δυνατή έκρηξη, που είχε ως αποτέλεσμα το ωστικό κύμα και τα κομμάτια των μεταλλικών σωλήνων εκτόξευσης των πυροτεχνημάτων να κτυπήσουν τον εγκαλούντα, ενώ συγχρόνως έσκασε στα χέρια του το φλόγιστρο με συνέπεια να υποστεί πολλαπλές ρήξεις ήπατος, ρήξεις θώρακα, ρήξεις πνεύμονα, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, βαριές κακώσεις στα άκρα και των δύο χεριών, ακρωτηριαστικό τραύμα του δεξιού αντίχειρα, του δείκτη και του μέσου δακτύλου, απώλεια 20% της ακοής, συνδεσμική βλάβη, ρήξη σκαφοειδούς συνδέσμου στην αριστερή πηχεοκαρπική και ημιδιατομή του ωλένιου νεύρου και του ωλένιου καμπτήρα του άνω τριτημορίου του αντιβραχίου (...). Αμέσως διακομίστηκε στο Π.Γ.Ν. Πατρών, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση των κακώσεων. Εξήλθε από το νοσοκομείο στις 11-3-2004 και αυθημερόν εισήχθη στην Ευρωκλινική Αθηνών για συνέχιση της μετεγχειρητικής φροντίδας του. Σήμερα οι βλάβες έχουν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό αποκατασταθεί, αλλά έχει καταστεί μόνιμα δια βίου ανάπηρος σε ό,τι αφορά το ΔΕ άνω άκρο και σε ποσοστό 32,5%, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού ιατρού Ε. Γ.. Το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του κατ/νου, ο οποίος ενώ ήταν προσωπικά ο ίδιος, βάσει της σχετικής άδειας που του είχε δοθεί, υπεύθυνος για την καύση των πυροτεχνημάτων στην προαναφερθείσα εκδήλωση, δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή και δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση της ως άνω εργασίας από τον εγκαλούντα. Συγκεκριμένα δεν τον εφοδίασε με ειδική προστατευτική στολή, με αλεξίσφαιρο γιλέκο, κατάλληλο κράνος, ειδικά γάντια για την καύση και κυρίως δεν έθεσε σε διάθεσή του αυτόματο σύστημα πυροδότησης (κοντρόλ), έτσι ώστε η καύση - ρίψη των πυροτεχνημάτων να γίνεται από ασφαλή απόσταση και να μην αναγκάζεται ο εγκαλών να βρίσκεται ανάμεσα στα πυροτεχνήματα για να τα ανάβει με φλόγιστρο, με αποτέλεσμα (το οποίο δεν προέβλεψε) τον σοβαρό τραυματισμό του παθόντος εργαζομένου. Την παράλειψη χρήσης αυτόματου συστήματος πυροδότησης των πυροτεχνημάτων αναδεικνύουν ως καθοριστικό παράγοντα του ατυχήματος, οι διορισθέντες στο στάδιο της προανάκρισης πυροτεχνουργοί πραγματογνώμονες Π. Θ. και Κ. Π. στην από 15-6-2004 έκθεσή τους. Εξάλλου ο κατηγορούμενος με την σχετική άδεια αγοράς-μεταφοράς και καύσης φωτοβολίδων-βεγγαλικών της Ελληνικής Αστυνομίας όφειλε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας, την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές (...), ώστε να αποκλείσει παντελώς κάθε κίνδυνο προκλήσεως ατυχημάτων σε πρόσωπο ή πράγματα. Τέλος πρέπει δε να σημειωθεί ότι χωρίς την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν θα επερχόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και η παρεμβολή στη διαδρομή των γεγονότων και τυχόν αμελούς συμπεριφοράς του παθόντος, δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου με το επελθόν αποτέλεσμα, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, ούτε αποκλείει την από αμέλεια ευθύνη αυτών, που είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της τυχόν υπάρχουσας (συντρέχουσας) αμέλειας και άλλων προσώπων, σύμφωνα με το ως άνω αρθρ. 28 ΠΚ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια όπως αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος που πηγάζει από την ιδιότητά του ως εργοδότη του παθόντος και, επομένως, έχοντος, προς αυτόν, το καθήκον πρόνοιας, και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα. Επίσης, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος των σωματικών βλαβών του παθόντος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να λάβει τα αναφερόμενα εξειδικευμένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία του παθόντος κατά την πυροδότηση των πυροτεχνημάτων απέρρεε αφενός από την υποχρέωση πρόνοιας για τους εργαζόμενους σ' αυτόν (η οποία προβλέπεται στη γενική διάταξη του άρθρου 662 του ΑΚ) και αφετέρου από τις ειδικότερες υποχρεώσεις του ως ιδιοκτήτη επιχειρήσεως εισαγωγής, εμπορίας και καύσεως πυροτεχνημάτων, οι οποίες επιβάλλονταν από την κοινή αντίληψη και την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές και, επομένως, δεν απαιτείτο και η μνεία διατάξεων νόμου, επιτακτικού χαρακτήρα, από τις οποίες να προβλέπεται η λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας. β) Επαρκώς αιτιολογείται ότι η τυχόν αμελής συμπεριφορά του παθόντος δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παραλείψεων του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος που επήλθε. γ) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε υποχρέωση να τα συσχετίσει μεταξύ τους ή να αξιολογήσει χωριστά τι προέκυπτε από το καθένα από αυτά (και μάλιστα από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, πυροτεχνουργού, Δ. Λ. η το από 17.10.2007 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας, το από 15.9.2008 έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πατρών και το από 13.6.2008 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης) ούτε να μνημονεύσει, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την από 22.10.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ., που αναγνώστηκε, γιατί αυτή, που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, θεωρείται απλό έγγραφο. Ούτε ήταν απαραίτητη η μνεία των πορισμάτων της ιδιωτικής αυτής πραγματογνωμοσύνης ή η αιτιολόγηση γιατί δεν δέχθηκε τα πορίσματα αυτά. δ) Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε τη συνδρομή μη συνειδητής αμέλειας, η μη λήψη δε των αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας δεν συνάδει με τη μορφή της ενσυνείδητης αμέλειας, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την μη λήψη των ως άνω μέτρων, δεν προέβλεψε ότι θα επερχόταν το αποτέλεσμα που επήλθε, ο τραυματισμός, δηλαδή, του παθόντος. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά τα υπό στοιχ. Ι, II και IV κεφάλαια, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 314§1α, 28 και 15 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας, υπέβαλε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, το αίτημα να κληθούν οι δύο πυροτεχνικοί του Λιμενικού, οι οποίοι έκαναν αυτοψία - πραγματογνωμοσύνη, ως ειδικοί για να δώσουν λεπτομέρειες, το αίτημα δε αυτό επανέλαβε και μετά το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας και πριν από την ανάγνωση των εγγράφων. Το αίτημα, όμως, αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, γιατί ο αναιρεσείων δεν ανέφερε για ποιους συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία και η μαρτυρία των πυροτεχνικών, ενόψει του ότι αυτοί είχαν καταθέσει την έκθεσή τους, η οποία περιλαμβανόταν στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Παρά ταύτα, το δικάσαν Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην υπ' αριθ. 1277α/17.5.2011 απόφασή του τα εξής: "Το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι η παρουσία των λιμενικών στο ακροατήριο ουδέν θα συνεισφέρει, πλέον αυτών, των οποίων έχουν καταγράψει στην διεξαχθείσα κατά το στάδιο της ποινικής προδικασίας πραγματογνωμοσύνη". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το υπό στοιχ. ΙΙΙ κεφάλαιο, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 28/14 Οκτωβρίου 2011 αίτηση του Σ. Ν. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1277α-1277/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Στοιχεία εγκλήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος απέρρεε από την ιδιότητά του ως εργοδότη του παθόντος και, επομένως, έχοντος, προς αυτόν, το καθήκον πρόνοιας. Η ιδιωτική γνωμοδότηση δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται ως έγγραφο. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, το οποίο, όμως, είχε υποβληθεί αορίστως. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 295/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Κ. Λ. του Α., 2) Σ. Λ. του Π., 3) Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 81643/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείµενο του εγκλήµατος που αποδίδεται στον κατηγορούµενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαµβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούµενος την κατηγορία, προκειµένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών προς το ΙΚΑ. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έλαβε και συνεκτίμησε πράγματι υπόψη του, εκτός των άλλων εγγράφων, την με αριθμό 78735 ΠΕΕ. Το έγγραφο αυτό, που είναι η καταλογιστική πράξη επιβολής εισφορών του ΙΚΑ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως πράγματι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Όμως, το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν µε τη µηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τους απόντες κατηγορούµενους συνήγορός τους, είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχοµένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγµα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωµένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο και έτσι δεν στερήθηκαν οι αναιρεσείοντες του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός τους να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του άνω εγγράφου (ΑΠ 1095/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους και που αυτός υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Η ποινική δίωξη κατά των υπόχρεων ασκείται αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα κατόπιν υποβολής μηνυτήριας αναφοράς από το ΙΚΑ, η οποία συντάσσεται ταυτόχρονα με τη σύνταξη της καταλογιστικής πράξεως επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) κατά των νόμο υπευθύνων της επιχειρήσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 86/1967, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, επί εργοδότη νομικού προσώπου και δη ανώνυμης εταιρείας, η ακριβής ιδιότητα και θέση του κατηγορουμένου στην εταιρεία, ώστε να προκύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών και η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, ασφαλισμένου σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές ή ως εργατικές εισφορές, και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής (ΑΠ 1587/2011). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 81643/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους τρεις κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για παράβαση του α.ν..86/1967, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει τις πράξεις που τους αποδίδει το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα κατωτέρω: Στην Αθήνα στις 3-10-2003 ως υπεύθυνοι της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" με αντικείμενο εργασιών την κλωστοϋφαντουργία και με την ιδιότητα ο μεν τρίτος Σ. Λ. ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, η δευτέρα Χ. Λ. ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος και ο πρώτος Λ. Κ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αν και απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από Ιούνιο έτους 2003 μέχρι και Σεπτέμβριο έτους 2004 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα τις παρακάτω εισφορές που αντιστοιχούν στο προαναφερθέν χρονικό διάστημα παρασχεθείσας εργασίας, συνολικά 340.070,87 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία με πρόθεση οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν αυτές. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι με την παραπάνω ιδιότητα τους και έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την εργοδότρια ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) των απασχοληθέντων και βάσει των ημερών απασχόλησης συνολικού ποσού 226.713,91 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν οι εισφορές απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικών) συνολικού ποσού 113.356,96 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση). Για τη μη καταβολή των προαναφερομένων εισφορών συντάχθηκε η υπ' αρ. 78735 Π.Ε.Ε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ'αρ. 1584/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-12-2005 και ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών προγενέστερο των δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης, από την οποία συνάγεται χρόνος παύσης πληρωμών 27-12-2003, καίτοι στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης αναφέρεται ότι η "ΚΟΤΤΟΝ ΦΙΛ ΑΒΕΕ" έχει περιέλθει σε αδυναμία αντιμετώπισης των απαιτητών χρεών της από 29-1-2003. Με βάση δε τα ανωτέρω ζητούν οι κατηγορούμενοι να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 82 παρ. 2 περ. β ΠΚ, των μη ταπεινών αιτίων, αφού (κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών) η μη καταβολή των ασφαλιστικών ειφορών δεν έγινε από κακοβουλία, αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία που την οδήγησαν στην πτώχευση, επικαλούμενοι την ημερομηνία 23-1-2003 ως χρόνο παύσης πληρωμών, παράλληλα δε ισχυρίζονται ότι και προ του οριζομένου ως χρόνου παύσης πληρωμών η επιχείρηση παρέπαιε οικονομικά και ότι οι μετέχοντας στο Δ.Σ. επιχειρούσαν να την διασώσουν με κάθε τρόπο καλύπτοντας κατά το δυνατόν μέρος των τεραστίων οφειλών προς τους τρίτους (εργαζομένους, Δημόσιο, τράπεζες), που έπρεπε να καλυφθούν για την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι οι εισφορές ήσαν απαιτητές και σε χρόνο που δεν ανάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση σε χρόνο παύσης πληρωμών, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι πράγματι εγίνοντο προσπάθειες και ενέργειες από την πλευρά των κατηγορουμένων για κάλυψη των τεραστίων οφειλών προς τρίτους, που άλλωστε αορίστως αναφέρονται (προσπάθειες και ενέργειες) στους εγγράφως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες δεν οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι από μεγάλη ένδεια δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες εισφορές, που μάλιστα αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ο μάρτυρας υπεράσπισης αναφέρει 600 εργαζομένους. Από το στοιχείο τούτο σε συνδυασμό με την έλλειψη αποδεικτικού στοιχείου περί της προσπάθειας των κατηγορουμένων περί κάλυψης οφειλών προς άλλους πιστωτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2003 και 2004 που ερευνάται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ, 2 περ. Β του ΠΚ νια το χρονικό διάστημα που αφορά τον προ της παύσης πληρωμών χρόνου, αλλά να αναγνωρισθεί νια το διάστημα μετά την παύση των πληρωμών, αφού πράγματι η αδυναμία ήταν πλέον ασφυκτική ως προς τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας και δεν προέκυψαν επιλεκτικές καταβολές σε τρίτους δανειστές. Περαιτέρω, με τους εγγράφους ισχυρισμούς τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης ασκούντο μόνο από τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο στο ΦΕΚ πρακτικό Δ.Σ., υπ' αρ. 9481/00 ΦΕΚ, ότι αυτή και μόνον είχε δικαίωμα πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων, διεκπεραίωνε πληρωμές εργαζομένων, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τον τομέα πωλήσεως της εταιρίας, απουσίασε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, αναπλήρωνε κατά το καταστατικό τη δευτέρα κατηγορουμένη σε περίπτωση κωλύματος της και μόνον, γεγονός που δεν συνέβη και ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, σύζυγος της δευτέρας είχε τυπική και μόνον συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας. Όμως, από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ υπ' αρ. 9481/16-10-2000 προκύπτει ότι το Δ.Σ. της εταιρίας εξελέγη στις 29-8-2000 για θητεία 3 ετών και αποτελείτο από τους 1) Κ. Λ. ως Πρόεδρο, 2) Χ. Λ. - Λ. ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, 3) Σ. Λ. ως μέλος, δηλαδή και τους τρεις κατηγορουμένους. Περαιτέρω, αναφέρει στο κεφάλαιο εκπροσώπηση της εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 20 του καταστατικού αναθέτει στην Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολο τους και σε περίπτωση κωλύματος της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και στο κεφάλαιο παροχή δικαιώματος υπογραφής δυνάμει του άρθρου 20 του καταστατικού παρέχει δικαίωμα υπογραφής Ι. στον Κ. Λ. και 2. στην Χ. Λ.-Λ. με δικαίωμα με τη σφραγίδα της εταιρίας και με μία από τις παραπάνω υπογραφές να εκδίδουν επιταγές, οπισθογραφούν αυτές, αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, παραλαμβάνουν φορτωτικές, συμβάλλονται με τις τράπεζες για άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, τη σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού, την έκδοση εγγυητικών επιστολών, να δίδουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της εταιρίας, να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις και να κάνουν χρήση αυτών, εξουσιοδοτούν υπαλλήλους της εταιρίας για παραλαβή χρημάτων και αντικειμένων από το Δημόσιο, Τράπεζες, Οργανισμούς κλπ. Επίσης, στην κατάθεση του ο μάρτυρας υπεράσπισης, τέκνο των δευτέρας και τρίτου κατηγορουμένων αναφέρει ότι τη διοίκηση την είχε η μητέρα του η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις νια τους εργαζομένους, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση, είχαν τις δημόσιες σχέσεις, επισκέπτονταν πελάτες, πήγαιναν στα εργοστάσια για επίβλεψη, ενώ επίσης καταθέτει νια καθημερινή παρουσία και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, μάλιστα οι δύο εξ αυτών (πρώτος και δευτέρα) από το καταστατικό ενεργούσαν όλες τις οικονομικές, διαχειριστικές πράξεις, ενώ η αναφερομένη στους αυτοτελείς ισχυρισμούς δέσμευση της εταιρίας από τη δευτέρα κατηγορουμένη και σε περίπτωση κωλύματός της από τον πρώτο κατηγορούμενο αφορά, όπως αποδείχθηκε, την εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνον και όχι διαχειριστικές - οικονομικές ενέργειες. Το γεγονός, δε, ότι κάθε κατηγορούμενος από τους πρώτο και τρίτο ενεργούσε σε άλλο πεδίο, όπως ενασχόληση με πελάτες, επίβλεψη εργοστασίων, δημόσιες σχέσεις, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ευθύνης όλων νια την αναφερόμενη στο διατακτικό πράξη, αφού όλοι μαζί, καθημερινά, ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά, οικονομικά ζητήματα, ο καθένας σε διαφορετικό πεδίο, καθόσον είναι δυσχερές ένας άνθρωπος και μόνον να περαιώνει όλα τα ζητήματα σε επιχείρηση μεγάλου μεγέθους, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Είναι, λοιπόν, απορριπτέος ο ισχυρισμός των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου ότι η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. της εταιρίας ήταν τυπική και μόνον. Κατόπιν των ανωτέρω και απορριπτόμενων και των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατωτέρω και με το ελαφρυντικό της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ'. Με βάση αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και με την προσβαλλόμενη 81643/2009 απόφασή του, καταδίκασε τους τρεις αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 ΠΚ, και των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, του άρθρου 31 ν.δ. 1160/1972, του άρθρου 1 του ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε από τον ν. 2113/1952 και 16 παρ. 2 και 2 της με αριθμό 55575/1479 από 18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, δεν προκύπτει ασάφεια και αντίφαση, ως προς την ποινική ευθύνη των τριών κατηγορουμένων σε σχέση με την ιδιότητά τους στο ΔΣ της υπόχρεης εργοδότριας ΑΕ, διότι η αναφορά στις παραδοχές, ότι βάσει σχετικού πρακτικού του ΔΣ της Ανώνυμης Εταιρείας των κατηγορουμένων (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, Αρ. 9481/16-10-2000), η εκπροσώπηση της εταιρείας αυτής που δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές στο ΙΚΑ, είχε ανατεθεί στην αντιπρόεδρο του ΔΣ και διευθύνουσα σύμβουλο Χ. Λ.-Λ., δεύτερη αναιρεσείουσα, και σε περίπτωση κωλύματος αυτής, στον πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Κ. Λ., τρίτο αναιρεσείοντα, γίνεται αφηγηματικά, ενώ στη συνέχεια το δικαστήριο καταλήγει σαφώς και εμπεριστατωμένα σε παραδοχή ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι, ως μέλη του Δ.Σ. της Α.Ε., η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το Δ.Σ. αυτής, είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρείας και ασχολούντο όλοι με όλα τα διαχειριστικά και οικονομικά ζητήματα της ΑΕ και τελικά το δικαστήριο δέχθηκε ότι για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των οφειλομένων εισφορών εκ μέρους της εργοδότριας ΑΕ στο ΙΚΑ, ποινικά υπεύθυνοι ήσαν και οι τρεις αυτοί κατηγορούμενοι, ανεξάρτητα ποίος από τους τρεις εκπροσωπούσε τυπικά την ΑΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες εισφορές, όντες ουσιαστικά εκπρόσωποι της εργοδότριας εταιρείας και οι τρεις μέλη του ΔΣ αυτής, β) δεν δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς το χρόνο τελέσεως των παραπάνω δύο αξιοποίνων πράξεων, διότι, ενώ κατά τις παραδοχές, ο χρόνος απασχόλησης του προσωπικού από τη συγκεκριμένη εργοδότρια ΑΕ, ήταν το χρονικό διάστημα από Ιουνίου 2003 έως Σεπτεμβρίου 2004, αλλά κατά τις παραδοχές αυτές, και κατά το νόμο, οι εκάστοτε οφειλόμενες εισφορές, έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, ήτοι τις εισφορές του τελευταίου ως άνω μήνα Σεπτεμβρίου 2004, έπρεπε να καταβάλουν το αργότερο μέχρι 31-10-2004, οπότε και ο χρόνος τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων συνάγεται κατά τις παραδοχές ότι ήταν η 1-11-2004, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορίζει ως χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων αυτών πράξεων, στο μεν αιτιολογικό την 3-10-2003, στο δε διατακτικό την 18-4-2005, ενώ και στα δύο αναφέρεται ο ανωτέρω χρόνος απασχόλησης και η υποχρέωση καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Παρά ταύτα, με την ασάφεια αυτή, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων πλημμελημάτων (5 + 3 = 8έτη), σε βάρος των κατηγορουμένων, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτούς μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 2-12-2009 και τότε, και υπό την εκδοχή του άνω διαφορετικού πραγματικού χρόνου τελέσεως, της 1-11-2004 και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω πράξη (ΑΠ 536/2011). Περαιτέρω, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σελ. 22 α, 22 β και 22γ), απορρίφθηκε και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, για το χρόνο προ της παύσης των πληρωμών της πτωχεύσασας Α.Ε., γιατί ωθήθηκαν όπως ισχυρίσθηκαν από μη ταπεινά αίτια, συνεπεία πτώχευσης, οικονομικών προβλημάτων και παύσης πληρωμών της υπόχρεης ΑΕ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2011 κοινή αίτηση - δήλωση των Σ. Λ. του Π., Χ. Λ.- Λ. του Α. και Κ. Λ. του Α., περί αναιρέσεως της 81643/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012 . Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή εισφορών εργαζομένων σε ΙΚΑ (ΑΝ 86/67). Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, α) για ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) για ασάφεια και αντίφαση, ως προς το όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ και το ποινικά υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, και γ) για αναιτιολόγητη απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρ. 84 παρ.2 εδ. β ΠΚ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 294/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων 1) Κ. Λ. του Α., 2) Σ. Λ. του Π., 3) Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 81641/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών προς το ΙΚΑ. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έλαβε και συνεκτίμησε πράγματι υπόψη του, εκτός των άλλων εγγράφων, την με αριθμό 78175 ΠΕΕ. Το έγγραφο αυτό, που είναι η καταλογιστική πράξη επιβολής εισφορών του ΙΚΑ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως πράγματι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Όμως, το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν µε τη µηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τους απόντες κατηγορούµενους συνήγορός τους, είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχοµένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγµα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωµένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο και έτσι δεν στερήθηκαν οι αναιρεσείοντες του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός τους να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του άνω εγγράφου (ΑΠ 1095/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους και που αυτός υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Η ποινική δίωξη κατά των υπόχρεων ασκείται αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα κατόπιν υποβολής μηνυτήριας αναφοράς από το ΙΚΑ, η οποία συντάσσεται ταυτόχρονα με τη σύνταξη της καταλογιστικής πράξεως επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) κατά των νόμο υπευθύνων της επιχειρήσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 86/1967, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, επί εργοδότη νομικού προσώπου και δη ανώνυμης εταιρείας, η ακριβής ιδιότητα και θέση του κατηγορουμένου στην εταιρεία, ώστε να προκύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών και η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, ασφαλισμένου σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές ή ως εργατικές εισφορές, και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής(ΑΠ 1587/2011). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 81641/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους τρεις κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για παράβαση του α.ν..86/1967, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 21-4-2004 ως υπεύθυνοι της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" με αντικείμενο εργασιών την κλωστοϋφαντουργία και, με την ιδιότητα ο μεν τρίτος Σ. Λ. ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, η δευτέρα Χ. Λ. ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο πρώτος Λ. Κ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, αν και απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από Φεβρουάριο έτους 2003 μέχρι και Μάιο έτους 2003 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα τις παρακάτω εισφορές που αντιστοιχούν στον χρόνο παρασχεσθείσης εργασίας, συνολικά 185.823,96 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου .μήνα από το μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία με πρόθεση οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν αυτές. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι με την παραπάνω ιδιότητα τους και έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την εργοδότρια ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) των απασχοληθέντων και βάσει των ημερών απασχόλησης συνολικού ποσού 123.882,64 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν οι εισφορές απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικών) συνολικού ποσού 61.941,32 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση). Για τη μη καταβολή των προαναφερομένων εισφορών συντάχθηκε η υπ' αρ. 78175 Π.Ε.Ε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ'αρ. 1584/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-12-2005 και ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών προγενέστερο των δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης, από την οποία συνάγεται χρόνος παύσης πληρωμών 27-12-2003, καίτοι στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης αναφέρεται ότι η "ΚΟΤΤΟΝ ΦΙΛ ΑΒΕΕ" έχει περιέλθει σε αδυναμία αντιμετώπισης των απαιτητών χρεών της από 29-1-2003. Με βάση δε τα ανωτέρω ζητούν οι κατηγορούμενοι να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 82 παρ. 2 περ. β ΠΚ, των μη ταπεινών αιτίων, αφού (κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δεν έγινε από κακοβουλία, αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία που την οδήγησαν στην πτώχευση, επικαλούμενοι την ημερομηνία 23-1-2003 ως χρόνο παύσης πληρωμών, παράλληλα δε ισχυρίζονται ότι και προ του οριζομένου ως χρόνου παύσης πληρωμών η επιχείρηση παρέπαιε οικονομικά και ότι οι μετέχοντας στο Δ.Σ. επιχειρούσαν να την διασώσουν με κάθε τρόπο καλύπτοντας κατά το δυνατόν μέρος των τεραστίων οφειλών προς τους τρίτους (εργαζομένους, Δημόσιο, τράπεζες), που έπρεπε να καλυφθούν για την εξακολούθηση της: λειτουργίας της εταιρίας. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι οι εισφορές ήσαν απαιτητές σε χρόνο που δεν ανάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση σε χρόνο παύσης πληρωμών, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι πράγματι εγίνοντο προσπάθειες και ενέργειες από την πλευρά των κατηγορουμένων για κάλυψη των τεραστίων οφειλών προς τρίτους, που άλλωστε αορίστως αναφέρονται (προσπάθειες και ενέργειες) στους εγγράφως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες δεν οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι από μεγάλη ένδεια δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες εισφορές, που μάλιστα αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ο μάρτυρας υπεράσπισης αναφέρει 600 εργαζομένους. Από το στοιχείο τούτο σε συνδυασμό με την έλλειψη αποδεικτικού στοιχείου περί της προσπάθειας των κατηγορουμένων περί κάλυψης οφειλών προς άλλους πιστωτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2003 που ερευνάται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ. Περαιτέρω, με τους εγγράφους ισχυρισμούς τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης ασκούντα μόνο από τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο στο ΦΕΚ πρακτικό Δ.Σ., υπ' αρ. 9481/00 ΦΕΚ, ότι αυτή και μόνον είχε δικαίωμα πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων, διεκπεραίωνε πληρωτές εργαζομένων, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τον τομέα πωλήσεως της εταιρίας, απουσίασε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, αναπλήρωνε κατά καταστατικό τη δευτέρα κατηγορουμένη σε περίπτωση κωλύματος της και μόνον, γεγονός που δεν συνέβη και ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, σύζυγος της δευτέρας είχε τυπική και μόνον συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας. Όμως, από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ υπ' αρ. 9481/16-10-2000 προκύπτει ότι το Δ.Σ. της εταιρίας εξελέγη στις 29-8-2000 για θητεία 3 ετών και αποτελείτο από τους 1) Κ. Λ. ως Πρόεδρο, 2) Χ. Λ. - Λ. ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, 3) Σ. Λ. ως μέλος, δηλαδή και τους τρεις κατηγορουμένους. Περαιτέρω, αναφέρει στο κεφάλαιο εκπροσώπηση της εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει του .άρθρου 20 του καταστατικού αναθέτει στην Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολο τους και σε περίπτωση κωλύματος της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και στο κεφάλαιο παροχή δικαιώματος υπογραφής δυνάμει του άρθρου 20 του καταστατικού παρέχει δικαίωμα υπογραφής Ι. στον Κ. Λ. και 2.στην Χ. Λ.-Λ. με δικαίωμα με τη σφραγίδα της εταιρίας και με μία από τις παραπάνω υπογραφές να εκδίδουν επιταγές, οπισθογραφούν αυτές, αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, παραλαμβάνουν φορτωτικές, συμβάλλονται με τις τράπεζες για άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, τη σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού, την έκδοση εγγυητικών επιστολών, να δίδουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της εταιρίας, να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις και να κάνουν χρήση αυτών, εξουσιοδοτούν υπαλλήλους της εταιρίας για παραλαβή χρημάτων και αντικειμένων από το Δημόσιο, Τράπεζες, Οργανισμούς κλπ. Επίσης, στην κατάθεση του ο μάρτυρας υπεράσπισης, τέκνο των δευτέρας και τρίτου κατηγορουμένων αναφέρει ότι τη διοίκηση την είχε η μητέρα του η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις για τους εργαζομένους, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση, είχαν τις δημόσιες σχέσεις, επισκέπτονταν πελάτες, πήγαιναν στα εργοστάσια για επίβλεψη, ενώ επίσης καταθέτει για καθημερινή παρουσία και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, μάλιστα οι δύο εξ αυτών (πρώτος και δευτέρα) από το καταστατικό ενεργούσαν όλες τις οικονομικές, διαχειριστικές πράξεις, ενώ η αναφερομένη στους αυτοτελείς ισχυρισμούς δέσμευση της εταιρίας από τη δευτέρα κατηγορουμένη και σε περίπτωση κωλύματος της από τον τρίτο κατηγορούμενο αφορά, όπως αποδείχθηκε, την εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνον και όχι διαχειριστικές - οικονομικές ενέργειες. Το γεγονός, δε, ότι κάθε κατηγορούμενος από τους πρώτο και τρίτο ενεργούσε σε άλλο πεδίο, όπως ενασχόληση με πελάτες, επίβλεψη εργοστασίων, δημόσιες σχέσεις, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ευθύνης όλων για την αναφερομένη στο διατακτικό πράξη, αφού όλοι μαζί, καθημερινά, ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά, οικονομικά ζητήματα, ο καθένας σε διαφορετικό πεδίο, καθόσον είναι δυσχερές ένας άνθρωπος και μόνον να περαιώνει όλα τα ζητήματα σε επιχείρηση μεγάλου μεγέθους, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Είναι, λοιπόν, απορριπτέος ο ισχυρισμός των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου ότι η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. της εταιρίας ήταν τυπική και μόνον. Κατόπιν των ανωτέρω και απορριπτόμενων και των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατωτέρων" Με βάση αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και με την προσβαλλόμενη 81641/2009 απόφασή του, καταδίκασε τους τρεις αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 ΠΚ, και των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, του άρθρου 31 ν.δ. 1160/1972, του άρθρου 1 του ν.362/1976 και 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε από τον ν.2113/1952 και 16 παρ. 2 και 2 της με αριθμό 55575/1479 από 18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, δεν προκύπτει ασάφεια και αντίφαση, ως προς την ποινική ευθύνη των τριών κατηγορουμένων σε σχέση με την ιδιότητά τους στο ΔΣ της υπόχρεης εργοδότριας ΑΕ, διότι η αναφορά στις παραδοχές, ότι βάσει σχετικού πρακτικού του ΔΣ της Ανώνυμης Εταιρείας των κατηγορουμένων( ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, Αρ. 9481/16-10-2000), η εκπροσώπηση της εταιρείας αυτής που δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές στο ΙΚΑ, είχε ανατεθεί στην αντιπρόεδρο του ΔΣ και διευθύνουσα σύμβουλο Χ. Λ.-Λ., δεύτερη αναιρεσείουσα, και σε περίπτωση κωλύματος αυτής, στον πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Κ. Λ., τρίτο αναιρεσείοντα, γίνεται αφηγηματικά, ενώ στη συνέχεια το δικαστήριο καταλήγει σαφώς και εμπεριστατωμένα σε παραδοχή ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι, ως μέλη του Δ.Σ. της Α.Ε. η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το Δ.Σ. αυτής, είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρείας και ασχολούντο όλοι με όλα τα διαχειριστικά και οικονομικά ζητήματα της ΑΕ και τελικά το δικαστήριο δέχθηκε ότι για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των οφειλομένων εισφορών εκ μέρους της ΑΕ στο ΙΚΑ, ποινικά υπεύθυνοι ήσαν και οι τρεις αυτοί κατηγορούμενοι, ανεξάρτητα ποίος από τους τρεις εκπροσωπούσε τυπικά την ΑΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες εισφορές, όντες ουσιαστικά εκπρόσωποι της εργοδότριας εταιρείας και οι τρεις μέλη του ΔΣ αυτής, β) δεν δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς το χρόνο τελέσεως των παραπάνω δύο αξιοποίνων πράξεων, διότι, ενώ κατά τις παραδοχές, ο χρόνος απασχόλησης του προσωπικού από τη συγκεκριμένη εργοδότρια ΑΕ, ήταν το χρονικό διάστημα από Φεβρουαρίου 2003 έως Μαΐου 2003, αλλά κατά τις παραδοχές αυτές, και κατά το νόμο, οι εκάστοτε οφειλόμενες εισφορές, έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, ήτοι τις εισφορές του τελευταίου ως άνω μήνα Μαϊου 2003, έπρεπε να καταβάλουν το αργότερο μέχρι 31-6-2003, οπότε και ο χρόνος τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων ήταν η 1-7-2003, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, ορίζει ως χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων αυτών πράξεων την 21-4-2004. Παρά ταύτα, με την ασάφεια αυτή, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων πλημμελημάτων (5 + 3 = 8 έτη), σε βάρος των κατηγορουμένων, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτούς μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 2-12-2009 και τότε, και υπό την εκδοχή του άνω διαφορετικού πραγματικού χρόνου τελέσεως, την 1-7-2003 και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω πράξη (ΑΠ 536/2011), Περαιτέρω, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σελ. 22 α και 22β), απορρίφθηκε και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, γιατί ωθήθηκαν όπως ισχυρίσθηκαν από μη ταπεινά αίτια, συνεπεία πτώχευσης, οικονομικών προβλημάτων και παύσης πληρωμών της υπόχρεης ΑΕ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2011 κοινή αίτηση δήλωση των Σ. Λ. του Π., Χ. Λ.- Λ. του Α. και Κ. Λ. του Α., περί αναιρέσεως της 81641/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012 . Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή εισφορών εργαζομένων σε ΙΚΑ (ΑΝ 86/67). Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, α) για ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) για ασάφεια και αντίφαση, ως προς το όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ και το ποινικά υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, και γ) για αναιτιολόγητη απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρ. 84 παρ.2 εδ. β ΠΚ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 293/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κ. Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων 1. Κ. Λ. του Α., 2. Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά περί αναιρέσεως της 81642/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1002/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αθροιστικώς ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, εξ αιτίας της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 sτοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, το ύψος και ο χρόνος των αποδοχών που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο, ώστε να εξαχθεί και ο χρόνος τελέσεως της αξιόποινης πράξης. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως υπόχρεου εργοδότη για καταβολή των αποδοχών των σε αυτό εργαζομένων, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου , καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στο νομικό πρόσωπο αυτό, κατά το κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 52/2011). Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 81642/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχους τους δύο κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για παράβαση του α.ν. 690/1945, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: " Στην Αθήνα στις 21-3-2005 ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" με. αντικείμενο εργασιών την κλωστοϋφαντουργία και με την ιδιότητα η δευτέρα Χ. Λ. ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο πρώτος Λ. Κ. ως πρόεδρος του διοιητικού συμβουλίου, αν και απασχόλησαν από το έτος 1999 και ειδικότερα κατά τη χρονική περίοδο από Μάιο μέχρι και Οκτώβριο έτους 2003 την Σ. Μ. με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως λογίστρια και με την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας με πρόθεση δεν κατέβαλαν τους δεδουλευμένους μισθούς της και λοιπές αποδοχές της ως κατωτέρω μέχρι και 21-3-2005 και συνολικά 6.420,70 ευρώ. Ειδικότερα δεν κατέβαλαν μισθό Μαΐου 2003 ποσού 840,52 ευρώ, μισθό Ιουνίου 2003 ποσού 817,33 ευρώ, μισθό Ιουλίου 2003 780,03 ευρώ, μισθό Αυγούστου 2003 848,23 ευρώ, επίδομα, αδείας 2003 423,67 ευρώ, μισθό Σεπτεμβρίου 2003 848 ευρώ, μισθό Οκτωβρίου 2003 1029,69 ευρώ και δώρο. Χριστουγέννων 2003 803 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1584/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-12-2005 και ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών προγενέστερο των δύο ετών από. την ημερομηνία δημοσίευσης, από την οποία συνάγεται χρόνος παύσης πληρωμών 27-12-2003, καίτοι στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης, αναφέρεται ότι η "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" έχει περιέλθει σε αδυναμία αντιμετώπισης των απαιτητών χρεών της από 29-1-2003. Με βάση δε τα ανωτέρω ζητούν οι κατηγορούμενοι να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 82 παρ.2 περ. β ΠΚ, των μη ταπεινών αιτίων, αφού (κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών) η μη καταβολή των αποδοχών της εγκαλούσας δεν έγινε από κακοβουλία, αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία που την οδήγησαν στην πτώχευση, επικαλούμενοι την ημερομηνία 23-1-2003 ως χρόνο παύσης πληρωμών. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι οι αποδοχές ήσαν απαιτητές σε χρόνο που δεν ανάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση σε χρόνο παύσης πληρωμών. Από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες δεν οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι από μεγάλη ένδεια δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες αποδοχές, έτσι, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ. Περαιτέρω, με τους εγγράφους ισχυρισμούς τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης ασκούντο μόνο από τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο στο ΦΕΚ πρακτικό Δ.Σ,, υπ' αρ. 9481/00 ΦΕΚ, ότι αυτή και μόνον είχε δικαίωμα πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων, διεκπεραίωνε πληρωμές εργαζομένων, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τον τομέα πωλήσεως της εταιρίας, απουσίασε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, αναπλήρωνε κατά το καταστατικό τη δευτέρα κατηγορουμένη σε περίπτωση κωλύματος της και μόνον, γεγονός που δεν συνέβη. Όμως, από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ υπ'αρ. 9481/16-10-2000 προκύπτει ότι το Δ.Σ. της εταιρίας εξελέγη στις 29-8-2000 για θητεία 3, ετών και αποτελείτο από τους 1) Κ. Λ. ως Πρόεδρο, 2) Χ. Λ. -Λ. ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, 3) Σ. Λ. ως μέλος, δηλαδή και τους δύο κατηγορουμένους. Περαιτέρω, αναφέρει στο κεφάλαιο εκπροσώπηση της εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 20 του καταστατικού αναθέτει στην Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολο τους και σε περίπτωση κωλύματος της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και στο κεφάλαιο παροχή δικαιώματος υπογραφής δυνάμει του όρθρου 20 του καταστατικού παρέχει δικαίωμα υπογραφής Ι. στον Κ. Λ. και 2. στην Χ. Λ.-Λ. με δικαίωμα με τη σφραγίδα της εταιρίας και με μία από τις παραπάνω υπογραφές να εκδίδουν επιταγές, οπισθογραφούν αυτές, αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, παραλαμβάνουν φορτωτικές, συμβάλλονται με τις τράπεζες για άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, τη σύναψη ή τροποποίηση ;συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού, την έκδοση εγγυητικών επιστολών, να δίδουν εντολές πληρωμής για λογαρισμό της εταιρίας, να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις και να κάνουν χρήση, αυτών, εξουσιοδοτούν υπαλλήλους της εταιρίας για παραλαβή χρημάτων και αντικειμένων από το Δημόσιο, Τράπεζες, Οργανισμούς κλπ. Επίσης, στην κατάθεση του ο μάρτυρας υπεράσπισης, τέκνο των δευτέρας και ανηψιός του τρίτου κατηγορουμένων αναφέρει ότι τη διοίκηση την είχε η μητέρα του η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις για τους εργαζομένους, ενώ οι άλλοι μετέχοντες του Δ.Σ. ως ανωτέρω δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση, είχαν τις δημόσιες σχέσεις, επισκέπτονταν πελάτες, πήγαιναν στα εργοστάσια για επίβλεψη, ενώ επίσης καταθέτει για καθημερινή παρουσία και των δύο κατηγορουμένων στα γραφεία της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, μάλιστα από το καταστατικό ενεργούσε όλες τις οικονομικές, διαχειριστικές πράξεις, ενώ η αναφερομένη στους αυτοτελείς ισχυρισμούς δέσμευση της εταιρίας από τη δευτέρα κατηγορουμένη και σε περίπτωση κωλύματος της από τον πρώτο κατηγορούμενο αφορά, όπως αποδείχθηκε, την εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνον και όχι διαχειριστικές - οικονομικές ενέργειες. Το γεγονός, δε, ότι κάθε κατηγορούμενος ενεργούσε σε άλλο πεδίο, όπως ενασχόληση με πελάτες, επίβλεψη εργοστασίων, δημόσιες σχέσεις, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ευθύνης όλων για την αναφερομένη στο διατακτικό πράξη, αφού όλοι μαζί, καθημερινά, ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά, οικονομικά ζητήματα, ο καθένας σε διαφορετικό πεδίο, καθόσον είναι δυσχερές ένας άνθρωπος και μόνον να περαιώνει όλα τα ζητήματα σε επιχείρηση μεγάλου μεγέθους, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Είναι, λοιπόν, απορριπτέος ο ισχυρισμός των πρώτου κατηγορουμένου ότι η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. της εταιρίας ήταν τυπική και μόνον. Κατόπιν των ανωτέρω και απορριπτόμενων και των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατωτέρω". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη 81642/2009 απόφασή του την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκεαν οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, και του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, δεν προκύπτει ασάφεια και αντίφαση, ως προς την ποινική ευθύνη των δύο κατηγορουμένων σε σχέση με την ιδιότητά τους στο ΔΣ της υπόχρεης εργοδότριας ΑΕ, διότι η αναφορά στις παραδοχές, ότι βάσει σχετικού πρακτικού του ΔΣ της Ανώνυμης Εταιρείας των κατηγορουμένων( ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, Αρ. 9481/16-10-2000), η εκπροσώπηση της εταιρείας αυτής που απασχολούσε την εργαζόμενη Σ. Μ. είχε ανατεθεί στην αντιπρόεδρο του ΔΣ και διευθύνουσα σύμβουλο Χ. Λ.-Λ., πρώτη αναιρεσείουσα, και σε περίπτωση κωλύματος αυτής, στον πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Κ. Λ., δεύτερο αναιρεσείοντα, γίνεται αφηγηματικά, ενώ στη συνέχεια το δικαστήριο καταλήγει σαφώς και εμπεριστατωμένα σε παραδοχή ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, ως μέλη του Δ,Σ. της Α.Ε., η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το Δ.Σ. αυτής κατά το εν προκειμένω κρίσιμο χρονικό διάστημα είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρείας και ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά και οικονομικά ζητήματα της ΑΕ και τελικά το δικαστήριο δέχθηκε ότι για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των οφειλομένων αποδοχών της άνω απασχοληθείσας και εργαζόμενης στην εταιρεία, ποινικά υπεύθυνοι ήσαν και οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, ανεξάρτητα ποίος από τους δύο εκπροσωπούσε τυπικά την ΑΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, β) δεν δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς το χρόνο τελέσεως της παραπάνω αξιόποινης πράξης, διότι μολονότι κατά τις παραδοχές ο χρόνος απασχολήσεως της άνω εργαζόμενης κάλυπτε το χρονικό διάστημα από Μαΐου έως Οκτωβρίου 2003, αναφέρεται παρά ταύτα ως χρόνος τελέσεως της πράξης η 21-3-2005, διότι κατά τις παραδοχές "οι κατηγορούμενοι από πρόθεση δεν κατέβαλαν τις αποδοχές της ανωτέρω απασχοληθείσας στην ΑΕ μέχρι και την 21-2-2005". Ο ίδιος χρόνος τελέσεως επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό, χωρίς να διαλαμβάνεται και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενοι μισθοί και οι λοιπές νόμιμες επιβαρύνσεις, συνολικού ποσού 6.420,70 ευρώ. Παρά ταύτα, με την ασάφεια αυτή, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής του ενδίκου πλημμελήματος (5 + 3 = 8 έτη), σε βάρος των κατηγορουμένων, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτούς μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 2-12-2009 και τότε, και υπό την εκδοχή του άνω διαφορετικού πραγματικού χρόνου τελέσεως, και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω πράξη (ΑΠ 536/2011), γ) προσδιορίζεται ότι η εργαζομένη απασχολήθηκε ως λογίστρια με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους και συνάγεται ότι όλα αυτά προκύπτουν από την ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας, ενώ οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, δεν αμφισβήτησαν ειδικά το ύψος των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών και το χρόνο καταβολής τους. Περαιτέρω, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σελ. 22 α και 22β), απορρίφθηκε και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, γιατί ωθήθηκαν όπως ισχρίσθηκαν από μη ταπεινά αίτια, συνεπεία πτώχευσης, οικονομικών προβλημάτων και παύσης πληρωμών της υπόχρεης ΑΕ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2011 κοινή αίτηση- δήλωση των Χ. Λ.-Λ. του Α. και Κ. Λ. του Α., περί αναιρέσεως της 81642/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012 . Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή αποδοχών εργαζομένων (ΑΝ 690/45). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, α) για ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) για ασάφεια και αντίφαση, ως προς το όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ και το ποινικά υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, και γ) για αναιτιολόγητη απόρριψη του ελαφρυντικού του άρ. 84 παρ.2 εδ. β ΠΚ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 292/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 81640/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1003/11. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείµενο του εγκλήµατος που αποδίδεται στον κατηγορούµενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαµβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούµενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έλαβε και συνεκτίμησε πράγματι υπόψη του, εκτός των άλλων εγγράφων, την με αριθμό πρωτ. 1301 με αριθ. 140/2004 Αίτηση ποινικής δίωξης με συνημμένο Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως πράγματι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Όμως, το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, είναι διαδικαστικό έγγραφο, είναι η ίδια η αίτηση ποινικής δίωξης υποβληθείσα µε τη µηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούµενο συνήγορός του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχοµένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωµένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να αναγνώσει και να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν ειδικά και στο κατηγορητήριο και έτσι δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του άνω εγγράφου (ΑΠ 1095/2010) . Επομένως, δεν επήλθε εξ αυτού του λόγου απόλυτη ακυρότητα και ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με την νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαίως ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται, μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται με βάση το κατώτερο ποσό της συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ). Και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους νια τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 2523/1997 (αρθρ. 23 παρ. 1) το έγκλημα της καθυστερήσεως καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, αντιστοίχως, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντιστοίχως, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά δε το προδιαληφθέν άρθρο του ν. 3220/2004 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως : α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, οι διατάξεις αυτού, κατά το μέρος που δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσότερων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, δηλαδή πριν από την 1-1-2004, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997 κατώτατο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, οι διατάξεις του άρθρου 34 ν. 3220/2004 είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο για την ποινική ευθύνη του οφειλέτη, στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη (ΑΠ 265/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεώς του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 141 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός για να τύχει απαντήσεως από το δικαστήριο και να αιτιολογείται ιδιαιτέρως είναι και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί ή από τον Εισαγγελέα για συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 81640/2-12-2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα κατωτέρω: Στην Αθήνα και κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2003 μέχρι 1-3-2004 στις 21-3-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενώ τα χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Και συγκεκριμένα, ενώ σε βάρος της εταιρίας ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ, της οποίας η κατηγορουμένη τυγχάνει διευθύνουσα σύμβουλος και αντιπρόεδρος του Δ.Σ., είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη όπως αναφέρονται ειδικά στον πίνακα χρεών υπ' αρ. πρωτ. 1301 με αρ. ειδικού βιβλίου 140/2004 της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών με πρόθεση δεν κατέβαλε το ποσόν αυτό που ανέρχεται σε 34.833,89 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, οι οφειλές αυτές αφορούν Α)ποσόν 26.844,84 ευρώ φόρο εισοδήματος 2000 καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις από 31-10-2002 μέχρι 29-8-2003 και Β)7.989,05 ευρώ φόρο εισοδήματος 2001 καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις από 29-11-2002 μέχρι 29-8-2003" Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη του ότι "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 31/8/2003 έως 1/3/2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν-3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο τον τεσσάρων μηνών, το όε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ της οποίας τυγχάνει διευθύνουσα σύμβουλος και αντιπρόεδρος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ ειδ. βιβλίου.140/2004 ) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 21.1.2005.μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ #34.833,80# που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Με βάση τα παραπάνω, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής δύο χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού, υπερβαίνοντος τις 10.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (25 Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997 και 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσάρτηση του μνημονευόμενου σε αυτή 140/2004 Πίνακα Χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών που προσαρτάται στη μηνυτήρια αναφορά της άνω αρμόδιας ΔΟΥ, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των δύο χρεών σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης (η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών), το είδος και το ύψος των δύο χρεών κατά περίπτωση (φόρος εισοδήματος 2000 και 2001) και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, σε 18 μηνιαίες δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την υπόχρεη κατηγορούμενη, ως διευθύνουσα σύμβουλο και αντιπρόεδρο του ΔΣ της οφειλέτριας ΑΕ, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, κατά το μέρος που, μετά τη μείωσή τους, (λόγω αθωώσεώς της για ορισμένα άλλα τρία χρέη της Α.Ε.), υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μέσα στο τετράμηνο μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους. Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές για το χρόνο τελέσεως της κατ' εξακολούθηση πράξεως και δεν συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού ως χρόνος τελέσεως κατ' εξακολούθηση του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής δύο χρεών, στο παραπάνω αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται κατά λέξη, " το χρονικό διάστημα από 31-8-2003 μέχρι 1-3-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενώ τα χρέη κατέστησαν απαιτητά υπό την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών κλπ και ειδικότερα στο αιτιολογικό εξειδικεύεται ότι οι οφειλές της αυτές αφορούν δύο χρέη για φόρο εισοδήματος, καταβλητέου σε 18 μηνιαίες δόσεις, του πρώτου χρέους από 31-10-2002 μέχρι 29-8-2003 και του δεύτερου χρέους από 29-11-2002 μέχρι 29-8-2003". Από τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με το νόμο, σαφώς συνάγεται ότι ο πραγματικός χρόνος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση αξιοποίνου πράξεως καθυστερήσεως δύο χρεών που καταδικάστηκε η κατηγορουμένη, είναι το τετράμηνο μετά την καθυστέρηση των παραπάνω 18 δόσεων, με τελευταία την 29-8-2003, άρα χρόνο; τελέσεως είναι από 31-8-2003 έως 29-12-2003 και όχι από 31-8-2003 έως 1-3-2004 που από παραδρομή αναφέρεται. Επίσης από παραδρομή και μόνο συνάγεται ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται αυθαίρετα και η ημερομηνία 21-3-2005. Το ότι πρόκειται για παραδρομή συνάγεται, από το ίδιο το αιτιολογικό, διότι η κατηγορουμένη είχε διωχθεί και καταδικασθεί σε πρώτο βαθμό για πέντε χρέη, με χρόνο τελέσεως από 31-8-2003 ορθά έως και 1-3-2004, με καταβλητέα την τελευταία δόση του πέμπτου χρέους την 31-10-2003, από την καθυστέρηση καταβολής της οποίας, μετά το τετράμηνο του ν. 3220/2004, συνάγεται και η μνημονευόμενη ημερομηνία 1-3-2004. Όμως καίτοι με την προσβαλλόμενη απόφαση η κατηγορουμένη αθωώθηκε για τα τρία τελευταία χρέη και καταδικάσθηκε μόνο για τα δύο ως παραπάνω πρώτα χρέη και ο πραγματικός χρόνος τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ήταν πλέον διάστημα από 31-8-2003 έως 30-12-2003 και όχι έως 1-4-2004, από παραδρομή το δικαστήριο, μετά την άνω αθώωση για τα τρία χρέη, δεν διόρθωσε όπως όφειλε το χρόνο τελέσεως και άφησε τον αρχικό. Προσθέτως, από την αναφορά, τόσον στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό, ως χρόνου τελέσεως του διωκόμενου κατ' εξακολούθηση ως άνω εγκλήματος μη καταβολής χρεών, του διαστήματος, από 31-8-2003, έως 1-3-2004, λανθασμένα, αντί του πραγματικού χρόνου από 31-8-2003 έως 30-12-2003, δε δημιουργείται ασάφεια, από δε τη μικρή αυτή επιμήκυνση του χρόνου τελέσεως, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής του ενδίκου πλημμελήματος (5 + 3 = 8 έτη), σε βάρος της κατηγορουμένης, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 2-12-2009 και τότε, και υπό την εκδοχή του άνω πραγματικού χρόνου τελέσεως, και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω πράξη (ΑΠ 536/2011). Περαιτέρω, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. σελ. 22 α και 22β), απορρίφθηκε και ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης για αναγνώριση στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, διότι ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια, συνεπεία πτώχευσης και παύσης πληρωμών της υπόχρεης ΑΕ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, ούτε άλλος βάσιμος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του ΚΠΔ, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2011 αίτηση της Χ. Λ.-Λ. του Α., περί αναιρέσεως της 81640/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012 . Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012 . Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή Χρεών προς το Δημόσιο. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, για λήψη υπόψη εγγράφου, του Πίνακα Χρεών, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, διότι συνιστά διαδικαστικό έγγραφο, που υποβλήθηκε με τη μηνυτήρια αναφορά και ήταν γνωστό στην κατηγορούμενη. 2. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και ειδικότερα για ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης και αναιτιολόγητη απόρριψη ελαφρυντικού μη ταπεινών αιτίων.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 291/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 555/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 944/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαεπτά (17) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Σε βάρος του κατηγορουμένου, με την ιδιότητα του Δ/ντα Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε." με έδρα τα Σέρβια Κοζάνης, βεβαιώθηκαν από τη ΔΟΥ Σερβίων τα παρακάτω, συνολικού ύψους, μαζί με τις προσαυξήσεις, 860.606,14 ευρώ, χρέη: 1) με την υπ' αριθμ. 525/7-3-2005 βεβαίωση, ποσό 12.444,27 ευρώ για ΦΠΑ (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 1999 (1-1-1999 έως 31-12-1999), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-4-2005, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενης προσαύξησης 6.844,35 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 19.288,62 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών (την 9-12-2009), 2α) με την υπ' αριθμ. 526/7-3-2005, ποσό 8.955,45 ευρώ, για ΦΠΑ - προσφυγή (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 1998 (1-1-1997 έως 31-12-1997), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-4-2005, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 4.925,50 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 13.880,95 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 2β) με την υπ' αριθμ. 526/7-3-2005 βεβαίωση, ποσό 16.041,50 ευρώ, για ΦΠΑ - προσφυγή (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 (1-1-1999 έως 31-12-1999), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-4-2005, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 8.822,82 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 24.864,32 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 3) με την υπ' αριθμ. 527/7-3-2005 βεβαίωση, ποσό 460,80 ευρώ, για ΦΠΑ - οριστική βεβαίωση (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 (1-1-1999 έως 31-12-1999), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-4-2005, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπρατιομένης προσαύξησης 253,44 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 714,24 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 4) με την υπ' αριθμ. 433/16-2-2006 βεβαίωση, ποσό 1.986,75 ευρώ, για πρόστιμο Κ.Β.Σ. - οριστική βεβαίωση (ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 (1-1-1999 έως 31-12-1999), οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31-3-2006 και η δεύτερη στις 28-4-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη, συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 911,92 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 2.898,67 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 5) με την υπ' αριθμ. 434/16-2-2006 βεβαίωση, ποσό 1.324,50 ευρώ, για πρόστιμο Κ.Β.Σ. - οριστική βεβαίωση (ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2001, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 31-3-2006 και η δεύτερη στις 28-4-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 607,94 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1.932,44 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 6) με την υπ' αριθμ. 671/15-3-2006, ποσό 111.998,43 ευρώ, για ΦΠΑ - προσφυγή (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 1999 (1-1-1998 έως 31-12-1998), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-3-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 49.279,31 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 161.277,74 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 7α) με την υπ' αριθμ. 672/15-3-2006 βεβαίωση, ποσό 80.598,02 ευρώ, για ΦΠΑ - προσφυγή (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 1998 (1-1-1997 έως 31-12-1997), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-3-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 35.463,13 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 116.061,15 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 7β) με την υπ' αριθμ. 672/15-3-2006 βεβαίωση, ποσό 144.373,50 ευρώ, για ΦΠΑ - προσφυγή (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 (1-1-1999 έως 31-12-1999), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 31-3-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 65.524,34 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 207.897,84 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 8) με την υπ' αριθμ. 2393/20-10-2006 βεβαίωση, ποσό 293,46 ευρώ, ως πρόστιμο Υπ. Εργασίας (ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 (1-1-1999 έως 31-12-1999), κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 30-11-2006, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 105,65 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 399,11 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 9) με την υπ' αριθμ. 125/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 182.843,72 ευρώ, ως εισόδημα (ανήκει στην κατηγορία των άμεσων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), ήταν καταβλητέο σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η τελευταία στις 31-7-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 55.767,33 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 238.611,05 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 10) με την υπ' αριθμ. 126/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 27.649,30 ευρώ, για εισόδημα (ανήκει στην κατηγορία των άμεσων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2002 (1-1-2001 έως 31-12-2001), ήταν καταβλητέο σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η τελευταία στις 31-7-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 8.433,04 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 36.082,34 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 11) με την υπ' αριθμ. 127/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 12.301,87 ευρώ, για ΦΠΑ (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2000(1-1-1999 έως 31-12-1999), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η δεύτερη στις 30-3-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 3.998,11 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 16.299,98 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 12) με την υπ' αριθμ. 128/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 8.658 ευρώ, ως ΦΠΑ (ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η δεύτερη στις 30-3-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 2.813,85 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 11.471,85 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 13) με την υπ' αριθμ. 129/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 150,00 ευρώ, για λοιπούς έμμεσους φόρους, που αφορούσε το οικονομικό έτος 2002 (1-1-2001 έως 31-12-2001), το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-2-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 49,50 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 199,50 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 14) με την υπ' αριθμ. 130/15-1-2007 βεβαίωση ποσό 150,00 ευρώ, για λοιπούς έμμεσοι φόρους, που αφορούσαν το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο εφάπαξ στις 28-2-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή του για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 49,50 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 199,50 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 15) με την υπ' αριθμ. 131/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 755,24 ευρώ, για λοιπούς έμμεσους φόρους, που αφορούσαν το οικονομικό έτος 2002 (1-1-2001 έως 31-12-2001), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η δεύτερη στις 30-3-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 245,45 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1.000,69 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 16) με την υπ' αριθμ. 132/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 2.601,37 ευρώ, για λοιπούς έμμεσους φόρους, που αφορούσαν το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), το οποίο ήταν καταβλητέο σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η τελευταία στις 31-7-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 793,41 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 3.394,78 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών, 17) με την υπ' αριθμ. 133/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 469,55 ευρώ, για λοιπούς έμμεσους φόρους, που αφορούσαν το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο (2) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η δεύτερη στις 30-3-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 153,26 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 622,81 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών και 18) με την υπ' αριθμ. 134/15-1-2007 βεβαίωση, ποσό 2.640 ευρώ, για πρόστιμο Κ.Β.Σ. (ανήκει στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικών), που αφορούσε το οικονομικό έτος 2001 (1-1-2000 έως 31-12-2000), το οποίο ήταν καταβλητέο σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη κατέστη ληξιπρόθεσμη στις 28-2-2007 και η τελευταία στις 31-7-2007, με συνέπεια η συνολική οφειλή για τη συγκεκριμένη αιτία και με συνυπολογισμό συνεισπραττομένης προσαύξησης 868,56 ευρώ να ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 3.508,56 ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης του παραπάνω πίνακα χρεών. Αυτός όμως καθυστέρησε, για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα πληρωμής, να καταβάλει προς το Δημόσιο τα ως άνω χρέη. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των χρεών που προέρχονται από τη δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας, ισχυρίζεται όμως ότι η καθυστέρηση της καταβολής τους προς το δημόσιο δεν οφείλεται σε δόλια προαίρεσή του ως νομίμου εκπροσώπου της, αλλά σε οικονομική πραγματική αδυναμία του, εξ αιτίας της κήρυξης της εταιρείας σε κατάσταση πτωχεύσεως (εργασίες της οποίας συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, όπως αποδεικνύεται...), με την με αριθμό 223/24-10-2002 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία και ορίστηκε ημερομηνία παύσης πληρωμών η 5-11-2001, δηλαδή πριν από τη βεβαίωση των επίδικων χρεών, τα οποία όπως προκύπτει από τον συνημμένο πίνακα χρεών έλαβε χώρα "από τις 1-1-2005 μέχρι και το έτος 2007". Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός του, ο οποίος αποτελεί άρνηση υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και δεν είναι συνεπώς αυτοτελής (...), τυγχάνει απορριπτέος κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον όλα τα ως άνω επίδικα χρέη, που συμποσούνται με τις συνεισπραττόμενες προσαυξήσεις σε 823.323, 81 ευρώ πλην των υπό στοιχεία (10), (13) και (15), τα οποία συμποσούνται με τις συνεισπραττόμενες προσαυξήσεις σε 37.282,33 ευρώ, ανεξάρτητα με το χρόνο βεβαίωσής τους, προήλθαν από την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρείας κατά τα οικονομικά έτη 1998, 1999, 2000 και 2001 (χρονικές περίοδοι 1-1 έως 31-12-1997, 1-1 έως 31-12-1998, 1-1 έως 31-12-1999, 1-1 έως 31-12-2000 αντίστοιχα), δηλαδή αφορούν (γεννήθηκαν) χρονική περίοδο, πριν από την κηρυχθείσα με την αριθμ 223/24-10-2002 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Κοζάνης πτώχευση της εταιρίας και τον ορισθέντα ως χρόνο παύσης των πληρωμών την 5-11-2001 και κατά την οποία (περίοδο 1-1-1997 έως 31-12-2000), παρότι έχει περιέλθει αυτή σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά της χρέη, συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα, δημιουργώντας νέα χρέη μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, πλην των παραπάνω υπό στοιχεία (10), (13) και (15), γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της και συνεπώς ο δόλος του δεν αναιρείται για τα ως άνω χρέη. Περαιτέρω το γεγονός ότι τα παραπάνω χρέη βεβαιώθηκαν, σε χρόνο μεταγενέστερο της λύσης του νομικού προσώπου (με την κήρυξη της πτώχευσης), δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, αφού αυτά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που αυτός είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπρόσωπου του (άρθρο 25 παρ. 3 περ. β' ν. 1882/1990). Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ο κατηγορούμενος για την πράξη που του αποδίδεται, δηλαδή αυτή της μη καταβολής προς το Δημόσιο των ανωτέρω χρεών, πλην των υπό στοιχεία (10), (13) και (15) για τα οποία πρέπει να κηρυχθεί αθώος ελλείψει δόλου, όμως περαιτέρω, να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, καθόσον αυτός στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια, αλλά λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει, με την πιο πάνω αιτιολογία, τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 223/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δημοσιεύθηκε στις 24.10.2002, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός ερμήνευσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 679 αρ. 4 του ΕΝ και 2 του α.ν. 635/1937 (που ίσχυαν κατά το χρόνο εκείνο, δεδομένου ότι ο ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", κατ' άρθρο 182§§1 και 2 αυτού, εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, ενώ οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών) και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του ν. 1882/1990 και η ανώνυμη εταιρία, της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Αυτό, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη, η αιτίαση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από τη βεβαίωση των χρεών αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου και ως τέτοιο, άλλωστε, τον πρόβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, προκειμένου να θεμελιώσει τον δόλο του αναιρεσείοντος και να απορρίψει - ως εκ περισσού, όπως προαναφέρθηκε - τον μη αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή των επίμαχων χρεών δεν οφειλόταν σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην επιγενόμενη πτώχευση της εταιρίας, δέχθηκε ότι η κατά την 24-10-2002 κήρυξη της πτωχεύσεως επακολούθησε μετά πάροδο ικανού χρόνου αφότου τα χρέη προς το Δημόσιο γεννήθηκαν κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα των ετών 1998 έως 2001, κατά το οποίο ο αναιρεσείων εισέπραττε και δεν απέδιδε τα προαναφερθέντα ποσά Φ.Π.Α. ως εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 3/15 Ιουλίου 2011 αίτηση του Α. Ν. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 555/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις. 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρίας για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 3220/2004. Στοιχεία εγκλήματος. Ο ισχυρισμός ότι η μη καταβολή των χρεών οφείλεται όχι σε δόλο, αλλά στην κήρυξη της εταιρίας σε πτώχευση που προηγήθηκε της βεβαιώσεως των χρεών, είναι αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 290/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική- Καλλιρρόη- Λιάνα Μουμουτζή περί αναιρέσεως της με αριθμό 98/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1) Γ. Χ. του Ν., ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του, 2) Ε. Μ. του Π., κάτοικοι ..., ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της και 3) Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζή. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 938/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας του Π. Μ. από αμέλεια, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδεικνύονται, ..., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 16-11-2004, και ενώ το απόγευμα της 14-11-2004 προηγήθηκε έντονη λασποβροχή στην Κύθνο, συνέβη θανατηφόρο ατύχημα στο περιβάλλον εναέριας γραμμής 15 kV, καθώς ο Π. Μ., κάτοικος ..., βρέθηκε νεκρός - από ηλεκτροπληξία - κοντά στον 27 στύλο της υποδιακλάδωσης από το στύλο 9 της διακλάδωσης από το στύλο 107 της γραμμής Ρ230 του δικτύου της ΔΕΗ. Στο συγκεκριμένο στύλο (27) παρατηρήθηκε απανθράκωση τμήματος της τραβέρσας και πτώση του αγωγού με το μονωτήρα στο έδαφος, χωρίς όμως να επέλθει θραύση του αγωγού ούτε και διακοπή του ρεύματος, με συνέπεια ο Π. Μ., συνταξιούχος αγρότης, όταν, κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τη φροντίδα των καλλιεργειών και των ζώων της ιδιοκτησίας του, ήλθε σε στιγμιαία επαφή με τον ευρισκόμενο πλησίον του εδάφους αγωγό (όπως και λίγο πριν ένα πρόβατο ιδιοκτησίας του) να υποστεί ηλεκτροπληξία και από το λόγο αυτό να αποβιώσει ακαριαία. Η υποδιακλάδωση της γραμμής από το στύλο 9 (όπου προκλήθηκε το ατύχημα) κατασκευάστηκε το 1993, ..., ο δε στύλος 27, στον οποίο παρουσιάστηκε η βλάβη, με ξύλινο βραχίονα (τραβέρσα) αποτελεί μια συχνά εφαρμοζόμενη τυποποιημένη κατασκευή. Η προβλεπόμενη ετήσια επιθεώρηση και συντήρηση του παραπάνω δικτύου ολοκληρώθηκε στις 13-7-2004, δηλαδή τέσσερις περίπου μήνες πριν το ατύχημα. Περαιτέρω, οι ουδέτεροι κόμβοι των μετασχηματιστών ανύψωσης τάσης στον Τοπικό Σταθμό Παραγωγής Κύθνου (15 kV) δεν είναι γειωμένοι, κάτι που εφαρμόζεται νομότυπα σε δίκτυα διανομής με ονομαστική τάση μέχρι 20 kV, ενώ η υποδιακλάδωση από το στύλο 9 προστατεύεται έναντι υπερφόρτισης και θερμικής καταπόνησης βραχυκυκλώματος με ασφάλειας 15Α βραδείας τήξης, ενώ για την προστασία σε περίπτωση μονοπολικού βραχυκυκλώματος (που όπως θα αναφερθεί κατωτέρω συνέβη στην προκείμενη περίπτωση) ανιχνεύεται η ασυμμετρία των τάσεων, που όταν υπερβαίνει το όριο των 54 V (στη βιβλιογραφία το όριο είναι 60 V) οδηγεί σε διακοπή της τροφοδότησης. Λόγω της έντονης λασποβροχής της 14-11-2004 ρυπάνθηκε ο μονωτήρας και η τραβέρσα του στύλου 27, κάτι που οδήγησε στην ανάφλεξη της τραβέρσας από μικρά έρποντα ρεύματα διαρροής στην επιφάνεια του μονωτήρα και στο ξύλο της τραβέρσας, με αποτέλεσμα την απανθράκωσή της. Η απανθράκωση μέρους της τραβέρσας επέφερε την πτώση του αγωγού της φάσης Α μαζί με το μονωτήρα του, χωρίς όμως τη θραύση του αγωγού, ο οποίος στηρίχθηκε σε δύο ξερολιθιές, με πολύ μεγάλη ωμική αντίσταση, αλλά και στο μονωτήρα, που εμπόδιζε τον αγωγό να έλθει σε επαφή με το έδαφος. Προκλήθηκε έτσι μονοπολικό βραχυκύκλωμα με αντίσταση προς τη γη μεταξύ 15 κΩ και 20 κΩ, με αποτέλεσμα η τάση ασυμμετρίας να μην υπερβαίνει το όριο των 6,2 V (το όριο προστασίας είναι 54 V) και η ένταση του ρεύματος να μην υπερβαίνει τα 0,59 Α, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή ούτε η λειτουργία της προστασίας βάσει ασυμμετρίας τάσεων ούτε η τήξη των ασφαλειών 15Α, οπότε το σύστημα της ΔΕΗ δεν έδειχνε βλάβη στο σημείο αυτό και η ηλεκτροδότηση των καταναλωτών συνεχιζόταν κανονικά. Τούτο δεν θα συνέβαινε αν ο αγωγός δεν στηριζόταν στις δύο ξερολιθιές και στο μονωτήρα, όπως και ατυχώς συνέβη με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά μονωμένος, καθώς θα έπεφτε ελεύθερα στο έδαφος και θα λειτουργούσε το σύστημα προστασίας από βραχυκύκλωμα (...). Εξάλλου ο κατηγορούμενος είχε, κατά το έτος 2004, την ιδιότητα του υπεύθυνου συντήρησης του Δικτύου της ΔΕΗ στη νήσο Κύθνο. Στα καθήκοντά του αναγόταν η προσήκουσα και ενδεδειγμένη συντήρηση του ηλεκτρικού δικτύου της ΔΕΗ της νήσου Κύθνου καθώς και η έγκαιρη διάγνωση, αντιμετώπιση και αποκατάσταση βλάβης ή ελαττωματικότητας του ως άνω δικτύου, καθώς και η δυνατότητα άμεσης ενεργοποίησης των μέτρων ασφάλειας σε περίπτωση επέλευσης τέτοιας βλάβης. Ο κατηγορούμενος όμως από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει από τις περιστάσεις ως μέσος κοινωνικός άνθρωπος ενόψει της ανωτέρω ιδιότητάς του ως τεχνικός της ΔΕΗ, της αυξημένης εμπειρίας του και των προσωπικών γνώσεών του, μολονότι στις 14-11-2004 παρατηρήθηκε στην άνω περιοχή σφοδρότατη κακοκαιρία, και ενώ γνώριζε ότι είναι πολύ πιθανό, λόγω της ρύπανσης των ηλεκτροφόρων αγωγών, να αποκολληθεί από αυτούς ο ξύλινος βραχίονας [ξύλινη τραβέρσα], με αποτέλεσμα να καταπέσει στη γη και να προκαλέσει μονοφασικό βραχυκύκλωμα, και ως εκ τούτου να ελλοχεύει ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας σε περίπτωση που ζων οργανισμός έλθει σε επαφή με τους ως άνω ηλεκτροφόρους αγωγούς, δεδομένου άλλωστε ότι αυτοί δεν ήταν μονωμένοι, ωστόσο παρέλειψε να διενεργήσει αμέσως έλεγχο και επιθεώρηση προκειμένου να διαπιστώσει την κατάσταση του εναέριου ηλεκτρικού δικτύου και να μεριμνήσει στη συνέχεια για την ταχύτερη αποκατάσταση της βλάβης με αποτέλεσμα ο ανωτέρω αγωγός που επέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω και από τον οποίο διερχόταν ηλεκτρικό ρεύμα να έλθει σε επαφή με το σώμα του Π. Μ. και να επέλθει ο θάνατος του τελευταίου συνεπεία ηλεκτροπληξίας. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος μετά την επισυμβάσα κακοκαιρία της 14-11-2004 και μέχρι ώρα 08:30 της 16-11-2004, παρέλειψε να διενεργήσει πλήρη έλεγχο και επιθεώρηση σε όλο το μήκος των εβδομήντα (70) περίπου χιλιομέτρων του εναέριου ηλεκτρικού δικτύου της Νήσου Κύθνου, έτσι ώστε να εντοπίσει τα σημεία όπου είχαν τυχόν σημειωθεί βλάβες και συγκεκριμένα επικίνδυνες για ανθρώπινη ζωή πτώσεις καλωδίων - όπως πράγματι είχε συμβεί στην περιοχή του αγροκτήματος του παθόντα - και να μεριμνήσει για την άμεση αποκατάσταση των βλαβών, χωρίς εν τω μεταξύ να κινδυνεύσει ανθρώπινη ζωή. Η ενδελεχής αυτή επιθεώρηση ήταν εφικτή καθόσον, με την χρήση αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να διατρέξει, επισκεφθεί και ελέγξει οπτικά μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ωρών όλο το μήκος του εναέριου ηλεκτρικού δικτύου της Κύθνου, το οποίο δίκτυο, όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του, δεν έχει μήκος μεγαλύτερο των εβδομήντα (70) χιλιομέτρων. ... Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των καθηκόντων του ως υπεύθυνου της συντηρήσεως του ηλεκτρικού δικτύου της ΔΕΗ της νήσου Κύθνου, της διαγνώσεως και αποκαταστάσεως οποιασδήποτε βλάβης αυτού και της ενεργοποιήσεως των μέτρων ασφαλείας σε περίπτωση επελεύσεως βλάβης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός, μετά την ανωτέρω κακοκαιρία, δεν διενέργησε έλεγχο και επιθεώρηση στο εναέριο δίκτυο, όπου, συνεπεία της κακοκαιρίας, είχαν σημειωθεί βλάβες (πτώσεις καλωδίων) επικίνδυνες για την ανθρώπινη ζωή, και, στη συνέχεια, δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση των βλαβών, με αποτέλεσμα να έλθει ένας ηλεκτροφόρος αγωγός σε επαφή με το σώμα του θύματος και να του προκαλέσει ηλεκτροπληξία, από την οποία επήλθε ο θάνατός του και β) αιτιολόγησε επαρκώς τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Εξέθεσε, ακόμη, σαφώς ότι συνέτρεξε ενσυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι αυτός γνώριζε ότι ήταν πολύ πιθανόν, λόγω της ρυπάνσεως των αγωγών από τη λασποβροχή, να αποκολληθεί από αυτούς η ξύλινη τραβέρσα, να καταπέσει στη γη, να προκαλέσει μονοφασικό βραχυκύκλωμα και να ελλοχεύει ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας, σε περίπτωση που κάποιος ερχόταν σε επαφή με τους αγωγούς. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Προς θεμελίωση της ευθύνης του κατηγορουμένου, αρκεί η πράξη ή η παράλειψη αυτού να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, όπως πταίσμα και του παθόντος, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Ανεξαρτήτως αυτού, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε προβάλει ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του θύματος (σε τι συνίστατο η οποία, πάντως, δεν προσδιορίζεται ούτε με το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως), στον οποίο, και αν είχε προβληθεί, οπωσδήποτε, δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει, γιατί αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. β) Το Εφετείο εξέτασε από την αρχή την υπόθεση και δεν είχε υποχρέωση να συμφωνήσει με την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση ούτε να περιλάβει σκέψεις με τις οποίες να αντικρούσει την αιτιολογία εκείνης. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι, περιεχόμενες στον πρώτο λόγο, αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Ιουλίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 5641/2011) αίτηση του Ν. Κ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια υπαλλήλου της ΔΕΗ, υπευθύνου συντηρήσεως του δικτύου, ο οποίος δεν είχε μεριμνήσει για τον έλεγχο του δικτύου, μετά από κακοκαιρία, και την αποκατάσταση των βλαβών αυτού, με αποτέλεσμα ηλεκτροφόρος αγωγός να έλθει σε επαφή με το θύμα και να του προκαλέσει θάνατο από ηλεκτροπληξία. Για την ευθύνη του κατηγορουμένου είναι αδιάφορο αν συνέβαλε στο επελθόν αποτέλεσμα και συνυπαιτιότητα του θύματος. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 289/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Καλογερά, περί αναιρέσεως της 628/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 824/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/1.1.2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 εδ.α και β του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Προκειμένου δε για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεως τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αν το ίδιο πρόσωπο είναι ποινικά υπεύθυνο για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο υπό διπλή ιδιότητα, όπως, π.χ., ως διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρίας και ως διαχειριστής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, θα διωχτεί αυτό για δύο εγκλήματα, που συρρέουν αληθώς, ήτοι για τη μη καταβολή των χρεών της κάθε εταιρίας χωριστά και όχι και των δύο σωρευτικά. Θα ερευνηθεί, δηλαδή, χωριστά αν συντρέχουν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί η μη καταβολή των χρεών κάθε εταιρίας αξιόποινη (π.χ. αν τα χρέη κάθε εταιρίας, και όχι αθροιστικώς και των δύο μαζί, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω, όταν πρόκειται για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν βεβαιωθεί σε βάρος ανώνυμης εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος, είχε, στην πρώτη περίπτωση, την ιδιότητα του προέδρου των Δ.Σ. ή του διευθύνοντος ή εντεταλμένου ή συμπράττοντος συμβούλου κ.λπ. ή, τουλάχιστον, του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, στη δε δεύτερη την ιδιότητα του διαχειριστή ή, τουλάχιστον, του εταίρου και ότι αυτό ασκούσε πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Υπέρβαση δε εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε βάρος του κατηγορουμένου βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Σερβίων τα ακόλουθα ποσά: 1) Με την υπ' αριθμ. 2633/17-12-2005 βεβαίωση ποσό 21,20 €, ως φόρος από Ε.Δ.Ε. έξοδα διοικητικής εκτέλεσης οικονομικού έτους 2004, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 12,40 €, δηλαδή συνολικά ποσό 33,60 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-1-2005. 2) Με την υπ' αριθμ. 459/25-2-2005 βεβαίωση ποσό 2.643,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 1.451,02 €, δηλαδή συνολικά ποσό 4.094,02 €, κατέστη απαιτητό σε οκτώ μηνιαίες δόσεις στις 31-3-2005. 3) Με την υπ' αριθμ. 460/25-2-2005 βεβαίωση ποσό 881,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 510,10 €, δηλαδή συνολικά ποσό 1.391,10 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-3-2005. 4) Με την υπ' αριθμ. 461/25-2-2005 βεβαίωση ποσό 881,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 2001, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 510,10 €, δηλαδή συνολικά ποσό 1.391,10 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-3-2005. 5) Με την υπ' αριθμ. 719/29-3-2005 βεβαίωση ποσό 727,04 €, ως πρόστιμο Φ.Π.Α. οικονομικού έτους 1997, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 399,87 €, δηλαδή συνολικά ποσό 1.126,91 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 28-4-2005. 6) Με την υπ' αριθμ. 720/29-3-2005 βεβαίωση ποσό 491.068,87 €, ως φόρος από ΦΠΑ προσωρινή βεβαίωση από δήλωση οικονομικού έτους 1998, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 270.087,88 €, δηλαδή συνολικά ποσό 761.156,75 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στο σύνολο του στις 28-4-2005. 7) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2005 βεβαίωση ποσό 295,00 €, ως φόρος τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 164,02 €, δηλαδή συνολικά ποσό 459,02 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στο σύνολο του στις 29-7-2005. 8) Με την υπ' αριθμ. 2732/8-12-2005 βεβαίωση ποσό 54.067,00 €, ως φόρος από λοιπούς έμμεσους φόρους ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 23.519,14 €, δηλαδή συνολικά ποσό 77.586,14 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 9) Με την υπ' αριθμ. 2733/8-12-2005 βεβαίωση ποσό 1.774,00 €, ως λοιποί έμμεσοι φόροι ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2004, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 807,17 €, δηλαδή συνολικά ποσό 2.581,17 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 10) Με την υπ' αριθμ. 2734/8-12-2005 βεβαίωση ποσό 2.302,00 €, ως φόρος από λοιπούς άμεσους φόρους ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2004, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 1.001,37 €, δηλαδή συνολικά ποσό 3.303,376, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 11) Με την υπ' αριθμ. 2735/ 8-12-2005 βεβαίωση ποσό 22.856,006, ως λοιποί άμεσοι φόροι ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1996, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 9.942,366, δηλαδή συνολικά ποσό 32.798,36 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 12) Με την υπ' αριθμ. 2746/9-12-2005 βεβαίωση ποσό 587,006, ως φόρος από λοιπούς έμμεσους φόρους ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2004, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 267,096, δηλαδή συνολικά ποσό 854,09 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 13) Με την υπ' αριθμ. 2871/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 184.612,00 €, ως εισόδημα ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1997, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 80.306,22 €, δηλαδή συνολικά ποσό 264.918,226, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 14) Με την υπ' αριθμ. 2871/ 21-12-2005 βεβαίωση ποσό 350.580,006, ως φόρος από εισόδημα ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1998, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 152.502,30 €, δηλαδή συνολικά ποσό 503.082,30 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 15) Με την υπ' αριθμ. 2871/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 271.864,00 €, ως εισόδημα ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 118.260,84 €, δηλαδή συνολικά ποσό 390.124,84 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 16) Με την υπ' αριθμ. 2871/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 453.992,006, ως φόρος από εισόδημα ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2000, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 197.486,526, δηλαδή συνολικά ποσό 651.478,52 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 17) Με την υπ' αριθμ. 2871/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 3.295,006, ως εισόδημα ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2001, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 1.433,326, δηλαδή συνολικά ποσό 4.728,32 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 18) Με την υπ' αριθμ. 2872/ 21-12-2005 βεβαίωση ποσό 845.194,006, ως φόρος από Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1997, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 384.563,276, δηλαδή συνολικά ποσό 1,229.757,276, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 19) Με την υπ' αριθμ. 2872/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 961.789,00 €, ως Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1998, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 437.614,006, δηλαδή συνολικά ποσό 1.399.403,00 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 20) Με την υπ' αριθμ. 2872/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 1.234.154,006, ως φόρος από Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 561.540,076, δηλαδή συνολικά ποσό 1.795.694,07 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 21) Με την υπ' αριθμ. 2872/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 1.278.498,006, ως Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1037/ 2005 οικονομικού έτους 2000, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 581.492,736, δηλαδή συνολικά ποσό 1.859.498,73 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 22) Με την υπ' αριθμ. 2872/21-12-2005 βεβαίωση ποσό 9.508,00 €, ως φόρος από Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2001, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 197.486,52 €, δηλαδή συνολικά ποσό 4.326,14 €, κατέστη απαιτητό σε δύο μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 23) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 7.924,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1997, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 3.637,14 €, δηλαδή συνολικά ποσό 11.561,14 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 24) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 7.924,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1998, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 3.637,14 €, δηλαδή συνολικά ποσό 11.561,14 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 25) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 7.924,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 1999, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 3.637,14 €, δηλαδή συνολικά ποσό 11.561,14 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 26) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 7.924,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2000, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 3.637,14 €, δηλαδή συνολικά ποσό 11.561,14 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 27) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 5.282,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2001, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 2.424,45 €, δηλαδή συνολικά ποσό 7.706,45 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 28) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 5.282,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2002, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 2.424,45 €, δηλαδή συνολικά ποσό 7.706,45 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 29) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 5.280,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2003, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 2.423,52 €, δηλαδή συνολικά ποσό 7.703,52 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 30) Με την υπ' αριθμ. 2891/ 22-12-2005 βεβαίωση ποσό 4.400,00 €, ως πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1037/2005 οικονομικού έτους 2004, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 2.019,60 €, δηλαδή συνολικά ποσό 6.419,60 €, κατέστη απαιτητό σε έξι μηνιαίες δόσεις στις 31-1-2006. 31) Με την υπ' αριθμ. 85000/ 1-6-2006 βεβαίωση ποσό 295,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 128,62 €, δηλαδή συνολικά ποσό 423,62 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2006. 32) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2007 βεβαίωση ποσό 442,50 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2007, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 139,83 €, δηλαδή συνολικά ποσό 582,33 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2007. 33) Με την υπ' αριθμ. 85000/2-6-2008 βεβαίωση ποσό 442,50 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2008, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 86,73 €, δηλαδή συνολικά ποσό 529,23 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2008. 34) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2005 βεβαίωση ποσό 100,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 55,60 €, δηλαδή συνολικά ποσό 155,60€, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 29-7-2005. 35) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2005 βεβαίωση ποσό 250,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 139,00 €, δηλαδή συνολικά ποσό 389,00 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 29-7-2005. 36) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2005 βεβαίωση ποσό 244,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 135,66 €, δηλαδή συνολικά ποσό 379,66 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 29-7-2005. 37) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2005 βεβαίωση ποσό 100,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 55,60 €, δηλαδή συνολικά ποσό 155,60 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 29-7-2005. 38) Με την υπ' αριθμ. 2804/15-12-2005 βεβαίωση ποσό 1.843,20 €, ως πρόστιμο Υπουργείου Εμπορίου οικονομικού έτους 2005, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 847,87 €, δηλαδή συνολικά ποσό 2.691,07 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-1-2006. 39) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2006 βεβαίωση ποσό 250,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 109,00 €, δηλαδή συνολικά ποσό 359,00 €, κατέστη εφάπαξ στις 31-7-2006. 40) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2006 βεβαίωση ποσό 100,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 43,60 €, δηλαδή συνολικά ποσό 143,60 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2006. 41) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2006 βεβαίωση ποσό 100,00 6, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 43,60 €, δηλαδή συνολικά ποσό 143,60 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2006. 42) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2006 βεβαίωση ποσό 244,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 106,38 €, δηλαδή συνολικά ποσό 350,38 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2006. 43) Με την υπ' αριθμ. 2847/11-12-2006 βεβαίωση ποσό 768,00 €, ως πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων οικονομικού έτους 2006, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 279,55 €, δηλαδή συνολικά ποσό 1.047,55 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-1-2007. 44) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2007 βεβαίωση ποσό 150,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2007, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 47,40 €, δηλαδή συνολικά ποσό 197,40 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2007. 45) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2007 βεβαίωση ποσό 150,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2007, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 47,40 €, δηλαδή συνολικά ποσό 197,40 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2007. 46) Με την υπ' αριθμ. 85000/1-6-2007 βεβαίωση ποσό 366,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2007, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 115,66 €, δηλαδή συνολικά ποσό 481,66 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2007. 47) Με την υπ' αριθμ. 339/6-2-2008 βεβαίωση ποσό 249,00 €, ως Ε.Δ.Ε. έξοδα διοικητικής εκτέλεσης οικονομικού έτους 2008, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 49,80 €, δηλαδή συνολικά ποσό 298,80 €, στη απαιτητό εφάπαξ στις 31-3-2008. 48) Με την υπ' αριθμ. 85000/2-6-2008 βεβαίωση ποσό 150,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2008, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 29,40 €, δηλαδή συνολικά ποσό 179,40 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2008. 49) Με την υπ' αριθμ. 85000/2-6-2008 βεβαίωση ποσό 366,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2008, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 71,74 €, δηλαδή συνολικά ποσό 437,74 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2008. 50) Με την υπ' αριθμ. 85000/2-6-2008 βεβαίωση ποσό 150,00 €, ως τέλη χρήσης μηχανημάτων έργου (Αρ. 390/2005) οικονομικού έτους 2008, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 29,40 €, δηλαδή συνολικά ποσό 179,40 €, κατέστη απαιτητό εφάπαξ στις 31-7-2008. Εξαιτίας της μη καταβολής των παραπάνω χρεών συντάχθηκε από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Σερβίων ο με αύξοντα αριθμό 12/2009 πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, όπου είναι εγγεγραμμένα όλα τα προαναφερθέντα χρέη και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, το οποίο συντάχθηκε μετά την υποβολή της υπ' αριθμ. πρωτ. 4606/30-11-2009 αίτησης ποινικής δίωξης του ίδιου προϊσταμένου σε βάρος του κατηγορουμένου, στην οποία ήταν συνημμένος ο προαναφερθείς πίνακας χρεών. Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα από πρόθεση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση των ως άνω βεβαιωμένων χρεών και για το λόγο αυτό, επειδή στοιχειοθετείται, τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης με το κατηγορητήριο αξιόποινης πράξης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο, ...". Στο διατακτικό, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, επισυνάπτεται και ο πίνακας χρεών, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος είναι ποινικά υπεύθυνος για τα υπ' αριθ. 1-33 χρέη, συμποσούμενα σε 9.076.360,81 €, ως "διαχειριστής" και για τα λοιπά (υπ' αριθ. 34-50), ανερχόμενα συνολικά σε 7.786,86 € (και όχι σε 8.036,85 €, που, από αριθμητικό λάθος, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αιτήσεως) ως "διευθύνων σύμβουλος". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε, όσον αφορά τα υπ' αριθ. 1-33 χρέη, στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού: Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Σερβίων, με την υπ' αριθ. πρωτ. 4606/30.11.2009 αίτησή του, που αναγνώσθηκε, ζήτησε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου υπό διπλή ιδιότητα, ήτοι ως διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΒΙΑ ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ" για χρέη του χρονικού διαστήματος μέχρι 22.10.2003 που κηρύχθηκε αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως (χρέη υπ' αριθ. 1-33) και ως διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ." για χρέη του χρονικού διαστήματος από τη σύσταση της μέχρι την υποβολή της αιτήσεως (χρέη υπ' αριθ. 34-50). Όμως, από φανερή παραδρομή, η ποινική δίωξη ασκήθηκε ενιαία για το σύνολο των χρεών των δύο εταιριών, ενώ ο κατηγορούμενος φέρεται υπό την διπλή ιδιότητα α) του διαχειριστή, η οποία προσιδιάζει στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, για τα υπ' αριθ. 1-33 χρέη και β) του διευθύνοντος συμβούλου, η οποία προσιδιάζει στην ανώνυμη εταιρία, για τα λοιπά, από παραδρομή δε καταδικάσθηκε αυτός για το σύνολο των χρεών, ως εάν επρόκειτο για μια αξιόποινη πράξη, και όχι για δυο συρρέοντα εγκλήματα, ήτοι για τη μη καταβολή των χρεών κάθε εταιρείας χωριστά. Όσον αφορά, λοιπόν, την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο από την εταιρεία "ΣΕΡΒΙΑ ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ", τα οποία αθροίζονται στο ποσό των 9.076.610,80 ευρώ, ορθά και με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου με την ιδιότητα του διαχειριστή και δεν υπερέβη την εξουσία του, απορριπτόμενου, ως αβασίμου, του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, μοναδικού λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και, συγκεκριμένα, ότι καταδικάσθηκε αυτός για μη καταβολή των χρεών της ως άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης χωρίς να έχει ασκηθεί, ως προς αυτά, ποινική δίωξη, δεδομένου ότι του ασκήθηκε η ποινική δίωξη ως διαχειριστή (χωρίς να προσδιορίζεται η επωνυμία οποιασδήποτε εταιρίας περιορισμένης ευθύνης) έως την 22.10.2003 και ως Διευθύνοντος Συμβούλου μέχρι σήμερα της εταιρίας "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ.", η οποία ήταν υπόχρεη μόνο για τα υπ' αριθ. 34-50 χρέη. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 ν. 3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και για τα υπ' αριθ. 34-50 χρέη της εταιρίας "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ." (σωρευτικά με τα χρέη της εταιρίας "ΣΕΡΒΙΑ ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ"), τα οποία, όπως αναφέρθηκε, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 7.786,86 ευρώ. Όμως, ενόψει του ότι το ποσό των χρεών δεν υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ, η πράξη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι ανέγκλητη και έπρεπε αυτός να κηρυχθεί γι' αυτήν αθώος και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο υπό την ιδιότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ.", συνολικού ύψους 7.786,86 ευρώ, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής φυλακίσεως 4 ετών για την πράξη της μη καταβολής του συνόλου των χρεών και των δύο εταιριών, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την μη καταβολή χρεών ως Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), μόνο για την επιβολή ποινής ως προς την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο από τον αναιρεσείοντα ως διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΒΙΑ ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ", τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9.076.610,80 ευρώ και φέρουν, στον πίνακα χρεών, τους αύξ. αριθ. 1-33, να απορριφθεί δε η αίτηση, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 628/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης και δη αναφορικά με α. την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Π. Κ. του Β. για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ." και β. την επιβολή ποινής φυλακίσεως 4 ετών για την πράξη της μη καταβολής του συνόλου των χρεών και των δύο εταιριών. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Π. Κ. του Β. ΑΘΩΟ του ότι: Στα Σέρβια κατά το διάστημα από 30.11.2005 μέχρι 1.12.2008 καθυστέρησε να καταβάλλει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών βεβαιωμένα σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία χρέη του προς το Δημόσιο, το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένων των μέχρι την ημερομηνία συντάξεως του πίνακα χρεών κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, καθυστέρησε για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα πληρωμής να καταβάλει στη Δ.Ο.Υ. Σερβίων, όπου είναι βεβαιωμένα, διάφορα χρέη του με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εδρεύουσας στα Σέρβια ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. Α.ΤΕ.ΒΕ." προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους 7.786,86 ευρώ. Ειδικότερα, δεν κατέβαλε τα ποσά που αναγράφονται αναλυτικά στον κατωτέρω πίνακα χρεών: ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ Α/Α Α.Φ.Μ. Στοιχεία βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ. κεφάλαιο ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος πληρωμής Αριθ. Ημερ. Διαγραφέν Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττό μένα Είδος φόρου Υπόλ. οφειλής 34 094523070 85000 1/6/2005 100,00 100,00 155,60 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2005 0,00 55,60 29/7/2005 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 100,00 35 094523070 85000 1/6/2005 250,00 250,00 389,00 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2005 0,00 139,00 29/7/2005 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 250,00 36 094523070 85000 1/6/2005 244,00 244,00 379,66 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2005 0,00 135,66 29/7/2005 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ 0,00 ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 244,00 37 094523070 85000 1/6/2005 100,00 100,00 155,60 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2005 0,00 55,60 29/7/2005 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 100,00 38 094523070 2804 15/12/2005 1.843,20 1.843,20 2.691,07 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2005 0,00 847,87 31/1/2006 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΥΠ. ΕΜΠΟΡΙΟΥ 0,00 1.843,20 39 094523070 85000 1/06/2006 250,00 250,00 359,00 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2006 0,00 109,00 31/7/2006 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 250,00 40 094523070 85000 1/06/2006 100,00 100,00 143,60 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2006 0,00 43,60 31/7/2006 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 100,00 41 094523070 85000 1/06/2006 100,00 100,00 143,60 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2006 0,00 43,60 31/7/2006 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 100,00 42 094523070 85000 1/06/2006 244,00 244,00 350,38 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2006 0,00 106,38 31/7/2006 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 244,00 43 094523070 2847 Π/12/2006 768,00 768,00 1.047,55 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2006 0,00 279,55 31/1/2007 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ 0,00 768,00 44 094523070 85000 1/6/2007 150,00 150,00 197,40 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2007 0,00 47,40 31/7/2007 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 150,00 45 094523070 85000 1/6/2007 150,00 150,00 197,40 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2007 0,00 47,40 31/7/2007 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 150,00 46 094523070 85000 1/6/2007 366,00 366,00 481,66 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2007 0,00 115,66 31/7/2007 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 366,00 47 094523070 339 6/2/2008 249,00 249,00 298,80 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2008 0,00 49,80 31/3/2008 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 0,00 249,00 48 094523070 85000 2/6/2008 150,00 150,00 179,40 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2008 0,00 29,40 31/7/2008 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 150,00 49 094523070 85000 2/6/2008 366,00 366,00 437,74 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2008 0,00 ' 71,74 31/7/2008 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 366,00 50 094523070 85000 2/6/2008 150,00 150,00 179,40 Εφάπαξ ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ 2008 0,00 29,40 31/7/2008 ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗΧ/ΤΩΝ ΕΡΓΟΥ (Αρ. 390/2005) 0,00 150,00 ΣΥΝΟΛΑ: 5.580,20 5,580,20 2.206,66 7.786,66 ΣΥΝΟΛΟ: ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ ΛΕΠΤΑ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά την επιβολή ποινής για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο από τον αναιρεσείοντα ως διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΒΙΑ ΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ", τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9.076.610,80 ευρώ και φέρουν, στον πίνακα χρεών, τους αύξ. αριθ. 1-33, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 2/22 Ιουνίου 2011 αίτηση του Π. Κ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 628/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση υπό τη διπλή ιδιότητα του διαχειριστή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και του διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρίας για μη καταβολή χρεών και των δύο εταιριών, σωρευτικά, προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν υπό την ισχύ του ν. 3220/2004. Στοιχεία εγκλήματος. Τα εγκλήματα συρρέουν αληθώς. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη όσον αφορά τα χρέη της Ε.Π.Ε. Αναιρεί ως προς χρέη α.ε. και ως προς τη διάταξη για την επιβολή ποινής για την μη καταβολή των χρεών και των δύο εταιριών, κηρύσσει αθώο για την μη καταβολή των χρεών της Α.Ε. γιατί αυτά δεν υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ και παραπέμπει για την επιβολή ποινής για την πράξη της μη καταβολής χρεών της Ε.Π.Ε.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 288/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μανιάτη περί αναιρέσεως της 38725/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "EUROBANK ERGASIAS EFG", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ. 1325/1972, "ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά την παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ3 του Ν. 3472/2006, "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του κωδικοποιημένου (με το β.δ. 174/1963) Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "το καταστατικό δύναται να ορίσει, ότι ένα ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει πάσα πράξη αφορώσα εις την διοίκηση της εταιρείας, εις την διαχείριση της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο, που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και που αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ.1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ.1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/1976]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα κατά την πρώτη των ως άνω διατάξεων (άρθ. 18 παρ. 2) πρόσωπα που εκπροσωπούν, συλλογικά ή ατομικά, την ανώνυμη εταιρία ενεργούν ως καταστατικά όργανα αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ, ενώ εκείνα που ενεργούν κατ' ανάθεση από το Δ.Σ. της εταιρίας, σύμφωνα με τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων (άρθ. 22 παρ. 3) ενεργούν ως υποκατάστατα των καταστατικών οργάνων στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 213 ΑΚ προβλεπόμενης αντιστοίχως πληρεξουσιότητας και εντολής. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος όμως του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ΟλΑΠ 5/2006 (ΑΠ 546/2005). Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ (ΟΛΑΠ 4/2006, ΑΠ 67/2011). Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί και σε περισσότερους πληρεξούσιους, για να ενεργήσουν από κοινού ή ο καθένας χωριστά. Αν δεν διευκρινίζεται η εξουσία αυτών, δεν απαιτείται οι περισσότεροι πληρεξούσιοι να ενεργήσουν από κοινού. Υποκατάσταση του πληρεξουσίου, ήτοι μεταπληρεξουσιότητα, δεν χωρεί, γιατί η πληρεξουσιότητα στηρίζεται στην προσωπική εμπιστοσύνη. Δηλαδή ο πληρεξούσιος δεν μπορεί να υποκαταστήσει και διορίσει άλλον, ώστε αυτός ο άλλος να μπορεί να επιχειρήσει την δικαιοπραξία, την μήνυση ή έγκληση. Μπορεί όμως, να είναι έγκυρη η υποβολή μήνυσης - έγκλησης από τον μεταπληρεξούσιο, αν τέτοια υποκατάσταση έχει επιτραπεί ρητά από το καταστατικό ή από τον αρχικό πληρεξούσιο που αντιπροσωπεύεται ή αν προκύπτει κάτι τέτοιο από το σκοπό της δοθείσας πληρεξουσιότητας ή και από τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του προβαλλόμενου από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο λόγου αναιρέσεως, της υπέρβασης εξουσίας του δικαστηρίου, για απαράδεκτο της ασκηθείσας ποινικής δίωξης σε βάρος του, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω έλλειψης ειδικής πληρεξουσιότητας της υποβαλλούσας την εναντίον του έγκληση μεταπληρεξουσίας δικηγόρου, για λογαριασμό της τράπεζας με την επωνυμία" EFG EUROBANK Ergasias ΑΕ", εκ του λόγου ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος και μέλος του ΔΣ της άνω τράπεζας Ν. Ν., που είχε από το καταστατικό δικαίωμα εγκλήσεως, δεν έδωσε ειδική πληρεξουσιότητα για τη συγκεκριμένη έγκληση, στους δώσαντες την μεταπληρεξουσιότητα στην ανωτέρω δικηγόρο πληρεξουσίους αυτού, Γ. Δ. και Δ. Σ., προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν εγκλήσεως της ΑΕ με την επωνυμία " EFG EYROBANK Ergasias ΑΕ", ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου , για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Καλλιθέα Αττικής, στις 30-4-2004, 20-5-2004 και 31-5-2004, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ήδη κατ' έφεση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 38725/2011 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού με παρεμπίπτουσα απόφαση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε προβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός απαραδέκτου της δίωξης, για το λόγο ότι δεν ασκήθηκε νομότυπα, από ειδικό πληρεξούσιο της τράπεζας η εναντίον του έγκληση. Από τα συνημμένα στην έγκληση έγγραφα της εγκαλούσας ως παραπάνω τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) από το ΦΕΚ 6360/2003 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), προκύπτει ότι μεταξύ των μελών του ΔΣ της άνω τράπεζας είναι και ο Ν. Ν., Διευθύνων Σύμβουλος. 2) από το δημοσιευμένο στο άνω ΦΕΚ 1247/19-5-2003 πρακτικό του ΔΣ της τράπεζας αυτής προκύπτει ότι ειδικά προκειμένου περί μηνύσεων ή εγκλήσεων, την τράπεζα εκπροσωπούν και δεσμεύουν, ο Διευθύνων Σύμβουλος Ν. Ν. ή κάθε ένας από τους αναπληρωτές του Διευθύνοντες Συμβούλους ή κάθε ένας από τους Γενικούς Διευθυντές, Υποδιευθυντές της τράπεζας κλπ ή οποιοσδήποτε υπάλληλος της τράπεζας ή τρίτος πληρεξούσιος δικηγόρος ή μη, στον οποίο ο Διευθύνων Σύμβουλος Ν. Ν. θα έχει παράσχει σύμφωνα με το νόμο πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις ανωτέρω πράξεις ή ενέργειες. 3) από το άρθρο 18 αρ. 2, 3 του καταστατικού της άνω τράπεζας προκύπτει ότι το ΔΣ της τράπεζας είναι αρμόδιο και μπορεί να αναθέσει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ΔΣ ή υπαλλήλους της τράπεζας ή τρίτους, τα οποία και θα δεσμεύουν την τράπεζα, ως όργανα της τράπεζας, χωρίς κανένα περιορισμό. Προκειμένου περί μηνύσεων ή εγκλήσεων, την τράπεζα εκπροσωπούν και δεσμεύουν, ως όργανα αυτής, και ο Διευθύνων Σύμβουλος ή κάθε ένας από τους αναπληρωτές τους ή κάθε ένας από τους Γενικούς Διευθυντές, Υποδιευθυντές της τράπεζας κλπ. 4) δυνάμει του .../2004 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σπανόπουλου, ο ανωτέρω Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας Ν. Ν., διόρισε ως γενικούς πληρεξουσίους του για την υποβολή εγκλήσεων της τράπεζας τους υπαλλήλους της τράπεζας Γ. Δ. και Δ. Σ., παρέχοντας σε αυτούς και τη δυνατότητα να διορίζουν άλλους πληρεξουσίους, ήτοι μεταπληρεξουσίους. 5) Οι ανωτέρω πληρεξούσιοι, με την ιδιότητα του γενικού υποκατάστατου του Δ.Σ. της εγκαλούσας Τράπεζας με την από 19-7-2004 έγγραφη εξουσιοδότηση, με βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών τους, έδωσαν στη συνέχεια ειδική πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Αθηνών Ελευθερία Μητσακούλη, με την ιδιότητα της μεταπληρεξουσίας εντολοδόχου να καταθέσει τη συγκεκριμένη έγκληση εναντίον του κατηγορουμένου, περιγράφοντας ειδικά τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, η οποία και υποβλήθηκε αρμοδίως και νομότυπα. Σύμφωνα με τα παραπάνω και τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η πληρεξουσία δικηγόρος Ελευθερία Μητσακούλη, που κατέθεσε στις 21-7-2004 στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την έγκληση, ως μεταπληρεξουσία, είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση από το ΔΣ της άνω τράπεζας, το οποίο, σύμφωνα με το νόμο 2190/1920 και το καταστατικό της, είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτεί τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της τράπεζας Ν. Ν. και τρίτους και αυτός τρίτους, για την διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων εκπροσώπησης της εν λόγω εταιρείας, όπως γενικά για υποβολή εγκλήσεων. Συνεπώς, η μεταπληρεξουσία δικηγόρος Ελευθερία Μητσακούλη δεν είχεν ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., κατά την υποβολή της συγκεκριμένης έγκλησης, αρκούσε δε η ειδική εντολή και μεταπληρεξουσιότητα που της είχαν παράσχει οι ανωτέρω πληρεξούσιοι του Διευθύνοντος συμβούλου Γ. Δ. και Δ. Σ., που αυτοί είχαν ως υποκατάστατοι πλέον του ΔΣ, την εξουσίαν κατ' εντολή και πληρεξουσιότητα, δυνάμει πληρεξουσίου του Διευθύνοντος Συμβούλου και μέλους του Δ.Σ. της Τράπεζας Ν. Ν. να υποβάλουν τη συγκεκριμένη έγκληση κατά του κατηγορουμένου. Για τους ίδιους δε λόγους ο διορισμός των υποκατάστατων του Δ.Σ. της εγκαλούσας Τράπεζας Γ. Δ. και Δ. Σ. με το υπ' αριθμ. .../2004 πληρεξούσιο του Συμ/φου Αθηνών Κ.Σπανόπουλου δεν ήταν αναγκαίο να έχει τη μορφή ειδικού πληρεξουσίου για τις ένδικες επιταγές. Το δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, απέρριψε τον προβληθέντα σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για μη νομότυπη άσκηση της έγκλησης και για απαράδεκτο της ασκηθείσας εναντίον του δίωξης και στη συνέχεια προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-9-2011 αίτηση - δήλωση του Δ. Π. του Δ. για αναίρεση της 38725/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012 Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως, λόγω απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, λόγω απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης σε βάρος του, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω έλλειψης ειδικής πληρεξουσιότητας και μετά πληρεξουσιότητας της υποβάλλουσας την εναντίον του έγκληση δικηγόρου, για λογαριασμό της τράπεζας .
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 287/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, I. L. του E., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου περί αναιρέσεως της με αριθμό 5109Β/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θες/κης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 394 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Για να είναι, λοιπόν, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της, από αξιόποινη πράξη, προελεύσεως του πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη την 30-8-2010, με πρόθεση δέχθηκε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη, συγκεκριμένα σε γενόμενο έλεγχο από αστυνομικούς στην οδό ..., κατελήφθη να έχει στην κατοχή του μεταξύ άλλων αντικειμένων που δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει τη νόμιμη κατοχή τους, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας BLACKBERRY STORM 2500 το οποίο ανήκει στον Α. Α., από το γραφείο του οποίου είχε κλαπεί την 25-8-2010 από άγνωστο άτομο. Πρέπει συνεπώς να κηρυχτεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 394§1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται και τα λοιπά αντικείμενα, την κατοχή των οποίων ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει, αρκεί το ότι περιγράφεται το κινητό τηλέφωνο, για την αποδοχή του οποίου καταδικάστηκε. β) Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ως άνω κινητό τηλέφωνο ήταν ευτελούς αξίας, οπότε το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να κρίνει αν αυτό είχε ευτελή αξία ή όχι, οπωσδήποτε, όμως, από το σύνολο δε των παραδοχών, προκύπτει ότι υπήγαγε την περίπτωση στην παρ. 1 του άρθρου 394 του ΠΚ και όχι στην παρ. 2 αυτού. γ) Σαφώς εκτίθεται ότι το κινητό τηλέφωνο ήταν προϊόν κλοπής, αναφέρεται δε το όνομα του παθόντος, καθώς και ότι δράστης της κλοπής ήταν άγνωστο άτομο. δ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων "δέχθηκε στην κατοχή του" το ως άνω αντικείμενο, ένα, δηλαδή, από τους τρόπους, με τους οποίους, κατ' άρθρο 394§1 του ΠΚ, τελείται η επίδικη πράξη, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται οι ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες περιήλθε αυτό στην κατοχή του, ήτοι αν περιήλθε σ' αυτόν από αγορά ή στα πλαίσια άλλης συμβάσεως. Και ε) από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει τη νόμιμη κατοχή" του κινητού τηλεφώνου, συνάγεται εμμέσως, αλλά σαφώς, ότι έγινε δεκτό ότι αυτός είχε γνώση ότι το πράγμα προερχόταν από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Ιουλίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 5837/2011) αίτηση του I. L. του E., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5109Β/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Στοιχεία εγκλήματος. Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες περιήλθε το πράγμα στην κατοχή του δράστη, αρκεί να εκτίθεται ότι αυτό ήταν προϊόν παράνομης πράξεως και ότι ο δράστης είχε γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, περί αυτού και θέληση αποδοχής του πράγματος.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 286/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καραντζά περί αναιρέσεως της 36567/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Φ. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1209/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1)έκδοση τυπικά εγκύρου επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2)υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του εκδότου, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3)εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τοιαύτα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Βέβαια δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 36567/2011 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη (τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος δεν απολογήθηκε καθόσον ήταν απών και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο), δέχθηκε τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα εξέδωσε α) στις 28.2.2004 την με αρ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 10.000 ευρώ, σε διαταγή Α. Σ. και β)στις 10.5.2004 την με αρ. ... επιταγή της Παγκρήτιας Συνεταιριστικής Τράπεζας, ποσού 50.000 ευρώ, σε διαταγή ημών των ιδίων, υπογράφοντας κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας "ENISTATE A.E.-ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας ναι μεν Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και εκπρόσωπος ήταν η κόρη του Ι. Ν., πλην όμως ο κατηγορούμενος ασκούσε την ουσιαστική διοίκηση, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης και πληρωμής, καθόσον η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν πολύ κακή. Οι άνω επιταγές εμφανίστηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα από την νόμιμη κομίστρια αυτών Φ. Κ., πολιτικώς ενάγουσα, στις 5.3.2004 και 17.5.2004 αντίστοιχα, και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υπέγραφε στην θέση του εκδότη τις άνω επιταγές, επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Ε. Κ., ενώπιον του οποίου υπέγραφε ο κατηγορούμενος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως και να κηρυχθεί ο τελευταίος ένοχος για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β' του ΠΚ". Μετά ταύτα κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων του ότι: "Στην Αθήνα την 28-2-2004 και 10-5-2004 από κοινού ενεργούντες με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στο κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα τις επιταγές με αριθμό 1) ... και 2) ... για να πληρωθούν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για ποσά α)10.000 ευρώ και 2)50.000 ευρώ αντίστοιχα, σε διαταγή η πρώτη επιταγή "Α. Σ. και η δεύτερη "ημών των ιδίων" και αφού παρουσιάστηκαν την 5.3.2004 και 17.5.2004 οι εν λόγω επιταγές, στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933 όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τον αναιρεσείοντα, των επιδίκων επιταγών, υπογραφεισών υπ' αυτού, ως και τον χρόνο εκδόσεώς τους και η απόφαση απήντησε, εκ του πράγματος, στον σχετικό ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντα), ότι η υπογραφή των επιταγών, δεν έγινε από αυτόν, αλλά από την θυγατέρα του, Ν. Ι., αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε στη θέση του εκδότη, το επιβεβαίωσε ο μάρτυρας Ε. Κ., ενώπιον του οποίου, υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα οποία αναγνώστηκαν και στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε επί λέξει "εγώ έκανα τις συναλλαγές, εγώ φταίω όχι η κόρη μου". Περαιτέρω αναφέρει η απόφαση την εμπρόθεσμη εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή και την μη πληρωμή τους, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πληρωμής και τον οποίον η απόφαση εκθέτει σαφώς και ορισμένως με το να δεχθεί ότι αφού παρουσιάσθηκαν την 5-3-2004 και 17-5-2004 στη πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα. Η αναφορά της φράσης "από κοινού ενεργούντες" στο διατακτικό της ως άνω απόφασης οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καθόσον, από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι συγκατηγορούμενη στον πρώτο βαθμό, ήταν και η θυγατέρα του αναιρεσείοντα, Ι. Ν., η οποία αθωώθηκε, για το λόγο αυτό, από παραδρομή, όπως αναφέρθηκε τέθηκε η φράση " από κοινού". Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του Κ.Π.Δ. 1ος λόγος της αιτήσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, περί του ότι η κατάθεση του μάρτυρα Κ., ενώπιον του οποίου φέρεται να υπέγραψε τις ένδικες επιταγές, είναι αναληθής, είναι απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, διότι στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματά του (Α.Π. 795/2011, 1751/2010). Με το 2ο λόγο της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και ειδικότερα, τις επίδικες τραπεζικές επιταγές, δημιουργουμένης απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι οι ως άνω επιταγές δεν αναγνώστηκαν, όμως είχαν αναγνωσθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο φωτοτυπίες επιταγών, προφανώς των επιδίκων και τα πρακτικά εκείνα αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου οι παραπάνω επιταγές απετέλεσαν τη βάση για τις αποδοθείσες σε βάρος του κατηγορίες και το μέσο τελέσεως του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος έτσι, αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Συνεπώς η μη αναφορά τους, ως αναγνωστέων εγγράφων, στα πρακτικά της ως άνω απόφασης δεν επέφερε την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα της διαδικασίας και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως άνω 2ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-10-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 1941/11-10-2011 αίτηση του Σ. Ι. Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 36567/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποινική ευθύνη εκδότη. Στοιχεία αδικήματος. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ισχυρισμός περί μη συμπλήρωσης της επιταγής από τον αναιρεσείοντα. Αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού, αφού ο κατηγορούμενος κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υπέγραψε στη θέση του εκδότη της επιταγής, παρουσία μάρτυρα. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη μη ανάγνωση των επιδίκων επιταγών, καθόσον αυτές αποτελούν μέσο του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 285/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου- Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη περί αναιρέσεως της 349/2012 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία άλλες διατάξεις", υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερης της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω, και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του ν. 1591/1986., που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αράζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999)και δεν είχε ως προϋπόθεση, την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π, δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, συμφωνά με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19, από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα προαναφερθέντα εγκλήματα του άρθρου 19, του ν. 2523/1997). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, στην περίπτωση δε που το διατακτικό διακρίνεται από πληρότητα και δεν έχει κενά η ταύτισή του με το αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 349/2011 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, και μετά από ανάπτυξη του νομικού μέρους της υπόθεσης, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: " Ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία "Σ. Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ"- ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύει στο 11° χιλιόμετρο Δράμας-Καβάλας, κατ' εξακολούθηση αποδέχθηκε τριάντα εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια- δελτία αποστολής) εκδόσεως της επιχείρησης με την επωνυμία Ο. Ε.-εμπόριο σιδηρικών, τα οποία αναλύονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας ως προς το χρόνο έκδοσης και την αξία καθενός εξ αυτών. Τα ως άνω φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας 198.608.667 δραχμών καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας, καίτοι γνώριζε ότι αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, καθόσον δεν εκδόθηκαν επί πωλήσεων εμπορευμάτων από την εταιρία Ο. Ε. προς την επιχείρηση που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, αφού αυτές (πωλήσεις) ουδέποτε συνήφθησαν. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, που συνέταξαν την υπ' αρ. 475/19-10-2007 έκθεση ελέγχου, η οποία θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων στις 8-11-2007, όλες οι συναλλαγές ήσαν ανύπαρκτες και εικονικές. Ειδικότερα, αποδείχθηκε από την προαναφερομένη έκθεση που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ε. Α. και Κ. Φ., υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και συντακτών της έκθεσης ελέγχου, ότι τα φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος (με την προαναφερθείσα ιδιότητα του) της εταιρίας Ο. Ε. δεν αφορούσαν συναλλαγές μεταξύ εκδότριας και λήπτριας εταιρίας, αφού δεν υπήρχε συνεργασία ή σχέση μεταξύ τους, ότι η εκδότρια των τιμολογίων εταιρία ουδέποτε πραγματοποίησε αγορές εμπορευμάτων τα οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να μεταπωλήσει, ουδέποτε υπέβαλε συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων πελατών και προμηθευτών, δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ και ότι ο χώρος που εμφανιζόταν ως έδρα της ήταν εγκαταλελειμμένος και κλειστός . Συνεπώς, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία. "Σ. Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ"- ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ είναι αποδέκτης των κατωτέρω αναφερομένων φορολογικών στοιχείων τα οποία είναι εικονικά, γιατί αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους ποσού 198.608.667 δραχμών, με τον τρόπο δε αυτό απέκρυψε φορολογητέα ύλη, αφού διαφοροποίησε επί το έλαττον τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας που εκπροσωπούσε και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων που τέλεσε κατ' εξακολούθηση." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, της πράξεως της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στο 11°χιλιόμετρο Δράμας-Καβάλας, την 19-6-2001, την 20-6-2001, την 25-6-2001, 27-6-2001, την 5-7-2001, την 9-7-2001, την 11-7-2001, την 12-7-2001, την 16-7-2001, την 17-7-2001, την 18-7-2001, την 19-7-2001, την 6-8-2001, την 8-8-2001, την 10-8-2001, την 11-8-2001, την 13-8-2001, την 17-8-2001, την 20-8-2001, την 6-10-2001, την 25-11-2001, την 27-11-2001, την 28-11-2001, την 1-12-2001, ως υπεύθυνος και νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία "Σ. Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ"- ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με έδρα το 11° χιλιόμετρο Δράμας-Καβάλας, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία από την επιχείρηση Ο. Ε.-εμπόριο σιδηρικών οικοδομικών εργαλείων με έδρα τον ..., οδός ..., αρ. 5, χρήσεως έτους 2001, ήτοι με στοιχεία για συναλλαγή ανύπαρκτης στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, ενώ η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερέβη το ποσό του 1.000.000 δραχμών καθ' έτος. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αποδέχθηκε τα ακόλουθα αναφερόμενα τριάντα (30) τιμολόγια από την επιχείρηση Ο. Ε.-εμπόριο σιδηρικών οικοδομικών εργαλείων, συνολικού ποσού 198.608.667 δραχμών, ήτοι: 1. Ν. 730 με ημερομηνία 19-06-01 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής αξίας 6.262.750 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 1.127.295 Δρχ. 2. Ν. 733 με ημερομηνία 20-06-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.543.500 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 817.830Δρχ. 3. Ν. 736 με ημερομηνία 25-06-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.783.600 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 681.043Δρχ. 4. Ν. 739 με ημερομηνία 27-06-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 12.593.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 2.266.740Δρχ. 5. Ν. 744 με ημερομηνία 05-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 13.416.500 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 2.414.970Δρχ. 6. Ν. 229 με ημερομηνία 9-07-01 Τιμολόγιο Πώλησης αξίας 14.603.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 2.628.540 Δρχ. 7. Ν. 230 με ημερομηνία 09-07-01 Τιμολόγιο Πώλησης αξίας 708.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 127.440 Δρχ. 8. Ν. 746 με ημερομηνία 11-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.410.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 613.800 Δρχ 9. Ν. 750 με ημερομηνία 12-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.340.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 781.200Δρχ. 10. Ν. 752 με ημερομηνία 12-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 162.882.Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 29.319 Δρχ. 11. Ν. 754 με ημερομηνία 16-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.044.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 727.920Δρχ. 12. Ν. 756 με ημερομηνία 16-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.012.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 722.160Δρχ. 13. Ν. 758 με ημερομηνία 17-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.956.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 892.080Δρχ. 14. Ν. 23 σειρά Β με ημερομηνία 18-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.352.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 603.360Δρχ. 15. Ν.761 με ημερομηνία 18-07-01 Τιμολόγιο Δελτίο Αποστολής αξίας 4.130.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 743.400 Δρχ. 16. Ν.764 με ημερομηνία 18-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 4.010.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 721.800 Δρχ. 17. Ν. 765 με ημερομηνία 19-07-01 Τιμολόγιο - Δελτίο-Αποστολής αξίας 296.475.Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 53.366 Δρχ. 18. Ν. 795 με ημερομηνία 06-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 2.832.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 509.760 Δρχ. 19. Ν. 797 με ημερομηνία 08-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 21.344.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 3.841.920 Δρχ. 20. Ν.799 με ημερομηνία 10-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 2.640.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 475.200 Δρχ. 21. Ν.800 με ημερομηνία 11-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 2.451.600 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 441.288 Δρχ. 22. Ν.801 με ημερομηνία 13-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.068.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 552.240 Δρχ. 23. Ν.803 με ημερομηνία 17-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.304.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 594.720 Δρχ. 24. Ν.805 με ημερομηνία 20-08-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 16.720.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 3.009.600 Δρχ. 25. Ν.902 σειρά Α με ημερομηνία 10-09-01 Τιμολόγιο Δελτίο Αποστολής αξίας 12.414 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 2.235 Δρχ. 26. Ν.849 με ημερομηνία 06-10-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 10.528.800 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 1,895.184 Δρχ. 27. Ν,886 με ημερομηνία 25-11-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 15.839.600 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 2.851.128 Δρχ. 28. Ν.887 με ημερομηνία 27-11-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3,272.736 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 589.092 Δρχ. 29. Ν.888 με ημερομηνία 28-11-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 3.059.810 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 550.766 Δρχ. 30. Ν.899 με ημερομηνία 01-12-01 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής αξίας 24.912.000 Δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 4.484.160 Δρχ. Τα οποία ως διαπιστώθηκε κατόπιν γενομένου- νομότυπου ελέγχου ότι ήταν εικονικά η συνολική δε αξία των ανωτέρω εκδοθέντων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 δρχ καθ' έτος, ήτοι ανέρχεται στο ποσό των 198.608.667 δραχμών" . Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από ,τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του, ως νομίμου εκπροσώπου της επιχείρησης (Τεχνική Εταιρεία) με την επωνυμία " Σ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε". Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει το Δικαστήριο του τρόπο διορισμού του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρείας ούτε ότι με την πράξη αυτή ο δράστης κατηγορούμενος σκόπευε να αποκρύψει φορολογητέα ύλη αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των πράξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης η επίτευξη οποιουδήποτε φορολογικού οφέλους. Συνακόλουθα, εκ περισσού περιέλαβε το Δικαστήριο στο σκεπτικό, τον ανωτέρω σκοπό, του αναιρεσείοντος προς αποδοχή των εικονικών τιμολογίων ήτοι, της απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Ως προς τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία τόσο για την εφαρμογή του ευμενέστερου ποινικού νόμου όσο και για το αν οι μερικότερες πράξεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή και β) ότι υπάρχει ασάφεια ως προς τον ακριβή χρόνο τέλεσης της πράξης, γιατί ενώ ως χρόνος αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, φέρεται το διάστημα από 19-6-2001 έως 1-12-2001 ο χρόνος τέλεσης των ως άνω πράξεων τοποθετείται πολύ αργότερα, ήτοι την 8-11-2007. Οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέες ως αβάσιμες για τους παρακάτω λόγους. Από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης που προαναφέρθηκε, το οποίο συμπληρώνει το σκεπτικό που επίσης προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι, επακριβώς προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης που είναι ο χρόνος αποδοχής κάθε φορολογικού στοιχείου (τιμολογίου-δελτίου αποστολής), ήτοι επακριβείς ημερομηνίες του διαστήματος από 19-6-2001 έως 1-12-2001, οι οποίες αναλυτικά παρατίθενται στο διατακτικό. Από την αναλυτική παράθεση του χρόνου τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης προκύπτει ότι εφαρμογή ως προς την παραγραφή έχουν οι διατάξεις του επιεικέστερου, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναλύθηκαν, νόμου, άρθρο 2 παρ, 8 του Ν. 2954/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε από 2-11-2001, σύμφωνα με τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αφετηρία της πενταετούς παραγραφής των αξιόποινων πράξεων της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών τιμολογίων, αποτελεί η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, η οποία κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης είναι η 8-11-2007), όταν θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων η από 19-10-2007 έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και όχι ο χρόνος εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού στο παραπάνω αδίκημα , άλλος είναι ο χρόνος τέλεσης της πράξης ( 19-6-2001 έως 1-12-2001) και άλλος ο χρόνος έναρξης της παραγραφής ( 8-11-2007), κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης και ως προς το χρόνο έναρξης της παραγραφής, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με αφετηρία δε την ως άνω ημερομηνία, 8-11-2007, και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο 21-9-2009, καθώς και στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση, 9-3-2011, δεν είχε παρέλθει πενταετία για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των ανωτέρω πράξεων. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου), τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από, το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του: κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εφόσον δε τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεν, τίθεται, ως προς αυτόν, ζήτημα προσδιορισμού ταυτότητας, προκειμένου να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενο τους και μπορεί, έτσι, να προβαίνει, κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό. Στην προκειμένη περίπτωση., όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί. ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός, από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα ως εξής: "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου ήτοι: το με αρ. πρωτ.174/2008 έγγραφο Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, Έκθεση ελέγχου, Υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου (ΥΣΕ), έκθεση κατάσχεσης βιβλίων-στοιχείων, δέκα αποδείξεις είσπραξης έκδοσης Ο. Ε., δέκα αποδείξεις είσπραξης έκδοσης Χ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε, τριάντα δελτία αποστολής-τιμολόγια, Πίνακας με προσωρινό αναλυτικό καθολικό από 1-1-2001 έως 31-12-2001 καθώς επίσης τα έγγραφα που προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ήτοι η με αρ.147/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, το με αρ. πρωτ. 5464/2010 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, το με αρ. 147/2010 έγγραφο του Εφετείου Πειραιά". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε τα τρία τελευταία, διότι τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα ο οποίος τον εκπροσωπούσε και, επομένως, γνώριζε την ταυτότητα και το περιεχόμενο τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον συνήγορο του αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον συνήγορο του αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Τριμελές, συνεπώς Πλημμελειοδικείο, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα , χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση του, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης του παραπάνω αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-4-2011 υπ' αριθμό πρωτ. 2/2011 αίτηση του Κ. Π. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 349/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 9 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών τιμολογίων για ανύπαρκτες συναλλαγές από νόμιμο εκπρόσωπο Ο.Ε. Ποινική ευθύνη. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος. Χρόνος έναρξης της παραγραφής. Ο χρόνος διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου. Επιεικέστερος ποινικός νόμος. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω ασάφειας ως προς το χρόνο τέλεσης του αδικήματος και απόλυτη ακυρότητα διότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων. Ορθή και αιτιολογημένη απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 284/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 199/29.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 262/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Β., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 23 Δεκεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1329/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να γίνουν δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ1 όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη" ήτοι "απόλυτη ακυρότητα ... προκαλείται κατά την παράγραφο 2 αυτού, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικα ως λόγος αναιρέσεως για την απόφαση μπορεί να προταθεί, υπό στοιχ. Α' αυτού η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη όταν στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα. Έτσι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνον όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Περαιτέρω οι διατάξεις του Νόμου 2168/1993 "περί όπλων, αποβλέπουν στην προστασία του γενικού συμφέροντος και η παραβίαση της δεν δημιουργεί αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης υπέρ τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου. Ενόψει των ανωτέρω, η παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αξιόποινη πράξη της οπλοχρησίας υπήρξε εν προκειμένω παράνομη και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα παραπάνω στη μείζονα πρόταση εκτιθέμενα επέφερε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τις διατάξεις της σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου στην πράξη αυτή και την επιβολή της ποινής και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος, για την ως άνω πράξη, που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, λόγω παραγραφής, διότι παρήλθε οκταετία και πλέον από την τέλεση της (6 Ιουνίου 2003), σύμφωνα με τα άρθρα 111 - 113 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 370 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Επειδή, κατά το άρθρο 63 εδ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τούτο ίσχυε, κατά τον χρόνο που δικάσθηκε ο αναιρεσείων σε πρώτο βαθμό (24.5.2007) "ως τέλος πολιτικής αγωγής ορίζεται το ποσό των δέκα (10) ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ, με παράβολο μπέρ του Δημοσίου, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την κύρια διαδικασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την παράσταση της πολιτικής αγωγής έπρεπε να καταβληθεί τέλος δέκα ευρώ (10 €), χωρίς όμως να ορίζεται ότι η μη καταβολή του τέλους αυτού συνεπάγεται απαράδεκτο της πολιτικής αγωγής και συνεπώς να προκαλείται ακυρότητα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη προηγούμενη σκέψη. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και ειδικότερα ότι παρήχθη ακυρότητα για μη νόμιμη και παραδεκτή παράσταση της πολιτικής αγωγής, διότι ο πολιτικώς ενάγων αντί να καταβάλει δέκα ευρώ όπως όφειλε κατέβαλε μόνον ένα είναι αβάσιμος, αφού όπως αναφέρεται παραπάνω, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβλήθηκε στις 24 Μαρτίου 2007, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 3659/2008, με τον οποίο για πρώτη φορά καθιερώθηκε το απαράδεκτο της πολιτικής αγωγής λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους. Επειδή, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. 2 του Ν. 1300/1982 "περί μέτρων για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας", με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η θανάτωση με πρόθεση ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ίδιου Ν. 1300/1982 1 § 1 με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμ. τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους. Αν η αφαίρεση του ζώου (ζωοκλοπή) προηγήθηκε της θανατώσεως του, στοιχειοθετείται μόνο το έγκλημα της ζωοκλοπής, ενώ η ζωοκτονία απορροφάται από την κλοπή, δηλαδή δεν είναι δυνατή η τέλεση τόσο του εγκλήματος της ζωοκλοπής όσο και του εγκλήματος της ζωοκτονίας του ίδιου ζώου, αφού τα δύο αυτά εγκλήματα τελούν σε σχέση αλληλοαποκλεισμού Και τούτο, διότι όταν ο δράστης αφαιρεί το ζώο και θεμελιώνει μία νέα παράνομη κατοχή, έχει ολοκληρωθεί το αδίκημα της κλοπής, η δε μεταγενέστερη θανάτωση του κλαπέντος ζώου δεν μπορεί να οδηγήσει στη στοιχειοθέτηση και άλλης αξιόποινης πράξεως, αφού ο δράστης συμπεριφέρεται πλέον ως κύριος. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ και τις παραπάνω διατάξεις του Νόμου 1300/1982 και το Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω είναι βάσιμος ο πρώτος πρόσθετος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την πράξη της ζωοκτονίας και την επιβολή της ποινής και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη αυτή (άρθρο 517 παρ. 1 ΚΠΔ). Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείου Ναυπλίου, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 1382/2010 απόφαση του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για ζωοκλοπή. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση "Κορομηλιά" Καστορίου Λακωνίας, στις 6 Ιουνίου 2003, ο κατηγορούμενος Π. Λ. αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ζώο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο αφαίρεσε από την κατοχή του εγκαλούντος, Ν. Β. ένα ήμερο μοσχάρι, αρσενικό, ηλικίας 2 ετών και βάρους 150 κιλών, από περιφραγμένο χώρο, στον οποίο έβοσκε μαζί με άλλα ζώα, το οποίο κράτησε στην κατοχή του και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα ανωτέρω προκύπτουν με βεβαιότητα από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας Ε. Π. συζύγου Ν. Β. και Κ. Β., ενώ ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ζώο ήταν δικό του και άγριο και προκαλούσε ζημιές δεν κρίνεται πειστικός, γιατί αν πράγματι ήταν έτσι, και ντο συγκεκριμένο ζώο δεν μπορούσε να το συλλάβει, θα έπρεπε να είχε απευθυνθεί στις αρχές, προκειμένου αυτό να συλληφθεί και να θανατωθεί με τις προβλεπόμενες διατυπώσεις, ούτε και αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Οι προταθέντες ισχυρισμοί του άπτονται της ουσίας της υποθέσεως και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα του ανωτέρω ζώου έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, ήτοι με σκοπό την ενσωμάτωση του στην περιουσία του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του επιλεκτικά μόνο μερικά από τα αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας και όχι του κατηγορουμένου και των μαρτύρων υπερασπίσεως. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα η ενδεικτική δε μνεία ορισμένων μόνον από αυτά δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και τα λοιπά. Περαιτέρω το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, απαντώντας σ' αυτόν ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο μοναδικοί λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν, να γίνει δε δεκτή εν μέρει η αναίρεση, ως προς τους πρόσθετους αυτής από 23.12.2010 λόγους, αναφορικά με τις πράξεις της ζωοκτονίας και της παράνομης οπλοχρησίας, τις ποινές που επιβλήθηκαν στις πράξεις αυτές κα τη διάταξη για επιβολή συνολικής ποινής, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την πράξη της ζωοκλοπής και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της οπλοχρησίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Δέχεται εν μέρει την από 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρόσθετους αυτής από 23.12.2010 λόγους, αναφορικά με τις πράξεις της ζωοκτονίας και της παράνομης οπλοχρησίας, τις ποινές που επιβλήθηκαν στις πράξεις αυτές κα τη διάταξη για επιβολή συνολικής ποινής. Αναιρεί ως προς τις διατάξεις αυτές την ανωτέρω απόφαση. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Π. Λ. του Δ. του ότι στη θέση "Κορομηλιά" Καστορείου Λακωνίας στις 6 Ιουνίου 2003 με πρόθεση θανάτωσε ζώο και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο πυροβόλησε στο κεφάλι με κυνηγετική καραμπίνα ένα μοσχάρι αρσενικό, ηλικίας 2 ετών και βάρους 150 κιλών περίπου, το οποίο είχε αφαιρέσει από την κατοχή του Ν. Β., με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτού. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου για το ότι στη θέση "Κορομηλιά" Καστορείου Λακωνίας στις 6 Ιουνίου 2003, με πρόθεση χρησιμοποίησε παράνομα όπλο που αναφέρεται στον Νόμο 2168/93 για τη διάπραξη πλημμελήματος και ειδικότερα χρησιμοποίησε κυνηγετική καραμπίνα με την οποία διέπραξε το αδίκημα της ζωοκτονίας. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ζωοκλοπή, ζωοκτονία, παράνομη οπλοχρησία. Αναιρείται ως προς την παράνομη οπλοχρησία για ατόλυτη ακυρότητα, διότι παρέστη μη νομίμως πολιτική αγωγή. Αναιρείται και ως προς την ζωοκτονία, διότι δεν συρρέει με την ζωοκλοπή (απορροφάται από αυτήν). Η μη καταβολή τον παραβόλου πολιτικής αγωγής πριν από την τροποποίηση του νόμου δεν συνεπάγονταν το απαράδεκτο της παραστάσεως. Δέχεται εν μέρει την αίτηση, αναιρεί την απόφαση, παύει οριστικά την ποινική δίωξη της πράξεως της οπλοχρησίας, κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την ζωοκτονία και απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 283/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 199/29.12.2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη και 2. Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 26/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σφυρή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 806/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ανωτέρω Κώδικα ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του αυτού ως άνω Κώδικα, ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη απ' αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται έμμεσα, όπως τα μέλη νομικού προσώπου, τα οποία δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση ατομικώς της πολιτικώς αγωγής από αδίκημα που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, το οποίο και μόνο ζημιώνεται άμεσα απ' αυτό (ΟλΑΠ 5/1994). Ειδικότερα, σε περίπτωση αξιόποινης πράξεως, που στρέφεται ευθέως κατά εταιρείας που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, επομένως και κατά ετερόρρυθμης εταιρείας, εφόσον έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου (άρθρα 42 έως 44) για τη σύσταση της, μόνο η εταιρεία δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στη σχετική ποινική διαδικασία, όχι δε και οι εταίροι της, που υφίστανται (αντανακλαστική) υλική ζημία ή ηθική βλάβη από την εν λόγω πράξη και, συνεπώς, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να προβούν στην παράσταση αυτή ατομικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 26/2010 απόφαση του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ένοχους για την άδικη πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών, που τελέστηκε κατά συναυτουργία σε βάρος της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ". Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση "εμφανίστηκε ο Σ. Γ., κάτοικος ..., νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", ο οποίος δήλωσε ότι παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων για χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων ευρώ (€ 44) με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη και ότι διορίζει πληρεξούσιους του παρόντες δικηγόρους Χαράλαμπο Κομνηνάκη και Γεώργιο Σφυρή, οι οποίοι αποδέχτηκαν το διορισμό". Από τη διατύπωση αυτή των πρακτικών προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων εμφανίζεται ότι ενεργεί ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας ετερόρρυθμης εταιρείας, και ζητούσε το ανωτέρω ποσό για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως την οποία είχε υποστεί η εταιρεία από τη δικαζόμενη πράξη, έστω και αν από προφανή παραδρομή δεν γίνεται ρητή αναφορά στην ηθική βλάβη της εταιρείας. Το ότι δεν παραστάθηκε ατομικώς για τον εαυτό του γίνεται σαφές, τόσο από την ανωτέρω μνεία της ιδιότητας του, ως νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, όσο και από τη διάταξη της προσβαλλόμενης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να πληρώσουν ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 44 ευρώ "στην παθούσα εταιρεία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η οποία παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Σ. Γ.". Αλλά και από το προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, για την ενοχή των κατηγορουμένων, στο οποίο αναφέρεται "επειδή από την ανωμοτί κατάθεση του εκπροσώπου της πολιτικώς εναγούσης Σ. Γ., από τις καταθέσεις των μαρτύρων... Εξάλλου, η πολιτικώς ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" είχε ως αντικείμενο ...", καθώς και από το σκεπτικό για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο οποίο αναφέρεται "επειδή, ανάλογη χρηματική ικανοποίηση για την παθούσα εταιρεία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η οποία παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Σ. Γ., ..." σαφώς προκύπτει ότι ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας παρέστη ως πολιτικώς ενάγων με την ιδιότητα του αυτή. Έτσι όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα για παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί αυτός παρέστη ως εκπρόσωπος της αμέσως ζημιουμένης από το κατ' αυτής στρεφόμενο έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών. Ενόψει αυτών ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της καταδολιεύσεως δανειστών κατά συναυτουργία, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ο καθένας, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση του αποδεικτικών μέσων, στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι το χρονικό διάστημα από 30.6.2002 έως 30.6.2005 ήταν μέλη (ο πρώτος πρόεδρος και η δεύτερη διευθύνουσα σύμβουλος) της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΡΕΛΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΣΧΟΛΕΣ ΚΟΡΕΛΚΟ ΑΕ". Η εν λόγω εταιρεία είχε ως αντικείμενο, σύμφωνα με το καταστατικό της, την παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης κυρίως στους τομείς πληροφορικής και διοίκησης επιχειρήσεων. Εξάλλου, η πολιτικώς ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" είχε ως αντικείμενο την επικοινωνιακή υποστήριξη προϊόντων και υπηρεσιών, με κάθε διαφημιστικό μέσο, αντί συμφωνημένης αμοιβής. Μεταξύ της τελευταίας και της εταιρείας των κατηγορουμένων καταρτίστηκε τον μήνα Απρίλιο 2001, σύμβαση έργου, με τον οποίο ανέλαβε το σχεδιασμό και την υλοποίηση της διαφημιστικής καμπάνιας της δεύτερης, για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο έως Σεπτέμβριο 2001, στα μέσα προβολής που η τελευταία επέλεξε, μετά από πρόταση της πολιτικώς εναγούσης. Η καταβολή της αμοιβής και των εξόδων της τελευταίας συμφωνήθηκε να γίνεται με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, λήξεως από Ιανουάριο έως Σεπτέμβριο του επόμενου της διαφημιστικής δαπάνης έτους. Η εμπορική συνεργασία των εταιρειών αυτών εξελίχθηκε ομαλά για το έτος 2001. Εξαιτίας αυτού ανανεώθηκε και για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των ετών 2002 και 2003. Το έτος 2003, η πολιτικώς ενάγουσα ανέλαβε και τακτοποίησε προσηκόντως τη διαφήμιση των υπηρεσιών της εταιρείας των κατηγορουμένων. Για κάθε δε διαφημιστική πρόταση αυτής υπήρχε η προηγούμενη προφορική έγκριση της δεύτερης κατηγορουμένης (διευθύνουσας συμβούλου). Για τη διαφημιστική προβολή στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, η πολιτικώς ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικής αξίας 402.927 ευρώ, που απεστάλησαν στο λογαριασμό της ΚΟΡΕΛΚΟ ΑΕ" και έγιναν δεκτά από τη νόμιμη εκπρόσωπο της, χωρίς να διατυπωθεί αντίρρηση, ως προς το ύψος της διαφημιστικής δαπάνης. Έναντι του ποσού αυτού η εταιρεία των κατηγορουμένων κατέβαλε στην ενάγουσα στις 19.5.2004 το ποσό των 45.000 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 357.927 ευρώ. Για την πληρωμή του άνω υπολοίπου, καθώς και ποσού 60.000 ευρώ που αφορούσε το ισόποσο τεσσάρων τραπεζικών επιταγών ως υπολοίπου δικαιούμενης αμοιβής της πολιτικώς εναγούσης για τις υπηρεσίες της, κατά το έτος 2002, η τελευταία όχλησε την εργοδότρια εταιρεία με την από 21.5.04 επιστολή της. Τότε η εταιρεία των κατηγορουμένων απέστειλε στην πολιτικώς ενάγουσα το από 7.6.04 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο για πρώτη φορά ισχυρίστηκε αορίστως ότι η τελευταία υπέπεσε σε πράξεις και παραλείψεις, κατά το στάδιο εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων, που της προκάλεσαν βλάβη, χωρίς να προσδιορίζει τις πράξεις και παραλείψεις, καθώς το είδος και το μέγεθος της επικαλούμενης βλάβης. Στη συνέχεια, με την από 27.7.04 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - προσφορά γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης και διαμαρτυρία που επιδόθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 218.7.04, διεμήνυσε στην τελευταία ότι η προς αυτήν οφειλή της, για τη διαφήμιση του προγράμματος της το έτος 2003, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ, για το οποίο είχαν εκδοθεί οι πιο πάνω επιταγές και μετά την καταβολή των 45.000 ευρώ, το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανερχόταν σε 18.025 ευρώ, ποσό το οποίο είχε καταθέσει στο ΤΠΔ και είχε εκδοθεί το 516369/27.7.04 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο και προσέφερε στην πολιτικώς ενάγουσα. Η τελευταία, με το από 29.7.04 εξώδικο της, απέκρουσε την προσφορά, ως μη προσήκουσα και την κάλεσε να της καταβάλει το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 417.927 ευρώ (402.827 συν 60.000 ίσον 462.927 μείον 45.000), κάτι που αρνήθηκε η οφειλέτρια. Η πολιτικώς ενάγουσα, για την επίμαχη ληξιπρόθεσμη απαίτηση της, άσκησε κατά της εταιρείας των κατηγορουμένων την από 13.10.04 αγωγή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που επιδόθηκε στις 25.10.2004. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 671/2006 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου με την οποία υποχρεώθηκε η εταιρεία των κατηγορουμένων να καταβάλει το ποσό των 417.927 ευρώ. με τον νόμιμο τόκο από τις 25.4.2004 και η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 200.000 ευρώ, ενώ η κατ' αυτής έφεση, που άσκησε η εναγομένη, απορρίφθηκε με την 8975/2.12.096 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε κατά της οφειλέτριάς της την από 17.9.04 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στην τότε καθ' ης, στις 21.10.04 και συζητήθηκε στις 15.11.2004, με την οποία ζήτησε την εγγραφή, ως ασφαλιστικό μέτρο προσημείωσης υποθήκης στο αναφερόμενο σ' αυτήν ακίνητο, ιδιοκτησίας της καθ' ης, που έχει έκταση 1296,27 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., στην πλατεία ... . Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την 712/2005 απόφαση του, αφού πιθανολόγησε την πιο πάνω απαίτηση καθώς και τη ν επισφαλή οικονομική κατάσταση της καθ' ης, δέχθηκε την αίτηση και επέτρεψε στην αιτούσα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο της καθ' ης, προς εξασφάλιση της επίμαχης απαίτησης, μέχρι του ποσού των 417.927 ευρώ. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας μετέβη στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, στις 31.1.05 για να εγγράψει την προσημείωση. Τότε, για πρώτη φορά διαπίστωσε ότι η εταιρεία των κατηγορουμένων μετά την κατ' αντιμωλίαν συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων και μετά την επίδοση της πιο πάνω καταψηφιστικής αγωγής, εκπροσωπούμενη από τη 2η κατηγορουμένη, που είχε εξουσιοδοτηθεί από τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως το αναφερόμενο πιο πάνω ακίνητο και εκείνα που αναφέρονταν στο διατακτικό, που ήταν και τα μοναδικά περιουσιακά της στοιχεία, στις εταιρείες "ΚΕΡΑΣ ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ ΑΕΒΕ" και "ΑUΤΟ CAR ΑΕ", κατά ποσοστό 5% και 95%, αντίστοιχα, με βάσει τα .../22.11.04 και .../7.12.04 πωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Στασινοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αντί συνολικού τιμήματος 446.015,55 ευρώ. Το τίμημα αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία των εν λόγω ακινήτων, που ανερχόταν τουλάχιστον σε 2.000.000 ευρώ (βλ. εκτός των άλλων, ιδίως την 5740/05 απόφαση του Μ.Π.Α. σε συνδυασμό και με την από 15. 12.03 ανακοπή της εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΣΧΟΛΕΣ ΚΟΡΕΛΚΟ ΑΕ", κατά τα άρθρα 933, 954 παρ. 4 ΚΠολΔ). Στους αναφερόμενους κρίσιμους χρόνου των επίμαχων μεταβιβάσεων, η οφειλέτρια εταιρεία των κατηγορουμένων δεν διέθετε άλλους εμφανείς πόρους, για την ικανοποίηση της απαίτησης της πολιτικώς εναγούσης, το δε τίμημα των επίμαχων πωλήσεων απεκρύβη από την εν λόγω δανείστρια και αναλώθηκε σε άλλες υποχρεώσεις (εξόφληση δανείου στην Τράπεζα Πειραιώς). Ακόμη, οι σωρευμένες δηλωθείσες ζημίες της εταιρείας των κατηγορουμένων κατά την εταιρική χρήση από 1.1.03 μέχρι 31.12.03, ανέρχονταν σε 1.147.331,82 ευρώ, σύμφωνα με τον αντίστοιχο δημοσιευμένο ισολογισμό της. Η πολιτικώς ενάγουσα με την από 10.2.2005 αγωγή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε τη διάρρηξη των άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και το Δικαστήριο με την 3524/21.6.06 απόφαση του, αφού δέχτηκε ότι η επίμαχη απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης (εταιρείας των κατηγορουμένων) έγινε προς καταδολίευση της πολιτικώς εναγούσης, δέχτηκε την αγωγή και κήρυξε διαρρηγμένες τις συμβάσεις πωλήσεως, που έγιναν με τα πιο πάνω συμβόλαια. Η έφεση δε, που ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους των αγοραστριών των ακινήτων απορρίφθηκε από το Εφετείο Αθηνών ως ανυποστήρικτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών που αγόρασαν τα ακίνητα, συμμετείχαν οι κατηγορούμενοι, τέκνα τους και συγγενείς τους (στην πρώτη συμμετείχαν ο πρώτος κατηγορούμενος και οι Κ. Π. και Χ., τέκνα του α' κατηγορουμένου και στη δεύτερη , η δεύτερη κατηγορουμένη, ο Β. Β., αδελφός της, Κ. Γ., Κ. Π. και Χ., τέκνα του α' των κατηγορουμένων και η Κ. Γ. αδελφή της β' κατηγορουμένης), δηλαδή τόσο η πωλήτρια όσο και οι αγοράστριες ήταν εταιρείες με οικογενειακό χαρακτήρα, με μοναδικούς μετόχους μέλη των οικογενειών των κατηγορουμένων. Με τον τρόπο αυτό, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, αν και γνώριζαν την ύπαρξη της παραπάνω ληξιπρόθεσμης απαίτησης της πολιτικώς εναγούσης, προέβησαν σε ενέργειες και εκποίησαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία της "ΣΧΟΛΗΣ ΚΟΡΕΛΚΟ ΑΕ", με αποτέλεσμα να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία της να μη επαρκεί για την ικανοποίηση της πιο πάνω απαίτησης, την οποία και ματαίωσαν ολοσχερώς υπέρ της οφειλέτιδας εταιρείας τους κατά τους παραπάνω κρίσιμους χρόνους των επίμαχων απαλλοτριώσεων. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση, που τους αποδίδεται. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι σε μεταγενέστερους χρόνους έλαβε χώρα τμηματική εξόφληση της απαίτησης της πολιτικώς εναγούσης (στις 31.3.06 ποσό 200.000 ευρώ, που αφορούσε το κεφάλαιο της απαίτησης, κατά το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή με την 671/2.2.06 απόφαση του Π.Π.Α. στις 20.3.07 και 27.3.07 το υπόλοιπο ποσό μετά των τόκων), καθόσον, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 397 Π.Κ., ως χρόνος ματαιώσεως της απαίτησης του δανειστή λαμβάνεται εκείνος της απαλλοτριωτικής ενέργειας του οφειλέτη. Ούτε βεβαίως είναι δυνατόν να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ότι υπάρχει εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω έμπρακτης μετάνοιας με τις πιο πάνω καταβολές και την εξόφληση του χρέους, σύμφωνα με το άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ., η εφαρμογή του οποίου προβλέπεται από το άρθρο 402 του ίδιου Κώδικα. Τούτο, διότι η εξόφληση αυτή έλαβε χώρα, αφενός μετά την εξέταση τους από τις αρχές, αφετέρου δε χωρίς την ελεύθερη βούληση τους, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως, αλλά προκλήθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεως τους. Η είσπραξη του ποσού έγινε διότι οι κατηγορούμενοι αναγκάστηκαν προς τούτο, υπό τις συνεχείς πιέσεις του εκπροσώπου της πολιτικώς εναγούσης και μετά την κοινοποίηση των αποφάσεων που επεδίκασαν την απαίτηση και διέρρηξαν τις απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες και υπό την απειλή εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, αλλά και υπό το βάρος της εκκρεμούσης σε βάρος τους ποινικής διαδικασίας, αφού γνώριζαν ότι είχε υποβληθεί μήνυση και είχαν εξετασθεί από τις αρμόδιες αρχές (βλ. το από 18.1.2006 απολογητικό του υπόμνημα στον Πταισματοδίκη Αθηνών, που εγχειρίστηκε την ίδια ημέρα). Πρέπει εξάλλου, να αναγνωριστεί ότι στο πρόσωπο των κατηγορουμένων συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση των αποδιδόμενων πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή, μετά δε την πράξη τους μετανόησαν ειλικρινά και προσπάθησαν να άρουν τις συνέπειες της, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν συμπεριφέρθηκαν καλά. Τέλος, η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, είχε ευθέως δυσμενείς επιπτώσεις στο κύρος και την αξιοπιστία της πολιτικώς εναγούσης στην αγορά, καθώς και στο οικονομικό της μέλλον, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει υποστεί ηθική βλάβη και να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 397 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται μεταξύ των κατηγορουμένων και της πολιτικώς ενάγουσας σύμβαση έργου (σύμβαση διαφημίσεως) τα οφειλόμενα από τη σύμβαση ποσά, η πρώτη καταβολή, η άρνηση και αμφισβήτηση των κατηγορουμένων για την καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου οι μεταξύ των διάδικων μερών δικαστικοί αγώνες, οι γενόμενες με τα αναφερόμενα συμβόλαια καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις των ανωτέρω ακινήτων της εταιρείας των κατηγορουμένων, τα οποία αγοράστηκαν από οικογενειακές επιχειρήσεις των κατηγορουμένων και συγγενικών ντους προσώπων με εικονικά τιμήματα, η διάρρηξη των καταδολιευτικών συμβάσεων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι για τον λόγο αυτό απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2010 αίτηση των Δ. Κ. του Π. και της Π. Κ. για αναίρεση της 26/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων). Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδολίευση δανειστών. Λόγοι αναιρέσεως: Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής παραστάσεως της πολιτικής αγωγής. Απορρίπτει διότι ο παραστάς ως πολιτικώς ενάγων ομόρρυθμος εταίρος της παθούσας ετερόρρυθμης εταιρείας, παρέστη όχι ατομικώς, αλλ' ως εκπρόσωπος της παθούσας εταιρείας και για λογαριασμό αυτής, προς τη οποία και επιδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χρηματική ικανοποίηση. Απορρίπτεται επίσης και ο δεύτερος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτονται επίσης ως απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση στο σύνολο της..
null
null
0
Αριθμός 283/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. εν διαστάσει συζ. Κ. Τ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και δια λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Τ.-Μ. Τ. και Α. Τ., ως ασκούσα την επιμέλειά τους, κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντο Ζαβάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5.2.2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39039/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2026/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.3.2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚπολΔ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνης της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 8478Γ/4-6-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1399. 1492, 1487, 1493, 1494, 1498 και 1442 του ΑΚ συνάγεται ότι η αξίωση διατροφής του συζύγου παρέχεται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις στις περιπτώσεις εύλογης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και αμετάκλητης λύσης του γάμου με διαζύγιο (βλ. ΑΠ 113/1974). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκτίμησε ως περιλαμβανόμενο στο δικόγραφο της ένδικης από 5-2-2008 αγωγής της αναιρεσείουσας (και) αίτημα διατροφής της από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, το οποίο αίτημα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, διότι η 1616/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τη διάζευξη των διαδίκων δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, λόγω ασκήσεως κατ' αυτής από αμφοτέρους εφέσεων που δεν είχαν εκδικασθεί, ενώ εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί το με την ανωτέρω έννοια αγωγικό αίτημα. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) της από 5-2-2008 αγωγής της αναιρεσείουσας-ενάγουσας προκύπτει ότι αυτή προέβαλε αίτημα διατροφής της λόγω ανυπαίτιας διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και όχι λόγω αμετάκλητης λύσης του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο. Αναφορά για αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων έχει περιληφθεί (πλεοναστικώς) σε παρατιθέμενη περικοπή αιτιολογίας της 10241/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επιδίκασε διατροφή της αναιρεσείουσας για προγενέστερο χρόνο, ενώ από το υπόλοιπο περιεχόμενο της αγωγής καθίσταται σαφές ότι υποβάλλεται με αυτή αίτημα διατροφής της αναιρεσείουσας λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσίβλητο, όπως υποδηλώνεται άλλωστε και από τα διαμειβόμενα μεταξύ αυτών δικόγραφα, στα οποία η αναιρεσείουσα φέρεται ως εν διαστάσει σύζυγος του αναιρεσιβλήτου. Με το να δεχθεί όμως το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή περιλάμβανε αίτημα της αναιρεσείουσας προς διατροφή της μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της και να απορρίψει ακολούθως το αίτημα αυτό, γιατί δεν αποδεικνυόταν το αμετάκλητο της λύσης του γάμου της, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Διότι λόγω της εσφαλμένης αυτής κρίσης του Εφετείου και με την εξαφάνιση της ευνοϊκής για την αναιρεσείουσα-ενάγουσα σχετικής διατάξεως της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ματαιώθηκε η ικανοποίηση του στηριζόμενου σε (αναίτια) διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων αγωγικού αιτήματος διατροφής της αναιρεσείουσας. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρα 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2026/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 1389 επ., 1492 επ., 1442 ΑΚ, 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. Λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διατροφής της αναιρεσείουσας, αφού δέχθηκε ότι υπήρχε αίτημα διατροφής λόγω διαζυγίου, το οποίο απέρριψε γιατί δεν είχε λυθεί αμετακλήτως ο γάμος ενώ το αίτημα διατροφής στηριζόταν σε διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Αναιρεί (βάσιμος λόγος άρθρ. 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δικ.).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 281/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 21/27.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α.- Α. Μ. του Γ. σύζυγος Θ., 2) Θ. Μ. του Ι., κάτοικους ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Φραγκάκη περί αναιρέσεως της με αριθμό 747/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. -Ε. Τ. του Γ.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Σ. του Ε., κάτοικο Αθηνών, που παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1102/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του παραπάνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του Κ.Π.Δ., παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 747/2010 καταδικαστική απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης (λόγω σημαντικών αιτίων - αρθ. 349 Κ.Π.Δ.), διότι η συγκατηγορουμένη του και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Κώστας Φούνας ήταν και αυτός ασθενής και δεν μπορούσε να προσέλθει να τον υπερασπισθεί, με την αιτιολογία ότι "το Δικαστήριο δεν πείστηκε για την αλήθεια του προβαλλομένου λόγου αναβολής. Το φαξ δεν συνοδεύεται από κάποια ιατρική γνωμάτευση ή από στοιχεία, που να βεβαιώνουν το λόγο της αναβολής. Η γ' κατηγορουμένη μπορούσε τελευταία ημέρα της άδειάς της, να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Με βάση αυτά και ενόψει των πολλών αναβολών της υπόθεσης και του κινδύνου παραγραφής της, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορούμενου (για λογαριασμό του και ως αγγέλου της συζύγου του) για αναβολή της δίκης απόφασή του είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφασή του. Ακολούθως το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, χωρίς να παραβιάσει τα δικαιώματα της εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και να προκληθεί έτσι απόλυτη ακυρότητα στη διαδικασία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' και Β' λόγο αναιρέσεώς τους. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, ότι το δικαστήριο, έτσι κρίνοντας παραβίασε της διατάξεις του άρθρου 6 της, εκτός από την αοριστία της και του εντεύθεν απαραδέκτου αυτής, είναι επίσης απαράδεκτη, διότι οι διατάξεις του άρθρου 6 της ''Ε.Σ.Δ.Α.'', δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβασή τους καθ' εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως. Επειδή, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 7.7.2010 αίτηση των Θ. Μ. του Ι. και της Α. - Α. συζύγου Θ. Μ., το γένος Γ. Τ., κατοίκων ... για αναίρεση της 747/2010 αποφάσεως του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων). Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €), για κάθε αναιρεσείοντα. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος που ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγος αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που αφορούν στην εμφάνιση και την υπεράσπιση του δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής Παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως•, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής ης δίκης, δεν προκλήθηκε η επικαλουμένη απόλυτη ακυρότητα και η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ, αυτή καθ' εαυτήν δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, πλέον εκείνων που αναφέρονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 280/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 8/12.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου περί αναιρέσεως της με αριθμό 66232/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλειάδου - Μιχαήλ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ. γ' του Ποινικού Κώδικα, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988 "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (fax), που διαβιβάζεται σε σταθμό λήψεως με πιστή αναπαραγωγή, από απόσταση, κειμένων, σχεδίων ή εικόνων, με τη βοήθεια κατάλληλων τερματικών διατάξεων, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, ενώ διαφέρουν κατά το ότι το φωτοτυπικό αντίγραφο αναπαράγεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα), ενώ το τηλεομοιότυπο αναπαράγεται, από απόσταση, αφού χρησιμοποιηθούν δύο συσκευές τηλεομοιοτυπίας, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη λήψη, σε συνδυασμό με τηλεφωνική συσκευή. Επομένως το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό τηλεομοιότυπο ή φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεώς της κατά της 66232/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη νόμιμης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, διότι η παράσταση έγινε με εξουσιοδότηση, που δεν φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του εξουσιοδοτούντος και βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής σε εξουσιοδότηση με φωτοτυπημένη υπογραφή που έχει σταλεί με τηλεομοιότυπο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον τρόπο της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη, για την αποδεικτική δύναμη του φωτοτυπικού αντιγράφου ή του τηλεομοιοτύπου δεν απαιτείται βεβαίωση της ακριβείας του. Επειδή, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής δικονομίας λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, όχι όμως και όταν υφίσταται άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια ως προς την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία δεν θίγει το συμφέρον του κατηγορουμένου ούτε πλήττει τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος επί παραβιάσεως από αυτόν των διατάξεων για τη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το προέκυψε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, επέτρεψε την παράσταση της πολιτικής αγωγής, παρά την με προσκόμιση από τη δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος διπλοτύπου του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων, με την αιτιολογία ότι "η μη προσκόμιση του διπλοτύπου του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων από την δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, για την παράσταση της ως άνω πληρεξούσιας δικηγόρου του στον πρώτο βαθμό, δεν συνεπάγεται το μη νόμιμο ή το απαράδεκτο της άσκησης της πολιτικής αγωγής και ο υπό κρίση ισχυρισμός της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί". Κρίνοντας όμως, έτσι το Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και δεν υπερέβη την εξουσία του και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω ορθή, κατά τα άλλα αιτιολογία, στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση της μη προσκομίσεως του διπλοτύπου του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι για την παράσταση της πληρεξούσιας δικηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος, Γεωργίας Βασιλείου, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε προσκομισθεί το 33088960/13.10.2008 διπλότυπο του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 273 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε προβεί, κατά την προδικασία, στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα ή στον πταισματοδίκη, ή σε άλλον γενικό ή ειδικό ανακριτικό υπάλληλο που ενεργεί την προανάκριση, σε δήλωση της διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του οπότε η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση κατά πλάσμα νόμου, θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνση του και ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στην διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, που δηλώθηκε αρχικά, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής μαζί με την ακριβή διεύθυνση πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 εδ. γ', δ' και ε' του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως στην προκαταρκτική εξέταση και συνεπώς η επίδοση κάθε εγγράφου της ποινικής διαδικασίας, καθώς και κάθε άλλου ποινικού δικογράφου, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστή, γίνεται και στη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής, την οποία δήλωσε, κατά την προκαταρκτική εξέταση, εκείνος που κλήθηκε για παροχή εξηγήσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν η επίδοση προς τον απόντα κατηγορούμενο γίνεται με θυροκόλληση λόγω του ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου αρνήθηκαν να παραλάβουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, αντίγραφο του εγγράφου αυτού πρέπει να επιδίδεται και στον τυχόν διορισμένο αντίκλητό του, οπότε τα αποτελέσματα αρχίζουν από τη επίδοση στον αντίκλητο. Αν τέτοιο αντίγραφο δεν επιδοθεί στον αντίκλητο του κατηγορουμένου η επίδοση είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ακυρότητα δε αυτή, εφόσον δεν καλύφθηκε κατά το άρθρο 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνεπάγεται την ακυρότητα της συζητήσεως στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στη δίκη και δικαστεί απών. Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1; παρ. 6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320 - 323, 339 -340 και 343 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Κατά το άρθρο 174 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλήθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτής, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη, και απ' αυτήν αρχίζει η κύρια διαδικασία. Εν προκειμένω, με το πρώτο σκέλος του τρίτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου αναιρέσεως, και με τον τέταρτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο, επικαλείται η αναιρεσείουσα κακή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί παραγραφής (άρθρα 111 επ. Π.Κ.) και απόλυτη ακυρότητα διότι ουδέποτε της επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα. Όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, το Α' Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 30.982/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτήν φυλάκιση τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς δέκα ευρώ (10 €) ημερησίως. Η συζήτηση της υποθέσεως αυτής είχε προσδιορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 22ας Μαΐου 2006. Για τη δικάσιμο αυτή είχε επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα στην κατηγορουμένη με θυροκόλληση, χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος και στον διορισθέντα αντίκλητο της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας και μετέπειτα πληρεξούσιο δικηγόρο της, πλην όμως, αυτός τότε, ως άγγελος, προσήλθε και δήλωσε στο Δικαστήριο ως κώλυμα την απουσία της κατηγορουμένης στην Κύπρο και το δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως στη ρητή δικάσιμο της 5ης Δεκεμβρίου, χωρίς κλήτευση της κατηγορουμένης. Ακολούθως, κατά την ως άνω δικάσιμο, δόθηκε νέα αναβολή, κατ' άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μέχρις εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως επί αντιθέτων μηνύσεων της κατηγορουμένης για η δικάσιμο της 22ας Ιουνίου 2007. Αλλά και πάλι, εμμένοντας στην προηγούμενη απόφαση, δόθηκε νέα αναβολή για τη δικάσιμο της 17ης Απριλίου 2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή έγινε δεκτή η διά πληρεξουσίου παράσταση της κατηγορουμένης από τον συνήγορό της, Ιωάννη Θεοδοσίου και το Δικαστήριο διέταξε περαιτέρω αποδείξεις, αναβάλλοντας την εκδίκαση της υποθέσεως στη ρητή δικάσιμο της 13ης Οκτωβρίου 2010. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ενώ όφειλε ο παραπάνω πληρεξούσιος, αμέσως μετά τη νομιμοποίησή του, ως εκπρόσωπος της κατηγορουμένης να επικαλεσθεί την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και να αντιλέξει στην πρόοδο της διαδικασίας, δεν έπραξε τούτο με συνέπεια να καλυφθεί έκτοτε η λαβούσα χώρα σχετική ακυρότητα, η οποία δεν μπορούσε να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρά ταύτα, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 13ης Οκτωβρίου 2010 η αναιρεσείουσα προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και για αοριστία αυτού και παραγραφή της αξιόποινης πράξεως που της αποδιδόταν, πλην το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς και ανέβαλε για μία ακόμη φορά για να κλητευθεί μάρτυς κατηγορίας και να προσκομισθεί βεβαίωση πορείας μηνύσεως ή πιστοποιητικό αμετακλήτου για τη δικάσιμο της 16ης Μαρτίου 2009, κατά την οποία το Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, οι οποίοι και πάλι προβλήθηκαν σ' αυτό, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και της επέβαλε την ανωτέρω ποινή. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την 3886/23.3.2009 έφεσή της. Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών συζήτηση της εφέσεώς της, η αναιρεσείουσα προέβαλε και πάλι τις ίδιες ενστάσεις για ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και για αοριστία αυτού και παραγραφή της αξιόποινης πράξεως που της αποδιδόταν. Πλην όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αβασίμους με την εξής αιτιολογία: "Από τα έγγραφα της δικογραφίας και δη την από 27.6.2003 έκθεση προφορικής μήνυσης του Σ. Μ. κατά της κατηγορουμένης, καθώς και τις από 1.2.2004 γραπτές εξηγήσεις της κατηγορουμένης προς την Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε μετά την ασκηθείσα ως άνω μήνυση, αναφέρεται ως διεύθυνσή της η οδός ... στο Χαλάνδρι, ενώ από κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι δήλωσε στη συνέχεια τη μεταβολή της κατοικίας της εγγράφως στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Επομένως η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στην ως άνω διεύθυνση και ακολούθως στην κατηγορουμένη ως άγνωστης διαμονής, είναι νόμιμη και η υπό κρίση ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω μη νόμιμης επίδοσής του είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Περαιτέρω, όσον αφορά την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας του, είναι αβάσιμη και επομένως απορριπτέα, καθώς σ' αυτό σαφώς προσδιορίζονται οι μηνύσεις που υποβλήθηκαν από την κατηγορουμένη κατά του εγκαλούντος, αφού αναφέρεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2003 έως 27.6.2003 κάθε Σαββατοκύριακο υπέβαλλε μήνυση εναντίον του για παράβαση του άρθρου 232 Α' Π.Κ., επειδή δήθεν παραβίαζε τις δικ. αποφάσεις που καθόριζαν τους όρους επικοινωνίας της με τα ανήλικα τέκνα τους, την επιμέλεια των οποίων είχε ο σε διάσταση σύζυγός της εγκαλών". Επομένως με το να απορρίψει με την ως άνω αιτιολογία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο την ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και σιωπηρώς την στηριζόμενη σ' αυτήν ένσταση περί παραγραφής της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα δεν παρεβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, πολύ περισσότερο διότι η ως άνω ακυρότητα δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τα ως άνω, καλύφθηκε δε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ήδη από τον πρώτο βαθμό. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' (και όχι από το στοιχ. Α' ως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω απορριπτέος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα τρίτος λόγος αναιρέσεως ως προς το β' σκέλος αυτού για έλλειψη ακροάσεως σε σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για την αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του ενεργήσαντος οργάνου, διότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε νομίμως, όπως παραπάνω εκτίθεται, το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει ειδικώς. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα: Α) Που αναγνώσθηκαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη: 1) Η από 5/4/03 μήνυση της κατηγορουμένης, 2) Φωτοαντίγραφα αλφαβητικού ευρετηρίου μηνύσεων Εισαγγ. Πρωτοδικών με μηνυόμενο τον εγκαλούντα και μηνύτρια την κατ/νη με α.α. 1 - 64. Β) Που προσκόμισε ο πολιτικώς ενάγων: 3) Η υπ' αριθμ. 1609/04 απόφαση Μ.Π.Α., 4) Η υπ' αριθμ. 548/08 απόφαση Εφετείου Αθηνών, 5) Η από 5/12/06 αίτηση πολ. ενάγοντος, 6) Φωτοαντίγραφα αλφαβητικού ευρετηρίου μηνύσεων Εισαγγ. Πρωτοδικών με μηνυόμενο τον εγκαλούντα και μηνύτρια την κατηγορουμένη με α.α. 1 - 50, 7) Η υπ' αριθμ.44645/05 απόφαση Τρ. Πλ. Αθ. 8) Η υπ' αριθμ. 3933/06 απόφαση Εφετείου Αθηνών, 9) Η υπ' αριθμ. 819/07 απόφαση Α.Π. 10) Η από 1.4.03 πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου ψυχιάτρου Σ. Κ. για την κατηγορουμένη. 11) Η υπ' αριθμ1608/04 απόφαση. Μον. Πρωτ., 12) Η υπ' αριθμ. 7697/07 απόφαση Εφετείου Αθηνών, 13) Η υπ' αριθμ. 719104 απόφαση Εφετείου Αθηνών Γ) Που προσκόμισε η κατηγορουμένη: 14) Η υπ' αριθμ. 5588/03 απόφαση Μ. Πρωτ. Αθηνών, 15) Οι από 12.11.04 προτάσεις πολ. ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, 16) Η υπ' αρ.1272/03 απόφαση Μ. Πρωτ. Αθηνών. Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, ενόψει και της αριθμήσεώς τους επαρκώς προσδιορίζονται κατά την ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Άλλωστε προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων και ειδικότερα της 44.645/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των από 12.11.2004 προτάσεων του μηνυτή, τις οποίες μάλιστα η ίδια η αναιρεσείουσα προσκόμισε. Ούτε ήταν απαραίτητο να ζητηθεί πιστοποιητικό για το αμετάκλητο της ως άνω 44.645/ 2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από το άρθρo 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα ευρώ (10 €) για κάθε ημέρα φυλακίσεως, για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση. Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχτηκε, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι "η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη, που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι στις 5.4.2003 υπέβαλε μήνυση σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, ζητώντας την ποινική του δίωξη, ισχυριζόμενη ότι έχει τελέσει την παράβαση του άρθρου 232 Α Π.Κ., διότι παραβίασε δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες καθόριζαν τους όρους επικοινωνίας της (κατηγορουμένης) με τα δύο ανήλικα τέκνα τους, την επιμέλεια των οποίων είχε αυτός (εγκαλών - σε διάσταση σύζυγός της). Τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη το γνώριζε όταν υπέβαλε τη μήνυση, διότι τα αληθή είναι ότι τα δύο ανήλικα τέκνα της δεν επιθυμούσαν την επικοινωνία μαζί της (βλ. μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν ιδίως την με αριθ. 44.645/05 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ένοχη για σωματική βλάβη των ανηλίκων τέκνων της και την από 1.4.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου Σ. Κ.). Σκοπός δε της πράξης της αυτής ήταν να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος Σ. Μ. για την πράξη της παράβασης του άρθρου 232 Α' Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία κατεμήνυσε τον εγκαλούντα, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμός της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται στη δική της συμπεριφορά, δηλαδή την πρόκληση σωματικών βλαβών στα ανήλικα τέκνα της (για την οποία καταδικάσθηκε με την 44645 /2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ένεκα της οποίας τα ανήλικα τέκνα της δεν επιθυμούσαν την επικοινωνία μαζί της, οπότε είναι αυτονόητη και η σχετική γνώση της. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι για τον λόγο αυτό απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου αποτελούσε τον Η' λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος καταργήθηκε με τον νόμο 3160/2003, έκτοτε δε τον Η' λόγο αναιρέσεως αποτελεί ο μέχρι τότε Θ' λόγος για υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, η μη παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου δεν αποτελεί πλέον αναιρετικό λόγο και γι' αυτό ο σχετικός από την ως άνω καταργηθείσα διάταξη λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή δεν παρατίθενται τα άρθρα που προβλέπουν και τιμωρούν την διωκόμενη πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, άλλά άλλες άσχετες διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος εγκαλούντος. (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτηση της Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 66.232/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος μηνυτή Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., την οποία προσδιορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011 . Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Λόγοι αναιρέσεως: Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη νόμιμης παραστάσεως πολιτικής αγωγής, διότι η παράσταση έγινε με εξουσιοδότηση που δεν φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του εξουσιοδοτούντος και βεβαιώνεται μεν το γνήσιο της υπογραφής σε εξουσιοδότηση με φωτοτυπημένη υπογραφή που έχει σταλεί με τηλεομοιότυπο. Υπέρβαση εξουσίας διότι δεν κηρύχθηκε το απαράδεκτο της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής επειδή δεν προσκομίστηκε το γραμμάτιο του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων για την παράστασή της στον πρώτο βαθμό. Κακή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί παραγραφής, σε συνδυασμό προς το άρθρο 273 ΚΤΓΔ, λόγω κακής επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Έλλειψη ακροάσεως σε σχετικό αίτημα για την αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του ενεργήσαντος την επίδοση οργάνου. Δεν ανέβαλε το Δικαστήριο τη δίκη κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ. Μη επαρκής προσδιορισμός των αναγνωσθέντων εγγράφων και λήψη αυτών υπόψη. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται από ποια συγκεκριμένα στοιχεία συνήγαγε το Δικαστήριο το αποδεικτικό υλικό και εξέδωσε την απόφασή του, ούτε αναφέρει ποια γεγονότα ήταν αληθή και ποια ψευδή. Αναφέρονται στην απόφαση διατάξεις του νόμου που δεν αρμόζουν στην κήρυξη της ενοχής και την καταδίκη. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι Χ) για την αποδεικτική ισχύ του φωτοτυπικού αντιγράφου ή του τηλεομοιοτύπου δεν απαιτείται βεβαίωση της ακριβείας του, 2) η μη προσκόμιση του διπλοτύπου του ΤΔΕ δεν συνεπάγεται το μη νόμιμο ή απαράδεκτο της πολιτικής αγωγής και εν πάση περιπτώσει, η σχετική ένσταση βασιζόταν σε αναληθή προϋπόθεση διότι είχε προσκομισθεί σχετικό διπλότυπο•, 3) έγινε νόμιμη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, 4) το αίτημα για την αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη του ενεργήσαντος την επίδοση οργάνου δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να υποχρεούται να απαντήσει το Δικαστήριο, πέραν του γεγονότος ότι η επίδοση είχε γίνει νομίμως, 5) Δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα αναβολή της δίκης οπότε θα είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει επί του αιτήματος τούτου, 6) πλήρως προσδιορίζονται τα αναγνωστέα έγγραφα, ενώ δεν προκύπτει ότι υπήρξε αντίρρηση από την αναιρεσείουσα για την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων, 7) η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και 8) ο λόγος αναιρέσεως που απαιτούσε την παράθεση των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και που έφερε το στοιχείο Η' στην παράγραφο 1 του άρθρου 5410 ΚΤΓΔ καταργήθηκε.
null
null
0
Αριθμός 280/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Αλευρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3419/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8027/2007 του Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την 4222/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη οπό την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες να εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.Π. 1863/1980). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα, αντιστοίχως, 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 ταυ ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείo, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η κατά το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δικ. απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 251/2009, 866/2008). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ. και η απόρριψη συντελείται κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσιβλήτου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 625/2000,126/ 2000). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακολούθα: Με την 3419/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και ερήμην της ήδη αναφεσείουσας- εναγομένης, αλλά η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα, έγινε δεκτή η από 26-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου-ενάγοντας και λύθηκε ο μεταξύ των διαδίκων γάμος. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 20-9-2006 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-4-2007. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο μεν εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του, η δε εκκαλούσα και τώρα αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την συμπροσβαλλόμενη 4222/2009, ερήμην επίσης της αναιρεσείουσας, διορθωτική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας δεν προβάλλεται πλημμέλεια, έκρινε ως μη κανονική την παράσταση της αναιρεσείουσας, που πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρούσα, ενόψει του ότι η εκ μέρους αυτής άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και με τη σκέψη αυτή, λόγω ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσας, απέρριψε την έφεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην την αναιρεσείουσα, διότι η τελευταία, ενόψει της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενη στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι εσφαλμένως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δίκασε ερήμην την αναιρεσείουσα και απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-11-2009 αίτηση της Π. Μ. για αναίρεση της 8027/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 4222/2009 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 270, 524 παρ.1, 2 και 528 Κ.Πολ.Δικ. (όπως ίσχυαν μετά το ν. 2915/2001). Επί ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, σε δίκη διαζυγίου, ο ερημοδικασθείς για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενος στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, όπου γίνεται υποχρεωτικά προφορική συζήτηση για την έφεσή του που λειτουργεί ως αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., που παρέχει δυνατότητα παράστασης με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Λόγος αναίρεσης από 559 αρ.6 Κ.Πολ.Δικ. αβάσιμος.
null
null
0
Αριθμός 281/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταπόγλου. Των αναιρεσίβλητων:1. Π. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 2. Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαραλάμπους. Του επισπεύδοντος: Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Κοινοποιούμενη προς τον Σταύρο Ρεΐζη του Ιωάννη, Συμβολαιογράφο Καλαυρίας- Νήσου Πόρου. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων, αφού έλαβε το λόγο, δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.6.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4785/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 552/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3.12.2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 7307Β/14-4-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Γιάννη ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι Π. Γ. και Α. Τ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24-1-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Σ. Α.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρθρ.934 παρ.ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ.3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της. (Ολ.ΑΠ 3/2007). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ.ΑΠ 40/1998), δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν το δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα. Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία μέσα στην οποία θα λαμβάνει γνώση ο θιγόμενος για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας. Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοση της βλαπτικής πράξης στον ίδιο. Πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού γι' αυτόν γεγονότος, ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999). Έτσι η εκ μέρους του καθού η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (Α.Π. 658/2007). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, όχι δε κανόνες του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, η παραβίαση των οποίων μπορεί να θεμελιώνει κάποιον από τους προβλεπόμενους, με τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 807/1994, 788/1994). Ο δε προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8β του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 12/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα η ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του (και η έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως), οι προβληθείσες με την ανακοπή και την έφεσή του πλημμέλειες, ότι ο πλειστηριασμός ήταν άκυρος επειδή: 1) Ακύρως επιδόθηκε η 444/15-12-2003 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, ενόψει του ότι το βεβαιούμενο στη σχετική 4283/18-12-2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... ότι αναζητήθηκε ο αναιρεσείων ως "κάτοικος Τακτικούπολης Τροιζήνας" χωρίς προσδιορισμό οδού και αριθμού, καθιστά άκυρη την επίδοση και επιδιώχθηκε δολίως για να μην λάβει αυτός γνώση του πλειστηριασμού και να πλειστηριασθούν τα ακίνητά του "αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 100-150 ευρώ το στρέμμα", ακυρότητα που δεν θεραπεύεται από το ότι με τον ίδιο τρόπο είχε επιδοθεί προς αυτόν η ερήμην του 806/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού δεν έλαβε αυτός γνώση του διεξαχθέντος πλειστηριασμού και παραβιάσθηκε έτσι το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α, όπως επίσης ακύρως επιδόθηκε η περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως προς τον ενυπόθηκο δανειστή Κ. Σ., ο οποίος είχε αποβιώσει. 2) Τόσο στην 435/23-7-2003 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως όσο και στις 436/2003 και 444/15-12-2003 περιλήψεις της γίνεται πλημμελής περιγραφή των ακινήτων του που πλειστηριάσθηκαν. 3) Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος Καλαβρίας Στ. Ρεΐζης παρέλειψε να αναφέρει στην 622/11-2-2003 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού που συνέταξε ότι "έγινε χρηματισμός των συμμετεχόντων στον πλειστηριασμό προκειμένου να πλειστηριασθούν τα ακίνητά του (αναιρεσείοντος) σε χαμηλή τιμή". Με το ως άνω περιεχόμενο ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., κατά το μέρος μεν που αναφέρεται σε παραβάσεις δικονομικών διατάξεων σχετικά με την επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως και την σ' αυτή πλημμελή περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων είναι απαράδεκτος, μη θεμελιώνοντας αυτοτελώς και κάποιον άλλο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφερομένους, κατά το μέρος δε που αναφέρεται σε παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) είναι αόριστος καθ' όσον, προβάλλοντας στέρηση της δυνατότητας του αναιρεσείοντος προσβάσεως στο δικαστήριο λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, δεν προσδιορίζει αφενός μεν ποια ήταν η πραγματική και γνωστή στον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό κατοικία του, που δεν συνέπιπτε με εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και όπου έγινε η επίδοση της ερήμην του 806/1991 αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Πειραιώς, αφετέρου δε ότι δεν μπορούσε να λάβει γνώση της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 β του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμία (μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού) και γι' αυτό δεν προσέβαλε εγκαίρως αυτές τις πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του. Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εξήτασε όλους τους λόγους ανακοπής (που είχαν προβληθεί και ως λόγοι έφεσης) απέρριψε τους προδιαλαμβανόμενους υπό στοιχεία 1 και 2 ως απαραδέκτους (εκπροθέσμους) και τον τρίτο ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί χρηματισμού ορισμένων προσώπων, ώστε αυτοί να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα υπέρ των δύο πρώτων των καθ' ων σε χαμηλές τιμές λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος". Επομένως, εφόσον το Εφετείο εξήτασε όλους τους λόγους ανακοπής που επανέφερε ο αναιρεσείων με την έφεσή του και τους απέρριψε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, ότι δεν παραβιάσθηκε κατά τον πλειστηριασμό η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού με αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, δεν συντελέσθηκε ευθεία παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι αυτοί απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 552/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 934 παρ. 1β, 999 παρ. 4, 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., 20 παρ. 1 Συντ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/54). Επί ανακοπής κατά πλειστηριασμού ακινήτων ο ισχυρισμός ότι ο καθ’ ου η ανακοπή στερήθηκε της δυνατότητας πρόσβασης στο δικαστήριο και άσκησης ανακοπής εμπρόθεσμης λόγω άκυρης επιδόσεως, περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως είναι αόριστος αν δεν προσδιορίζεται: α) ποια ήταν η κατοικία του που δεν συνέπιπτε με εκείνη όπου αναζητήθηκε και έγινε η επίδοση και β) ότι δεν μπορούσε να λάβει γνώση της περιλήψεως κατασχετήριας μέσα στην οριζόμενη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δικ. μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 282/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 21/27.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 17/24.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Φ. - Θ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαδόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 16597/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις ποινές, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτούς (εργατικές) με σκοπό αποδόσεώς τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών τών ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή τών μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό τών οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α. ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος τού μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 τού Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος τού επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στον ως άνω Οργανισμό προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τού προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή τής τελευταίας και η θέση τού κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 16.597/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Η δεύτερη κατηγορουμένη, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου και ειδικότερα της Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνουσας Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΙΝΤ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην οδό ..., στην Αθήνα και έχει αντικείμενο την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών, ήτοι, τυγχάνοντας εργοδότης της ως άνω επιχείρησης και έχοντας απασχολήσει κατά την ω ς άνω χρονική περίοδο στην επιχείρηση της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή και συγκεκριμένα απασχόλησε κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2003 έως Ιούλιο 2004 συνολικά 89 μισθωτούς, με ύψος αποδοχών1.515.814,70 ευρώ, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, προς τον οποίο όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει τις παρακάτω εισφορές, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, αφότου οι καταβολές αυτές κατέστησαν απαιτητές, ήτοι μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία και έτσι διέπραξε τις εξής αξιόποινες πράξεις: 1.- Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτήν την ίδια (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 112.546 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2.- Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (εργατικές) ποσού 56.272 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, η οποία, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, και διευθύνουσα σύμβουλος αυτής, ήταν η νόμιμη εκπρόσωπός της, ιδιότητα την οποία άλλωστε ούτε η ίδια αμφισβήτησε ενώπιον του ως εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τών πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η απόφαση δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ότι ειδικότερα αναφέρεται και σε έγγραφα, ενώ δεν αναγνώσθηκαν τέτοια, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναφερόμενα σ' αυτά έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της προβάλλει την αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της για την αναγνώριση υπέρ αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι "οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αφού έλαβαν τον λόγο ανάπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την αθώωση των πελατών τους, άλλως την χορήγηση των ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου". Ο ισχυρισμός αυτός, όπως είναι διατυπωμένος, χωρίς να αναπτύσσεται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει πράγματι ότι η αναιρεσείουσα μέχρι την τέλεση των πράξεών της έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, είναι αόριστος και ορθώς το Δικαστήριο δεν απάντησε σ' αυτόν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 82 παρ.3 του Ποινικού Κώδικα, το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο (κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου) καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριό του, από την ίδια διάταξη, σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διατάξεως, είχαν εκδοθεί κατά το παρελθόν οι 134423 α οικ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των ως άνω Υπουργών, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν, αντίστοιχα, τα ποσά της μετατροπής κάθε ημέρας φυλακίσεως σε 1500 έως 20.000 δρχ. (και, κατόπιν της αντικαταστάσεως της δραχμής από το ευρώ, σε 4,40 έως 59,00 ευρώ) και σε 5,00 έως 59,00 ευρώ, αντιστοίχως. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1112/Β/13-6-2008), με τίτλο "αναπροσαρμογή των ποσών της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών", που άρχισε να ισχύει μετά 15νθήμερο, δηλαδή από τις 28-6-2008, και με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλακίσεως σε δέκα (10,00) έως εξήντα (60.00) ευρώ. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο πρέπει μεν να εφαρμόσει, ως προς τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, την υπουργική απόφαση που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, δεν υποχρεούται, όμως, να μετατρέψει αυτήν με το ελάχιστο όριο του υπολογισμού της μετατροπής, αλλά θα καθορίσει το ποσό αυτής με βάση την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετέτρεψε την επιβληθείσα ποινή των τριάντα (30) μηνών στην αναιρεσείουσα, διαλαμβάνοντας, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εξής αιτιολογία: "Εξάλλου, από την έρευνα του χαρακτήρα της κατηγορουμένης και από τις λοιπές περιστάσεις, το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να την αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως, νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει, ως εκ τούτου, ενόψει και των εν γένει οικονομικών όρων της κατηγορουμένης να υπολογισθεί η κάθε μέρα φυλακίσεως προς δέκα (10) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τη μετατροπή της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα, την απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 82§3 του Ποινικού Κώδικα ειδική αιτιολογία, αφού ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είχε υποχρέωση να υπολογίσει κάθε ημέρα φυλακίσεως με το ελάχιστο όριο των 4,40 ευρώ που προβλεπόταν από την κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης κοινών υπουργικών αποφάσεων 134423 α οικ./812.1992 και 58554/19.6.2006, ενώ, από την επισκόπηση της αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι προέβη στον υπολογισμό με βάση την δυσμενέστερη κοινή υπουργική απόφαση 50.492/2008, την οποία σε κανένα σημείο δεν μνημονεύει. Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 82§3 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, και δεν μετέτρεψε την ποινή του προς 4,40 ευρώ ημερησίως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως της Φ. - Θ. χήρας Φ. Ο.. θυγατέρας Κ. Χ., κατοίκου ... κατά της 16.597/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Α.Ν. 86/67. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα. 2) Έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη του ελαφρυντικού. 3) Εσφαλμένη εφαρμογή του περί μετατροπής της ποινής νόμου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 282/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημητρίου Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. - Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Στεργιάκη. Των αναιρεσίβλητων: 1. . Π. του Δ., 2. Δ. Π. του Γ. και 3. Α. Π. του Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μοδές. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27.1.1986, 28.5.1996 και 20.5.2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 478/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5704/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15.7.2010 αίτησή του ως και τους από 6.10.2011 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1484 του Α.Κ. "σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς". Κατά το άρθρο 1489 του ΑΚ, "αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του". Κατά το άρθρο 1490 παρ. 1 του Α.Κ., "αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος μετά από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1487 του Α.Κ. συνάγεται ότι ο πατέρας του ανήλικου άγαμου τέκνου, το οποίο αναγνωρίσθηκε εκουσίως ή δικαστικώς ως δικό του τέκνο και δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου, εάν δε στερείται αυτός εισοδημάτων ή περιουσίας για την ανάλογη με τη μητέρα συμβολή του στη διατροφή του κοινού τέκνου τους ή είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η επιδίωξη της διατροφής από τον κατά πρώτο λόγο υπόχρεο, τότε η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τον πάππο ή τη μάμμη και ακολούθως τον προπάππο ή την προμάμμη του δικαιούχου ανηλίκου, που ευθύνονται, αν είναι περισσότεροι, κατ' ίσα μέρη, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλον. Η διάταξη του άρθρου 1490 Α.Κ εφαρμόζεται όχι μόνο όταν, όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της αυτής γραμμής μόνον ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή. Έτσι καθιερώνει την ευθύνη για διατροφή υπό μορφή διαδοχική και όχι παράλληλη ή σύγχρονη, είναι όμως παραδεκτή η επικουρική εναγωγή των κατά δεύτερο λόγο ευθυνόμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή διατροφής του στο σύνολό της, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο, ως κατόπιν δικαστικής αναγνωρίσεως φυσικό, εκτός γάμου, πατέρα εκείνου (αναιρεσείοντος), ενώ απορρίφθηκε η αυτή αγωγή κατά των επικουρικώς εναχθέντων δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων γονέων του πρώτου αναιρεσείοντος, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την αρ. 1428/2003 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που έγινε αμετάκλητη, αναγνωρίστηκε ότι ο α' εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος γεννήθηκε από τις εκτός γάμου σχέσεις του πρώτου με την Ι. Ν. την 20-1-1985. Ο τελευταίος ολόκληρο το χρονικό διάστημα από τη γέννηση μέχρι και την ενηλικίωσή του, την 21-1-2003, αδυνατούσε να διατρέφει τον εαυτό του, αφού εστερείτο εισοδημάτων από περιουσία και δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω της ανηλικότητας και της μαθητικής του ιδιότητας, καθόσον ήταν μαθητής δημοτικού αρχικά και του Γυμνασίου και Λυκείου στη συνέχεια. Αλλά και μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο δεν μπόρεσε να εργαστεί, προτιθέμενος να συνεχίσει τις σπουδές του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που όμως τελικά δεν πραγματοποίησε. Κατά συνέπεια δικαιούται διατροφή αρχικά από τους γονείς του, α ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις του καθενός. Η μητέρα του ενάγοντος εργαζόταν ως έκτακτη υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού και το 1996 οι αποδοχές της έφθαναν στο ποσό των 120.000 δρχ. και το έτος 2000 στο ποσόν των 180.000 δρχ. Διέμενε μαζί με το τέκνο της (ενάγοντα) στην οικία της μητέρας της, χωρίς να βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, πλην εκείνων που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση και λειτουργικότητα της οικίας αυτής (ηλεκτροφωτισμός, θέρμανση, ύδρευση, καθαριότητα κ.λ.π.) και οι οποίες βάρυναν αναλόγως αυτήν και το τέκνο της. Ο πρώτος εναγόμενος μέχρι τα τέλη του 1999 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, διαδοχικά στα σούπερ-μάρκετ "ΜΑΚΡΟ και ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ", με αποδοχές οι οποίες το 1992 που άρχισε την άνω εργασία του ανέρχονταν στο ποσό των 115.000 δρχ. και περί τα τέλη του 1999 οπότε έπαυσε να εργάζεται στο ποσόν των 270.000 δρχ. Από το έτος 2000 και μετέπειτα φέρεται να είναι άνεργος επιδοτούμενος από το Ταμείο Ανεργίας (βλ. προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του ΟΑΕΔ), αποδείχθηκε όμως ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργαζόταν ως εργολάβος μαρμαράς. Από την εργασία του αυτή κέρδιζε 400.000 δρχ. κατά μέσον όρο, το μήνα. Είναι έγγαμος και έχει δύο ανήλικα τέκνα. Διέμενε δε με τους γονείς του χωρίς να βαρύνεται με καταβολή ενοικίου, πλην των προαναφερθεισών δαπανών που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση και λειτουργικότητα της οικίας αυτής. Με βάση τις ως άνω οικονομικές δυνατότητες των γονέων του ενάγοντος και τις εν γένει περιστάσεις η κατά μήνα διατροφή του ενάγοντος πρέπει να καθοριστεί: α) στο ποσόν των 30.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από την επίδοση στον πρώτο εναγόμενο της από 27-1-1986 αγωγής που άσκησε η μητέρα του ενάγοντος για λογαριασμό του μέχρι την 31-8-1995, οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 18-7-1995 αίτηση για την επιδίκαση προσωρινής διατροφής, β) στο ποσόν των 50.000 δρχ. για το από την 1-9-1995 μέχρι και την 31-12-1999 χρονικό διάστημα και γ) στο ποσόν των 80.000 δρχ. για το μετέπειτα μέχρι την ενηλικίωση του (20-1-2003) χρονικό διάστημα. Τα ποσά αυτά είναι ανάλογα με τις ανάγκες του ενάγοντος, όπως αυτές προέκυψαν από τις συνθήκες της ζωής του και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, συντήρηση και εκπαίδευση του. Από το ποσά αυτά ο πρώτος εναγόμενος ήταν σε θέση να καταβάλει τα ποσά των 20.000 δρχ., 30.000 και 55.000 δρχ. αντίστοιχα, μηνιαίως, χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή ή άλλου προσώπου που ήταν υποχρεωμένος να διατρέφει. Κατά τα υπόλοιπα ποσά των 15.000 δρχ., 20.000 και 25.000 δρχ. το μήνα συμμετείχε και η μητέρα του με παροχή στέγης σ' αυτόν καθώς και της προσφοράς της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για τη περιποίηση και τη φροντίδα του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα, όπως και με μέρος από τα εισοδήματά της από την εργασία της. Με τις αρ. 20081/1986 και 24313/1995 αποφάσεις που εκδόθηκαν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει προσωρινή διατροφή στον ενάγοντα 10.000 δρχ. το μήνα με την πρώτη απόφαση και 16.000 δρχ. το μήνα με τη δεύτερη. Τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά είναι κατά πολύ μικρότερα εκείνων που δέχεται το Δικαστήριο τούτο ότι εδικαιούτο ο ενάγων, για το λόγο ότι επιδικάστηκαν ως εύλογη και όχι ως πλήρης διατροφή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1502 του ΑΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε εξοφλήσει όλα τα ποσά που επιδικάστηκαν με τις ως άνω αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, όπως προκύπτει και από τις αποδείξεις που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος αυτός, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και επιπλέον δέχονται και οι μάρτυρες του ενάγοντος. Επομένως τα καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει να αφαιρεθούν από τα οφειλόμενα από τον πρώτο εναγόμενο κατά παραδοχή της ένστασης του περί εξοφλήσεως, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτων ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα: α) για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της πρώτης αγωγής (27-6-1986 βλ. επισημείωση του δικαστ. Επιμελητή επί του σώματος αυτής), οπότε περιήλθε έκτοτε ο α' εναγόμενος σε υπερημερία μέχρι και την 31-8-1995, δηλαδή για χρονικό διάστημα 9 ετών και 2 μηνών ή συνολικά 110 μηνών το ποσόν των 10.000 δρχ. κατά μήνα (20.000-10.000) καταβλητέο εντός των πρώτων πέντε ημερών εκάστου μηνός και συνολικά το ποσόν των 1.100.000 δρχ. (110 μην. Χ 10.000) και σε ευρώ 3.228,17, β) για το χρονικό διάστημα από 1-9-1995 μέχρι την 31-12-1999 το ποσό των 14.000 δρχ. το μήνα (30.000 - 16.000), καταβλητέο εντός των πρώτων 5 ημερών εκάστου μηνός και για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα των 4 ετών και 4 μηνών ή 52 μηνών το ποσόν των 728.000 δρχ. (52 μήν. Χ 14.000) και σε ευρώ 2.136,46, γ) για το τρίτο και τελευταίο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι την 20-1-2003 (ενηλικίωση του ενάγοντα) 39.000 δρχ. το μήνα (55.000 - 16.000) καταβλητέο εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών εκάστου μηνός και συνολικά για 3 έτη ή 36 μήνες και 20 ημέρες το συνολικό ποσό των 1.432.000 δρχ. (36 μήνες Χ 14.000 +20/30 ημέρες) και σε ευρώ 4.202,49. Δηλαδή, συνολικά ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 3.260.000 δρχ. που αντιστοιχεί σε 9.567,12 ευρώ. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι οι οποίοι είναι γονείς του πρώτου, δεν έχουν υποχρέωση καταβολής διατροφής στον ενάγοντα (εγγονό τους) αφού όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος εναγόμενος (φυσικός πατέρας) έχει την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για τη διατροφή του ενάγοντος (τέκνου του) και επομένως δεν γεννάται αξίωση και κατ' αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1492 του ΑΚ. Κατά συνέπεια η αγωγή ως προς αυτούς (β' και γ') είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Η περί παραγραφής ένσταση του πρώτου εναγομένου είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται το χρονικό σημείο της αφετηρίας της εν λόγω παραγραφής. Η με αρ. 1892/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των ως άνω αγωγών δεν είναι οριστική και η με αρ. 3 882/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, εκδόθηκε επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω μη οριστικής αποφάσεως, την οποία (έφεση) απέρριψε ως απαράδεκτη. Συνεπώς δεν δημιουργείται απαράδεκτο από τη συζήτηση των ανωτέρω αγωγών που επαναφέρονται με κλήση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως εντελώς αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει μερικά δεκτή η τρίτη από 20-5-2003 αγωγή, μόνον ως προς τον πρώτο εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 9.567,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους μηνιαία παροχή μέχρι την εξόφληση της, όπως ανωτέρω. Το αίτημα για την καταβολή τόκων επί των τόκων δεν είναι νόμιμο και πρέπει ν' απορριφθεί εφόσον δεν έχει ασκηθεί προηγούμενη αγωγή για τη καταβολή τόκων επί των οποίων ζητούνται τόκοι (αρθρ. 296 ΑΚ)". Με την ως άνω απόφασή του το Εφετείο, με την οποία έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου φυσικού πατέρα του και απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα αγωγή αυτή κατά των δύο τελευταίων εναγομένων, φυσικών γονέων του πρώτου εναγομένου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1484, 1487, 1489, 1490, 1493, 346 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η ύπαρξη μεταξύ του εκτός γάμου γεννηθέντος αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου σχέσης τέκνου και γονέα αντιστοίχως, που αναγνωρίσθηκε με την 1428/2003 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 2) Η αδυναμία του αναιρεσείοντος να διατρέφει τον εαυτό του κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, δηλαδή από τη γέννησή του (20.1.1985) μέχρι την ενηλικίωσή του (21.1.2003), διότι δεν είχε περιουσία και αδυνατούσε να εργασθεί, όπως και η προσδιοριστική του μεγέθους της διατροφής του περιουσιακή κατάσταση των γονέων του. 3) Η υποχρέωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου να καταβάλει, διατροφή στον αναιρεσείοντα με βάση τα εισοδήματα από την εργασία του ενόψει της παράλληλης υποχρέωσης που είχε να καταβάλει διατροφή σε δύο ακόμη ανήλικα τέκνα του και της μικρότερης συνεισφοράς της μητέρας του αναιρεσείοντος, και 4) η οικονομική δυνατότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου να ανταποκριθεί στην ανωτέρω υποχρέωσή του, γεγονός που απέκλειε έτσι τη δυνατότητα ευδοκιμήσεως της αγωγής κατά των δύο τελευταίων επικουρικώς εναχθέντων αναιρεσιβλήτων. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος, έβδομος από το αναιρετήριο και πρώτος και τέταρτος από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήττεται η αξιολόγηση των αποδείξεων και η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και εν μέρει στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι γεννήθηκε υποχρέωση των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν για λογαριασμό του πρώτου από αυτούς τη διατροφή στον αναιρεσείοντα. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Με τον υπό στοιχεία 4, κατά το πρώτο μέρος του, από το κύριο δικόγραφο και τον δεύτερο από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 30.9.2004 δήλωση-ομολογία του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκαζε (σε άλλη υπόθεση) κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προέβαλε αδυναμία του να καταβάλει τη διατροφή του αναιρεσείοντος εξώγαμου τέκνου του και παρέλειψε να υποχρεώσει τους δύο λοιπούς αναιρεσιβλήτους (γονείς του πρώτου) στην καταβολή της διατροφής, λόγω ευπορίας τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος από το έτος 2000 φερόταν ως επιδοτούμενος από τα ταμεία ανεργίας, πλην όμως ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου - τεχνίτη μαρμάρων, κερδίζοντας κατά μέσο όρο 400.000 δραχμές μηνιαίως, ενώ η μητέρα του αναιρεσείοντος κατά τον ίδιο χρόνο κέρδιζε, ως έκτακτη υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού, 180.000 δραχμές το μήνα, ως αναγκαία δε δαπάνη διατροφής του τέκνου για τις επιμεριζόμενες με την αγωγή τρεις χρονικές περιόδους δέχθηκε τα ποσά των 30.000, 50.000 και 80.000 δραχμών μηνιαίως, από την κατανομή των οποίων μεταξύ των γονέων του αναιρεσείοντος υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο να καταβάλει ποσά 20.000, 30.000 και 55.000 δραχμών ανάλογα με τις δυνάμεις του. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα με εκείνα που συγκροτούσαν τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. υπό στοιχείο 4 κατά το πρώτο μέρος του από το αναιρετήριο και δεύτερος από το πρόσθετο δικόγραφο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για διατροφή του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και απέρριψε γι' αυτό την αγωγή έναντι των γονέων του δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, δεν άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος υπό στοιχείο 4 κατά το δεύτερο μέρος του, από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι και ο υπό στοιχείο 12 κατά το πρώτο μέρος του, ... από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο εξέλαβε ως μη επιδικασθείσα υπέρ του αναιρεσείοντος προκαταβλητέα δικαστική δαπάνη για την από 23.5.2003 αγωγή του, ενώ υπήρχε τέτοια δαπάνη 146 ευρώ, και ότι για τις αγωγές του 1987 και 1996 δέχθηκε (το Εφετείο) ότι προκατέβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος τη δικαστική δαπάνη, καθ' όσον στην πρώτη μεν περίπτωση δεν προσδιορίζεται το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος εκ του ότι ορίσθηκε προκαταβλητέα δαπάνη στην από 23-5-2003 αγωγή του, την οποία είχε τη δυνατότητα με εκτέλεση της σχετικής διατάξεως να εισπράξει, και στη δεύτερη περίπτωση η κρίση του Εφετείου για προκαταβολή της δαπάνης των αγωγών του 1987 και 1996 ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.), ενώ δεν συνδέεται με την προβολή ή μη συγκεκριμένου ισχυρισμού των διαδίκων. Επίσης απαράδεκτος είναι και ο τελευταίος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται παρερμηνεία του περιεχομένου της εν λόγω αγωγής, από διαγνωστικό λάθος ως προς τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ενόψει του ότι αντικείμενο της παραμόρφωσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., είναι μόνον αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφα και όχι διαδικαστικά έγγραφα της αυτής ή άλλης δίκης. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω (ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας) "δικαστική ομολογία" του πρώτου αναιρεσιβλήτου ότι στερείται εισοδημάτων, ώστε να κάνει δεκτή την αγωγή κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον η ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί, μόνον εφόσον συντελείται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή εντεταλμένου δικαστή (άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), προβαλλόμενη ως αναγνώριση δυσμενούς για τον ομολογούντα περιστατικού, κρίσιμου για τη θεμελίωση αγωγικού ισχυρισμού ή ενστάσεως του αντιδίκου του ομολογούντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση του Γ. Ν.-Π. με τους από 6-10-2011 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 5704/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 1484, 1487 επ. ΑΚ. Αγωγή διατροφής αναγνωρισθέντος εκουσίως ή δικαστικώς εξωγάμου ανηλίκου τέκνου και επικουρική εναγωγή των γονέων του κατά πρώτο λόγο εναγόμενου πατέρα του τέκνου. Προσδιορισμός της διατροφής του τέκνου με βάση τις δυνάμεις των γονέων του που είναι προσδιοριστικές και του μέτρου επιβάρυνσης καθενός από αυτούς. Απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης από αριθ. 1, 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Εφόσον δέχεται το Εφετείο ότι μπορούσε ο εναγόμενος πατέρας να ανταποκριθεί με τη μητέρα του τέκνου στις ανάγκες διατροφής τούτου ορθώς απορρίφθηκε η αγωγή κατά των επικουρικώς εναχθέντων γονέων του πατέρα του τέκνου.
null
null
0
Αριθμός 284/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Τ. Μ. (G. M.) του G., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Καρανάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.8.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2582/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνης της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 περ. α' του ΚΠολΔικ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Κατά δε τα άρθρα 57-59, 914 και 932 του ΑΚ επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επί πλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που εξειδικεύουν στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία έχει προσβληθεί παράνομα η προσωπικότητα του ενάγοντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στο αίτημα του συγκεκριμένου προσδιορισμού της αγωγικής αξίωσης. Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 25.8.2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Κατά το φθινόπωρο του 1998, η ηλικίας τότε 16 ετών ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, ρουμανικής καταγωγής, αφού παραπλανήθηκε από συμπατριώτη της, ονομαζόμενο C. M. ότι θα της εξασφάλιζε μετά την άφιξή της στην Ελλάδα εργασία σε εστιατόριο της περιοχής Βουλιαγμένης, παραλήφθηκε στο αυτοκίνητο ενός δευτέρου συμπατριώτη της (Φ.), και οδικώς δια μέσου Βουλγαρίας (αφού της αφαιρέθηκε εκεί από το συνοδό της το διαβατήριό της) εισήλθε στην Αθήνα και οδηγήθηκε χωρίς τη θέλησή της σε οίκο ανοχής (στη ... αρ. 39 στη Γλυφάδα), όπου την υποχρέωναν τα αναφερόμενα πρόσωπα, που ενεργούσαν κατ' εντολήν του εναγομένου (αναιρεσείοντος) να εκδίδεται και να ικανοποιεί τις γενετήσιες επιθυμίες ανδρών καθημερινά από ώρα 11.00 πρωινή έως 10.00' ή 11.00' βραδυνή, χωρίς να της καταβάλλετε ούτε μέρος των χρημάτων με το πρόσχημα ότι έπρεπε να εξοφλήσει τα έξοδα μεταφοράς της στην Ελλάδα, όπως το ίδιο υποχρέωναν και δύο άλλες συστεγαζόμενες με αυτή νεαρές, αλλοδαπές γυναίκες, μεταφέροντας επί πλέον αυτές και σε άλλες διευθύνσεις, (όπως Κεφαλληνίας 15 ή και σε άλλα σημεία και σπίτια) για να συνευρίσκονται ανεπιλέκτως με διάφορους άνδρες, η κατάσταση δε αυτή διήρκεσε μέχρι τις 10.10.1998, οπότε με τη βοήθεια ενός άνδρα Λιβανικής καταγωγής (του H. I.) δραπέτευσε και κατήγγειλε τον έχοντα την διεύθυνση της όλης επιχείρησης για την εκμετάλλευση αυτή και πλειάδας άλλων γυναικών εναγόμενο με τους συνεργούς του. Γι' αυτό ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της, που συνιστά και αδικοπραξία, το ποσό των 900.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ αναγκαία για το ορισμένο αυτής περιστατικά, τα οποία, υποτιθέμενα αληθή, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανά να επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και έτσι δικαιολογείται το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της. Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι επουσιώδεις ισχυρισμοί οι θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης ή επαναλήψεως της συζητήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και επανεξέταση των μαρτύρων (ΑΠ 1084/1993). Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης λόγω αναιρέσεως της καταδικαστικής ως προς αυτόν αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση αυτού, είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.ΑΠ 2/2008). Η προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλομένου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 1166/2009), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 79/2010). Στην κρινόμενη υπόθεση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο (ήδη αναιρεσείων) εναγόμενος, ο οποίος εμφανιζόταν να διατηρεί το διαφημιστικό γραφείο "Libi S.A." με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, διατηρούσε κρυφά, σε διάφορα σημεία της Αθήνας και των γύρω από αυτή δήμων, οίκους ανοχής, στους οποίους, από κοινού με άλλους υπό τις εντολές αυτού συνεργούς του, διακινούσε νεαρές γυναίκες από διάφορες χώρες των Βαλκανίων και τις προωθούσε στην πορνεία εισπράττοντας και τις σχετικές αμοιβές, στις παράνομες δε αυτές δραστηριότητές του ενεπλάκη χωρίς τη θέλησή της η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία γεννήθηκε στις 30.5.1982, στην πόλη Μποτοσάν της Ρουμανίας, όπου διαβιούσε με τη μητέρα της και το σύζυγο της τελευταίας μέχρι το έτος 1998. Το φθινόπωρο του έτους 1998, ο συμπατριώτης της ενάγουσας C. M., σε συνεννόηση με συνεργούς του εναγομένου, την έπεισε, με την ψευδή διαβεβαίωση ότι θα της εξασφάλιζε εργασία σε εστιατόριο των Αθηνών, να έρθει στην Αθήνα, παραδίδοντας αυτή για τη μεταφορά της στον Ρουμάνο F. C. A., ο οποίος οδικώς, μαζί με άλλα 4 άτομα, εκ των οποίων δυο νέες γυναίκες (μια ανήλικη και μια ενήλικη) τη μετέφερε με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στη Σόφια Βουλγαρίας, από όπου με κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως με λεωφορείο στην Αθήνα, αφού μετά τη διέλευση από τα Ελληνικά σύνορα και τη θεώρηση του διαβατηρίου της αφαιρέθηκε τούτο από την κατοχή της από το συνοδό της (F.). Στην Αθήνα αφού διανυκτέρευσε στο σπίτι του τελευταίου, όπου διέμενε και ο αλβανός υπήκοος Η. Τ., εμφανίσθηκε ενώπιόν της μια 18ετής ρουμάνα, ονομαζόμενη V., η οποία εξήγησε στην ενάγουσα ότι την προόριζε το "κύκλωμα" να δουλέψουν οι τρεις γυναίκες μαζί σε οίκο ανοχής, ότι κάθε αντίσταση θα ήταν μάταιη διότι ήταν σε διαρκή επιτήρηση και θα την κακοποιούσαν και ότι το "κύκλωμα" ήταν υπό την προστασία αστυνομικών. Την επομένη μεταφέρθηκε η ενάγουσα μαζί με τις άλλες δυο γυναίκες, που συνταξίδευσαν από τη Ρουμανία, στο ξενοδοχείο "Μιραμάρε" στη Γλυφάδα, όπου διέμενα φυλασσόμενες από τον F. και τον Η. Τ., μέλη του "κυκλώματος" του εναγομένου, οι οποίοι κάθε πρωί τις μετέφεραν σε χώρο που εμφανιζόταν ως "στούντιο μασάζ", ήταν όμως οίκος ανοχής, βρισκόταν στη ... αρ. 39 στη Γλυφάδα, απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα Αλλοδαπών και ανήκε στον εναγόμενο, καταλάμβανε δυο ορόφους, είχε ειδικό εξοπλισμό, κάμερα στον ανελκυστήρα και θύρες απευθείας εισόδου στα διαμερίσματα, με υπεύθυνη την Μ. Ι.-Ζ.. Στο χώρο αυτό ο εναγόμενος, δια μέσου των προαναφερομένων συνεργών του εξανάγκασε την ενάγουσα να εκδίδεται, παρά τη θέλησή της, και να ικανοποιεί τις γενετήσιες επιθυμίες αδιακρίτως όλων των προσερχομένων ανδρών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, υπό τις απειλές ξυλοδαρμού της, καθημερινά από ώρα 11.00' έως 22.00'-23.00', ενώ τα χρήματα που εισέπραττε η υπεύθυνη τα κατέβαλε στον εναγόμενο δια μέσου του πολωνού L. E. T., χωρίς να τις αποδίδεται κανένα μέρος από αυτά με το πρόσχημα ότι έπρεπε να εξοφληθούν τα έξοδα του ταξιδιού της. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 1998, οπότε η ενάγουσα ήλθε σε συνεννόηση με τον ένοικο του ξενοδοχείου Μιραμάρε, όπου διανυκτέρευε, I. H., ο οποίος κατανοώντας την κατάστασή της τη βοήθησε να διαφύγει και δια μέσου του δημοσιογράφου Ε. Τ. παρουσιάσθηκαν σε τηλεοπτική εκπομπή του τα ανωτέρω γεγονότα και στις 14.10.1998 επενέβη η Δ/νση Προστασίας Ανηλίκων της Ελληνικής Αστυνομίας. Σε βάρος του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για αρπαγή ανηλίκου και μαστρωπεία, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση για το κακούργημα της αρπαγής ανηλίκου κατά συρροή σε κάθειρξη 9 (7+7) ετών (ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για το πλημμέλημα της μαστρωπείας λόγω παραγραφής του), η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε και δεν είχε επανεκδικασθεί η υπόθεση, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδείκνυαν τη συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων, στην εκμετάλλευση του οίκου ανοχής της ... αρ.39, καταλήγει: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, από τις κατά τα άνω, άδικες πράξεις του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί συνολικό ποσό € 300.000. Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και, συγκεκριμένα, αφού ληφθούν υπόψη, ο βαθμός του πταίσματος του εναγομένου, το είδος και ο βαθμός της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας από την ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγομένου, η έκταση της βλάβης αυτής, δεδομένου ότι, μετά από τα ανωτέρω περιστατικά, η ενάγουσα παρουσίασε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, δεν μπορεί να εργασθεί και αποφεύγει την επικοινωνία με κόσμο και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των € 200.000, για χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της, έσφαλε και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αυτή υποστηρίζει ότι πρέπει να της επιδικασθεί ολόκληρο το ποσό που ζήτησε με την αγωγή της, πρέπει να γίνει δεκτός, ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμος". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την (αντ)έφεση του αναιρεσείοντος, κάνοντας κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης (για μεγαλύτερο από την πρωτόδικη χρηματικό ποσό) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 299, 914 και 932 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, σ'αυτόν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφού αναφέρεται: 1) Η χωρίς συγκατάθεση της ανήλικης (16ετούς) αναιρεσίβλητης, με απατηλό τρόπο από τον αναιρεσείοντα ως ιθύνοντα νου, δια μέσου συνεργών του, υποστήριξη της διαφυγής της από τη δικαιούμενη τότε να μεριμνήσει για το πρόσωπό της, λόγω ανηλικότητάς της, μητέρα της, με σκοπό να τη μεταχειρισθεί σε ανήθικες ασχολίες, η μεταφορά της για το σκοπό αυτό από τη Ρουμανία στην Ελλάδα, η εγκατάστασή της σε οίκο ανοχής, παρά την εναντίωσή της και ο εξαναγκασμός της να εκδίδεται ικανοποιώντας ανεπιλέκτως τις προβαλλόμενες γενετήσιες επιθυμίες των υποδεικνυομένων σ' αυτήν ανδρών επί 11-12 ώρες καθημερινά, χωρίς κανένα μάλιστα οικονομικό αντάλλαγμα, πέραν των εξόδων διαμονής και διατροφής της, για χρονικό διάστημα 15 περίπου ημερών. 2)Η με τον τρόπο αυτό επέμβαση από τον αναιρεσείοντα στη σφαίρα της γενετήσιας ελευθερίας της αναιρεσίβλητης και η οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής της, με δυσμενή επακόλουθα στην ψυχική της υγεία, την τιμή και την υπόληψή της ως μερικότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς της. 3) Η εν όψει των συνθηκών αρπαγής της ανήλικης αναιρεσίβλητης από την επιμέλεια της μητέρας της και προώθησής της στην πορνεία, της ηλικίας της (16 ετών και 5 μηνών), της χρονικής διάρκειας και συχνότητας εκμετάλλευσής της, των συνεπειών της για την ψυχική υγεία, την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, θεμελίωση δικαιώματος εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης λόγω προσβολή της προσωπικότητάς της. Τα ως άνω περιστατικά, τα οποία περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας κατά τη διατύπωση του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ως προς το επιδικαστέο ποσό χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, η δε αξιολόγηση καθενός από αυτά κρίνεται με ελεύθερη απόδειξη, χωρίς να απαιτείται ειδικά για την οικονομική κατάσταση των μερών προσδιορισμός της περιουσίας και των εισοδημάτων τους. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-9-2010 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 2582/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 57 - 59 932 ΑΚ. Προσβολή προσωπικότητας λόγω προώθησης 16ετούς αλλοδαπής στην πορνεία. Ορισμένο της αγωγής. Επαρκείς αιτιολογίες αποφάσεως Εφετείου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από άρθρο 559 αρ. 14, 1, 19, 8 Κ.Πολ.Δικ.
null
null
0
Αριθμός 285/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημητρίου Τίγγα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Τ. ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα το Κιάτο Κορινθίας, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. Γ. Τ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μεγάλη. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χρυσίνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.11.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 264/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4.10.2011 αίτησή τους ως και τους από 4.10.2011 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ. Δικ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών από το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ. β' και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.ΑΠ 2/2008). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΑΠ 50/2002, 831/2005). Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία νια την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 1166/2009), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 79/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367), για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, εκτός αν περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή άλλου. Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος στην προσωπικότητά του (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της ενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ.1 (ΑΠ 1573/2005). Λαμβανομένου υπόψη όμως ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (ΑΠ 1395/2005, 1653/1983, 825/2002, 780/2004). Τέλος με το άρθρο μόνο § 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου, ευθύνεται δε εκείνος πάντοτε κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 του ΠΚ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικής αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του με δημοσίευμα σε εκδιδόμενη από την πρώτη αναιρεσείουσα εφημερίδα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια της μηνιαίας τοπικής εφημερίδας με το διακριτικό τίτλο "ΣΙΚΥΩΝΑ", που εκδίδεται στο νομό Κορινθίας, κυκλοφορεί κυρίως στην περιοχή του Κιάτου αλλά και σε ολόκληρο το νομό και αποστέλλεται ταχυδρομικά και στην Αθήνα, σε συνδρομητές καταγόμενους από την περιοχή αυτή, ο δε δεύτερος εναγόμενος είναι εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας. Στο υπ' αρ. 60 φύλλο μηνός Αυγούστου του έτους 2003 της πιο πάνω εφημερίδας, δημοσιεύθηκε για τον ενάγοντα, ο οποίος υπηρέτησε στη θέση του Διοικητή του αστυνομικού τμήματος Κιάτου Κορινθίας από το έτος 1996 έως την 10-8-2003, οπότε και μετατέθηκε στο αστυνομικό τμήμα Κορίνθου, δημοσίευμα με τίτλο "Α.Τ. Κιάτου. Καληνύχτα κύριε διοικητά. Καλημέρα κύριε διοικητά" όπου αναγράφονται τα εξής: "Μετά από μια εξάχρονη θητεία στο ΑΤ Κιάτου, ο αστυνόμος Τ. Χ. μετετέθη αφήνοντας πίσω του ένα πραγματικά δυσαναπλήρωτο κενό. Το κενό της ανυπαρξίας, των μειωμένων ικανοτήτων του στη διοίκηση και του ελλείμματος στην αστυνόμευση. Πρωταθλητής στην εισπρακτική λογική και στις κλήσεις (κράνη-ζώνες-αλκοτέστ), ουσιώδης στα μικρά και ασήμαντα, πιστεύοντας ότι η εξέλιξη είναι ανάλογη της ποσότητας. Η λέξη πρόληψη, δημόσιες σχέσεις και ποιότητα, άγνωστες γι' αυτόν. Φεύγοντας είναι ζήτημα, αν το 5% του τοπικού πληθυσμού τον ήξερε. Η εφημερίδα μας φρόντισε όμως αρκετά συχνά να τον γνωρίσει η τοπική κοινωνία. Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του γραφείου του, πίστευε ότι θα έλυνε τα προβλήματα της τάξης και ασφάλειας του πολίτη μετρώντας τις ώρες να φύγει. Στα μεγάλα και σημαντικά ουραγός, πολύ πίσω από το μέγεθος των περιστάσεων. Μια μεγάλη ληστεία ανεξιχνίαστη (της Εθνικής Τράπεζας), μια δολοφονία που την βάφτισε αυτοκτονία, έχοντας τεράστια ευθύνη για τις εγκληματικές παραλείψεις και ερασιτεχνισμούς του και ένα Υποδιοικητή, που ενώ έγδερνε επί πενταετία όλη τη Δυτική Κορινθία και ενώ βοούσε όλος ο τόπος, ο μοναδικός που δεν έχει πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε, ήταν ο Χ. Τ.. Τέτοια αστυνομικά δαιμόνια να τα χαίρεται η ΕΛ.ΑΣ. Η μικρή και μεσαία εγκληματικότητα και η παραβατικότητα στο Κιάτο τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί, τα ναρκωτικά, ιδίως στην νεολαία, βρίθουν, αποτέλεσμα της λειψής αστυνόμευσης και των ανύπαρκτων μέτρων. Καλημέρα λοιπόν κ. Διοικητά (Τ. Σ.). Θα πρέπει να - καταβάλλετε μεγάλες προσπάθειες για να ανατρέψετε τα κακώς κείμενα. Κύριε Διοικητά (Χ. Τ.). Σου ευχόμαστε Καλή νύχτα. Γ.Θ.". Παράλληλα με το κείμενο, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύθηκε και φωτογραφία του ενάγοντος αστυνομικού, ένστολου. Με το δημοσίευμα αυτό, ο ενάγων εμφανίζεται ότι ως αστυνομικός - Διοικητής του ΑΤ Κιάτου, α) ήταν ανεπαρκής σε τέτοιο βαθμό ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, ώστε μετά από την εξάχρονη θητεία του στην ως άνω θέση, είναι πολύ δύσκολο να ευρεθεί στο μέλλον άλλος Διοικητής στο ίδιο ΑΤ με τόσο μεγάλη υπηρεσιακή ανεπάρκεια, δηλαδή με τόσο μειωμένες ικανότητες στη διοίκηση και με τέτοια έλλειψη αστυνόμευσης (φράση: Μετά από μια εξάχρονη θητεία στο ΑΤ Κιάτου, ο αστυνόμος Τ. Χ. μετετέθη αφήνοντας πίσω του ένα πραγματικά δυσαναπλήρωτο κενό. Το κενό της ανυπαρξίας, των μειωμένων ικανοτήτων του στη διοίκηση και του ελλείμματος στην αστυνόμευση) και β) έδινε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση ζητημάτων ήσσονος σημασίας, όπως είναι οι κλήσεις για κράνη και ζώνες ασφαλείας και η διενέργεια αλκοτέστ και αδιαφορούσε για τα ζητήματα μείζονος σπουδαιότητας, όπως είναι η πρόληψη της σοβαρής εγκληματικότητας (φράση: Πρωταθλητής στην εισπρακτική λογική και στις κλήσεις (κράνη-ζώνες-αλκοτέστ), ουσιώδης στα μικρά και ασήμαντα, πιστεύοντας ότι η εξέλιξη είναι ανάλογη της ποσότητας). Η λέξη πρόληψη, δημόσιες σχέσεις και ποιότητα, άγνωστες γι' αυτόν. Φεύγοντας είναι ζήτημα αν το 5% του τοπικού πληθυσμού τον ήξερε. Η εφημερίδα μας φρόντισε όμως αρκετά συχνά να τον γνωρίσει η τοπική κοινωνία. Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του γραφείου του, πίστευε ότι θα έλυνε τα προβλήματα της τάξης και ασφάλειας του πολίτη μετρώντας τις ώρες να φύγει. Στα μεγάλα και σημαντικά ουραγός, πολύ πίσω από το μέγεθος των περιστάσεων. Για την αιτιολόγηση των προαναφερόμενων μειωτικών για το πρόσωπο του ενάγοντος χαρακτηρισμών, το δημοσίευμα αναφέρθηκε σε μια ληστεία που δεν εξιχνιάστηκε, σε μια δολοφονία που ο ενάγων θεώρησε ως αυτοκτονία και σε έναν Υποδιοικητή που "έγδερνε" επί πενταετία τη Δυτική Κορινθία, χωρίς ο ενάγων να έχει αντιληφθεί τι συνέβαινε. Τα παραπάνω, όμως, ήταν ψευδή γιατί α) καθόσον αφορά τη ληστεία στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Κιάτου, συνέβη την 20-8-2001, δηλαδή σε ημέρα που ο ενάγων βρισκόταν σε νόμιμη υπηρεσιακή άδεια και είχε αναπληρωθεί νόμιμα (βλ. τα υπ' αρ. πρωτοκόλλου 220470/10/14-α/10-8-2001 και 220470/10/14-δ/27-8-2001 υπηρεσιακά αντίγραφα του ΑΤ Κιάτου), β) καθόσον αφορά τη δολοφονία που, κατά το δημοσίευμα, ο ενάγων θεώρησε ως αυτοκτονία, αυτό συνέβη το μήνα Μάρτιο του έτους 2000 και ναι μεν το ΜΟΔ Σπάρτης με την υπ αρ. 49, 56, 71, 72/2008 και 12, 16, 17, 18, 26, 27, 28, 31-41/2009 απόφασή του κήρυξε τελικά ένοχο τον Κ. Χ. για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του πιο πάνω θανόντος και του επέβαλε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης είκοσι (20) ετών, όμως η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά από αναίρεση (με την υπ αρ. 1441/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου) της αρχικής, υπ' αρ. 57-77/2005 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία ο παραπάνω είχε αθωωθεί για την ίδια πράξη και, γενικά, όλες οι αρχικές ενδείξεις συνηγορούσαν υπέρ της άποψης ότι μάλλον επρόκειτο περί αυτοκτονίας, αφού ο θανών Θ. Γ. είχε βρεθεί αιωρούμενος από ένα σχοινί, στο χώρο αυτό υπήρχε και ένα ιδιόχειρο σημείωμα που ενίσχυε την άποψη περί αυτοκτονίας, η από 14-3-2000 ιατροδικαστική έκθεση των ιατρών Ι. Α. και Χ. Π. ανέφερε ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα απαγχονισμού και η περίδεση των χεριών του φαινόταν ότι έγινε από τον ίδιο τον θανόντα, μεταγενέστερη ιατροδικαστική έκθεση, που διενεργήθηκε κατόπιν νέας νεκροψίας-νεκροτομής, ύστερα από αίτηση της θυγατέρας του θανόντος, είχε μεν αποφανθεί ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια αλλά με άριστα σκηνοθετημένη προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος και πλήρους αποπροσανατολισμού των ανακριτικών αρχών, η έγκληση της θυγατέρας του θανόντος για παραλείψεις του ενάγοντος και άλλων αστυνομικών, κατά την προανάκριση της εν λόγω υπόθεσης, είχε απορριφθεί με την υπ' αρ. Δ02/31/11-10-2002 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, σε κάθε δε περίπτωση και ανεξάρτητα από το ότι ο ενάγων, ως αστυνομικός - προανακριτικός υπάλληλος, δεν είχε καθοριστικό ρόλο για την εξιχνίαση της υπόθεσης και για το τελικό συμπέρασμα σχετικά με το τι πράγματι συνέβη αφού μετά από την αστυνομική αρχή, επιλήφθηκαν οι αρμόδιες δικαστικές (ανακριτικές) αρχές, οι τελευταίες, κατά το χρόνο δημοσίευσης του επίμαχου δημοσιεύματος, δεν είχαν αποφανθεί ούτε καν οριστικά για το αν επρόκειτο για δολοφονία ή αυτοκτονία και γ) καθόσον αφορά τον Υποδιοικητή που, κατά το δημοσίευμα, "έγδερνε" επί πενταετία τη Δυτική Κορινθία χωρίς ο ενάγων να το έχει αντιληφθεί, ο τελευταίος διενήργησε ΕΔΕ (Ένορκη Διοικητική Εξέταση) μετά το πέρας της οποίας ο Υποδιοικητής αποπέμφθηκε από την αστυνομία. Περαιτέρω, πλην του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκαν γεγονότα ή άλλες ενέργειες του ενάγοντος που να φανερώνουν μειωμένες διοικητικές ικανότητες και υπηρεσιακή ανεπάρκεια, όπως δηλαδή του απέδωσαν οι εναγόμενοι με το επίμαχο δημοσίευμα, οι τελευταίοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των πιο πάνω (υπό α έως γ) αναφερόμενων, τα οποία, εκτός από αναληθή, ήταν και εντελώς αόριστα, χωρίς δηλαδή καμιά αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προέκυπταν τα αντίθετα, δηλαδή ότι κατά τη διάπραξη της ληστείας ο ενάγων βρισκόταν σε υπηρεσία και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένος να ασχοληθεί με την εξιχνίασή της ή ότι ο θάνατος του προαναφερθέντος προσώπου προήλθε από δολοφονία ή ότι δεν ενήργησε τα δέοντα για την αποπομπή του Υποδιοικητή, προσβάλλουν δε καταφανώς την τιμή και υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, ως αστυνομικού αλλά και ως μέλους της τοπικής κοινωνίας του Κιάτου, αφού σκιαγραφούν μια εντελώς αρνητική για αυτόν εικόνα και αμφισβητούν την υπηρεσιακή του αξία, αποδίδοντάς του την ικανότητα να ασχολείται και να φέρνει σε πέρας μόνο παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και ανικανότητα για να αντιμετωπίζει τις λοιπές (σοβαρές) εγκληματικές πράξεις. Ειδικότερα, οι λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποίησε ο συντάκτης κειμένου, είχαν σημείο αναφοράς και αποκλειστικό στόχο το πρόσωπο του ενάγοντος και ήταν πρόσφορες να βλάψουν, όπως και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του ως αστυνομικού, ολόκληρο δε το κείμενο ενείχε, κατά την αντικειμενική του εκτίμηση, το στοιχείο της συκοφαντικής δυσφήμισης, της εξύβρισης, του χλευασμού και της σπίλωσης της επαγγελματικής ύπαρξης και της προσωπικής υπόστασης του ενάγοντος, παρουσιάζοντάς τον ως υπηρεσιακώς ανεπαρκή αστυνομικό. Από όσα προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι το δημοσίευμα δεν συντάχθηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, γιατί ο συντάκτης του κειμένου ξέφυγε εντελώς από το δημοσιογραφικό έργο που είναι η ενημέρωση του κοινού και η κριτική των δρώμενων, αφού με το ανωτέρω κείμενο ούτε προσέφερε κάποια είδηση στο αναγνωστικό κοινό (σημειωτέον ότι το δημοσίευμα έλαβε χώρα δύο και πλέον έτη μετά τη ληστεία και τρία και πλέον έτη μετά το συμβάν του θανάτου αλλά και χωρίς να προηγηθεί κάποια δήλωση ή εξήγηση του ενάγοντος για τα καταμαρτυρούμενα σ' αυτόν ή, έστω, να ζητηθεί η άποψή του) ούτε σχολίασε κάποιο θέμα, διατυπώνοντας τις σκέψεις του και το δημοσιογραφικό του ενδιαφέρον γι' αυτό, αλλά μοναδικό σκοπό είχε να θίξει τον ενάγοντα, ως φορέα της συγκεκριμένης ιδιότητας, εφόσον μπορούσε και όφειλε, αν ήθελε να του ασκήσει απλώς κριτική, να χρησιμοποιήσει λέξεις και φράσεις ευπρεπείς και ηπιότερες, ενόψει της επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης του ενάγοντος και όχι τις αναφερθείσες που ήταν ιδιαίτερα μειωτικές και οι οποίες δεν ήταν ούτε αναγκαίες ούτε αντικειμενικά επιβεβλημένες ούτε, τέλος, εξασφάλιζαν την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας. Συνεπώς, υπήρξε ενσυνείδητη υπέρβαση του δημοσιογραφικού καθήκοντος, με άμεσο στόχο την προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με τη διατύπωση των οξέων και δυσμενών χαρακτηρισμών, δεν αίρεται δε ο άδικος χαρακτήρας των σχετικών δυσφημιστικών και εξυβριστικών φράσεων και λέξεων του επίμαχου δημοσιεύματος, καθώς και η παρανομία ως συστατικό στοιχείο θεμελίωσης υπέρ του ενάγοντος αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και από παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός - καταλυτική ένσταση των σχετικών αξιώσεων του ενάγοντος - του άρθρου 367 ΠΚ, ο οποίος παραδεκτά προβλήθηκε από τους εναγομένους - εκκαλούντες. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι με το ως άνω δημοσιευθέν κείμενο προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη και η εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, συνεπώς, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, πρέπει να του επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, εν όψει του είδους και της έκτασης της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και όλων γενικά των συνθηκών, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 60.000 ευρώ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς, ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ 363 και 367 του ΠΚ, κατά το μέρος που στήριξε την κρίση του για το επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του σε συκοφαντική δυσφήμησή του. Ειδικότερα, ως προς τα αναφερόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα τρία κρίσιμα γεγονότα (παραλείψεις του αναιρεσιβλήτου ως Διευθυντή του Αστυνομικού Τμήματος Κιάτου Κορινθίας) σχετικά με: "α) μια μεγάλη ληστεία ανεξιχνίαστη (της Εθνικής Τράπεζας), β) μια δολοφονία (του Θ. Γ.) που βάφτισε αυτοκτονία, έχοντας τεράστια ευθύνη για τις εγκληματικές παραλείψεις και τους ερασιτεχνισμούς του και γ) ένα Υποδιοικητή, που έγδερνε επί πενταετία όλη τη Δυτική Κορινθία και ενώ βοούσε όλος ο τόπος, ο μοναδικός που δεν είχε πάρει χαμπάρι ήταν ο Χ.Τ. (αναιρεσίβλητος)", ενώ κατά την αντικειμενική τους υπόσταση δεν ετέθησαν υπό αμφισβήτηση και δεν αναφέρεται αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι εξιχνίασε τη ληστεία, ότι δεν χαρακτήρισε ως αυτοκτονία ο αναιρεσίβλητος τη δολοφονία του Θ. Γ. από τον μετέπειτα (μετά από αναίρεση της αθωωτικής απόφασης) αμετακλήτως καταδικασθέντα σε 20ετή κάθειρξη Κ. Χ. και ότι ο υπηρεσιακώς υφιστάμενος του αναιρεσιβλήτου δεν είχε κοινώς γνωστή έκνομη υπηρεσιακή διαγωγή στη Δυτική Κορινθία: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία εστιάζει στα γεγονότα αυτά την κρίση του (το Εφετείο) για αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση συκοφαντικής δυσφημήσεως του αναιρεσιβλήτου με το δημοσίευμα των αναιρεσειόντων, χωρίς προηγουμένως να έχει δεχθεί ότι τα αναφερόμενα γεγονότα δεν ανταποκρίνονται ολικά ή εν μέρει στην αλήθεια. 2)Με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία επίσης δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την προανάκριση δεν είχε ενδείξεις δολοφονίας του Θ. Γ., ενώ αυτός βρέθηκε απαγχονισμένος, αιωρούμενος από σχοινί, αλλά με δεμένα τα χέρια του, πράγμα το οποίο ως (υποθετικό) αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής είναι δυσχερές και ασύνηθες, ενώ αντιθέτως είναι σαφώς ενδεικτικό εξωτερικού καταναγκασμού με αντικειμενική θεώρηση από τον μέσης συνέσεως κοινωνικό άνθρωπο. 3) Με ασαφή αιτιολογία κρίνει ως επαρκή απόδειξη επιμελούς εκπλήρωσης του υπηρεσιακού καθήκοντος του αναιρεσιβλήτου το ότι διενήργησε Ε.Δ.Ε., μετά το πέρας της οποίας ο Υποδιοικητής του ΑΤ Κιάτου απομακρύνθηκε από την Αστυνομία, χωρίς να αναφέρει, γιατί καθυστέρησε πέντε έτη να αντιληφθεί την κατ' εξακολούθηση, κοινώς γνωστή στην τοπική κοινωνία Κιάτου Κορινθίας, έκνομη υπηρεσιακή διαγωγή του εν λόγω Υποδιοικητή. 4) Με ασαφή αιτιολογία δέχεται τη μη ύπαρξη ευθύνης του αναιρεσιβλήτου για τη μη εξιχνίαση της ληστείας (σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας) από μόνο το γεγονός της δικαιολογημένης απουσίας του κατά την ημέρα της ληστείας, χωρίς να αναφέρει γιατί ως Διοικητικής του Αστυνομικού Τμήματος Κιάτου εμποδιζόταν μετά την επιστροφή του στην υπηρεσία να συμβάλει στην εξιχνίαση της ληστείας. Περαιτέρω κατά το μέρος που αναφέρεται ότι το επίμαχο δημοσίευμα περιέχει υπέρβαση της από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον πληροφόρησης του κοινού επιτρεπόμενης θεμιτής κριτικής, των ασκούντων δημόσιο λειτούργημα, δεν καθίσταται σαφές ποιες φράσεις από το ως άνω δημοσίευμα δεν ήταν πραγματικά αναγκαίες, για να αποδοθεί η σκέψη του συντάκτη του δημοσιεύματος, τις οποίες εν γνώσει του χρησιμοποίησε, για να προσβάλει την τιμή του αναιρεσιβλήτου. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 54/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 264/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 57, 59, 932 ΑΚ. Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα στον τύπο που αφορά κριτική πράξεων Αστυνομικού Δ/ντή. Ανεπαρκής αιτιολογία, εφόσον: α) δεν αναφέρεται ότι τα περιστατικά που χαρακτηρίζονται ως συκοφαντική δυσφήμιση ήταν ψευδή (αντίθετα παρίστανται στον πυρήνα τους ως αληθή), β) Αποδίδεται σκοπός εξυβρίσεως με τις εκφράσεις που χρησιμοποίησε το δημοσίευμα, χωρίς να αναφέρεται ποιες ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν. Βάσιμος αναιρετικός λόγος άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
null
null
2
Αριθμός 289/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Σ. Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο.Ε", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13950/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1330/2000 προδικαστική, 356/2008 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Αυγούστου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 76905/14-4-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 335 του Κ.Πολ.Δ., 173 και 200 του ΑΚ, συνάγεται ότι αντικείμενο αποδείξεως δεν μπορεί να είναι η έννοια δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου αυτής, γιατί δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά η έννοια αυτή εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, που διαπιστώνει με ερμηνεία του περιεχομένου της, η οποία γίνεται κυριαρχικά από αυτό, την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή να υποχρεούται να διατάξει γι' αυτούς απόδειξη (ΑΠ 176/1973, 225/1972). Το δικαστήριο, αν διαγνώσει στη δικαιοπραξία την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, έστω και έμμεσα, οφείλει να προσφύγει στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (Ολ. ΑΠ 324/1978, 590/1968). Δεν υποχρεούται όμως να τάσσει κατ' αρχήν αποδείξεις, ενόψει του ότι την καλή πίστη, που είναι νομική έννοια, κατέχει ο δικαστής από τις γενικές γνώσεις του και μόνο αν προτείνονται ειδικά συναλλακτικά ήθη πρέπει να καθίστανται αυτά αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 225/1972). Πάντως σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο οδηγείται στην ερμηνεία ασαφούς δικαιοπραξίας μπορεί, και αν ακόμη δεν συντρέχει λόγος να ταχθούν αποδείξεις για τα συναλλακτικά ήθη, να αντλήσει αυτεπάγγελτα τα επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή και συνεπώς τέτοια επιχειρήματα ή συμπεράσματα για ερμηνεία αρύεται ελεύθερα το Δικαστήριο και από οποιοδήποτε ενώπιον αυτού στοιχείο, όπως και από τις αποδείξεις που προσκομίζονται για άλλο θέμα (ΑΠ 255/1972, 459/1972). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά δε τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών συντελείται όταν το δικαστήριο, μολονότι διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάζει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως ακυρότητας της υπαναχωρήσεως του αναιρεσείοντος από σύμβαση μισθώσεως έργου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αρ. .../26-2-1997 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό (εργολαβικό) του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ε, Βαντσίδη, καταρτίσθηκε σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ της ενάγουσας εργολάβου και του εναγομένου οικοπεδούχου, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης τριών οικοδομών επί οικοπέδου του δευτέρου με το σύστημα της αντιπαροχής. Σχετικά με το οικόπεδο αυτό, που βρίσκεται στην Περαία Θεσσαλονίκης, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6456/3-5-93 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της διεύθυνσης πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ΔΠ/ΤΑ3154/1993/6-8-1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Στην παραπάνω σύμβαση των διαδίκων, μεταξύ άλλων, είχαν συμφωνηθεί και τα εξής: α. άρθρο 9 αυτής: Η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται εντός του αμέσως απαιτουμένου χρόνου να προβεί δι' αποκλειστικών φροντίδων και δαπανών της στην τακτοποίηση του άνω οικοπέδου δια της υπαρχούσης πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, υποχρεούμενη να καταβάλλει όλες τις αποζημιώσεις και το τίμημα του προαναφερθέντος προσκυρουμένου τμήματος (πρόκειται κατά την σύμβαση για προσκυρούμενο οικοπεδικό τμήμα εμβ. 284,14 τ.μ. που βρίσκεται δίπλα προς τ' ανατολικά του οικοπέδου του εναγομένου και αποτελούσε κοινόχρηστο χώρο). Προς τον σκοπό αυτόν, ο οικοπεδούχος υποχρεούται να προσφέρει την συνδρομή του, σε πρώτη ζήτηση της εργολάβου εταιρείας, κατά την τακτοποίηση του οικοπέδου, είτε δια της δικαστικής οδού, είτε εξωδίκως, είτε δια της υπογραφής αντιστοίχου μεταβιβαστικού συμβολαίου. Δια την τακτοποίηση του άνω οικοπέδου του, ο οικοπεδούχος παρέχει την ανέκλητο εντολή και πληρεξουσιότητα προς την εργολάβο εταιρεία, ώστε ενεργούσα δια λογαριασμό του προέλθει σε όλες τις πράξεις, οι οποίες θα έχουν σκοπό την τακτοποίηση του άνω οικοπέδου του, είτε δια της διοικητικής οδού, είτε δια της δικαστικής οδού προς τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης των αντιστοίχων δικαιούχων, είτε δι' εξώδικων ενεργειών, είτε δια της υπογραφής αντιστοίχων συμβολαίων αγοράς και πωλήσεως οικοπεδικών τμημάτων τα οποία ορίζονται στην προαναφερθείσα πράξη τακτοποιήσεως και εν γένει να προβεί στις απαιτούμενες ομολογίες, δηλώσεις έστω και υπεύθυνες, υπογραφές εγγράφων, δραστηριότητες και ενέργειες εν γένει, έστω και αν δεν αναφέρονται στο παρόν, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό την περαίωση των διδομένων εις αυτούς εντολών, της εντολοδόχου εργολάβου εταιρείας, εχούσης όλα τα δικαιώματα προς τέλεση των πράξεων αυτών κατά τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο περί συμβάσεως άρθρο του παρόντος. Περαιτέρω, η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται εντός προθεσμίας πέντε (5) μηνών από της υπογραφής του συμβολαίου προσκυρώσεως που θα συντελεσθεί το αργότερο εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος και γενικά από της πλήρους τακτοποιήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εις την αρχή του παρόντος αναφερομένη πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, να καταθέσει στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο πλήρη μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας προς ανέγερση του προαναφερθέντος οικοδομικού συγκροτήματος και να λάβει τη σχετική οικοδομική άδεια εντός του παρακάτω αναφερομένου χρόνου. Περαιτέρω η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να παραδώσει στον οικοπεδούχο όλους τους διαιρετούς χώρους που θα κατασκευάσει υπέρ αυτού ... εντός προθεσμίας τριάντα πέντε (35) μηνών από της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας, τον δε περιβάλλοντα χώρο έξι (6) μήνες αργότερα. Η εργολάβος εταιρεία οφείλει να λάβει την αναγκαία άδεια οικοδομήσεως εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή της σχετικής μελέτης, ενώ επίσης θα πρέπει να προβεί σε έναρξη των οικοδομικών εργασιών το αργότερο εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Σε περίπτωση καθυστερήσεως της παραδόσεως της αντιπαροχής του οικοπεδούχου, η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να καταβάλλει προς τον οικοπεδούχο για κάθε μήνα καθυστερήσεως δραχμές 100.000 για κάθε διαιρετό χώρο της αντιπαροχής του, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση του, που συνομολογείται δια του παρόντος. Εάν όμως η καθυστέρηση αυτού υπερβεί τους τέσσερις (4) μήνες από της λήξεως της ως άνω προθεσμίας παραδόσεως των υπέρ του οικοπεδούχου διαιρετών χώρων της αντιπαροχής του, δικαιούται να κηρύξει έκπτωτο την εργολάβο εταιρεία δι' απλής εξωδίκου προσκλήσεως του. (Ακολουθεί καθορισμός των συνεπειών της κηρύξεως εκπτώτου της εργολάβου, μεταξύ των οποίων και η περιέλευση του οικοδομικού συγκροτήματος στον οικοπεδούχο σε οποιοδήποτε κατασκευαστικό στάδιο και αν βρίσκεται μετά της αντιστοίχου οικοδομικής αδείας και των συγκεκριμένων σχεδίων, ως αναπόδεικτη ζημία, χωρίς η εργολάβος εταιρεία να μπορεί να ζητήσει ιδιαίτερη αποζημίωση από το λόγο αυτό ακόμα και για τα υλικά που έχει τοποθετήσει). Το δικαίωμα από της κηρύξεως εκπτώτου της εργολάβου εταιρείας θα έχει ο οικοπεδούχος και σε περίπτωση παρελεύσεως τριών (3) μηνών από της ουσιαστικής διακοπής της ανοικοδομήσεως εξ υπαιτιότητας της εργολάβου εταιρείας, καθώς ακόμα και στην περίπτωση που η εργολάβος εταιρεία δεν προβεί σε έγκαιρη έναρξη των οικοδομικών εργασιών ή καθυστερήσει αδικαιολόγητα στην καταβολή των αποζημιώσεων και την υποβολή της σχετικής μελέτης καθώς και τον πλήρη φάκελο για την έκδοση της οικοδομικής άδειας". Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει τις ενέργειες, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της από την κατάρτιση της σύμβασης (26-2-1997) μέχρι τη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα εργοδότη υπαναχώρηση από αυτή (κήρυξη έκπτωτης της εργολάβου με επίκληση υπερημερίας της) με την από 26-1-1998 δήλωση του (που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν), ήτοι: κατάρτιση τοπογραφικών διαγραμμάτων μέχρι τις 14-5-1997, τροποποίηση σχεδίων μελέτης, με αίτημα του αναιρεσείοντος, ώστε να υπάρχει μεταξύ της δυτικής πλευράς του κτιρίου του και του γειτονικού οικοπέδου διάδρομος προσπέλασης προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, καταβολή του τιμήματος των 5.002.320 δραχμών για το προσκυρούμενο τμήμα προς τη δικαιούχο κοινότητα Περσίας στις 8-5-1997 και υπογραφή της πράξης μεταβίβασης του στις 8-8-1997 και τέλος κατάθεση πλήρους φακέλου μελετών με αίτηση εκδόσεως πολεοδομικής άδειας στις 22-10-1997, ως προς την οποία είχαν ολοκληρωθεί όλοι οι υπηρεσιακοί έλεγχοι των μελετών μέχρι τις 20-1-1998 και υπολειπόταν μόνον ο φορολογικός έλεγχος για την έκδοση της, ενώ η πληρωμή των αποζημιώσεων σε όμορους ιδιοκτήτες, που δεν αφορούσαν προσκυρώσεις οικοπέδων τους στο υπό ανοικοδόμηση, δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Ενώ όμως "επέκειτο η έκδοση της σχετικής άδειας οικοδομής, αιφνιδίως στις 12-1-1998 ο εναγόμενος, χωρίς προηγουμένως να έρθει σε κάποια επαφή με την ενάγουσα ή να διαμαρτυρηθεί προς αυτή για καθυστερήσεις, κοινοποίησε στην τελευταία εξώδικη πρόσκληση, με την οποία έτασσε προς αυτή προθεσμία τεσσάρων ημερών για την επίδειξη της υπό έκδοση οικοδομικής άδειας και στη συνέχεια, χωρίς να περιμένει την απάντηση της ενάγουσας στην εξώδικη του αυτή, ούτε βέβαια να έρθει - αυτός ή η δικηγόρος κόρη του - σε κάποια προφορική επικοινωνία, ώστε να ενημερωθεί από την ενάγουσα για το θέμα της οικοδομικής άδειας, στις 26-1-1998 της κοινοποίησε δεύτερη εξώδικη δήλωση, με την οποία την κήρυσσε έκπτωση της συμβάσεως εργολαβίας, εις εκτέλεση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων όρων της, επικαλούμενος ειδικότερα μη έγκαιρη καταβολή των υποχρεώσεων από τη ρυμοτομία του οικοπέδου και μη έγκαιρη συμμόρφωση της στην υποχρέωση της προς έκδοση οικοδομικής άδειας, μέσα στις τασσόμενες από το εργολαβικό προθεσμίες για την υποβολή της μελέτης και για την έκδοσή της". Ακολούθως το Εφετείο, για την εξακρίβωση της συνδρομής του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο λόγου υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση και ενόψει της ασαφούς διατυπώσεως του 9ου όρου αυτής (όπου για την κατάθεση στο Πολεοδομικό Γραφείο πλήρους μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας ορίζεται προθεσμία πέντε (5) μηνών "από της υπογραφής του συμβολαίου προσκυρώσεως που θα συντελεσθεί το αργότερο εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος και γενικά από της πλήρους τακτοποιήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εις την αρχή του παρόντος αναφερομένη πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως") προέβη, σε ερμηνεία της, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Ερμηνεύοντας τις κατά τη σύμβαση προϋποθέσεις ενάρξεως της πεντάμηνης προθεσμίας προς έκδοση οικοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο έκρινε ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είχε ως αφετηρία τη λήξη της μηνιαίας προθεσμίας από την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι "η πλήρης τακτοποίηση του οικοπέδου, με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη ρυμοτόμηση του ... (δηλαδή) με τις αναφερόμενες στο εργολαβικό ενέργειες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί η ενάγουσα (διοικητικές, δικαστικές, εξώδικες), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν δυνατόν να συντελεσθεί σε χρονικό διάστημα ενός, αλλά ούτε και ολίγων μόνον μηνών από την υπογραφή του εργολαβικού. Διότι, αν δεν επιτυγχάνονταν συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων-δικαιούχους αποζημιώσεως, σύμφωνα με την πράξη τακτοποιήσεως, η ενάγουσα θα έπρεπε να εμπλακεί σε χρονοβόρο δικαστικό αγώνα με αυτούς, για τον προσδιορισμό προσωρινής, οριστικής μονάδος κλπ ... Ο εναγόμενος στην ασκηθείσα από αυτόν δήλωση υπαναχώρησης - κήρυξης έκπτωτης της ενάγουσας, εσφαλμένα φαίνεται να απολαμβάνει ότι έναρξη για την προθεσμία των πέντε (5) μηνών προς υποβολή της αίτησης για έκδοση οικοδομικής αδείας αποτελούσε μόνη η εκπνοή της προθεσμίας του ενός μηνός αϊτό την υπογραφή του εργολαβικού, προθεσμίας που τάχθηκε αποκλειστικά για την υπογραφή του συμβολαίου προσκυρώσεως και ότι εφόσον η προθεσμία αυτή παρήλθε, παρήλθε στη συνέχεια και η έχουσα αφετηρία την εκπνοή του πενταμήνου τετράμηνη προθεσμία για τη λήψη της άδειας, με συνέπεια να θεωρεί πως η ενάγουσα καθυστέρησε την εμπρόθεσμη εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων της ..., χωρίς να υπολογίζει τις αλληλοεξαρτώμενες προθεσμίες προς υποβολή της αίτησης για την οικοδομική άδεια από την πλήρη τακτοποίηση των προκυπτουσών από τη ρυμοτομία υποχρεώσεων, μετά πάροδο ευλόγου χρόνου ...". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενόμενης από εκείνον υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση μισθώσεως έργου που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αναφέροντας: α) τη διαπίστωση αμφίβολων σημείων στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, β) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως και γ) το ότι το Δικαστήριο άντλησε αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα και συνήγαγε συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά και από αποδείξεις που είχαν διαταχθεί για άλλο θέμα, για να εξακριβώσει την αληθινή βούληση που δηλώθηκε με την επίμαχη ασαφή διατύπωση του 9ου όρου της έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως έργου των διαδίκων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο σωρευτικά, με τη μηνιαία προθεσμία από την κατάρτιση της συμβάσεως, τασσόμενος όρος ενάρξεως της πεντάμηνης προθεσμίας καταθέσεως πλήρους μελέτης στο Πολεοδομικό Γραφείο προς έκδοση οικοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη, δηλαδή το να έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις προς τους ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων από την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως του υπό ανοικοδόμηση οικοπέδου, προϋποθέτει, κατά τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, εύλογο χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο του ενός και των ολίγων μηνών, καθιστώντας έτσι ανίσχυρη τη συμβατική πρόβλεψη της μηνιαίας προθεσμίας τόσο για την τακτοποίηση των από λόγους ρυμοτομίας υποχρεώσεων (βαρών) του οικοπέδου προς ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων, όσο και για την (με αυτή την τακτοποίηση συναπτόμενη) αφετηρία της πεντάμηνης προθεσμίας για την κατάθεση πλήρους φακέλου μελετών προς έκδοση οικοδομικής άδειας του οικοπέδου του αναιρεσείοντος. Έτσι με αφετηρία το χρόνο καταρτίσεως του εργολαβικού συμβολαίου των διαδίκων (26-2-1997) το Εφετείο έκρινε ότι συνιστά εύλογο χρόνο διεκπεραίωσης της διαδικασίας τακτοποιήσεως του προσκυρωθέντος οικοπέδου και υποβολής αιτήσεως με σχετικό φάκελο πολεοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη χρονικό διάστημα οκτώ (8) περίπου μηνών (έως τις 22-10-1997), ενώ με συνυπολογισμό και της επί πλέον προβλεπόμενης με τη σύμβαση προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης θα ήταν η 23-2-1998 και ότι χωρίς δικαίωμα προέβη πριν από την τελευταία αυτή ημεροχρονολογία (κατά τις 26-1-1998) ο αναιρεσείων σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση λόγω υπερημερίας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα και διατυπώνονται ελλείψεις ως προς τη στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται και κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αν δεν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πραγματικοί ισχυρισμοί που προτείνονται για την εξακρίβωση της πραγματικής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1026/1977, 325/1977, 182/1976). Αντιθέτως δεν ιδρύεται ο εκ του αριθ. 8 περίπτωση α' της ως άνω διατάξεως λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως οδηγείται σε ερμηνεία ασαφούς ή αμφίβολης δικαιοπραξίας και για το ακριβές περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των μερών αντλεί επιχειρήματα και συνάγει συμπεράσματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, όπως και από αποδείξεις που προσκομίζονται για άλλο θέμα (ΑΠ 255/1972, 459/1972). Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ.8α του Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι χωρίς πρόταση (αίτημα) της αναιρεσίβλητης για την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στη δικαιοπραξία διέγνωσε τούτο και προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας επιβλαβή για τον αναιρεσείοντα, είναι απαράδεκτος, πέραν του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ειδική αμφισβήτηση από αυτή (επίκληση ανίσχυρου) της μηνιαίας προθεσμίας της συμβάσεως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της - προς τρίτους, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων με το υπό ανοικοδόμηση οικόπεδο, για βάρη του λόγω ρυμοτομίας. Εξάλλου ο πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος του, με την επί κλήση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την πληττόμενη απόφαση ότι "περιέχει ως αιτιολογία, αντί της απαιτούμενης, κατάδηλα για να αποδείξει το άκαιρο της υπαναχωρήσεως (αυτού), ότι την πράξη μεταβίβασης του προσκυρούμενου τμήματος στην κοινότητα Περαίας υπέγραψε (ο ίδιος) χωρίς να διαμαρτυρηθεί στην ενάγουσα", είναι αόριστος καθόσον τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 17 §2 του Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, δεχθεί πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνονται για την εξακρίβωση της πραγματικής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη (ΑΠ 1026/1977). Με τον εκ του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή, ότι παρά το νόμο δεν διέταξε, με την συμπροσβαλλόμενη 1330/2000 προδικαστική απόφαση του, αποδείξεις για την ύπαρξη κενού στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, αναφορικά με την τασσόμενη στην αναιρεσίβλητη μηνιαία προθεσμία και δεν δέχθηκε ότι αυτή αποτελούσε αφετηρία άλλων προθεσμιών ενεργείας της αναιρεσίβλητης. Εφόσον, όμως ή επίμαχη μηνιαία προθεσμία αποτελούσε αντικείμενο της ερμηνείας του σχετικού όρου της σύμβασης, στην οποία μπορούσε να προβεί, το Εφετείο χωρίς να τάξει αποδείξεις, ενώ πρόταση ισχυρισμού για την εξακρίβωση του αληθινού περιεχομένου της αναφερόμενης δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων, που θα δημιουργούσε υποχρέωση του Δικαστηρίου να τάξει περί αυτού αποδείξεις, δεν προβάλλεται, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Εξάλλου ο από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., τελευταίος (πέμπτος κατά τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη καταλυτικός ισχυρισμός άρσης της υπερημερίας της, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής της (από κατάχρηση δικαιώματος), και δεν τάχθηκε γι' αυτό απόδειξη, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και δεν εισήλθε το Δικαστήριο στην εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-8-2008 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 356/2008 οριστικής (και της συμπροβαλλόμενης 1330/2000 προδικαστικής) αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012 . Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προϋποθέσεις προσφυγής του δικαστηρίου της ουσίας στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173, 200 ΑΚ). Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις, εκτός αν προτείνονται ειδικά συναλλακτικά ήθη ή δέχεται ισχυρισμούς των διαδίκων για την έννοια όρου της δικαιοπραξίας. Προϋποθέσεις ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173-200 ΑΚ (άρθρο 559 αρ. 1, 19 Κ.Πολ.Δικ.) ή θεμελίωσης αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 8α και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. - Όρος υπαναχώρησης του εργοδότη σε σύμβαση εργολαβίας ασαφής. Ερμηνεία από το Εφετείο με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ και απόρριψη ισχυρισμών εναγομένου εργοδότη ότι συνέτρεχαν όροι υπαναχώρησής του από τη σύμβαση λόγω υπερημερίας του εργοδότη. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 8α και 10 Κ.Πολ.Δικ.
null
null
2
Αριθμός 290/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", η οποία έχει έδρα την Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Σ. του Π., 2. Π. Κ. του Δ., 3. Χ. Σ. του Π. και 4. Α. Σ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μουχτούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 167/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.1 και 3 του ν. 1418/ 1984, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 96 ν. 1892/1990 και ακολούθως με την παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 2229/1994: "Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι, έχουν την ακόλουθη σημασία. α) "Εργοδότης" ή "κύριος του έργου" είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. β) "Φορέας κατασκευής του έργου" είναι η αρμόδια Αρχή ή Υπηρεσία που έχει την ευθύνη παραγωγής του έργου. γ) "Ανάδοχος εργολήπτης" ή "ανάδοχος" είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου ...". Με το άρθρο 5 του ν. 2229/1994 ορίζεται ότι: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Με τις αποφάσεις αυτές προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος χρηματοδότησης του έργου. Τα νομικά αυτά πρόσωπα εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ.6) ... Σκοπός των εταιριών αυτών είναι: α. Η ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμός και εκμετάλλευση κάθε είδους έργου υποδομής, καθώς και η διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθησή τους. ... β. Η ολική ή μερική ανάθεση, απευθείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή με διαγωνισμό σε τρίτους, της μελέτης και/ή κατασκευής και/ή επέκτασης και/ή συντήρησης και/ή οργάνωσης και/ή εξοπλισμού και/ή εκμετάλλευσης των έργων υποδομής για τα οποία έχουν συσταθεί, καθώς και της επίβλεψης και/ή παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών. γ. Η παροχή συμβουλών και, η εισήγηση σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω (παρ.7). Για την εκπλήρωση του σκοπού τους, οι εταιρείες μπορούν ενδεικτικά: α)να συνεργάζονται με οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, με οποιονδήποτε τρόπο, β) να αντιπροσωπεύουν οποιαδήποτε επιχείρηση ημεδαπή ή αλλοδαπή με όμοιους ή παρεμφερείς σκοπούς, γ)να συνάπτουν συμβάσεις προς εξεύρεση οικονομικών πόρων, στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να χορηγεί την εγγύησή του, δ)να αναθέτου καθήκοντα συμβούλου σε ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα (παρ.9). ... Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο. Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό (παρ.11). Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρίες αυτές (παρ.15). ... Οι ανωτέρω διατάξεις των παρ.6 μέχρι 17 του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμοσθούν και για κάθε έργο ή τμήματα έργου, που έχει ανατεθεί η εκτέλεσή τους ή έχει προκηρυχθεί η δημοπράτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παραχωρούνται και μεταβιβάζονται στην ιδρυόμενη εταιρεία, χωρίς αντάλλαγμα, όλα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τη σύμβαση ή συμβάσεις κατασκευής του έργου που καταρτίστηκαν ή από τη διακήρυξη δημοπράτησης του έργου ή τμήματος έργου, η δε εταιρεία υποκαθιστά το Δημόσιο σε όλες ανεξαιρέτως τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων. Δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία υποχρεώσεις του Δημοσίου από συμβάσεις εκτελούμενων έργων, που τυχόν θα προέλθουν μέχρι την ημερομηνία ανάληψης του έργου από την εταιρεία, "ή των οποίων η προκήρυξη της δημοπράτησης ή η ανάθεση γίνει από τον αρμόδιο φορέα, στον οποίο ανήκε το έργο, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη σύσταση της εταιρείας" (παρ.19 όπως το τελευταίο εδάφιο συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.3 του ν. 2308/1995). Τέλος με την παρ.3 του άρθρου 7 του ν.2576/1998 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του ν. 2308/1995 εφαρμόζονται και στις αντίστοιχες μελέτες του έργου ή τμημάτων αυτού που έχουν ανατεθεί ή έχει αρχίσει η διαδικασία ανάθεσης πριν την ίδρυση της εταιρείας. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, "Κύριος του Έργου" ή "Εργοδότης" καθίσταται η εταιρεία. Τα όργανα και συμβούλια που αποφασίζουν για την εκπόνηση των μελετών και την ανάθεση και κατασκευή των έργων καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, που εγκρίνονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι δε υπέρ του Δημοσίου και των υπηρεσιών του υπάρχουσες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές των αναδόχων, και οι τυχόν συνασφαλίσεις του Δημοσίου σε ασφαλιστικές εταιρείες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές και συνασφαλίσεις υπέρ της ιδρυόμενης εταιρείας". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι τα ιδρυόμενα με κοινές αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού και διεπόμενα από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμες εταιρείες) για την ανάθεση σ' αυτά της εκτέλεσης δημόσιου έργου ή τμημάτων του, ύψους άνω των 25.000.000.000 δραχμών, διαδέχονται χωρίς αντάλλαγμα (με τις ίδιες Υπουργικές αποφάσεις) το Δημόσιο σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση (ή τις συμβάσεις) κατασκευής του έργου ή από τη διακήρυξη δημοπράτησης τούτου ή τμήματός του και υποκαθιστούν το Δημόσιο σε όλες τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων. Εξαίρεση από τον κανόνα της καθολικής διαδοχής της εταιρείας κατασκευής του δημόσιου έργου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου εισάγεται για εκείνες μόνον τις υποχρεώσεις του Δημοσίου, που αφορούν εκτελούμενο κατά τη διαδοχή αυτή δημόσιο έργο και οι οποίες είναι γεννημένες κατά την πραγματική ανάληψη της κατασκευής του από την εταιρεία ή των οποίων η ανάθεση ή η προκήρυξη δημοπράτησης είχε συντελεσθεί πριν παρέλθει εξάμηνο από τη σύσταση της εταιρείας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις, αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 8β του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, και μετά την εξαφάνιση αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή εκείνων κατά της αναιρεσείουσας προς αποζημίωσή τους για ζημία προξενηθείσα κατά την εκτέλεση δημόσιου έργου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής ενδιαφέροντα την κρινόμενη υπόθεση περιστατικά: "Δυνάμει του από 9.7.1996 εργολαβικού συμφωνητικού το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριος του έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον προϊστάμενο της 2ης ΔΕΚΕ Καβάλα, ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ως ανάδοχο την εκτέλεση του έργου: τμήματος οδού παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400, που αποτελούσε τμήμα του έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού. Σε σχετικό όρο του συμφωνητικού ορίστηκε ότι ο κύριος του έργου διατηρεί το δικαίωμα να ενεργοποιήσει την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ" και να μεταβιβάσει σ' αυτή τις συναφείς με τη διοίκηση του έργου αρμοδιότητες. Ήδη για την κατασκευή της Εγνατίας οδού, που εκτείνεται από την Ηγουμενίτσα της Θεσπρωτίας μέχρι τη Γέφυρα των Κήπων Έβρου, συστήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, που ανήκει εξ ολοκλήρου στο ίδιο, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2229/1994, με σκοπό τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εξοπλισμό και εκμετάλλευση της ως άνω οδού. Με τη Δ1β/247/12 απόφαση του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε στο 575/16-7-1996 ΦΕΚ τ. Β παραχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εγνατία Οδός ΑΕ" χωρίς αντάλλαγμα όλα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τις συμβάσεις κατασκευής των οδικών τμημάτων του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας οδού μεταξύ των οποίων και του ως άνω τμήματος της οδού παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400. Έτσι η πρώτη εναγομένη κατέστη κυρία του έργου, έχοντας διαφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διοίκησης και εποπτείας του εκτελουμένου έργου και η δεύτερη εναγομένη ανάδοχος εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή αυτού (έργου). Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη κυρία του έργου, κρίνοντας σκόπιμη την πρόσληψη τεχνικού συμβούλου κατασκευής (Construction Managers), και ειδικά για την παροχή υπηρεσιών συμβούλου κατασκευής συναφών έργων αυτοκινητοδρόμων, διεξήγαγε διαγωνισμό από τον οποίο αναδείχθηκε επικρατέστερη η τρίτη εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "DORSCH-SCETAUROUTE-ADO" και το διακριτικό τίτλο "EGNACONSULT". Κατάρτισε με αυτή την από 2-12-1996 σύμβαση ανάθεσης υπηρεσιών συμβούλου για το Construction Management των έργων του ανατολικού τομέα του οδικού άξονα της Εγνατίας οδού, γεωγραφικό τμήμα Γ, Ρεντίνα - Κήποι μήκους 239 χιλιομέτρων, για χρονικό διάστημα 24 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι από 2-12-1996 μέχρι 2-12-1998. Ακολούθησε η από 30-11-1998 σύμβαση μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, δια της οποίας ανατέθηκαν στην τρίτη εναγομένη τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις (Construction Management) στο ίδιο γεωγραφικό τμήμα της Εγνατίας οδού για το χρονικό διάστημα από 2-12-1998 μέχρι 2-12-1999. Με τις συμβάσεις αυτές ανατέθηκαν στην τρίτη εναγομένη τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του τεχνικού συμβούλου κατασκευής (συμβούλου για το Construction Management) για το ως άνω τμήμα της οδού, ήτοι έργο συμβούλου για την επίβλεψη από τις υπηρεσίες του φορέα του έργου, όσον αφορά την εκτέλεση από την ανάδοχο. Η τρίτη εναγόμενη παρείχε στην πρώτη εναγόμενη υπηρεσίες συμβούλου, που εμπίπτουν σε ένα ευρύ φάσμα (τεχνικών, οικονομικών, νομικών κ.λ.π.) υπηρεσιών συμβούλου με κεντρικό στόχο την αποτελεσματική διαχείριση του προγράμματος κατασκευής του άνω έργου. Η αρμοδιότητα της τρίτης εναγομένης ως συμβούλου ήταν κυρίως συμβουλευτική, εισηγητική και καθοδηγητική της πρώτης εναγομένης ως κυρίας του έργου και όχι αποφασιστική, εκτελεστική, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παροχή υπηρεσιών επίβλεψης των τεχνικών έργων για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Βέβαια η τρίτη εναγομένη επέβλεπε δια των υπαλλήλων της πολιτικών μηχανικών τις σχετικές κατασκευαστικές εργασίες των αναδόχων, με σκοπό να έχει τη δυνατότητα παροχής ορθών συμβουλών και εισηγήσεων στην πρώτη εναγομένη σχετικά με τα ζητήματα επίβλεψης του εκτελούμενου έργου και όχι με την έννοια της εκτέλεσης έργου επίβλεψης και δεν προέβαινε στη λήψη αποφάσεων που αφορούσαν την επίβλεψη του έργου. Οι υπηρεσίες της συνιστούσαν παροχή υπηρεσιών συμβούλου επίβλεψης των έργων κατασκευής της ως άνω οδού και δεν είχε αναλάβει το έργο του επιβλέποντος μηχανικού ή της επιβλέπουσας αρχής σε σχέση με την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου". Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση των ζημιών που προξενήθηκαν σε γειτονικές, προς την κατασκευαζόμενη τότε ΕΓΝΑΤΙΑ Οδό, οικοδομές των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ύψους 18.600 ευρώ, με τις οποίες συνδέονται ως εξής οι πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων: "Πλησίον του ακινήτου των εναγόντων, όπου θα διερχόταν η Εγνατία οδός, είχε σχεδιαστεί και κατασκευάστηκε τεχνικός - κόμβος με τις εκατέρωθεν διαμορφώσεις καθώς και τις προσβάσεις της δυτικής εισόδου των σηράγγων της Εγνατίας οδού. Τόσο κατά τη σχεδίαση όσο και κατά την κατασκευή του έργου, ο άξονας της οδού απέχει μόλις 50 μέτρα από τη νότια κατοικία, που βρίσκεται σε απόσταση 10-15 μέτρων από το άκρο του δρόμου αντί του επιτρεπόμενου των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού στο εθνικό οδικό δίκτυο και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής, όπως καθορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1α και γ του πδ 209/1998, που τυχαίνει εφαρμογής και στην περίπτωση κατασκευής έργων στο εθνικό ή επαρχιακό δίκτυο, (άρθρο 3 του ίδιου πδ). Για της εργασίες διάνοιξης της οδού στο εν λόγω σημείο έγιναν εκσκαφές αλλά και ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών, ήδη από το τέλος του έτους 1997 και το 1998. Στις αρχές του έτους 1999, σε απόσταση 10-11 μ. από τη νότια οικοδομή και κατά το μεγαλύτερο μέρος που αντιστοιχεί στη νότια πλευρά του ακινήτου των εναγόντων διανοίχθηκε όρυγμα βάθους 6,5 μέτρων με χρήση σκαπτικών μηχανημάτων, αλλά και με ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών, διότι το έδαφος στα πρώτα τρία μέτρα από την επιφάνεια είναι γαιώδες και κατόπιν είναι βραχώδες. Κατά τις εργασίες δεν λήφθηκαν μέτρα ασφαλείας ώστε να μη δημιουργηθούν προβλήματα (ζημίες κ.λ.π.) στο όμορο ακίνητο των εναγόντων, ήτοι μέτρα στήριξης του επιπέδου του εν λόγω ακινήτου ενόψει του βάθους του ορύγματος, 6,5 μ. κάτω της στάθμης του οικοπέδου των εναγόντων και της μικρής απόστασης από αυτό, αλλά και μέτρα για την αποφυγή ζημιών από τις δονήσεις των ανατινάξεων σε απόσταση 10-11 μέτρα από τη νότια οικοδομή. Τον Απρίλιο 1999 διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες και κατέθεσαν αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επικαλούμενοι επικείμενο κίνδυνο για τις κατοικίες τους. Μετά από επισκέψεις συνεργατών της αναδόχου εταιρίας και της συμβούλου επίβλεψης προτάθηκε από την ανάδοχο και έγινε δεκτό από την κυρία του έργου, παρά τις αντιρρήσεις της τρίτης εναγομένης - συμβούλου, να κατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης στο όρυγμα πλησίον της νότιας οικοδομής των εναγόντων. Πράγματι εγκρίθηκε σχετική μελέτη και κατασκευάστηκε νότια του ακινήτου των εναγόντων, εντός της απαλλοτριωθείσας έκτασης και σε απόσταση, όχι μεγαλύτερη των 10 μέτρων από τη νότια οικοδομή τοίχος αντιστήριξης σε σχήμα Π, μήκους 40,50μ. και των πλευρικών τοιχίων μήκους 5μ. Η κατασκευή του τοίχου ολοκληρώθηκε περί την 15-7-1999. Όμως ήδη στις επίδικες οικοδομές είχαν δημιουργηθεί ζημίες, οι οποίες κατά τον ορισθέντα πραγματογνώμονα διακρίνονται σε "α) ρωγμές στις τοιχοποιίες στη νότια οικοδομή, β) ρωγμές στις κεκλιμένες πλάκες της στέγης όλων των οικοδομών, γ) ρηγμάτωση των μαρμάρων του δαπέδου στη νότια οικοδομή, δ) αποκόλληση της καπνοδόχου της νότιας κατοικίας, ε) ρηγματώσεις στα γύψινα στηθαία όλων των οικοδομών, και στ) αλλοίωση των όψεων όλων των οικοδομών. Οι ρωγμές στις τοιχοποιίες δεν είναι χαρακτηριστικές ρωγμές που συναντώνται σε περίπτωση δυναμικών διεγέρσεων και στην πλειονότητά τους βρίσκονται στη νότια οικοδομή, (την πλησιέστερη των εργασιών), οφείλονται σε καθίζηση του εδάφους θεμελίωσης, αλλά και οι δονήσεις που προκλήθηκαν κατά την κατασκευή του έργου επηρέασαν αρνητικά την υπάρχουσα κατάσταση. Οι ρωγμές στις κεκλιμένες πλάκες των στεγών των οικοδομών, που συναντώνται σε τυχαίες θέσεις οφείλονται σε διεύρυνση των τριχοειδών ρωγμών που προϋπήρχαν, είτε λόγω θερμοκρασιακής μεταβολής είτε λόγω καμπτικής λειτουργίας και έγιναν εμφανείς εξαιτίας της δυναμικής διέγερσης. Οι ρηγματώσεις στα μάρμαρα του δαπέδου της νότιας οικοδομής οφείλονται στις δονήσεις του προκλήθηκαν κατά τη διάνοιξη της οδού και των εντάσεων που προκλήθηκαν στα μάρμαρα από την ταλάντωση του δαπέδου. Στα μάρμαρα των άλλων οικιών δεν εμφανίζονται ζημιές, καθώς η ένταση των δονήσεων φθίνει όσο μεγαλώνει η απόσταση από την πηγή που τις προκαλεί. Οι ζημίες στην καπνοδόχο της νότιας οικοδομής, προήλθαν από τις δονήσεις κατά τη διάρκεια των εκσκαφών, αφού οι καπνοδόχοι είναι ευπαθείς σε δυναμικές διεγέρσεις, λόγω του ότι εκ κατασκευής δρουν ανεξάρτητα από το σύνολο της οικοδομής και έχουν διαφορετικές μετατοπίσεις από το σκελετό του κτιρίου, ενώ και μικρή μετατόπιση αυτής σε σχέση με τα γύρω στοιχεία δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ευστάθεια της. Η ρηγμάτωση των γύψινων στηθαίων, που παρατηρείται στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών και στις τρεις οικοδομές οφείλεται στις δονήσεις κατά την κατασκευή του έργου, διότι τα στηθαία έχουν πολύ μικρή αντοχή. Τέλος η αλλοίωση των όψεων των οικοδομών, όπως διαπιστώθηκε από την όψη της βόρειας οικοδομής, προήλθε από τις εργασίες κατασκευής του έργου της οδού, λόγω του μεγάλου όγκου των εργασιών και τη μικρή απόσταση από τις οικοδομές. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι Ι) οι ρηγματώσεις στις κεκλιμένες πλάκες των στεγών των οικοδομών προϋπήρχαν των εργασιών κατασκευής της οδού και απλώς έγιναν εμφανείς με τη διέγερση που προκλήθηκε από τις εργασίες και επομένως δεν υφίσταται ευθύνη των εναγομένων γι' αυτές, II) οι ρηγματώσεις στα μάρμαρα του δαπέδου της νότιας κατοικίας, οι ζημίες της καπνοδόχου, και οι ρηγματώσεις των γύψινων στηθαίων όλων των οικοδομών οφείλονται στις δονήσεις που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών, στις οποίες οφείλονται επίσης και οι ζημίες στις εξωτερικές όψεις των κατοικιών. III) οι ρηγματώσεις στις τοιχοποιίες της νότιας οικοδομής οφείλονται σε καθίζηση του εδάφους θεμελίωσης που προκλήθηκε από τις εργασίες διάνοιξης του ορύγματος, σε βάθος 6,5μ κάτω από τη στάθμη του ακινήτου των εναγόντων. Όπως προεκτέθηκε οι επίδικες οικοδομές ανεγέρθηκαν χωρίς να γίνει πιστή εφαρμογή της εγκεκριμένης μελέτης της οικοδομικής άδειας, αφού αντί της κατασκευής ημιυπόγειων και ισογείων, κατασκευάστηκαν διώροφες κατοικίες με ισόγειο και πρώτο όροφο, με τις γενόμενες αλλαγές χρήσης, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω. Από την αλλαγή της χρήσης και την προσθήκη της σοφίτας, αυξήθηκαν περιορισμένα τα φορτία κατασκευής, όπως προαναφέρθηκε. Η ανέγερση όμως ισογείου αντί ημιυπόγειου ορόφου, είχε ως αποτέλεσμα η θεμελίωση των οικοδομών να γίνει σε βάθος 1,5 μέτρων από την επιφάνεια του ακίνητου σε έδαφος γαιώδες, αντί των 2,5-3,5 μ. περίπου, που προβλεπόταν στα εγκεκριμένα σχέδια, όπου το έδαφος ήταν βραχώδες, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν συνέβαλε στην κατά τα άνω επελθούσα καθίζηση. Για τις παραπάνω υπό στοιχείο II και III ζημίες ευθύνονται η πρώτη και δεύτερη εναγόμενη ως κυρία και ανάδοχος - εργολάβος του έργου αντίστοιχα, της υπαιτιότητας αυτών συνισταμένης στο ότι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, η μεν πρώτη α) προέβη στη σχεδίαση της οδού στο επίδικο χωρικό σημείο, πλησίον των οικοδομών των εναγόντων, ώστε η νότια οικοδομή των εναγόντων να απέχει 50 μέτρα από τον άξονα της οδού και μόνο 10 έως 15 μέτρα από το όριο της οδού, αντί του επιτρεπομένου 60 μ από τον άξονα της οδού και σε κάθε περίπτωση 40μ από το όριο της οδού, όπως προεκτέθηκε, και β) ενώ προβλεπόταν διάνοιξη ορύγματος σε απόσταση 10-11 μ από το ακίνητο των εναγόντων δεν προνόησε για την κατασκευή τοιχίου αντιστήριξης του εδάφους, η δε δεύτερη εναγομένη στο ότι προέβη στις εργασίες κατασκευής της οδού χωρίς να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προστασίας των οικοδομών των εναγόντων και ειδικότερα 1) ενεργήθηκε διάνοιξη του προαναφερομένου ορύγματος χωρίς να ληφθούν μέτρα για να αποφευχθούν ζημίες στις όμορες οικοδομές των εναγόντων από τις δονήσεις, αλλά και για να αποφευχθεί καθίζηση του εδάφους και 2) παρότι έγιναν ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών για τη διάνοιξη του ορύγματος σε απόσταση 10 -11 μ από τη νότια οικοδομή, δεν λήφθηκε μέριμνα, που ήταν αναγκαία εξαιτίας της τόσο μικρής απόστασης, οι παραγόμενες δονήσεις να είναι τέτοιου μεγέθους, ώστε να μην προκαλέσουν ζημίες στις όμορες οικοδομές. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία από τον Αύγουστο 1997 είχε προσλάβει την ανώνυμη εταιρία "ΕΞΟΡΥΞΗ ΑΕ" για να προσφέρει υπηρεσίες συμβούλου ανατινάξεων στο προαναφερόμενο έργο πραγματοποίησε με υπόδειξη της τελευταίας δειγματοληπτικούς ελέγχους προκαλουμένων δονήσεων με τοποθέτηση των δονησιογράφων στις οικίες των εναγόντων την 14-10-1997 και την 8-1-1998, οπότε καταγράφηκαν ταχύτητες δονήσεων μικρότερες του επιτρεπομένου ορίου των 50m/sec, αφού από το γεγονός ότι κατά τους δειγματοληπτικούς αυτούς ελέγχους διαπιστώθηκαν μικρές ταχύτητες δόνησης δεν συνεπάγεται αυτονόητα ότι τηρήθηκε το ίδιο όριο και κατά τις ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών που έγιναν το έτος 1999 για τη διάνοιξη ορύγματος στην προαναφερόμενη μικρή απόσταση από το ακίνητο των εναγόντων". Στη συνέχεια το Εφετείο επιδίκασε ως αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων το ποσό των 18.600 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους το ποσό των 1.000 ευρώ, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 914, 922, 932 του ΑΚ και 5 παρ.19 του ν. 2229/1994, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες για την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προς τις ζημίες που προξενήθηκαν σε γειτονικά με το εκτελούμενο από αυτή δημόσιο έργο οικοδομήματα των αναιρεσιβλήτων, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς λήψη των αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης των οικοδομημάτων και τη μη συνδρομή λόγου ευθύνης του Δημοσίου που συνέταξε τις σχετικές μελέτες εκτέλεσης του έργου, εφόσον ούτε η ζημία των αναιρεσιβλήτων φέρεται να είχε επέλθει πριν από την ανάληψη του έργου από την αναιρεσείουσα, ούτε η δημοπράτηση ή η ανάθεση του έργου φέρεται να είχε γίνει από τον αρμόδιο φορέα μέσα στο εξάμηνο από τη σύσταση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Η εντός του μηνός Ιουλίου του 1996, από το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριο του δημόσιου έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού, ανάθεση του επίμαχου τμήματος του έργου "παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400" διαδοχικά: α)με το από 9.7.1996 εργολαβικό συμφωνητικό στην ανώνυμη εταιρεία ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ, ως ανάδοχο του έργου με επιφύλαξη ενεργοποίησης της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΕ και μεταβίβασης σ' αυτή των συναφών με τη διοίκηση του έργου αρμοδιοτήτων του και β)με την Δ1β/247/12 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β 575/16.7.1996) στην αναιρεσείουσα, με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του από τις συμβάσεις κατασκευής όλων των επί μέρους τμημάτων της οδού, καθιστώντας έτσι αυτή κυρία του έργου, ως προς το οποίο η τελευταία διαφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα διοίκησης και εποπτείας, ενώ η ανάδοχος ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ παρέμεινε υπεύθυνη για την εκτέλεση του έργου. 2) Η με εσφαλμένο σχεδιασμό και εφαρμογή από την εποπτεύουσα το έργο αναιρεσείουσα και την ανάδοχο εκτέλεσής του ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ διάνοιξη της οδού στον κρίσιμο κόμβο κατά τη διετία 1997-1999, ήτοι χωρίς τον τεχνικώς επιβαλλόμενο τρόπο διότι: α) ο άξονας της οδού απείχε μόνον 50 μέτρα από τη νότια κατοικία των αναιρεσιβλήτων, η οποία απείχε από το άκρο της οδού μόλις 10-15 μέτρα, ενώ η ελάχιστη επιτρεπόμενη απόσταση έπρεπε να είναι 60 και 40 μέτρα αντιστοίχως και β)Η διάνοιξη ορύγματος βάθους 6,5 μέτρων κάτω από τη στάθμη (επιφάνεια εδάφους) του οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων στις αρχές του 1999 και η παράλειψη άμεσης κατασκευής τοίχου αντιστήριξης, τον οποίο μόνον ύστερα από διαμαρτυρίες των αναιρεσιβλήτων, κατά το μήνα Απρίλιο του 1999, αποφάσισαν να κατασκευάσουν και ολοκλήρωσαν με μεγάλη καθυστέρηση στις 15.7.1999, ενώ ήδη είχαν προξενηθεί οι ζημίες (ρωγμές) στις οικοδομές των αναιρεσιβλήτων, λόγω καθίζησης του εδάφους κάτω από τα θεμέλια αυτών και εγγύτητας στις δονήσεις που προκαλούσε η κατασκευή του έργου. 3) Η αντιβαίνουσα σε διατάξεις κανόνων οικοδομικής συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, από υπαιτιότητά τους, αφού οποιοσδήποτε μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση τους θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανή τη ζημία των αναιρεσιβλήτων. Αποκλείεται έτσι ευθύνη του Δημοσίου για τη ζημία αυτή, δυνάμει του άρθρου 5 παρ.19 του ν.2229/1994, εφόσον στις παραδοχές του αποδεικτού πορίσματος του Εφετείου δεν περιλαμβάνεται είτε ότι είχε προξενηθεί η ζημία πριν από τη σύσταση της αναιρεσείουσας, είτε ότι η ζημία προξενήθηκε εντός εξαμήνου από την ανάθεση ή την προκήρυξη δημοπράτησης του έργου. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα περιστατικά αντίθετα με εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για τη θεμελίωση ευθύνης του δικαιοπαρόχου αυτής Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις ζημίες των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο ισχυρισμό συνδυάσθηκε ο αρνητικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για έλλειψη παθητικής (έναντι αυτής) νομιμοποίησης της αγωγής, ο τρίτος και τελευταίος από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-9-2010 αίτηση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ Α.Ε. για αναίρεση της 167/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 1§1, 2§1, 3 ν. 1418/1984, όπως αντικ. με άρθρο 96§7 ν. 1892/1990 και 1§2 ν. 2229/1994, σε συνδ. με 71,914, 922, 932 ΑΚ. Προϋποθέσεις ευθύνης ν.π.δ.δ. (α.ε.) που διαδέχονται εκ του νόμου το Ελ. Δημόσιο στις υποχρεώσεις του για εκτελούμενο δημόσιο έργο, άνω των 26.000.000.000 δρχ. όταν ο τεχνικός σύμβουλος κατασκευής που προσέλαβε η α.ε. δεν άσκησε δέουσα επίβλεψη για λήψη μέτρων ασφαλείας αποτροπής κινδύνου ζημιών σε γειτονικές οικοδομές τρίτων από χρησιμοποιούμενες για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού εκρηκτικές ύλες, των οποίων χρήση έκανε, για τμήμα της οδού που κατασκεύαζε άλλη εταιρία, εφόσον το δικαίωμα επίβλεψης και υπόδειξης ληπτέων μέτρων ασφαλείας είχε η αναιρεσείουσα-εναγομένη (διά του προσληφθέντος τεχνικού συμβούλου της) κατά τις παραδοχές του Εφετείου. Δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, εν όψει αυτών των παραδοχών του Εφετείου, οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ορθώς έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης αρ. 1, 19, 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..
null
null
0
Αριθμός 295/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βάγια. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" (δυνάμει του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3943/2011), η οποία είχε υποκαταστήσει την εκκαθαρισθείσα ανώνυμη εταιρεία (αρχική διάδικο) "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ (ΟΕΟΑ) - ΑΘΗΝΑ 2004 ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΘΗΝΑ 2004". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο τις ως άνω μεταβολές της. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3092/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3907/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή, καθώς και εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρµόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευομένη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Τέτοια παραβίαση μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν οι ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο, που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι με το άρθρο 2 του ν. 2598/1998, συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ "ΑΘΗΝΑ 2004", με σκοπό την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στην Αθήνα, μετά την διεξαγωγή των οποίων λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση, με την 14/16-5-2005 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, στη θέση της δε υπεισήλθε η εκκαλούσα, ως διάδοχος της, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2 του Ν. 3606/2007. Στα πλαίσια της ασκήσεως των δραστηριοτήτων της και προς επίτευξη του σκοπού της η ως άνω εταιρεία προέβαινε στην πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού µε συµβάσεις αορίστου χρόνου µέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2833/2000 (30-6-2000), που επέβαλε τη σύναψη συµβάσεων αποκλειστικά ορισµένου χρόνου. Με την από 1-6-2000 έγγραφη σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ο εκκαλών προσλήφθηκε από την, ως άνω, ανώνυµη εταιρεία, προκειμένου να εργασθεί στα πλαίσια του σκοπού αυτής και συγκεκριμένα για την οργάνωση της τέλεσης των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, απασχολήθηκε, δε, από 24-7-2000, µε την ειδικότητα του Διευθυντή Διαπίστευσης, αντί συμφωνημένων µηνιαίων αποδοχών 1.950.000 δρχ., ή 27.300.000 δρχ. ετησίως (όρος 3 της σύµβασης). Σύµφωνα µε τον όρο 7 της εν λόγω σύµβασης, σε περίπτωση καταγγελίας της σύµβασης από τον εργοδότη, για λόγο µη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του µισθωτού και εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει στην υπηρεσία του εργοδότη τουλάχιστον 6 µήνες, θα δικαιούται αποζημίωσης ίσης προς τις αποδοχές ενός έτους, ενώ σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου "... (ενδεικτικώς, υπαίτια αθέτηση από το μισθωτό των συμβατικών του υποχρεώσεων), το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως δεν δύναται να είναι ανώτερο του εκάστοτε νοµίµου για άτακτη καταγγελία συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ...". Ο εκκαλών προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη, απασχοληθείς µε την ως άνω ειδικότητα του από 24-7-2000, συνεχώς, µέχρι και το τέλος των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών αγώνων (30-9-2004), στη συνέχεια, δε, απασχολήθηκε µε τη σύνταξη έκθεσης πεπραγμένων της Διεύθυνσής του προς τη Δ.Ο.Ε. µέχρι τις 31-12-2004, οπότε έληξε η εργασιακή του σύµβαση, µετά από τακτική καταγγελία της, εκ µέρους της εφεσίβλητης. Ειδικότερα η τελευταία, µε την από 29-9-2004 έγγραφη καταγγελία της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τού εκκαλούντος, προκειμένου να ισχύσει µετά τρίµηνο, δηλαδή την 31-12-2004. Κατά την ημερομηνία αυτή ο εκκαλών αποχώρησε από την εταιρεία και εισέπραξε, επιφυλασσόμενος των δικαιωµάτων του, αποζημίωση απολύσεως σύµφωνα µε το νόµιµο ύψος αποζημίωσης από άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ποσού 14.560 €. Η καταγγελία αυτή από την εφεσίβλητη έγινε ενόψει της λήξης των Ολυμπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων (30-9-2004), των οποίων η διενέργεια αποτελούσε τον αποκλειστικό σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί αυτή και εξαιτίας του γεγονότος, ότι εξέλιπε πλήρως και ολοσχερώς το αντικείμενο εργασίας του εκκαλούντος, που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το σκοπό της εταιρίας. Ο λόγος αυτός αποτελεί, κατά την έννοια του ως άνω όρου 7 εδ. β' της σύμβασης εργασίας, σπουδαίο λόγο, δεδομένου ότι, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και τις ιδιαίτερες περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, ως επαχθής για την εφεσίβλητη και συνεπώς η καταβληθείσα από την εφεσίβλητη αποζημίωση έπρεπε να καθορισθεί στο ύψος της νόμιμης για άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως όριζε ο συμβατικός αυτός όρος. Το γεγονός ότι ο σπουδαίος αυτός λόγος δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία, που επέδωσε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα, δεν προσβάλλει το κύρος αυτής, αφού, δεν ήταν απαραίτητη από το νόμο η γνωστοποίηση σ' αυτόν του σπουδαίου λόγου, που την προκάλεσε, αλλά ούτε και από τη σύμβαση επιβαλλόταν τέτοια αναγραφή. Επίσης, η μη αναγραφή του σπουδαίου λόγου λύσεως της ένδικης εργασιακής συμβάσεως στο πρακτικό της 315ης (222ης) συνεδρίασης στις 10-9-2004 του Δ.Σ. της εκκαλούσας, κατά την οποία αποφασίσθηκε να προειδοποιηθούν "... (τακτική καταγγελία) άμεσα οι παρακάτω εργαζόμενοι µε συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (µεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος), ώστε να λυθούν οι συµβάσεις τους, µε το μικρότερο δυνατό οικονοµικό κόστος (αποζηµιώσεις) για την Εταιρεία...", δεν ανταποδεικνύει ότι η λήξη των Ολυµπιακών Αγώνων δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της ένδικης συµβάσεως εργασίας. Πάντως ο εκκαλών γνώριζε προφορικά από την εφεσίβλητη το λόγο της απόλυσής του, ο οποίος, άλλωστε, ήταν εκ των πραγμάτων αυτονόητος, αφού, κατά το χρόνο που καταγγέλθηκε η σύµβαση εργασίας του, είχαν λήξει οι Ολυµπιακοί και Παραολυµπιακοί Αγώνες και δεν είχε αντικείµενο εργασίας, πέραν της συντάξεως της προαναφερόμενης εκθέσεως πεπραγμένων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τους συναφείς λόγους εφέσεως και την τελευταία στο σύνολο της. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, με πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες σαφώς δέχεται ότι 1) με το άρθρο 2 του ν. 2598/1998, συνεστήθη η αναιρεσίβλητη με σκοπό την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δηλαδή ότι είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια, 2) με την, από 1-6-2000, έγγραφη σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την ως άνω ανώνυµη εταιρεία, μόνο για την οργάνωση της τέλεσης των Ολυµπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, και ότι η λύση της συμβάσεως του θα επερχόταν με την λήξη των αγώνων αυτών 3) ο αναιρεσείων γνώριζε προφορικά από την αναιρεσίβλητη το λόγο της απόλυσής του, ο οποίος, άλλωστε, ήταν εκ των πραγμάτων αυτονόητος, αφού, κατά το χρόνο που καταγγέλθηκε η σύµβαση εργασίας του, είχαν λήξει οι Ολυµπιακοί και Παραολυµπιακοί Αγώνες και δεν είχε αντικείµενο εργασίας, πέραν της συντάξεως της προαναφερόμενης εκθέσεως πεπραγμένων 4) σε περίπτωση καταγγελίας της σύµβασης από τον εργοδότη για λόγο, µη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει στην υπηρεσία του εργοδότη τουλάχιστον 6 µήνες, θα δικαιούται αποζημίωσης ίσης προς τις αποδοχές ενός έτους, ενώ σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου " ... (ενδεικτικώς, υπαίτια αθέτηση από το μισθωτό των συµβατικών του υποχρεώσεων), το ύψος της καταβλητέας αποζηµιώσεως δεν δύναται να είναι ανώτερο του εκάστοτε νοµίµου για άτακτη καταγγελία συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ...", 5) δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, ως επαχθής για την αναιρεσίβλητη και συνεπώς η καταβληθείσα από την εφεσίβλητη αποζημίωση έπρεπε να καθορισθεί στο ύψος της νόμιμης για άτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως όριζε ο συμβατικός αυτός όρος και 6) αν και ο παραπάνω λόγος της λήξης των αγώνων δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία, όμως, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η λήξη των αγώνων, (30-9-2004), θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο, που αναφέρεται στη σύμβαση και ο οποίος, κατά τις παραδοχές της, δικαιολογεί την μη καταβολή της αιτουμένης αποζημίωσης, ενόψει του ότι κρίσιμο θέμα για την επιδίκαση της ή μη, είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, σαφώς, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς το σημείο αυτό (δηλαδή την ύπαρξη σπουδαίου λόγου) κρίση του, αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών στην από 1-6-2000 σύμβαση εργασίας και ειδικότερα, ως προς την έννοια του σπουδαίου λόγου, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να εφαρμόσει, προς εύρεση της, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, την ύπαρξη κενού και ασάφειας, ως προς την έννοια του σπουδαίου λόγου που προαναφέρθηκε και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς άρση του κενού και της ασάφειας, είναι αβάσιμος. Ύστερα από την εκτεθείσα κρίση του Εφετείου, για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο ανωτέρω έγγραφο, καθίσταται αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, συνισταμένης α) στην έλλειψη κάποιας παραδοχής ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στο παραπάνω έγγραφο, ή αναφοράς πραγματικών περιστατικών, με τα οποία να εξειδικεύονται οι αόριστες νομικές έννοιες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ως προς την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλόμενων στο ίδιο έγγραφο και β) στην ύπαρξη αντιφάσεων. Δεδομένου δε ότι το Εφετείο, κρίναν ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη παραπάνω σύμβαση, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, εκ του ότι, με βάση τα κριτήρια που επιτάσσονται από τις διατάξεις αυτές, για αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων, την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τις εκτεθείσες παραδοχές του, έπρεπε να καταλήξει στην κρίση, ότι στην επίδικη σύμβαση δεν περιλαμβανόταν ως σπουδαίος λόγος η λήξη των αγώνων που προαναφέρθηκαν. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι δεν καθορίζεται μ' αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, ότι στο έγγραφο καταγγελίας της, μεταξύ των, σύμβασης εργασίας, το οποίο του επέδωσε η αναιρεσίβλητη, δεν αναφέρεται ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο έγινε η καταγγελία. Το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι "το γεγονός ότι ο σπουδαίος αυτός λόγος δεν αναγράφηκε στην έγγραφη καταγγελία που επέδωσε η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα, δεν προσβάλλει το κύρος αυτής, αφού, δεν ήταν απαραίτητη από το νόμο η γνωστοποίηση σ' αυτόν του σπουδαίου λόγου που την προκάλεσε, αλλά ούτε και από τη σύμβαση επιβαλλόταν τέτοια αναγραφή". Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνη το άρθρου 288 ΑΚ. Επομένως ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, με την επίκληση ότι στο έγγραφο καταγγελίας της μεταξύ των σύμβασης εργασίας δεν αναφέρεται ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 19-1-2011, αίτηση του Ε. Τ., για αναίρεση της 3907/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως με ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, τότε αυτοί κατισχύουν. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Δεν επιβάλλεται στον καταγγέλλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της καταγγελίας.
null
null
0
Αριθμός 297/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΝΟΜΟΥ ΔΡΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Ζ., ως Προέδρου του ΔΣ της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, κατοίκου Δράμας. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τέταρτος, στο σύνολό του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις προσκομιζόμενες, με αριθμό 9329(β)/16-6-2011 και 9443(β)/8-9-2011, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας, ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης, από 18-8-2010, αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, της 10-1-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.Α.Κ.) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμά της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Δηλαδή βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου, ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του. Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γιαυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων ...". "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας". Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων Υπεραστικών Γραμμών Ν. Δράμας, Ανώνυμος Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.", ως συγκοινωνιακός φορέας παροχής συγκοινωνιακού έργου έχει συσταθεί νομότυπα και λειτουργεί σε εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 1, 2, 3 και 22 του ν. 2963/2001. Προέρχεται δε από τη μετατροπή του άλλοτε συγκοινωνιακού φορέα µε την επωνυµία "Κοινό Ταµείο Εισπράξεων Λεωφορείων Κ.Τ.Ε.Λ. Υπεραστικών Γραµµών Ν. Δράµας Ανώνυµος Εταιρία". Η άνω εναγοµένη εκπροσωπούμενη από το νόµιµο εκπρόσωπό της συνήψε µε τον ενάγοντα την από 1-2-2002 σύµβαση, υπό τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό-σύµβαση έργου µε προμήθεια". Η σύµβαση αυτή περιελάμβανε τους ακόλουθους, κατά βάση, όρους: α) ο ενάγων ανέλαβε την έκδοση των εισιτηρίων, για λογαριασµό της πρώτης εναγομένης, στο πρακτορείο αυτής στη Θεσσαλονίκη, για τους επιβάτες των λεωφορείων της που προτίθεντο να µετακινηθούν µε κατεύθυνση τη Δράµα και την Αθήνα, τη δρομολόγηση των λεωφορείων αυτής, που εκκινούν από το άνω πρακτορείο µε τελικό προορισµό την πόλη της Δράµας και της Αθήνας, την παραλαβή και αποστολή των ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης κάθε αναχωρούντος και αφικνούμενου λεωφορείου, β) ο ενάγων θα προσέφερε τις υπηρεσίες του στο άνω πρακτορείο από ώρα 06.00' συνεχώς µέχρι ώρα 22.30' κάθε ηµέρα, γ) η διάρκεια της σύµβασης ορίστηκε από 1-2-2002 έως 31-12-2002, δ) η µηνιαία αµοιβή καθορίστηκε σε ποσοστό 2,80% (επί του αντιτίµου των εκδιδομένων αποκλειστικά από το πρακτορείο της Θεσσαλονίκης εισιτηρίων) και η πληρωµή του ενάγοντος θα εγίνετο µε την έκδοση έγγραφης απόδειξης παροχής υπηρεσιών, ε) ο ενάγων είχε δικαίωµα πρόσληψης βοηθητικού προσωπικού για την ανάθεση οποιαδήποτε εργασίας, αυτό όµως (προσωπικό) θα τελούσε σε σχέση εξάρτησης µε τον ενάγοντα, αποκλειστικά, ο οποίος θα ευθύνετο έναντι του ΚΤΕΛ για τις πράξεις και παραλείψεις του, το δε ΚΤΕΛ δεν θα έφερε καµία ευθύνη, όσον αφορά την αµοιβή ή την ασφαλιστική κάλυψη του βοηθητικού προσωπικού, στ) τα έξοδα λειτουργίας του πρακτορείου θα βάρυναν το ΚΤΕΛ, πλην αυτών της τηλεφωνικής γραµµής, τα οποία θα βάρυναν αυτό µέχρι του ποσού των 88 ευρώ, το δε επί πλέον θα βάρυνε τον ενάγοντα, ζ) ο ενάγων θα κατέθετε τις εισπράξεις καθημερινά µετά το πέρας της 24ωρης βάρδιας, η) οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις πάσης φύσεως προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισµό για προσωπική ασφαλιστική κάλυψη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ευθύνη έναντι των φορολογικών υποχρεώσεων του ενάγοντος θα βάρυναν αυτόν εξ' ολοκλήρου και ζ) ο ενάγων θα κατέθετε εγγυητική επιστολή ποσού 8.804,11 ευρώ, άµεσα απαιτητή από την πρώτη εναγοµένη, σε περίπτωση παράβασης κάποιου όρου της σύµβασης, η οποία θα είχε την έννοια της "αναπόδεικτου ποινικής ρήτρας". Μετά τη λήξη της άνω σύµβασης, µεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν επίσης ορισµένου χρόνου συµβάσεις, για τις χρονικές περιόδους από 1-2-2003 έως 31-12-2003, από 1-1-2004 έως 31-12-2004, από 1-1-2005 έως 31-12-2005 και από 10-1-2006 έως 31-12-2006, υπό τον ίδιο τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό-σύµβαση έργου µε προμήθεια" πλην της τελευταίας, που φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό". Στις εν λόγω µεταγενέστερες έγγραφες συµβάσεις καθορίστηκε το ύψος της προµηθείας του ενάγοντος, αντίστοιχα, σε ποσοστό 3% επί του αντιτίµου των εκδιδομένων αποκλειστικά από το πρακτορείο της Θεσσαλονίκης εισιτηρίων και ελάχιστο όριο το ποσό των 2.054,29 ευρώ και µέγιστο το ποσό των 2.641,23 ευρώ, για τις περιόδους από 1-2-2003 έως 31-12-2003 και από 1-1- 2004 έως 31-12-2004 και σε ποσοστό 1,5% (επί του προαναφερομένου αντιτίµου εισιτηρίων) και ελάχιστο όριο το ποσό των 1.027,15 ευρώ και µέγιστο το ποσό των 1.320,62 ευρώ για τις περιόδους από 1-1-2005 έως 31-12-2005 και από 10-1-2006 έως 31-12-2006, ενώ η πρώτη εξ αυτών (σύµβαση περιόδου από 1-2-2003 έως 31-12-2003) καταρτίστηκε και µε επιπλέον συμβαλλόμενο τον Ε. Κ.. Ο ενάγων µε βάση τις άνω συµβάσεις προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγοµένη µέχρι την 7-3-2006, οπότε η τελευταία µε την από 3-3-2006 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε σ' αυτόν στις 7-3-2006, κατήγγειλε την τελευταία σύµβαση (περιόδου από 10-1-2006 έως 31-12-2006), σύμφωνα με τον 14ο όρο αυτής, επικαλούμενη υπαίτια εκ μέρους του παράβαση των όρων αυτής και ζήτησε την παράδοση του ταμείου εντός δύο ημερών, παράλληλα δε, δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, όπως και έπραξε. Στα πλαίσια των εν λόγω συμβάσεων ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη, οι οποίες αφορούσαν την έκδοση εισιτηρίων για τους επιβάτες των λεωφορείων της, που θα μετακινούνταν προς Δράμα και Αθήνα και την παρακολούθηση των λεωφορείων για τη σωστή εκτέλεση των δρομολογίων με τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, με αμοιβή, για τις υπηρεσίες του αυτές, την ως άνω καθορισθείσα. Ο ενάγων δεν ασφαλίστηκε στο ΤΕΒΕ, ως ελεύθερος επαγγελματίας (εκδότης εισιτηρίων), διότι ως αυτοκινητιστής και μέτοχος της πρώτης εναγομένης ήταν ασφαλισμένος στο ΤΣΑ, παρέμεινε δε ασφαλισμένος στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην πρώτη εναγομένη. Κατά τους όρους των εν λόγω συμβάσεων, ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο πρακτορείο της πρώτης εναγομένης στο Σταθμό ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της Θεσσαλονίκης, καθημερινά, από ώρα 06.00' έως 22.30', για να υποδέχεται και επιμελείται της άφιξης και αναχώρησης των δρομολογίων. Κατά την άφιξή του και την αναχώρησή του από την εργασία του δεν υπέγραφε σε σχετικά βιβλία που τηρούντο για του εργαζομένους µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας στην πρώτη εναγοµένη, ενώ, για την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, χρησιμοποιούσε ορισµένες φορές και βοηθητικό προσωπικό της επιλογής του, κατά τους όρους της µεταξύ τους σύµβασης. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν τελούσε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο της πρώτης εναγομένης, ο µόνος δε έλεγχος που αυτή ασκούσε συνίστατο στην είσπραξη και κατάθεση των ποσών που αυτός εισέπραττε από την πώληση των εισιτηρίων. Πέρα από τον έλεγχο αυτό η πρώτη εναγοµένη δεν ασκούσε άλλο έλεγχο ή εποπτεία, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του. Η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στο πρακτορείο της πρώτης εναγομένης στο Σταθµό ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και µάλιστα σε χώρο και χρόνο καθορισμένο από αυτήν ήταν αναγκαία από τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας για την καλλίτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την εκτέλεση των δρομολογίων των λεωφορείων µε βάση τις ώρες αναχώρησης και άφιξης του πρώτου και τελευταίου δρομολογίου, πλην όµως, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος ο ενάγων δεν ευρίσκετο συνεχώς στο χώρο του πρακτορείου, παρά µόνο όταν εξυπηρετούσε την έλευση ή αναχώρηση λεωφορείου. Για την πληρωµή της αμοιβής του ο ενάγων εξέδιδε ισόποσα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., τα οποία έφεραν έντυπη σημείωση με λεπτομερή στοιχεία αυτού και ειδικότερα: "Σ. Λ. - Εκδότης εισιτηρίων - 28ης Οκτωβρίου 87 - Αμπελ/ποι ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Αμπελ/πων". Η πρώτη εναγομένη ουδέποτε προέβη στην ασφάλιση του ενάγοντος στο ΙΚΑ, όπως είχε πράξει για όλους τους άλλους μισθωτούς της, χαρακτηρίζοντας έτσι ευθέως, τη σύμβαση ως σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, ούτε και στην καταβολή προς αυτόν επιδομάτων εορτών ή στη χορήγηση αδείας ή επιδόματος αδείας, ενώ δεν προέκυψε διαμαρτυρία του ενάγοντος για την αντιμετώπιση αυτή μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στις 7-3-2006. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η σύναψη των άνω διαδοχικών συµβάσεων των διαδίκων, µε αντικείµενο την άσκηση πρακτορείας, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και τη δρομολόγηση των λεωφορείων της πρώτης εναγομένης µε τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, την παραλαβή και αποστολή ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης των λεωφορείων, που εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια, η πληρωµή του ενάγοντος µε προσκομιδή στο ταµείο της πρώτης εναγομένης τιµολογίου παροχής υπηρεσιών, η µη ασφάλισή του στο ΙΚΑ, η µη καταβολή σ' αυτόν επιδομάτων εορτών ή επιδόματος αδείας χωρίς διαμαρτυρία του, η µη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η µη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο και το χρόνο από την τελευταία, προσιδιάζει σε σύµβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών για κάθε µια από αυτές και όχι σε σύµβαση παροχής εξαρτηµένης εργασίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, για τις συµβάσεις των περιόδων από 1-2-2003 έως και 31-12-2006, υπέβαλε µέσα στην προθεσμία του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 2639/1998 προς την Επιθεώρηση Εργασίας την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό αναγγελία για το περιεχόµενο αυτών (συµβάσεων), ενώ για τη σύµβαση της περιόδου από 1-2-2002 έως 31-12-2002, για την οποία δεν προέκυψε η υποβολή σχετικής αναγγελίας, το µαχητό τεκμήριο, ότι υποκρύπτεται στη µεταξύ των διαδίκων συµφωνία σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, καταρρίφθηκε από την ανταπόδειξη που έγινε στον πρώτο βαθµό από την πρώτη εναγοµένη, όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι συµβάσεις που συνέδεαν τα µέρη πρέπει να χαρακτηρισθούν, σύµφωνα και µε τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, όχι ως συµβάσεις παροχής εξαρτηµένης εργασίας ή, λόγω µη τήρησης των νοµίµων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, αλλά, ως συµβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στις οποίες δεν έχουν εφαρµογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας και αυτές των άρθρων 663 επ. του ΚΠολΔ, που αφορούν την επίλυση των διαφορών µε την καθοριζόμενη απ' αυτές ειδική διαδικασία και, συνεπώς, η αγωγή, κατά τις επικουρικές βάσεις της (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη) είναι ουσιαστικά αβάσιµη και απορριπτέα. Με τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε ότι οι συμβάσεις, που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, το Εφετείο απέρριψε, κατ' ουσία, τις παραπάνω επικουρικές βάσεις της αγωγής, με την οποίες ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η αρχική σύμβαση με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διαφορετικά απλή σχέση εργασίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή, ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα συμβάσεις με το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ είναι συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή, λόγω μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ και 8 του ν. 2112/1920, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης (όσον αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη των επικουρικών βάσεων της αγωγής) διότι, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων από τους διαδίκους με αντικείμενο την άσκηση πρακτορείας, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και τη δρομολόγηση των λεωφορείων, µε τους προορισμούς που προαναφέρθηκαν, την παραλαβή και αποστολή ασυνόδευτων δεµάτων και την επιµέλεια της φόρτωσης, αναχώρησης, εκφόρτωσης και στάθμευσης των λεωφορείων, που εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια, η πληρωμή του αναιρεσείοντος (πράκτορος) με προσκομιδή στο ταμείο του ΚΤΕΛ τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο και το χρόνο από το ΚΤΕΛ, κατά την έννοια που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, προσιδιάζει, σε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Η παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στο σταθμό του ΚΤΕΛ και μάλιστα σε χώρο καθορισμένο από αυτό, ήταν αναγκαία από τα πράγματα, αφού έτσι γινόταν πολύ καλλίτερη η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευομένη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι συµβάσεις που καταρτίστηκαν και συνέδεαν τα µέρη πρέπει να χαρακτηρισθούν, όχι ως συµβάσεις παροχής εξαρτηµένης εργασίας ή, λόγω µη τήρησης των νοµίµων διατυπώσεων, απλές σχέσεις εργασίας, αλλά, ως συµβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Από την παραδοχή αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ' αυτές και γιαυτό δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟΛ.ΑΠ. 8/2005). Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β, πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί, αναιτιολογήτως, να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει την αληθή έννοια της εξαρτημένης εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν τα υπήγαγε στον κανόνα της εξαρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττεται απαραδέκτως η, επί της ουσίας, ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι συνδέεται με την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ότι προσελήφθη από την εναγομένη για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της, ότι αυτές προηγουμένως κάλυπταν δυο τακτικοί υπάλληλοι της, ότι η εναγομένη υπέγραψε συμβάσεις και με άλλον εργαζόμενο, ότι υφίστατο νομική και προσωπική εξάρτηση μεταξύ των διαδίκων, ότι είχε όλα τα προσόντα του εκδότη εισιτηρίων και εκτελούσε την εργασία αυτή, ότι ήταν υποχρεωμένος να δέχεται καθημερινά τον έλεγχο της αναιρεσίβλητης, ότι προσλήφθηκε από το ΔΣ της, ότι οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις κατά το χρόνο πρόσληψης του ήταν κενές, ότι τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία του κανονισμού, πριν την καταγγελία της σύμβασης, ότι τα ΚΤΕΛ χρησιμοποιούν τις συμβάσεις πρακτόρευσης, αποκλειστικά μετά την έναρξη ισχύος του ν.2963/2001,όλως καταχρηστικά. Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τα πράγματα, που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή, προκύπτει, σαφώς, ότι τους ισχυρισμούς αυτούς έλαβε υπόψη του και τους απέρριψε. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής του ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, την 1-2-2002 και έκτοτε με τις παραπάνω τέσσερις συμβάσεις, που συνήφθησαν στις 1-2-2003, 1-1-2004, 1-1-2005 και 10-1-2006 και χαρακτηρίστηκαν από τους διαδίκους, είτε ως συμβάσεις έργου είτε ως συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως, υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι παρείχε, συνεχώς, την εργασία του στην πρώτη εναγομένη, απασχολούμενος ως εκδότης εισιτηρίων στο πρακτορείο αυτής στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την 7-3-2006, κατά την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση. Ότι οι ένδικες συμβάσεις του, από την έναρξή τους, κατ' επίφαση, ήταν ορισμένου χρόνου, ενώ από την αρχή ήταν αορίστου χρόνου, διότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης, καταρτίστηκαν δε ως ορισμένου χρόνου, σκοπίμως, προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας τους. Με βάση αυτά ζήτησε, μεταξύ των άλλων, 1) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κυρίως ως εξυπηρετών πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτής εξ υπαρχής, άλλως (επικουρικά), διότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Π.Δ. 81/2003, από την έναρξη ισχύος αυτού (2-4-2003), 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασής του, και 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν: α)το ποσό των 3.081,45 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας τριών μηνών, β) να τον κατατάξουν στις υφιστάμενες κενές θέσεις προσωπικού στο πρακτορείο Θεσσαλονίκης ή αυτές που στο μέλλον θα συσταθούν και γ) να αποδέχονται τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 17/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, και το Εφετείο Δράμας με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αγωγή, ως προς τη μεταβιβασθείσα στο Δικαστήριο αυτό βάση της αναγνώρισης, ότι οι αναφερόμενες και υποκρυπτόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες συνήψε με την πρώτη εναγομένη, συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ του ότι με την παρασχεθείσα εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της άνω εναγομένης, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, υπό την έννοια ότι, και αν τα ανωτέρω περιστατικά είναι αληθή, δεν παρέχεται στον ενάγοντα η αιτούμενη έννομη προστασία. Με τους συναφείς, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι, κατά την παραπάνω βάση της, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ΠΔ 103/1973 και 229/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και του ΠΔ 81/1983, όπως αντ. από το ΠΔ 140/2004. Όμως, αφού, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέοι, διότι, αναγκαία προϋπόθεση της ευδοκίμησης της αγωγής, ως προς την βάση της αυτή, είναι η ύπαρξη, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης εργασίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι ερημοδίκησαν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 18-8-2010 αίτηση αναιρέσεως της 194/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αν παραλείψει να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά. Αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτές των ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται στη σύμβαση αορίστου χρόνου προβάλλονται αλυσιτελώς.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 279/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζουμάνη, περί αναιρέσεως της 52365/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1226/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να Παύσει Οριστικά η Ποινική Δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, η ύπαρξη του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 170 παρ.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1,2, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο Δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1,2,3 του Ποινικού Κώδικα, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων. Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 339,340, 343 και 349 παρ. 1,2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καλείται και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Εφ' όσον όμως κατ' αυτήν δεν εμφανίστηκες και δικάστηκε ερήμην, μπορεί να προταθεί στο εφετείο με λόφο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αν είναι βάσιμος να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ). Εξάλλου, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 § 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία (3) έτη. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β1, 370 εδ. β' και 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως, αν όμως η επίδοση της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την 34.606/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε ερήμην ως άγνωστης διαμονής και κηρύχθηκε ένοχος διενέργειας οικοδομικών εργασιών χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στις 10.5.2003 στην Κερατέα Αττικής και επί της οδού ... κειμένη οικοδομή του. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε εκπροθέσμως την 12.168/2009 έφεση, με την οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως, εκτός από τον λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προέβαλε και ότι δεν έλαβε γνώση του κλητήριου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί του κοινοποιήθηκαν σαν να ήταν άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός διέμενε σε γνωστή διεύθυνση, την οποία προσδιορίζει, όπου έπρεπε να γίνει η επίδοση για να είναι έγκυρη. Ειδικότερα, αναζητήθηκε στην ... και δη στην οδό ... αριθ. 34, παρότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στον ..., στην οδό ... αρ. 24 - 26. Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας την πιο πάνω έφεση, με την 52.365/2010 απόφαση του δέχτηκε, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, την ανωτέρω έφεση με την εξής αιτιολογία: "Η ερήμην εκδοθείσα 34606/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε ακύρως επιδοθεί στην ... και δη στην οδό ... αρ. 34, διότι στις 5.10.2007, όταν επιδόθηκε αυτή από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, προέκυψε από το Ζ05/14920/4.9.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ότι ήταν γνωστή στην ανωτέρω υπηρεσία η διεύθυνση του αναιρεσείοντος στον ... και ως εκ τούτου εκεί έπρεπε να επιδοθεί". Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως άνω ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος, αλλά και των αυτοτελή ισχυρισμό του περί παραγραφής του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 3.2.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του δικ. επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 3.2.3006 με τις διατάξεις περί επιδόσεων σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής, αφού προηγουμένως αυτός αναζητήθηκε στην αναφερόμενη στην από 25.8.2003 έκθεση μηνύσεως του αστυνομικού Θ. Ζ. διεύθυνση του, επί της οδού ... αρ. 34 στην ... και βεβαιώθηκε ότι είναι απών και αγνώστου διαμονής. Ο εκκαλών, κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν κάτοικος ... και επί της οδού ... αρ. 24 - 26, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η διεύθυνση του αυτή δεν ήταν γνωστή, κατά τον χρόνο της επίδοσης, στην αρχή που την παρήγγειλε αυτήν, ήτοι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (από το αναγνωσθέν Ζ05/14920/4.9.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο κατηγορούμενος κλήθηκε για να δικασθεί για άλλη πράξη στην ορθή ως άνω διεύθυνση του επί της οδού ... 24 - 26 στο ν ..., προκύπτει γνώση της πραγματικής διεύθυνσης του εκ μέρους της αρχής, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι το πρώτον την 4.9.2006). Επομένως, η επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος ήταν έγκυρη και εφόσον έγινε εντός της πενταετίας, επέφερε την αναστολή της παραγραφής, επί τρία ακόμη έτη (άρθρο 113 παρ. 3 Π.Κ.), τα οποία δεν έχουν παρέλθει, και πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής της υπόθεσης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως, βάσει του κλητηρίου θεσπίσματος που του είχε επιδοθεί "ως άγνωστης διαμονής", και τον κήρυξε ένοχο της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 18 του Νόμου 1337/83 και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών. Με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για άκυρη επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, διότι δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά τη διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, με βάση τα οποία κατέληξε στην ως άνω κρίση του, στερώντας αυτήν νόμιμης βάσεως με τις πιο κάτω εκτιθέμενες ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ως εμπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση, με το σκεπτικό ότι "η ερήμην εκδοθείσα 34.606/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε ακύρως επιδοθεί στον Δήμο Αργυρούπολης Αττικής με τη διαδικασία των επιδόσεων σε "αγνώστου διαμονής" πρόσωπα, διότι στις 5.10.2007, όταν επιδόθηκε αυτή από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών προέκυψε από το Ζ05/1420/4.9.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ότι ήταν γνωστή στην ανωτέρω υπηρεσία η διεύθυνση του αναιρεσείοντος στον ... και ως εκ τούτου εκεί έπρεπε να επιδοθεί", εντούτοις, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό που αναιρεσείοντος, που αναφερόταν στην ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, που του επιδόθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2006 με τις διατάξεις για επιδόσεις σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, δέχεται αντιφατικώς ότι "από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η διεύθυνση του αυτή ήταν γνωστή, κατά τον χρόνο της επίδοσης, στην αρχή που την παρήγγειλε αυτήν, ήτοι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και ότι από το αναγνωσθέν Ζ05/14920/4.9.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο κατηγορούμενος κλήθηκε για να δικασθεί για άλλη πράξη στην ορθή ως άνω διεύθυνση του επί της οδού ... 24 - 26 στον ..., προκύπτει γνώση της πραγματικής διεύθυνσης του εκ μέρους της αρχής, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι το πρώτον την 4.9.2006". Η αντίφαση είναι προφανής, διότι από αυτό το προαναφερθέν Ζ05/14920/4.9.2006 κλητήριο θέσπισμα προκύπτει ότι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ήταν γνωστή η διεύθυνση του αναιρεσείοντος από το έτος 2005 τουλάχιστον και όχι από τις 4 Σεπτεμβρίου 2006, ήτοι από την υπογραφή του, διότι μετά τον κωδικό "Ζ" οι κωδικοί αριθμοί "05" δηλώνουν το έτος 2005. Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό ότι εάν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση, εντούτοις δεν διευκρινίζεται στην απόφαση εάν η αναγραφόμενη στην από 25 Αυγούστου 2003 προφορική μήνυση του αστυνομικού Θ. Ζ. διεύθυνση, επί της οδού ... 34, στην ..., που θεωρήθηκε τόπος κατοικίας του αναιρεσείοντος, προέκυψε από πληροφόρηση, την οποία είχε από τον κατηγορούμενο ο ανωτέρω αστυνομικός. Και είναι απαραίτητη αυτή η διευκρίνιση, αφού από την επισκόπηση της παραπάνω μηνύσεως και του προαναφερθέντος κλητήριου θεσπίσματος φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος καταμηνύεται από όργανα του ίδιου Αστυνομικού Τμήματος της Κερατέας Αττικής, που αναγράφουν επί των μηνύσεων (που απέχουν μεταξύ τους ελάχιστα) διαφορετικούς τόπους ως κατοικία του. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω, και με το δεδομένο ότι η πράξη για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, φέρεται ότι έχει τελεσθεί στις 21 Αυγούστου 2003 και η γενόμενη προς τον αναιρεσείοντα επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος ως άγνωστης διαμονής εχώρησε ακύρως, η δε σχετική ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί, το δε έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων είναι πλημμέλημα, το αξιόποινο αυτού έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον ως άνω χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε μέχρι την 25η Ιανουαρίου 2011, ημέρα που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής για πλημμελήματα, χωρίς να υπολογίζεται χρόνος αναστολής, αφού δεν είχε αρχίσει η κύρια διαδικασία, λόγω της μη έγκυρης επιδόσεως του κλητήριου θεσπίσματος. Μετά από αυτά θα πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως βάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 52365/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., του ότι στο Βρωμοπούσι Κερατέας στις 21.8.2003 με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του αυτή προέβη στην κατασκευή πλάκας β' ορόφου διαστάσεων 10Χ12Χ3Μ από μπετόν αρμέ, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Δέχεται την αίτηση και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 278/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αιμιλίας Λίτινα, Αρεοπαγίτη), σύμφωνα με την 8/12.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24.1.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαβασιλείου περί αναιρέσεως της με αριθμό 1024/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1163/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τον χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή, οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση που δεν ασκήθηκε προσφυγή πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής του παραβάσεως, που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή σε περίπτωση ασκήσεώς της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ρύθμιση, ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, δε προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε, σε περιπτώσεις που ασκείται προσφυγή από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την 1024/2010 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική ποινή προς δέκα ευρώ (10€) ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικότερα κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στη Λάρισα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 31.1.2006, ως Διευθύνων εντεταλμένος Σύμβουλος της εταιρείας "ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ" με έδρα τη Λάρισα, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμό 7/2006 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Γ' ΔΟΥ Λάρισας και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλαν στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των 123.621,47 ευρώ, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στη Γ ΔΟΥ Λάρισας σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες, δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών (έπεται πίνακας χρεών)". Για να καταλήξει το Δικαστήριο της ουσίας στην ως άνω καταδικαστική απόφαση, δέχθηκε ειδικότερα ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την κατάθεση του μάρτυρος προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος "στη Λάρισα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 31.1.2006, ως Διευθύνων εντεταλμένος Σύμβουλος της εταιρείας "ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ" με έδρα τη Λάρισα, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμό 7/2006 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Γ' ΔΟΥ Λάρισας και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλαν στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των 123.621,47 ευρώ, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στη Γ ΔΟΥ Λάρισας σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες, δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών (έπεται πίνακας χρεών). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου - εκκαλούντος ότι το με αριθμό 2 χρέος του κατηγορητηρίου έχει παραγραφεί πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την 31.1.2003, που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 11.11.2008, που επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο δεν παρήλθε πενταετία. Περαιτέρω, όσον αφορά το με αριθμό 3 του πίνακα χρεών χρέος, ποσού 4805,55 ευρώ, η πρώτη δόση του οποίου κατέστη ποινικά αξιόποινη στις 30.12.2008 είναι μεν εφαρμοστέο το άρθρο 28 του Ν. 1882/1990 ως προς αυτή, πλην όμως αυτό υπερβαίνει τις 3.000 ευρώ, ενώ όσον αφορά τις υπόλοιπες 35 δόσεις του ως άνω χρέους , αυτές ήταν ποινικά αξιόποινες μετά την ισχύ του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, ήτοι από 1.2.2004 και εφεξής, όπως και το με αριθμό 4 του πίνακα χρεών χρέους, του οποίου η πρώτη δόση από τις 12 δόσεις ήταν ποινικά αξιόποινη από την 1.5.2004 και εφεξής, καθώς το με αριθμό 6 στον πίνακα των χρεών της πρώτης δόσης από την 31.7.2004 και εφεξής και τέλος το με αριθμό 8 στον πίνακα χρεών χρέος του οποίου η πρώτη από τις 36 μηνιαίες δόσεις κατέστη αξιόποινη στις 31.12.2005. Συνεπώς τα παραπάνω χρέη υπάγονται στο άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 με το οποίο η ποινική ευθύνη θεσπίζεται επί συνολικής αθροιστικής καταβολής ποσών, απορριπτομένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ. 8 του Ν. 2948/2001. Επίσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται από τις 23.5.2001 αυτός δεν ανήκει στο Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ". Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση και προβάλλεται αλυσιτελώς, γιατί δεν εκτίθεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ κατά την επίδικη περίοδο, ενώ αντίθετα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της απόδειξης, αλλά και από την αίτηση ποινικής δίωξης του προϊσταμένου της Γ' ΔΟΥ Λάρισας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών ήταν διευθύνων εντεταλμένος σύμβουλος της ως άνω εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα από 25/10/1998 έως 21.11.2005, οπότε ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της ως άνω εταιρίας. Προέκυψε περαιτέρω ότι από το με αριθμό 4 στον πίνακα χρεών χρέος η εγκαλούσα έλαβε σε πλειστηριασμό το ποσό των 15147 ευρώ και οφείλεται υπόλοιπο για αυτό το χρέος το ποσό των 9708,12 ευρώ, ήτοι συνολικά μετά την αθώωσή του για τα κονδύλια με αριθμό 1, 5 και 7 στον πίνακα χρεών και τη καταβολή του με αριθμό 4 στον πίνακα χρέους, ο εκκαλών - κατηγορούμενος οφείλει από το συνολικό ποσό των 123681,47 ευρώ, το ποσό των 66.167,94 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό το άρθρου 84 παρ. 2β, όπως και πρωτόδικα". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην απόφαση προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος των χρεών, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 66.167,94 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και δ) ο ακριβής χρόνος που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακολούθως ο χρόνος τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι α) η αναφορά στην απόφαση - κατά το μέρος που αναφέρεται στο περιεχόμενο του ενσωματωμένου σ' αυτή πίνακα και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δόσεων - χρεών είναι λανθασμένη και ασαφής (πέραν του ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το θέμα αυτό, διότι προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής εκάστης δόσεως), β) ότι άλλα καταθέτει η μάρτυς της Γ' ΔΟΥ Λάρισας, αναφορικά με το ληξιπρόθεσμο των χρεών και άλλα αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως και γ) ότι ο αναιρεσείων αναφέρεται στην απόφαση ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 31.1.2006 ήταν διευθύνων εντεταλμένος σύμβουλος της "ΙΝΤΕΡΦΑΡΜΑ ΑΕ", ενώ δεν ήταν αυτός ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής - όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχίας Λάρισας και του Δήμου Πλατύκαμπου προς τη Διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας Λάρισας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Αλλά και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κακώς απορρίφθηκε η ένσταση της παραγραφής, αναφορικά με το αναφερόμενο με αριθμό 2 χρέος του, με την αιτιολογία ότι η σχετική ένσταση "... πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την 31.1.2003, που έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 11.11. 2008 που επιδόθηκε το κλητήριο θέ4σπισμα , δεν παρήλθε πενταετία ..." ενώ έχουν παρέλθει πέντε χρόνια, δέκα μήνες και έντεκα ημέρες, εκτός του ότι είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι με αυτήν, με την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι και αβάσιμη, αφού, από την επιτρεπτή επισκόπηση δικογραφίας για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του αστυνομικού του Β' Αστυνομικού Τμήματος Λάρισας ... ότι το κλητήριο θέσπισμα προς τον αναιρεσείοντα επιδόθηκε στις 11 Ιανουαρίου 2008 και όχι στις 11 Νοεμβρίου 2008, όπως από προφανή παραδρομή δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γεγονός, άλλωστε, που αναφέρει ο αναιρεσείων και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που υπέβαλε στο Δικαστήριο. Επομένως, ο μοναδικός, κατά τα πέντε σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 15.7.2010 αίτηση του Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1024/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του χρέους (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 271/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Ο. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως της 70/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, και πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 141 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός για να τύχει απαντήσεως από το δικαστήριο και να αιτιολογείται ιδιαιτέρως είναι και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί για συνδρομή του άρθρου 36 παρ.1 του ΠΚ, περί μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό του κατηγορουμένου λόγω ανυπαίτιας μέθης. Εξάλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου 36 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, οι οποίες σημειωτέον είναι κατά κανόνα από τη φύση τους αναίτιες, δεν έχει εκλείψει εντελώς μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (83). Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της υπαίτιας μέθης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητας του για καταλογισμό, λόγω μέθης, πρέπει απαραιτήτως να προβάλλεται, εκτός των άλλων, και ότι η μέθη είναι ανυπαίτια, ότι δηλαδή δεν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, αλλά σε τυχερό γεγονός ή ανώτερη βία και να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η παραπάνω έλλειψη υπαιτιότητας αυτού, γιατί η μέθη αν είναι ανυπαίτια ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού ενώ αν είναι υπαίτια ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση (άρθρ.34, 36, 71, 193 ΠΚ, βλ. Ολ.ΑΠ 1198, 1716/1990, ΑΠ 1732/2009). Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την αναιρεθείσα προηγούμενη 44/2006 απόφαση του, δέχθηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 36 ΠΚ, λόγω μέθης αυτού, με την αιτιολογία ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει προέκυψε ότι, "η πράξη της ανθρωποκτονίας δεν αποφασίστηκε, ούτε και εκτελέστηκε, ενόσω αυτός (δηλαδή ο κατηγορούμενος) βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιτρέπουσα την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη, αλλά ενόσω βρισκόταν σε κατάσταση διατάραξης της συνείδησης λόγω της μέθης του, συνεπεία της οποίας (διατάραξης) δεν είχε εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο τούτο (άρθρα 36 σε συνδ. με 34 ΠΚ). Σχετικά με την, πριν την τέλεση της ανθρωποκτονίας και την καθόλη τη διάρκεια του γαμήλιου γλεντιού, κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων οινοπνευματωδών ποτών (ουΐσκι και κρασιού) από μέρους του κατηγορουμένου (αλλά και του παθόντος, στον οποίο βρέθηκε περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα της τάξης του 1.3 G/L), όπως και την κατάσταση (ανυπαίτιας) μέθης, στην οποία βρισκόταν κατά την εκ μέρους του τέλεση της εν λόγω άδικης πράξης, μετά, μάλιστα, την οποία και πριν υποστεί ανάλογη αιματολογική εξέταση τράπηκε σε φυγή, κατηγορηματικά καταθέτουν όλοι οι εξετασθέντες αυτόπτες μάρτυρες. Επιπλέον, τα περί του αλκοολισμού του κατηγορουμένου επισημαίνουν και οι λοιποί (μη αυτόπτες) μάρτυρες (σύζυγός του) και οι αστυνομικοί υπάλληλοι …". Στη συνέχεια με την ίδια με αρ. 44/2006 απόφαση του ΜΟΕ Κρήτης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, και του επιβλήθηκε μειωμένη συνολική ποινή καθείρξεως 18 ετών και 6 μηνών, λόγω παραδοχής ως βάσιμου κατ' ουσίαν του ανωτέρω προβληθέντος από τον κατηγορούμενο αυτοτελούς ισχυρισμού, περί μειωμένης ικανότητας αυτού προς καταλογισμό, συνεπεία μέθης. Κατόπιν αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, εκδόθηκε η με αρ. 1489/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η παραπάνω προσβληθείσα απόφαση, μόνο κατά τη διάταξη της που δέχθηκε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ως βάσιμο, με την αιτιολογία ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός είχε προβληθεί αόριστα, λόγω μη επικλήσεως ότι η μέθη ήταν ανυπαίτια, χωρίς επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη υπαιτιότητας του δράστη της ανθρωποκτονίας, αλλά στη συνέχεια, με την παραδοχή, ότι η αοριστία του πιο πάνω ισχυρισμού δεν εμπόδιζε το δικαστήριο της ουσίας να τον ερευνήσει και αυτεπάγγελτα, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς παράθεση περιστατικών που να θεμελιώνουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού και ειδικότερα ότι η μέθη αυτή του κατηγορουμένου δεν ήταν ανυπαίτια. Περαιτέρω, αναιρέθηκε η απόφαση και κατά τη διάταξη περί ποινής και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο ΜΟΕ Κρήτης για νέα συζήτηση, μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της αποφάσεως, ( περί του αυτοτελούς ισχυρισμού και περί της ποινής). Από τα πρακτικά της νυν προσβαλλόμενης από τον κατηγορούμενο, μετ' αναίρεση, με αρ. 70/2010 αποφάσεως του ΜΟΕ Κρήτης, καίτοι η απόφαση αναιρέθηκε κατά κύριο λόγο, γιατί ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, είχεν προβληθεί αόριστα και γιατί έγινε, αυτεπάγγελτα ερευνηθείς, αναιτιολόγητα δεκτός ως βάσιμος κατά τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον απουσιάζοντα κατά τη δίκη κατηγορούμενο συνήγορος του, δεν επανέλαβε και δεν πρόβαλε τον ίδιο αυτοτελή ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού λόγω μέθης, με παράθεση πραγματικών περιστατικών ανυπαίτιας μέθης, απλώς κατά την αγόρευσή του ζήτησε "να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός μειωμένου καταλογισμού" και το ΜΟΕ Κρήτης πού δίκασε μετ' αναίρεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αρ. 70/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Τις νυχτερινές ώρες της 21η Μαΐου 2000 ο κατηγορούμενος διασκέδαζε στο γαμήλιο γλέντι του Ε. Χ. στο Πετροκεφάλι Ηρακλείου και στον υπαίθριο χώρο του εκεί νυχτερινού κέντρου "ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ". Μεταξύ των καλεσμένων ήταν και ο παθών, Ε. Δ. Α. που διασκέδαζε σε διαφορετικό τραπέζι. Περί την 03.00' ώρα ο κατηγορούμενος ετοιμάστηκε να φύγει, πλην, προσκληθείς να καθίσει στο τραπέζι παρέας γνωστών του, συνέστησε στη σύζυγό του, την οποία συνόδευε, να τον περιμένει για λίγο στο σταθμευμένο κοντά στο κέντρο αυτοκίνητό τους, πράγμα που έγινε. Αφού δε κάθισε στο τραπέζι, συνέχισε τη διασκέδασή του πίνοντας και τραγουδώντας με τη νέα παρέα του, στην οποία συμμετείχε και ο παθών, ο οποίος, μάλιστα, τροφοδοτούσε τους λοιπούς με κρέας και κρασί. Μετά παρέλευση μιας περίπου ώρας και ενόσω είχε αρχίσει η αποχώρηση και των τελευταίων θαμώνων, εμφανίστηκε ο παθών ενώπιον του κατηγορουμένου σύροντας ένα καρότσι που χρησίμευε στην αποκομιδή πιάτων του κέντρου και αστειευόμενος, τον προσκάλεσε να μπει μέσα σ' αυτό "για να τον κάνει βόλτα". Ακολούθησε λογομαχία μεταξύ των δύο ανδρών, στην οποία παρεμβλήθηκαν και άλλα άτομα από τους παρευρισκόμενους, χωρίς όμως να δημιουργηθεί κάποιο επεισόδιο μεταξύ τους, ούτε, πολλώ μάλλον, κάποια συμπλοκή. Η "παρεξήγηση" έληξε πολύ σύντομα και η παρέα κατευθύνθηκε αργά προς την έξοδο. Τότε, ο κατηγορούμενος πλησίασε τον παθόντα, έκανε μερικά βήματα πλάι του και, ξαφνικά, με μαχαίρι που έφερε παράνομα μαζί του, τον έπληξε, με πρόθεση να τον σκοτώσει, στην αριστερή πλευρά της κοιλιακής τους χώρας προκαλώντας του τραύμα με ρήξη της κοιλιακής αορτής περί τα 8,5 εκ.μ. και κατακλυσμιαία εσωτερική αιμορραγία, από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε άμεσα ο θάνατος αυτού. Μόλις τα παρευρισκόμενα άτομα αντελήφθησαν το θύμα πεσμένο στο έδαφος προσπάθησαν, εκτός από τον κατηγορούμενο, να το βοηθήσουν γιατί νόμισαν ότι λιποθύμησε. Ο κατηγορούμενος τη στιγμή που τα εν λόγω άτομα προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες βοήθειες στο θύμα, στεκόταν λίγο σκυφτός σε απόσταση μερικών βημάτων από αυτό και το κοίταζε ήρεμα. Στη συνέχεια, αφού προηγουμένως πήρε μαζί του το προαναφερόμενο μαχαίρι για να μην αποτελέσει πειστήριο της πράξης του, ήρεμα και με σταθερό βήμα αποχώρησε κατευθυνθείς στο αυτοκίνητό του, το οποίο οδήγησε με ασφάλεια μέχρι το σπίτι του, απόσταση περίπου μισής ώρας όπου άφησε τη σύζυγό ου, στην οποία δεν ανέφερε τίποτε από το επεισόδιο και μετέβη στη στάνη του. Ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο και το συνήγορό του ισχυρισμός περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό του πρώτου λόγω μερικής μέθης αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της παραπάνω πράξης ανθρωποκτονίας από πρόθεση δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μερικής μέθης που να επηρέασε σημαντικά την ικανότητά του για καταλογισμό. Ο ίδιος μετά την πράξη του εξαφανίστηκε και έτσι κατέστη αδύνατη η ανίχνευση ποσότητας οινοπνεύματος στο αίμα του. Το ότι ο ίδιος κατανάλωσε κατά το γαμήλιο γλέντι οινοπνευματώδη ποτά (ουΐσκι και κρασί) αφ' εαυτού δεν αποκλείει την ηρεμία της σκέψης του ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι περιήγαγε η τοιαύτη κατανάλωση αυτού σε κατάσταση μέθης που επηρέαζε σημαντικά τον καταλογισμό του. Η όλη του πάντως στάση τόσο κατά το συμβάν με το καρότσι όσο και όταν κατάφερε το πλήγμα στο θύμα δεικνύει άτομο που σκεφτόταν λογικά και γνώριζε καλά τι έκανε και τι ήθελε. Σε κάθε περίπτωση όμως βρισκόταν, λόγω της κατανάλωσης του οινοπνεύματος που είχε κάνει, σε μερική υπαίτια μέθη, που είχε ως συνέπεια την απλή και όχι σημαντική μείωση της ικανότητάς του για καταλογισμό. Αυτή όμως η κατάστασή του δεν έχει σε καμία περίπτωση έννομη επιρροή κατ' άρθρο 36 παρ.2 ΠΚ (βλ. σχετ. ΜΟΕφ. Θεσ. 128-132/1999 Ποιν.Δικ. 2000 σελ. 815). Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για να προσέλθουν οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η μαρτυρία αυτών δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 352 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). Ήτοι το ΜΟΕ Κρήτης, με την προσβαλλόμενη με αρ. 70/2010 απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω αορίστως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά την αυτεπάγγελτο έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την ειδική αιτιολογία ότι "δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τελέσεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση μερικής μέθης που να επηρέασε σημαντικά την ικανότητά του για καταλογισμό, γιατί αμέσως εξαφανίστηκε και κατέστη αδύνατη η ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του και διότι το γεγονός ότι ο ίδιος κατά το γαμήλιο γλέντι κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά δεν αποκλείει την ηρεμία της σκέψης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η τοιαύτη κατανάλωση ποτών περιήγαγε αυτόν σε κατάσταση μέθης που επηρεάζει σημαντικά τον καταλογισμό του. Σε κάθε περίπτωση βρισκόταν, λόγω της κατανάλωσης του οινοπνεύματος που είχε κάνει, σε μερική υπαίτια μέθη, που είχε ως συνέπεια την απλή και όχι σημαντική μείωση της ικανότητας του για καταλογισμό". Η παραπάνω αιτιολογία, απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί μειωμένου καταλογισμού λόγω μέθης, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κύρια και επικουρική, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και επαρκής, ενώ οι παραδοχές αυτές δεν είναι αντιφατικές, ούτε προσκρούουν σε οιοδήποτε δεδικασμένο παραδοχής της μέθης από την προαναφερθείσα προηγούμενη αναιρεθείσα 44/2006 απόφαση του ΜΟΕ Κρήτης, αφού η απόφαση αυτή αναιρέθηκε ολικά κατά τη διάταξη της, που δέχθηκε τον ανωτέρω προβληθέντα αορίστως αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερεύνησε αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 519 και 524 ΚΠΔ, και τη συνδρομή ή μη μερικής μέθης, χωρίς να χειροτερεύσει τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατ' άρθρον 470 ΚΠΔ και σε κάθε περίπτωση, με την ανωτέρω επικουρική του αιτιολογία, το δικαστήριο παραδεκτά δέχθηκε με την προσβαλλόμενη μετ' αναίρεση 70/2010 απόφασή του, ότι συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση μερική υπαίτια μέθη του κατηγορουμένου και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 36 παρ.1 ΠΚ, με επαρκή αιτιολογία και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό ως αβάσιμο και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, (κατ' εκτίμηση), δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη μειοψηφούσα όμως γνώμη ενός μέλους του δικαστηρίου τούτου, της εισηγήτριας Αιμιλίας Λίτινα, ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος για υπέρβαση εξουσίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους εξής λόγους. "Από τη διάταξη του άρθρου 36§1 του ΠΚ η οποία ορίζει ότι αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) προκύπτει ότι υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου για αιτιολόγηση του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ουσιώδους μειώσεως της ικανότητας προς καταλογισμό, έστω και αν δεν έχει υποβληθεί ορισμένως από τον κατηγορούμενο ο σχετικός ισχυρισμός, αρκεί να δημιουργείται αντικειμενικώς η υποψία για την ύπαρξη λόγου άρσεως του καταλογισμού, ή, ως άλλωστε και επί άμυνας άρσεως του αδίκου της πράξεως. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524§1 και 2 ΚΠΔ και 510§1 στοιχ.Η του ίδιου Κώδικα προκύπτει με σαφήνεια ότι το δικαστήριο της παραπομπής επιλαμβάνεται μόνο σε όση έκταση αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση με μόνη εξαίρεση, αν το αναιρεθέν μέρος δεν είναι αυτοτελές και η υπόστασή του εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος, άλλως υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση με την 1489/2007 απόφαση το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: Η αοριστία του περί ανυπαρξίας μέθης ισχυρισμού δεν εμποδίζει το Δικαστήριο της ουσίας να τον ερευνήσει, αφού έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση που αίρει ή μειώνει την ικανότητα για καταλογισμό του κατηγορουμένου. Όμως η παραδοχή της συνδρομής της περιπτώσεως αυτής πρέπει να αιτιολογείται πλήρως και εμπεριστατωμένα για να καταλήξει ότι με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα και τα οποία θεμελιώνουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητάς του για καταλογισμό, λόγω μέθης, και ειδικότερα ότι η μέθη του αυτή δεν ήταν υπαίτια, δηλαδή δεν οφείλετο σε πρόθεση ή αμέλει του αλλά σε τυχηρό γεγονός ή ανώτερη βία. Η απλή αναφορά ότι η μέθη ήταν ανυπαίτια, χωρίς να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η έλλειψη υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, δεν αρκεί για να καταστήσει αιτιολογημένη την εν λόγω απόφαση. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την συνδρομή περιπτώσεως μειωμένου καταλογισμού του κατηγορουμένου, λόγω μέθης, μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Ήτοι από το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει με σαφήνεια ότι ανεξάρτητα του αν ο λόγος που πρόβαλε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του για ανυπαίτια μέθη δεν ήταν ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν από το αποδεικτικό υλικό προέκυπτε αν η μέθη του κατηγορουμένου δεν ήταν υπαίτια, δηλαδή δεν οφείλετο σε πρόθεση ή αμέλειά του αλλά σε τυχερό γεγονός η ανώτερη βία και ανήρεσε την απόφαση του ΜΟΕ Κρήτης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν εξέθετε τον εν λόγω Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η έλλειψη υπαιτιότητας του κατηγορουμένου. Αντίθετα δεν προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ότι αναιρέθηκε η απόφαση του ΜΟΕ Κρήτης και μάλιστα κυρίως ως δέχεται η πλειοψηφούσα γνώμη λόγω αποδοχής από το Δικαστήριο της ουσίας ως ορισμένου του αορίστως προβληθέντος ισχυρισμού του κατηγορουμένου για ανυπαίτια μέθη αυτού, αλλά αποκλειστικά και μόνο για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την αποδοχή της κατ' ουσία βασιμότητας αυτού. Συνεπώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη το Δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση έπρεπε να ερευνήσει αν από τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία η μερική μέθη του κατηγορουμένου ήταν ανυπαίτια και όχι να ερευνήσει και αποφανθεί κατά την κυρία αιτιολογία της ότι ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν κατά τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων του πράξεων σε κατάσταση μερικής μέθης και έτσι κρίνοντας υπερέβη την εξουσία του αφού κατέστησαν σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου η στη συνέχεια παραδοχή ότι "σε κάθε περίπτωση όμως βρισκόταν, λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος που είχε κάνει, σε μερική υπαίτια μέθη" ανεξάρτητα του ότι έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη παραδοχή που αποκλείει να βρισκόταν ο κατηγορούμενος σε κατάσταση μερικής μέθης, αφ' ενός στερείται πλήρως αιτιολογίας αφού δεν ανέφερε περιστατικά που να αποδίδουν στον κατηγορούμενο ότι ήταν υπαίτιος της μερικής μέθης στην οποία περιήλθε, αφ' ετέρου δέχεται χωρίς να προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 36 του ΠΚ ή από άλλη διάταξη του ως άνω κώδικα ότι αίρεται ο καταλογισμός όταν η μερική μέθη είναι απλή και όχι σημαντική. Συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτός ο κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η δεύτερος λόγος αναίρεσης, για υπέρβαση εξουσίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 2. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 352 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθουν και καταθέσουν οι κληθέντες και απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται, κατά τα προαναφερθέντα, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 70/2010 απόφαση του ΜΟΕ Κρήτης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ζήτησε προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά και μετά την εξέταση τριών εκ των παρουσιασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, την αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 352 του ΚΠΔ, "προκειμένου να προσέλθουν οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας, η μαρτυρία των οποίων είναι ουσιαστικά αναγκαία για τη διαλεύκανση της υποθέσεως και να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή τους". Το δικαστήριο, αρχικά επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του εν λόγω αιτήματος και στη συνέχεια το απέρριψε στην ουσία, με το παραπάνω εκτεθέν κατά λέξη ενιαίο αιτιολογικό του, με το οποίο δέχθηκε και την ενοχή του κατηγορουμένου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 70/2010 απόφασή του, μετ' αναίρεση, μετά την αποδεικτική διαδικασία, με επαρκή και ειδική αιτιολογία απέρριψε το υποβληθέν ως παραπάνω αίτημα αναβολής της δίκης, κρίναν επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό δικανικής του κρίσης, που ήδη εξέφρασε και ότι δεν κρίνει αναγκαία την μαρτυρία των απολειπομένων μαρτύρων κατηγορίας για την ανακάλυψη της αλήθειας. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ' πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.12.2010 αίτηση του Ι. Ο. του Γ., για αναίρεση της με αρ. 70/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία με πρόθεση. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Η' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού μειωμένου καταλογισμού (36 Π Κ) λόγω ανυπαίτιας μέθης.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 265/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου και 2) Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χουλιάρα περί αναιρέσεως της με αριθμό 511/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1022/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέροντας προς συζήτηση οι, από 9.9.2011, αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Ι. Ρ. του Γ. και Ν. Β. του Α. κατά της 511/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με την οποία καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών ο καθένας για παράβαση του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους στο Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των σ' αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά τη. παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς, καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επομένου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Τα αυτά ισχύουν και κατά το Καταστατικό του Ταμείου Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΤΣΕΑΠ ΓΣΟ), που ήδη έχει υπαχθεί στο ΙΚΑ. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοί ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός απ' αυτούς. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η , έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Γα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το, σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'- ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 511/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Ξάνθη κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2004 έως 1-9-2005, οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργώντας, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία ΣΕΒΑΘ ΑΒΕ που εδρεύει στο 6° χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ξάνθης - Κομοτηνής και ειδικότερα ο μεν πρώτος (Ι. Ρ.) ως Πρόεδρος του Δ.Σ. αυτού και ο δεύτερος (Ν. Β.) ως Διευθύνων Σύμβουλος αυτού, αν και απασχόλησαν υπαλληλικό προσωπικό ασφαλισμένο κατά κύρια και επικουρική ασφάλιση στο ΤΣΕΑΠ ΓΣΟ για το από 1-6-2004 έως 31-7-2005 χρονικό διάστημα στο οποίο περιλαμβάνονται Δώρο Πάσχα, Επίδομα Αδείας 2004 και αναδρομικά έτους 2004 και Δώρο Πάσχα και Επίδομα Αδείας έτους 2005, κατά το οποίο και είχαν νόμιμη υποχρέωση καταβολής μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα της απασχόλησης του παραπάνω προσωπικού προς το Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΤΣΕΑΠ ΓΣΟ) που ανήκει στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας προέβησαν στις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1) Δεν κατέβαλαν το ποσό του 15% για Κύρια και 3% για Επικουρική Ασφάλιση των μηνιαίων εισφορών που βαρύνουν τους ίδιους για κάθε φύσης αποδοχές του Προσωπικού του (Εργοδοτικών) μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, ανερχόμενες για το παραπάνω διάστημα στο ποσό των 535.917,96 € στο παραπάνω Ταμείο και 2) Παρακράτησαν κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα τις ασφαλιστικές εισφορές εκείνων που εργάστηκαν σ' αυτό (Ασφαλισμένων) από 10% για Κύρια και 3% για Επικουρική Ασφάλιση για κάθε φύσης αποδοχές τους που ανέρχονται στο ποσό των 267.958,99 € με σκοπό την απόδοση στο παραπάνω Ταμείο, δεν κατέβαλαν αυτές σ' αυτό μέσα σε ένα μήνα από τη στιγμή που έγιναν απαιτητές υπεξαιρώντας αυτές. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, αφού αυτές αποδείχθηκαν κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση και να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των άρθρων 84 παρ. 2 α', β' του Π.Κ., διότι η ποινική τους ευθύνη για τις παραπάνω πράξεις πηγάζει μόνο από τη θέση του Προέδρου (για τον 1°) και του Διευθύνοντος Συμβούλου (για τον 2°) αντίστοιχα του ως άνω Νομικού Προσώπου που ανέλαβαν, αλλά είχαν έντιμο πρότερο βίο και δεν κινήθηκαν στις πράξεις τους αυτές από ταπεινά αίτια, αλλά λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, την οποία προσπάθησαν να ανατρέψουν και ως ένα σημείο το κατάφεραν (λαμβανομένου υπόψη ότι η επιχείρηση είχε πολύ περισσότερα χρέη προς ασφαλιστικούς φορείς, τα οποία ωστόσο εξόφλησαν)." Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου i ΑΝ 86/1967, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. στοιχ. α' και β' ΠΚ και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, που η εκτέλεσή της ανεστάλη για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 ΑΝ 86/1967 και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κ.λ.π), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη, όπως προαναφέρθηκε, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Συγκεκριμένα δε από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με βεβαιότητα, και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης) 2872/2010, 2869/2010 και 3692/2007, καθώς και την 38/2009 απόφαση ρύθμισης, για τα οποία αβασίμως, περί του αντιθέτου, αιτιώνται την προσβαλλόμενη οι αναιρεσείοντες. Αναφέρονται, επίσης, ο χρόνος απασχόλησης με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού ασφαλισμένου στο Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΤΣΕ ΑΠ ΓΣΟ), που ήδη έχει υπαχθεί στο ΙΚΑ, το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, τις οποίες δεν κατέβαλαν και παρακράτησαν οι κατηγορούμενοι. Η νομική μορφή της εργοδότριας εταιρείας, που ήταν ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΣΕΒΑΘ ΑΒΕ", καθώς και η θέση σ' αυτή των κατηγορουμένων (Πρόεδρος ΔΣ αυτής ο πρώτος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ο δεύτερος), από την οποία (θέση) από το νόμο (Ν. 2238/1994 115, Ν. 2676/1999 69 παρ. 2) προκύπτει η ιδιότητά τους, ως υπόχρεων για την παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Εκτός από τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν απαραίτητα, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, τα ονόματα των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε καθένας απ' αυτούς και το ύψος των αποδοχών τους. Ενώ, ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο, όπως αβασίμως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο των κατηγορουμένων, αφού αυτός εξυπακούεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση, απ' αυτούς, των παραπάνω γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, τα οποία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, ο δε νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία περί τούτου. Ουδεμία δε αντίφαση στην όλη αιτιολογία της απόφασης, όπως αόριστα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, υφίσταται. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, κατά το οικείο μέρος τους, σχετικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος, εξ άλλου, πιο πάνω πρώτος λόγος, κατά το οικείο μέρος του είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, αφού, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ισχυρισμός περί κατάστασης ανάγκης των αναιρεσειόντων και ανυπαρξίας δόλου ουδόλως υποβλήθηκε και ορθώς το Δικαστήριο επί ανύπαρκτου θέματος δεν απάντησε και ουδεμία ακυρότητα συνέτρεξε, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, σχετικός λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος. Κατά το μέρος, όμως, που με τους παραπάνω λόγους (ΚΠΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'), με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα προεκτεθέντα, αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 57,310 και 370 εδ. γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων λόγω της υφιστάμενης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής δίωξης και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό (ένσταση) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω εκκρεμοδικίας από τις αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης 2872/2010 και 2869/2010. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο επισκοπώντας τις αποφάσεις αυτές, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του, απέρριψε τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό, αιτιολόγησε δε την απόρριψή του, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του την αιτιολογία ότι έλειπε η απαιτούμενη για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας, προϋπόθεση της ταυτότητας της πράξης δεδομένου ότι τόσο ο χρόνος όσο και το χρέος (εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ) για το οποίο απαλλάχτηκαν οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες, με τις παραπάνω αποφάσεις), δε συνέπιπταν με το χρόνο (εργοδοτικές και εργατικές εισφορές) των ένδικων αξιόποινων πράξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης αναιτιολόγητα του προδιαληφθέντος ισχυρισμού, καθώς και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, αφού το Δικαστήριο με το ν' απορρίψει τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό και να χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ξεχωριστά ο καθένας, στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 9 Σεπτεμβρίου 2011, αιτήσεις των Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., και Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 511/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λόγοι αναίρεσης για ανεπάρκεια αιτιολογίας απόρριψης ισχυρισμού περί εκκρεμοδικίας και υπέρβασης εξουσίας, είναι επίσης, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 272/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης I. L. του V., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο περί αναιρέσεως της με αριθμό 18160/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ι. Κ. του Ι.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 453/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί αθώα η κατηγορούμενη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α')". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η της αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνο ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ακόμη, οι ως άνω διατάξεις, κατά το αυτό σκέλος, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ, αφού με την C-65/2005 απόφαση κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι σχετικές διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκδόθηκε ο ν. 4002/2011 "τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης", με το άρθρο 54§16 του οποίου καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1,2,3 εδάφια πρώτο και δεύτερο, 4, 5, 6, 7 παράγραφοι 2, 8 και 9 του ν. 3037/2002. Η κατάργηση, όμως, των διατάξεων αυτών δεν σημαίνει ότι η διενέργεια τυχερών παιγνίων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών έπαυσε να είναι αξιόποινη. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υποθέσεως. Είναι δε ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο νόμος εκείνος που ισχύει κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, όταν αυτός καταργεί την ποινική κύρωση που ίσχυε κατά την τέλεση της πράξεως, χωρίς, όμως, να θέτει σε ισχύ άλλη, οπότε παύει να υπάρχει το αξιόποινο αυτής, αλλά και όταν, εκτιμώμενος στο σύνολό του, περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Κατά την αληθινή, δηλαδή, έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 2 του ΠΚ, ανώτερο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου έχει εφαρμογή ο ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο νόμος είναι εκείνος της αμετάκλητης καταδίκης του. Μετά από αυτή, έχει αναδρομική ισχύ μόνο ο νόμος που καθιστά την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), όχι, επομένως, και εκείνος, με τον οποίο εξαλείφεται για ορισμένους λόγους το αξιόποινο της πράξεως, η οποία, ως αδίκημα, εξακολουθεί να έχει, χωρίς τη συνδρομή των όρων αυτών, αξιόποινο χαρακτήρα. Έτσι, θα πρέπει με το νέο νόμο να καταργείται ο κυρωτικός κανόνας που εφαρμόσθηκε και, επί πλέον, η πράξη να μην επικαλύπτεται από άλλες διατάξεις που συνέρρεαν κατ' ιδέαν και είχαν απορροφηθεί από τη διάταξη που τότε εφαρμόσθηκε και αργότερα καταργήθηκε. Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην πράξη ως γεγονός και στην κατάλυση του αξιοποίνου της με μεταγενέστερο νόμο. Επομένως, όταν μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη καταργηθεί ο νόμος που εφαρμόσθηκε, αλλά η πράξη επικαλύπτεται από άλλες διατάξεις, που συνέρρεαν και δεν εφαρμόσθηκαν λόγω απορροφήσεως, επέρχεται αναβίωσή τους, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν. Όπως δε αναφέρθηκε, ναι μεν οι διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ, 2§1 και 4§1 του ν. 3037/2002 καταργήθηκαν με το άρθρο 54§16 του ν. 4002/2011. Πλην, η ίδια συμπεριφορά προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 7§1 εδ. α του β.δ. 29/1971, που, όπως αναφέρθηκε, δεν καταργήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3037/2002, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54§16 του ν. 4002/2011. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις των εν λόγω άρθρων του β.δ. 29/1971, "τα τυχηρά παίγνια απαγορεύονται καθ' άπασαν την Ελληνικήν Επικράτειαν, οι δε εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα επιτρέποντες την διενέργειαν εν αυτοίς τυχηρών παιγνίων, τιμωρούνται διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και εν υποτροπή διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών, ως και στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε ετών". Ανεξαρτήτως, όμως, αυτών, η εν λόγω συμπεριφορά εξακολουθεί να είναι αξιόποινη και μετά την ισχύ του ανωτέρω ν. 4002/2011. Πράγματι, κατά τη διάταξη του άρθρου 52§1 αυτού, "όποιος διεξάγει παίγνια χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και με χρηματική ποινή από 100.000 έως και 200.000 ευρώ, ανά παιγνιομηχάνημα ή προκειμένου για παίγνια που διεξάγονται μέσω του διαδικτύου με ποινή φυλάκισης και με χρηματική ποινή από διακόσιες χιλιάδες (200.000) έως και πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Αν το παίγνιο που διεξάγεται είναι τυχερό, το αδίκημα τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα έτη". Κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, "όποιος εγκαθιστά ή λειτουργεί τυχερά παίγνια με παιγνιομηχανήματα (στα οποία, κατά το άρθρο 25 στοιχ. δ του ν. 4002/2011, περιλαμβάνονται και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές) χωρίς την κατάλληλη πιστοποίηση είτε του παιγνίου είτε του παιγνιομηχανήματος είτε του καταστήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και με χρηματική ποινή από 150.000 έως 200.000 ευρώ ανά παιγνιομηχάνημα". Ενώ, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, "όποιος, ακόμη και εάν είναι κάτοχος άδειας διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, μετατρέπει τεχνικό - ψυχαγωγικό παιγνιομηχάνημα σε τυχερό, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα ετών και χρηματική ποινή από 200.000 έως 300.000 ευρώ" (βλ. και ΑΠ 192/2012, που έκρινε ομοίως). Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που ο άλλος διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως από αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα απλής συνέργειας σε παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και παραβάσεως του άρθρου 86§6 του ν. 3386/2005, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εβδομήντα (70) ημερών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, όσον αφορά την απλή συνέργεια στην παράβαση του ν. 3037/2002, ως προς την επί της οποίας καταδικαστική κρίση και μόνο προσβάλλεται η απόφαση, αναγκαίως δε και όσον αφορά τον φερόμενο ως αυτουργό κατηγορούμενο Ι. Κ., ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Α) Στη Θεσσαλονίκη στις 26-6-2008 ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Κ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ι. - Ε. Σ. ΕΠΕ", ιδιοκτήτριας -εκμεταλλεύτριας, επιχείρησης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος - ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ- με τον διακριτικό τίτλο "JAZZ" με έδρα στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου 02 Μετέωρα Πολίχνης, ο οποίος δεν παρίστατο την δεδομένη χρονική στιγμή του αστυνομικού ελέγχου στον χώρο, ενεργώντας με πρόθεση εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία εντός αυτού δύο (2) παιγνιομηχανές τύπου "PHOTOPLAY", στην οθόνη ενός (1) εκ των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια-ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, που ήταν διαθέσιμα στο κοινό για τη διενέργεια παιγνίων με αυτά, και ένας (1) παίκτης-θαμώνας διενεργούσε απαγορευμένα τυχερά παίγνια, μηχανήματα για τα οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο τηλεχειριστήρια κομπιουτεράκια μάρκας CARRISON ελεγχόμενα από τον ίδιο ή από τον υπάλληλο και προσωρινά υπεύθυνο της επιχείρησης πρώτο κατηγορούμενο με δυνατότητα άμεσης επέμβασης ώστε να διακόπτεται η λειτουργία των μηχανημάτων και στα οποία μηχανήματα λειτουργούσε ειδικό πρόγραμμα που επέτρεπε την διεξαγωγή του τυχερού παιχνιδιού "φρουτάκια". Στην οθόνη κάθε μηχανήματος εμφανίζοντο σε διαρκή κίνηση διάφορα μικροαντικείμενα (φρουτάκια, ζωάκια κ.λπ.) και ο αντίστοιχος παίκτης είχε την δυνατότητα δίνοντας την σχετική εντολή με το πληκτρολόγιο του μηχανήματος, να ακινητοποιήσει προς στιγμή την εικόνα με σκοπό να επιτύχει την εκ συμπτώσεως εμφάνιση επί της σειράς τριών ίδιων αντικειμένων (τρίλιζα) οπότε κέρδιζε χρήματα από τις μονάδες πονταρίσματος που σημείωνε στην συνέχεια δε τις εξαργύρωνε στον ιδιοκτήτη ή στον προσωρινά υπεύθυνο. Ο κάθε παίκτης προκειμένου να του επιτραπεί να συμμετάσχει στο παιχνίδι κατέθετε προκαταβολικά στον ιδιοκτήτη ή τον προσωρινά υπεύθυνο χρηματικό ποσό με το οποίο επιθυμούσε να συμμετάσχει στο παιχνίδι και αποθηκεύοντο στο μηχάνημα όμως το σχετικό κουτί περισυλλογής ήταν κλειδωμένο από τον ιδιοκτήτη ή και τον προσωρινό υπεύθυνο, στην συνέχεια εάν κέρδιζε πετυχαίνοντας τρίλιζα πιστωνόταν με μονάδες πονταρίσματος που τις εξαργύρωνε σε χρήματα από τον ιδιοκτήτη ή τον προσωρινά υπεύθυνο κερδίζοντας παράνομο οικονομικό όφελος ή εάν έχανε χρεωνόταν αντίστοιχα και κέρδιζε παράνομο οικονομικό όφελος ο ιδιοκτήτης και ήδη δεύτερος κατηγορούμενος. Η έκβαση του εν λόγω παιχνιδιού ήταν εξαρτημένη αποκλειστικά από την τύχη χωρίς ο παίκτης να μπορεί να συμβάλλει με τις δικές του ικανότητες, (γνώσεις, πνευματικές ικανότητες) στη διαμόρφωση του αποτελέσματος που επιθυμούσε. Όπως αποδείχθηκε κατά τον χρόνο του αστυνομικού ελέγχου σε ένα (1) μηχάνημα έπαιζε το εν λόγω τυχερό παιγνίδι πελάτης του καταστήματος, και αυτό το αντιλήφθηκαν αμέσως οι αστυνομικοί που εισήλθαν για έλεγχο στο χώρο του καταστήματος. Η ύπαρξη δε των τηλεχειριστηρίων για την ταυτόχρονη άμεση διακοπή του παιχνιδιού σε όλες τις οθόνες των μηχανημάτων ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο πελάτης έπαιζε με την χρήση του ειδικού προγράμματος που ήταν εγκατεστημένο στο μηχάνημα το συγκεκριμένο παράνομο τυχερό παίγνιο. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη I. L. του V. και της L., ενεργώντας με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στον δράστη της άδικης και παράνομης πράξης και κατά την διάρκεια αυτής (δεύτερο κατηγορούμενο) και συγκεκριμένα, εργαζόμενη ως διευθύνουσα και προσωρινά υπεύθυνη της επιχείρησης, (ήταν η μοναδική από την επιχείρηση που βρισκόταν στον χώρο και διεύθυνε), παρείχε απλή συνδρομή στον δεύτερο ιδιοκτήτη της επιχείρησης κατηγορούμενο, ο οποίος εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία το παραπάνω τυχερό παίγνιο στο μηχάνημα με το ειδικό πρόγραμμα, ενώ γνώριζε ότι η διενέργεια αυτού του παιγνίου απαγορεύετο, η ίδια δε επέτρεπε στον πελάτη-παίκτη την διεξαγωγή του παράνομου παιγνίου, κατατοπίζοντας αυτόν στην χρήση του μηχανήματος, εισπράττοντας το χρηματικό αντάλλαγμα από τους παίκτες για την διεξαγωγή, ή χορηγώντας το χρηματικό αντάλλαγμα (χρήματα) στους παίκτες εφόσον κέρδιζαν εξαργυρώνοντας τις μονάδες πονταρίσματος, ή εισπράττοντας από τους παίκτες το χρηματικό αντάλλαγμα εφόσον έχαναν, το οποίο στη συνέχεια παρέδιδε στον δεύτερο κατηγορούμενο ιδιοκτήτη της επιχείρησης, επόπτευε δε όλο τον χώρο του καταστήματος και την λειτουργία των μηχανημάτων καθώς χειρίζετο τα κατασχεθέντα τηλεχειριστήρια ελεγχόμενα από την ίδια με δυνατότητα άμεσης επέμβασης ώστε να διακόπτεται η λειτουργία των μηχανημάτων, ενέργεια στην οποία δεν πρόλαβε να προβεί μόλις διαπίστωσε την αστυνομική ιδιότητα των προσώπων που εισήλθαν στο χώρο του καταστήματος. Όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αλλά και την συμμετοχική δράση εκάστου κατηγορούμενου επιβεβαίωσε με πλήρη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα και ο εξετασθείς μάρτυρας Α. Α., που ως αστυνομικός διενήργησε μαζί με άλλους συναδέλφους του τον αστυνομικό έλεγχο στην επιχείρηση, έχοντας άμεση αντίληψη επί της εξέλιξης της υπόθεσης, το γεγονός δε ότι δεν συνελήφθησαν οι κατηγορούμενοι επ' αυτοφώρω να προεισπράττουν χρήματα ή να εξαργυρώνουν με χρήματα μονάδες πονταρίσματος προς τους θαμώνες πελάτες της επιχείρησης, ουδόλως επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, αφού η οικονομική συναλλαγή έχει λεπτομερώς περιγραφεί πώς διεξάγεται και δεν αποτελεί προϋπόθεση του νόμου η επ' αυτοφώρω σύλληψη. Συνεπώς κατά την κρίση των Δικαστών αυτού του Δικαστηρίου πρέπει αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος για την εγκατάσταση και λειτουργία του παράνομου απαγορευμένου τυχερού παιγνίου και η πρώτη κατηγορουμένη ως απλός συνεργός αυτού στην λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν ο Ι. Κ. ως αυτουργός και η αναιρεσείουσα ως απλή συνεργός, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και 47§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο (συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας) Ι. Κ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ι. - Ε. Σ. ΕΠΕ", η οποία και το εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε παιγνιομηχανές με ειδικό πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια του προγράμματος αυτού, ενώ η αναιρεσείουσα, η οποία εργαζόταν στο κατάστημα ως διευθύνουσα και προσωρινά υπεύθυνη της επιχειρήσεως, παρέσχε σ' αυτόν απλή συνδρομή κατά την τέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξεως, συνισταμένη στο ότι επέτρεπε στους πελάτες τη διεξαγωγή των παιγνίων, τους κατατόπιζε στη χρήση του μηχανήματος και εισέπραττε το χρηματικό αντάλλαγμα για τη διεξαγωγή ή, εφόσον κέρδιζαν, τους εξαργύρωνε τις μονάδες πονταρίσματος, το ποσό δε που εισέπραττε, όταν αυτοί έχαναν, το παρέδιδε στον αυτουργό της πράξεως, ενώ επόπτευε το χώρο του καταστήματος και τη λειτουργία των καταστημάτων, χειριζόμενη τα τηλεχειριστήρια. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο στη δικανική κρίση. β) Η σκέψη ότι αποδείχθηκε ότι ένας πελάτης - θαμώνας διενεργούσε απαγορευμένα τυχερά παίγνια δεν αντιφάσκει με την (ενισχυτική και όχι αποδυναμωτική) σκέψη ότι αυτό αποδεικνύεται και από "την ύπαρξη των τηλεχειριστηρίων για την ταυτόχρονη διακοπή του τηλεπαιχνιδιού σε όλες τις οθόνες των μηχανημάτων". γ) Σαφώς γίνεται δεκτό τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι ο συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας εγκατέστησε και έθεσε σε λειτουργία το ένδικο τυχερό παίγνιο, από την παραδοχή δε αυτή συνάγεται ευθέως ότι ο ίδιος εγκατέστησε στο μηχάνημα "photoplay" το ειδικό πρόγραμμα που επέτρεπε τη διεξαγωγή του τυχερού παιχνιδιού. δ) Αιτιολογείται επαρκώς η απλή συνέργεια της αναιρεσείουσας, ότι, δηλαδή, αυτή ήταν προσωρινά υπεύθυνη (αφού ήταν η μόνη από την επιχείρηση που βρισκόταν στο χώρο του καταστήματος και διηύθυνε) και ότι γνώριζε ότι η διενέργεια του παιγνίου απαγορευόταν, παρά το ότι η ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο (γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος). ε) Η διαφορά της ημερομηνίας τελέσεως της πράξεως μεταξύ σκεπτικού (26.6.2008) και διατακτικού (21.9.2009), οφειλόμενη σε φανερή παραδρομή (δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών, οι εκθέσεις συλλήψεως και παραδόσεως και κατασχέσεως φέρουν χρονολογία 21.9.2009, η οποία απηχεί και το χρόνο τελέσεως της πράξεως) δεν ασκεί επιρροή, αφού δεν ο χρόνος τελέσεως δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής της πράξεως. στ) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι νομικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν δεν αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση, η οποία περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο, ότι εσφαλμένως εκτιμήθηκαν αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού, μάρτυρα υπερασπίσεως, δελτίο παρακαταθέσεως στο ΤΠΔ) και ότι δεν αποδείχθηκε ούτε εγκατάσταση απαγορευμένου παιγνίου ούτε οικονομικό όφελος για τον θαμώνα ούτε υπέρογκο κέρδος της επιχειρήσεως, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 10/21 Μαρτίου 2011 αίτηση της I. L. του V., για αναίρεση της υπ' αριθ. 18160/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για απλή συνέργεια σε για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002. Απαγορεύεται το ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ο ν. 4002/2011 δεν έχει καταστήσει την πράξη ανέγκλητη ούτε περιέχει διατάξεις ευνοϊκότερες από τον προηγούμενο, ενώ δεν κατάργησε το β.δ. 29/1971, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την ίδια αξιόποινη συμπεριφορά. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
1
Αριθμός 260/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ηρακλείου Αττικής, που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Παρασκευόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ι., 2) Ι. - Ν. Α. του Α., 3) Έ. Γ. του Γ., 4) Ι. Π. του Κ., 5) Σ. Γ. του Π., κατοίκων ..., 6) Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 7) Φ. Ζ. του Ν., 8) Χ. Δ. του Κ., 9) Π. Κ. του Ι., 10) Σ. Π. του Ι., 11) Α. Δ. του Α., κατοίκων ..., 12) Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 13) Ε. Σ. του Χ., 14) Β. Σ. του Η. και 15) Ν. Π. του Ι., κατοίκων ... . Παραστάθηκαν όλοι με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3295/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι, εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με αυτόν, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 10-10-2006, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ο εναγόμενος όφειλε να τους καταβάλει τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3295/2010 απόφαση του, μεταξύ άλλων, ότι με την ΥΑ 34100/1999, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ. 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών. Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω ΥΑ, ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας µπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από το Υπ. ΕΣ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων: α) ότι το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕ.Δ.ΚΕ.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.ΤΑ.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (βλ. άρθρο 5), β) ότι το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού καθώς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζόμενων φορέων, για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της ΕΕΤΑΑ και των ΟΤΑ, οι οποίοι, εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν ΕΕΤΑΑ της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, (άρθρο 7 ζ), οι δε ΟΤΑ, της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε). Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίστηκαν από 9.12.1999 η "προγραμματική σύµβαση" και στη συνέχεια η από 5.1.2000 τροποποιητική όµοιά της, µεταξύ του Ελληνικού Δηµοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, µε τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εµπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.Επιπλέον και στις δύο προγραμματισμένες συµβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο µεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συµβάσεων τα συμβαλλόμενα µέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήµατος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συµβάσεις για την εύρυθµη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβληµάτων, που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από τις 7.00 - 15.00, η β' βάρδια από τις 15.00- 23.00 και η γ' βάρδια από τις 23.00 - 7.00 και ότι ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ. Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Δήμος Νέου Ηρακλείου και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίστηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ του Δήμου Νέου Ηρακλείου αφενός και των εναγόντων οι, από 1.4.2004, συμβάσεις συνεργασίας ισχύουσες για τρεις μήνες. Σύμφωνα με αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήµος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες του τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4 ) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προκειμένου την παρακολουθεί να εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συμπληρώνει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών", που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ. Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν με συμφωνητικά, συνεργασίας διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, δηλ. από 2.8.2004, 4.2.2005, 8.4.2005, 12.7.2005, 27.10.2005, 16.1.2006, 19.4.2006 και 13.7.2006. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Ως φορέας της εργασιακής τους σχέσης στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ-Δήμος Νέου Ηρακλείου-εκκαλών, ο οποίος και αποτελεί και αντισυμβαλλόμενο του κάθε εφεσίβλητου - φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεών τους. Ειδικότερα, σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι εφεσίβλητοι, καθόλο το διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι οκτώ ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του, για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε. Η σχέση δηλαδή που συνέδεε τους άνω διαδίκους ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι οι εφεσίβλητοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον εκκαλούντα Δήμο έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παρoxής της. Αντίθετα, οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης από τους κατονομαζόμενους από τον εκκαλούντα, Ελληνικό Δημόσιο και ΕΕΤΑΑ, ως προς τους οποίους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής, δεν υφίστατο, δεδομένου ότι ως προς αυτούς, πέραν της συμβολής τους στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του άνω προγράμματος λείπουν στη συγκεκριμένη σχέση τα στοιχεία της ιδιότητας του εργοδότη δηλ. η από μέρους τους άσκηση διευθυντικού δικαιώματος στους εργαζομένους- ενάγοντες και η αντίστοιχη αποδοχή της εργασίας τους, ακόμη και όσον αφορά την ΕΕΤΑΑ που, ως αντισυμβαλλόμενο μέρος των επιδίκων συμβάσεων, δεν είχε άλλη συμμετοχή σ' αυτές, πλην της χρηματοδότησης του προγράμματος, στα πλαίσια της δέσμευσης της, από τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 34100/1999 ΥΑ. Ενόψει όλων αυτών ο μόνος εργοδότης των εφεσιβλήτων ήταν ο εκκαλών, ο οποίος, άλλωστε είχε και τα οφέλη από την παροχή της εργασίας τους. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εκκαλών με τον 1° λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, προ της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ, επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορές αποδοχών, το ύψος των οποίων, όμως και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν αμφισβητεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, γιατί η εκκαλουμένη έκρινε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πριν τη μετατροπή των συμβάσεων των εφεσιβλήτων σε αόριστης χρονικής διάρκειας, βάσει του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και της υπ' 390/2006 απόφασης του ΑΣΕΠ οι εφεσίβλητοι συνδέονταν με το Δήμο Νέου Ηρακλείου με σχέση εργασίας, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου και εφαρμόζοντας την αρχή της ισότητας έκρινε ότι έπρεπε να αμείβονται όπως οι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα η βάση της αγωγής την οποία έκανε δεκτή η εκκαλουμένη ήταν ότι εφόσον οι εφεσίβλητοι συνδέονταν με τον εκκαλούντα με σχέση εργασίας δικαιούνται τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, τα επιδόματα εορτών και την προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές ευθέως από το νόμο, διότι οι παροχές αυτές οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην διάγνωση, ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήµος Νέου Ηρακλείου Αττικής, αναιρεσείων, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συµβάσεων εργασίας, συνδεόµενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 58/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ,4 παρ.1, 103 παρ.2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν, εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, προ της κρίσης τους από το ΑΣΕΠ, επιδικάζοντας σ' αυτούς διαφορές αποδοχών, το ύψος των οποίων, μάλιστα και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν αμφισβητεί, είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή πριν τη μετατροπή των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων σε αόριστης χρονικής διάρκειας, βάσει του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και της υπ' 390/2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σχέση εργασίας, ανεξαρτήτως δε του χαρακτηρισμού της ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούνται τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, τα επιδόματα εορτών και την προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές ευθέως, από το νόμο, διότι οι παροχές αυτές οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ, και 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15-10-2010, αίτηση του ΟΤΑ Δήμου Ηρακλείου Αττικής, για την αναίρεση της 3295/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
null
null
0
Αριθμός 257/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστογεώργη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαλταζάνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4760/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 519/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 5 του π.δ. 407/1980 "περί του κυρίου διδακτικού προσωπικού και του τρόπου εκλογής αυτού κ.τ.λ." ορίζονται τα εξής: "1) Επιστήμονες ανεγνωρισμένου επιστημονικού κύρους είτε κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, είτε εξαιρετικής τεχνικής εμπειρίας δύναται να προσλαμβάνονται δια πράξεως του οικείου Πρυτάνεως ή του αντιστοίχου οργάνου διοικήσεως, εκδιδομένης μετ' αποφάσεως της οικείας Σχολής, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δια την διεξαγωγήν διδακτικού ερευνητικού, επιστημονικού και οργανωτικού έργου, καθοριζομένου δια της συμβάσεως. Οι ανωτέρω, των οποίων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή το σύνολον των πάσης βαθμίδος θέσεων καθηγητών του Ιδρύματος, έχουν καθ' όλην την διάρκειαν της συμβάσεως και εις ότι αφορά εις το ανατεθέν εις αυτούς έργον, τα καθήκοντα και τας υποχρεώσεις, τα αντιστοιχούντα εις την καθηγητικήν βαθμίδα, προς την οποίαν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικώς, βάσει των προσόντων των. 2) Η διάρκεια της συμβάσεως καθορίζεται μέχρις ενός πανεπιστημιακού έτους κατά περίπτωσιν, αναλόγως προς τας ανάγκας της οικείας Σχολής, δύναται αύτη να ανανεούται ή παρατείνεται, πλην όμως ο συνολικός χρόνος προσλήψεως δεν δύναται να υπερβή τα τρία (3) πανεπιστημιακά έτη. 3) Η απασχόλησις των ανωτέρω δύναται να είναι πλήρης ή μερική. 4) Η μηνιαία αυτών αποζημίωσις ορίζεται, αναλόγως των προσόντων των, ίση προς τας πάσης φύσεως μηνιαίας αποδοχάς του τακτικού, ή του εκτάκτου καθηγητού, εφόσον η απασχόλησις είναι πλήρης, ή εις το ανάλογον ποσοστόν, εφ' όσον η απασχόλησις είναι μερική". Η ανωτέρω διάταξη αφενός μεν εξακολούθησε να ισχύει και επεκτάθηκε η ισχύς της στα νεοσύστατα Πανεπιστήμια Αιγαίου, Ιονίου και Θεσσαλίας, καθώς και σε κάθε νεοϊδρυόμενο τμήμα όλων των Α.Ε.Ι. της χώρας (άρθρ. 79 παρ. 5 περ. ιδ' ν.1566/1985), αφετέρου δε εφαρμόζεται σε όλα τα Α.Ε.Ι., προκειμένου για ανάθεση διδασκαλίας σε οποιοδήποτε μέλος του Δ.Ε.Π. άλλου Α.Ε.Ι, (άρθρ. 2 παρ. 1 περ. δ' ν. 1674/1986). Εξάλλου, ο ν. 1268/1982 "για τη δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι." ορίζει τα ακόλουθα: Α) Στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ότι "τα Α.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα. Η εποπτεία του κράτους ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων" και ότι "η οργάνωση και η λειτουργία των Α.Ε.Ι. διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων γίνεται με τον εσωτερικό κανονισμό του κάθε Α.Ε.Ι., ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. γ'", Β) Στο άρθρο 13 παρ. 1, 2 και 3 ότι "το διδακτικό έργο, όπως ορίζεται στο άρθρο 23, ασκείται από το διδακτικό ερευνητικό προσωπικό (Δ.Ε.Π.), το οποίο αποτελείται από Καθηγητές, Αναπληρωτές Καθηγητές, Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες. Οι Καθηγητές και οι Αναπληρωτές Καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι", ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν δικαίωμα για έρευνα και διδασκαλία, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εκτέλεση του έργου τους, στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του Τμήματος" και ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν επίσης ως έργο την έρευνα, τη συμμετοχή στη διοίκηση των Α.Ε.Ι. και την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο συναφών προς την ειδικότητα τους και τη θέση τους", Γ) Στο άρθρο 17 παρ. 1 περ. α' ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π. έχουν την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Α.Ε.Ι., στο οποίο έχουν διορισθεί με πλήρη απασχόληση για όλες τις εργάσιμες ημέρες", Δ) Στο άρθρο 18 παρ. 2 περ. α' και γ' ότι "με απόφαση της Γ.Σ. Τμήματος προσλαμβάνονται με ετήσια σύμβαση ειδικοί επιστήμονες κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παρ. 8 για την κάλυψη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών" και ότι "οι ειδικοί επιστήμονες και οι εντεταλμένοι επίκουροι καθηγητές έχουν μερική εκπαιδευτική απασχόληση και αντίστοιχη αμοιβή, δεν συμμετέχουν στα συλλογικά πανεπιστημιακά όργανα και δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 13 παρ. 6", Ε) Στο άρθρο 23 παρ. 1, ότι "το διδακτικό έργο κατανέμεται σε εξαμηνιαία μαθήματα και περιλαμβάνει: (Ι) την αυτοτελή διδασκαλία ενός μαθήματος, (ΙΙ) τα φροντιστήρια και τις φροντιστηριακές ασκήσεις, (ΙΙΙ) τις εργαστηριακές και κλινικές ασκήσεις και την εν γένει πρακτική εξάσκηση των φοιτητών και (ΙV) την επίβλεψη διπλωματικών εργασιών και την πραγματοποίηση σεμιναρίων ή άλλων αναλόγων δραστηριοτήτων, που αποσκοπούν στην εμπέδωση των γνώσεων των φοιτητών" και ΣΤ) Στο άρθρο 25 παρ. 1, 2 και 6 εδ. α' και β' ότι "το ακαδημαϊκό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου", ότι "το εκπαιδευτικό έργο κάθε ακαδημαϊκού έτους διαρθρώνεται χρονικά σε δύο εξάµηνα" και ότι "το πρώτο εξάµηνο αρχίζει το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου και το δεύτερο εξάµηνο λήγει το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου. Οι ακριβείς ημερομηνίες καθορίζονται από τη Σύγκλητο. Τέλος, το άρθρο 41 του ν.δ. 496/79 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. ορίζει ότι "πάσα σύµβασις δια λογαριασµό ν.π.δ.δ. έχουσα αντικείµενο άνω των 10.000 δρχ. (ήδη 400.000 δρχ., κατ' άρθρο 80 Ν. 2362/95) ή δημιουργούσαν υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξοµειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευμένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συµβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της µη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συµβάσεως". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι κάθε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου την οποία καταρτίζει νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου µε εργαζόμενο υποβάλλεται, εφόσον δεν υπάγεται στην ανωτέρω θεσπιζόμενη εξαίρεση, υποχρεωτικώς στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της συµβάσεως. Η έλλειψή του καθιστά τη σύµβαση του εργαζομένου που απασχολείται στο Ν.Π.Δ.Δ. άκυρη και τη µετατρέπει σε απλή εργασιακή σχέση. Ως εκ του λόγου δε αυτού το Ν.Π.Δ.Δ. είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο, µε βάση πλέον τη σχέση αυτή και σύµφωνα µε τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισµού (άρθρ. 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόµισε από την εργασία του, η οποία συνίσταται στην αµοιβή που θα κατέβαλε σύµφωνα µε τις συνθήκες που επικρατούν στον τόπο της παροχής της εργασίας, σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα προσλάβανε µε έγκυρη εργασιακή σύµβαση και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα µε εκείνον που παρέσχε την εργασία. Ο γενικός αυτός κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ., υπέρ των οποίων δεν εισάγεται εξαίρεση από τις Πράξεις Υπουργικού Συµβουλίου που αναστέλλουν τους διορισμούς του πάσης φύσεως προσωπικού στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα στον οποίο υπάγονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., γιατί η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγομένη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόµιµης αιτίας, ένεκα της οποίας το Ν.Π.Δ.Δ., ως εργοδότης, ενέχεται προς απόδοση της ωφέλειας από την παρασχεθείσα εργασία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ. και δεν αποτελεί λόγο αποκλεισµού της αναζητήσεως αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1268/1982, "πάσης φύσεως αποδοχές του διδακτικού, διοικητικού και λοιπού προσωπικού που υπηρετεί µε οποιαδήποτε µορφή ή σχέση εργασίας στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα (ΑΕΙ) και τα παραρτήματα τους βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, στον οποίο εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις. Οι αποδοχές αυτές καταβάλλονται από 1η Ιανουαρίου 1983 δια του Δημοσίου Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τη μισθοδοσία του ως άνω προσωπικού, το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) από 1-1-1983 αναλαμβάνει το Δημόσιο, το οποίο υποχρεούται έναντι των ΑΕΙ να καταβάλλει εκάστοτε δια του Δημοσίου Ταμείου, με μισθοδοτικές καταστάσεις που του υποβάλλουν τα ανωτέρω ιδρύματα, τις αποδοχές του ανήκοντος στη δύναμή τους διδακτικού, διοικητικού και λοιπού προσωπικού. Έναντι όμως του προσωπικού αυτού υπόχρεα προς καταβολή των αποδοχών του εξακολουθούν, ως εργοδότες, να είναι τα ΑΕΙ, έναντι των οποίων και νομιμοποιείται παθητικώς ο ανήκων στο ως άνω προσωπικό τους να εγείρει αγωγή για την καταβολή των αποδοχών του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 § 1 ΑΚ, η οποία αποκλείει την υποχρέωση του λήπτη του πλουτισμού να αποδώσει την ωφέλεια εφαρμόζεται, κατά τα σ' αυτή οριζόμενα, από τις ενδεικτικώς στη διάταξη της ΑΚ 904 αναφερόμενες περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, μόνον σε αυτήν της αχρεώστητης παροχής. Δηλαδή εκείνης η οποία έγινε για την εκπλήρωση χρέους, για την ύπαρξη του οποίου δεν συμπληρώθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αν ο δότης γνώριζε την μη ύπαρξη των προϋποθέσεων αυτών, αφού, τότε εκδηλώνει βούληση παροχής χωρίς αιτία η οποία αναγνωρίζεται από το νόµο (δωρεά) και καλύπτει την έλλειψη αιτίας του χρέους. Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη δεν εφαρµόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω µη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συµβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι κατόπιν της, σύμφωνα µε το άρθρο 5 του Π.δ/τος 407/1980, από 13-9-2002 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως του Τµήµατος Πληροφορικής του εναγοµένου και ήδη εκκαλούντος Πανεπιστημίου Πειραιώς ΝΠΔΔ, αποφασίστηκε η πρόσληψη του ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος, µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για τη διδασκαλία των µαθηµάτων "Γραφικά µε Υπολογιστές" και "Αλγόριθμοι", της αντίστοιχης εξεταστικής περιόδου του χειμερινού εξαµήνου του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, δηλαδή για το χρονικό διάστηµα από 30-10-2002 έως 18-3- 2003 επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως και µε µηνιαίες αποδοχές που ορίστηκαν στο 34,02% εκείνων του Λέκτορα. Προς τούτο υπογράφηκε µεταξύ των διαδίκων η από 21-7- 2003 σύµβαση εργασίας και ο ενάγων έλαβε για τις ως άνω υπηρεσίες του το ποσό των 3.101,35 Ευρώ. Ακολούθως, σύµφωνα και µε τις µε επίκληση προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο ενάγοντα: 1) από 25-11-2004 βεβαιώσεις του Προέδρου του Τµήµατος Πληροφορικής Ε. Φ. και 2) τις από 16-9-2002 και από 9-1-2004 ανακοινώσεις του εκκαλούντος εναγοµένου Πανεπιστημίου, αποφασίστηκε α) µε τις από 4- 2-2003 και 27-3-2003 αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως του ως άνω Τµήµατος, η εκ νέου πρόσληψη του εφεσιβλήτου - ενάγοντος για τη διδασκαλία των µαθηµάτων "Αλγόριθμοι" και "Συστήµατα Πολυµέσων" για το εαρινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, ήτοι από 10-3-2003 µέχρι 30-9-2003 και µε εξάωρη (6) απασχόληση εβδομαδιαίως β) µε την από 25-9-2003 απόφαση της Γ.Σ. του ιδίου παραπάνω Τµήµατος (αποφασίστηκε) η εκ νέου επίσης πρόσληψη του ενάγοντος για διδασκαλία των µαθηµάτων "Ευφυείς Πράκτορες", "Ανάκτηση Πληροφοριών" και "Τεχνολογίες Διαδικτύου", για το χρονικό διάστηµα από 13-10-2003 µέχρι 15-3-2004, δηλαδή το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 και επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως. γ) Επίσης, µε την από 10-2-2004 απόφαση της Γ.Σ. του αυτού ως άνω Τµήµατος, (αποφασίστηκε) η επαναπρόσληψή του (ενάγοντος) για τη διδασκαλία των μαθημάτων "Αλγόριθμοι" και "Γραφικά με υπολογιστές" για το χρονικό διάστημα από 16-3-2004 έως 30-9-2004 (εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004) και επί έξι (6) ώρες την εβδομάδα. Ο ενάγων κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο και το τελευταίο τις αποδεχόταν, χωρίς ωστόσο να έχουν υπογραφεί σχετικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων της Γ.Σ. και χωρίς το εναγόμενο να προβεί στην καταβολή της μισθοδοσίας του, για τα εν λόγω χρονικά διαστήματα. Έτσι, όταν τον Φεβρουάριο του έτους 2005 ο ενάγων εκλήθη από το εναγόμενο Πανεπιστήμιο να υπογράψει σύμβαση εργασίας με πλήρη προσόντα μόνο για το χρονικό διάστημα από 17-6-2004 έως 31-8-2004 με μηνιαία αποζημίωση ίση προς το 41,56% των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών του Λέκτορα, αυτός (ενάγων) αρνήθηκε, αξιώνοντας, αφενός μεν την υπογραφή σύμβασης εργασίας με το εναγόμενο για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα των τριών (3) ακαδημαϊκών εξαμήνων (ήτοι: α) εαρινό ακαδημαϊκού έτους 2002/2003, β) χειμερινό ακαδημαϊκού έτους 2003/2004, και γ) εαρινού 2003/2004) κατά τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε απασχοληθεί χωρίς όμως να του έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό, και αφετέρου την άμεση καταβολή των δεδουλευμένων του με μηνιαία μάλιστα αποζημίωση ίση προς το 100% των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών του Λέκτορα. Επομένως, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, κατά τα προεκτεθέντα χρονικά διαστήματα (εαρινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2002-2003, χειμερινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2003-2004, και εαρινό εξάμηνο ακαδημαϊκού έτους 2003-2004) προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο-εκκαλούν Πανεπιστήμιο, το οποίο τις αποδεχόταν, χωρίς ωστόσο να υπογραφεί τελικώς σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων και πολύ περισσότερο χωρίς το εναγόμενο Πανεπιστήμιο να προβεί στη μισθοδοσία του ενάγοντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ουσιαστικών και νομικών παραδοχών, οι ως άνω συμβάσεις του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, πλην της πρώτης, είναι άκυρες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 41 ν.δ. 496/1976 και 3, 159 και 180 Α.Κ., εφόσον αυτός (ενάγων) είχε συνεχώς πλήρη απασχόληση την οποία μάλιστα αποδεχόταν το εναγόμενο - εκκαλούν Πανεπιστήμιο με το νόμιμο εκπρόσωπό του, ενώ για την εν λόγω πλήρη και αναμφισβήτητη απασχόλησή του δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος και το εναγόμενο ωφελήθηκε από τις παραπάνω υπηρεσίες του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ο οποίος παρέσχε αυτές στα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το ποσό που αυτό (Πανεπιστήμιο) θα κατέβαλε σε άλλον διδάσκοντα, τον οποίο θα προσλάμβανε με τις νόμιμες διατυπώσεις και για την αντίστοιχη θέση, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα. Έτσι η απασχόληση του ενάγοντος στα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα ήταν πλήρης (άρθρο 2 § 3, 2, 10 Ν. 2530/1997 "Υπηρεσιακή κατάσταση και αναμόρφωση µισθολογίου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και του εκπαιδευτικού προσωπικού των ιδρυµάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ και ΤΕΙ) µισθολογικές ρυθµίσεις Ερευνητών Ιδρυµάτων και άλλων συναφών κατηγοριών και άλλες διατάξεις". Συνεπώς ο ενάγων - εφεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει τις νόµιµες µηνιαίες αποδοχές του Λέκτορα και τις αναλογίες επιδομάτων, για τα προεκτεθέντα χρονικά διαστήματα της πλήρους απασχολήσεώς του στο εκκαλούν - εναγόµενο Πανεπιστήμιο, οι οποίες, κατά την αντίστοιχη περικοπή της εκκαλουμένης αποφάσεως, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 35.124,89 ευρώ, κατά τις αµέσως παρακάτω επιµέρους διακρίσεις, που επιδίκασε το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, (χωρίς µάλιστα να βάλλεται η εκκαλουμένη ως προς το σηµείο της αυτό αναφορικά µε τον τρόπο υπολογισµού και το ύψος των επιδικασθέντων) και συγκεκριμένα αυτός εδικαιούτο: α) για µεν το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002/2003 (της υφισταμένης εγκύρου συµβάσεως εργασίας) στο ποσό των 7.917,84€ και ενόψει του ότι αυτός έλαβε µόνο το ποσό των 3.101,3 5€ δικαιούνταν την διαφορά των 4.816,94 ευρώ, β) για το εαρινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002/2003 στο ποσό των 7.917,84 ευρώ, γ) για το χειμερινό εξάµηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003/2004 στο ποσό των 9.556,56 ευρώ και δ) για το εαρινό εξάµηνο ακαδημαϊκού έτους 2003/2004 στο ποσό των 12.834€. Συνεπώς, με βάση τις ως άνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι επαναφερόμενοι με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης πρωτόδικοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου πανεπιστημίου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή α) με το ως άνω ποσό της αμοιβής του ενάγοντος- εφεσιβλήτου δεν ωφελήθηκε το ίδιο, αλλά το δημόσιο, που είναι αυτό που βαρύνεται με τη δαπάνη πληρωμής των υπηρεσιών του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ, β) ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος δεν δικαιούται την απόληψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, διότι αυτός γνώριζε την ακυρότητα της συμβάσεως, αφού δεν είχε υπογραφεί μεταξύ τους σχετική σύμβαση για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, που δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία πανεπιστημιακά έτη, και παρόλα αυτά με δική του πρωτοβουλία συνέχισε να προσφέρει τις διδακτικές του υπηρεσίες οικειοθελώς. Διότι, ο ενάγων - εφεσίβλητος, αποδείχτηκε ότι συνέχισε την προσφορά των διδακτικών του υπηρεσιών στα προεκτεθέντα επίδικα χρονικά διαστήματα στο εναγόμενο Πανεπιστήμιο, το οποίο απέβλεψε στις υπηρεσίες αυτού και εκ των οποίων το ίδιο αποκλειστικά ωφελήθηκε, όχι με πρόθεση παραιτήσεως από τις αξιώσεις του (αμοιβή ενάγοντος), δηλαδή όχι με πρόθεση δωρεάς, αλλά καλόπιστα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος, αφενός μεν ότι η προσφορά των διδακτικών υπηρεσιών του (ενάγοντος) στηριζόταν στις αντίστοιχες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ως άνω αντιστοίχου Τμήματος του εκκαλούντος - εναγομένου Πανεπιστημίου, αφετέρου δε έχοντας αυτός (ενάγων) υπόψη του την πάγια πρακτική του εναγομένου, πρώτα να ξεκινούν τα μαθήματα και στην πορεία να υπογράφεται η σύμβαση με το ΔΕΠ, όπως άλλωστε συνέβη και για το προαναφερθέν πρώτο εξάμηνο, κατά το οποίο αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι το τελευταίο ουδέποτε αρνήθηκε να αποδεχθεί τις διδακτικές υπηρεσίες του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κατά τα ανωτέρω επίδικα χρονικά διαστήματα, καλύπτοντας έτσι με αυτόν τον τρόπο τις διδακτικές του ανάγκες, στα ένδικα χρονικά διαστήματα (που δεν ξεπερνούν τα τρία πανεπιστημιακά έτη) και αποκομίζοντας έτσι το ίδιο ωφέλεια από την αντιστοιχούσα σ' αυτά αμοιβή του ενάγοντος από την παροχή της εργασίας του. Επομένως, (καταλήγει το Εφετείο), πρέπει, η προκείμενη αγωγή αποδόσεως της ως άνω χρηματικής ωφελείας από την παρασχεθείσα σε εκτέλεση άκυρης συμβάσεως εργασίας, λόγω της μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου της συμβάσεως εργασίας, να γίνει δεκτή ως βάσιμη εν μέρει κατ' ουσίαν για το προεκτεθέν ποσό των 34.124,82 €. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4760/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει, εν μέρει, δεκτή η ένδικη αγωγή και επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία και το με αρ. πρωτ. 20051186/21-4-2005 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22-12-2010,αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", για αναίρεση της 519/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο κανόνας του άρθρου 904 Α.Κ. έχει εφαρμογή και επί των Ν.Π.Δ.Δ. Τη μισθοδοσία του προσωπικού, το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, από 1-1-1983 αναλαμβάνει το Δημόσιο, το οποίο υποχρεούται έναντι των ΑΕΙ να καταβάλλει εκάστοτε δια του Δημοσίου Ταμείου, με μισθοδοτικές καταστάσεις. Έναντι όμως του προσωπικού αυτού υπόχρεα προς καταβολή των αποδοχών του εξακολουθούν, ως εργοδότες, να είναι τα ΑΕΙ. Η διάταξη του άρθρου 905 & 1 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο τύπου, συμβάσεως.
null
null
0
Αριθμός 254/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου R. V. του D., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 409/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 293/23-12-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας την από 10.11.2011 αίτηση αναίρεσης του R. V. του D. κατά του υπ' αριθ. 409/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πάτρας, με το οποίο απερρίφθη η με αριθμό 20/1.8.2011 έφεση του κατά του υπ' αριθ. 405/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πάτρας, σύμφωνα με το οποίο ο προαναφερόμενος παραπέμφθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Πάτρας, για να δικαστεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αρπαγή κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, τετελεσμένη και σε απόπειρα, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη βία, αντίσταση, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία κατ' εξακολούθηση, παράνομη οπλοκατοχή, διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και παράβαση του άρθρου 82.4 Ν. 3386/2005. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, πλην όμως είναι απαράδεκτη, επειδή, με το άρθρο 34 περ. γ' Ν. 3904/23.12.2010 καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο, ο παραπεμφθείς στο ακροατήριο κατηγορούμενος για κακούργημα είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή του Συμβουλίου Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναίρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μ.Ο.Δ. για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, εκ των οποίων η πρώτη και η δεύτερη τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476.1 ΚΠΔ και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € σε βάρος του αναιρεσειοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 1Ρ11.2011 αίτηση αναίρεσης του R. V. του D. κατά του υπ' αριθ. 409/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πάτρας, ως απαράδεκτη και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 14.12.2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, καταργήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχ.γ' Ν.3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23 Δεκεμβρίου 2010. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, η, με δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ... στο οποίο αυτός κρατείται, ασκηθείσα από 10 Νοεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης κατά του 409/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, που απέρριψε την, από 1-8-2011, έφεση του ιδίου κατά του 405/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών για να δικαστεί ως υπαίτιος του κακουργήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας και του όμοιου των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς και των αναφερομένων σ' αυτό πλημμελημάτων, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 10 Νοεμβρίου 2011, αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου R. V. του D., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση του 409/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, που απέρριψε έφεση του κατηγορουμένου, που παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ, από το άρθρο 34 στοιχ. Γ΄ Ν. 3904/2010. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 247/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Ο. Κ., 2)Γ. Μ., 3)Π. Π., 4)Γ. Χ., 5)Ι. Κ. και 6)Ε. Κ.. Και εγκαλούντα τον Κ. Σ. του Ι., κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 339/14-9-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1054/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 268/5-12-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδαφ. ε' και 137§1γ ΚΠΔ, την με αριθμό 339/14-9-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδάφιο ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος και δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137§ 1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημ/κών ή Εφετών, ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. II. Στη προκείμενη περίπτωση ο Κ. Σ. με την υπ' αριθμ. 6/5-4-2011 έκθεση προσφυγής του δήλωσε πως προσφεύγει ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 79/2011 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 5-3-2010 έγκληση του (ΑΒΜ Η11/116) σε βάρος των: 1) Ο. Κ., Αντ/λέα Πλημ/κών, 2) Γ. Μ., Αντ/λέα Εφετών, 3) Π. Π., Αντ/λέα Πλημ/κών, 4) Γ. Χ., Αντ/λέα Εφετών, 5) Ι. Κ., Αντ/λέα Εφετών, ήδη συνταξιούχου, και 6) Ε. Κ., Αντ/λέα Εφετών, για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, (άρθρα 363 σε συνδ. 362 ΠΚ). Επειδή, όπως προκύπτει από τις σχετικές υπηρεσιακές βεβαιώσεις της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, υπηρετούν άπαντες, πλην του αποχωρήσαντος 5ου εγκαλουμένου, Ι. Κ., στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας των εγκαλουμένων, από τις αρμόδιες κατά τόπο Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος - προσφεύγοντος. ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Να διατάξει το Δικαστήριο Σας, την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η με αριθμό 6/5-4-2011 προσφυγή του Κ. Σ. κατά της με αριθμό 79/2011 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 23-11-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδαφ.ε ΚΠοινΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠοινΔ, δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 εδαφ.γ' του ιδίου Κώδικα αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο ή Εισαγγελία του σε άλλο Εφετείο ή την αντίστοιχη Εισαγγελία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα στη δικογραφία ο Κ. Σ. του Ι., κάτοικος ..., υπέβαλε την από 5-3-2010 (ΑΒΜ Η11/116) έγκληση του σε βάρος των α)Ο. Κ., Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών, β)Γ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών, γ)Π. Π., Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών δ)Γ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών, ε)Ι. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών (ήδη συνταξιούχου) και στ)Ε. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (ΠΚ 363-362), την οποία ισχυριζόταν οτι οι εν λόγω εισαγγελικοί λειτουργοί τέλεσαν η πρώτη με την εκδοθείσα από αυτήν ΕΓ108-09/15/28Δ/09 Διάταξη, ο δεύτερος με την εκδοθείσα από αυτόν 617/09 Διάταξη, η τρίτη με την εκδοθείσα από αυτήν Γ112/09 Διάταξη ο τέταρτος με την εκδοθείσα από αυτόν 485/09 Διάταξη, ο πέμπτος με την εκδοθείσα από αυτόν 793/09 Διάταξη, ο πέμπτος με την εκδοθείσα από αυτόν 793/09 Διάταξη και η έκτη με την εκδοθείσα από αυτήν ΕΓ 150-08/296/14Ρ/09 Διάταξη. Η πιο πάνω έγκληση του Κ. Σ. απερρίφθη ως προφανώς αβάσιμη με την υπ' αριθμό 79/2011 (ΑΒΜ Η 11/116) από 18-3-2011 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας άσκησε ο ανωτέρω εγκαλών κατ' άρθρο 48 ΚΠοινΔ την από 5-4-2011 προσφυγή για την οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πταισματοδικείου Κορίνθου η υπ' αριθμό 6/2011 έκθεση, με την οποία δήλωσε ότι προσφεύγει ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της διατάξεως αυτής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή του για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που είναι κατά τόπο αρμόδιος στο παρόν στάδιο και ο οποίος υπέβαλε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπου πρωτοκολλήθηκε με αριθμ.πρωτ.7123/21-9-2011, σχετική από 14-9-2011 αίτηση για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, στην οποία αναφέρεται ότι από τους εγκαλουμένους εισαγγελικούς λειτουργούς οι Γ. Μ., Γ. Χ. και Ε. Κ. υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, στον πλησιέστερο αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, που πρέπει να ορισθεί ως αρμόδιος για να αποφανθεί επί της εν λόγω προσφυγής και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση να ορισθούν ως αρμόδιες δικαστικές Αρχές αυτές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιά καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας η με αριθμό 6/5-4-2011 προσφυγή του εγκαλούντος Κ. Σ. του Ι. κατά της με αριθμό 79/2011 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας περί απορρίψεως της από 5-3-2010 μηνύσεως του προσφεύγοντος αυτού κατά των Ο. Κ., Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών, Γ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών, Π. Π., Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών, Γ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών, Ι. Κ. και Ε. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών στον οριζόμενο ως αρμόδιο να αποφανθεί Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση τις δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς ορίζεται ως αρμόδιος για να αποφανθεί επί της εν λόγω προσφυγής και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση να ορισθούν ως αρμόδιες δικαστικές Αρχές αυτές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιά καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 246/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμούζη περί αναιρέσεως της με αριθμό 151-154/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 925/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 - ΠΚ, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α)εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξης και β)ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δε μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και με τη χρήση σωματικής βίας και με την απειλή κατά τα εκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των άνω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξη ς και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δε συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 42 παρ. 1-ΠΚ όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (αρ. 83). Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας, απαιτείται πράξη την οποία επιχειρεί ο δράστης με το δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια δε πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία αν δεν αποκοπεί από οποιονδήποτε λόγο οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 εδ. α' ίδιου Κώδικα "Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' - ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν, έχει εκλείψει εντελώς, αλλά μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται, ποινή ελαττωμένη (ΠΚ 82),προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ,.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε,.Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 151-154/2011 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το προδιαληφθέν Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος το έτος 2007 διέμενε στις Σέρρες σε οικία ευρισκόμενος πλησίον της επί της οδού ... μονοκατοικίας της παθούσας Σ. Γ. και πλησίον του χώρου εργασίας της τελευταίας (internet cafe). Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μετέβη στο ως άνω κατάστημα όπου όμως του απαγορεύτηκε η είσοδος από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για το λόγο ότι θεωρήθηκε άτομο που πρόκειται ενδεχομένως να διαταράξει την ομαλή λειτουργία του καταστήματος. Ο κατηγορούμενος θεωρώντας υπεύθυνη τη παθούσα στις 13-10-2007 και ώρα 06-15'και γνωρίζοντας την ακριβή διεύθυνση της μονοκατοικίας της μετέβη σ' αυτήν και κτύπησε αρχικά το κουδούνι της εξωτερικής ζητώντας από την παθούσα να του ανοίξει. Η τελευταία αντιλαμβανόμενη τις προθέσεις του κάλεσε τηλεφωνικά προς άμεση βοήθεια το τηλεφωνικό κέντρο "100". Ο κατηγορούμενος μετά την άρνηση της παθούσας να του επιτρέψει την είσοδο στην οικεία της, παραβίασε το παντζούρι της μπαλκονόπορτας και εισήλθε στο εσωτερικό της οικείας της σύρρωντας βιαίως την παθούσα η οποία επιχείρησε να εξέλθει από την οικία της κτυπώντας την σε διάφορα σημεία του σώματός της. Συγκεκριμένα την γρονθοκόπησε σφοδρά στο σώμα και στα πλευρά ενώ επανειλημμένα κτύπησε το κεφάλι της στο δάπεδο κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτήν κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Παράλληλα ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας σωματική βία και αφού έκαμψε με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την αντίσταση της παθούσας, έχοντας αποκλειστικό και μόνο σκοπό να έλθει μ' αυτή σε συνουσία παρά τη σθεναρή αντίδρασή της, επιχείρησε να εξαναγκάσει αυτήν, να ανεχθεί παρά τη θέλησή της εξώγαμη κατά φύση συνουσία λόγος για τον οποίο και αφού την ξάπλωσε στο πάτωμα και άνοιξε4 τα πόδια της, προσπάθησε να της αφαιρέσει το παντελόνι εκφράζοντας παράλληλα και λεκτικά τις προθέσεις του, προς αυτήν με τη φράση " θα γίνει θες δε θες". Κατά τη στιγμή όμως εκείνη που ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να εκπληρώσει την επιθυμία του περί πλήρους κατά φύση συνουσίας με την παθούσα, η τελευταία στην προσπάθειά της να αμυνθεί και εκμεταλλευόμενη στιγμιαία ολιγωρία του κατηγορουμένου βρήκε την ευκαιρία και αποδεσμεύτηκε τη φυσική εξουσία του επιτυγχάνοντας να απομακρυνθεί ολίγον απ' αυτόν. Εκείνη τη στιγμή είχε αφιχθεί στην οικεία της παθούσας η νωρίτερα ειδοποιηθείσα απ' αυτήν αστυνομική δύναμη (ενισχούμενη περιπολία) οι άνδρες της οποίας ακούγοντας τις φωνές και κλήσεις προς βοήθεια της παθούσας και τον προερχόμενο εκ της πάλης έντονο θόρυβο εντόπισαν αμέσως την οικία της παθούσας και εισήλθαν εντός αυτό όπου και αφού αρχικά αντίκρισαν την τελευταία αναίσθητη στο πάτωμα εν συνεχεία διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος κρυβόταν ακίνητος πίσω από την εξώθυρα με αποτέλεσμα να προβούν άμεσα στη σύλληψή του. Ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόμενος την επικείμενη σύλληψή του, επιχείρησε όπως αποφύγει αυτήν χρησιμοποιώντας σωματική βία σε βάρος των επιληφθέντων αστυνομικών με σκοπό να εξαναγκάσει αυτούς να παραλείψουν νόμιμη και αναγόμενη στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα πράξη(σύλληψη) αποτέλεσμα της οποίας και υπήρξε η πρόκληση σωματικών βλαβών στον αστυνομικό της Υποδιεύθυνσης Ασφ. Σερρών Ν. Α., ο οποίος και υπέστη ... . Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις: α) της απόπειρας βιασμού, η οποία δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξαρτήτως της θελήσεως του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα λόγω της άφιξης (εντός 5 λεπτών) της αστυνομικής δύναμης στην κατοικία της παθούσας της αστυνομικής δύναμης β) της αντίστασης, γ)..., δ)... και ε) ... και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών. Τέλος από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων είχε πλήρη συνείδηση του άδικου χαρακτήρα αυτών και η ικανότητά του να αντιληφθεί τον ανήθικο χαρακτήρα τους δεν μειώθηκε εξαιτίας διατάραξης της συνείδησης λόγω χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ψυχοφαρμάκων και μέθη, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, που άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι είχε γίνει (χρήση). Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 36 ΠΚ που προέβαλε ο κατηγορούμενος". Ακολούθως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων πράξεων (απλής σωματικής βλάβης, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διατάραξης οικιακής ειρήνης, για τις οποίες δεν προσβάλλεται η απόφασή του ) και των πράξεων της απόπειρας βιασμού και της αντίστασης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική η ποινή κάθειρξης εννιά ετών, από τα οποία επτά έτη κάθειρξη για την απόπειρα βιασμού και έξι μήνες φυλάκιση για την αντίσταση, ενώ απέρριψε, ως ουσία αβάσιμο τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων (απόπειρα βιασμού, αντίσταση), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 167 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, όπως από το προοίμιο της προσβαλλόμενης προκύπτει, λήφθηκαν με βεβαιότητα υπόψη από το προδιαληφθέν Δικαστήριο. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά, και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόταση των προδιαληφθέντων εγκλημάτων περιστατικά. Περαιτέρω, πλήρως αιτιολογείται και η απόρριψη, ως ουσία αβάσιμου, του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, καθόσον, όπως διατείνεται, κατά το χρόνο τέλεσης των πιο πάνω εγκλημάτων ήταν σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού εξαιτίας διατάραξης της συνείδησης, λόγω χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ψυχοφαρμάκων και μέθης. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, όλες οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και, επομένως, ο υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και, δεδομένου ότι δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 12 Ιουλίου 2011, αίτηση του Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 151-154/2011 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα βιασμού και αντίσταση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την ενοχή και τον αυτοτελή ισχυρισμό ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 250/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3440/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-11-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2011 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2002 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Θεοδώρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο έκτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΑΠ Ολ. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξ άλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1, ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών". Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας) έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η ως άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), αφού οι υπερνοµοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό, ευθέως, αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ Ολ. 38/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (ΝΠΔΔ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος των ετών 1992-1994, που προέκυπταν από τον µη υπολογισµό των αποδοχών του, µε τον βασικό µισθό ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ, είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής του, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974), την οποίαν ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λπ. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011) και συνεπώς είναι αβάσιµος ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα µη προταθέντα και συγκεκριμένα την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για διαφορές αποδοχών του των ετών 1992-1994, την οποία εξήτασε αυτεπαγγέλτως, παρά το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 του ΝΔ 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των αξιώσεων κατά των ν.π.δ.δ., είναι ανίσχυρη, διότι αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των άρθρων 106 και 110 παρ.1 του ΚΠολΔ. Από το προσκομιζόμενο όµως αντίγραφο της από 21-6-1999 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι το τελευταίο παραπονέθηκε, ειδικώς, µε τον πέµπτο (τελευταίο) λόγο αυτής, γιατί δεν έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής, που είχε προτείνει πρωτοδίκως, και δεν διακόπηκε, σύµφωνα µε το άρθρο 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974, µε την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υποβολή προς το αναιρεσείον αιτήσεως για πληρωµή οφειλόμενων διαφορών αποδοχών, αφού η αίτηση αυτή ήταν αόριστη. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος που στηρίζεται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προσδιοριζόμενη µόνο µε τον αριθµό της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχοµένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση του κειµένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόµενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, µε αποτέλεσµα να καταλήξει σε πόρισµα επιζήµιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόµενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συµπέρασµα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείµενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξετάζοντας το αληθινό περιεχόµενο της αιτήσεως µε αριθµ. πρωτ. 26216/30-12-1994, την οποία είχε υποβάλει ο αναιρεσείων µαζί µε άλλους συναδέλφους του στο αναιρεσίβλητο νοσοκοµείο και προσκόµισε και επικαλέστηκε στο δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισµού του (αντενστάσεως) για διακοπή της παραγραφής, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι µε την αίτηση αυτή δεν ζητήθηκε κατά τρόπο ορισµένο η διαφορά αποδοχών, που προερχόταν από τον υπολογισµό του βασικού µισθού του, σύµφωνα µε τα κατώτατα όρια των ΕΓΣΣΕ των ετών 1992-1994. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εκτίµησε ανέλεγκτα το αληθινό περιεχόµενο του πιο πάνω εγγράφου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόµενο του µε την προ εκτεθείσα έννοια. Επομένως ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος. Επίσης ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων, των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 περίπτ. β' του Ν.Δ. 496/1974, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι µε την παραπάνω από 30-12-1994 αίτηση του αναιρεσείοντος και των συναδέλφων του δεν ζητήθηκαν οι διαφορές αποδοχών, που προέκυπταν από την µη καταβολή του εκάστοτε βασικού µισθού των Ε.Γ. Σ. Σ. Ε., παρά το γεγονός ότι για τη διακοπή της παραγραφής µε υποβολή αιτήσεως, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αρκεί η απαίτηση της πληρωµής γενικώς της διαφοράς µεταξύ των προβλεπόμενων από το νόµο, τις Σ.Σ.Ε. και της Δ.Α. αποδοχών και εκείνων που καταβλήθηκαν, είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την επίφαση πληµµέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πράγµατι η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου για το περιεχόµενο του πιο πάνω εγγράφου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η έχουσα εφαρµογή και επί της παραγραφής, γενική διάταξη του άρθρου 242 του ΑΚ., κατά την οποία η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ηµέρα και, αν είναι κατά νόµο εορτάσιµη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ηµέρα, αφορά, σύµφωνα µε τα ρητώς σε αυτήν οριζόμενα, τη λήξη και όχι την έναρξη της προθεσμίας. Επομένως, ο πέµπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 εδάφ. α' του ως άνω Κώδικα λογιστικού των ν.π.δ.δ., µε το να κρίνει ότι η παραγραφή των ένδικων µισθολογικών αξιώσεων, που γεννήθηκαν και κατέστησαν απαιτητές κατά το έτος 1994, άρχισε από το τέλος του έτους αυτού (1994) και όχι από το τέλος του επόµενου έτους 1995, καίτοι η τελευταία ηµέρα του έτους 1994 (Σάββατο) ήταν κατά νόµο αργία για τις αρµόδιες υπηρεσίες, είναι αβάσιµος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για καταβολή της διαφοράς αποδοχών του, που προέρχονταν από τον µη υπολογισµό του βασικού µισθού του µε τα κατώτατα όρια των Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. που ίσχυαν κατά τα έτη 1992 - 1994, είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 διετή παραγραφή, την οποία δεν διέκοψε η µε αριθµ. πρωτ. 26216/30-12-1994 αίτηση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο, γιατί ως προς τη διαφορά αυτή η άνω αίτηση ήταν αόριστη. Για τις υπόλοιπες αγωγικές αξιώσεις, δηλαδή για την πρόσθετη αµοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, το επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και τα λοιπά επιδόµατα, καθώς και για την προσαύξηση της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες του ίδιου χρονικού διαστήματος δέχθηκε το Εφετείο ότι η ως άνω αίτηση διέκοψε την παραγραφή. Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι µε την 471/1997 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του αναιρεσείοντος, είχαν επιδικασθεί σ' αυτόν διαφορές αποδοχών και για το χρονικό διάστηµα από 1-1-1992 έως 31-7 -1994, που υπολογίστηκαν µε τον οριζόμενο στην 30/1991 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών βασικό µισθό των 54029 δραχµών, το Εφετείο έκρινε ότι οι παραπάνω (µη παραγραφείσες) αξιώσεις του διαστήματος αυτού έπρεπε να υπολογισθούν µε τον ίδιο βασικό µισθό των 54.029 δραχµών, αφού είχε παραγραφεί η αξίωσή του για καταβολή µεγαλύτερου βασικού µισθού (αυτού των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) και συνακόλουθα η αξίωσή του για υπολογισµό των ως άνω αξιώσεων µε µεγαλύτερο βασικό µισθό. Μετά ταύτα δε, το Εφετείο α) απέρριψε, λόγω παραγραφής, τη ζητούµενη µε την αγωγή περαιτέρω διαφορά αποδοχών (δηλ. επιπλέον εκείνης που είχε επιδικαστεί σ' αυτόν µε την 471/1997 απόφαση) του χρονικού διαστήµατος από 1-1- 1992 έως 31-7-1994, β) δέχθηκε εν µέρει τις (µη παραγραφείσες) αξιώσεις του χρονικού διαστήµατος από 1-8-1994 έως 31-12-1994, που υπολόγισε µε τον παραπάνω βασικό µισθό των 54.029 δραχµών και γ) δέχθηκε το σύνολο των λοιπών αγωγικών αξιώσεων του χρονικού διαστήµατος από 1-1-1995 έως 31-5-1997, που είχαν υπολογιστεί µε τον βασικό µισθό των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Με αυτά τα δεδοµένα, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., κατά το µέρος που µέµφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, µε το να δεχθεί ότι, κατά το χρονικό διάστηµα από 1-8-1994 έως 31-12-1994, ο βασικός µισθός του ήταν 54.029 δραχµές και εµµέσως ότι η αγωγή του ήταν µη νόµιµη, κατά το µέρος που ζητούσε διαφορές της αµοιβής και για τις ώρες εργασίας των Κυριακών και αργιών (νυκτερινών και υπερωριακών), που αναλογούσαν στα επιδόµατα εορτών και στις αποδοχές και επιδόµατα άδειας, παραβίασε τις διατάξεις της Δ.Α. 26/1994 για τους όρους αµοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών του δηµοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που καθόριζαν τον βασικό µισθό του ανωτέρω διαστήµατος στο καταβαλλόμενο και από το αναιρεσίβλητο ποσό των 97.729 δραχµών, είναι αβάσιµος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση. Διότι, όπως εκτέθηκε, το Εφετείο υπολόγισε τις αγωγικές αξιώσεις του εν λόγω χρονικού διαστήµατος µε βασικό µισθό 54.029 δραχµών, γιατί έκρινε ότι η αξίωσή του να ζητήσει τον υπολογισµό τους µε βασικό µισθό µεγαλύτερο από εκείνον που είχε ζητήσει µε την προηγούμενη αγωγή του, είχε παραγραφεί και όχι γιατί η αξίωση αυτή ήταν µη νόµιµη. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος, που αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων για τον καθορισµό του ωρομισθίου του, το οποίο υπολόγισε µε βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, με αποτέλεσμα να του επιδικάσει μικρότερα ποσά, δοθέντος ότι, για τους μισθωτούς που εργάζονται στο Δημόσιο ή στα ΝΠΔΔ (επομένως και για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι το ισχύον και για τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή 37,5 ώρες, σύμφωνα με την από 29-12-1980 Πράξη Νομοθ. Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 1199/1981 και το άρθρο 12 Ν. 1476/1984 (ΑΠ. 766/2010), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, ο έβδοµος λόγος της αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9, διότι δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστο το αίτηµα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα της αναλογίας των προσαυξήσεων της εργασίας του κατά τις Κυριακές και αργίες, τις νυκτερινές ώρες και τις υπερωρίες που αντιστοιχούν στην πρόσθετη αµοιβή του Ν. 201/1995, στο επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και στο επίδοµα επικίνδυνης εργασίας, κατά το χρονικό διάστηµα από 1-1-1993 έως 31-7-1994, µε βάση τον µισθό που κατέβαλε σ' αυτόν το αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος, διότι το αίτηµα της ένδικης αγωγής ήταν η καταβολή στον αναιρεσείοντα των διαφορών του παραπάνω χρονικού διαστήµατος, που προέκυψαν από τον υπολογισµό των αποδοχών του µε βασικό µισθό των ΕΓΣΣΕ και όχι µε τον καταβαλλόμενο από τον αναιρεσίβλητο µισθό, µε βάση τον οποίο είχαν ήδη υπολογισθεί και επιδικασθεί σ' αυτόν οι ως άνω διαφορές αποδοχών µε την 471/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της, που αναφέρεται στην παραβίαση των διατάξεων για τον καθορισµό του ωρομισθίου του αναιρεσείοντος, το οποίο το Εφετείο, εσφαλμένα, υπολόγισε µε βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, που ισχύουν για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, την 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η θεσπιζόμενη με τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974, διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974. Δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων. Η γενική διάταξη του άρθρου 242 του Α.Κ., αφορά τη λήξη και όχι την έναρξη της προθεσμίας. Το Εφετείο, εσφαλμένα υπολόγισε το ωρομίσθιο με βάση 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των 37,5 ωρών, που ίσχυαν για το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
null
null
0
Αριθμός 240/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο -Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. συζ. Ν. Χ. το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5633/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι είναι και η παρεμπίπτουσα, απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για "κρείσσοντες αποδείξεις", κατά το άρθρο 352 παρ.3 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5633/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη σε δεύτερο βαθμό για παράβαση του αρθρ. 79 Ν. 5960/1933 με το ελαφρυντικό του αρθρ.84 παρ.2β ΠΚ σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια τριετία. Όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης κατά τα άνω κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβαλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση της ωσεί παρούσας δικαζόμενης άνω αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παρ.3 ΚΠΔ για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από τη συνήγορό της, που την εκπροσωπούσε, Χαϊδω Βελαώρα και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που έχει κατά λέξη τα εξής: "Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος ζητεί αναβολή προκειμένω να συζητηθεί με άλλες πέντε υποθέσεις που έχουν αναβληθεί για να συζητηθούν όλες μαζί στο ίδιο δικαστήριο". Το αόριστα υποβαλλόμενο κατά τα άνω αίτημα της κατηγορουμένης, το Δικαστήριο απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την πιο κάτω, κατά λέξη, αιτιολογία: "Δεν συντρέχει λόγος αναβολής, καθόσον η παρούσα υπόθεση μπορεί να κριθεί χωρίς να είναι αναγκαίο να συνεκδικασθεί με τις λοιπές". Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική κα εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες δικαιολογείται η απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του, διαλαμβάνοντας ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να κριθεί, χωρίς συνεκδίκασή της με τις άλλες υποθέσεις της κατηγορουμένης για έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρ. 79 παρ. 1, 28 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 4 και 37-39 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τιμωρείται με τις αναφερόμενες στο πρώτο ποινές ο εκδότης επιταγής, η οποία δεν επληρώθη από τον πληρωτή, στον οποίο δεν είχε διαθέσιμα κεφαλαία για την πληρωμή κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Επιταγή η οποία εξεδόθη και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα, εμφανίζεται για πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την αναγραφομένη σ' αυτήν ημερομηνία εκδόσεώς της. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, εκδοθείσης και πληρωτέας στην Ελλάδα, απαιτείται η εντός οκτώ ημερών από την έκδοσή της εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμήν, διότι μετά την πάροδο απράκτου της προθεσμίας αυτής, αποδεσμεύεται ο εκδότης και η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος. Το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεώς της, μη αρκούντος ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή ενεφανίσθη εμπροθέσμως προς πληρωμή. Εάν συμβαίνει το τελευταίο αυτό (μόνο), χωρίς, ήτοι, την συγκεκριμένη και ακριβή ημερομηνία της εμφανίσεως της επιταγής, εντός της νομίμου προθεσμίας των οκτώ ημερών, με αφετηρία την επομένη της εκδόσεώς της, η καταδικαστική απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης άνω αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορουμένη στην Αθήνα την 13-7-2004 εξέδωσε με πρόθεση την ... επιταγή για να πληρωθεί από την Γενική Τράπεζα για 13400 ευρώ σε διαταγή της "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΑΕΓΑ" και αφού παρουσιάστηκε την 2-8-2004 στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα ..." Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα την 13-7-2004 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό 604913176 για να πληρωθεί από την Γενική Τράπεζα για ευρώ 13400 σε διαταγή Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ. Και αφού παρουσιάστηκε την 2-8-2004 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως της προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αναφέρει ότι η επιταγή εκδόθηκε στις 13-7-2004 και εμφανίστηκε στις 2-8-2004, δηλαδή μετά την πάροδο του οκταημέρου, που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραβιάζοντας αυτή ευθέως και εκ πλαγίου. Όμως, από τα παραδεκτά επισκοπούμενα από το Δικαστήριο αυτό έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα, από την προσκομιζόμενη, σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο, κρινόμενη επιταγή και τη μήνυση κατά της κατηγορουμένης από την ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", προκύπτει ότι η κρινόμενη επιταγή έχει εκδοθεί σε διαταγή της άνω ασφαλιστικής εταιρίας στις 31 Ιουλίου 2004 και εμφανίστηκε στην πληρώτρια "Γενική Τράπεζα" προς πληρωμή στις 2 Αυγούστου 2004, δηλαδή, εντός οκτώ (8) ημερών, δηλαδή εμπρόθεσμα. Κατά συνέπεια, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε'(έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) λόγο της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2987/6-4-2011 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση της Σ. συζ. Ν. Χ. το γένος Ε. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 5633/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως είναι και αυτή που απορρίπτει αίτημα περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, η οποία θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία – αβάσιμος ο συναφής λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής για το λόγο ότι δεν εμφανίστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή εντός οκτώ (8) ημερών από της εκδόσεώς της, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι η επιταγή έχει εμφανισθεί προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα μέσα στο οκταήμερο από την έκδοσή της. Αβάσιμος ο στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, λόγος αυτός της αίτησης. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται η αίτηση στο σύνολό της, ως αβάσιμη.
null
null
0
Αριθμός 239/20112 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 16/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 979/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 266/2.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1α, 476 §1α Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 2/1-2-11 (47/21-1-11) αίτηση αναίρεσης του καταδίκου (φυλακές ...) Σ. Λ. του Ν. και της Γ., ετών 48, κατά της υπ' αριθμ. 16/19-1-11 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Πειραιά και εκθέτω τα εξής: α) Οι διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 §1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ'αρχή να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 §1 ΚΠΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, η αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία, ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφ' όσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 ΚΠΔ, που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων, όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 Ν. 2915/2001, προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως (537 ΚΠΔ) με την οποία απερρίφθη είτε ως απαράδεκτη, είτε ως αβάσιμη αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου, που εκρατήθη με διάταξη του ανακριτού ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική δικαστική απόφαση και μετέπειτα ηθωώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης την οποία έχει εκτίσει. Αν δε ασκηθεί αναίρεση κατά μιας τοιαύτης αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατ' αποφάσεως, που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικώς για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη με την οποία να ορίζεται ειδικά κάτι άλλο και ως εκ τούτου απορρίπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 §1 και 513 §1 ΚΠΔ. (Α.Π. 624/10 - Α.Π. 393/09). β) Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 16/19-1-2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη (απαράδεκτη) η από 6-8-2010 αυτοτελής αίτηση (537 §1 ΚΠΔ) του αναιρεσείοντα για αποζημίωσή του, εκ της κρατήσεώς του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 337/07 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, δια της οποίας του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για διακεκριμένη κλοπή. Κατ' έφεση δε υπ' αυτού, με την 460/09 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, αυτός κηρύχθηκε αθώος. 'Όμως η απόφαση αυτή 16/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως ανεφέρθη, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και ως τοιαύτη δεν υπόκειται εις αναίρεση. Εντεύθεν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 2/1-2-11 (47/21-1-11) αίτηση αναίρεσης του καταδίκου (φυλακές ...) Σ. Λ. του Ν. και της Γ., ετών 48, κατά της υπ' αριθμ. 16/19-1-11 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Πειραιά. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας του αναιρεσείοντα. Αθήνα 1-12-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική του πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάθε άτομο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που θα εκδοθούν. Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (370 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίωξη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 του ΚΠΔ που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων, (όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 26 ν. 2915/2001), προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με δικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης την οποία είχε εκτίσει προσωρινά. Εάν δε ασκηθεί αναίρεση κατά τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και ως εκ τούτου απορρίπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 16/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς απορρίφθηκε η από 6/8/2010 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε αυτός την επιδίκαση αποζημιώσεως από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα άρθρα 533 επ. ΚΠΔ λόγω της αδίκου, κατά τους ισχυρισμούς του, φυλακίσεώς του από 26-9-2006 έως και 6-7-2007 στο κατάστημα κράτησης Γρεβενών, σε εκτέλεση της 377/5-6-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που τον κήρυξε ένοχο απόπειρας κλοπής και τον καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών, ενώ με την 460/12-11-2009 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς αθωώθηκε κατ' έφεση. Επί της στη συνέχεια κατατεθείσας από 6/8/2010 αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος περί αποζημιώσεώς του από το Ελληνικό Δημόσιο για το μέρος της ποινής φυλακίσεως που εξέτισε άδικα πριν αθωωθεί αμετάκλητα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, την απέρριψε γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα, στις 6-8-2010, μετά το οριζόμενο στο άρθρο 537 παρ.2 ΚΠΔ 10ήμερο από την απαγγελία της εκδοθείσας με την παρουσία του στις 12-11-2009, αθωωτικής απόφασης. Η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και κατ' αυτής δεν είναι επιτρεπτό κατά το νόμο να ασκηθεί αυτοτελής αίτηση αναίρεσης. Κατ' ακολουθία τούτων, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το άνω απαράδεκτο και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 47/21-1-2011 αίτηση του Σ. Λ. του Ν. για αναίρεση της 16/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει, κατ' άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου, που απέρριψεν αίτηση του αναιρεσείοντος περί αποζημιώσεώς του 537 ΚΠΔ, λόγω αθωώσεώς του και παράνομης κράτησής του, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή δεν είναι τελειωτική.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 238/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσο-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2690/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 174/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 262/30-11-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 485§1α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 2/11 (1/11) αίτηση αναιρέσεως της κατ/νης Α. συζ. Ι. Λ., κατοίκου ..., ετών 56, κατά του υπ' αριθμ. 2690/22-12-10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Α α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596§1, 601§1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485§1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473§1 Κ.Π.Δ., (επίδοση του βουλεύματος στην ίδια την αναιρεσείουσα - 155§1 ΚΠΔ - την 12-1-11 και άσκηση αναίρεσης την 24-1-11 - Δευτέρα), προσέτι δε και νομοτύπως δια πληρεξουσίου, ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας. (465§1, 474§1 Κ.Π.Δ.). γ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το με αριθμό 208/10 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου ΜΟΔ την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Α. Λ., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε απόπειρα, ως και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και της απειλής. (42§1, 299§1, 333 Π.Κ., 10§13 α', 14 Ν. 2168/93). Κατά του παραπάνω βουλεύματος η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε την 16/11-10-10 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με το υπ' αριθμ. 2690/22-12-10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη 2/11 (1/11) αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά. (482§§1 α'- 2, 317§1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και η εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου (έλλειψη νόμιμης βάσης). (474§2, 484§1 εδ. α', β', δ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. Β α) Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171§1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρ. 484§1 α' Κ.Π.Δ., επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το, υπό του άρθρ.309§2 του ΚΠΔ, παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο, να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Δια της διατάξεως αυτής, που εφαρμόζεται και στην ενώπιον των συμβουλίων εφετών διαδικασία (316§2 ΚΠΔ), σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§§3,4 και 6§3 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/74) και 20§1 του Συντάγματος, αποσκοπείται η διευκόλυνση των διαδίκων στην παροχή διευκρινίσεων και όχι στην εισαγωγή της κατ' αντιδικία συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον των συμβουλίων, ως και (αποσκοπείται) η προστασία του δικαιώματος κάθε κατ/νου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον των συμβουλίων, προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει (Α.Π. 1331/07 Π.Χρ. ΝΗ' 350). Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το συμβούλιο εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη, να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα (Α.Π. 1847/08, Π.Χρ. ΝΘ'725). Αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρ. 171§1 δ' ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρ. 484§1 α' ΚΠΔ (Α.Π. 1226/08, Π.Χρ. ΝΘ'443). Όμως για να είναι υποχρεωτική, κατ' άρθρο 309§2 ΚΠΔ, η εμφάνιση του κατ/νου ενώπιον των συμβουλίων, κρινόμενη, είτε ως η ανωτέρω διάταξη ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως του βουλεύματος, είτε ως ισχύει (18§2 Ν. 3904/23-12-10) κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, πρέπει το αίτημα του κατ/νου να είναι παραδεκτό και ορισμένο και όχι απαράδεκτο και αόριστο. (Α.Π. 816/98 Π.Χρ. ΜΘ'422 - Α.Π. 1664/84 Π.Χρ. ΛΕ'503). β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την έφεσή της, υπέβαλε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το αίτημά της επί λέξει έχει ως εξής: "... και να ζητήσω την αυτοπρόσωπη εμφάνισή μου στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ... . Επειδή έχω νόμιμο δικαίωμα, το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρ. 309§2 ΚΠΔ, να εμφανισθώ ενώπιον του Συμβουλίου Σας, για να δώσω κάθε διευκρίνιση και εξήγηση σχετικά με την παρούσα ποινική υπόθεση". Το αίτημά της τούτο, είναι μεν παραδεκτό (νόμιμο - 309§2, 316§2 ΚΠΔ), όμως στην ουσία του είναι αόριστο, γιατί δεν προσδιορίζει το θέμα (διασφαφήσεις και ποιες, ως προς λόγο ή λόγους και ποιους της εφέσεως), για το οποίο αυτή αιτείται την ενώπιον του Συμβουλίου παράστασή της. Ανεξαρτήτως τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα και στα σ' αυτή διαλαμβανόμενα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1226/08), απέρριψε στην ουσία το αίτημά της τούτο. Συγκεκριμένα ο Εισαγγελέας πρότεινε και το Συμβούλιο δέχθηκε τα εξής: "Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν εκ μέρους της κατ/νης αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του Συμβουλίου Σας προς παροχή εξηγήσεων, καθόσον αυτή (κατ/νη) με την υπό κρίση έφεσή της και με πολυσέλιδα αναλυτικά υπομνήματά της, που υπέβαλε κατά την ανάκριση, εκθέτει διεξοδικά τους ισχυρισμούς της και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρίνησης". γ) Με βάση τις παραδοχές αυτές του βουλεύματος, ορθά και πλήρως αιτιολογημένα (Α.Π. 1861/09), το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της προς παροχή διευκρινίσεων και ο προβληθείς απ' αυτήν πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, λόγω αναιτιολόγητης απόρριψης του ανωτέρω αιτήματός της, είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος. Γ α) Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι (μεταξύ άλλων), η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα ως και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ (484§1 β', δ' ΚΠΔ). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.Α.Π. 2/11 Ποιν.Δ/νη 14,930- Ολ.Α.Π. 9/01 Π.Χρ. ΝΑ'788). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης. Αρκεί μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177§1 και 178 ΚΠΔ. (Α.Π. 206/11). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ'478). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος (Α.Π. 479/11). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ'651). Η έκθεση που συντάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο, όταν διενεργείται αυτοψία κατά την αστυνομική προανάκριση, χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, δεν αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσο και δη αυτό της αυτοψίας του άρθρ. 178 ΚΠΔ, αλλά αποτελεί απλό έγγραφο, που λαμβάνεται υπόψη από το συμβούλιο (ή αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως επιτάσσει το άρθρ. 364 ΚΠΔ για τις εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που βεβαιώνουν ενεργηθείσες απ' αυτούς ανακριτικές πράξεις) και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το συμβούλιο και εντεύθεν η ύπαρξη της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας, να μνημονεύεται ειδικώς στο προοίμιο ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος, αρκούσης της αναφοράς σ' αυτό ως αποδεικτικών μέσων και των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 1998/08- Α.Π. 1411/08 - Α.Π. 1000/08 Π.Χρ. ΝΘ'341- Α.Π. 653/08 - Α.Π. 1990/07). Αν η αυτοψία διενεργήθηκε από δικαστήριο, ανακριτή, εισαγγελέα, ή ανακριτικό υπάλληλο κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, τότε αυτή αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσο και δη αυτό του άρθρ. 178 ΚΠΔ. (Α.Π. 661/10 Π.Χρ. ΞΑ'207 - Α.Π. 446/08 - Α.Π. 842/07 - αντίθ. Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ'655). β) Από την διάταξη του άρθρ. 299§1 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη - θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βουλής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (Α.Π. 1406/10 Π.Χρ. ΞΑ'460). Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 42§1 Π.Κ. προκύπτει, ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, δηλαδή στο θάνατο του άλλου, ως πράξη δε που αποτελεί αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, θεωρείται και ο πυροβολισμός από μικρή απόσταση προς το σώμα του άλλου (Α.Π. 776/10 Ποιν.Δ/νη 14, 932). Δ α) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 2690/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αυτό δέχθηκε, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή και προσδιορίζονται κατ' είδος, τα εξής: "Την 11-08-2008 περί ώρα 08.30' οι: α) Κ. Α. του Χ., β) Δ. Γ. του Σ., γ) Δ. Μ. του Α., δ) Ν. Γ. του Β. και ε) Ν. Α. του Α., μετέβησαν στην περιοχή "..." της νήσου Σκύρου Ευβοίας, προκειμένου, σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, να προβούν στην περίφραξη οικοπέδου, που απέκτησαν μετά από δικαστική διαμάχη από την κατηγορουμένη. Η τελευταία, αντιληφθείσα τους ανωτέρω, εξήλθε της παρακείμενης οικίας της και παρότι της είχαν γίνει συστάσεις από αστυνομικά όργανα να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου, επιτέθηκε φραστικά στους δύο πρώτους, απευθύνοντάς τους τη φράση "Τι θέλετε εσείς εδώ; Περιμένετε και θα σας φτιάξω". Περί ώρα 09:45' π.μ., καθόν χρόνον οι Κ. Α. και Δ. Γ. προέβαιναν στην καταμέτρηση του ανωτέρω ακινήτου με χρήση κορδέλας, η κατηγορουμένη πυροβόλησε εναντίον τους, από απόσταση 7 μέτρων περίπου, με κυνηγετικό όπλο (καραμπίνα), το οποίο έφερε παρανόμως μαζί της και τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν από την ανάκριση, με σκοπό να τους σκοτώσει. Δεν πέτυχε, ωστόσο, τον ανθρωποκτόνο σκοπό της, γιατί όσον αφορά τον Γ. Δ. αστόχησε, ενώ όσον αφορά τον Α. Κ., τον έπληξε στο δεξιό γλουτό του, δηλαδή δεν τον έπληξε σε καίριο σημείο του σώματός του. Ακολούθως η κατηγορουμένη, επειδή έγινε αντιληπτή από τους ανωτέρω παθόντες και τους παρισταμένους οικείους τους, απομακρύνθηκε και εισήλθε στην οικία της, αναζητηθείσα δε εν συνεχεία εντός των ορίων του αυτοφώρου από αστυνομικούς του Α.Σ. Σκύρου δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί και να συλληφθεί, ενώ ο Α. Κ. μεταφέρθηκε από τους παρισταμένους οικείους του με ασθενοφόρο στο Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο Σκύρου, όπου διεπιστώθη ότι έφερε θλαστικές κηλιδοβλητιδώδεις (κηλιδοβλατώδεις, κατά την ιατρική βεβαίωση) βλάβες στη περιοχή του γλουτού στη δεξιά περιοχή (βλ. σχετική βεβαίωση), όταν δε εξετάστηκε την 12-11-2008 (ήτοι μετά πάροδο τριμήνου περίπου) από την ιατροδικαστή Χ. Σ., Αν. Καθηγήτρια και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. πρωτ. 3021/8/1334-α 701-11-2008 εγγράφου παραγγελίας του Α.Τ. Κύμης, δεν διαπιστώθηκαν μεν κακώσεις ή άλλα ευρήματα στην περιοχή του δεξιού γλουτού, ωστόσο ο παθών παραπονέθηκε για άλγος κατά την πίεση στην ίδια περιοχή (δεξιού γλουτού). Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία, διατεινόμενη ότι ουδέποτε πυροβόλησε, πλην όμως διαψεύδεται από τους παθόντες και τους αυτόπτες μάρτυρες και από την ως άνω βεβαίωση του Π.Π.Ι. Σκύρου καθώς και από το γεγονός, ότι μετά την πράξη της έσπευσε να εξαφανισθεί, για να αποφύγει τη σύλληψή της στα πλαίσια του αυτοφώρου". β) Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αυτό, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας - κατ/νης, εκδίδοντας το 2690/10 προσβαλλόμενο βούλευμά του. Επικύρωσε δε το εκκαλούμενο - πρωτόδικο βούλευμα (208/10), με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή αρμοδίως να δικασθεί για, μεταξύ άλλων, το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή (42§1, 94, 299§1 Π.Κ.), συνιστάμενη στο ότι, η κατ/νη "ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, ήτοι με πρόθεση να σκοτώσει άλλους, επιχείρησε πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, πλην όμως, η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της θέληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά. Συγκεκριμένα , στην περιοχή "..." της νήσου Σκύρου του νομού Ευβοίας, περί ώρα 09:45' πρωινή της 11ης Αυγούστου του έτους 2008, πρότεινε το κυνηγετικό επαναληπτικό όπλο (καραμπίνα), που κρατούσε, εναντίον του Α. Κ. του Χ. και του Γ. Δ. του Σ. και πυροβόλησε από απόσταση περίπου επτά (7) μέτρων μια (1) φορά κατά αυτών, με σκοπό να αφαιρέσει τη ζωή τους. Όμως δεν πέτυχε το σκοπό της, διότι ως προς τον Γ. Δ. του Σ. αστόχησε, ως προς δε τον Α. Κ. του Χ. τα σκάγια, λόγω της διασποράς τους, τον τραυμάτισαν μόλις στο δεξιό γλουτό του, αφού από την ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Κέντρου Υγείας Κύμης "Γεώργιος Παπανικολάου" προκύπτει, ότι ο προαναφερόμενος Α. Κ. εξετάσθηκε στο Π.Π.Ι. Σκύρου την 11-08-2008 με αναφερόμενο πυροβολισμό και "φέρει θλαστικές κηλιδοβλατώδεις βλάβες στην περιοχή του γλουτού στη δεξιά περιοχή", και τέλος, δεν επανέλαβε την πράξη της κατά των προαναφερόμενων παθόντων, διότι έγινε αντιληπτή από αυτούς και από τη Μ. Δ. του Α., το Γ. Ν. του Β. και την Α. Ν. του Α. και αποφάσισε να αποχωρήσει από τον τόπο του συμβάντος, για να αποφύγει τη σύλληψη της". Όμως, μ' αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε εξέθεσε σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και δη με ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, προσέτι δε και με επιλεκτική αναφορά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και όχι σε όλα, κατέληξε στο ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την ανωτέρω πράξη, υπαρχουσών προς τούτο επαρκών ενδείξεων ενοχής της, ικανών να στηρίξουν στο αρμόδιο Μ.Ο.Δ. δημόσια κατηγορία. Και ειδικότερα: α) Το ανωτέρω Συμβούλιο δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στο προοίμιο αλλά και στο περιεχόμενο του σκεπτικού του, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, ότι η αναιρεσείουσα πυροβόλησε τους παθόντες από απόσταση 7 μέτρων, με κυνηγετική καραμπίνα και προκάλεσε στον ένα εξ αυτών τις αναφερόμενες στην ιατρική βεβαίωση του Κ.Υ. Κύμης κηλιδοβλατώδεις θλαστικές βλάβες, (μωλωπικά εξανθήματα δέρματος μεγέθους φακής), στην δεξιά περιοχή του (δεξιού) γλουτού, οι οποίες μετά τρίμηνον δεν υπήρχαν ως κακώσεις ή παθολογικά ευρήματα, ως δέχεται η ιατροδικαστική έκθεση. Και ενώ αυτά αναφέρονται στα ανωτέρω δύο έγγραφα που μνημονεύει το βούλευμα, δεν μνημονεύεται σ' αυτό η τα αντίθετα δεχόμενη έκθεση αυτοψίας, όχι ως ίδιον αποδεικτικό μέσο, αλλά ως έγγραφο. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, λήφθηκαν υπόψη για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας και τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων βέβαια και η έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε στα πλαίσια αστυνομικής προανάκρισης, οπότε, από μόνη την μη ειδική μνημόνευσή της, καθεαυτήν, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο, αφού αρκεί η βεβαίωση στο ίδιο σκεπτικό του βουλεύματος, ότι λήφθηκαν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα, όμως, παρά την βεβαίωση αυτή, δεν συνάγεται αδιστάκτως, ότι το Συμβούλιο έλαβε όντως υπόψη και συνεκτίμησε και την εν λόγω έκθεση αυτοψίας. Τούτο δε διότι, στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ουδέν αναφέρεται προς αντίκρουση της βεβαιώσεως που υπάρχει στην έκθεση αυτή, δηλαδή ότι η αυτοψία έλαβε χώρα 20 λεπτά μετά το συμβάν, ότι οι παθόντες κατά την διενέργεια αυτής ήταν παρόντες, ότι δεν βρέθηκαν σκάγια στο σημείο που υπέδειξε ο ένας παθών, ούτε κάλυκας φυσιγγίου, ούτε αίμα, ούτε άλλο ίχνος από όπλο, παρά τον εκτενή έλεγχο που διενήργησαν οι αστυνομικοί σ' όλους τους χώρους του συμβάντος αλλά και περιμετρικά της οικίας της αναιρεσείουσας, η οποία κατά το σκεπτικό είχε ήδη αμέσως κρυφθεί για ν' αποφύγει την σύλληψή της και επομένως ήταν αδύνατο αυτή να περιμάζεψε τον κάλυκα του φυσιγγιού, με παρόντες τους παθόντες και μάρτυρες. Και ενώ η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας συντείνει στο γεγονός, ότι δεν υπήρξε πυροβολισμός κατά των παθόντων, ως τούτο αιτιάται και η αναιρεσείουσα, με συνέπεια την μη πλήρωση της υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο παραπέμφθηκε αυτή, ή αν έλαβε χώρα πυροβολισμός, αυτός δεν προήλθε από κυνηγετική καραμπίνα ή άλλο πυροβόλο όπλο, αλλά προφανώς, κατά την κοινή πείρα και λογική και εν όψει των ασημάντων σωματικών βλαβών, από αεροβόλο όπλο, με συνέπεια την μη τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας αλλά αυτού της σωματικής βλάβης, εν τούτοις το Συμβούλιο δεν αντέκρουσε τα της αυτοψίας αυτής αναφερόμενα, που τούτο σημαίνει, ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς συνεκτίμηση το ανωτέρω έγγραφο υπ' αυτού, αλλά επιλεκτικώς μόνο τα άλλα δύο αναφερόμενα στο σκεπτικό του. Αποτέλεσμα, η αιτιολογία του βουλεύματος να καθίσταται ελλιπής ως προς την παραπομπή της κατ/νης - αναιρεσείουσας, σε σχέση με την μη ειδική αναφορά της ανωτέρω εκθέσεως αυτοψίας. (Α.Π. 1000/08, Π.Χρ. ΝΘ' 341). β) Δέχεται το βούλευμα, ότι η αναιρεσείουσα πυροβόλησε κατά των παθόντων από απόσταση 7 μέτρων με κυνηγετική καραμπίνα, ως και ότι προξένησε στον ένα παθόντα, τις αναφερόμενες σ' αυτό θλαστικές κηλιδοβλατώτεις βλάβες, στο δεξιό γλουτό στην δεξιά περιοχή του. Η παραδοχή αυτή δημιουργεί ασάφεια και λογικό κενό, διότι πυροβολισμός με κυνηγετική καραμπίνα, με οποιοδήποτε μέγεθος σκαγιού, από απόσταση 7 μέτρων, στον γλουτό ανθρώπου, θα επιφέρει οπωσδήποτε τραυματισμό (τραύμα) με εκτεταμένη μυϊκή καταστροφή, ενδεχομένως δε και διατομή νεύρων, αφού κατά κοινή πείρα και λογική, τα ανωτέρω τραύματα επέρχονται και από πυροβολισμό με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 10 μέτρων (Α.Π. 1029/97 Ποιν.Δ/νη 1,743). Η ανωτέρω ασάφεια και το λογικό κενό δημιουργούν και έλλειψη αιτιολογίας, αφού δεν αιτιολογείται στο βούλευμα, γιατί ο από 7 μέτρα πυροβολισμός με κυνηγετικό όπλο προξένησε τις ασήμαντες σωματικές βλάβες, που περιγράφει η ιατρική βεβαίωση και όχι αυτές που έπρεπε να προκληθούν κατά την κοινή πείρα και λογική και που προκαλούνται από απόσταση 10 μέτρων με πυροβολισμό από κυνηγετικό όπλο. Η αιτιολογία αυτή είναι απαραίτητη, διότι εξ αυτής θα προκύψει, αν η αναιρεσείουσα είχε ανθρωποκτόνο σκοπό, ή πρόθεση πρόκλησης σωματικής βλάβης. γ) Δέχεται το βούλευμα ότι, καθ' ον χρόνο οι δύο παθόντες κρατούσαν κορδέλα και μετρούσαν το κτήμα, η αναιρεσείουσα με κυνηγετικό όπλο πυροβόλησε εναντίον τους και τον μεν ένα δεν τον πέτυχε λόγω αστοχίας βολής, τον δε άλλο τον τραυμάτισε στο γλουτό, επιφέροντας τις προαναφερόμενες βλάβες, δηλαδή σε μη καίριο σημείο του σώματός του. Η αιτιολογία αυτή είναι ασαφής, ελλιπής, με λογικά κενά και αντιφατική διότι: Πρώτον, δεν διευκρινίζεται στο βούλευμα, ποια απόσταση είχαν μεταξύ τους οι δύο παθόντες (κοντά, πλησίον, μακριά), αφού, όταν η αναιρεσείουσα πυροβόλησε, οι παθόντες μετρούσαν με κορδέλα το κτήμα, οπότε ο καθένας τους κρατούσε από μια άκρη της κορδέλας, το μήκος της οποίας ήταν όση και η πλευρά του κτήματος που μετρούσαν. Από την διευκρίνιση αυτή εξαρτάται, αν η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη με αστοχία βολής (ως δέχεται το βούλευμα), ή δεν τέλεσε ως προς τον ένα παθόντα αυτή (οπότε δεν υφίσταται συρροή), ή την τέλεσε μεν αλλά με απρόσφορη (σχετική ή απόλυτη) απόπειρα (43§1 Π.Κ.). Δεύτερον, ενώ το βούλευμα δέχεται ως προς τον άλλο παθόντα, ότι η αναιρεσείουσα έπληξε αυτόν με ανθρωποκτόνο σκοπό , ταυτόχρονα δέχεται, ότι το πλήγμα προξενήθηκε σε μη καίριο σημείο του σώματός του. Τούτο σημαίνει, ότι το πλήγμα, επενεχθέν σε μη καίριο σημείο, δεν μπορούσε να επιφέρει τον θάνατο και συνεπώς δεν υφίσταται απόπειρα ανθρωποκτονίας. Εκ της ανωτέρω αντίφασης δημιουργείται και έλλειψη αιτιολογίας, γιατί, για να υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση ανθρωποκτόνος σκοπός, πρέπει το σε μη καίριο σημείο πλήγμα, να οφείλεται σε αστοχία βολής, κάτι το οποίο δεν διευκρινίζεται ουδέ αιτιολογείται στο βούλευμα. Όλες οι ανωτέρω εκτεθείσες διευκρινίσεις, ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις, λογικά κενά, ως και η επιλεκτική εφαρμογή των αποδεικτικών μέσων και όχι όλων, δημιουργούν ταυτόχρονα με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, αφού με τις ανωτέρω του βουλεύματος πλημμέλειες, δεν είναι δυνατός ο υπό του Αρείου Πάγου έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρ. 42§1, 94, 299§1 Π.Κ., οπότε το βούλευμα στερείται και νόμιμης βάσης. Ως εκ τούτου αυτό (βούλευμα) πρέπει ν' αναιρεθεί, κατά τον σχετικόν περί τούτου δεύτερον και τρίτον λόγον της αιτήσεως αναιρέσεως (584§1 δ' - β' ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά δεκτή η υπ' αριθμ. 2/11 (1/11) αίτηση αναιρέσεως της κατ/νης Α. συζ. Ι. Λ., κατοίκου ...), ετών 56, κατά του υπ' αριθμ. 2690/22-12-10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να αναιρεθεί το ανωτέρω υπ' αριθμ. 2690/22-12-10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Γ) Να παραπεμφθεί στο Εφετείο Αθηνών η παρούσα υπόθεση προς νέα κρίση, του Δικαστικού Συμβουλίου συγκροτουμένου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Δ) Ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη υπ' αριθμ. 2/11 (1/11) αίτηση αναίρεσης της κατ/νης Α. Λ.. Αθήνα 25-11-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299§1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33§1 του ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.1 του ΠΚ, με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Όμως, η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται μόνο από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι είδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 παρ.1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι απόπειρα ανθρωποκτονίας υπάρχει, όταν αυτός που αποφάσισε να σκοτώσει άλλον επιχειρεί, με πρόθεση πραγματώσεως του σκοπού αυτού, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωσή του ή τελεί αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη - θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της βολής, το μέρος του σώματος που τυχόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. Είναι δε δυνατή αληθινή συρροή δύο αποπειρών ανθρωποκτονίας, και όταν πρόκειται για "διαζευκτικό" δόλο, όταν, δηλαδή, ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσοτέρων αδίκων αποτελεσμάτων, ενώ ένα μόνο από αυτά μπορεί να επέλθει (λ.χ. πυροβολεί μία φορά μόνο εναντίον δύο προσώπων) ή στις παραπλήσιες περιπτώσεις της "αστοχίας βολής", όταν, δηλαδή, ο δράστης, πυροβολώντας εναντίον δύο ατόμων, τραυμάτισε τον ένα, ενώ αστόχησε ως προς τον άλλο. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικά η αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του ΚΠοινΔ, με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύεται και στη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αρκεί η αναφορά στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Σε περίπτωση, όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε, κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ξεχωριστό αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης) προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11-08-2008 περί ώρα 08:30' οι: α) Κ. Α. του Χ., β) Δ. Γ. του Σ., γ) Δ. Μ. του Α., δ) Ν. Γ. του Β. και ε) Ν. Α. του Α., μετέβησαν στην περιοχή "..." της νήσου Σκύρου Ευβοίας, προκειμένου, σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, να προβούν στην περίφραξη οικοπέδου, που απέκτησαν μετά από δικαστική διαμάχη με την κατηγορουμένη. Η τελευταία, αντιληφθείσα τους ανωτέρω, εξήλθε της παρακείμενης οικίας της και παρότι της είχαν γίνει συστάσεις από αστυνομικά όργανα να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου, επιτέθηκε φραστικά στους δύο πρώτους, απευθύνοντάς τους τη φράση "Τι θέλετε εσείς εδώ; Περιμένετε και θα σας φτιάξω". Περί ώρα 09:45' π.μ., καθόν χρόνον οι Κ. Α. και Δ. Γ. προέβαιναν στην καταμέτρηση του ανωτέρω ακινήτου με χρήση κορδέλας, η κατηγορουμένη πυροβόλησε εναντίον τους, από απόσταση 7 μέτρων περίπου, με κυνηγετικό όπλο (καραμπίνα), το οποίο έφερε παρανόμως μαζί της και τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν από την ανάκριση, με σκοπό να τους σκοτώσει. Δεν πέτυχε, ωστόσο, τον ανθρωποκτόνο σκοπό της, γιατί όσον αφορά τον Γ. Δ. αστόχησε, ενώ όσον αφορά τον Α. Κ., τον έπληξε στο δεξιό γλουτό του, δηλαδή δεν τον έπληξε σε καίριο σημείο του σώματός του. Ακολούθως η κατηγορουμένη, επειδή έγινε αντιληπτή από τους ανωτέρω παθόντες και τους παριστάμενους οικείους τους, απομακρύνθηκε και εισήλθε στην οικία της, αναζητηθείσα δε εν συνεχεία εντός των ορίων του αυτοφώρου από αστυνομικούς του Α.Σ. Σκύρου δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί και να συλληφθεί, ενώ ο Α. Κ. μεταφέρθηκε από τους παριστάμενους οικείους του με ασθενοφόρο στο Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο Σκύρου, όπου διεπιστώθη ότι έφερε θλαστικές κηλιδοβλητιδώδεις βλάβες στη περιοχή του γλουτού στη δεξιά περιοχή (βλ. σχετική βεβαίωση), όταν δε εξετάστηκε την 12-11-2008 (ήτοι μετά πάροδο τριμήνου περίπου) από την ιατροδικαστή Χ. Σ., Αν. Καθηγήτρια και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. πρωτ. 3021/8/1334-α 701-11-2008 εγγράφου παραγγελίας του Α.Τ. Κύμης, δεν διαπιστώθηκαν μεν κακώσεις ή άλλα ευρήματα στην περιοχή του δεξιού γλουτού, ωστόσο ο παθών παραπονέθηκε για άλγος κατά την πίεση στην ίδια περιοχή (δεξιού γλουτού). Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία, διατεινόμενη ότι ουδέποτε πυροβόλησε, πλην όμως διαψεύδεται από τους παθόντες και τους αυτόπτες μάρτυρες και από την ως άνω βεβαίωση του Π.Π.Ι. Σκύρου καθώς και από το γεγονός, ότι μετά την πράξη της έσπευσε να εξαφανισθεί, για να αποφύγει τη σύλληψή της στα πλαίσια του αυτοφώρου". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας - κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά συρροή, της οπλοχρησίας, της παράνομης οπλοφορίας και της απειλής και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτήν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 208/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του (όσον αφορά τα εγκλήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, ως προς τα οποία και μόνο πλήττεται αυτό με την αίτηση) την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42§1, 94§1, 299§1, 333 του ΠΚ και 1§1 περ. β, 10§§1, 10 β, 13 περ. α και 14 του ν. 2168/1993. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα πυροβόλησε τους παθόντες με σκοπό να τους φονεύσει, αλλά δεν πέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό της, γιατί απλώς τραυμάτισε τον ένα και αστόχησε ως προς τον άλλο, και ότι, κατά τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού, έκανε χρήση όπλου (κυνηγετικής καραμπίνας), την οποία έφερε μαζί της παράνομα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείτο να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ενώ η από 11.8.2008 έκθεση αυτοψίας, που, όπως από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση αυτής προκύπτει, διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και θεωρείται ως απλό έγγραφο, ως τοιαύτη δε λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Συμβούλιο, δεν οδήγησε δε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Το ότι επισημαίνονται στο σκεπτικό η ιατρική βεβαίωση, η ιατροδικαστική έκθεση και οι καταθέσεις των μαρτύρων, όχι, όμως, και η εν λόγω έκθεση, δεν σημαίνει ότι το Συμβούλιο προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, ούτε είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί δεν δέχθηκε τα (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) αντίθετα συμπεράσματα αυτής ή τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας. β) Οι πληροφορίες από επιστημονικά συγγράμματα ή από το διαδίκτυο σχετικά με τον τραυματισμό με κυνηγετικά όπλα, με την έννοια του όρου "θλαστικές κηλιδοβλαστώδεις βλάβες", με την ταχύτητα των σκαγιών από κυνηγετικά όπλα και με τη "βλητική του λειόκανου κυνηγετικού όπλου", ως ζητήματα που αναφέρονται στα κρατούντα στην θεωρία ή την εφαρμογή της επιστήμης, δεν θεωρούνται καν έγγραφα που χρησιμεύουν στον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου και δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα, οπότε, και για το λόγο αυτό, περίττευε κάθε σχολιασμός τους από το Συμβούλιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ και β του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο δεύτερος λόγος, κατά την αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρο 316§2 ιδίου Κώδικα), όπως ίσχυε αυτό κατά το χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3904/2010, "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Τέτοιος λόγος, που δικαιολογεί την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, είναι και το γεγονός ότι ο αιτών κατηγορούμενος έχει εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις του είτε με απολογητικά του υπομνήματα ενώπιον του ανακριτή είτε με υπομνήματα ενώπιον του συμβουλίου είτε, ακόμη, και με την έφεσή του. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παρουσία του εισαγγελέα στο συμβούλιο και η από αυτόν ανάπτυξη της προτάσεώς του δεν δημιουργεί, από αυτό και μόνο, υποχρέωση του συμβουλίου να επιτρέψει στο διάδικο, σε κάθε περίπτωση (δηλαδή και αν ακόμη αυτός έχει εκθέσει τις απόψεις του με υπομνήματα, κ.λπ.), την παράσταση ενώπιόν του, γιατί ο εισαγγελέας ενεργεί ως δικαστικός λειτουργός και όχι ως ιδιώτης και, επομένως, δεν παραβιάζεται το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ περί ισότητας των όπλων. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 16/2010 έφεσή της, υπέβαλε αίτημα να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για να παράσχει όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις και διευκρινίσεις. Το Συμβούλιο Εφετών, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν εκ μέρους της κατ/νης αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχήν εξηγήσεων, καθόσον αυτή (κατ/νη) με την υπό κρίση έφεσή της και με πολυσέλιδα αναλυτικά υπομνήματά της, που υπέβαλε κατά την ανάκριση, εκθέτει διεξοδικά τους ισχυρισμούς της και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρίνησης (...)". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει το ως άνω αίτημα, σε καμιά πλημμέλεια δεν υπέπεσε, αφού αιτιολογεί την απορριπτική του κρίση, δεχόμενο ότι η κατηγορουμένη, με την έφεση και τα υπομνήματά της, είχε παράσχει πλήρως τις εξηγήσεις της για τις αξιόποινες πράξεις που της αποδίδονται. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, γιατί το Συμβούλιο απέρριψε, και μάλιστα αναιτιολόγητα, το αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, παραβιάζοντας, έτσι, και τη γενική αρχή της ισότητας των όπλων που απορρέει από τα άρθρα 5 και 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 2/24 Ιανουαρίου 2011 αίτηση της Α. συζ. Ι. Λ., το γένος Σ. Κ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 2690/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012 . Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη από το Συμβούλιο Εφετών εφέσεως κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατά συρροή. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε η αυτοψία πρέπει να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου. Επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος της κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση κατ' άρθρο 309§2 ΚΠΔ. Με την παράσταση του εισαγγελέα στο συμβούλιο δεν παραβιάζονται οι διατάξεις της ΕΣΔΑ περί ισότητας των όπλων και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 237/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ.-Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Δούμπη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 18423/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1409/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 15 του π.δ. 40/77, τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποία αυτά ευρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται ως ακολούθως: α) κατάλληλα προς κατανάλωση, β) ... ε) ακατάλληλα προς κατανάλωση, ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, κατά δε το άρθρο 22 του ιδίου π.δ., οι παραβαίνοντες τις διατάξεις αυτού τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του ν. 248/1914. Επίσης, κατά το άρθρο 23β του άνω νόμου, όπως το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2732/1999, οι παραβάτες του παρόντος νόμου και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, τουλάχιστον. Περαιτέρω, κατά την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 (μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου) του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατάγματος αυτού και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων", που γίνεται στα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια κάθε είδους και στα εκεί αναφερόμενα λοιπά καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κ.λπ.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 παρ. 12 και 15 του ίδιου Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον Κώδικα αυτόν αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, αρκούσης, για την ύπαρξη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, της αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του ν.δ 136/1946 απόφαση την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία, απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως μία από τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, περαιτέρω δε να αναφέρεται το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν, δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και το συγκατηγορούμενό του Π. Π.) αγορανομικής παραβάσεως και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη Θεσσαλονίκη, στις 3-2-2007, ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Π., ως Πρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, που εδρεύει στα ... και ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Σ. Δ. Θ., ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της παραπάνω εταιρείας: παρασκεύασαν και διέθεταν προς πώληση τρόφιμα ακατάλληλα για κατανάλωση. Ειδικότερα, η καταναλώτρια Γ. Ρ. κατήγγειλε ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία αγόρασε από το Σούπερ Μάρκετ Μ., που βρίσκεται στην ... στην ..., παστεριωμένο γάλα ΜΕΒΓΑΛ ελαφρύ 1,5% λιπαρά και όταν το άνοιξε διαπίστωσε την παρουσία μαύρων ξένων σωμάτων. Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε από τον ΕΦΕΤ το προαναφερόμενο παστεριωμένο γάλα παρουσίαζε συσσωματώματα μαύρων σωματιδίων μεγέθους κεφαλής καρφίτσας, τόσο μέσα στο περιεχόμενο όσο και επάνω στα τοιχώματα της συσκευασίας. Τα σωματίδια αυτά, ήταν απανθρακωμένη οργανική ύλη, η οποία οφείλεται σε αστοχία της παραγωγικής διαδικασίας, κατά το στάδιο εμφιάλωσης του γάλακτος, δηλαδή σε στιγμιαία επαφή σταγόνων γάλακτος με τις σταγόνες που θερμικά κλείνουν την συσκευασία στο άνω μέρος, οι οποίες έχουν θερμοκρασία 400-420 βαθμούς Κελσίου, με αποτέλεσμα να απανθρακώνουν το γάλα. Ως εκ τούτου, το προϊόν ήταν, όπως κρίθηκε και από τον ΕΦΕΤ μη ασφαλές ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, με βάση το κεφάλαιο Α, παράρτημα VI της ΚΥΑ 15523/2006, ποινικά δε υπεύθυνοι για την σωστή λειτουργία του εξοπλισμού της εμπορικής τους επιχείρησης, μέσω του οποίου το γάλα εμφιαλώνεται για να φθάσει στον τελικό καταναλωτή, είναι οι κατηγορούμενοι, με τις ως άνω προαναφερθείσες ιδιότητες τους. Πρέπει επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται". Με αυτές, όμως, τις παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης αγορανομικής παραβάσεως (3-2-2007), για την οποία καταδικάσθηκε, είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή του επόπτη αυτής, ενώ μόνη η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεως της ιδιότητας του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος για την άνω αγορανομική παράβαση. Περαιτέρω, παραλείπεται να γίνει λόγος για την τέλεση της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος, από αμέλεια ή από δόλο, αλλά γίνεται μνεία μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι αυτή η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, προβλέπεται και τιμωρείται και από τα άρθρα 26, 27 ΠΚ, που αρμόζουν σε εγκλήματα τελούμενα εκ δόλου. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, κατά τούτο, και νόμιμης βάσεως, αφού, με τις άνω ασάφειες που έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμά της, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 18423/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αγορανομική παράβαση (διάθεση τροφίμων ακαταλλήλων προς κατανάλωση). Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως γιατί δεν αναφέρεται εάν ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του κυρίου ή του διευθυντή ή του επόπτη της επιχειρήσεως, αλλά μόνο ότι ήταν αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, που δεν αρκεί για την ευθύνη του για την άνω αγορανομική παράβαση, και επίσης γιατί δεν γίνεται λόγος για το εάν ο αναιρεσείων διέπραξε την εν λόγω παράβαση από δόλο ή από αμέλεια, και παραπομπή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 236/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2380/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγων τον ..., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Ζαβάκο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1086/2011. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του ως άνω άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος της Β. Κ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Β. Κ., σύζυγος Ν. Κ., γεννηθείσα το 1971, διάνυε την 36η εβδομάδα κυήσεως, και στις 27 Νοεμβρίου 2003 και περί ώρα 18.20', ευρισκόμενη μαζί με το 6χρονο τέκνο της Κ., στο κατάστημα-ταχυφαγείο GOODY'S του Εύοσμου, ένοιωσε αδιαθεσία και αιφνίδιο άλγος στην οπίσθια θωρακική χώρα, αμέσως περί ώρα 18.22' κλήθηκε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ Θεσσαλονίκης, το οποίο την παρέλαβε περί ώρα 18.40' και τη μετέφερε περί ώρα 19.00', στο Τμήμα Επειγόντων Εξωτερικών Ιατρείων της Μαιευτικής-Γυναικολογικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, που εφημέρευε. Εκεί την εξέτασε η ειδικευόμενη ιατρός της μαιευτικής-γυναικολογίας, Ε. Ρ., και κατά την λήψη του ιστορικού, η Β. Κ. ανέφερε ότι ένοιωθε έντονο άλγος στην οπίσθια θωρακική χώρα και ότι το άλγος εμφανίσθηκε αιφνίδια και ταυτόχρονα ανέφερε ότι η μητέρα της και η θεία της αδελφή της μητέρας της, είχαν διαχωριστικό ανεύρυσμα αορτής και εξέφρασε έντονα και με επιμονή το φόβο της μήπως έχει υποστεί και αυτή ανεύρυσμα αορτής. Η ως άνω ιατρός ήλεγξε την αρτηριακή πίεση της Β. Κ., που ήταν σε φυσιολογικά πλαίσια, ήτοι 120/80 min υδραργύρου και 70 σφίξεις/λεπτό, ενώ κατά το έλεγχο των παλμών του εμβρύου και της μήτρας δεν διαπίστωσε μαιευτικό πρόβλημα, ήτοι συσπάσεις της μήτρας, αιμόρροια κλπ. Επειδή το έντονο άλγος της ασθενούς συνεχιζόταν, η οποία ανακουφιζόταν σε ημικαθιστική θέση, υπό ορθή γωνία, η ως άνω ιατρός της έκανε ενδομυϊκά μία ένεση VOLTAREN, για να την ανακουφίσει. Επίσης η εν λόγω ειδικευόμενη ιατρός Ε. Ρ. κάλεσε τον ειδικό ιατρό Α. Τ., για να προσέλθει και εκτιμήσει το περιστατικό, πλην όμως ο τελευταίος ήταν απασχολημένος στην αίθουσα τοκετών, με άλλο περιστατικό, οπότε και έστειλε τον ειδικό μαιευτήρα-γυναικολόγο Δ. Κ., επιστημονικό συνεργάτη της Κλινικής. Ο τελευταίος εκτίμησε το περιστατικό και έκρινε ότι μαιευτικά δεν υπήρχε πρόβλημα, και ότι ο πόνος δεν είχε σχέση με την εγκυμοσύνη, ενημέρωσε τον Α. Τ., ο οποίος και συνέστησε να μεταβεί με ασθενοφόρο η Β. Κ. σε εφημερεύουσα Παθολογική Κλινική, οπότε και ειδοποίησαν το ΕΚΑΒ για αποστολή ασθενοφόρου. Εν τω μεταξύ προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων και ο ειδοποιηθείς, από την ως άνω Ε. Ρ., "κομάντο" παθολόγος Κ. Τ., ειδικευόμενος παθολόγος, αφού έκανε σύντομη κλινική εξέταση της ασθενούς, που του ανέφερε επεισόδιο αιφνίδιου άλγους στη μεσοπλάτεια χώρα καθώς και το οικογενειακό ιστορικό της με το ανεύρυσμα, λόγω του χαρακτήρα του πόνου και της αναφοράς της ασθενούς για το ως άνω οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος συμφώνησε για τη μεταφορά της ασθενούς στην εφημερεύουσα Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, που είχε γενική εφημερία και το οποίο διέθετε μαγνητικό τομογράφο (ενώ το Ιπποκράτειο δεν διέθετε) για περαιτέρω διερεύνηση και διάγνωση διαχωρισμού αορτής, και ότι απαιτείτο μαγνητική τομογραφία. Η ως άνω ιατρός Ε. Ρ. στο συνοδευτικό έγγραφο της ασθενούς, ανέγραψε τα ως άνω αποτελέσματα της κλινικής εξετάσεως, τη χορήγηση του ως άνω φαρμάκου καθώς και ότι η ασθενής αιτιάται αιφνίδιο άλγος οπίσθιας θωρακικής χώρας και ζήτησε παθολογική εκτίμηση. Στη συνέχεια, η Β. Κ. προσκομίσθηκε, με ασθενοφόρο, στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, που εφημέρευε και δη στο Τμήμα Επειγόντων Εξωτερικών Ιατρείων της Α' Παθολογικής Κλινικής, όπου την παρέλαβε ο Ζ. Κ., ειδικευόμενος παθολόγος, στον οποίο παραδόθηκε και το ως άνω παραπεμπτικό έγγραφο της ιατρού Ε. Ρ.. Ο ως άνω ιατρός Ζ. Κ. εξέτασε κλινικά την ασθενή και ενόψει και της προχωρημένης εγκυμοσύνης της, ειδοποίησε τον Χ. Σ., εφημερεύοντα ειδικό παθολόγο, που ασχολείτο με άλλο περιστατικό. Ο τελευταίος, αφού διάβασε το ως άνω παραπεμπτικό έγγραφο του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, πήρε το ιστορικό της ασθενούς, η οποία του ανέφερε για τον αιφνίδιο και έντονο πόνο στη θωρακική χώρα και στην πλάτη και για το οικογενειακό ιστορικό της μητέρας και της θείας της (αδελφής της μητέρας της) περί της ρήξεως ανευρύσματος αορτής. Ο ανωτέρω ιατρός μετά την κλινική εξέταση της ασθενούς, παρήγγειλε άμεσο κλινικοεργαστηριακό έλεγχο (ηλεκτροκαρδιογράφημα, που είχε αρνητικά Τ σε κάποιες προκάρδιες απαγωγές μέτρηση πίεσης-ζωτικών εργαστηριακό έλεγχο αίματος, ούρων, αερίων αίματος), ενώ διαπιστώθηκε φλεβική ανεπάρκεια κάτω άκρων της ασθενούς και σχετική υποξυγοναιμία από τα αέρια αίματος. Ενόψει τούτων και της προχωρημένης εγκυμοσύνης, ο ανωτέρω ιατρός έδωσε εντολή να εισαχθεί η ασθενής στην Α' Προπαιδευτική-Παθολογική Κλινική (Ρευματολογικό Τμήμα) του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, για παρακολούθηση και ασφαλέστερη διαγνωστική προσέγγιση, η οποία και πράγματι περί ώρα 21.00 εισήχθη. Επίσης ο ανωτέρω ιατρός Χ. Σ. επικοινώνησε με την εφημερεύουσα καρδιολόγο της καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Α. Μ., την ενημέρωσε ότι πρόκειται για έγκυο και ότι υπήρχε οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος αορτής και της ζήτησε να προβεί σε υπερηχογραφική εξέταση καρδίας της ασθενούς καθώς και σε κλινική καρδιολογική εκτίμηση, με σκοπό την ένδειξη-διάγνωση παθήσεων, στα πλαίσια διαφορικής διαγνώσεως, για πνευμονική εμβολή, ανεύρυσμα αορτής, στεφανιαία νόσο. Η ασθενής μεταφέρθηκε στην Καρδιολογική Κλινική, και η ως άνω καρδιολόγος προέβη σε υπερηχογραφική εξέταση καρδίας της ασθενούς, περί ώρα 22.00', η οποία (ασθενής) δυσπνοούσε και εμφάνιζε κυανωτικά χείλη, πονούσε στην αριστερή ωμοπλάτη και ο πόνος μεταβάλλονταν με την κίνηση και επιδεινωνόταν με την αλλαγή θέσεως της ασθενούς, ενώ η ασθενής ζήτησε δύο - τρεις φορές τη διακοπή της εξετάσεως, λόγω πόνου, όπως κατέθεσε η ως άνω ιατρός, η οποία παράλληλα προέβη και σε κλινική εξέταση της ασθενούς. Εν τω μεταξύ ο ιατρός Χ. Σ. επικοινώνησε με τον ιατρό-ακτινολόγο Δ. Κ., που εφημέρευε στον αξονικό τομογράφο του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ και αφού τον ενημέρωσε για την κατάσταση υγείας της ασθενούς και για τις υπόνοιές του για ρήξη ανευρύσματος αορτής, τον ρώτησε αν μπορούσε να προχωρήσει σε μαγνητική τομογραφία της ασθενούς, στα πλαίσια διαφορικής διαγνώσεως, λόγω οικογενειακού ιστορικού. Ο τελευταίος, αφού επικοινώνησε με τον Διευθυντή του Τμήματος - καθηγητή Α. Δ., ενημέρωσε τον πρώτο κατηγορούμενο ότι ο μαγνητικός τομογράφος δεν λειτουργεί, παγίως, καθημερινά, από την ώρα 20.00' έως την ώρα 08.00' της επομένης ημέρας, και ότι δεν έχει ειδικό πρόγραμμα ώστε να καθιστά εφικτή την απεικόνιση της καρδίας και των αγγείων, συμφώνησαν να περιμένον αποτελέσματα του καρδιολογικού ελέγχου και των άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και να επικοινωνήσουν εκ νέου. Μετά το πέρας δε του καρδιολογικού ελέγχου, η ανωτέρω καρδιολόγος Α. Μ., ανακοίνωσε στον προαναφερόμενο ιατρό ότι τα αποτέλεσμα υπερηχογραφήματος δεν υποδηλώνουν την ύπαρξη ανευρύσματος ανιούσας αορτής, ενώ προφορικά ανέφερε σ' αυτόν ότι υποψιαζόταν πιθανή πνευμονική εμβολή, βάσει της κλινικής εικόνας της ασθενούς, του κακού κορεσμού, είχε 60% μερική πίεση οξυγόνου και της μορφής του πόνου και της μεταβολής του, ανάλογα με τη θέση της ασθενούς και του συνέστησε να διευκρινίσει πρώτα τι συμβαίνει με την κατιούσα αορτή, διότι με τη μέθοδο του υπερηχογραφήματος μπορούσε να ελέγξει μόνο την ανιούσα αορτή και όχι την κατιούσα και πρότεινε τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων ήτοι αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας, ώστε να απορριφθεί τελείως το ενδεχόμενο του ανευρύσματος. Όπως κατέθεσε δε η ανωτέρω καρδιολόγος για τη διερεύνηση ανευρύσματος κατιούσας εκτός από την αξονική ή μαγνητική τομογραφία, γίνεται και διοισοφάγειο υπερηχογράφημα, το οποίο γίνεται από ειδικό καρδιολόγο, πλην όμως η ίδια δεν μπορούσε να το κάνει γιατί δεν είχε τέτοιες γνώσεις. Όμως ο ιατρός Χ. Σ. εξέφρασε ενδοιασμούς για την αξονική τομογραφία, λόγω της εγκυμοσύνης της ασθενούς και της ανέφερε ότι ο μαγνητικός τομογράφος ήταν κλειστός, και στη συνέχεια επικοινώνησε και πάλι με τον ως άνω ιατρό Δ. Κ. και τον ενημέρωσε ότι από τον καρδιολογικό έλεγχο και τις μέχρι τότε εργαστηριακές εξετάσεις οι ιατροί των αντίστοιχων ειδικοτήτων δεν διαπίστωσαν κάτι και τον ρώτησε πάλι για το μαγνητικό τομογράφο. Ο τελευταίος επανέλαβε την αδυναμία λειτουργίας του μαγνητικού τομογράφου πριν την ώρα 08.00' πρωινή, ενώ συζήτησαν και για τους κινδύνους της αξονικής τομογραφίας, λόγω της εγκυμοσύνης της ασθενούς. Επιπροσθέτως ο ιατρός Χ. Σ. μετά από επανειλημμένες προσπάθειες να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Τμήμα Επειγόντων της Μαιευτικής-Γυναικολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ιπποκράτειου, τελικά περί ώρα 22.30' επικοινώνησε με την προαναφερόμενη ιατρό Ε. Ρ., ζητώντας περισσότερες πληροφορίας για τη συμπτωματολογία της ασθενούς και εκτός των άλλων τη ρώτησε σχετικά με τη φαρμακευτική αγωγή που έπρεπε να της χορηγήσει, ενόψει της εγκυμοσύνης της ασθενούς, δεδομένου ότι το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ δεν διέθετε Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική. Περί ώρα 23.15' με 23.30' (ήτοι πριν από τον προγραμματισμένο χρόνο ενάρξεως της εφημερίας του, ήτοι ώρα 24.00) προσήλθε στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ο κατηγορούμενος Π. Μ., ιατρός, αναπληρωτής καθηγητής αιματολογίας του ΑΠΘ, προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη εφημερίας, ως πρωταρχικός ιατρός, διαδεχόμενος τον Χ. Σ.. Οι εν λόγω δύο ιατροί, συνοδεία και των εφημερευόντων ειδικευόμενων ιατρών Σ. Τ. και Ε. Ψ., μετέβησαν στο θάλαμο, όπου βρισκόταν η Β. Κ. και ο Χ. Σ. προέβη σε πλήρη ενημέρωση της μέχρι τότε πορείας της ασθενούς και των μέχρι τότε γενόμενων εξετάσεων και αποτελεσμάτων, εξέτασαν δε εκ νέου την ασθενή, η οποία διαμαρτυρήθηκε για πόνο στην πλάτη, στην ύπτια θέση, που υφίετο στην έγερση και στην κλίση του κορμού προς τα εμπρός, ενώ μέχρι τότε δεν της χορηγήθηκε, στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, κάποια φαρμακευτική αγωγή. Ο ιατρός Χ. Σ. ανέφερε επίσης ότι, στα πλαίσια διαφορικής διαγνώσεως και με βάση το ιστορικό της ασθενούς για ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος θωρακικής αορτής σε μητέρα και θεία της, ζήτησε τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας, από το ακτινολογικό εργαστήριο του ΑΧΕΠΑ, πλην όμως οι υπεύθυνοι του απάντησαν ότι ο μαγνητικός τομογράφος δεν λειτουργεί μετά τις 8 το βράδυ και μέχρι τις 8 το πρωί της επομένης ημέρας και ότι επιπλέον δεν υπάρχει πρόγραμμα απεικόνισης καρδίας και αγγείων. Έκτοτε και δη περί ώρα 23.30' της 27-11-2003, έληξε η ευθύνη εφημερίας του Χ. Σ. και ανέλαβε την ευθύνη εφημερίας ο κατηγορούμενος Π. Μ., του οποίου η εφημερία ήταν μέχρι την 08.00' της 28-11-2003, ο οποίος και ζήτησε τη χρέωση της ασθενούς στο Τμήμα του (Αιμόστασης) για καλύτερη παρακολούθηση. Ο τελευταίος, ειδικός αιματολόγος, εξέτασε την ασθενή, και ως κατέθεσε στην απολογία του έλαβε υπόψη του και τις υποψίες του Χ. Σ. για ανεύρυσμα, αλλά ο ίδιος έχοντας υπόνοια για παγκρεατίτιδα, βάσει της συμπτωματολογίας, ζήτησε έλεγχο για αμυλάση ορού και ούρων και στενή κλινική παρακολούθηση, ενώ περί ώρα 02.00 της 28-11-2003, επειδή η ασθενής ένοιωθε πόνο, της έγινε 1 Amp Apotel σε Ν/S 100 με πολύ αργό ρυθμό, με εντολή του ιατρού Σ. Τ. και περί ώρα 04.00', λόγω έντονου πόνου, που ένοιωσε, της έγινε 1 Amp Zantac (iv). Περί τις 02.00' της 28-11-2003, ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι ζητήθηκε από το αιματολογικό εργαστήριο νέα αιμοληψία της ασθενούς λόγω υψηλής τιμής της αμυλάσης (στοιχείο που οδηγούσε σε διάγνωση παγκρεατίτιδας) και γι' αυτό και ζήτησε τη διενέργεια υπερηχογραφήματος άνω κοιλίας (ECHO άνω κοιλίας), με την οποία θα είχε πληροφορίες για το τι συμβαίνει στην άνω κοιλία και θα ελέγχονταν και η κοιλιακή αορτή. Έτσι περί ώρα 04.00' της 28-11-2003 η ασθενής μεταφέρθηκε στη Μονάδα Υπερήχων του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του ΑΧΕΠΑ, στο δε από 28-11-2003 παραπεμπτικό σημείωμα για υπερηχογράφημα, αναγράφεται ως αιτούμενη εξέταση "ECHO άνω κοιλίας" και ως ιστορικό-κλινικά στοιχεία: "Ραχιαλγία αιφνίδια από 24ώρου, εμετοί, Εργαστ. πολύ αυξημένη αμυλάση, λευκοκυττάρωση, κύηση 36 εβδ.". Την αιτούμενη εξέταση, ECHO άνω κοιλίας, - που δεν μπορούσε να εξετάσει την κατιούσα αορτή διαδερμικά - διενήργησε ο ειδικευόμενος ιατρός Ι. Τ. και συνέταξε το από 28-11-2003 σχετικό πόρισμα, που αναφέρει ότι κατά την εξέταση βρέθηκαν τα εξής: "χολολιθίαση, Πυλαία Φλ, Χοληδόχος πόρος ΚΦ, Ήπαρ ΚΦ, Πάγκρεας μη απεικονίσιμο". Εξάλλου, βάσει των νέων εργαστηριακών εξετάσεων, τα αποτελέσματα της αμυλάσης ήταν φυσιολογικά (ήτοι ...). Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της παραπάνω εξετάσεως, που απέκλειαν την παγκρεατίτιδα, έδωσε εντολή για ήπια αναλγητική (σπασμολυτική) αγωγή, και περί ώρα 07.00' η ασθενής υποβλήθηκε σε νέο πλήρη έλεγχο αιματολογικό, βιοχημικό και αιμόστασης, που διενήργησε η Ε. Π., παρασκευάστρια-βοηθός μικροβιολόγου, συνεργάτης του κατηγορουμένου, προκειμένου να διερευνηθεί επακριβώς το ενδεχόμενο παρουσίας πνευμονικής εμβολής εργαστηριακώς. Αλλά και τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου ήταν αρνητικά, όπως και της αμυλάσης και περιήλθαν σε γνώση του περί ώρα 10.00' με 10.30' της 28-11-2003. Την ώρα 08.00' της 28-11-2003 είχε λήξει η εφημερία του κατηγορουμένου, ο οποίος και συνέχισε να εργάζεται στην Κλινική του Νοσοκομείου μέχρι την ώρα 16.00 της 28-11-2003. Σε επίσκεψη της προϊσταμένης της Κλινικής, Ο. Κ., στο θάλαμο της ασθενούς, στις 9:30 πμ της 28.11.2003, η ασθενής διαμαρτυρήθηκε για συνεχή πόνο και ζήτησε να ενημερωθεί ο ιατρός της, οπότε και η τελευταία ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνέστησε να της χορηγηθούν παυσίπονα. Όμως και μετά τη χορήγηση παυσίπονου ο πόνος εξακολούθησε και ήταν πολύ έντονος και μάλιστα ο πατέρας της που βρισκόταν δίπλα της κατέθεσε ότι: "Από τη φύση των πόνων της, υποπτεύθηκα, αμέσως, ότι πρόκειται για ανεύρυσμα αορτής. Τα συμπτώματα που παρουσίαζε, ήταν ακριβώς τα ίδια που παρουσίαζε και η σύζυγός μου το 1979, όταν υπέστη ρήξη θωρακικής αορτής και χειρουργήθηκε με επιτυχία". Περί ώρα 12.00' ήταν έντονος ο πόνος, οπότε ο σύζυγος της ασθενούς αναζήτησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή παρέδιδε μάθημα σε φοιτητές, και όπως κατέθεσε ο ίδιος στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου "δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το μάθημα για να επισκεφτεί την ασθενή" και έστειλε μία φοιτήτρια, για να δει την ασθενή και στη συνέχεια έστειλε τον βοηθό του ο οποίος διαπίστωσε έντονο πόνο στην ασθενή. Περί ώρα 14.30' ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε την ασθενή στο θάλαμό της, η οποία εξακολουθούσε να παραπονείται για πόνο, που ο κατηγορούμενος τον χαρακτήρισε ως μη έντονο πόνο και έδωσε οδηγίες να της χορηγηθούν παυσίπονα και περί ώρα 16.00', μετά τη λήξη του χρόνου εργασίας του, αναχώρησε για την οικία του. Περί ώρα 19.15' η ασθενής ένοιωθε ναυτία και έχασε τις αισθήσεις της, οπότε ο παριστάμενος σύζυγός της-πολιτικώς ενάγων Δ. Κ. άρχισε να καλεί σε βοήθεια και προσέτρεξε η ειδικευόμενη ιατρός Χ. Δ., που διαπίστωσε ότι η ασθενής δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, ενώ προσέτρεξε και ο ειδικευόμενος ιατρός Ζ. Κ., ο οποίος την εξέτασε και ειδοποίησε τους αναισθησιολόγους, ενώ έκαναν ΗΚΓ. Η ασθενής, κατά την άφιξη της αναισθησιολόγου, ανέκτησε τις αισθήσεις της, για δευτερόλεπτα, ήταν συγχυτικοδιεργερτική, ανέφερε "πεθαίνω" και στη συνέχεια υπέστη καρδιοαναπνευστική ανακοπή, οπότε της έγινε τοποθέτηση ενδοτραχειακού σωλήνα και ξεκίνησε ΚΑΡΠΑ με τη συνεργασία των αναισθησιολόγων, ενώ η Χ. Δ. έσπευσε να ειδοποιήσει τον εφημερεύοντα ειδικό παθολόγο Χ. Χ., πλην όμως δεν τον βρήκε στο Νοσοκομείο, αλλά στην οικία του, ενώ επικοινώνησε με το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, με ειδικευόμενο γυναικολόγο, και αφού του ανέφερε το περιστατικό, του ζήτησε να προσέλθει επειγόντως στο ΑΧΕΠΑ (που δεν διέθετε, όπως προαναφέρθηκε, Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική) κάποιος γυναικολόγος, ενώ ειδοποίησε και τον θεράποντα ιατρό της ασθενούς, κατηγορούμενο Π. Μ., ο οποίος δεν είχε εφημερία στο Νοσοκομείο και βρισκόταν στην οικία του. Ο τελευταίος μετέβη εσπευσμένα στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, στο θάλαμο της ασθενούς, ενώ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εφημερεύοντα μαιευτήρα-γυναικολόγο του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Π. Π. και του ζήτησε μεταβεί μαιευτήρας Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Περί ώρα δε 20.30', με τη συνδρομή περιπολικού, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Δ. Ρ., που ήταν σε εφημερία ετοιμότητας στο Νοσοκομείο Ιπποκράτειο και ειδοποιήθηκε από τον ως άνω ιατρό Π. Π.. Ο ιατρός Δ. Ρ. εισήλθε στο θάλαμο της ασθενούς, που ήταν περιστοιχισμένη από ιατρούς και νοσοκόμες, ενώ κάποιος ιατρός της χορηγούσε 02 με AMPU, όπως δε ο ίδιος κατέθεσε, βάσει της χροιάς όλου του σώματος που ήταν μελανή, της απουσίας σφυγμού και της θερμοκρασίας της, η ασθενής είχε πεθάνει πριν από μία ώρα περίπου, στη συνέχεια δε αυτός, μέσα στο θάλαμο, προχώρησε σε τομή της κοιλίας της και αφαίρεσε το έμβρυο, που ήταν νεκρό. Το πτώμα της Β. Κ., με το από 28-11-2003 παραπεμπτικό σημείωμα νεκροτομής, που υπογράφει ο κατηγορούμενος, εστάλη για νεκροψία-νεκροτομή στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ, αναγράφεται δε σ' αυτό, ως χρόνος θανάτου 8.50' μμ., ο ίδιος δε χρόνος θανάτου αναφέρεται και στο φύλλο νοσηλείας της. Την ιατροδικαστική εξέταση του πτώματος, διενήργησε ο ιατροδικαστής Μ. Τ., παρουσία και του Θ. Β., ιατροδικαστή, ενεργούντος ως τεχνικού συμβούλου εκ μέρους της οικογενείας της Β. Κ. και του Ι. Μ., ιατρού, καθηγητού αγγειοχειρουργικής, ενεργούντος ως τεχνικού συμβούλου εκ μέρους του κατηγορουμένου Π. Μ.. Σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτ. 3584/1-12-2003 ιατροδικαστική εξέταση-έκθεση, του ιατροδικαστή Μ. Τ., ο θάνατος της Β. Κ. οφείλεται σε ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσης αορτής παθολογικής αιτιολογίας, επήλθε δε περί την 20.50' ώρα της 28-11-2003 και όπως αναγράφεται στην ίδια έκθεση "Εις την αορτή παρατηρούμε ρήξη του έσω χιτώνος μήκους 2,5 εκατ. και τη δημιουργία διαχωριστικού ανευρύσματος διαρραγέν εις το ύψος του αριστερού ημιδιαφράγματος", ο ίδιος δε καταθέτοντας είπε επί λέξει "Δεν περιγράφω πήγματα στην ιατροδικαστική έκθεση, άρα ήταν ρήξη ωρών". Ο θάνατος της Β. Κ., που επήλθε, κατά τα παραπάνω, από ρήξη διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσης αορτής, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου ιατρού Π. Μ., ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε, ως επιστήμονας ιατρός και μπορούσε να καταβάλει, δεν διέγνωσε την πιθανότητα διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής, δεδομένου, ότι στα πλαίσια διαφορικής διαγνώσεως, κατά την οποία, αφού, με βάση τις προαναφερθείσες, διενεργηθείσες εξετάσεις, αποκλείστηκαν, περί ώρα 10.00 με 10.30' της 28-11-2003, η παγκρεατίτιδα και η πνευμονική εμβολή, υποψήφια για διερεύνηση ήταν η πάθηση που έδινε παρόμοια συμπτώματα πόνου, δηλαδή το διαχωριστικό ανεύρυσμα κατιούσας αορτής, για το οποίο εκτός του ότι υπήρχε το προαναφερθέν οικογενειακό ιστορικό, το οποίο μάλιστα η ασθενής από την αρχή το ανέφερε με έμφαση, υπήρχε το έκδηλο σύμπτωμα του πόνου που παρά τη χορήγηση συνεχώς αναλγητικών φαρμάκων αντί να βελτιώνεται παρέμεινε οξύτατος με συνεχή επιδείνωση, δεν υπέβαλε την ασθενή αρχικά μεν στις αναγκαίες ειδικές εξετάσεις και δη σε μαγνητική τομογραφία (ενόψει και του ότι ο μαγνητικός τομογράφος του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, ήταν σε λειτουργία μετά την 08.00' πρωινή της 28-11-2003) ή σε διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, εξετάσεις, που ενδείκνυντο στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της ασθενούς, όπως αναφέρεται και στην από 17-2-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του Ι. Γ., ιατρού ακτινολόγου, ο οποίος ορίσθηκε πραγματογνώμονας στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανακρίσεως με παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ώστε να διαπιστωθεί το διαχωριστικό ανεύρυσμα κατιούσας αορτής, και στη συνέχεια δε στην προβλεπόμενη για την περίπτωση αυτή θεραπευτική αγωγή, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε, να υποστεί η ασθενής ρήξη του διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός της. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δεν μπορούσε να διαγνωστεί η ρήξη κατιούσας αορτής διότι δεν αποτελεί κληρονομική πάθηση και δεν είχε πόνο διαξιφιστικό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθότι το είδος του πόνου προσδιορίζεται από τον κάθε ασθενή με υποκειμενικά κριτήρια και η αδυναμία του να προσδώσει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό που προβλέπει η ιατρική επιστήμη, όταν εντοπίζεται σε σημεία που υποδηλώνει την ύπαρξη ανευρύσματος, όπως εν προκειμένω, δεν είναι στοιχείο που αποκλείει τη διερεύνηση αυτής, ενώ το οικογενειακό ιστορικό λαμβάνεται υπόψη πάντοτε για τη διάγνωση των ασθενειών ακόμη και στην περίπτωση που κατά την ιατρική επιστήμη δεν υπάρχει κληρονομικότητα, διότι όχι μόνον η ιατρική επιστήμη βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη και έρευνα και υπάρχει ενδεχόμενο στο μέλλον να αποδειχθεί και για την επίμαχη ασθένεια κληρονομικότητα, αλλά κυρίως διότι, όλοι οι ιατροί πλην του κατηγορουμένου έλαβαν υπόψη τους το ως άνω οικογενειακό ιστορικό και προσανατόλισαν την έρευνα προς αυτήν την κατεύθυνση. Συνακόλουθα τούτων, η καθυστέρηση στην διάγνωση, που είχε ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί η ασθενής την ενδεδειγμένη θεραπεία, δηλαδή φαρμακευτική αγωγή και άμεση χειρουργική αντιμετώπιση του διαχωρισμού της αορτής, με σκοπό την πρόληψη της ρήξης ή της επέκτασης του διαχωρισμού, η οποία ήταν ικανή να τη θεραπεύσει και ο συνεπεία της εν λόγω καθυστέρησης θάνατος της Β. Κ., οφείλεται σε αμέλεια (μη συνειδητή) του κατηγορουμένου, ο οποίος αν και ήταν υπόχρεος συνεπεία του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας όσο και από την έννομη θέση του ως νοσοκομειακού ιατρού σε κρατικό νοσοκομείο που εφημέρευε, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός ιατρός με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, αν και η θανούσα εισήχθη στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος και στην πλάτη, συνεχώς επιδεινούμενους παρά τη χορήγηση ισχυρών παυσίπονων, περιορίσθηκε στο να υποβάλει αυτήν μόνο στις ως άνω εξετάσεις πιστεύοντας ότι πάσχει από χολολιθίαση και παγκρεατίτιδα και όταν από τις ίδιες τις εξετάσεις που με εντολή του πραγματοποιήθηκαν, αποκλείστηκαν οι εν λόγω ασθένειες, όχι μόνον δεν ζήτησε τη βοήθεια γυναικολόγου και καρδιολόγου, παρόλο που αυτό επιβαλλόταν από την κατάσταση της θανούσας η οποία βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και παρουσίαζε πόνους στη θωρακική χώρα, αλλά και δεν εξάντλησε την έρευνα στην περιοχή του θώρακος, υποβάλλοντας αυτήν και σε άλλες ιατρικές εξετάσεις και ειδικότερα σε μαγνητική τομογραφία θώρακος και διοισοφάγειο υπερηχογράφημα, που έπρεπε να κάνει για την ασφαλέστερη διάγνωση της ασθένειας της παραπάνω σε σχέση με τα κλινικά συμπτώματα αυτής (οξύτατος πόνος στο στήθος και στην πλάτη), αλλά συνέχισε τη χορήγηση αναλγητικών φαρμάκων τα οποία μέχρι τότε ήταν αναποτελεσματικά. Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Π. Μ., για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, της Β. Κ., για την οποία κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός δεν διέγνωσε την πιθανότητα διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής και δεν υπέβαλε την ασθενή σε μαγνητική τομογραφία ή σε διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα ώστε να διαπιστωθεί το διαχωριστικό ανεύρυσμα κατιούσας αορτής, και, στη συνέχεια, στην προβλεπόμενη θεραπευτική αγωγή, με αποτέλεσμα να υποστεί η ασθενής ρήξη του διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής, από την οποία επήλθε ο θάνατός της και β) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Εξέθεσε, ακόμη, σαφώς ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, για να επέλθει ο θάνατος της Β. Κ., συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, η παραδοχή δε ότι "...δ εν υπέβαλε την ασθενή αρχικά μεν στις αναγκαίες ειδικές εξετάσεις και δη σε μαγνητική τομογραφία ... ή σε διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα, εξετάσεις, που ενδείκνυντο στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της ασθενούς ... και στη συνέχεια δε στην προβλεπόμενη για την περίπτωση αυτή θεραπευτική αγωγή, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε, να υποστεί η ασθενής ρήξη του διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής ..." δεν προσιδιάζει στην ενσυνείδητη αμέλεια, δεδομένου ότι και στην παραδοχή αυτή τονίζεται ότι αυτός δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα, το ότι, δηλαδή, η ασθενής υπέστη ρήξη του διαχωριστικού ανευρύσματος κατιούσας αορτής. β) Η παραδοχή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι περί ώραν 19.20 της 28.11.2003 επήλθε η ρήξη του ανευρύσματος, η οποία επέφερε το θάνατο της ασθενούς δεν αντιφάσκει με την παραδοχή στο σκεπτικό ότι ως χρόνος θανάτου στο παραπεμπτικό σημείωμα και στο φύλλο νοσηλείας αναγραφόταν η ώρα 8.50 μ.μ. (20.50), καθόσον, πέραν του ότι ο χρόνος αυτός αναγράφεται πάντοτε κατά προσέγγιση, στο σκεπτικό γίνεται, επίσης, δεκτό, ότι περί ώραν 20.30 έφθασε στο Νοσοκομείο ο μαιευτήρας Δ. Ρ., αλλά η ασθενής είχε ήδη πεθάνει πριν από μια ώρα περίπου. Ανεξαρτήτως αυτού, ο χρόνος του θανάτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραλείψεις και το επελθόν αποτέλεσμα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και, επομένως, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή. γ) Η μη επανάληψη στο διατακτικό της παραδοχής, στο σκεπτικό, ότι "όχι μόνον δεν ζήτησε τη βοήθεια γυναικολόγου και καρδιολόγου, παρόλο που αυτό επιβαλλόταν από την κατάσταση της θανούσας η οποία βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και παρουσίαζε πόνους στη θωρακική χώρα" δεν δημιουργεί καμιά αντίφαση, καθόσον το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, να καθορίσει, στο σκεπτικό, ακριβέστερα τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα αυτής, πράγμα το οποίο και έπραξε. Και δ) από τη διατύπωση στο προοίμιο του σκεπτικού ότι "από ... την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης ..., από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς, αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και τα οποία βρίσκονται στην δικογραφία ..." καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα έγγραφα, που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν (73 συνολικά, ήτοι 65 που βρίσκονταν στη δικογραφία + 8 που είχε προσκομίσει ο κατηγορούμενος), και όχι μόνο τα οκτώ, τα οποία είχε προσκομίσει ο τελευταίος. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "8. Έγγραφο του Γ. Ν. Θ. ΑΧΕΠΑ, σχετικά με την παρακολούθηση της ασθενούς Β. Κ.. 9. Έγγραφο του Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ, σχετικά με εργαστηριακές εξετάσεις της Β. Κ.. 20. Έγγραφο του Γ. Ν. Θ. ΑΧΕΠΑ, σχετικά με την παρακολούθηση της ασθενούς Β. Κ.. 24. Χειρόγραφο έγγραφο, στο οποίο αναγράφεται συνταγολογία. 26. Χειρόγραφο έγγραφο, στο οποίο αναγράφεται το όνομα της εξετασθείσας. 30. Χειρόγραφο έγγραφο, στο οποίο αναγράφονται τιμές εξετάσεων. Και 35. Έγγραφο του Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ, σχετικά με την παρακολούθηση της ασθενούς Β. Κ.". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους (του συντάκτη τους, της χρονολογίας συντάξεώς τους, κ.λπ.), ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου, μάλιστα, και του ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω κατά τρόπο νόμιμο υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού και απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170 παρ.1 εδ. β, δ και παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 170§2 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171§ 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δήλωσε ότι "εμμένει στην προφορική ένσταση που είχε υποβάλει ο ίδιος κατά τη συνεδρίαση του ίδιου Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2010, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3934/ 24.11.2010 αναβλητική απόφαση, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, καθώς ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορείται, ήταν δημόσιος λειτουργός και υπάλληλος του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, οπότε για την αστική ευθύνη είναι υπεύθυνο το ως άνω Νοσοκομείο ως Ν.Π.Δ.Δ. και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται ο Δ. Κ. σε παράσταση πολιτικής αγωγής". Μετά την υποβολή της δηλώσεως αυτής, η Πρόεδρος, χωρίς να δώσει το λόγο στον Εισαγγελέα και, κατόπιν, να αποφανθεί το Δικαστήριο, γνωστοποίησε στον συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου ότι "με την ανωτέρω απόφασή του, το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει την προαναφερομένη ένσταση και έχει αποδεχθεί την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου από τον Δ. Κ.". Όμως, η δήλωση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ενείχε αίτημα ανακλήσεως της ως άνω υπ' αριθ. 3934/2010 αποφάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, είχε απορρίψει, και μάλιστα αιτιολογημένα, την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και, επομένως, κατά το σημείο αυτό, ήταν οριστική και δεν υπέκειτο σε ανάκληση. Κατά συνέπειαν, το αίτημα ανακλήσεώς της δεν ήταν νόμιμο και το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α και Β, δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί κατά μεν το σημείο, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί απέρριψε σιγή και χωρίς αιτιολογία την ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, ως αβάσιμος, κατά δε το σημείο με το οποίο προτείνεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει επί της ενστάσεως, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, κατά τα προαναφερθέντα, την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Εξάλλου, εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, το ίδιο δε και αν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως έχει διεξαχθεί σε τρεις συνεδριάσεις και ειδικότερα στις 3.5.2011, 4.5.2011 και 5.5.2011. Στη σελίδα 1 αναφέρεται ρητά ότι "Η συνεδρίαση διεξήχθη δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου". Στη συνέχεια, στα ίδια πρακτικά και στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι η Πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο την από 2.5.2011 έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου και την υπό την αυτή χρονολογία βεβαίωση της Γραμματέως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατόπιν δε αυτών διέκοψε τη συνεδρίαση για την 4.5.2011 και ώρα 09.00. Στη σελίδα 2 αναφέρεται ότι "την 4η Μαΐου 2011 ... επαναλήφθηκε νομότυπα η διακοπείσα την 3η Μαΐου 2011 συνεδρίαση του Δικαστηρίου, ενώπιον των ίδιων παραγόντων της δίκης". Στη συνέχεια, νομιμοποιήθηκαν οι συνήγοροι, έγινε η ανωτέρω δήλωση του συνηγόρου υπερασπίσεως περί εμμονής του στην ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και εξετάστηκαν ορισμένοι μάρτυρες κατηγορίας (σελ. 2 - 17). Μετά την εξέταση της 10ης μάρτυρος κατηγορίας, αναγράφεται ότι: "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.00', ..., ο Γραμματέας της έδρας, ... δήλωσε ότι συμμορφούμενος με σχετική απόφαση του συνεδρίου της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Υπαλλήλων της Ελλάδος και αυτή του Συλλόγου των Δικαστικών Υπαλλήλων της Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι μέλος, τηρεί το νόμιμο ωράριό του και δεν συμμετέχει στην εκδίκαση των υποθέσεων μετά τις 15.00'". Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως για την 5η Μαΐου 2011 και ώρα 9.00. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 5.5.2011 και ώρα 9.00', επαναλήφθηκε νομότυπα η διαδικασία ... (σελ. 18). Στη σελ. 26 αναγράφεται ότι "μετά από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αναγνώσθηκε από την Πρόεδρο, δημόσια στο ακροατήριο, η υπ' αριθμ. 1668/22.1.2009 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τα έγγραφα ...", στη σελ. 36 ότι "το Δικαστήριο ... μετά από μυστική διάσκεψη ... δημοσίευσε αμέσως στο ακροατήριο ...", στη δε σελ. 38, στο προοίμιο του σκεπτικού, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται "στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου". Τέλος, στη σελ. 49 αναγράφεται ότι η απόφαση επί της ενοχής "κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο, σε δημόσια συνεδρίαση". Το αυτό αναγράφεται στις σελ. 50, 52, 53 και 54 ως προς τις αποφάσεις για την αναγνώριση ελαφρυντικού, για την επιβολή ποινής και την επιδίκαση στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, για την αναστολή της ποινής και για την επιβολή των εξόδων, αντιστοίχως. Με βάση τις περικοπές αυτές των πρακτικών και ιδίως της σελίδας 1 που αφορά την πρώτη συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προς εκδίκαση της υποθέσεως, και των σελίδων 49, 50, 52, 53 και 54 που αφορούν τη δημοσίευση των επί μέρους αποφάσεων, καθίσταται σαφές ότι όλες οι συνεδριάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου έγιναν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να τις παρακολουθεί ανεμπόδιστα, οι δε αποφάσεις τούτου (Δικαστηρίου) τόσο για την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος όσο και για την ποινή απαγγέλθηκαν δημόσια. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠοινΔ, πέμπτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι και η (δεύτερη) συνεδρίαση της 4.5.2011 έγινε δημόσια, καθώς και ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή, με την οποία η δίκη διακόπηκε για τη συνεδρίαση της 5.5.2011, λόγω παρελεύσεως του ωραρίου, δεν δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Σεπτεμβρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 7095/2011) αίτηση του Π. Μ. του Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2380/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία εγκλήματος. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Αν το δικαστήριο δεν απαντήσει επί μη νόμιμου αιτήματος, δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως. Απόφαση, με την οποία απορρίπτεται ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, είναι οριστική και δεν ανακαλείται. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. >Εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια. Το ίδιο και εάν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή να επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 235/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου J. L. του V., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 168/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες:1) Α. Τ. και 2) Ι. Τ., κάτοικοι ..., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου γιου τους Θ. Τ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1186/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 280/9.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 168/2011 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο J. L. του V. για αρπαγή, επικίνδυνη σωματική βλάβη και παράνομη οπλοφορία, σε συνολική ποινή καθείρξεως 16 ετών. Η άνω απόφαση εκδόθηκε κατ' έφεση, και αντιμωλία του καταδικασθέντος, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο στις 8-9-11 [βλ. οικεία βεβαίωση]. Κατ' αυτής ο καταδικασθείς άσκησε ο ίδιος ενώπιον του Διευθυντού των φυλακών όπου κρατείται και δη των φυλακών ... στις 27-1-2011 [ήτοι προ της άνω καταχωρήσεώς της] την υπ' αριθμ. 66/2011 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης "Δεν μου δόσανε ελαφρυντικά ειλικρινή μεταμέλεια, άριστη διαγωγή και δεν μέτρησαν το χαρτί του γιατρού για τα προβλήματα τα ψυχολογικά που έχω, γιατί νοσηλεύτηκα στο ψυχιατρείο και είμαι άρρωστος" [Η ορθογραφία είναι δική μας]. ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι σαφές ότι δεν περιέχει κάποιο λόγο σαφή και ορισμένο, όπως απαιτεί το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ αφού δεν περιέχει τα απαραίτητα εκείνα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν κατά νόμο έναν τέτοιο λόγο και ποίον, αφετέρου αναφέρεται σε φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν συνιστά δηλ. παραδεκτό λόγον αναίρεσης. Έτσι είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 66/27-1-2011 αίτηση αναίρεσης του J. L. του V. κατά της υπ' αριθμ. 168/2011 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό πρωτοκόλλου 66/17.1.2011 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού κατά της 168/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €), για αρπαγή από κοινού, επικίνδυνη σωματική βλάβη παράνομη κατοχή όπλου. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 168/28.1.11 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας, με την οποία καταδικάστηκε για αρπαγή - απαγωγή σε ποινή 16 χρόνια και χ.π.1000 ευρώ για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει: Δεν μου δώσανε ελαφρυντικά ειλικρινή μεταμέλεια, άριστη διαγωγή και δεν μέτρησαν το χαρτί του γιατρού για τα προβλήματα τα ψυχολογικά που έχω, γιατί νοσηλεύτηκα στο ψυχιατρείο και είμαι άρρωστος". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 66/27.1.2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου J. L. του V., κατοίκου ..., κατά της 168/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 234/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα,Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ν. Λ. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 60/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με συγκατηγορουμένους: 1) Β. Μ. του Π. και 2) Α. Ζ. του Ν.. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό283/12.12.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την υπ' αριθμ. 22/11-3-2011 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Λ. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/3-3-2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για ηθική αυτουργία σε αγορά ναρκωτικών ουσιών και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, πράξεις που τέλεσε και καθ' υποτροπή, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στη σχετική έκθεση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει, αν κατ' αρχήν, υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 22/11-3-2011 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, εκθέτοντας κατά λέξη: "... Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ...". Έτσι όμως, όπως είναι διατυπωμένος στην οικεία έκθεση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση της επικαλουμένης πλημμέλειας της προσβαλλομένης αποφάσεως και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, καθιστούν την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 22/11-3-2011 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Λ. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ν. Λ. του Α. στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11/10/2011 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό πρωτοκόλλου 22/11.3.2011 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών κατά της 60/3.3.2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 €), για ηθική αυτουργία σε αγορά ναρκωτικών ουσιών και κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως υπότροπος. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων επί λέξει ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 60/3.3.2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης (15) ετών και σε χ.π. (30.000) € για ηθική αυτουργία σε αγορά ναρκωτικών ουσιών και κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως υπότροπος. Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο. ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 22/11.3.2011 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ν. Λ. του Α., κατοίκου ..., κατά της 60/3/3/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στρέφεται κατά αποφάσεως ή βουλεύματος. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι στρέφεται κατά εισαγγελικής διατάξεως, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική απόφαση ή βούλευμα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 233/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - προσφεύγουσας Κ. Μ.- Α. χήρα Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε κατά της υπ' αριθμ. 38/2011 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης . Ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -προσφεύγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 138/23.5.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρθρ. 513§1α, 476§1α Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 810/12-4-11 αίτηση αναίρεσης της Κ. Α. - Μ., κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 38/15-3-11 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα εξής:α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ'751). β) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 462, 463, 482 (καταργήθηκε με το άρθρο 34 γ' Ν. 3904/10), 484 - 483 (25 Ν. 3904/10, για τον Εισαγγελέα Πλημ/κών, Εφετών και Αρείου Πάγου), 504 και 510 ΚΠΔ, που αναφέρονται στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι, το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνον κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, όχι όμως και κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών (άρθρ. 48 ΚΠΔ), που εκδίδονται επί προσφυγών στρεφομένων κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Πλημ/κών (άρθρ. 47 ΚΠΔ). Η απορριπτική εγκλήσεως διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Πλημ/κών και η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Εφετών μετά από προσφυγή του εγκαλούντα κατά της απορριπτικής εγκλήσεως διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών, δεν έχουν την μορφή, ούτε του βουλεύματος, ούτε της αποφάσεως. Οπότε ο εγκαλών - προσφεύγων δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα ν' ασκήσει αναίρεση κατ' αυτών, επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ (Α.Π. 2091/10). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την 306/10 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου, απορρίφθηκε η από 1-7-09 έγκληση (47 ΚΠΔ) της αναιρεσείουσας, ως εγκαλούσας, κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Υδροδότησης Αποχέτευσης Μείζονος Βόλου (ΔΕΥΑΜΒ). Η ανωτέρω εγκαλούσα Κ. Α. - Μ., κάτοικος ..., άσκησε κατά της διατάξεως αυτής την 2/2011 προσφυγή της, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Ο ανωτέρω Εισαγγελίας Εφετών, με την 38/2011 διάταξή του, απέρριψε την ανωτέρω προσφυγή της (48 ΚΠΔ). Κατά της διατάξεως αυτής του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας (38/11), η ανωτέρω εγκαλούσα - αναιρεσείουσα, στρέφεται με την 810/12-4-11 σχετική ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου αναίρεση, ζητώντας την εξαφάνιση αυτής (38/11).δ) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 38/11 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, (που δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και συνεπώς δεν προβλέπεται από τον νόμο άσκησή της, καθόσον η εγκαλούσα - προσφεύγουσα - αναιρεσείουσα δεν δικαιούται σε τούτο), πρέπει από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), αφού ακούσει την διάδικο τούτη, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει, κατ' άρθρ. 476§1, 513§1, 583§1 Κ.Π.Δ., να καταδικασθεί η ανωτέρω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ε) Πέραν των ανωτέρω λεχθέντων, η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου (465§1, 473§§1 και 2, 474, 476§1 ΚΠΔ) απαιτούμενες διατυπώσεις για την άσκησή της. Ουδέποτε με κατάθεση δικογράφου αναίρεσης στον Εισαγγελέα Πλημ/κών, ασκείται νόμιμα αναίρεση. Τούτο όμως έπεται της ερεύνης του δικαιώματος στην άσκηση του ενδίκου μέσου. Δηλαδή πρώτα ερευνάται αν ο ασκών το ένδικο μέσο νομιμοποιείται σε τούτο, και εφόσον κριθεί παραδεκτό το δικαίωμά του στην άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε στη συνέχεια ερευνάται, αν ο ασκών αυτό, το άσκησε με τις νόμιμες διατυπώσεις ή όχι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 810/12-4-11 αίτηση αναίρεσης της Κ. Α. - Μ., κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 38/15-3-11 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Β) Να καταδικασθεί η ανωτέρω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 20-5-11 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις όπου ρητώς παρέχεται τούτο από τον νόμο. Η διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών, η οποία εκδίδεται, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ιδίου Κώδικα, επί προσφυγής που στρέφεται κατά διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, ο οποίος, ύστερα από έρευνα της εγκλήσεως που υποβλήθηκε, απορρίπτει αυτήν, εάν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή προφανώς αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν φέρει σε καμιά περίπτωση τον χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου κατ' αυτής δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως η κρινόμενη αίτηση, η οποία στρέφεται κατά της 38/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, κατ' ουσίαν η 2/2011 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας Κ. Μ. Α. κατά της 306/2010 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βόλου, είναι απαράδεκτη, και ως τέτοια πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2011 αίτηση της Κ. Μ. Α. για αναίρεση της 38/2011 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στρέφεται κατά αποφάσεως ή βουλεύματος. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι στρέφεται κατά εισαγγελικής διατάξεως, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική απόφαση ή βούλευμα.
null
null
1
Αριθμός 232/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Β. Κ. του Κ., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 550, 551, 552, 553/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. του Β.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του καθώς και στο από 11 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 65/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη, με αριθμούς 31/2.2.2011 και 281/9.12.2011, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 152/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Κ. Κ., κατοίκου ..., που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 550-553/2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική κάθειρξη είκοσι τεσσάρων ετών για εξακολουθητική ληστεία, βιασμό κατά συρροή, απόπειρα βιασμού, εξακολουθητική κλοπή τετελεσμένη και σε απόπειρα, εξακολουθητική παράνομη βία τετελεσμένη και σε απόπειρα, εξακολουθητική οπλοφορία, απλή σωματική βλάβη και πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 17-12-2010. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του αυτή ζητά την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για "τους παρακάτω λόγους που αναφέρει - επισυνάπτουμε αίτησή του". ΙΙΙ. Η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως (α. 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το α. 513 του ίδιου ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). ΙV. Επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποιον από τους προβλεπόμενους στο α. 510 του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23.12.2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 152/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Κ. Κ., κατοίκου ...), που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 550-553/2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών. Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 250 ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης". "Ι. Με την 31/2-2-2011 πρότασή μας εισαγάγαμε στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο την 152/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Κ. Κ. κατοίκου ..., που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 550-553/2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών και προτείναμε αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., επειδή δεν περιείχε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κάποιον λόγο από αυτούς που προβλέπονται στο α. 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. Η εκδίκαση αυτής της αιτήσεως είχε ορισθεί αρχικά για την 1-3-2011 αλλά αναβλήθηκε με την 368/1-3-2011 απόφασή του Δικαστηρίου Σας για την 1-11-2011. Το Δικαστήριό Σας με την 1655/22-11-2011 απόφασή του απέσχε να αποφανθεί για την αίτηση αυτή αναιρέσεως μέχρις ότου υποβληθεί εκ μέρους μας πρόταση για τους πρόσθετους λόγους που ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 11-2-2011 δηλ. μετά την υποβολή της παραπάνω προτάσεώς μας. Μετά από αυτά επανεισάγω στο Δικαστήριό Σας την παραπάνω πρότασή μου στην οποία αναφέρομαι στο σύνολό της και συμπληρωματικά για τους πρόσθετους λόγους εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση αναιρέσεως μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με έγγραφο που κατατίθεται στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με τους προσθέτους λόγους μπορεί ο αναιρεσείων να συμπληρώνει την αίτηση αναιρέσεως ή να διασαφηνίζει τους υπάρχοντες στην αίτηση λόγους. Για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να είναι παραδεκτή η αρχική αίτηση αναιρέσεως δηλ. αυτή εκτός των άλλων να περιέχει κάποιο από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως. Κατά συνέπεια αν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι (ΑΠ 91/2010, ΑΠ 800/2010, ΑΠ 1485/2009). ΙΙΙ. Επειδή η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει κάποιον από τους προβλεπόμενους από το α. 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι δηλαδή απαράδεκτη, πρέπει και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι από 11-2-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Κ. Κ. κατοίκου ..., που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 550-553/2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναιρέσεως, έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, στην κρινόμενη υπ' αριθμ. εκθ. 152/15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 550,552/6-10-2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που συντάχθηκε ενώπιον του προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ..., αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: "... ενώπιον εμού του προϊσταμένου Διεύθυνσης του καταστήματος ... παρουσιάσθηκε ο κατάδικος Β. Κ. και ζήτησε την σύνταξη της παρούσας δήλωσης, ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 550,552/6-10-2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για βιασμό σε ποινή κάθειρξης 24 χρόνια και 9 μήνες και χ.π. 600 ευρώ, για τους λόγους που αναφέρει". Από το παραπάνω περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στην οποία δεν αναφέρεται ούτε επισυνάπτεται κάποιο άλλο έγγραφο, προκύπτει ότι δεν περιέχεται στην αίτηση αυτή κανένας λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ούτε διατυπώνεται κάποια πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, απορριπτομένης ως απαραδέκτου της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να μην ερευνηθούν και να απορριφθούν, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, και οι εμπροθέσμως ασκηθέντες από 11-2-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του άνω αιτούντος ως απαράδεκτοι. Συνεπώς, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 152/15-10-2010 αίτηση του Β. Κ. του Κ., μετά των από 11-2-2011 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 550,552/6-10-2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, που αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε το άρθρο 111 παρ. 6 ΚΠΔ, έπαυσε η ειδική δωσιδικία των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ με βαθμό ανώτερο του υπαστυνόμου. Τα πλημμελήματα των προσώπων αυτών, που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου μέχρι τη δημοσίευση (23-12-2010) του νόμου αυτού, δικαστηρίου εκδικάζονται από το δικαστήριο αυτό. Κανονισμός κατά το άρθρο 132 παρ 1, 2 από τον Άρειο Πάγο της αρμοδιότητας, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του Εισαγγελέα Εφετών, όταν το Τριμελές Εφετείο, αρνείται την προς τούτο αρμοδιότητα του.
null
null
0
Αριθμός 229/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1)Ε. Σ. του Κ. και 2)Δ. Κ. του Τ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 64101/2-12-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1414/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 289/19-12-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τo άρθρo 132 του Κ.Π.Δ., την συνημμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος: α) του Ε. Κ. Σ. κατοίκου ... δημοσιογράφου για συκοφαντική δυσφήμηση με μέσο τον τύπο πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 9-11-2008 και β) του Δ. Τ. Κ. κατοίκου ... Αστυνόμου Β! για ηθική αυτουργία στην παραπάνω συκοφαντική δυσφήμηση με μέσο τον τύπο και παρ. του α. 232α του ΠΚ. Αυτοί για τις πράξεις τους αυτές παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το οποίο όμως με την 68533/2010 απόφαση του κήρυξε αυτό αναρμόδιο να εκδικάσει τα εγκλήματα αυτά και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 7 του ΚΠΔ και 40 παρ. 2 του Ν. 1481/1984, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του αξιωματικού της ΕΛΑΣ (αστυνόμος Β!). Το Τριμελές Εφετείο που επελήφθη της κατηγορίας αυτής, μετά από αναβολή, με την 10423/9-11-2011 απόφασή του: α) κήρυξε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλη να εκδικάσει τα ίδια εγκλήματα επειδή κατά την άποψή του, σύμφωνα με το α. 111 παρ. 6 του ΚΠΔ όπως αυτό αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε με το α. 10 παρ. 1 του Ν. 3904/23-12-2010, η παραπάνω εξαιρετική αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων καταργήθηκε για τους αξιωματικούς της αστυνομίας από τον βαθμό του υπαστυνόμου και πάνω και β) παρέπεμψε την ίδια υπόθεση και πάλι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Εξαιτίας των δύο αυτών αποφάσεων δημιουργήθηκε αποφατική σύγκρουση καθηκόντων μεταξύ των δύο δικαστηρίων αφού κανένα δεν θεωρεί εαυτό αρμόδιο καθ' ύλη να εκδικάσει τα εγκλήματα αυτά. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του α. 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 17-11-2011 και ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη και μας διαβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το 64101/2-12-2011 έγγραφό του ώστε να αρθεί η παραπάνω αποφατική σύγκρουση των δύο δικαστηρίων. IIΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 132 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο με αίτηση του Εισαγγελέα κάποιου από τα εμπλεκόμενα δικαστήρια εφόσον τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο. Έτσι υπάρχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, σε περίπτωση που το μεν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κηρύσσεται αναρμόδιο και παραπέμπει την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο το δε Τριμελές Εφετείο, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση εξαιτίας της παραπομπής αυτής, επίσης κηρύσσεται αναρμόδιο και παραπέμπει την ίδια υπόθεση και πάλι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή τα δικαστήρια αυτά κηρύσσονται αναρμόδια ως πρωτοβάθμια δικαστήρια και έτσι η εκδίκαση της σχετικής υποθέσεως παραμένει μετέωρη (ΑΠ 1257/2010 , ΑΠ 1718/1995, ΑΠ 1396/2001). Σύμφωνα με το α. 40 παρ. 2 του Ν. 1481/1984 τα πλημμελήματα που αποδίδονται σε αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, που έχουν βαθμό ανώτερο του υπαστυνόμου, εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο δηλ. αυτοί έχουν ειδική δωσιδικία (α. 11 παρ. 7 του ΚΠΔ). Η ειδική αυτή δωσιδικία διατηρήθηκε μέχρις τις 23-12-2010 οπότε με το α. 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010 αναριθμήθηκε και αντ. το α. 111 παρ. 6 του ΚΠΔ και έπαυσε η ειδική αυτή δωσιδικία των αξιωματικών της ΕΛΑΣ με βαθμό ανώτερου του υπαστυνόμου. Τέλος σύμφωνα με το α. 33 παρ. 1 του ίδιου Ν. 3904/2011 υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου μέχρι τις 23-12-2010 δικαστηρίου εκδικάζονται από αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι συκοφαντική δυσφήμηση που αποδίδεται σε αξιωματικό της ΕΛΑΣ και εκκρεμεί πριν τις 23-12-2010 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραμένει στο δικαστήριο αυτό παρά την κατάργηση της ειδικής δωσιδικίας των αξιωματικών της ΕΛΑΣ. Έτσι σε περίπτωση που το Τριμελές Εφετείο που κηρύσσεται αναρμόδιο να εκδικάσει πλημμέλημα αξιωματικού της ΕΛΑΣ, που εκκρεμούσε ενώπιόν του πριν τις 23-12-2010 που ίσχυσε ο παραπάνω Ν. 3904/2010, και παραπέμπει αυτόν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερβαίνει αρνητικά την δικαιοδοσία του. ΙV. Σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ και ΙΙΙ) εκτέθηκαν το Τριμελές Εφετείο παραβίασε ευθέως το α. 33 παρ. 1 του Ν. 3904/2010 και όφειλε να εκδικάσει την παραπάνω υπόθεση και όχι να την παραπέμψει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο αφού αυτή, όταν ίσχυσε ο παραπάνω νόμος, είχε εισαχθεί ενώπιόν του για να την εκδικάσει ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ύστερα από αυτά πρέπει η αρνητική αυτή σύγκρουση αρμοδιότητας των δικαστηρίων αυτών να επιλυθεί με κανονισμό αρμοδιότητας εκ μέρους του Δικαστηρίου Σας το οποίο πρέπει να ορίσει ως αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει την παραπάνω υπόθεση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να οριστεί ως καθ` ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την παραπάνω (Ι) υπόθεση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως αυτή αναφέρεται στο διατακτικό της 10423/2011 αποφάσεώς του. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 132 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο με αίτηση του Εισαγγελέα κάποιου από τα εμπλεκόμενα δικαστήρια εφόσον τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το α. 40 παρ. 2 του Ν. 1481/1984 τα πλημμελήματα που αποδίδονται σε αξιωματικούς της ΕΛΑΣ, που έχουν βαθμό ανώτερο του υπαστυνόμου, εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο δηλ. αυτοί έχουν ειδική δωσιδικία (α.111 παρ. 7 του ΚΠΔ). Η ειδική αυτή δωσιδικία διατηρήθηκε μέχρις τις 23-12-2010 οπότε με το α. 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010 αναριθμήθηκε και αντ. το α. 111 παρ. 6 του ΚΠΔ και έπαυσε η ειδική αυτή δωσιδικία των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ με βαθμό ανώτερου του υπαστυνόμου. Τέλος σύμφωνα με το α.33 παρ. 1 του ίδιου Ν. 3904/2011 υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου μέχρι τις 23-12-2010 δικαστηρίου εκδικάζονται από αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι συκοφαντική δυσφήμηση που αποδίδεται σε αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ και εκκρεμεί πριν τις 23-12-2010 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραμένει στο δικαστήριο αυτό παρά την κατάργηση της ειδικής δωσιδικίας των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. Κατά συνέπεια, όταν το Τριμελές Εφετείο στην περίπτωση αυτή κηρύσσεται αναρμόδιο να εκδικάσει πλημμέλημα αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ, που εκκρεμούσε ενώπιόν του πριν από τις 23-12-2010, υπερβαίνει αρνητικά τη δικαιοδοσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την 10.423/9-11-2011 απόφασή του, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθύλην να εκδικάσει τις σε βάρος των: 1) Ε. Σ. και 2) Δ. Κ., Αστυνομικού Υποδιευθυντή της ΕΛ.ΑΣ, κατηγορίες, για, α) συκοφαντική δυσφήμηση με μέσο τον τύπο, σε βάρος του πρώτου, β) αυτουργία στην προηγούμενη πράξη και γ) μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή δικαστηρίου με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη και παράλειψη, σε βάρος του δευτέρου (άρθρα 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 232Α παρ. 1, 362 - 363 Π.Κ., 2 παρ. 1 46, 47 ΑΝ 86/67) και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα υπολαμβάνοντας ότι, μετά την, με το άρθρο 10 του νόμου 3904/2010, που δημοσιεύθηκε στις 23-12-2010, κατάργηση της υπαγωγής και των, με το άρθρο 40 παρ.2 Ν.1481/1984, πλημμελημάτων των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ στην ειδική δωσιδικία του αρθρ.111 παρ.7 ΚΠΔ έπρεπε η υπόθεση, ως εκκρεμής, να παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημ/κείο. Όμως, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του αρθρ.31 παρ.1 του αυτού Ν.(3904/2010), οι υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου, μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, δικαστηρίου, εκδικάζονται από το ίδιο. Κατόπιν αυτών, η αρνητική αυτή σύγκρουση αρμοδιότητας των δικαστηρίων αυτών, πρέπει να επιλυθεί με κανονισμό αρμοδιότητας από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο θα ορίσει ως αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει την παραπάνω υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Ορίζει ως καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο πρός εκδίκαση της υπόθεσης που αναφέρεται στο διατακτικό της 10.423/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών και παραπέμπει την άνω υπόθεση πρός εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, που αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε το άρθρο 111 παρ. 6 ΚΠΔ, έπαυσε η ειδική δωσιδικία των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ με βαθμό ανώτερο του υπαστυνόμου. Τα πλημμελήματα των προσώπων αυτών, που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου μέχρι τη δημοσίευση (23-12-2010) του νόμου αυτού, δικαστηρίου εκδικάζονται από το δικαστήριο αυτό. Κανονισμός κατά το άρθρο 132 παρ 1, 2 από τον Άρειο Πάγο της αρμοδιότητας, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του Εισαγγελέα Εφετών, όταν το Τριμελές Εφετείο, αρνείται την προς τούτο αρμοδιότητα του.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 225/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θωμάκο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1688/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1594/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 49/18-2-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " Εισάγων, ενώπιόν Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α Κ.Π.Δ., την με αριθμ. 152/26-11-10 αίτηση αναίρεσης του Ν. Α. Η., κατοίκου ..., ασκηθείσα διά της πληρεξουσίου του δικηγόρου Ευγενίας Μυλωνά, κατόπιν της από 18/11/2010 νομοτύπου εξουσιοδότησης, κατά του με αριθμό 1688/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί ως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου -όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003-, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαράδεκτου, γίνεται με βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως απαράδεκτη, την με αριθμό 133/10 έφεση του αναιρεσείοντος κατά το σκέλος που αυτή στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 33554/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που συμπλήρωσε το διατακτικό της υπ' αριθμ. 85327/2009 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, "ως προς τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν την πράξη για την οποία ο ως άνω κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και δη τα άρθρα 374 περ. ε' Π.Κ. σε συνδ. με άρθρο 372 Π.Κ.", αλλά και κατά το σκέλος που αυτή στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 85327/11-12-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (αυτοτελώς), με την οποία αυτό "κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να δικαστεί ως υπαίτιος διακεκριμένης κλοπής (κακούργημα), όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό". Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν προβλέπεται από το νόμο, όπως εκτίθεται παραπάνω. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-2, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με άρθρο 55§1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το άρθρο 3§3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμ. 152/26-11-10 αίτηση αναίρεσης, του Ν. Α. Η., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1688/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. (Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 18/2/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 26-11-2010 αίτηση αναίρεσης και ζήτησε να κριθεί ότι είναι παραδεκτή. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 του ν. 3904/2010, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, λόγο ανώτερης βίας αποτελεί, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠΔ, αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, που έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μη κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της ασκήσεως αναιρέσεως του Ν. Η. κατά του υπ' αριθμ. 1688/2010, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προέκυψε ότι η εκ των μελών της παρούσας συνθέσεως Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτης, η οποία ορίσθηκε Εισηγήτρια της υποθέσεως, μετέσχε ως Πρόεδρος στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Μετά από αυτά, ενόψει της εκφρασθείσας γνώμης του ως άνω μέλους του Δικαστηρίου και των προαναπτυχθέντων, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στη οποία δεν θα συμμετάσχει η ανωτέρω κωλυόμενη Αρεοπαγίτης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετάσχει η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετάσχει η κωλυομένη Αρεοπαγίτης.
Δικαστηρίου σύνθεση
Αναβολή συζήτησης, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 197/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2735/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1217/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου με αριθμό 2/9-1-12, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 31/30-9-2011 έκθεση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2735/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 31/30-9-2011 αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. 2735/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την υπ' αριθμ. 365/15-10-2010 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 2639/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, το περιουσιακό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως όμως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 34γ του Ν. 3904/2010 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που παρείχε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: " α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ...". Συνεπώς, αφού δεν προβλέπεται πλέον το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του παραπάνω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 31/2011 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Κ. Τ., κατά του υπ' αριθμ. 2735/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, καταργήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχ. γ' Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23 Δεκεμβρίου 2010. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο, ή με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα από 30 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης κατά του 2735/15-9-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε την, από 15.10.2010, έφεση του κατηγορουμένου κατά του 2639/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για αν δικαστεί ως υπαίτιος του κακουργήματος (απάτης κατ' εξακολούθηση, το περιουσιακό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ), πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30 Σεπτεμβρίου 2011 (αρ. εκθέσεως 31/2011) αίτηση του κατηγορούμενου Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2735/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που απέρριψε έφεση του κατηγορουμένου, που παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ, από το άρθρο 34 στοιχ. Γ΄ Ν. 3904/2010. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 197/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα και την Αθήνα, αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Μαρίνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 3. Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 10-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 1164/11-8-2010, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., και 10346/21-7-2010 και 10469/10-8-2010, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., εκθέσεις επιδόσεως, τις οποίες το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται, σε συνδυασμό με τα επίσης προσκομιζόμενα από 4-9-2010 και 5-9-2010 φύλλα των εφημερίδων Αθηνών και "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ" και "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", που υποδείχθηκαν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον τρίτο αναιρεσίβλητιο, που είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 134 παρ. 1, 135 παρ. 1 και 136 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 140/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως. Ως προς τον δεύτερο, ειδικότερα, αναιρεσίβλητο ..., του οποίου το πατρώνυμο εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο ως "Ε." αντί του αληθούς "Ν.", όπως τούτο προκύπτει από τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, αλλά και τα έγγραφα της ένδικης απαλλοτρίωσης, σημειώνεται ότι έχει κληθεί με τα αληθή στοιχεία της ταυτότητάς του, ήτοι ως Γ. Κ. του Ν., σύμφωνα με τη δεύτερη, ως ανωτέρω, έκθεση επιδόσεως. ΙΙ. Η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, δεν έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αφού δεν πρόκειται για παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (χαρακτηρισμός τμήματος ακινήτου ως αυτοαποζημιούμενου κ.λ.π. λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας), οι εκ της οποίας άλλωστε (παράνομης πράξης κ.π.λ.) διαφορές θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 13/1992), αλλά για νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/77 και 33 του ν. 2971/01, ενέργεια των οργάνων του δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημιώσεως που κατ' εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία. Επομένως η αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολομ.ΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της έκτασής του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα). Αλλά, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑ), που εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ίδιου ν. 2882/2001, και έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο αυτό νόμο (2882/2001), όπως εν προκειμένω, και κατά την οποία διάταξη (10 παρ. 1 ν. 2882/2001) μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, η παραγραφή της ένδικης αποζημίωσης, υποκείμενη στις προμνησθείσες (τελευταίες) διατάξεις, προφανώς δεν έχει παραγραφεί, αφού από τον χρόνο της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (30-1-2001) και την κατάληψη του ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής (επίδοση στο αναιρεσείον την 19-7-2005) δεν έχει συμπληρωθεί η προαναφερθείσα (δεκαετής) παραγραφή. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της παραγραφής που υπό την επίκληση των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 είχε προβάλει το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο κατά της αξιώσεως προς αποζημίωση την οποία είχαν ασκήσει με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι για την αναφερόμενη έκτασή τους που είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά το έτος 1999 και η οποία είχε χαρακτηρισθεί στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενη κατ' εφαρμογήν του ειρημένου τεκμηρίου της ωφέλειας, του οποίου την ανατροπή είχαν ζητήσει οι αναιρεσίβλητοι επίσης με την ένδικη αγωγή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ και 90 παρ. 1 του ν. 2362, οι οποίες και δεν ήταν πράγματι εφαρμοστέες εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειώνεται ότι το εν μέρει λανθασμένο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το οποίο πρόκειται μεν για αποζημίωση εξ απαλλοτριώσεως, υποκείμενη όμως στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/95, που αρχίζει από την συζήτηση της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 143/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το διατακτικό της απόφασης αυτής (απόρριψη ενστάσεως παραγραφής) είναι ορθό, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή δεδικασμένου (άρθρ. 578 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, λόγω της προαναφερθείσης ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων και της μη υποβολής από αυτούς σχετικού αιτήματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-6-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαλλοτρίωση αναγκαστική. Αποζημίωση για τμήμα απαλλοτριωθέντος ακινήτου που χαρακτηρίστηκε ως αυτοαποζημιούμενο κατ’ εφαρμογήν του τεκμηρίου ωφελείας που ανατράπηκε. Πρόκειται για αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση και όχι από αδικοπραξία του άρθρου 105 του Εισ.Ν Α.Κ. Πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση (χρόνος και έναρξη της παραγραφής). Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά Εφ. Πατρ. 140/2009.
null
null
0
Αριθμός 195/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαχνάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1048/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1066/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 1 έως 3 ΠΚ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αυτή, αναστέλλεται όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία, αλλ' όχι περισσότερο από τρία χρόνια. Εξάλλου από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 στοιχ. β, 511 και 514 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, πρέπει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστική την ποινική δίωξη, αρκεί να είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης και να περιέχει ένα, τουλάχιστον, παραδεκτό λόγο αναίρεσες. Τέλος κατά το άρθρο 17 ΠΚ, ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος, κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα. Ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης είναι αναγκαίος, εκτός άλλων και για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής, όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, διαφορετικά η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει να αναιρείται κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον μέρος, πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη είναι νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Greta Ecophoenix Waste Mgt a Rcycling LTD" που εδρεύει στην Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου ... . Η ως άνω εταιρεία μίσθωσε από το έτος 2004 ένα τμήμα εμβαδού 10.080 τ.μ.μ οικοπέδου, συνολικής έκτασης 35.407 τ.μ., πρώην ιδιοκτησίας ΕΤΒΑ και από 22-4-2005 ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "Γ. Σ. Ανώνυμος Εμπορική ... Ξενοδοχειακή Εταιρεία", που εδρεύει στο Ηράκλειο. Η κατηγορουμένη, στον ως άνω τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως το μήνα Οκτώβριο 2006, είχε προβεί, με την ως άνω ιδιότητά της, στη συλλογή χαρτικών και πλαστικών σε εκατοντάδες τόνους, τα οποία δημιούργησαν ανθυγιεινές και αντιαισθητικές καταστάσεις, όπως εστίες προσέλκυσης και ανάπτυξης εντόμων και τρωκτικών, ικανών να μεταδώσουν μολυσματικές ασθένειες, οπτική ρύπανση, κίνδυνο διασποράς των χαρτικών από ισχυρούς ανέμους και ρύπανση εδάφους και υπόγειων νερών. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη για την πράξη της ρύπανσης του περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση αναφορικά με τη συλλογή χαρτικών και πλαστικών σε εκατοντάδες τόνους". Η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα έχει το χαρακτήρα πλημμελήματος (ΠΚ 98, Ν. 1650/1986 28 παρ.1α), φέρεται δε ότι έχει τελεστεί, όπως προαναφέρθηκε, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά το, από το έτος 2004 έως το μήνα Οκτώβριο 2006, χρονικό διάστημα, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, κατά χρόνο, των μερικότερων πράξεων. Ο προσδιορισμός, όμως, αυτός είναι αναγκαίος, προκειμένου να κριθεί, αν μέχρι τη διάσκεψη επί της αίτησης αναίρεσης (24-1-2012) έχει συμπληρωθεί ο οκταετής χρόνος παραγραφής και αναστολής της και ειδικότερα αν για μερικότερες πράξεις του από 1-1-2004, που κάθε έτος αρχίζει, μέχρι 24-1-2012 χρονικού διαστήματος έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος της ένδικης αίτησης, η οποία μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 1048/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για ρύπανση του περιβάλλοντος, κατ’ εξακολούθηση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης των μερικότερων πράξεων, είναι βάσιμος. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
Περιβαλλοντος ρύπανση
Αναιρέσεως παραδοχή, Περιβαλλοντος ρύπανση.
0
Αριθμός 194/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο, για αναίρεση της υπ'αριθ.10378/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Α. του Α. και πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Τ. του Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 280/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των αρ.28 και 314 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια μη συνειδητή απαιτείται να διαπιστωθεί ότι δεν καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική. Ότι αυτός μπορούσε, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός του ή της υπηρεσίας του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Εξ άλλου, από το αρ.15 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι όταν πρόκειται για έγκλημα, που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του αρ.28 του ΠΚ, αλλά και να είχε ο υπαίτιος ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμων ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποίαν δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, Α. Π. (δεύτερος κατηγορούμενος), προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο τον καταδίκασε χωρίς την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αποτελεί τον κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του αυτού Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι δεν εξηγείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, ο αιτιώδης σύνδεσμος της παράλειψής του να υποβάλλει ως διαχειριστής νέα μελέτη για τον ανελκυστήρα, λόγω μετατροπών αυτού κατά το έτος 1997 (δηλ.σε χρόνο που δεν είχε ακόμη αναλάβει καθήκοντα διαχειριστή της πολυκατοικίας, καθόσον τέτοια καθήκοντα ανέλαβε το μήνα Οκτώβριο έτους 1999) ώστε να εγκριθεί η μελέτη από το Τμήμα Βιομηχανίας της αρμόδιας Νομαρχίας και του επελθόντος αποτελέσματος το έτος 2004, δηλαδή, της πτώσης του ανελκυστήρα και του τραυματισμού της παθούσας και πολιτικώς ενάγουσας, Μ. Τ.. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 10.378/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πλειοψηφία, κατά λέξη, τα εξής: Οι κατηγορούμενοι, από τους οποίους ο πρώτος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη: "Στην Αθήνα, την 12-10-2004, ως υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη προσοχή, από αμέλεια τους, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του. Ειδικότερα, τυγχάνοντες ο μεν 1ος Σ. Α., ιδιοκτήτης της εταιρείας "..." που είχε αναλάβει τη μηνιαία συντήρηση του ηλεκτροκίνητου ανελκυστήρα της πολυκατοικίας στην οδό ..., με υπεύθυνο τεχνίτη της εταιρείας συντήρησης τον Κ. Ρ., ως προς τον οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω θανάτου, και ο δεύτερος Α. Π., διαχειριστής της πολυκατοικίας, ο μεν 1ος κατά την μηνιαία συντήρηση του ανελκυστήρα στις 23-9-2004, οπότε και πιστοποίησε δια του Κ. Ρ. για τελευταία φορά τη σωστή και ασφαλή λειτουργία αυτού, δεν προέβη στον ενδελεχή έλεγχο και δεν εκτέλεσε τις απαιτούμενες ενέργειες συντηρήσεως του ανελκυστήρα και δεν διαπίστωσε ότι στον ένα κώνο του θαλάμου, του οποίου η ανάρτηση αυτού, γινόταν με δύο συρματόσκοινα διαμέτρου 10mm, μέσω πρόσδεσης με τη βοήθεια χυτών κώνων, ότι στον ένα κώνο δεν είχε γίνει εξ αρχής σωστή πρόσδεση του συρματόσχοινου με συνέπεια, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, το συρματόσχοινο να χαλαρώσει και να μη συμμετέχει στις καταπονήσεις των φορτίων, με συνέπεια την πλημμελή λειτουργία του πρώτου κώνου και υπερφόρτωση του άλλου κώνου, ο δε από αυτούς, διαχειριστής της πολυκατοικίας, αν και είχε αντικατασταθεί ο πίνακας χειρισμού του ανελκυστήρα, η μηχανή, ο οροφοδιαλογέας και τα συρματόσχοινα, δεν υπέβαλε νέα μελέτη του ανελκυστήρα στην αρμόδια υπηρεσία Βιομηχανίας της Νομαρχίας για έγκριση, καθόσον έγινε σημαντική μετατροπή στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα, επιτρέποντας έτσι τη λειτουργία του χωρίς έγκριση της άνω υπηρεσίας, με αποτέλεσμα, όταν η παθούσα Μ. Τ. εισήλθε στο θάλαμο του ανελκυστήρα, στο ισόγειο της πολυκατοικίας για τη μεταφορά καφέδων στους ενοίκους, κατά την ανοδική κίνηση του ανελκυστήρα στο ύψος περίπου του μεσοδιαστήματος μεταξύ 3ου και 4ου ορόφου, ο θάλαμος να σταμάτησει αιωρούμενος και κλυδωνιζόμενος με έντονους κραδασμούς και ακολούθως να πέσει απότομα και στο ύψος περίπου του πρώτου θαλάμου να αποσυνδεθεί από τα μέσα ανάρτησης, (κώνοι ανάρτησης και συρματόσχοινα) και να πέσει μέχρι τις επικαθήσεις στον πυθμένα του φρεατίου και από την αιτία αυτή να τραυματιστεί η άνω παθούσα, η οποία έπαθε ρήξη σπλήνας, πνευμονική θλάση, αιμοθώρακας, κάταγμα ωλέκρανου αριστερα, κάταγμα κνήμης-περόνης δεξιά, κάταγμα ιερού οστού, κάταγμα 01-02 χωρίς νευρολογική σημειολογία. Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στην κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης, η οποία λέγει ότι "Η τελευταία συντήρηση είχε γίνει το 2001. Μετά παρουσίασαν ένα χαρτί αλλά είχε βγεί την ίδια μέρα με το ατύχημα .....Σπούδαζα πολιτικός μηχανικός και δεν μπορώ να δουλέψω στα εργοτάξια, έχω μόνιμη βλάβη στην κύστη μου, έχω παντού σημάδια, έχω μόνιμα κλειστοφοβία και υψοφοβία. Ο διαχειριστής έπρεπε να είχε μεριμνήσει για την συντήρηση γιατί είναι στα καθήκοντα του η σωστή λειτουργία του κτιρίου και ήξερε ότι δεν πήγαινε ο συντηρητής και ότι δεν υπήρχε το κουμπί του κινδύνου. Τα συρματοπλέγματα δεν φαινόντουσαν αλλά έβλεπε την κακή κατάσταση του ασανσέρ. Καρτέλες για την συντήρηση δεν υπήρχαν. Στην τελευταία καρτέλα που εμφάνισαν δεν φαίνεται αν έχουν γίνει εργασίες συντήρησης" [Μ. Τ., βλ. ανωτέρω σελ. 3 πρακτικών] καταθέτοντας δε η ίδια [πολιτικώς ενάγουσα] ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λέγει "Εγώ έπαθα πολλά, μου αφαιρέθηκε η σπλήνα, ο πνεύμονας είχε τραυματιστεί, το χέρι μου έσπασε, έσπασα σπονδύλους και το ιερό οστό και από τον τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης έχω πρόβλημα νευρικής φύσεως. Ήμουν 23 χρόνων, ότι είχα τελειώσει τη σχολή μου,-,και ο διαχ/στής ήταν υπεύθυνος. Εγώ κουμπί κινδύνου δεν είδα" [σελ. 5 πρακτικών της εκκαλουμένης υπ'αριθμ.31100/2009 αποφάσεως, νομίμως αναγνωσθείσης, ως άνω], μη αναιρουμένη από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, με την οποίαν ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι "τα καθήκοντα μου ήταν οι λογιστικές εργασίες, να πληρώνω την θυρωρό και τα άλλα έξοδα του κτιρίου" [σελ-. 6 πρακτικών]. Η ευθύνη των κατηγορουμένων και όσον αφορά ειδικότερα τον παρόντα κατηγορούμενο (διαχειριστή του εξαωρόφου κτιρίου επί της οδού ...), ο οποίος δεν υπέβαλε προς έγκριση νέα μελέτη του ανελκυστήρα στην αρμόδια υπηρεσία Βιομηχανίας της Νομαρχίας, παρά το ότι έγινε σημαντική μετατροπή στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα και επέτρεπε επί μακρό χρονικό διάστημα την λειτουργία αυτού χωρίς την έγκριση της ανωτέρω υπηρεσίας, πράγμα (δηλ. η υποβολή και έγκριση νέας μελέτης) που οδηγούσε, κατά την κοινήν εμπειρία και λογική, στην πρόληψη ταυ επιδίκου ατυχήματος, μη οριοθετουμένων των καθηκόντων αυτού σε λογιστικές απλώς εργασίες και πληρωμή των τρεχόντων εξόδων, ως ισχυρίζεται προς απόσταση της ευθύνης του, τεκμηριώνεται και από την 30-11-2004 έκθεση ελέγχου ανελκυστήρα [νομίμως αναγνωσθείσα], που διενήργησαν οι Η. Θ., Ε. Δ. και Α. Χ., μέλη του συγκροτηθέντος δια της υπ'αριθμ.2693/10-3-2004 αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών οργάνου ελέγχου ανελκυστήρων, στην οποίαν αναφέρεται ότι "το 1997 είχαν αντικατασταθεί: ο πίνακας χειρισμού του ανελκυστήρα, η μηχανή, ο οροφοδιαλογέας και τα συρματόσχοινα. Δεν υποβλήθηκε για έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία Βιομηχανίας της Νομαρχίας νέα μελέτη του ανελκυστήρα (όπως προέβλεπε η τότε ισχύουσα νομοθεσία, καθόσον έγινε σημαντική μετατροπή στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα) πριν ο αρμόδιας εγκαταστάτης προβεί στην αντικατάσταση των ανωτέρω. Η συντήρηση του ανελκυστήρα δεν γινόταν κανονικά. Συγκεκριμένα ο υπεύθυνος συντηρητής κ. Σ. Α. δεν είχε συντηρήσει τον ανελκυστήρα από την 29-8-01, όπως προκύπτει από τις καρτέλες συντήρησης που μας επιδείχθηκαν. Ενόψει αυτών, οι κατηγορούμενοι - και ως προς τον δεύτερο εξ αυτών (Α. Π.) κατά πλειοψηφίαν - πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανωτέρω πράξεως [σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υποχρεου, αρθρ. 26 § 1β, 28, 314 § 1α, 315 § 1β' ΠΚ], κατά το διατακτικό." Με τις παραδοχές όμως αυτές το Τριμελές Πλημ/κείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν διαλαμβάνεται σε αυτή ότι η ευθύνη του αναιρεσείοντος για το επελθόν ατύχημα στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτός, ως διαχειριστής της πολυκατοικίας παρέλειψε να υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια Υπηρεσία της οικείας Νομαρχίας τη νέα μελέτη του ανελκυστήρα και ειδικότερα, το δικάσαν Δικαστήριο δεν αιτιολογεί στην προσβαλλόμενη απόφασή του τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στις παραλείψεις του αναιρεσείοντος, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας από το μήνα Οκτώβριο έτους 1999 (υποβολή νέας μελέτης για τον ανελκυστήρα λόγω μετατροπών αυτού το έτος 1997, ώστε να εγκριθεί η νέα μελέτη από το αρμόδιο Τμήμα Βιομηχανίας της άνω Νομαρχίας) και του επελθόντος κατά το έτος 2004 αποτελέσματος (πτώση του ανελκυστήρα και τραυματισμός της ευρισκόμενης μέσα σε αυτόν παθούσας), αφού δεν αναφέρει ότι η έγκριση των μετατροπών του ανελκυστήρα, θα απέτρεπε το άνω ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός από το αρθ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά ταύτα παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της αιτήσεως (αφού αυτός προβάλλεται αόριστα), πρέπει να γίνει δεκτή κρινομένη αίτηση ν'αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρ.519 ΚΠΔ). Δεν θα επεκταθεί όμως το αποτέλεσμα αυτό στον πρώτο κατηγορούμενο, που δεν άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, διότι ο άνω λόγος της αιτήσεως, αφορά παραβάσεις που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου, που άσκησε το άνω ένδικο μέσο (ΚΠΔ 469). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ.10.378/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια, από υπόχρεο. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι το δικάσαν Εφετείο δεν αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στις παραλείψεις του διαχειριστή πολυκατοικίας, που δεν υπέβαλε νέα μελέτη προς έγκριση για τον ανελκυστήρα στο αρμόδιο τμήμα βιομηχανίας της οικείας Νομαρχίας, λόγω μετατροπών αυτού (ανελκυστήρα), που είχαν γίνει σε χρονικό διάστημα, προτού αναλάβει αυτός καθήκοντα ως διαχειριστής και του επελθόντος αποτελέσματος της πτώσης του αναλκυστήρα και του τραυματισμού της χρησιμοποιήσασας και ευρισκομένης μέσα σε αυτόν, παθούσας, καθώς επίσης ότι η έγκριση των μετατροπών του ανελκυστήρα, θα απέτρεπε το άνω ατύχημα. Δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχε. Δ΄ ΚΠΔ, λόγος της αίτησης, ως βάσιμος – Αναιρεί την άνω απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
Σωματική βλάβη από αμέλεια
Αναιρέσεως παραδοχή, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011 , με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη περί αναιρέσεως της με αριθμό 30862/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ. 1 Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικό από αυτά που αναγράφονται στό στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο. σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υπόστασης και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, "προστέθηκε διάταξη κατά την οποία "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στό σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική άξια των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία, όμως, αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ, και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πώς λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η1 της παρ 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, προ της ισχύος του νόμου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ν' αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 30862/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Κ. Ρ. διατηρούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών "καλωδιώσεις και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και χονδρικό εμπόριο επαγγελματικού ηλεκτρολογικού υλικού" με έδρα επί της οδού ... στον Ταύρο, για την οποία είχε κάνει δήλωση έναρξης εργασιών στη ΔΟΥ ΙΣΤ' Αθηνών, είχε θεωρήσει βιβλία και στοιχεία και είχε υποβάλει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 1999 και 2000 και ΦΠΑ οικονομικών ετών 1998 και 1999. Το έτος 1998 ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του εννέα τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, τα οποία είχε εκδώσει η επιχείρηση του Γ. Χ., ήτοι τα με αριθμούς 1) 50/6.11.1998 ποσού 9.057.400 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.630.332 δρχ., 2) 53/13.11.1998 ποσού 14.874.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.677.320, 3) 55/20.11.1998 ποσού 14.505.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.610.900 δρχ., 4) 57/27.11.1998 ποσού 14.620.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.631.600 δρχ., 5) 59/1.12.1998 ποσού 8.484.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.527.120 δρχ., 6) 61/10.12.1998 ποσού 13.610.800 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.449.944 δρχ., 7) 63/17.12.1998 ποσού 7.547.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.358.460 δρχ., 8) 65/23.12.1998 ποσού 13.235.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.382.300 δρχ. και, 9) 67/31.12.1998 ποσού 5.660.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.018.800 δρχ., ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 101.593.200 δρχ. (ή το αντίστοιχο 298.145,85 ευρώ) πλέον ΦΠΑ, ενώ το έτος 1999 αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του δέκα πέντε τιμολόγια πώλησης με τα αντίστοιχα δελτία, αποστολής, τα οποία είχε εκδώσει η επιχείρηση του Α. Η., ήτοι τα με αριθμούς 1) 17/2.9.1999 ποσού 4.880.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 878.400 δρχ., 2) 18/6.9.1999 ποσού 2.800.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 504.000 δρχ., 3) 21/8.9.1999 ποσού 8.250.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.485.000 δρχ., 4) 25/13.9.1999 ποσού 5.130.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 923.400 δρχ., 5) 28/16.9.1999 ποσού 6.476.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.165.680 δρχ., 6) 31/20.9.1999 ποσού 3.648.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 656.640 δρχ., 7) 34/22.9.1999 ποσού 2.739.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 493.020 δρχ., 8) 36/24.9.1999 ποσού 8.500.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.530.000 δρχ., 9) 39/27.9.1999 ποσού 2.443.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 439.740 δρχ., 10) 42/30.9.1999 ποσού 4.810.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 865.800 δρχ., 11) 45/4.10.1999 ποσού 3.400.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 612.000 δρχ., 12) 48/6.10.1999 ποσού 9.507.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.711.260 δρχ., 13) 52/11.10.1999 ποσού 5.800.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.044.000 δρχ., 14) 66/13.10.1999 ποσού 6.100.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.098.000 δρχ. και, 15) 69/15.10.1999 ποσού 3.554.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 639.720 δρχ., ήτοι συνολικής καθαρής αξίας 78.037.000 δρχ. (ή το αντίστοιχο 229.015,40 ευρώ) πλέον ΦΠΑ, για συναλλαγές που δήθεν είχε πραγματοποιήσει με τις παραπάνω επιχειρήσεις, για προμήθεια ηλεκτρολογικού υλικού, οι οποίες συναλλαγές, όμως, ήταν εικονικές και δεν είχαν πραγματοποιηθεί με τις παραπάνω επιχειρήσεις, διότι η μεν επιχείρηση του Α. Η., η οποία είχε κάνει έναρξη εργασιών με αντικείμενο χονδρικό εμπόριο τροφίμων και δευτερεύουσα δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο αλκ00λούχων και μη ποτών, ήτοι αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, χωρίς να έχει δηλώσει ποτέ μεταβολή της δραστηριότητας της, ήταν ανύπαρκτη, κατά τον έλεγχο δεν βρέθηκε ο παραπάνω στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ως έδρα της επιχείρησης του, ούτε τον γνώριζε κανείς, δεν είχε θεωρήσει ποτέ βιβλία και στοιχεία, δεν υπέβαλε ποτέ δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ούτε εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ και θεωρείται ανύπαρκτο φορολογικά πρόσωπο, ενώ η επιχείρηση του Γ. Χ., η οποία είχε κάνει έναρξη εργασιών με αντικείμενο οικοδομικές και χωματουργικές εργασίες με έδρα επί της οδού ... στην Καλλιθέα και λειτουργούσε υποκατάστημα επί της οδού ... στην Αθήνα με αντικείμενο διαφημίσεις-τηλεοπτικές κινηματογραφικές παραγωγές φιλμ, βίντεο κλπ. και δεύτερο υποκατάστημα στην οδό ... στον Αγ. Ιωάννη Ρέντη με αντικείμενο την εμπορία οικοδομικών και συναφών υλικών, ήτοι αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, δεν λειτούργησε πραγματικά στην έδρα. ή τα υποκαταστήματα που είχε δηλώσει, ο παραπάνω ήταν ανύπαρκτο φορολογικά πρόσωπο και δεν βρέθηκε κατά τον έλεγχο, δεν κατέβαλε τα ποσά που υποχρεούτο και τα φορολογικά στοιχεία που εξέδιδε ήταν πλαστά και δεν είχαν θεωρηθεί ποτέ από την αρμόδια ΔΟΥ. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία του τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, γνώριζε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει τις παραπάνω συναλλαγές με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, που δεν είχαν τη δυνατότητα να του πωλήσουν τα αναφερόμενα στα προαναφερόμενα τιμολόγια πώλησης εμπορεύματα και, επομένως, ήταν εικονικά. Τα παραπάνω διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε με την από 4/10/20Ο4 εντολή ελέγχου από υπαλλήλους της ΣΤ' ΔΟΥ Αττικής, η δε συνταχθείσα έκθεση ελέγχου θεωρήθηκε στις 11/3/2005, οπότε αρχίζει η παραγραφή του αδικήματος της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για την οποία πρέπει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 ΠΚ, 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων αποδέχθηκε τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν συναλλαγές, οι οποίες ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους, είναι σαφείς, ενόψει του ότι οι εκδότριες των τιμολογίων επιχειρήσεις των Γ. Χ. και Α. Η. είχαν διαφορετικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα η μεν επιχείρηση του Γ. Χ. είχε ως αντικείμενο οικοδομικές και χωματουργικές εργασίες, διαφημίσεις, τηλεοπτικές κινηματογραφικές παραγωγές, η δε επιχείρηση του Α. Η. είχε αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο τροφίμων και δευτερεύουσα δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο αλκολούχων και μη ποτών, δηλαδή και οι δύο επιχειρήσεις είχαν αντικείμενο διαφορετικό από την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, που αφορούσε τα ένδικα τιμολόγια. Ακριβώς οι ίδιες παραδοχές διαλαμβάνονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, ως προς αυτό το σημείο, ουδεμία παρατηρείται αντίφαση. Οι παραδοχές, εξάλλου, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ότι οι επιχειρήσεις των Α. Η. και Γ. Χ. είχαν κάνει έναρξη των εργασιών τους, ουδόλως έρχονται σε αντίφαση με την παραδοχή αυτής ότι ήταν ανύπαρκτα φορολογικώς πρόσωπα, αφού γίνεται δεκτό ότι στην πραγματικότητα οι εν λόγω επιχειρήσεις ουδέποτε λειτούργησαν. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με την παραδοχή της απόφασης ότι χρόνος τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος είναι η 5.5.2004, δηλαδή η ημερομηνία θεώρησης της έκθεσης ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΤ' ΔΟΥ Αθηνών, και κατά συνέπεια η παραγραφή τούτου άρχιζε από την προδιαληφθείσα ημερομηνία, και όχι ο χρόνος έκδοσης των εικονικών φορολογικών στοιχείων (6.11.1998 έως 15.10.1999), που ο αναιρεσείων υποστηρίζει και κατ' αυτόν έδει να παύσει οριστικά η κατ' αυτού για το προδιαληφθέν έγκλημα ασκηθείσα ποινική δίωξη, δοθέντος ότι το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα στις 19.5.2006, δηλαδή μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 και δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' συναφείς λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 και 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001 και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 4 Ιουλίου 2011, αίτηση του Κ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 30862/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997 (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων). Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικών με την ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αναφορικά και με την παραγραφή, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 192/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθαναάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό περί αναιρέσεως της με αριθμό 3638/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2011 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη, δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21Α')". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το όρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρο ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων όρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμα τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμα τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου "τζόγου", και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η του αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη η του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ, 1 δ, 2 και 4 του Ν,3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφασή του κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι παρακάτω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανο-μένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21,9.1999, C-124/97, Lauder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacinal de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεως τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι παραπάνω παραπομπές). Όλες τις πιο πάνω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγόρευσης διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Ούτε η C-65/2005 απόφαση του ΔΕΚ έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και οι οποίες αφορούν, όπως προαναφέρθηκε, τη διενέργεια, δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών τυχερών παιγνίων. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 Ν. 3037/2002 και το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 παρ. 16 Ν. 4002/2011. Η καταδικαστική απόφαση έχει, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το, σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είχε στην ιδιοκτησία του και εκμεταλλευόταν εμπορικά ο ίδιος κατά το έτος 2005, το επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη κατάστημα (καφετέρια), με το διακριτικό τίτλο "SALA PALACE". Στις 11/11/2005 περί ώρα 20.00 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος, υπό την άνω ιδιότητα του, είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού, εκτός άλλων και δέκα (10) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνδεδεμένους με κεντρική μονάδα ελεγχόμενη από τον διευθυντή του καταστήματος Σ. Π., στους οποίους παιζόταν από αντίστοιχους παίκτες το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο ένα χρηματικό ποσό και αυτός του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή, για να παίξει το παιγνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια - ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα, μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντας τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιχνιδιού, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι παραπάνω που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημα του, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή η παρουσία των αστυνομικών, με τον κεντρικό υπολογιστή (που ήταν συνδεδεμένοι όλοι οι υπολογιστές) και χειριζόταν ο άνω διευθυντής του καταστήματος, άλλαξαν οι ενδείξεις στις οθόνες, στις οποίες όμως οι αστυνομικοί είχαν προλάβει να δουν, προηγουμένως, ότι διενεργείτο το άνω απαγορευμένο τυχηρό παιγνίδι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ.1 του Ν. 3037/2002, έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης "όπως κρίθηκε με την C-615/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26/10/2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκατάστασης και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998". Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η άνω C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, δια μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τυχηρών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1ΒΔ 19/1971 (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 1547/2009 Δημ. Νόμος)". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παράβασης των άρθρων 1 δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 ΠΚ, 1δ', 2 παρ. 1, και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτή, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων εκμεταλλευόταν εμπορικά ο ίδιος, κατά το έτος 2005, το επί της οδού... κατάστημα (καφετέρια) της ιδιοκτησίας του, με το διακριτικό τίτλο "SALA PALACE", και δεδομένου ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, όπως προαναφέρθηκε, επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ουδεμία, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται, αντίφαση ή ασάφεια συντρέχει από το γεγονός ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης ο κατηγορούμενος αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του προδιαληφθέντος καταστήματος, και όχι, όπως ο νόμος απαιτεί, ως εκμεταλλευτής τούτου. Επίσης, ορθώς έκρινε ότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο, αφού, όπως ειπώθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα παραπάνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την παραπάνω έννοια, τη διενέργεια των οποίων, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο. Άρα, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη της από τα προδιαληφθέντα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, με το άρθρο 54 παρ. 16 Ν. 4002/2011 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 εδάφια πρώτο και δεύτερο, 4, 5, 6, 7 παρ. 2, 8 και 9 Ν. 3037/2002. Η κατάργηση όμως αυτών των διατάξεων ουδόλως σημαίνει ότι η διενέργεια τυχερών παιγνίων δια μέσου των ηλεκτρονικών υπολογιστών έπαυσε να είναι αξιόποινη. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ προκύπτει ότι καθιερώνεται απ' αυτή η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης είναι δε ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο νόμος εκείνος που ισχύει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, όταν αυτός καταργεί την ποινική κύρωση που ίσχυε κατά την τέλεση της πράξης, χωρίς όμως να θέτει σε ισχύ άλλη, οπότε παύει να υπάρχει το αξιόποινο αυτής, αλλά και όταν, εκτιμώμενος στο σύνολό του, περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Κατά την αληθή, δηλαδή, έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ ανώτερο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου έχει αναδρομική ισχύ ο ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο νόμος, είναι εκείνος της αμετάκλητης καταδίκης του. Μετά από αυτή έχει αναδρομική ισχύ μόνο ο νόμος που καθιστά την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), όχι επομένως και εκείνος, με τον οποίο εξαλείφεται, για ορισμένους λόγους, το αξιόποινο της πράξης, η οποία, ως αδίκημα, εξακολουθεί να έχει χωρίς τη συνδρομή των όρων αυτών αξιόποινο χαρακτήρα. Έτσι θα πρέπει με το νέο νόμο να καταργείται ο κυρωτικός κανόνας που εφαρμόσθηκε και επί πλέον η πράξη να μην επικαλύπτεται από άλλες διατάξεις που συνέρρεαν κατ' ιδέα και είχαν απορροφηθεί από τη διάταξη που τότε εφαρμόσθηκε και αργότερα καταργήθηκε. Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην πράξη ως γεγονός και στην κατάλυση του αξιοποίνου της με μεταγενέστερο νόμο. Συνεπώς, όταν μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη καταργηθεί ο νόμος που εφαρμόσθηκε, αλλά η πράξη επικαλυπτόταν από άλλες διατάξεις, που συνέρρεαν και δεν εφαρμόσθηκαν λόγω απορρόφησης, επέρχεται αναβίωσή τους, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν (ολ ΑΠ 643/1985). Στην προκείμενη περίπτωση η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 Ν. 3037/2002, οι οποίες πράγματι καταργήθηκαν με το άρθρο 54 παρ. 16 Ν. 4002/2011. Η ίδια όμως συμπεριφορά προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 7 παρ. 1 του ΒΔ 29/1971, που δεν καταργήθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3037/2002, το οποίο (ΒΔ) διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 παρ. 16 Ν. 4002/2011. Συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις των άρθρων αυτών του ΒΔ 29/1971 τα τυχερά παίγνια απαγορεύονται καθ' άπασαν την Ελληνική Επικράτεια, οι δε εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες τη διενέργεια σ' αυτά τυχερών παιγνίων τιμωρούνται με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι δύο ετών και σε περίπτωση υποτροπής, με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι πέντε ετών, καθώς και με στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε έτη. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, για παράβαση των άρθρων 1 δ', 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 Ν. 3037/2002 στις οποίες είχαν απορροφηθεί οι πανομοιότυπες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 παρ. 1 του ΒΔ 29/1971, ενόψει του ότι οι τελευταίες δεν καταργήθηκαν, αλλ' εξακολουθούν να ισχύουν και μετά δηλαδή το Ν. 4002/2011, αναβίωσαν και επισύρουσες και αυτές την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την αυτή πιο πάνω συμπεριφορά του, ουδόλως υπερέβη την εξουσία του και ο, κατ' ορθή από το Δικαστήριο τούτο εκτίμηση, περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο παραδεκτώς ασκηθείς, από 16.11.2011, πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 29 Απριλίου 2011, αίτηση του Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., μετά του από 16 Νοεμβρίου 2011, προσθέτου αυτής λόγου, για αναίρεση της 3638/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του Ν. 3037/2002 για ηλεκτρονικά παίγνια τυχερά. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, εμπιπτουσών στο Κοινοτικό Δίκαιο, καθώς και ο περί υπέρβασης εξουσίας πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
Πρόσθετοι λόγοι
Πρόσθετοι λόγοι, Παίγνια τυχερά.
0
Αριθμός 194/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών:1. Κ. συζ. Κ. Α., το γένος Α. Α., κατοίκου ... και 2. Σ. συζ. Α. Λ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπρέγιαννο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ό. χήρας Κ. Τ., 2. Μ. συζ. Δ. Λ., το γένος Κ. Τ., 3. Ι. συζ. S. M., το γένος Κ. Τ., 4. Γ. Τ. του Κ. και 5. Ι. Τ. του Κ., κατοίκων .... Η πρώτη παραστάθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Γιαμπουράνη, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-12-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, για δε την επέλευση της διακοπής απαιτείται η προς τον αντίδικο γνωστοποίηση του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός. Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως και όχι με τις προτάσεις. Η επέλευση της διακοπής επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της στον αντίδικο εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο κληρονόμος του οποίου μπορεί να επαναλάβει τη δίκη εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του. Τέτοια σιωπηρή δήλωση συνιστά και η επίδοση κλήσης για συζήτηση, στην οποία η ιδιότητα του καλούντος ως κληρονόμου δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά μπορεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι επέδωσαν στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες στις 7-11-2005 και 20-2-2006, την από 9-9-2005 κλήση τους, με το εξής περιεχόμενο: " Επί της από 15-2-2002 αγωγής του συζύγου της πρώτης και πατέρα των υπολοίπων από εμάς Κ. Τ. του Γ., την οποία έχει ασκήσει ο αποβιώσας κατά των εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και επρόκειτο να συζητηθεί την 1-11-2002, οπότε και ματαιώθηκε λόγω θανάτου του ενάγοντος Κ. Τ.. Επειδή με την παρούσα κλήση μας αναφερόμαστε στην ανωτέρω αγωγή του αποβιώσαντος ΖΗΤΟΥΜΕ τον προσδιορισμό νέας δικασίμου και τόπου προς συζήτηση της από 15-2-2002 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ". Από το περιεχόμενο αυτό της κλήσης προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτήν ασκούν οι καλούντες ως κληρονόμοι του ενάγοντος συζύγου και πατρός των Κ. Τ. και δηλώνουν ότι επαναλαμβάνουν τη συζήτηση επί της άνω αγωγής που είχε διακοπεί με γνωστοποίηση του θανάτου του ενάγοντος κατά την αρχική δικάσιμο της 1-11-2002. Κατά τη νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας στις 19-1-2007 οι εναγόμενες, που είχαν λάβει γνώση της κλήσεως, δεν αμφισβήτησαν ούτε προφορικά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ούτε με τις προτάσεις τους τον θάνατο του ενάγοντος, την ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων του και την ουσιαστική νομιμοποίησή τους, για την απόδειξη της οποίας οι καλούντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο έγγραφα, τα οποία μάλιστα επικαλούνται και αυτές στις προτάσεις τους, αλλά προέβαλαν αοριστία και απαράδεκτο της κλήσεως για το λόγο ότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν : α) ότι οι καλούντες είναι κληρονόμοι του ενάγοντος, β) ο χρόνος θανάτου του ενάγοντος και γ) ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας. Υπό το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο της κλήσεως, αυτή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού διαλαμβάνει δήλωση των καλούντων ότι είναι κληρονόμοι του ενάγοντος και ότι με την ιδιότητά τους αυτή επαναλαμβάνουν τη δίκη που διακόπηκε. Ο συγκεκριμένος χρόνος θανάτου του ενάγοντος δεν ασκούσε έννομη επιρροή και δεν αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο της κλήσεως, αφού πρόκειται για εκούσια και όχι αναγκαστική επανάληψη της δίκης, επί της οποίας απαιτείται η παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας (άρθρο 292 ΚΠολΔ), που αφετηρία έχει τον χρόνο επαγωγής (θανάτου) του κληρονομούμενου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να αναφέρεται πανηγυρικά στην κλήση η ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων του ενάγοντος, αφού εκ του νόμου τη δίκη που διακόπηκε μπορούν να επαναλάβουν μόνο οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου, η ιδιότητα των οποίων, αν αμφισβητηθεί, αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, τέτοια δε αμφισβήτηση δέχθηκε ότι δεν προέβαλαν οι εναγόμενοι και ότι σε κάθε περίπτωση από τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του έγγραφα αποδεικνύεται ότι οι καλούντες είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ενάγοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων περί της παρά τον νόμο μη απόρριψης ως απαράδεκτης της κλήσεως για επανάληψη της δίκης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αν και με εσφαλμένη κατά ένα μέρος αιτιολογία, ορθά απέρριψε τον λόγο έφεσης και δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, εφόσον το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 19) ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Νομική αοριστία της αγωγής υπάρχει και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα κατά νόμο αναγκαία ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1449/04, ΑΠ 202/04). Αντίθετα, η ποιοτική (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου) και η ποσοτική (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) αοριστία ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αρχικώς ενάγων εξέθετε σ' αυτήν τα εξής : Ότι με το με αριθμό .../14-6-2000 πρoσύμφωνo πώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών αξίας 37.000.000 δρχ. του συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Γεωργίου Τσαούση που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της πρώτης εναγομένης, η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της και ως ειδική πληρεξούσια της δεύτερης εναγομένης και αφετέρου του δικηγόρου Λαμίας Παναγιώτη Συγγούρη, ο οποίος ενεργούσε ως ειδικός πληρεξούσιός του (ενάγοντος) οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση και υποσχέθηκαν να του πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν την πλήρη κυριότητα, νoμή και κατοχή δύο αυτοτελών κάθετων ιδιοκτησιών επί οικοπέδου 212 τ.μ., εκάστης 106 τ.μ., εμφαινόμενες υπό τα στοιχεία 1 και 2 στο από Ιουνίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Δ., από τις οποίες η με αριθ. 1 ανήκει στην πρώτη εναγόμενη και η με αριθ. 2 στη δεύτερη εναγόμενη. Ότι οι εναγόμενες υποσχέθηκαν να παραδώσουν τις ιδιοκτησίες αυτές ελεύθερες από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα και τον διαβεβαίωσαν ότι η οικοδομή είχε κατασκευασθεί νόμιμα με βάση την υπ' αριθ. 1113/1987 οικοδομική άδεια, φωτοαντίγραφο της οποίας του επέδειξαν κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, αποκρύπτοντας ότι η εν λόγω άδεια και η αναθεώρησή της που έγινε το 1989 είχαν ανακληθεί από την πολεοδομία το έτος 1991, με συνέπεια η οικοδομή να είναι αυθαίρετη, γεγονός που μολονότι οι εναγόμενες το γνώριζαν το απέκρυψαν δολίως απ' αυτόν, ο οποίος αν το γνώριζε δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση. Ότι από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων ο ενάγων υπέστη τις εξής ζημιές: α) κατέβαλε στις εναγόμενες και κατά την αναλογία εκάστης 1.000.000 δρχ. ως αρραβώνα και 20.000.000 δρχ. έναντι του τιμήματος, στο οποίο ποσό περιλαμβάνεται και το τίμημα για την αγορά 12 κρεβατιών με τα στρώματά τους, 16 καρεκλών, 4 κομοδίνων, 4 τραπεζιών, 4 ψυγείων και 4 ηλεκτρικών, τα οποία πράγματα ανήκαν σε κάθε μία από τις εναγόμενες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, β) 1.080.000 δρχ. για την αγορά και τοποθέτηση 4 κλιματιστικών, γ) 5.900 δρχ. για τη μεταφορά των κλιματιστικών από την Αθήνα στα Καμένα Βούρλα, δ) 18.200 δρχ. για την αγορά υλικών προς διαμόρφωση του κήπου και 75.000 δρχ. για αμοιβή του κηπουρού για τη διαμόρφωση του κήπου, ε) 115.000 δρχ. για τον καθαρισμό των ακινήτων από την καθαρίστρια Α. Λ., στ) 300.000 δρχ. για αμοιβή του δικηγόρου Παναγιώτη Συγγούρη για όλες τις επικοινωνίες του μαζί του, έλεγχο τίτλων, δοσοληψίες με την τράπεζα για τις αναγκαίες πληρωμές, ζ) 45.812 δρχ. για αμοιβή του συμβολαιογράφου και η) 350.000 για αμοιβή του μεσίτη που μεσολάβησε για την αγορά των ακινήτων, ήτοι συνολικά υπέστη περιουσιακή ζημία 21.989.912 δρχ., την οποία και ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εκάστη εις ολόκληρον. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχουσα σε πληρότητα όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. στοιχεία, μη απαιτούμενης περαιτέρω εξειδίκευσης των επικαλουμένων κονδυλίων αποζημίωσης. Η επικαλούμενη κατ' "αναλογία" καταβολή του αρραβώνα και μέρους του τιμήματος στις εναγόμενες δεν σημαίνει παρά επίκληση καταβολής εξ ημισείας σε κάθε εναγόμενη.. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον λόγο έφεσης των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου δεύτερος υπό στοιχ. α' από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η επίκληση με την αγωγή ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ενάγοντα ότι οι κατασκευές στο οικόπεδο είναι νόμιμες αποτελεί σαφώς επίκληση "κοινής" δόλιας συμπεριφοράς, που δικαιολογεί κατά το άρθρο 926 του Α.Κ. το αίτημα περί καταδίκης των εναγομένων εις ολόκληρον. Άλλωστε, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής από το άρθρο 914 του Α.Κ., αλλά η έλλειψη επίκλησής του οδηγεί στην καταδίκη σε διαιρετή παροχή (άρθρο 480 Α.Κ.). Επομένως, ο δεύτερος υπό στοιχ. β' από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής και του αιτήματος αυτής περί καταδίκης των εναγομένων εις ολόκληρον στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 481 του Α.Κ., αφού δεν γίνονταν σ' αυτήν επίκληση κοινής πράξεως των εναγομένων, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 εδ. α' του Α.Κ. όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν τάσσεται αποσβεστική προθεσμία , όπως νοείται στα άρθρα 279, 280 του ΑΚ και όχι παραγραφή της αξίωσης. Όταν ορίζεται δε για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, της οποίας η παραμέληση συνεπάγεται την απώλεια αυτού, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία αυτή, συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος, με τη συνέπεια ότι, εκπληρουμένου του σκοπού για τον οποίο τέθηκε η εν λόγω προθεσμία και ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας που προκλήθηκε με την προσβολή του δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία, ενόψει και του άρθρου 279 του ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 261εδ. β' του αυτού Κώδικα, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (Α.Π. 1307/2006, 1217/2004). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι οι ενστάσεις του εναγομένου που είχαν προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη της απόσβεσης του δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει αυτεπάγγελτα υπόψη την αποσβεστική προθεσμία, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτοι. Άλλως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΚΠολΔ 527, ΑΠ 88/2011, Α.Π. 1308/2006, Α.Π. 821/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις που κατέθεσαν ως εκκαλούσες, την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση περί αποσβέσεως του δικαιώματος ακύρωσης της δικαιοπραξίας κατά τη διάρκεια της επιδικίας, επικαλούμενες ότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη της κοινοποιήσεως σ' αυτές της αγωγής (13-3-2002), άλλως της ορισθείσης δικασίμου (1-11-2002) και μέχρι την κοινοποίηση στις 9-9-2005 της κλήσεως για επανάληψη της συζήτησης, παρήλθε διετία. Η ένσταση αυτή αφενός απαραδέκτως επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις των εναγομένων-εκκαλουσών, ενώ έπρεπε να επαναφερθεί με το δικόγραφο της έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και αφετέρου δεν είναι νόμιμη, διότι προκειμένης αποσβεστικής προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' Α.Κ. περί ενάρξεως νέας αποσβεστικής προθεσμίας και συμπληρώσεως αυτής κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την με τις προτάσεις των εκκαλουσών επαναφορά στο Εφετείο της ενστάσεως απόσβεσης του δικαιώματος ακύρωσης της δικαιοπραξίας εν επιδικία, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 1) ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 400 παρ.3 του ΚΠολΔ δεν εξετάζεται ως μάρτυρας εκείνος που έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Κατά δε το άρθρο 403 παρ. 2 και 5 του ίδιου Κώδικα, ο διάδικος οφείλει να προτείνει το λόγο της μη εξέτασης του μάρτυρα κατά το άρθρο 400 πριν ορκιστεί. Όταν περατωθεί η εξέταση του μάρτυρα, ο λόγος του άρθρου 400 για τη μη εξέτασή του μπορεί να προταθεί μόνο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως υποβληθείσα ενώπιόν του, την ένσταση των εναγομένων, την οποία, όμως, αυτές υπέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης, περί μη εξέτασης του μάρτυρά των εναγόντων Ι. Κ., δικηγόρου, για το λόγο ότι αυτός προσδοκούσε ηθικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοδικείου και των πρωτόδικων προτάσεων των εναγομένων, οι εναγόμενες για τη θεμελίωση της ένστασης εξαίρεσης του άνω μάρτυρα επικαλέσθηκαν αποκλειστικά ότι ο μάρτυρας είχε οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ την ύπαρξη στο πρόσωπό του ηθικού συμφέροντος επικαλέσθηκαν το πρώτον, απαραδέκτως, ενώπιον του Εφετείου. Κατ' άρθρο 450 παρ. 1 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απαγορεύεται συμψηφισμός, αν η ενέργεια του υποχρέου σε αποζημίωση από αδίκημα είναι δόλια, χωρίς και να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία αυτού (υποχρέου) να συνιστά ποινικό αδίκημα. Απαγορεύεται δε ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του δράστη κατά του θύματος που προέρχεται από αδίκημα, είτε η ανταπαίτηση αυτή είναι προγενέστερη, είτε μεταγενέστερη της κύριας απαίτησης (Α.Π. 838/2008). Κατ' εξαίρεση, όταν η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης θεμελιώνει παραλλήλως και αξίωση αδικήματος από δόλο, οπότε υπάρχει συρροή δύο αξιώσεων, η επίκληση συμψηφισμού κατά της αξιώσεως από σύμβαση επιφέρει απόσβεση και της παράλληλης αξίωσης από αδικοπραξία (Α.Π. 495/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησή τους κατά του ενάγοντος για απώλεια μισθωμάτων που θα εισέπρατταν από της καταρτίσεως του προσυμφώνου και μέχρις αποδόσεως της νομής των διαμερισμάτων με την ένδικη από αδικοπραξία, που διαπράχθηκε με δόλο, απαίτηση του ενάγοντος. Η ένσταση αυτή, ανεξάρτητα από την αοριστία της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης, δεν είναι νόμιμη, αφού προτείνεται συμψηφισμός κατά απαίτησης που προέρχεται αποκλειστικά από αδικοπραξία που διαπράχθηκε από δόλο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αόριστη την άνω ένσταση και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των εναγομένων. Με τον πέμπτο υπό στοιχ. ΙΙ. 5 από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή αόριστη την ένσταση συμψηφισμού. Ο λόγος αυτός προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού η απόρριψη της ένστασης ως αόριστης είναι επωφελέστερη για τους αναιρεσείοντες από την απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους για την απόδειξη του ισχυρισμού τους (ένστασης) ότι με άτυπη συμφωνία που καταρτίσθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2004 οι διάδικοι κατήργησαν το προσύμφωνο και οι εναγόμενες απέδωσαν έκτοτε τη νομή των ακινήτων. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : α) τις από 24-7-2003, 9-12-2004 και 22-4-2005 επιστολές του πληρεξουσίου δικηγόρου τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αντιδίκων τους για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς κατάργηση του προσυμφώνου, υποβολής σχεδίου συμβάσεως και πρόσκλησης προσκομιδής εγγράφων νομιμοποίησης για τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας, β) τα από 29-8-2002 πιστοποιητικά θανάτου προς πιστοποίηση του θανάτου του αρχικού ενάγοντος, γ) το υπ' αριθ. 671/2005 έγγραφο του γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Λονδίνο για τους εγγύτερους συγγενείς του αρχικού ενάγοντος, δ) το από 25-1-2005 πληρεξούσιο της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς τη μητέρα της, ε) το από 10-1-2005 πληρεξούσιο της τρίτης αναιρεσίβλητης, στ') το από 11-5-2005 πληρεξούσιο επίσης της τρίτης αναιρεσίβλητης , ζ) το από 17-2-2005 πληρεξούσιο του τέκνου των αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και η) το από 12-11-1974 πληρεξούσιο του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις από 15-1-2009 προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Εφετείου, δεν έγινε επίκληση του υπό στοιχ. β' εγγράφου, ενώ έγινε εντελώς αόριστα επίκληση πληρεξουσίων των τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό της ταυτότητάς των. Άλλωστε, το υπό στοιχ. β' έγγραφο αναφέρεται στον θάνατο του αρχικού ενάγοντος, τον οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Όσον αφορά τα λοιπάως άνω έγγραφα, αυτά αναφέρονται στις μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις για ακύρωση του προσυμφώνου και σαφώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αφού αυτό δέχεται ότι διεξήχθησαν σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή σε συμφωνία κατάργησης του προσυμφώνου. Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφενός διότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της εξαπάτησης του ενάγοντος με απόκρυψη και αποσιώπηση εκ μέρους των εναγομένων της ανάκλησης από την Πολεοδομία της οικοδομικής άδειας, καθόσον δεν διαλαμβάνει εάν οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση αποκάλυψης της αλήθειας και εάν η υποχρέωσή τους αυτή επιβάλλονταν από τον νόμο ή την καλή πίστη ή από τα συναλλακτικά ήθη ή από κάποια ιδιαίτερη μεταξύ τους σχέση (7ος λόγος) και αφετέρου διότι διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες σχετικώς με τον απορριφθέντα ισχυρισμό των εναγόμενων ότι ο ενάγων γνώριζε ότι είχε ανακληθεί η οικοδομική άδεια, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το μικρό τίμημα που συμφωνήθηκε, αφού ενώ δέχεται στην αρχή ότι συμφωνήθηκε τίμημα 37.000.000 δρχ. από τις εν συνεχεία παραδοχές του προκύπτει ότι δέχθηκε ως τίμημα το ποσό των 62.056.852 δρχ (8ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος (7ος), διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου η απάτη τελέσθηκε και με την ψευδή εκ μέρους των εναγομένων παράσταση στον ενάγοντα ότι η οικοδομή που είχε ανεγερθεί επί των ακινήτων είχε ανεγερθεί με βάση νόμιμη άδεια και δεν ήταν αυθαίρετη, ενώ γνώριζαν ότι η οικοδομική άδεια είχε ανακληθεί από την Πολεοδομία και η οικοδομή αποτελούσε αυθαίρετη κατασκευή, η παραδοχή δε αυτή στηρίζει ως προς το παραπάνω ζήτημα αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Ο δεύτερος ως άνω (8ος) λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον είναι σαφές το πόρισμα του Εφετείου ότι ο ενάγων αγνοούσε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ότι είχε ανακληθεί η οικοδομική άδεια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση των Κ. συζ. Κ. Α. και Σ. συζ. Α. Λ., κατοίκων ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 219/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011. και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βιαία διακοπή δίκης. Η εκούσια επανάληψη της δίκης (άρθρο 290 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει με περιλαμβανόμενη στη κλήση για περαιτέρω συζήτηση δήλωση συνέχισης από τους κληρονόμους, η ιδιότητα των οποίων αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της κλήσης. Αγωγή ακύρωσης προσυμφώνου, λόγω απάτης. Η αγωγή ακύρωσης υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία δύο ετών από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (άρθρο 157 α' Α.Κ). Επί της αποσβεστικής προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 261 β' του Α.Κ. (έναρξη νέας προθεσμίας μετά τη διακοπή). Ένσταση συμψηφισμού. Δεν επιτρέπεται κατά απαίτησης που προέρχεται από αδικοπραξία που τελέσθηκε από δόλο (άρθρο 450 παρ.1 Α.Κ.). Αναίρεση. Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 γ', 14 και 19 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει 219/2009 απόφαση Εφετείου Λαμίας).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 196/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 247/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 246/22.11.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 στοιχ. α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, την με αριθμό 3/6.5.2011 αίτηση (δήλωση) του Η. Χ. του Σ., για αναίρεση του 247/1.4.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και εκθέτω τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠΔ με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, που ισχύει, κατά το άρθρο 38 αυτού, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.12.2010, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται...το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου Η. Χ. του Σ., πλήττεται το 247/1.4.2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η 1/24.2.2011 έφεση αυτού κατά του 14/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, δυνάμει του οποίου έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα που εκδόθηκε την 1.4.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 3/6.5.2011 αίτηση (δήλωση) του Η. Χ. του Σ., για αναίρεση του 247/1.4.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 18 Νοεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 34 περ. γ' του Ν. 3904 (ΦΕΚ Α'218/23-12-2010, ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου" η ισχύς του οποίου κατ' άρθρο 38 αυτού "αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" στις "23 Δεκεμβρίου 2010" καταργείται εκτός των άλλων και ... "το άρθρο 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", το οποίο είχε τίτλο "Αίτηση αναίρεσης-πότε επιτρέπεται στους διαδίκους" και περιεχόμενο: "παρ. 1 ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν: α)τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίων του. Παρ. 2. Αν το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ. 1. "Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από τις 23-12-10, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην παρ. 1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων. Ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου, δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν. 1705/87), ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/97), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή (ΑΠ 1694/10). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 εδ. Α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 462 περ. β' του αυτού Κώδικα, είναι και αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι το αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσληφθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή στον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς ή τηλεφωνικώς) στην αναφερόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου Η. Χ. του Σ., πλήττεται το 247/1.4.2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η 1/24.2.2011 έφεση αυτού κατά του 14/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, δυνάμει του οποίου έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα που εκδόθηκε την 1.4.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 α) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). Γίνεται μνεία ότι ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του τελευταίου από τον αρμόδιο εισαγγελέα, σύμφωνα με την περί αυτού επισημείωση του γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 3/6-5-2011 αίτηση του Η. Χ. του Σ., για αναίρεση του 247/1-4-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από την έναρξη ισχύος του Ν. 3904/10, στις 23-12-2010, που καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, το οποίο επέτρεπε στον κατηγορούμενο την άσκηση αναίρεσης κατά βουλευμάτων, όταν τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα και μαζί με αυτό (το έγκλημα) για τα συρρέοντα ή συναφή εγκλήματα, δεν επιτρέπεται πλέον στον κατηγορούμενο άσκηση αναίρεσης κατά των αναφερομένων στην παρ 1 του καταργηθέντος άνω άρθρου βουλευμάτων – αναίρεση που ασκήθηκε κατά των βουλευμάτων αυτών, μετά τις 23-12-2010, απορρίπτεται ως απαράδεκτη – ο αποκλεισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του έβδομου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 14 παρ 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
Ε.Σ.Δ.Α.
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α..
0
Αριθμός 196/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούτσικο Της αναιρεσιβλήτου: Σ. θυγ. Ν. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σωτηροπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7077/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 1344/2007 μη οριστική και 4064/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης οριστικής και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής απόφασης του Εφετείου, κατά παραδοχήν των δεύτερου και τέταρτου λόγων του αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4064/2009 οριστική και την συμπροσβαλλόμενη, κατά το άρθρο 553 παρ. 2 του ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 1344/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 7077/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ του άρθρου 1400 του ΑΚ (συμμετοχή στα αποκτήματα) αγωγή του πρώτου κατά της δεύτερης, πρώην συζύγου του, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και δη για το ποσό των 37.500 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη- εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους. ΙΙ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτής, παραπονούμενος κατά της αντίθετης παραδοχής της εκκαλουμένης, ο τελευταίος ζήτησε όπως είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή του, να συνυπολογισθεί στην κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και η αναφερόμενη αξία της ψιλής κυριότητας της επί της οδού ...αρ. 3, στον Δήμο ..., οικοδομής, την οποία (οικοδομή) ανήγειραν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους επί οικοπέδου της αναιρεσίβλητης και της οποίας την ψιλή κυριότητα μεταβίβασε η αναιρεσίβλητη λόγω γονικής παροχής στα τέκνα των διαδίκων με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ. Μιχαηλίδη και με σκοπό να βλάψει τον αναιρεσείοντα (καταδολιευτική μεταβίβαση, άρθρ. 939 επ. του ΑΚ). Στα ανωτέρω δικόγραφα της αγωγής και της έφεσης δεν αναφέρεται, ειδικότερα, ούτε ο χρόνος διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ούτε ότι η προαναφερθείσα, καταδολιευτική κατά τον αναιρεσείοντα, μεταβίβαση τη ψιλής κυριότητας της οικοδομής της αναιρεσίβλητης, που έλαβε χώραν την 14-4-2000, στα τέκνα των διαδίκων έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων, οπότε και σύμφωνα με το άρθρο 1400 παρ. 2 του ΑΚ ο αναιρεσείων μπορούσε να ζητήσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Αντιθέτως αναφέρεται (στα ανωτέρω δικόγραφα) ως χρόνος γεννήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος εκείνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001), μεταγενέστερος του προαναφερθέντος χρόνου (14-4-2000) της γονικής παροχής της αναιρεσίβλητης, την κατά τον χρόνο δε εκείνον (1-8-2001) υπάρχουσα αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, που οφείλεται, κατά την αγωγή και την έφεση, στη συμβολή του αναιρεσείοντος, ζήτησε ο τελευταίος με τα ειρημένα δικόγραφά του. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη ως άνω μη οριστική απόφασή του, ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα της αγωγής- πρώτον λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις εφαρμοστέες ως προς το αίτημα αυτό, συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 1400, 174, 914 και 939 του ΑΚ, για τον λόγο ότι (υποστηρίζει ο αναιρεσείων) η ειρημένη, καταδολιευτική κατ' αυτόν, γονική παροχή έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας (Μάιος 1998) από την έναρξη της διάστασης των διαδίκων (Μάιος 1995), οπότε ο ίδιος είχε γεγεννημένη αξίωση στα αποκτήματα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 1400 παρ. 2 του ΑΚ), ανεξαρτήτως του ότι άσκησε την αγωγή του μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν ως άνω περιστατικά, τα οποία στηρίζουν το προβαλλόμενο αίτημα, δεν είχαν προταθεί, ως θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός, στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα προεκτεθέντα, η δε αναφορά του Εφετείου στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε από τον Μάιο του 1995 και ο γάμος τους λύθηκε αμετακλήτως την 1-8-2001, από την οποία αναφορά προκύπτει ότι η κατά την 14-4-2000 γονική παροχή της αναιρεσίβλητης έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων και την οποία (αναφορά) επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Και τούτο διότι οι χρόνοι αυτοί, που όπως προαναφέρθηκε δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή και στην έφεση, αναφέρονται ιστορικά και ως εκ περισσού στην απόφαση, αφού δεν αποτελούσαν μέρος του ιστορικού της ένδικης διαφοράς όπως αυτή εισήχθη στα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία και δεν μπορούσαν να λάβουν υπόψη (αυτεπαγγέλτως) τα περιστατικά αυτά που αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής (αλλιώς παρά τον νόμο θα ελάμβαναν υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί). Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό-λόγον εφέσεως του αναιρεσείοντος ότι για το ποσό των 102.714,60 ευρώ που ο ίδιος πλήρωσε συνολικά μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999 για την ανέγερση της ειρημένης οικοδομής στο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης δικαιούται να λάβει κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ το ποσό των 195.354,60 ευρώ, το οποίο αναλογεί κατ' αναγωγήν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, στον χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) στο ανωτέρω καταβληθέν το έτος 1991 ποσό των 102.714,60 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι και κατά την ορθή νομική παραδοχή του Εφετείου η κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συνίσταται στο δικαίωμα του συζύγου να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου που επήλθε κατά τη διάρκεια του λυθέντος ή ακυρωθέντος γάμου και το οποίο (μέρος της αύξησης) προέρχεται από τη δική του συμβολή, το κατά το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμο και ο σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου, ως αίτημα της αγωγής, ελήφθη υπόψη (κρίθηκε) από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την επιδίκαση του ειρημένου (ανωτ. υπό Ι) ποσού των 37.500 ευρώ στον αναιρεσείοντα, ως συμβολή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης (αποκτήματα) κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Επομένως ο τρίτος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέλαβε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, το Εφετείο, για τον υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του αναιρεσείοντος, βάσει των οποίων και σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης έκρινε το ποσοστό συμμετοχής του πρώτου στα ένδικα αποκτήματα της δεύτερης, έλαβε υπόψη και τις από 31-12-1985/ 1986/ 1987/ 1988/ 1989/ 1990/ 1991 βεβαιώσεις αποδοχών της Γ4 Δ/νσης Οικ. Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών που αφορούν τις αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τα αντίστοιχα έτη από την υπηρεσία του και τις οποίες βεβαιώσεις-δημόσια έγγραφα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων προς απόδειξη των σχετικών αγωγικών του ισχυρισμών. Από τις βεβαιώσεις αυτές προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έλαβε κατά τα ως άνω έτη αφ' ενός μεν τα αναφερόμενα στα έγγραφα αυτά και στην απόφαση ποσά για την υπηρεσία του στο εσωτερικό, και αφ' ετέρου τα ποσά των 208.941, 1.186.820, 4.996.016, 5.642.205, 6.367.736, 6.343.146 και 13.308.703 δραχμών, αντίστοιχα, για υπηρεσία του στο εξωτερικό, τα τελευταία δε αυτά ποσά, κατά ελλιπή ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, αποδίδοντας έτσι στα ειρημένα έγγραφα, στα οποία αποκλειστικά στήριξε τη σχετική κρίση του, περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό ως προς αποδεικτέον ουσιώδη ισχυρισμό και καταλήγοντας έτσι σε επιβλαβή κρίση για τον αναιρεσείοντα. Επομένως ιδρύεται εν προκειμένω ο προρρηθείς αναιρετικός λόγος της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η εξέταση του τέταρτου και τελευταίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγου ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες αποδείξεις αναλήψεως χρημάτων της Citi Bank, τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4064/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 562§1). Αναίρεση για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Έννοια σχετικής διάταξης άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. [Αναιρεί Εφ. Αθ. 4064/2009].
null
null
0