text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 178/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRNATIONAL ADVANTAGE CORPORATION" (IAC) (ΙNTEΡNASIONAΛ ANTBANTATZ KORPORESION" AE-EI-ΣI), που εδρεύει στην Τάμπα της πολιτείας Φλώριδα των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρουμπά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χήρας Γ. Μ., κατοίκου ..., 2. Έ. χήρας Ε. Σ., το γένος Δ. Λ., 3. Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 4. Μ. χήρας Α. Τ., κατοίκου ..., 5. Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., και 6. Κ. Τ. του Α., κατοίκου .... Η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμψών, οι δε 2η, 4η, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, λόγω αποχής δικηγόρων. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος της παραστάσης αντιδίκου του, ο οποίος συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής, κρίνοντας ότι δεν είναι νόμιμη η αναβολή της συζήτησης για δεύτερη φορά, και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5713/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1219/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 19-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8555/3-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ.1219/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 21-3-2011, και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους Γ.Λ., με επιμέλεια του πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία και όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου ο ειρημένος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου. Επομένως και αφού η κατά τα ανωτέρω αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρ.226 παρ.4 εδ.β' και γ', 575 του ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω τρίτου αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1219/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5713/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της για καταβολή σ' αυτήν του ποσού των 1.226.578 ευρώ ως οφειλόμενης αμοιβής της για τις υπηρεσίες (εκπόνηση μελετών κ.λπ.) που η ίδια παρέσχε στους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους κατόπιν της αναφερόμενης στην αγωγή και στην απόφαση σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου ζητεί ήδη η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, και για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτήν.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α)με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β)όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητικήν αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από τον νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, ήτοι: "Η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την σχεδίαση έργων ανάπτυξης και βελτίωσης ακινήτων, καθώς και την κατ' εντολή των ιδιοκτητών ακινήτων εξεύρεση επενδυτών για την αγορά και εκμετάλλευση αυτών, τον Απρίλιο του 2002 ανέλαβε την υποχρέωση, κατόπιν προφορικής αρχικά εντολής των εκπροσωπούντων τους εναγομένους και τους λοιπούς τότε συνιδιοκτήτες του ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... (αρ. 1) και ..., και έχει κηρυχθεί διατηρητέο με δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 241/3-5-1991 Υπουργική Απόφαση του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, να προβεί α) στην εκπόνηση μελέτης για την βελτιστοποίηση της χρήσης του εν λόγω κτιρίου, β) στην εκπόνηση φακέλου μελετών και σχεδίων (αρχιτεκτονικών, μηχανολογικών, οικονομοτεχνικών κλπ) που αφορούσαν τον καθορισμό συμπληρωματικών όρων και περιορισμών δόμησης του κτιρίου αυτού, προκειμένου να εκδοθεί Υπουργική απόφαση ή άλλη διοικητική πράξη που θα επέτρεπε την ανάπλαση αυτού, γ) στις απαιτούμενες ενέργειες για την υπαγωγή του σχεδίου μετατροπής και ανάπλασης του κτιρίου στο Ν. 2601/1998 περί χορήγησης επιδοτήσεων και δ) την εξεύρεση υποψήφιων αγοραστών. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής που διατυπώθηκε και εγγράφως με ημερομηνία 22-4-2002 και συμπληρώθηκε με την από 1-9-2003 όμοια, και με την σύμφωνη γνώμη των εκπροσωπούντων όλους τους τότε συνιδιοκτήτες, όπως αργότερα αυτή αποτυπώθηκε στο καταρτισθέν μετέπειτα από 9-10-2003 μεταξύ αυτής και των τελευταίων ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα προέβη στην εκπόνηση πλήρους φακέλου μελετών και σχεδίων και με ενέργειές της εκδόθηκε, επ' ονόματι της εκπροσώπου της στην Ελλάδα Ζ. Α. "ως φερόμενης ιδιοκτήτριας", η με αριθμό 3734/17-2-2004 Υπουργική απόφαση "περί καθορισμού συμπληρωματικών ειδικών όρων και περιορισμού δόμησης στο διατηρητέο κτίριο επί των οδών ... 1 και ... στην Πλατεία Συντάγματος", που προσέδωσε αύξηση της αξίας του ακινήτου. Προέβη επίσης η ενάγουσα σε αναζήτηση υποψηφίων αγοραστών και υπέδειξε στους εκπροσώπους των συνιδιοκτητών του κτιρίου ως υποψήφια αγοράστρια την πολυεθνική εταιρία "ΡRICOA", η οποία ενδιαφερόταν για την αγορά και την εκμετάλλευση του κτιρίου, σύμφωνα με τις μελέτες και προτάσεις της ενάγουσας, δεν κατέληξε όμως στην αγορά αυτού, για λόγους που δεν αφορούσαν τους εναγόμενους ή όλους τους τότε συνιδιοκτήτες και μάλιστα σε υπαιτιότητα αυτών, όπως αβάσιμα η ενάγουσα επικαλείτο στην αγωγή (...). Προέβη επίσης η ενάγουσα, ενόψει της πιθανής προς την ΡRICOA πώλησης, σε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες (σύνταξη αιτήσεων, μελετών σχεδίων κλπ) και στην υποβολή της σχετικής αίτησης στην αρμόδια για την υπαγωγή του κτιρίου στις διατάξεις του Ν. 2601/1998 υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Μετά δε τη ματαίωση της εν λόγω αγοραπωλησίας, σύστησε, στις 25-2-2004 (στους εκπροσώπους των ιδιοκτητών), την απόσυρση της αιτήσεως, καθόσον ελλείψει επενδυτή υπήρχε κίνδυνος οριστικού αποκλεισμού της επιδοτήσεως, και τους πρότεινε εναλλακτικά να αναλάβουν οι τότε ιδιοκτήτες τη δαπάνη της αναπλάσεως, προκειμένου να προχωρήσει η υπαγωγή στο πρόγραμμα επιδοτήσεως, αλλά οι εναγόμενοι (δια των τότε εκπροσώπων τους), όπως και οι λοιποί συνιδιοκτήτες, σε καμιά ενέργεια δεν προέβησαν ούτε και είχαν αναλάβει ποτέ τέτοια υποχρέωση, ώστε να υφίσταται πταίσμα αυτών (από την παράβαση της υποχρεώσεως), όπως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή. Προς επικύρωση των όσων είχαν προφορικά αλλά και με την ανταλλαγή εγγράφων μέχρι τότε συμφωνηθεί, οι διάδικοι και το σύνολο των συνιδιοκτητών του ως άνω κτιρίου προέβησαν στην κατάρτιση του προαναφερθέντος από 9-10-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού (...) στο οποίο (συμφωνητικό) ορίσθηκαν οι υποχρεώσεις των εκατέρωθεν συμβαλλομένων (μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι), καθώς και η αμοιβή της ενάγουσας για το έργο και τις υπηρεσίες της, τόσο πριν, όσο και μετά την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού (...), Στο συμφωνητικό αυτό έγινε επίσης ειδική αναφορά στην ως άνω εταιρία "ΡRICOA", υποψήφια καθ' υπόδειξη της ενάγουσας αγοράστρια του ακινήτου, στους όρους 4 και 5. Με τον όρο 5 του συμφωνητικού (που ενδιαφέρει εδώ) ορίσθηκε ότι αν ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο η πώληση του ακινήτου στην ΡRICOA οι συνιδιοκτήτες θα δώσουν, μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004, την αποκλειστική εντολή προς την ΙΑC (ενάγουσα) να εξεύρει άλλον αγοραστή, που αφενός θα αποδέχεται να αναθέσει στην ΙΑC την ανάπτυξη και εκμετάλλευση του κτιρίου και αφετέρου θα αποδέχεται να αγοράσει το ακίνητο σύμφωνα με τους όρους των συνιδιοκτητών, όπως αναφέρονταν στην παρ. 2 του συμφωνητικού, πλην του τιμήματος που θα καθόριζαν κατά την κρίση τους οι συνιδιοκτήτες, εντολή την οποία έδωσαν οι συνιδιοκτήτες προς αυτήν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις ομολογίες των εναγομένων. Με τον ίδιο όρο 5 εξάλλου ορίσθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες υπό τους αυτούς όρους θα έχουν το δικαίωμα να εξεύρουν αγοραστή του κτιρίου. Με τον όρο 6 (και όχι 5, όπως αναφέρεται στην αγωγή) του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες ουδεμία θα έχουν υποχρέωση καταβολής αμοιβής στην ΙΑC αν ο αγοραστής βρισκόταν από αυτούς αλλά θα είχαν την υποχρέωση να παραπέμψουν τον αγοραστή σ' αυτήν. Περαιτέρω, με τους όρους 10 και 11 του συμφωνητικού αυτού συμφωνήθηκε, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, η αμοιβή της ενάγουσας για τις υπηρεσίες της σε κάθε περίπτωση πωλήσεως του κτιρίου, ήτοι και χωρίς τη δική της μεσολάβηση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση έγινε διάκριση της αμοιβής ανάλογα με το εάν ο αγοραστής έκανε ή όχι χρήση της εργασίας της ενάγουσας για την βελτιστοποίηση της χρήσης του κτιρίου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες μελέτες της. Ειδικότερα με τον όρο 10 του συμφωνητικού είχε συμφωνηθεί ότι αν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 2004 ή κατά την παράταση αυτού (σύμφωνα με την παρ. 7) οι συνιδιοκτήτες αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους από αυτήν την συμφωνία και συνάψουν απ' ευθείας σύμβαση ή προσύμφωνο μεταβιβάσεως του κτιρίου με νέο αγοραστή, ο οποίος δεν επιθυμεί ούτε να αναμορφώσει το εσωτερικό του κτιρίου ούτε να συνεργασθεί με την ΙΑC (ενάγουσα) για την εκμετάλλευση του κτιρίου, θα έχουν υποχρέωση να αποζημιώσουν την ΙΑC (ακολουθεί αναφορά των συμφωνηθέντων ποσών αποζημιώσεως). Με τον όρο 11 εξάλλου του συμφωνητικού οι διάδικοι (και το σύνολο των ιδιοκτητών) συμφώνησαν ότι αν (αντιθέτως) κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004, ή κατά παράταση αυτού οι συνιδιοκτήτες παρακάμψουν την ΙΑC και αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους από τις παραγρ. 5 και 6 του συμφωνητικού και συνάψουν σύμβαση ή προσύμφωνο μεταβιβάσεως του κτιρίου με νέο αγοραστή ο οποίος θα χρησιμοποιήσει την εργασία που έχει κάνει η ΙΑC για την αναμόρφωση του κτιρίου και τις ανωτέρω επιδοτήσεις που αναφέρονταν στην παρ. 12 του συμφωνητικού, αλλά δεν επιθυμεί να συνεργασθεί με την ΙΑC για την εκμετάλλευση του κτιρίου, οι συνιδιοκτήτες είναι υποχρεωμένοι να αποζημιώσουν την ΙΑC (ακολουθούν τα συμφωνηθέντα ποσά αποζημιώσεως). Τέλος με τον όρο 12 του συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι "τα ποσά των αποζημιώσεων που προβλέπονται στις παραγρ. 9, 10 και 11 θα είναι καταβλητέα προς την ΙΑC κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως, υπό την απαραίτητον όμως προϋπόθεση, ότι θα έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφασις περί των συμπληρωματικών όρων δομήσεως του κτιρίου (ειδική ρύθμιση), σύμφωνα με τα υποβληθέντα σχέδια της ΙΑC για την ανάπλαση του κτιρίου καθώς και εκείνη περί της υπαγωγής του έργου στο Ν. 2601/1998 και εγκρίσεως των επιχορηγήσεων και επιδοτήσεων για το κόστος αναπλάσεώς του και θα έχει παρασχεθεί στο νέο αγοραστή η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα όσα προαναφέρονται. Εις τα ποσά αυτά προσδιορίζουν εκ συμφώνου τα συμβαλλόμενα μέρη την θετικήν και αποθετικήν ζημίαν της ΙΑC, η δε τελευταία παραιτείται πάσης άλλης τυχόν αξιώσεώς της". Το εν λόγω κτίριο (συνεχίζει το Εφετείο) μεταβιβάσθηκε τελικά με το με αριθμό .../1-9-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντίνου Καρκανοπούλου προς την εταιρία με την επωνυμία " REGATA.ΕΠΕ", έναντι του ποσού των 29.500.000 ευρώ, χωρίς τη μεσολάβηση της ενάγουσας (...), η δε αγοράστρια εταιρία έκανε χρήση των προαναφερόμενων εργασιών της ενάγουσας και ωφελήθηκε από την έκδοση της με αριθμό 3734/28-1-2004 απόφασης της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. "περί καθορισμού συμπληρωματικών ειδικών όρων και περιορισμού δόμησης" στο διατηρητέο ως άνω κτίριο. Όπως όμως βάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως κατ' ένσταση, νόμιμη κατ' άρθρο 201 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, η υποχρέωση των συνιδιοκτητών να καταβάλουν στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα στον όρο 11, όπως και στους όρους 9 και 10 ως άνω ποσά, τελούσε, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο 12 του ως άνω συμφωνητικού, υπό την αίρεση της εκδόσεως δύο υπουργικών αποφάσεων, ήτοι αυτής περί εκδόσεως των συμπληρωματικών όρων δόμησης του κτιρίου από το ΥΠΕΧΩΔΕ και η οποία εκδόθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, και εκείνης περί υπαγωγής του σχεδίου μετατροπής και αναπλάσεως του ακινήτου στον Ν. 2601/1998 περί χορήγησης επιδοτήσεων, η οποία ουδέποτε εκδόθηκε. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός (αντένσταση του άρθρου 207 ΑΚ) που η ενάγουσα πρόβαλε καθ' υποφορά στην αγωγή ότι η πλήρωση αυτής της αίρεσης ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των τότε ιδιοκτητών ήτοι και των εναγομένων, επικαλούμενη ότι μετά την ματαίωση της πώλησης στην υποψήφια αγοράστρια PRICOA οι συνιδιοκτήτες δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της να αναλάβουν τη δαπάνη αναπλάσεως προκειμένου να προχωρήσει η υπαγωγή του κτιρίου στο πρόγραμμα επιδοτήσεως, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι συνιδιοκτήτες ουδέποτε ανέλαβαν υποχρέωση είτε προφορικά είτε με οποιονδήποτε όρο του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού να συμπράξουν με οποιονδήποτε τρόπο για να υπαχθεί το κτίριο στο Ν. 2601/1998. Η μόνη αναφορά που γίνεται στο εν λόγω συμφωνητικό για την υπαγωγή του κτιρίου στο Ν. 2601/1998 είναι στον όρο Γ περ. β., όπου διατυπώνεται η ανάληψη της υποχρέωσης της ενάγουσας για την σύνταξη αιτήσεων, σχεδίων κλπ. με σκοπό την υπαγωγή στο νόμο αυτό, και στον προαναφερθέντα όρο 12 χωρίς να γίνεται καμία πρόβλεψη οποιασδήποτε επιβάρυνσης ή οποιασδήποτε υποχρέωσης των συνιδιοκτητών να αναλάβουν οι ίδιοι την δαπάνη αναπλάσεως του κτιρίου για την υπαγωγή στο νόμο αυτό. Το επικαλούμενο από την ενάγουσα (με την αγωγή) επιχείρημα ότι μόνον οι ίδιοι οι συνιδιοκτήτες νομιμοποιούντο να ενεργήσουν για την υπαγωγή της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο, δεν καθιστούσε αυτούς και υπόχρεους ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να ανταποκριθούν στην πρόταση της ενάγουσας και να αναλάβουν μια τέτοια δαπάνη προκειμένου να καθίστατο δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον παραπάνω νόμο και κατά συνέπεια να πληρωθεί η δεύτερη προϋπόθεση της παραπάνω αιρέσεως. Το έτερο επιχείρημα εξάλλου που πρόβαλε η ενάγουσα με την αγωγή ότι οι λοιποί (πλην των εναγομένων) 13 συνιδιοκτήτες με το από 9-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν την υποχρέωσή τους από το επίδικο ως άνω συμφωνητικό να της καταβάλουν και πράγματι της κατέβαλαν τελικά ποσό 1.016.868,42 ευρώ, ουδόλως συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι και οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, εφόσον κατά τον βάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων δεν πληρώθηκε η δεύτερη προϋπόθεση της αίρεσης του άρθρου 12 του επίδικου συμφωνητικού, στους προαναφερθέντες όρους του οποίου και μόνον η ενάγουσα θεμελίωνε με την αγωγή τις επίδικες αξιώσεις της. Ορθά επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εξαρτήσεως των συμφωνηθέντων, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ποσών αμοιβής της ενάγουσας από την αναβλητική κατ' άρθρο 201 ΑΚ αίρεση του προαναφερθέντος όρου 12 του συμφωνητικού και περί μη πληρώσεως της δεύτερης προϋποθέσεως της αιρέσεως αυτής και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Όσα επομένως η ενάγουσα αντίθετα υποστηρίζει με τους σχετικούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους της εφέσεως είναι αβάσιμα και πρέπει ν'απορριφθούν". Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, καθώς και τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ιδίου Κώδικα, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν εκτίμησε ορθώς το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, όπως ειδικότερα η αναιρεσείουσα αναφέρει στον πρώτο αυτόν λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος έχει κατά λέξη ως εξής ήτοι: "Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας: α)παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.σε συνδυασμό με άρθρ. 361 και 713 επ. Α.Κ. γιατί δέχτηκε ότι για την παρακώλυση της πλήρωσης της αναβλητικής αιρέσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση υποχρεώσεως, ενώ κατ' άρθρ. 207 Α.Κ. απαιτείται μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. κατά την ερμηνεία των όρων των εγγράφων συμβάσεων, ήτοι των όρων 10, 11 και 12 του από 9/10/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθόσον, αν και διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία, δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για να ερμηνεύσει τις διαλαμβανόμενες στο συμφωνητικό δηλώσεις σύμφωνα με τις διαλαμβανόμενες στις διατάξεις (άρθρα 173,200 Α.Κ.) αρχές προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, ήτοι της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς την στυγνή προσήλωση στις λέξεις. Το ότι προέκυψαν κενά και αμφίβολα σημεία κατά την ερμηνεία των όρων της σύμβασης (ιδιωτικού συμφωνητικού) καθίσταται εναργές από την όλη δομή του σκεπτικού της απόφασης και ειδικότερα: Καίτοι δέχεται ότι διατυπώνεται σε συγκεκριμένο όρο του συμφωνητικού η υποχρέωση της εταιρείας μας "για την σύνταξη αιτήσεως, σχεδίων κ.τ.λ. με σκοπό την υπαγωγή στο νόμο αυτό", δεν δίνει εξήγηση στον ισχυρισμό μας ότι ματαιώθηκε η έκδοση σχετικής απόφασης υπαγωγής στο ν. 2601/1998 γιατί δεν συνέπραξαν οι αντίδικοι οι οποίοι και μόνο ως ιδιοκτήτες του ακινήτου ενομιμοποιούντο, αλλά ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ανέλαβαν την δαπάνη της ανάπλασης. Στο σημείο αυτό το Εφετείο υπέπεσε σε δύο παραβάσεις του νόμου, ήτοι :1) αφενός δέχτηκε ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 207 Α.Κ. απαιτείται παράβαση της σύμβασης και μάλιστα υπαίτια, ενώ η διάταξη απαιτεί μόνο αντίθεση στην καλή πίστη, και 2) δεν αιτιολογεί αν είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης η άρνηση της σύμπραξης των αντιδίκων, που μόνον αυτοί ενομιμοποιούντο. Περαιτέρω, καίτοι δέχεται ότι οι 13, επί συνόλου 19, συνιδιοκτήτες αναγνώρισαν και αποδέχτηκαν την από τη σύμβαση υποχρέωσή τους για το ίδιο κτίριο στη συνέχεια καταλήγει ότι δεν προκύπτει από το γεγονός αυτό υποχρέωση των εναγομένων, γιατί δεν αποδείχτηκε η δεύτερη προϋπόθεση της αίρεσης του άρθρου 12 του συμφωνητικού. Η αιτιολογία αυτή είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά και ανύπαρκτη, γιατί η παρακώλυση της πλήρωσης της αίρεσης του άρθρου 207 Α.Κ., δηλαδή εν προκειμένω η έρευνα της αντένστασής μας, ανακύπτει μετά το βάσιμο της υποχρέωσης, την οποία επικαλεστήκαμε, ήτοι ότι για το ίδιο ζήτημα, την παροχή των αυτών υπηρεσιών για το ίδιο κτίριο οι 13 από τους 19 συνιδιοκτήτες αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους και πληρώνουν, ενώ οι αντίδικοι καλύπτονται πίσω από κενά του εγγράφου συμφωνητικού και αποφεύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Πέραν τούτων στο σημείο αυτό το Εφετείο δεν προσέφυγε στην ερμηνεία των όρων της σύμβασης με προσφυγή στις αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αν και προς στήριξη του αρνητικού για μας πορίσματος χρησιμοποίησε στοιχεία πέραν του εγγράφου και πλείστα όσα επιχειρήματα, τα οποία διαλαμβάνονται στις πιο πάνω παραδοχές και τείνουν στο να άρουν την υπαιτιότητα των εναγομένων για την παρακώλυση της πλήρωσης της αίρεσης (κατά την 2η προϋπόθεση), η οποία και δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρ.207 ΑΚ), αλλ' αρκεί συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, πράγμα που δεν έχει εν προκειμένω την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρ. 93 παρ.3 Συντάγματος). Τέλος, το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθώς το δικόγραφο της αγωγής, κατά το τμήμα του, στο οποίο καθ' υποφοράν, όπως δέχεται, διαλαμβάνεται η εκ του άρθρου 207 Α.Κ. αντένσταση. Ειδικότερα, για να στηρίξει το δυσμενές για μας πόρισμά του κατ' επανάληψη επιχειρηματολογεί ότι οι εναγόμενοι στη σύμβαση, με την οποία υποσχέθηκαν την ένδικη αμοιβή-αποζημίωση, δεν ανέλαβαν υποχρέωση να καταβάλουν την δαπάνη ανάπλασης του κτιρίου. Όμως εμείς δεν εκθέτουμε στο οικείο τμήμα της αγωγής ότι ανέλαβαν τέτοια υποχρέωση, αλλά ότι συνέπραξαν στην πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης πλήρωσης της αίρεσης (βλ. κεφ. ΣΤ' σελ. 13) "Καθ' όσον όμως αφορά τη δεύτερη (β) προϋπόθεση, καίτοι είχαμε πλήρως υλοποιήσει την δική μας συμβατική υποχρέωση για την πραγματοποίηση αυτής, άλλως προβήκαμε σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες προκειμένου ο αγοραστής ή οι ιδιοκτήτες του κτιρίου να έχουν, μετά από τη σχετική κατά νόμο απαιτούμενη αίτηση τη δυνατότητα υπαγωγής στον Αναπτυξιακό Νόμο 2601/98, οι εναγόμενοι (μετά την μη επίτευξη της συμφωνίας αγοραπωλησίας του κτιρίου προς την κατά τον Δεκέμβριο 2003 υποψήφια αγοράστρια "ΡRICΟΑ") αν και οχλήθηκαν από εμάς προς τούτο, σύμφωνα με τα στην αρχή της παρούσας προαναφέρονται, δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες και κυρίως στην έκδοση οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με τα σχέδια ανάπλασης, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από την υποβολή της αίτησής μας για την υπαγωγή στο ν. 2601/1998 και ως εκ τούτου εκ πταίσματος των ιδίων αποκλειστικά δεν κατέστη δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον ως άνω Νόμο". Πρέπει να σημειωθεί ότι σε κανένα άλλο δικόγραφο, όπως προτάσεις, έφεση κ.τ.λ προκύπτει ότι εμείς θέσαμε θέμα ανάληψης δαπάνης από τους αντιδίκους για την ανάπλαση του κτιρίου, πράγμα που αφορούσε αυτούς και τους υποψήφιους αγοραστές. Κατ' ακολουθίαν τούτων η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για πλημμέλειες από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος εν πολλοίς σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, από το ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτουν τα εξής: α. Το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι "για την παρακώλυση της πλήρωσης της αναβλητικής αιρέσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση υποχρεώσεως" (ενώ κατ' άρθρον 207 του ΑΚ απαιτείται μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη), όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά ότι (δέχθηκε το Εφετείο) δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός (αντένσταση κατ' άρθρον 207 του ΑΚ) που η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) πρόβαλε καθ' υποφοράν στην αγωγή ότι "η πλήρωση της αίρεσης αυτής ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των τότε ιδιοκτητών, ήτοι και των εναγομένων", ενώ απεναντίας το Εφετείο δέχεται εν συνεχεία ότι β. δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση των αναιρεσίβλητων-εναγομένων "ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να ανταποκριθούν στην πρόταση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και να αναλάβουν μια τέτοια δαπάνη προκειμένου να καθίστατο δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον παραπάνω νόμο (2601/98), και κατά συνέπεια να πληρωθεί η δεύτερη προϋπόθεση της παραπάνω αιρέσεως", κρίνοντας έτσι (το Εφετείο) ότι η πλήρωση της αιρέσεως δεν εμποδίστηκε από τους εναγομένους αντίθετα προς την καλή πίστη (άρθρο 207 του ΑΚ), σημειουμένου ενταύθα και του ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ισχυρίστηκε τούτο (παρακώλυση πληρώσεως αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη). γ. Το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την αληθή βούληση των συμβληθέντων διαδίκων που εκφράστηκε στους προειρημένους όρους 10,11 και 12 του από 9-10-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ.173 και 200 του ΑΚ) για την ανεύρεση της αληθούς αυτής βουλήσεως των μερών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η δε κατά τα ανωτέρω αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης στην καλή πίστη (και τα συναλλακτικά ήθη) έγινε σχετικά με τη συνδρομή, κατά τις παραδοχές της, παρακώλυσης πληρώσεως της αιρέσεως εκ μέρους των εναγομένων αντίθετα προς τις αρχές αυτές της καλής πίστης. Και, τέλος, δ.το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της μη πληρώσεως, πλασματικώς, κατ' άρθρον 207 παρ.1 του ΑΚ, της αναβλητικής αίρεσης της ένδικης δικαιοπραξίας, από την οποία αίρεση, κατά την αγωγή, είχε εξαρτηθεί το ασκηθέν δικαίωμα αποζημιώσεως της ενάγουσας και της οποίας (αίρεσης) την (πλασματική) πλήρωση που επεκαλείτο η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δεν δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθείσα, κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, αλλά και από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα στήριξε το αίτημά της στον ισχυρισμό ότι "εκ πταίσματος των ιδίων αποκλειστικά" των εναγομένων δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της υπαγωγής, κατόπιν υποβληθείσης αιτήσεως της αναιρεσείουσας, υπόχρεης προς τούτο από την ένδικη σύμβαση, της σχετικής με το αναφερόμενο διατηρητέο κτήριο επένδυσης στον αναπτυξιακό νόμο 2601/1998, αφού, κατά τον ίδιο αγωγικό ισχυρισμό, οι συνιδιοκτήτες του κτηρίου, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), αν και οχλήθηκαν από την ενάγουσα προς τούτο δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες και κυρίως στην έκδοση της οικοδομικής αδείας σύμφωνα με τα σχέδια της ανάπλασης του κτηρίου μέσα σε συγκεκριμένο διάστημα από την υποβολή της αίτησής της για την υπαγωγή του στον ν.2601/98 και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον ως άνω νόμο. Ο ισχυρισμός δε αυτός, μαζί με τους λοιπούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί συνάψεως της ένδικης σύμβασης (κατά το αντικείμενο και την αμοιβή) και εξαρτήσεως της πληρωμής της από την τεθείσα ως άνω αναβλητική αίρεση, αποτελούσαν, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης παραγράφου, την ιστορική βάση της αγωγής, στηριζομένης στις διατάξεις των άρθρων 681 επ. και 201, 207 παρ.1 του ΑΚ, το δικόγραφο της οποίας ορθώς εκτίμησε το Εφετείο. Το ότι δε, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο υπολαμβάνει τον ως άνω ισχυρισμό ως αντένσταση, καθ' υποφοράν περιεχόμενη στην αγωγή (όπως τον υπολαμβάνει και η αναιρεσείουσα), στον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί εξαρτήσεως της αμοιβής της αναιρεσείουσας από την προειρημένη αναβλητική αίρεση που δεν πληρώθηκε, τον οποίο (ισχυρισμό) αν και αποτελεί εν προκειμένω άρνηση της αγωγής το Εφετείο επίσης τον υπολαμβάνει ως ένσταση, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, αφού πρόκειται για σφάλμα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν επηρεάζει το ορθό, κατά τα προεκτεθέντα, διατακτικό της (άρθρ.578 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζονται τα εξής, ήτοι "Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη ότι (η ενάγουσα) "απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 παρ.1 του ΚΠολΔ προβάλλει για πρώτη φορά (με τον πρώτο λόγο της εφέσεως) νέο ισχυρισμό περί ουσιώδους τροποποίησης του από 9.10.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, με την από 13.1.2004 έγγραφη εντολή, επικαλούμενη ότι σ' αυτήν δεν υπήρξε ειδική αναφορά στον όρο 12 του συμφωνητικού - τον οποίο σημειωτέον ότι η ενάγουσα επικαλείτο και παρέθεσε αυτούσιο στην αγωγή -επιχειρώντας απαράδεκτη συμπλήρωση του δικογράφου της αγωγής και μεταβολή των πραγματικών περιστατικών της". Ο ισχυρισμός αυτός δικονομικά αποτελεί αντένσταση στην ένσταση των εναγομένων, η οποία (ένσταση) συνίσταται στο καταλυτικό γεγονός ότι η κατ' αρθρ. 201 ΑΚ υποχρέωση τούτων εξαρτάται και από την έκδοση της άδειας υπαγωγής στο ν. 2601/1998 και η οποία αντένσταση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 207 Α.Κ., συνάμα και στην κατ' αρθρ. 361 Α.Κ. επίκληση της τροποποίησης του όρου του συμφωνητικού, που προέβλεπε την άδεια, με την από 13/1/2004 επιστολή των εναγομένων, στην οποία δεν διελαμβάνετο ο όρος αυτός. Με βάση τη δικονομική αυτή θέση, η επίκληση της τροποποίησης παραδεκτώς γίνεται με την προθήκη των προτάσεων κατ'αρθρ.237 παρ.3 περ.γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην αγωγή μας, κατά την αναφορά στον όρο 5 του από 9/10/2003 συμφωνητικού δύο φορές αναφέρεται η από 13/1/2004 έγγραφη εντολή, όπως (βλ. σελ. 7 της αγωγής): α) "Η αναφερόμενη ανωτέρω έγγραφη εντολή εδόθη τελικά στην εταιρεία μας στις 13/1/2004" και β) "Στην εν λόγω από 13/1/2004 έγγραφη εντολή γίνεται αναφορά και στο δικαίωμα πώλησης του ακινήτου από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες, σε περίπτωση ευρέσεως αγοραστή από αυτούς ...". Περαιτέρω, στην προσθήκη των προτάσεων, που καταθέσαμε στον πρώτο βαθμό προς απόκρουση της ένστασης των εναγομένων, παραδεκτώς επικαλεστήκαμε την από 13/1/2004 έγγραφη εντολή στην παρ. Ι (7) και στην παρ. II (4), όπως: "Επικαλούμεθα επίσης και παραθέτουμε το σχετικό τμήμα της δεύτερης παραγράφου της από 13/1/2004 αποκλειστικής εντολής προς πώληση ακινήτου...". Το πρωτόδικο δικαστήριο, καίτοι δέχτηκε την έγγραφη αυτή εντολή των εναγομένων προς την εταιρεία μας, δεν εξέφερε κρίση σχετικά με την προβλεπόμενη σ' αυτή αμοιβή, η οποία αποτελεί και την ένδικη διαφορά. Κατόπιν τούτων με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυριστήκαμε: "Επειδή, κατά εσφαλμένη ερμηνεία του αποδεικτικού υλικού, η εκκαλουμένη αν και αναφέρεται ρητά στην από 13/1/2004 έγγραφη και αποκλειστική εντολή όλων των συνιδιοκτητών (συμπεριλαμβανομένων και των αντιδίκων) προς εμάς για την εξεύρεση νέου αγοραστού και πωλήσεως του κτιρίου, δεν την ερμήνευσε σωστά και εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή μας. Ειδικότερα η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της, ότι η παραπάνω νεότερη εντολή, που μας δόθηκε μετά την αποχώρηση του υποδειχθέντος από εμάς και μέχρι τότε ενδιαφερομένου αγοραστή ΡRICOA (που ενδιαφερόταν και για την αναμόρφωση του κτιρίου και την υπαγωγή της σχετικής επένδυσης στο Ν. 2601/1998) τροποποιούσε ουσιωδώς το από 9 Οκτωβρίου 2003 μεταξύ μας συμφωνητικό. Προκειμένου να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα μετά την αποχώρηση της ΡRICOA με τη νεότερη και αποκλειστική αυτή εντολή, οι συνιδιοκτήτες μεταξύ των οποίων και οι αντίδικοι, ανέθεσαν στην εταιρεία μας την πώληση του κτιρίου, σύμφωνα με τους όρους 6 και 7 του από 9 Οκτωβρίου 2003, συμφωνητικό, χωρίς ειδική αναφορά στον όρο 12 αυτού, δεδομένου ότι η χρησιμοποίηση της εργασίας μας για την αναμόρφωση του κτιρίου και την υπαγωγή της σχετικής επένδυσης στο ν. 2601/1998 και την πλήρωση και της δεύτερης των προϋποθέσεων/αιρέσεων γινόταν πλέον δυνητική και θα εξαρτιόταν από την ανεύρεση νέου αγοραστή που θα ενδιαφερόταν και για την υπαγωγή του κτιρίου στις διατάξεις του Νόμου 2601/1998, σύμφωνα με τα σχέδια μας (όπως στην περίπτωση της ΡRICOA) ή από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες". Το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό μας αυτό παραβίασε αφενός ευθέως το νόμο, ήτοι τις διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η αγωγή (άρθρ. 361, 713 επ, 201, 207 Α.Κ), γιατί δεν εκτίμησε ορθώς το περιεχόμενο αυτής και αφετέρου κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον σχετικό ισχυρισμό μας, γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί για πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού α)ο αναφερόμενος ισχυρισμός περί τροποποιήσεως του όρου 12 του ειρημένου από 9-3-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού με την επικαλούμενη από 13-1-2004 (μεταγενέστερη) έγγραφη εντολή, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, απαλείφθηκε ο ανωτέρω όρος 12 του αρχικού συμφωνητικού και κατ'επέκταση και η περιεχόμενη σ'αυτόν και αναφερόμενη στην αγωγή ως άνω αναβλητική αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η αμοιβή της αναιρεσείουσας, δεν συνιστά (ο ανωτέρω ισχυρισμός), όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αντένσταση της τελευταίας (ως ενάγουσας) κατά του ισχυρισμού των εναγομένων περί υπάρξεως της αναβλητικής αυτής αίρεσης και μη πληρώσεώς της, που αποτελεί (ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός), κατά τα αμέσως προεκτεθέντα (σχετικά με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου), άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, όπως επίσης υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, επομένως δε β)ο ισχυρισμός αυτός (της αναιρεσείουσας-ενάγουσας), που δεν περιείχετο στην αγωγή και με τον οποίο πράγματι επιχειρείται μεταβολή της βάσεως της αγωγής, απαραδέκτως, κατά το άρθρο 237 παρ.3 του ΚΠολΔ, προτάθηκε με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, τις οποίες αυτή επικαλείται, καθώς και ενώπιον του Εφετείου, με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, όπως ορθώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν -λόγο εφέσεως και το οποίο επομένως ούτε τις διατάξεις των άρθρων 361, 713 επ., 201 και 207 του ΑΚ παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Τέλος, η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ.176 του ΚΠολΔ) και δεν χρειάζεται ειδική αιτιολογία, ο δε συμψηφισμός, ενόλω ή εν μέρει, της δικαστικής δαπάνης (και) στην περίπτωση κατά την οποία ο κανόνας δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ.179 του ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.2 του ν.2915/01) απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. και ΑΠ 859/02). Επομένως η κρίση του Εφετείου, που απέρριψε τον σχετικό με την επιβληθείσα πρωτοδίκως στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε δικαστική δαπάνη λόγο εφέσεως με την αιτιολογία ότι "απορριφθείσης της αγωγής ορθά κατ' άρθρο 176 του ΚΠολΔ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στην ενάγουσα τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, εφόσον αυτή ηττήθηκε, και δεν υπερχεούτο, αλλά ηδύνατο να συμψηφίσει αυτήν για την παρούσα υπόθεση μόνον στην περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν δυσχερής, περίπτωση που δεν συμβαίνει εν προκειμένω", δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και ο τρίτος και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 179 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
IV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL ADVANTAGE CORPORATION" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1219/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαιοπραξία. Αίρεση αναβλητική. Πλήρωση της αιρέσεως, πραγματική (ΑΚ 201) ή πλασματική (ΑΚ 207§1). Αποτελέσματα. Προϋποθέσεις πλασματικής πλήρωσης. Όποιος ασκεί δικαίωμα που εξαρτήθηκε από πληρωθείσα ήδη αναβλητική αίρεση οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει εκτός των άλλων και την πλήρωση της αιρέσεως, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του. Αναίρεση. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Δικαστική δαπάνη. Συνέπεια της αρχής της ήττας. Η καταδίκη στη δικαστική δαπάνη ή ο συμψηφισμός της δεν χρειάζεται ειδική αιτιολογία και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [Επικυρώνει την Εφ. Αθ. 1219/2009].
| null | null | 0
|
Αριθμός 175/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ν. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαγλάρα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.652/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή με αριθμό 170/15-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την από 20-12-2010 αίτηση του Ν. Π. του Β., εκπαιδευτικού, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ' αριθμ. 652/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η με την περίπτωση 2 της παραγράφου 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελούν τα αναφερόμενα στο τμήμα εκείνο του δικανικού συλλογισμού που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της οικείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γιατί το μέρος αυτό του δικανικού συλλογισμού, όταν είναι εσφαλμένο, ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως για τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Ε Κ.Π.Δ). Δεν μπορούν επίσης να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Την σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη από 20-12-2010 αίτησή του, ο Ν. Π., εκπαιδευτικός, κάτοικος ..., ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 652/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η απόφαση αυτή η οποία εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων την 8-7-2008, κατέστη ήδη αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής από τον καταδικασθέντα ή τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναίρεση, εντός των προβλεπόμενων από τα άρθρα 473 παρ. 1, 2 και 505 παρ. 2 Κ.Π.Δ προθεσμιών, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ' αριθμ. 1966/2010 και 1/2011 πιστοποιητικά των Γραμματέων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Λάρισας. Με την προαναφερθείσα απόφαση καταδικάστηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί μια τριετία για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω αποφάσεως, η πράξη για την οποία καταδικάστηκε o ανωτέρω αιτών συνίσταται στο ότι στην Λάρισα, την 19-3-2001, ενεργώντας με πρόθεση, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, κάνοντας επιπλέον και χρήση αυτού. Ειδικότερα, κατάρτισε την με ημερομηνία 8-5-2000 αίτησή του που απευθυνόταν προς τον πρόεδρο του Π.Υ.Σ.Δ.Ε και Προϊστάμενο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας Σ. Κ., την οποία φέρεται ότι κατέθεσε αυθημερόν στην Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας και έλαβε τον αριθμό πρωτ. 1881α /8-5-2000 της ιδίας ως άνω υπηρεσίας, με την οποία αιτείτο την εξαίρεση του Γ. Κ., ο οποίος είχε οριστεί ανακριτής για την διεξαγωγή ένορκης διοικητικής εξέτασης σε βάρος του ιδίου (κατηγορουμένου). Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση πλαστού αντιγράφου της ως άνω αιτήσεως το οποίο κατάρτισε ο ίδιος, τα μέλη του Π.Υ.Σ.Δ.Ε Ν. Λάρισας, ενώπιον των οποίων είχε κληθεί να απολογηθεί την 19-3-2001, ότι η εν λόγω αίτηση εξαίρεσης είχε πράγματι κατατεθεί ήδη από 8-5-2000 στην ως άνω υπηρεσία. Το ως άνω αντίγραφο όμως ήταν πλαστό, καθώς αυτό όπως και η πρωτότυπη αίτηση δεν είχαν κατατεθεί και ως εκ τούτου δεν είχαν λάβει τον αναγραφόμενο επί του αντιγράφου αυτού υπ' αριθμ. 1881α /8-5-2000 αριθμό πρωτοκόλλου της εν λόγω υπηρεσίας, επιπλέον δε η υπηρεσιακή σφραγίδα επ' αυτού ήταν διαφορετική από την πραγματική. Στη συνέχεια, έκανε χρήση του πλαστού αυτού αντιγράφου, καθώς το υπέβαλε, μεταξύ άλλων εγγράφων, ως δικαιολογητικό προκειμένου να υποστηρίξει την με αριθμό πρωτοκόλλου 82/19-3-2001 ένστασή του ενώπιον του ιδίου ως άνω πειθαρχικού οργάνου, αιτούμενος μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υπ' αριθμ. Α.Π 67/8-3-2001 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου και της έως τότε διεξαχθείσης σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας στο σύνολό της, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω (πλαστής) αίτησής του για εξαίρεση του Γ. Κ., παρότι είχε κατατεθεί στην εν λόγω υπηρεσία ήδη από 8-5-2000. Η υποβολή του άνω πλαστού εγγράφου προς υποστήριξη της ανωτέρω ενστάσεώς του, είχε ως συνέπεια τη αναβολή της διαδικασίας ενώπιον του άνω πειθαρχικού οργάνου για την δικάσιμο της 29-3-2001. Με την κρινόμενη από 20-12-2010 αίτησή του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 652/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εκθέτοντας σ' αυτήν ότι αδίκως καταδικάστηκε για έγκλημα που δεν διέπραξε, επικαλούμενος ως νέα στοιχεία που δικαιολογούν την αποδοχή της αίτησής του αυτής το ότι μετά τη καταδίκη του, μετά από γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης πειθαρχικής προκαταρκτικής δικογραφίας, αποδείχθηκε ότι οι φερόμενες ως πλαστές ενδείξεις στο αντίγραφο της από 8-5-2000 αίτησής του και πιο συγκεκριμένα ο αριθμός πρωτοκόλλου "1881α" και η ημερομηνία "8-5-2000", είχαν τεθεί δια χειρός της τότε γραμματέως του ΠΥΣΔΕ Λάρισας Ι. Κ., γεγονός δηλωτικό ότι το αντίγραφο αυτό δεν το είχε καταρτίσει ο ίδιος και συνεπώς δεν ήταν πλαστό. Ειδικότερα επικαλείται το πόρισμα της από μηνός Μαΐου 2009 έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., η οποία διενεργήθηκε κατόπιν των υπ' αριθμ. 11604/19-11-2008 και 1773/9-3-2009 διοριστήριων εγγράφων του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, σύμφωνα με το οποίο οι εγγραφές που περικλείονται στην σφραγίδα πρωτοκόλλου της από 8-5-2000 αιτήσεως του Ν. Π., που είχε ως θέμα της την εξαίρεση του Κόρακα από την διενέργεια της σε βάρος του Ε.Δ.Ε, πιθανολογήθηκε ότι είχαν τεθεί από την Εκπαιδευτικό Γ. Κ., γραμματέα του Π.Υ.Σ.Δ.Ε Λάρισας και εντάσσονταν στην γραφική της συνήθεια, ενώ δεν κατέστη δυνατή η απόφανση περί της γνησιότητας ή μη της ορθογώνιας σφραγίδας πρωτοκόλλου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, που περιέκλειε τις ενδείξεις αυτές, για τους λόγους που αναφέρονται στην σελίδες 22 και 23 της σχετικής έκθεσης (βλ. την προσαγόμενη έκθεση). Όμως η έκθεση αυτή, πέραν των όποιων ευλόγων αποριών και ενστάσεων μπορεί να διατυπώσει κάποιος για το τελικό της συμπέρασμα και την πειστικότητα των επιχειρημάτων που το τεκμηριώνουν, ιδία ενόψει του ότι φέρεται να καταλήγει στο συμπέρασμα περί του ότι οι αμφισβητούμενες ενδείξεις "1881α /8-5-00" που είχαν χαραχθεί εντός του πλαισίου της ορθογώνιας σφραγίδας πρωτοκόλλου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, είχαν χαραχθεί δια χειρός της Ι. Κ., καίτοι το υπό εξέταση γραφολογικό υλικό ήταν εντελώς πτωχό, αποτελούμενο από μόλις το μικρό γράμμα "α" της αλφαβήτου και οκτώ Αραβικούς αριθμούς και μάλιστα όχι στο πρωτότυπο αλλά σε φωτοτυπικό αντίγραφο, αυτή καθ' εαυτή η έκθεση δεν καθιστά φανερή την αθωότητα του αιτούντος. Τούτο διότι το εκδόν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, μεταξύ των άλλων στοιχείων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από 24-10-2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του γραφολόγου Δ. Θ., ο οποίος είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με την ήδη προσαγόμενη έκθεση του Π. Τ., ότι δηλαδή οι επίμαχες ενδείξεις επί του αντιγράφου της αίτησης εξαιρέσεως που φερόταν ότι είχε υποβάλλει ο τότε κατηγορούμενος Ν. Π. στην Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, δεν είχαν χαραχθεί δια χειρός του, αλλά από τρίτο πρόσωπο (κατά τον κατηγορούμενο από την Ι. Κ.), πλην όμως το δικαστήριο απέρριψε το συμπέρασμα αυτό με την αιτιολογία ότι η γνωμοδότηση "δεν ήταν πειστική" και ότι το δικαστήριο πείστηκε ότι οι ενδείξεις αυτές είχαν χαραχθεί από τον κατηγορούμενο, "ο οποίος επέλεξε για την αίτησή του τον αριθμό "1881α" αφού ο αριθμός "1881" αφορούσε, όπως προαναφέρθηκε, έγγραφο του Γυμνασίου Βαμβακούς προς το Υπουργείο Παιδείας, γεγονός που αυτός γνώριζε. Εξάλλου, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη πρωτοκολληθεί και να μη παρουσιασθεί η πιο πάνω αίτηση εξαίρεσης με την ημερομηνία που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, εφόσον είχε δικαίωμα, πράγμα που καλώς γνώριζε, να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή Γ. Κ., ο ίδιος δε είχε ωφέλεια από την αποδειχθείσα πιο πάνω παράνομη ενέργειά του, που συνίσταται, στην αναβολή του Συμβουλίου και στη μεταβολή έτσι, λόγω παρέλευσης κάποιου χρονικού διαστήματος, των δυσμενών συνεπειών σε βάρος του και κυρίως του άσχημου κλίματος σε βάρος του λόγω αναφορών και από τον σύλλογο καθηγητών και από τον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων". Την επιχειρηματολογία αυτή του δικαστηρίου υπέρ της ενοχής του τότε κατηγορουμένου και ήδη αιτούντος, υιοθετούμε και εμείς. Προσθέτοντας μόνο, προς απόκρουση του αβάσιμου ισχυρισμού του περί του ότι καταδικάστηκε για πράξη που δεν τέλεσε, το ότι το πρωτότυπο της αίτησης που δήθεν υπέβαλε, ουδέποτε βρέθηκε στα αρχεία της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, ούτε καταχωρήθηκε στο πρωτόκολλό της, η προσθήκη δε του μικρού αριθμού "α" παραπλεύρως του αύξοντα αριθμού 1881, καίτοι δεν υπήρχε κανένας προς τούτο λόγος, δείχνει αυθαίρετη ενέργεια σε σχέση με την κανονική τήρηση του πρωτοκόλλου, την οποία κανείς υπάλληλος δεν είχε συμφέρον να τη κάνει, πλην του ωφελούμενου από την σε μεταγενέστερο χρόνο εμφάνιση του υποτιθέμενου γνήσιου αντιγράφου του πρωτοτύπου, δηλαδή ο ίδιος ο αιτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρ. 583 ιδίου Κώδικα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 20-12-2010 αίτηση του Ν. Π. του Β., εκπαιδευτικού, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ' αριθμ. 652/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 14 Απριλίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που εξέδωσαν αυτήν, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εν προκειμένω, με την υπό κρίση από 20-10-2010 αίτηση, με την οποία ο αιτών Ν. Π. του Β. επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 552/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την υπ' αριθμό 652/2008 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο συνάγεται από το με αριθμό πρωτοκόλλου 1966/2010 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, και ειδικότερα, του ότι "στη Λάρισα, στις 19 Μαρτίου 2001, ενεργώντας με πρόθεση κατήρτισε τη με ημερομηνία 8.5.2000 αίτηση του, την οποία φέρεται ότι κατέθεσε την ίδια ημερομηνία στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας και έλαβε τον αριθ. πρωτοκόλλου 1881α/8.5.2000 της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας, την οποία φέρεται ότι απηύθυνε προς τον Πρόεδρο της ΠΥΣΔΕ και Προϊστάμενο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Λάρισας Σ. Κ. και αιτείτο την εξαίρεση του Γ. Κ., ο οποίος είχε ορισθεί ανακριτής προς διεξαγωγή ένορκης διοικητικής εξέτασης σε βάρος του ιδίου (κατηγορουμένου) Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αντιγράφου της άνω φερόμενης κατατεθείσης στην άνω υπηρεσία αιτήσεως τα μέλη της ΠΥΣΔΕ Ν. Λάρισας, ενώπιον των οποίων είχε κληθεί να απολογηθεί τη 19.3.2001 κατά τη διάρκεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ότι πραγματική η εν λόγω αίτηση εξαίρεσης είχε κατατεθεί ήδη από 8.5.2000 στην άνω Υπηρεσία. Το ως άνω έγγραφο ήταν πλαστό, καθώς δεν είχε κατατεθεί και ως εκ τούτου δεν είχε λάβει τον αναγραφόμενο 1881α/8.5.2000 αριθμό πρωτοκόλλου της εν λόγω υπηρεσίας και επιπλέον η υπηρεσιακή σφραγίδα επί της άνω αιτήσεως ήταν διάφορη της πραγματικής. Επιπλέον, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καθώς το υπέβαλε μεταξύ άλλων εγγράφων, ως δικαιολογητικό προς υποστήριξη της με αρ. 82/19.3.2001 ενστάσεως του ενώπιον του ιδίου ως άνω πειθαρχικού οργάνου (κατά της με ΑΠ 67/8.3.2001 απόφασης του με την οποία κλήθηκε σε απολογία), αιτούμενος, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και της έως τότε διεξαχθείσης σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας στο σύνολο της, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω (πλαστής) αίτησης του για την εξαίρεση του Γ. Κ., παρότι είχε κατατεθεί στην ανωτέρω υπηρεσία ήδη από 8.5.2000. Η υποβολή του άνω πλαστού εγγράφου προς υποστήριξη της ανωτέρω ενστάσεως του είχε συνέπεια την αναβολή της διαδικασίας ενώπιον του άνω πειθαρχικού οργάνου για τη δικάσιμο της 29.3.2001". Ήδη, με την υπό κρίση αίτησή του, ο παραπάνω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης 652/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εκθέτοντας σ' αυτήν ότι αδίκως καταδικάστηκε για έγκλημα, το οποίο δεν διέπραξε, επικαλούμενος ως νέα στοιχεία που δικαιολογούν την αποδοχή της αιτήσεως του, ότι μετά την καταδίκη του, ύστερα από γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε στα πλαίσια άλλης προκαταρκτικής δικογραφίας, αποδείχθηκε ότι οι φερόμενες ως πλαστές ενδείξεις στο αντίγραφο της από 8 Μαΐου 2000 αιτήσεως του και πιο συγκεκριμένα ο αριθμός πρωτοκόλλου "1881α" και η ημερομηνία "8.5.2000" είχαν τεθεί από την τότε γραμματέα του ΠΥΣΔΕ Λάρισας Ι. Κ., γεγονός δηλωτικό ότι το αντίγραφο αυτό δεν το είχε καταρτίσει ο ίδιος και συνεπώς δεν ήταν πλαστό. Ειδικότερα; ο αιτών επικαλείται το [πόρισμα της από Μαΐου 2009 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., η οποία διενεργήθηκε ύστερα από τα 11.604/19.11.2008 και 1773/9.3.2009 διοριστήρια έγγραφα του προϊσταμένου της Διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Λάρισας. Σύμφωνα με το ως άνω πόρισμα, οι εγγραφές που περικλείονται στη σφραγίδα πρωτοκόλλου της από 8 Μαΐου 2008 αιτήσεως του Ν. Π., που είχε ως θέμα της την εξαίρεση του πειθαρχικού ανακριτή Γ. Κ. από τη διενέργεια της σε βάρος του ΕΔΕ πιθανολογήθηκε ότι είχαν τεθεί από την εκπαιδευτικό Γ. Κ., γραμματέα του ΠΥΣΔΕ Λάρισας και εντάσσονταν στη γραφική της συνήθεια, ενώ δεν κατέστη δυνατή η απόφανση για τη γνησιότητα ή μη της ορθογώνιας σφραγίδας πρωτοκόλλου της Διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Λάρισας, που περιέκλειε τις ενδείξεις αυτές, για τους λόγους που αναφέρονται στις σελίδες 22 και 23 της σχετικής εκθέσεως. Όμως, η έκθεση αυτή δεν καθιστά φανερή την αθωότητα του αιτούντος, διότι το Δικαστήριο που καταδίκασε τον αιτούντα, μεταξύ των άλλων στοιχείων, που έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και την από 24.10.2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του γραφολόγου Δ. Θ., ο οποίος είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, με τη ν ήδη επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αιτούντα έκθεση του Π. Τ., ότι δηλαδή οι επίμαχες ενδείξεις στο αντίγραφο της αιτήσεως εξαιρέσεως που φερόταν ότι είχε υποβάλλει ο αιτών Ν. Π. στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως Λάρισας δεν είχαν τεθεί απ' αυτόν αλλ' από τρίτο πρόσωπο και δη από την Ι. Κ.. Όμως, το Δικαστήριο απέρριψε το συμπέρασμα αυτό με την αιτιολογία ότι η γνωμοδότηση "δεν ήταν πειστική" και ότι το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι ενδείξεις αυτές είχαν τεθεί από τον κατηγορούμενο "ο οποίος επέλεξε για την αίτηση του τον αριθμό "1881α", αφού ο αριθμός "1881" αφορούσε έγγραφο του Γυμνασίου Βαμβακούς προς το Υπουργείο Παιδείας, γεγονός που αυτός γνώριζε. Εξάλλου δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη πρωτοκολληθεί και να μη παρουσιασθεί η πιο πάνω αίτηση εξαίρεσης, με την ημερομηνία που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, εφόσον είχε δικαίωμα, πράγμα που καλώς γνώριζε, να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή Γ. Κ., ο ίδιος δε είχε ωφέλεια από την αποδειχθείσα πιο πάνω παράνομη ενέργεια του, που συνίσταται στην αναβολή του συμβουλίου και στη μεταβολή έτσι, λόγω παρέλευσης κάποιου χρονικού διαστήματος, των δυσμενών συνεπειών σε βάρος του και κυρίως του άσχημου κλίματος σε βάρος του, λόγω αναφορών και από τον Σύλλογο των Καθηγητών και από τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων". Επομένως, το επικαλούμενο από τον αιτούντα στοιχείο, δηλαδή η νέα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη δεν είναι νέο, σύμφωνα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού το συμπέρασμα της γραφολογικής αυτής εκθέσεως είχε εκφρασθεί και με την προηγούμενη γραφολογική εξέταση του γραφολόγου Δ. Θ., η οποία είχε εκτιμηθεί τότε από το Δικαστήριο, το οποίο την θεώρησε μη πειστική, εν πάση δε περιπτώσει από το πόρισμα αυτής §εν καθίσταται φανερή η αθωότητα του αιτούντος.
Συνεπώς η αίτηση του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Ν. Π. του Β., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 652/18.4.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Αναιρέσεως απόρριψη, Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 174/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε. Κ. του Δ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 627/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1556/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 80/16.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1, περ. 2, 527§1,3 και 528 ΚΠΔ την από 25/11/2010 αίτηση του Ε. Κ. του Δ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 627/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 8 ετών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τα δίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων νεώτερες των προηγουμένως εξετασθεισών, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που αγγίζει την βεβαιότητα, και όχι πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 445/09, ΑΠ 1222/08, 1207/08).
ΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, η παρά πάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την με αριθμό 1108/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της τελευταίας δε απόφασης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. (βλ. σχετική βεβαίωση με αριθμό 5149/2010 του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι: Στον ..., στις 28-9-1999 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα (ολικά ή εν μέρει) κινητά πράγματα που έχουν ιδιαίτερα μεγάλη αξία και που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, καθόσον του τα εμπιστεύθηκαν με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέλαβε από τις αποθήκες της εταιρίας "Ένωση Μακεδονίας Φ. Λ. Ο.Ε." τα κατωτέρω περιγραφόμενα εμπορεύματα συνολικής αξίας 50.000.000 δραχμών, ήτοι 146.735,14 ευρώ, με τη συμφωνία να τα μεταφέρει επ' αμοιβή με το φορτηγό ιδιοκτησίας του εργοστασίου κατασκευής VOLVO F-16 στην Κομοτηνή. Συγκεκριμένα παρέλαβε προκειμένου να τα μεταφέρει τα εξής εμπορεύματα: 1) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172364 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρείας με αποστολέα τον Ο.Τ.Ε. Α.Ε και παραλήπτη τον Ο.Τ.Ε. Κομοτηνής, 8 δέματα αξίας 8.640.000 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 7483/1999 τιμολόγιο, 2) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172365 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "UNIFON ΑΕ" και παραλήπτη την ίδια εταιρία κατάστημα Κομοτηνής, 1 δέμα αξίας 198.534 δραχμών σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 47870/1999, 411755/1999 και 47869/1999 τιμολόγια, 3) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172366 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "Τ. Γ. ή Ι.Ο.Ε." και παραλήπτρια την Α. Χ., 1 δέμα με ενδύματα αξίας, 218.300 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 00195/1999 τιμολόγιο, 4) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172367 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "Λ. Ψ. AΕ" και παραλήπτη τον Μ. Μ., 1 δέμα εσώρουχα αξίας 116.584 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 6982/1999 τιμολόγιο, 5) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172368 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "Λ. Ψ. Α.Ε." και παραλήπτη την εταιρία "Χ. Ν.. Και ΣΙΑ Ο.Ε.", 1 δέμα εσώρουχα, αξίας 322.435 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 6970/1999 τιμολόγιο, 6) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172369 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "FRANKE ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" και παραλήπτη την εταιρία "Π. Χ.-Π. M.. OE" 8 δέματα με διάφορα εμπορεύματα αξίας 220.525 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 55262/1999 τιμολόγιο, 7) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172370 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "ΧΑΡΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" και παραλήπτη το υποκατάστημα Κομοτηνής της "Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", 3 δέματα μηχανογραφικών εντύπων αξίας 49.500 σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 16159/1999, 8) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172371 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "INTERCAR ΑΕ" και παραλήπτη τον Α. Χ., 2 δέματα με ανταλλακτικά αυτοκινήτων αξίας 126.395 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 3209/1999 τιμολόγιο, 9) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172372 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα τον Ο.Τ.Ε ΑΕ και παραλήπτη τον Ο.Τ.Ε. ΑΕ υποκατάστημα Κομοτηνής, 2 δέματα με υλικά ΟΤΕ αξίας 2.077.330 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 11663/1999 τιμολόγιο, 10) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172373 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα τον ΟΤΕ AE. και παραλήπτη τον ΟΤΕ ΑΕ υποκατάστημα Κομοτηνής, 1 δέμα με υλικά ΟΤΕ αξίας 273.185 και 325.141 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 11666 τιμολόγιο, 11) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172374 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα τον ΟΤΕ ΑΕ και παραλήπτη τον ΟΤΕ ΑΕ υποκατάστημα Κομοτηνής, 2 δέματα αξίας 114.559 δραχμών σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 11683 τιμολόγιο, 12) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172375 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "ALKA TRADING ΕΠΕ και παραλήπτη την Ι. Ι., 1 δέμα αξίας που δεν προσδιορίσθηκε εισέτι στην ανάκριση σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 186/1999 τιμολόγιο, 13) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172376 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "Σ. ΑΕ" και παραλήπτη τη Β. Ν., 19 ρολά χαλιά αξίας 4.476 ευρώ σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 51513 τιμολόγιο, 14) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172377 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "Α. Σ. ΕΠΕ" και παραλήπτη την εταιρία "Α. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" 20 δέματα κονσέρβες αξίας 504.332 δραχμών, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 1205/1999 τιμολόγιο, 15) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172378 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "ΓΙΟΥΝΑΙΤΕΝΤ ΝΤΙΣΤΙΛΛΕΡΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και παραλήπτη την εταιρία ΑΦΟΙ Ζ. OE" 1283 δέματα με οινοπνευματώδη ποτά αξίας 23.609.729 δραχμών, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 44638/1999 τιμολόγιο, 16) δυνάμει της υπ' αριθμ. 172379 φορτωτικής εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με αποστολέα την εταιρία "ΓΙΟΥΝΑΙΝΤΕΝΤ ΝΤΙΣΤΙΛΛΕΡΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και παραλήπτη την εταιρία "ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕΒΕ" 20 δέματα με οινοπνευματώδη ποτά αξίας 209.453 δραχμών. Αυτός όμως, παρότι ήταν εντολοδόχος δεν παρέδωσε τα πράγματα αυτά τα οποία έχουν ιδιαίτερα μεγάλη αξία, κατά τα προαναφερόμενα, στον ως άνω τόπο προορισμού, σύμφωνα με την εντολή που είχε λάβει, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το Δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, κατέληξε βασισθέν στην κατάθεση του μάρτυρα Γ. Φ. καθώς και στα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία ανέγνωσε και έλαβε υπόψη. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, διατείνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε αναιτιολόγητα ότι τέλεσε το αδίκημα της υπεξαίρεσης, δεδομένου ότι το φορτηγό που οδηγούσε δεν ανήκε σ' αυτόν, αλλά στην Τ. Κ., ότι το αυτοκίνητο παρουσίασε βλάβη και το παρέδωσε στην τελευταία μαζί με τα εμπορεύματα που μετέφερε, αυτή δε αφήρεσε τα εμπορεύματα από το όχημα και τα κατακράτησε προς ίδιον όφελος. Προς ευδοκίμηση της αίτησής του ως νέα γεγονότα και αποδείξεις προσκομίζει α) το με αριθμό πρωτοκόλλου 13549/2010 έγγραφο του τμήματος Αδειών κυκλοφορίας της Δ/νσης Μεταφορών της Νομαρχίας Αθηνών από το οποίο προκύπτει ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό δημόσιας χρήσης ανήκει στην Τ. Κ., β) το με αριθμό 47426/2010 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας από το οποίο προκύπτει ότι το πιο πάνω όχημα είναι ένας συρμός χρώματος μπλε και ότι πέραν αυτού η Τ. Κ. δεν κατέχει άλλο φορτηγό. Όμως τα ανωτέρω εκτεθέντα και προσκομισθέντα στοιχεία δεν αποτελούν νέα γεγονότα ικανά να θεμελιώσουν λόγο δικαιολογούντα την επανάληψη της διαδικασίας και που καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο αιτών δεν υπεξαίρεσε τα εμπορεύματα τα οποία παρέλαβε από τις αποθήκες της εταιρείας "Ένωση Μακεδονίας Φ. Λ. Ο.Ε.". Άλλωστε τον ίδιο ισχυρισμό είχε προβάλλει και στο δικάσαν δικαστήριο, δηλαδή ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του και τα εμπορεύματα τα υπεξαίρεσε η Τ. Κ., ο οποίος όμως δεν έγινε δεκτός με την έκδοση της καταδικαστικής για τον αιτούντα απόφασης.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 25/11/2010 αίτηση του Ε. Κ. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 627/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 25-11-2010 αίτησή του, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη με αρ. 627/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δια της οποίας αυτός καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών, για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ απορρίφθηκε ασκηθείσα έφεση του αιτούντος κατ' αυτής και δεν ασκήθηκε αναίρεση κατά της απορρίψασας την έφεση αποφάσεως. Ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών προβάλλει με την αίτηση, ότι ανακύπτουν νέα στοιχεία επί των συνθηκών τελέσεως του άνω εγκλήματος, που καθιστούν δράστη της γενόμενης κατά την 28-9-1999 υπεξαίρεσης, την Τ. Κ., ιδιοκτήτρια του φορτηγού αυτοκινήτου, που είχε πλαστή άδεια κυκλοφορίας, το οποίο αυτός απλώς οδηγούσε και με το οποίο μετέφερε τα υπεξαιρεθέντα εμπορεύματα και δη επικαλείται ως νέες αποδείξεις: α) το με αρ. πρωτ. 13549/2010 έγγραφο του Τμήμ. Αδειών κυκλοφορίας της Δνσης Μεταφορών της Νομαρχίας Αθηνών και β) το με αρ. πρωτ. 47426/2010 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας. Από τα δύο αυτά επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφα προκύπτει ότι το με αρ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, αποχαρακτηρίστηκε στις 28-7-1999 και μεταβιβάστηκε ως εμπόρευμα και ανήκει κατά κυριότητα από 10-8-1999 στην Τ. Κ., δια του 40502/10-8-2009 συμβολαιογραφικού συμβολαίου και ότι το όχημα αυτό είναι ένας συρμός ελκυστήρας εργοστασίου ΒΟΛΒΟ, χρώματος μπλέ και ότι πέραν αυτού η ανωτέρω ιδιοκτήτρια και κάτοχος δεν κατέχει άλλο φορτηγό αυτοκίνητο. Όμως, από την 627/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δια της οποίας ο αιτών οδηγός του παραπάνω φορτηγού ψυγείου αυτοκινήτου καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών, για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και δη εμπορευμάτων που αυτός σαν οδηγός παρέλαβε και μετέφερε με το παραπάνω αυτοκίνητο, προκύπτει μεν ότι δεν αναγνώσθηκαν τα παραπάνω δύο έγγραφα και αποτελούν νέες αποδείξεις, πλην όμως, προκύπτει ότι ο αιτών- καταδικασθείς, κατά την απολογία του στη δίκη, είχε και τότε αρνηθεί την κατηγορία και είχεν ισχυρισθεί ότι σαν οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, λόγω βλάβης στο δρόμο των Διαβατών, το παράδωσε μαζί με τα εμπορεύματα στην ανωτέρω ιδιοκτήτρια και αυτή παρέλαβε το φορτίο, δηλαδή τα εμπορεύματα, πράγμα που δεν δέχθηκε το δικαστήριο, ότι δηλαδή τα εμπορεύματα υπεξαίρεσε η άνω ιδιοκτήτρια και όχι αυτός που ήταν οδηγός. Το γεγονός ότι στην απόφαση γίνεται δεκτό ότι το φορτηγό ήταν και της ιδιοκτησίας του, ενώ αυτό, όπως προκύπτει από τα παραπάνω νέα έγγραφα στοιχεία δεν είναι αληθές, δεν παραλλάσσει τα πράγματα και την ενοχή του, αφού σημασία έχει ότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα τα εμπορεύματα που μετέφερε, αξίας 146.735 ευρώ, τα οποία σαν οδηγός, χωρίς μεσολάβηση της ιδιοκτήτριας, φόρτωσε στον ... στις 28-9-1999 στο παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε και παρέλαβε ο ίδιος από την παθούσα εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία προς μεταφορά και προς παράδοση, σαν εντολοδόχος, σε διάφορους παραλήπτες της βόρειας Ελλάδος, που ουδέποτε έφθασαν. Περαιτέρω, τα νέα αυτά γεγονότα από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο δικάσαν πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις), απορριφθείσας της ασκηθείσας εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης, δεν κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς καταδικάστηκε άδικα για κακουργηματική υπεξαίρεση που δεν διέπραξε. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το δικαστήριο, που δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Κ. του Δ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 627/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Αναιρέσεως απόρριψη, Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 175/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Κορίνθου, που κατοικοεδρεύει στην Κόρινθο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Β. Κ.-Π., κατοίκου Κορίνθου. Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κρητικού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η δε δεύτερη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 555/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 30-6-2004 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1515/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την υπ' αριθμ. 172/2007 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητά ήδη το αναιρεσείον με την από 21-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθ. 172/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 975 του ΚΠολΔ η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η εκκαθάριση αυτή των εξόδων εκτελέσεως αν και δεν αποτελεί κατάταξη προσβάλλεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 979 του ΚΠολΔ, με την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, εάν δε γίνει δεκτός ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο επιδιώκεται η μείωση των εξόδων ή αμφισβητείται το ύψος τους, το δικαστήριο επαναπροσδιορίζει το προς διανομήν υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, στο οποίο και κατατάσσεται ο ανακόπτων που έχει υποβάλει το σχετικό αίτημα, όχι δε και άλλος δανειστής που δεν έχει προσβάλει ως ανωτέρω τον πίνακα για τα προαφαιρεθέντα έξοδα, αρκεί βεβαίως το προνόμιο του ανακόπτοντος να παρέχει σ' αυτόν (ανακόπτοντα) τη δυνατότητα να καταταγεί στον πίνακα για την ικανοποίηση της αναγγελθείσης απαιτήσεώς του από το πλειστηρίασμα (ΑΠ 174/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, κατά παραδοχήν την εφέσεως και της ένδικης ανακοπής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. .../21-9-1999 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Κορίνθου Αργυρώς Σκιαδοπούλου και αφού μείωσε κατά το ποσό των 424.500 δραχμών τα αρχικώς προαφαιρεθέντα από τη συμβολαιογράφο-υπάλληλο στον πλειστηριασμό έξοδα εκ δραχμών 2.018.075 κατέταξε στο προς διανομήν υπόλοιπο πλειστηριάσματος που επαναπροσδιόρισε (δρχ. 1.212.441) και σύμφωνα με το άρθρο 977 του ΚΠολΔ τόσο το αναιρεσείον-ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο όσον και την πρώτη αναιρεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή και επισπεύδουσα Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που είχαν εξ αρχής καταταγεί. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προρρηθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης αυτής, στο ανωτέρω ποσό της μειώσεως των εξόδων (δρχ. 424.500), ως μέρος του προς διανομήν υπολοίπου του επαναπροσδιορισθέντος ως άνω πλειστηριάσματος, έπρεπε να καταταγεί μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που είχε κατά τούτο ανακόψει τον προσβαλλόμενο πίνακα, όχι δε και η αναιρεσίβλητη-επισπεύδουσα Εμπορική Τράπεζα, η οποία δεν είχε ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως. Επομένως ο σχετικός (και μοναδικός), από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη Τράπεζα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ, 22 του ν. 3693/1997).
Ως προς τη δεύτερη όμως αναιρεσίβλητη Β. Κ.-Π., δικαστική επιμελήτρια, υπέρ της οποίας είχαν προαφαιρεθεί, ως έξοδα της εκτελέσεως, τα ανωτέρω ποσά του μεταρρυθμισθέντος πίνακα κατατάξεως και η οποία απουσιάζει, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στο δικαστήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού δεν περιέχει κανέναν λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, που να αφορά την προαναφερθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία άλλωστε δεν είναι (πλέον) υποκείμενο της έννομης σχέσης της παρούσης δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 172/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου καθ' όσον αυτή στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Β. Κ.-Π..
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκτέλεση αναγκαστική. Ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως δανειστών ως προς τα προαφαιρεθέντα έξοδα εκτελέσεως. Οφελείται μόνο ο ανακόπτων, όχι δε και ο δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Δικαστική δαπάνη ελληνικού δημοσίου. [Αναιρεί την Εφ. Ναυπ. 172/2007].
| null | null | 0
|
Αριθμός 177/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RENΑULT VEHICULES INDUSTRIELS S.A" (ΡΕΝΟ ΒΕΙΚΥΛ ΕΝΤΟΥΣΤΡΙΕΛ ΑΕ), με τον διακριτικό τίτλο "RENAULT V.I", η οποία εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3973/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7681/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.7681/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3973/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και κατά μερικήν παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας επιδικάστηκαν στην τελευταία τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω πραγματικών ελαττωμάτων των κινητών πραγμάτων (πλαίσια λεωφορείων) που η αναιρεσίβλητη είχε πωλήσει στην αναιρεσείουσα, και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (με την προσβαλλόμενη απόφαση), ως παραγεγραμμένη, η ένδικη αυτή αγωγή. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου ζητεί ήδη η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο κάνει κακή εφαρμογή του κανόνα, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχεται στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, ο δε κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται (ιδίως) όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 του ΑΚ, το οποίο, όπως και τα λοιπά που αναφέρονται κατωτέρω, έχουν εφαρμογή εν προκειμένω όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, στην πώληση πράγματος ορισμένου κατά γένος, αν κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα ή αν ο πωλητής απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα, ο αγοραστής έχει δικαίωμα, αντί για την αναστροφή ή τη μείωση του τιμήματος ή την παροχή άλλου πράγματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Η αξίωση για την αποζημίωση αυτή υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, αφού ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την άλλως βραχυχρόνια παραγραφή των (δύο ετών για τα ακίνητα ή των) έξι μηνών για τα κινητά, κατά τα άρθρα 554, 555 και 556 του ΑΚ, αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας (άρθρ. 557 ΑΚ, ΑΠ 1341/07, 894/2000). Δόλια απόκρυψη κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή, προκειμένου για κινητό πράγμα, κατά τον χρόνο της παράδοσης του πράγματος στον αγοραστή (άρθρ. 522 παρ.1 του ΑΚ), αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων (άρθρ. 534 του ΑΚ) δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά αγοραστή, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 103/1997).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 4526/14-6-1978 έγγραφη σύμβαση η αναιρεσείουσα εταιρεία Ο.Σ.Ε. Α.Ε. αγόρασε από την εδρεύουσα στη Λυών της Γαλλίας εταιρεία με την επωνυμία "AUTOMOBILES M. BERLIET S.A.", η οποία τον Νοέμβριο του ίδιου έτους συγχωνεύτηκε με εξαγορά από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "RENAULT VΕHICULES INDRUSTRIELS S.A.", που υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πωλήτριας ως άνω εταιρείας, εβδομήντα πέντε (75) καινούργια πλαίσια λεωφορείων τύπου ΡΒS, προς εξυπηρέτηση των αναγκών του μεταφορικού της έργου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επί των οποίων θα ετοποθετούντο αμαξώματα Κυπριακής κατασκευής στις εγκαταστάσεις της αντιπροσώπου της πωλήτριας εταιρείας στην Αθήνα και υπό την επίβλεψη της πωλήτριας, ότι τα αγορασθέντα αυτά πλαίσια λεωφορείων, που περιελάμβαναν εξακύλινδρο πετρελαιοκινητήρα, σύστημα διευθύνσεως, κιβώτιο ταχυτήτων, διαφορικό, ηλεκτρόφρενο, πλήρες σύστημα ψύξεως, ηλεκτρογεννήτρια, εκκινητήρα (μίζα) και συσσωτευτή, παραδόθηκαν στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ, στην Αθήνα, από 27-2 έως 24-7-1979, και ότι μετά την προσαρμογή σε αυτά των αμαξωμάτων τύπου KMC, Κυπριακής κατασκευής, τα λεωφορεία αυτά, αφού έλαβαν από τον ενάγοντα Οργανισμό (αναιρεσείοντα εταιρεία) τους αριθμούς 101 έως και 175, τέθηκαν διαδοχικά σε κυκλοφορία κατά το χρονικό διάστημα από 13 Απριλίου 1981 έως 10 Φεβρουαρίου 1982. Εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λίγο μετά την θέση σε κυκλοφορία των ως άνω λεωφορείων εμφανίσθηκαν περιστατικά σοβαρών μηχανικών βλαβών στον πετρελαιοκινητήρα ορισμένων αρχικά λεωφορείων. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε τον Μάιο του 1981 το πρώτο περιστατικό δυσλειτουργίας του πετρελαιοκινητήρα ενός λεωφορείου, που είχε διανύσει μόλις 23.000 χιλιόμετρα, τον οποίο αντικατέστησε δωρεάν η εναγομένη εταιρεία. Στην συνέχεια εμφανίσθηκαν τρία περιστατικά θραύσεως βαλβίδος κινητήρος, παρά το γεγονός ότι τα λεωφορεία, όπου εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω βλάβες, είχαν διανύσει μικρό αριθμό χιλιομέτρων, ενώ περί τα τέλη του έτους 1981 εμφανίσθηκε η πρώτη θραύση σώματος (μπλοκ) κινητήρα σε λεωφορείο, που είχε διανύσει απόσταση 100.000 χιλιομέτρων περίπου. Το καλοκαίρι του έτους 1982 εμφανίσθηκαν ακόμη πέντε περιστατικά θραύσεως (μπλοκ) κινητήρα. Μετά από σχετικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος Οργανισμού προς την εναγομένη εταιρεία, η τελευταία απέστειλε δωρεάν τα καλύμματα (καπάκια) των βαλβίδων των πετρελαιοκινητήρων των λεωφορείων, ως και τρεις πλήρεις πετρελαιοκινητήρες προς αντικατάσταση κατεστραμμένων κινητήρων. Επίσης προέβη σε αντικατάσταση του γραναζιού της έκτης ταχύτητας του κιβωτίου ταχυτήτων σε όλα τα λεωφορεία. Παρά τις ως άνω επεμβάσεις, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1982 έως τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 1983 εμφανίσθηκαν σε όλα σχεδόν τα λεωφορεία και συγκεκριμένα στο 88% αυτών, πολλές δε φορές και στο ίδιο λεωφορείο, εκατόν είκοσι τέσσερα συνολικά περιστατικά σοβαρών βλαβών, εκ των οποίων 91 περιστατικά συσφίξεως εμβόλου (σοβαρίσματα), 25 περιστατικά θραύσεως σώματος (μπλοκ) κινητήρα, 5 περιστατικά θραύσεως βαλβίδων και 3 περιστατικά ρήγματος χιτωνίου στον κινητήρα. Λόγω της συχνής εμφανίσεως των ως άνω βλαβών, συνεστήθη από τον ενάγοντα Οργανισμό ειδική προς τούτο τετραμελής επιτροπή από τεχνικούς, υπαλλήλους αυτού, η οποία με την από 11 Νοεμβρίου 1982 τεχνική έκθεσή της κατέληξε στο πόρισμα ότι οι ανωτέρω βλάβες οφείλονται κυρίως σε κατασκευαστική ατέλεια των πετρελαιοκινητήρων και ειδικότερα του δευτέρου και πέμπτου κυλίνδρου αυτών, λόγω ελλείψεως σχετικών αντιβάρων που είχαν ως αποτέλεσμα την ελλιπή λίπανση των εμβόλων, με αποτέλεσμα να προκαλούνται στρεβλώσεις, να φθείρονται τα έμβολα και τα χιτώνια και να προκαλείται θραύση εμβολοχιτωνίων ή βαλβίδων (...). Δεν αποδείχθηκε όμως (συνεχίζει το Εφετείο) κατά την περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου, ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω εβδομήντα πέντε πλαισίων στον ενάγοντα οργανισμό η εναγομένη εταιρεία, στην οποία είχε ήδη συγχωνευθεί με εξαγορά η πωλήτρια εταιρία, ήταν σε γνώση του ως άνω ελαττώματος και απέκρυψε δολίως τούτο, προκειμένου να παραπλανήσει τον ενάγοντα Οργανισμό και να πείσει αυτόν να παραλάβει τα πιο πάνω λεωφορεία, σε εκτέλεση της καταρτιθείσας συμβάσεως πωλήσεως (ακολουθεί αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων). Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μόνη η γνώση του ελαττώματος κατά την παράδοση του πωληθέντος πράγματος, κατά γένος ορισμένου, δεν αρκεί για την συνδρομή περιπτώσεως δόλιας αποκρύψεως, κατά τα προεκτεθέντα. Από κανένα εξ άλλου αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω πλαισίων στον ενάγοντα Οργανισμό είχαν ήδη λάβει χώρα παρόμοια περιστατικά βλαβών από την πώληση πετρελαιοκινητήρων του ιδίου τύπου σε τρίτους αγοραστές, είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό, τα οποία μάλιστα είχαν περιέλθει σε γνώση της πωλήτριας ή της εναγομένης εταιρείας, ούτως ώστε να μπορεί συμπερασματικά να συναχθεί ότι κατά την παράδοση αυτών η εναγομένη απέκρυψε δολίως τα πιο πάνω ελαττώματα από τον αγοραστή Οργανισμό. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι α) με εξαίρεση τις πρώτες βλάβες που εμφανίσθηκαν αρχικά μετά την θέση των λεωφορείων σε κυκλοφορία από τον ενάγοντα Οργανισμό σε τρία λεωφορεία, οι οποίες όμως αποκαταστάθηκαν από την εναγομένη, τα προαναφερθέντα 124 περιστατικά βλαβών έλαβαν χώρα για πρώτη φορά αφού τα ως άνω λεωφορεία είχαν διανύσει ικανόν αριθμό χιλιομέτρων, που κυμαίνεται από 107.000 χιλιόμετρα (σύσφιγξη εμβόλων - σαβάρισμα στο με αρ. 162 λεωφορείο τον Ιούνιο του 1982) έως 385.000 χιλιόμετρα (ιδία βλάβη στο με αρ. 113 λεωφορείο τον Φεβρουάριο του 1983) και με καθημερινή κίνηση αυτών της τάξεως των 650 - 700 χιλιομέτρων, β) ένα ποσοστό, έστω μικρό (12%), των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων δεν εμφάνισε βλάβες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα οργανισμό την ύπαρξη των πιο πάνω ελαττωμάτων, κατά την παράδοση των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων, που έλαβε χώρα κατά το από 27 Φεβρουαρίου έως 24 Ιουλίου 1979 χρονικό διάστημα, τα δε ελαττώματα αυτά εμφανίσθηκαν σχεδόν όλα μετά τις 31 Ιουλίου 1981, οπότε είχε λήξει η εγγύηση καλής λειτουργίας των ως άνω λεωφορείων, οι αξιώσεις του ενάγοντος Οργανισμού κατά της εναγομένης εταιρείας υπέπεσαν στην από τα άρθρα 554, 555 και 559 Α.Κ., όπως αυτά ίσχυαν πριν τον ν.3043/2002, προβλεπόμενη εξάμηνη παραγραφή, αφού από την ανωτέρω παράδοση αυτών μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου 1984, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου". Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της γνώσεως και της δολίας αποσιωπήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας εταιρείας των ειρημένων πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων πλαισίων λεωφορείων, με το να δεχθεί (το Εφετείο) αφ' ενός μεν ότι στα πωληθέντα πλαίσια "υπήρχε αρχήθεν "κατασκευαστική ατέλεια", επειδή εκ κατασκευής έλειπαν τα "σχετικά" (αναγκαία) αντίβαρα των 2ου και 5ου κυλίνδρων των πετρελαιοκινητήρων (...), ήτις "κατασκευαστική έλλειψη" δεν ήταν δυνατόν να έλαβε χώραν εν αγνοία της κατασκευάστριας και πωλήτριας BERLIET, ταύτης, συνεπώς, εν γνώσει αυτής (της ελλείψεως) ταύτης αρχήθεν τελούσης, και επομένως δολίως της εν λόγω πωλήτριας αποκρυψάσης ως άνω ταύτην κατά την στον ΟΣΕ παράδοση των άνω κινητών", αφ' ετέρου δε και εν συνεχεία ότι "η ανωτέρω κατασκευάστρια εταιρεία "δεν ήταν σε γνώση" ότι τα υπ'αυτής κατασκευαζόμενα ως άνω πλαίσια δεν έφεραν βασικά (κρίσιμα) δια την λειτουργία των πετρελαιοκινητήρων "στοιχεία" (τα άνω "αντίβαρα") και άρα δεν τελούσε αυτή εν γνώσει της τοιαύτης κατασκευαστικής ελλείψεως ... . Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχεται μεν ως αποδειχθείσα την ύπαρξη των ως άνω ελαττωμάτων, οφειλόμενη κυρίως στην προαναφερθείσα κατασκευαστική ατέλεια, σύμφωνα με την αναφερόμενη τεχνική έκθεση, δεν δέχεται όμως ότι η κατασκευάστρια εταιρεία γνώριζε τα ελαττώματα αυτά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ώστε να αντιφάσκει με την ακολουθούσα παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εν γνώσει των ελαττωμάτων και δεν τα απέκρυψε δολίως από την αναιρεσείουσα κατά την παράδοση των πραγμάτων σ' αυτήν. Από την ίδια ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα του υπαγωγικού συλλογισμού της απόφασης στον οποίο προέβη το Εφετείο. Η μη ρητή δε αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη, πέραν της ελλείψεως γνώσεως, που την αναφέρει, και της ελλείψεως (ή μη) "βάσιμης υποψίας" ως προς την ύπαρξη των ελαττωμάτων από την πλευρά της αναιρεσίβλητης-πωλήτριας, δεν οδηγεί σε αντίθετη κρίση για έλλειψη ή ανεπάρκεια στην αιτιολογία της απόφασης ή (και) εσφαλμένη υπαγωγή, αφού από τις ειρημένες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ των οποίων και ότι "από κανένα εξάλλου αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως των ανωτέρω πλαισίων στον ενάγοντα Οργανισμό είχαν ήδη λάβει χώρα παρόμοια περιστατικά βλαβών από την πώληση πετρελαιοκινητήρων του ιδίου τύπου σε τρίτους αγοραστές, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, τα οποία μάλιστα είχαν περιέλθει σε γνώση της πωλήτριας ή της εναγόμενης εταιρείας (που τη διαδέχθηκε), ούτως ώστε να μπορεί συμπερασματικά να συναχθεί ότι κατά την παράδοση αυτών η εναγομένη απέκρυψε δολίως τα πιο πάνω ελαττώματα από τον αγοραστή Οργανισμό", προκύπτει ότι το Εφετείο αποκλείει (δεν δέχεται) και την ύπαρξη "βάσιμης υποψίας" στην πλευρά της εναγομένης για την ύπαρξη των ελαττωμάτων, αποκλείοντας περαιτέρω κατηγορηματικά τη δολία απόκρυψη των ελαττωμάτων εκ μέρους της τελευταίας. Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την κατά τα ανωτέρω βραχυχρόνια (εξάμηνη) παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας χωρίς να αναφέρει (στο αιτιολογικό της απόφασης) και την έλλειψη της προαναφερθείσης "βάσιμης υποψίας" για την ύπαρξη των ελαττωμάτων ως στοιχείο (προϋπόθεση) της δόλιας απόκρυψής της από την αναιρεσίβλητη, την οποία (δόλια απόκρυψη) και εντεύθεν την εικοσαετή παραγραφή δεν δέχεται (το Εφετείο), αφ' ενός μεν παραβίασε με κακή εφαρμογή (εσφαλμένη υπαγωγή) τις ειρημένες περί πωλήσεως και παραγραφής τής προς αποζημίωση αξιώσεως ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 522 παρ. 1, 534, 554, 555, 556, 557, 561 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν. 3043/2002, και 249 του ιδίου ΑΚ, αφ' ετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ.7681/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πώληση. Πραγματικό ελάττωμα πωληθέντων πραγμάτων. Παραγραφή. Έννοια δόλιας απόκρυψης. (ΑΚ 561, όπως ίσχυε πριν από τον ν.3013/2002). Υπάρχει όταν ο πωλητής γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη των ελαττωμάτων και δεν τα ανακοινώνει στον αγοραστή με σκοπό να μην αρνηθεί ο τελευταίος την κατάρτιση της σύμβασης. Αναίρεση. Λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 (εσφαλμένη υπαγωγή) και 19 (ανεπαρκής αιτιολογία) του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι [Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση του Εφ. Αθ. 7681/2005].
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, περί αναιρέσεως της 730/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 982/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1,2 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ.1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο), ηθελημένη ενέργεια να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν η παραπλάνηση και ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση αυτού σε τρίτους, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Χρήση όμως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε γνώστη της πλαστότητας, από πρόσωπο που δεν είναι ο πλαστογράφος ή είναι άγνωστος ο πλαστογράφος, συνιστά αυτοτελές έγκλημα, τέτοιο δε είναι και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση των οργάνων της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της και έκδοση ευνοϊκής για τον χρήστη αποφάσεως. Στοιχειοθετείτε δε αντικειμενικώς χρήση πλαστού εγγράφου, όταν ο δράστης της πλαστογραφίας καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.
Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1, 2 περ. ζ' του άνω νέου νόμου, Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και οι διατάξεις των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του, προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις σε αυτές ποινές φυλακίσεως, καθώς και χρηματική ποινή. Κατά τις άνω διατάξεις λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει και εισάγει, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 730/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για χρήση νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1. Στη Λάρισα, στις 14.6.2005, χρησιμοποίηση νοθευμένο έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του υπ' αριθμ. ... τίτλου κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, του με αριθμό πλαισίου ... I.X.E. αυτοκινήτου μάρκας BBW, τύπου 346L, με αλλοιωμένα στο σημείο που αναγράφεται η μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης τα αριθμητικά ψηφία AL31, ΑΝ91/11 που ήταν τα αρχικά χαραχθέντα στα ψηφία ..., τα οποία τέθηκαν εκ των υστέρων και συγκεκριμένα το αριθμητικό ψηφίο -0- δεν είναι το αρχικό χαραχθέν αλλά χαράχθηκε εκ των υστέρων με τη χρήση γραφικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος σε αντίθεση με τις λοιπές ενδείξεις οι οποίες χαράχθηκαν με αναπαραγωγικό μέσο ξηράς κόνεως, (ΤΟΝΕR), προκειμένου να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές, δηλαδή την Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας, για το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονός ότι το εκτελωνισθέν από αυτόν μεταχειρισμένο όχημα έπρεπε να καταταχθεί βάσει της νεότερης ευνοϊκής οδηγίας 98/69 για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας με την οποία ο εισαγωγέας-υπόχρεος έκδοσης καταβάλλει μικρότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ενώ αν δεν είχε επέλθει η ανωτέρω αλλοίωση του αριθμητικού στοιχείου της μεταβλητής ένδειξης της παραλλαγής και έκδοσης το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο θα κατατασσόταν δυνάμει της 96/69 ΕΕ οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα καταβαλλόταν μεγαλύτερος φόρος κατανάλωσης κατά το ποσό των 4.729,97 ευρώ. Ακολούθως το εν λόγω πλαστό έγγραφο κατέθεσε με άλλα έγγραφα στο Τελωνείο Λάρισας, στις 14.06.2005, προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του προαναφερόμενου αυτοκινήτου ενώ επικυρωμένο φ/ο αυτού χρησιμοποίησε προσκομίζοντάς το στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας, προκειμένου να πετύχει την έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. 0/7707/16.06.2005 βεβαίωσης από την εν λόγω υπηρεσία με εσφαλμένη κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία και με αποτέλεσμα να υποχρεούται σε μειωμένο καταβαλλόμενο υπέρ του Δημοσίου φόρο που ανέρχεται στο ποσό των 4.729,97 ευρώ.
2. Στη Λάρισα, στις 4.6.2005, με οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα με πρόθεση κατέθεσε παραποιημένα παραστατικά για εμπορεύματα που εισήχθησαν στη χώρα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας αποσκοπώντας στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ποσό. Συγκεκριμένα, δολίως μέσω του εξουσιοδοτημένου από αυτόν εκτελωνιστή του Α. Σ., προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του με αριθμό πλαισίου ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας εργοστασίου ΒΒW τύπου 346L, προσκόμισε στο Τελωνείο Λάρισας τον υπ' αριθμ. ... τίτλο κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, ο οποίος είχε νοθευθεί ως προς την μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης ως προς τα αριθμητικά ψηφία ... που ήταν τα αρχικά χαραχθέντα στα ψηφία τα οποία τέθηκαν εκ των υστέρων ΑL31, ΑΝ91/01 και συγκεκριμένα το αριθμητικό ψηφίο -0- δεν είναι το αρχικό χαραχθέν αλλά χαράχθηκε εκ των υστέρων με τη χρήση γραφικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος σε αντίθεση με τις λοιπές ενδείξεις οι οποίες χαράχθηκαν με αναπαραγωγικό μέσο ξηράς κόνεως (ΤΟΝΕR), πετυχαίνοντας παράλληλα την έκδοσης της υπ' αριθμ. πρωτ. 0/7707/16.06.2005 βεβαίωσης από την Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας όπου αναγράφονταν εσφαλμένως η κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία δηλαδή αντί να καταταχθεί το εν λόγω αυτοκίνητο δυνάμει της 96/69 ΕΕ οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατάχθηκε βάσει της 98/69 και (χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων τα οποία έτσι στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ανέρχονται στο ποσό των 4.729,97 ευρώ. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις του αυτές".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 730/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο αυτοτελών αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ και 137παρ.3,155 παρ. 1 β, 157 παρ. 1 α, 158 παρ. 1, 159 του ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, είναι λεκτέα τα εξής: α) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, όπως των εγγράφων που αναφέρει ο αναιρεσείων ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο ακριβής τρόπος τέλεσης, από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όχι της νόθευσης με ιδιαίτερο τέχνασμα, του γνησίου αριθμού του με αρ. ... τίτλου κυριότητας των Γερμανικών Αρχών, εισαχθέντος από τη Γερμανία αυτοκινήτου μάρκας BBW, από το γνήσιο αριθμό ... στο νοθευμένο AL-31, ΑΝ 91/01, με σβήσιμο πρωτελευταίου αριθμού 1 και χάραξη με μελάνη μαύρου χρώματος του αριθμού 0, αλλά χρήσης του παραπάνω νοθευμένου τίτλου κυριότητος, εισαχθέντος υπό του ιδίου από τη Γερμανία αυτοκινήτου στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας, με σκοπό αυτού να παραπλανήσει την αρμόδια αυτή αρχή και το Τελωνείο Λάρισας, ότι δήθεν το εισαχθέν αυτό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, υπαγόταν στην ευνοϊκή ΕΕ 98/69 Οδηγία, αντί της 96/69, για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, με συνέπεια να καταβάλει στο Δημόσιο μικρότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης, κατά το ποσό των 4.729,97 ευρώ, κατά το οποίο και ωφελήθηκε, γ) αιτιολογείται με πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, και για τις δύο πράξεις, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του άνω νοθευμένου εγγράφου που προσκόμισε στις 4-6-2005 τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Λάρισας, κατά τον εκεί εκτελωνισμό του εισαχθέντος υπ' αυτού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να επιτύχει το αυτοκίνητο που είχε εισαγάγει ο ίδιος από τη Γερμανία, να υπαχθεί σε νεότερη ευνοϊκή Οδηγία ΕΕ 98/69 αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, αντί της παλαιότερης ΕΕ 96/69 που υπαγόταν και έτσι να επιτύχει, όπως και έγινε, την καταβολή μειωμένου τέλους ταξινόμησης κατά 4.729,97 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε και αποστέρησε το Ελληνικό Δημόσιο των αντίστοιχων νομίμων πραγματικών φόρων - δασμών εισαγωγής, δ) αιτιολογείται επαρκώς η εν γνώσει της πλαστότητας χρήση εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου του νοθευμένου τίτλου κυριότητας του εισαχθέντος από τον ίδιο από τη Γερμανία μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, αφού κατά τις παραδοχές ενήργησε "με πρόθεση και δολίως με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των αρμόδιων κρατικών αρχών και καταβάλει στο Δημόσιο μειωμένους δασμούς", πράγμα που πέτυχε, προσκομίζοντας το άνω νοθευμένο έγγραφο, στις 4-6-2005 μέσω του εκτελωνιστή του στο Τελωνείο Λάρισας και στις 14-6-2005 στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας και στην Διεύθυνση Συγκοινωνιών Καρδίτσας, ενώ η μεταβολή του χρόνου τελέσεως της λαθρεμπορίας από 16-4-2005 σε 4-6-2005, όπως καταδικάστηκε και στον πρώτο βαθμό, που μπορεί άλλωστε να οφείλεται και σε απλή παραδρομή, δεν επηρεάζει την παραγραφή της πράξης αυτής. ε) από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, και τη μη αναφορά της παρ. 2 του άρθρου αυτού, δεν προκύπτει ασάφεια ούτε εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, αφού σαφώς ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για χρήση νοθευμένου εγγράφου, η δε παράλειψη αναφοράς της παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, στ) μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και της άνω λαθρεμπορίας, συντρέχει αληθής και όχι φαινόμενη συρροή εγκλημάτων, δεν απορροφάται η λαθρεμπορία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ορθά επιβλήθηκαν σε αυτόν δύο ποινές, κατ' άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι.
Περαιτέρω, ιδιαίτερα πρέπει να αιτιολογείται όπως πιο πάνω και η απόρριψη των αιτημάτων και των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλει ο κατηγορούμενος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι και εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, μόνον όταν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα και κατ' άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠΔ, αποδεικνύουν, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, όλα όσα αναγράφονται σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν υπέβαλε στο δικαστήριο, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δια της απολογίας του, κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό ή ένσταση δεδικασμένου από δύο αμετάκλητες προηγούμενες αποφάσεις, 1295/2009 και 2924/2009, του ίδιου δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει ότι υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα ανάγνωσης των εγγράφων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Συγκοινωνιών Καρδίτσας, 0/7707/16-6-2005, ώστε το δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει σε αυτά. Ούτε προκύπτει από τα πρακτικά, ότι τα παραπάνω αυτά έγγραφα της Διεύθυνσης Μεταφορών Καρδίτσας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου τα κατέθεσε στο ακροατήριο και ότι ζήτησε την ανάγνωσή τους και ο πρόεδρος ή το δικαστήριο, αρνήθηκαν την ανάγνωσή τους, ώστε να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και να επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως οι σχετικοί ειδικότεροι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης του καταδικασθέντος, για σιγή και αναιτιολόγητη απόρριψη υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, για παραβίαση δεδικασμένου, κατ' άρθρα 57, 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, από τη μη απάντηση στα αιτήματά του και από τη μη ανάγνωση και συνεκτίμηση εγγράφων, που ζήτησε, όπως του 2282/19-5-2008 διαβιβαστικού της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης, που ούτε καν προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ανάγνωση, κατ' άρθρο 171 παρ.1 δ και 364 ΚΠΔ, των άνω αιτηθέντων προς ανάγνωση εγγράφων και βεβαιώσεων της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Καρδίτσας, και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ αόριστα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν εμπεριέχουν κάποιο άλλο συγκεκριμένο και νόμιμο λόγο αναιρέσεως από εκείνους που εκτίθενται περιοριστικά, στις διατάξεις του άρθρου 510 του ΚΠΔ, αλλά συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, ήτοι συνιστούν ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Δεν αποτελούν δε, όπως προαναφέρθηκε, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων ένα προς ένα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται από τον αναιρεσείοντα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-8-2011 αίτηση-δήλωση του Δ. Μ. του Α., για αναίρεση της 730/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορία αυτοκινήτου (216 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ, Ε, ΣΤ, Η λόγοι αναιρέσεως.
|
Λαθρεμπορία
|
Λαθρεμπορία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 171/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, περί αναιρέσεως της 3859/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Π. Λ. του Ι., 2. Δ. Λ. του Ι. και 3. Μ. χήρα Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατωμένου. Ενόψει δε του ότι δεν απαιτείται η ταύτιση του απατώμενου προς το πρόσωπο του περιουσιακώς βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά η απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται και με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από την προηγούμενη συμπεριφορά του. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά. Ψευδές γεγονός συνιστούν και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου. Το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3859/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τον καταδικασθέντα αναιρεσείοντα και τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του Π. Α..
"Οι κατηγορούμενοι είναι κτηματομεσίτες, επίσης δε, και ομόρρυθμοι εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Ι. Α. - Δ. Π. Π. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Κτηματική Αγίου Στεφάνου Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., επί της ... αρ. 90. Το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 οι εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες, Π. Ι. Λ., Μ. χα Ι. Λ., το γένος Ε. Π., και Δ. θυγ. Ι. Λ., σύζ. Ι. Α., χορήγησαν στους κατηγορουμένους την εντολή, όπως, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, προβούν στην ανεύρεση ενδιαφερόμενου αγοραστή για την πώληση σ' αυτόν δύο συνεχόμενων οικοπέδων τους, συνολικής έκτασης 454 τ.μ., περίπου, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αγίου Στεφάνου Αττικής, στη θέση "...", επί της οδού ... . Ως ελάχιστο τίμημα για την πώληση των ως άνω ακινήτων τους οι εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούσαν το ποσό των 294.000 ευρώ, συμφωνήθηκε δε, ότι οι ίδιοι θα εισέπρατταν ολόκληρο το ελάχιστο αυτό ποσό, ενώ οι κατηγορούμενοι θα εισέπρατταν τη μεσιτική τους αμοιβή καθ' ολοκληρίαν από τον αγοραστή. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης εντολής, οι εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες παρέδωσαν στους κατηγορουμένους αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας τους μαζί με το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα. Περί τα μέσα του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους (2004) οι κατηγορούμενοι ενημέρωσαν τους εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες, ότι είχε εμφανιστεί ενδιαφερόμενος αγοραστής, ο οποίος λεγόταν Χ. Π., ιατρός στο επάγγελμα, και ο οποίος συμφωνούσε στην αγορά των δύο οικοπέδων με το ανωτέρω τίμημα. Πράγματι, ο τελευταίος είχε υπογράψει την από 8-12-2004 επιβεβαιωτική μεσιτική εντολή. Μάλιστα, από το μεσιτικό γραφείο των δύο κατηγορουμένων υπήρξε και τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του εγκαλούντος Π. Λ. και του ως άνω Χ. Π., ο οποίος εξέφρασε πραγματικό ενδιαφέρον για την αγορά των δύο οικοπέδων. Σημειώνεται, ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων είχε ενημερώσει τον πιο πάνω ενδιαφερόμενο αγοραστή, ότι στα δύο οικόπεδα μπορούσαν να κτιστούν 400 τ.μ. συνολικά. Κατόπιν αυτού, ο πρώτος των κατηγορουμένων Δ. Π. παρέδωσε το σχετικό φάκελο με τα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας και το τοπογραφικό διάγραμμα στη συμβολαιογράφο Α. Μ., ενώπιον της οποίας θα καταρτιζόταν η επικείμενη σύμβαση, προκειμένου να γίνει ο έλεγχος τίτλων από το δικηγόρο του αγοραστή ονόματι Τ.. Ειδικότερα, ο συγκεκριμένος φάκελος παραδόθηκε στη συμβολαιογράφο από το δικηγόρο Γ. Β., ο οποίος συνεργαζόταν με τον πρώτο των κατηγορουμένων και ο οποίος εξήγησε στη συμβολαιογράφο, ότι ένα μέρος του όλου οικοπέδου ερυμοτομείτο, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη περιοχή βρισκόταν στο στάδιο της ένταξης στο σχέδιο πόλης. Ο ανωτέρω δικηγόρος, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2004, επικοινώνησε, όπως του ζήτησε ο πρώτος των κατηγορουμένων, με την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο Α. Μ., προκειμένου να πληροφορηθεί για το χρόνο καταρτίσεως των συμβολαίων και αυτή του απήντησε, ότι δεν είχε ολοκληρωθεί ο έλεγχος τίτλων και ότι ενόψει των εορτών, η αγοραπωλησία θα γινόταν αμέσως μετά από αυτές. Στις αρχές Ιανουαρίου 2005 υπήρξε νέα επικοινωνία, για τον ίδιο λόγο, του δικηγόρου Γ. Β. με τη συμβολαιογράφο Α. Μ., η οποία τον πληροφόρησε, ότι από την πολεοδομία τα δύο οικόπεδα εθεωρούντο ως ένα και ότι ο μηχανικός του αγοραστή κατέβαλλε προσπάθειες να διευκρινίσει το σχετικό θέμα. Τις αμέσως επόμενες ημέρες, όμως, ο Χ. Π. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο των κατηγορουμένων, στον οποίο ανέφερε, ότι το θέμα θα λυνόταν σε λίγες ημέρες και μάλιστα αρκετά ευνοϊκά γι' αυτόν, αφού θα μπορούσαν τα δύο οικόπεδα να θεωρηθούν αυτοτελή και να κτίσει επ' αυτών διπλάσια τετραγωνικά μέτρα, ήτοι περίπου 700 τ.μ., και, ότι μέχρι τις 15-1-2010 θα υπογράφονταν τα συμβόλαια. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο πρώτος των κατηγορουμένων, ο οποίος μέχρι τότε επειγόταν για την κατάρτιση των συμβολαίων, αφού αυτό θα είχε ως συνέπεια την είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής του, ποσού 14.000 ευρώ, άλλαξε συμπεριφορά. Έτσι, ενώ είχε την πιο πάνω διαβεβαίωση του ενδιαφερόμενου Χ. Π. για κατάρτιση των συμβολαίων μέχρι τις 15-1-2005, παρ' όλα αυτά, όταν τις επόμενες ημέρες επικοινώνησε μαζί του επανειλημμένως ο εγκαλών Π. Λ., που ρωτούσε για το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, τον πληροφόρησε εν γνώσει του ψευδώς, ότι ο ενδιαφερόμενος αγοραστής είχε εξαφανιστεί, αφού δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις του, και ότι είχε παύσει να ενδιαφέρεται για την αγορά των επίμαχων οικοπέδων. Στη συνέχεια, στις 15-1-2005, ο πρώτος των κατηγορουμένων, επικοινώνησε με τους εγκαλούντες και τους ενημέρωσε, ότι ενδιαφερόταν άλλος αγοραστής για την αγορά των οικοπέδων τους. Έτσι, στις 17-1-2005 οι εγκαλούντες συναντήθηκαν σε καφετέρια του Ν. Ψυχικού με τον πρώτο των κατηγορουμένων και τον υποψήφιο αγοραστή, που ονομαζόταν Κ. Σ., ο οποίος προσπάθησε να διαπραγματευτεί το τίμημα της αγοράς, εγκαλούμενος υφιστάμενο πολεοδομικό πρόβλημα του ενός από τα δύο οικόπεδα, και γι' αυτό προσέφερε αρχικώς ως τίμημα το ποσό των 270.000 ευρώ και τελικώς το ποσό των 275.000 ευρώ. Οι εγκαλούντες δεν δέχθηκαν μείωση του τιμήματος και αποχώρησαν. Όμως, την επομένη ημέρα ο πρώτος των κατηγορουμένων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους εγκαλούντες και τους επεσήμανε, ισχυριζόμενος ότι ενεργεί για το συμφέρον τους, ότι το ένα από τα παραπάνω οικόπεδα δεν επρόκειτο να καταστεί δυνατό να πωληθεί εξαιτίας του προαναφερόμενου πολεοδομικού προβλήματος και ότι, αν δεν πωλούσαν και τα δύο ακίνητα στον Κ. Σ., που ενδιαφερόταν πολύ για την αγορά τους, έναντι όμως του τιμήματος των 275.000 ευρώ, γεγονός που αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία, θα καθίστατο ιδιαίτερα δυσχερής η πώληση των εν λόγω οικοπέδων. Οι εγκαλούντες ζήτησαν, τότε, από τον πρώτο των κατηγορουμένων να επικοινωνήσει με τον Χ. Π., αλλά αυτός τους απάντησε, ότι δεν υπήρχε πλέον ενδιαφέρον του για την αγορά των οικοπέδων. Ενόψει αυτών, οι εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες αποφάσισαν να πωλήσουν τα ακίνητά τους στον Χ. Σ., γιο του ανωτέρω Κ. Σ., αντί τιμήματος 275.000 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν σε μετρητά. Για το σκοπό αυτό υπέγραψαν και υπέβαλαν στην εφορία στις 19-1-2005 (ημέρα Τετάρτη) και τις απαιτούμενες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης. Κατά την υπογραφή αυτών οι εγκαλούντες αντιλήφθηκαν, ότι το ακίνητο θα αγοραζόταν και από την ομόρρυθμο εταιρία των δυο κατηγορουμένων. Όταν εξέφρασαν την απορία τους, ο πρώτος των κατηγορουμένων τους απήντησε, ότι αυτό γινόταν για να εξασφαλίσουν την αγορά από τον εμφανισθέντα ως αγοραστή Χ. Σ.. Παράλληλα, ο πρώτος των κατηγορουμένων ζήτησε από το δικηγόρο Γ. Β. να προβεί σε έλεγχο τίτλων των πωλούμενων ακινήτων. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 19-1-2005, ο αρχικώς ενδιαφερόμενος για την αγορά των οικοπέδων Χ. Π., μετά από ανεπιτυχή προσπάθειά του να μιλήσει με τον πρώτο των κατηγορουμένων στις 17-1-2005, κατόρθωσε τελικώς να επικοινωνήσει μαζί του και του δήλωσε, ότι είναι έτοιμος για την αγορά των οικοπέδων. Όμως, αυτός του απήντησε, ότι υπήρχαν δυσκολίες, καθόσον οι πωλητές είχαν βρει και συνομιλούσαν με άλλο αγοραστή. Τότε ο Χ. Π. ζήτησε το τηλέφωνο των πωλητών, αλλά ο πρώτος των κατηγορουμένων αρνήθηκε να το δώσει λέγοντας ότι θα επικοινωνήσει ο ίδιος, διότι αυτοί ήσαν ιδιόρρυθμοι. Καίτοι μεσολάβησαν τα ανωτέρω περιστατικά, ο πρώτος των κατηγορουμένων δεν ενημέρωσε σχετικά τους εγκαλούντες, αλλά, αντιθέτως, όταν ο Π. Λ., ο οποίος επιθυμούσε να μη φανεί ασυνεπής έναντι του πρώτου ενδιαφερθέντος Χ. Π., επικοινώνησε μαζί του και τον ρώτησε, λίγο πριν μεταβούν στη συμβολαιογράφο για την υπογραφή των συμβολαίων, αν ο τελευταίος είχε εμφανιστεί, τον διαβεβαίωσε και πάλι εν γνώσει του ψευδώς, ότι δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί του και ότι συνεπώς είχε παύσει να ενδιαφέρεται για την αγορά των δύο ακινήτων. Κατόπιν αυτού, οι εγκαλούντες, ενόψει των παραπάνω διαβεβαιώσεων του πρώτου των κατηγορουμένων, τις οποίες πίστευαν ως αληθινές, μετέβησαν το απόγευμα της 21-1-2005 (ημέρα Παρασκευή) στη συμβολαιογράφο Μαραθώνος Αικατερίνη-Ζωή συζ. Θεοδ. Παναγόπουλου, ενώπιον της οποίας καταρτίστηκαν σχετικώς τα υπ' αριθμ. .../24-1-2005 και .../24-12-2005 συμβόλαια πώλησης και μεταβίβασης, δυνάμει των οποίων τα δύο οικόπεδα μεταβιβάστηκαν στην ομόρρυθμη εταιρία "Π. Ι. Α. - Δ. Π. Π. Ο.Ε." και στον υιό του Κ. Σ., Χ. Σ., τον οποίο οι εγκαλούντες συνάντησαν για πρώτη φορά κατά την κατάρτιση και υπογραφή των εν λόγω συμβολαίων. Ειδικότερα, τα παραπάνω οικόπεδα, έκτασης 453 τ.μ. το καθένα, από τα οποία το ένα ανήκε κατά κυριότητα στην Μ. χήρα Ι. Λ., το γένος Ε. Π., και το άλλο κατ' επικαρπία στην τελευταία και κατά ποσοστό ψιλής συγκυριότητας ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους Π. Ι. Λ. και Δ. θυγ. Ι. Λ., σύζ. Ι. Α., μεταβιβάστηκαν κατά μεν το ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου στην ομόρρυθμη εταιρία "Π. Ι. Α. -Δ. Π. Π. ΟΕ", κατά δε το υπόλοιπο ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου στον Χ. Σ.. Σύμφωνα με την κατάθεση του εγκαλούντος Π. Λ., τα συμβόλαια υπεγράφησαν, πράγματι, στις 19-1-2005, οπότε και έλαβαν οι πωλητές τα χρήματα, αλλά, επειδή έλειπε η ασφαλιστική ενημερότητα κάποιου από τους πωλητές, η ημερομηνία, με συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, αφέθηκε κενή και τελικώς, μετά τη συμπλήρωση της έλλειψης, ετέθη με συμφωνία των συμβαλλομένων ως ημερομηνία η 24-1-2005 (ημέρα Δευτέρα). Την προηγουμένη ημέρα (23-1-2005, Κυριακή) ο Χ. Π., αγνοώντας τα ανωτέρω και φοβούμενος για τη σύζυγό του, η οποία ήταν έγκυος, επανήλθε και σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία του με τον πρώτο των κατηγορουμένων, του ζήτησε να μεταφέρει στην πλευρά των πωλητών, ότι προσφέρει επί πλέον 30.000 ευρώ, για την αγορά των δύο οικοπέδων. Ο πρώτος των κατηγορουμένων υποσχέθηκε να το πράξει, αλλά δεν επικοινώνησε πάλι μαζί του. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Χ. Π. και η σύζυγός του Μ. Δ. θέλησαν να έλθουν σε άμεση επικοινωνία με τους πωλητές και γι' αυτό ζήτησαν, με υπόδειξη του δικηγόρου τους Τ., τον αριθμό του τηλεφώνου τους από το Γ. Β., ο οποίος τους είπε, ότι δεν τον ήξερε και να του τηλεφωνήσουν την επομένη. Πράγματι, η Μ. Δ. του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα, αλλά δεν τον βρήκε. Τελικώς, αυτή βρήκε το τηλέφωνο του Π. Λ. από συγγενικό του πρόσωπο, το τηλέφωνο του οποίου υπήρχε στον τηλεφωνικό κατάλογο. Μετά από αυτό, η Μ. Δ. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εγκαλούντα Π. Λ., τον οποίο ρώτησε, γιατί αποφεύγει την επικοινωνία μαζί τους και γιατί δεν συμφωνούν, αυτός και οι λοιποί συνιδιοκτήτες των οικοπέδων, στην πώληση αυτών προς τον σύζυγό της, μετά μάλιστα και την πρόσθετη προσφορά του ποσού των 30.000 ευρώ, πέραν της αρχικής τιμής των 294.000 ευρώ. Ο ανωτέρω εγκαλών ακούγοντας τα ανωτέρω εξεπλάγη και τότε διαπίστωσε, ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων ψευδώς τους είχε διαβεβαιώσει, ότι ο Χ. Π. είχε πάψει να ενδιαφέρεται για την αγορά των οικοπέδων τους. Στα τέλη Ιανουαρίου 2005 ο Χ. Π. και η Μ. Δ. επικοινώνησαν με τον πρώτο των κατηγορουμένων, χωρίς να του πουν για την επικοινωνία που είχαν με τον Π. Λ., και αυτός τους είπε, ότι διέθετε προς πώληση ένα άλλο οικόπεδο αντί τιμήματος 370.000 ευρώ, για το οποίο δεν επιθυμούσε μεσιτική αμοιβή. Κατόπιν αυτού πήγαν στο γραφείο του, όπου τους είπε, σχετικά με τα επίμαχα οικόπεδα των εγκαλούντων, ότι οι τελευταίοι προχώρησαν με άλλους αγοραστές και είχαν πάρει ήδη προκαταβολή, ενώ τους έδωσε, ύστερα από φορτικές πιέσεις του Χ. Π., ένα κινητό τηλέφωνο του Π. Λ.. Το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Φεβρουαρίου 2005 ο Π. Λ. και ο γνωστός του Μ. Δ., ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας, μετέβη στο ιατρικό κέντρο, που ο Χ. Π. διατηρεί με τη σύζυγό του, όπου η τελευταία κάλεσε τον αριθμό, που ο πρώτος των κατηγορουμένων είχε δώσει ως τηλέφωνο του Π. Λ., απάντησε δε στην τηλεφωνική αυτή κλήση κάποιο άγνωστο πρόσωπο, το οποίο εμφανίστηκε ως Π. Λ., όταν δε η Μ. Δ. του είπε, ότι το πραγματικό πρόσωπο με τα στοιχεία Π. Λ. ήταν δίπλα της, το άγνωστο αυτό πρόσωπο έκλεισε το τηλέφωνο. Επακολούθησε νέο τηλεφώνημα της Μ. Δ. στον πρώτο των κατηγορουμένων, ο οποίος, σε ερώτησή της γιατί παίζει τέτοια παιχνίδια, απάντησε, ότι "όταν παίζεται ένα παιχνίδι, παίζεται μέχρι τέλους". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις του εγκαλούντος και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι αναφέρθηκαν στα γεγονότα αυτά λεπτομερώς και με σαφήνεια, έχοντας ιδία γνώση και χωρίς να υποπίπτουν σε αντιφάσεις, ενώ οι καταθέσεις τους αυτές ουδόλως αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται, ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων, όταν πληροφορήθηκε κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2005 από τον υποψήφιο αγοραστή Χ. Π., ότι σύμφωνα με τον μηχανικό του υπήρχε δυνατότητα τα δυο οικόπεδα να οικοδημηθούν αυτοτελώς και να μη χαρακτηρίζονται πολεοδομικώς ως ένα, αποφάσισε να αγοραστούν αυτά από την εταιρία τους, από κοινού με τον Χ. Σ., σε τίμημα μικρότερο από αυτό που ζητούσαν οι πωλητές και που προσέφερε ο Χ. Π.. Έτσι, έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο παραπλάνησης των εγκαλούντων και με γρήγορες ενέργειες, που αιφνιδίασαν ακόμη και το δικηγόρο Γ. Β., πέτυχε να αγοραστούν τα δύο οικόπεδα από τη συγκεκριμένη εταιρία και το Χ. Σ.. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-2005 έως 24-1-2005, ο πρώτος των κατηγορουμένων, ως κτηματομεσίτης, ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Π. Ι. Α. - Δ. Π. Π. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Κτηματική Αγίου Στεφάνου Ο.Ε.", καίτοι ενεργούσε κατόπιν εντολής των εγκαλούντων Π. Λ., Μ. Λ. και Δ. Α., προς ανεύρεση αγοραστή για την πώληση δύο συνεχόμενων οικοπέδων τους στον Άγιο Στέφανο Αττικής και στη θέση "..." αντί επιθυμητού τιμήματος 294.000 ευρώ, το οποίο προσφέρθηκε να καταβάλει ο Χ. Π., υποσχόμενος ότι μέχρι τις 15-1-2005 θα ήταν έτοιμος για την υπογραφή των συμβολαίων, παρ' όλα αυτά, με σκοπό να αποκομίσει η ως άνω εταιρία του και ο ίδιος, όπως και ο Χ. Σ., παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας των εγκαλούντων, παρέστησε σ' αυτούς στις 15.1.2005, εν γνώσει του ψευδώς, ότι ο ανωτέρω υποψήφιος αγοραστής Χ. Π. έπαυσε να ενδιαφέρεται για την αγορά των πιο πάνω δύο οικοπέδων, και στη συνέχεια, αφού τους παρουσίασε στις 17-1-2005 ως νέο υποψήφιο αγοραστή τον Κ. Σ., παρέστησε και πάλι στους εγκαλούντες, εν γνώσει του ψευδώς, ότι υπήρχε δυσκολία στην πώληση των ακινήτων τους, λόγω δήθεν υφιστάμενου σοβαρού πολεοδομικού προβλήματος, με αποτέλεσμα να πείσει τους εγκαλούντες, με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις, να προβούν στην υπογραφή των, υπ' αριθμ. .../24-1-2005 και .../24-1-2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αικατερίνης Παναγοπούλου, με τελικούς από κοινού αγοραστές τον Χ. Σ. (υιό του ανωτέρω Κ. Σ.) και την παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, αντί τιμήματος 275.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια, την οποία ο πρώτος των κατηγορουμένων γνώριζε, ήταν ότι ούτε ο αρχικός υποψήφιος αγοραστής Χ. Π. είχε παύσει να ενδιαφέρεται για την αγορά των δύο οικοπέδων, αφού αυτός αντιθέτως επιθυμούσε διακαώς και συνεχώς, μέχρι την ημέρα κατάρτισης των παραπάνω συμβολαίων, την αγορά των εν λόγω οικοπέδων αντί του ποσού των 294.000 ευρώ, ούτε και υπήρχε σοβαρό πολεοδομικό πρόβλημα που να επέβαλε την μείωση του τιμήματος κατά 19.000 ευρώ, αν δε οι εγκαλούντες γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση των πιο πάνω συμβολαίων αντί του ανωτέρω χαμηλότερου τιμήματος. Εξ αιτίας της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου των κατηγορουμένων, οι εγκαλούντες ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 19.000 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του τιμήματος των 294.000 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η εμπορική αξία των δύο οικοπέδων τους και το οποίο θα ελάμβαναν από τον υποψήφιο αγοραστή Χ. Π., και του ποσού των 275.000 ευρώ, το οποίο τελικώς εισέπραξαν ως τίμημα, με αντίστοιχο όφελος των τελικών αγοραστών και του πρώτου των κατηγορουμένων, το οποίο αυτοί αποκόμισαν σε βάρος της περιουσίας των εγκαλούντων. Η ζημία δε αυτή, που προξενήθηκε στην περιουσία των εγκαλούντων, και η αντίστοιχη ωφέλεια των τελικών αγοραστών και του πρώτου των κατηγορουμένων είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Τα πιο πάνω ενισχύονται και από την μετέπειτα συμπεριφορά του πρώτου των κατηγορουμένων, ο οποίος απέφευγε συστηματικά να δώσει στον Χ. Π. τον αριθμό τηλεφώνου του Π. Λ. και τελικώς εμφάνισε αντ' αυτού άλλο άγνωστο πρόσωπο. Η ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά του πρώτου των κατηγορουμένων εξηγείται από την εντύπωση που αυτός αποκόμισε από τις συνομιλίες του με το Χ. Π., ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί η εταιρία του τα συγκεκριμένα οικόπεδα, μέσω ανέγερσης συγκροτήματος κατοικιών, αποκομίζοντας πολύ μεγαλύτερα κέρδη από οποιαδήποτε μεσιτική αμοιβή. Έτσι, αφενός μεν απέτρεψε με μεθοδεύσεις την άμεση επικοινωνία των πωλητών με τον Χ. Π., εμφανίζοντας στους πωλητές, ότι ο εν λόγω ενδιαφερόμενος είχε εξαφανιστεί και πάντως είχε πάψει να ενδιαφέρεται και, επίσης, ότι τα ακίνητά τους είχαν πολεοδομικό πρόβλημα, γεγονός, που καθιστούσε δυσχερή την πώλησή τους και σε κάθε περίπτωση μείωνε σημαντικά την τιμή τους, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον του Κ. Σ. να είναι πραγματική ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί, ενώ στο Χ. Π. ανέφερε, ότι οι εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες δεν ενδιαφέρονταν πλέον να πωλήσουν σ' αυτόν τα οικόπεδα τους και ότι είχαν απευθυνθεί σε άλλο μεσιτικό γραφείο για την ανεύρεση αγοραστή. Η πιο πάνω απατηλή συμπεριφορά του πρώτου των κατηγορουμένων κατέστη δυνατό να αποκαλυφθεί, εξαιτίας της επιμονής που επέδειξε η σύζυγος του Χ. Π., Μ. Δ., ν' ανακαλύψει το τι είχε συμβεί και γιατί οι ιδιοκτήτες των ακινήτων δεν ήθελαν να πωλήσουν αυτά στο σύζυγό της, αυτός δε, ακριβώς, επειδή είχε μεθοδεύσει τα ανωτέρω και προκειμένου να καθησυχάσει το ζεύγος Π., προσφέρθηκε να τους υποδείξει άλλο ακίνητο προς αγορά, και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να λάβει μεσιτική αμοιβή, κάτι εντελώς ασυνήθιστο υπό κανονικές περιστάσεις. Τα παραπάνω περιστατικά στοιχειοθετούν πλήρως την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και συνεπώς πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για πλημμεληματική απάτη, που τελέστηκε, με σκοπό να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησε στους μηνυτές και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της απάτης και δη ότι ο αναιρεσείων, ως μεσίτης αγοραπωλησιών ακινήτων, παρέστησε ψευδώς στους εντολείς πελάτες του εγκαλούντες, το ψευδές γεγονός ότι ο προηγούμενος ενδιαφερόμενος για την αγορά των δύο ακινήτων τους αγοραστής Χ. Π. είχεν εξαφανισθεί και δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά, πράγμα που δεν ήταν αληθές και απετέλεσε την παραγωγό αιτία παραπλανήσεως των εντολέων του πωλητών, αφού ο παραπάνω αγοραστής τον είχεν ενημερώσει ήδη τηλεφωνικά στις 19-1-2005 ότι το πολεοδομικό πρόβλημα, όπως τον ενημέρωσε ο μηχανικός του, θα λυνόταν ευνοϊκά σε λίγες ημέρες και ήταν έτοιμος για την αγορά, ανανεώνοντας τη δήλωση ενδιαφέροντός του και την προηγούμενη καταληκτική ημερομηνία της 15-1-2005, που είχε θέσει, χωρίς να υπάρχει καμία αντίφαση από την παραδοχή αυτή, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση της απάτης αυτής και δη αναφέρεται η εξωτερίκευση της θελήσεως αυτού να βλάψει την περιουσία των εγκαλούντων, αφού τους παρουσίασε άλλους αγοραστές, παριστάνοντάς τους επί πλέον και έτερο ψευδές πραγματικό γεγονός, ότι υπάρχει δυσκολία στην πώληση, γιατί υφίστατο δήθεν σοβαρό πολεοδομικό πρόβλημα στο ένα από τα δύο οικόπεδα αυτών (εγκαλούντων), πράγμα που δε συνιστά απλώς εκτιμητική κρίση του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να πείσει αυτούς, εντολείς πελάτες του πωλητές, να μεταβιβάσουν άμεσα στις 21-1-2005 τα δύο ακίνητά τους σε νέους ενδιαφερόμενους αγοραστές, στον Χ. Σ. και στην ομόρρυθμη εταιρεία του ιδίου του κατηγορουμένου μεσίτη, αντί συνολικού τιμήματος 275.000 ευρώ και για τα δύο οικόπεδα, κατά ποσό 19.000 ευρώ μικρότερο, από εκείνο που προσέφερε ο ενδιαφερόμενος ακόμη ως άνω αρχικός αγοραστής, που είχεν ανανεώσει το ενδιαφέρον του, με αντίστοιχη ισόποση ζημία των πωλητών, οι οποίοι αν γνώριζαν την άνω αλήθεια θα πωλούσαν τα οικόπεδά τους στον αρχικό ενδιαφερόμενο με το παραπάνω μεγαλύτερο τίμημα, γ) αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του καταδικασθέντος και της πλάνης και της βλάβης των παθόντων εγκαλούντων, ως και ότι η παραπάνω βλάβη των εγκαλούντων είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δ) η υποχρέωση του κατηγορουμένου συναλλασσόμενου μεσίτη, που είχεν συμβληθεί με τους εγκαλούντες να μεσολαβήσει αντί αμοιβής μεσιτείας στην εξεύρεση αγοραστών των δύο οικοπέδων τους, να αναφέρει το υπάρχον ενδιαφέρον του αρχικού αγοραστή για αγορά με μεγαλύτερο προσφερόμενο τίμημα, συνάγεται από τις διατάξεις των άρ.197, 288, 330 και 718 του ΑΚ, που επιβάλλουν υποχρέωση ανακοίνωσης και πληροφόρησης και συμπεριφορά σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, ε) δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης της απάτης, εφόσον στο σκεπτικό και στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος τέλεσης με παράσταση ψευδών, ως παραπάνω γεγονότων, ως αληθινών, ενώ η απλή αναφορά του άλλου και δη της μη πληροφόρησης και μη ανακοίνωσης της ύπαρξης ενδιαφέροντος του αρχικού αγοραστή, αποτελεί αντίστροφη όψη του ψευδώς παρασταθέντος ότι ο αγοραστής αυτός εξαφανίστηκε και έπαυσε να ενδιαφέρεται για την αγορά, ήτοι δεν διαφοροποιείται ο τρόπος τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζεται (εξειδικεύεται) ο δόλος του δράστη (ΑΠ 442/2011, 181/2009, 1229/2008).
Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2011 αίτηση του Δ. Π. του Π., για αναίρεση της 3859/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Απάτη
|
Απάτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 170/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Κουρούπη, περί αναιρέσεως της 2471/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον Ίδιο (εργοδοτικών), προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχε ι ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2471/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε κατ' έφεση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τη μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (άρθρο 1 παρ. 1,2 Α.Ν. 86/1967) σε συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα μηνών ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, με καθ' ολοκληρίαν παραπομπή στο διατακτικό, δέχθηκε το άνω δικαστήριο, κατ' ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Στη ... τυγχάνοντας εργοδότης επιχείρησης με την επωνυμία με την επωνυμία "Δ. Κ. και ΣΙΑ Α.Ε.", είδος επιχείρησης Πτηνοτροφικές ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 4/03 έως 5/03 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 206.057,09 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 137.371,39 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2)Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 68.685,70 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Η αιτιολογία όμως αυτή, που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική (ΑΕ) και όχι για ατομική επιχείρηση, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της απόφασης πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση αυτή και η ποινική του ευθύνη, εξαιτίας της νομικής υποχρέωσης του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές στο ΙΚΑ, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της ίδιας επιχείρησης στο ΙΚΑ, αλλά απλώς αναφέρεται στο διατακτικό η ιδιότητα του ως εργοδότη, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση, η οποία όμως αναφορά δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής κατά τούτο αιτιολογία της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. Ιβ', 370 εδ. β' και 511 (όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος, όπως εν προκειμένω, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αξιόποινε πράξεις της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα και φέρεται ότι τελέσθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από Απρίλιο 2003 έως Μάιο 2003 έχουν τον χαρακτήρα του πλημμελήματος (άρθρα 12, 18 ΠΚ και 1 παρ. 1,2 ΑΝ 86/1967). Επομένως το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή αφού από της τελέσεώς τους μέχρι την ημέρα της συζητήσεως, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (13.1.2012), αλλά και μέχρι σήμερα (18.1.2012 ημερομηνία διασκέψεως) παρήλθε προδήλως, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, χρονικό διάστημα πέραν των οκτώ ετών, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου της τριετούς αναστολής.
Συνεπώς αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόσθεσμα και περιέχει, κατά τα παραπάνω, βάσιμο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2471/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Δ. Ι. του Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που φέρεται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στη ... κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2003 έως και Μάιο 2003. Ειδικότερα, του ότι: Στη ... τυγχάνοντας εργοδότης επιχείρησης με την επωνυμία "Δ. Κ. και Σία Α.Ε.", είδος επιχείρησης Πτηνοτροφικές ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 4/03 έως 5/03 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 206.057,09 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις:1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 137.371,39 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2)Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 68.685,70 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (ΑΝ 86/1967) παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (δεν προσδιορίζει την έννοια του εργοδότη σε ΑΕ κτλ). Αναιρεί, παύει οριστική ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 169/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.), Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Κουρούπη περί αναιρέσεως της 2472/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1015/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ. 86/1967,τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχε ι ορισθεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2472/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε κατ' έφεση, ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τη μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (άρθρο 1 παρ. 1,2 ΑΝ. 86/1967) σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, με καθολοκληρία παραπομπή στο διατακτικό, δέχθηκε το άνω δικαστήριο, κατ' ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Στη ... τυγχάνοντας εργοδότης επιχείρησης με την επωνυμία με την επωνυμία Δ. Κ. και ΣΙΑ Α.Ε., είδος επιχείρησης Πτηνοτροφικές επιχειρήσεις και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο ΔΧ/03 έως 6/04 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης, με αμοιβή, εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 584.614,63 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 389.743,09 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2)Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 194.871,54 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Η αιτιολογία όμως αυτή, που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική (ΑΕ) και όχι για ατομική επιχείρηση, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της απόφασης πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση αυτή και η ποινική του ευθύνη, εξαιτίας της νομικής υποχρέωσης του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές στο ΙΚΑ, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της ίδιας επιχείρησης στο ΙΚΑ, αλλά απλώς αναφέρεται στο διατακτικό η ιδιότητα του ως εργοδότη, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση, η οποία όμως αναφορά δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής κατά τούτο αιτιολογία της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. Ιβ', 370 εδ. β' και 511 (όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος, όπως εν προκειμένω, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αξιόποινες πράξεις της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορές στο ΙΚΑ, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα και φέρεται ότι τελέσθηκαν κατά τη χρονική περίοδο του έτους 2003 έως Ιούνιο 2004, έχουν τον χαρακτήρα του πλημμελήματος (άρθρα 12, 18 ΠΚ και 1 παρ. 1, 2 ΑΝ 86/1967) έτσι το αξιόποινο των μερικοτέρων πράξεων που φέρεται ότι τελέσθηκαν το έτος 2003 έως και στις 18-1-2004 εξαλείφθηκε, με παραγραφή αφού από τότε μέχρι 18-1-2012 (ημερομηνία διασκέψεως) παρήλθε το χρονικό διάστημα των οκτώ ετών, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου της τριετούς αναστολής. Επομένως, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει, κατά τα παραπάνω, βάσιμο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις Άνω μερικότερες πράξεις.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις άνω πράξεις και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2472/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Ι. Δ. του Κ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκυρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που φέρεται ότι τελέστηκαν από αυτόν στην ... κατά το χρονικό διάστημα του έτους 2003 έως 18-1-2004.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Παραπέμπει κατά τα λοιπά.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 168/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2012 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκαρίπα, περί αναιρέσεως της 28/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 686/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά δε τη διάταξη της παρ.2 εδ.α του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά της παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/ 1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) στις ημεδαπές Α.Ε., οι Πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα δια νόμου, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση ή διαχείριση αυτών". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ.1 του αυτού ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτομένους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Όταν δε πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος, είχε μια από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, ότι είναι, δηλαδή, πρόεδρος του Δ.Σ., διευθύνων σύμβουλος της συγκεκριμένης εταιρίας κ.λπ. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμέ νων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενο φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υποχρέου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι το μεν, κατ' άρθρο 2 του ΑΝ 635/1937, που ίσχυε κατά τον χρόνο βεβαιώσεως των χρεών που άλλωστε είναι ταυτόσημο με το άρθρο 17§1 του Ν. 3588/2007, "Πτωχευτικός Κώδικας", ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε κατ' άρθρο 679 του Εμπορικού Νόμου, καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ο να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 28/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος τριών μερικοτέρων πράξεων για τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κι ένοχος για τις λοιπές μερικότερες πράξεις, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ.β', του ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: Στον Πειραιά, και κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως 30-11-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών. Το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεις μέχρι την ημερομηνία συντάξεως του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) €.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος του στην ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και ειδικότερα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του οι εξής οφειλές:
1) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 116.847,54 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
2) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 6.616,35 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
3) από 30/7/2003 οφειλή ύψους 1.652,63 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/11/2003.
4) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 4.210,30 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
5) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 355,85 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
6) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 2.773,33 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 5 30/10/2003.
7) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 47.850,44 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
8) από 30/6/2003 οφειλή ύψους 72.316,87 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2003.
9) από 30/4/2004 οφειλή ύψους 32,26 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/8/2004.
10) από 30/6/2004 οφειλή ύψους 44,43 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/10/2004.
11) από 30/9/2005 οφειλή ύψους 218.660,22 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/1/2006.
12) από 29/7/2005 οφειλή ύψους 38,02 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 29/11/2005.
13) από 30/11/2005 οφειλή ύψους 15,55 € η οποία δεν εξοφλήθηκε έως και την 30/3/2006, όπως αναλυτικά και ειδικότερα αναφέρονται στον συνημμένα πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 23.2.2006 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, συνολικού ποσού τετρακοσίων εξήντα έξι χιλιάδων εξακοσίων τριάντα ενός ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (466.631,98), ηθελημένα δεν κατέβαλε τούτο μέσα στις νόμιμες προθεσμίες, ήτοι καθυστέρησε την καταβολή των άνω με αριθμούς 1, 2, 4, 7 έως και 13 βεβαιωμένα χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, για το χρονικό διάστημα από 30.10.2003 έως 30.3.2006.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της "ΠΛΕΙΑΣ Α.Ε." κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 μέχρι 30-11-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. Ειδικότερα σε βάρος του βεβαιώθηκαν από την ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά τα ακόλουθα χρέη 1) με την 3174/2-5-2003 βεβαίωση της βεβαιώθηκε ποσό 82.287 ευρώ ως φπα - οριστική βεβαίωση και ποσό 34.560,54 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2001, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 2) με την ίδια ως άνω βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 4.659,40 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για την ίδια ως και άνω αιτία και ποσό 1.956,95 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2001, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 3) με την 3177/ 2-5-2003 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 1.170 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για πρόστιμο φπα και ποσό 482,63 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2001, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα σε δύο μηνιαίες δόσεις πληρωτέα η πρώτη την 30-6-2003, 4) με την 3262/7-5-2003 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 2.965 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο με αιτία ελευθερίων επαγγελμάτων και ποσό 1.245,30 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2002, τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 5) με την ίδια όπως και άνω βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 250,60 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για την ίδια αιτία και ποσό 105,25 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2003, ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 6) με την 3262/ 7-5-2003 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 1.953,05 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για την ίδια όπως και προηγουμένως αιτία και ποσό 820,28 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2003 τα οποία ορίστηκαν πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 7) με την 3264/7-5-2003 βεβαίωση, βεβαιώθηκε ποσό 33.697,49 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο για φ.μ.υ. και ποσό 14.152,95 ευρώ ως συνεισπραττόμενα, οικονομικού έτους 2002, καταβλητέο εφάπαξ την 30-5-2003, 8) με την ίδια όπως και άνω βεβαίωση και για την ίδια αιτία βεβαιώθηκε ποσό 50.927,37 ευρώ ως ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και 21.389,50 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 2003 πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2003, 9) με την 1782/16-3-2004 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 25,40 ευρώ για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και 6,86 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 2004 πληρωτέα εφάπαξ την 30-4-2004, 10) με την 3074/12-5-2004 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 35,83 ευρώ για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και 8,60 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 2004 πληρωτέα εφάπαξ την 30-6-2004, 11) με την 1697/30-3-2005 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 198.962,90 ευρώ για πρόστιμο ΚΒΣ - οριστική βεβαίωση και 19.697,32 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 1999 πληρωτέα σε έξι μηνιαίες δόσεις πληρωτέα η πρώτη την 28-4-2005 και η τελευταία την 30-9-2005, 12) με την 3218/13-6-2005 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 35,53 ευρώ για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και 2,49 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 2005 πληρωτέα εφάπαξ την 29-7-2005 και 13) με την 5477/10-10-2005 βεβαίωση βεβαιώθηκε ποσό 15,10 ευρώ για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και 0,45 ευρώ ως συνεισπραττόμενα οικονομικού έτους 2005 πληρωτέα εφάπαξ την 30-11-2005. Συνολικά 471.413,79 ευρώ έναντι των οποίων ο κατηγορούμενος δεν έχει κατά βάλει κανένα ποσό, για αυτό, για τη μη καταβολή των παραπάνω χρεών συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά ο 3/2006 πίνακας χρεών, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κατηγορητηρίου και εμπεριέχει όλες τις ανωτέρω με αριθμούς 1-13 καταχωρίσεις. Ωστόσο η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 25 παρ.1 του ν.1882/1990 όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/2004, θα είχε ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος και για μη καταβολή των ποσών με α/α 3, 5 και 6 του πίνακα χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 4.781,81 ευρώ. Εφαρμόζοντας σύμφωνα με το άρθρο 2 Π.Κ., ως ευμενέστερη, τη διάταξη του όρθρου 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο μη καταβολής των επί μέρους χρεών, δηλαδή όπως είχε αντικαταβολής με άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με άρθρο 19 παρ.2 του ν. 2948/2001, η μη καταβολή των άνω επί μέρους χρεών δεν είναι αξιόποινη, αφού τα ποσά των κονδυλίων 3 και 5 αυτών υπολείπονται αφενός του ποσού του 1.000.000 δρχ. και ήδη 3.000 ευρώ που ήταν το όριο θεμελίωσης ποινικής ευθύνης για μη καταβολή προς το Δημόσιο των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων και αφετέρου το κονδύλιο 6 του ποσού των 2.000.000 δραχμών και ήδη 6.000 ευρώ που ήταν το όριο θεμελίωσης ποινικής ευθύνης για μη καταβολή προς το Δημόσιο των λοιπών φόρων και χρεών, με συνέπεια να πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για τα με α/α 3, 5 και 6 χρέη και να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση για από πρόθεση μη καταβολή στο Δημόσιο των με α/α 1, 2, 4, 7 έως 13 χρεών του 3/2006 πίνακα χρεών συνολικού ποσού 466,631,98 ευρώ αφού καθυστέρησε την καταβολή τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά ήτοι από 30.10.2003 έως 30.3.2006. Επειδή ωστόσο η ως άνω μη καταβολή δεν οφείλεται σε ταπεινά αίτια αλλά σε οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία θα πρέπει να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 β Π.Κ.
Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος της άνω πράξεως επειδή αφενός μεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και αφετέρου δεν είχε ο ίδιος τη διοίκηση της εταιρίας μετά την κήρυξή της. Όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα 1339/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρία με την επωνυμία "ΠΛΕΙΑΣ ΑΕ" κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε ως ημέρα παύσεως των πληρωμών η 1-10-2002, μετά από αίτηση μάλιστα όχι της ίδιας αλλά της δανείστριας εταιρίας "DATAMEDIA AE". Ωστόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας από το έτος 1995 και εφεξής όπως ισχυρίζεται και κατά την διάρκεια της ιδιότητάς του αυτής τα επίδικα χρέη βεβαιώθηκαν ή γεννήθηκαν (25 παρ.2 του ν. 1882/1990), δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση και οι ως άνω ισχυρισμοί του, που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας που του αποδίδεται (ΑΠ 836/2004 ΕλλΔνη 45.1545) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη διάρκεια που είχε την διαχείριση και διοίκηση της πτωχεύσασας εταιρίας δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα επίδικα χρέη, η δε πτώχευση του νομικού προσώπου αποτελεί απλά ενδεικτικό των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε στοιχείων".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το περί ενοχής του κατηγορουμένου τμήμα της την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αυτή είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα, στο σκεπτικό δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων, δεν κατέβαλε τα άνω χρέη προς το Δημόσιο υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ΑΕ με την επωνυμία "ΠΛΕΙΑΣ ΑΕ", χωρίς να αναφέρεται ποια από τις ιδιότητες είχε ο κατηγορούμενος, δηλαδή αν ήταν Πρόεδρος του ΔΣ ή Διευθύνων Σύμβουλος κτλ της ως άνω ΑΕ ώστε να υπέχει ποινική ευθύνη, προκύπτει δε και ασάφεια και αντίφαση με την παραδοχή στο διατακτικό ότι ο κατηγορούμενος "όντας οφειλές της του Δημοσίου" ήτοι ως οφειλέτης ατομικών χρεών δεν κατέβαλε τα χρέη αυτά. Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως η συνδρομή του στοιχείου του δόλου του κατηγορουμένου, διότι ενώ το δικαστήριο, προς αντίκρουση σχετικού αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, δέχθηκε ότι η παραπάνω Ανώνυμη Εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με ημερομηνία παύσεως των πληρών την 1.10.2003 (ήτοι προ της βεβαιώσεως των χρεών) και επομένως ο κατηγορούμενος δεν είχε την προς τούτο εξουσία διοικήσεως της εταιρείας και δεν μπορούσε να καταβάλει τα οφειλόμενα χρέη προς το Δημόσιο, εν συνεχεία δέχθηκε το δικαστήριο ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος στη διάρκεια που είχε τη διαχείριση και διοίκηση της πτωχεύσασας εταιρίας δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα επίδικα χρέη ...", με τη παραδοχή δε αυτή, ερμήνευσε και εφήρμοσε συνάμα εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§1 ΠΚ, 25§1γ 2, 3 του Ν. 1882/1990 όπως ήδη ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ΑΝ 635/1937 και 679 του Εμπορικού Νόμου. Επομένως, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι βάσιμοι.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1β', 370 εδ.β' και 511 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος, όπως εν προκειμένω, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.β' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αξιόποινη, κατ' εξακολούθηση, πράξη της μη καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο που αποδίδεται στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα και φέρεται ότι τελέσθηκε από 30.6.2003 έως 30.11.2005 έχει τον χαρακτήρα του πλημμελήματος (άρθρα 12, 18ΠΚ, 25§1γ, 2, 3 Ν. 1882/1990). Έτσι το αξιόποινο των υπό στοιχείο 1 έως και 8 μερικότερων πράξεων που φέρεται ότι τελέσθηκαν από 30.6.2003 έως 30.10.2003, εξαλείφθηκε με παραγραφή, αφού από της άνω ημερομηνίας μέχρι της συζητήσεως της παρούσας υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (13.1.2011) και μέχρι σήμερα (18.1.2012 ημερομηνία διασκέψεως) παρήλθε, προδήλως κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνο της τριετούς αναστολής.
Συνεπώς αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει, κατά τα παραπάνω, βάσιμο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις άνω μερικότερες πράξεις. Μετά από αυτά πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το περί ενοχής του κατηγορουμένου τμήματος, να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις άνω πράξεις, και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά το περί ενοχής του κατηγορουμένου τμήματος.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Α. Γ. του Ν., για τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2003 έως 18.1.2004. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Παραδοχή λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (ιδιότητα νόμιμου εκπροσώπου – πτώχευση ΑΕ κτλ) Αναιρεί – Παύει εν μέρει ποινική δίωξη λόγω παραγραφής – Παραπέμπει κατά τα λοιπά.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Αναίρεση μερική.
| 2
|
Αριθμός 167/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - σε συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 και 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Z. ή K. V. ή B. του A. ή R., Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 3/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με την υπ' αριθμ. 3/2011 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 56 και ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αιγαίου, Ελευθερίας Μάινα .
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 3/2011 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 9-11-2011γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στο Κράτος της Αλβανίας του Αλβανού υπηκόου Ζ. ή K. [επών.] V. ή B. [ονομ.] του A. ή R. και της S. ή G., που γεννήθηκε την 28.11.1961 ή 23.02.1969 στο ... Αλβανίας και ο οποίος κρατείται προσωρινά σε εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης 78/2011 του Προεδρεύοντα Εφετών Αιγαίου και του οποίου ζητείται η έκδοση με την με αριθ. 399/3/13-1Ο.2Ο11 αίτηση τον Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 50/11.03.2010 απόφασης του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Αργυροκάστρου της Αλβανίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 17/26.01.2011 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου, προκειμένου να εκτίσει την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για τη διάπραξη του εγκλήματος της "ένοπλης ληστείας", όπως προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας. Επομένως, η κρινόμενη με αριθμό εκθ. 56/10-11-2011 έφεση του εκζητούμενου κατά της άνω αποφάσεως-βουλεύματος του παραπάνω Συμβουλίου, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νόμιμα ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου και πρέπει να γίνει δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Κατά το αρ. 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (αρ. 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Όμως, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6.5.1961 με το Ν. 4165/1951, καθώς επίσης και από την Αλβανία στις 19.5.1998, με έναρξη ισχύος 17.8.1998, από δε την κύρωση της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, για όσα ζητήματα δεν καλύπτονται από την, από 17.5.1993 διμερή σύμβαση Ελλάδος και Αλβανίας περί Δικαστικής Αρωγής, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 και περιέχει στα αρ. 31 επ. ορισμένες διατάξεις περί εκδόσεως. Στο αρ. 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο, ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο και έξι μηνών τουλάχιστον κατά το αρ. 31 παρ. 2 του άνω Ν. 2311/1995. Επίσης κατά το αρ. 34 του Ν. 2311/1995, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να αναφέρει το όνομα του εκζητουμένου προσώπου, την κατοικία ή διαμονή του, τη φύση του εγκλήματος και τη ζημιά που προκάλεσε και πρέπει να συνοδεύεται: α) αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής από την απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, β) από το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος μέρους σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, γ) από την εξωτερική περιγραφή του εκζητουμένου προσώπου. Περαιτέρω, στο αρ. 12 της άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζονται τα ακόλουθα: "Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους. β) την έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητεί και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού". Από τις παραπάνω διατάξεις αυτές, συμπληρούμενες, σε συνδυασμό και προς το άρ. 2 του κυρώσαντος τη σύμβαση Ν, 4165/1961, δια του οποίου διατυπώνονται ρητά επιφυλάξεις εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ημεδαπού ΚΠΔ, προκύπτει ότι οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου ζητείται ο εκζητούμενος προκειμένου να εκτίσει τη, δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί η απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή όχι όμως και αμετάκλητη, όπως ορίζει το αρ. 443 παρ, 1 του ΚΠΔ, διότι δια του αρ. 2 του Ν, 4165/1961, δεν διατυπώθηκε επιφύλαξη εφαρμογής και της διατάξεως αυτής του άρ. 443 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως διατυπώθηκε σε άλλες διατάξεις αλλά και διότι κατά το άρθρο 436 παρ. 1 οι διατάξεις του ΚΠΔ, ρυθμίζουν τα ζητήματα εκδόσεως, όταν ελλείπει σύμβαση, η οποία όμως στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει, Επίσης δεν ερευνάται το βάσιμο της κατηγορίας, διότι μεταξύ των συνοδευόντων την αίτηση εγγράφων, δεν απαιτείται, κατά την άνω διάταξη του αρ. 12 παρ, 2 της συμβάσεως, ή κατ' άλλη διάταξη η επισύναψη και εγγράφων, από τα οποία να βεβαιώνεται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής, αλλά και διότι κατά το αρ. 443 παρ, 1 και 437 του ΚΠΔ, η βεβαίωση υπάρξεως ενδείξεων ενοχής απαιτείται μόνον επί εκδόσεως προς παραπομπή σε δίκη και όχι στην προκείμενη περίπτωση εκδόσεως προς εκτέλεση αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό πρωτ. 399/3/13-10.2011 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας που διαβιβάστηκε στο Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ζητείται η έκδοση στην Αλβανία του Z. ή K.. [επών.] V. ή B. [ονομ.] του A. ή R. και της S. ή G., που γεννήθηκε την 28.11.1961 ή 23.02.1969 στο ... Αλβανίας, προκειμένου να εκτίσει ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 50/11.03-2010 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Αργυροκάστρου Αλβανίας, για τη διάπραξη του εγκλήματος της "ένοπλης ληστείας", πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία. (άρθρο 380 ΠΚ και ν. 2168/1993). Περαιτέρω, η αίτηση αυτή υποβλήθηκε νομότυπα μέσω της Διπλωματικής οδού, συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα που την υποστηρίζουν σε επίσημα αντίγραφα από τα πρωτότυπα, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, περιέχουσα τα στοιχεία που ορίζει η διάταξη τον άρθρου 12 παρ. 1, 22 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα κατά την 6.5.1961 (Ν. 4165/1961) και 443 παρ. 1 ΚΠΔ και από την Αλβανία στις 19.5.1998. Επίσης, παραδεκτά εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου ενώπιον του Συμβουλίου Αιγαίου στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ο εκζητούμενος ο οποίος συνελήφθη κατά την 23.09.2011 σε εκτέλεση της εντολής προσωρινής σύλληψης 2194/23.09.2011 του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου και ο οποίος κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης ... με βάση το ένταλμα σύλληψης 78/2011 του Προεδρεύοντος Εφετών Αιγαίου, Επίσης, η αίτηση ερευνάται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 επ. 12, 14, 16, 22, 23, 29 και 31 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί εκδόσεως σε συνδυασμό με τις συμπληρωματικές εφαρμοζόμενες εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση προς τη σύμβαση αυτή διατάξεις της από 17.5.1993 διμερούς σύμβασης δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ Ελλάδας, και Αλβανίας και εκείνες των άρθρων 436-456 ΚΠΔ. Από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεκριμένα, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από το κράτος της Αλβανίας, που ζητεί την έκδοση, καθώς και από τις Υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος κατά την εξέτασή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσής του, προφορικά, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εκζητούμενος Αλβανός υπήκοος Z. ή K. [επών.] V. ή B. [ονομ.] του A. ή R. και της S. ή G., που γεννήθηκε την 28.11.1961 ή 23.02.1969 στο ... Αλβανίας δικάστηκε με την 50/11.03.2010 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Αργυροκάστρου Αλβανίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 17/26.01.2011 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) ετών για τη διάπραξη του εγκλήματος της "ένοπλης ληστείας", πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρο 380 ΠΚ και ν. 2168/1993) και για το λόγο αυτό ζητείται η έκδοσή του στις Αλβανικές Αρχές, προκειμένου να εκτίσει την παραπάνω επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή. Ο παραπάνω εκζητούμενος καταδικάσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση για το αδίκημα της "ένοπλης ληστείας" πράξη την οποία τέλεσε στις 20.03.1997 στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας. Για την έκδοσή του υποβλήθηκε νόμιμα μέσω της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα η κρινόμενη αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας που συνοδεύεται και από το υπ' αριθμ. 44 από 25.02.2011 ένταλμα του Εισαγγελέα της Εισαγγελίας Δικαστηρίου Αργυροκάστρου (σε επίσημη μετάφραση).
Εξάλλου, από τα προαναφερόμενα έγγραφα καθώς και από την εξέταση του εκζητούμενου κατά τη δημόσια συνεδρίαση του Συμβουλίου στο ακροατήριο, τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Δικαστήριο αυτό ο οποίος σημειωτέον δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία της ταυτότητας του κατά την προσαγωγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου (βλ. την από 26.09.2011 έκθεση προσαγωγής και βεβαίωσης ταυτότητας) αλλά και στο Δικαστήριο αυτό, προκύπτει ότι ο άνω συλληφθείς και ήδη κρατούμενος Ζ. ή K. [επών.] V. ή B. [όνομ.] του A. ή R. και της S. ή G., είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που ζητείται η έκδοση γεγονός το οποίο και ο ίδιος επιβεβαίωσε. Η έκδοση αυτού δεν ζητείται για πολιτικούς λόγους αλλά, όπως προεκτέθηκε σε εκτέλεση της άνω με αριθμό 50/11.03.2010 απόφασης του Δικαστηρίου της Δικαστικής Περιφέρειας Αργυροκάστρου της Αλβανίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 17/26.01.2011 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου, προκειμένου να εκτίσει την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για τη διάπραξη του εγκλήματος της "ένοπλης ληστείας", που τέλεσε στις 2Ο.Ο3-1997 στην πόλη Αργυρόκαστρο της Αλβανίας. Το έγκλημα αυτό για το οποίο κατηγορείται προβλέπεται και τιμωρείται τόσο από τον Αλβανικό Ποινικό Κώδικα όσο και από τον Ελληνικό Ποινικό .Κώδικα σε ποινές στερητικές της ελευθερίας για τις οποίες επιτρέπεται η κατά τα άνω έκδοση, γεγονός που δικαιολογεί αυτή (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί εκδόσεως). Εξάλλου, από τα στοιχεία τον φακέλου της δικογραφίας δεν προέκυψε σύμφωνα με τους νόμους του ελληνικού Κράτους και του Κράτους της Αλβανίας που ζητεί την έκδοση νόμιμος λόγος που να εμποδίζει την εκτέλεση της ποινής ή να εξαλείψει το αξιόποινο (άρθρα 6, 8, 9 και 10 της ευρωπαϊκής Σύμβασης και 438 στοιχ δ' Κ.Π.Δ). Με την κρινόμενη έφεσή του παραπονείται ''ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και να μην εκδοθεί, για τους λόγους που θα εκθέσει στο αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα διότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως προέκυψαν από τη διαδικασία και έτσι το Συμβούλιο αποφάσισε υπέρ της έκδοσής μου, αφού εσφαλμένως απορρίφθηκαν οι νόμιμα προβαλλόμενοι ισχυρισμοί μου και ειδικότερα ο ισχυρισμός μου ότι υπάρχει εκκρεμοδικία, η οποία προκύπτει από την προσφυγή μου ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου Τιράνων κατά της υπ' αριθμ. 17/26-1-11 απόφασης του Εφετείου Αργυροκάστρου, επί της οποίας αναμένεται η έκδοση απόφασης. Τέλος, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση'', όπως ακριβώς ισχυρίζεται. Οι ισχυρισμοί του εκζητούμενου-εκκαλούντος περί εκκρεμοδικίας που προκύπτει από την προσφυγή του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τιράνων κατά της 17/2011 απόφασης του Εφετείου Αργυροκάστρου, καθώς επίσης ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή του, προβάλλονται χωρίς ωφέλεια (αλυσιτελώς), διότι στην προκειμένη περίπτωση απαιτείται για την έκδοση το εκτελεστό μόνο του τίτλου, όπως άλλωστε βεβαιώνεται στα έγγραφα που προσκομίζονται με την υποβληθείσα αίτηση εκδόσεώς του και όλα γενικά τα έγγραφα που τη συνοδεύουν και έτσι, δεν έσφαλε το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφάσισε υπέρ της εκδόσεώς του. Επίσης, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν ερευνάται στην παρούσα περίπτωση, το βάσιμο της κατηγορίας. Εξάλλου, ο εκζητούμενος τόσο στο Συμβούλιο Εφετών, όσο και στο Δικαστήριο αυτό, δεν προσκόμισε αντίγραφο της "προσφυγής" που επικαλείται ή κάποιο σχετικό με αυτή έγγραφο. Κατόπιν των παραπάνω εκτεθέντων, προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεως του εκζητούμενου στις Αλβανικές Δικαστικές Αρχές για να εκτίσει την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή με βάση τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση και με βάση νόμιμο ένταλμα εκτελέσεως του αρμόδιου Εισαγγελέα της Δικαστικής Επαρχίας Αργυροκάστρου. Κατά συνέπεια, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προιϋποθέσεις για την έκδοσή του και δεν συντρέχει κάποιος λόγος από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 438 του ελληνικού ΚΠΔ και το άρθρο 32 του Ν. 2311/1995, που απαγορεύουν την έκδοση, δεν προκύπτει δε ότι η έκδοση ζητείται για πολιτικούς λόγους ή ότι θα διωχθεί και θα φυλακισθεί στην Αλβανία για πολιτικό, στρατιωτικό ή φορολογικό αδίκημα. Ο εκζητούμενος δήλωσε στο ακροατήριο, τόσο στο Συμβούλιο Εφετών, όσο και στο Δικαστήριο αυτό, ότι δεν συναινεί για την έκδοσή του, ώστε να εκτίσει την πιο πάνω ποινή, που του έχει επιβληθεί. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι εφέσεως, ως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 10 Νοεμβρίου 2011 με αριθμό 56/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου ασκηθείσα έφεση του Z. ή K. (επων.) V. ή B. του A. ή R. και της S. ή G. που γεννήθηκε την 28-11-1961 ή 23-2-1969 στο ... Αλβανίας, κάτοικος ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της 3/2011 απόφασης-βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποία γνωμοδότησε αυτό υπέρ της εκδόσεώς του στις δικαστικές Αρχές του Κράτους της Αλβανίας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εφόσον πρόκειται για έκδοση μεταξύ Ελλάδας και Αλβανία, όταν έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος Κράτους και κατά συνέπεια, ζητείται ο εκζητούμενος για να εκτίσει την ποινή, η οποία με την καταδικαστική απόφαση του έχει επιβληθεί, αρκεί η απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή, όχι όμως και αμετάκλητη και δεν ερευνάται το βάσιμο ή μη της κατηγορίας – απορρίπτεται ως αβάσιμη η έφεση κατ’ αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος Αλβανού υπηκόου στις δικαστικές αρχές του Κράτους της Αλβανίας για να εκτίσει εκεί την ποινή καθείρξεως που του έχει επιβληθεί με απόφαση δικαστηρίου της επαρχίας Αργυροκάστρου για ένοπλη ληστεία, αφού συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση, αφού αυτή δεν ζητείται για λόγους πολιτικούς, στρατιωτικούς ή φορολογικούς.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 164/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ε. Σ. του Ν., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων .... Με εγκαλούμενους τους: 1. Γ. Π., 2.Κ. Σ., 3.Υ. Ξ., 4. Ε. Π., 5.Σ. Χ. και 6.Κ. Β..
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1294/20.10.2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1235/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τσαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 269/5-12-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ' ΚΠΔ, την από 20-10-2011/1294 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στη οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας (Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922), και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. (Α.Π. 233/11 - Α.Π. 83/11). 2) Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. 3) Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ε. Σ. του Ν., κρατούμενος και νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο κρατουμένων φυλακών ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς την από 11-9-09/ΑΒΜ-Β09/8533 έγκληση σε βάρος των α) Γ. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, β) Κ. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, γ) Κ. Β. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, δ) Υ. Ξ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά, ε) Ε. Π., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς και στ) Σ. Χ., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς, για ψευδή βεβαίωση, παράβαση καθήκοντος, έκθεση και εγκληματική οργάνωση (242, 259, 306 και 187 ΠΚ). 4) Διενεργήθηκε στη συνέχεια από την Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς προκαταρκτική εξέταση, (31 ΚΠΔ). Το πέρας όμως αυτής, με οποιονδήποτε τρόπο, από αυτούς που προβλέπει ο ΚΠΔ, δεν μπορεί να περατωθεί από την Εισαγγελία Πλημ/κών Πειραιώς και ενδεχομένως από την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς και το Εφετείο Πειραιώς, δεδομένου ότι, αφενός μεν οι Εισαγγελείς Κ. Σ. και Κ. Β. υπηρετούν ως Αντεισαγγελείς στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, ως και οι Πρωτοδίκες Ε. Π. και Σ. Χ. υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφετέρου δε ο Εισαγγελέας Γ. Π. και η Πρόεδρος Πρωτοδικών Υ. Ξ., υπηρετούν, ο μεν πρώτος ως Αντεισαγγελέας στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, η δε δεύτερη ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών. Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας των δευτέρου, τρίτης, πέμπτης και έκτης των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας για τους λοιπούς (πρώτο και τέταρτη), από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Χαλκίδας, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η ΑΒΜ- Β09/8533 έγκληση του Ε. Σ. του Ν., κατά των εγκαλουμένων δικαστικών λειτουργών: α) Γ. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β) Κ. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, γ) Κ. Β., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, δ) Υ. Ξ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Εφέτη Εφετείου Αθηνών, ε) Ε. Π., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς και στ) Σ. Χ., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Χαλκίδας. Αθήνα 5-12-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Προέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ίδιου Κώδικα Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισοβάθμιο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνον κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ'ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικά, αν πρόκειται περί παραπομπή από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. α' ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύονται τα εξής: Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με τη 1294/20.10.2011 αναφορά που ζητεί την παραπομπή της, από 11.9.2009, έγκλησης του Ε. Σ. του Ν. κατά Γ. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, Κ. Σ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, Κ. Β., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, Υ. Ξ., Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, Ε. Π., Πρωτοδίκη Πρωτοδικών Πειραιώς και Σ. Χ., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς, για ψευδή βεβαίωση, παράβαση καθήκοντος, έκθεση και εγκληματική οργάνωση, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, επειδή για μεν τους εγκαλούμενους Κ. Σ. και Κ. Β., Ε. Π. και Σ. Χ. συντρέχει λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι οι πρώτοι υπηρετούν, ήδη ως Αντεισαγγελείς Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς και οι δεύτερες, ως Πρωτοδίκες στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, δηλαδή στον Εισαγγελέα στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να ερευνήσει την πιο πάνω έγκληση, για δε τους λοιπούς παραπάνω εγκαλούμενους (Γ. Π. και η Υ. Ξ.), που ήδη υπηρετούν ο πρώτος, ως Αντεισαγγελέας Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και η δεύτερη, ως Εφέτης, στο Εφετείο Αθηνών, συντρέχει λόγος της συνεκδίκασης με τους παραπάνω τέσσερις πρώτους, λόγω συνάφειας (ΚΠΔ 129). Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (ΚΠΔ 136 στοιχ. ε', 137) και πρέπει, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης της πιο πάνω έγκλησης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και αν συντρέξει περίπτωση στον Εισαγγελέα Εφετών Χαλκίδας και στις ανακριτικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Χαλκίδας, όπως στο διατακτικό ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της, από 11.9.2009, έγκλησης του Ε. Σ. του Ν. κατά των Γ. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Κ. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, Κ. Β., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, Υ. Ξ., Εφέτη Εφετείου Αθηνών, Ε. Π., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Πειραιώς και Σ. Χ., Πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Πειραιώς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Χαλκίδας και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Χαλκίδας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εκζητουμένου. Αναβάλλει προκειμένου να προσκομισθούν συμπληρωματικά στοιχεία εντός 40 ημερών από τη δημοσίευση στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
|
Έκδοση
|
Αναβολή συζήτησης, Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 169/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΕ" ή "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΩΝ ΙΠΠΟΤΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖα ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" (ΕΤΒΑ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Στρατήγη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κώ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2003 του Εφετείου Δωδεκαννήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2006 αίτησή της και τους από 18-7-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε τις από 25-2-2010 και 16-9-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής ή ματαιώσεως ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης. Η μη τήρηση δε της ανωτέρω προθεσμίας συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (Ο.Λ. Α.Π. 654/1984, Α.Π. 137/2008, 967/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι πρόσθετοι από 18-7-2011 λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς υπ' αριθ. 124/2011 πράξη κατάθεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-7-20] 1, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 8ης Μαρτίου 2010, όπως τούτο προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης από 20-1-2009 πράξη αυτού, ασκήθηκαν εκπροθέσμως, μετά την με αίτηση της αναιρεσείουσας αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο. Επομένως, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως για έλλειψη προδικασίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933§ 1, 934§§1-2 και 979§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι: α) με την ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, την οποία νομιμοποιείται να ασκήσει και ο καθ' ου η εκτέλεση και επί της οποίας έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ, προσβάλλεται η διαδικασία της κατατάξεως ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η οποία αρχίζει με την αναγγελία και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα και η διαδικασία της εκτελέσεως μέχρι του πλειστηριασμού. Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως μπορούν να προβληθούν λόγοι που ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη ή το μέγεθος της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Ειδικά, όμως, με την ανακοπή που ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και καταταγέντος στον πίνακα δανειστή, μπορούν να προβληθούν πλημμέλειες αναφερόμενες στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως του επισπεύδοντος δανειστή, αλλ' αναγόμενες σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, διότι οι πλημμέλειες που αναφέρονται στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, δυνάμενες να προβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία που ορίζει η παρ. 1 περ. β' του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα (ήτοι μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως) και μη προβληθείσες, δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτά με την ανακοπή του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, θα παραβιαζόταν το σύστημα της σταδιακής προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, που καθιερώνει το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, με σκοπό την ταχεία περαίωση της διαδικασίας της εκτελέσεως και την ασφάλεια των συναλλαγών (πρβλ. Α.Π. 485/1997). Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 585 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και επί της ανακοπής του άρθρου 979 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, το δικόγραφο δε αυτό, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι νέοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, λόγοι δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής, ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης απορριπτικής της ανακοπής χωρίς να έχουν προταθεί νέοι λόγοι κατά την ανωτέρω ειδική διάταξη, η πρόταση τέτοιων λόγων είναι παραδεκτή μόνο αν ανακύψει, ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου, διαδικαστικό στάδιο νέας εκδίκασης της ανακοπής και εφόσον η πρόταση τους γίνει με πρόσθετο δικόγραφο κατατιθέμενο στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ήδη η ανακοπή, όπως ορίζει το άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β του ΚΠολΔ (Α.Π. 72/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με επίσπευση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ), καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, επισπεύστηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της αναιρεσείουσας για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης κατά της δεύτερης. Κατά τον πλειστηριασμό πλειοδότησε η επισπεύδουσα Τράπεζα με το ποσό των 350.011.000 δρχ. και στον πίνακα κατάταξης που συνέταξε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατατάχθηκε, μεταξύ άλλων δανειστών, και η επισπεύδουσα οριστικά και προνομιακά ως ενυπόθηκε δανείστρια για το ποσό των 181.276.854 δρχ. Κατά του πίνακα κατάταξης άσκησε η καθής η εκτέλεση οφειλέτρια την από 14-5-1999 ανακοπή της με την οποία αμφισβήτησε την ύπαρξη της εκ δανείου απαίτησης της ΕΤΒΑ ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι "η αντίδικος ΕΤΒΑ κατά τον εκτοκισμό των οφειλών μου χρησιμοποίησε επιτόκια κατά πολύ υψηλότερα αυτών που καθόριζαν κάθε φορά οι ως άνω ΠΔ/ΤΕ (Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος) και έτσι παράνομα διόγκωσε υπέρμετρα την οφειλή μου. Επί πλέον δεν προέβαινε σε ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων κατ' άρθρο 12 Ν. 2601/1998 και επί πλέον πολλοί από τους τόκους παρεγράφησαν στη διάρκεια του δανείου. Για τον ακριβή υπολογισμό της πραγματικής οφειλής μου επιφυλάσσομαι να καταθέσω εν καιρώ πρόσθετους λόγους". Ζήτησε δε η ανακόπτουσα να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατάταξης, να καταταγεί σ' αυτόν η ΕΤΒΑ μόνο για το πραγματικό ύψος της απαίτησης της και να αποβληθεί από το υπόλοιπο ποσό της αναγγελίας της, στο οποίο να καταταγεί η ίδια (ανακόπτουσα). Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 556/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία απέρριψε ως αόριστη την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ανακόπτουσα, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 162/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή, ανεξάρτητα από την αοριστία της, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν ο εσφαλμένος από την ΕΤΒΑ τρόπος υπολογισμού της απαιτήσεως της, το ύψος της πραγματικής οφειλής της και τα επιτόκια που η καθής υπολόγισε για τον εκτοκισμό των τόκων, είναι απαράδεκτη, διότι με αυτήν προσβάλλονται πλημμέλειες που αναφέρονται στο μέγεθος της απαιτήσεως της επισπεύδουσας δανείστριας και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, οι οποίες έπρεπε να προβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μέσα στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα και περαιτέρω έκρινε ότι απαραδέκτως το πρώτον με την έφεση της η ανακόπτουσα προέβαλε πλημμέλειες κατά του πίνακα κατάταξης που αφορούν το μέγεθος της απαίτησης της επισπεύδουσας που κατετάγη στον πίνακα και ανάγονται σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, με την επίκληση ότι σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του επακολουθήσαντος τον πλειστηριασμό Ν. 2789/2000 η απαίτηση της αναιρεσίβλητης περιορίστηκε στο ποσό των 82.775.026 δρχ. . Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο ακυρότητα (απαράδεκτο), αφού, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, η από το άρθρο 979 του ΚΠολΔ ανακοπή που ασκεί ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης κατά του καταταγέντος επισπεύδοντος δανειστή δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο πλημμέλειες που αναφέρονται στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, και περαιτέρω, νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο ανακοπής και όχι με λόγο έφεσης. Ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης που, κατ' επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα όμως του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφου από την αναιρεσίβλητη, ήτοι κατάστασης με ανάλυση του ύψους της οφειλής της. Ο λόγος αυτός, προεχόντως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού η ανακοπή κρίθηκε και είναι απαράδεκτη.
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2006 αίτηση και τους από 18-7-2001 πρόσθετους λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 162/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγκαστική εκτέλεση. Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης δανειστών (άρθρο 979 ΚΠολΔ). Οι λόγοι ανακοπής μπορούν να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη ή το μέγεθος της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Ειδικά, όμως, με την ανακοπή που ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και καταταγέντος στον πίνακα δανειστή, μπορούν να προβληθούν πλημμέλειες αναφερόμενες στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως του επισπεύδοντος δανειστή, αλλ' αναγόμενες σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό. Νέοι λόγοι ανακοπής. Μπορούν να προβληθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, όχι με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ούτε με την έφεση κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 150/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, περί αναιρέσεως της 4026/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο τον Κ. Κ. του Ι., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 8/21-11-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Παναγιώτη Θεοδωρίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1371/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1,3, 474, 504 παρ.1 α, 505 παρ.1, 507 παρ.1 α, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου των Πλημμελειοδικών, την αναίρεση πλην άλλων αποφάσεων και εκείνων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου όπου είναι τοποθετημένος οργανικά και υπηρετεί, και κατ'αυτών που είναι ανέκκλητες, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του οικείου Πλημμελειοδικείου και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, ( βλ. ΟλΑΠ 6/2002, ΑΠ 1255/2008), για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνον της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως( 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ). Στην έννοια δε του όρου "τελεσίδικες αποφάσεις" του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων του άρθρου 504 παρ.1, δηλαδή οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που εκδίδονται ύστερα από άσκηση έφεσης, αλλά και οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, οι οποίες, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση, όπως είναι εκείνες που αποφαίνονται επί αντιρρήσεων σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, κατά το άρθρο 565 ΚΠΔ, όπως τούτο ρητά ορίζει και προβλέπει στο εδαφ. 2 αυτού άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα και από τον καταδικασμένο. Επομένως, η κρινόμενη με αρ. εκθ. 8/21-11-2011 ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδος κατά της με αρ. 4026/ 13-10-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, δια της οποίας έγιναν δεκτές αντιρρήσεις, κατ'άρθρον 565 ΚΠΔ, του αιτούντος καταδίκου Κ. Κ. και ορίστηκε ο χρόνος πραγματικής έκτισης ποινής του να προσμετρηθεί στο χρόνο προσωρινής του κράτησης, είναι τυπικά παραδεκτή και εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός του νόμιμου δεκαημέρου, αφού η άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος στις 17-11-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση 278/17-11-2011 του οικείου γραμματέα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ο ανωτέρω μοναδικός προβαλλόμενος από την εισαγγελέα Πλημμελειοδικών λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ, αν είναι και βάσιμος. Κατά το άρθρο 82 παρ. 4 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν. 3904/2010, ορίζεται ότι, "μετά τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, το δικαστήριο εκτιμά αν εκείνος που καταδικάστηκε μπορεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού της μετατροπής. Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει αδυναμία άμεσης καταβολής ή ότι η καταβολή θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, από δύο ως τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλει εκείνος που καταδικάστηκε το πιο πάνω ποσό σε δόσεις που ορίζει το ίδιο το δικαστήριο". Κατά το άρθρο 87 παρ.1,2 του ΠΚ, ορίζεται ότι όταν επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή και αφού οριστεί η διάρκειά της, αφαιρείται ο χρόνος της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου την οποία διέταξε ανακριτική αρχή οποιασδήποτε δικαιοδοσίας. Επίσης αφαιρείται ο χρόνος που κρατήθηκε από τη σύλληψη έως την προσωρινή κράτηση. Στην περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται αφαιρείται από την ποινή που επιβλήθηκε για κάποιο από αυτά ο χρόνος της προσωρινής κράτησης που διατάχθηκε για οποιοδήποτε από αυτά.
Κατά το άρθρο 287 παρ. 2 του ΚΠΔ, η διάρκεια της προσωρινής κράτησης σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί το έτος, με δυνατότητα σε σοβαρά εγκλήματα να παραταθεί η προσωρινή κράτηση για έξι ακόμα το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 552 παρ.1 του ΚΠΔ, η έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε με την καταδικαστική αμετάκλητη απόφαση γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ποινικού κώδικα και των ειδικών νόμων για την εκτέλεση των ποινών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.10 του ν. 2408/1996, ορίζεται ότι, προκειμένου να εκτιθούν ποινές φυλάκισης, που έχουν μετατραπεί από προσωρινή κρατούμενο για άλλο έγκλημα, γίνεται τυπική διακοπή της προσωρινής κράτησης και επαναφυλάκιση, μόνον εάν ο προσωρινά κρατούμενος δηλώσει ότι δεν καταβάλλει το ποσό της μετατροπής. Εάν καταβάλλει το ποσό της μετατροπής, ο χρόνος κρατήσεως για τις ποινές που εξαγοράσθηκαν θεωρείται χρόνος προσωρινής κρατήσεως και αφαιρείται από το χρόνο της ποινής που εκτίεται ή θα εκτιθεί.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, όταν ο χρόνος της προσωρινής κράτησης κάποιου κατηγορουμένου συμπίπτει με το χρόνο εκτίσεως ποινής από αυτόν για άλλο έγκλημα, τότε ο χρόνος της προσωρινής κρατήσεως διακόπτεται μέχρι την ολοσχερή έκτιση της ποινής. Όταν δε συμπίπτουν οι χρόνοι περισσότερων της μιας αμετακλήτων καταδικαστικών αποφάσεων, πριν καθορισθεί συνολική ποινή, κατ'άρθρο 551 ΚΠΔ, και προσωρινή κράτηση, ο χρόνος που κρατείται κάποιος στη φυλακή, καταλογίζεται σε μία από τις πολλές καταδικαστικές αποφάσεις και δη στην παλαιότερη καταδικαστική απόφαση, μέχρι την συγχώνευση των ποινών αυτών. Μετά την έκδοση απόφασης περί συνολικής ποινής, οι ημέρες που εκτίθηκαν από τις επί μέρους καταδικαστικές αποφάσεις, πριν την έκδοση της απόφασης περί συνολικής ποινής, αφαιρούνται από την τελευταία, οπότε, μόνον εφόσον έχει αποτιθεί αυτή και μάλιστα από την αμέσως επομένη ημέρα αρχίζει να τρέχει ο χρόνος της προσωρινής κράτησης και να υπολογίζεται ο χρόνος. Επομένως ο χρόνος εκτίσεως της ποινής, όπως είναι και ο χρόνος εκτίσεως ποινής φυλακίσεως, μετατραπείσας σε χρηματική, λόγω μη καταβολής υπό του καταδικασθέντος των ορισθεισών υπό του Πλημμελειοδικείου, κατ'άρθρο 82 παρ.4 ΠΚ, χρηματικών δόσεων μετατροπής, οπότε διακόπτεται και πάλιν η προσωρινή κράτηση και φυλακίζεται, δεν αποτελεί χρόνο προσωρινής κρατήσεως και δεν πρέπει να υπολογισθεί στο χρόνο προσωρινής κρατήσεως, ώστε να συμψηφισθεί με την επιβληθησόμενη σε αυτόν νέα ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο καταδικασμένος αντιλέγων Κ. Κ., στις 7-6-2010 φυλακίστηκε με ένδεκα καταδικαστικές αποφάσεις, που συγχωνεύθηκαν με την ΑΤ 189/13-1-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, κατόπιν της με αρ. παραγγελίας 64747/31-5-2010 του εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, με έναρξη ποινής της πρώτης την 29-5-2010, ημέρα που είχε συλληφθεί. Την ιδία ως άνω ημέρα της 7-6-2010, φυλακίστηκε ως υπόδικος και με προσωρινή κράτηση, και σε εκτέλεση των εξής πράξεων. α) της 184/2000 Διάταξης της Α' Ανακρίτριας Πειραιά, για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος, β) του ΑΝΕ/ΕΣ/7/24-4-2001 Εντάλματος Σύλληψης του Ε' Ανακριτή Πρωτοδικών Πειραιά, διατηρηθέντος σε ισχύ με το 452/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, γ) του 38/27-10-2000 Εντάλματος Σύλληψης του Α' Ανακριτή Πρωτοδικών Αθηνών, διατηρηθέντος σε ισχύ με το 2458/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος, δ) της με αρ. 5345/ 2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση. Επίσης με την 189/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, συγχωνεύθηκαν οι καταγνωσθείσες στον ίδιο καταδικασθέντα Κ. Κ. ποινές για πλημμεληματικές πράξεις που του επιβλήθηκαν με αποφάσεις, του χρονικού διαστήματος 1998- 2005 και καθορίστηκε μία συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα ετών και σαράντα τριών μηνών, με εκτιτέα το ανώτατο όριο κατά νόμο, τα δέκα έτη. Στη συνέχεια, με την 4981/23-8-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά έγινε δεκτή αίτηση του άνω καταδίκου, κατ'άρθρο 82 παρ.4 ΠΚ, περί παροχής προθεσμίας για την καταβολή της μετατραπείσας σε χρηματική, προς τρία ευρώ την ημέρα, ως παραπάνω συνολικής ποινής των δέκα ετών, σε δόσεις και του δόθηκε τριετής προθεσμία, με καταβολή ισόποσων μηνιαίων δόσεων, αρχής γενομένης από 1-10-2011.
Συνεπώς ο ανωτέρω κατάδικος, κρατούμενος ως παραπάνω, από 29-5-2010, αποφυλακίστηκε τυπικά την 24-8-2011, λόγω της παραπάνω απόφασης, που όρισε το υπόλοιπο της μετατραπείσας ποινής του φυλάκισης των δέκα ετών, να πληρωθεί σε μηνιαίες δόσεις. Ακολούθως, με τις υποβληθείσες αντιρρήσεις του, που κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, ζήτησε ο χρόνος της ήδη κρατήσεώς του και δη φυλακίσεώς του σε εκτέλεση της άνω συγχωνευτικής 189/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, από 29-5-2010 μέχρι 24-8-2011, να θεωρηθεί χρόνος της προσωρινής του κράτησης, ώστε να αφαιρεθεί από την ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί για τα παραπάνω κακουργήματα που αναφέρθηκαν και εκκρεμούν οι δίκες σε βάρος του. Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο χρόνος που ήδη έχει κρατηθεί ο αντιλέγων κατάδικος στις φυλακές, από 29-5-22010 μέχρι 24-8-2011 δεν μπορεί να υπολογισθεί ως χρόνος προσωρινής κράτησης, αφού εξέτιε κατά το χρόνο αυτό ποινή φυλακίσεως, ο δε χρόνος της προσωρινής του κρατήσεως άρχισε από την άνω ημερομηνία της 24-8-2011 μέχρι και την 7-10-2011, που αναφυλακίστηκε δυνάμει της με αριθ. 6447/7-10-2011 παραγγελίας του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής της ανωτέρω 189/2011 συγχωνευτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, διότι δεν κατέβαλε καμία δόση από τις ορισθείσες με την 4981/23-8-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και ως εκ τούτου διεκόπη εκ νέου η έκτιση της προσωρινής του κρατήσεως. Με την παραπάνω λύση, δεν υφίσταται κίνδυνος διπλής αφαιρέσεως του ίδιου χρονικού διαστήματος τόσον από την ποινή φυλακίσεως, όσον και από την προσωρινή κράτηση, αφού τελικά δεν εξαγοράσθηκε η ποινή φυλακίσεως, και η απόρριψη των αντιρρήσεων και της αίτησης του καταδίκου να υπολογισθεί ο χρόνος που κρατήθηκε στη φυλακή ως χρόνος προσωρινής κράτησης, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, που επιδιώκει την προστασία του ατόμου από τις αυθαίρετες προσβολές του κράτους στην ελευθερία του. Κατά συνέπεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, που με την προσβαλλόμενη 4026/2011 απόφασή του, έκρινε τα αντίθετα και δη ότι ο χρόνος που κρατήθηκε ο αιτών στη φυλακή σε εκτέλεση της 189/2011 συγχωνευτικής αποφάσεως , που μετατράπηκε σε χρηματική και καθορίστηκε σε δόσεις, πρέπει να υπολογισθεί και να προσμετρηθεί στο χρόνο προσωρινής του κράτησης, παρά το ότι ο αιτών δεν εξαγόρασε την άνω ποινή του και δεν κατέβαλε καμία δόση, γιαυτό και αναφυλακίστηκε, εσφαλμένα τις προεκτεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, που προβάλλεται από τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση αντιρρήσεων του καταδίκου, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4026/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση επί αντιρρήσεων εκτελεστότητας του καταδίκου Κ. Κ., στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν κρίνει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δέχεται αίτηση αναίρεσης. 1. Ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πλην άλλων αποφάσεων και εκείνων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που είναι ανέκκλητες, όπως η εκδιδόμενη επί αντιρρήσεων του αρ. 565 του ΚΠΔ, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του οικείου Πλημμελειοδικείου και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής. 2. Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης του Εισαγγ. Πλημ/κών Χαλκίδος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ . 3. Ο χρόνος εκτίσεως της ποινής, που ήδη έχει κρατηθεί ο αντιλέγων κατάδικος στις φυλακές, όπως είναι και ο χρόνος εκτίσεως ποινής φυλακίσεως, μετατραπείσας σε χρηματική, λόγω μη καταβολής υπό του καταδικασθέντος των ορισθεισών υπό του Πλημμελειοδικείου, κατ' άρθρο 82 παρ.4 ΠΚ, χρηματικών δόσεων μετατροπής, οπότε διακόπτεται και πάλιν η προσωρινή κράτηση, δεν αποτελεί χρόνο προσωρινής κρατήσεως και δεν πρέπει να υπολογισθεί στο χρόνο προσωρινής κρατήσεως, ώστε να συμψηφισθεί με την επιβληθησόμενη σε αυτόν νέα ποινή, αφού εξέτιε κατά το χρόνο αυτό ποινή φυλακίσεως.
|
Ποινών συγχώνευση
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Ποινών συγχώνευση, Κράτηση προσωρινή.
| 2
|
Αριθμός 145/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Μ., κατοίκου εν ζωή …, που δεν παρέστη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10308/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1588/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου λόγω θανάτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διατύπωση του άρθρου 514 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, αν ο κατηγορούμενος πεθάνει μετά την άσκηση της αναιρέσεως του, οφείλει, εφαρμόζοντας την γενικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 370 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος Κ. Π. καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 10.308/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρος σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών. Κατά της παραπάνω αποφάσεως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε την κρινομένη από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως. Όμως από την …/40/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αγίου Δημητρίου Αττικής προκύπτει ότι ο άνω κατηγορούμενος-αναιρεσείων πέθανε στις 24 Ιουλίου 2011. Έτσι, κατ' εφαρμογήν των αναφερόμενων διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η ανωτέρω πληττόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς ή κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 10.308/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου Κ. Π. ποινική δίωξη του ότι:
Α) Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και ειδικότερα εγχείρισε - κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 6 Δεκεμβρίου 2002 μήνυση του κατά της ήδη εγκαλούσας Α. χήρας Α. Χ., με την οποία καταμήνυσε αυτήν ψευδώς ως αυτουργό πλαστογραφίας και απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου, προκειμένου να κινηθεί εναντίον της ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές και συγκεκριμένα ότι δήθεν η εγκαλούσα νόθευσε το από 14.7.98 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο του είχε εκμισθώσει ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο μιας παλαιάς οικοδομής, κειμένης στο ..., επί της οδού ..., ήτοι ότι δήθεν αυτή συμπλήρωσε μεταγενέστερα το χρόνο διάρκειας της μίσθωσης δηλαδή τις ημερομηνίες από 1.8.98 έως 1.8.00 και ότι προσκόμισε και επικαλέστηκε το πλαστό αυτό έγγραφο κατά την εκδίκαση της από 16.5.02 αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστήριο αυτό και να προκαλέσει την έξωση του κατηγορουμένου λόγω λήξης της διάρκειας μίσθωσης. Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της μήνυσης του, ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις ανωτέρω πράξεις.
Β) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα υποβάλλοντας την υπό στοιχείο Α' ανωτέρω μήνυσή του, ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτής, επιβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενο της, ενώ η αλήθεια που γνώριζε είναι ότι ουδέποτε η εγκαλούσα πλαστογράφησε ή νόθευσε το ως άνω συμφωνητικό, ως προς το χρόνο διάρκειας της μίσθωσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 514, 370 εδ. β' ΚΠΔ. Όταν ο αναιρεσείων πεθάνει μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παύει οριστικώς την ποινική δίωξη.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως.
| 0
|
Αριθμός 140/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 89/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 771/2011
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 286 παρ. 1 ΠΚ, ορίζει ότι, όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα εξής : α) Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος αυτού, του υπαγομένου στα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, που έχουν συγκεκριμένη διακινδύνευση, δύναται να είναι εκείνος, ο οποίος έχει τη διεύθυνση ή τη διεξαγωγή του οικοδομικού έργου, όπως ο επιβλέπων μηχανικός β) η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού συνίσταται στην παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες διενέργεια οικοδομικού και άλλου αναλόγου έργου ή κατεδάφιση και στην από την αιτία αυτή πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπων, που είναι άλλος εκτός του δράστη. Κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες είναι εκείνοι, οι εφαρμοζόμενοι από τους απασχολουμένους σε οικοδομικά έργα με την πεποίθηση, ότι είναι σωστοί και τηρούμενοι στην πράξη. Ο δε κίνδυνος δεν είναι απαραίτητο να είναι άμεσος και επικείμενος, γιατί αρκεί να είναι και κίνδυνος, ο οποίος θα προκύψει από τη μέλλουσα χρησιμοποίηση του κατασκευάσματος σύμφωνα με τον προορισμό του, γ) για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος (πρόθεση) ή αμέλεια. Αυτή, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, υπάρχει, όταν ο δράστης από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του (ασυνείδητη αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και δ) το έγκλημα αυτό κατά την παρ.2 της ως άνω διάταξης του άρθρου 286 Π.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 20 παρ.5α' του ν. 2331/1995 είναι τετελεσμένο μόλις δημιουργηθεί, (έστω και εάν επέλθει στο μέλλον), κίνδυνος στη ζωή ή στην υγεία του ανθρώπου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε στο σκεπτικό, αναφέροντας κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη σε σχέση με πράγματα κρίση του, τα εξής, ως προς το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής, από αμέλεια: "αποδείχθηκε ότι το Δικαστικό Μέγαρο Καλαβρύτων, κατά τη δεύτερη φάση της κατασκευής του, παρουσίαζε κακοτεχνίες α)στο χώρο του Αρχείου (διαρροή υδάτων με κίνδυνο ηλεκτροπληξίας), β)στη κεντρική κλιματιστική μονάδα ψύξης-θέρμανσης και γ)στην εξωτερική κλίμακα του κτιρίου (αποκόλληση υλικών με κίνδυνο τραυματισμού για όσους τη χρησιμοποιούν). Όλες οι κακοτεχνίες αυτές, από τις οποίες προκαλείται κίνδυνος για τη ζωή και υγεία ανθρώπων, οφείλονται σε αμέλεια του κατ/νου επιβλέποντος μηχανικού. Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις παραπάνω κακοτεχνίες για παραβίαση των κανόνων οικοδομικής που του αποδίδεται και αθώος των λοιπών κακοτεχνιών (έχουν αποκατασταθεί) όπως διευκρινίζεται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης".
Στο διατακτικό δέχθηκε τα εξής; "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι, στα Καλάβρυτα Νομού Αχαΐας και σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία (πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις 14 Ιανουαρίου 2002 μέχρι και τις 17 Οκτωβρίου 2008 κατά τη διεύθυνση και την εκτέλεση οικοδομικού έργου από αμέλεια ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες με αποτέλεσμα να προξενήσει κίνδυνο για την ζωή και την υγεία ανθρώπων. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο φέροντας τις ιδιότητες του επιβλέποντα μηχανικού και διευθύνοντος συμβούλου της κατασκευαστικής εταιρείας "Αίας Α.Ε", η οποία, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, είχε αναδειχθεί ανάδοχος του έργου της κατασκευής της δεύτερης φάσης του Δικαστικού Μεγάρου των Καλαβρύτων και όφειλε να εκτελέσει το έργο αυτό δυνάμει της από 14.01.2002 σύμβασης με την κυρία του έργου εταιρία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε", από αμέλεια ενήργησε παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες κατά την εκτέλεση του έργου με αποτέλεσμα να προκληθούν πολλές κακοτεχνίες κατά την κατασκευή αυτού, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να κινδυνεύσει η ζωή και η υγεία των εργαζομένων και των επισκεπτών του εν λόγω κτιρίου. Ειδικότερα παρά την φαινομενική αποπεράτωση των εργασιών της φάσης αυτής, η οποία περιλάμβανε όλες τις οικοδομικές και μηχανολογικές εργασίες που ήταν απαραίτητες για την αποπεράτωση και λειτουργία του κτιρίου μετά την κατασκευή του φέροντα οργανισμού αυτού, και παρά το γεγονός ότι ήδη από τις 9 Δεκεμβρίου 2003 χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους των υπηρεσιών που έχουν εγκατασταθεί, ενώ δεν έχει παραδοθεί το συγκεκριμένο έργο σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διαπιστώθηκαν οι εξής κακοτεχνίες: 3) τον χώρο του αρχείου, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, υφίσταται διαρροή υδάτων από το σύστημα θέρμανσης, που διέρχεται από την οροφή του χώρου με αποτέλεσμα τα ύδατα να διαρρέουν επάνω στο φωτιστικό σώμα του χώρου με άμεσο κίνδυνο ηλεκτροπληξίας οποιουδήποτε ατόμου χρησιμοποιεί τον χώρο αυτό. 5) Στην κεντρική κλιματιστική μονάδα ψύξης - θέρμανσης που βρίσκεται στο χώρο του υπογείου υφίσταται διαρροή στις σωληνώσεις, οι οποίες δεν έχουν υποστεί μόνωση, με κίνδυνο να προκληθεί ηλεκτροπληξία στον τυχόν επισκέπτη του συγκεκριμένου χώρου, παράλληλα δε υφίστανται έντονες διαρροές στα κλιματιστικά μηχανήματα των επιμέρους γραφείων του κτιρίου με πιθανό όμοιο κίνδυνο. 8) Τέλος διαπιστώθηκε αποκόλληση των υλικών κατασκευής της εξωτερικής κλίμακας του κτιρίου με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος για την σωματική ακεραιότητα όσων χρησιμοποιούν αυτήν. Όλες δε οι προαναφερθείσες κακοτεχνίες του κτιρίου, από τις οποίες προκαλείται κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία ανθρώπων, οφείλονται σε ενέργειες του κατηγορουμένου ως επιβλέποντος μηχανικού της αναδόχου εταιρίας το περιεχόμενο των οποίων ήταν αντίθετο με τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες". Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για τις υπ' αριθμό 3, 5 και 8 παραβάσεις των κανόνων οικοδομικής, του οικείου κατηγορητηρίου, που τελέσθηκε από αμέλεια (άρθρο 28 και 286 ΠΚ), ενώ για τις υπ' αριθμό 1, 2, 4, 6 και 7, παραβάσεις, τον κήρυξε αθώο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε, για μία τριετία.
Έτσι όμως το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεώς του, την υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ προβλεπομένη και απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της αλλά ούτε και στο διατακτικό της ποία εκ των δύο μνημονευθεισών μορφών αμελείας είχε δεχθεί το ως άνω δικαστήριο, αφού, λόγω παραλείψεως αναφοράς των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, των συγκροτούντων κάποια εκ των εννοιών των ασυνείδητης ή ενσυνείδητης αμελειών, δεν εξειδικεύονται αυτά. Επομένως, η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και γι' αυτό, λόγω της βασιμότητας του σχετικού εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, 1ου λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή.
Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στην παραδοχή η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία περίπτωση υπάγεται και ο αυτοτελής ισχυρισμός, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 289 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., και ιδρύει λόγο απαλλαγής από την ποινή σε περίπτωση που ο υπαίτιος με την ελεύθερη θέληση του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με την γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή του (παρ. 1) ή με την ελεύθερη θέλησή του μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει επιχειρήσει να μειώσει την έκταση του κινδύνου που έχει προκαλέσει (παρ. 2). Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, στην αρχή της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπέβαλαν προφορικά και κατέθεσαν γραπτώς τους κατά τα άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς των παρ.1 και 2 του ως άνω άρθρου, που έχουν ως εξής: " Προβάλλεται ( επικουρικώς εν σχέσει με την άρνηση της αποδιδόμενης κατηγορίας): α) Αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 289 παρ.1 Π.Κ. διότι ο κατηγορούμενος κ. Ε. Π. με την ελεύθερη θέληση του απέτρεψε τον κίνδυνο που φέρεται ότι προέκυψε κατά το κατηγορητήριο, αφού υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας "ΑΙΑΣ Α.Ε." απέστειλε ειδικευμένα συνεργεία υπό τον εργοδηγό κ. Π. Χ. και τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό κ. Ι. Ρ., τα οποία συνεργεία αποκατέστησαν τα ενάριθμα με αύξοντες αριθμούς ένα έως οκτώ σημεία που εντοπίζει το κατ' αυτού κατηγορητήριο ως φερόμενες παραβάσεις των κανόνων της οικοδομικής σε συνεργασία με τον συντηρητή του κτηρίου κ. Π. Α.. β) Αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 289§2 Π.Κ, διότι με την ελεύθερη θέληση του μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων που έλαβε χώρα την 9-3-2010 ο κατηγορούμενος κ. Ε. Π. επεχείρησε να μειώσει την έκταση του κινδύνου που φέρεται ότι προέκυψε σύμφωνα με τα ενάριθμα με αύξοντες αριθμούς 1 έως 8 σημεία του οικείου κατηγορητηρίου αφού υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας "ΑΙΑΣ Α.Ε." απέστειλε ειδικευμένα συνεργεία υπό τον εργοδηγό κ. Π. Χ. και τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό κ. Ι. Ρ., τα οποία επελήφθησαν και προέβησαν σε αποκαταστατικές εργασίες των ως άνω οκτώ σημείων που παρατίθενται στο οικείο κατηγορητήριο ως φερόμενες παραβάσεις των κανόνων της οικοδομικής σε συνεργασία με τον συντηρητή του κτηρίου κ. Π. Α.. Οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί εκ του άρθρου 289§§1,2 Π.Κ. αντιστοίχως αποδεικνύονται περαιτέρω και εκ του γεγονότος ότι μετά τις ως άνω αποκαταστατικές εργασίες η εργοδότρια εταιρεία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." κοινοποίησε προς την ανάδοχο του έργου εταιρεία "ΑΙΑΣ Α.Ε." την οποία εκπροσωπεί και διευθύνει ο κατηγορούμενος κ. Ε. Π. το υπ' αριθ. πρωτ. 57742/2010 έγγραφο που υπογράφουν ο Διευθύνων Σύμβουλος κ. Β. Χ. και η Προϊσταμένη Τεχνικής Διεύθυνσης κα Α. Κ. με το οποίο εισηγούνται τη συγκρότηση Τριμελούς Επιτροπής προκειμένου να γίνει η παραλαβή του έργου "ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΜΕΓΑΡΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ - ΦΑΣΗ Β'- ΑΠΟΠΕΡΑΤΩΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ". Αντίγραφο του ως άνω εγγράφου προσκομίζεται από την υπεράσπιση και υποβάλλεται στο προκείμενο Δικαστήριο αίτημα αναγνώσεως αυτού." Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφασίσει επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης που αναφέρθηκε, κατά τα άνω, δεν γίνεται καμία μνεία για τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, ούτε σε άλλο σημείο των πρακτικών, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται επί λέξει: "ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου" (προφανώς αυτούς που αφορούσαν τις παραβάσεις των κανόνων οικοδομικής για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος). Επομένως δεν αιτιολογείται η εν μέρει απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών.
Συνεπώς, η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, και γι' αυτό, λόγω της βασιμότητας του σχετικού εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 2ου λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή.
Με βάση, όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ), η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 89/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση των κανόνων της οικοδομής. Στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Υποκείμενο του εγκλήματος αυτού, δύναται να είναι εκείνος, ο οποίος έχει τη διεύθυνση ή τη διεξαγωγή του οικοδομικού έργου, όπως ο επιβλέπων μηχανικός. Πότε το έγκλημα τελείται από αμέλεια. Κριτήρια διάκρισης της αμέλειας σε συνειδητή ή χωρίς συνείδηση. Απαραίτητο στοιχείο της ποινικής απόφασης είναι η αναφορά του είδους της αμέλειας που συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, άλλως η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και είναι αναιρετέα. Περιστατικά. Δεκτή η αίτηση.
|
Παραβίαση κανόνων οικοδομικής
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Παραβίαση κανόνων οικοδομικής.
| 0
|
Αριθμός 137/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Β. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη και 2) Ο. Ν. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 170/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2011 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Β. Γ., που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 20 Απριλίου 2011 αίτηση αναίρεσης του Ο. Ν. και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Β. Γ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι υπό κρίση από 20-4-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 6/2011 και 5/2011, αιτήσεις αναιρέσεως με τις ενσωματωμένες σε αυτές αιτήσεις των 1) Β. Γ. του Ι. και 2) Ο. Ν. του Α., αντίστοιχα, που ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου κατά της υπ' αριθ. 170/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 474 §§ 1 και 2 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και να εξεταστούν περαιτέρω, ως προς το βάσιμο των λόγων τους.
1)Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του 2ου αναιρεσείοντα, Ο. Ν. του Α..
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 24-7-2011 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα ... του Α.Τ. ... ο παραπάνω αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
2) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του 1ου αναιρεσείοντα Β. Γ..
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμο οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β) δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούλησή του να παραβεί το καθήκον του και γ) σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Το άρθρο 13 Π.Κ. ορίζει ότι "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου προσώπου δημοσίου δικαίου". Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα στους δημάρχους ή προέδρους κοινοτήτων και σε όσους υπηρετούν, μεταξύ άλλων α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ... . Εντεύθεν, οι δημοτικοί σύμβουλοι των Ο.Τ.Α. θεωρούνται υπάλληλοι, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον 1ο αναιρεσείοντα Γ. Β. της παραβάσεως καθήκοντος, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, 2ο αναιρεσείοντα, Ο. Ν., και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή, κατ' άρθρο 259 Π.Κ. ... αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Δήμος Φαναρίου της Πρέβεζας εξέδωσε την υπ' αριθμ. Πρωτ. 5076/29-7-2005 ανακοίνωση, με την οποία γνωστοποιήθηκε, ότι θα προέβαινε στην πλήρωση οκτώ θέσεων εργασίας, για τις οποίας θα συνάπτονταν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης προσώπων προερχομένων από τις κατηγορίες κοινωνικών ομάδων, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής, τα οποία καθορίζονται στο αρθ. 4 ν. 324/2004. Μεταξύ δε των ατόμων, τα οποία υπέβαλαν αίτηση, ήταν και η μηνύτρια Ι. Σ.. Στις 31.10.2005 συνήλθε η αρμόδια επιτροπή στο Κ. Π., όπου η έδρα τού παραπάνω Δήμου, η οποία είχε οριστεί με σχετική απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, αποτελούμενη από τους κατηγορούμενους, Ο. Α. Ν., Β. Ι. Γ. και τη διοικητική υπάλληλο Ο. Δ., ήτοι, υπαλλήλους, κατά την έννοια των διατάξεων των αρθ. 13α' και 263α' ΠοινΚ, στους οποίους είχε ανατεθεί η, κατά νόμο, άσκηση δημοτικής υπηρεσίας. Η εν λόγω επιτροπή απέκλεισε τη μηνύτρια Ι. Σ. και προσέλαβε την Ε. Γ.. Η τελευταία είχε υποβάλλει κάρτα ανεργίας, χωρίς, όμως, να είναι άνεργη και για το λόγο αυτό έπρεπε να διαγραφεί και να προσληφθεί ο αμέσως επόμενος, που διαλαμβάνονταν στον τηρούμενο πίνακα. Ενόψει τής εξέλιξης αυτής η αποκλεισθείσα Ι. Σ. υπέβαλε ένσταση θεραπείας, στην οποία διέλαβε τα παραπάνω, ενώ συγχρόνως κοινοποίησε και εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία.
Συνήλθε δε εκ νέου η επιτροπή και με την υπ' αριθμ. πρωτ. 9088/29.12.2005 απόφαση της απέρριψε την παραπάνω ένσταση, όπως προκύπτει και από το αριθμ. πρωτ. 3875 και 3876/22.6.2006 σχετικό έγγραφο τής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πρέβεζας /Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εν όψει, όμως, όλων αυτών ο Γ. Κ., υπάλληλος και αυτός του ως άνω Δήμου, με έγγραφο του ζήτησε τη γνώμη τής νομικού συμβούλου τού Δήμου, προκειμένου να υπάρχει μία επίσημη νομική γνωμοδότηση. Πράγματι, η τελευταία απάντησε εγγράφως, ότι θα έπρεπε να γίνει επαναπροκήρυξη του ως άνω διαγωνισμού, γεγονός, το οποίο ο ανωτέρω Γ. Κ. γνωστοποίησε στη μηνύτρια. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι στις 19.6. 2006 συνήλθε και πάλι η προαναφερόμενη επιτροπή, η οποία, όμως, αυτή τη φορά αποτελούνταν από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι ήσαν και πάλι αρμόδιοι να αποφασίσουν. Ενεργώντας, όμως, αυτοί από πρόθεση και με την ελλιπή αυτή σύνθεση τής επιτροπής αποφάσισαν, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, να διατηρήσουν στις θέσεις τους τις αρχικώς προσληφθείσες, Μ. Κ. και Ε. Γ., οι οποίες δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα για την περίπτωση αυτή, αποκλείοντας, έτσι, τη μηνύτρια και απορρίπτοντας συγχρόνως την παραπάνω ένσταση της. Η απόφαση, όμως, αυτή των κατηγορουμένων δεν είναι νόμιμη, διότι ναι μεν αυτοί ήταν αρμόδιοι, όμως, δεν υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία για τη συγκρότηση τής επιτροπής τους, αφού έλλειπε το τρίτο μέλος της. Ως εκ τούτου, η εκδοθείσα παραπάνω απόφαση τους ήταν καθ' όλα παράνομη, γεγονός, που, όπως αποδεικνύεται, γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, ότι η πρόσληψη των δύο, Μ. Κ. και Ε. Γ., οφείλεται στο ότι η υπάλληλος τού Δήμου, η οποία χειριζόταν το σχετικό ηλεκτρονικό πρόγραμμα, είχε κάνει λάθος. Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι επακολούθησε η ένσταση τής μηνύτριας, στην οποία αυτή διελάμβανε αναλυτικά το παράνομο τής προσλήψεως τους και υπήρχε, εξάλλου, και η έγγραφη γνωμοδότηση της νομικού συμβούλου, η οποία, όπως προεκτέθηκε, επεσήμανε το άτοπο των προϋποθέσεων των προσληφθεισών, γεγονός, το οποίο δεν έλαβαν υπόψη τους οι κατηγορούμενοι. Επικαλούνται, τέλος, αυτοί, ότι η πρόσληψη έγινε λαμβάνοντας υπόψη κοινωνικά κριτήρια. Και ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος, διότι η δεύτερη από αυτές δεν ήταν άνεργη και για να δικαιολογήσει την αίτηση της είχε προσκομίσει πλαστά πιστοποιητικά. Πέραν τούτου, θα πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: ενώ η μηνύτρια ήταν 29 ετών και άνεργη από το 1998 και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων, στοιχεία, τα οποία προέκυπταν, άλλωστε, από τα σχετικά έγγραφα, τα οποία αυτή είχε προσκομίσει νομίμως, εν τούτοις οι κατηγορούμενοι την αξιολόγησαν άνω των 30 ετών και με 60 μήνες ανεργίας. Έτσι, την κατέταξαν στην κατηγορία Α' τού διαγωνισμού, με προφανή σκοπό να μην προσληφθεί, όπως και πράγματι έγινε. Η πράξη τους δε αυτή στοιχειοθετεί, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τής παραβάσεως καθήκοντος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή τής παρούσας, δεδομένου ότι ενήργησαν, προκειμένου να ωφελήσουν τις ανωτέρω δύο προσληφθείσες και να βλάψουν ταυτόχρονα ηθικά και οικονομικά την εγκαλούσα. Ειδικότερα, στέρησαν από αυτή κατ' αρχήν τη θέση της και, κατά δεύτερο λόγο, το μισθό, τον οποίο δικαιούνταν να λάβει εκ τής θέσεως, χωρίς να ασκεί βεβαίως καμία επιρροή το γεγονός, ότι αργότερα -και αφού έλαβε ήδη έκταση πλέον το γεγονός-, ενόψει, άλλωστε, και της υπάρξεως της παραπάνω έγγραφης γνωμοδότησης της νομικού συμβούλου, που δεν τους κάλυπτε, προσελήφθη τελικώς η μηνύτρια, μετά από σχετικό έγγραφο, το οποίο εστάλη από την Περιφέρεια της Ηπείρου, στο οποίο διαλαμβάνονταν το παράνομο τής αποφάσεως. Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι τής αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται ακριβώς σ' αυτούς με το κατηγορητήριο. Ωστόσο, το Δικαστήριο δέχεται στο πρόσωπο τους την ελαφρυντική περίσταση τού αρθ. 84 § 2 α' ΠοινΚ, δεδομένου, ότι και από τα αντίγραφα των ποινικών τους μητρώων, τα οποία επισυνάπτονται στην ποινική δικογραφία, αποδεικνύεται, ότι αυτοί μέχρι τη διάπραξη τής παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Συνεπώς, πρέπει να τους επιβληθεί μειωμένη ποινή, κατ' αρθ. 83 ΠοινΚ.
Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, δια του συνόλου των παραδοχών της, το καθήκον που είχε ο αναιρεσείων, ως δημοτικός σύμβουλος και μέλος της αρμόδιας επιτροπής πρόσληψης, η οποία είχε οριστεί με σχετική απόφαση του οικείου Δημοτικού συμβουλίου, να προβεί, μαζί με τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής στην πρόσληψη διοικητικού προσωπικού στο Δήμο, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης, από τις κατηγορίες κοινωνικών ομάδων σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής του άρθρου 4 ν. 324/2004. Επίσης προσδιορίζεται και η αποτελούσα παράβαση του καθήκοντος αυτού, πρόσληψη και στη συνέχεια διατήρηση, μετά σχετική απόφαση, στις παραπάνω θέσεις εργασίας, της Ε. Γ. και Μ. Κ., αν και δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα, κατά αποκλεισμό της μηνύτριας, Ι. Σ.. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας του και ότι αυτό το έπραξε επειδή σκοπούσε να βλάψει την ως άνω υποψήφια που διέθετε τα τυπικά προσόντα, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι εν γνώσει του επέλεξε άτομα που δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα, με αντίστοιχη ωφέλεια των τελευταίων, γνώριζε δε ότι είχε ασκηθεί, ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής, προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεώς της αρχικής πρόσληψης, από τη μηνύτρια, στην οποία αυτή εξέθετε τους λόγους για τους οποίους οι προσληφθείσες, δεν διέθεταν τους όρους και τα κριτήρια επιλογής, ιδία η πρώτη εξ αυτών, αφού προσκόμισε αναληθή στοιχεία- κάρτα ανεργίας, ενώ δεν ήταν άνεργη. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα, ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όπως επιχειρήθηκε, ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στην πρόκληση της ως άνω βλάβης της μηνύτριας και την αντίστοιχη απόκτηση παρανόμου οφέλους από τις προσληφθείσες υποψηφίους. Το ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν σύννομες, έκρινε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μετά και από σχετική γνωμοδότηση της νομικού συμβούλου του Δήμου, η αρμόδια Περιφέρεια Ηπείρου, η οποία με σχετικό έγγραφο ζήτησε να προσληφθεί η μηνύτρια λόγω του παράνομου της απόφασης αποκλεισμού της. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι δεν αξιολογήθηκαν και δεν συνεκτιμήθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση το με ημερομηνία 19-6-2006 πρακτικό της επιτροπής αξιολογήσεως αιτήσεων καθώς και το με ημερομηνία 4-12-2006 πρακτικό επιτροπής αξιολογήσεως με το οποίο αποκαταστάθηκε η μηνύτρια, τα οποία αναγνώστηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είναι απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. συναφείς 1ος και 2ος λόγοι της αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης, και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 20-4-2011, υπ' αριθμό πρωτ. 6/2011 και 5/2011, αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Β. Γ. του Ι. και 2) Ο. Ν. του Α., αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. 170/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει έκαστο εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Στοιχεία αντικειμενική υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Προκήρυξη με την οποία ανακοινώθηκε πρόσληψη από τους κατηγορουμένους, δημοτικούς υπαλλήλους, οκτώ ατόμων για τις διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου. Κάλυψη των θέσεων χωρίς να πληρούνται από τις δύο, οι προϋποθέσεις - τυπικά προσόντα. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αίτηση αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Παράβαση καθήκοντος
|
Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 138/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις1 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1) Μ. Μ. του Ε. και 2) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2289/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Με κατηγορουμένους τους: 1) Π. Π. του Ν. και 2) Μ. Π. του Π., κάτοικους ... .
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2011 αίτησή αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό171/27.6.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ, την από 24-3-2011 αίτηση αναιρέσεως των: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1 ) και από εκείνον που τη δέχεται ...". Από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει, κατά γενική αρχή, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από αυτήν οργάνων και ότι επί ποινή απαραδέκτου, πρέπει να συντάσσεται σχετική έκθεση γι' αυτήν, στην οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473§1,2 και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση, γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε".
Στην προκειμένη περίπτωση, οι: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κάτοικοι ..., άσκησαν με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 εδάφιο β του ΚΠΔ (βλ. σχετ. ΑΠ 1199/1983 ΠοινΧρον ΛΔ.157) την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου η οποία εκδόθηκε με την παρουσία τους, με την οποία αθωώθηκαν οι καταμηνυθέντες από αυτούς κατηγορούμενοι Π. και Μ. Π. από τις κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, καταδικάστηκαν δε αυτοί (μηνυτές) κατά το άρθρο 71 του ΚΠΔ στην καταβολή αποζημίωσης 2.000 ευρώ σε κάθε αθωωθέντα κατηγορούμενο. Η αναίρεση ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες με αυτοτελές δικόγραφο για το οποίο δεν συντάχθηκε έκθεση, το οποίο στο τέλος του κειμένου του φέρει την ημερομηνία 24-3-2011, υπογράφεται δε από τους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καθώς και από την δικαστική γραμματέα Μαρούλα Καπάκα, χωρίς καμία άλλη ειδικότερη σημείωση. Οι κατ' αυτόν τον τρόπο ασκηθείσες αναιρέσεις, είναι διττώς απαράδεκτες, αφ' ενός μεν γιατί δεν συντάχθηκαν περί αυτών οι οικείες εκθέσεις, στις οποίες, θα μπορούσε έστω, να γίνει παραπομπή στο αυτοτελές δικόγραφο που περιείχε και τους λόγους άσκησής τους, αφ' ετέρου δε γιατί είναι εκπρόθεσμες, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφονται, εκδόθηκε με την παρουσία των αναιρεσειόντων που παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώ καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων του την 23-11-2010, όπως αυτό πιστοποιείται από την υπάρχουσα επί τους σώματός της βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου. Κατά συνέπεια οι αναιρέσεις περί των οποίων γίνεται λόγος, είναι εκπρόθεσμες, αφού η προθεσμία άσκησής τους έληξε την 3-12-2010.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §1, 513§1α και 583 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 24-3-2011 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ... (Μενεκλέους 147Η Παλαιά Πόλη), κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και β) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οργάνων που ορίζονται από αυτήν (διάταξη) και ότι με ποινή το απαράδεκτο πρέπει να συντάσσεται σχετική έκθεση γι' αυτήν, στην οποία πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ως άνω ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοση της αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον διάδικο, διαφορετικά δε από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση. Η προθεσμία της αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου είναι εικοσαήμερη, όμως σε κάθε περίπτωση, οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 του ίδιου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό ή σε κάθε άλλη περίπτωση, που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε".
Εν προκειμένω, ο Μ. Μ. του Ε. και η Χ. Μ. του Ε., κάτοικοι ..., άσκησαν με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 εδ. β' του Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 2298/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία τους. Με την ως άνω απόφαση αθωώθηκαν οι καταμηνυθέντες από αυτούς κατηγορούμενοι Π. και Μ. Π. από τις κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, καταδικάστηκαν δε αυτοί (μηνυτές) κατά το άρθρο 71 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε καταβολή αποζημιώσεως 2.000 ευρώ σε κάθε αθωωθέντα κατηγορούμενο. Η αναίρεση ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες με αυτοτελές δικόγραφο, για το οποίο, όμως, δεν συντάχθηκε έκθεση, το οποίο στο τέλος του κειμένου του φέρει την ημερομηνία 24.3.2011, υπογράφεται δε από τους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καθώς και από τη δικαστική γραμματέα Μαρούλα Καπάκα, χωρίς καμία άλλη ειδικότερη σημείωση. Η κατ' αυτόν τον τρόπο ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι αφ' ενός μεν δεν συντάχθηκε γι' αυτήν η οικεία έκθεση, αφ' ετέρου δε διότι είναι εκπρόθεσμη, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, εκδόθηκε με την παρουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν παραστεί ως πολιτικώς ενάγοντες, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων στις 23 Νοεμβρίου 2010, όπως αυτό πιστοποιείται από την υπάρχουσα επί του σώματός της βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου. Κατά συνέπεια η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία ασκήσεώς της έληξε στις 3 Δεκεμβρίου 2010.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, οι δε αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 583 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 24 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων α) Μ. Μ. του Ε. και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., κατά της 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2012. -
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αιτήσεις ως απαράδεκτες, διότι αφ' ενός μεν δεν συντάχθηκαν οι σχετικές εκθέσεις και αφ' ετέρου διότι είναι εκπρόθεσμες.
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 136/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να αποφανθεί σχετικά με τη διόρθωση της υπ' αριθμ. 1260/2011 απόφασης του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους: 1) Α. Ν. του Β. συζύγου Δ., κατοίκου ..., 2)Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Δ. Ν. του Χ., κατοίκου ... και με πολιτικώς ενάγοντα τον Χρήστο Π. του Σ., κατοίκου ... .
Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ζητείται η διόρθωση της πιο πάνω απόφασης μετά την 163/26.10.11.πράξη του Προέδρου του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος Αρείου Πάγου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό 232/16.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε την υπ' αριθμ. 163/2011 Πράξη του Προέδρου του ΣΤ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1260/2011 ποινικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου -σε Συμβούλιο- και προτείνουμε όπως διορθωθεί η άνω απόφαση και συγκεκριμένα στο σκεπτικό της και στη σελίδα 16 στο ορθό "το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης" από το εκ παραδρομής αναφερόμενο "στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών" και στη σελίδα 22 στον 4ο και 13ο στίχο, στο ορθό "του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων)" από το εκ παραδρομής αναφερόμενο "Τριμελές Εφετείο (Κακ) Αθηνών". Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την διόρθωση της απόφασης αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η από 16.11.2011 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για διόρθωση της 1260/2011 ποινικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη κατ1 άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ερευνητέα. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επί των από 25.6.2010 αιτήσεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Α. Ν., Α. Τ. και Δ. Ν. για αναίρεση του 505/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η 1260/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (σε συμβούλιο) με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως αυτών. Όμως στο σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρεται στη σελίδα 16 από παραδρομή "στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών" αντί του ορθού "το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης" και στη σελίδα 22 στον 4° και 13° στίχο από παραδρομή αναφέρεται "Τριμελούς Εφετείου (Κακ.) Αθηνών" αντί του ορθού "Του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων)". Επομένως, συντρέχει κατά νόμο περίπτωση διορθώσεως των λαθών αυτών, δεδομένου ότι από τη διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο και η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει το σκεπτικό της 1260/2011 ποινικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), ως προς την εσφαλμένη αναγραφή στη σελίδα 16 "το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών" στο ορθό "το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης" και ως προς την εσφαλμένη αναγραφή στη σελίδα 22 στον 4° και 13° στίχο, "του Τριμελούς Εφετείου (Κακ.) Αθηνών στο ορθό "του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων)".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δεκτή. Διορθώνει.
|
Αποφάσεως διόρθωση
|
Αποφάσεως διόρθωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 135/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων :1)Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και 2) Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 126/2011. βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες:1) Α. Π. του Χ. και 2) Χ. Π. του Χ., κάτοικοι ... .
Το Συμβούλιο Εφετών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2011 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 241/21.11.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 στοιχ. α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, τις με αριθμούς 4/6.6.2011 και 66/6.6.2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Α. Π. του Ε. και 2) Μ. Π. του Ε., αντιστοίχως, για αναίρεση του 126/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 463 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠοινΔ με το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, που ισχύει, κατά το άρθρο 38 αυτού, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 23.12.2010, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται...το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις των κατηγορουμένων Α. Π. του Ε. και Μ. Π. του Ε., πλήττεται το 126/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντίστοιχες, με αριθμούς 23/15.7.2010 και 101/31.8.2010, εφέσεις αυτών κατά του 295/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, δυνάμει του οποίου έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Κρήτης, προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα που εκδόθηκε στις 19.5.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθούν οι με αριθμούς 4/6.6.2011 και 66/6.6.2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Α. Π. του Ε. και 2) Μ. Π. του Ε., αντιστοίχως, για αναίρεση του 126/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ." Αθήνα, 18 Νοεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 463 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι σύμφωνα με το άρθρο 462 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά των αναφερομένων στη διάταξη αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Ν. 3904/23.12.2010. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος.
Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι Α. Π. του Ε. και Μ. Π. του Ε. άσκησαν τις με αριθμούς 4/6.6.2011 και 66/6.6.2011 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του 126/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, για να δικασθούν για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος. Οι αιτήσεις αυτές, ενόψει του γεγονότος ότι ασκήθηκαν στις 6 Ιουνίου 2011, δηλαδή μετά την ισχύ του Νόμου 3404/2010, πρέπει, αφού ειδοποιήθηκε ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία βεβαίωση της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει τις 4 και 66/6.6.2011 ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Α. Π. του Ε. και Μ. Π. του Ε., αντιστοίχως κατά του 126/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, διότι ασκήθηκαν από μη δικαιούμενους κατηγορουμένους, μετά την κατάργηση, του άρθρου 482 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικές Δικονομίας με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του Νόμου 3404/23.12.2010.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 134/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του - Δημήτριο Ιωαννίδη και Κωνσταντίνο Δημόπουλο περί αναιρέσεως της με αριθμό 1181/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες:1) Η. Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη και 2) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2011 αίτηση αναίρεσης και στους από 18 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό έγγραφο, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-5-2011 (υπ' αριθμό πρωτ. 58/2011) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 1181/2011 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ.3, 474 παρ.1 και 2) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και η επ' αυτής με χρονολογία 18-11-2011 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά ( άρθρο 509 παρ.2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α και β' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 25 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 Πιν. Α6 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 1 παρ.2 Πιν. Α6 του Ν. 3459/2006) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, καθώς και με στέρηση τουλάχιστον για δύο (2) έτη της άδειας οδήγησης ή του οικείου διπλώματος ή του πτυχίου τιμωρείται όποιος οδηγεί ή κυβερνά οποιοδήποτε πλωτό, χερσαίο ή εναέριο μεταφορικό μέσο υπό την επίδραση ναρκωτικών. Αν από την πράξη αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων, επιβάλλεται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας των μεταφορών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου απ' αυτήν εγκλήματος της οδηγήσεως μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών, απαιτείται οδήγηση ή διακυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και μορφής κινήσεως πλωτού, χερσαίου ή εναέριου μεταφορικού μέσου και η οδήγηση ή διακυβέρνηση αυτή να γίνεται υπό την επίδραση ναρκωτικών, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός επιδράσεως τούτων στον οργανισμό του οδηγού ή του κυβερνήτη και αν αυτός είναι ή όχι τοξικομανής ή απλός ή περιστασιακός χρήστης. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως. Αμέλεια, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, υπάρχει, όταν ο δράστης από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του (ασυνείδητη αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στο 147,5 χλμ της Επαρχιακής οδού Χαλκίδας Αιδηψού στις 14-8-2003 με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα ακόλουθα εγκλήματα: Α) Οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ επι της ως άνω οδού με κατεύθυνση προς Χαλκίδα και συγκεκριμένα ινδικής κάνναβης και εντός κατοικημένης περιοχής είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, 160 χιλιομέτρων την ώρα και από την πράξη του αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων Β) Από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει: α) Επέφερε τον θάνατο άλλων και β) προκάλεσε σωματικές βλάβες και κακώσεις της υγείας άλλων προέβλεψε δε ως δυνατόν το αποτέλεσμα τούτο αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. Ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επι της επαρχιακής οδού Χαλκίδας Αιδηψού με κατεύθυνση προς Χαλκίδα χωρίς από το νόμο άδεια οδηγήσεως και υπό την επίδραση ινδικής κάνναβης από απερισκεψία του, περί ώρα 0.200'στην ΧΘ 145,5 της άνω οδού, οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή και με υπερβολική ταχύτητα (160 χλμ την ώρα) εντός κατοικημένης περιοχής και ενώ ήταν νύκτα και όφειλε να οδηγεί με μειωμένη ταχύτητα, συνεπεία δε της συμπεριφοράς του αυτής εξετράπη της πορείας του και α) συγκρούστηκε αρχικά με την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Κ. Γ. και ήταν σταθμευμένη στη δεξιά πλευρά της οδού και με το άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Λ. Α. και ήταν σταθμευμένο επίσης στη δεξιά πλευρά της οδού και παρέσυρε και τραυμάτισε τα δύο αυτά πρόσωπα, τα οποία υπέστησαν ο μεν πρώτος (Γ.), κρανιοεγκεφαλική κάκωση κάταγμα βάση κρανίου, ωτορραγία, κάκωση αριστερού ημιθωρακίου και αμφωγονάτων και ο δεύτερος (Α.)στρογγυλό κάταγμα της βάσης του κρανίου τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου και διατομή προμήκους μυελού, κάταγμα του έβδομου αυχενικού σπονδύλου, αιμορραγική διήθηση του μεσοθωρακίου, τραυματική διατομή της αορτής μετά από έκφυση της αριστεράς υποκλειδίου αρτηρίας, προκυστικό αιμάτωμα και κάταγμα της οροφής της αριστερής κοτύλης, συνεπεία δε της πιο σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που προκλήθηκε στον Κ. Γ. και των προαναφερόμενων πολλαπλών κακώσεων, που προκλήθηκαν, στον Α. Λ. ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτών. Στη συνέχεια παρέσυρε και τους πεζούς Ι. Κ., Κ. Κ., Κ. Μ. και Η. Β. που βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά της οδού και τους τραυμάτισε και συγκεκριμένα υπέστησαν ο Ι. Κ. πολλαπλά κατάγματα, ήτοι κάταγμα λεκάνης μηριαίου άμφω κνήμης δεξιά, ο Κ. Κ. κάταγμα μηριαίου και κάταγμα κνήμης ο Κ. Μ., κάκωση αριστερού γόνατος, Ρο γόνατος και Ρο κνήμης και ο Η. Β. κάκωση αριστερής κνήμης. Ο δε κατηγορούμενος στερούμενος άδειας οδηγήσεως και ευρισκόμενος υπο την επίδραση ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης) και κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής τη νύκτα με υπερβολική ταχύτητα (160 χλμ την ώρα) προέβλεψε ως δυνατά τα υπό στοιχεία α και β ως άνω αποτελέσματα πίστεψε όμως ότι δεν θα επήρχοντο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως, α) του ως άνω άρθρου 10 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.3 Πιν.Α6 του ν.1729.1987, ( ήδη άρθρο 25 παρ.1 εδ. β' του Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν), σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.2 Πιν.Α6, του Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν) ), β) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και γ) της πρόκλησης σωματικών βλαβών από αμέλεια κατά συρροή και του επέβαλε συνολική κάθειρξη οκτώ (8) ετών και έξι (6) μηνών. Ειδικότερα στο διατακτικό, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε επί λέξει τα παρακάτω: ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Στο 147,5 χλμ της Επαρχιακής οδού Χαλκίδας - Αιδηψού στις 14-8-2003 με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα εξής εγκλήματα: Α) Οδηγούσε το υπ αριθμ. ... ΙΧΕ επί της ως άνω οδού με κατεύθυνση προς Χαλκίδα υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ινδικής κάνναβης και εντός κατοικημένης περιοχής είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα (άνω των 160 χιλ/τρων την ώρα) και από την πράξη του αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων. Β) Από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει: α) επέφερε τον θάνατο άλλων και β) προκάλεσε σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας άλλων, πρόβλεψε δε ως δυνατόν το αποτέλεσμα τούτο αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν; Ειδικότερα, οδηγώντας το υπ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της' Επαρχιακής Οδού Χαλκίδας Αιδηψού με κατεύθυνση προς Χαλκίδα, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως και υπό την επίδραση ινδικής κάνναβης, από απερισκεψία του, περί ώρα 02,00 στην ΧΘ 145,5 της άνω οδού, οδηγούσε χωρίς σύνεση και. προσοχή και με υπερβολική ταχύτητα (άνω των 160 χλμ/ώρα) εντός κατοικημένης περιοχής και ενώ ήταν νύκτα και όφειλε να οδηγεί με μειωμένη ταχύτητα, συνεπεία δε της συμπεριφοράς του αυτής εξετράπη της πορείας του και α) συγκρούσθηκε αρχικά με την υπ αριθμ ΧΑΜ -060 δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κ. Γ. και ήταν σταθμευμένη στη δεξιά πλευρά της οδού και με το άνευ αριθμ. Κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Λ. Α. και ήταν σταθμευμένο επίσης στη δεξιά πλευρά της οδού και παρέσυρε και τραυμάτισε τα δύο αυτά πρόσωπα τα οποία υπέστησαν ο μεν πρώτος (Γ.) κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα βάση κρανίου, ωτορραγία, κάκωση αριστερού ημιθωρακίου και αμφωγονάτων , και ο δε δεύτερος (Α.) στρογγυλό κάταγμα της βάσης του κρανίου, τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου και διατομή προμήκους μυελού, κάταγμα του έβδομου αυχενικού σπονδύλου, αιμορραγική διήθηση του μεσοθωρακίου, τραυματική διατομή της αορτής μετά από έκφυση της αριστεράς υποκλειδίου αρτηρίας, - προκυσπκό αιμάτωμα και κάταγμα της οροφής της αριστερής κοτύλης, συνεπεία δε της πιο σοβαρής κρανιοεγκαφαλικής κάκωσης που προκλήθηκε στον Κ. Γ. και των πιο πάνω αναφερόμενων πολλαπλών κακώσεων που προκλήθηκαν Α. Λ., ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτών, β) Στη συνέχεια παρέσυρε και τους πεζούς Ι. Κ., Κ. Κ., Κ. Μ. και Η. Β. που βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά της οδού και τους τραυμάτισε και συγκεκριμένα υπέστησαν ο Ι. Κ. πολλαπλά κατάγματα ήτοι κάταγμα λεκάνης μηριαίου άμφω κνήμης δεξιά. Ο Κ. Κ. κάταγμα μηριαίου και κάταγμα κνήμης, ο Κ. Μ. κάκωση αριστερού γόνατος, RΟ γόνατος και RΟ κνήμης κι ο Η. Β. κάκωση αριστερής κνήμης. Ο δε κατηγορούμενος στερούμενος άδειας οδηγήσεως κι ευρισκόμενος υπό-την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και, κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής τη νύκτα με υπερβολική ταχύτητα-(άνω των 160 χλμ /ώρα) πρόβλεψε ως δυνατό το υπό στοιχ. α' και β' αποτέλεσμα, απλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, των άρθρων 26 παρ.1 και 27παρ.1 του Π.Κ. και 25 παρ.1 εδ. β' του ν. 3459/2006 σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ.2 Πιν.Α6 του ως άνω ν. καθόσον αφορά την πράξη της οδήγησης μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση Ναρκωτικών ουσιών από την οποία προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής ανθρώπων, καθώς και στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 και 28 παρ.1 β',94, 302 παρ.1, 314 παρ.1α, Π.Κ. καθόσον αφορά τις λοιπές πράξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε το το υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα, ινδικής κάνναβης, συνδέει δε τη διαπίστωση αυτή από τη συμπεριφορά του κατά την οδήγηση και της επέλευσης κοινού για τη ζωή ανθρώπων κινδύνου, από το γεγονός ότι είχε αναπτύξει εντός κατοικημένης περιοχής υπερβολική ταχύτητα ( άνω των 160 χιλ. ωριαίως), αναφέρεται δε και η απόδειξη του κοινού κινδύνου για τη ζωή ανθρώπων, με την παραδοχή ότι επέφερε το θάνατο σε δύο άτομα και προκάλεσε σωματικές κακώσεις σε άλλους τέσσερις πεζούς.
Ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι αυτός, υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, οδήγησε το αυτοκίνητο, συνάγεται ευθέως η γνώση και η θέληση του να παραβεί την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, η οποία τιμωρεί την οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών. Καθόσον αφορά τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της πρόκλησης σωματικών βλαβών από αμέλεια, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται την ενσυνείδητη μορφή αμέλειας, αφού τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αναφέρει για τις πράξεις αυτές, ότι, "από αμέλεια του, δηλαδή την έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει: α) επέφερε το θάνατο άλλων και β)... πρόβλεψε δε ως δυνατό το αποτέλεσμα τούτο, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν".
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. 1ος και 2ος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, και 2ος των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τις αναγνωσθείσες εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Παν/μίου Αθηνών, δεν διαπιστώνεται η ανίχνευση της ναρκωτικής ουσίας της ινδικής κάνναβης, υπό την επίδραση της οποίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης τελούσε ο κατηγορούμενος, αλλά μόνο η παρουσία τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, απαραδέκτως προβάλλονται, γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα, ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η μη αναφορά του περιεχομένου των παραπάνω τοξικολογικών εκθέσεων στο σκεπτικό της απόφασης, δεν σημαίνει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και δεν συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού στα αποδεικτικά μέσα της προσβαλλομένης απόφασης, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα (εκθέσεις που αναγνώστηκαν καν αναφέρονται στα πρακτικά, έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκε, έγγραφα που αναγνώστηκαν κ.λ.π.) και δεν είναι απαραίτητη η ανάλυση του περιεχομένου αυτών, και ειδικότερα των τοξικολογικών εκθέσεων, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναλύονται.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ, προκύπτει ότι. τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση επί της ενοχής του Εισαγγελέα και του συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος, δόθηκε, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου. Επί λέξει αναφέρεται στα πρακτικά: "Τέλος ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, ο οποίος αγόρευσε και ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου ...". Από προφανή παραδρομή ενώ αναφέρεται ότι δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, στη συνέχεια γίνεται χρήση ενικού αριθμού, αφού αναφέρεται η λέξη "αγόρευσε" αντί αγόρευσαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για απόλυτη ακυρότητα, εκ του λόγου ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα και του συνηγόρου Πολιτικής αγωγής, δόθηκε από το διευθύνοντα τη συζήτηση, ο λόγος επί της ενοχής, μόνο στον ένα εκ των δύο συνηγόρων του, ήτοι στον Δημοσθένη Μητακίδη, ο οποίος αγόρευσε και στη συνέχεια κατέθεσε και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αφού τους ανέπτυξε προφορικά, με αποτέλεσμα να στερηθεί των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι κατατεθέντες εγγράφως, αυτοτελείς ισχυρισμοί ( περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων), όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, δεν φέρουν την υπογραφή του ενός μόνο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του αναιρεσείοντα, και δη του Μητακίδη, όπως ο αναιρεσείων αβάσιμα ισχυρίζεται, προκειμένου να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, ότι μόνο σε αυτόν δόθηκε ο λόγος, αλλά κανενός εκ των συνηγόρων υπεράσπισης του.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής 1ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2011 αίτηση του Ν. Π. του Α. και τους από 18-11-2011 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1181/2011 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οδήγηση μεταφορικού μέσου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών από την οποία προέκυψε κοινός κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπων. Ανθρωποκτονία από αμέλεια, και πρόκληση σωματικών κακώσεων. Για την πράξη της οδήγησης μεταφορικού μέσου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου, γιατί αυτός υπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος. Παραδοχή ενσυνείδητης αμέλειας για τα ως άνω εξ αμελείας αδικήματα. Διάκριση μορφών αμέλειας του άρθρου 28 Π.Κ. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως . Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους που ασκήθηκαν παραδεκτά.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Ναρκωτικά, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 133/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κουμουτσάρη περί αναιρέσεως της με αριθμό 95302/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή αναίρεσης και στους από 24 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 213/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στον δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτόν τον σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ένδικων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος όμως του Αρείου Πάγου, στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε ενώ αυτός ήταν απών, τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (ΟλΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μεταξύ των λοιπών λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 95302/2010 απόφαση του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατ' έφεση της 18715/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και σε χρηματική ποινή διακοσίων (200) ευρώ, για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ, απέρριψε την έφεση της ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής. Από τη σχετική 9139/29.7.2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ..., οδός ...., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως της, προέβαλε με αυτήν ότι "δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε και της προσβαλλομένης απόφασης, που επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ήταν και είναι γνωστής στις αρχές διαμονής. Διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20.11.2007 στην οδό ..., στο ... και από 21.11.2007 στην άνω Δ/νση και μέχρι σήμερα". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεση της ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεση της, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της είχε δηλώσει με οποιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών, που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως). Επικαλέστηκε ειδικότερα ακυρότητα της αποφάσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή, κατά τον χρόνο επιδόσεως (9.11.2007), στις αρχές, άρα και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αόριστα, χωρίς να αναφέρει από πού προκύπτει η γνώση αυτή της εισαγγελικής αρχής. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης 95302/2010 αποφάσεως διαλαμβάνονται για την απόρριψη της εφέσεως τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των περιεχομένων στη δικογραφία και αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, την ένορκο κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος Χ. Λ., σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις του πληρεξουσίου συνηγόρου της εκκαλούσας κατηγορουμένης, ως προς τους λόγους ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως εκπροθέσμως αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή διακοσίων ευρώ (200 €) για την πράξη της μη εγκαίρου καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ΤΕΒΕ χρονικού διαστήματος από 1/2004 έως 12/2004 δυνάμει της υπ' αριθ. 18715/14.2.2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην αυτής. Η ως άνω πρωτόδικος απόφαση επεδόθη στην εκκαλούσα κατηγορουμένη την 9.11.2007 ως αγνώστου διαμονής, καθόσον δεν ευρέθη στη (γνωστή στο ΤΕΒΕ) διεύθυνση της οδού ... στην ..., δια παραδόσεως αυτής από τον ενεργήσαντα την επίδοση Αρχιφύλακα ... στην αρμοδίως εξουσιοδοτηθείσα υπάλληλο του Δήμου Πετρουπόλεως Αττικής Χ. Π., όπως προκύπτει από το περιεχόμενο στη δικογραφία από 9.11.2007 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως σε κατηγορούμενο αγνώστου διαμονής του προαναφερομένου οργάνου επιδόσεως, ότε και άρχισε η διαδρομή της δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, πλην όμως η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως μόλις την 29.7.2010, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. 9.139/29.7.2010 έκθεση εφέσεως. Στην τελευταία, η εκκαλούσα κατηγορουμένη αναγράφει επί λέξει: "... την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της προσβαλλομένης απόφασης που επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ήταν και είναι γνωστής στις αρχές διαμονής. Διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20.11.2007 στην οδό ... στο ... και από 21.11.2007 και μέχρι σήμερα στην ως άνω διεύθυνση" (ήτοι στην οδό ... στην ...). Ωστόσο, πέραν του ισχυρισμού ότι υφίσταται γνωστή διαμονή της, η εκκαλούσα κατηγορουμένη δεν επικαλείται τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου ανωτέρας βίας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση, απέτρεψε αυτήν από την εμπρόθεσμο άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, μη αρκούσης μόνης της αναφοράς ότι τυγχάνει γνωστής και όχι αγνώστου διαμονής, διότι η πλημμέλεια αυτή (της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής) αφορά αποκλειστικώς και μόνον το κύρος της επιδόσεως. Πέραν και ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εκκαλούσας κατηγορουμένης ότι ήδη από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 είχε μετακομίσει σε άλλη διεύθυνση (επί της οδού ...), δεν αναιρείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ υποχρέωση της να γνωστοποιήσει στην αρμοδία εισαγγελική Αρχή της αλλαγή της αρχικώς δηλωθείσας - και γνωστής στο ΤΕΒΕ κατά δική της προς αυτό δήλωση -κατοικίας της (δεδομένου ότι είχε γνώση της οφειλής της προς τον ως άνω οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως και της εις βάρος της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας), τήρηση δε της νομίμου αυτής υποχρεώσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωση των αρμοδίων αρχών περί της αλλαγής της διευθύνσεως δεν αποδεικνύεται, ενώ χαρακτήρα τοιαύτης γνωστοποιήσεως δεν έχει η εκ μέρους της εκκαλούσας κατηγορουμένης δήλωση αναστολής πληρωμών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 21.6.2004 (όπου αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας αυτής η οδός ... στο ...), και ως εκ τούτου η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής τυγχάνει καθ' όλα νόμιμος και έγκυρος, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας κατηγορουμένης. Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και να καταδικασθεί η εκκαλούσα κατηγορουμένη στα σχετικά έξοδα". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, δηλαδή: α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως στην εκκαλούσα (9.11.2007), β) το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... από το οποίο, επισκοπούμενο, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση παραδόθηκε στην υπάλληλο του Δήμου Πετρουπόλεως Αττικής που είχε οριστεί από τον Δήμαρχο για την παραλαβή της, επειδή η εκκαλούσα, αναζητηθείσα στην τελευταία γνωστή κατοικία της στην ... στην οδό ..., ήταν απούσα, άγνωστη στην οδό αυτή και επειδή από έρευνα του οργάνου αυτού διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή αλλού πρόσωπο σχετικό με τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ, 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να επιδώσει την απόφαση και γ) η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (29.7.2010), η οποία κείται πέραν της προαναφερόμενης νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Εφόσον, επομένως, το όργανο επιδόσεως βεβαίωσε ότι, μετά από ερευνά του στην ανωτέρω διεύθυνση, η καταδικασθείσα ήταν άγνωστη και δεν βρέθηκε στην οδό ..., που αναζητήθηκε, ενώ η ίδια η εκκαλούσα δεν πρόβαλε με την έφεση της ότι είχε καταστήσει γνωστή με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διεύθυνση της κατοικίας της στην οδό ... και μετά στην οδό ..., έπεται ότι νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) μόνο στην ... στην οδό ..., διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας, την οποία η ίδια η εκκαλούσα είχε γνωστοποιήσει στο ΤΕΒΕ και επιδόθηκε νόμιμα πλέον ως άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν είχε υποχρέωση το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για το αν αυτή διέμενε ή όχι στην οδό ... στην ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν έγκυρη. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' κύριοι και πρόσθετος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Τέλος, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο κύριο λόγο και με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται στο ότι οι αρμόδιες αρχές την αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να την ανεύρουν, όπως όφειλαν, στην πραγματική της κατοικία δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέραν από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους, ενώ η διεύθυνση της κατοικίας της εκκαλούσας στην οδό ... ήταν άγνωστη στις αρμόδιες για την επίδοση αρχές.
Επειδή, κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτηση της Α. Λ. του Γ. και τον από 24.8.2011 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 95302/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη και πρόσθετοι λόγοι. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει ως αβάσιμη.
|
Έφεση
|
Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Έφεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 132/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κουμουτσάρη περί αναιρέσεως της με αριθμό 95300/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αίτησή αναίρεσης και στους από 24 Αυγούστου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 212/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στον δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτόν τον σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ένδικων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος όμως του Αρείου Πάγου, στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε ενώ αυτός ήταν απών, τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (ΟλΑΠ 4/1995 και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μεταξύ των λοιπών λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 95300/2010 απόφαση του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατ' έφεση της 39314/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ, για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, απέρριψε την έφεση της ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής. Από τη σχετική 9138/29.7.2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ..., οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως της, προέβαλε με αυτήν ότι "δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε και της προσβαλλομένης απόφασης, που επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ήταν και είναι γνωστής στις αρχές διαμονής. Διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20.11.2007 στην οδό ..., στο ... και από 21.11.2007 και μέχρι σήμερα στην άνω Δ/νση". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεση της ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόφους ανώτερης βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και, ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεση της, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία, γνωστή κατοικία της είχε δηλώσει με οποιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών, που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως). Επικαλέστηκε ειδικότερα ακυρότητα της αποφάσεως, διότι η παραπάνω στην οδό ... διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή, κατά τον χρόνο επιδόσεως (3.1.2008), στις αρχές, άρα και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αόριστα, χωρίς να αναφέρει από πού προκύπτει η γνώση αυτή της εισαγγελικής αρχής. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης 95300/2010 αποφάσεως διαλαμβάνονται για την απόρριψη της εφέσεως τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, την ένορκο κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος Χρήστου Λαγού, συ συνδυασμό με τις διευκρινίσεις του πληρεξουσίου συνηγόρου της εκκαλούσας κατηγορουμένης ως προς τους λόγους ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως εκπροθέσμως αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων πενήντα ευρώ για την πράξη της μη εγκαίρου καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, χρονικού διαστήματος από 1.2.2002 έως 31.5.2002 δυνάμει της υπ' αριθ. 39314/14.4.2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης ερήμην αυτής. Η ως άνω πρωτόδικος απόφαση επεδόθη την 3.1.2008 στη γνωστή στο ΙΚΑ διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας κατηγορουμένης επί της οδού ... στην ... ως γνωστής διαμονής δια θυροκολλήσεως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο στη δικογραφία από 3.1.2008 αποδεικτικό επιδόσεως ερήμην αποφάσεως του Άρχιφύλακος ... (παρουσία του Ανθυπαστυνόμου ... ως μάρτυρος), ότε και άρχισε η διαδρομή της δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, πλην όμως η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως μόλις την 29.7.2010, όπως προκύπτει από την υπ'' αριθ. πρωτ. 9.138/29.7.2010 έκθεση εφέσεως. Επομένως, εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα κατηγορουμένη ότι η προς αυτήν επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως εχώρησε ως "αγνώστου διαμονής", διότι στην πραγματικότητα η επίδοση αυτής εγένετο νομίμως ως γνωστής διαμονής δια θυροκολλήσεως, είναι δε διάφορο το ζήτημα του εάν κατά το χρόνο της επιδόσεως εκείνη πράγματι κατοικούσε στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Στην ως άνω έκθεση εφέσεως η εκκαλούσα κατηγορουμένη αναφέρει επί λέξει: "... την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε και της προσβαλλομένης απόφασης, που επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, καίτοι ήταν και είναι γνωστής στις αρχές διαμονής. Διέμενα από το έτος 2001 μέχρι 20.11.2007 στην οδό ..., στο ... και από 21.11.2007 και μέχρι σήμερα στην άνω διεύθυνση ..." (ήτοι στην οδό ... στην ...). Ωστόσο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η επίδοση της αποφάσεως εχώρησε νομίμως δια θυροκολλήσεως ως γνωστής διαμονής στην οδό ..., με συνέπεια ο διαλαμβανόμενος στην έκθεση εφέσεως ισχυρισμός περί επιδόσεως ως "αγνώστου διαμονής" τυγχάνει εξ αρχής αβάσιμος και απορριπτέος, η δε εκκαλούσα κατηγορουμένη δεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ακυρότητα περί την επίδοση (ως γνωστής διαμονής), πολλώ δε μάλλον δεν αναφέρει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, συγκεκριμένα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, γεγονός "ανωτέρας βίας", το οποίο απέτρεψε αυτήν από την εμπρόθεσμο άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Πέραν και ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εκκαλούσας κατηγορουμένης ότι ήδη από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 είχε μετακομίσει σε άλλη διεύθυνση (επί της οδού ...), δεν αναιρείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ υποχρέωση της να γνωστοποιήσει στην αρμοδία εισαγγελική Αρχή την αλλαγή της αρχικώς δηλωθείσας - και γνωστής στο Ι.Κ.Α. κατά δική της προς αυτό δήλωση - κατοικίας της (δεδομένου ότι είχε γνώση της οφειλής της προς τον ως άνω οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως και της εις βάρος της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας), τήρηση δε της νομίμου αυτής υποχρεώσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωση των αρμοδίων αρχών περί της αλλαγής της διευθύνσεως δεν αποδεικνύεται, ενώ χαρακτήρα τοιαύτης γνωστοποιήσεως δεν έχει η εκ μέρους της εκκαλούσας κατηγορουμένης δήλωση αναστολής πληρωμών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 21.6.2004 (όπου αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας αυτής η οδός ... στο ...). Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και να καταδικασθεί η εκκαλούσα κατηγορουμένη στα σχετικά έξοδα". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, δηλαδή: α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως στην εκκαλούσα (3.1.2008), β) το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... από το οποίο, επισκοπούμενο, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως γνωστής διαμονής με θυροκόλληση, παρουσία και του μάρτυρος ανθυπαστυνόμου ... και γ) η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (29.7.2010), η οποία κείται πέραν από την προεκτεθείσα νόμιμη προθεσμία ασκήσεως της. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα και με σαφήνεια απορρίπτει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας ότι η επίδοση προς αυτήν της πρωτόδικης αποφάσεως έγινε ως άγνωστης διαμονής. Τέλος και με επάλληλη σκέψη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχεται ότι και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ήδη από τον Νοέμβριο του έτους 2007 είχε μετακομίσει σε άλλη διεύθυνση, δεν αναιρείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υποχρέωση της να γνωστοποιήσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή την αλλαγή της διευθύνσεως, την οποία αρχικά είχε δηλώσει και ότι η αναιρεσείουσα δεν τήρησε την υποχρέωση της αυτή, η εκ μέρους δε της αναιρεσείουσας δήλωση αναστολής πληρωμών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχει χαρακτήρα τέτοιας γνωστοποιήσεως, το δίκασαν δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για το αν αυτή διέμενε ή όχι στην οδό ... στην ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν έγκυρη. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' κύριοι και πρόσθετος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι. Τέλος, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο κύριο λόγο και με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, η οποία παραβίαση συνίσταται στο ότι οι αρμόδιες αρχές την αναζήτησαν σε διεύθυνση που δεν διέμενε, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν για να την ανεύρουν, όπως όφειλαν, στην πραγματική της κατοικία δεν θεμελιώνει καθ' εαυτήν ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως πέραν από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους, ενώ η διεύθυνση της κατοικίας της εκκαλούσας στην οδό ... ήταν άγνωστη στις αρμόδιες για την επίδοση αρχές.
Επειδή, κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και' να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 27Ιανουαρίου 2011 αίτηση της Α. Λ. του Γ. και τον από 24.8.2011 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 95300/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κοτ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη, και πρόσθετοι λόγοι. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει ως αβάσιμη.
|
Έφεση
|
Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Έφεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 131/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Κ. Μ. του Δ., και εγκαλούμενο τον Κ. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1186/2.11.11, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1272/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 259/30-11-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τα άρθρα 136 εδάφιο ε, 137 παρ. 1 περ. γ Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/2-11-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.67/2011 απορριπτική, κατά το άρθρο 47 του Κ.Π.Δ, διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, από τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας σε άλλες ισόβαθμες και ομοειδείς και εκθέτω τα ακόλουθα: "Κατά την διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε του Κ.Π.Δ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του επόμενου άρθρου 137 παρ.1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού των υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης (Α.Π 158/2003, Α.Π 572/2003, Α.Π 83/2005).
Στην κρινόμενη περίπτωση ο Κ. Μ. του Δ., κρατούμενος ήδη στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ενώ κρατείτο στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου υπέβαλε (μέσω της Διεύθυνσης του ως άνω Καταστήματος Κράτησης) την από 26-7-2010 έγκλησή του κατά του Κ. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της εγκλήσεως αυτής, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κοζάνης εξέδωσε σύμφωνα με το άρθρο 47 την υπ' αριθμ. 67/2011 απορριπτική του διάταξη, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στον εγκαλούντα. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης ο εγκαλών άσκησε τα σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 28/2011 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Αρμόδιος να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής είναι εισαγγελικός λειτουργός της Εισαγγελίας Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος. Επομένως συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών, προκειμένου να αποφανθεί επί της ασκηθείσης προσφυγής. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/2-11-2011 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από της δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να παραπεμφθεί η δικογραφία που εκκρεμεί στην Εισαγγελία Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με αφορμή την υπ' αριθμ. 28/2011 προσφυγή του Κ. Μ. του Δ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, κατά της υπ' αριθμ. 67/2011 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, από τις δικαστικές αρχές του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Κ. Μ., κρατούμενος σε Κ.Κ. Κέρκυρας υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης την από 26-7-2011 έγκληση του, στρεφόμενη κατά του Κ. Σ., ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και κατά της 67/2011 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κοζάνης, απορριπτικής της άνω εγκλήσεως ως ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης, μετά προκαταρκτική εξέταση, ασκήθηκε και εκκρεμεί η 28/2011 προσφυγή του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, για την οποία προσφυγή είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί ο τελευταίος. Ο Εισαγγελέας Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/2-11-2011 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας του εγκαλουμένου (Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας) και τον τόπο της υπηρεσίας του. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 1186/2-11-2011 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και αφορά τον εγκαλούμενο Κ. Σ., ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 28/2011 προσφυγής του εγκαλούντος Κ. Μ. κατά της 67/6-5-2011 απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κοζάνης και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπει εκδίκαση προσφυγής κατά Διάταξης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορριπτικής εγκλήσεως κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας σε Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς .
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 130/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσο-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ν. Κ. του Γ. και εγκαλούμενους τους 1) Χ. Λ. του Ζ., 2) Ε. Α. του Π. και 3) Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών . Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 655/9.8.11, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 967/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 265/2-12-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ ' ΚΠΔ την από 9-8-2011/655 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: "1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στη οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας (Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922), και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. 2) Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. 3) Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ν. Κ. του Γ., δημόσιος υπάλληλος, κάτοικος ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 18-2-10/Β10/4286 έγκληση σε βάρος των α) Χ. Μ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β) Χ. Λ. και Ε. Α., δημοσίων υπαλλήλων, για παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ) όσον αφορά τον πρώτο και για ηθική σ' αυτήν αυτουργία (46 §1 α' ΠΚ) όσον αφορά τους λοιπούς. 4) Διενεργήθηκε στη συνέχεια από την Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση, (31 ΚΠΔ). Από αυτή προέκυψε το προφανώς αβάσιμο κατ' ουσία της έγκλησης (47 §1 ΚΠΔ), γι' αυτό η ανωτέρω Εισαγγελέας απέρριψε αυτή κατά το ίδιο άρθρο (47 ΚΠΔ), με την 11/12-7-11 Διάταξή της. Ο εγκαλών όμως άσκησε την από 1-8-11/379 προσφυγή του κατά της ανωτέρω Διατάξεως. Η προσφυγή αυτή κρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (48 ΚΠΔ). Στην Εισαγγελία όμως Εφετών Αθηνών υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας Εφετών ο Χ. Μ. (βλ. την από 8-8-11 βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών). Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας και για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω προσφυγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η από Β2010/4286/18-2-10 έγκληση του Ν. Κ. του Γ., κατά των εγκαλουμένων: α) Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και β) Χ. Λ. και Ε. Α., από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Περαιώς. Αθήνα 1-12-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Ν. Κ., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την Β 2010/4286/2010 έγκλησή του, στρεφόμενη κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ. Μ., που υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ως αυτουργού καταγγελλόμενης παράβασης καθήκοντος και κατά άλλων δύο προσώπων μη δικαστικών λειτουργών (ως ηθικών αυτουργών) και κατά της 11/12-7-2011 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, απορριπτικής της άνω εγκλήσεως ως καταφανώς αβασίμου, μετά προκαταρκτική εξέταση, ασκήθηκε και εκκρεμεί η 379/1-8-2011 προσφυγή του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για την οποία προσφυγή είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί ο τελευταίος. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 655/9-8-2011 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων (Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών) και τον τόπο της υπηρεσίας του και λόγω συναφείας για τους λοιπούς εγκαλουμένους. Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 655/9-8-2011 έγγραφο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και αφορά τον εγκαλούμενο Χ. Μ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και άλλους δύο δημόσιους υπαλλήλους, ως ηθικούς αυτουργούς, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 379/2011 προσφυγής του εγκαλούντος Ν. Κ. κατά της υπ' αρ. ΕΓ 1-11-209/10Δ/12-7-2011 απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις19 Ιανουαρίου 2012 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπέμπει εκδίκαση προσφυγής κατά Διάταξης Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορριπτικής εγκλήσεως κατά Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές Πειραιώς .
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 129/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο, περί αναιρέσεως της 73925/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν, 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νομό ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν.2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", "το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ.9 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού". Ορίζεται δε, με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ότι "το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 του ΠΚ, προκύπτει ότι η εξειδίκευση του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μια ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα της τελέσεως καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, ή όταν συντρέχει λόγος απαράδεκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανέγκλητου κ.λπ. Η παράλειψη δε αυτού του στοιχείου από την καταδικαστική απόφαση, όταν απαιτείται, συνιστά έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π. και προκειμένου περί Αγροτικού Συνεταιρισμού, η ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε και εκπροσώπησε το Συνεταιρισμό ο κατηγορούμενος), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατόν να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 σε βάρος των εργαζομένων Α. Κ. και Π. Κ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στη Μάνδρα Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 2002 μέχρι 2006 ως εργοδότης και δη ως νόμιμος εκπρόσωπος του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." αν και απασχόλησε τους Ά. Κ. και Π. Κ. για το ως άνω χρονικό διάστημα ως οδηγούς με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διεπόμενες από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας με πρόθεση δεν κατέβαλε Α) στον Ά. Κ. μισθολογικές διαφορές 18.710,48 €, επίδομα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων των ανωτέρω ετών 19.193,21 ευρώ, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς 8.638,88 ευρώ, διαφορές ωρομισθίου νυχτερινής απασχόλησης 13.292,34 ευρώ, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση 12.443,68 ευρώ, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 69.449,49 € και Β) στον Π. Κ. μισθολογικές διαφορές 16.605,38 €, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς 7.555,20 €, διαφορές ωρομισθίου λόγω νυχτερινής απασχόλησης 11.127,54 ευρώ, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση 9.092,01 €, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 61.095,76 €. Επίσης, με πρόθεση δεν κατέβαλε στους ανωτέρω και με την αναφερθείσα ιδιότητα αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας για τον Ά. Κ. 2.437 € και για τον Π. Κ. 2.737 €. Ισχυρίζεται ο κατ/νος ότι οι εγκαλούντες δεν ήσαν ουδέποτε υπάλληλοι του Συνεταιρισμού, αλλά απλώς συνεργάζονταν με αυτόν ως ελεύθεροι επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών. Αποδείχθηκε όμως ότι οι εγκαλούντες είχαν προσληφθεί ο μεν Ά. Κ. από το 1998, ο δε Π. Κ. από το 1997 με αντικείμενο την φορτοεκφόρτωση οπωροκηπευτικών, τακτοποίηση στις αποθήκες, μεταφορά με οχήματα του συνεταιρισμού και πώληση σε Λαϊκές Αγορές. Στο όνομά τους εκδόθηκαν αντίστοιχες άδειες με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Συνεταιρισμού από το Ταμείο Λαϊκών Αγορών, εργάζονταν καθημερινά επί 6 ημέρες με ωράριο 04.00 π.μ. - 17 μ.μ., επιστρέφοντας απέδιδαν τις εισπράξεις στο Συνεταιρισμό και πάντοτε ελάμβαναν οδηγίες για την εργασία τους από το Συνεταιρισμό. Τα ανωτέρω προσδίδουν τον χαρακτήρα της εξαρτημένης σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου. Πρέπει, λοιπόν, ο κατ/νος να καταδικασθεί για τις πράξεις που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην απόφαση: α) Αν είτε από το νόμο, είτε από απόφαση του ΔΣ του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", είτε από υπογραφή σχετικής συμβάσεως, ο κατηγορούμενος, με την πιο πάνω ιδιότητά του, είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που ανάγεται στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού, καθώς και να εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως, να συνάπτει συμβάσεις εργασίας και να καταβάλει στους απασχολουμένους τις αποδοχές τους. β) Ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός των εγκαλούντων και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λπ.). γ) Οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διαστήματος, ώστε, με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο. δ) Ο τρόπος υπολογισμού των οφειλόμενων αποδοχών ξεχωριστά κατά το είδος τους. Και ε) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Συγκεκριμένα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στους εγκαλούντες οφειλόμενες αποδοχές των ετών 2002 - 2006, εμφανίζει αυτές ως σύνολα κατ` είδος (μισθολογικές διαφορές, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς, επίδομα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, διαφορές ωρομισθίου νυχτερινής απασχόλησης, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση), χωρίς να προσδιορίζει τις αποδοχές αυτές κατά μήνα, ενόψει του ότι μερικές από αυτές και δη οι οφειλόμενες για το πριν από τις 10.1.2004 χρονικό διάστημα έχουν ήδη υποκύψει σε παραγραφή, δεδομένου ότι από τότε μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως παρήλθε οκταετία. Ο προσδιορισμός αυτός δεν γίνεται ούτε στο διατακτικό. Είναι δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτός (στον οποίο δεν μπορεί να προβεί ο Άρειος Πάγος με απλό υπολογισμό λόγω της ανομοιότητας των οφειλομένων), ώστε να κριθεί ποιες από τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής οφειλομένων αποδοχών έχουν παραγραφεί και ποιες όχι. (Η αναφορά στο σκεπτικό ότι δεν καταβλήθηκαν και οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για τις οποίες πράξεις, με την πρωτόδικη υπ` αριθ. 25014/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έπαυσε υφ` όρον η ποινική δίωξη, οφείλεται σε φανερή παραδρομή). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για ανάγνωση εγγράφου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Κατά δε το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ, "διαβάζονται στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Και ναι μεν η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Πλην, το Δικαστήριο, αν απορρίψει σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αιτιολογήσει την απόφασή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, ζήτησε, μετά την ανάγνωση των εγγράφων και πριν από την εξέταση του μάρτυρα υπερασπίσεως, την ανάγνωση των από αυτόν προσαχθεισών ενόρκων βεβαιώσεων, με τις οποίες θα αποδείκνυε τον ισχυρισμό του, τον οποίο είχε υποβάλει εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, ότι οι εγκαλούντες συνεργάζονταν με τον ως άνω Συνεταιρισμό ως ελεύθεροι επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών και δεν συνδέονταν με αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι "οι ένορκες βεβαιώσεις αυτές ελήφθησαν στο πλαίσιο αστικής δίκης". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού δεν αναφέρεται αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που αφορούσε την πολιτική δίκη, ούτε ότι η ανάγνωση των υπευθύνων δηλώσεων δεν ήταν χρήσιμη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων από αυτές εξάρτησε την απόδειξη της αθωότητάς του, του ότι, δηλαδή, οι εγκαλούμενοι δεν συνδέονταν με το Συνεταιρισμό με σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, δεν είχε εφαρμογή ο α.ν. 690/1945. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει και στα στοιχ. Α και Β), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), το οποίο και θα αποφανθεί περί της παραγραφής μερικότερων πράξεων (μη καταβολών οφειλόμενων αποδοχών), πράγμα για το οποίο δεν μπορεί να αποφανθεί το παρόν Δικαστήριο για το λόγο που έχει αναφερθεί παραπάνω, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 73925/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945. Στοιχεία του εγκλήματος. Αγροτικός Συνεταιρισμός. Πότε πρέπει να εξειδικεύεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως. Τι πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της καταδικαστικής για την άνω παράβαση αποφάσεως. Πότε αναγιγνώσκεται έγγραφο από άλλη δίκη. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν εξειδικεύονται οι οφειλόμενες, κατά μήνα, αποδοχές στους εγκαλούντες, για το χρονικό διάστημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ενόψει της παραγραφής ορισμένων, και ως προς την απόρριψη αιτήματος για την ανάγνωση εγγράφων από άλλη πολιτική δίκη, και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 128/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιος Χρυσικό Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Λύτρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.10970/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Σ. του Τ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 894/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 επ. του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 63,64,65 και 68 Κ.Π.Δ. και τα άρθρα 914, 932 Α.Κ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ασκείται από τον αμέσως παθόντα από το διωκόμενο αδίκημα στο ποινικό δικαστήριο, με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του έως ότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Π.Δ. να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Όταν πρόκειται για παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στη σχετική δήλωση ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως αυτής, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων, τα οποία αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη. Όταν δε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ` αριθμό 73458 /2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου ο Γ. Σ. και δήλωσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Με την απόφαση αυτή, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, έγινε δεκτό το αίτημα του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να του πληρώσει το αιτηθέν ως άνω ποσό. Στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, κατόπιν της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ` αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε ο ίδιος εγκαλών και επανέλαβε τη δήλωση, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, για το ως άνω ποσό, των 44 ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις κρινόμενες άδικες πράξεις, ενώ από την πλευρά του κατηγορουμένου προβλήθηκε στην δίκη κατ` έφεση ένσταση για αποβολή της πολιτικής αγωγής, λόγω του ότι, ο κατά τα άνω παραστάς, ως πολιτικώς ενάγων, δεν ήταν άμεσα ζημιωθείς από το αδίκημα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού με παρεμπίπτουσα, πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, προχώρησε στην έρευνα του κεφαλαίου των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος- εγκαλούντος, ως αμέσως ζημιωθέντος, από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δέχθηκε ότι νομιμοποιείτο να παραστεί ο εγκαλών, ως πολιτικώς ενάγων, στην κατ` έφεση δίκη και του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη του, από το αδίκημα το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, δεν υπέπεσε σε παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων που να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όπως υπεβλήθη και στην δίκη κατ` έφεση, ήταν σύννομη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο πολιτικώς ενάγων, ορθά κρίθηκε ως αμέσως παθών. Ειδικότερα από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, την 29-5-2003 είχε υποβάλει έγκληση σε βάρος τρίτου, του Η. Γ., μη διαδίκου στην κρινόμενη υπόθεση και την 18-3-2004, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας , ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, σχετικά με την ως άνω έγκληση, κατέθεσε για τον πολιτικώς ενάγοντα στην κρινόμενη υπόθεση, Γ. Σ., τα όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται που συνιστούν τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Συνεπώς, ο τελευταίος είναι άμεσα παθών από τα παραπάνω αδικήματα και ορθώς παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. 2ος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη σύννομου παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού δεν τυγχάνει άμεσα ζημιωθείς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171παρ. 2 ΚΠΔ, που προαναφέρθηκε, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ. ΑΠ 762/1992) μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή, εκτός αν ο κατηγορούμενος πρότεινε την σχετική ένσταση. Εξάλλου, στο άρθρο 937 του Α.Κ ορίζεται ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση .... εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως". Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ` άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ. 1 Α.Κ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Ο Γ. Σ., νυν εγκαλών, κατέθεσε, δια του νομίμου εκπροσώπου του, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις 7-6-2005, μήνυση σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, δηλώνοντας συνάμα παράσταση πολιτικής αγωγής, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις παραπάνω πράξεις. Η υπόθεση, κατά τα ήδη εκτεθέντα παραπάνω, εισήχθη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο με την 73485/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, επιβάλλοντας σ` αυτόν τις αναφερόμενες σ` αυτήν ποινές, δεχθέν συνάμα την πολιτική αγωγή και επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ποσού 44 ευρώ. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά της άνω αποφάσεως άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως. Ενώπιον του εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η μηνύτρια εταιρία δήλωσε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής για την ίδια αιτία. Κατά της παραστάσεώς της , αντέλεξε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, μέσω των συνηγόρων του, με έγγραφη δήλωσή του-ένσταση, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, ισχυριζόμενος ότι η αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από της καταθέσεως της μηνύσεως (7-6-2005) και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (13-12-2010) παρήλθε πενταετία. Με παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 10970/2010, κυρίας αποφάσεως του και συμπροσβάλλεται με αυτήν (άρθρο 504 παρ.4 Κ.Π.Δ), το Εφετείο Αθηνών, απέρριψε την άνω ένσταση και επέτρεψε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος με την παραδοχή ότι δεν υπέκυψε σε παραγραφή, η αξίωση του τελευταίου. Ορθά, το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε την ως άνω ένσταση, καθόσον από τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που έγινε την 7-6-2005, οπότε υποβλήθηκε η μήνυση και μέχρι 12-11-2008, οπότε επανελήφθη αυτή, κατά τη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπου δηλώθηκε η παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν παρήλθε, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, πενταετία και η αξίωση του τελευταίου δεν υπέκυψε σε παραγραφή, το δικαστήριο δε, με το να απορρίψει την άνω ένσταση και να επιτρέψει την παράσταση πολιτικής αγωγής του μηνυτή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. 1ος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη συννόμου παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, λόγω παραγραφής της αξίωσής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, οι παραπάνω ενστάσεις, του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα, περί αποβολής της πολιτική αγωγής, για τους προαναφερθέντες λόγους, απορρίφθηκαν με παρεμπίπτουσα απόφαση, του παραπάνω εφετείου, η οποία, κατά το σκεπτκό της, έχει ως εξής: "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παρ.2 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ.(άρθρο 932 ΑΚ) μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, στο άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση...εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ. ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ. αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ....Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής η δε παραγραφή που διακόπτεται με αυτόν τον τρόπο αρχίζει και πάλι από τη τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και κατά το άρθρο 270 ΑΚ αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δηλ. η εισαγωγή της απαίτησης αυτής ως πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Γ. Σ. του Τ.. Στις 7-6-2005 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών έγκληση του κατά του κατηγορουμένου Γ. Μ. με την οποία τον κατεμήνυσε για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση και στην οποία είχε προβεί σε δήλωση παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγων, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις επίδικες αξιόποινες πράξεις. Ο μηνυτής έλαβε γνώση των αξιόποινων πράξεων και του υπόχρεου για αποζημίωση (χρηματική του ικανοποίηση) ήδη από την ένορκη εξέταση του μηνυτή στις 18-3-2004. Αυτός δε στις 7-6-2005 άσκησε την ένδικη έγκληση οπότε μέχρι την 12-11-2008 συνεδρίαση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπου δηλώθηκε η παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον άμεσα ζημιούμενο-εγκαλούντα, δεν έχει παρέλθει πενταετία από τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της γνώσεως των αξιόποινων πράξεων, με αποτέλεσμα να μην έχει παραγραφεί η σχετική αξίωσή του". Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, τις παραπάνω ενστάσεις του αναιρεσείοντα περί αποβολής της πολιτικής αγωγής. Επομένως, ο 3ος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την παρεμπίπτουσα απόφαση που απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ως προς το σκέλος αυτό.
Επειδή, κατά το άρθρ. 368 παρ. Ι του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (363 ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρείς (3) μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ` έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το παραπάνω Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 10970/2010 απόφαση του, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατά πλειοψηφία, σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6 ) μηνών για τις πράξεις της ψευδορκίας, και συκοφαντικής δυσφήμησης, ανασταλείσα επί τριετία, δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης έλαβε χώρα την 18-3-2004. Περαιτέρω, η σχετική έγκληση του παθόντα, όπως προκύπτει από αυτήν, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, υποβλήθηκε την 7-6-2005, δηλαδή μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξης. Για το ζήτημα όμως, του χρόνου γνώσεως της τελέσεως της πράξεως, από τον δικαιούμενο σε υποβολή εγκλήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση στο επί της ενοχής σκεπτικό της, καθώς και στο διατακτικό της, δεν διαλαμβάνει τον χρόνο που έλαβε ο παθών γνώση της εγκλήσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει, ως προς το ζήτημα του εμπροθέσμου της εγκλήσεως, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν παρατίθεται στο σκεπτικό της κανένα περιστατικό που προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, το οποίο να θεμελιώνει την κρίση του δικαστηρίου, για τον χρόνο γνώσης της πράξης από τον δικαιούχο της εγκλήσεως, και ούτε αναφέρεται ο χρόνος αυτός. Μόνη δε η παραδοχή, στο σκεπτικό της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, (σελ. 5), με την οποία απορρίφθηκαν οι ενστάσεις του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, ότι " ο μηνυτής έλαβε γνώση των αξιόποινων πράξεων και του υπόχρεου για αποζημίωση ήδη από την ένορκη εξέταση του μηνυτή στις 18-3-2004", δεν αρκεί, αφού δεν συνοδεύεται η κρίση αυτή με πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και από τα οποία προκύπτει η γνώση που απαιτεί το άρθρο 117 ΠΚ και τα αποδεικτικά μέσα, που οδήγησαν στην κρίση αυτή. Άλλωστε στο στάδιο που λήφθηκε η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, ( αρχή της διαδικασίας) δεν είχε προχωρήσει η αποδεικτική διαδικασία, δεν είχαν εξεταστεί μάρτυρες και δεν είχαν αναγνωστεί έγγραφα, ώστε να θεμελιώνεται σε αυτά, η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου. Πρέπει συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο, της καταδίκης του αναιρεσείοντα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με το ζήτημα της εμπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ` είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εξεταζόμενος στις 18-3-2004 ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών σχετικά με την από 29-5-2003 έγκλησή του κατά του Η. Γ. και παντός άλλου υπευθύνου, κατέθεσε γνώσει του ψευδώς σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Σ., εργαζόμενου στην εταιρεία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" όπου και ο ίδιος εργαζόταν μεταξύ των άλλων και τα εξής: Στο κατάστημα επί της οδού ... όπου εργαζόμουν ως περιφερειακός Διευθυντής, ο Γ. Σ. και άλλα όργανα της διοίκησης της "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ" έδωσα εντολή να αλλάξουν οι κλειδαριές του γραφείου μου....ειδικότερα την πρώτη φορά που αλλάχθηκαν οι κλειδαριές, στις 22-5-2009 απέβλεψαν να με υποχρεώσουν δια της βίας να αποχωρήσω από το κάταστημα χωρίς να μου έχουν κοινοποιήσει νόμιμα καταγγελία της συμβάσεως, ώστε να εμφανίσουν τον εξαναγκασμό μου σε αποχώρηση, σε εθελουσία αποχώρηση και λύση από μέρους μου της συμβάσεως, χωρίς αυτοί να έχουν υπαιτιότητα. Όταν διαμαρτυρήθηκα, αποκατέστησαν τις κλειδαριές και έτσι ματαιώθηκε το αρχικό τους σχέδιο εκδίωξής μου. Τη δεύτερη φορά στις 28-5-2003, πάλι προέβησαν σε παράνομες αυτοδικίας και διαταράξεως της οικιακής ειρήνης, αφού δε μου το γνωστοποίησαν, ούτε προφορικά, ούτε έλαβε γνώση του σχεδιαζόμενου εγχειρήματος τους της ταπεινωτικής εκδίωξής μου, χωρίς να ενημερωθώ και χωρίς να μου δοθεί η ευκαιρία τυπικά να παραδώσω το γραφείο, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, έγγραφα, αρχείο κ.λπ. και να παραλάβω τα προσωπικά μου αντικείμενα, τα προσωπικά μου αρχεία και κυρίως το χαρτοφυλάκιο των πελατών, από το οποίο προέκυπταν τα δικαιώματά μου για είσπραξη των αμοιβών μου για τρία ακόμη χρόνια μετά την καταγγελία της συμβάσεως...". Εξάλλου εγώ την 11η πρωϊνή της 28-5-2003 που έλαβα γνώση της από 26-5-2003 καταγγελίας τους, τους ειδοποίησα αμέσως με το από 28-5-2003, εξώδικό μου, που κοινοποιήθηκε στις 15.35 της ίδιας ημέρας, για την παράδοση και παραλαβή του καταστήματος της ..., των εγγράφων, πάγιου εξοπλισμού και λοιπών στοιχείων στις 30-5-2003, ημέρα Παρασκευή και ώρα 11 πρωϊνή. Τονίζω ότι η καταγγελία τους ήταν προσχηματική και δεν υπήρχε κανένας σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως. Η εταιρεία επικαλέστηκε δήθεν σπουδαίο λόγο, αβάσιμα και προσχηματικά, για να μου στερήσει τα δικαιώματά μου στο χαρτοφυλάκιο των ασφαλειών, που είχα δημιουργήσει, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, που θα εισέπραττα ακόμα για τρία χρόνια μετά την έξοδό μου από την εταιρεία με βάση τον ισχύοντα νόμο 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 2496/1997. Ακόμα επεδίωκαν την ηθική μου εξόντωση και τον επαγγελματικό μου αφανισμό, αφού μέσα στην ασφαλιστική αγορά, που είμαι γνωστό πρόσωπο, θα διασυρόμουν και θα με ακολουθούσε το στίγμα του καταδιωχθέντος διευθυντή, που τον έδιωξαν σε μηδέν χρόνο χωρίς να μπορεί να πάρει ούτε τα προσωπικά του είδη. Εξάλλου και με τη σύμβαση καταγγελίας, που μου κοινοποίησαν για σπουδαίο λόγο, ανεξάρτητα ότι ήταν ανυπόστατη, πάλι, οι διώκτες μου μηνυόμενοι Γ., Σ., Λ. και Π. δεν είχαν δικαίωμα να αλλάξουν τα κλειδιά του καταστήματος χωρίς να είμαι παρών και χωρίς να συνεννοηθούμε, αφού η καταγγελία, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δικαστική απόφαση και εγώ τους είχε δηλώσει ότι δεν αρνούμαι να αποχωρήσω, όμως απαιτούσα να γίνει τυπική παράδοση και παραλαβή του καταστήματος, που αυτοί δεν ήθελαν"....μέχρι σήμερα η εταιρεία, παρά τις οχλήσεις μου, δεν μου είχε αποδώσει τα πράγματά μου, ούτε μου έχει δώσει αντίγραφα των χαρτοφυλακείων του καταστήματος, όπως είχε υποχρέωση". Όλα όμως τα ανωτέρω που κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος σε βάρος και του εγκαλούντος είναι ψευδή και συκοφαντικά και τα κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειας τους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Γ. Σ.. Αυτό προκύπτει ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, οι οποίοι με σαφήνεια αναφέρουν ότι στις 22-5-2003 δεν άλλαξαν οι κλειδαριές, επειδή ο κατηγορούμενος ζήτησε να του δοθεί λίγος χρόνος ακόμη. Οι κλειδαριές που άλλαξαν δεν ήταν του γραφείου του κατηγορουμένου, αλλά της εισόδου του κτιρίου και αλλάχτηκαν αυτές μετά την καταγγελία της συμβάσεως. Μετά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως έγινε επειδή η συνεργασία του κατηγορουμένου με την εταιρεία ήταν προβληματική και ιδιαίτερα επειδή ο τελευταίος πωλούσε προϊόντα άλλων ανταγωνιστικών εταιρειών και όχι ότι δήθεν ο εγκαλών και οι λοιποί συνάδελφοί του συνομωτούσαν εναντίον του για την απόλυσή του. Ουδέποτε υποχρέωσαν τον κατηγορούμενο να παραλάβει τα προσωπικά του είδη από το γραφείο του. Αντίθετα κάλεσαν αυτόν επανειλλημένα να τα παραλάβει και επειδή αυτός δεν πήγαινε να τα πάρει, αφού τα κατέγραψαν τα μετέφεραν στο κεντρικό κατάστημα της εταιρείας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμησης πράξεις οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό της που επιτρεπτά το συμπληρώνει, το δικαστήριο αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τη γνώση του αναιρεσείοντα, ότι η από 18-3-2004 κατάθεσή του, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, η οποία ήταν και η αρχή ενώπιον της οποίας αυτός εξετάσθηκε ενόρκως, ήταν παντελώς ψευδής, αφού εξ ιδίας γνώσεως, ως άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση, γνώριζε το ψευδές αυτής, παραθέτοντας τα περιστατικά που δικαιολογούν την γνώση του αυτή. Επομένως, ο 3ος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την διάταξή της, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, συνακόλουθα δε και ως προς την διάταξή της περί συνολικής ποινής διατηρουμένης της επιβληθείσας ισούψούς ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η σύνθεση του από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 519 του ΚΠΔ), απορριφθεί δε, κατά τα λοιπά, η αίτηση αναιρέσεως. O αναιρεσείων, πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων, του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 178 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμό 10970/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως προς την διάταξη της περί συνολικής ποινής διατηρουμένης της επιβληθείσας ισούψούς ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.
Παραπέμπει την υπόθεση μόνο ως προς τις διατάξεις αυτές για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5-7-2011 αίτηση του Γ. Μ. του Β. για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα ( 250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμιση. Πραγματικά περιστατικά. Κατάθεση ενόρκως, κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα ενώπιον Πταισματοδίκη ψευδών και συκοφαντικών περιστατικών. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής λόγω παραγραφής της αξίωσής του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προθεσμία εγκλήσεως. Χρόνος γνώσεως της τελέσεως της πράξης. Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, αφού δεν παρατίθεται ούτε ο χρόνος γνώσης της πράξης ούτε κανένα περιστατικό που να αφορά στο χρόνο γνώσης της πράξης. Κατά τα λοιπά απορρίπτει αναίρεση.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Αναίρεση μερική, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 125/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο,- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κορομάντζο και 2) τον Α. Μ.- Κ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1022/2011 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο πρώτος αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2011 αίτησή του όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Νοεμβρίου 2011 πρόσθετους λόγους, και ο δεύτερος αναιρεσείων- κατηγορούμενος από 14 Απριλίου 2011 αίτηση αναίρεσης οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 14 Απριλίου 2011 η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση η, από 14.4.2011, αίτηση αναίρεσης του Α. Μ. - Κ. του Κ. και η, από 15.7.2011, αίτηση αναίρεσης του Β. Σ. του Γ. κατά της 1022/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν ο πρώτος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κατά συρροή και ο δεύτερος για ψευδορκία σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών και ποινή φυλάκισης έξι μηνών, αντίστοιχα. Οι αιτήσεις αυτές, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 201 αποδεικτικό επίδοσης του Αθανασίου Μητρόπουλου, Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, ο αναιρεσείων Α. Μ.- Κ. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του Π Κ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της παρ. 1 αυτού οπό το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ν' αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1022/2011 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων Γ. Φ., ήδη συνταξιούχος δικηγόρος Αθηνών, όταν ήταν εν ενεργεία υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος δευτέρου κατηγορουμένου Α. Μ. - Κ. για έτη, και συγκεκριμένα από το έτος 1995 μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2000, οπότε και παραιτήθηκε από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ο επίσης δικηγόρος Αθηνών Δ. Κ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του δευτέρου κατηγορουμένου καταψηφιστική αγωγή με αίτημα την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημιώσεως ποσού 50.000.000 δρχ., που το περιόρισε με τις προτάσεις σε 20.000.000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Η αγωγή αυτή είχε προσδιορισθεί για να συζητηθεί στις 17-2-2000 στην αίθουσα 3 του κτιρίου 13 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, όπου στεγάζεται το Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της εν λόγω αγωγής από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο ο ενάγων Δ. Κ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ενώ ο πολιτικώς ενάγων με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του δευτέρου κατηγορουμένου παραστάθηκε μόνο για την υποβολή του αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου η κατ' αυτού αγωγή να συνεκδικασθεί με αντίθετη δική του αγωγή σε μεταγενέστερη δικάσιμο της 8-3-2001, κατά τη σύμφωνη ρητή εντολή που είχε αυτός από τον πελάτη του. Το δικαστήριο όμως, ενόψει και των ρητών αντιρρήσεων που πρόβαλε ο ενάγων δικηγόρος Δ. Κ., απέρριψε το πιο πάνω αίτημα αναβολής και κατόπιν αυτού ο πολιτικώς ενάγων Κ. Φ., αφού δήλωσε σε σχετική ερώτηση του Προέδρου του δικαστηρίου ότι δεν θα παραστεί στη συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως, αποχώρησε από την αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου - δευτέρου κατηγορουμένου, ενώ ο πολιτικώς ενάγων, συνοδευόμενος από τον προσωπικό του φίλο Ι. Α., με τον οποίο είχαν μεταβεί μαζί στο δικαστήριο, αναχώρησαν από εκεί, προκειμένου να μεταβούν από κοινού σε προγραμματισμένη συνάντηση του τελευταίου στο θεράποντα ιατρό του. Από την πλευρά του ο δεύτερος κατηγορούμενος, που εξακολουθούσε να παραμένει στην αίθουσα συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέχοντας ιδιόγραφο δικόγραφο τυπικών προτάσεων τούτου ως εναγομένου στην προαναφερόμενη αγωγή του Δ. Κ., τις οποίες είχε συντάξει ο ίδιος την προηγούμενη ημέρα και απλώς είχε υπογράψει ο πολιτικώς ενάγων, (όπως ακριβώς είχε συμβεί πολλές φορές και στο παρελθόν κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας), εκμεταλλευόμενος την ύπαρξη ανθρώπινου πλήθους μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεως του πιο πάνω δικαστηρίου, κατάφερε και με παράτυπο τρόπο, που δεν έγινε γνωστός κατά την προανάκριση που διενεργήθηκε στη συνέχεια, προσέγγισε την έδρα του δικαστηρίου και χωρίς να γίνει αντιληπτός από τη γραμματέα Α. Ψ., κατέθεσε τις πιο πάνω προτάσεις και πέτυχε μάλιστα με εξαπάτηση της ίδιας γραμματέα να βεβαιωθεί σ' αυτές ότι κατατέθηκαν στο ακροατήριο, κάτι που θα είχε ως συνέπεια να δικασθεί αυτός κατ' αντιμωλία και όχι ερήμην, όπως αποδείχθηκε ότι πράγματι δικάσθηκε στην πιο πάνω δίκη. Εξάλλου, μετά τη λήξη της συνεδριάσεως, οι φάκελοι των ενενήντα τεσσάρων υποθέσεων που συζητήθηκαν μεταφέρθηκαν από τον επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών στο γραφείο της πιο πάνω γραμματέα, πλην όμως κατά τη συσχέτιση των φακέλων από την τελευταία στις 21.30 περίπου και αφού είχε σφραγίσει όλες τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο ακροατήριο, διαπίστωσε η ίδια ότι υπήρχαν μεταξύ των άλλων και οι πιο πάνω χειρόγραφες προτάσεις του εναγομένου της αγωγής του Δ. Κ. και ήδη δευτέρου κατηγορουμένου, που είχε παρανόμως καταφέρει αυτός να "καταθέσει" στην έδρα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 18-2-2000, δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του ενάγοντος Δ. Κ. και του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Φ. καθώς και του δευτέρου κατηγορουμένου, όταν ο Δ. Κ. διαμαρτυρήθηκε εντόνως για την ύπαρξη των προτάσεων στο φάκελο της δικογραφίας, παρά το γεγονός ότι, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η συζήτηση της αγωγής του κατά του δευτέρου κατηγορουμένου έγινε ερήμην του τελευταίου. Με αφορμή το επεισόδιο τούτο υποβλήθηκαν προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών οι από 18-2-2000 και 25-2-2000 αναφορές των Δ. Κ., δικηγόρου, και Α. Ψ., Γραμματέα, αντίστοιχα, ενώ υποβλήθηκαν και εκατέρωθεν μηνύσεις μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και του τότε πληρεξουσίου του δικηγόρου. Τα παραπάνω περιστατικά αποδείχθηκαν πλήρως κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, μεταξύ των οποίων ειδικότερα τα ακόλουθα: α) οι δύο πιο πάνω αναφορές, β) το αντίγραφο του πινακίου στο οποίο είχε εγγραφεί προς συζήτηση η αγωγή του Δ. Κ. κατά του δευτέρου κατηγορουμένου, στο οποίο ο δικαστής που εκφώνησε την εν λόγω αγωγή έχε: αναγράψει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ως εναγόμενος παραστάθηκε "δια (για αναβολή)" και ως αποτέλεσμα ότι "απορρίπτεται το αίτημα αναβολής" και "συζητείται ερήμην εναγομένου",γ) την 1047/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο ήδη πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκε τελεσιδίκως αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της απιστίας δικηγόρου σε βάρος του δευτέρου κατηγορουμένου, αφού έγινε δεκτό ότι στην εκδίκαση της αγωγής του Δ. Κ. σε βάρος του η μόνη εντολή του τελευταίου προς τον πολιτικώς ενάγοντα και τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του ήταν να παραστεί "δια" για να υποβάλει μόνο αίτημα αναβολής, δ) η 2502/2007 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο ήδη πολιτικώς ενάγων για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία του Ι. Α., δεχόμενο και τα δικαστήριο εκείνο ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής του Δ. Κ. κατά του δευτέρου κατηγορουμένου στις 17-2-2000 τα γεγονότα συνέβησαν ακριβώς όπως εκτέθηκαν παραπάνω, ότι ο Ι. Α. είχε ιδία αντίληψη περί αυτών και ότι τα όσα αυτός κατέθεσε, που επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι ήσαν ψευδή, και ε) η 3827/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, λόγω της παράτυπης "κατάθεσης" των προτάσεων του, όπως εκτενώς αναφέρθηκε παραπάνω. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, μεταξύ των οποίων αφενός μεν τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αλλά και η ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Φ., πλήρως αποδείχθηκε κατά τη γνώμη που επικράτησε ατό δικαστήριο, ότι ο ήδη θανών Δ. Κ., αδελφός του δευτέρου κατηγορουμένου, δεν ήταν παρών κατά τη συνεδρίαση της 17-2-2000 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όταν διαδραματίσθηκαν όσα εκτενώς αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού αποδείχθηκε ότι βρισκόταν αυτός εκτός Αθηνών την ημέρα εκείνη, και κατά συνέπεια δεν άκουσε τον πολιτικώς ενάγοντα να δηλώνει ότι παραιτείται από δικηγόρος του αδελφού του, ούτε τον τελευταίο να ζητεί από το δικαστήριο να κρατηθεί η υπόθεση του για να ανεύρει άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο. Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι είδε αυτός (Δ. Κ.) τον πρώτο κατηγορούμενο να συνομιλεί με τον αδελφό του - δεύτερο κατηγορούμενο, ότι ο τελευταίος συνέταξε εκείνη τη στιγμή τυπικές προτάσεις, τις οποίες υπέγραψε ο πολιικώς ενάγων, που εισήλθε και πάλι στην αίθουσα του δικαστηρίου, προκειμένου να τις καταθέσει, ότι στη συνέχεια τις κατέθεσε, αλλά το δικαστήριο δεν τις δέχθηκε, παρά το ότι ο ίδιος τις είχε παραδώσει στη Γραμματέα, και ότι στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων ανακοίνωσε στον ίδιο (το Δ. Κ.) και στους κατηγορουμένους ότι ο Πρόεδρος του δικαστηρίου του κατέστησε σαφές ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις αυτές, ούτε αποδείχθηκε επίσης ότι στις 18-2-2000 πήγε και αυτός στα Δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, αφού, όπως προεκτέθηκε εκεί μετέβησαν μόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, δικηγόρος και αυτός, που παρίστατο στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 17-2-2000 για να εκπροσωπήσει πελάτισσα του με πολύ μεταγενέστερο αριθμό πινακίου, δηλαδή αριθμό 85 έναντι αριθμού 6 που είχε η αγωγή του Δ. Κ. κατά του δευτέρου κατηγορουμένου, υπέδειξε στον τελευταίο να γράψουν προτάσεις και να κατατεθούν εκείνη τη στιγμή από τον πολιτικώς ενάγοντα, πράγμα το οποίο και έγινε κατά τους ισχυρισμούς του. Άλλωστε δεν υπήρχε και λόγος προς τούτο, αφού ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε προετοιμάσει ήδη από την προηγουμένη πρόχειρες ιδιόγραφες προτάσεις με υπογραφή από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του και ήδη πολιτικώς ενάγοντα, και κατάφερε, όπως εκτέθηκε παραπάνω, να τις "καταθέσει" στην έδρα. Θα πρέπει μάλιστα να επισημανθεί ότι αντίκειται στην κοινή λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας η άποψη που υποστήριξαν ο θανών Δ. Κ. και ο πρώτος κατηγορούμενος στις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της αρμόδιας Πταισματοδίκη Αθηνών σχετικά με τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο δεύτερος κατηγορούμενος "κατέθεσε" τις προτάσεις του ως εναγόμενος στην εναντίον του αγωγή του Δ. Κ.. Πράγματι, δεν είναι εύλογα και αντίκεινται στη βάσανο της λογικής τα υποστηριζόμενα εκ μέρους τους, ότι δηλαδή ενώ μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της υποθέσεως, που υπέβαλε ο δεύτερος κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο τελευταίος αποχώρησε από την αίθουσα, φωνάζοντας εις επήκοον όλων "παραιτούμαι", και ο δεύτερος κατηγορούμενος ζητούσε από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου να κρατήσει για λίγο την υπόθεση για να εξεύρει άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο, παρόλα αυτά αυτός ο ίδιος, ο μέχρι τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του, που είχε παραιτηθεί της εντολής του να τον εκπροσωπεί, φαίνεται κατά τους ισχυρισμούς τους να επέστρεψε μετανοημένος μετά από ολίγα λεπτά στην αίθουσα συνεδριάσεως, υπέγραψε τις προτάσεις που είχε γράψει στο μεταξύ με το χέρι του ο δεύτερος κατηγορούμενος σε λευκές κόλλες χαρτί που του χορήγησε ο πρώτος κατηγορούμενος και πλησίασε τέλος την έδρα, όπου και τις παρέδωσε στη Γραμματέα του δικαστηρίου, παρόλο που ο Πρόεδρος του δικαστηρίου δεν τις δέχθηκε. Αντιθέτως, είναι πολύ περισσότερο εύλογη η σειρά των γεγονότων, όπως την εξέθεσε στην ανωμοτί κατάθεση του ο πολιτικώς ενάγων και είχε επιβεβαιώσει με την ένορκη κατάθεση του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο δικηγόρος Δ. Κ., ότι δηλαδή μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε για λογαριασμό του εντολέα του (δευτέρου κατηγορουμένου) ο πολιτικώς ενάγων, αποχώρησε αυτός από την αίθουσα του δικαστηρίου, αφού δεν είχε εντολή για συζήτηση της υποθέσεως στην ουσία της, τα όσα δε συνέβησαν στη συνέχεια με αντικείμενο την προσπάθεια να κατατεθούν προτάσεις επί της έδρας, ώστε να φανεί ότι η υπόθεση συζητήθηκε κατ' αντιμωλία, έλαβαν χώρα αποκλειστικά και μόνο με πρωτοβουλία του δευτέρου κατηγορουμένου και χωρίς τη σύμπραξη του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Η κρίση αυτή της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος συνήθιζε να γράφει μόνος του τις προτάσεις σε όλες σχεδόν τις υποθέσεις του, ενόψει του ότι υπήρξε κατά το παρελθόν δικαστής των διοικητικών δικαστηρίων, και ο πολιτικώς ενάγων περιοριζόταν να τις υπογράφει, εξακολούθησε δ' αυτός να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του και μετά το περιστατικό της 17-2-2000 και μέχρι τη συνταξιοδότηση του, και μόνο πολύ αργότερα, όταν διενεργείτο σχετική προανάκριση με αφορμή τις αναφορές του Δ. Κ. και της Α. Ψ., υποβλήθηκαν εκατέρωθεν μηνύσεις. Εξάλλου, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από την ασαφή και αόριστη κατάθεση της μάρτυρα Ε. Κ., πελάτισσας του πρώτου κατηγορουμένου, που κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "είδα τον πρώτο κατηγορούμενο να δίνει δυο-τρεις κόλλες χαρτί σε δύο κυρίους που έμοιαζαν μεταξύ τους και αυτός άρχισε να γράφει ...", κάτι που δεν μπορεί βεβαίως να ανατρέψει, αλλά ούτε και να κλονίσει τα όσα έγινα δεκτά παραπάνω. Τέλος, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά τη δικάσιμο της 3-3-2003, όταν δικαζόταν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων προμήθευσε ατομικά του έγγραφα, που τα είχε αφαιρέσει από το γραφείο του στην οδό ... αρ. 84 στις 18-5-2002 ο Κ. Κ., ο οποίος και εξετάσθηκε ως μάρτυρας τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και απέκρουσε μετά βδελυγμίας την κατηγορία αυτή του δευτέρου κατηγορουμένου. Συνακόλουθα όλων αυτών πλήρως αποδείχθηκε κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο ότι όσα αντίθετα περιστατικά κατέθεσαν ενόρκως, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκη του 7ου Προανακριτικού Τμήματος Αθηνών στις 26-2-2004 ο Δ. Κ., που έχει ήδη αποβιώσει, και ο πρώτος κατηγορούμενος, σε σχέση με εκείνα που εκτέθηκε παραπάνω ότι πλήρως αποδείχθηκαν αναφορικά με την εκδίκαση της αγωγής του δικηγόρου Δ. Κ. κατά του δευτέρου κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 17-2-2000, ήσαν εντελώς ψευδή και προέβησαν αυτοί στην εν λόγω πράξη τους, γνωρίζοντας ότι καταθέτουν ψευδή, ωθήθηκαν δε στην πράξη τους αυτή με πειθώ και φορτικότητα από το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος, θέλοντας να υποστηρίξει τις μηνύσεις που είχε υποβάλει κατά του πρώην πληρεξουσίου του δικηγόρου, έπεισε αφενός μεν τον αδελφό του, αφετέρου δε το δικηγόρο που τον είχε πλησιάσει κατά την πιο πάνω ημερομηνία στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του είχε δώσει την επαγγελματική του κάρτα, να καταθέσουν τα ψευδή, όπως αυτά αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό. Συνακόλουθα όλως αυτών πρέπει οι κατηγορούμενοι, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, να κηρυχθούν ένοχοι, ο μεν πρώτος ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην ψευδορκία τόσο του αποβιώσαντος Δ. Κ., όσο και αυτή του πρώτου κατηγορουμένου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Ακολούθως το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα (Β. Σ.) για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή, κατά το ενδιαφέρον μέρος, αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 224 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά, και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του προδιαληφθέντος εγκλήματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, κατά το οικείο μέρος τους, σχετικοί λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, πιο πάνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος, που με αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης της επιβαλλόμενης, κατά τα παραπάνω, αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώριση στα πρακτικά κάθε δηλώσεως των εξεταζομένων ή αυτών που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν αντίκειται στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής αποφάσεως και μόνο μαζί με αυτήν. Κατά δε την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 141 του ΚΠΔ, τα πρακτικά τηρούνται συνοπτικά και πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από το δικαστήριο την καταχώριση στα πρακτικά δήλωσής του, από την οποία εξαρτά συμφέρον και αυτό αρνήθηκε ή απέρριψε παρά το νόμο σχετικό του αίτημα. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', κατά τον οποίο επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, γιατί δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι ο αναιρεσείων ζήτησε ν' αναγνωσθεί το από 26.11.2007 έγγραφο του Γ. Φ., καθώς και ότι κατά την απολογία του ανέγνωσε την από 17.12.2007 κατάθεση του Δ. Κ., χωρίς περαιτέρω ισχυρισμό, ότι ζητήθηκε η καταχώριση των προδιαληφθέντων από το διευθύνοντα τη συζήτηση και περαιτέρω, ότι το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε, δεν απάντησε ή αρνήθηκε αδικαιολογήτως ν' απαντήσει, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η προδιαληφθείσα αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επειδή, εξάλλου, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14 Απριλίου 2011, αίτηση του Α. Μ.- Κ. του Κ., κατοίκου ..., καθώς και την, από 15 Ιουλίου 2011, αίτηση του Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., μετά των από 15.11.2011, προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 1022/2011 απόφασής του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία. Από τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης η μία απορρίπτεται, ως ανυποστήρικτη, ως εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. Της άλλης, ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (έλλειψη ακρόασης) είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος, που με αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση των δικαστηρίων της ουσίας είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.
|
Ψευδορκία
|
Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδορκία.
| 0
|
Αριθμός 123/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Χ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαούνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.33056/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28 Σεπτεμβρίου 2011 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α)από 7-2-2011 με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Χ. και β)οι με το από 28-9-2011, που κατατέθηκαν νόμιμα στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, με ξεχωριστό δικόγραφο του αυτού κατηγορουμένου, πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμ. 33056/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Μετά την κατάργηση, με το άρθρο 3 του ν. 1401/1983, της παρ. 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978, που καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικά οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, ευθύνονται πλέον, σύμφωνα με την ισχύουσα παρ. 1 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια κλπ και τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης" του καταστήματος, εργοστασίου κλπ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 παρ.12 του αυτού Αγορανομικού Κώδικα, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές, οι μη συμμορφούμενοι με τις υπό της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας εκδιδόμενες οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα και ποτά που προσφέρονται προς κατανάλωση, όπως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρησή τους προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Εάν δε η παράβαση αυτή, όπως και εκείνες, που προβλέπονται υπό των άρθρων 31 και 32 του αυτού Κώδικα, τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή (άρθρο 33 Αγορ. Κώδικα). Εξάλλου, στο άρθρο 11 παρ.3 εδ. Ι και
ΙΙα του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΥΑ 1100/1987, όπως ισχύει) ορίζονται τα εξής. "Οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στην επισήμανση των τροφίμων, με τους όρους και με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο εδ. γ' της παρ. αυτής και στις παραγράφους 4 έως 13 είναι: i) Η ονομασία πώλησης ii) ο κατάλογος των συστατικών ...". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικό που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσ/νίκης με την προσβαλλομένη 33056/2010 απόφαση του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα στο ίδιο κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν, σε σχέση με τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα (και για την πράξη που κρίθηκε ένοχος), τα ακόλουθα περιστατικά: "Στη Θεσσαλονίκη στις 8-10-2007 ως νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης "Γ. Α.Ε..", που βρίσκεται στην οδό Λ. Κηφισιάς 130 στην Αθήνα, δε συμμορφώθηκε με τις γνωμοδοτήσεις και τις αποφάσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα στη κατανάλωση τρόφιμα και ποτά ως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και συντήρηση αυτών για φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών. Συγκεκριμένα με την ως άνω ιδιότητα του έθεσε στην κατανάλωση ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΡΕΜΑ ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΒΑΝΙΛΙΑ. Δείγμα από το παραπάνω προϊόν πάρθηκε από το Σ/Μ "ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΑΣΟΥΤΗΣ", που βρίσκεται στη Ν. Κρήνη. Το δείγμα εξετάστηκε από τη Χημική Υπηρεσία Καβάλας και το ΑΧΣ και βρέθηκε ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ διότι: α)περιέχει κρέμα γάλακτος και το πρόσθετο καραγεννάνη των οποίων η χρήση δεν επιτρέπεται στην "κρέμα" β) η ονομασία πώλησης περιείχε τον όρο "παραδοσιακή" η οποία οδηγεί σε πλάνη τον καταναλωτή ως προς τον τρόπο παρασκευής του γ) επί της συσκευασίας αναγράφετο ως ονομασία πώλησης και η ονομασία "επιδόρπιο γάλακτος" που οδηγεί σε πλάνη τον καταναλωτή ως προς την ταυτότητα του προϊόντος. Επίσης επί της συσκευασίας αναγράφετο η ένδειξη "χωρίς συντηρητικά" υπονοώντας ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενώ αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά έχουν όλα τα παρόμοια τρόφιμα, οδηγώντας σε πλάνη το καταναλωτικό κοινό, δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η χρήση συντηρητικών". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, του ότι στις 8-10-2007 στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α.Ε.", με πρόθεση τέλεσε την περιγραφόμενη σε αυτό και στο σκεπτικό πιο πάνω αξιόποινη πράξη και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως 30 ημερών, την οποία ανέστειλε επί μια τριετία και συνεπώς επιτρεπτώς ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής αναίρεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ.1α και 489 παρ.1β ΚΠΔ). Η ανωτέρω αιτιολογία δεν είναι από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη. Διότι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτά την αιτιολογία, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, μία από τις προεκτεθείσες ιδιότητες (κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντή ή επόπτη αυτής). Μόνη η αναφερόμενη ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου, της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας δεν μπορεί να θεμελιώσει ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος για την παραπάνω αγορανομική παράβαση. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός δεύτερος από το δικόγραφο των προσθέτων, λόγος αναίρεσης και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 33056/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορανομική παράβαση – Αναιρεί. Μετά την κατάργηση με άρθρο 3 του Ν. 1401/1983 της παρ. 2 του άρθρου 36 του Αγορ/κου Κώδικα (ΝΔ 136/1946), που καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικά οριζομένων ως αγορ/κως υπευθύνων των επιχειρήσεων, ευθύνονται πλέον για κάθε αγορ/κή παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα ως αυτουργοί «ο κύριος της επιχειρήσεως ο διευθυντής και ο επόπτης» της επιχειρήσεως κλπ και όχι ο εκπρόσωπος της ΑΕ – παράβαση άρθρου 35 Αγ/κου Κώδικα και 11 του ΚΤΠ- η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στερείται της νόμιμης αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρεται αν ο κατηγορούμενος είχε κάποια από τις ανωτέρω ιδιότητες – Δέχεται αναίρεση.
|
Αναιρέσεως παραδοχή
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
Αριθμός 121/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κατσούλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 210/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 459/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και, κατά τη διάταξη του άρ. 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση για τον πλοίαρχο ελληνικού φορτηγού πλοίου καθορίζεται με το Β.Δ. 806/1970, με θέμα: "Κανονισμός εργασίας επί ελλ.φορτηγ.πλοίων 800 κ. και άνω", το οποίο, στο άρθρο 4 με τον τίτλο "περί του πλοιάρχου" και στο ειδικότερο κεφάλαιο "εξουσία και ευθύνη εν γένει", ορίζει τα ακόλουθα: "1. Ο πλοίαρχος είναι ο κυβερνήτης και διοικητής του πλοίου. 2. Έχει εξουσίαν επί παντός επιβαίνοντος. 3. Είναι υπεύθυνος δια την καλήν διοίκησιν και την ασφάλειαν του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου ως και δια την εν αυτώ ευταξίαν, δικαιούμενος χάριν της ασφαλείας τούτων ή εν περιπτώσει ανάγκης, όπως, εν παντί χρόνω, διάταξη και επιβάλη παν ό,τι η ναυτική τέχνη, η ειδική αυτού πείρα και οι νόμοι και οι κανονισμοί επιβάλλουν, δυνάμενος, εφ' όσον κρίνει τούτο αναγκαίον, να ζητήση την γνώμην του Α' μηχανικού και του Υποπλοιάρχου. Η ενάσκησις της εξουσίας ταύτης απόκειται εις την απόλυτον κρίσιν του πλοιάρχου υποχρέου εις λογοδοσίαν και κατάχρησιν εξουσίας μόνον ενώπιον των αρμοδίων Αρχών. 4. Είναι υπεύθυνος απέναντι του Κράτους δια την καλήν και ακριβή τήρησιν των περί εμπορικής ναυτιλίας διατάξεων και δια την εκτέλεσιν των διαταγών των αρμοδίων Αρχών, απέναντι δε του πλοιοκτήτου και παντός ενδιαφερομένου δια παν ό,τι γίνεται εν τω πλοίω και αφορά τα συμφέροντα αυτών. 5. Οφείλει να εξασφαλίζη την τήρησιν των νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών και την εκτέλεσιν των διαταγών των αρμοδίων ημεδαπών και αλλοδαπών Αρχών και των διαταγών του, μη καλυπτόμενος δια των ευθυνών τας οποίας υπέρχουν απέναντι αυτού οι υφιστάμενοι του, υπέχων ευθύνην εάν παράλειψη να δώση τας επιβαλλόμενος εις εκάστην περίπτωσιν διαταγάς." Εξάλλου, με το άρθρο 25 του Ν. 2224/1994, που έχει τίτλο "ποινικές κυρώσεις" στην παράγραφο 1 αυτού, ορίζονται τα εξής: "Κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή". Τέλος, περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι από τους "Κανονισμούς εργασίας επί εμπορικών πλοίων" με τους οποίους ρυθμίζονται με κάθε λεπτομέρεια τα υπηρεσιακά καθήκοντα των εργαζομένων στα πλοία (ώστε κάθε παράβαση αυτών να αποτελεί τουλάχιστον, πειθαρχικό παράπτωμα- τέτοιο δε "κανονισμό" αποτελεί το Β.Δ. της 30.11/16.12.1970), δεν προκύπτει καμιά παράβαση ή παράλειψη τήρησης κανόνα ασφαλείας επί του πλοίου, από αυτόν (πλοίαρχο) είτε από υφιστάμενό του, που να συνετέλεσε, έστω και εμμέσως, στο συμβάν της παροχής της συγκεκριμένης λάμπας-μπαλαντέζας φωτισμού στον παθόντα ναυτικό, με συνέπεια την επελθούσα σωματική του βλάβη, από την αναφερόμενη ηλεκτρική διαρροή. Ότι η εργασία, που ο παθών εξετέλεσε στο πλοίο, ήταν στον απόλυτο τομέα αρμοδιότητας του Α' μηχανικού, αφού η ευθύνη για τη λήψη των εκάστοτε ενδεικνυόμενων μέτρων φωτισμού και ασφάλειας είναι, από το νόμο, ανατεθειμένη στον Α' Μηχανικό, το γεγονός δε ότι ο Πλοίαρχος είναι ο κυβερνήτης και διοικητής του πλοίου και ο γενικός υπεύθυνος για την ασφάλεια του πλοίου, ουδόλως συνεπάγεται την ποινική ευθύνη αυτού (πλοιάρχου), για την πιθανώς αμελή συμπεριφορά του Α' Μηχανικού. Και ότι για τον άνω παθόντα ναυτικό, εργαζόμενο στο πλοίο, εσφαλμένα και παρά το νόμο αποδόθηκε στον Πλοίαρχο (αναιρεσείοντα) ευθύνη για σωματική του βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο (ΠΚ 315 παρ.1) και παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994 και για το λόγο αυτό, πρέπει, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ώστε να απαλλαγεί αυτός, ως Πλοίαρχος του πλοίου, από κάθε κατηγορία. Όπως προκύπτει από το εφαρμοζόμενο στην παρούσα περίπτωση, Β.Δ. 806/1920, με θέμα "Κανονισμός εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων, 800 κ. και άνω" για τις αρμοδιότητες και ευθύνη του Α' Μηχανικού ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 66 παρ.1 : "Ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος διά την συντήρηση και καλήν λειτουργίαν των κινητηρίων μηχανών, των βοηθητικών μηχανημάτων, των λεβήτων και λοιπών μέσων παραγωγής της προσωπικής δυνάμεως, ψυκτικών μηχανών και των λοιπών εγκαταστάσεων εντός του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου και υπέρ και υπ' αυτά, του μηχανισμού πηδαλίου και πάσης εν γένει μηχανικής και ηλεκτρικής εγκαταστάσεως ευρισκομένης οπουδήποτε του πλοίου, των παντός είδους σωληνώσεων και στεγανών θυρών του πλοίου, των εξαρτημάτων, τεμαχίων και αμοιβών εν γένει αυτών, εξαιρέσει των ραδιοτηλεγραφιών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, υποχρεούμενος να έχει πάντα ταύτα εις κατάστασιν αμέσου και ασφαλούς λειτουργίας." Με το άρθρο 68 παρ.1, εκτός άλλων, έχει καθήκοντα να: "... γ)Εξετάζει τα εργαλεία τα αναγκαίουντα διά την εκτέλεσιν πάσης φύσεως εργασίας δυναμένης να εκτελεσθή εν τω πλοίω διά του προσωπικού μηχανής". Τέλος, με το άρθρο 77, με τον τίτλο "ευθύνη για το προσωπικό της μηχανής", εκτός άλλων, με την παρ.3 "Ευθύνεται διά την ληψίν των εκάστοτε ενδεικνυομένων μέτρων αερισμού, φωτισμού και ασφαλείας εν γένει της εργασίας εις τρόπον ώστε οι κατά την διάρκειαν της ημέρας ή της νυκτός εργαζόμενοι να προφυλλάσσωνται πλήρως εκ παντός κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εκ δηλητηριωδών αερίων ως και εκ θραύσεως, εμπλοκής, αποσυνδεσεως ή πλημμελούς εν γένει λειτουργίας των μηχανών, μηχανημάτων και εξαρτημάτων της δικαιοδοσίας του." Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 210/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994 από αμέλεια και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Τ. την 19-7-2004 υπηρετούσε ως πλοίαρχος στο Δεξαμενόπλοιο (Δ/Ξ) Σ... με αριθμό νηολογίου Πειραιά ..., που ανήκει στην εταιρία με την επωνυμία "ELESTON CORPORATION" η οποία κατά τον ίδιο χρόνο εκπροσωπούνταν από το μη διάδικο στην παρούσα δίκη δεύτερο κατηγορούμενο Β. Χ.. Στο ανωτέρω πλοίο εργαζόταν και ο υπήκοος Φιλιππίνων S. E. με την ειδικότητα του καθαριστή. Την 19-7-2004, ενώ το Δ/Ξ Σ... έπλεε από Λιβύη με προορισμό το λιμάνι Immingham της Μ. Βρετανίας ο πρώτος μηχανικός του πλοίου Ι. Β. έδωσε εντολή στον S. E. και στο μηχανοδηγό Μ. Φ. να καθαρίσουν μία μικρή δεξαμενή (τάγγι) του πλοίου από υπολείμματα λαδιού. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο S. E. κατέβηκε στη δεξαμενή διαμέσου ανθρωποθυρίδας και από το άνοιγμα της ο μηχανοδηγός Β' Μ. Φ. κρέμασε μία μπαλαντέζα με λαμπτήρα, για να φωτίζεται το εσωτερικό της δεξαμενής, το δάπεδο της οποίας θα; καθάριζε ο πρώτος. Προτού απομακρυνθεί ο Μ. Φ., άκουσε τον S. E. να φωνάζει και να του ζητά να απομακρύνει την αναμμένη μπαλαντέζα, πράγμα που έκανε. Τις φωνές του S. E. άκουσε και ο Μηχανικός Β' του πλοίου Ι. Λ., που προσέτρεξε ρωτώντας τον "τι συνέβη" και εκείνος απάντησε "... δεν θέλω την μπαλαντέζα, δώσε μου καλύτερα ένα φακό" και ότι "με χτύπησε ρεύμα, δώσε μου καλύτερα ένα φακό να συνεχίσω". Όμως αν και ο S. E. εφοδιάστηκε με φακό, δεν παρέμεινε στη δεξαμενή, διότι ο Μηχανικός Β Ί. Λ. ζήτησε από αυτόν να εξέλθει απ' αυτήν. Ευθύς μετά την έξοδο του ο S. E. άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του, εμφάνισε σπασμούς στα άνω και κάτω άκρα του σώματός του και τελικά έχασε τις αισθήσεις του. Αμέσως παρασχέθηκαν σ' αυτόν οι πρώτες βοήθειες στο ιατρείο του πλοίου και ακολούθως αναλήφθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο ενέργειες για την παροχή ιατρικής βοήθειας στη ξηρά. Συγκεκριμένα επικοινώνησε με τον Ερυθρό Σταυρό για την παροχή ιατρικών βοηθειών στον παθόντα και κατόπιν συνεννοήσεων της πλοιοκτήτριας εταιρίας μεταφέρθηκε ο παθών ναυτικός αυθημερόν με γαλλικό ελικόπτερο του Ναυτικού στο Νοσοκομείο De la Cavalle Banche στο Brest Γαλλίας για νοσηλεία. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 93.18/1497/19-7-2004 ιατρική έκθεση του ιατρού Ζ.-Z. P. "Ο ανωτέρω ναυτικός καθάριζε μία δεξαμενή και καθ' όν χρόνο κρατούσε έναν φακό και ερευνούσε το μέρος υπέστη ένα παρατεταμένο ηλεκτρικό σοκ λόγω βραχυκυκλώματος. Κατ' αρχάς ο ναυτικός έχασε τις αισθήσεις του και μετά ταύτα παρέμεινε σε λιποθυμική κατάσταση. Τα άλλα μέλη το πληρώματος του χορήγησαν οξυγόνο και εκτέλεσαν μαλάξεις στην καρδιά...Οι εξετάσεις έδειξαν μυϊκή βλάβη ενδεικτική ηλεκτρικού σοκ ...". Στο ως άνω νοσοκομείο ο παθών ναυτικός νοσηλεύθηκε αρχικά από τις 19-7-2004 έως τις 20-7-2004, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 20-7-2004 πρακτικό νοσηλείας "για επιτήρηση μετά από ηλεκτροπληξία από ηλεκτρικό τόξο με αρχή απώλεια αισθήσεων" και ειδικότερα "ως θύμα ηλεκτροπληξίας από ηλεκτρικό τόξο (220 Volts) στις 19-7-2004", αμέσως δε μετά από τις 20-7-2004 έως τις 21-7-2004, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 21-7-2004 έγγραφο της καρδιολογικής κλινικής του εν λόγω νοσοκομείου "για τη συνέχιση παρακολούθησης για ηλεκτροπληξία από ηλεκτρικό τόξο με αρχική απώλεια αισθήσεων και παύση αναπνοής, για την οποία χρειάσθηκε σύντομη ανάνηψη".
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο παθών ναυτικός υπέστη ηλεκτροπληξία και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι αυτός υπέστη κλειστοφοβικό σοκ είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η ηλεκτροπληξία οφείλεται στη δημιουργία ηλεκτρικού τόξου (220 Volts), που προήλθε από την επαφή του παθόντος με ακατάλληλη με συσκευή (λάμπα με μπαλαντέζα), που είχε ισχύ μεγαλύτερη των 24 Volts σε συνδυασμό με τις επικρατούσες στη δεξαμενή συνθήκες (υγρασία, έλλειψη αέρα). Τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία "δόθηκαν εντολές να χρησιμοποιούνται μπαλαντέζες ισχύος 24 Volts". Στο ατύχημα του παθόντος αποδείχθηκε ότι δεν συνετέλεσε έλλειψη ατομικού εξοπλισμού από μέρους του παθόντος, με ευθύνη του πλοιάρχου του πλοίου, δηλαδή με γάντια και ειδική στολή, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο παθών ήταν εφοδιασμένος με τον εξοπλισμό αυτό, που είχε διαθέσει σ' αυτόν το πλοίο, για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Το ατύχημα του παθόντος δεν θα είχε συμβεί αν ο πρώτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του πλοιάρχου του πλοίου, είχε μεριμνήσει για τη χορήγηση στον παθόντα καθαριστή κατάλληλης συσκευής φωτισμού για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Όμως, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που ο πρώτος κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις και ήταν υπόχρεος λόγω της ιδιότητας του ως κυβερνήτη και διοικητή του πλοίου, δεν μερίμνησε για τη χορήγηση στον παθόντα ασφαλούς μέσου φωτισμού, ώστε να αποφευχθεί περίπτωση ηλεκτροπληξίας κατά την εκτέλεση της εργασίας του και χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους εφοδίασαν τον καθαριστή του πλοίου S. E. με ακατάλληλη συσκευή φωτισμού, με συνέπεια να υποστεί ηλεκτροπληξία και να επέλθει σ' αυτόν σωματική βλάβη, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος δεν προέβλεψε. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν ευθύνεται για το ατύχημα του παθόντος, για το λόγο ότι την ευθύνη στο μηχανοστάσιο έχει ο μηχανικός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, διότι, πέραν της κατ'άρθρο 77 παρ. 3 του Β.Δ. 806/1970 ευθύνης του Α' Μηχανικού, υφίσταται κατ'άρθρο 4 παρ. 3 του ίδιου Β.Δ/τος ευθύνη του πλοιάρχου ως κυβερνήτη και διοικητή του πλοίου ευθύνη αυτού για την ασφάλεια των επιβαινόντων, "δικαιούμενος(ου) χάριν της ασφαλείας τούτων ή εν περιπτώσει ανάγκης, όπως εν παντί χρόνω διατάξη και επιβάλη παν ό,τι η ναυτική τέχνη, η ειδική αυτού πείρα και οι νόμοι και οι κανονισμοί επιβάλλουν, δυνάμενος εφ'όσον κρίνει τούτο αναγκαίον, να ζητήση την γνώμην του Α' μηχανικού και του Υποπλοιάρχου" (εδάφ. α'), κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου "Οφείλει να εξασφαλίζει την τήρησιν των νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών και την εκτέλεσιν των διαταγών των αρμοδίων ημεδαπών και αλλοδαπών Αρχών και των διαταγών του, μη καλυπτόμενος δια των ευθυνών τας οποίας υπέχουν απέναντι αυτού οι υφιστάμενοί του, υπέχων ευθύνην εάν παράλειψη να δώση τας επιβαλλόμενας εις εκάστην περίπτωσιν διαταγάς", δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση να εφοδιαστεί ο παθών με την κατάλληλη συσκευή φωτισμού. Επομένως πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων, που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, δηλαδή της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 2224/1994 από αμέλεια". Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα, του ότι: "Στον Πειραιά, στις 19-7-2004, όντας υπόχρεος εκ του επαγγέλματος του, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, προξένησε σωματική κάκωση σ' άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και πιο συγκεκριμένα, όντας αυτός πλοίαρχος του Δ\Ξ Σ... νηολογίου Πειραιά, που ανήκε στην κυριότητα της πλοιοκτήτριας εταιρίας "ΕLETSON CORPORATION", δεν χορήγησε από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις συνθήκες εργασίας εν προκειμένω, αφού ο παθών εργαζόταν ως καθαριστής στο ανωτέρω πλοίο, το οποίο βρισκόταν εν πλω από Λιβύη για το λιμάνι Ιmmingham Μ. Βρετανίας, και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο εκτελούσε εργασίες καθαρισμού υπολειμμάτων λαδιού εντός μικρής δεξαμενής, κατάλληλο μηχανολογικό εξοπλισμό, δηλαδή ασφαλή συσκευή φωτισμού (λάμπα με μπαλαντέζα ισχύος 24 Volts), ώστε να αποφευχθεί ο τραυματισμός του ένεκα ηλεκτροπληξίας από ηλεκτρικό τόξο, αλλά εφοδίασε αυτόν με συσκευή φωτισμού ισχύος περισσότερων Volts, με συνέπεια να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο και να χάσει τις αισθήσεις του, να παύσει η αναπνοή του για μερικά λεπτά και να μην μπορεί να κινήσει τα τέσσερα μέλη του για χρονικό διάστημα 2-3 ωρών. " Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του αφενός, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 94 παρ.1, 314 παρ.1α, 315 παρ.1 ΠΚ 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994 και 4 του Β.Δ. 806/1970, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως : α)όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής και αυτής του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994 για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε και δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, β)την αμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία είναι όπως κρίθηκε από το δικάσαν Εφετείο, μη συνειδητή, γ)τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία, που αποτελούν τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αποτελέσματος του τραυματισμού του παθόντος εργαζομένου ναυτικού και δ)προσδιορίζεται η ποινή της υποχρέωσης του κατηγορουμένου προς αποτροπή του αποτελέσματος της σωματικής κάκωσης, προσδιορίζεται δε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η υποχρέωσή του αυτή. Συγκεκριμένα, ως προς την αιτίαση αυτή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των σχετικών με τις υποχρεώσεις των πλοιάρχων για τη λήψη μέτρων ασφαλείας επί των φορτηγών πλοίων, για να αποτρέπονται τραυματισμοί και ατυχήματα, ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 4 του Β.Δ. 806/1970, δεχθέν ότι ανεξάρτητα από την ευθύνη του Α' μηχανικού για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση εργασιών στο μηχανοστάσιο του πλοίου, ευθύνη που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 77 του αυτού Β.Δ., υπάρχει παράλληλη ευθύνη και του πλοιάρχου του πλοίου, ο οποίος δικαιούται για την ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων να διατάξει και να επιβάλλει τη λήψη όλων εκείνων των μέτρων, τα οποία επιβάλλουν η ναυτική τέχνη η εμπειρία, οι νόμοι και οι κανονισμοί. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το μεν η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας το δε της εσφαλμένης ερμηνεία και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδεκτώς η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2011 (υπ'αριθμ.πρωτ.20/16-2-2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς) αίτηση του Γ. Τ. του Π. για αναίρεση της με αριθμό 210/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 2224/1994 από αμέλεια – αμέλεια με συνδρομή των όρων της ΠΚ 15 – για τη μη αποτροπή ορισμένου αποτελέσματος από τον υπόχρεο, απαιτείται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, η οποία μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος – ανεξάρτητα από την ευθύνη του Α' Μηχανικού για τη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών στο μηχανοστάσιο του πλοίου κατ’ άρθρο 77 του Δ 806/1970, που αποτελεί «Κανονισμό εργασίας επί ελλ. φορτηγών πλοίων», υπάρχει παράλληλη ευθύνη και του πλοιάρχου του πλοίου, ο οποίος κατ’ άρθρο 4 του αυτού ΒΔ/τος δικαιούται για την ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων να διατάξει και να επιβάλλει τη λήψη όλων εκείνων των μέτρων, τα οποία επιβάλουν η ναυτική τέχνη, εμπειρία, οι νόμοι και οι κανονισμοί. Αβάσιμος ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και νόμιμη η καταδίκη του για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 2224/1994 του αναιρεσείοντος πλοιάρχου, λόγω παράλληλης ευθύνης και αυτού προς τον Α΄ Μηχανικό. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, Νόμος δυσμενέστερος.
| 2
|
Αριθμός 121/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Χ. Φ., κατοίκου ... και 2) Κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (ΜΑΡΦΙΝ ΠΟΠΙΟΥΛΑΡ ΜΠΑΝΚ ΠΑΜΠΛΙΚ ΚΟ ΛΤΔ), που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name) / διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη, με αριθμό 5783Γ'/26-11-2010, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης, από 13-1-2009, αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την, αρχικώς ορισθείσα, δικάσιμο της 1-2-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, με την τήρηση της διατυπώσεως του άρθρου 143 § 3 ΚΠολΔ, αφού η επίδοση έγινε προς τον Σωτήριο Καλαμίτση, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και κατά νόμον αντικλήτου της, ως έχοντος υπογράψει το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου, κατά την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευση της, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α'- δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα παρακάτω: Η ενάγουσα Ε. Κ. προσελήφθη ως υπάλληλος στις 17-3-1981 από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία σύμφωνα με τον οργανισμό Υπηρεσίας Προσωπικού, που υπεγράφη μεταξύ της Διοίκησης της Τράπεζας και του εργατικού σωματείου του προσωπικού της, έληγε με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Στη συνέχεια το 1999 η αρχική εργοδότρια της ενάγουσας απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από τη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, η οποία υπεισήλθε ως καθολική (οιονεί) διάδοχος της αρχικής εργοδότριας σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την πιο πάνω αρχική της εργοδότρια. Η ενάγουσα την 19-1-2004 υπηρετούσε ως Τμηματάρχης Β', βαθμό τον οποίο κατείχε με VALEUR από 1-7-1990, σε θέση ευθύνης, δηλαδή της Προϊσταμένης του Τμήματος Υποστηρίξεων Εργασιών, με δικαίωμα Β' υπογραφής, στο κατάστημα Αθηνών, οδός .... Η εργασία της σχέσης διέπεται από τον Οργανισμό Υπηρεσίας Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης. Με την από 12-1-2004 απόφαση της Διοικήσεως της δεύτερης εναγομένης, η ενάγουσα τοποθετήθηκε από 19-1-2004 στη διάθεση της Διεύθυνσης Εργασιών και Αναπτύξεως Δικτύου, στο κατάστημα Καλλιθέας Αθηνών, όπου δεν είχε αντικείμενο εργασίας και "ανακλήθηκε" το δικαίωμα Β' υπογραφής. Αιτία αυτής της τοποθετήσεως της ενάγουσας ήταν η εμπλοκή της στην υπόθεση πληρωμής πλαστής τραπεζικής επιταγής σε διαταγή ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΕΥ (θυγατρική της δεύτερης εναγομένης), ποσού 1.475.000 ευρώ, με ζημία τελικώς ποσού 1.130.000 ευρώ της δεύτερης εναγομένης. Ειδικότερα την 9-12-2003 εκδόθηκε από το κατάστημα ..., όπου η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, η υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης, υπογεγραμμένη από τη διευθύντρια του καταστήματος Α. Β. και τον υποδιευθυντή Β. Κ., σε διαταγή της θυγατρικής της εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΥ" ποσού 1.475.000ευρώ. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας εμφανίστηκε προς πληρωμή στο κατάστημα Περιστερίου της εναγομένης όμοια (μη γνήσια/πλαστή) επιταγή. Το κατάστημα Περιστερίου απηύθυνε προς τον Υποδιευθυντή του καταστήματος ... Β. Κ. τηλεφωνικώς το ερώτημα αν πράγματι εκδόθηκε η ως άνω επιταγή και ο Υποδιευθυντής απάντησε καταφατικά. Μετά την επιβεβαίωση περί εκδόσεως της ανωτέρω επιταγής, το κατάστημα Περιστερίου έστειλε στο κατάστημα ... τηλεομοιοτυπία της εν λόγω εμφανισθείσας επιταγής προς επιβεβαίωση των υπογραφών της εκδότριας δηλαδή της δεύτερης εναγομένης. Ο Υποδιευθυντής του Καταστήματος ... μονόγραψε την τηλεομοιοτυπία θέτοντας τη φράση, "καλώς έχει" και ζήτησε από την ενάγουσα, η οποία ήταν προϊσταμένη του Τμήματος Υποστήριξης Εργασιών, έχοντας δικαίωμα Β' υπογραφής, να την προσυπογράψει. Η ενάγουσα, αν και στο κατάστημα της ... υπήρχε σε αντίγραφο η γνήσια επιταγή, η οποία είχε, όπως προαναφέρθηκε, τις υπογραφές από τη Διευθύντρια (Α. Β.) και του Υποδιευθυντή (Β. Κ.), επιβεβαίωσε την έκδοση της πλαστής επιταγής, χωρίς να προβεί, όπως όφειλε, σε έλεγχο αντιπαραβολής του τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος, με το αντίγραφο της επιταγής, που είχε το κατάστημα ... και παρ' όλο που γνώριζε ότι η ίδια δεν είχε υπογράψει την έκδοση της επιταγής. Η προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρα 17 παρ. 1 και 2 εδ. γ και 1,16 παράγραφοι 2 και 3 Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης), για το οποίο κινήθηκε σε βάρος της ενάγουσας πειθαρχική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας κλήθηκε σε απολογία από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της δεύτερης εναγομένης. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της δεύτερης εναγομένης συγκροτήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 22 του "Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού" της με Πρόεδρο τη Διευθύντρια Διεύθυνσης Εργασιών και Ανάπτυξης Δικτύου, πρώτη εναγομένη, στην οποία ως προστηθείσα της ανέθεσε την υπηρεσία αυτή και μέλη τον Αναπληρωτή Δ/ντή Δ/νσης Υπ. Πιστώσεων και Εξ. Εμπορίου Θ. Αρβανιτόπουλο και τον εκπρόσωπο του ΣΠΕΤ Σ.Βουτσινά. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 8/12/2004, με το 17/2004 πρακτικό του επέβαλε στην ενάγουσα, κατά πλειοψηφία, την ποινή της οριστικής απόλυσης. Στη συνέχεια την 24-1-2005, μετά την άσκηση ενδίκου μέσου (έφεση), σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε την ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών, ενώ το Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Συμβούλιο γνωστοποίησε την 22-11-2005 στη δεύτερη εναγόμενη "συμβιβαστική πρόταση" και τελικά η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών δεν εκτελέσθηκε σε βάρος της ενάγουσας, λόγω συνταξιοδοτήσεως της, την 2-1-2006. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, κατά τη συνεδρίαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα ενήργησε "με υπερβολική ανευθυνότητα και επιπολαιότητα" εφόσον επιβεβαίωσε την πληρωμή της τραπεζικής επιταγής ύψους 1.475.000 ευρώ, αν και γνώριζε ότι η ίδια δεν την είχε υπογράψει. Περαιτέρω δε η πρώτη εναγομένη ανέφερε ότι η ενάγουσα επέδειξε βαρειά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της και εκτελώντας για μια ακόμη φορά στην καριέρα της πλημμελώς τα καθήκοντά της, όχι μόνο δεν προφύλαξε τους συναδέλφους της και τον εαυτό της αλλά οδήγησε την Τράπεζα σε ζημία ύψους 1.130.000 ευρώ και πρότεινε για τους λόγους αυτούς να επιβληθεί στην ενάγουσα η ποινή της οριστικής απόλυσης, με την πρόταση δε της προέδρου συμφώνησε και το μέλος Θ. Α.. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης χρήση για την ενάγουσα των απαξιωτικών γι' αυτή εκφράσεων "υπερβολική υπευθυνότητα (προφανώς το Εφετείο εννοεί ανευθυνότητα) και επιπολαιότητα", συνιστούν έκφραση γνώμης της πρώτης εναγομένης, που έγιναν κατά την εκτέλεση του νομικού καθήκοντος της, ως προέδρου του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, προκειμένου να δικαιολογήσει την κρίση της για την επιβολή στην ενάγουσα της βαρύτερης πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και δεν υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των παραπάνω καθηκόντων της, εφόσον ήταν απολύτως αναγκαία για την απόδοση της σκέψης της, µε δεδομένο το ποσό της τραπεζικής επιταγής (1.480.000 ευρώ), την επιβεβαίωση πληρωµής της, αν και γνώριζε η ενάγουσα ότι δεν την είχε υπογράψει, καθώς και ότι, κατά το παρελθόν, η ενάγουσα είχε τιµωρηθεί άλλες δύο φορές, πειθαρχικά, µε την ποινή της έγγραφης επίπληξης και τελεσίδικα µε την 2/16-6-2004 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συµβουλίου της πρώτης εναγομένης, µε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης 40 ηµερών, για πειθαρχικό παράπτωµα που σχετίζεται µε πλημμελή από την ενάγουσα έλεγχο επιταγής ποσού 30.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, κατά ουσιαστική παραδοχή του ισχυρισμού - ένστασης των εφεσιβλήτων εναγομένων, εκ των άρθρων 367 παρ. 1 γ και 2 Π.Κ. σε συνδυασµό µε το άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ., ότι όσα αναφέρονται από την πρώτη εναγομένη "περί υπερβολικής υπευθυνότητας (σημ. προδήλως υπονοεί ανευθυνότητας) και επιπολαιότητας" της ενάγουσας έγιναν κατά την εκτέλεση νοµικού καθήκοντος, χωρίς σκοπό εξύβρισης, που πρότειναν οι εναγόμενες, µε τις πρωτόδικες προτάσεις τους και παραδεκτά προτείνουν µε τις κατ' έφεση προτάσεις τους ως υπεράσπιση, κατά της από 5-6-2006 έφεση της ενάγουσας (άρθρα 527 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ.), αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και συνακόλουθα της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, εφόσον αυτή δεν ήταν παράνομη και υπαίτια. Αλυσιτελώς ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ο σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη προκύπτει και από το γεγονός ότι η τελευταία δεν χρησιμοποίησε τις ίδιες εκφράσεις "υπερβολική ανευθυνότητα και επιπολαιότητα", για τον επίσης διωκόμενο για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα Β. Κ. στον οποίο επιβλήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο η ποινή της οριστικής απόλυσης. Τούτο γιατί δεν ισχύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την αντίθετη έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της 421/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολο της. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361, 367 ΠΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και ειδικότερα η παράθεση επί πλέον στοιχείων για την επίδικη πλαστή επιταγή και το αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των νομίμων καθηκόντων της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η τελευταία, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως είναι αβάσιμοι και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι "αρκούσε να μου αποδώσει η πρώτη αναιρεσίβλητος βαρύτατη αμέλεια περί την άσκηση των καθηκόντων μου, ώστε συνεπικουρούντος και του στοιχείου της μεγάλης αξίας της επιταγής να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση της ... Ακριβώς όπως έπραξε η πρώτη αναιρεσίβλητος με τον έτερο συνδιωκόμενο κ. Κ., στον οποίο επέβαλε την ίδια πειθαρχική ποινή...", διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της, από το άρθρο 367 παρ.1γ και 2β ΠΚ, ένστασης των αναιρεσιβλήτων, με την επίκληση δε της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται, απαραδέκτως, η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, δίχως αυτός να έχει προταθεί και ειδικότερα ότι η ίδια δεν είχε δικαίωμα να επιβεβαιώσει επιταγή την οποία υπέγραψαν άλλοι. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋποθέσεως, διότι, στις παραδοχές της απόφασης περιέχεται η παραδοχή, ότι η ενάγουσα, αν και στο κατάστημα της ... υπήρχε σε αντίγραφο η γνήσια επιταγή, η οποία είχε τις υπογραφές από τη Διευθύντρια και τον Υποδιευθυντή, επιβεβαίωσε την έκδοση της πλαστής επιταγής, χωρίς να προβεί, όπως όφειλε, σε έλεγχο αντιπαραβολής του τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος, με το αντίγραφο της επιταγής, που είχε το κατάστημα ... και παρόλο που γνώριζε ότι η ίδια δεν είχε υπογράψει την έκδοση της επιταγής, δίχως όμως να περιέχεται σε αυτές και η παραδοχή, που επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Την 4.8.1982 υπεγράφη ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.) και σειράς τραπεζικών εταιρειών στην οποία περιλαμβανόταν και η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Με το άρθρο 21 της συμβάσεως αυτής ορίσθηκαν τα εξής: "Για όσες Τράπεζες δεν έχουν Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, προεδρευόμενο από Δικαστή, θεσπίζεται Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και έναν εκπρόσωπο της Ο.Τ.Ο.Ε., στο οποίο θα προσφεύγουν μέσα σ' ένα μήνα οι τιμωρούμενοι με πειθαρχική ποινή πάνω από 10 ηµέρες, προσωρινή παύση ή απόλυση. Το ίδιο όργανο θα αποφαίνεται και σε περιπτώσεις ανάλογων πειθαρχικών ποινών που επιβάλλονται από Τράπεζες που δεν έχουν πειθαρχικά όργανα". Ακολούθησε ο Ν. 1346/1983 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της Εργατικής Νοµοθεσίας κ.λπ.", στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του οποίου προβλέπονται τα εξής: "Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες που αναφέρονται σε αυτή, η από 4.8.82 Ειδική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών", που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία µε την υπ' αριθ. 18617/1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αριθ. 601 τεύχος Β' της 19.8.82".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφορώσα την "έμμεση παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αποφάσεις του Τριτοβάθμιου Διατραπεζικού Πειθαρχικού Συμβουλίου δεν είναι δεσμευτικές για τις Τράπεζες, άρα και για τη αναιρεσίβλητο τράπεζα και ότι η εφαρμογή των εξαρτάται από την προς αυτές συμφωνία των τραπεζών". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει τέτοια παραδοχή. Αντίθετα προκύπτει η παραδοχή ότι τελικά η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης έξι (6) μηνών δεν εκτελέσθηκε σε βάρος της ενάγουσας, λόγω συνταξιοδοτήσεως της. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,(άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 13-1-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. Κ. του Ι., για την αναίρεση της 2660/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2.
| null | null | 0
|
Αριθμός 120/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2631/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2011. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 179/10-8-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 162/27-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Τ. του Σ. και Μ., 45 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Βασιλείου Διονυσίου Μπέτση, κατοίκου ομοίως Αθηνών, οδός Χατζηγιάννη Μέξη αριθμ. 4, δυνάμει της από 27-12-2010 εξουσιοδοτήσεως, την οποία στρέφει κατά του υπ' αριθμ. 2631/14-12-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 243/5-7-2010 έφεση του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 1809/18-6-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα οριστεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, β) ληστεία τετελεσμένη και σε απόπειρα από κοινού και κατά συρροή, γ) επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, δ) παράνομη οπλοφορία κατ' εξακολούθηση, ε) παράνομη οπλοχρησία κατ' εξακολούθηση, και, στ) άσκοποι πυροβολισμοί κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 42, 45, 94, 98, 299 παρ. 1, 309-308, 380 παρ. 1 Π.Κ., και άρθρο 1 παρ. 1 στοιχείο α', 10 παρ. 1, 13α, 12 παρ. 1α και 2α, 14 του Ν.2168/1993). Η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 34 του Ν. 3904/23-12-2010, με σχετική δήλωση προς την Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Κωστούλα Θεοδωροπούλου συνεπεία της οποίας καταρτίσθηκε η προαναφερόμενη έκθεση. Το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) στις 15-12-2010 στη Δικαστική Φυλακή ... όπου εκρατείτο με το υπ' αριθμ. 25/18-6-2009 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε και παρατάθηκε συγχρόνως η επιβληθείσα προσωρινή κράτηση αρχικά με το υπ' αριθμ. 12/2010 παρεμπίπτον βούλευμα και εν συνεχεία με το υπ' αριθμ. 1809/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και συγκεκριμένα μέχρι την 24-12-2010 και ως εκ τούτου είναι τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, γ) ακυρότητα ανακριτικών πράξεων - παράνομη παράταση προσωρινής κρατήσεως, δ) ακυρότητα των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, και, ε) υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 περιπτώσεις (α), (β) (δ), και, (στ) Κ.Π.Δ.). Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στα παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη ή τις πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για τις οποίες (πράξεις) ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπαγάγει ορθά στον εφαρμοσθέντα ποινικό κανόνα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002 Π.Χρ. ΝΓ/762). Περαιτέρω όσον αφορά τον λόγο περί ελλείψεως αιτιολογίας σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Ποιν. Χρ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση), ή όταν το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που υπήγετο στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση) (Α.Π. 1164/2006 Π.Χρ. ΝΖ σελ. 36).
Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στο προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετεί εξολοκλήρου την ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15-6-2009 και περί ώρα 12.15' οι αστυνομικοί της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Αττικής Κ. Τ. και Θ. Τ. μετέβησαν στην οδό ... στην Αθήνα, προκειμένου να μεταφέρουν στο Α.Τ. Πατησίων τη Μ. Κ., καθόσον αυτή αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ οι αστυνομικοί με τη Μ. Κ. κινούνταν με το υπ' αριθμ. ΕΑ ... περιπολικό στην οδό Ολύνθου, έχοντας σε λειτουργία το φωτεινό φάρο του περιπολικού, ένα τρόλεϊ, που κινούταν επί της οδού Χαλκίδος, τους παραχώρησε προτεραιότητα, προκειμένου να στρίψουν αριστερά επί της οδού αυτής. Τότε, μία μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA και χρώματος μπλε, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, που κινούταν στην ίδια κατεύθυνση με το τρόλεϊ και στην οποία επέβαιναν δύο άτομα, προσπέρασε το τρόλεϊ, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το περιπολικό, το οποίο είχε ήδη εισέλθει στην οδό Χαλκίδος. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και οι επιβαίνοντες σε αυτή να πέσουν στο οδόστρωμα. Οι αστυνομικοί βγήκαν από το περιπολικό για να διαπιστώσουν αν τα δύο άτομα είχαν χτυπήσει και να παράσχουν την απαιτούμενη βοήθεια, δοθέντος ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφερε κηλίδες αίματος στη λευκή κοντομάνικη μπλούζα, που φορούσε. Μόλις τα προαναφερόμενα άτομα αντιλήφθηκαν τους αστυνομικούς να εξέρχονται από το περιπολικό, εγκατέλειψαν τη μοτοσικλέτα και άρχισαν να τρέχουν πεζοί προς την οδό Ολύνθου. Οι αστυνομικοί θεώρησαν εύλογα ότι τα άτομα αυτά ήταν ύποπτα λόγω της συμπεριφοράς τους και κινήθηκαν πεζοί προς το μέρος τους, φωνάζοντας "ακίνητοι". Τα δύο άτομα δεν υπάκουσαν και άρχισαν να τρέχουν, προκειμένου να ξεφύγουν. Κατά την καταδίωξή τους από τους αστυνομικούς και ενώ οι ύποπτοι βρίσκονταν σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου από τους αστυνομικούς, ο οδηγός της μοτοσικλέτας με τη λευκή ματωμένη μπλούζα, έβγαλε το κράνος του, το πέταξε μακριά και, αφού σταμάτησε, γύρισε το σώμα του σε πλάγια θέση, πρότεινε με το δεξί χέρι όπλο, που έφερε, σημάδεψε τους αστυνομικούς, έχοντας το χέρι του σε ευθεία γραμμή και πυροβόλησε μία φορά προς το μέρος των αστυνομικών, ενώ ο άλλος ύποπτος συνέχισε να απομακρύνεται τρέχοντας. Οι αστυνομικοί δεν ανταπέδωσαν τα πυρά, διότι στο χώρο υπήρχαν ανυποψίαστοι πολίτες, συνέχισαν όμως να ακολουθούν τους δράστες, λαμβάνοντας μέτρα αυτοπροστασίας και καλώντας ταυτόχρονα το κέντρο, για να σταλούν ενισχύσεις. Στο τέρμα της οδού Ολύνθου, τα δύο άτομα χωρίστηκαν και αυτός, που πυροβολούσε, έστριψε αριστερά προς το ρέμα του ποταμού Κηφισού, ενώ το άλλο άτομο κατευθύνθηκε προς την οδό Ανθέων. Οι αστυνομικοί συνέχισαν να καταδιώκουν τον οδηγό της μοτοσικλέτας, που τους πυροβόλησε, ο οποίος πλέον κινούταν επί της οδού Πανδίωνος, φωνάζοντάς του να παραδοθεί και να πετάξει το όπλο. Το άτομο εισήλθε σε μία αλάνα, στην οποία υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, οπότε γύρισε και πάλι προς το μέρος των αστυνομικών και τους πυροβόλησε μία φορά, ενώ οι αστυνομικοί, προ του κινδύνου της σωματικής τους ακεραιότητας, καλύφθηκαν πίσω από τα σταθμευμένα οχήματα, με αποτέλεσμα να χάσουν την οπτική επαφή τους με το δράστη. Στη συνέχεια, ο δράστης πέρασε απέναντι το ρέμα του Κηφισού προς την πλευρά της Λεωφ. Δεκελείας, όπου έσπρωξε τον Κ. Κ., ο οποίος διερχόταν από το σημείο αυτό με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα του, με σκοπό να του την αφαιρέσει για να διαφύγει. Ο Κ. όμως, κατάφερε να τον απωθήσει, με αποτέλεσμα ο δράστης να συνεχίσει να τρέχει πεζός επί της Λεωφ. Δεκελείας. Στο μεταξύ, στο σημείο προσέτρεξαν οι αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης Α. Κ. και Γ. Α., οι οποίοι καταδίωξαν το δράστη και κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν σε μικρή απόσταση από τη Λεωφ. Δεκελείας επί της οδού Κρήτης, οπότε ο δράστης πέταξε το όπλο, έπεσε κάτω και συνελήφθη, οπότε διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω άτομο ήταν ο εκκαλών Α. Τ.. Το όπλο περισυνέλεξε ο ιδιώτης Φ. Π. - Α., ο οποίος είχε παρακολουθήσει το συμβάν, είχε δει το δράστη να το πετά και το παρέδωσε στους αστυνομικούς, ακολούθως δε το όπλο κατασχέθηκε με την από 15-6-2009 έκθεση κατάσχεσης του Υ/Α Π. Κ.. Πρόκειται για ένα πιστόλι με αλλοιωμένο αριθμό σειράς, τύπου MAKAROV, το οποίο έφερε γεμιστήρα, που περιείχε τέσσερα φυσίγγια, διαμετρήματος 9 MM, καθώς και ένα φυσίγγιο στη θαλάμη του, έτοιμο για χρήση. Σε αυτοψία, που διενεργήθηκε στην περιοχή που έλαβε χώρα το περιστατικό, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, συνταχθείσας της από 15-6-2009 έκθεσης αυτοψίας και κατάσχεσης του Υ/Α Ι. Σ.: α) η μοτοσικλέτα, που εγκατέλειψε ο δράστης, μάρκας YAMAHA, R-6, χρώματος μπλε, με αριθμό πλαισίου ..., άνευ αριθμού κυκλοφορίας και β) ένα σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, μάρκας Ο' NEIL, εντός του οποίου υπήρχαν μία κουκούλα προσώπου, χρώματος μαύρου, μία κουκούλα προσώπου, χρώματος πράσινου, ένα ακουστικό κινητού τηλεφώνου και ένα κράνος μοτοσικλέτας, χρώματος ασημί. Όλα τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους οι αστυνομικοί Κ. Τ., Θ. Τ. και Α. Κ., καθώς και οι αυτόπτες μάρτυρες Κ. Κ., Φ. Π. - Α., K. E. και Μ. Κ.. Από την εργαστηριακή εξέταση του πιστολιού και των φυσιγγίων, που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Β' Ν. Ν., διαπιστώθηκε ότι αυτό σχετίζεται και με άλλες αξιόποινες πράξεις, καθώς αυτό είναι το όπλο, με το οποίο έχουν πυροδοτηθεί πειστήριοι κάλυκες σε ένοπλες ληστείες, που είχαν διαπραχθεί στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι στις 29-11-2008 δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν από τη βοηθητική πόρτα εισόδου στο επί της Πλατείας Ηρώων Πολυτεχνείου 24, στη Νέα Πεντέλη, κατάστημα σούπερ-μάρκετ, με την επωνυμία "MY MARKET", και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιού τους υπαλλήλους, απαίτησαν να τους παραδώσουν τα χρήματα των ταμείων. Ο διευθυντής του καταστήματος Π. Μ. τους απάντησε ότι τα χρήματα έχουν τοποθετηθεί στο χρηματοκιβώτιο και, τότε, ένας από τους δράστες τον πυροβόλησε μία φορά στο κεφάλι. Στη συνέχεια, οι δράστες εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Ο παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Εντός του χώρου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας, που προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 7,65 mm, κατασκευής της εταιρίας "COMPANJIA BRASILEIRA DE CARTUCHOS" Βραζιλίας και ένα θραύσμα βολίδας (FMJ), φυσιγγίου διαμετρήματος 7,65 mm. Οι παραπάνω κάλυκας και βολίδα έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο όπλο, από το οποίο πυροδοτήθηκαν κάλυκας και βολίδα, που σχετίζονται με διάφορες άλλες ληστείες και συγκεκριμένα αυτές σε βάρος του καταστήματος "PIZZA FUN" στις 26-1-2009, σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στους Αμπελόκηπους στις 21-2-2009, σε βάρος του πρακτορείου ΠΡΟΠΟ επί της οδού Τριών Ιεραρχών στις 22-2-2009, σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στο Χαλάνδρι στις 25-2-2009, σε βάρος του "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" στις 25-2-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στην Πετρούπολη στις 28-3-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στη Λυκόβρυση στις 4-4-2009, σε βάρος του "S/M ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ" στα Πατήσια στις 9-4-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στα Βριλήσσια στις 10-4-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στη Ν. Ιωνία στις 10-4-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στα Καμίνια στις 11-4-2009 και σε βάρος του ΕΔΟΕΑΠ στις 28-4-2009 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21004-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Ειδικότερα, 1) Στις 26-1-2009 δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Πετρουπόλεως 53 στο Ιλιον κατάστημα "PIZZA FUN". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, με την απειλή των πιστολιών, αφού ακινητοποίησαν τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από το ταμείο και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 10.240 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν πεζοί. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία παραμορφωμένη βολίδα. Οι παραπάνω κάλυκας και βολίδα έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο όπλο από το οποίο πυροδοτήθηκαν κάλυκας και βολίδα, που σχετίζονται με τις πιο πάνω αναφερόμενες ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/20787-α οπό 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 2) Στις 21-2-2009, δύο δράστες εισήλθαν, φορώντας κράνη, στο επί της οδού Δημητσάνας 25 στους Αμπελόκηπους κατάστημα "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τρία ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.806,27 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος, πυροβόλησαν μία φορά στον σέρα για εκφοβισμό και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού και χρώματος μαύρου. Εξωτερικά του χώρου του καταστήματος βρέθηκε ένας κάλυκας, ο οποίος προέρχεται από το ίδιο όπλο, που χρησιμοποιήθηκε στις παραπάνω ληστείες, 3) Στις 22-2-2009, δύο δράστες, που φορούσαν κράνη και κρατούσαν πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Τριών Ιεραρχών 4-6 στα Πετράλωνα πρακτορείο ΟΠΑΠ. Ο ένας δράστης πυροβόλησε δύο φορές τα πόδια του ιδιοκτήτη του πρακτορείου Δ. Μ. και, ακολούθως, αφού με την απειλή των πιστολιών ακινητοποίησαν τους παρευρισκόμενους πελάτες, αφαίρεσαν από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 1.950 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου ή γκρι. Ο παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΛΑΪΚΟ, όπου παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι την 25-2-2009. Εντός του χώρου του πρακτορείου βρέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από το ίδιο προαναφερόμενο όπλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και στις προαναφερόμενες ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21180-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 4) Στις 25-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Πεντέλης και Χλόης στο Μαρούσι κατάστημα "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.845 ευρώ. Κατά την έξοδό τους από το κατάστημα, ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο αριστερό κάτω άκρο η διευθύντρια του καταστήματος Κ. Μ.. Ακολούθως, διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Η παθούσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε κάλυκας και βολίδα, που προέρχονται από το ίδιο όπλο, που χρησιμοποιήθηκε στις πιο πάνω ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21035-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 5) Στις 25-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας όπλα, εισήλθαν στο επί της οδού Μεταμορφώσεως στο Χαλάνδρι "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή των πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τρία ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.324,07 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε μία βολίδα, που έχει βληθεί από την κάνη του ίδιου όπλου, το οποίο αναφέρεται παραπάνω (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/20968-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 6) Στις 3-3-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας όπλα, εισήλθαν στο επί της οδού Σεβαστουπόλεως 70 στους Αμπελόκηπους MINI MARKET "PROTON". Ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή όπλων τον ιδιοκτήτη και τη μητέρα του, αφαίρεσαν από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν πεζοί. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κάλυκας, ο οποίος προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm, κατασκευής της εταιρίας HIRTENBERGER A.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου MAKAROV, διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής. Το ίδιο όπλο είναι αυτό, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης στις 15-6-2009 και χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά στις 20-2-2009, στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, όπου επίσης χρησιμοποιήθηκε και το άλλο όπλο, που αναφέρεται πιο πάνω, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21020-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 7) Στις 28-3-2009, δύο δράστες, από τους οποίους ο ένας φορούσε κράνος και ο άλλος κουκούλα, εισήλθαν από τη βοηθητική πόρτα εισόδου στο επί της οδού Ανατολικής Ρωμυλίας 23 στην Πετρούπολη κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, απαίτησαν να τους παραδώσουν τα χρήματα των ταμείων. Οι υπάλληλοι τους απάντησαν ότι τα χρήματα είχαν τοποθετηθεί στο χρηματοκιβώτιο και, τότε, ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το ίδιο πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. ( βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21140-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 8) Στις 4-4-2009, δύο δράστες, οι οποίοι φορούσαν κράνη και επέβαιναν σε δύο δίκυκλες μοτοσικλέτες μπλε και μαύρου χρώματος αντίστοιχα, μετέβησαν στο επί της Λεωφ. Αμαρουσίου 23 στη Λυκόβρυση κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Οι δύο δράστες εισήλθαν εντός του καταστήματος, ενώ ένας τρίτος παρέμεινε εξωτερικά πάνω στη μοτοσικλέτα. Ο ένας από τους δράστες, που εισήλθαν στο κατάστημα, πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα επτά ταμεία το χρηματικό ποσό των 8.923 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με τις μοτοσικλέτες. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/12/21274-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 9) Στις 9-4-2009, δύο δράστες κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Π. Μακρή 5 στα Πατήσια κατάστημα "S/M ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στον αέρα για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21242-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 10) Στις 10-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Αγ. Αντωνίου και Τενέδου στα Βριλήσσια κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.540 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/12/21154-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 11) Στις 10-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Κασταμονής και Αλαμάνας στη Νέα Ιωνία κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 7.500 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21183-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 12) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Ανατολικής Ρωμυλίας στην Πετρούπολη κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 5.720 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21173-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 13) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Περικλέους 26 στην Πετρούπολη κατάστημα "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ". Εκεί, αφού πυροβόλησαν από μία φορά ο καθένας για εκφοβισμό, ακινητοποίησαν πελάτες και υπαλλήλους και αφαίρεσαν από τα πέντε ταμεία το χρηματικό ποσό των 2.256 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο κάλυκες, ο ένας εκ των οποίων προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm, κατασκευής της εταιρίας HIRTENBERGER A.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου MAKAROV, διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής. Το ίδιο όπλο είναι αυτό, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης στις 15-6-2009 και χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά και στις 3-3-2009 στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του MINI MARKET "PROTON" στους Αμπελόκηπους. Ο άλλος κάλυκας προέρχεται από το άλλο όπλο, που αναφέρεται παραπάνω, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. και χρησιμοποιήθηκε στις πιο πάνω ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21174-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 14) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Λ. Θηβών 199 στα Καμίνια Πειραιά κατάστημα "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 20.751,49 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21175-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 15) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνος και καπέλο, τύπου τζόκεϊ, αντίστοιχα και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Δεκρών 26 στη Ν. Ιωνία κατάστημα "S/M DIA". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.382,98 Ευρώ. Στη συνέχεια εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21182-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 16) Στις 28-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν στον αύλειο χώρο του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης, που βρίσκεται επί της οδού Σισίνη 18 και Ηριδανού στην Αθήνα. Ο ένας δράστης ακινητοποίησε με την απειλή πιστολιού τον υπάλληλο ασφαλείας στην είσοδο του κτιρίου, ενώ ο δεύτερος κατευθύνθηκε στο ισόγειο, όπου βρίσκονται τα γραφεία και το ταμείο. Ο τελευταίος, αφού ακινητοποίησε με την απειλή πιστολιού πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσε από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 20.425,16 ευρώ. Κατά την έξοδό του από τα γραφεία, πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, μαζί με τον άλλο δράστη διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, μαύρου χρώματος. Εντός του αύλειου χώρου και των γραφείων βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21273-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 17) Στις 20-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν στο επί της οδού Αχαρνών 80 στην Κηφισιά κατάστημα "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" και, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα χρηματοκιβώτια το ποσό των 19.180 ευρώ. Κατά την έξοδό τους από το κατάστημα, ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στη βιτρίνα του καταστήματος για εκφοβισμό και ακολούθως, διέφυγαν επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου και τύπου street. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm, κατασκευής της εταιρίας HIRTENBERGER A.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου MAKAROV, διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής, δηλαδή το ίδιο όπλο, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε σε δύο ακόμη ένοπλες ληστείες, όπως αυτές υπό στοιχεία "6" και "13" προαναφέρονται (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3Θ22/13/21008-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Σύμφωνα με τα από 28-4-2009, 12-5-2009 και 16-6-2009 ενημερωτικά σημειώματα της ΔΕΕ/Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων, το πιστόλι, που κατείχε ο εκκαλών, έχει πυροδοτήσει τους κάλυκες και βολίδες που βρέθηκαν στους χώρους των ενόπλων ληστειών, οι οποίες διαπράχθηκαν σε βάρος του MINI MARKET "PROTON" στους Αμπελόκηπους στις 3-3-2009, σε βάρος του "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά στις 20-2-2009 και σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, ενώ ο άλλος κάλυκας, που βρέθηκε στον τόπο της τελευταίας αυτής ληστείας στις 11-4-2009 πυροδοτήθηκε από το άλλο όπλο, με το οποίο έχουν πυροδοτηθεί οι βολίδες και κάλυκες, που βρέθηκαν στον τόπο τέλεσης των υπόλοιπων ληστειών. Σε δύο από τις παραπάνω περιπτώσεις ληστειών και, συγκεκριμένα, σε αυτήν που τελέστηκε στις 25-2-2009 στο Μαρούσι Αττικής σε βάρος του "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" και σε αυτήν που τελέστηκε στις 20-2-2009 στην Κηφισιά Αττικής σε βάρος του "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ", όπου σημειώνεται ότι βρέθηκε φυσίγγιο, που πυροδοτήθηκε από το όπλο που κατείχε ο εκκαλών, τα καταστήματα διέθεταν κλειστό κύκλωμα καταγραφής. Από το βιντεοσκοπικό υλικό και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά και από τις καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, διαπιστώνεται ότι ο ένας από τους δύο δράστες, που συμμετείχαν και στις δύο ληστείες, φορούσε ένα χαρακτηριστικό μπουφάν, το οποίο ήταν από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύψος του στήθους και πάνω χρώματος γκρι, διαχωριζόμενο με μία άσπρη ρίγα κατά μήκος όλου του μπουφάν και παντελόνι σκούρου χρώματος, το οποίο έφερε στα πλαϊνά του μέρη δύο άσπρες κάθετες ρίγες και ο άλλος φορούσε κράνος, χρώματος ασημί, το οποίο έφερε στο μέσο του μία μαύρη ρίγα. Από την αξιοποίηση των ευρημάτων αυτών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εκκαλών κατά την καταδίωξή του στις 15-6-2009, οπότε πυροβόλησε εναντίον των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης, εγκατέλειψε, όπως προεκτέθηκε, ένα σακίδιο με το σήμα της Ο' NEIL, χρώματος μπλε, εντός του οποίου υπήρχαν κουκούλες προσώπου και ένα κράνος μοτοσικλέτας ασημί, προκύπτει, ότι ο εκκαλών είναι ο ένας από τους δράστες και άλλων ληστειών και συγκεκριμένα: α) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 25-2-2009 στο Μαρούσι Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" επί της οδού Ακακιών 31 και με την απειλή πιστολιών αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.846 ευρώ, β) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 30-3-2009 στο Μαρούσι Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ" επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου και Β. Ηπείρου, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον διευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο, και αφαίρεσε τα χρήματα, που περιείχε αυτό, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού αφαίρεσε από τα ταμεία, τα χρήματα που βρήκε εκεί, και συνολικά αφαίρεσαν το συνολικό ποσό των 8.250,65 ευρώ, διαφεύγοντας με μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, γ) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 30-3-2009 στην Πεύκη Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" επί της Λεωφ. Ειρήνης 42, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον υποδιευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο και αφαίρεσε τα χρήματα που περιείχε αυτό, συνολικού ποσού 13.346 ευρώ, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού ακινητοποίησε τον υπάλληλο, διαφεύγοντας στη συνέχεια με άγνωστο μέσο, δ) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 13-1-2009 στην Πεύκη Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" επί της Λεωφ. Ειρήνης 42, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον υποδιευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο και αφαίρεσε χρήματα που περιείχε αυτό, συνολικού ποσού 7.250 ευρώ, καθώς και κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας κινητών τηλεφώνων, συνολικής αξίας 1.202 ευρώ, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού ακινητοποίησε τον υπάλληλο, διαφεύγοντας στη συνέχεια με άγνωστο μέσο και ε) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 27-3-2009 στη Μεταμόρφωση Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" επί της οδού Ε. Παπανδρέου 146 και με την απειλή πιστολιών αφαίρεσαν από τα ταμεία και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 6.625 ευρώ. Στις πέντε παραπάνω ληστείες, όπως προκύπτει από το βιντεοσκοπικό υλικό και τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, ο ένας δράστης φορούσε χαρακτηριστικό μπουφάν, το οποίο ήταν από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύψος του στήθους και πάνω χρώματος γκρι, διαχωριζόμενο με μία άσπρη ρίγα κατά μήκος του όλου μπουφάν, και παντελόνι σκούρου χρώματος, το οποίο έφερε στα πλαϊνά του μέρη δύο άσπρες ρίγες, και ο άλλος δράστης φορούσε κράνος χρώματος ασημί με μαύρη ρίγα στο μέσο αυτού. Σε δύο από τις προαναφερόμενες πέντε ληστείες, δηλαδή στις ληστείες που διαπράχθηκαν στις 30-3-2009, στα "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στο Μαρούσι και στην Πεύκη Αττικής αντίστοιχα, ο ένας δράστης έφερε σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, με το σήμα της Ο' NEIL, όπου τοποθετούσε τα αφαιρεθέντα χρήματα, ίδιο δηλαδή με αυτό που εγκατέλειψε ο εκκαλών στον τόπο του εγκλήματος σε βάρος των αστυνομικών στις 15-6-2009. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι ληστείες, που διαπράχθηκαν στο Μαρούσι Αττικής σε βάρος του "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ", επί της συμβολής των οδών Πεντέλης και Χλόης και επί της οδού Ακακιών 31, διαπράχθηκαν με διαφορά είκοσι λεπτών, καθώς η πρώτη τελέστηκε περί ώρα 20.40' και η δεύτερη περί ώρα 21.00', ενώ η αμφίεση των δραστών και στις δύο ληστείες είναι η ίδια. Με βάση όσα προεκτέθηκαν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο εκκαλών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμπεται ενώπιον ταυ ακροατηρίου του Μ.Ο.Δ. Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα. Ειδικότερα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι στις 15-6-2009 ο κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αποπειράθηκε να θανατώσει τους αστυνομικούς, που τον καταδίωκαν, Κ. Τ. και Θ. Τ., πυροβολώντας εναντίον τους δύο φορές με τα παραπάνω πιστόλι, με αλλοιωμένο αριθμό σειράς, τύπου MAKAROV. Η πράξη του εκκαλούντα δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά αίτια και ειδικότερα, καθόσον αρχικά αστόχησε και στη συνέχεια οι αστυνομικοί κατόρθωσαν να καλυφθούν πίσω από αυτοκίνητα, ακολούθως δε ο εκκαλών συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς, που προσέτρεξαν στο σημείο αυτό. Ο εκκαλών αρνείται την πράξη του αυτή, χωρίς όμως να δίνει πειστικές εξηγήσεις, αφού έχει υποπέσει σε αντιφάσεις, καθόσον α) κατά την από 18-6-2009 απολογία του ενώπιον της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών δήλωσε ότι θόλωσε και πυροβόλησε με την πλάτη προς τους αστυνομικούς και με την κάνη στραμμένη προς το έδαφος μόνο μία φορά, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, β) κατά την από 25-11-2009 απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας δήλωσε ότι άρχισε να τρέχει χωρίς να καταλάβει καλά - καλά τι είχε συμβεί και κάπου εκεί εκπυρσοκρότησε το όπλο και γ) κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών την 21-12-2009 δήλωσε ότι πήρε το όπλο για να το κρύψει από την αστυνομία γιατί φοβήθηκε, ότι δεν είχε σκοπό να διαφύγει και ότι δεν κατάλαβε ότι πυροβόλησε, ενώ με τα υπομνήματα της έφεσής του δήλωσε ότι πυροβόλησε προς το έδαφος και μόνον για εκφοβισμό και αποτροπή των αστυνομικών να τον καταδιώξουν. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα ότι δεν επιθυμούσε να θανατώσει τους παραπάνω αστυνομικούς δεν ευσταθούν, ενόψει όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως του γεγονότος ότι πυροβόλησε εναντίον τους δύο φορές σκοπεύοντας προς αυτούς, ήδη μάλιστα από την πρώτη φορά, παρότι ήταν τραυματισμένος, έβγαλε πρώτα το κράνος που φορούσε και μετά πυροβόλησε, προφανώς για να πετύχει καλύτερα το στόχο του, δηλαδή τους παθόντες, καθώς και του ότι το όπλο που πέταξε ο εκκαλών βρέθηκε, όπως προεκτέθηκε, να περιέχει 4 φυσίγγια, καθώς και ένα φυσίγγιο στη θαλάμη του που ήταν έτοιμο για χρήση. Εξάλλου, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο εκκαλών συμμετείχε με άγνωστο άτομο σε όλες τις προπεριγραφόμενες ληστείες, αφού το πιστόλι, που κατείχε ο εκκαλών στις 15-6-2009 και με το οποίο πυροβόλησε εναντίον των αστυνομικών, χρησιμοποιήθηκε στις ένοπλες ληστείες, που διαπράχθηκαν στις 3-3-2009 στο MINI ΜΑΡΚΕΤ "PROTON" στους Αμπελόκηπους, στις 20-2-2009 στο "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά και στις 11-4-2009 στο "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη, αφού οι κάλυκες και οι βολίδες, που βρέθηκαν στους χώρους των ληστειών, έχουν πυροδοτηθεί από το εν λόγω όπλο. Μάλιστα, το γεγονός ότι στο χώρο της από 11-4-2009 ληστείας του "S/M ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη βρέθηκε κάλυκας, ο οποίος είχε πυροδοτηθεί από το δεύτερο παραπάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm, που χρησιμοποιήθηκε στις λοιπές προαναφερόμενες ληστείες, όπως προκύπτει από τις βολίδες και τους κάλυκες, που βρέθηκαν στους τόπους τέλεσής τους, συνδέει επαρκώς τον εκκαλούντα με τις εν λόγω λοιπές ληστείες. Παρατηρείται ακόμη ότι, στις περιπτώσεις των ληστειών, που διαπράχθηκαν στις 30-3-2009 στα "S/M ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στο Μαρούσι και στην Πεύκη Αττικής, ο ένας δράστης έφερε σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, με το σήμα της Ο' NEIL, το οποίο χρησιμοποιούσε για να τοποθετεί τα αφαιρεθέντα χρήματα, δηλαδή το ίδιο που εγκατέλειψε ο εκκαλών στο έδαφος μετά τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το περιπολικό στις 15-6-2009. Επιπλέον, σε όλες τις επίδικες ληστείες, οι δράστες δρούσαν με την ίδια μέθοδο, εισερχόμενοι κατά κανόνα σε σούπερ μάρκετ, ενώ φορούσαν συνήθως κράνη (ή μερικές φορές κουκούλα ή καπέλο τύπου τζόκεϊ) και σκούρα ρούχα, φέροντας όπλα, με τα οποία πυροβολούσαν στις περισσότερες περιπτώσεις και με την απειλή των οποίων εξανάγκαζαν τους παρευρισκόμενους υπαλλήλους ή πελάτες να παραμείνουν αδρανείς. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε όλες τις εν λόγω ληστείες, ο ένας δράστης ήταν ψηλότερος και ο άλλος πιο κοντός, ύψους 1,75-1,80 μ., καθώς και ότι ο ένας δράστης φορούσε το προπεριγραφόμενο μπουφάν (από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύψος του στήθους και πάνω χρώματος γκρι), που απεικονίζεται στις συνημμένες φωτογραφίες και ιδίως στη ληστεία, που έγινε στις 3-3-2009 στο MINI MARKET "PROTON" και στην οποία βρέθηκε κάλυκας, πυροδοτημένος από το όπλο, που έφερε ο εκκαλών στις 15-5-2009. Περαιτέρω, ο αδίστακτος τρόπος, με τον οποίο ο εκκαλών πυροβόλησε δύο φορές κατά των αστυνομικών στις 15-6-2009, καταδεικνύει ότι αυτός γνώριζε να χρησιμοποιεί πιστόλι, ότι η πράξη αυτή δεν ήταν ασύμβατη με τον χαρακτήρα του και ότι είχε και στο παρελθόν χρησιμοποιήσει όπλο, τόσο για να πυροβολήσει εν ψυχρώ άλλους (τους Π. Μ. και Δ. Μ.), όσο και για να πυροβολήσει άσκοπα κατά τη διάπραξη των ληστειών, αδιαφορώντας για την αξία της ανθρώπινης ζωής, με μοναδικό κίνητρο την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ο εκκαλών, κατά την αρχική του από 18-6-2009 απολογία, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει διαπράξει αυτός τις ληστείες, που του αποδίδονται, καθόσον το όπλο, που έφερε στις 15-6-2009, το είχε αγοράσει κατά την ημέρα της σύλληψής του από κάποιον K. A., αλβανικής καταγωγής, επειδή ο τελευταίος του πρότεινε να το αγοράσει, εκφράζοντας την ανησυχία του για τη ζωή του εκκαλούντα, επειδή είχαν σκοτώσει τον Γ. Α., που ήταν κουμπάρος του. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε ότι συναντήθηκε με τον εν λόγω αλβανό στην οδό Βεΐκου και Τραλλέων και ότι ο αλβανός, αφού του έδωσε το όπλο, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει με τη μηχανή του σε ένα γυμναστήριο στο Μενίδι. Αντίθετα, κατά την από 30-11-2009 συμπληρωματική απολογία του, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι το πιστόλι βρισκόταν στα σακίδιο, το οποίο είχε στην πλάτη του ο συνεπιβάτης του και ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενό του, αλλά με τη σύγκρουση το σακίδιο άνοιξε και έπεσε το πιστόλι έξω, ο δε εκκαλών φοβήθηκε ότι το είχαν δει οι αστυνομικοί και το πήρε για να το κρύψει. Οι αντιφάσεις του εκκαλούντα και ως προς το θέμα της κατοχής του όπλου αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο τους ισχυρισμούς του, ενώ από το σύνολο των απολογιών και των υπομνημάτων του, που υπέβαλε με την υπό κρίση έφεσή του, κρίνεται ότι ήδη αυτός ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις του και εξέθεσε πλήρως τους ισχυρισμούς του, έτσι ώστε να μην παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης με την παρουσία του ενώπιον του Συμβουλίου σας και συνεπώς το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας, κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 114/2009, 247/2009, 552/2009, "ΝΟΜΟΣ"), όπως πρέπει να απορριφθούν και τα αιτήματά του για αναγνώριση ακυροτήτων της προδικασίας (ως προς τη λήψη απολογίας του εκκαλούντα, την παράνομη, κατ' αυτόν, εξακολούθηση και παράταση της προσωρινής του κράτησης και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), πολύ περισσότερο που: α) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εκκαλών στερήθηκε του δικαιώματός του να λάβει γνώση των κατηγοριών που του αποδόθηκαν από τον Ανακριτή και να ασκήσει τα δικαιώματά του κατά την ανάκριση, β) παρότι ο εκκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 22/25-1-10 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 12/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η εξακολούθηση της προσωρινής του κράτησης, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω βούλευμα είναι άκυρο, κατόπιν παραιτήθηκε από την πιο πάνω έφεσή του, εκδιδομένου του υπ' αριθμ. 948/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που κήρυξε την έφεση αυτή απαράδεκτη και διέταξε την εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος και γ) οι συνημμένες στη δικογραφία εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης (συνταχθείσες με παραγγελία των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων κατά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης) δεν συνιστούν πραγματογνωμοσύνες με την έννοια της διάταξης του άρθρου 183 ΚΠΔ, ώστε να ισχύουν σχετικά με αυτές οι διατάξεις των άρθρων 192 επ. ΚΠΔ ως προς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την ενεργηθείσα βαλλιστική πραγματογνωμοσύνη, και συγκεκριμένα για τους εξής λόγους: Η επιστημονική άποψη που διατυπώνεται στο σκεπτικό του εν λόγω βουλεύματος, ότι δηλαδή δεν απαιτείται η γνωστοποίηση της διεξαγομένης πραγματογνωμοσύνης στον κατηγορούμενο όταν ενεργείται αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση (άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), και εν προκειμένω ότι δεν απαιτείτο η γνωστοποίηση της διεξαγομένης βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 204, 205, 206, 207, 208 Κ.Π.Δ., διότι κατά την ανωτέρω επιστημονική άποψη δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 183 Κ.Π.Δ. στη περίπτωση του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ. Προς επίρρωση δε της ως άνω διατυπούμενης απόψεως γίνεται, τόσο στο προσβαλλόμενο βούλευμα όσο και στο πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα υπ' αριθμ. 1809/18-6-2010, επίκληση των υπ' αριθμ. 249/5-2-2010, 786/20-3-2009, 278/30-1-2009 αποφάσεων του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Η ανωτέρω άποψη δεν με ευρίσκει σύμφωνο καθόσο μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, η προκαταρκτική εξέταση εξομοιώνεται σχεδόν πλήρως με την προανάκριση εφόσον διεξάγεται πλέον κατά ρητή εντολή του νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 240 και 241 Κ.Π.Δ., οπότε ενεργείται με όλα τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ και με την διαδικασία της προανακρίσεως αλλά περαιτέρω και με την διαδικασία των ανακριτικών πράξεων που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 251 και επόμενα του Κ.Π.Δ. (βλέπετε υπ' αριθμ. πρωτ. 492/5-2-2009 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά). Αφού συνεπώς αναγνωρίζονται πλέον στον "ύποπτο" όλα τα δικαιώματα που παρέχονται στον κατηγορούμενο, έπεται ότι τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο για εκείνον που κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση που διεξάγεται χωρίς εισαγγελική παραγγελία αποδίδεται η τέλεση ορισμένης ή ορισμένων αξιοποίνων πράξεων. Κατά συνέπεια η μη έγκαιρη γνωστοποίηση στον εν λόγω κατηγορούμενο Α. Τ. (αναιρεσείοντα) της διεξαγομένης βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να προβεί εφόσον το έκρινε αναγκαίο και σκόπιμο στον διορισμό τεχνικού συμβούλου (άρθρα 204 και επόμενα Κ.Π.Δ.), του στέρησε την δυνατότητα να υπερασπισθεί αρκούντως τον εαυτό του από την κατηγορία της διαπράξεως δέκα οκτώ (18) ενόπλων ληστειών για τις οποίες έχουν συνταχθεί αντίστοιχες εκθέσεις βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης, και έτσι συνεπεία της ελλείψεως αυτής δημιουργείται λόγος απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ. 1α Κ.Π.Δ., που δεν καλύπτεται κατ' άρθρο 173 παρ. 2 Κ.Π.Δ. εφόσον προτάθηκε ο σχετικός λόγος ακυρότητας πριν καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή. Ούτε επίσης μπορεί να θεωρηθεί η προκειμένη βαλλιστική πραγματογνωμοσύνη ως προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη κατά την έννοια του άρθρου 187 Κ.Π.Δ., αφού στην περίπτωση αυτή εκείνος που θα ενεργήσει κατόπιν ανάκριση, είναι υποχρεωμένος σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου (187 ΚΠΔ) να διορίσει αμέσως οριστικό πραγματογνώμονα όπως προβλέπεται από το άρθρο 186 ΚΠΔ. Πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω για τον λόγο ότι δεν πρόκειται για προκαταρκτική, αλλά για οριστική πραγματογνωμοσύνη. Εν πάση περιπτώσει έχει παραβιαστεί εν προκειμένω το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Δεν δημιουργείται όμως εν προκειμένω λόγος απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ., εκ του λόγου ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 200 Α ΚΠΔ διαδικασία για την χορήγηση αδείας από το οικείο δικαστικό συμβούλιο σχετικά με την λήψη και εξέταση γενετικού υλικού (D.N.A.) του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), προς τον σκοπό της διαπιστώσεως της ταυτότητας του άγνωστου δράστη ετέρων αξιοποίνων πράξεων (ληστειών) σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, δοθέντος ότι το σχετικό πόρισμα της εξετάσεως γενετικού υλικού απέβη αρνητικό και δεν μπορεί ως εκ τούτου να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του. Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί άκυρη η προδικασία εκ του λόγου ότι όταν απολογήθηκε την 16-6-2009 πρώτη φορά στην 23η Ανακρίτρια του Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν υπήρχε στη δικογραφία ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό, δοθέντος ότι στις 25-11-2009 κλήθηκε σε συμπληρωματική απολογία οπότε έλαβε γνώση όλου του αποδεικτικού υλικού και εκείνου δηλαδή που δεν είχε επισυναφθεί στη δικογραφία αρχικά και έτσι καλύφθηκε η σχετική ακυρότητα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 176 Κ.Π.Δ. Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί άκυρη η εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως που διετάχθη με το υπ' αριθμ. 12/7-1-2010 παρεμπίπτον βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ. 25/2009 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με το σκεπτικό ότι παραβιάσθηκε η πενθήμερη προθεσμία που προβλέπεται από την παράγραφο 1α του άρθρου 287 ΚΠΔ λόγω του ότι η τελευταία ημέρα ήταν Σαββάτο που είναι αργία, και έτσι η επίδοση της κλήσεως προς εμφάνιση στο Συμβούλιο που έγινε στις 14-12-2009 άρχισε να τρέχει την επομένη 15-12-2009 σύμφωνα με το άρθρο 168 Κ.Π.Δ. και έληξε ως εκ τούτου διότι μεσολάβησαν οι αργίες του Σαββάτου και της Κυριακής την Δευτέρα 21-12-2009. Την ημέρα δηλαδή κατά την οποία είχε ορισθεί η εμφάνιση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) ενώπιον του Συμβουλίου, και ως εκ τούτου εφόσον δεν τηρήθηκε η πενθήμερη προθεσμία του άρθρου 287 παρ. 1α ΚΠΔ, η διαταχθείσα με το υπ' αριθμ. 12/7-1-2010 παρεμπίπτον βούλευμα εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως είναι άκυρη κατ' άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, διότι στερήθηκε του κατά νόμον προβλεπομένου ελάχιστου αναγκαίου χρόνου για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του προς αντίκρουση της προτεινομένης από τον οικείο Εισαγγελέα παρατάσεως της προσωρινής κρατήσεως που του είχε επιβληθεί με το υπ' αριθμ. 25/2009 ένταλμα της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Δεν ευσταθεί η επικαλουμένη ακυρότητα καθόσο η ανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 240 Κ.Π.Δ. μπορεί να διεξαχθεί σε οποιοδήποτε τόπο και χρόνο απεριόριστα, αρκεί ο τόπος και ο χρόνος αυτής να είναι κατάλληλος. Περαιτέρω η ανάκριση μπορεί να διεξαχθεί και κατά την διάρκεια της νύχτας και κατά τις Κυριακές και τις εορτές. Και ναι μεν τυπικά η ανάκριση περατώνεται με την διαβίβαση της σχετικής δικογραφίας μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Ανακριτή στον οικείο Εισαγγελέα, πλην όμως ουσιαστικά περατώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 308 Κ.Π.Δ. είτε με την έκδοση απαλλακτικού είτε με την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος είτε με βούλευμα που παύει οριστικά ή προσωρινά την ποινική δίωξη είτε την κηρύσσει απαράδεκτη.
Συνεπώς η επικαλουμένη αργία του Σαββάτου δεν ισχύει εν προκειμένω εφόσον η κυρία ανάκριση δεν περατώθηκε με έναν από τους ανωτέρω εκτιθέμενους τρόπους, δοθέντος ότι με το υπ' αριθμ. 12/2010 βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί της εισαγγελικής προτάσεως, αναπέμποντας την δικογραφία στον ίδιο Εισαγγελέα για να διελάβει στην σχετική πρότασή του επί της ουσίας την άποψή του όσον αφορά τις προτεινόμενες και επικαλούμενες από τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) ακυρότητες της προδικασίας τις οποίες και κατ' αναίρεση προβάλλει. Η απαρέγκλιτη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 166, 167, 168, 169 Κ.Π.Δ. και η εκ της μη τηρήσεως τούτων απειλουμένη ακυρότητα (άρθρο 166 παρ. 3 Κ.Π.Δ.) αφορά αποκλειστικά τις προθεσμίες κλητεύσεως στο ακροατήριο. Ορθώς συνεπώς παρατάθηκε η προσωρινή κράτηση με το υπ' αριθμ. 12/7-1-2010 παρεμπίπτον βούλευμα για άλλους έξι (6) μήνες και συγκεκριμένα μέχρι 24-6-2010, αφού ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) παρέστη με τον συνήγορό του Γεώργιο Λιάπη, Δικηγόρο Αθηνών, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 21-12-2009 στο οποίο είχε κληθεί κατά τα προεκτεθέντα, όπου και ανέπτυξε πλήρως τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς καταθέτοντας και σχετικό υπόμνημα με ημερομηνία 21/12/2009, όπως τούτο προκύπτει από το σκεπτικό του υπ' αριθμ. 12/7-1-2010 παρεμπίπτοντος βουλεύματος.
Συνεπώς ο εν λόγω κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δεν στερήθηκε οποιουδήποτε υπερασπιστικού του δικαιώματος εν προκειμένω. Ουδεμία δε σημασία έχει το ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί της προτάσεως του οικείου Εισαγγελέως περί παραπομπής του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) στο Μ.Ο.Δ., προκειμένου να έχει συνολική πρόταση τούτου και επί των προταθέντων από τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) ακυροτήτων της προδικασίας και επί της ουσίας της κατηγορίας. Η παράταση ή μη της προσωρινής κρατήσεως ήταν δικονομικά επιβεβλημένη κατ' άρθρο 287 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και δεν μπορούσε να εξαρτηθεί από την έκδοση παραπεμπτικού ή μη βουλεύματος επί της ουσίας της κατηγορίας για την οποία υπήρχε άλλωστε αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση, του οποίου βουλεύματος την έκδοση ανέβαλε προσωρινά το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρις ότου υποβληθεί εισαγγελική πρόταση και ως προς τις προταθείσες και επικληθείσες δικονομικές ακυρότητες της προδικασίας, δεχόμενο κατά τα λοιπά ότι υπήρχαν με βάση το υπάρχον αποδεικτικό υλικό το οποίο πρέπει να επισημανθεί ότι διεξοδικά πραγματεύεται σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος).
Συνεπώς ουδόλως παραβιάσθηκε εν προκειμένω το "τεκμήριο αθωώτητος" του κατηγορουμένου όπως τούτο προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. όπου ρητά ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρις της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έως ότου καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη κάποιου για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διατηρεί και το "τεκμήριο αθωώτητος". Το οποίο βεβαίως δεν παραβιάζεται εκ του ότι ο Ανακριτής μετά την απολογία του κατηγορουμένου, προκειμένου να εκδώσει ένταλμα προσωρινής κρατήσεως είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ή το οικείο Συμβούλιο που καλείται εν συνεχεία να αποφανθεί εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί παρατάσεως ή μη της προσωρινής κρατήσεως. Τούτο δεν συνιστά εκ προοιμίου δέσμευση του Δικαστικού Συμβουλίου σχετικά με την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση του εντάλματος της προσωρινής κρατήσεως ή του βουλεύματος με το οποίο παρατείνεται η προσωρινή κράτηση. Περαιτέρω το Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών ουδεμία σκέψη διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα σχετικά με το αίτημα του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), που υποβλήθηκε τόσο στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών πριν από την έκδοση των υπ' αριθμ. 12/2010 (παρεμπίπτον) και 1809/2010 (παραπεμπτικό) βουλευμάτων όσο και ως λόγος εφέσεως στην υπ' αριθμ. 243/5-7-2010 έκθεση εφέσεως που εστρέφετο κατά του προαναφερομένου πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και συγκεκριμένα περί διεξαγωγής περαιτέρω ανακρίσεως προκειμένου να ανατεθεί σε υπάλληλο της Διώξεως Εγκλημάτων κατά της ζωής, ο οποίος να έχει ειδικές γνώσεις και να μην έχει αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην ενεργηθείσα από την ΓΑΔΑ αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, να συγκρίνει το φωτογραφικό υλικό, όπως αυτό προέκυψε από την τεχνική επεξεργασία των ψηφιακών δίσκων, στους οποίους καταγράφηκαν μέσω κλειστών κυκλωμάτων εικονοσκοπήσεις ληστειών, που διεπράχθησαν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, καθώς και το αντίστοιχο φωτογραφικό υλικό που αφορά ύποπτους δράστες των εν λόγω ληστειών, και τηρείται στα αρχεία της εν λόγω υπηρεσίας (Διώξεως Εγκλημάτων κατά της ζωής), για να διαπιστωθεί η ταύτιση ή μη του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) με το υλικό αυτό για το οποίο και κατηγορείται. Το Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών όμως παρά το γεγονός ότι υποβλήθηκε ως λόγος εφέσεως το συγκεκριμένο ως άνω αίτημα, ουδεμία σκέψη διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ), καθόσο έλλειψη ακροάσεως κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ υφίσταται μόνο όσον αφορά την διαδικασία στο ακροατήριο όταν δεν απαντηθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου και όχι την προδικασία, καθώς επίσης υπέπεσε και στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 περίπτωση στ' του Κ.Π.Δ.). Εν όψει συνεπώς των ελλείψεων που επισημαίνονται ανωτέρω η απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Δικαστικό Συμβούλιο Εφετών για να παράσχει διευκρινήσεις σε σχέση με τις κατηγορίες οι οποίες τον βαρύνουν σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ., με το σκεπτικό ότι έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς, με τα υπομνήματα που έχει καταθέσει σχετικά στερεί από το προσβαλλόμενο βούλευμα και κατά το κεφάλαιο τούτο την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατ' άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ενώ συγχρόνως συνιστά και αρνητική υπέρβαση εξουσίας κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στ Κ.Π.Δ. Μάλιστα εν προκειμένω δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 18 του Ν. 3904/23-12-2010, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο ενός από τους διαδίκους εφόσον υποβάλλει σχετικό αίτημα είναι πλέον υποχρεωτική. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει με βάση τις ανωτέρω σκέψεις και τους λόγους που έχουν αναφερθεί ήδη να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και να αναπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο σε Συμβούλιο η προκειμένη υπόθεση συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, προκειμένου να εξεταστούν εκ νέου οι λόγοι εφέσεως που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 243/5-7-2010 έκθεση εφέσεως του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κάτω από το πρίσμα των επισημάνσεών μας όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω 1) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ 162/27-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Τ. του Σ. και Μ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2631/7-12-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, να ακυρωθεί συνεπεία των ουσιωδών παραλείψεων που έχουν προαναφερθεί και επισημανθεί διότι έχει ως εκ τούτου παραβιαστεί αναμφισβήτητα το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., και συγκεκριμένα ως προς τους λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και υπερβάσεως εξουσίας διότι δέχθηκε αφενός ότι δεν συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας η μη γνωστοποίηση στον κατηγορούμενο, της ενεργουμένης κατά την διάρκεια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανακρίσεως βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης που τον συνδέει με τις φερόμενες ως διαπραχθείσες από αυτόν δέκα οκτώ (18) περιπτώσεις ληστειών για τις οποίες άλλωστε παραπέμπεται, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να ασκήσει το εκ των άρθρων 204-208 ΚΠΔ παρεχόμενο σε αυτόν δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου και να μην είναι έτσι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τις κατηγορίες αυτές. Πράγμα που επιβάλλει την επανάληψη της βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης κατ' άρθρο πλέον του 183 Κ.Π.Δ. λόγω ακυρότητας της προηγούμενης, ώστε να μην στερηθεί ο κατηγορούμενος από το δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου κατά την διενέργεια αυτής για να δυνηθεί να αντικρούσει ενδεχομένως το τυχόν επιβαρυντικό γι' αυτόν πόρισμα της νέας βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης. Και αφετέρου διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναιτιολόγητα και καθ' υπέρβαση εξουσίας απέρριψε σιγή το αίτημα του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), που διατυπώθηκε και ως λόγος εφέσεως, περί διενεργείας συμπληρωματικής (περαιτέρω) ανακρίσεως, προκειμένου να ανατεθεί σε υπάλληλο της Διώξεως Εγκλημάτων κατά της ζωής που να έχει ειδικές γνώσεις και να μην έχει συμμετάσχει στην ενεργηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, για να συγκρίνει το φωτογραφικό υλικό, όπως αυτό προέκυψε από την τεχνική επεξεργασία των ψηφιακών δίσκων, στους οποίους καταγράφηκαν μέσω κλειστών κυκλωμάτων εικονοσκοπήσεις από ληστείες, που διεπράχθησαν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, κατά την οποία φέρεται να έδρασε και ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), καθώς και το αντίστοιχο φωτογραφικό υλικό που αφορά ύποπτους δράστες για τις ληστείες αυτές, το οποίο τηρείται στα αρχεία της εν λόγω υπηρεσίας (Διώξεως Εγκλημάτων κατά της ζωής), προκειμένου να διαπιστωθεί η ταύτιση ή μη του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) με το υλικό αυτό για το οποίο και κατηγορείται. Περαιτέρω να επιτραπεί στον κατηγορούμενο εφόσον το ζητήσει να εμφανιστεί στο Συμβούλιο προκειμένου να δώσει οποιεσδήποτε κρίνει αυτός αναγκαίες διευκρινήσεις, καθόσο η τήρηση της εν λόγω διαδικασίας συμβάλλει σημαντικά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. 2) Να αναπεμφθεί η προκειμένη υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο σε Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για να εξεταστούν εκ νέου οι λόγοι εφέσεως του κατηγορουμένου σύμφωνα με τις ανωτέρω επισημάνσεις μας. Αθήνα 28 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Την παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα: α)απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 243/5-7-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ.1809/18-6-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα οριστεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, β) ληστεία τετελεσμένη και σε απόπειρα από κοινού και κατά συρροή, γ) επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, δ) παράνομη οπλοφορία κατ' εξακολούθηση, ε) παράνομη οπλοχρησία κατ' εξακολούθηση, και, στ) άσκοποι πυροβολισμοί κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 42, 45, 94, 98, 299 παρ. 1, 309-308, 380 παρ. 1 Π.Κ., και άρθρο 1 παρ. 1 στοιχείο α', 10 παρ. 1, 13α, 12 παρ. 1α και 2α, 14 του Ν. 2168/1993) και β)απορρίφθηκε ως απαράδεκτη άλλη, η με αριθμό 257/15-7-2010, έφεσή του, κατά τον 1885/2010 βουλεύματος του αυτού πρωτόδικου Συμβουλίου, που διόρθωσε το πρωτόδικο (1809/10) βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Επομένως, η κρινόμενη με αριθμό 162/10 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 27-12-2010 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε (δημοσιεύτηκε) στις 14-12-2010, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 34 του Ν. 3904/23-12-2010 και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 έδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές του σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων απολογία κατηγορουμένου και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-6-2009 και περί ώρα 12.15" οι αστυνομικοί της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Αττικής Κ. Τ. και Θ. Τ. μετέβησαν στην οδό ... στην Αθήνα, προκειμένου να μεταφέρουν στο Α.Τ. Πατησίων τη Μ. Κ., καθόσον αυτή αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ οι αστυνομικοί με τη Μ. Κ. κινούνταν με το υπ' αριθμ. ΕΑ ... περιπολικό στην οδό Ολύνθου, έχοντας σε λειτουργία το φωτεινό φάρο του περιπολικού, ένα τρόλεϊ, που κινούταν επί της οδού Χαλκίδος, τους παραχώρησε προτεραιότητα, προκειμένου να στρίψουν αριστερά επί της οδού αυτής. Τότε, μία μοτοσικλέτα, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ και χρώματος μπλε, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, που κινούταν στην ίδια κατεύθυνση με το τρόλεϊ και στην οποία επέβαιναν δύο άτομα, προσπέρασε το τρόλεϊ, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το περιπολικό, το οποίο είχε ήδη εισέλθει στην οδό Χαλκίδας. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και οι επιβαίνοντες σε αυτή να πέσουν στο οδόστρωμα. Οι αστυνομικοί βγήκαν από το περιπολικό για να διαπιστώσουν αν τα δύο άτομα είχαν χτυπήσει και να παράσχουν την απαιτούμενη βοήθεια, δοθέντος ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφερε κηλίδες αίματος στη λευκή κοντομάνικη μπλούζα, που φορούσε. Μόλις τα προαναφερόμενα άτομα αντιλήφθηκαν τους αστυνομικούς να εξέρχονται από το περιπολικό, εγκατέλειψαν τη μοτοσικλέτα και άρχισαν να τρέχουν πεζοί προς την οδό Ολύνθου. Οι αστυνομικοί θεώρησαν εύλογα ότι τα άτομα αυτά ήταν ύποπτα λόγω της συμπεριφοράς τους και κινήθηκαν πεζοί προς το μέρος τους, φωνάζοντας "ακίνητοι". Τα δύο άτομα δεν υπάκουσαν και άρχισαν να τρέχουν, προκειμένου να ξεφύγουν. Κατά την καταδίωξή τους από τους αστυνομικούς και ενώ οι ύποπτοι βρίσκονταν σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου από τους αστυνομικούς, ο οδηγός της μοτοσικλέτας με τη λευκή ματωμένη μπλούζα, έβγαλε το κράνος του, το πέταξε μακριά και, αφού σταμάτησε, γύρισε το σώμα του σε πλάγια θέση, πρότεινε με το δεξί χέρι όπλο, που έφερε, σημάδεψε τους αστυνομικούς, έχοντας το χέρι του σε ευθεία γραμμή και πυροβόλησε μία φορά προς το μέρος των αστυνομικών, ενώ ο άλλος ύποπτος συνέχισε να απομακρύνεται τρέχοντας. Οι αστυνομικοί δεν ανταπέδωσαν τα πυρά, διότι στο χώρο υπήρχαν ανυποψίαστοι πολίτες, συνέχισαν όμως να ακολουθούν τους δράστες, λαμβάνοντας μέτρα αυτοπροστασίας και καλώντας ταυτόχρονα το κέντρο, για να σταλούν ενισχύσεις. Στο τέρμα της οδού Ολύνθου, τα δύο άτομα χωρίστηκαν και αυτός, που πυροβολούσε, έστριψε αριστερά προς το ρέμα του ποταμού Κηφισού, ενώ το άλλο άτομο κατευθύνθηκε προς την οδό Ανθέων. Οι αστυνομικοί συνέχισαν να καταδιώκουν τον οδηγό της μοτοσικλέτας, που τους πυροβόλησε, ο οποίος πλέον κινούταν επί της οδού Πανδίωνος, φωνάζοντάς του να παραδοθεί και να πετάξει το όπλο. Το άτομο εισήλθε σε μία αλάνα, στην οποία υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, οπότε γύρισε και πάλι προς το μέρος των αστυνομικών και τους πυροβόλησε μία φορά, ενώ οι αστυνομικοί, προ του κινδύνου της σωματικής τους ακεραιότητας, καλύφθηκαν πίσω από τα σταθμευμένα οχήματα, με αποτέλεσμα να χάσουν την οπτική επαφή τους με το δράστη. Στη συνέχεια, ο δράστης πέρασε απέναντι το ρέμα του Κηφισού προς την πλευρά της Λεωφ. Δεκελείας, όπου έσπρωξε τον Κ. Κ., ο οποίος διερχόταν από το σημείο αυτό με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα του, με σκοπό να του την αφαιρέσει για να διαφύγει. Ο Κ. όμως, κατάφερε να τον απωθήσει, με αποτέλεσμα ο δράστης να συνεχίσει να τρέχει πεζός επί της Λεωφ. Δεκέλειας. Στο μεταξύ, στο σημείο προσέτρεξαν οι αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης Α. Κ. και Γ. Α., οι οποίοι καταδίωξαν το δράστη και κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν σε μικρή απόσταση από τη Λεωφ. Δεκέλειας επί της οδού Κρήτης, οπότε ο δράστης πέταξε το όπλο, έπεσε κάτω και συνελήφθη, οπότε διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω άτομο ήταν ο εκκαλών Α. Τ.. Το όπλο περισυνέλεξε ο ιδιώτης Φ. Π. - Α., ο οποίος είχε παρακολουθήσει το συμβάν, είχε δει το δράστη να το πετά και το παρέδωσε στους αστυνομικούς, ακολούθως δε τα όπλο κατασχέθηκε με την από 15-6-2009 έκθεση κατάσχεσης του Υ/Α Π. Κ.. Πρόκειται για ένα πιστόλι με αλλοιωμένο αριθμό σειράς, τύπου ΜΑΚΑROV, το οποίο έφερε γεμιστήρα, που περιείχε τέσσερα φυσίγγια, διαμετρήματος 9 ΜΜ, καθώς και ένα φυσίγγιο στη θαλάμη του, έτοιμο για χρήση. Σε αυτοψία, που διενεργήθηκε στην περιοχή που έλαβε χώρα το περιστατικό, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, συνταχθείσας της από 15-6-2009 έκθεσης αυτοψίας και κατάσχεσης του Υ/Α Ι. Σ. : α) η μοτοσικλέτα, που εγκατέλειψε ο δράστης, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ, R-6, χρώματος μπλε, με αριθμό πλαισίου ..., άνευ αριθμού κυκλοφορίας και β)ένα σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, μάρκας Ο' ΝΕIL, εντός του οποίου υπήρχαν μια κουκούλα προσώπου, χρώματος μαύρου, μία κουκούλα προσώπου, χρώματος πράσινου, ένα ακουστικό κινητού τηλεφώνου και ένα κράνος μοτοσικλέτας, χρώματος ασημί. Όλα τα περιστατικά αυτά επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους οι αστυνομικοί Κ. Τ., Θ. Τ. και Α. Κ., καθώς και οι αυτόπτες μάρτυρες Κ. Κ., Φ. Π. - Α., K. E. και Μ. Κ.. Από την εργαστηριακή εξέταση του πιστολιού και των φυσιγγίων, που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Β' Ν. Ν., διαπιστώθηκε ότι αυτό σχετίζεται και με άλλες αξιόποινες πράξεις, καθώς αυτό είναι το όπλο, με το οποίο έχουν πυροδοτηθεί πειστήριοι κάλυκες σε ένοπλες ληστείες, που είχαν διαπραχθεί στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι στις 29-11-2008 δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν από τη βοηθητική πόρτα εισόδου στο επί της Πλατείας Ηρώων Πολυτεχνείου 24, στη Νέα Πεντέλη, κατάστημα σούπερ-μάρκετ, με την επωνυμία "ΜΥ ΜΑRΚΕΤ", και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιού τους υπαλλήλους, απαίτησαν να τους παραδώσουν τα χρήματα των ταμείων. Ο διευθυντής του καταστήματος Π. Μ. τους απάντησε ότι τα χρήματα έχουν τοποθετηθεί στο χρηματοκιβώτιο και, τότε, ένας από τους δράστες τον πυροβόλησε μία φορά στο κεφάλι. Στη συνέχεια, οι δράστες εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Ο παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Εντός του χώρου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας, που προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 7,65 mm, κατασκευής της εταιρίας "COMPANJIA BRASILEIRA DE CARTUCHOS" Βραζιλίας και ένα θραύσμα βολίδας (FMJ), φυσιγγίου διαμετρήματος 7,65 mm. ΟΙ παραπάνω κάλυκας και βολίδα έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο όπλο, από το οποίο πυροδοτήθηκαν κάλυκας και βολίδα, που σχετίζονται με διάφορες άλλες ληστείες και συγκεκριμένα αυτές σε βάρος του καταστήματος "ΡIΖΖΑ FUΝ" στις 26-1-2009, σε βάρος του "S/M ΑΤΛΑΝΤIΚ" στους Αμπελόκηπους στις 21-2-2009, σε βάρος, του πρακτορείου ΠΡΟΠΟ επί της οδού Τριών Ιεραρχών στις 22-2-2009, σε βάρος του "S/Μ ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στο Χαλάνδρι στις 25-2-2009, σε βάρος του "S/M ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" στις 25-2-2009, σε βάρος του "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στην Πετρούπολη στις 28-3-2009, σε βάρος του "S/M ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στη Λυκόβρυση στις 4-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ" στα Πατήσια στις 9-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στα Βριλήσσια στις 10-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στη Ν. Ιωνία στις 10-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, σε βάρος του "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" στα Καμίνια στις 11-4-2009 και σε βάρος του ΕΔΟΕΑΠ στις 28-4-2009 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21004-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Ειδικότερα, 1) Στις 26-1-2009 δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Πετρουπόλεως 53 στο Ίλιον κατάστημα "ΡΙΖΖΑ FUΝ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, με την απειλή των πιστολιών, αφού ακινητοποίησαν τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από το ταμείο και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 10.240 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν πεζοί. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία παραμορφωμένη βολίδα. Οι παραπάνω κάλυκας και βολίδα έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο όπλο από το οποίο πυροδοτήθηκαν κάλυκας και βολίδα, που σχετίζονται με τις πιο πάνω αναφερόμενες ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/2020787-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 2) Στις 21-2-2009, δύο δράστες εισήλθαν, φορώντας κράνη, στο επί της οδού Δημητσάνας 25 στους Αμπελόκηπους κατάστημα "S/Μ ΑΤΛΑΝΤΙΚ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τρία ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.806,27 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος, πυροβόλησαν μία φορά στον αέρα για εκφοβισμό και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού και χρώματος μαύρου. Εξωτερικά του χώρου του καταστήματος βρέθηκε ένας κάλυκας, ο οποίος προέρχεται από το ίδιο όπλο, που χρησιμοποιήθηκε στις παραπάνω ληστείες, 3) Στις 22-2-2009, δύο δράστες, που φορούσαν κράνη και κρατούσαν πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Τριών Ιεραρχών 4-6 στα Πετράλωνα πρακτορείο ΟΠΑΠ. Ο ένας δράστης πυροβόλησε δύο φορές τα πόδια του ιδιοκτήτη του πρακτορείου Δ. Μ. και, ακολούθως, αφού με την απειλή των πιστολιών ακινητοποίησαν τους παρευρισκόμενους πελάτες, αφαίρεσαν από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 1.950 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μεγάλου κυβισμού, χρώματος μούρου ή γκρι. Ο παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΛΑΪΚΟ, όπου παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι την 25-2-2009. Εντός του χώρου του πρακτορείου βρέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από το ίδιο προαναφερόμενο όπλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και σης προαναφερόμενες ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21180-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 4) Στις 25-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Πεντέλης και Χλόης στο Μαρούσι κατάστημα "S/Μ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.845 ευρώ. Κατά την έξοδο τους από το κατάστημα, ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο αριστερό κάτω άκρο η διευθύντρια του καταστήματος Κ. Μ.. Ακολούθως, διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Η παθούσά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε κάλυκας και βολίδα, που προέρχονται από το ίδιο όπλο, που χρησιμοποιήθηκε στις πιο πάνω ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21035-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 5) Στις 25-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας όπλα, εισήλθαν στο επί της οδού Μεταμορφώσεως στο Χαλάνδρι "S/Μ ΑΤΛΑΝΤΙΚ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μια φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή των πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τρία ταμεία το χρηματικό ποσό των 1,324,07 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε μία βολίδα, που έχει βληθεί από την κάνη του ίδιου όπλου, το οποίο αναφέρεται παραπάνω (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/20968-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 6) Στις 3-3-2009, δυο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας όπλα, εισήλθαν στο επί της οδού Σεβαστουπόλεως 70 στους Αμπελόκηπους ΜΙΝΙ ΜΑΚΚΕΤ "ΡRΟΤΟΝ". Ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή όπλων τον ιδιοκτήτη και τη μητέρα του, αφαίρεσαν από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν πεζοί. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κάλυκας, ο οποίος προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm, κατασκευής της εταιρίας ΗIRTENBERGER Α.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου ΜΑΚΑROV, διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής. Τα ίδια όπλο είναι αυτό, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης στις 15-6-2009 και χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά στις 20-2-2009, στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/Μ ΑΤΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, όπου επίσης χρησιμοποιήθηκε και το άλλο όπλο, που αναφέρεται πιο πάνω, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21020-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 7) Στις 28-3-2009, δύο δράστες, από τους οποίους ο ένας φορούσε κράνος και ο άλλος κουκούλα, εισήλθαν από τη βοηθητική πόρτα εισόδου στο επί της οδού Ανατολικής Ρωμυλίας 23 στην Πετρούπολη κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, απαίτησαν να τους παραδώσουν τα χρήματα των ταμείων. Οι υπάλληλοι τους απάντησαν ότι τα χρήματα είχαν τοποθετηθεί στο χρηματοκιβώτιο και, τότε, ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το ίδιο πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21140-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 8) Στις 4-4-2009, δύο δράστες, οι οποίοι φορούσαν κράνη και επέβαιναν σε δύο δίκυκλες μοτοσικλέτες μπλε και μαύρου χρώματος αντίστοιχα, μετέβησαν στο επί της Λεωφ. Αμαρουσίου 23 στη Λυκόβρυση κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Οι δύο δράστες εισήλθαν εντός του καταστήματος ενώ ένας τρίτος παρέμεινε εξωτερικά πάνω στη μοτοσικλέτα. Ο ένας από τους δράστες, που εισήλθαν στο κατάστημα, πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα επτά ταμεία το χρηματικό ποσό των 8.923 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με τις μοτοσικλέτες. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P.(βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/12/21274-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 9) Στις 9-4-2009, δύο δράστες κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Π. Μακρή 5 στα Πατήσια κατάστημα "S/Μ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ" . Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στον αέρα για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.500 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, πού προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. ( βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21242-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 10) Στις 10-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Αγ. Αντωνίου και Τενέδου στα Βριλήσσια κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 4.540 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/12/21154-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 11) Στις 10-4-2009, δύο δράστες φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών Κασταμονής και Αλαμάνας στη Νέα Ιωνία κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝITHΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 7.500 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με άγνωστο μέσο. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21183-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 12) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Ανατολικής Ρωμυλίας στην Πετρούπολη κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 5.720 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το ίδιο όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21173-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 13) Στις 11-4- 2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Περικλέους 26 στην Πετρούπολη κατάστημα "S/Μ ΑΤΛΑΝΤIΚ" . Εκεί, αφού πυροβόλησαν από μία φορά ο καθένας για εκφοβισμό, ακινητοποίησαν πελάτες και υπαλλήλους και αφαίρεσαν από τα πέντε ταμεία το χρηματικό ποσό των 2.256 ευρώ . Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο κάλυκες, ο ένας εκ των οποίων προέρχεται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm, κατασκευής της εταιρίας ΗΙRTENBERGER A.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου ΜΑΚΑROV, διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής. Το ίδιο όπλο είναι αυτό, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης στις 15-6-2009 και χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά και στις 3-3-2009 στην ένοπλη ληστεία σε βάρος του ΜΙΝΙ ΜΑRΚΕΤ "ΡRΟΤΟΝ" στους Αμπελόκηπους. Ο άλλος κάλυκας προέρχεται από το άλλο όπλο, που αναφέρεται παραπάνω, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. και χρησιμοποιήθηκε στις πιο πάνω ληστείες (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21174-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 14) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Λ. Θηβών 199 στα Καμίνια Πειραιά κατάστημα "S/Μ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ". Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 20.751,49 ευρώ. Στη συνέχεια, εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ.3022/13/21175-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 15) Στις 11-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνος και καπέλο, τύπου τζόκεϊ, αντίστοιχα και κρατώντας πιστόλια, εισήλθαν στο επί της οδού Δεκρών 26 στη Ν. Ιωνία κατάστημα "S/Μ DΙΑ" . Ο ένας δράστης πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.382.98 ευρώ. Στη συνέχεια εξήλθαν του καταστήματος και διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσικλέτα. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21182-α από 23-6- 2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 16) Στις 28-4-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν στον αύλειο χώρο του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης, που βρίσκεται επί της οδού Σισίνη 18 και Ηριδανού στην Αθήνα. Ο ένας δράστης ακινητοποίησε με την απειλή πιστολιού τον υπάλληλο ασφαλείας στην είσοδο του κτιρίου, ενώ ο δεύτερος κατευθύνθηκε στο ισόγειο, όπου βρίσκονται τα γραφεία και το ταμείο. Ο τελευταίος, αφού ακινητοποίησε με την απειλή πιστολιού πελάτες και υπαλλήλους, αφαίρεσε από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 20.425,16 ευρώ. Κατά την έξοδο του από τα γραφεία, πυροβόλησε μία φορά στην οροφή για εκφοβισμό και, ακολούθως, μαζί με τον άλλο δράστη διέφυγαν, επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, μαύρου χρώματος. Εντός του αύλειου χώρου και των γραφείων βρέθηκε και κατασχέθηκε ένας κάλυκας, που προέρχεται από το πιο πάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm A.C.P. (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/13/21273-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), 17) Στις 20-2-2009, δύο δράστες, φορώντας κράνη,. εισήλθαν στο επί της οδού Αχαρνών 80 στην Κηφισιά κατάστημα "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" και, αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών τους υπαλλήλους, αφαίρεσαν από τα χρηματοκιβώτια το ποσό των 19.180 ευρώ. Κατά την έξοδο τους από το κατάστημα, ο ένας από τους δράστες πυροβόλησε μία φορά στη βιτρίνα του καταστήματος για εκφοβισμό και ακολούθως, διέφυγαν επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, μεγάλου κυβισμού, χρώματος μαύρου και τύπου street. Εντός του χώρου του καταστήματος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένας κάλυκας και μία βολίδα, που προέρχονται από πυροδοτημένο φυσίγγιο, διαμετρήματος 9 mm κατασκευής της εταιρίας ΗΙRTENBERGER A.G. Αυστρίας και πυροδοτήθηκε από πιστόλι τύπου ΜΑΚΑROV διαμετρήματος 9 mm, βουλγαρικής κατασκευής, δηλαδή το ίδιο όπλο, που κατείχε ο εκκαλών, με το οποίο πυροβόλησε κατά των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης και το οποίο χρησιμοποιήθηκε σε δύο ακόμη ένοπλες ληστείες, όπως αυτές υπό στοιχεία "6" και "13" προαναφέρονται (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 3Θ22/13/21008-α από 23-6-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Σύμφωνα με τα από 28-4-2009, 12-5-2009 και 16-6-2009 ενημερωτικά σημειώματα της ΔΕΕ/Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων, το πιστόλι, που κατείχε ο εκκαλών, έχει πυροδοτήσει τους κάλυκες και βολίδες που βρέθηκαν στους χώρους των ενόπλων ληστειών, οι οποίες διαπράχθηκαν σε βάρος του ΜΙΝΙ ΜΑΚΚΕΤ "ΡRΟΤΟΝ" στους Αμπελόκηπους στις 3-3-2009, σε βάρος του "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά στις 20-2-2009 και σε βάρος του "S/M ATΛΑΝΤΙΚ" στην Πετρούπολη στις 11-4-2009, ενώ ο άλλος κάλυκας, που βρέθηκε στον τόπο της τελευταίας αυτής ληστείας στις 11-4-2009 πυροδοτήθηκε από το άλλο όπλο, με το οποίο έχουν πυροδοτηθεί οι βολίδες και κάλυκες, που βρέθηκαν στον τόπο τέλεσης των υπόλοιπων ληστειών. Σε δύο από τις παραπάνω περιπτώσεις ληστειών και, συγκεκριμένα, σε αυτήν που τελέστηκε στις 25-2-2009 στο Μαρούσι Αττικής σε βάρος του "S/Μ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" και σε αυτήν που τελέστηκε στις 20-2-2009 στην Κηφισιά Αττικής σε βάρος του "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ", όπου σημειώνεται ότι βρέθηκε φυσίγγιο, που πυροδοτήθηκε από το όπλο που κατείχε ο εκκαλών, τα καταστήματα διέθεταν κλειστό κύκλωμα καταγραφής. Από το βιντεοσκοπικό υλικό και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά και από τις καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, διαπιστώνεται ότι ο ένας από τους δύο δράστες, που συμμετείχαν και στις δύο ληστείες, φορούσε ένα χαρακτηριστικό μπουφάν, το οποίο ήταν από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύφος του στήθους και πάνω χρώματος γκρι, διαχωριζόμενο με μία άσπρη ρίγα κατά μήκος όλου του μπουφάν και παντελόνι σκούρου χρώματος, τα οποίο έφερε στα πλαϊνά του μέρη δύο άσπρες κάθετες ρίγες και ο άλλος φορούσε κράνος, χρώματος ασημί, το οποίο έφερε στο μέσο του μία μαύρη ρίγα. Από την αξιοποίηση των ευρημάτων αυτών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εκκαλών κατά την καταδίωξη του στις 15-6-2009, οπότε πυροβόλησε εναντίον των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης, εγκατέλειψε, όπως προεκτέθηκε, ένα σακίδιο με το σήμα της Ο' ΝΕIL, χρώματος μπλε, εντός του οποίου υπήρχαν κουκούλες προσώπου και ένα κράνος μοτοσικλέτας ασημί, προκύπτεί ότι ο εκκαλών είναι ο ένας από τους δράστες και άλλων ληστειών και συγκεκριμένα : α) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 25-2-2009 στο Μαρούσι Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/Μ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" επί της οδού Ακακιών 31 και με την απειλή πιστολιών αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 1.846 ευρώ, β) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 30-3-2009 στο Μαρούσι Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΙ" επί της οδού Μ. Αλεξάνδρου και Β. Ηπείρου, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον διευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο, και αφαίρεσε τα χρήματα, που περιείχε αυτό, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού αφαίρεσε από τα ταμεία, τα χρήματα που βρήκε εκεί, και συνολικά αφαίρεσαν το συνολικό ποσό των 8.250,65 ευρώ, διαφεύγοντας με μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, γ) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 30-3-2009 στην Πεύκη Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" επί της Λεωφ. Ειρήνης 42, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον υποδιευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο και αφαίρεσε τα χρήματα που περιείχε αυτό, συνολικού ποσού 13.346 ευρώ, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού ακινητοποίησε τον υπάλληλο, διαφεύγοντας στη συνέχεια με άγνωστο μέσο, δ) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 13-1-2009 στην Πεύκη Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" επί της Λεωφ. Ειρήνης 42, όπου ο ένας με την απειλή πιστολιού οδήγησε τον υποδιευθυντή στο γραφείο, όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο και αφαίρεσε τα χρήματα που περιείχε αυτό, συνολικού ποσού 7.250 ευρώ, καθώς και κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας κινητών τηλεφώνων, συνολικής αξίας 1.202 ευρώ, ενώ ο δεύτερος με την απειλή πιστολιού ακινητοποίησε τον υπάλληλο, διαφεύγοντας στη συνέχεια με άγνωστο μέσο και ε) της ληστείας, που διαπράχθηκε στις 27-3-2009 στη Μεταμόρφωση Αττικής, όταν δύο δράστες εισήλθαν στο "S/Μ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ" επί της οδού Ε. Παπανδρέου 146 και με την απειλή πιστολιών αφαίρεσαν από τα ταμεία και το χρηματοκιβώτιο το χρηματικό ποσό των 6.625 ευρώ. Στις πέντε παραπάνω ληστείες, όπως προκύπτει από το βιντεοσκοπικό υλικό και τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, ο ένας δράστης φορούσε χαρακτηριστικό μπουφάν, το οποίο ήταν από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύψος του στήθους και πάνω χρώματος γκρι, διαχωριζόμενο με μία άσπρη ρίγα κατά μήκος του όλου μπουφάν, και παντελόνι σκούρου χρώματος, το οποίο έφερε στα πλαϊνά του μέρη δύο άσπρες ρίγες, και ο άλλος δράστης φορούσε κράνος χρώματος ασημί με μαύρη ρίγα στο μέσο αυτού. Σε δύο από τις προαναφερόμενες πέντε ληστείες, δηλαδή στις ληστείες που διαπράχθηκαν στις 30-3-2009, στα "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στο Μαρούσι και στην Πεύκη Αττικής αντίστοιχα, ο ένας δράστης έφερε σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, με το σήμα της Ο' ΝΕIL, όπου τοποθετούσε τα αφαιρεθέντα χρήματα, ίδιο δηλαδή με αυτό που εγκατέλειψε ο εκκαλών στον τόπο του εγκλήματος σε βάρος των αστυνομικών στις 15-6-2009. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι ληστείες, που διαπράχθηκαν στο Μαρούσι Αττικής σε βάρος του "S/Μ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ", επί της συμβολής των οδών Πεντέλης και Χλόης και επί της οδού Ακακιών 31, διαπράχθηκαν με διαφορά είκοσι λεπτών, καθώς η πρώτη τελέστηκε περί ώρα 20.40" και η δεύτερη περί ώρα 21.00, ενώ η αμφίεση των δραστών και στις δύο ληστείες είναι η ίδια. Με βάση όσα προεκτέθηκαν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο εκκαλών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμπεται ενώπιον του ακροατηρίου του Μ.Ο.Δ. Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα. Ειδικότερα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι στις 15-6-2009 ο κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αποπειράθηκε να θανατώσει τους αστυνομικούς, που τον καταδίωκαν, Κ. Τ. και Θ. Τ., πυροβολώντας εναντίον τους δύο φορές με το παραπάνω πιστόλι, με αλλοιωμένο αριθμό σειράς, τύπου ΜΑΚΑROV . Η πράξη του εκκαλουντα δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά αίτια και ειδικότερα, καθόσον αρχικά αστόχησε και στη συνέχεια οι αστυνομικοί κατόρθωσαν να καλυφθούν πίσω από αυτοκίνητα, ακολούθως δε ο εκκαλών συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς, που προσέτρεξαν στο σημείο αυτό. Ο εκκαλών αρνείται την πράξη του αυτή, χωρίς όμως να δίνει πειστικές εξηγήσεις, αφού έχει υποπέσει σε αντιφάσεις, καθόσον α) κατά την από 18-6-2009 απολογία του ενώπιον της 23ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών δήλωσε ότι θόλωσε και πυροβόλησε με την πλάτη προς τους αστυνομικούς και με την κάνη στραμμένη προς το έδαφος μόνο μία φορά, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, β)κατά την από 25-11-2009 απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας δήλωσε ότι άρχισε να τρέχει χωρίς να καταλάβει καλά - καλά τι είχε συμβεί και κάπου εκεί εκπυρσοκρότησε το όπλο και γ) κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών την 21-12-2009 δήλωσε ότι πήρε το όπλο για να το κρύψει από την αστυνομία γιατί φοβήθηκε, ότι δεν είχε σκοπό να διαφύγει και ότι δεν κατάλαβε ότι πυροβόλησε, ενώ με τα υπομνήματα της έφεσής του δήλωσε ότι πυροβόλησε προς τα έδαφος και μόνον για εκφοβισμό και αποτροπή των αστυνομικών να τον καταδιώξουν. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα ότι δεν επιθυμούσε να θανατώσει τους παραπάνω αστυνομικούς δεν ευσταθούν, ενόψει όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως του γεγονότος ότι πυροβόλησε εναντίον τους δύο φορές σκοπεύοντας προς αυτούς, ήδη μάλιστα από την πρώτη φορά, παρότι ήταν τραυματισμένος, έβγαλε πρώτα το κράνος που φορούσε και μετά πυροβόλησε, προφανώς για να πετύχει καλύτερα το στόχο του, δηλαδή τους παθόντες, καθώς και του ότι το όπλο που πέταξε ο εκκαλών βρέθηκε, όπως προεκτέθηκε, να περιέχει 4 φυσίγγια, καθώς και ένα φυσίγγιο στη θαλάμη του που ήταν έτοιμο για χρήση. Εξάλλου, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο εκκαλών συμμετείχε με άγνωστο άτομο σε όλες τις προπεριγραφόμενες ληστείες, αφού το πιστόλι, που κατείχε ο εκκαλών στις 15-6-2009 και με το οποίο πυροβόλησε εναντίον των αστυνομικών, χρησιμοποιήθηκε στις ένοπλες ληστείες, που διαπράχθηκαν στις 3-3-2009 στο ΜΙΝΙ ΜΑRΚΕΤ "ΡRΟΤΟΝ" στους Αμπελόκηπους, στις 20-2-2009 στο "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στην Κηφισιά και στις 11-4-2009 στο "S/Μ ΑΤΛΑΝTIΚ" στην Πετρούπολη, αφού οι κάλυκες και οι βολίδες, που βρέθηκαν στους χώρους των ληστειών, έχουν πυροδοτηθεί από το εν λόγω όπλο. Μάλιστα, το γεγονός ότι στο χώρο της από 11-4-2009 ληστείας του "S/Μ ΑΤΛΑΝΤIΚ" στην Πετρούπολη βρέθηκε κάλυκας, o οποίος είχε πυροδοτηθεί από το δεύτερο παραπάνω όπλο, διαμετρήματος 7,65 mm, που χρησιμοποιήθηκε στις λοιπές προαναφερόμενες ληστείες, όπως προκύπτει από τις βολίδες και τους κάλυκες, που βρέθηκαν στους τόπους τέλεσης τους, συνδέει επαρκώς τον εκκαλούντα με τις εν λόγω λοιπές ληστείες. Παρατηρείται ακόμη ότι, στις περιπτώσεις των ληστειών, που διαπράχθηκαν στις 30-3-2009 στα "S/Μ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ" στο Μαρούσι και στην Πεύκη Αττικής, ο ένας δράστης έφερε σακίδιο πλάτης, χρώματος μπλε, με το σήμα της Ο' ΝΕIL, το οποίο χρησιμοποιούσε για να τοποθετεί τα αφαιρεθέντα χρήματα, δηλαδή το ίδιο που εγκατέλειψε ο εκκαλών στο έδαφος μετά τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το περιπολικό στις 15-6-2009. Επιπλέον, σε όλες τις επίδικες ληστείες, οι δράστες δρούσαν με την ίδια μέθοδο, εισερχόμενοι κατά κανόνα σε σούπερ μάρκετ, ενώ φορούσαν συνήθως κράνη (ή μερικές φορές κουκούλα ή καπέλο τύπου τζόκεϊ) και σκούρα ρούχα, φέροντας όπλα, με τα οποία πυροβολούσαν στις περισσότερες περιπτώσεις και με την απειλή των οποίων εξανάγκαζαν τους παρευρισκόμενους υπαλλήλους ή πελάτες να παραμείνουν αδρανείς. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε όλες τις εν λόγω ληστείες, ο ένας δράστης ήταν ψηλότερος και ο άλλος πιο κοντός, ύψους 1,75-1,80 μ., καθώς και ότι ο ένας δράστης φορούσε το προπεριγραφόμενο μπουφάν από το ύψος του στήθους και κάτω χρώματος μαύρου και από το ύψος του στήθους και πάνω (χρώματος γκρι), που απεικονίζεται στις συνημμένες φωτογραφίες και ιδίως στη ληστεία, που έγινε στις 3-3-2009 στο ΜΙΝΙ ΜΑRΚΕΤ "ΡRΟΤΟΝ" και στην οποία βρέθηκε κάλυκας, πυροδοτημένος από το όπλο, που έφερε ο εκκαλών στις 15-6-2009. Περαιτέρω, ο αδίστακτος τρόπος, με τον οποίο ο εκκαλών πυροβόλησε δύο φορές κατά των αστυνομικών στις 15-6-2009, καταδεικνύει ότι αυτός γνώριζε να χρησιμοποιεί πιστόλι, ότι η πράξη αυτή δεν ήταν ασύμβατη με τον χαρακτήρα του και ότι είχε και στο παρελθόν χρησιμοποιήσει όπλο, τόσο για να πυροβολήσει εν ψυχρώ άλλους (τους Π. Μ. και Δ. Μ.), όσο και για να πυροβολήσει άσκοπα κατά τη διάπραξη των ληστειών, αδιαφορώντας για την αξία της ανθρώπινης ζωής, με μοναδικό κίνητρο την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ο εκκαλών, κατά την αρχική του από 18-6-2009 απολογία, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει διαπράξει αυτός τις ληστείες, που του αποδίδονται, καθόσον το όπλο, που έφερε στις 15-6-2009, το είχε αγοράστε κατά την ημέρα της σύλληψης του από κάποιον Κ. Α., αλβανικής καταγωγής, επειδή ο τελευταίος του πρότεινε να το αγοράσει, εκφράζοντας την ανησυχία του για τη ζωή του εκκαλούντα, επειδή είχαν σκοτώσει τον Γ. Α., που ήταν κουμπάρος του. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε ότι συναντήθηκε με τον εν λόγω αλβανό στην οδό Βεϊκου και Τραλλέων και ότι ο αλβανός, αφού του έδωσε το όπλο, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει με τη μηχανή του σε ένα γυμναστήριο στο Μενίδι. Αντίθετα, κατά την από 30-11-2009 συμπληρωματική απολογία του, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι το πιστόλι βρισκόταν στο σακίδιο, το οποίο είχε στην πλάτη του ο συνεπιβάτης του και ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενο του, αλλά με τη σύγκρουση το σακίδιο άνοιξε και έπεσε το πιστόλι έξω, ο δε εκκαλών φοβήθηκε ότι το είχαν δει οι αστυνομικοί και το πήρε για να το κρύψει. Οι αντιφάσεις του εκκαλούντα και ως προς το θέμα της κατοχής του όπλου αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο τους ισχυρισμούς του, ενώ από το σύνολο των απολογιών και των υπομνημάτων του, που υπέβαλε με την υπό κρίση έφεση του, κρίνεται ότι ήδη αυτός ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις του και εξέθεσε πλήρως τους ισχυρισμούς του, έτσι ώστε να μην παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης με την παρουσία του ενώπιον του Συμβουλίου σας και συνεπώς το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας, κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 114/2009, 247/2009, 552/2009, "ΝΟΜΟΣ"), όπως πρέπει να απορριφθούν και τα αιτήματα του για αναγνώριση ακυροτήτων της προδικασίας (ως προς τη λήψη απολογίας του εκκαλούντα, την παράνομη, κατ' αυτόν, εξακολούθηση και παράταση της προσωρινής του κράτησης και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), πολύ περισσότερο που : α) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εκκαλών στερήθηκε του δικαιώματος του να λάβει γνώση των κατηγοριών που του αποδόθηκαν από τον Ανακριτή και να ασκήσει τα δικαιώματα του κατά την ανάκριση, β) παρότι ο εκκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 22/25-1-10 έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 12/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, μεταξύ άλλων διατάχθηκε η εξακολούθηση της προσωρινής του κράτησης, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω βούλευμα είναι άκυρο, κατόπιν παραιτήθηκε από την πιο πάνω έφεση του, εκδιδομένου του υπ' αριθμ. 948/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που κήρυξε την έφεση αυτή απαράδεκτη και διέταξε την εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος και γ) οι συνημμένες στη δικογραφία εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης (συνταχθείσες με παραγγελία των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων κατά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης) δεν συνιστούν πραγματογνωμοσύνες με την έννοια της διάταξης του άρθρου 183 ΚΠΔ, ώστε να ισχύουν σχετικά με αυτές οι διατάξεις των άρθρων 192 επ. ΚΠΔ ως προς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α)της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κατά συρροή, β) της ληστείας, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από κοινού και κατά συρροή, γ) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συρροή, δ) της παράνομης οπλοφορίας, κατ' εξακολούθηση, ε) της οπλοχρησίας, κατ' εξακολούθηση και στ) των άσκοπων πυροβολισμών, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 42 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 299 παρ.1, 309 - 308 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ και αρθρ. 1 παρ.1 α', 10 παρ.1 και 13 α', 12 παρ. 1 α' και 2 α' και 14 ν. 2168/1993).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, αφού, με πλήρη, αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στη συνέχεια απέρριψε: α)ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 1809/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για τις άνω αξιόποινες πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξη του και β)ως απαράδεκτη άλλη, την 257/15-7-2010 έφεσή του, κατά του 1885/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο διορθώθηκε το διατακτικό του άνω πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, διέλαβε σ' αυτό ως προς την άνω πρώτη απόρριψη την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδικά αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, επιχείρησε πράξη, που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, πλήν όμως, η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του θέληση, αλλά από εξωτερικά αίτια, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, συγκεκριμένα δε, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή των αστυνομικών της Άμεσης Δράσης, Κ. Τ. και Θ. Τ., ενώ βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, οι οποίοι τον καταδίωκαν και τον καλούσαν να σταματήσει, διότι έτρεχε να κρυφτεί και να αποφύγει τη σύλληψή του. Ότι με ένα πιστόλι, που έφερε πάνω του, σημάδεψε αυτούς και έριξε εναντίον τους, έχοντας τον άνω ανθρωποκτόνο σκοπό, ενώ στη συνέχεια πυροβόλησε και πάλι κατ' αυτών, απέτυχε δε να τους φονεύσει, διότι τα άνω άτομα πρόλαβαν να προστατευθούν, καλυπτόμενα πίσω από σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ότι η πράξη αυτή του κατηγορουμένου δεν ολοκληρώθηκε, όχι από τη βούλησή του (κατηγορουμένου), αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θέλησής του, διότι οι αστυνομικοί πρόλαβαν να καλυφθούν, ο δε κατηγορούμενος τελικά συνελήφθη από άλλους καταφθάσαντες αστυνομικούς. Ότι κατά το αυτό χρονικό διάστημα, με δύο τουλάχιστον άτομα, μετά από κοινή απόφαση, αφαίρεσε ή αποπειράθηκε να αφαιρέσει από την κατοχή άλλων, ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, με τη χρήση σωματικής βίας και απειλών, ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής άλλων, δηλαδή ληστείες, τετελεσμένες και σε απόπειρα, 23 τον αριθμό. Ότι στις άνω ληστείες, έφερε παράνομα μαζί του ένα (1) πιστόλι και έκανε χρήση αυτού. Επίσης, ότι προκάλεσε με πρόθεση σε άλλους σωματικές κακώσεις με τρόπο που μπορούσαν να προξενήσουν στους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους ή βαριά σωματική βλάβη, κατά τη διάπραξη των ληστειών, που αναφέρονται στο σκεπτικό. Εξάλλου, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των προβλεπομένων και τιμωρούμενων από τις διατάξεις του αρθρ.12 παρ.1α' και 2α' του Ν. 2168/93, αναφερόμενων δε στο ίδιο βούλευμα, άνω άσκοπων πυροβολισμών από τον αναιρεσείοντα. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι: Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρώντας το Συμβούλιο, ότι δεν απαιτείται η γνωστοποίηση της διεξαγόμενης βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης στον κατηγορούμενο όταν ενεργείται αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, προκειμένου να ασκήσει τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα από τον ΚΠΔ και ειδικότερα, το δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τις πιο πάνω κατηγορίες. Όμως, οι συνταχθείσες κατά τη διενέργεια αστυνομικής προανάκρισης, με παραγγελία των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων, εκθέσεις βαλλιστικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν πραγματογνωμοσύνες κατά την έννοια της ΚΠΔ 183, ώστε να ισχύουν σχετικά με αυτές οι διατάξεις των άρθρων 192 επ.ΚΠΔ, ως προς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται λόγος απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ.1δ' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ.1α' του αυτού Κώδικα, που δεν καλύπτεται κατ' άρθρο 173 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η κατ' άρθρο 200 Α' παρ.1,2 ΚΠΔ διαδικασία, για τη λήψη γενετικού υλικού (D.N.A) του κατηγορουμένου για τη διαπίστωση της ταυτότητας του άγνωστου δράστη άλλων ακόμη ληστειών, διότι το σχετικό πόρισμα της εξέτασης τέτοιου υλικού, απέβη αρνητικό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου. Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη η προδικασία, γιατί όταν κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε πρώτη απολογία, δεν υπήρχε στη δικογραφία όλο το αποδεικτικό υλικό, αφού στις 25-11-2009 που κλήθηκε από τον ανακριτή σε συμπληρωματική απολογία, έλαβε γνώση όλου του αποδεικτικού υλικού, ούτε μπορεί να θεωρηθεί άκυρη η εξακολούθηση της προσωπικής κράτησης, που διατάχθηκε με το υπ' αριθμ.12/7-1-2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, επειδή παραβιάσθηκε η πενθήμερη κατ' άρθρο 287 παρ.1α' ΚΠΔ προθεσμία επίδοσης της κλήσης προς εμφάνιση στο άνω Συμβούλιο του κατηγορουμένου, διότι η κλήτευσή του σε αυτό, ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη, ορθά δε παρατάθηκε η προσωρινή κράτησή του για άλλους έξι (6) μήνες και συγκεκριμένα, μέχρι τις 24-6-2010. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε με την έφεση για διεξαγωγή περαιτέρω ανάκρισης, προκειμένου να ανατεθεί σε υπάλληλο της Δίωξης Εγκλημάτων κατά της ζωής να συγκρίνει το φωτογραφικό υλικό, που προέκυψε από την τεχνική επεξεργασία των ψηφιακών δίσκων, καθώς και το αντίστοιχο φωτογραφικό υλικό, που αφορά τους ύποπτους δράστες των παραπάνω ληστειών, για να διαπιστωθεί η ταύτιση ή όχι του κατηγορουμένου με το υλικό αυτό, έχει απαντηθεί από το Συμβούλιο, με τη σιωπηρή απάντηση, απορρίπτοντας το άνω αίτημα. Εξάλλου, με πλήρη και σαφή αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο αυτό, προς παροχή διευκρινίσεων για τις κατηγορίες που τον βαρύνουν, με το σκεπτικό ότι έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεση του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, αβάσιμοι είναι και οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠΔ λόγοι ακυρότητας ανακριτικών πράξεων-παράνομη παράταση προσωρινής κράτησης, ο λόγος για ακυρότητα των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, καθώς και ο από το αυτό άρθρο του ΚΠΔ, παρ.1 στοιχ.στ' για υπέρβαση εξουσίας. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2010 και με αριθμό 162/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, αίτηση του Τ. Α. του Σ., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2631/14-12-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή – ληστεία τετελεσμένη και σε απόπειρα από κοινού και κατά συρροή – Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή – παράνομη οπλοφορία κατ’ εξακολούθηση – παράνομη οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση – άσκοποι πυροβολισμοί κατ’ εξακολούθηση – απόρριψη εφέσεως κατά πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Αθηνών, για να δικαστεί για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις – ορθά ερμήνευσε και ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις για τις άνω αξιόποινες πράξεις και περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η απαιτούμενη και ειδική κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, εμπεριστατωμένη αιτιολογία – εφόσον ο κατηγορούμενος με τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, επαρκώς έχει ήδη αναπτύξει τους ισχυρισμούς του, τους υπερασπιστικούς, δεν απαιτείτο η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών, προς παροχή διευκρινήσεων για τις παραπάνω κατηγορίες, όπως σωστά με το άνω βούλευμα απάντησε το Συμβούλιο. Απορρίπτει όλους τους λόγους της αιτήσεως κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
|
Οπλοχρησία
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Ληστεία, Οπλοφορία, Οπλοχρησία.
| 0
|
Αριθμός 122/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 16760/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενη την Ρ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άρτεμις Αναστασιάδου και πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 17/29.4.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 558/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσε σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) κατά το στοιχ. Α' του αυτού άρθρου και παραγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 29 Απριλίου 2011 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 17/2011 έκθεση, δήλωσε ότι ασκεί εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 16760/3.3.2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της οποίας αθωώθηκε η Ρ. Σ. του Σ., της κατηγορίας της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης), για απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (κατ' άρθρο 171§ιδ, 32, 138, 510§1Α ΚΠΔ). Αυτή (δήλωση) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 16.760/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη αθώα του ότι: "Στα Βριλήσσια Αττικής την 2.8.2005 αφαίρεση από την κατοχή άλλου και ειδικότερα του εγκαλούντα εν διαστάσει συζύγου της, Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ξένο ολικά κινητό πράγμα, η αξία του οποίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα αφαίρεση από το γραφείο του ανωτέρω εν διαστάσει συζύγου της Γ. Π. το χρηματικό ποσό των 38.000 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η αξία δε του ως άνω χρηματικού ποσού είναι ιδιαίτερα μεγάλη".
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να θεμελιώσει τη βασιμότητα του λόγου αυτής, επικαλείται ότι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το ότι το δικαστήριο κατέληξε στην ως άνω απαλλακτική για την κατηγορουμένη κρίση, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής ή όχι αυτής.
Ο στηριζόμενος στο άρθρο 510§1 στοιχ.Α' λόγος της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, τα οποία, παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα, από τη, σε επίσημο φωτοτυπικό αντίγραφο, προσκομιζόμενη σελίδα του πινακίου της κρίσιμης (3.3.2011) συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, η Εισαγγελέας στην κρινόμενη υπόθεση, πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης. Η μη αναγραφή της πρότασης αυτής στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την καθαρογραφή, οφείλεται σε προφανή παραδρομή του Γραμματέα, που μετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου στη δίκη εκείνη και στη συνέχεια, σε αντίστοιχη αβλεψία του θεωρήσαντος και υπογράψαντος τα πρακτικά αυτά, Προέδρου του Δικαστηρίου εκείνου. Πράγματι από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει (σελ. 11 σειρά 6 και 7) ότι η Εισαγγελέας αφού έλαβε και πάλι το λόγο και αφού ανέπτυξε την κατηγορία πρότεινε να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ...". Το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία περί της ενοχής ή μη της κατηγορουμένης, δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υπήρξε πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, η οποία σε κάθε περίπτωση προκύπτει και από το μνημονευθέν ως άνω φωτοτυπικό αντίγραφο από το πινάκιο της 3.3.2011 κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση εκείνη και ως εκ τούτου να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της συνδρομής της εισαγγελικής προτάσεως.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση-δήλωση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. έκθεση-δήλωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου 17/2011) αίτηση-δήλωση, για αναίρεση της με αριθμό 16760/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αβάσιμος ο λόγος της δήλωσης του Εισαγγελέα για αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι από το επίσημο αντίγραφο σε φωτοτυπία της προσκομιζόμενης και υπάρχουσας στη δικογραφία, σελίδας του πινακίου της κρίσιμης δικασίμου, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας είχε προτείνει την ενοχή της κατηγορουμένης και από προφανή παραδρομή του γραμματέα δεν αναγράφηκε στα πρακτικά η πρόταση κατά την καθαρογραφή και από αβλεψία του θεωρήσαντος τα πρακτικά και υπογράφοντος αυτά προέδρου του δικάσαντος Δικαστηρίου, δεν διορθώθηκε η παράλειψη αυτή.
|
Πρακτικά απόφασης
|
Παίγνια ηλεκτρονικά, Πρακτικά απόφασης.
| 1
|
Αριθμός 122/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Τ. του Θ., 2) Ν. Γ. του Α., 3) Χ. Κ. του Ι., 4) Π. Ι. του Ι., 5) Χ. Σ. του Δ., 6) Ε. Τ. του Γ., 7) Μ. Χ. του Κ., 8) Ε. Κ. του Γ., 9) Ε. Τ. του Γ., 10) Θ. Δ. του Α., 11) Ι. Μ. του Δ., 12) Μ. Κ. του Κ., 13) Γ. Τ. του Κ., 14) Γ. Κ. του Π., 15) Μ. Τ. του Κ., 16) Α. Γ. του Χ., 17) Ε. Κ. του Γ., 18) Χ. Γ. του Γ., 19) Ι. Γ. του Θ., 20) Δ. Α. του Χ., 21) Δ. Μ. του Τ., 22) Δ. Κ. του Κ., 23) Α. Γ. του Γ., που δεν παραστάθηκε, 24) Β. Γ. του Κ., 25) Α. Σ. του Ι., 26) Σ. Τ. του Ν., 27) Γ. Γ. του Κ., 28) Δ. Ά. του Δ., 29) Ε. Σ. του Χ., 30) Β. Φ. του Κ., 31) Χ. Κ. του Α., 32) Π. Π. του Θ., 33) Ν. Θ. του Θ., 34) Ε. Μ. του Ι., 35) Γ. Γ. του Β., 36) Ν. Ζ. του Ι., 37) Φ. Τ. του Γ., 38) Π. Β. του Χ., 39) Γ. Μ. του Σ., 40) Χ. Χ. του Θ., 41) Χ. Γ. του Γ., 42) Ι. Κ. του Θ., 43) Ε. Σ. του Θ., 44) Α. Μ. του Ξ., 45) Ι. Κ. του Δ., 46) Δ. Π. του Σ., 47) Ι. Σ. του Α., 48) Χ. Κ. του Π., 49) Π. Π. του Ι., 50) Α. Γ. του Β., 51) Α. Κ. του Α., 52) Κ. Δ. του Γ., 53) Γ. Κ. του Χ., 54) Θ. Σ. του Κ., 55) Β. Μ. του Κ., 56) Π. Σ. του Π., 57) Π. Ε. του Δ. και 58) Α. Δ. του Β., όλων κατοίκων ... . Οι 5ος, 9ος, 10ος, 11ος, 16η, 18η, 19η, 20ος, 21ος, 22ος, 24ος, 25ος, 26ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 41ος, 42ος, 43η, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 50ος, 51ος, 52ος, 53ος, 54ος, 55ος, 56ος και 57η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 23ος των αναιρεσειόντων Α. Γ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Ε. χα Α. Γ., Γ. Γ. του Α. και Μ. Γ. του Α., κατοίκους ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν και β) οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 6η, 7η, 8η, 12η, 13η, 14η, 15η, 17η, 27ος, 34ος και 58η των αναιρεσειόντων παραιτούνται από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως - Αποχέτευσης Αγρινίου" (ΔΕΥΑ Αγρινίου), που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Σαραντόπουλο και Παντελή Κιτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Γ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της και δ) εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο, του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει, θεωρείται σαν να μην είχε εμφανιστεί στη συζήτηση της υπόθεσης. Από το συνδυασμό, εξάλλου, των προαναφερόμενων διατάξεων και των διατάξεων 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία ύπαρξη αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο επισπεύδων διάδικος θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Η παραίτηση από την άσκηση ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από το δικηγόρο του, ο οποίος, όμως, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ β' ΚΠολΔ, διαφορετικά αν λείπει αυτή δημιουργείται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15-3-2011, συζητήθηκε, κατά τη σημερινή (15-11-2011), η από 18-5-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 22/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες Η. Τ. (πρώτος), Ν. Γ. (δεύτερος), Χ. Κ. (τρίτος), Π. Ι. (τέταρτη), Ε. Τ. (έκτη), Μ. Χ. (έβδομη), Ε. Κ. (όγδοη), Μ. Κ. (δωδέκατη), Γ. Τ. (δεκάτη τρίτη), Γ. Κ. (δεκάτη τετάρτη), Μ. Τ. (δεκάτη Πέμπτη), Ε. Κ. (δεκάτη εβδόμη), Γ. Γ. (εικοστός έβδομος), Ε. Μ. (τριακοστός τέταρτος) και Α. Δ. (πεντηκοστή ογδόη). Οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Νικολουτσόπουλο, προς τον οποίο έχουν νομίμως χορηγήσει πληρεξουσιότητα (με το υπ' αριθ. .../13-10-2011 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αγρινίου Ελένης Διαμαντή του Ιωάννου συζύγου Κωνσταντίνου Ρίσβα). Ο εκπροσωπήσας τους παραστάντες αναιρεσείοντες δικηγόρος δήλωσε και η σχετική δήλωσή του καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτός παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, ως προς τους παραπάνω, μη εμφανισθέντες, αναιρεσείοντες πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, δωδέκατη, δεκάτη τρίτη, δεκάτη τετάρτη, δεκάτη πέμπτη, δεκάτη εβδόμη, εικοστό έβδομο, τριακοστό τέταρτο και πεντηκοστή ογδόη. Όμως, δεν επικαλείται ούτε αποδείχθηκε ότι έχει την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, δοθέντος ότι στο παραπάνω ειδικό πληρεξούσιο δεν αναφέρονται τα ονόματα των μη παραστάντων αναιρεσειόντων, και ό ίδιος δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο χορηγήθηκε σ' αυτόν από εκείνους η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα. Εξάλλου, αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν έχουν χορηγήσει στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αναίρεσης δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την άσκηση αυτής και την επίσπευση της συζήτησης και από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτοί παραστάθηκαν νομίμως, μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ή ότι κλητεύθηκαν από τους παρόντες ομοδίκους τους αναιρεσείοντες, είτε από το αναιρεσίβλητο, κατά την δικάσιμο εκείνη ή την σημερινή, η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της, από 18-5-2010, αίτησης των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 22/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση επί της αίτησης αναίρεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 125/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ν. του Β., 2) Π. Β. του Κ. και 3) Θ. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας (Αριδαίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ν. 1566/1985 "Δοµή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" ορίζει: Στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι "Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται στα νηπιαγωγεία και στα δηµοτικά σχολεία ... ". Στο άρθρο 4 παρ. 12 ότι "Η διδασκαλία στα δηµοτικά σχολεία µαθηµάτων φυσικής αγωγής, µουσικής, ξένων γλωσσών και καλλιτεχνικών µαθηµάτων µπορεί να ανατίθεται, εκτός από τους δάσκαλους, και σε εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, µε απόφαση του νοµάρχη, είτε µε ολική απόσπαση είτε µε υπερωριακή απασχόληση είτε για συµπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και σε άλλους ειδικούς εκπαιδευτικούς, που έχουν τα αντίστοιχα επιστημονικά προσόντα ... ". Στο άρθρο 13 ότι "1. Το εκπαιδευτικό προσωπικό των δηµοτικών σχολείων. ανήκει στον κλάδο δασκάλων ΑΤ κατηγορίας ...7 (όπως η παράγραφος αυτή ισχύει µετά την αντικατάσταση της µε το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2517/1997) α) Το εβδομαδιαίο υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών, που υπηρετούν στα δηµοτικά σχολεία, ορίζεται από 1.9.1997 ως εξής: Ι) Διευθυντές ...VI) Εκπαιδευτικοί 4θέσιων και πάνω δηµοτικών σχολείων, ώρες 24, αν έχουν µέχρι 10 έτη υπηρεσίας, ώρες 23, αν έχουν από 10 μέχρι 15 έτη υπηρεσίας, ώρες 22, αν έχουν από 15 μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 21 ώρες, αν έχουν πάνω από 20 έτη υπηρεσίας ... Σε περίπτωση που οι ώρες διδασκαλίας του προγράμματος κάθε δημοτικού σχολείου δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων, ανατίθεται υπερωριακή διδασκαλία στους εκπαιδευτικούς του ίδιου σχολείου. Για τα όργανα, τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις, το ανώτατο όριο υπερωριακής διδασκαλίας και το ύψος της ωριαίας αντιμισθίας εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 16, 18 και 19 του άρθ. 14 του ν. 1566/85 ...".Στο άρθρο 14 παρ. 18 ότι "18. Ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας, προαιρετικής ή υποχρεωτικής, καθώς και ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία, επιτρέπεται μόνο αν οι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους ...". Στο άρθρο 17 ότι "1.Αν για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από τα σχολεία εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και αν υπάρχουν άλλες έκτακτες ανάγκες λειτουργίας των σχολείων, οι οποίες δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονται με αίτηση τους, προσωρινοί αναπληρωτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από αυτούς που υπέβαλαν αίτηση διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών.2.Προσωρινοί αναπληρωτές προσλαμβάνονται επίσης με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας, που αντιστοιχεί στο μισό τουλάχιστον του υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού, όταν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων στο ίδιο ή και σε άλλο σχολείο της ίδιας ή γειτονικής πόλης ή κωμόπολης δε δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού ... 5. Για τη διδασκαλία των μαθημάτων που προβλέπονται από την παρ. 12 του άρθ. 4, εφόσον οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί δεν επαρκούν προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, με απόφαση του προϊσταμένου της διεύθυνσης πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ύστερα από πρόταση του οικείου περιφερειακού υπηρεσιακού συμβουλίου ...". Εξάλλου, το άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 3194/2003 Ρύθμιση εκπαιδευτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις ορίζει ότι: "Για την προσφορά διδακτικού έργου σε περιορισμένο ωράριο είναι δυνατή η πρόσληψη από το σχολικό έτος 2003-2004 ωρομισθίων εκπαιδευτικών από τους πίνακες αναπληρωτών και ωρομισθίων για την ανάθεση διδασκαλίας µαθηµάτων ξένης γλώσσας, φυσικής αγωγής, µουσικής, εισαγωγής στις νέες τεχνολογίες και καλλιτεχνικών µαθηµάτων στα δηµοτικά σχολεία.". Η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 παρ. 7 και 8 του ν. 2942/2001 και 6 και 7 του ν. 3027/2002 υπ' αριθ. 35557/Δ2/9.4.2003 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευµάτων "Ρύθµιση θεµάτων πρόσληψης προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών για τις ανάγκες λειτουργίας των δηµόσιων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" ορίζει: Στο άρθρο 7 ότι "1. Οι διευθύνσεις εκπαίδευσης, µετά τους διορισμούς, τις µεταθέσεις και τις αποσπάσεις των µονίµων εκπαιδευτικών και τις τοποθετήσεις των διοριζόμενων, των μετατιθέμενων και αποσπώμενων σε σχολικές µονάδες, προσδιορίζουν τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων της αρμοδιότητας τους σε προσωρινούς αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς. 2. Οι λειτουργικές ανάγκες προσδιορίζονται αφού: α) γίνει ανακατανομή των µαθητών σε τµήµατα του ίδιου ή και γειτονικών σχολείων, ώστε να προκύψουν αρτιωµένα τµήµατα, β) ανατεθεί σε όλους τους διδάσκοντες το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας στο ίδιο σχολείο ή σε συστεγαζόµενα ή γειτονικά σχολεία, στα οποία είναι δυνατή η διακίνηση των εκπαιδευτικών, γ) ανατεθεί διδασκαλία µαθηµάτων σε πρώτη και δεύτερη ανάθεση, δ) προσδιορισθεί το ωράριο διδασκαλίας, που µπορεί να ανατεθεί µε ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας ... 4. Οι πίνακες των λειτουργικών αναγκών των σχολείων υποβάλλονται στον οικείο Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης µέχρι 15 Ιουλίου, ο οποίος µετά τον προσήκοντα έλεγχο, διαβιβάζει αυτούς στην οικεία διεύθυνση προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων µέχρι 25 Ιουλίου". Στο άρθρο 8 ότι: "1. Η οικεία διεύθυνση προσωπικού προσδιορίζει, µε βάση τους υποβληθέντες πίνακες, τις ανάγκες των σχολείων όλης της χώρας κατά περιοχή διορισµού σε προσωρινούς - αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς. 2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται εντός του μηνός Αυγούστου, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές ... και καλούνται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, οι προσληφθέντες να αναλάβουν διδακτικά καθήκοντα από 6ης μέχρι 10ης Σεπτεμβρίου ... 6. Μετά την πρόσληψη αναπληρωτών και την τοποθέτηση τους κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο: α) οι διευθυντές εκπαίδευσης προσλαμβάνουν σε όλη τη διάρκεια του διδακτικού έτους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών ...". Στο άρθρο 11 ότι "... 3. Για την πρόσληψη των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών συνάπτεται, αυτοδικαίως, με την ανάληψη υπηρεσίας, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με συγκεκριμένο προσδιορισμό των ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας είτε στο ίδιο είτε και σε άλλο σχολείο για τη διδασκαλία μαθημάτων του κανονικού προγράμματος και των προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, πρόσθετης διδακτικής βοήθειας ή ολοήμερου σχολείου. 4. Η σύμβαση εργασίας των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών λύεται αυτοδικαίως α) με την ανάληψη υπηρεσίας μονίμων εκπαιδευτικών ή προσωρινών αναπληρωτών, β) με τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος, για το οποίο έχουν προσληφθεί, γ) με τη λήξη της διδασκαλίας μαθημάτων, εφόσον ο ωρομίσθιος εκπαιδευτικός δεν διδάσκει εξεταζόμενο μάθημα, δ) με τη λήξη του διδακτικού έτους εφόσον μετέχουν ενεργά στις προαγωγικές και πανελλήνιες εξετάσεις και ε) με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, ...". Με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του ν. 1566/1985, ο οποίος είναι ο βασικός νόμος, που ρυθμίζει τη λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και της, ισχύουσας κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, υπουργικής απόφασης, με την οποία ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στην πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα προσδιορισμού των λειτουργικών αναγκών των δημοτικών σχολείων και προσλήψεων εκπαιδευτικών, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας. Τίθεται ο κανόνας της κάλυψης των διδακτικών αναγκών από το μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό με την εξάντληση του εβδομαδιαίου υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας και ανάθεσης σε αυτούς υπερωριακής διδασκαλίας στην περίπτωση που οι ώρες διδασκαλίας δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων. Για την κάλυψη των διδακτικών αναγκών, στην περίπτωση απουσίας εκπαιδευτικών ή άλλων έκτακτων αναγκών που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προβλέπεται η πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών με πλήρες ωράριο. Τέλος, όταν οι διδακτικές ανάγκες δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού προβλέπεται η πρόσληψη προσωρινού αναπληρωτή με μειωμένο ωράριο που αντιστοιχεί στο μισό τουλάχιστον του υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού, ήτοι τουλάχιστον δώδεκα (12) ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας(στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση). Ειδικά για τη διδασκαλία των μαθημάτων ξένης γλώσσας, φυσικής αγωγής, μουσικής, εισαγωγής στις νέες τεχνολογίες και καλλιτεχνικών, με τις διατάξεις του ν. 3194/2003, παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών. Η δυνατότητα αυτή, όμως, εντάσσεται στο ως άνω σύστημα κάλυψης των διδακτικών αναγκών των δημοτικών σχολείων και δεν το ανατρέπει, ως εκ τούτου δε, η δυνατότητα ανάθεσης διδακτικού έργου σε ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς έχει χαρακτήρα όλως επικουρικό και δεν έρχεται να υποκαταστήσει ούτε την ανάθεση υπερωριακής απασχόλησης στους μόνιμους εκπαιδευτικούς ούτε την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών. Κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμη η ανάθεση διδασκαλίας πέραν των δώδεκα (12) ωρών εβδομαδιαίως σε ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, καθόσον στην περίπτωση αυτή η κάλυψη των σχετικών διδακτικών αναγκών θα πρέπει να γίνει με την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται στη σχετική σύμβαση νόμιμη αξίωση καταβολής αποδοχών για τις επιπλέον αυτές ώρες. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Ο γενικός αυτός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, για το οποίο δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με κάποια άλλη. Σε περίπτωση, επομένως, ακυρότητας σύμβασης εργασίας με το Δημόσιο είναι τούτο υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία από την εργασία που του παρασχέθηκε, η οποία (ωφέλεια) συνίσταται στην αμοιβή που εξοικονόμησε και την οποία θα κατέβαλε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και το οποίο θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνον που παρέσχε την εργασία. Η απόδοση όμως της ωφέλειας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε εκείνον που εργάστηκε με άκυρη σύμβαση εργασίας αποκλείεται, όταν δεν υπήρχε για τον εργοδότη νομική δυνατότητα για σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας, διότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η ωφέλεια για τον εργοδότη. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1γ, 2 και 4 ν. 3027/2002 ορίζεται ότι " ... γ) Μετά την εξάντληση του αριθμού των υποψηφίων του πίνακα της υποπερίπτωσης ββ της περίπτωσης α', το ποσοστό των θέσεων καλύπτεται από τους εγγραμμένους σε ενιαίο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών, ο οποίος συντάσσεται για κάθε έτος και στον οποίο κατατάσσονται, κατά σειρά που εξαρτάται από το σύνολο των μορίων τους, αα) όσοι έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή και ωρομίσθιου εκπαιδευτικού σε δημόσια σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ββ) όσοι επέτυχαν τη βαθμολογική βάση στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π ... 2. Σε όσους υπάγονται στις υποπεριπτώσεις αα' και ββ' της περίπτωσης γ' της προηγούμενης παραγράφου προσμετρώνται μόρια ως ακολούθως α) Σε όσους έχουν προϋπηρεσία προσωρινού αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού, ένα μόριο για κάθε μήνα της προϋπηρεσίας τους αυτής, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους ή όχι στον τελευταίο διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π .. β) Σε όσους έλαβαν τη βαθμολογική βάση κατά τον τελευταίο διαγωνισμό, ένα μόριο για κάθε βαθμολογική μονάδα πάνω από τη βαθμολογική βάση. Οι βαθμολογικές μονάδες λαμβάνονται χωρίς την προσθήκη μορίων κατά τις περιπτώσεις α' μέχρι και στ' της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του Ν. 2834/2000... 4. Για την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το σχολικό έτος 2002 2003 και εφεξής, καταργούνται οι πίνακες των περιπτώσεων γ' και δ' της παρ. 7 του άρθρου 1 του Ν. 2942/2001 και, πέραν του πίνακα του άρθρου 138 του Ν. 2725/1999, ο οποίος προηγείται, συντάσσεται, για κάθε έτος, ενιαίος πίνακας προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στον οποίο κατατάσσονται κατά σειρά όσοι έχουν τις προϋποθέσεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου του άρθρου αυτού" και του άρθρου 6 παρ. 5 β' ν. 3255/2004, που ορίζει ότι " ... β) Από την έναρξη του σχολικού έτους 2005-2006 η πρόσληψη ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται από ενιαίο πίνακα ωρομισθίων που συντάσσεται κατά Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης κάθε έτος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην περίπτωση α' (κατάταξη σε πίνακα σύμφωνα με το σύνολο των μορίων).Κάθε υποψήφιος ωρομίσθιος εκπαιδευτικός εγγράφεται στον πίνακα μόνο μιας Περιφερειακής Εκπαίδευσης ...". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν προκύπτει όμως ότι είναι αδύνατη η σύναψη από το Δημόσιο έγκυρης σύμβασης εργασίας με τρίτο πρόσωπο και δη με τον επόμενο κατά σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα εκπαιδευτικό, αν δεν αρνείται προηγουμένως να προβεί στη σύναψη της σύμβασης πρόσληψης ωρομίσθιου ο εκπαιδευτικός που προηγείτο, κατά σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα, ο οποίος είχε ήδη προσληφθεί για το ίδιο διδακτικό έτος ως ωρομίσθιος με σύμβαση που καλύπτει το σύνολο των δικαιούμενων ωρών διδασκαλίας που προβλέπεται για τους ωρομίσθιους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες εκπαιδευτικοί, πτυχιούχοι όλοι καθηγητές του κλάδου ΠΕ (06) Αγγλικής Φιλολογίας, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από το Διευθυντή της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Πέλλας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, προκειμένου να διδάξουν ως ωρομίσθιοι την αγγλική γλώσσα σε ολοήμερα δημοτικά σχολεία κατά το διδακτικό έτος 2006-2007 και συγκεκριμένα προσλήφθηκαν: 1) η πρώτη ενάγουσα, Ι. Ν., την 28-9-2006, προκειμένου να διδάξει ως ωρομίσθια την αγγλική γλώσσα μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006-2007 για έξι ώρες εβδομαδιαίως στο 2ο ολοήμερο δημοτικό σχολείο Γιαννιτσών και έξι ώρες εβδομαδιαίως στο δημοτικό σχολείο Αμπελειών, ήτοι συνολικά για δώδεκα ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως. 2) Ο δεύτερος ενάγων, Π. Β., την 26-9-2006, προκειμένου να διδάξει ως ωρομίσθιος την αγγλική γλώσσα μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006-2007 για έξι ώρες εβδομαδιαίως στο δημοτικό σχολείο Λουτροχωρίου και έξι ώρες εβδομαδιαίως στο δημοτικό σχολείο Σεβαστειανών, ήτοι συνολικά για δώδεκα ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως και 3) Η τρίτη ενάγουσα, Θ. Π., την 27-9-2006, προκειμένου να διδάξει ως ωρομίσθια την αγγλική γλώσσα μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006-2007 για έξι ώρες εβδομαδιαίως στο δημοτικό σχολείο Ραχώνας και έξι ώρες εβδομαδιαίως στο δημοτικό σχολείο Αθέρων, ήτοι συνολικά για δώδεκα ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως. Στη συνέχεια, για την κάλυψη σχετικών διδακτικών αναγκών στο πρωινό πρόγραμμα λειτουργίας των δημοτικών σχολείων, καταρτίσθηκαν περαιτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και δη οι επίδικες, προκειμένου οι ανωτέρω ωρομίσθιοι καθηγητές να παρέχουν διδακτικό έργο στο πρωινό πρόγραμμα λειτουργίας των δημοτικών σχολείων. Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα προσελήφθη στις 6-11-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την παροχή διδακτικού έργου μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006 - 2007 στο δημοτικό σχολείο Λουτρακίου για 12 ώρες εβδομαδιαίως, ο δεύτερος ενάγων προσελήφθη στις 24-10-2006 για την παροχή διδακτικού έργου μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006 - 2007 στο δημοτικό σχολείο Χρύσας - Τσάκων για 12 ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως και η τρίτη ενάγουσα προσελήφθη στις 30-10-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού- δικαίου ορισμένου χρόνου για την παροχή διδακτικού έργου μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους 2006-2007 στο δημοτικό σχολείο Σωσάνδρας για 12 ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως. Επομένως η πρόσληψη και απασχόληση των εναγόντων ωρομίσθιων εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με τις δεύτερες αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου έγινε καθ' υπέρβαση του ορίου των δικαιούμενων ωρών διδασκαλίας, που είναι δώδεκα ώρες εβδομαδιαίως για τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, και συνεπώς οι ανωτέρω δεύτερες συμβάσεις εργασίας (επίδικες) είναι άκυρες, ώστε οι ενάγοντες να μην δικαιούνται τις προβλεπόμενες νόμιμες αποδοχές για την ως άνω εργασία τους με βάση τις επίδικες συμβάσεις εργασίας. Παρά την ακυρότητα όμως των συμβάσεων αυτών οι ενάγοντες προσέφεραν στο εναγόμενο Δημόσιο, όπως αυτό ομολογεί, κανονικά την εργασία τους.
Συνεπώς δικαιούνται, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τις αποδοχές (καθώς και τα επιδόματα που παρέχονται ευθέως από το νόμο), τα οποία το εναγόμενο θα έπρεπε να καταβάλει σε άλλον εκπαιδευτικό, τον οποίο θα προσλάμβανε προκειμένου να καλυφθούν οι εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών των δημοτικών σχολείων στα οποία απασχολήθηκαν οι ενάγοντες, και τον οποίο θα απασχολούσε στη θέση τους με τις ίδιες συνθήκες και όρους με αυτούς με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος εναγομένου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα σύναψης έγκυρης σύμβασης εργασίας με τρίτο πρόσωπο και δη με τον επόμενο κατά σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα εκπαιδευτικό, αν δεν ηρνείτο προηγουμένως να προβεί στη σύναψη της σύμβασης πρόσληψης ωρομίσθιου ο εκπαιδευτικός που προηγείτο, δηλαδή οι ενάγοντες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από καμία διάταξη δεν προβλέπεται αδυναμία κατάρτισης έγκυρης σύμβασης με τον επόμενο κατά σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα εκπαιδευτικό, αν δεν αρνηθεί τη σύναψη της σύμβασης αυτής ο προηγούμενος κατά σειρά κατάταξης στον οικείο πίνακα εκπαιδευτικός, ο οποίος είχε ήδη προσληφθεί για το ίδιο διδακτικό έτος ως ωρομίσθιος με σύμβαση που κάλυπτε το σύνολο των δικαιούμενων ωρών διδασκαλίας που προβλέπεται για τους ωρομίσθιους. Άλλωστε θα ήταν παράλογο να προβλέπεται αυτό, δηλαδή να οφείλει το εναγόμενο να αναμένει την αρνητική απάντηση του υποψήφιου εκπαιδευτικού ως προς τη σύναψη ή µη σύµβασης πρόσληψης ωρομισθίου, η οποία (σύµβαση) δεν θα πληροί τους όρους του νόµου, εφόσον µε αυτήν θα απασχολείται ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός καθ' υπέρβαση των προβλεπομένων ωρών διδασκαλίας, προκειμένου να προχωρήσει αυτό (εναγόµενο) στη σύναψη έγκυρης σύµβασης εργασίας µε τον επόµενο κατά σειρά κατάταξης εκπαιδευτικό στον οικείο πίνακα. Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της 202/2008 απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, δεχθέν ότι από την πρόσληψη και την απασχόληση των εναγόντων µε τις επίδικες άκυρες συµβάσεις, προέκυψε, ισόποση, ωφέλεια για το εναγόµενο, ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της και επιδίκασε τα αιτηθέντα ποσά. Κρίνοντας, έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Η ειδικότερη αιτίαση ότι οι επίδικες άκυρες συμβάσεις καταρτίστηκαν και λειτούργησαν, αποκλειστικά, προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να αποκτήσουν προϋπηρεσία, ώστε να διορισθούν σε θέση μόνιμου προσωπικού, και το αναιρεσείον δεν κατέστη πλουσιότερο, είναι απαράδεκτη, διότι, με την επίκληση της, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλειας της απόφασης, πλήττεται η, επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-10-2010, αίτηση για την αναίρεση της 31/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σε περίπτωση ακυρότητας σύμβασης εργασίας με το Δημόσιο είναι τούτο υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που απέκτησε, η οποία συνίσταται στην αμοιβή που εξοικονόμησε και την οποία θα κατέβαλε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνον που παρέσχε την εργασία. Η απόδοση της αποκλείεται, όταν δεν υπήρχε για τον εργοδότη νομική δυνατότητα για σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας, διότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η ωφέλεια για τον εργοδότη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 127/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.ΣΥ. ΑΕ" (πρώην "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ - ΕΘΕΛ ΑΕ"), που εδρεύει στον Άγιο Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λυμπέρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννάτο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1117/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1§1, 3§1, 8§3, 10§2 και 16§3 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" προκύπτει, ότι η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, κατά το κανονιστικό της μέρος, δεσμεύει το σύνολο των εργαζομένων στη συγκεκριμένη εκμετάλλευση, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη της συμβληθείσης συνδικαλιστικής οργάνωσης ή όχι. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 7 § 1 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι "οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συµβάσεως εργασίας έχουν άµεση και αναγκαστική ισχύ", σε συνδυασµό προς τη διάταξη του άρθρου 22 § 2 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συµβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόµο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε., νοµοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρούμενη σ' αυτές από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22§2 του ισχύοντος Συντάγματος, δηλαδή, είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους µέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7§3 του ίδιου ως άνω Ν. 1876/1990, "οι όροι εργασίας συλλογικών συµβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόµων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, µε αµφιµερή ενέργεια". Η τελευταία αυτή διάταξη, καθώς και εκείνη του άρθρου 7§2 του αυτού νόµου, αποτελώντας συνέχεια και μετεξέλιξη της διάταξης του άρθρου 3§ 1 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε µέχρι την 8/5/1990, συνιστούν, σε συνδυασµό µε τη διάταξη του άρθρου 680 του Α.Κ., νοµοθετική έκφανση της διαπνέουσας το εργατικό µας δίκαιο αρχής της εύνοιας υπέρ των µισθωτών. Από το σύνολο δε των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι οι επιχειρησιακές συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι οποίες έχουν διφυή χαρακτήρα (κανονιστικό και συμβατικό) και των οποίων οι κανονιστικοί όροι έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου, µη εχόντων, µάλιστα, εφαρμογή επ' αυτών των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αφενός µεν δεσμεύουν όλους ανεξαίρετα τους, σε οιαδήποτε επιχείρηση ή εκμετάλλευση του ιδιωτικού ή δηµόσιου τοµέα της οικονομίας, απασχολουμένους, µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ασφαλώς ότι οι συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας έχουν κατατεθεί νόμιμα στην κατά τόπον αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας της οικείας Νομαρχίας και αφ' ετέρου στις περιπτώσεις σύγκρουσης ή αντίφασης των διατάξεων των εν λόγω συλλογικών συμβάσεων εργασίας με διατάξεις θεσπιζόμενες από ιεραρχικά ανώτερες πηγές ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, όπως π.χ. είναι οι νόμοι, επικρατούν πάντα, ενόψει της προαναφερόμενης αρχής της, υπέρ των μισθωτών, εύνοιας, εκείνες, οι οποίες εμπεριέχουν και θεσπίζουν ευνοϊκότερες, κατ' αποτέλεσμα, για τους εργαζόμενους τους καλυπτόμενους από τη συγκεκριμένη εκάστοτε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, ρυθμίσεις, εκτός βέβαια των διατάξεων που τίθενται από τυπικό και ουσιαστικό νόμο, οι οποίες, αποσκοπούσες στην προστασία ή την προαγωγή γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και συνιστώσες, ως εκ τούτου, αναγκαστικό δίκαιο με αμφιμερή ενέργεια, μπορούν να θεσπίσουν και να εισαγάγουν όρους ρύθμισης μίας συγκεκριμένης εργασιακής σχέσης, δυσμενέστερους από τους όρους τους προβλεπόμενους από την ισχύουσα γι' αυτήν επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας ή άλλη υποδεέστερη πηγή κανόνων εργατικού δικαίου, χωρίς τούτο να αντίκειται στο άρθρο 22§2 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια και πολύ περισσότερο, εάν διάταξη, έχουσα τυπική και ουσιαστική ισχύ νόμου, εμπεριέχει και θεσπίζει όρους ρύθμισης μίας εργασιακής σχέσης ευμενέστερους για τους εργαζόμενους σε σχέση με τους κανονιστικούς όρους, τους προβλεπόμενους από την ιεραρχικά υποδεέστερη, ως πηγή κανόνων δικαίου, επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, την καλύπτουσα τους εργαζομένους αυτούς, υπερισχύουν και επικρατούν οι ρυθμίσεις της έχουσας τυπική και ουσιαστική ισχύ νόμου διάταξης, μη εχουσών, επομένως, εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών διατάξεων της αντίστοιχης επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας (Ολ.ΑΠ 26/2007). Περαιτέρω, µε τις διατάξεις του άρθρου 3 § Α3 περ.2, της κωδικοποίησης των επιχειρησιακών συλλογικών συµβάσεων εργασίας των συναφθεισών, κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 1996 έως το έτος 2004, µεταξύ της εναγομένης και του "ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ο.Α.Σ.Α. κ.λ.π." και η οποία κωδικοποίηση καλύπτει, µεταξύ των άλλων, και τους υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, τους απασχολουμένους σ' αυτή µε την ιδιότητα του οδηγού, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 6 της από 14/9/2005 επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας, που συνήφθη οµοίως µεταξύ των ιδίων ως άνω συμβληθέντων µερών, κατατεθείσας νομότυπα στην Επιθεώρηση Εργασίας (τµήµα Νίκαιας) και καλύπτουσας, µεταξύ των άλλων και τους οδηγούς της αναιρεσίβλητης, καθώς και µε τις διατάξεις των άρθρων 4§Α περ.1 και 6 της από 16/5/2006 επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας καλύπτουσας, µεταξύ των άλλων και τους οδηγούς της αναιρεσείουσας, ορίζονται τα ακόλουθα: Α) Στο άρθρο 3 §Α3 της ανωτέρω κωδικοποίησης, κάτω από την κεφαλίδα "ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ" και αα) στην περίπτωση "2" της παραγράφου αυτής καθορίζεται " επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 16%, που υπολογίζεται στο άθροισμα του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος. Αυτό το επίδοµα δεν χορηγείται στους αποσπασμένους εκτός Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε.", Β) Περαιτέρω στο άρθρο 6 της από 14-9-2005 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας καθορίζεται ότι "κατά τα λοιπά ισχύουν οι προγενέστερες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.". Γ) Ακολούθως στο άρθρο 4§Α περ.1 και 6 της από 16-5-2006 επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας, κάτω από την κεφαλίδα "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΙΝΗΣΗΣ" και στην περίπτωση "1" της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι "επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας χορηγείται στους παρακάτω και υπολογίζεται στο νέο βασικό µισθό στα παρακάτω ποσοστά: ΟΔΗΓΟΙ 9,03%...". Τέλος, στο άρθρο 6 της ίδιας ως άνω επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι προηγούμενων συλλογικών ρυθμίσεων, εφόσον δεν τροποποιούνται µε την παρούσα". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου µόνου της υπ' αριθµόν 19 της από 8-2-1990 Π.Υ.Σ., η οποία κυρώθηκε µε το άρθρο 6 του Ν. 1878/1990, "οι υπάλληλοι που διατίθενται για τη γραμματειακή εξυπηρέτηση των βουλευτών καµία σχέση, υπηρεσιακή ή άλλη, έχουν µε τη Βουλή και εξακολουθούν να µισθοδοτούνται και να εξελίσσονται υπηρεσιακώς, βάσει του υπηρεσιακού καθεστώτος των υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικώς, χωρίς καµία επιβάρυνση της Βουλής", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 2§3 του Ν. 1895/1990 "στους υπαλλήλους, που διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών και Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταβάλλονται οι αποδοχές που λαµβάνουν οι υπάλληλοι των υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά. Στις αποδοχές περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες παροχές της οργανικής τους θέσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι υπάλληλοι που υπηρετούν με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, στο στενότερο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα και σε πάσης φύσεως επιχειρήσεις του τομέα αυτού της οικονομίας και, αποσπώμενοι από την οργανική τους θέση, διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη και εξυπηρέτηση των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ουδεμία υπηρεσιακή ή άλλη σχέση έχουν με το Ελληνικό Κοινοβούλιο και η μισθοδοσία τους, βαρύνουσα τις υπηρεσίες στις οποίες αυτοί ανήκουν οργανικά, περιλαμβάνει το σύνολο των αποδοχών, που λαμβάνουν οι υπάλληλοι των υπηρεσιών τούτων, συμπεριλαμβανομένων στις καταβαλλόμενες σ' αυτούς αποδοχές και των πάσης φύσεως επιδομάτων και πρόσθετων παροχών της οργανικής τους θέσης. Όμως, οι ανωτέρω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 2§3 του Ν. 1895/1990 έχουν, προφανώς, την έννοια ότι στους αποσπώμενους και διατιθέμενους, για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ως άνω υπαλλήλους, δεν καταβάλλεται, αδιάκριτα, το σύνολο των αποδοχών και επιδομάτων της οργανικής τους θέσης, αλλά μόνο εκείνες των εν λόγω αποδοχών και επιδομάτων, για τις οποίες συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι, κατά περίπτωση, προϋποθέσεις της καταβολής τους. Κατά συνέπεια, μόνον οι αποδοχές και τα επιδόματα, που συνδέονται άμεσα με την οργανική θέση των αποσπασμένων υπαλλήλων, εξαρτώμενες ευθέως από την, εκ μέρους των, πραγματική παροχή ιδιαίτερων, και πέραν των συνήθων, καθηκόντων, που δικαιολογούν στα πλαίσια του δικαίου τη χορήγηση και την καταβολή τους, δεν μπορούν να συνεχίσουν να χορηγούνται σ' αυτούς και μετά την απόσπασή τους, στο βαθμό που, μετά από αυτή, δεν πληρούται στο πρόσωπό τους η βασική και κυρίαρχη προϋπόθεση της πραγματικής παροχής από αυτούς των ιδιαίτερων καθηκόντων, που συναρτώνται άμεσα και δικαιολογούν τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με τον πρώτο λόγο της από 8-7-2008 έφεσής της η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυµη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ -ΕΘΕΛ Α.Ε." παραπονείται ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόµου, δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), κατέχων οργανική θέση στην Ε.Θ.Ε.Λ. και αποσπασθείς από το έτος 2004 στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, προς υποστήριξη του έργου του Βουλευτή του ελληνικού Κοινοβουλίου Κ. Ρ., δικαιούται του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, ενώ, έπρεπε να δεχθεί ότι ο επίδοµα αυτό, που σχετίζεται µε τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας των οδηγών των λεωφορείων, που έχουν δρομολογηθεί για την εξυπηρέτηση του επιβατηγού κοινού, δεν χορηγείται ανεξαιρέτως σε όλους του οδηγούς και για το λόγο αυτό και στο άρθρο 3 παρ. Α 3 περ. 2 της κωδικοποίησης επιχειρησιακών συλλογικών συµβάσεων εργασίας, για τη χρονική περίοδο από 1996 έως 2004, το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο, ρητά ορίζεται ότι δεν καταβάλλεται το επίδοµα αυτό στους αποσπώμενους οδηγούς. Στη συνέχεια δέχεται ότι ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι µη νόµιµος και τούτο διότι, εάν διάταξη, έχουσα τυπική και ουσιαστική ισχύ νόµου, εμπεριέχει και θεσπίζει όρους ρύθμισης µίας εργασιακής σχέσης ευµενέστερους για τους εργαζόμενους, όπως είναι αυτή του άρθρου 2§3 του Ν. 1895/1990, κατά την οποία "στους υπαλλήλους, που διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών και Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταβάλλονται οι αποδοχές που λαμβάνουν οι υπάλληλοι των υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά. Στις αποδοχές περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες παροχές της οργανικής τους θέσης", σε σχέση µε τους κανονιστικούς όρους τους προβλεπόμενους από την ιεραρχικά υποδεέστερη, επιχειρησιακή συλλογική σύµβαση εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι το άρθρο 3 παρ Α 3 περ 2 της ως άνω ΣΣΕ, που ρητά ορίζει ότι δεν καταβάλλεται το επίδοµα αυτό στους αποσπώμενους οδηγούς, τότε υπερισχύουν και επικρατούν οι ρυθµίσεις της έχουσας τυπική και ουσιαστική ισχύ νόµου διάταξης, ήτοι αυτής του 2 παρ 3 Ν. 1895/1990, µε αποτέλεσµα ο εργαζόμενος να δικαιούται το παραπάνω επίδοµα, εφόσον στο πρόσωπο του βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, που για το εν λόγω επίδοµα ως µόνη προϋπόθεση τάσσεται η κάλυψη οργανικής θέσεως οδηγού στην Ε.Θ.Ε.Λ. Κατά συνέπεια λοιπόν, το επίδοµα αυτό, ανερχόμενο κατά έτη 2004 και 2005 σε ποσοστό 16% επί του αθροίσματος του βασικού µισθού και του χρονοεπιδόματος των οδηγών και από 1/4/2006 σε ποσοστό 9,03% επί του από την ίδια ημεροχρονολογία ισχύοντος νέου βασικού µισθού αυτών (βλέπε και τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3§Α και 4 §Α περ.1 της από 16-5-2006 επιχειρησιακής συλλογικής σύµβασης εργασίας), χορηγείται και στους αποσπασμένους στη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, οδηγούς της εναγομένης, χωρίς σε τούτο να ασκεί την οιαδήποτε επιρροή το γεγονός, ότι µε τη διάταξη του άρθρου 3 §Α3 περ.2 της προαναφερομένης κωδικοποίησης, ορίζεται ότι το εν λόγω επίδοµα δεν καταβάλλεται στους αποσπασμένους από την εναγομένη οδηγούς της, διότι πρόκειται για συρροή δύο διατάξεων συγκρουόμενων και αντιφασκουσών µεταξύ τους, εκ των οποίων η δεύτερη, ως διάταξη ανώτερης ιεραρχικής βαθμίδας και εισάγουσα ρύθµιση ευνοϊκότερη για τους οδηγούς της εναγομένης, τους αποσπασμένους στη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ενόψει και της αρχής της, υπέρ του µισθωτού, εύνοιας, η οποία κρατεί εν προκειμένω, δημιουργουμένης έτσι υποχρέωσης της εναγομένης για χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και στους αποσπασμένους οδηγούς της, αφού στο πρόσωπό τους και µετά την απόσπασή τους εξακολουθεί να συντρέχει η µοναδική ουσιαστικά προϋπόθεση για τη χορήγησή του, εκείνη, δηλαδή, του κατέχοντος οργανική θέση οδηγού. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά το αντίστοιχο αίτημα της και είχε επιδικαστεί το επίδομα αυτό στον αναιρεσίβλητο, που, μετά την απόσπαση του, εκτελούσε υπηρεσία οδηγού του παραπάνω βουλευτή. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αντίστοιχη αιτίαση, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-3-2011, αίτηση για την αναίρεση της 1117/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εάν διάταξη, έχουσα τυπική και ουσιαστική ισχύ νόμου, εμπεριέχει και θεσπίζει όρους ρύθμισης μίας εργασιακής σχέσης ευμενέστερους για τους εργαζόμενους, όπως είναι αυτή του άρθρου 2§3 του Ν. 1895/1990, σε σχέση με τους κανονιστικούς όρους τους προβλεπόμενους από την ιεραρχικά υποδεέστερη, επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, τότε υπερισχύουν και επικρατούν οι ρυθμίσεις της έχουσας τυπική και ουσιαστική ισχύ νόμου διάταξης, ήτοι αυτής του 2 παρ 3 Ν.1895/1990, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να δικαιούται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, εφόσον στο πρόσωπο του συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, που ως μόνη προϋπόθεση τάσσεται η κάλυψη οργανικής θέσεως οδηγού στην Ε.Θ.Ε.Λ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 128/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6346/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-12-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 137/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείµενο της νέας δίκης, που διεξάγεται µεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όµως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νοµικό ζήτηµα µε αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά το κρίσιµο για την µεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει µεταβολή του νοµικού καθεστώτος, που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτηµα για τις επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας διέπεται από πλέγµα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο µέλλον από παρόµοιες µελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο µέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέµεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες µε νεότερη αγωγή επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού, που γεννήθηκαν σε µεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστηµα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους µέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι µόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του µισθωτού για την περίοδο εκείνη. Εποµένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ µεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισµένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών µεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστηµα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολοµ.ΑΠ 10/2002). Περαιτέρω, µε την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική µε την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθµίστηκαν οι όροι αµοιβής και εργασίας του απασχολούμενου µε σχέση εργασίας ιδιωτικού προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων, νοσοκομείων κλπ του Δηµοσίου, ΝΠΔΑ και ΟΤΑ και µε τον όρο 32 αυτής καθορίστηκαν τα κατώτερα όρια των βασικών ημερομισθίων και των βασικών µηνιαίων µισθών των ηλεκτροτεχνιτών, που εργάζονται στα εν λόγω νοσηλευτικά ιδρύµατα κλπ, ενώ µε τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αµοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συµβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νοµικό καθεστώς της ανωτέρω ΔΑ µετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική µε την ΑΥΕ 17853/1989 και ισχύει από 1.7.1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984 για το µισθολόγιο του προσωπικού της δηµόσιας διοικήσεως, όπως συμπληρώθηκαν µε το Ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δηµόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι µέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ. Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε τη συλλογική αυτή σύµβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων µέχρι της µεταβολής του νοµικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και µετά ταύτα του προϊσχύσαντος νοµικού καθεστώτος (ΑΠ Ολοµ. 10/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη στις 27.4.1983 από το αναιρεσίβλητο (εναγόµενο) νοσοκομείο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου ως ηλεκτροτεχνίτης, κάτοχος σχετικής άδειας (Ν. 6422/1934), η οποία στη συνέχεια από 24.9.1987 μετατράπηκε σε σύµβαση αορίστου χρόνου (µετά την υπαγωγή του εναγοµένου στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 βάσει του Ν. 1397/1983 "για το εθνικό σύστηµα υγείας" και τη µετατροπή του σε νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου), εργαζόμενος σε υπόγεια και υπό τάση δίκτυα σε όλους τους χώρους του εναγόµενου, µεταξύ των οποίων και τα παθολογοανατοµικά εργαστήρια και τους σταθµούς αιµοδοσίας αυτού. Αμειβόταν δε βάσει των Σ.Σ.Ε. των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας. Η σχέση αυτή του ενάγοντος µε το εναγόµενο διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και το εναγόµενο δεν δεσμεύεται από τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α, µε τις οποίες ρυθµίζονται οι όροι αµοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κλπ όλης της χώρας, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την κατάρτιση της πιο πάνω σύµβασης, είχε συμφωνηθεί να αµείβεται ο ενάγων µε βάση τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ρυθμίζουν τους όρους αµοιβής των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας. Επί προηγουμένης, όµως, δίκης µεταξύ των ιδίων και µε την αυτή ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων, που ανοίχτηκε µε την από 3.6.1997 και υπ' αριθ. καταθ. 2423/1997 αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος και αφορούσε αξιώσεις αυτού από τη διαφορά µεταξύ των αποδοχών που έλαβε και εκείνων που εδικαιούτο, κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1992 µέχρι 30.4.1997, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2531/1998 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν άσκησης κατ' αυτής έφεσης από το εναγόµενο η υπ' αριθ. 1573/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την τελευταία, τελεσίδική, αυτή απόφαση κρίθηκε, µε δύναµη δεδικασμένου, ότι σύµφωνα µε τον όρο 32 της υπ' αριθ. 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Δηµοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ", που κηρύχθηκε εκτελεστή και υποχρεωτική µε τις προαναφερθείσες υπ' αριθ. 1710/1981 και 1743/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ο ενάγων για το τότε ένδικο χρονικό διάστηµα (1.1.1992 έως 30.4.1997) εδικαιούτο: 1) επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 10% για την πρώτη τριετία και 5% για τις λοιπές µέχρι συμπλήρωσης δέκα τριετιών από την είσοδο του στον κλάδο των ηλεκτροτεχνιτών, 2) της αµοιβής του Ν. 201/1975, µε το άρθρο 2 παρ.3 του οποίου ορίστηκε ότι στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Ν. Δ/τος 2592/1953 που απασχολείται οκτώ ώρες την ηµέρα καταβάλλεται από 1.1.1977 αµοιβή για δύο ώρες την ηµέρα, η οποία υπολογίζεται κατά το άρθρο 5 παρ. 3γ του ν. δ/τος 4548/1966, ανεξαρτήτως της µετά ταύτα µείωσης των ωρών εργασίας του προσωπικού αυτού, 3) ότι αυτός εδικαιούτο, σύµφωνα µε τον όρο 10 της ίδιας υπ' αριθ. 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά, σε συνδυασµό και προς τον όρο 32 αυτής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 50%, που χορηγήθηκε αρχικά µε το άρθρο 2 παρ. IV στοιχ. β' του Π. Δ/τος 904/1978 στο ιατρικό, παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό το απασχολούμενο στα Κέντρα ή Σταθµούς Αιµοδοσίας και επεκτάθηκε σ' όλο το προσωπικό που απασχολείται σ' αυτά µε το άρθρο 4 του Ν.1031/1980 και ανεξάρτητα από το χρόνο παραµονής τους στους χώρους αυτούς και 4) ότι το κατώτατο ημερομίσθιο του ενάγοντος δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το κατώτατο όριο ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας, στην οποία παραπέµπει δια του όρου 12 η υπ' αριθ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών "για τους όρους αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων κλπ. του Δηµοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ " και ότι επί του εν λόγω κατωτάτου ορίου βασικού ημερομισθίου θα γίνεται ο υπολογισµός των προβλεπόμενων επιδομάτων από την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά, στην οποία επίσης ρητά παραπέµπει δια του όρου 13 η υπ' αριθ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών. Με βάση τα γενόµενα ως άνω δεκτά κρίθηκε, µε την ίδια πιο πάνω απόφαση, ότι ο ενάγων εδικαιούτο κατά το τότε επίδικο χρονικό διάστηµα από 1.1.1995 µέχρι 30.4.1997 τις αποδοχές που καθορίζονταν από τις 42/1981 και 74/1982 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά και Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, αντίστοιχα, µε βάση τον κατώτατο βασικό µισθό των από 21.3.1994 και 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (οι αξιώσεις του ενάγοντος του χρονικού διαστήματος από 1.1.1992 έως 31.12.1994 προς καθορισµό του βασικού του µισθού βάσει του εκάστοτε κατωτάτου µισθού των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κρίθηκε µε την ίδια απόφαση ότι υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974). Έτσι, µε δύναµη δεδικασμένου, έχει κριθεί ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος από µισθολογικές διαφορές που απορρέουν από την ίδια εργασιακή σχέση, για το χρονικό διάστηµα από 1.1.1992 µέχρι 30.4.1997, διέπονταν από το µισθολογικό καθεστώς, που διείπε την σχέση αυτή πριν από την ισχύ της προαναφερθείσας από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. (ΠΟΕΔΗΝ). Από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις που ασκούνται µε την ένδικη αγωγή και αναφέρονται στο χρονικό διάστηµα από 1.6.1997 µέχρι 31.12.1997 κατά το οποίο ίσχυε η ως άνω από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφορούν δε στο βασικό µηνιαίο µισθό που προβλέπεται από αυτή και στα επ' αυτού υπολογιζόμενα πιο πάνω επιδόµατα, αφού οι αξιώσεις αυτές, που αφορούν µεταγενέστερο χρονικό διάστηµα (1.6.1997 έως 31.12.1997), προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία από την οποία γεννήθηκαν και εκείνες που ασκήθηκαν µε την προηγούμενη, από 3.6.1997 αγωγή, προϋποθέτουν δε το δικαίωµα του ενάγοντος, που κρίθηκε στην προγενέστερη δίκη, χωρίς να μεταβληθεί στο µεταξύ το νοµικό καθεστώς που διέπει την έννοµη σχέση, αφού αξιώνονται µισθολογικές διαφορές για το χρονικό αυτό διάστηµα µε βάση τις ίδιες πιο πάνω διαιτητικές αποφάσεις και την από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της τελευταίας των οποίων έληξε στις 31.12.1997 ή τα πραγµατικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη.
Συνεπώς, µεταξύ των διαδίκων, υφίσταται δεδικασμένο, που αποκλείει την αμφισβήτηση της έννοµης αυτής σχέσης στην παρούσα δίκη και, επομένως, βάσει αυτής θα κριθούν και οι ασκούμενες µε την ένδικη αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου, που αναφέρονται στο χρονικό διάστηµα από 1.6.1997 µέχρι 31.12.1997 και προκύπτουν από τον υπολογισµό από το τελευταίο των καταβληθεισών µηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος βάσει της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. "περί των όρων αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δηµόσια νοσηλευτικά ιδρύµατα της χώρας", σε συνδυασµό µε τους Ν. 1505/1984 και 1810/1988 και όχι βάσει των µε αριθµό 42/1981 και 74/1982 αποφάσεων του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά και Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, αντίστοιχα, και της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Αντίθετα, από την ίδια (1573/2000) τελεσίδική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν απορρέει δεδικασμένο, για την προκειμένη υπόθεση, κατά το µέρος που αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1998 µέχρι 30.11.1999, οι οποίες υπολογίζονται µε βάση τον κατώτατο βασικό µισθό της από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που ισχύει από 1.1.1998. Τούτο δε, διότι οι σχετικές ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν διαφορετική νοµική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών για το, εξ ολοκλήρου, µεταγενέστερο από 1.1.1998 µέχρι 30.11.1999 χρονικό διάστηµα, µε βάση την πιο πάνω από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας ορίστηκε να αρχίζει την 1.1.1998 και η οποία είναι διαφορετική εκείνης που εφαρμόστηκε µε την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Έτσι, το δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση εκτείνεται µέχρι το χρονικό όριο ισχύος της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., δηλαδή µέχρι 31.12.1997, όχι όµως και για το µέλλον. Ακολούθως το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντίθετα, και απέρριψε, ως νόµω αβάσιµη, την ένδικη αγωγή για το ως άνω από 1-1-1998 έως 30-11-1999 χρονικό διάστηµα.
Συνεπώς, το εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη και δεν δέχθηκε ότι από τις άνω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικές αξιώσεις για το ανωτέρω χρονικό διάστηµα δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1994, ούτε κατά παράβαση του νόµου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και οι πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο µέρος και δεύτερος κατά το πρώτο µέρος από το άρθρο 559 αριθµ.1 και 16 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, µε τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιµοι. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισµό, που δεν είναι νόµιµος ή παραδεκτός και συνεπώς γι' αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Τούτο συμβαίνει και όταν ο εκκαλών ή εφεσίβλητος - ενάγων προτείνει στο Εφετείο για πρώτη φορά, παρά τη σχετική απαγόρευση του άρθρου 527 ΚΠολΔ., ισχυρισµό µε τον οποίο µεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής του. Ενόψει αυτών, ο πρώτος, κατά το τρίτο µέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισµός του αναιρεσείοντος εφεσιβλήτου ενάγοντος, ότι το Εφετείο αγνόησε το δεδικασμένο που απέρρεε από την 1573/2000 απόφαση του Εφετείο Αθηνών, σχετικά µε το δικαίωµα του να αµείβεται µε βάση τις προϊσχύσασες της, από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, είναι αβάσιµος, διότι, όπως, εμμέσως πλην όμως κατά τρόπο σαφή, προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, µεταξύ των οποίων και το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο µη περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση αυτής εν λόγω ισχυρισµός, µε τον οποίο προστίθεται νέα βάση, προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο µε τις προτάσεις του, προς απόκρουση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου - εναγοµένου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγµατα, κατά την έννοια του αριθµού 8 του ως άνω άρθρου, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισµοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο µέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και δη, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισµό του αναιρεσείοντος, ότι το αναιρεσίβλητο, µε την 24/29-6-1993 απόφαση του Δ.Σ. του, την οποίαν αυτός αποδέχθηκε, εν µέρει, απέκλεισε την εφαρµογή επ' αυτού της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και εφήρμοσε τις ρυθμίζουσες τις αποδοχές των ηλεκτροτεχνικών του Δηµοσίου και των ΝΠΔΔ ΣΣΕ και ΔΑ. Όπως όµως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο ο Άρειος Πάγος επιτρεπτώς επισκοπεί (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τέτοιος ισχυρισµός δεν περιλαμβάνετο σ' αυτή (αγωγή).
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιµος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 31-12-2004, αίτηση του αναιρεσείοντος, Σ. Ρ., για αναίρεση της με αριθμό 6346/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Οι επίδικες αξιώσεις έχουν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο, από 1.1.1998 μέχρι 30.11.1999, χρονικό διάστημα, με βάση την από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας ορίστηκε να αρχίζει την 1.1.1998 και η οποία είναι διαφορετική εκείνης που εφαρμόστηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Ο μη περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση της αγωγής ισχυρισμός, με τον οποίο προστίθεται νέα βάση, προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 107/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. - Τ. - Μ. συζ. Ι. Ξ., το γένος Ο. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Καραουλάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκαρίκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 25 Μαΐου 2004 ομοία του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο αυτό ως άνω Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6538/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3359/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17.12.2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔικ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου κατά το άρθρο 1439 παρ.1 και 3 του ΑΚ, όπως η τελευταία ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 του ν. 3719/2008 "Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα (παρ.1). Εφόσον, οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος ... (παρ. 3)". Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, τεκμαιρόμενος επί συνδρομής των περιστατικών της τρίτης παραγράφου, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει, ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προκύπτει και από τις διατάξεις των άρθρων 1442 και 1444 παρ.1 του ΑΚ. Ενόψει τούτων, αν ασκηθούν δυο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρισμό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, είτε από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου είτε λόγω τετραετούς διάστασης των συζύγων και έγιναν αυτές δεκτές από το δικαστήριο της ουσίας, τότε, ενόψει του αντικειμένου της δίκης διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, αφού με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει είτε, κατ' άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε, κατ' άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης διαζυγίου. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, από τον ένα μόνο διάδικο κατά της τελεσίδικης απόφασης και μάλιστα κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της αγωγής του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της απόφασης ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου του και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο (ΑΠ 701/2007, 1514/2010, 491/2010, 13/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι αντίθετες αγωγές διαζυγίου των διαδίκων, λόγω τεκμαιρόμενου ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους μετά από τετραετή διάσταση αυτών, απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, η οποία ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου και να γίνει δεκτή μόνον η δική της αγωγή, αφού έκρινε (το Εφετείο) ότι η έννομη συνέπεια της λύσης του γάμου που επιδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, επήλθε με την παραδοχή των δυο αγωγών, οι οποίες έχοντας το αυτό αίτημα, έστω και αν θεμελιωνόταν τούτο σε διαφορετικά περιστατικά, κατέτειναν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στη λύση του γάμου των διαδίκων. Επομένως η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης 3359/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 6538/2006 αποφάσεως του δικάσαντος την ουσία της υπόθεσης Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2010 αίτηση της Δ. Τ. Μ. για αναίρεση της 3359/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννομο συμφέρον προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που έκανε δεκτές αγωγές διαζυγίου των δύο συζύγων δεν υφίσταται (άρθρα 68, 73, 556 παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ., 1442 και 1444 παρ.1 ΑΚ. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 106/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ (πρώην ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ), με έδρα την Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενης, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας, δυνάμει της υπ' αριθ. 7445/1995 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ ΔΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με έδρα την Αθήνα και ετέθη στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892/1990 δυνάμει της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11030/1997 προδικαστική, 6700/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8158/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δυο πρώτων λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 46α §1 του Ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991 όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 181 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης, η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές, συνυποβάλλοντες στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι. Στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων, που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές. Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. Κ.Πολ.Δ. Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το συνολικό ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει σύμφωνα με τη σύμβαση στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. Κ.Πολ.Δ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης, είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 Κ.Πολ.Δ. και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 9§3 του Ν. 2244/1994 ορίζει ότι η κατά το άρθρο 46α§8 του Ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του Κ.Πολ.Δ. και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση. Τέλος, στην §9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι, από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ. Από το σύνολο των ανωτέρων διατάξεων του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου, που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον Κ.Πολ.Δ. Τούτο σαφώς συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η "πράξη εξόφλησης του" ή, κατά περίπτωση, η "πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ., με απόσβεση έτσι και των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό (Ολ. \ΑΠ 10/2006). Περαιτέρω, η κατά τη διακήρυξη της πλειοδοτικής δημοπρασίας, για την εκποίηση της περιουσίας της υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως, διατύπωση πρόσθετων όρων, που έγιναν αποδεκτοί από εκείνον που προσέφερε το μεγαλύτερο τίμημα, να επιβαρύνεται ο τελευταίος με το σύνολο των δαπανών διενέργειας όχι μόνον της τελικής δημοπρασίας, αλλά και προηγούμενων άγονων δημοπρασιών και γενικά δαπανών που δεν έγιναν προς το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί επιτρεπτή συμβατική ρύθμιση, εφόσον έτσι δεν καταστρατηγούνται βασικές διατάξεις των άρθρων 46α και 46β του Ν. 1892/1990 και δεν παρακωλύεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός (ΑΠ 628/1994). Κατά δε το άρθρο 904 § 1 εδ.α' του ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια". Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998). Τέλος, όταν το δικαστήριο διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών και δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η κρίση του υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 215/2009, 258/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι σ' αυτή εκτίθεται, ότι η διορισθείσα με την 7445/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρεσίβλητη ως ειδική εκκαθαρίστρια της επιχειρήσεως "Β. Δομικά Προϊόντα και Προκατασκευή Α.Β.Ε.Ε.", κατά τις 19-4-1996, διενήργησε τον τρίτο κατά σειρά πλειοδοτικό διαγωνισμό πωλήσεως των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως, κατά τον οποίο πλειοδότησε ο αναιρεσείων, η προσφορά του (180.000.000 δραχμές) εγκρίθηκε από την πιστώτρια ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε. που εκπροσωπούσε άνω του 51% του συνόλου των απαιτήσεων κατά της υπό εκκαθάριση εταιρίας και υπογράφηκε η συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβιβάσεως του ενεργητικού της επιχειρήσεως και η συναφής πράξη εξοφλήσεως του πλειστηριάσματος, πλην όμως η αναιρεσίβλητη απήτησε παρανόμως για έξοδα εκτελέσεως και τις γενόμενες από αυτή δαπάνες των δύο προηγούμενων άγονων δημοπρασιών, στις οποίες δεν μετείχε ο αναιρεσείων, ο οποίος προέβαλε (και προβάλλει με την αγωγή) υπέρ των απόψεών του το ότι ο σχετικός όρος της δημοπρασίας (που εκείνος αποδέχθηκε) αναφέρει τα εξής: "Όλες οι δαπάνες για την συμμετοχή στο διαγωνισμό και τη, μεταβίβαση (φόροι, χαρτόσημο, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, ΦΠΑ, δημοσιεύσεις κ.λ.π.) βαρύνουν αποκλειστικώς τους ενδιαφερομένους αγοραστές και τον πλειοδότη κατά περίπτωση". Ζητείται δε, ενόψει του ότι υποχρεώθηκε να συμμορφωθεί ο αναιρεσείων με την ως άνω παράνομη αξίωση της αναιρεσίβλητης, λόγω του ότι η τελευταία εξήρτησε την υπογραφή της πράξης μεταβιβάσεως της δημοπρατηθείσης περιουσίας από την καταβολή και της δαπάνης των διακηρύξεων των δύο πρώτων άγονων δημοπρασιών, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το επί πλέον αχρεωστήτως καταβληθέν από αυτόν ποσό των 13.571.440 δραχμών, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η αναιρεσίβλητη σε βάρος της περιουσίας του. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά γίνεται επίκληση μη νόμιμης αιτίας πλουτισμού της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, αφού η κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως με τη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα αποδοχή της περιλαμβανόμενης στη δημοπρασία, με τον επίμαχο όρο, προτάσεως της αναιρεσίβλητης αφορούσε, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, τις δαπάνες συμμετοχής στο διεξαγόμενο με τη δημοπρασία διαγωνισμό, χωρίς να συσχετίζεται με τις δαπάνες για προηγούμενες άγονες δημοπρασίες της περιουσίας της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στη διακήρυξη διενέργειας του ένδικου πλειοδοτικού διαγωνισμού είχε περιληφθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίο "όλες οι δαπάνες για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και τη μεταβίβαση (φόροι, χαρτόσημο, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, Φ.Π.Α., δημοσιεύσεις, κ.λ.π.) βαρύνουν αποκλειστικώς τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και τον πλειοδότη κατά περίπτωση". Ό όρος αυτός έχει την έννοια ότι οι δαπάνες για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, όπως είναι οι δαπάνες εκδόσεως εγγυητικής επιστολής, διενέργειας ελέγχου κ.λ.π., βαρύνουν κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή, ενώ οι δαπάνες για τη μεταβίβαση (όπως φόροι, αμοιβή συμβολαιογράφου, υποθηκοφύλακα, δημοσιεύσεις κ.λ.π.) βαρύνουν τον πλειοδότη. Με βάση τον ανωτέρω όρο, διατυπώνεται σαφής βούληση ότι το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί, θα περιέλθει "καθαρό" προς διάθεση στους πιστωτές, ενώ οι δαπάνες βαρύνουν τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και τον πλειοδότη. Από τη διατύπωση του όρου δεν προκύπτει σαφώς, αν βαρύνουν τον πλειοδότη και οι δαπάνες δημοσίευσης των διακηρύξεων των προηγούμενων διαγωνισμών, συνάγεται όμως ότι τα έξοδα των εν λόγω δημοσιεύσεων βαρύνουν αυτόν στο σύνολο τους, αφού και τα έξοδα αυτά ήταν αναγκαία, προκειμένου να διέλθει η ειδική εκκαθάριση τα προηγούμενα στάδια μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας με τη μεταβίβαση του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας, η οποία (διαδικασία) έχει ενιαίο χαρακτήρα. Περαιτέρω, με βάση τα εκτιθέμενα, ο ενάγων έλαβε γνώση του ως άνω όρου και συνεπώς με τη συμμετοχή του στον πλειοδοτικό διαγωνισμό αποδέχτηκε αυτόν, ενώ ο ίδιος μπορούσε να ζητήσει να λάβει γνώση του ύψους των δαπανών από την εναγομένη ειδική εκκαθαρίστρια πριν καταθέσει τη σφραγισμένη, δεσμευτική προσφορά του. Κατόπιν αυτών το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει το σύνολο των δαπανών για τις δημοσιεύσεις της διακήρυξης των προηγούμενων διαγωνισμών δεν συνιστά παράνομη πράξη, αντίθετα η πληρωμή αυτών συνιστά εκπλήρωση υποχρέωσης, που ανέλαβε με τη συνομολόγηση του παραπάνω όρου. Επομένως, η εκκαλουμένη οριστική απόφαση και η συνεκκαλουμένη προδικαστική απόφαση, που έκριναν νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς την από αδικοπραξία βάση της έσφαλαν, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη-εκκαλούσα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, αξίωσε για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 §1 εδ.α' του ΑΚ, περισσότερα από τα απαιτούμενα και επικαλούμενα με την ένδικη αγωγή στοιχεία, αφού έκρινε ότι δεν αρκούσε η από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα επίκληση με την αγωγή του της ελλείψεως νόμιμης αιτίας πλουτισμού της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον αναφερόμενο σαφή όρο της διακηρύξεως της δημοπρασίας καθεαυτό, αλλά ότι έπρεπε, κατά την εξέταση της νομιμότητας και του ορισμένου της αγωγής, αφενός μεν να προβεί σε ερμηνεία του εκτιμηθέντος ως ασαφούς ως άνω όρου, χωρίς μάλιστα να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), τους οποίους με τον τρόπο αυτό επίσης ευθέως παραβίασε, αφετέρου δε να θεωρήσει εσφαλμένως ως αναλογικά εφαρμοζόμενη και τη διάταξη του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., η οποία (σε συνδυασμό με το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ.) αναφέρεται στα αναγκαία προς διεξαγωγή της αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικά έξοδα, που προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, ενώ ο επίμαχος συμβατικός όρος αφορούσε το εύρος της πρόσθετης υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος πλειοδότη, πέρα από την καταβολή του τιμήματος (αντίστοιχου με το πλειστηρίασμα) να επιβαρύνεται και με έξοδα εκτελέσεως. Επομένως οι δύο πρώτοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή - Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 8158/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 5880 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8158/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκποίηση επιχείρησης που έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση άρθ.46α παρ. 1 ν. 1892/1990: έχει χαρακτήρα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού. Πρόσθετοι όροι δημοπρασίας αν έγιναν αποδεκτοί είναι δεσμευτικοί. Ασαφείς όροι για έξοδα εκτελέσεως. Εάν το δικαστήριο διαγνώσει ασάφεια οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ. Απόρριψη αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού γιατί επιβαρύνθηκε πλειοδότης της δημοπρασίας και με έξοδα εκτελέσεως προηγούμενων άγονων δημοπρασιών, σύμφωνα με σχετικό όρο δημοπρασίας που ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν ασαφής δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173-200 ΑΚ και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Λόγος αναίρεσης. Αναιρεί 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 105/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" (πρώην με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής", καθολικής διαδόχου του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της ολλανδικής εταιρείας με την επωνυμία "Nationale Nederlanden Levensverzekerigh Maatschappij N.V". προήλθε από μετατροπή του εν λόγω υποκαταστήματος σε ελληνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη, 2. της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Γενικών Ασφαλειών" (πρώην με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" καθολικής διαδόχου της ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Nationale Nederlanden Levensverzekerigh Maatschappij N.V", προήλθε από μετατροπή του εν λόγω υποκαταστήματος σε ελληνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη και 3. της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών", με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Μαρτίου 2007 δύο τον αριθμό αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4370/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6015/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων η μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων (Α.Π. 12/2009, 860/2008), "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Περαιτέρω κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου "Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής ή και μιας μόνο ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει. Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση ύπαρξης επιπλέον σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (παρ. 1). Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η σύμβαση του συντονιστή με την ασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στο συντονιστή για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του συντονιστή, το οποίο συνεπάγεται αστική ή ποινική ευθύνη ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του συντονιστή (παρ.3)". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 700 του Α.Κ. συνάγεται ότι η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου και του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση, καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο αμοιβή και την επί πλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου ή συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως. Το δικαίωμα της καταγγελίας υπόκειται επίσης και στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ. και μπορεί να αποκρουσθεί, αν η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού κατά μερική παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμο το αγωγικό αίτημά του για αναγνώριση της ακυρότητας της από τις αναιρεσίβλητες καταγγελίας της σύμβασης ανάθεσης σ' αυτόν έργου ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ελλείψει σπουδαίου λόγου καταγγελίας, απορρίφθηκαν οι συναφείς δύο αγωγές του στο σύνολό τους (όπως και πρωτοδίκως) κατ'ουσίαν και κατά το μέρος που εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλιστικών συμβάσεων, διατηρούσε πολύχρονη επαγγελματική συνεργασία ήδη από το έτος 1983 με τον "Όμιλο εταιρειών ΙΝG", μεταξύ των οποίων οι τρεις (3) εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Μέτοχος μάλιστα της πρώτης ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας τυγχάνει η δεύτερη, ενώ μοναδικός μέτοχος της δεύτερης και τρίτης τυγχάνει η εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG CONTINENTAL EUROPE HOLDINGS B.V.".
Συνεπώς η πρώτη εταιρεία είναι θυγατρική της δεύτερης, ενώ και οι τρεις (3) ως άνω εταιρείες είναι μεταξύ τους συνδεδεμένες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42Ε παρ. 5 περ. α' υποπερίπτωση α.α. και περ. δ' σε συνδυασμό με το άρθρο 96 παρ. 1 περ. β του Ν. 2190/1920. Ο ενάγων στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εναγομένη της πρώτης ως άνω αγωγής, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" συνήψε στις 26/07/2005 α) σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί έναντι αμοιβής (προμήθειας) μεταξύ της εταιρείας και του κοινού, με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με τις οποίες η εταιρεία συνδεόταν με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και β) μίσθωση έργου συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων δυνάμει του οποίου ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί έναντι αμοιβής (προμήθειας) πράξεις διαμεσολαβήσεως στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, που όφειλε ο ίδιος να τους επιλέγει, εκπαιδεύει, συντονίζει και εποπτεύει. Κατά τον υπό στοιχείο Γ3 κοινό όρο των ανωτέρω συμβάσεων, η εναγομένη εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει αυτές αμέσως χωρίς προηγουμένη ειδοποίηση εκτός των άλλων περιπτώσεων και για: 1) όλες τις περιπτώσεις υπαίτιας εκ μέρους του ενάγοντος παραβιάσεως της νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, της δημόσιας τάξεως και γενικώς του Κώδικα Δεοντολογίας που αυτός υποχρεούτο να τηρεί (περ.β'), 2) παραβίαση εκ μέρους του ενάγοντος κατά την παροχή των υπηρεσιών του των ακολουθούμενων από την εταιρεία μεθόδων και κανονισμών πωλήσεων, του Κώδικα Δεοντολογίας του ΙΝG και των επιχειρηματικών αρχών του ΙΝG (περ. γ' και 3) κάθε είδους ενέργεια του ενάγοντος, που αποσκοπούσε σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, εκτός των συνδεόμενων με σύμβαση πρακτορεύσεως ασφαλίσεων με την ίδια και γενικώς κάθε υπαίτια ενέργεια του ιδίου, που μπορούσε να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την εταιρεία, τις συνδεδεμένες μ' αυτήν επιχειρήσεις του "Ομίλου ΙΝG" ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις συνδεόμενες με την εταιρεία με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα οποιασδήποτε από αυτές (περ. στ). Ο ενάγων επίσης είχε συνάψει Α) με την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη συνεκδικαζόμενη αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής": 1) την από 06/04/1983 σύμβαση ασφαλιστή ζωής που μπορούσε να λυθεί και σε περίπτωση που η συμπεριφορά του ασφαλιστή ενάγοντος ήταν ανάρμοστη και έβλαπτε τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων του 2) το από 01/05/1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως έργου και μάλιστα περί αναλήψεως καθηκόντων διευθυντή υποκ/τος (agency manager), στο άρθρο 8 του οποίου οριζόταν ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως να μην επιδιώξει ή αναλάβει την εκτέλεση έργου με παρεμφερές αντικείμενο σε άλλη εταιρεία ή άλλο εργοδότη, 3) το από 11/09/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως αμοιβαίου κεφαλαίου, κατά το άρθρο 4.2 του οποίου ο συνεργάτης -ενάγων αναλάμβανε την υποχρέωση να συνεργάζεται αποκλειστικώς με την εταιρεία για την επίτευξη του σκοπού της συμβάσεως και να μη αναλάβει καθόλη τη διάρκεια ισχύος αυτής παρόμοιες δραστηριότητες με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες ή εταιρείες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, γραφεία αντιπροσωπεύσεως, πράκτορες ή μεσίτες ασφαλίσεων, ενώ παραλλήλως κατά το άρθρο 7γ' η εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, σε περίπτωση, που ο ενάγων παραβιάζει τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και 4) το από 14/04/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως τραπεζικών προϊόντων, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 5-2δ ηδύναντο να λυθεί, εάν ο συνεργάτης-ενάγων παραβίαζε τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη και την πρακτική των τραπεζικών και γενικώς των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και Β) με την δεύτερη εναγόμενη στην ίδια (δεύτερη) αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" την από 01/01/1996 σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων, κατά τον όρο Α5, της οποίας ο παραγωγός - ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση καθόλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως να παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικώς και μόνο στην εταιρεία και να μην αναλαμβάνει ή επιδιώκει με οποιονδήποτε τρόπο την ανάληψη συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε να διαμεσολαβεί αμέσως ή εμμέσως για την κατάρτιση οποιασδήποτε ασφαλίσεως για λογαριασμό ή προς όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η δε εταιρεία μπορούσε, κατά τη διάταξη του άρθρου Γ3 περ. στ', να καταγγείλει την σύμβαση και ένεκα σπουδαίου λόγου, ως τοιούτου λογιζομένου και κάθε υπαίτιας ενέργειας του ενάγοντος, που αποσκοπούσε σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και γενικώς κάθε υπαίτια, ενέργειά του, που μπορούσε να βλάψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εταιρεία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της. Από όλα τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο Δημήτριος Αντωνίου κατά τη διάρκεια όλου του χρονικού διαστήματος της συνεργασίας του με τις ανωτέρω εταιρείες του "Ομίλου ΙΝG" έως και το επίδικο υπήρξε απολύτως συνεπής στις υποχρεώσεις του, που ανέλαβε απέναντί τους και εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και αποδοτικότητα για να επιτευχθούν οι στόχοι τους (εταιρειών) οικονομικοί και επιχειρηματικοί. Έτσι, λόγω των αξιόλογων εργασιακών ικανοτήτων και της αυξημένης παραγωγικότητάς του στον κλάδο ζωής βρέθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 01 έως 14/3/2006 στην έβδομη σειρά κατατάξεως στον κατάλογο με τους "agency managers" (διευθυντών υποκαταστημάτων άλλως συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων), που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο αυτό και στην τρίτη σειρά κατατάξεως που αφορά τους κλάδους και δείκτες επιδόσεων οικονομικού, ζημιών κλπ. των "agency managers" αναφορικώς με τις επιδόσεις τους για τη χρονική περίοδο από 01/01/2005 έως 31/12/2005, σύμφωνα δε με τον πίνακα των βραβευμένων στελεχών, που εκδόθηκε στις 27/02/2006 κατετάγη δεύτερος στην απονομή κυπέλλων για "agency managers" στον Κλάδο πυρός και τρίτος στον Κλάδο αυτοκινήτων στα πλαίσια ετήσιας επιβραβεύσεως στελεχών. Πολλοί δε από τους συνεργάτες του, που απασχολούνταν στο επί της οδού Αλίμου υποκατάστημα, του οποίου προΐστατο ο ίδιος είχαν διακριθεί στις εκάστοτε κατατάξεις των ασφαλιστών, το οποίο φανερώνει μία συλλογική πράγματι προσπάθεια από το υποκατάστημα που ήταν επικεφαλής. Μεταξύ των διακριθέντων κατατάσσονταν και ο γιος του ενάγοντος Κ. Α., ο οποίος δεχόταν προς επιβράβευση της αναπτυγμένης παραγωγικής του δραστηριότητας στον τομέα της καταρτίσεως ασφαλιστηρίων συμβολαίων συγχαρητήριες επιστολές από τη Γενική Διευθύντρια Πωλήσεων Σ. Ρ. και τον "Area Manager" Π. Π. με τον οποίο μάλιστα από το έτος 2006 βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την ανάπτυξη υποκαταστήματος στον Νομό Αχαΐας και την ανάθεση της διευθύνσεως του στον ίδιο (ενάγοντα). Όπως ήταν επόμενο η προαναφερόμενη τόσο επιτυχημένη πορεία του καλλιεργούσε τη βούληση για πιο ανοδική εξέλιξη στους κόλπους των εναγομένων εταιρειών, γι' αυτό όταν το έτος 2004 θεσπίστηκε ο θεσμός των "area Manager" και όχι τον Φεβρουάριο του 2006, όπως καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων Β. Π., ο οποίος ταυτιζόταν με την ανώτατη θέση στην ιεραρχία των ιθυνόντων στελεχών και συνεπαγόταν όχι μόνο επιπλέον οικονομικές απολαβές αλλά και εκτεταμένες διοικητικές, διευθυντικές και ελεγκτικές εξουσίες, πέραν και ανεξαρτήτως από οποιαδήποτε άλλη θέση, που κατείχε έως τότε ο επιλεχθείς, ο ενάγων προσδοκούσε την ανάδειξή του στη θέση αυτή. Όμως, δεν συμπεριελήφθηκε τελικώς μεταξύ των τριών στελεχών που επιλέχθηκαν παρά το ότι απασχολούνταν από προγενέστερο χρονικό διάστημα στις εταιρείες σε σχέση με τους επιλεγέντες, όπως κατέθεσε και ο ανωτέρω μάρτυρας και το γεγονός αυτό, το οποίο εξέλαβε ως μη αναγνώριση της προσφοράς και των υπηρεσιών του και ως άδικη μεταχείριση, σε βάρος του και του προξένησε απογοήτευση ("ήταν θέμα γοήτρου γι' αυτόν", όπως κατέθεσε ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος των εναγομένων). Για το λόγο αυτό άρχισε ήδη από το έτος 2005 να αναζητεί επαγγελματική διέξοδο σε άλλη εταιρεία εκτός του "Ομίλου ING" και προκειμένου να καταστεί έναντι των υποψηφίων προς συνεργασία εταιρειών διαπραγματευτικά πιο ισχυρός, ο ενάγων επεδίωξε συστηματικά να πείσει πολλούς συνεργάτες του να αποχωρήσουν από τον "Όμιλο ΙΝG" και να προσχωρήσουν στη συνέχεια μαζί του σε όποια άλλη ασφαλιστική εταιρεία επέλεγε ο ίδιος. Με αυτόν τον τρόπο ο ενάγων θα μπορούσε να μεταφέρει σε καινούργια εταιρεία με ανάλογα βεβαίως οικονομικά οφέλη το 30% του δικού του χαρτοφυλακίου και των συνεργατών του σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, διευθυντή του Ομίλου από το 1981, εκτός του ότι θα προσεταιριζόταν κατά την αποχώρησή του μία ήδη εκπαιδευμένη, οργανωμένη και έμπειρη ομάδα συνεργατών με προσβάσεις σε γνωστό πελατολόγιο. Σταδιακά αφενός μεν άρχισε να διαδίδει φήμες σε βάρος του Ομίλου και μάλιστα ότι: α) αυτός ανέμενε να διακόψει τις εργασίες του στην Ελλάδα έχοντας ήδη συμφωνήσει να μεταβιβάσει το χαρτοφυλάκιο των γενικών ασφαλειών στην εταιρεία "Victoria", διαπραγματευόμενος και την πώληση του χαρτοφυλακίου των ασφαλίσεων ζωής, β) ότι έχει ήδη πουλήσει το κτίριο των κεντρικών του γραφείων επί της Λ. Συγγρού 198 και γ) ότι έχει δημιουργηθεί ανταγωνιστικό δίκτυο πωλήσεων από ιθύνοντα στελέχη, αφετέρου δε καθησύχαζε τους συνεργάτες του με τη διαβεβαίωση ότι έχει ήδη μεριμνήσει για την εξεύρεση εναλλακτικής επαγγελματικής λύσεως για τον ίδιο και τα παιδιά του με την ασφαλιστική εταιρεία "ΑLICO" στην οποία θα μπορούσε να τον ακολουθήσει και μάλιστα με εφάπαξ καταβαλλόμενη χρηματική παροχή ("bonus") οποιοσδήποτε το επιθυμούσε. Προκαλούσε επίσης και εσωτερικά προβλήματα δυσλειτουργίας κατά την παραγωγική δραστηριότητα των συνεργατών του στο υποκατάστημα, που διηύθυνε με το να δυσχεράνει την επικοινωνία τους με την κεντρική διοίκηση, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα κινητά τηλέφωνα, ελεύθερα διότι τους έλεγε, ότι ο Όμιλος παρακολουθούσε τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, τους υποχρέωνε με δαπάνη τους να παρακολουθήσουν εκπαιδευτικά σεμινάρια και τέλος απαίτησε να του παραδώσουν τα πρωτότυπα των επαγγελματικών τους αδειών και να συμπληρώσουν λεπτομερή βιογραφικά. Υπό την πίεση των ως άνω συνθηκών εργασίας και μη γνωρίζοντας το "αύριο" του Ομίλου και συνεπακόλουθα και τη δική τους επαγγελματική κατάσταση, τέλος Ιανουαρίου του 2006, αρκετοί συνεργάτες του ενάγοντος, ο Μ. Η., συνεργάτης της εταιρείας από το 1998, ο πεθερός του Δ. Δ., ο Κ. Κ., Η. Τ., Σ. Α., Ε. Ε., Ν. Τ., Χ. Τ., Α. Β., απηυθύνθηκαν προφορικώς κατ' αρχάς στον "Area Manager" (είδος Επιθεωρητού Πωλήσεων) ονόματι Π. Π. και τον ενημέρωσαν για τη δράση του ενάγοντος ο δε "Area Manager" στην κοπή της πίτας του Υποκ/τος στις αρχές του έτους του 2006 στο Καβούρι Αττικής, τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και όποιος διαδίδει ότι η εταιρεία θα κλείσει είναι ψεύτης. Επειδή όμως ο ενάγων συνέχιζε να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά δέκα τέσσερις (14) από τους συνεργάτες του συνέταξαν την από 14/03/2006 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" όπου εξέθεταν όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και ζητούσαν τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων. Κατόπιν τούτου η τελευταία κατήγγειλε αυθημερόν τις προαναφερόμενες συμβάσεις μαζί με την εναγομένη εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" που είχε συνάψει κάθε μία από αυτές με τον ενάγοντα επικαλούμενη τη συγκοινοποιηθείσα εξώδικη δήλωση των δέκα τεσσάρων (14) συνεργατών του και τα εκτιθέμενα σε αυτή βαρύτατα παραπτώματα του. Ακολούθως, η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" υπό την ιδιότητα της ως συνδεδεμένης επιχειρήσεως των ως άνω δύο εταιρειών του "Ομίλου ΙΝG" προέβη και αυτή αυθημερόν στην εξώδικη καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων, που είχε συνάψει με τον ενάγοντα. Μετά την πάροδο λίγων ημερών από την καταγγελία των συμβάσεων του και μάλιστα στις 03/05/2006 ο ενάγων συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "ALICO" σύμβαση έργου για τον συντονισμό ασφαλιστικών συμβούλων. Ο ενάγων απαντώντας στις προαναφερόμενες καταγγελίες των εναγομένων αρνήθηκε εξωδίκως τη βασιμότητά τους, τις οποίες χαρακτήρισε ψευδείς και καταχρηστικές και κατέθεσε αγωγή κατά των δέκα τεσσάρων (14) συνεργατών του, που συνυπέγραψαν το ως άνω εξώδικο, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω του ψευδούς περιεχομένου του εξωδίκου τους. Όπως, εκτέθηκε, όμως, το περιεχόμενο του εξωδίκου δεν ήταν αναληθές, αντιθέτως περιέγραφε τη συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος σε αντίθεση με τις επιταγές των χρηστών ηθών και της επαγγελματικής ευσυνειδησίας, που επέβαλαν την εκ μέρους του προώθηση των συμφερόντων των εταιρειών με τις οποίες συνδεόταν συμβατικώς και όχι την υπονόμευσή τους προς ίδιον όφελος, διέδιδε αναληθείς φήμες για την πορεία του Ομίλου ΙΝG και διατάρασσε το αρμονικό κλίμα εργασίας των συνεργατών του εκδηλώνοντας έτσι αντισυμβατική τουλάχιστον συμπεριφορά, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του και έχει ως συνεπακόλουθο την αστική του ευθύνη για μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων όπου και θεμελιώθηκε και η καταγγελία των συμβάσεων που έλαβε χώρα από τις εναγόμενες εταιρείες. Ειδικότερα, η αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος θεμελιωνόταν στην παραβίαση: 1) αναφορικώς με την εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής": α) της περιπτώσεως 5 της από 06/04/1983 συμβάσεως ασφαλιστή ζωής περί υποχρεώσεως του ασφαλιστή να μην επιδεικνύει ανάρμοστη και βλαπτική συμπεριφορά για τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων του 2) του άρθρου 8 του από 01/05/1987 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως έργου-διευθυντή υποκ/τος ("agency manager"), περί υποχρεώσεως του ενάγοντος κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, να μην επιδιώξει ή αναλάβει την εκτέλεση παρεμφερούς έργου σε άλλη εταιρεία ή σε άλλον εργοδότη 3) του άρθρου 7γ του από 11/09/1998 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως αμοιβαίων κεφαλαίων περί υποχρεώσεως του ενάγοντος να μην παραβιάζει τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη και να μη επιδεικνύει απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και 4) του άρθρου 5.2δ του από 14/04/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως τραπεζικών προϊόντων περί υποχρεώσεως του ενάγοντος, να μη παραβιάζει τα εμπορικά συν/κά ήθη και την πρακτική των τραπεζικών και γενικώς των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά 2)αναφορικώς με την εναγομένη εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" του όρου Γ3 περ.στ' της από 01/01/1986 συμβάσεως παραγωγού ασφαλίσεων, περί υποχρεώσεως του ενάγοντος να μη προβαίνει σε υπαίτια ενέργεια που αποσκοπεί σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και γενικώς σε κάθε υπαίτια ενέργεια, που μπορεί να βλάψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εταιρεία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της. Περαιτέρω, η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" δικαιούται με τον Γ3 όρο περ. στ' της από 26/01/2005 συμβάσεως ασφαλιστικού συμβούλου και του με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως έργου συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων (agency manager), να τις καταγγείλει λόγω υπαίτιας ενέργειας του ενάγοντος, που μπορούσε να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την εταιρεία τις συνδεδεμένες με αυτή επιχειρήσεις του "Ομίλου ΙΝG" ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που συνδεόταν με την εταιρεία με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα οποιασδήποτε από αυτές. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία καθεμίας από τις ανωτέρω εταιρίες, καθόσον προκειμένου να πετύχει όσο το δυνατόν καλύτερους όρους συνεργασίας με την εταιρεία "ALICO" υπονόμευσε στους συνεργάτες του την εικόνα του "Ομίλου ΙΝG" και επιχείρησε να οργανώσει, μέχρι την αποχώρηση του από αυτόν, την απόσπαση εξειδικευμένου ικανού και έμπειρου ανθρώπινου εργατικού δυναμικού. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, που προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται και στην παρούσα συζήτηση με τον πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγο της εφέσεως τους ότι: α) του κατήγγειλαν τις συμβάσεις του χωρίς να τον καλέσουν (οι εναγόμενες) να εκθέσει τους δικούς του ισχυρισμούς, β) ήταν ένας από τους πλέον επιτυχημένους και βραβευμένους Διευθυντές υποκ/τος και επομένως δεν θα είχε λόγο να διαπραγματεύεται με την ΑLΙCΟ, αλλά ότι ο Όμιλος ΙΝG είχε, ήδη προβεί στο κλείσιμο μεγάλου αριθμού υπ/των του σε όλη την Ελλάδα τη διετία πριν την αποπομπή του και είχε ήδη μειώσει τον αριθμό των υποκαταστημάτων του από 62 σε 24 στα πλαίσια της υλοποιήσεως των επιχειρηματικών του επιλογών και το κατάστημα, που διεύθυνε, δεν ήταν παρά ένα από τα ήδη επιλεγμένα προς διάλυση καταστήματα γ) οι 14 συνεργάτες προχώρησαν στις καταγγελίες σε βάρος του, προκειμένου να καρπωθούν τις προμήθειες από το δικό του χαρτοφυλάκιο, επικαλούμενος το από 03/02/2006 έγγραφο προς όλους τους Συντονιστές ασφαλ/κών εταιρειών, δηλαδή τους Διευθυντές υποκ/των, όπως και ο ενάγων, με το οποίο η εταιρεία αναγγέλλει τη χορήγηση ποσοστού ως προμήθεια για τους ασφαλιστές που εξυπηρετούν συμβόλαια άλλων ασφαλιστών και δ) ότι η πρακτική του "Ομίλου ΙΝG" ήταν να μεθοδεύει σπουδαίους λόγους καταγγελιών των συμβάσεων διευθυντών, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή αποζημιώσεων, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Ι. Π. και Χ. Τ., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι: Ειδικότερα: Α) ο με στοιχείο (α') λόγος, διότι δεν απαιτείτο να τον καλέσουν οι εναγόμενες νια να εκθέσει τις απόψεις του πριν καταγγείλουν τις συμβάσεις του, καθ' όσον όπως αποδεικνύεται από το τέλος του 2005 είχε τις πληροφορίες του ο "Area Manager" Π. Π., ως υπεύθυνος του υποκατ/τος του ενάγοντος και από συνεργάτες σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, ότι ο ενάγων διαπραγματευόταν με την ΑLICO και είχε διερευνήσει ο ίδιος τις καταγγελίες και τις είχε διασταυρώσει καλώντας και άλλους συνεργάτες του καταστήματος και είχε ενημερώσει τη Διοίκηση της εταιρείας, η οποία πλέον δεν είχε καμία αμφιβολία για την επικείμενη συνεργασία του με την ως άνω εταιρεία. Β) Το πρώτο σκέλος του με στοιχείο (β) λόγου, διότι το ότι δεν έγινε Area Manager, όπως προσδοκούσε, το εξέλαβε ως άδικη σε βάρος του μεταχείριση, που του προξένησε δυσφορία και απογοήτευση και για το λόγο αυτό από το 2005 άρχισε να αναζητεί διέξοδο σε άλλη εταιρεία, όσο δε πιο παραγωγικός και αποδοτικός διατηρείτο στον τομέα του ως και την τελευταία στιγμή, τόσο πιο ισχυρός ετίθετο διαπραγματευτικώς έναντι των άλλων εταιρειών, κατά τα προαναφερόμενα, ενώ το δεύτερο σκέλος, ότι η εκκαλουμένη αγνόησε ότι ο "Ομιλος ΙΝG" είχε ήδη προβεί στο κλείσιμο μεγάλου αριθμού υπ/των (πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο) καθόσον το πρώτον με την έφεση γίνεται λόγος, αφού ούτε καν ως υπαινιγμός υπάρχει σε κάποια από τις δύο (2) συνεκδικαζόμενες αγωγές του ενάγοντος Γ) Ο με στοιχείο (γ) λόγος, διότι κατά τον κανονισμό πωλήσεων των εταιρειών του Ομίλου ΙΝG οι ασφαλιστές που εξυπηρετούν τα συμβόλαια άλλων ασφαλιστών που έχουν αποχωρήσει παίρνουν προμήθειες γι' αυτή την εξυπηρέτηση και στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται μετά τις καταγγελίες των συμβάσεων του ενάγοντος έκλεισε το υπ/μα, όπου ο ενάγων ήταν Διευθυντής και οι συνεργάτες του τοποθετήθηκαν σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα, όσα δε συμβόλαια παραγωγής του ενάγοντος και των δύο τέκνων του Κ. και Γ. και των συνεργατών τους ακολούθησαν, παρέμειναν στην εταιρεία (διότι πολλά από αυτά ακυρώθηκαν) παραδόθηκαν από την τελευταία, για εξυπηρέτηση σε νεώτερους συνεργάτες, γεγονός που σημαίνει ότι οι 14 συνεργάτες που κατήγγειλαν την αντισυμβατική ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος και οι οποίοι ήταν παλαιοί συνεργάτες, δεν είχαν και δεν προσδοκούσαν κανένα απολύτως προσωπικό συμφέρον από τις προαναφερόμενες καταγγελίες των συμβάσεων. Ο μάρτυρας μάλιστα αποδείξεως Ι. Μ. για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι οι καταγγείλαντες προέβησαν στην καταγγελία από ταπεινά ιδιοτελή κίνητρα, κατέθεσε ότι όλοι πήραν συμβόλαια από τα συμβόλαια του υποκ/τος του ενάγοντος, ενώ δεν ανέφερε ούτε ένα όνομα από τους "όλους", όταν ρωτήθηκε από την πλευρά των εταιρειών, ενώ αντιθέτως ο μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι το ποσοστό χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευαν μαζί με την ομάδα τους ανερχόταν σε 65% -70% το λιγότερο, ήταν οι πιο παλαιοί και πετυχημένοι, δεν ήθελαν ούτε να κλείσει το υπ/μα ούτε να πάνε σε άλλο και δεν μεταφέρθηκε ούτε ένα συμβόλαιο από αυτά του υπ/τος του ενάγοντος σε κανένα από τους (14). Δ). Ο με στοιχείο (δ) λόγος, καθόσον ο μεν Ι. Π. έχει διατηρηθεί ως Διευθυντής Υπ/τος με μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με το από 14/01/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική από το συνημμένο στην Αγγλική κείμενο, ο δε Χ. Τ., παρά την καταγγελία της συμβάσεώς του κατοχύρωσε δικαίωμα λήψεως προμηθειών και υπερπρομηθειών για μια τετραετία μετά την καταγγελία, σύμφωνα και με το από 19/07/2007 ιδιωτικό συμφωνητικό. Τέλος, όσον αφορά την πτώση των εισοδημάτων του ενάγοντα από την ημέρα της καταγγελίας των συμβάσεών του, ήτοι για το οικονομικό έτος 2007 όπως εκθέτει τόσο πρωτοδίκως όσο και στο παρόν Δικ/ριο, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2006 και 2007 που προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα και όχι από τη φορολογική του δήλωση του 2007, όπως ισχυρίζεται με τις παρούσες προτάσεις του, προκύπτει διαφορά εισοδήματος του ενάγοντος, όμως αυτή η μείωση το 2007 προήλθε συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του προς τον "Όμιλο ΙNG" που οδήγησε στη συνεργασία του με την ΑLICO, την οποία ο ίδιος επεδίωξε και πέτυχε και δεν ευθύνονται οι εναγόμενες για τη μείωση αυτή". Με την ως άνω κρίση του, για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας από τις αναιρεσίβλητες των με αυτές καταρτισθεισών συμβάσεων μισθώσεως έργου του αναιρεσείοντος ως ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ'οσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 16 παρ.1, 4 παρ.4, 20 παρ.1, 3 του ν.1569/1985 και 700 του ΑΚ. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Το εξυπακουόμενο από το νομικό χαρακτήρα των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ως μισθώσεων έργου, αλλά και ρητώς αναφερόμενο σ'αυτές δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών, να καταγγείλουν τις συμβάσεις με μονομερή απευθυντέα δήλωσή τους προς τον αναιρεσείοντα, χωρίς προειδοποίηση και υποχρέωση καταβολής αποζημιωτικώς ανάλογης προμήθειάς του για την επόμενη από την καταγγελία τριετία, εάν αθετούσε ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις του, όπως η μη επίδειξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τα συμφέροντα της εργοδότριάς του, που θα δημιουργούσε αστική ευθύνη του προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων. 2) Η από τον αναιρεσείοντα, αρχικώς ασφαλιστικό σύμβουλο και ακολούθως συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, επιτυχής διεκπεραίωση των προς τις αναιρεσίβλητες εργοδότριες του συμβατικών υποχρεώσεών του ανεπιλήπτως μέχρι και το έτος 2004, οπότε όμως θεωρώντας προσωπική μείωσή του τη μη ανάδειξή του στο ανώτατο επίπεδο της διοικητικής ιεραρχίας των αναιρεσιβλήτων, άρχισε (από το επόμενο έτος 2005) να αναζητεί διέξοδο σε άλλη εταιρεία, εκτός του Ομίλου των αναιρεσιβλήτων και για να αποκτήσει ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στο εγχείρημά του, επιδίωξε συστηματικά να πείσει πολλούς συνεργάτες του να τον ακολουθήσουν, χωρίς να μειώνει μεν την παραγωγικότητά του, από την οποία απέβλεπε να επωφεληθεί (με μεταφορά σημαντικού ποσοστού της πελατείας του) στη νέα επαγγελματική σχέση του, αλλά με διάδοση ατεκμηρίωτων φημών (μεταξύ των συνεργατών του) για τις εργασίες και τη βιωσιμότητα των αναιρεσιβλήτων, όπως ότι ανέμενε τη διακοπή των εργασιών των τελευταίων στην Ελλάδα και είχε πωληθεί το ιδιόκτητο κτίριο στέγασης των γραφείων τους, ενώ για να ενισχύσει την ανασφάλεια των συνεργατών του και να τους προσεταιρισθεί, άλλοτε τους διαβεβαίωνε ότι έχει δημιουργηθεί ανταγωνιστικό δίκτυο πωλήσεων από ιθύνοντα στελέχη και άλλοτε προκαλούσε δυσλειτουργικότητα στην παραγωγική διαδικασία είτε δυσχεραίνοντας την επικοινωνία τους με την κεντρική διοίκηση είτε υποχρεώνοντας αυτούς να παρακολουθούν εκπαιδευτικά σεμινάρια, με δαπάνες τους και να καταθέτουν προς αυτόν τις επαγγελματικές τους άδειες με βιογραφικά σημειώματα. 3) Η αντίθετη με τα χρηστά ήθη και το καθήκον επαγγελματικής ευσυνειδησίας συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος, που ήταν πρόσφορη να μειώσει την αποδοτικότητα των συνεργατών του για υποκειμενικούς λόγους και να βλάψει τις εργασίες και τα συμφέροντα γενικώς των αναιρεσιβλήτων, αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας από αυτές αζημίως των συμβάσεών τους με τον αναιρεσείοντα και εγκύρως προέβησαν συνεπώς σ' αυτή την καταγγελία, μετά τα προφορικά αρχικώς παράπονα και ακολούθως την από 14-3-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση 14 υπαλλήλων τους-συνεργατών του αναιρεσείοντος, οι οποίοι ανέφεραν εγγράφως την ανωτέρω αντιδεοντολογική και επιζήμια για τις αναιρεσίβλητες συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του. Επομένως ο αντίθετος μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2010 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της 6015/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 16 παρ. 1, 4 παρ. 4, 20 παρ. 1, 3 ν.1569/1985 και 700 του ΑΚ: Καταγγελία σύμβασης μισθώσεως έργου του ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων από ασφαλιστική εταιρία για σπουδαίο λόγο για συμπεριφορά του επιζήμια για τα συμφέροντα της εταιρίας (διάδοση αναληθών περιστατικών για τις εργασίες της εταιρίας, προσπάθεια προσεταιρισμού εργαζομένων για ομαδική αποχώρηση από την εταιρία, επειδή τον παραγκώνησε στις κρίσεις προαγωγών κ.λπ.). Επαρκής αιτιολογία Εφετείου. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από 559 αρ.19 Κ.ΠΟλ.Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 94/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΔΕΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2055/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5747/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 9018β'/ 28-5-2010 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (18-1-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 143 παρ.3). Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτού (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 435/1976, "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης, προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του, προσθέτου αποζημιώσεως". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) μετά προηγούμενην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας (...) εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, (...) και β) υπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποιήσεώς του". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ.11 του ν. 3863/2010, "Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, καθώς και του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ επί πλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, στις περιπτώσεις: α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολή και β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (ΟλΑΠ 1772/1981). Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερομένων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μεγίστου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού. Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην απόφαση, ονομαστικώς, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ' όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν, νομίμως, υπερωριακά. Εξ άλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασία επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου η κρίση περί της συνδρομής της εν λόγω ουσιαστικής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1807/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την αναιρεσίβλητη και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-5-2003 απασχολήθηκε ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη, στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Λαυρίου. Ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών που ήσαν απαραίτητες και δεν επιδέχονταν αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακώς επί 2.290 ώρες συνολικά, όπως προέκυπτε από τις μισθολογικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης και ουδόλως αμφισβητείτο από αυτήν. Ότι για τις υπερωρίες αυτές είχε χορηγηθεί άδεια με τις ειδικά μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που είχαν εκδοθεί ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και κάλυπταν ολόκληρο το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ότι μετά την έκδοση των εν λόγω υπουργικών αποφάσεων η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμη, ανεξάρτητα προς το αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη διατύπωση της αναγγελίας προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει τις προσαυξήσεις που προβλέπονταν νομίμως για την απασχόληση αυτή. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 2055/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την ένδικη, από 6-12-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε, πέραν των αμοιβών που είχε εισπράξει, την επιδίκαση αποζημίωσης για την εκτέλεση παρανόμων υπερωριών, επικαλούμενος το ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επιδώσει έγγραφη αναγγελία προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και δεν τηρούσε ειδικό βιβλίο υπερωριών.
Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω διατάξεις, αφού εν προκειμένω, η έκδοση των κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 υπουργικών αποφάσεων είχε αναπληρώσει τις ως άνω διατυπώσεις και είχε καταστήσει νόμιμη την γενομένη υπερωριακή απασχόληση ανεξάρτητα προς τις διατυπώσεις αυτές. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, κατά το κύριο μέρος αυτού, υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι α) οι εγκρίσεις του Υπουργού Εργασίας είχαν ζητηθεί και δοθεί με καθυστέρηση και κάλυπταν μόνο μέρος των υπερωριών που είχαν πραγματοποιηθεί και β) οι υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν δεν έγιναν για την εξυπηρέτηση όντως επειγουσών αναγκών, αλλά για την κάλυψη παγίων αναγκών της αναιρεσίβλητης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-4-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5747/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. - Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπερωριακή απασχόληση. ΔΕΗ. Η κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 χορήγηση άδειας για υπερωριακή απασχόληση με απόφαση του αρμόδιου υπουργού καθιστά νόμιμες τις εκτελούμενες υπερωρίες, ανεξάρτητα προς την τήρηση των γενικών διατυπώσεων της έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και της αναγραφής αυτών σε ειδικό βιβλίο υπερωριών. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 93/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β 2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Μ. Ο. του Α., κατοίκου Κερατσινίου Πειραιά, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτήριου Φέλιου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" και εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Βαβέτση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 762/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3902/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εκ της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες προς εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένως τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 535/ 2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 19-7-1982 από την ανώνυμη εταιρία "Ξενοδοχεία, Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας. Ότι η επιχείρηση αυτή, από το 1984, περιήλθε στον ΕΟΤ, ο οποίος την εκμεταλλευόταν έκτοτε με την αντίστοιχη υπηρεσία αυτεπιστασίας, όπου ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει την εργασία του. Ότι στη συνέχεια, με το ν. 2837/2000 (άρθρο 16 παρ.5 εδ. α' και β'), η εν λόγω υπηρεσία αυτεπιστασίας καταργήθηκε και τόσο η δραστηριότητα όσο και το προσωπικό αυτής μεταφέρθηκαν στην εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" (ή "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ", όπως αλληλοδιαδόχως μετονομάσθηκε το αυτό νομικό πρόσωπο, εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία υπεισήλθε στη θέση του εργοδότη έναντι του ενάγοντος. Ότι, κατόπιν, με το ν. 3139/2003, η άδεια λειτουργίας του καζίνο μεταφέρθηκε στην εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" και εν όψει του γεγονότος αυτού, με την από 28-3-2003 συμφωνία μεταξύ αφ' ενός της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", αφ' ετέρου των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο, Ξενοδοχείο 7, Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και εκ τρίτου της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η οποία απέβλεπε στην κατοχύρωση των εκ των συμβάσεων εργασίας δικαιωμάτων του προσωπικού του καζίνο, δόθηκε η δυνατότητα στους εργαζομένους είτε να ενταχθούν στο προσωπικό της εταιρίας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" είτε να αποχωρήσουν εθελουσίως, λαμβάνοντας αυξημένη αποζημίωση. Ότι, τελικώς, ειδικότερα, με την εν λόγω συμφωνία (παράγραφος 3γ') ορίσθηκε ότι ο εργαζόμενος, που αποχωρεί, δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλομένη λόγω καταγγελίας σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 (...) και ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, αλλά συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Ότι ο ενάγων, την 30-5-2003, έκανε χρήση του δικαιώματος της εθελούσιας εξόδου και η εναγομένη, την 1-9-2003, έκανε αποδεκτή την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Ότι κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, η εναγομένη προσδιόρισε το ποσό αυτής σε 108.760,45 ευρώ, παρακράτησε φόρο 17.752,09 ευρώ και κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο 91.008,36 ευρώ. Ότι η παρακράτηση του φόρου δεν είναι αντίθετη προς την εν λόγω συμφωνία, διότι από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι στις νόμιμες επιβαρύνσεις, από τις οποίες απαλλασσόταν η αποζημίωση, δεν εμπίπτει και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου, η οποία, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία (άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει) βαρύνει το δικαιούχο της αποζημιώσεως και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο δημόσιο. Ότι, περαιτέρω, από την ίδια συμφωνία, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση, την οποία βασίμως αρνείται, να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο αυτό, χωρίς επιβάρυνση του ενάγοντος. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα το ποσό, που είχε παρακρατηθεί ως φόρος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Με την κρίση αυτή, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, αν και εμμέσως διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή, τουλάχιστον, αντιμετώπισε αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια του όρου της από 28-3-2003 συμφωνίας, κατά τον οποίο όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης, αλλά συνυπολογίζονται πέραν αυτής, αναζήτησε την πραγματική βούληση των συμβληθέντων χωρίς να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες. Ειδικότερα, η ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την αληθινή έννοια του επίμαχου όρου διαπιστώνεται από το ότι ο Εφετείο προσέφυγε σε επιχείρημα κείμενο εκτός του περιεχομένου της συμφωνίας, ήτοι στη σχετική διάταξη του ειδικού φορολογικού νόμου και μόνο μετά την ερμηνευτική αξιολόγηση της διάταξης αυτής μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι από τον επίμαχο όρο "προκύπτουν" οι παραδοχές που ήδη αναφέρθηκαν. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη, Χριστόφορου Κοσμίδη, το Εφετείο, πέραν των ήδη αναφερθέντων, δέχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της από 28-3-2003 συμφωνίας δημοσιεύθηκε ο ν. 3139/2003 (ΦΕΚ 100/30-4-2003), στο άρθρο 4 παρ.7 εδ. β' του οποίου συμπεριλήφθηκε σχεδόν αυτούσιος ο ως άνω, επίμαχος όρος αυτής. Ειδικότερα, στη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι "Το προσωπικό του εδαφίου β' της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, μπορεί μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του. Η εταιρία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή. Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Εξ αυτού συνάγεται ότι από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003 ο επίμαχος όρος έπαυσε να έχει απλή, συμβατική ισχύ και απέκτησε ισχύ νόμου. Το Εφετείο, αναζητώντας την αληθινή έννοια του όρου αυτού, στην πραγματικότητα δεν προέβη σε ερμηνεία δικαιοπρακτικής δηλώσεως των μερών, αλλά στην ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου. Η διαδικασία αυτή, όμως, αποτελούσε εκδήλωση της ερμηνευτικής αποστολής της δικαιοδοτικής λειτουργίας και δεν προϋπέθετε την εφαρμογή των γενικών αρχών της ερμηνείας των δικαιοπραξιών (ήτοι των ΑΚ 173, 200). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη γνώμη που μειοψήφησε, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
2. Στο άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 3091/2002, ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση (...) β) το ν. 2112/1920 (...). Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή στο δικαιούχο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 είναι υπόχρεος καταβολής φόρου επ' αυτής, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με τον τρόπο που αναφέρθηκε και παρακρατείται από τον εργοδότη κατά την πληρωμή της αποζημίωσης, για να αποδοθεί αρμοδίως. Υπό την έννοια αυτή, ο φόρος επιβαρύνει νομίμως το ποσό της αποζημίωσης και, κατ' επέκταση, το δικαιούχο αυτής. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 περ. β' του ν. 3139/2003 ορίσθηκε ότι (...) "Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, για να δοθεί κίνητρο εθελουσίας αποχώρησης των εργαζομένων, προβλέφθηκε ότι, πέραν της εισπράξεως διπλάσιας αποζημίωσης, το ποσό αυτής θα είναι "καθαρό", υπό την έννοια ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις, μεταξύ των οποίων και ο αναλογούν φόρος, δεν θα απομειώνουν το ποσό της αποζημίωσης, αλλά θα υπολογίζονται πέραν αυτού, επαυξάνοντας την αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη που επιθυμεί να απαλλαγεί από το πλεονάζον προσωπικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι η παρακράτηση του φόρου και η εντεύθεν απομείωση του ποσού της αποζημιώσεως ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι στις "νόμιμες επιβαρύνσεις", από τις οποίες απαλλάσσεται η αποζημίωση, δεν εμπίπτει η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου, η οποία, σύμφωνα με το φορολογικό νόμο, βαρύνει το δικαιούχο της αποζημιώσεως και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο δημόσιο. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα το ποσό, που είχε παρακρατηθεί ως φόρος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.7 περ. β' του ν. 3139/2003 και του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2238/1994, διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της σκέψης αυτής, το δεύτερο δεν προσδίδει στο πρώτο την έννοια ότι το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης των αποχωρούντων εθελουσίως από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης υπόκειται σε μείωση κατά το ποσό του αναλογούντος φόρου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το παράπονο αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3902/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 18η Ιανουαρίου 2012. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η διαπίστωση αμφιβολίας ως προς την αληθινή έννοια συμβατικού όρου και η κατόπιν αυτού ερμηνευτική αναζήτηση της πραγματικής βούλησης των συμβληθέντων χωρίς προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της ΚΠολΔ 559 αρ.1 περ. β'. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας ο λόγος αυτός, που προϋποθέτει την ερμηνεία δικαιοπραξίας, δεν ιδρύεται επί ερμηνείας συλλογικής ενοχικής συμφωνίας, η οποία ενσωματώθηκε σε διάταξη μεταγενέστερου νόμου και απέκτησε κανονιστική ισχύ ουσιαστικού νόμου. Εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως που προβλέπει ότι η αποζημίωση επί εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων Καζίνο θα καταβάλλεται χωρίς νόμιμες επιβαρύνσεις. Αναιρεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 84/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Σ. χήρας Σ. Κ., 2) Γ.-Μ. Κ., 3) Α. Κ., με την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Φέλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2004 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1796/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8926/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 12/3/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ. β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 το ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο- Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...". Με την παράγραφο 7 περ. β' δε του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή. Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας" ... αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από τους εργαζόμενους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" (Α.Π. 529/2008, 530/2008). Τέλος, με τη σύμβαση δανεισμού εργαζομένου, έχομε παραχώρηση εργαζομένου, με τη συναίνεσή του, προς τρίτο, όμως ο εργαζόμενος διατηρεί τις αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του έναντι του αρχικού εργοδότη, ο οποίος και βαρύνεται με την καταβολή των αποδοχών του και όλων των συναφών νομίμων υποχρεώσεων, από τη λειτουργία και τη λύση της εργασιακής συμβάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: 0 ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις το έτος 1979 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην επιχείρηση " Ξενοδοχεία Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ" ως τεχνικός παιγνίων και έκτοτε παρείχε την εργασία αυτή στην εν λόγω επιχείρηση και συγκεκριμένα στο Καζίνο Πάρνηθας. Ότι το συγκρότημα της Πάρνηθας, μετά την κατά το έτος 1984 έκπτωση του ιδιώτη, περιήλθε στον ΕΟΤ, ο οποίος το λειτούργησε έκτοτε, με αυτεπιστασίας ως "Καζίνο- Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας". Ότι Πριν από την ψήφιση του ν. 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων", και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας. Με τον όρο δε 3 παρ. γ' της εν λόγω συμφωνίας, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως ... . Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Ο αναιρεσίβλητος, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 30-5-2003 αίτηση, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα αυτής περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία. Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της την 10-5-2004. λαμβάνοντας την προβλεπόμενη από την παραπάνω συμφωνία αποζημίωση, από την οποία και παρακρατήθηκε ο φόρος που αναλογούσε σ' αυτήν. Ότι μέχρι την αποχώρησή του είχε συμφωνηθεί να παρέχει την εργασία του, με σύμβαση δανεισμού, στην εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι εν προκειμένω υπόχρεος σε καταβολή της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτής από την εργασία της, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σ' αυτήν, και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 30-4-2003), αίτηση εντάξεώς του στο ως άνω πρόγραμμα της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία, η οποία (αίτηση) εμπεριείχε και δήλωση παραμονής του σ' αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δε μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", στην οποία εργάσθηκε, λόγω δανεισμού. Τέλος, η απόφαση, με βάση τις ως άνω παραδοχές, περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο αυτής. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα-εναγομένη, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν αυτή υπόχρεη, προς καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως και, συνεπώς δεν έπρεπε να απευθυνθεί η αγωγή εναντίον της, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στις διατάξεις του π.δ. 178/2002 "περί προστασίας των εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις", και σύμφωνα με τις οποίες ο αποκτών την επιχείρηση υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα έναντι των εργαζομένων, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις, κατά με τις οποίες, επί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο αποκτών υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μεταβιβάζουσας, έναντι των εργαζομένων, δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος δεν μεταφέρθηκε στο προσωπικό της διαδόχου επιχειρήσεως "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", αλλά εξακολουθούσε να ανήκει στην αναιρεσείουσα.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει ανέλεγκτα, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 493/2008, Α.Π. 329/2008, 254/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, επίσης ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) "παρακράτησε από το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης, ως μη όφειλε, τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών, που ανερχόταν σε 27.783,41 ευρώ και κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο μόνο 131.133,64 ευρώ ... καθόσον, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη όριζαν με το τελευταίο εδάφιο της παρ. γ' του όρου 3 της ως άνω, από 28-3-2003 συμφωνίας τους ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", με το όρο "νόμιμες επιβαρύνσεις" προφανώς εννοούσαν τον φόρο του άρθρου 14 του Ν. 2238/1994, στον οποίο και μόνο υπόκειται η αποζημίωση αυτή, αφού ουδεμία άλλη επιβάρυνση επί του καταβληθησομένου ποσού αυτής προβλέπεται από το νόμο. Δηλαδή, κατά την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη, με την ειδικότερη αναφορά στη διατύπωση του ως άνω συμβατικού όρου (3γ), που ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.), θέλησαν και απέβλεψαν να απαλλάξουν την καταβαλλόμενη αποζημίωση απολύσεως από τον ως άνω φόρο του άρθρου 14 Ν. 2238/1994, έτσι ώστε το καθοριζόμενο (διπλάσιο) ύψος αυτής να αποτελέσει το καταβλητέο καθαρό ποσό, απαλλαγμένο οποιωνδήποτε επιβαρύνσεων, επ' ωφελεία των αποχωρούντων, στα πλαίσια της εθελουσίας εξόδου μισθωτών, αφού σε αντίθετη περίπτωση, η παραπάνω συμβατική πρόβλεψη, που αποτέλεσε και περιεχόμενο μεταγενέστερης, ταυτόσημης νομοθετικής ρύθμισης, θα ήταν κενή περιεχομένου". Στην ερμηνεία αυτή οδηγήθηκε το δικαστήριο, καθόσον και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, διαπίστωσε, εμμέσως πλην σαφώς και ειδικότερα με τη φράση "προφανώς εννούσαν", ασάφεια και αμφιβολία εκ μέρους των συμβληθέντων και ήδη διαδίκων, ως προς την αληθινή έννοια του ως άνω συμβατικού όρου, σύμφωνα με τον οποίο "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό ης οφειλόμενης αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες κρίνονται ικανές να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα καθώς και να καταστήσουν εφικτό τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, με βάση αυτά, το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 361, 173,174 Α.Κ και άρθρου 14 παρ. 7β Ν. 2238/1994, που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου δε 559 περ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι και ο εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως, ότι δεν ήταν στη βούληση των μερών να επιβαρυνθεί αυτή και με τον από το νόμο προβλεπόμενο φόρο, αφού, από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, πλην δεν τον θεώρησε ως βάσιμο και τον απέρριψε.
Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/2002, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920, β) το ν. 2112/1920, γ) το άρθρο 94 του ν. δ 3026/1954. Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περιπτώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως, η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημιώσεως. Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεν ότι υπόχρεος έναντι του δημοσίου προς καταβολή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, ο δε εργοδότης υποχρεούται απλώς να παρακρατήσει το φόρο αυτόν κατά την πληρωμή της αποζημιώσεως στο δικαιούχο, πλην όμως, δεν αντίκειται στις εν λόγω διατάξεις, η ενοχικού χαρακτήρα συμφωνία, που καταρτίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου-δικαιούχου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία συμφωνείται η καταβολή στο δικαιούχο ολόκληρης της αποζημιώσεως, χωρίς την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, τον οποίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο δημόσιο ο εργοδότης. Και τούτο, διότι η εν λόγω συμφωνία ισχύει μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δε μεταβάλλεται με αυτήν ο εκ του νόμου έναντι του δημοσίου υπόχρεος σε καταβολή του αναλογούντος στην αποζημίωση φόρου. Δεν μπορεί δε να συναχθεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν.δ. 4444/1964 κατά την οποία, "απαγορεύεται η εκ μέρους των επιχειρήσεων, των πάσης φύσεως οργανισμών και εν γένει εργοδοτών καταβολή εις βάρος των επιχειρήσεων κ.λ.π. του φόρου εισοδήματος επί των αποδοχών του προσωπικού των ως και του φόρου του αναλογούντος επί των λοιπών εισοδημάτων αυτού", καθόσον ως κύρωση για την παράβαση της διατάξεως αυτής ορίζεται με την ίδια τη διάταξη όχι η ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, αλλά η μη έκπτωση των καταβληθέντων για την αιτία αυτή ποσών ως δαπάνη της επιχειρήσεως. Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε ως έγκυρη την ως άνω από 28-3-2003 συμφωνία, στο περιεχόμενο της οποίας εκτίμησε ότι περιέχεται και ο όρος ότι το καταβλητέο στους δικαιούχους (εθελουσίως εξερχόμενους από την υπηρεσία εργαζόμενους), ποσό αποζημιώσεως δε θα επιβαρύνεται με τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο εισοδήματος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατά το σχετικό αυτού σκέλος, τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 14 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως, Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται, μεταξύ άλλων και η αοριστία της αγωγής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει (εκτός των στοιχείων που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117), α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα, κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή εκτίθεται ότι , με βάση την από 12-4-1979 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από την εταιρεία "Ξενοδοχεία - Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ", προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός παιγνίων. Ότι και μετά την περιέλευση της ανωτέρω εταιρείας στον Ε.Ο.Τ., το έτος 1984, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτόν και, στη συνέχεια, στην πρώτη εναγομένη, στην οποία, με βάση νόμο, μεταφέρθηκε όλο το προσωπικό της αρχικής εργοδότριας. Ότι την 9-5-2004 απεχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία, κατ' εφαρμογή της από 28-3-2003 συμφωνίας, μεταξύ της πρώτης εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στις οποίες ανήκε ο ενάγων και με τον ειδικότερο όρο να λάβει αποζημίωση, ίση με το διπλάσιο της προβλεπομένης από τους Ν. 2112/1920 και 3198/1955. Ότι, κατά τη συμφωνία αυτή, οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται ποσό της αποζημίωσης και συνυπολογίζονται, πέραν αυτής. Ότι, με βάση τα παραπάνω, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση το ποσό αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, πλην έλαβε λιγότερα, λόγω παρακράτησης εκ μέρους της εναγομένης του αναλογούντα φόρου, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, πράγμα που αντίκειται στην ως άνω συμφωνία τους. Ζητείται, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το ως ποσό, με το νόμιμο τόκο. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη.
Συνεπώς Εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια και να απορρίψει τον σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο τα αντίθετα υποστήριζε, ορθά έκρινε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, τέταρτος , αληθώς δε εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί. Δικαστική δαπάνη δε θα επιβληθεί υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2007 αίτηση της εταιρίας "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 8926/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, όπως το προβλεπόμενο επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 81/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη-Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 1145/2011 αποφάσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενο τον Β. Κ. του Μ., κάτοικο ..., και πολιτικώς ενάγουσα την Ε. σύζυγο Ν. Κ.-πρώην Σ., κάτοικο ... .
Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αυτεπάγγελτη συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.10.2011 και με αριθμ. πρωτ. 1080/2011 αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. 146/2011 πράξεως του Προέδρου του Ε' Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 145 παρ.1 του Κ.Π.Δ "Όταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση, ή τη συμπλήρωσή τους αν δεν μεταβάλλονται και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που συνέβησαν στο ακροατήριο". Η διάταξη αυτή σκοπό έχει να αποκαταστήσει λάθη και παραλείψεις που παρεισέφρυσαν στο κείμενο της απόφασης, ή βουλεύματος και οφείλονται σε απλή παραδρομή, αβλεψία πλάνη εσφαλμένη αντίληψη της γλώσσας, λογιστικά λάθη. Συμπλήρωση της απόφασης επιτρέπεται και στις περιπτώσεις παραλείψεων του διατακτικού από παραδρομή.
Στην προκειμένη περίπτωση με την 146/2011 πράξη του προέδρου του τμήματος αυτού ζητείται η αυτεπάγγελτη συμπλήρωση του διατακτικού της 1145/2011 ποινικής απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε μερικά η υπ' αρίθμ. 1473/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Β. Κ. της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης, από παραδρομή όμως δεν περιλήφθηκε στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως του Α.Π. διάταξη για παραπομπή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο. Η αίτηση αυτή για το παραδεκτό της συζητήσεως της οποίας κλητεύθηκαν ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα (βλ. από 7.10.2011 αποδεικτικά επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ... και του δικαστικού επιμελητή ... αντίστοιχα), είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και αποδεικνύεται ως βάσιμη και στην ουσία από την ίδια την απόφαση της οποίας ζητείται η συμπλήρωση.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή και να συμπληρωθεί η ως άνω απόφαση του Α.Π. όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συμπληρώνει το διατακτικό της υπ' αριθμ. 1145/2011 ποινικής απόφασης του Αρείου Πάγου με την ακόλουθη διάταξη που θα τεθεί με τις λέξεις του διατακτικού της "πολιτικώς ενάγουσας ... της σελίδας 11": "Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συμπληρώνει το διατακτικό της υπ' αριθμ. 1145/2011 ποινικής απόφασης του Αρείου Πάγου.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 69/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Δήμητρα Λεοντάρη- Μπουρνάκα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων 1)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 189/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με συγκατηγορούμενη την Φ. Κ. του Ν.. Με πολιτικώς ενάγοντες 1) Ι. Σ. του Σ. και 2) Χ. Σ. του Σ..
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2010 και 2 Αυγούστου 2010 αντίστοιχα δύο αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1167/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 176/15-7-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρθρ. 476§1α', 485§1α', 513§1α' Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 95/10 (6/10) και 102/10 (7/10) αιτήσεις αναιρέσεως των κατ/νων α) Μ. Κ. του Π. και της Φ., εμπόρου και β) Ε. Μ. του Ν. και της Δ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 189/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα εξής: Α 95/10 (6/10) ΑΝΑΙΡΕΣΗ της Μ. Κ. α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476§1 α, 485§1, 513§1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή της. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). β) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596§1, 601§1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, το άρθρο 482 ΚΠΔ, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. γ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474§2, 476§1, 484§1, 485§1, 513§1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο αρθρ. 484§1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (αρθρ. 513§1α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο των από το άρ. 484§1β', δ' ΚΠΔ λόγων αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, ως και για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση, σε τι συνίσταται και από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ή εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, ως και σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτού, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το συμβούλιο (Ολ.Α.Π. 2/02 Π.Χρ. ΝΒ' 691).δ) Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 42§2, 96§2, 465§1, 474§2, 476§1, 484§1, 485§1, 513§1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ο κατ/νος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο και με αντιπρόσωπο (πληρεξούσιο). Η εντολή για πληρεξουσιότητα δίδεται εγγράφως και με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα προσαρτάται στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου και προκειμένου περί βουλευμάτων μπορεί να προσκομιστεί μέσα σε 20 ημέρες από την άσκηση αυτού. Από τα ανωτέρω επιπλέον συνάγεται ότι, για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου με αντιπρόσωπο, απαιτείται να υπάρχει κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του η σχετική εντολή, στερείται δε αξίας αν αυτή δόθηκε μεταγενεστέρως, ή αν εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τον αντιπροσωπευόμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου, διότι η έγκριση αυτή δεν καλύπτει την ανυπαρξία της εντολής. Η προθεσμία των είκοσι ημερών για την προσκόμιση του πληρεξουσίου, τάχθηκε για το ήδη υπάρχον πληρεξούσιο κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου και όχι για την έκδοση αυτού. Αν το ένδικο μέσο ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το αρμόδιο συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει και τους διαδίκους, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή η επίκληση ανωτέρας βίας προς δικαιολόγηση της έλλειψης της πληρεξουσιότητας (Α.Π. 2694/08, Π.Χρ. ΝΘ' 912 - Α.Π. 2369/09 - Α.Π. 397/10, Ποιν.Δ/νη τ. 14, 167). Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν αντιστρατεύονται την αρχή της αναλογικότητας, ή την αρχή της πρόσβασης του κατ/νου στα δικαστήρια, που κατοχυρώνονται με το άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ (28§1 Συντάγματος, ΝΔ 53/74 - Α.Π. 848/10, Π.Χρ. ΞΑ' 261). ε) Το Συμβούλιο Πλημ/κών Λάρισας με το 12/10 βούλευμά του, παρέπεμψε αρμοδίως την αναιρεσείουσα για κακουργηματική από κοινού και κατ' εξακολούθηση απάτη (386§§1, 3 ΠΚ). Κατά του βουλεύματος τούτου άσκησε έφεση. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το 189/10 βούλευμά του, απέρριψε την έφεσή της, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του εφετειακού τούτου βουλεύματος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (482, 484§1 ΚΠΔ). στ) Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473§1 ΚΠΔ) την 2-8-10, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 23-7-10. Ασκήθηκε από την ίδια ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών (474§1 ΚΠΔ). ζ) Όμως, από την επισκόπηση του ενδίκου τούτου μέσου προκύπτει, ότι αυτό απαραδέκτως ασκήθηκε, αφού ο λόγος της αναίρεσης κατά λέξη έχει ως εξής: "... διότι αυτό (Συμβούλιο Εφετών Λάρισας) εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο και στερείται αιτιολογίας και όσα αναλυτικότερα εκθέτει στην συνημμένη στο παρόν αίτηση αναιρέσεως και για όσους λόγους θα εκθέσει έγκαιρα με υπόμνημά της ...". Ο ανωτέρω λόγος είναι ασαφής και αόριστος, αφού στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται υπό της αναιρεσείουσας, αφενός μεν σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία - κεφάλαια της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος στρέφεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αφετέρου δε δεν αναφέρονται υπ' αυτής, ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά το συμβούλιο εφετών έλαβε υπόψη του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 386 Π.Κ., ή ποια περιστατικά συνιστούν την εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως. Άρα αυτή είναι απαράδεκτη. Επί πλέον η αναιρεσείουσα κατέθεσε την από 2-8-10 αίτηση αναίρεσης, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών (ως πληρεξούσιος) Κωνσταντίνος Σαρλής, όπου πράγματι αναλυτικά παραθέτει τους λόγους της αναίρεσης, τους οποίους εκθέτει αορίστως στην ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αναίρεσή της. Η αίτηση όμως αυτή απλώς επισυνάφθηκε στην αναίρεσή της, οι δε λόγοι αυτής δεν δηλώθηκαν ως βούληση της αναιρεσείουσας στην ανωτέρω γραμματέα, για να καταχωρήσει αυτούς στην αναίρεση που συνέταξε. Άρα αυτή είναι απαράδεκτη, αφού δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις άσκησής της. Αλλά και αν θεωρηθεί, ότι οι λόγοι της αίτησης αυτής δηλώθηκαν στην ανωτέρω γραμματέα, δεν υπάρχει η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα προς τον ανωτέρω δικηγόρο για την άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου. Αφού λείπει η ανωτέρω πληρεξουσιότητα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, ενώ, αν υπήρχε η πληρεξουσιότητα, με προσκομιδή αυτής μέχρι και την 22-9-10, (άρθρ. 473§4 ΚΠΔ - 23/7/10 έως 31/7/10 = 8 ημέρες + 1 και 2/9/10 = 2 ημέρες + 20 ημέρες) και αν οι λόγοι αυτής θεωρηθούν ότι δηλώθηκαν ενώπιον της γραμματέως, τότε, παρά την έλλειψη της υπογραφής της, η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή (Α.Π. 848/10, Π.Χρ. ΞΑ' 261). η) Κατόπιν τούτων πρέπει, κατ' άρθρ. 476§1 ΚΠΔ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί η αναιρεσείουσα ως διάδικος, επιβληθούν δε τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας (583§1 ΚΠΔ), στην ανωτέρω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. υπ' αριθμ.95/10 (6/10) αίτηση αναίρεσης της κατ/νης Μ. Κ. του Π. και της Φ., εμπόρου, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 189/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας στην ανωτέρω αναιρεσείουσα. Β102/10 (7/10) ΑΝΑΙΡΕΣΗ του Ε. Μ. α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596§1, 601§1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485§1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος, που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Η προκειμένη αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473§1 Κ.Π.Δ., ήτοι την 2-8-10, αφού το εκκαλούμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, την 23-7-10, προσέτι δε και νομοτύπως, ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δια πληρεξουσίου (465§1, 474§1 Κ.Π.Δ.). γ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το με αριθμό 12/10 βούλευμά του, παρέπεμψε αρμοδίως τον αναιρεσείοντα για από κοινού και κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη (386§§1, 3 α' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το 189/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας (με αναδιατύπωση του διατακτικού - 386§§1, 3 α' και β' ΠΚ), το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά (482§§1 α'- 2, 317§1 α' Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα, η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (474§2, 484§1 εδ. β', δ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. δ) Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι (μεταξύ άλλων), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, ως και η εκ πλαγίου παράβαση αυτής και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ (484§1 β', δ' ΚΠΔ). 1)Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 479/11). 2) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Αρκεί μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177§1 και 178 ΚΠΔ (Α.Π. 206/11). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1705/08, Π.Χρ. ΝΘ' 651). ε) Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρ. 386§1 Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Όταν όμως αυτά συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 1021/10, Π.Χρ. Ξ' 547). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται επί πλέον, κατ' άρθρ. 386§3 α' Π.Κ., ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα. Κατ' επάγγελμα μεν τέλεση της πράξης συντρέχει, κατ' άρθρ. 13 εδ. στ' Π.Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανάληψης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Συνεπώς, για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς ν' απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα (Α.Π. 211/07, Π.Χρ. ΝΗ' 39). Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (Α.Π. 829/06, Π.Χρ. ΝΖ' 229). Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. (Α.Π. 440/09 Π.Χρ. Ξ'100). Περαιτέρω, η προαναφερόμενη υπό δ' της παρούσας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές της απάτης περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως (Α.Π. 209/10). στ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που το εξέδωσε, δέχθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, ως και με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, τα εξής: "Οι εγκαλούντες Ι. Σ. και Χ. Σ., κάτοικοι ..., είναι αδέλφια και ασχολούνται με την εισαγωγή και εμπορία ζώντων ζώων και νωπών κρεάτων, διατηρώντας ξεχωριστές ατομικές επιχειρήσεις ο καθένας. Το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 γνώρισαν μέσω του κοινού γνωστού τους Σ. Π., τον δεύτερο κατηγορούμενο Ε. Μ., τον οποίο γνώριζε προηγουμένως και ο πατέρας τους Σ. Σ.. Μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι εγκαλούντες και ο δεύτερος κατηγορούμενος αποφάσισαν να συνεργαστούν. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" με έδρα την Καλλιθέα Αττικής και αντικείμενο την εμπορία κρεάτων. Στις μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες κάποιες φορές οι εγκαλούντες μίλησαν και με τη σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου, η οποία τους δήλωσε ότι και η ίδια ασχολούνταν με την εμπορία ζώων και κρεάτων. Ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στους εγκαλούντες ως φερέγγυος και αξιόπιστος επιχειρηματίας, με δυναμική στην εμπορία κρεάτων (μεγαλέμπορος), με μεγάλο κύκλο εργασιών και συμμετοχή σε πολλές εύρωστες εταιρείες και οικονομικά ανθούσες εταιρείες, όπως η προαναφερόμενη εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" καθώς επίσης και η ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ", στις οποίες ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος. Στη διοίκηση των εταιρειών αυτών δεν μετείχαν οι λοιπές κατηγορούμενες, οι οποίες τυγχάνουν σύζυγος και πενθερά του αντιστοίχως. Επιπροσθέτως ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίστηκε ως μέτοχος και σε άλλες εταιρείες, ισχυριζόμενος ότι οι εταιρείες αυτές ήταν στην ουσία "προσωπικές" του εταιρείες, που ελέγχονταν από αυτόν, καθόσον πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ίδιος και στα διοικητικά συμβούλια μετείχαν "δικοί του άνθρωποι". Τέλος οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων (η πρώτη στις προαναφερόμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες) διαβεβαίωσαν επανειλημμένως τους εγκαλούντες, ότι πέραν της εμπορικής τους δραστηριότητας είχαν και μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αναφέροντας ενδεικτικά ως περιουσιακά τους στοιχεία ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 100 στρεμμάτων στην Κεφαλονιά, ιδιοκτησίας της πρώτης κατηγορουμένης και ότι και οι τρεις είναι ιδιοκτήτες μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας και ότι έχουν ακίνητα στην Ελευσίνα και στον Ασπρόπυργο Αττικής. Τα παραπάνω ακίνητα τα χρησιμοποιούσαν, όπως έλεγαν, ως εγγύηση προκειμένου να χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες. Τα γεγονότα αυτά (για ύπαρξη μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ανθούσες επιχειρήσεις κ.λ.π.) επιβεβαίωσε μερικές φορές και η τρίτη κατηγορουμένη (Φ. Κ.), η οποία συνέπιπτε να απαντά η ίδια τις τηλεφωνικές κλήσεις των εγκαλούντων προς την πρώτη κατηγορουμένη (Μ. Κ.) - θυγατέρα της. Η πρακτική που ακολούθησε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ", ήταν η αγορά ζώων (αρνιών, προβάτων κ.λ.π.) από τους εγκαλούντες αδελφούς, για την εξόφληση των οποίων εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές διαρκείας περίπου δύο μηνών, είτε δικές του, είτε των εταιρειών "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ", στις οποίες ήταν το έτος 2003 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος. Η συνεργασία τους άρχισε τον ίδιο μήνα της γνωριμίας (Ιούλιος 2003), ήτοι άρχισε την 25-7-2003 και τελείωσε την 4-9-2004, όπως προκύπτει από τα σχετικά τιμολόγια - δελτία αποστολής, φωτοαντίγραφα των οποίων υπάρχουν στη δικογραφία. Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο 2003 μέχρι και την 4-9-2004 με διαδοχικές συμβάσεις, ο μεν Ι. Σ. πούλησε και παρέδωσε ζώα (αρνιά Ρουμανίας, πρόβατα κ.λ.π.), αξίας 330.435,20 ευρώ, για τα οποία εξέδωσε τα εξής είκοσι δύο (22) τιμολόγια - δελτία αποστολής, (ακολουθεί αναλυτική παράθεση αυτών) ... . Ο δε Χ. Σ. πούλησε και παρέδωσε ζώα (αρνιά Ρουμανίας, πρόβατα), αξίας 82.975,27 ευρώ, για τα οποία εξέδωσε τα εξής τρία (3) τιμολόγια - δελτία αποστολής, (ακολουθεί αναλυτική παράθεση αυτών) ... . Δηλαδή συνολικά παραδόθηκαν εμπορεύματα (αρνιά Ρουμανίας, πρόβατα κλπ) συνολικής αξίας 413.410,47 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκαν, καθ' υπόδειξη του δευτέρου κατηγορουμένου, τα προαναφερόμενα 25 (22+3) συνολικά φορολογικά στοιχεία, στο όνομα της εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ", στην οποία πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο παραπάνω, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Τα φορολογικά στοιχεία εκδόθηκαν νομότυπα, το δε ακαθάριστο εισόδημα που δηλώθηκε από τους εγκαλούντες στις οικονομικές χρήσεις 2003 και 2004 υπερκαλύπτει την αξία τους.... Οι επιταγές που παρέδωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος έναντι της αγοράς των ζώων μέχρι τα τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου 2004 (λίγο πριν το Πάσχα) εξοφλούνταν, με μικρές καθυστερήσεις. Μεταξύ των επιταγών που παραδόθηκαν ήταν και οι παρακάτω τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, που εξέδωσε στην Αθήνα ο δεύτερος κατηγορούμενος, εκ των οποίων οι δύο πρώτες σύρονταν σε προσωπικό λογαριασμό του, οι δε άλλες δύο σύρονταν σε λογαριασμό της εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ". Οι επιταγές αυτές ήταν: 1) η αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Πανελλήνιας τράπεζας, ποσού 12.000 με ημερομηνία έκδοσης 29-5-2004, 2) η αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Πανελλήνιας τράπεζας, ποσού 12.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 6-6-2004, 3) η αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Γενικής τράπεζας, ποσού 12.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 27-6-2004 και 4) η αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της Γενικής τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 27-6-2004. Περί τα τέλη Απριλίου 2004, λίγο πριν το χρόνο πληρωμής της πρώτης επιταγής της Πανελλήνιας τράπεζας με αριθμό ..., οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ειδοποίησαν τηλεφωνικά τους εγκαλούντες και τους δήλωσαν ότι αντιμετωπίζουν πρόσκαιρο πρόβλημα ρευστότητας. Αρχές Ιουνίου 2004 και εντός του οκταημέρου που έπρεπε να σφραγιστεί η παραπάνω πρώτη επιταγή, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα στο λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου στον οποίο σύρονταν, η πρώτη (Μ. Κ.) και η τρίτη (Φ. Κ.) των κατηγορουμένων μετέβησαν, αργά το βράδυ, στην οικία του πρώτου εγκαλούντος στη Λάρισα και τον παρακάλεσαν να ανανεωθούν οι επιταγές, επειδή το πρόβλημα ρευστότητας συνεχιζόταν και πρότειναν να αντικατασταθούν οι επιταγές με άλλες δικές τους και φερέγγυων προσώπων - πελατών τους. Η τρίτη κατηγορουμένη ανέφερε ως τέτοιο φερέγγυο πρόσωπο κάποιον έμπορο Χ. Κ.. Πράγματι παρέδωσαν τέσσερις (4) επιταγές έκδοσης του προαναφερομένου προσώπου (τις αριθμ. 7, 8, 17, 30 που αναφέρονται παρακάτω), καθώς και άλλες επιταγές. Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, όταν σφραγίστηκαν οι επιταγές, ο Χ. Κ. όχι μόνο φερέγγυος έμπορος δεν ήταν, αντιθέτως ήταν ένας απλός υπάλληλός τους (οδηγός), οι δε επιταγές που εξέδωσε ήταν επιταγές ευκολίας, χωρίς να υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό στον οποίο σύρονταν, πολλές δε από τις υπόλοιπες επιταγές έφεραν υπογραφές ανύπαρκτων προσώπων (εκδοτών, οπισθογράφων). Η τρίτη κατηγορουμένη συμμετείχε αποφασιστικά και ενεργά στη συζήτηση, διαβεβαιώνοντας τον πρώτο εγκαλούντα Ι. Σ., ότι η θυγατέρα της και ο γαμβρός της είναι έμποροι που τηρούν τις υποχρεώσεις τους και διαβεβαίωσε προσωπικά την πληρωμή όλων των επιταγών ανανέωσης και όλων των επιταγών που θα τους παρέδιδαν από δω και πέρα, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης συνεργασίας, διότι δήλωσε στον εγκαλούντα και στην παρισταμένη σύζυγό του Α. Κ., κάτοικο ..., ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία στην Αθήνα, και τον Ασπρόπυργο. Τα ίδια επιβεβαίωσε η παριστάμενη πρώτη κατηγορουμένη, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία, που επακολούθησε αμέσως μετά την παραπάνω συνάντηση, ο οποίος είναι ο ιθύνων νους του όλου εγκληματικού σχεδίου. Ασφαλώς οι λοιπές κατηγορούμενες μετέβησαν στην οικία του πρώτου εγκαλούντος, μετά από μεταξύ τους συνεννόηση και κατ' εντολή του, τελούσαν δε σε γνώση του όλου εγκληματικού σχεδίου και των όσων θα ακολουθούσαν. Όλα όσα παρέστησαν η πρώτη και η τρίτη κατηγορούμενες στον πρώτο εγκαλούντα στη συνάντηση στην οικία του τελευταίου στη Λάρισα ήταν ψευδή, διότι η τρίτη κατηγορουμένη στερούνταν παντελώς περιουσιακών στοιχείων, αφού η ακίνητη περιουσία της (μια πολυκατοικία στην Αθήνα) είχε πουληθεί σε πλειστηριασμό, τα ακίνητά της στην Ελευσίνα και τον Ασπρόπυργο ήταν ανύπαρκτα και το ακίνητο στην Κεφαλονιά, είχε μεταβιβάσει την 17-4-2002 στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ" με το αριθμ. .../17-4-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αναστασίας Αργειτάκου, που είχε νόμιμα μεταγραφεί. Το ακίνητο αυτό λίγες ημέρες μετά την συνάντηση και συγκεκριμένα την 9-6-2004, μεταβιβάστηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία από τον δεύτερο κατηγορούμενο, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Οι εγκαλούντες έχοντας πειστεί στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, ανανέωσαν τις παραπάνω τέσσερις (4) επιταγές και συνολικά έλαβαν τις εξής μεταχρονολογημένες επιταγές μέχρι την 4-9-2004, που διεκόπη η συνεργασία τους λόγω μη πληρωμής των επιταγών αυτών, ήτοι έλαβαν τις εξής μεταχρονολογημένες επιταγές, (ακολουθεί αναλυτική παράθεση 30 επιταγών) ... . Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2004 ο πρώτος εγκαλών πούλησε εμπορεύματα που αντιστοιχούν στα παραστατικά (τιμολόγια - δελτία αποστολής) 1 έως 16 και ο δεύτερος για τα παραστατικά α έως γ. Από τον Ιούνιο 2004, δηλ. μετά την συνάντηση της πρώτης και τρίτης των κατηγορουμένων στην οικία του πρώτου εγκαλούντος, αυτός, αφού πείσθηκε στις ψευδείς παραστάσεις τους καθώς και στις διαβεβαιώσεις του δευτέρου κατηγορουμένου, πούλησε εμπορεύματα που αντιστοιχούν στα παραστατικά 17-22 συνολικής αξίας 117.293,20 ευρώ. Οι παραπάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν ενώ εμφανίστηκαν προς πληρωμή, νόμιμα και εμπρόθεσμα. Με τις προαναφερόμενες πράξεις τους οι κατηγορούμενοι μετά από συναπόφαση προξένησαν στους εγκαλούντες ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, που συνίσταται στην απώλεια του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων τους, η οποία είναι ανώτερη από τα 15.000 ευρώ και από τα 73.000 ευρώ και ανέρχεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε σε 330.435,20 ευρώ για τον πρώτο εγκαλούντα και σε 82.975,27 ευρώ για τον δεύτερο εγκαλούντα και συνολικά σε 413.410, 47 ευρώ, με ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος των ιδίων και της εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο κατηγορούμενο εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ", αφού τόσο αυτή όσο και ο εκδότης των επιταγών - δεύτερος κατηγορούμενος - δεν πλήρωσαν τις παραπάνω επιταγές. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία που τους αποδίδεται και ισχυρίζονται οι μεν πρώτη και τρίτη ότι δεν γνωρίζουν τους εγκαλούντες, ενώ ο δεύτερος ισχυρίζεται ότι δεν παρέστησε τίποτε το ψευδές στους εγκαλούντες, οι οποίοι ζήτησαν τη συνεργασία μαζί του, ενόψει του ότι η εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" διέθετε καταστήματα στην αγορά του Ρέντη και παρουσίαζε μεγάλο κύκλο εργασιών και όχι διότι πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις τους ότι είναι μεγαλέμπορος και κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας στην Αθήνα, (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα δηλ. αντίγραφο εκκαθαριστικής δήλωσης ΦΠΑ έτους 2003 της παραπάνω εταιρείας, αντίγραφο ισοζυγίου κ.λ.π.). Ακόμη ισχυρίζεται ότι η μεταξύ τους διαφορά είναι αστική διαφορά και ότι το χρέος του προς τους εγκαλούντες δεν ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό, αλλά στο ποσό των 131.515,947 ευρώ και διάφορους άλλους ισχυρισμούς, όπως π.χ. ότι έχει καταβάλει κάποια ποσά με επιταγές, κατ' εντολή των εγκαλούντων, στον Σ. Π., ότι έχει στην κατοχή του πληρωμένες τις αριθμ. 21, 23, 26 και 28 επιταγές και τέλος ότι τα προβλήματα της παραπάνω εταιρείας άρχισαν μετά το Πάσχα του 2004 και οφειλόταν στο γεγονός, ότι επιταγές της ύψους 677.643,11 ευρώ δεν πληρώθηκαν. Παρακάτω μάλιστα ισχυρίζεται, ότι δήθεν οι αναφερόμενες στη σελίδα 10 της έγκλησης 30 ακάλυπτες επιταγές (οι οποίες αναφέρονται παραπάνω) αφορούν προκαταβολές εμπορευμάτων, που έγιναν προς τους εγκαλούντες, οι οποίοι δεν τους παρέδωσαν τα εμπορεύματα. Ο ισχυρισμός της πρώτης και τρίτης των κατηγορουμένων δεν ευσταθεί. Διότι οι κατηγορούμενες αυτές προσπαθούν να εκμεταλλευθούν το σημείο των από 12-5-2009 ανωμοτί καταθέσεων των εγκαλούντων στην Ανακρίτρια του Α' Τμήματος Λάρισας. Συγκεκριμένα οι εγκαλούντες κατέθεσαν: "... Μας είπαν ότι είναι φερέγγυοι, δεν έχουν κανένα οικονομικό πρόβλημα, ότι έχουν ακίνητη περιουσία (120 στρέμματα στην Κεφαλονιά και ακίνητα στην Ελευσίνα και Ασπρόπυργο και πολυκατοικία στην Αθήνα) και ότι είναι οικονομικά καλά. Αρχικά μας τα είπε αυτά ο Μ. και στη συνέχεια μετά το Πάσχα του 2004 μας το είπαν και οι δύο γυναίκες οι οποίες ήρθαν στη Λάρισα και μας βρήκαν ...". Η αλήθεια όμως είναι ότι η πρώτη και τρίτη των κατηγορουμένων παρέστησαν ψευδώς στους εγκαλούντες, ότι είναι κάτοχοι μεγάλης ακίνητης περιουσίας τόσο στις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους εγκαλούντες, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κυρίως όμως με τη μετάβαση αμφοτέρων, αρχές Ιουνίου 2004, στη Λάρισα, όπου με τις ψευδείς παραστάσεις περί μεγάλης ακίνητης περιουσίας της τρίτης κατηγορουμένης, πέτυχαν όχι μόνο την αντικατάσταση των επιταγών με άλλες δήθεν φερέγγυων εμπόρων όπως π.χ. ο Χ. Κ., αλλά και να κάμψουν τους δισταγμούς του Ι. Σ., ο οποίος συνέχισε την αποστολή εμπορευμάτων, όπως ήδη προαναφέρθηκε και δεν εισέπραξε κανένα ποσό από τις επιταγές που υπέγραφε ως εκδότης ή οπισθογραφούσε ο δεύτερος εγκαλούμενος. Πιθανολογείται βάσιμα ότι η πρώτη κατηγορουμένη είχε και η ίδια συναντήσεις με τους εγκαλούντες, παρουσία του συζύγου της, όπως αυτό προκύπτει από τις καταθέσεις των εγκαλούντων και των μαρτύρων τους, οι οποίοι κατέθεσαν ότι το έτος 2003 συναντήθηκαν για πρώτη φορά ο Ε. Μ. και η σύζυγός του με τους εγκαλούντες και τους είπαν ότι είναι μεγαλέμποροι, έχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία, πολλές εταιρείες κ.λ.π. και κατά τον τρόπο αυτό δεν θα κινδύνευαν οι εγκαλούντες. Αλλά και οι ισχυρισμοί του δευτέρου κατηγορουμένου πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, αποκρούονται τόσο από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων, όσο και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Ειδικότερα, ενώ ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει τις προαναφερόμενες αριθμ. 21, 23, 26 και 28 επιταγές, εν τούτοις δεν προσκομίζει τα σώματα αυτών. Ούτε προσκομίζει μάρτυρες ή έγγραφα από τα οποία να προκύπτει και ο άλλος ισχυρισμός του ότι δήθεν έχει καταβάλει, κατ' εντολή των εγκαλούντων, διάφορα χρηματικά ποσά με επιταγές στον Σ. Π., ούτε εξηγεί για ποιο λόγο έγινε η καταβολή αυτή. Ούτε ο ισχυρισμός του, ότι έναντι του συνολικού όγκου των συναλλαγών με τους εγκαλούντες, που ανέρχονται στο ποσό των 820.852,75 ευρώ, έχουν καταβάλει (χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό εννοώντας προφανώς τον ίδιο και τις συγκατηγορούμενές του), ποσό 689.336,78 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 131.515,97 ευρώ, αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Απολύτως ψευδής είναι και ο ισχυρισμός του, ότι δήθεν οι επιταγές που δεν πληρώθηκαν αφορούν προκαταβολές εμπορευμάτων που δεν απέστειλαν ποτέ οι εγκαλούντες. Ορθά το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται, ότι οι επιταγές δόθηκαν αντί του τιμήματος συμβάσεων πωλήσεων που εκτελέστηκαν εκ μέρους των εγκαλούντων, (εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται στο βούλευμα κατηγορουμένων), με την παράδοση των ζώων (αρνιών, προβάτων κλπ), απλώς ήταν μεταχρονολογημένες λόγω της μεταξύ τους συμφωνίας για πίστωση των αντίστοιχων τιμημάτων. Το ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής αποδεικνύεται από το εξής γεγονός: Επειδή οι επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες, η πρώτη και δεύτερος των εγκαλουμένων την 11-1-2005 υπέγραψαν ως εγγυητές στη με αριθμό 277/Ε/3/11-1-2005 σύμβαση παροχής πίστωσης της Πανελλήνιας τράπεζας, εγγυώμενοι την αριθμ. 4100/277 σύμβαση και τις πρόσθετες συμπληρωματικές συμβάσεις, με τις οποίες είχε χορηγηθεί στον πρώτο εγκαλούντα πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό με όριο 280.000 ευρώ, το οποίο την ημέρα εκείνη ήταν 242.439,77 ευρώ, ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες, παραιτήθηκαν δε από την ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ (βλ. τη σύμβαση αυτή στη δικογραφία). Αν δεν είχαν αποσταλεί τα εμπορεύματα, όπως ισχυρίζονται, δεν είχαν κανένα λόγο να υπογράψουν ως εγγυητές. Να σημειωθεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ζήτησαν να υπογράψουν ως φυσικά πρόσωπα, διότι οι περισσότερες ακάλυπτες επιταγές ήταν έκδοσης ή οπισθογράφησης ανωνύμων εταιρειών. Η πράξη αυτή της υπογραφής ως εγγυητών της αριθμ. 277/Ε/3/11-1-2005 σύμβασης είναι άσχετη, αυτή καθ' εαυτή, με την πράξη της απάτης, αποδεικνύει όμως περίτρανα όλους τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλη οικονομική καταστροφή από την έκνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Ακόμη αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν συστηματικά και μεθοδευμένα. Ιθύνων νους σε όλες αυτές τις παρανομίες ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και συμμετείχαν βέβαια και οι λοιπές κατηγορούμενες, που τελούσαν σε γνώση του δόλιου και απατηλού σχεδίου εξαπάτησης των εγκαλούντων. Αξιοσημείωτα είναι τα εξής δύο γεγονότα: Ενώ οι πρώτη και τρίτη των κατηγορουμένων μετέβησαν αρχές Ιουνίου 2004 στην οικία του πρώτου εγκαλούντος και ζητούσαν αντικατάσταση των επιταγών, κατά τα προαναφερόμενα, και συνέχιση της συνεργασίας με τους εγκαλούντες, ο δεύτερος κατηγορούμενος την 9-6-2004 μεταβίβασε με την ιδιότητά του, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ" το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας, ήτοι μια έκταση 100 στρεμμάτων στην Κεφαλονιά, στον Α. Π., κάτοικο ... (από όπου κατάγεται ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε). Μάλιστα ήταν γνωστός του δήθεν αγοραστή, αφού παρέστη με διπλή ιδιότητα, τόσο ως πωλητής, με την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρείας, όσο και ως αγοραστής, ενεργώντας ως πληρεξούσιος, αντίκλητος και για λογαριασμό του (δήθεν) αγοραστή. Για τη μεταβίβαση αυτή συντάχθηκε το αριθμ. .../9-6-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Τζιμοπούλου (βλ. αυτό στη δικογραφία). Η καταδολιευτική συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου και του δήθεν αγοραστή σε βάρος του πρώτου εγκαλούντος, προκύπτει ανάγλυφη, διότι ο τελευταίος (πρώτος εγκαλών) ήταν κάτοχος 4 επιταγών που είχε εκδώσει ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ" (πρόκειται για τις αριθμ. 3, 6, 15 και 20 επιταγές, που προαναφέρθηκαν, συνολικού ποσού 42.000 ευρώ). Για την πράξη του αυτή ο δεύτερος κατηγορούμενος (και ο άμεσος συνεργός του Α. Π.) καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 μηνών ο καθένας με την αριθμ. 14/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Περαιτέρω, κατά του δευτέρου κατηγορουμένου ήδη κινήθηκε ποινική δίωξη και για καταδολίευση άλλου δανειστή του, ήτοι της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ύστερα από έγκληση της τελευταίας και η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Τέλος από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν και τα εξής δύο νέα στοιχεία: α) όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέγραφε το παραπάνω συμβόλαιο μεταβίβασης με την ιδιότητα του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ", προσκόμισε και επέδειξε στη συμβολαιογράφο το ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 10080/28-9-2003 από το οποίο προέκυπτε, ότι αυτός με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης είχε οριστεί πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος (βλ. το τεύχος αυτό στη δικογραφία). Όμως 11 ημέρες νωρίτερα από την υπογραφή του συμβολαίου, με το από 28-5-2004 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης και το από 28-5-2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω ΑΕ, είχε οριστεί άλλο διοικητικό συμβούλιο για να διοικήσει την εταιρεία για τα επόμενα 5 χρόνια (βλ. το αριθμ.7210/24-6-2004 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ στη δικογραφία). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι ο δεύτερος, ουσιαστικά, δεν εκπροσωπούσε την εταιρεία, ούτε μετείχε στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, παραπλανώντας με τον τρόπο αυτό τη συμβολαιογράφο, με σκοπό την καταδολίευση των δανειστών του (μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εγκαλών). Ακόμη από την υπογραφή του συμβολαίου αυτού προκύπτει, ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι ενήργησαν συστηματικά και μεθοδευμένα, αφού ενώ η πρώτη και τρίτη των κατηγορουμένων μετέβησαν νύχτα αρχές Ιουνίου 2004 στην οικία του πρώτου εγκαλούντος στη Λάρισα και ζητούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας με τον πρώτο εγκαλούντα, τον οποίο τελικά έπεισαν με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών να συνεχίσει τη συνεργασία, εν τούτοις φρόντισαν, με τη μεταβίβαση του ακινήτου εκ μέρους του δευτέρου, να απαλλοτριώσουν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ". Εν τω μεταξύ και η ΑLPHA τράπεζα κατέθεσε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ" και του δευτέρου κατηγορουμένου για διάρρηξη της προαναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, για διάρρηξη δηλαδή του αριθμ. .../9-6-2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Τζιμοπούλου (βλ. την αγωγή αυτή στη δικογραφία). Από την ανάγνωση της αγωγής αυτής προκύπτει, ότι η εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" ήταν κατάχρεη, αφού ο αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός που καταρτίστηκε με την τράπεζα την 31-3-2003, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 865.406,73 ευρώ.
Συνεπώς, όταν ο δεύτερος εγκαλών, η σύζυγός του και η πενθερά του εμφανίζονταν στους εγκαλούντες τον Ιούνιο του 2003 και ακόμη τον Ιούνιο του 2004 ως δήθεν κάτοχοι μεγάλης ακίνητης περιουσίας, δεν είχαν απολύτως τίποτε, ήταν κατάχρεοι, η δε πολυκατοικία που είχε η τρίτη κατηγορουμένη στην Αθήνα, είχε προ πολλού πουληθεί σε πλειστηριασμό. Να σημειωθεί, ότι την από την πιστούχο εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ" τήρηση των όρων της σύμβασης πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, είχε εγγυηθεί η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΕ". Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται, ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ενήργησαν κατ' επάγγελμα, όπως η έννοια αυτή αναπτύχθηκε παραπάνω, με σκοπό πορισμού σημαντικού εισοδήματος. Η παραπλάνηση των εγκαλούντων ήταν αποτέλεσμα της συντονισμένης και καλά οργανωμένης δράσης των κατηγορουμένων. Η ωφέλεια δε που πέτυχαν με αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων είναι ανώτερη των 15.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ". ζ) Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, αυτό, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (ως και τις εφέσεις των άλλων δύο κατ/νων) και επικύρωσε (με αναδιατύπωση του διατακτικού) το πρωτόδικο βούλευμα (12/10-386§§1, 3 α' - β' Π.Κ.), με βάση το οποίο αρμοδίως παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί για από κοινού και κατ' εξακολούθηση απάτη, κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ ως και άνω των 73.000 ευρώ. η) Μ' αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως και προέβη σε εκ πλαγίου παράβαση του νόμου. Ειδικότερα: 1) Ενώ στο σκεπτικό του βουλεύματος αναφέρεται, ότι ο εκ των παθόντων Χ. Σ. πώλησε στην εταιρεία του κατ/νου Ε. Μ. "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕ", αρνιά Ρουμανίας και πρόβατα, αξίας συνολικής 82.975 ευρώ, εκδίδοντας τα αναφερόμενα στο σκεπτικό 3 παραστατικά (τιμολόγια - δελτία αποστολής), με ημερομηνία έκδοσης 27-12-03, 31-12-03 και 28-1-04 και ενώ αναφέρεται συμφωνία παθόντος - κατ/νου, για έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, μετά δίμηνο από την παράδοση των εμπορευμάτων και τέλος ενώ το ίδιο το βούλευμα δέχεται, ότι μέχρι τέλος Μαρτίου αρχές Απριλίου (πριν το Πάσχα) οι επιταγές εξοφλούνταν κανονικά από τον κατ/νο, έστω και με μικρές καθυστερήσεις, που λογικά κατά τις ανωτέρω του βουλεύματος σκέψεις τούτο σημαίνει, ότι και οι επιταγές που έλαβε ο παθών Χ. Σ. εξοφλήθηκαν, αφού για πώληση εμπορεύματος στο τέλος Δεκεμβρίου του 2003 και στο τέλος Ιανουαρίου 2004, οι μεταχρονολογημένες επιταγές που έλαβε ο παθών, (και που ουδαμού του βουλεύματος αναφέρονται ή εξειδικεύονται), ημερομηνία έκδοσης έχουν (μετά δίμηνο από την πώληση - αγορά) το τέλος Φεβρουαρίου και το τέλος Μαρτίου του 2004, οπότε με βάση τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων και οι λοιποί κατηγορούμενοι δεν τέλεσαν το έγκλημα της απάτης, εν τούτοις το ίδιο βούλευμα στο σκεπτικό του και με αναδιατύπωση του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, αντιφατικά δέχεται, ότι ο αναιρεσείων και οι λοιποί κατηγορούμενοι διέπραξαν το έγκλημα της απάτης, παραπεμπόμενοι να δικασθούν αρμοδίως και για την πράξη τούτη, όταν ουδαμού του σκεπτικού αναφέρεται, ότι και ως προς τον Χ. Σ. έλαβε χώρα ανανέωση επιταγών που συνέβη τον Ιούνιο 2004 και όταν, αφού δεν διαλαμβάνεται ανανέωση, δεν υπήρξε ειλημμένη απόφαση, να μην εκπληρώσουν οι κατ/νοι την εξόφληση των επιταγών προς τον Χ. Σ. (μέλλον), παρά την στο βούλευμα αναφερόμενη ψευδή ως αληθή παράσταση παρελθόντων και παρόντων γεγονότων. 2) Ενώ το βούλευμα δέχεται, ότι τον Ιούνιο 2004, ως προς τον Ι. Σ. έλαβε χώρα ανανέωση των αναφερομένων σ' αυτό 4 επιταγών, συνολικής αξίας 51.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 29-5-04, 6-6-04, 27-6-04 και 27-6-04 και ότι αυτός έλαβε τις με αριθμό 7,8, 17 και 30 αναφερόμενες στο σκεπτικό 4 επιταγές (ανανέωση), συνολικής αξίας 75.729 ευρώ, δεν αιτιολογεί (το βούλευμα) για ποιο λόγο και αιτία οι προς ανανέωση επιταγές των 51.000 ευρώ ανανεώθηκαν με ισάριθμες, αξίας όμως 75.729 ευρώ, προκυπτούσης μιας διαφοράς 24.729 ευρώ επί πλέον της αξίας των ανανεωθεισών. 3) Δέχεται το βούλευμα, ότι μαζί με τις 4 επιταγές που παρέδωσε ο αναιρεσείων στον Ι. Σ. για την ανωτέρω ανανέωση, παρέδωσε και άλλες επιταγές, ως και ότι εκτός από τις ανωτέρω 4 επιταγές, συνολικά έλαβαν (οι παθόντες) και άλλες 26 επιταγές (26+4=30 αναφέρονται στο βούλευμα), συνολικής αξίας 348.465 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται για ποια αιτία δόθηκαν οι επιταγές αυτές, αφού από το όλο σκεπτικό του βουλεύματος εναργώς δεν προκύπτει, ότι αυτές δόθηκαν για ανανέωση και άλλων επιταγών και ποιων, ως και για ποια τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων. 4) Δέχεται το βούλευμα, ότι τον Ιούνιο 2004 ο Ι. Σ. πείσθηκε στις μνημονευόμενες σ' αυτό ψευδείς παραστάσεις και πούλησε εμπορεύματα, που αναφέρονται στα με αρθρ. 17-22 τιμολόγια - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 117,293 ευρώ. Άρα οι μεταχρονολογημένες επιταγές που έπρεπε να λάβει από τον κατ/νο, έπρεπε να είναι αξίας χρηματικής 117.293 ευρώ. Παρά ταύτα αντιφατικά το βούλευμα δέχεται, ότι τον Ιούνιο του 2004 έλαβε 26 (30-4) επιταγές, συνολικής αξίας 348.465 ευρώ, χωρίς να προκύπτει ανανέωση άλλων επιταγών, εκτός των ανωτέρω 4, όταν μάλιστα το ίδιο το συμβούλιο εφετών δέχεται την άποψη του πρωτοδίκου βουλεύματος, ότι "οι επιταγές δόθηκαν αντί του τιμήματος συμβάσεων πωλήσεων που εκτελέστηκαν εκ μέρους των εγκαλούντων με την παράδοση των ζώων (αρνιών, προβάτων κ.λ.π.), απλώς ήταν μεταχρονολογημένες λόγω της μεταξύ τους συμφωνίας για πίστωση των αντίστοιχων τιμημάτων", (άρα όχι ανανέωση). 5) Δέχεται το βούλευμα, ότι οι κατ/νοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) αποσκοπούσαν και απέβλεπαν στο παράνομο όφελος των συνολικά 413.410 ευρώ, που απεκόμισαν από την αγορά εμπορευμάτων από τους παθόντες, με χρόνο πώλησης - αγοράς τον Νοέμβριο 2003 έως 4-9-04, ενώ η συνεργασία τους άρχισε από 25-7-03. Δέχεται επίσης, ότι από τον Νοέμβριο 2003 μέχρι Μάρτιο - Απρίλιο 2004, οι επιταγές πληρώνονταν κανονικά. Και τέλος δέχεται, ότι η μη εξόφληση των επιταγών έλαβε χώρα από Μάιο - Ιούνιο έως 4-9-2004, απορρίπτοντας μετά τα ανωτέρω τον ισχυρισμό του κατ/νου, περί προσωρινής οικονομικής και ταμειακής δυσχέρειας της άνω Α.Ε. κατά Ιούνιο 2004, χωρίς αιτιολογία. Επίσης δεν αιτιολογείται στο βούλευμα γιατί πληρώνονταν οι επιταγές κανονικά από Νοέμβριο 2003 έως Μάρτιο - Απρίλιο 2004. Και τέλος δεν αναφέρεται σ' αυτό αιτιολογία και περί των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν (και ποίων), κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-03 έως Οκτώβριο 2003, το ύψος αυτών, τις εκδοθείσες μεταχρονολογημένες γι' αυτές επιταγές, το ποσό αυτών, ως και την εξόφληση ή όχι αυτών. Οι ανωτέρω αιτιολογίες είναι απαραίτητες, αφού το συμβούλιο εφετών δέχεται, ότι "η συνεργασία άρχισε την 25-7-03 και τελείωσε την 4-9-04, όπως προκύπτει από τα σχετικά τιμολόγια - δελτία αποστολής, φωτοαντίγραφα των οποίων υπάρχουν στην δικογραφία" και αφού για τον σκοπό οφέλους του δράστη στο έγκλημα της απάτης, αλλά και για το ειλημμένο της απόφασης των κατ/νων να μην εκπληρώσουν τις μελλοντικές οικονομικές τους υποχρεώσεις, βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, (ψευδής ως αληθής παράσταση γεγονότων αναγομένων στο παρελθόν ή το παρόν - δηλαδή μη εξόφληση επιταγών Ιουνίου 2004 έως 4/9/04- ως δέχεται το βούλευμα), απαιτείται πλήρης και εμπεριστατωμένη, (συνολική -25/7/03 έως Μάρτιο, Απρίλιο 2004, και όχι μεμονωμένη - Νοέμβριο 2003 έως Μάρτιο, Απρίλιο 2004-), αιτιολογία (Α.Π. 281/10 Π.Χρ. ΞΑ' 115- Α.Π. 2325/09 Π.Χρ. Ξ' 271), ώστε βασίμως ή όχι να κριθεί, αφενός μεν, αν πράγματι οι κατ/νοι (και ο αναιρεσείων) αποσκοπούσαν και απέβλεπαν στον σφετερισμό δι' απάτης των χρημάτων των ανεξόφλητων επιταγών, αφετέρου δε, αν πράγματι οι κατ/νοι (και ο αναιρεσείων) είχαν ειλημμένη την απόφαση να μην εξοφλήσουν τις επιταγές βάσει σχεδίου, δηλαδή σχεδίου αποβλέποντος στην αρχική εξόφληση ορισμένου ποσού επιταγών, (εξαπατώντας έτσι τους παθόντες να πωλούν συνεχώς εμπορεύματα) και στην εν συνεχεία μη εξόφληση των υπολοίπων (επιταγών), καρπούμενοι έτσι το τίμημα αυτών. θ) Με βάση τα ανωτέρω, οι λόγοι της αναίρεσης του Ε. Μ. περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του νόμου είναι βάσιμοι, και πρέπει το βούλευμα να αναιρεθεί (519 - 485§1 ΚΠΔ), αφού από την έλλειψη της ειδικής, ως ανωτέρω εκτίθεται, αιτιολογίας, των αντιφάσεων και των λογικών κενών που το βούλευμα περιέχει, καθίσταται ανέφικτη η ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτού. Επειδή δε οι ανωτέρω λόγοι δεν αφορούν μόνον τον αναιρεσείοντα, αφού αυτός διώκεται για από κοινού κακουργηματική απάτη, πρέπει το βούλευμα να αναιρεθεί και ως προς τις δύο άλλες κατηγορούμενες, δηλαδή την Φ. Κ. που δεν άσκησε αναίρεση και την Μ. Κ., που άσκησε μεν, αλλ' αυτή είναι απαράδεκτη (469 ΚΠΔ - Α.Π. 1283/10 Ποιν.Δ/νη τ. 14, 471).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 102/10 (7/10) αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Ε. Μ. του Ν. και της Δ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 189/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Β) Να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 189/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Γ) Να παραπεμφθεί στο Εφετείο Λάρισας η παρούσα υπόθεση προς νέα κρίση, του Δικαστικού Συμβουλίου συγκροτουμένου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Αθήνα 15-7-2011 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 2-8-2010 και 2-11-2010 δύο αιτήσεις της Μ. Κ. και Ε. Μ., αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 189/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας πρέπει, λόγω του ότι είναι συναφείς, να εκδικασθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά περιλαμβάνεται και ο γραμματέας του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που ορίζει, ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση ή βούλευμα, χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο κείμενο αναιρετικών λόγων. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή βουλεύματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 189/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, η κατηγορουμένη Μ. Κ. άσκησε τη με αριθμό 95/2-8-2010 εκθέσεως αίτηση αναιρέσεως, από την επισκόπησή της οποίας προκύπτει ότι ζητεί την αναίρεση του ως άνω βουλεύματος, διότι αυτό " εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και στερείται αιτιολογίας και όσα αναλυτικότερα εκθέτει στη συνημμένη στο παρόν αίτηση αναιρέσεως". Επισυνάπτεται δε στην έκθεση αυτή δικόγραφο, το οποίο φέρει την ίδια, με την ως άνω έκθεση ημερομηνία και τιτλοφορείται "Αίτηση της Μ. Κ. του Π. κ.λ.π. περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 189/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης" περιέχου αναλυτικά τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγους αναιρέσεως, το οποίο είναι συρραμμένο και υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, φέρει δε και τη σφραγίδα του Ειρηνοδικείου Αθηνών επ' αυτού. Η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συρραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση της αναιρεσείουσας για άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
Όμως ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου τούτου, εκτιμώντας ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν έχει ασκηθεί νομοτύπως, δεν υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά εισήγαγε την υπόθεση με πρόταση για απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης. Κατόπιν τούτου και ενόψει των ορισμών των άρθρων 32 παρ. 1 και 138 παρ. 2 και 3 ΚΠοινΔ, οι οποίες για το κύρος της απόφασης που θα εκδοθεί επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή εισαγγελικής πρότασης, το δικαστήριο πρέπει να απόσχει από την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της από 2-8-2010 αιτήσεως αναιρέσεως της Μ. Κ., αλλά για λόγους συναφείας και για το ενιαίο της κρίσεως και της από 2-11-2010 αιτήσεως του αναιρεσείοντος Ε. Μ., μέχρι την υποβολή, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τους λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Μ. Κ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων των 1) Μ. Κ. και 2) Ε. Μ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 189/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί των λόγων αναιρέσεως της από 2-8-2010 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Μ. Κ..
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2012. Και,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να προτείνει ο Εισαγγελέας για την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 67/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καραμανώλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3997/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 859/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος για την επιμέρους πράξη μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο ύψους 3.194.06 ευρώ και συνακόλουθα η περί ποινής διάταξη, παραπεμπομένης της υποθέσεως στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα συζήτηση και μόνο ως προς την διάταξη επιβολής της ποινής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ετσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτάμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτάμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτάμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, πρέπει να εφαρμοσθούν ως ευμενέστερες οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτάμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά δε την παρ.6 του προδιαληφθέντος άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι από οποιαδήποτε αιτία συνυπόχρεος καταβολής και οι εγγυητές χρεών κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, η παραγραφή του αδικήματος της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους (άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990) ρυθμιζόταν από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, κατά την οποία "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 ως εξής "Ι. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Π.Κ. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη και ως εκ τούτου έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τα αδικήματα που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2523/1997. Χρόνος δε έναρξης της ποινικής ευθύνης για κάθε χρέος προς το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κ.τ.λ. είναι ο καθοριζόμενος με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 ήτοι παρέλευση προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της βεβαιώσεως των χρεών από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία. (Ολ.ΑΠ 2/2011). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 επ. του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία που έχει εκ του νόμου, μολονότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεως της, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3997/2011 αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος "με την ιδιότητα του εγγυητή ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του από την ΦΑΒΕ Αθηνών χρέη της εταιρίας ΒΙΣΚΟΜ ΑΕΒΕ, για τα οποία είχε εγγυηθεί ο ίδιος (ο κατ/νος), αυτός δεν κατέβαλε αυτά κατά τους. Ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους: και δη εντός τριών μηνών αυτό των 3194,06 ευρώ, καταβλητέου σε επτά μηνιαίες δόσεις και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε αυτό στις 31-5-2002 και εντός δύο μηνών αυτό των 159066,21 ευρώ καταβλητέου εφάπαξ και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε αυτό στις 31-1-2004 ... . Ο ισχυρισμός του περί παραγραφής κρίνεται απορριπτέος διότι ο χρόνος τέλεσης των μερικότερων πράξεων της οφειλής προς την ΦΑΒΕ Αθηνών (και όχι προς την Εθνική Τράπεζα όπως ισχυρίζεται ο ίδιος) είναι στις 31-5-2002 και 31-1-2004 όπως προαναφέρθηκε και επομένως δεν έχει παρέλθει η οκταετία (άρθρα 111, 112, 113 ΠΚ), ούτε δε προέκυψε από αποδεικτικό στοιχείο η απόσβεση της εγγύησης του κατηγορουμένου κατ'άρθρο 862 ΑΚ όπως αυτός ισχυρίζεται". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004 ήτοι του ότι: "στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2002 έως 29-3-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών για την μη καταβολή του χρέους που ήταν καταβλητέο σε δόσεις και δύο μηνών για το χρέος που ήταν καταβλητέο εφάπαξ το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρίας ΒΙΣΚΟΜ ΑΕΒΕ με έδρα στην Κηφισιά όπου τυγχάνει εγγυητής, στη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών διάφορα χρέους υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ.ειδ.βιβλ.75/04) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 1-10-2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 162260,27 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Ειδικότερα δεν κατέβαλε στις 31-5-2002 χρέος ποσού 3194,06 ευρώ καταβλητέου σε επτά μηνιαίες δόσεις και στις 31-1-2004 χρέος ποσού 159.066,21 καταβλητέου εφάπαξ τα οποία αφορούσαν χορήγηση βιοτεχνικών δανείων". Με αυτά που από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την επί μέρους πράξη που τελέσθηκε στις 29-3-2004, του πιο πάνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οικονομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 98 ΠΚ και 25 παρ.1, 6, 7, 8 του ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου 25 ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών), το είδος τούτου (δάνειο), ο τρόπος πληρωμής (εφάπαξ) και ο χρόνος καταβολής του (31-1-2004), δηλαδή ο χρόνος κατά το οποίο αυτό (ανεξάρτητα του χρόνου βεβαιώσεώς του) έπρεπε να καταβληθεί από τον οφειλέτη-εγγυητή-κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος του εν λόγω χρέους (159.066,21€). Από το σύνολο δε των παραδοχών προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, στις 19-1-2011, το ανωτέρω χρέος δεν είχε καταβληθεί, παραδοχή στην οποία εμπεριέχεται λογικώς ότι καθυστέρησε η καταβολή του χρέους αυτού πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, ήτοι πέραν της 31-5-2004, λόγος, άλλωστε, για τον οποίο το Δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι αν και είχε προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας του εκ του άρθρου 862 σε συνδυασμό με τα άρθρα 349 και 351 ΑΚ, αυτοτελή ισχυρισμό της ελευθέρωσής του ως εγγυητή από την εγγυοδοσία που είχε παράσχει στην Εθνική Τράπεζα, για βιομηχανικό δάνειο που χορηγήθηκε από την άνω Τράπεζα, με την εγγύηση του Δημοσίου, στην πρωτοφειλέτιδα εταιρία ΒΙΣΚΟΜ ΑΕΒΕ, το Δικαστήριο με αντιφάσεις και παρακάμπτοντας τα αποδεικτικά στοιχεία οδηγήθηκε στην άνω καταδικαστική κρίση του, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφενός μεν λόγω αοριστίας τους, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση της αιτιολογίας, αφετέρου δε διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Όμως, το αξιόποινο της πρώτης επί μέρους πράξεως, του άνω κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι πλημμέλημα (18 ΠΚ 15 παρ.1 ν. 1882/1990), η οποία συνίσταται στην καθυστέρηση καταβολής του χρέους ποσού 3.194,06 ευρώ εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, αφού από το χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτής, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η 31-5-2002, μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο της ουσίας στις 19-1-2011 παρήλθε, προδήλως, χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, λαμβανομένης υπόψη και της τριετούς αναστολής. Επομένως, το Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο κατηγορούμενος, η οποία παραγραφή, άλλωστε, ως θεσμός Δημοσίας τάξεως, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 περ.3, 112, 113 παρ.3 ΠΚ και 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, με το να εκδικάσει δε εν συνεχεία την υπόθεση στην ουσία και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για την εν λόγω πράξη, υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ως άνω πράξη που τελέσθηκε στις 31-5-2002.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο η δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' και 170 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά μόνο μερικά από αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική γι' αυτόν κρίση και ειδικότερα ότι το Δικαστήριο αρνήθηκε να αναγνώσει τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα. Όμως από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν ζήτησαν την ανάγνωση των εγγράφων αυτών και ότι το Δικαστήριο αρνήθηκε να αναγνώσει τα έγγραφα αυτά, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί αντιθέσεως των εγγράφων αυτών προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία όμως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως ο προβαλλόμενος, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' και Δ' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και το Δικαστήριο τούτο παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την προδιαληφθείσα και στο διατακτικό αναφερόμενη πράξη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, αφού για τον καθορισμό αυτής ελήφθη υπόψη και η μερικότερη αυτή πράξη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, ενόψει του ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθ. 3997/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στην Αθήνα καθυστέρησε να καταβάλει χρέος προς το Δημόσιο το οποίο ήταν βεβαιωμένο στη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, ήτοι ηθελημένα καθυστέρησε να καταβάλει στις 31-5-2002 στη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών το σε επτά μηνιαίες δόσεις καταβλητέο ποσό των 3194,06 €, που ήταν βεβαιωμένο σε βάρος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΣΚΟΜ ΑΕΒΕ" και του οποίου την καταβολή του είχε εγγυηθεί.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αρ. 75/7 Ιουλίου 2011 αίτηση του Ι. Β. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3997/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την άνω απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή, με καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής μερικότερης πράξεως. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει για επιμέτρηση της ποινής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 65/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη, και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευριπίδη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1625/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Μ., κάτοικο ..., οποίος δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων των άρθρων 361 και 362 ΠΚ αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν η προσβλητική της τιμής ή της υπόληψης εκδήλωση του δράστη γίνεται για την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογητικό ενδιαφέρον, υπό τον όρο όμως ότι αποτελεί "in concreto" το επιβαλλόμενο, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η κατ' άλλο τρόπο πραγματοποίησή τους. Όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής ή υβριστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Η παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού, περί άρσεως του αδίκου των άνω πράξεων, που είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι η αποδοχή του άγει στην κατάλυση της κατηγορίας και την αθώωση του κατηγορουμένου, επιβάλλει στο δικαστήριο, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα, να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1625/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για εξύβριση σε ποινή φυλακίσεως δυο (2) μηνών, ανασταλείσα. Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων, κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, κατ' ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "ο κατηγορούμενος, στο Βόλο, στις 12-5-2004, απηύθυνε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, έγγραφο το οποίο έχει το εξής περιεχόμενο: "Κύριε εισαγγελέα, με λύπη μας βλέπουμε ότι παρά τις σχετικές αποφάσεις των οποίων έχετε λάβει γνώση και οι οποίες πιστοποιούν την παράνομη εκπομπή του Σφαίρα FΜ Μαγνησίας ιδιοκτησίας του κ. Α. Κ. η κατάσταση παραμένει στάσιμη με τον σταθμό να εκπέμπει κανονικά πρόγραμμα και διαφήμισε χωρίς να υπολογίζει ούτε αποφάσεις ούτε νόμους επιδεικνύοντας σε εμάς όλους υπέρμετρη αλαζονεία με την πρόθεση να βρεθεί πλάγιος τρόπος για νομιμοποίηση ή τη μη εφαρμογή των αποφάσεων. Απορούμε μάλιστα γιατί οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες έχουν δείξει μία τέτοια καθυστέρηση. Όπως και εσείς, πολύ καλύτερα από εμάς, γνωρίζετε, αυτό που προκύπτει από τις παρούσες αποφάσεις τα δύο αυτά φυσικά πρόσωπα δηλ. ο κ. Α. Κ. και ο κ. Π. Μ. δε νομιμοποιούνται στην κατοχή και λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού και σε καμία από τις ελεύθερης λήψης συχνότητες της ραδιοφωνικής μπάντας των FΜ. Επίσης είναι ευρέως γνωστό και το δίκτυο από το οποίο στέλνεται ο ήχος αλλά και η τοποθεσία από όπου εκπέμπεται το σήμα του εν λόγω σταθμού. Επιθυμούμε την άμεση εφαρμογή του νόμου ισότιμα και χωρίς διακρίσεις και σας παρακαλούμε να προβείτε στις δέουσες ενέργειες προς κάθε κατεύθυνση". Από τις φράσεις που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, η φράση "χωρίς να υπολογίζει ούτε αποφάσεις ούτε νόμους επιδεικνύοντας σε εμάς όλους υπέρμετρη αλαζονεία με την πρόθεση να βρεθεί πλάγιος τρόπος για νομιμοποίηση ή τη μη εφαρμογή των αποφάσεων" ενέχει κατά την αντικειμενική κρίση αμφισβήτηση της ηθικής, επαγγελματικής και κοινωνικής αξίας του εγκαλούντος και έντονη καταφρόνηση κατά του προσώπου του και στοιχειοθετούν την πράξη της εξυβρίσεως κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση σε βάρος του εγκαλούντος. Με την εξυβριστικά αυτή φράση - χαρακτηρισμό ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να αμφισβητήσει την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική αξία του εγκαλούντος και να εκφράσει την καταφρόνησή του προς το πρόσωπο εκείνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της εξύβρισης και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, που διώκεται, και τούτο διότι, μπορούσε κάλλιστα να διαμαρτυρηθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, χωρίς να χρησιμοποιήσει τις φράσεις αυτές λέγοντας απλώς ότι κατά την άποψή του η εκπομπή του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού είναι παράνομη. Κατ' ακολουθία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με το άρθρο 361 ΠΚ κατά το διατακτικό δεδομένου ότι η επίκληση της διατάξεως του άρθρου 367§1 περ.γ' ΠΚ δεν ωφελεί, ενόψει της διατάξεως του ίδιου άρθρου παρ.2 εδ. β'".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές των άρθρων 26§1α, 27§1, 361 και 367§1,2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται γιατί η αναφερόμενο στο σκεπτικό και διατακτικό φράση "χωρίς να υπολογίζει ούτε αποφάσεις ούτε νόμους επιδεικνύοντας σε εμάς όλους υπέρμετρη αλαζονεία με την πρόθεση να βρεθεί πλάγιος τρόπος για νομιμοποίηση ή τη μη εφαρμογή των αποφάσεων", είναι κατά κοινή αντίληψη εξυβριστική, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος με τη φράση αυτή σκόπευε να μειώσει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Περαιτέρω, πλήρως αιτιολογείται γιατί η φράση αυτή δεν ήταν αναγκαία για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του, με το να συμπεριλάβει τη φράση αυτή στο έγγραφό του που απηύθυνε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, με την παραδοχή ότι "μπορούσε κάλλιστα να διαμαρτυρηθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου χωρίς να χρησιμοποιήσει τις φράσεις αυτές λέγοντας απλώς ότι κατά την άποψή του η εκπομπή του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού είναι παράνομη", αιτιολογώντας εκ περισσού πλήρως ποιες φράσεις μπορούσε να αναφέρει, πέραν του ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να εκτίθεται τούτο. Τέλος αιτιολογείται πλήρως γιατί δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367§1γ ΠΚ με την παραδοχή ότι "είχε πρόθεση εξυβρίσεως ... και δεν ωφελεί η άνω διάταξη ενόψει της διατάξεως του ίδιου άρθρου παρ.2 εδ.β'". Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το μέρος δε που με αυτόν, πλήττεται, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 15/29 Μαρτίου 2011 αίτηση του Ν. Α. του Α., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1625/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για εξύβριση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής διατάξεως (άρθρου 367 παρ. 1,2 ΠΚ)
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 64/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, περί αναιρέσεως της 955/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κειου Σύρου.
Το Τριμελές Πλημ/κειο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, προκύπτει ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα διήλθε και από τους βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 955/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε σε δευτεροβάθμιο, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω "παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Ο λόγος, όμως, αυτός, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 3 του Ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. (ή 1450 ευρώ μέχρι 14.650 ευρώ σύμφωνα με την ΥΑΓΔΔ 1801/31/30-11-2001 ΚΥΑ Εθν. Οικ. ....-ΠΕΧΩΔΕ ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 (ή 580 μέχρι 5850 ευρώ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 1577/1985, για την εκτέλεση οποιοσδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και παραρτημάτων τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 955/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του κηρύχθηκαν ένοχοι για κατεδάφιση κτίσματος χωρίς άδεια αρμόδιας Αρχής (άρθρο 17 παρ. 8 ν. 1337/1983) και επιβλήθηκε στον μεν αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών σε καθένα δε των λοιπών έξι μηνών, ανασταλείσες. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία υποστήριξε στα μνημονευόμενα, κατά κατηγορία, αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "οι κατηγορούμενοι στη ..., το Μάρτιο του 2004, ενεργώντας από κοινού έδωσαν την εντολή σε τρίτους να προβούν στην κατεδάφιση ενός κτίσματος περιπτέρου, που βρίσκεται στη θέση Παναγιά Κανάλα, και το εκμεταλλεύεται ο Σύνδεσμος Δρυοπιδέων Κύθνου χωρίς να έχουν προβεί, προγενέστερα, στην έκδοση νόμιμης οικοδομικής άδειας. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το εν λόγω περίπτερο κατέρρευσε από λόγους ανώτερης βίας αλλά, αντίθετα, προέκυψε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, λόγω διαφορών τους με το Σύνδεσμο Δρυοπιδέων Κύθνου ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού (κάθε μέρος διεκδικεί την κυριότητα αυτού), προέβησαν στην εν λόγω ενέργεια προκειμένου να απομακρυνθεί το περίπτερο από τον αύλιο χώρο της Παναγίας Κανάλας".
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άνω άρθρα του Συντάγματος κατά τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του κατηγορουμένου ότι έπρεπε να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για φθορά ξένης ιδιοκτησίας και να δικασθεί γι' αυτήν την πράξη, διότι δεν τον συνέδεε κανένα εμπράγματο δικαίωμα με το κατεδαφισθέν περίπτερο, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή σε τρίτους να προβούν στην κατεδάφιση του περιπτέρου χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, η ιδιότητα δε αυτή του αναιρεσείοντος (εντολέα) αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 Ν. 1337/1983, ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του κατεδαφισθέντος περιπτέρου. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/18 Μαρτίου 2011 αίτηση του Κ. Γ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 955/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου. Και
Καταδικάζει του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για αυθαίρετη κατεδάφιση κτίσματος (κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στρέφεται κατά πρωτόδικης αποφάσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 78/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. E. A. C. του F., χήρα Κ. Α., κατοίκου ..., γι' αυτή ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων της: α) Δανιήλ- Κ. Α. και β) Ε. Α., 2. Ε. συζ. Ε. Α. το γένος Α., κατοίκου ..., 3. Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., 4. Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., 5. Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 6. Τ. Α., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ..., 7. Ε. Γ. του Γ., συζ. Ι. Α., 8. Π. Β. του Ν., συζ. Μ. Α., κατοίκου ..., 9. F. C. του S., κατοίκου ..., 10. E. συζ. F. C., κατοίκου ..., 11. C. C. του F., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ξυριτάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: 1. Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαραζάκη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της Ανώνυμης Εταιρίας Ασφαλίσεων "INTERAMERICAN", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Καταφυγιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι 6η, 9η, 10η, 11η, των αναιρεσειόντων παραιτούνται από το δικόγραφο της από 28-5-2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 74/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:723/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει. Από το συνδυασμό, εξάλλου, των προαναφερομένων διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 104,568 παρ. 4 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία ύπαρξη αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο επισπεύδων διάδικος θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003) και να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων294,296, 297, 573 παρ.και495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης που καταχωρίζεται στα πρακτικά, και επιφέρει αντίστοιχη, (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκταση της), κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 4/1992) χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου .Η παραίτηση από την άσκηση ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από το δικηγόρο του . Όταν γίνεται με δήλωση του δικηγόρου του, πρέπει να έχει προηγηθεί νόμιμος διορισμός του δικηγόρου, ως πληρεξουσίου του παραιτουμένου αναιρεσείοντος, διαφορετικά αν λείπει αυτή, δημιουργείται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης (Ολ ΑΠ 623/1980, ΑΠ 527/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση συζητήθηκε η από 28-5-2010 αίτηση αναιρέσεως των E. A. C. κ.λ.π για αναίρεση της 74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου οι αναιρεσείοντες με αριθμούς 6, Τ. Α., 9, F. C. 10, Ε. συζ. F. C. και 11, C. C. εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Δημήτριο Ξυριτάκη για τους οποίους ο εν λόγω δικηγόρος δήλωσε ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Όμως η παραίτηση αυτή δεν είναι νόμιμη, διότι ο δηλών δεν έχει την απαιτουμένη προς τούτο πληρεξουσιότητα . Εξάλλου αφού οι απολειπόμενοι, ως άνω, αναιρεσείοντες δεν έχουν χορηγήσει στον άνω υπογράφοντα το δικόγραφο της αναίρεσης δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την άσκηση αυτής και την επίσπευση της συζήτησης και από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν είτε από τους παρόντες ομοδίκους των αναιρεσείοντες, είτε από τους αναιρεσίβλητους, η συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από28-5-2010 αιτήσεως των Ε. A. C. κ.λ.π. για αναίρεση της 74/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο εργαζομένων για ορισμένο επάγγελμα είναι εκείνο που υπερέχει σε αριθμητική δύναμη μελών, τα οποία ασκούν το επάγγελμα αυτό σε ορισμένη περιοχή ή ολόκληρη τη χώρα. Η δύναμη εξετάζεται σε συσχετισμό με το συνολικό αριθμό των εργαζομένων του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή τον αριθμό των εργαζομένων σε ορισμένη τοπική περιφέρεια ή τον αριθμό των εργαζομένων συγκεκριμένης επιχείρησης ή ομοειδούς επιχείρησης ή ομοειδών επιχειρήσεων.
| null | null | 1
|
Αριθμός 58/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Λ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Μαυρομμάτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ Λ. Τ. ΠΡΟΦΙΛ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σούφη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 768/2007 μη οριστική και η 976/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5721/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α. ν. 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 16 παρ.1 και 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το β. δ. της 24-7/25-8-1920, συνάγεται ότι σε περίπτωση ατυχήματος που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, εάν αυτός υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Η απαλλαγή αυτή, όμως, δεν καταλαμβάνει την αξίωση προς επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, εφ' όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων στην υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας επισυνέβη το ατύχημα, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του αστικού κώδικα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 52/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914, 922 και 932 ΑΚ, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια οποιασδήποτε αμέλειας αυτών και όχι μόνο της ειδικής αμέλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, περί την τήρηση των όρων ασφαλείας. Όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (άλλως, εάν πρόκειται για αποζημίωση, οπότε η έννοια της συνυπαιτιότητας του παθόντος και η έκταση των συνεπειών αυτής ρυθμίζονται διαφορετικά από το άρθρο 16 του ν. 551/1914, βλ. ΑΠ 1687/2000). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι του "ευλόγου" του ποσού αυτής, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, εκτός από τις λοιπές προσδιοριστικές περιστάσεις, όπως οι συνθήκες του ατυχήματος, η έκταση των συνεπειών αυτού, η οικονομική κατάσταση των μερών κλπ, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία εξ αρχής. Για να υπάρχει πταίσμα του υπαιτίου ή συντρέχον πταίσμα του παθόντος, πρέπει η συμπεριφορά ενός εκάστου να έχει συντελέσει στην επέλευση του ατυχήματος, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην υπαίτια συμπεριφορά και στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη των εν λόγω προσώπων ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο άλλως δεν θα επερχόταν. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων στην ένδικη, από 21-7-2005 αγωγή (ήδη αναιρεσείων) συνδεόταν με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), με την από 24-5-1993 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολείτο στο εργοστάσιο κατασκευής σωλήνων, που αυτή διατηρούσε στα ..., αρχικά ως χειριστής ανέμης και κατόπιν ως βοηθός χειριστή ραουλομηχανής. Ότι ο ενάγων, την 29-7-2004, ενώ εργαζόταν σε μια τέτοια μηχανή που παρήγε ανοξείδωτο (γαλβανιζέ) κοιλοδοκό, διαπίστωσε ότι υπήρχε ανάγκη καθαρισμού της μεταλλικής στεφάνης της μηχανής (τσέρκι), που έπρεπε να γίνει με ειδικό διαλυτικό υγρό. Ότι ο ενάγων διέκοψε τη λειτουργία της μηχανής και ζήτησε από συνάδελφό του, που εργαζόταν ως χειριστής πακεταδόρος (το δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο έχει απορριφθεί η αγωγή και κατά του οποίου δεν στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως), να αναζητήσει στην αποθήκη του εργοστασίου και να του φέρει το κατάλληλο διαλυτικό. Ότι στην αποθήκη δεν υπήρχε το κατάλληλο διαλυτικό, αλλά άλλο, το οποίο ήταν εύφλεκτο και το οποίο ο εν λόγω συνάδελφος έλαβε και παρέδωσε στον ενάγοντα, προς τον οποίο επισήμανε το περιστατικό αυτό. Ότι ο ενάγων τοποθέτησε το εύφλεκτο διαλυτικό στο ειδικό δοχείο της μηχανής και την έθεσε αμέσως σε λειτουργία. Ότι μετά από λίγο, λόγω της συσσωρευμένης θερμότητας από την κίνηση των εξαρτημάτων της μηχανής και της έκχυσης του εύφλεκτου διαλυτικού, προκλήθηκε ανάφλεξη, από την οποία ο ενάγων υπέστη σοβαρά, θερμικά εγκαύματα. Ότι για το ατύχημα αυτό έχει υπαιτιότητα πρωτίστως η εναγομένη, η οποία δεν διέθετε στην αποθήκη της το κατάλληλο διαλυτικό και δεν είχε εφοδιάσει τον ενάγοντα με προστατευτικά ενδύματα. Ότι, παραλλήλως, στην επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε και η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, ως παθόντος, ο οποίος, ενόψει και της από 10ετίας εμπειρίας του στη συγκεκριμένη εργασία, δεν περίμενε να κάνει πρώτα τον καθαρισμό της μηχανής και μετά να τη θέσει σε λειτουργία, αλλά βιάστηκε, με συνέπεια να προκαλέσει την ανάφλεξη. Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, προέκυπταν αφ' ενός από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι και τα οποία γενικώς μνημονεύονται κατ' είδος και αφ' ετέρου από την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Σ., που εργαζόταν ως μηχανολόγος στο εργοστάσιο της εναγομένης, σε συνδυασμό με την από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή εργασίας Γ. Σ., που ειδικώς αναφέρονται. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 100.000 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την αιτία αυτή το ποσό των 45.000 ευρώ. Με την κρίση αυτή το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι, με βάση τις παραδοχές του, ο αναιρεσείων υπέστη εγκαύματα όχι μόνο επειδή η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να του χορηγήσει το κατάλληλο διαλυτικό για να συνεχίσει την εργασία του και γιατί είχε παραλείψει να τον εφοδιάσει με προστατευτικά ενδύματα, αλλά και επειδή αυτός ο ίδιος, αν και είχε ενημερωθεί από το συνάδελφό του για το ότι το διαλυτικό ήταν εύφλεκτο, βιάστηκε να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή και, κατά συνέπεια, να ανεβάσει τη θερμοκρασία της, πριν πραγματοποιήσει τον καθαρισμό της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου διατυπώνεται το παράπονο ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε συνυπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα, τη στιγμή που αυτός ούτε είχε ενημερωθεί για το ότι το προσκομισθέν διαλυτικό ήταν εύφλεκτο ούτε το είχε θέσει ο ίδιος στο ειδικό δοχείο της μηχανής (ισχυρίζεται ότι το είχε τοποθετήσει ο συνάδελφος που το έφερε, χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς να λάβει εντολή από τον ίδιο) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, με το δεύτερο μέρος του οποίου διατυπώνεται το παράπονο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη την από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος, αφού το εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία της. Κατά τα λοιπά, προβάλλοντας την προσωπική του εκδοχή ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 272/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο συνάδελφος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος κατ' εντολή του αναζήτησε στην αποθήκη του εργοστασίου το κατάλληλο διαλυτικό και αντ' αυτού, το οποίο δεν βρήκε, έφερε εύφλεκτο διαλυτικό, όταν παρέδωσε το εύφλεκτο διαλυτικό στον ενάγοντα, τον ενημέρωσε για την εν λόγω ιδιότητα του διαλυτικού και ότι ο ενάγων έθεσε ο ίδιος το διαλυτικό στο ειδικό δοχείο της μηχανής. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι στην από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας, την οποία το Εφετείο μνημονεύει ως αποδεικτικό στοιχείο που αξιολογήθηκε, ο συντάκτης αυτής αναφέρει τα εξής: "Συγκεκριμένα, όπως μας δήλωσε ο αυτόπτης μάρτυρας Π. Π. - Λ. (...) εργαζόμενος στην ίδια επιχείρηση (πρόκειται για το συνάδελφο, από τον οποίο ο αναιρεσείων ζήτησε να του φέρει διαλυτικό), έριξε ο ίδιος ο μάρτυρας εκ λάθους υγρό διαλύτη στη μικρή λεκάνη - δοχείο (...). Όπως μας δήλωσε ο μάρτυς, η μηχανή είχε σταματήσει, ενώ ταυτόχρονα έσταζε διαλύτης πάνω στο τσέρκι, ο οποίος κυλούσε και συσσωρευόταν σε σημείο όπου το τσέρκι λάμβανε μορφή σωλήνος, αφού γινόταν συρραφή - κόλληση με πλάσμα. (...) Στο σημείο συγκόλλησης (...) αναπτύσσονταν υψηλές θερμοκρασίες. Αφού είχε συσσωρευτεί διαλύτης (...) σε κάποια στιγμή προκλήθηκε ανάφλεξη, η οποία ακολούθησε την πορεία έκχυσης του διαλύτη (...). Τότε ο παθών κινήθηκε προς το δοχείο, (...) και αφαιρώντας το έπεσε διαλύτης επάνω στο παντελόνι του". Και στη συνέχεια ο αναιρεσείων προβάλλει το παράπονο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, διότι ενώ στο έγγραφο αναφέρεται ότι ο συνάδελφός του ήταν το πρόσωπο που έριξε κατά λάθος το εύφλεκτο διαλυτικό στο δοχείο της μηχανής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων το είχε ρίξει, εν γνώσει της ιδιότητάς του. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλομένη απόφαση, η ως άνω ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου δεν προήλθε ως περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά ως συμπέρασμα περί των συνθηκών του ατυχήματος, συναχθέν τόσο από το περιεχόμενο της από 19-5-2005 εκθέσεως αυτοψίας όσο και από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων εξαίρεται η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Σ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την εκδοχή ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της από 19-5-2005 εκθέσεως αυτοψίας, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, συνιστούν οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Αντιθέτως, δεν συνιστούν πράγματα οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς του περί του ότι α) η αναιρεσίβλητη, ενώ επίσημα τον απασχολούσε ως βοηθό του χειριστή της ραουλομηχανής, στην πραγματικότητα τον ανάγκαζε να εκτελεί και τα καθήκοντα του χειριστή αυτής, χωρίς άλλο βοηθό, γεγονός που εντατικοποιούσε την εργασία του με επαύξηση του κινδύνου ατυχήματος και β) ο τραυματισμός του είχε ως συνέπεια την ισόβια αναπηρία του. Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί, των οποίων η μη λήψη υπ' όψη από το Εφετείο προβάλλεται ως αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν πράγματα, αλλά πρόσθετα επιχειρήματα, τα οποία είχαν προβληθεί (και όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης είχαν ληφθεί υπ' όψη) για την αξιολόγηση αφ' ενός του μεγέθους της ευθύνης της αναιρεσίβλητης και αφ' ετέρου της εκτάσεως των συνεπειών του ατυχήματος για τον αναιρεσείοντα, ως στοιχείων καθοριστικών του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που έπρεπε να επιδικασθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5721/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. - Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Οριοθέτηση της υποχρέωσης για λήψη μέτρων ασφαλείας από τον εργολάβο ολόκληρου του έργου, από τον κύριο του έργου και από εργολάβο ή υπεργολάβο μέρους αυτού. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος και για μη λήψη υπ' όψη ενόρκων βεβαιώσεων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 57/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ν. Ν. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Ζούμπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Β. Μ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καλλίγερου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 351/2006 μη οριστική και η 2202/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7180/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α. ν. 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 16 παρ.1 και 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το β. δ. της 24-7/25-8-1920, συνάγεται ότι σε περίπτωση ατυχήματος που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, εάν αυτός υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Η απαλλαγή αυτή, όμως, δεν καταλαμβάνει την αξίωση προς επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, εφ' όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων στην υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας επισυνέβη το ατύχημα, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του αστικού κώδικα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 52/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: α) να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου. Σε περίπτωση που η εκτέλεση ολόκληρου του έργου δεν ανατίθεται σε ένα μόνο εργολάβο, ο κύριος αυτού είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το ανατιθέμενο έργο, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ' όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήμα του έργου που ανέλαβε και εκτελεί ο εργολάβος ή υπεργολάβος. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: α) να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, β) να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες τις οποίες δίνει ο επιβλέπων το έργο και οι οποίες αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν και γ) να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την υπάρχουσα μελέτη μέτρων ασφαλείας, εφ' όσον αφορά στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 21 παρ.1 του π.δ. 778/1980 που εφαρμόζονται επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, που εκτελούνται σ' αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι η υποχρέωση ως προς τη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας και, κατά συνέπεια, η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, ως εργολάβος. Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του έργου, ως εργοδότης (ΑΚ 681, 688-691 και 698) δεν υπέχει ευθύνη, εκτός εάν επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, οπότε αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται προς τον εργοδότη σε σχέση προστήσεως (ΑΚ 922), επί της οποίας θεμελιώνεται η εις ολόκληρο ευθύνη του τελευταίου (ΑΠ 1210/2006). Εάν η εκτέλεση του έργου έχει ανατεθεί κατά τμήματα, σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, που ενεργούν ως εργολάβοι ή υπεργολάβοι, για τη λήψη και τήρηση των γενικών μέτρων ασφαλείας είναι υπεύθυνος ο κύριος του έργου (εργοδότης), ο οποίος οφείλει να εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή για όσο χρόνο διαρκεί η εκτέλεση του τμήματος του έργου, το οποίο έχει ανατεθεί από αυτόν σε συγκεκριμένο εργολάβο ή υπεργολάβο. Η υποχρέωση αυτή, όμως, δεν εκτείνεται και στα μέτρα ασφαλείας που δεν είναι γενικά, αλλά συνδέονται αποκλειστικά με την εκτέλεση του τμήματος του έργου, το οποίο έχει ανατεθεί στο συγκεκριμένο εργολάβο ή υπεργολάβο, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο τελευταίος. Ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι υπεύθυνος για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, τα οποία βρίσκονται σε συνάρτηση προς το τμήμα του έργου που έχει αναλάβει και προς την εργασία που παρέχεται για την εκτέλεσή του. Η ευθύνη του δεν εκτείνεται στα γενικά μέτρα ή σε μέτρα που αφορούν σε άλλα τμήματα του έργου ή στις εργασίες που εκτελούνται σχετικώς, για τη λήψη και τήρηση των οποίων υπεύθυνος είναι είτε ο εργολάβος του όλου έργου, είτε ο κύριος αυτού, είτε ο αντίστοιχος εργολάβος ή υπεργολάβος του τμήματος, είτε κάποιοι από αυτούς ως συνυπεύθυνοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Παρά ταύτα, ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου έχει την υποχρέωση να προφυλάξει το προσωπικό, που παρέχει εργασία σ' αυτόν για την κατασκευή συγκεκριμένου τμήματος, από την επέλευση ατυχήματος κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, λαμβάνοντας ακόμη και μέτρα ασφαλείας τα οποία κατ' αρχήν θα έπρεπε να έχει λάβει άλλος υπεύθυνος. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) στην ένδικη, από 20-1-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή συνδεόταν με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και απασχολείτο στο συνεργείο του ως τεχνίτης υδραυλικός. Ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει ως υπεργολάβος την κατασκευή των υδραυλικών εγκαταστάσεων σε οικοδομή (μονοκατοικία) ιδιοκτησίας του, επίσης, εναγομένου Μ. Σ. (ως προς τον οποίο η αγωγή έχει απορριφθεί και σε βάρος του οποίου δεν στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως). Ότι την 8-7-2004 έπρεπε να γίνουν οι εργασίες της τοποθέτησης υδρορροών και καμινάδας στην οικοδομή και για το σκοπό αυτό έπρεπε να ανοιχθούν οι κατάλληλες οπές στην από οπλισμένο σκυρόδεμα οροφή (πλάκα) του ισογείου και του πρώτου ορόφου αυτής. Ότι ο εναγόμενος, χωρίς να εισέλθει στην οικοδομή την ημέρα εκείνη, υπέδειξε από έξω στον ενάγοντα τα σημεία, στα οποία θα έπρεπε να διανοιχθούν οι οπές με τη χρήση αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ) και αποχώρησε. Ότι ο ενάγων, που βρισκόταν για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη οικοδομή, αφού εργάσθηκε στο δάπεδο και στην οροφή του ισογείου με τη βοήθεια σκαλωσιάς, χρειάσθηκε να βρει τρόπο για να ανεβεί στην οροφή του πρώτου ορόφου (στη στέγη της οικοδομής), για να συνεχίσει την εργασία του εκεί. Ότι η σκαλωσιά δεν έφθανε μέχρι τη στέγη. Ότι ο ενάγων αναγκάσθηκε να εισέλθει στην οικοδομή, όπου διαπίστωσε ότι το κλιμακοστάσιο αυτής σταματούσε στον πρώτο όροφο. Ότι τότε ο ενάγων ρώτησε κάποιον από το συνεργείο των σοβατζήδων, που εκτελούσε, παράλληλα, τα επιχρίσματα της οικοδομής, εάν υπήρχε φορητή, ξύλινη σκάλα με την οποία θα μπορούσε να ανεβεί στη στέγη. Ότι ενώ ο ενάγων βρισκόταν στον πρώτο όροφο και αναζητούσε τη φορητή σκάλα, τη στιγμή που περνούσε δίπλα από το κενό φρεάτιο του ανελκυστήρα, παραπάτησε, χτύπησε στα προστατευτικά σίδερα που υπήρχαν στο άνοιγμα του φρεατίου, αλλά δεν τον συγκράτησαν, πέρασε μέσα από αυτό, που είχε διαστάσεις ένα επί ένα μέτρο και έπεσε από το δάπεδο του πρώτου ορόφου στο υπόγειο της οικοδομής, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί. Ότι για το ατύχημα αυτό είναι υπαίτιος ο εναγόμενος, ως υπεργολάβος των υδραυλικών εγκαταστάσεων και εργοδότης του ενάγοντος, διότι παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την προστασία των εργαζομένων. Ότι, ειδικότερα, ο εναγόμενος δεν είχε φροντίσει να αποκλεισθεί το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα σύμφωνα με το άρθρο 20 του π.δ. 778/1980, είτε με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών είτε με αμετακίνητο, στερεό σανίδωμα πλήρους κάλυψης, πάχους δυόμισι εκατοστών. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 120.000 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 80.000 ευρώ. Με την κρίση αυτή το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, με βάση τις παραδοχές του, ο αναιρεσείων, ως υπεργολάβος τμήματος του έργου, είχε μεν την υποχρέωση να λάβει και να τηρεί κατ' αρχήν τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία συνδέονταν με την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει, ήτοι τη διεκπεραίωση των υδραυλικών εργασιών, προς τις οποίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν άσχετη η κατασκευή του φρεατίου του ανελκυστήρα και η αποφυγή της πτώσεως προσώπων εντός αυτού. Παρά ταύτα, όμως, αν και η κάλυψη του φρεατίου του ανελκυστήρα, ως γενικό μέτρο ασφαλείας, αποτελούσε, προεχόντως, υποχρέωση του κυρίου του έργου, διότι η κατασκευή του εκτελείτο κατά τμήματα από περισσότερους εργολάβους και, παραλλήλως, υποχρέωση κάποιου τρίτου πρόσωπου, όπως του υπεργολάβου του σκελετού της οικοδομής, που είχε κατασκευάσει το φρεάτιο ή του υπεργολάβου άλλου τμήματος του έργου, που ενδεχομένως είχε άρει προσωρινά το κάλυμμα για να εκτελέσει εργασία εντός του φρεατίου και όχι του υπεργολάβου των υδραυλικών εγκαταστάσεων (του αναιρεσείοντος), στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφ' όσον ο μισθωτός του εν λόγω υπεργολάβου (ο αναιρεσίβλητος) για να εκπληρώσει την παροχή της εργασίας του ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί εντός της οικοδομής, θα έπρεπε o εργοδότης αυτού (ο αναιρεσείων) να έχει διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε κίνηση του μισθωτού θα ήταν ακίνδυνη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914, 922 και 932 ΑΚ, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια οποιασδήποτε αμέλειας αυτών και όχι μόνο της ειδικής αμέλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, περί την τήρηση των όρων ασφαλείας. Όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (άλλως, εάν πρόκειται για αποζημίωση, οπότε η έννοια της συνυπαιτιότητας του παθόντος και η έκταση των συνεπειών αυτής ρυθμίζονται από το άρθρο 16 του ν. 551/1914 διαφορετικά, βλ. ΑΠ 1687/2000). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι του "ευλόγου" αυτής, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, εκτός από τις λοιπές προσδιοριστικές περιστάσεις, όπως οι συνθήκες του ατυχήματος, η έκταση των συνεπειών αυτού, η οικονομική κατάσταση των μερών κλπ, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία εξ αρχής. Για να υπάρχει πταίσμα του υπαιτίου ή συντρέχον πταίσμα του παθόντος, πρέπει η συμπεριφορά ενός εκάστου να έχει συντελέσει στην επέλευση του ατυχήματος, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην υπαίτια συμπεριφορά και στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη των εν λόγω προσώπων ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο άλλως δεν θα επερχόταν. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικά δέχεται ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, πέραν των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε, συντρέχουσα υπαιτιότητα για την επέλευση της πτώσεώς του εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα και του εξ αυτής τραυματισμού του, διότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν κατόπιν εντολής και υποδείξεως του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ως εργοδότη του. Ότι ο ενάγων εισήλθε στην οικοδομή όχι αυτοβούλως και χωρίς λόγο, αλλά για να διεκπεραιώσει την ανατεθείσα εργασία, ήτοι τη διάνοιξη της οπής στην οροφή του πρώτου ορόφου αυτής. Και ότι, όταν συνέβη το ατύχημα, ο εναγόμενος δεν βρισκόταν στην οικοδομή για να επιβλέπει και καθοδηγεί τον ενάγοντα. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε συμβάλει με προσωπική του αμέλεια στην επέλευση του ατυχήματος, διότι, αν και ήταν έμπειρος οικοδόμος, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει για να αντιληφθεί το άνοιγμα του φρεατίου και να μην πέσει μέσα σ' αυτό κατά την κίνησή του εντός της οικοδομής (από εξωτερικές συνθήκες άπλετου φωτός εισήλθε βιαστικά στην οικοδομή και κινήθηκε πριν ακόμη προσαρμοσθεί η όρασή του στο σκοτάδι). Με την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία κατά την απόρριψη της περί συνυπαιτιότητας του παθόντος ενστάσεως του αναιρεσείοντος, διότι οι ως άνω, μόνες σχετικές παραδοχές αυτού, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος (εργαζόμενος) βρισκόταν στο εσωτερικό της οικοδομής για λόγο που αναγόταν στην εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας, ενώ ο αναιρεσείων (εργοδότης) είχε αποχωρήσει από αυτή, δεν δίνουν απάντηση στο εάν η πτώση του αναιρεσίβλητου οφειλόταν αποκλειστικά στην έλλειψη κιγκλιδώματος ή καλύμματος επί του ανοίγματος του φρεατίου του ανελκυστήρα ή, παράλληλα, σε στιγμιαία επιπολαιότητα και απροσεξία του παθόντος κατά την κίνησή του εντός της οικοδομής. Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 671 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προβαίνει σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπ' όψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύσει ή και να εξάρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, όμως, δεν έπεται ότι αγνοήθηκαν κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της απόφασης να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπ' όψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκφραση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτό αφ' ενός δημιουργήθηκε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφ' ετέρου έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 605/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, εκτός των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, τις 8023 και 8024/30-11-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου, οι οποίες είχαν προσκομισθεί από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) και ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος). Ο τελευταίος, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, είχε επικαλεσθεί και τις 2145 και 2146/25-2-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχαν δοθεί ύστερα από κλήτευση του ενάγοντος για την πιστοποίηση της οποίας ο εναγόμενος επικαλείτο την 4602/20-2-2008 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ι. Μ.. Από κανένα σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, επρόκειτο να συμβάλλουν στην απόδειξη των συνθηκών του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, ήτοι ουσιωδών περιστατικών από τα οποία εξαρτάτο η υπαιτιότητα του εναγομένου, η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος και το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, διότι περί αυτών ούτε ρητή μνεία γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε έμμεση αναφορά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παράλειψη και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 7180/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Οριοθέτηση της υποχρέωσης για λήψη μέτρων ασφαλείας από τον εργολάβο ολόκληρου του έργου, από τον κύριο του έργου και από εργολάβο ή υπεργολάβο μέρους αυτού. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος και για μη λήψη υπ' όψη ενόρκων βεβαιώσεων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 56/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΛΕΥ ΑΕ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σαράντου Θεοδωρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Β. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αλεξανδρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1865/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4006/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 7, 8 παρ.2, 10 παρ.2, 11 παρ.2 και 16 παρ.6 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα. Κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (ΔΑ) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια. Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους ΣΣΕ ή ΔΑ, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. Οι κλαδικές ΣΣΕ ή ΔΑ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας. Υπό την έννοια αυτή, ως ομοειδείς θεωρούνται οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και ως συναφείς αυτές που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζόμενων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως ομοιοεπαγγελματικής είναι το είδος του επαγγέλματος ή της ειδικότητας του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 1286/1999). Περαιτέρω, οι ΣΣΕ ή ΔΑ (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ' αρχήν τους εργοδότες και εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Τότε, η ΣΣΕ ή ΔΑ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφ' όσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1015/2006), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 74/2009). Το δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει την προσήκουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίο αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητά του εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο εκάστοτε ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ 49/2011, ΑΠ 1143/2004). Εξ άλλου, με την 11891/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 816/6-8-1998) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 12-6-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκέδασης", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Επίσης, με την 11518/2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 638/13-5-2005) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 17-2-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκέδασης όλης της χώρας", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Από την περιγραφή των ορίων εφαρμογής των εν λόγω ΣΣΕ προκύπτει ότι αυτές έχουν εφαρμογή σε όσους απασχολούνται σε κέντρα διασκέδασης με την ιδιότητα του μουσικού ή του τραγουδιστή ή και με τις δύο. Εν όψει του ότι στις ρυθμίσεις των εν λόγω ΣΣΕ δεν υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των κέντρων διασκεδάσεως, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά του, αλλά μόνο οι μουσικοί και τραγουδιστές, συνάγεται ότι αυτές φέρουν το χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ. Με την κήρυξή τους, λοιπόν, ως υποχρεωτικών, η εφαρμογή τους επεκτάθηκε στους μουσικούς και τραγουδιστές όχι μόνο των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου, αλλά και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως αυτός της παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, αφού, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές δεν είχαν πάρει μέρος στην υπογραφή των εν λόγω ΣΣΕ και δεν μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών, συλλογικών φορέων που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, οι σ' αυτές απασχολούμενοι μουσικοί και τραγουδιστές θα μπορούσαν να είναι μέλη των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων που τις υπέγραψαν. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη στην ένδικη, από 1-8-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα), που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην Αθήνα το ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "Στάνλεϋ", την 26-5-2001, προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως πιανίστας και τραγουδιστής στο εστιατόριο, το οποίο λειτουργεί εντός του ξενοδοχείου. Ότι σύμφωνα με τη σύμβαση, ο ενάγων είχε την υποχρέωση να απασχολείται όλες τις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 21:00 μέχρι 01:30, με ημίωρο διάλειμμα, αντί μηνιαίου μισθού 405.013 δραχμών (τότε, που ήδη αντιστοιχεί σε 1.188,59 ευρώ), με παράλληλη εφαρμογή των όρων "της από 1-1-2001 ΣΣΕ των μουσικών", όπως αναγράφεται στο από 30-5-2001 έντυπο που συνυπέγραψαν οι διάδικοι. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης, ο ενάγων απασχολήθηκε με το εν λόγω πρόγραμμα μέχρι την 8-5-2007, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 5.415,51 ευρώ. Ότι η νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος ρυθμιζόταν αρχικά με την από 12-6-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκέδασης" και στη συνέχεια με την από 17-2-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκέδασης όλης της χώρας", που είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές. Ότι οι εν λόγω ΣΣΕ ήσαν ομοιοεπαγγελματικές και όχι κλαδικές, οπότε, μετά την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών, ρύθμιζαν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη και όχι μόνο στα κέντρα διασκεδάσεως. Ότι η εναγομένη είχε αποδεχθεί την υπαγωγή του ενάγοντος στις ρυθμίσεις των ως άνω ΣΣΕ για τους μουσικούς και τραγουδιστές, πράγμα που προέκυπτε από το ότι σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας κατέβαλλε στον ενάγοντα το επίδομα χρήσεως υλικού (μουσικού οργάνου ή μικροφώνου), που είχε προβλεφθεί από την παλαιότερη, από 9-10-1997 ΣΣΕ και διατηρηθεί με την ως άνω από 17-2-2005 ΣΣΕ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος για τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα σύμφωνα με τις ως άνω συλλογικές ρυθμίσεις και, αφού διαπίστωσε ότι υπήρξαν υπέρ του ενάγοντος διαφορές μεταξύ αυτών και των αποδοχών που πράγματι είχαν καταβληθεί σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας, έκρινε ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απολύσεως ήταν ελλιπής, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί πλάνη της εναγομένης ως προς το αληθές ύψος αυτής και ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπήρξε άκυρη, γι' αυτό και επιδίκασε τις διαπιστωθείσες διαφορές αποδοχών και τις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας. Με τη κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ήτοι αυτές του ν. 1876/1990 και τους κανονιστικούς όρους των από 12-6-1998 και 17-2-2005 ΣΣΕ, ως προς την εφαρμογή των οποίων, κατά τα προαναφερθέντα, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Από την περαιτέρω επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο αφ' ενός δεν εφάρμοσε "την από 1-1-2001 ΣΣΕ των μουσικών", αλλά, απλώς, ανέφερε ιστορικώς ότι περί αυτής υπήρχε μνεία στο έντυπο της σύμβασης εργασίας το οποίο είχαν συνυπογράψει οι διάδικοι και αφ' ετέρου δεν έκανε ουδεμία αναφορά στην υπουργική απόφαση 11602/2001 (ΦΕΚ Β` 541/11-5-2001), για τον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας των μουσικών που απασχολούνται σε δημοτικές επιχειρήσεις πολιτιστικής ανάπτυξης, δημοτικούς οργανισμούς κλπ με μορφή ΝΠΙΔ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν σχέση ούτε με το επάγγελμα του αναιρεσίβλητου ούτε με την επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν τα ανωτέρω και με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απαράδεκτοι.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-9-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 4006/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΣΣΕ, διάκριση σε κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική. Η κήρυξη ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ μουσικών κέντρων διασκεδάσεως ως υποχρεωτικής επεκτείνει την ισχύ της σε όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, στους οποίους αφορά, εφ' όσον θα μπορούσαν να είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που είχαν συμπράξει στην κατάρτισή τους, άσχετα προς το αν η δραστηριότητα του εργοδότη, στον οποίο απασχολούνται, υπάγεται στον ίδιο κλάδο. Απορρίπτει την αίτηση ξενοδοχειακής επιχείρησης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 52/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 25η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Α. Τ. και 2) Α. Σ., συζύγου Α. Τ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστέας Σινανιώτη και Ιωάννη Σαμέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Σ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπουμπουρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 73/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2178/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2010 κλήση των αναιρεσειόντων, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Στη διάταξη του άρθρου 703 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια "μόνο" της συμβολής του μεσίτη. Ήτοι, είναι απαραίτητη η κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφ' ενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου και αφ' ετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 815/2007). Η διαπίστωση των περιστάσεων, υπό τις οποίες, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκδηλώθηκε η μεσιτική δραστηριότητα, που προβάλλεται ως αίτιο και υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σκοπούμενη σύμβαση, που προβάλλεται ως αποτέλεσμα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή γίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η συναγωγή, όμως, της κρίσεως περί του εάν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, υπό τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υφίστατο ή όχι αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας, ως πρόσφορης αιτίας και της καταρτίσεως της σκοπούμενης σύμβασης, ως επελθόντος αποτελέσματος, είναι ζήτημα νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και 19, ΑΠ 1119/2005). Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη, άσχετα προς το αν η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε επ' ονόματι αυτού (του μεσιτικού εντολέα) ή τρίτου προσώπου, υπέρ των συμφερόντων του οποίου αυτός ενήργησε. Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες, εν αμφιβολία κατ' ίσα μέρη (ΑΚ 480). Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι. Αμοιβή οφείλεται μόνο αν η καταρτισθείσα σύμβαση ταυτίζεται με τη σκοπούμενη. Η απόκλιση, όμως, μεταξύ του, αρχικώς, επιδιωχθέντος και του, τελικώς, επιτευχθέντος τιμήματος δεν αίρει την ταυτότητα αυτή, αφού η διαμόρφωσή του αποτελεί πάντοτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ουδέποτε μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 703 και 724 ΑΚ συνάγεται ότι η μεσιτική εντολή δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η ανάκλησή της, όμως, δεν επηρεάζει αρνητικά το δικαίωμα επί της μεσιτικής αμοιβής, εφ' όσον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα μεσολάβησης ή υπόδειξης του μεσίτη, που είχε συντελεσθεί πριν από την ανάκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων. Ότι στο πλαίσιο των εργασιών της έλαβε από τους πρώτο και δεύτερη από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) την από 6-10-2003 κοινή εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς πώληση μιας κατοικίας (μεζονέτας εμβαδού 350 μ2, με κήπο και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου), που βρίσκεται στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής και τότε ανήκε στην κυριότητα του πρώτου από αυτούς, συζύγου της δεύτερης, αντί επιθυμητού τιμήματος 1.620.000 ευρώ. Ότι, επίσης, η ενάγουσα έλαβε από την τέταρτη από τους εναγομένους, που ενεργούσε για τον εαυτό της και ως αντιπρόσωπος του τρίτου από αυτούς, που τότε ήταν μνηστήρας της (οι εν λόγω εναγόμενοι δεν έχουν ασκήσει αίτηση αναιρέσεως και δεν μετέχουν στην παρούσα στάση της δίκης), την από 22-4-2005 εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά μιας κατοικίας με ανάλογες προϋποθέσεις. Ότι ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος της σκοπούμενης σύμβασης, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέα από την κάθε πλευρά των εντολέων σε περίπτωση κατάρτισης αυτής. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω εντολών, η ενάγουσα, την 1-6-2005, ενεργώντας δια της υπαλλήλου της Π. Α., υπέδειξε στην τέταρτη από τους εναγομένους το ακίνητο που προαναφέρθηκε. Ότι η τελευταία, που ενεργούσε πάντοτε όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και ως αντιπρόσωπος του τρίτου από τους εναγομένους, επισκέφθηκε το ακίνητο και συναντήθηκε με τη δεύτερη από τους εναγομένους, που τότε κατοικούσε ακόμη σ' αυτό με την οικογένειά της. Ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου από τους εναγομένους, ως πωλητή και του τρίτου από αυτούς, ως αγοραστή, με το .../23-6-2006 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Καμπέρη, που μεταγράφηκε νομίμως, αντί πραγματικού τιμήματος 1.300.000 ευρώ. Ότι η κατάρτιση της συμβάσεως έγινε συνεπεία της υποδείξεως της ενάγουσας, περιστατικό που συνάγεται από το ότι α) η τέταρτη από τους εναγομένους εξέτασε επισταμένως το ακίνητο κατά την επίδειξή του και διατύπωσε επί του εγγράφου της μεσιτικής εντολής γραπτές παρατηρήσεις ως προς "το εμβαδόν του κήπου και τη φωτεινότητα του εσωτερικού χώρου", β) ο τρίτος από αυτούς, μετά την υπόδειξη του ακινήτου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ως άνω υπάλληλο της ενάγουσας και ζήτησε "μια καλύτερη τιμή για την αγορά του" και "την επαναδιαπραγμάτευση της μεσιτικής αμοιβής" και γ) η δεύτερη από τους εναγομένους επικοινώνησε με την ίδια υπάλληλο, προς την οποία διατύπωσε παράπονο για το ύψος του τιμήματος που είχαν προσφέρει οι αγοραστές και ευχήθηκε την αύξησή του στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, που τελικώς δεν επιτεύχθηκε. Ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις, το εκ μέρους των εναγομένων επικαλούμενο περιστατικό της υπόδειξης του ιδίου ακινήτου από άλλον μεσίτη και της περαιτέρω διαμεσολάβησης εκείνου κατά τις διαπραγματεύσεις και την εν γένει τακτοποίηση υφισταμένων εκκρεμοτήτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η σύναψη της οριστικής συμβάσεως, αληθές υποτιθέμενο, δεν ασκεί επιρροή στο επί της αμοιβής δικαίωμα της ενάγουσας, διότι φέρεται συντελεσθέν μετά την προαναφερθείσα μεσιτική δραστηριότητα αυτής, στην οποία οφειλόταν οπωσδήποτε η κατάρτιση της συμβάσεως. Ότι, τέλος, τα αποτελέσματα της υπόδειξης του ακινήτου από την ενάγουσα προς τους αγοραστές, που έγινε την 1-6-2005, δεν μπορούσαν να αρθούν εκ των υστέρων, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι την 18-1-2006 η τέταρτη από τους εναγομένους ανακάλεσε προφορικά, από τηλεφώνου, τη μεσιτική εντολή. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την κοινή έφεση όλων των εναγομένων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη, από 6-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχαν υποχρεωθεί όλοι οι εναγόμενοι, κατά ζεύγη μεσιτικών εντολέων, να καταβάλουν την αιτηθείσα μεσιτική αμοιβή. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 703 εδ.α' ΑΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι δέχθηκε σαφώς και με πλήρη αιτιολογία ότι η πώληση του ακινήτου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου από τους εναγομένους και του τρίτου από αυτούς, ήταν, πράγματι, η σκοπούμενη σύμβαση, η οποία δεν θα είχε καταρτισθεί χωρίς τη μεσιτική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης. Και ακόμη, ότι δεν είχε σημασία ούτε το ότι το ύψος του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος ήταν διαφορετικό από το αρχικώς επιθυμητό ούτε το ότι στην αγοραπωλησία δεν είχαν συμπράξει οι δεύτερη και τέταρτη από τους εναγομένους, οι οποίες είχαν συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη μόνο ως μεσιτικοί εντολείς. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, ως και ο εκ μέρους του εισηγητή προβληθείς λόγος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ένατος και δέκατος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους, αντιστοίχως, προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως α) έλαβε υπ' όψη την από 22-4-2005 μεσιτική εντολή της τέταρτης από τους εναγομένους προς την αναιρεσίβλητη, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν υπήρξε συμβαλλόμενη στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης και β) δεν έλαβε υπ' όψη την ανάκληση της εν λόγω εντολής μετά την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς την τέταρτη από τους εναγομένους υπόδειξη του ακινήτου, που αποτέλεσε αντικείμενο της σκοπούμενης σύμβασης και προσάπτονται συλλήβδην στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 11 και 19 ΚΠολΔ.
3. Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να αφορούν στην ουσιαστική ευδοκίμηση περιστατικού που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. Και ακόμη, η επίκληση και προσκόμιση κάποιου αποδεικτικού μέσου πρέπει να έχει γίνει νομίμως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677 αρ.1 και 681), με την οποία εκδικάσθηκε η κρινόμενη υπόθεση, συνάγεται ότι στοιχείο της νομιμότητας της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου είναι κλήτευση του αντιδίκου, αυτού που την επικαλείται, τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διενέργεια της σχετικής πράξης. Την ύπαρξη εμπρόθεσμης κλήτευσης οφείλει να διερευνήσει το δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια το ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή ότι στη διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 671 παρ.1 εδ. α', ΑΠ 1259/2001). Ως εκ τούτου, ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και προσκομίσει και το αποδεικτικό έγγραφο της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του, η έλλειψη του οποίου δεν αναπληρώνεται από το ότι ο συμβολαιογράφος, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη μαρτυρία, βεβαιώνει ότι επιδείχθηκε έκθεση επιδόσεως της προσκλήσεως προς τον αντίδικο (ΚΠολΔ 438, ΑΠ 106/1991), εκτός αν ο τελευταίος παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της (ΑΠ 1251/2002). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την 4195/5-2-2007 ένορκη βεβαίωση της Ε. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Καμπέρη, την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, με την αληθή, αλλά κατ' αυτούς απρόσφορη, αιτιολογία ότι δεν προσκόμισαν την, επίσης επικαλούμενη, 3785/2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ..., που φέρεται ότι αποδείκνυε τη νομότυπη κλήτευση της αναιρεσίβλητης κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη το τιμολόγιο, που η αναιρεσίβλητη φέρεται ότι εξέδωσε για τη διεκδικούμενη μεσιτική αμοιβή, αλλά δεν προσκόμισε στο δικαστήριο και με τον οποίο προσάπτεται η αυτή πλημμέλεια, διότι το έγγραφο αυτό μόνο σε βάρος του εκδότη του μπορούσε να έχει αποδεικτική ισχύ (ΚΠολΔ 445) και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να επηρεάσει την κατάφαση της πραγματικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 671 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Από την αναφορά, μάλιστα, στην απόφαση όσων αποδεικτικών μέσων έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη αναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση, η οποία υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό και με το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.2), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης ανάμεσα στους πρώτο και τρίτο από τους εναγομένους εντολείς αυτής, χωρίς η συνάφεια αυτή να επηρεάζεται από την ενδεχόμενη, όψιμη παρεμβολή τρίτου μεσιτικού γραφείου, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε, παράλληλα προς τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα, και τις εντολές των πωλητών προς άλλα μεσιτικά γραφεία, την εντολή του αγοραστή προς το μεσιτικό γραφείο Κ. και το τιμολόγιο του εν λόγω μεσιτικού γραφείου περί εισπράξεως αμοιβής για την ίδια πώληση. Επομένως, οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες και προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-9-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 2178/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμοιβή μεσίτη. Το δικαίωμα λήψεως της αμοιβής προϋποθέτει αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη μεσιτική δραστηριότητα και την κατάρτιση της συμβάσεως. Επαρκής αιτιολογία ως προς το ότι η εν λόγω συνάφεια δεν επηρεάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκ των υστέρων ανάμιξη τρίτου μεσίτη και ανάκληση της μεσιτικής εντολής. Προϋποθέσεις παραδεκτού ενόρκων βεβαιώσεων. Έλλειψη αμφιβολίας ως προς τη λήψη υπ' όψη αποδεικτικών εγγράφων. Απορρίπτει την αίτηση των πωλητών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 53/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 25η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πανούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1995 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 17584/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 815/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-1998 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-10-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον ... και .../25-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., ακριβές αντίγραφο α) της από 22-5-1998 ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου και β) της από 19-1-2011 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόκληση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Γεώργιο Πανούση, προς τον αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη ματαίωση της συζήτηση που είχε ορισθεί προηγουμένως, κατόπιν αναβολής εκ της αρχικής δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ως αγνώστου διαμονής (ΚΠολΔ 135 παρ.1). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της παρούσης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατ' αυτήν. Επομένως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να συζητηθεί σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).
2. Όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, εκ της οποίας ο μισθωτός έχει αξίωση προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την προσφορά των υπηρεσιών του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Ο κανόνας αυτός, ως γενικός, έχει εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Ως εκ τούτου, όταν συμβεί να προσληφθεί κάποιος ως υπάλληλος σε νομοθετημένη θέση χωρίς να έχει τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα, με συνέπεια η πρόσληψή του να είναι άκυρη, αλλά μέχρι τη διαπίστωση της ακυρότητας να έχει προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη χωρίς να λάβει αμοιβή, τότε η παροχή της εργασίας αποβαίνει χωρίς νόμιμη αιτία και ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στο μισθωτό την ωφέλεια, που αποκόμισε από αυτήν. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στη δαπάνη, στην οποία κατ' ανάγκη θα υποβαλλόταν ο εργοδότης στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη διεξαγωγή της υπηρεσίας του, ήτοι στην αμοιβή που, σύμφωνα με τις συνθήκες του τόπου παροχής της εργασίας, θα κατέβαλλε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση (με τα νόμιμα τυπικά προσόντα) και θα απασχολούσε υπό τις αυτές περιστάσεις και την οποία απέφυγε λόγω της ακυρότητας της προσλήψεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με την 172/8-6-1992 πράξη του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Νοσοκομείου, που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 151/16-10-1992, ο ενάγων στην ένδικη, από 22-6-1995 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητος) διορίσθηκε ως δόκιμος υπάλληλος σε θέση της κατηγορίας ΔΕ Τεχνικού, με ειδικότητα ελαιοχρωματιστή. Ότι από την 4-11-1992, αφού έδωσε το σχετικό όρκο, ο ενάγων άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο. Ότι στη συνέχεια, με την 169/11-5-1993 πράξη του Ι' Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο διορισμός του ενάγοντος κρίθηκε παράνομος, λόγω ελλείψεως των απαιτουμένων τυπικών προσόντων του κλάδου του, με αποτέλεσμα να μην εγκριθεί η προς αυτόν καταβολή των νομίμων αποδοχών. Ότι ύστερα από αυτό, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, που λήφθηκε κατά την 12η/28-6-1993 συνεδρίασή του, ανακλήθηκε ο διορισμός του ενάγοντος, από τότε που είχε γίνει. Ότι την 30-6-1993 ο ενάγων διαγράφηκε από τη δύναμη του εναγομένου αναδρομικά, από την ημερομηνία της όρκισής του και ανάληψης υπηρεσίας (4-11-1992). Ότι ωστόσο, κατά το χρονικό διάστημα από 4-11-1992 μέχρι 30-6-1993, ο ενάγων, αν και δεν συνδεόταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, πρόσφερε τις υπηρεσίες του προς αυτό. Ότι για την εν λόγω πραγματική παροχή της εργασίας του δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα καμιά αμοιβή. Ότι με τον τρόπο αυτό, το εναγόμενο απέφυγε να καταβάλει αμοιβή, για εργασία την οποία αποδέχθηκε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το αναιρεσείον έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερο από την απασχόληση του αναιρεσίβλητου με άκυρη πρόσληψη και ότι επείχε υποχρέωση προς απόδοση της ωφέλειας που είχε αποκομίσει. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τότε εκκαλουμένης 17584/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή. Με την κρίση αυτή το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" συνάγεται ότι η αρχόμενη από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση, διετής παραγραφή των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων διακόπτεται, πλην άλλων, με την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου μη στερουμένου δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που αναφέρεται στην ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξιώσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, η άσκηση αγωγής ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διατηρήσεως των συνεπειών της ασκήσεώς της. Εξαίρεση εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, επί των οποίων είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά την έναρξη της ισχύος της. Με τη διάταξη αυτή προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 10 του ν. 1406/1983 και ορίσθηκε ότι αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του εν λόγω νόμου, τότε το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα, εφ' όσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή των καθυστερουμένων αποδοχών ως αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή, διότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την εντός της διετούς προθεσμίας άσκηση της από 3-12-1993 αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε την 1-11-1994 και την εν συνεχεία, μετά την απόρριψή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, κατάθεση και επίδοση της ένδικης αγωγής, που συντελέσθηκε ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εντός της ως άνω προθεσμίας, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της αποφάσεως που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση περί αναιρέσεως της 815/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για την εργασία που έχει προσφερθεί με άκυρη σύμβαση οφείλονται στο μισθωτό ως άνευ νομίμου αιτίας πλουτισμός του εργοδότη οι αποδοχές που θα κατέβαλλε υπό τις αυτές περιστάσεις σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση. Η παραγραφή της αξίωσης εργαζομένου κατά ΝΠΔΔ για δεδουλευμένες αποδοχές λογίζεται διακοπείσα και με την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, εφ' όσον μετά την απόρριψή της ασκηθεί εκ νέου προσηκόντως, εντός διμήνου από την επίδοση της απορριπτικής αποφάσεως. Απορρίπτει την αίτηση του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 59/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Κλεισιούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Βλαδίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2002 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 272/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 151 ΚΠολΔ, η παρέλευση νόμιμης ή δικαστικής προθεσμίας συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη για την οποία είχε ορισθεί η προθεσμία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η οριστική απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι δυνατό να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως, εφ' όσον δεν είναι πλέον εφικτή η προσβολή της με έφεση, πράγμα που συμβαίνει και όταν, μετά τη νομότυπη επίδοση της εν λόγω αποφάσεως, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ασκηθεί έφεση εκπρόθεσμη. Σε μια τέτοια περίπτωση, που είναι διαφορετική από εκείνη, κατά την οποία η εμπρόθεσμη έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη για κάποιο τυπικό λόγο (ΑΠ 413/1979), η προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, οπότε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και όχι μετά την επίδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που απορρίπτει ως απαράδεκτη την εκπρόθεσμη έφεση (ΑΠ 967/2004, 1088/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 272/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατατέθηκε στη γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου την 18-7-2007. Όπως προκύπτει από την 4482/2005 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 20-7-2005. Η τελευταία άσκησε έφεση, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως την 21-9-2005 και, μετά την εκδίκασή της, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη με την 2850/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως. Κατόπιν, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Από τις ως άνω διαδικαστικές πράξεις, όμως, προκύπτει ότι η προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως άρχισε αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, ήτοι από την 20-9-2005 (χωρίς να υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, ΚΠολΔ 147 παρ.7) και περατώθηκε την 19-10-2005. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς επί του ζητήματος αυτού να ασκεί επιρροή η εν τω μεταξύ άσκηση της εκπρόθεσμης έφεσης και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-7-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 272/ 2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14η Δεκεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης, προθεσμία. Η οριστική απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι δυνατό να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως, εφ' όσον δεν είναι πλέον εφικτή η προσβολή της με έφεση, πράγμα που συμβαίνει και όταν, μετά τη νομότυπη επίδοση της εν λόγω αποφάσεως, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ασκηθεί έφεση εκπρόθεσμη.
| null | null | 2
|
Αριθμός 60/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφίλου Κωτσίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 542/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, μετά την άσκηση εφέσεως, η 811/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ.2 και 29 του ν.δ. 103/1973 (ΟλΑΠ 15/2002) και ίσχυσε κατά την ένδικη περίοδο (ήτοι, πριν από την κατάργησή του με το π.δ. 246/2006, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε: α) στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά στο πάσης φύσεως προσωπικό των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσεως, β) στο άρθρο 3, ότι κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος ΚΤΕΛ, εφ' όσον δεν έχει τα γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα, που περιγράφονται σ' αυτό και γ) στο άρθρο 3 στοιχείο 1 περ. δ', ότι ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κινήσεως, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Ειδικότερα, η καταλληλότητα από άποψη υγείας, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, κατά περίπτωση και τα περί αυτής πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από την έκδοσή τους. Περαιτέρω, με άρθρα 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ και ορίσθηκε ότι αυτά μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες, που τα υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει, κατ' ελάχιστον, να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης. Με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2963/2001 παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να εκδοθεί με προεδρικό διάταγμα νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά ορίσθηκε ότι μέχρι την έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του προαναφερθέντος π.δ. 229/1994. Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται. Η καταλληλότητα πιστοποιείται αρμοδίως και το πιστοποιητικό υγείας ισχύει επί ορισμένο χρόνο. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (ΑΚ 174, 180, ΑΠ 1435/1991). Και μετά την έγκυρη πρόσληψη, όμως, η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη για το μεταγενέστερο χρόνο, αν το πιστοποιητικό υγείας, που έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, δεν ανανεωθεί κατά τη λήξη του, διότι η καταλληλότητα του οδηγού πρέπει να διατηρείται σε όλο το χρόνο που υφίσταται η σύμβαση εργασίας (άρθρο 3 στοιχείο 1, περ. δ' εδ. β' του π.δ. 229/1994, ΑΠ 1129/1998). Μετά την ισχύ του ν. 2963/2001, ως νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ εκδόθηκε το π.δ. 246/2006, στο άρθρο 5 στοιχείο 2, περ. β' (αα) του οποίου ορίσθηκε για τους οδηγούς ότι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ πριν από έξι (6) μήνες. Με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη με το άρθρο 14 παρ.2 του εξουσιοδοτικού ν. 2963/2001, καταργήθηκε για τους οδηγούς η υποχρέωση της ετήσιας ανανέωσης του πιστοποιητικού υγείας, το οποίο στο εξής μόνο κατά την πρόσληψή τους πρέπει να προσκομίζεται, ενώ κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αρκεί η έμμεση πιστοποίηση της υγείας, η οποία συνάγεται από τη διατήρηση της εκ μέρους εκάστου οδηγού κατοχής της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, η οποία προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την από άποψη υγείας καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου για να οδηγεί επιβατικό λεωφορείο. Η ρύθμιση του νέου κανονισμού, όμως, που απαιτεί και πάλι την προσκόμιση πιστοποιητικού υγείας κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση του κύρους αυτής, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας που λειτούργησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Και το άρθρο 14 του ν. 2963/2001, που προβλέπει τη διατήρηση των ρυθμίσεων του παλαιού κανονισμού (π.δ. 229/1994) μέχρι την εισαγωγή του νέου (π.δ. 246/2006), δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι τροποποιεί σιωπηρώς τον παλιό κανονισμό σχετικά με το πιστοποιητικό υγείας, απλά και μόνο επειδή ορίζει ότι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης. Εξ άλλου, όταν η σύμβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί μεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 205/1999). Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψη του μισθωτού και η εκάστοτε ανανέωση του πιστοποιητικού αυτού κατά τη διάρκεια της συμβάσεως δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής, με την οποία αυτός προβάλλει αξιώσεις που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως (ΑΠ 1129/1998). Οπότε, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εκ του λόγου αυτού ακυρότητα προβάλλεται καταχρηστικά (ΑΚ 281) αποτελεί αντένσταση. Για να έχει, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, έρεισμα στο νόμο ο περί καταχρηστικής προβολής της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας ισχυρισμός, πρέπει ο διάδικος που τον προτείνει να επικαλεσθεί τέτοια περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να καθιστούν τόσο επαχθείς για τον ίδιο τις συνέπειες από την ακυρότητα, ώστε αυτές, συγκρινόμενες με το όφελος που επιδιώκει ο αντίδικος που προβάλλει την ακυρότητα, να στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της επέλευσης εννόμων συνεπειών από την αθέτηση επιτακτικής διάταξης αναγκαστικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 3 στοιχείο 1, περ. δ' του π.δ. 229/1994, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1606/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 23-11-2004 αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) επικαλέσθηκε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας είχε προσληφθεί κατά το έτος 1997 από το εναγόμενο ΚΤΕΛ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, για να απασχοληθεί ως οδηγός επιβατικού λεωφορείου. Και εξέθεσε ότι ο εργοδότης του, την 29-10-2004, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο, χωρίς να καταβάλει την κατά νόμο αποζημίωση και χωρίς να επικαλεσθεί κάποιον από τους λόγους, οι οποίοι επιτρέπουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των οδηγών των ΚΤΕΛ. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί το ΚΤΕΛ να καταβάλει προς αυτόν ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της συμβάσεως μέχρι την 30-4-2005 (τότε, πιθανή ημέρα συζήτησης της αγωγής) το ποσό των 9.735,65 ευρώ, νομιμοτόκως. Το εναγόμενο, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, την οποία επικαλέσθηκε ο ενάγων, ήταν εξ αρχής και παρέμεινε άκυρη, διότι αυτός, τόσο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και σε όλη τη διάρκειά της, είχε παραλείψει να προσκομίσει πιστοποιητικό περί της υγείας αυτού. Ο ενάγων, απαντώντας επί της ενστάσεως αυτής, ισχυρίσθηκε α) ότι μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2963/2001 καταργήθηκε η υποχρέωση της κατ' έτος ανανεώσεως του πιστοποιητικού υγείας, η οποία επιβαλλόταν με το π.δ. 229/1994 ως προϋπόθεση του κύρους της συμβάσεως εργασίας και β) ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αυτός επείχε τέτοια υποχρέωση, η άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου να επικαλεσθεί την εκ της αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτής ακυρότητα ήταν καταχρηστική, διότι η διοίκηση του εναγομένου γνώριζε την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και, παρά ταύτα, η σχέση εργασίας μεταξύ αυτών είχε λειτουργήσει χωρίς κανένα πρόβλημα επί χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και, μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη 811/2009 απόφαση, δέχθηκε αφ' ενός ότι η σύμβαση εργασίας ήταν εξ αρχής άκυρη, διότι ο ενάγων ουδέποτε είχε προσκομίσει στο ΚΤΕΛ πιστοποιητικό υγείας κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 229/1994, που ίσχυαν καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας (από το 1997 ως την 29-10-2004) και αφ' ετέρου ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταχρηστικής επικλήσεως της ακυρότητας εκ μέρους του εναγομένου ήταν μη νόμιμος, διότι μόνο το γεγονός της εκ μέρους του εργοδότη γνώσεως της ελλείψεως του πιστοποιητικού υγείας του οδηγού και της λειτουργίας της σχέσεως εργασίας επί σειρά ετών δεν ήταν αρκετό για να στοιχειοθετήσει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανή των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εργοδότη να επικαλεσθεί την ακυρότητα της συμβάσεως και να παύσει να αποδέχεται την εργασία του μισθωτού στο μέλλον, χωρίς να καθίσταται υπερήμερος. Κατόπιν αυτών, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο επί των ως άνω ισχυρισμών των διαδίκων, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 229/1994 και του άρθρου 281 ΑΚ. Διότι, ειδικότερα, για το κύρος της συμβάσεως εργασίας ήταν απαραίτητη η εκ μέρους του μισθωτού προσκόμιση προς τον εργοδότη πιστοποιητικού υγείας, υποχρέωση την οποία αυτός επείχε υπό την ισχύ του π.δ. 229/1994 (που ίσχυε καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σχέσεως εργασίας) και η οποία, ούτως ή άλλως, δεν καταργήθηκε από το ν. 2963/2001, αλλά διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος π.δ. 246/2006. Και, ακόμη, διότι η εκ της ακυρότητας συνέπεια σε βάρος του μισθωτού, ήτοι η απώλεια της θέσεως εργασίας και των αποδοχών υπερημερίας, δεν είναι περισσότερο επαχθής από την εκ του ιδίου λόγου ωφέλεια του εργοδότη, ήτοι την έλλειψη νομικής υποχρέωσης να αποδέχεται την εργασία του πρώτου σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης, τη μη περιέλευση αυτού σε υπερημερία. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Κατά το άρθρο 183 παρ.1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ αρχής καταρτίσεώς της. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, έχουν τη δυνατότητα είτε να στέρξουν στην επικύρωση είτε να την αποκρούσουν. Εξ άλλου η δήλωση βουλήσεως των μερών για την επικύρωση της σύμβασης μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια, σιωπηρή επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας οδηγού ΚΤΕΛ, λόγω ελλείψεως του κατά νόμο πιστοποιητικού υγείας, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει τόσο την έλλειψη του πιστοποιητικού κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και τη μεταγενέστερη απόκτησή του. Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη -και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας- περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του μισθωτού παρά την εις αυτόν γνωστοποιηθείσα απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας, τότε αποκλείεται η επικύρωση της άκυρης σύμβασης (ΑΠ 1606/ 2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγός λεωφορείου του εναγομένου ΚΤΕΛ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, ουδέποτε από την πρόσληψή του μέχρι την 18-10-2004 είχε αποκτήσει πιστοποιητικό υγείας και ότι, το πιστοποιητικό που απέκτησε 18-10-2004, δεν αποδείχθηκε ότι το προσκόμισε στην υπηρεσία του εναγομένου μέχρι την 29-10-2004, ημέρα κατά την οποία το ΚΤΕΛ έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και με τον τρόπο αυτό "κατήγγειλε" την απλή σχέση εργασίας που λειτουργούσε μεταξύ τους. Κατόπιν αυτού, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος σύμφωνα με τον οποίο, δια της εκ των υστέρων εκδόσεως του πιστοποιητικού υγείας, είχε επικυρωθεί σιωπηρώς η εξ αρχής άκυρη σύμβαση εργασίας, στην οποία στηριζόταν η ένδικη αξίωση επιδικάσεως αποδοχών υπερημερίας. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά την ως άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ουδέποτε είχε γνωστοποιηθεί προς το εναγόμενο ΚΤΕΛ ο εφοδιασμός του ενάγοντος οδηγού με πιστοποιητικό υγείας. Ακόμη, όμως, και αν η γνωστοποίηση αυτή είχε συντελεσθεί, από τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι από την μετά 11 ημέρες από την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού υγείας εκδηλωθείσα άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, συνάγεται η έλλειψη της βούλησης αυτού να επικυρωθεί για το μέλλον η από τη σύστασή της ακύρως λειτουργούσα σύμβαση εργασίας. Επομένως, ο μεν τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 183 ΑΚ και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ο δε τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η όψιμη απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας εκ μέρους του ενάγοντος θα έπρεπε να οδηγήσει στην ουσιαστική παραδοχή ότι η απόκτηση γνωστοποιήθηκε αμέσως στο εναγόμενο, και προσάπτεται η εκ του αυτού άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, είναι αλυσιτελής.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 811/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14η Δεκεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οδηγός ΚΤΕΛ. Η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, αν δεν προσκομισθεί κατά τη σύναψή της πιστοποιητικό υγείας. Υπό το καθεστώς του π.δ. 229/1994 το πιστοποιητικό είχε ενιαύσια ισχύ και έπρεπε να ανανεώνεται κάθε χρόνο. Με το π.δ. 246/2006 αρκεί η άπαξ υποβολή του πιστοποιητικού. Αν εκ των υστέρων προσκομισθεί το πιστοποιητικό, για την επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας απαιτείται ρητή ή σιωπηρή βούληση των μερών. Δεν είναι καταχρηστική η προβολή της ακυρότητας από τον εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, απλώς και μόνο επειδή γνώριζε την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και αποδέχθηκε τη λειτουργία της σχέσης εργασίας επί σειρά ετών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 43/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, περί αναιρέσεως της 116/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενο τον Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Ιωαννίνων ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/26-9-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ιωαννίνων Αθανασίας Πανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αριθ. εκθ. 11/26-9-2011 αίτηση του ο εισαγγελέας Εφετών Ιωαννίνων ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 116/7-6-2011 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται"Κατά του υπαίτιου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διαρκείας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ' αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από: α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη β) ένα έτος αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση, και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105,108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής που υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως και αποκλείεται η προσμέτρηση. Η απόλυση δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο της εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 106/1991). Η άρση της απόλυσης επέρχεται αυτοδικαίως, μόλις η καταδίκη για το νέο έγκλημα γίνει αμετάκλητη, έστω και μετά τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας, αρκεί το έγκλημα αυτό να έχει τελεσθεί εντός του χρόνου της δοκιμασίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, " οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή".
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ.1 του ΚΠΔ, που συνιστά ουσιαστική ποινική διάταξη, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής (ΑΠ 1662/2006) και ορίζει "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή ", δηλαδή τα άρθρα 94 επ.αυτού και κατά τη διάταξη 3 εδαφ. τελ. του ιδίου άρθρου του ιδίου Κώδικα, κατά της απόφασης με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα, συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο τελεσθείσα πράξη, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή οι νέες ποινές αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά και αθροιστικά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή, διότι επέρχεται άρση της αναστολής (ΑΠ 451/2010, 1137/2008, 959/2007, Μελέτη Ανδρ. Ζύγουρα, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου σε Αρμενόπουλο 2008. 1297 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από το δικαστήριο αυτό όλων των εγγράφων της δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 116/2011 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, μετά από αίτηση του καταδίκου Σ. Κ., καθορίσθηκε στον αιτούντα συνολική ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ ετών και συνολική χρηματική ποινή ποσού 63.000 ευρώ. Για τον καθορισμό της παραπάνω συνολικής ποινής στον καταδικασθέντα αιτούντα, συνυπολογίστηκαν από το δικαστήριο οι εξής ποινές: α) ποινή βάσης, η ποινή κάθειρξης 11 ετών και χρηματική ποινή 3.000.000 δρχ., που του επιβλήθηκε με την 140/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, β) ποινή κάθειρξης έξι ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε με την 45/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, γ) ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε με την 79/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και δ) ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε με την 45/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατ'έφεση της 146/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Όμως: α) την 7-10-2004, όπως προκύπτει από το από 7-10-2004 αποφυλακιστήριο της Δ.Φ. Ιωαννίνων, ο άνω αιτών κατάδικος, αποφυλακίστηκε υφόρον, με βάση το 234/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων και του ανεστάλη το υπόλοιπο της ποινής που του είχεν επιβληθεί με την ανωτέρω υπό στοιχείο α', 140/8-12-1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και το οποίο ανερχόταν σε 4 έτη, 4 μήνες και 14 ημέρες. Το υπόλοιπο αυτό ποινής δεν είχεν αποτιθεί από τον Φεβρουάριο του έτους 2009, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων εισαγγελέας, διότι δεν είχεν παρέλθει χωρίς νέα καταδίκη ο χρόνος δοκιμασίας του από 7-10-2004 που αποφυλακίστηκε, μέχρι 21-2-2009, καθόσον με την 45/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατ'έφεση της 146/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που κατέστη αμετάκλητη, διότι απορρίφθηκε σχετική αναίρεση του κατηγορουμένου κατ'αυτής με την 339/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο κατάδικος, εντός του άνω χρόνου δοκιμασίας του,(μέχρι 21-2-2009) καταδικάστηκε εκ νέου για νέο από δόλο τελεσθέν την 1-11-2005 έγκλημα και δη για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ήτοι εντός του χρόνου δοκιμασίας, με συνέπεια να αρθεί αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 108 του ΠΚ, η υφόρον απόλυση που του είχεν ως άνω χορηγηθεί και επομένως δεν έπρεπε η ανωτέρω ποινή, που του επιβλήθηκε με την 140/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, να συνεπιμετρηθεί και μάλιστα να τεθεί ως ποινή βάσης, όπως έπραξεν εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το απομένον ως άνω υπόλοιπο της ποινής του καταδίκου, 4 έτη, 4 μήνες και 14 ημέρες, πρέπει να εκτιθεί αθροιστικά με τις άλλες ποινές.
β) Την 1-3-2007, ο άνω κατάδικος, ο οποίος εκρατείτο στις φυλακές με την 146/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αποφυλακίστηκε υφόρον, με βάση το 46/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ροδόπης και του ανεστάλη το υπόλοιπο της ποινής που του είχεν επιβληθεί, με την 146/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και στη συνέχεια κατ'εφεση καταδικάστηκε με την 45/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με υπόλοιπο ποινής που ανερχόταν σε 2 έτη, 3 μήνες και 29 ημέρες. Την 9-6-2007, δηλαδή εντός του χρόνου δοκιμασίας του, που προβλέπεται από το άρθρο 109 του ΠΚ, (από 1-3-2007 μέχρι 30-6-2009), ο αιτών τέλεσε νέο από δόλο έγκλημα, για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με την 79/26-5-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, απορριφθείσας της ασκηθείσας κατ'αυτής αναίρεσης του κατηγορουμένου, με την 285/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με συνέπεια να αρθεί αυτοδίκαιως, σύμφωνα με το άρθρο 108 του ΠΚ, η υφόρον απόλυση που του είχεν ως άνω χορηγηθεί και θα πρέπει να εκτίσει αθροιστικά το παραπάνω υπόλοιπο της ποινής του, δηλαδή ποινή που ανερχόταν σε 2 έτη, 3 μήνες και 29 ημέρες. Παρά ταύτα το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του συνεπιμέτρησε εσφαλμένα και την ποινή που του είχεν επιβληθεί με την 45/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία είχεν εκδοθεί κατ'έφεση της 146/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ η ποινή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να συγχωνευθεί, αλλά πρέπει το άνω υπόλοιπο αυτής, 2 έτη, 3 μήνες και 29 ημέρες να εκτιθεί αθροιστικά. Έτσι όμως, όπως παραπάνω αποφάσισε το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 116/2011 απόφαση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 108 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ (που είναι ουσιαστική κατά το μέρος της που αναφέρεται στο καθορισμό συνολικής ποινής) σε συνδυασμό με το άρθρο 109 του ΠΚ και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 108 Π Κ και 551 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, προβαίνοντας στη συγχώνευση των ως άνω τεσσάρων ποινών του αιτούντος κατάδικου Σ. Κ., είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός, να γίνει δεκτή η κρινόμενη με αρ. εκθ. 11/2011 αναίρεση του εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για να συζητηθεί εκ νέου στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), για να προβεί σε νέα επιμέτρηση των ποινών του αιτούντος καταδίκου, μετά των χρηματικών ποινών, κατά τα παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 116/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και επιμέτρηση των ποινών του κατάδικου Σ. Κ., στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση καθορισμού συνολικής (551 παρ.1 ΚΠΔ). Συγχωνευτική ποινή. Αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπ όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία περισσότερες, τελεσθείσα από δόλο πράξη, παρόλο ότι η ποινή πο είχε ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δε επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη απ τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τ λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή νέες ποινές, συγχωνευόμενε αυτές μεταξύ τους, αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωρισπ μετά την έκτιση αθροιστικά ολόκληρου του υπόλοιπου τη προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικο να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ αποκλείοντας την επιμέτρηση με τη νέα ποινή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 42/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαβασιλείου, για αναίρεση της υπ'αριθ.4279/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους : 1) Α. Κ. του Γ. και 2) Ν. Κ. του Β., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Μαΐου 2011 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 16-5-2011, δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 15/2011 και 14/2011) των 1) Μ. Μ. του Α., και 2) Ε. Κ. του Γ. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4279/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του Π.Κ, οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει εν όλω ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Κατά τη διάταξη αυτή, το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να τελεσθεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή, δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση, κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού, ολικώς ή μερικώς, από τα περιουσιακά στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, με μία από τις ρητώς και περιοριστικώς οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη ενέργειες που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως του εγκλήματος τούτου, μεταξύ των οποίων είναι και η ψευδής δικαιοπραξία ήτοι, η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Η ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή επέρχεται, όταν ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ενέργειας του δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, που να επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ.β' του Π.Κ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή, ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κύριας πράξης, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τοιαύτης διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αληθή στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο υπό του Αρείου Πάγου ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 4279/2010 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, Α. Κ. όπως και η σύζυγος του, Ν. Κ., εγκαλούντες -πολιτικώς ενάγοντες, είχαν σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, Μ. Μ., απαιτήσεις από συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, ως εργαζόμενοι στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (ψαροταβέρνα), που διατηρούσε ο 1ος κατηγορούμενος στην ..., το οποίο έπαυσε να λειτουργεί στις 25-3-2005, λόγω σφραγίσεώς του, με απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Καλαμαριάς. Από τις αρχές του έτους 2004 η επιχείρηση του 1ου κατηγορουμένου αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, οι δε πολιτικώς ενάγοντες με αγωγή τους, που άσκησαν σε βάρος του, τον Οκτώβριο του 2004, ζήτησαν, για την αιτία που προεκτέθηκε, την καταβολή του ποσού των 42.357,89 ευρώ ο 1ος και του ποσού των 28.846,94 ευρώ, η 2η. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4729/2006 και 555/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, με τη δεύτερη των οποίων επιδικάσθηκαν εν τέλει στους πολιτικώς ενάγοντες τα ποσά των 11.176,91 και 7.798,14 ευρώ, αντίστοιχα, νομιμοτόκως από την επίδοση της άνω αγωγής. Εν τω μεταξύ, ο 1ος κατηγορούμενος, μετά την επίδοση σ' αυτόν της αγωγής, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και .../31-3-2005 νομίμως μεταγραφέντων πωλητηρίων συμβολαίων της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου- Βασιλάκη, μετεβίβασε αιτία πωλήσεως τα περιγραφόμενα στο διατακτικό δύο διαμερίσματά του, που ήταν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, στη δεύτερη κατηγορουμένη, Ε. Κ., θυγατέρα της συζύγου του, αντί φερομένου (ως καταβληθέντος) τιμήματος 45.000 ευρώ για το 1° διαμέρισμα και 41.100 ευρώ για το 2° τούτων. Η δεύτερη κατηγορουμένη γνώριζε την οφειλή του πρώτου κατηγορουμένου προς τους πολιτικώς ενάγοντες, αφού και η ίδια εργαζόταν μαζί με τους τελευταίους στο κατάστημα του ως λογίστρια, διατηρούσε δε με το συγκατηγορούμενό της άριστες σχέσεις. Οι ανωτέρω πωλήσεις ως προς την καταβολή του τιμήματος και οι κατηγορούμενοι προέβησαν σ' αυτές με αποκλειστικό σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση των άνω αγωγικών αξιώσεων που διατηρούσαν οι πολιτικώς ενάγοντες σε βάρος του 1ου κατηγορουμένου. Βέβαια, η 2η κατηγορουμένη απολογούμενη ισχυρίσθηκε ότι καταβλήθηκε από αυτήν το τίμημα των ως άνω πωληθέντων διαμερισμάτων, συνολικού ποσού 85.000 ευρώ (με αγοραία αξία που δεν υπερέβαινε της 100.000 ευρώ), καθώς και ότι το εν λόγω ποσό ο πρώτος κατηγορούμενος δαπάνησε για την πληρωμή άλλων οφειλών του προς τρίτους. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι και μετά πάροδο ενός τουλάχιστον έτους από τις άνω πωλήσεις, ο 1ος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να κατοικεί (με τη μητέρα της συγκατηγορούμενής του) στο ίδιο διαμέρισμα, που ήταν το ένα εκ των ανωτέρω, στο οποίο κατοικούσαν και προ της μεταβιβάσεως του στην δεύτερη κατηγορουμένη, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση περί της εικονικότητας των δικαιοπραξιών, ως προς την καταβολή του τιμήματος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο 10ς κατηγορούμενος της πράξης της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας δέχθηκε, η δε δεύτερη, της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, αφού αυτή, γνωρίζοντας την καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου και θέλοντας τη ματαίωση της ικανοποίησης των πολιτικώς εναγόντων δέχθηκε στην κυριότητα της τα ως άνω ακίνητα. Πρέπει, όμως, να αναγνωρισθεί σ' αυτήν, ότι μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως της, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (αρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ)". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως, της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση ο πρώτος και της άμεσης συνέργειας, στην ως άνω αξιόποινη πράξη, η δεύτερη και αφού αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5 ) μηνών στον πρώτο, μετατραπείσα προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως και δύο (2) μηνών στη δεύτερη, ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως του άρθρου 397 ΠΚ, για την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος αναιρεσείων καθώς και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως του άρθρου 46 παρ.1β' Π.Κ. για την οποία καταδικάστηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ, περαιτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, ο πρώτος αναιρεσείων καταδικάστηκε γιατί ως οφειλέτης ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση των δανειστών του, κατασκευάζοντας ψεύτικες δικαιοπραξίες, δηλαδή μεταβιβάζοντας με εικονικές δικαιοπραξίες τα μοναδικά δύο ακίνητα (διαμερίσματα), της κυριότητάς του, στη θυγατέρα, από πρώτο γάμο, της συζύγου του. Περαιτέρω, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι απαιτήσεις των πολιτικώς εναγόντων και ο τίτλος από τον οποίο αυτές προέρχονται. Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό, όπως αυτό παραπάνω αναφέρθηκε, ότι επί αγωγής των πολιτικώς εναγόντων, σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντα, εκδόθηκαν οι με αριθμό 4729/2006 και 555/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, με τη δεύτερη των οποίων επιδικάσθηκαν εν τέλει στους πολιτικώς ενάγοντες τα ποσά των 11.176,91 και 7.798,14 Ευρώ αντίστοιχα, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής.
Συνεπώς, είναι αβάσιμη η αιτίαση αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη της, την υπ' αριθμό 555/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδίκασε μικρότερα ποσά στους πολιτικώς ενάγοντες από αυτά της πρωτόδικης απόφασης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την παράλειψη μνείας της ως άνω απόφασης του Εφετείου στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αφού αυτό, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, αλληλοσυμπληρώνεται από το σκεπτικό στο οποίο, κατά τα επίσης εκτεθέντα, γίνεται αναφορά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και των ποσών που αυτή επιδίκασε στους πολιτικώς ενάγοντες. Περαιτέρω, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η προσβαλλομένη απόφαση, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με πρόθεση, και αναφέρει με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται σε έκαστο. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό που προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, αναφέρονται σε σχέση με το δόλο των κατηγορουμένων τα παρακάτω: "Η δεύτερη κατηγορουμένη, θυγατέρα της συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου, γνώριζε την οφειλή του πρώτου, προς τους πολιτικώς ενάγοντες αφού και ή ίδια εργαζόταν μαζί με τους τελευταίους στο κατάστημά του, ως λογίστρια ... . Οι ανωτέρω πωλήσεις ως προς την καταβολή του τιμήματος ήταν εικονικές και οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε αυτές με αποκλειστικό σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση των άνω αγωγικών αξιώσεων που διατηρούσαν οι πολιτικώς ενάγοντες σε βάρος του πρώτου". Επομένως πλήρως αιτιολογείται ο δόλος των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. συναφής 1ος και 2ος λόγος των αναιρέσεων, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της απόφασης, και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω, 1ο λόγο αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, αιτιάσεις, κατά τις οποίες, "... η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχτηκε ότι το ποσό που έλαβε ο πρώτος αναιρεσείων από την πώληση δύο μικρών διαμερισμάτων δαπανήθηκε για την πληρωμή οφειλών προς τρίτους ... . Δεν εκτίμησε το γεγονός ότι η αγοράστρια θυγατέρα της συζύγου μου από προηγούμενο γάμο της έλαβε στεγαστικό δάνειο για την αγορά ... δέχθηκε την κατάθεση του μάρτυρα ... ότι με είδε στο μπαλκόνι ενός εκ των πωληθέντων ... θα έπρεπε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ... να με κηρύξει αθώο ..." είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον με την επίφαση της ασαφούς αιτιολογίας και έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Για τον αυτό ως άνω λόγο, είναι απορριπτέες, οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω, 1ο λόγο αναιρέσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας αιτιάσεις, κατά τις οποίες, "... είναι εσφαλμένη η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι εγώ γνώριζα την οφειλή του συγκατηγορουμένου μου, αφού εγώ σπανίως περνούσα από το κατάστημά του ... . Προσφέρθηκα να δανειοδοτηθώ από την Τράπεζα και να τα αγοράσω εγώ ... . Το ότι έρχονταν κάποιες φορές, η μητέρα μου και ο σύζυγός της και τους φιλοξενούσα ήταν ανθρώπινο ...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ' του ΚΠΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Η ένορκη, όμως, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3096/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο μάρτυρας Α. Κ. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, για ποσό 50 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης με επιφύλαξη. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην ο πολιτικώς ενάγων δεν παραιτήθηκε από αυτήν και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκε στο ακροατήριο ενόρκως, χωρίς, από την όρκισή του, να προκαλείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οποιαδήποτε ακυρότητα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 3ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, κατ 'άρθρο 171 παρ.2 Κ.Π.Δ. η οποία έχει προκληθεί, από την κατά παράβαση του νόμου όρκιση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού αυτός, κατ' άρθρο 221 ΚΠΔ, έπρεπε να εξεταστεί χωρίς να ορκισθεί, είναι απορριπτέος (A.Π. 696/2011). Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και καταδικασθεί έκαστος εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16-5-2011, δύο αιτήσεις αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 15/2011 και 14/2011), των 1) Μ. Μ. του Α., και 2) Ε. Κ. του Γ. αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 4279/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστο εκ των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών. Άμεση συνέργεια σ' αυτή. Στι αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικό^ Μεταβίβαση ακινήτων με πωλητήρια συμβόλαια εικονικά αποσκοπώντας στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεως των εγκαλούντων. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ακυρότητα. Η ένορκη εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 41/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Κ. το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 18979/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 574/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 18 παρ.1 περ. α' του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα, η προκειμένη φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ.2 δ' του άρθρου 2 Ν. 3943/2011, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ.2 του ως άνω Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει, πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης εξηκονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, από την επίδοση της πράξης βεβαίωσης προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται, ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε, που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη.
Περαιτέρω, στο άρθρο 64 του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ν. 4125/1960 όπως μεταφέρθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, Α' 116) ορίζεται: "1. ... 2. "Αν εκείνος στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι, κατά τον χρόνο της επίδοσης, άγνωστης διαμονής, τότε αυτή γίνεται, όταν δεν υπάρχει αντίκλητος, στον Δήμαρχο ή στον Πρόεδρο της Κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ... ". Στο άρθρο 5 του ν. 2753/1999 "Τροποποιήσεις φορολογίας εισοδήματος, Κεφαλαίου, Φ.Π.Α. κ.λπ." ορίζεται: "1. ... 19. "Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται διατάξεις του ν. 4125/1960 (ΦEK 202 A) εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ν. 2717/1999 (Κ.Δ.Δ.) και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοιες αντίστοιχες διατάξεις στο νόμο αυτόν, εξακολουθούν να εφαρμόζονται τα κείμενα των διατάξεων του ν. 4125/1960". Από την επισκόπηση των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), όπως ίσχυε πριν από τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 3659/2008, προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν διάταξη που να ορίζει τον τρόπο επίδοσης σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής. Το νομοθετικό αυτό κενό πληρούται με την ως άνω, αντίστοιχη διάταξη του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, η ευθεία εφαρμογή της οποίας δεν προσκρούει στο άρθρο 285 παρ. 1 ΚΔΔ, αφού πρόκειται για θέμα που δεν ρυθμίζεται από αυτόν. Ανάλογο θέμα ανακύπτει για την επίδοση πράξεων της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης πριν από την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατ' αυτών, όπου και πάλι, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), δεν περιλαμβάνει ρύθμιση και, δεδομένου ότι με το άρθρο 285 παρ. 1 αυτού καταργήθηκαν μόνο οι διατάξεις που αφορούν θέματα ρυθμιζόμενα από τον ως άνω Κώδικα, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του εν λόγω Κώδικα οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε, (ν.δ. 356/1974), που ορίζουν ότι, όταν ο προς ον η επίδοση είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί να γίνει κοινοποίηση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας στο Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας ή τον Ιερέα της Ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής αυτού, αν δεν έχει διορισθεί, κατά τη διάταξη αυτή, αντίκλητος και αν δεν υπάρχουν οι αναφερόμενοι στην ίδια διάταξη σύζυγος και συγγενείς αυτού (Σ.Τ.Ε. 241/2008 ). Ήδη, το ως άνω νομοθετικό κενό, έχει ρυθμιστεί νομοθετικά, αφού ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ορίζει στο άρθρο 54, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 3659/2008 ("Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ...", Α' 77/7-5-2008), η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 82 αυτού, άρχισε "μετά ένα μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", ότι "1. … 2. Αν εκείνος στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι, κατά το χρόνο της επίδοσης, άγνωστης διαμονής, τότε αυτή γίνεται, όταν δεν υπάρχει αντίκλητος, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, ενώ, αν δεν υπάρχει γνωστή κατοικία ή διαμονή, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της έδρας της αρχής που εξέδωσε την πράξη".
Περαιτέρω, ο τόπος διαμονής ενός προσώπου είναι άγνωστος όταν δεν είναι γνωστή η μόνιμη κατοικία του ή η προσωρινή διαμονή του και γενικότερα όταν δεν είναι δυνατόν να βρεθεί το οίκημα όπου διαμένει ή το κατάστημα ή γραφείο στο οποίο το πρόσωπο αυτό ασκεί το επάγγελμα του, αν και καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια.
Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 18979/2010, απόφασης του A' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορουμένης που την εκπροσωπούσαν, ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν και γραπτώς τις παρακάτω (εν περιλήψει) ενστάσεις και αιτήματα: α) Ότι οι επιδόσεις των φορολογικών εγγραφών σε βάρος της αναιρεσείουσας, που είχαν βεβαιωθεί με τις υπ' αριθμό 55/27-11-2006 και 56/ 27-11-2006 πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς καθώς και της υπ' αριθμό 25159/11-10-2006 πρόσκλησης του άρθρου 36 Π.Δ./186.92 περί Κ.Β.Σ, που έγιναν για τις δύο πράξεις στις 5-12-2006 και για την πρόσκληση στις 13-10-2006 προς τον Δήμαρχο Καλαμαριάς, γιατί κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν άγνωστης διαμονής, ήταν άκυρες, γιατί ο Κ.Δ.Δ. (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας) δεν προέβλεπε, κατά το επίδικο διάστημα (2006), επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής και συνεπώς η επίδοση των παραπάνω πράξεων έπρεπε να γίνει με θυροκόλληση στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της. Εξάλλου, πριν την επίδοση των παραπάνω φορολογικών εγγραφών προς τον Δήμαρχο Καλαμαριάς, γιατί κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν άγνωστης διαμονής, δεν αναζητήθηκε αυτή, ως έδει, τόσο στην έδρα της επιχείρησής της όσο και στην κατοικία της. β) Ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα σε βάρος της ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, αφού η κατά τα άνω ακυρότητα επίδοσης των παραπάνω πράξεων, είχε ως συνέπεια να μην οριστικοποιηθεί η φορολογική εγγραφή και να μην παρέλθει η νόμιμη προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά της πράξης καταλογισμού φόρου. γ) ότι έπρεπε να ανασταλεί η ποινική δίκη για φοροδιαφυγή (μη απόδοση Φ.Π.Α.) στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί των με αριθμό κατάθεσης 3761/2008 και 1529/2008 προσφυγών της αναιρεσείουσας στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις και το αίτημα αναστολής της δίκης με την παρακάτω αιτιολογία: "Από την εκτίμηση της εξετασθείσας μάρτυρος υπεράσπισης Κ. Α., θυγατέρας της κατηγορουμένης, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων υπεράσπισης, αποδείχθηκε ότι έχουν οριστικοποιηθεί οι φορολογικές εγγραφές σε βάρος της κατηγορουμένης, (ποσού 13.190,81 ευρώ και 132.099,10 ευρώ) με τις με αρ. 55/27-11-2006 και 56/27-11-2006 πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς, και νομίμως διενεργήθηκαν οι επιδόσεις και δη η επίδοση της με αριθμό 25159/11-10-2006 πρόσκλησης άρθρου 36 ΠΔ 186/92 περί ΚΒΣ, και των παραπάνω πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α , που έγιναν στις 13-10-2006 και 5-12-2006 προς τον Δήμαρχο Καλαμαριάς διότι ήδη η κατηγορουμένη ετύγχανε ως άγνωστης διαμονής. Νωρίτερα οι αρμόδιοι ελεγκτές (η ελεγκτής Κ. Ε. και ο επόπτης Γ. Γ.) διενήργησαν επιτόπιο έλεγχο στην δηλωθείσα έδρα της επιχείρησης της κατηγορουμένης στην οδό ... αρ. 16 … (διεύθυνση που ουδέποτε δηλώθηκε ότι άλλαξε λόγω μεταφοράς η διακοπής εργασιών της επιχείρησης της κατηγορουμένης) όπου δεν ανευρέθη η κατηγορουμένη αλλά ούτε και η έδρα της επιχείρησης της (στην διεύθυνση λειτουργούσε πλέον κατάστημα εμπορίας επίπλων). Στην συνέχεια οι ελεγκτές μετέβησαν προς επιτόπια έρευνα στην μέχρι τότε γνωστή στην φορολογική αρχή διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης, στην οδό … αρ. 34 και νυν 42 (διεύθυνση που η ίδια δήλωνε στις φορολογικές δηλώσεις που κατέθετε) οπότε διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη από το έτος 2004 οπότε και διεσπάσθη ο έγγαμος βίος της με τον σύζυγο της έπαψε να κατοικεί (σελ. 3 της παραπάνω έκθεσης ελέγχου), περιστατικά που επιβεβαίωσε και η εξετασθείσα μάρτυρας υπεράσπισης αυτής, ενώ όπως αποδείχθηκε από το έτος 2004 και εντεύθεν η κατηγορουμένη κατοικούσε επί της οδού ... αρ. 31, χωρίς όμως να έχει ενημερώσει για την αλλαγή της διεύθυνσης της την αρμόδια φορολογική αρχή όπως είχε νόμιμη υποχρέωση προς τούτο, με αποτέλεσμα οι φορολογικές αρχές να μην έχουν πλέον γνωστή διεύθυνση της κατηγορουμένης και νομίμως κριθείσα ως αγνώστου διαμονής, η επιδοθείσα πρόσκληση και οι πράξεις προσδιορισμού επιδόθηκαν στον Δήμαρχο Καλαμαριάς. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και απορριπτόμενων όλων των αντίθετων ισχυρισμών της κατηγορουμένης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναβολής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και να διαταχθεί η πρόοδος της Δίκης". Το ίδιο δικαστήριο, σε αμέσως προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, είχε απορρίψει, το υποβληθέν στο στάδιο εκείνο, αίτημα αναστολής της δίκης, μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί των ως άνω προσφυγών. Το δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα, με την παρακάτω αιτιολογία: "Το υποβληθέν αίτημα αναβολής προκειμένου να προσκομισθούν τελεσίδικες αποφάσεις Διοικητικού Εφετείου ενόψει του ότι η κατηγορούμενη άσκησε στις 9-12-2008 δύο προσφυγές κατά των με αρ. 55/27-11-2006 και 56/27-11-2006 πράξεων προσδιορισμού Φ.Π.Α της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς, παρότι είχαν από το έτος 2006 οριστικοποιηθεί οι φορολογικές εγγραφές, πρέπει να απορριφθεί διότι ορθά ασκείται η ποινική δίωξη αφού έχουν οριστικοποιηθεί οι εγγραφές, και συνεπώς η ευδοκίμηση ή όχι των προσφυγών για τις οποίες δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιορισθεί η δικάσιμος τους σε πρώτο βαθμό, οδηγεί σε αδικαιολόγητη παρέλκυση της ποινικής Δίκης, το γεγονός δε ότι χορηγήθηκε στην κατηγορουμένη μερική αναστολή της (διοικητικής) εκτέλεσης με τις αναφερόμενες 408/2009 και 244/2009 αποφάσεις Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Συμβουλίου και Μονομελούς) ουδόλως επηρεάζει την αποδιδόμενη ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης. Πρέπει συνεπώς αφού απορριφθούν όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, να απορριφθεί το σχετικό αίτημα και να διαταχθεί η πρόοδος της Δίκης". Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε το πιο πάνω αίτημα αναστολής της δίκης με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του καθώς και τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας και το εκ νέου υποβληθέν αίτημα αναστολής της δίκης, με την παραπάνω επίσης παρεμπίπτουσα απόφασή του, δεχθέν ότι οι επιδόσεις των φορολογικών εγγραφών σε βάρος της αναιρεσείουσας, που είχαν βεβαιωθεί με τις υπ' αριθμό 55/27-11-2006 και 56/ 27-11-2006 πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. της ΔΟΥ Καλαμαριάς καθώς και της υπ' αριθμό 25159/11-10-2006 πρόσκλησης του άρθρου 36 Π.Δ./186.92 περί Κ.Β.Σ, που έγιναν προς τον Δήμαρχο Καλαμαριάς, για μεν τις δύο πρώτες πράξεις στις 5-12-2006 για δε την από 11-10-2006 πρόσκληση στις 13-10-2006 ήταν έγκυρες, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα ετύγχανε άγνωστης διαμονής, αφού νωρίτερα οι αρμόδιοι ελεγκτές (η ελεγκτής Κ. Ε. και ο επόπτης Γ. Γ.) διενήργησαν έλεγχο τόσο στη δηλωθείσα έδρα της επιχείρησής της, όπου δεν ανευρέθη η κατηγορουμένη, ούτε η έδρα της επιχείρησή της (στην διεύθυνση αυτή λειτουργούσε πλέον κατάστημα επίπλων) όσο και στην γνωστή, στη φορολογική αρχή κατοικία της, στην οδό ... αρ 34 και νυν 42, όπου διαπιστώθηκε ότι από το έτος 2004 έπαυσε να κατοικεί σε αυτήν και δεν ανευρέθη. Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι οι παραπάνω επιδόσεις ήταν άκυρες, καθόσον ο Κ.Δ.Δ. δεν προβλέπει επίδοση σε άγνωστης διαμονής πρόσωπα, είναι αβάσιμες, διότι, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, εφόσον η αναιρεσίβλητη ήταν άγνωστης διαμονής, κατά το προαναφερθέντα χρόνο της επίδοσης σ' αυτήν (2006), των ανωτέρω πράξεων, εφαρμοστέες ήσαν οι προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύοντος Κ.Φ.Δ (Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, άρθρο 64 παρ. 2), που προβλέπουν, υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις, επίδοση για τους αγνώστου διαμονής στο Δήμαρχο. Επίσης οι αιτιάσεις της, ότι έγινε επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς προηγούμενα να αναζητηθεί στην έδρα της επιχείρησής της και στην κατοικία της είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, από τις κατά τα άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε τόσο στη δηλωθείσα έδρα της επιχείρησής της, όπου δεν ανευρέθη, (ούτε η έδρα της επιχείρησής της υφίστατο πλέον εκεί) όσο και στην γνωστή, στη φορολογική αρχή κατοικία της, στην οδό ... αριθμός 34 και νυν 42, όπου επίσης δεν ανευρέθη. Εξάλλου, και η αιτίασή της, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός ότι, ενώ είχε υποβάλλει αίτημα αναστολής της δίκης, κατ' άρθρο 60 παρ.2 Κ.Π.Δ. και άρθρο 21 παρ.2 του προαναφερθέντος ν. 2523/1997, ενόψει του ότι είχε ασκήσει προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των με αριθμούς 55 και 56/ 27-11-2006 πράξεων και με τις υπ' αριθμό 408/2009 και 244/2009 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είχε χορηγηθεί μερική αναστολή της διοικητικής εκτέλεσης, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημά της αυτό (για αναστολή της δίκης), είναι αβάσιμη, αφού, αφού κατά τα εκτεθέντα, οι παραπάνω επιδόσεις φορολογικών εγγραφών, ήταν έγκυρες και είχαν ως αποτέλεσμα την οριστικοποίηση των παραπάνω φορολογικών εγγραφών, ήδη από τη συμπλήρωση της εξηκονθήμερης προθεσμίας από του προαναφερθέντος χρόνου του έτους 2006, οπότε είχαν γίνει οι σχετικές επιδόσεις, η άσκηση δε από μέρους της προσφυγών το έτος 2008, μετά την οριστικοποίηση των φορολογικών εγγραφών, δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη δίκη για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, για το οποίο κατηγορείτο η κατηγορουμένη, σύμφωνα με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Εξ άλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα της βασιμότητας του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου πρόσκληση ότι η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης ασκήθηκε στις 8-3-2007 μετά δηλαδή την οριστικοποίηση των ένδικων φορολογικών εγγράφων στις αρχές Φεβρουαρίου 2007 και επομένων δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Ορθά συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημα αναστολής της ποινικής δίκης για φοροδιαφυγή, μέχρι πέρατος της δίκης επί των ασκηθεισών προσφυγών και η εν λόγω απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' 1ος και 2ος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1β, γ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ 3ος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατά το σκέλος του, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας επί των ενστάσεων απόφασης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 18979/2010 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά τους κατωτέρω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως φορολογούμενη, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το Φόρο προστιθέμενης αξίας προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, και το ποσό του Φ.Π.Α. που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 3.000 ευρώ, η δε προθεσμία παραγραφής των επί μέρους πράξεων της αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 10 εδ. α του ν. 2523/1997, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δηλαδή από τις 26.12.2006. Ειδικότερα, α]κατά τη χρήση 1/1-31/12/2000 δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο προστιθέμενης αξίας ποσού 1.123.692 δρχ. ή 3.297,70 ευρώ, β]κατά τη χρήση 1/1-31112/2001 δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο προστιθέμενης αξίας ποσού 12.787.718 δρχ. 37.528,15 ευρώ και απέφυγε την πληρωμή των ανωτέρω ποσών. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά με έκδηλη αξιοπιστία επιβεβαίωσε και η μάρτυρας ελεγκτής της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς Ε. Κ., ενώ έχουν έρεισμα και στο περιεχόμενο του συνόλου των αναγνωσθέντων εγγράφων, εξάλλου ως προς τις οφειλές της δεν αντιλέγει ειδικά η κατηγορουμένη η οποία συνεχώς επικαλείται δικονομικούς λόγους για ελαττώματα της διοικητικής διαδικασίας εκτέλεσης που ακολουθήθηκε, πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη όπως η πράξη της αποδίδεται". Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως, της φοροδιαφυγής για μη απόδοση Φ.Π.Α. κατ 'εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η οποία ανεστάλη επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 98 ΠΚ, 18 παρ.1 περ.α' του ν. 2523/1997, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. συναφής 3ος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, περί ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την ενοχή, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων υπεράσπισης της αναιρεσείουσας, προς ανάγνωση συγκεκριμένων εγγράφων και ειδικότερα των τιμολογίων εισροών και συνεπώς, δεν υπήρχε υποχρέωση του δικαστηρίου προς ανάγνωση αυτών. Αντίθετα προκύπτει ότι υπήρξε ανάγνωση άλλων εγγράφων, κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων υπεράσπισης της κατηγορουμένης.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-4-2011 (με αριθμό πρωτ.3173/2011) αίτηση της Ε. Κ., το γένος Σ., για αναίρεση της με αριθμό 18979/2010 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Μη απόδοση Φ.Π.Α. Επίδοση πράξεων προσδιορισμού Φ Π Α. της ΔΟΥ στο Δήμαρχο, επειδή η αναιρεσείουσα ετύγχανε άγνωστης διαμονής, πριν την ισχύ του ν.3659/2008. Νόμιμη η επίδοση, ωι αγνώστου διαμονής, καίτοι ο Κ.Δ.Δ. δεν περιλαμβάνει ρύθμιση για επίδοση σε αγνώστου διαμονής. Το νομοθετικό κενό καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 του Κ.Φ.Ν.( ν.4125/60 όπως μεταγλωττίστηκε με το π.δ. 331/85). Αίτημα αναστολής δίκης μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί ασκηθεισών προσφυγών στο Διοικητικό Δικαστήριο. Απορρίπτει γιατί οι προσφυγές ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, μετά την οριστικοποίηση των φορολογικών εγγραφών. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα γιατί η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν ήταν έγκυρη και για απόρριψη αιτήματος αναστολής. Έλλειψη αιτιολογίας σε παρεμπίπτουσα απόφαση και επί της ενοχής. Απορρίπτει .
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 40/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 2986/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 563/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 α παρ. 1,2 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση των οργάνων της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της και έκδοση ευνοϊκής για τον χρήστη αποφάσεως. Το ΔΙΚΑΤΣΑ, είναι ΝΠΔΔ και δη υπηρεσία του δημόσιου τομέα, ήτοι αρμόδιο από το νόμο όργανο του Ελληνικού κράτους, (άρθρα 1, 2, 5 του ν. 741/1997 περί ΔΙΚΑΤΣΑ και ήδη 1, 4 του ν. 3328/2005 περί ΔΟΑΤΑΠ), για την επίσημη από το κράτος αναγνώριση ισοτιμίας στην Ελλάδα των τίτλων σπουδών πανεπιστημίων της αλλοδαπής προς τίτλους σπουδών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται (ΑΠ 1260/2009, 649/2008).
Κατά το άρθρο 220 παρ.1 του Π.Κ., "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΠΚ, " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Μεταξύ των αξιοποίνων αδικημάτων της χρήσεως πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως υπάρχει αληθής πραγματική συρροή, γιατί κάθε ένα από τα αδικήματα αυτά είναι αυτοτελές και η αντικειμενική τους υπόσταση θεμελιώνεται με διαφορετικά στοιχεία, κανένα δε από αυτά δεν αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου ούτε παρίσταται ως αναγκαίο μέσο για τη διάπραξη αυτού. Άλλωστε, τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών και, συγκεκριμένα, η χρήση πλαστού κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών και η υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως όχι μόνο κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών, αλλά και κατά του κύρους και της αξιοπιστίας της δημοσίας υπηρεσίας που, εξαπατηθείσα, την εξέδωσε. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση(ΑΠ 2041/2010). Δεν νοείται, όμως, καταδίκη του κατηγορουμένου για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία στηρίζεται στη χρήση συγκεκριμένου πλαστού εγγράφου, όταν απαλλάσσεται αυτός για τη χρήση του πλαστού, γιατί αποδείχθηκε ότι ποτέ δεν έκανε χρήση αυτού και, επομένως, αυτός δεν πέτυχε, εξαπατώντας με τη χρήση αυτού τους αρμοδίους υπαλλήλους, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2986/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία εγγράφου μετά χρήσεως και σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, υπό ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε στο αιτιολογικό του ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς από τα αναγνωσθέντα ως άνω έγγραφα που αναφέροντα στα πρακτικά της παρούσας δίκης, από την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 6.4.2003 διενεργήθηκαν εξετάσεις από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ), για την αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλων σπουδών Ιατρικών Σχολών αλλοδαπών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων με τους αντίστοιχους των Ελληνικών Πανεπιστημίων (Α.Ε.Ι.), στο τμήμα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης και δη σε αίθουσες και στο αμφιθέατρο της Ιατρικής Σχολής Αλεξανδρούπολης. Μεταξύ των υποψηφίων για τις εξετάσεις αυτές ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ρουμανίας και υπέβαλε την σχετική αίτηση για να εξετασθεί στο μάθημα της παθολογίας, λαμβάνοντας τον αριθμό πρωτοκόλλου 18341. Οι ως άνω εξετάσεις διενεργούντο ταυτόχρονα και στις Ιατρικές Σχολές Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Ηρακλείου, Λάρισας, Ιωαννίνων, ο δε κατηγορούμενος ορίσθηκε να λάβει μέρος σ' αυτές, εξεταζόμενος στο παραπάνω τμήμα της Ιατρικής Σχολής Αλεξανδρούπολης, κατόπιν της προτίμησής του. Στο εξεταστικό αυτό κέντρο, στο οποίο ορίσθηκε να εξετασθεί ο κατηγορούμενος, οι εξετάσεις διενεργούντο σε 6-7 αίθουσες και στο αμφιθέατρο, σε κάθε δε, αίθουσα υπήρχαν 30 περίπου εξεταζόμενοι, με έναν επιτηρητή ανά αίθουσα, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις του πρώτου μάρτυρα του κατηγορητηρίου Γ. Γ. - υπευθύνου για την παραλαβή των γραπτών των εξεταζομένων, μετά το πέρας της εξέτασης - και των μαρτύρων επίσης του κατηγορητηρίου, που είχαν ορισθεί ως επιτηρήτριες, Θ. Β. και Α. Μ., ενώ σε κάποιες αίθουσες υπήρχαν και δυο επιτηρητές, όπως καταθέτει η τελευταία αυτή μάρτυς και η επόμενη μάρτυς του κατηγορητηρίου Β. Π., επίσης επιτηρήτρια. Όλοι οι ως άνω μάρτυρες, όπως και η επόμενη μάρτυς του κατηγορητηρίου Α. Μ., επίσης επιτηρήτρια στο ίδιο εξεταστικό κέντρο, καταθέτουν ότι κατά τις εξετάσεις αυτές γινόταν πλήρης έλεγχος ταυτοπροσωπίας τρεις φορές, την πρώτη, κατά την παράδοση των τετραδίων, στα οποία έπρεπε να συμπληρώσουν οι εξεταζόμενοι τα στοιχεία τους και να απαντήσουν στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις, την δεύτερη, κατά τη διάρκεια της εξέτασης και την τρίτη φορά κατά την παραλαβή των γραπτών από τον ως άνω υπεύθυνο για την παραλαβή Γ. Γ., συνεπικουρούμενο και από άλλον υπάλληλο του ΔΕΠ που είχε ορισθεί για την παραλαβή. Η παράδοση των γραπτών όμως των υποψηφίων μετά το πέρας της εξέτασης του καθενός από αυτούς, και η αντίστοιχη παραλαβή από τους υπεύθυνους γι' αυτήν, δεν γινόταν εντός του χώρου της κάθε αίθουσας, στην οποία εξετάζονταν οι υποψήφιοι - όπως γίνεται στις εξετάσεις φοιτητών των πανεπιστημίων αλλά και στις πανελλήνιες εξετάσεις - αλλά σε χώρο που βρισκόταν εκτός των αιθουσών, σε απόσταση 10-15 μέτρων, όπου ο κάθε υποψήφιος μετέβαινε, συνοδευόμενος από έναν επιτηρητή, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των ως άνω επιτηρητών, ενώ οι επιτηρητές της κάθε αίθουσας δεν είχαν καταστάσεις των υποψηφίων, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των επιτηρητριών που αναφέρθηκαν Θ. Β., Α. Μ. και Α. Μ.. Ο πρώτος δηλαδή έλεγχος των στοιχείων ταυτότητας των υποψηφίων σε αντιπαραβολή των σχετικών καταστάσεων με τους δικαιούμενους να συμμετάσχουν στις εξετάσεις αυτές, γινόταν πριν από την είσοδο του κάθε υποψηφίου στην αίθουσα (βλ. καταθέσεις Γ. Γ. και Θ. Β.) και όχι από τους επιτηρητές που δεν είχαν τις αντίστοιχες καταστάσεις των υποψηφίων, περιοριζόμενοι στον έλεγχο μόνον της ταυτότητας των προσώπων που είχαν εισέλθει στην αίθουσα με τα στοιχεία που αυτοί ανέγραφαν στο τετράδιο. Και ο τελικώς έλεγχος, σε αντιπαραβολή με τις καταστάσεις των υποψηφίων, γινόταν, όπως προαναφέρθηκε, εκτός των αιθουσών από τον υπεύθυνο παραλαβής Γ. Γ. και το πρόσωπο που τον συνεπιτηρούσε. Κατά τον τελικό δε αυτό έλεγχο, ο κάθε υποψήφιος παρέδιδε το γραπτό (τετράδιο) και υπέγραφε στο παρουσιολόγιο, το οποίο είχαν μαζί με τις προαναφερθείσες καταστάσεις μόνον οι δυο ως άνω υπεύθυνοι για την παραλαβή, ενώ στο τετράδιο, επικαλύπτονταν τα στοιχεία του κάθε υποψηφίου, μετά τον έλεγχο, με ταινίες επικάλυψης και τίθετο η σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΤΣΑ", από τους ως άνω υπεύθυνους. Το εν λόγω δε, τετράδιο υπογραφόταν από έναν εκ των υπευθύνων παραλαβής και έναν επιτηρητή. Τα γραπτά δοκίμια των ως άνω εξετάσεων, μετά την συλλογή και αποστολή τους ταχυδρομικώς στα γραφεία του ΔΙΚΑΤΣΑ διανεμήθηκαν στους εξεταστές, μέλη του ΔΕΠ (Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού) και των ΑΕΙ και βαθμολογήθηκαν κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του 2003. Με αφορμή δε, το γεγονός ότι βρέθηκαν γραπτά με όμοιο περιεχόμενο, "προϊόντα αντιγραφής", όπως καταθέτουν οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου Α. Κ. και Ι. Ε., (Διευθύντρια του ΔΙΚΑΤΣΑ) έγινε έλεγχος, σε όλα τα γραπτά υποψηφίων που είχαν αποτύχει σε προηγούμενες εξετάσεις, μεταξύ των οποίων ήταν και το γραπτό που έφερε ως στοιχεία υποψηφίου εκείνα του κατηγορουμένου. Σε αντιπαραβολή δε, του γραπτού αυτού με προηγούμενο γραπτό του κατηγορουμένου των εξετάσεων Οκτωβρίου 2002, ήτοι εξετάσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος είχε αποτύχει στο ίδιο μάθημα της παθολογίας, διαπιστώθηκε ότι στο γραπτό αυτό των εξετάσεων του Απριλίου 2003 ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν ίδιος με το προηγούμενο γραπτό του. Για το λόγο αυτό υποβλήθηκαν σε γραφολογικό έλεγχο τόσο το ως άνω γραπτό των εξετάσεων του Απριλίου 2003, όσο και η τεθείσα, στο παρουσιολόγιο των εξετάσεων αυτών, υπογραφή, στην αντίστοιχη θέση με το όνομα του κατηγορουμένου. Όπως δε, προκύπτει από την από 23.4.2004, αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξαν ως πραγματογνώμονες οι Π. Φ. Αστυνόμος Β' και Β. Α. Υπαστυνόμος Α' δικαστική γραφολόγος, το δοκίμιο δεν αποδίδεται στον φερόμενο ως χαράκτη του, δηλαδή στον κατηγορούμενο, η δε υπογραφή στο παρουσιολόγιο δεν σχετίζεται γραφολογικά με την δική του υπογραφή. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, απολογούμενος παραδέχεται ότι το ως άνω γραπτό - που φέρει ωστόσο τα στοιχεία του - δεν ήταν δικό του, αλλά ότι η υπογραφή (στο παρουσιολόγιο) ήταν η δική του υπογραφή, αρνούμενος δε, τις κατηγορίες που του αποδίδονται, ισχυρίζεται ότι μετέβη στην Αλεξανδρούπολη, από την προηγούμενη ημέρα των εξετάσεων, έμεινε στο ξενοδοχείο Park, μπήκε την επόμενη των εξετάσεων στην αίθουσα με τον μάρτυρα υπερασπίσεως Ν.Δ., όπου τους ρωτούσαν το όνομα, έδειχναν ταυτότητες και περνούσαν σ' αυτήν, ότι και κατά τη διάρκεια των εξετάσεων γινόταν έλεγχος ταυτοπροσωπείας, και ότι υπέγραψε στο παρουσιολόγιο και, για μεν το γραπτό που δεν είχε το δικό του γραφικό χαρακτήρα, ισχυρίζεται ότι προφανώς έγινε αντικατάσταση του δικού του γραπτού, που ήταν προβιβάσιμο, υποθέτοντας ότι μπορεί να καταστράφηκε, να χύθηκε καφές ή να χάθηκε και ότι προφανώς την αντικατάσταση έκανε κάποιος για να καλύψει τα νώτα του και (σε άλλο σημείο της απολογίας), για να μην δυσφημισθεί το Πανεπιστήμιο, ή το ΔΙΚΑΤΣΑ, για δε, την ανομοιότητα της ελεγχθείσας από τους πραγματογνώμονες υπογραφής του παρουσιολογίου με την δική του υπογραφή, ισχυρίζεται ότι "βάζουμε βιαστικά την υπογραφή και φεύγουμε". Οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου Γ.Γ., Β. Π. κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε στις παραπάνω εξετάσεις, γιατί υπήρχε υπογραφή στο παρουσιολόγιο και ότι παρέδωσε γραπτό, χωρίς όμως να αποδεικνύεται από τις καταθέσεις τους αυτές, ούτε από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και η φυσική παρουσία του κατηγορουμένου στο χώρο και δη σε συγκεκριμένη αίθουσα των εξετάσεων, καθόσον η μεν δεύτερη από αυτούς (Β.Π.) κατέθεσε ότι δεν θυμάται αν ήταν ο κατηγορούμενος στην δική της αίθουσα και ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον Γ., ο δε Γ.Γ. κατέθεσε σχετικά ότι δεν ξέρει αν το γραπτό ήταν δικό του, ξέρει ότι συμμετείχε στη διαδικασία, έχει υπογραφή στο παρουσιολόγιο, αν ήταν ο ίδιος ή όχι δεν ξέρει, δεν μπορεί να γνωρίζει τη φυσική παρουσία του κατηγορουμένου, δεν θυμάται ποιοι ήταν επιτηρητές στην αίθουσα του κατηγορουμένου, όλοι εμφανίσθηκαν σ' αυτόν, σ' αυτόν παρέδωσε, συνοδεία επιτηρητού, που ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή για τους εξεταζόμενους που ήταν σε αίθουσες ενώ για το αμφιθέατρο ήταν άλλος παραλαβών. Κανένας, εξάλλου, μάρτυς κατηγορίας δεν κατέθεσε για την παρουσία του ίδιου του κατηγορουμένου στις εξετάσεις, η δε κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ν. Δ., - που μόνον αυτός καταθέτει ότι ήταν εκεί ο κατηγορούμενος και ότι μαζί έδωσαν εξετάσεις - εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό δεν κρίνεται αξιόπιστη. Η κατάθεση εξάλλου του έτερου μάρτυρα υπεράσπισης Α. Κ. - ο οποίος κατέθεσε ότι ανέλαβε να μελετήσει την υπογραφή στο παρουσιολόγιο ως πραγματογνώμων και ότι η υπογραφή αυτή έχει ομοιότητες με την υπογραφή του κατηγορουμένου - αναιρείται από το προαναφερθέν πόρισμα της αναγνωσθείσας, από 23.4.2004 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό, πείθει ότι ούτε η ως άνω υπογραφή στο παρουσιολόγιο ήταν του κατηγορουμένου, ούτε το κείμενο του τετραδίου προερχόταν από αυτόν. Αντικατάσταση εξάλλου γραπτού του κατηγορουμένου από άγνωστο πρόσωπο και δει από υπάλληλο του ΔΙΚΑΤΣΑ, όπως αυτός υπαινίσσεται δεν αποδείχθηκε, ούτε μπορεί να γίνει πιστευτό ότι κάποιος υπάλληλος θα αντικαθιστούσε το γραπτό αν χάθηκε ή αν χύθηκε καφές, γράφοντας μάλιστα σωστές απαντήσεις στα τεθέντα ερωτήματα. Από το σύνολο του αποδεικτικού ως άνω υλικού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετέβην μεν στην Αλεξανδρούπολη αλλά όχι στον χώρο των εξετάσεων και δεν συμμετείχε στην εξέταση του παραπάνω μαθήματος της παθολογίας. Ενόψει όλων των παραπάνω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις: α)της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως (άρθρα 216 παρ.1 και 46 παρ.1α ΠΚ) και β)της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ). Ειδικώτερα αποδείχθηκε ότι: Α) Στις 6.4.2003 στην Αλεξανδρούπολη ο κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε σε άγνωστο πρόσωπο την απόφαση να συμμετάσχει αντί αυτού στις εξετάσεις του ΔΙΚΑΤΣΑ, στο μάθημα της παθολογίας και συγκεκριμένα θέλοντας ο κατηγορούμενος να διαπράξει το ως άνω πρόσωπο (τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν στην ανάκριση) το έγκλημα της πλαστογραφίας, το παρότρυνε με συμβουλές και με φορτικότητα έπεισε το πρόσωπο αυτό να εμφανισθεί στον ως άνω χώρο των εξετάσεων, με τα στοιχεία του ίδιου (κατηγορουμένου) και να συμπληρώσει το σχετικό έγγραφο (έντυπο τετράδιο, που χορηγείτο στους εξεταζόμενους από τους παραπάνω υπεύθυνους των εξετάσεων), με τα στοιχεία αυτά και με επιτυχείς απαντήσεις στα υποβαλλόμενα ερωτήματα του μαθήματος της παθολογίας, γνωστοποιώντας του και τον αριθμό 18341 που του είχε δοθεί ως αριθμός πρωτοκόλλου της αίτησής του. Το άγνωστο αυτό πρόσωπο παρουσιάστηκε πράγματι στο χώρο των εξετάσεων και ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής και προφανώς λόγω πλημμελούς ελέγχου ταυτοπροσωπίας των εξεταζομένων, παρουσιάστηκε στους επιτηρητές και στους παραπάνω υπευθύνους ως Ν. Κ. του Θ., παρέλαβε το τετράδιο των εξετάσεων και, με πρόθεση να διαπράξει το έγκλημα της πλαστογραφίας, συμπλήρωσε αυτό με τα στοιχεία ταυτότητας του κατηγορουμένου, τον παραπάνω αριθμό πρωτοκόλλου και με τις απαντήσεις επί των τεθέντων ερωτημάτων του ως άνω μαθήματος, και το παρέδωσε στους υπεύθυνους για την παραλαβή των γραπτών που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι βρίσκονταν, εκτός των αιθουσών, έθεσαν την προαναφερθείσα σφραγίδα των εξετάσεων και δυο μονογραφές ενώ το πρόσωπο αυτό υπέγραψε προφανώς και στο παρουσιολόγιο, θέτοντας την υπογραφή του κατηγορουμένου, χωρίς οι υπεύθυνοι αυτοί να αντιληφθούν την έλλειψη ταυτοπροσωπίας μεταξύ του προσώπου αυτού και του δικαιούμενου, να συμμετάσχει στις εξετάσεις, κατηγορουμένου. Το γραπτό αυτό δοκίμιο ήταν πλαστό, καθόσον οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα και ολόκληρο γενικώς το περιεχόμενο συνετάγησαν από τον άγνωστο δράστη, ο οποίος, θέλοντας να διαπράξει το έγκλημα της πλαστογραφίας, συμπλήρωσε ως ανωτέρω αυτό, μετά από προτροπή του κατηγορουμένου και το εμφάνιζε ότι καταρτίσθηκε από άλλον (τον κατηγορούμενο), με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αναληθής εντύπωση ότι το γραπτό αυτό προερχόταν από τον φερόμενο ως εκδότη-συντάκτη του, κατηγορούμενου και έτσι να δημιουργείται η αντίστοιχη παραπλάνηση. Σκοπός δε τόσον του ως άνω άγνωστου δράστη όσο και του κατηγορουμένου ήταν να παραπλανήσουν με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου άλλους και συγκεκριμένα τους βαθμολογητές-εξεταστές και κάθε αρμόδιο, για τον έλεγχο των γραπτών των ως άνω εξετάσεων, όργανο, για γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα να παραπλανήσουν τους εξεταστές-βαθμολογητές ότι κατά τις ως άνω εξετάσεις είχε συμμετάσχει ο κατηγορούμενος και είχε απαντήσει γραπτώς στα τεθέντα ερωτήματα με επιτυχία, δικαιούμενος θετική βαθμολογία που θα τον οδηγούσε να καταταγεί στον κατάλογο των επιτυχόντων για την αναγνώριση του πτυχίου του ως ισοτίμου με εκείνα των Ελληνικών ΑΕΙ. Ο κατηγορούμενος, επίσης με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στο ως άνω άγνωστο άτομο να κάνει χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου (τετραδίου) και συγκεκριμένα θέλοντας αυτός, να διαπράξει το ως άνω άγνωστο άτομο το έγκλημα και της χρήσης του πλαστού ως άνω εγγράφου, έπεισε αυτό με συμβουλές, με πειθώ και με φορτικότητα να το παραδώσει στην εξεταστική επιτροπή, με σκοπό τόσον του ίδιου όσο και του ως άνω προσώπου να παρεμβληθεί το συγκεκριμένο γραπτό στη διαδικασία για την αναγνώριση της ισοτιμίας του πτυχίου του, και να τεθεί στη διάθεση τω αρμοδίων οργάνων του ΔΙΚΑΤΣΑ και των βαθμολογητών των γραπτών των ως άνω εξετάσεων, το άγνωστο δε αυτό άτομο, προέβη με πρόθεση στη χρήση του πλαστού τετραδίου, γνωρίζοντας την πλαστότητά του, αφού ο ίδιος το είχε καταρτίσει, παραδίδοντας αυτό στην ως άνω εξεταστική επιτροπή. Β) Ο κατηγορούμενος κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2003, στην Αθήνα, με πρόθεση πέτυχε να βεβαιωθεί με εξαπάτηση, σε δημόσιο έγγραφο, αναληθώς, περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, που έγινε η βαθμολόγηση των γραπτών των παραπάνω εξετάσεων ο κατηγορούμενος με πρόθεση πέτυχε να βεβαιωθεί στον ειδικό χώρο βαθμολόγησης του ως άνω τετραδίου από τους βαθμολογητές-εξεταστές, ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις του μαθήματος της παθολογίας, του Απριλίου 2003, καθόσον οι εξεταστές βαθμολόγησαν το φερόμενο ως γραπτό του κατηγορούμενου, στο μάθημα αυτό με βαθμούς έξι (6) ο Α' βαθμολογητής και επτά (7) ο Β' βαθμολογητής με αποτέλεσμα να εξαχθεί ως μέσος όρος ο βαθμός έξι και μισό (6,5) που ήταν βαθμός επιτυχίας. Η πιο πάνω βεβαίωση των αρμοδίων εξεταστών στον ειδικό χώρο βαθμολόγησης για το περιστατικό της επιτυχίας του βαθμολογούμενου, επιτεύχθηκε από τον κατηγορούμενο με εξαπάτηση αυτών, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το περιεχόμενο του βαθμολογούμενου γραπτού είχε καταρτισθεί και παραδοθεί στην επιτροπή των εξετάσεων του ως άνω εξεταστικού κέντρου, όχι όμως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά από το ως άνω άγνωστο πρόσωπο και κατά συνέπεια το κείμενο των απαντήσεων που βαθμολογήθηκαν δεν αποτελούσε προϊόν γνώσεων και πνευματικής προσπάθειας του κατηγορουμένου, γεγονός που αν γνώριζαν οι βαθμολογητές δεν θα προέβαιναν σε βαθμολόγηση. Οι βαθμολογητές αυτοί ήταν μέλη του ΔΕΠ των ΑΕΙ και ως τέτοιοι τυγχάνουν υπάλληλοι κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263α ΠΚ, ο ειδικώς δε χώρος καταχώρησης της βαθμολογίας στο ως άνω τετράδιο, συνιστά δημόσιο έγγραφο, καθόσον συντάχθηκε από καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο υπάλληλο και προοριζόταν για εξωτερική κυκλοφορία, με τα δημοσιοποίηση της βαθμολογίας και της εντεύθεν βεβαιούμενης επιτυχίας προς πλήρη απόδειξη της επιτυχούς δοκιμασίας του υποψηφίου στο παραπάνω μάθημα. Η ως άνω βεβαίωση εξάλλου του αναληθούς περιστατικού της επιτυχούς δοκιμασίας του κατηγορούμενου στις εξετάσεις, μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού, μέσω αυτής ο κατηγορούμενος θα μπορούσε στη συνέχεια να περιληφθεί στους καταλόγους των επιτυχόντων στις εξετάσεις του ΔΙΚΑΤΣΑ και να λάβει περαιτέρω την έγγραφη βεβαίωση ισοτιμίας του πτυχίου που απέκτησε στην αλλοδαπή με τα αντίστοιχα που χορηγούνται από τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στοιχειοθετούνται τόσον η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων: Α)της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως πλαστού εγγράφου (άρθρ. 216 παρ.1 και 46 παρ.1α ΠΚ) απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου α)ότι κατά την κατηγορία το άγνωστο άτομο προσήλθε και εξετάσθηκε αντ' αυτού, κατ' εντολήν του και ότι επειδή ο ίδιος φέρεται ως εκδότης, δεν νοείται πλαστογραφία που τελείται κατ' εντολή του εκδότη πλαστού. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά την κατηγορία, το άγνωστο άτομο ενήργησε κατά προτροπή με φειδώ και φορτικότητα εκ μέρους του κατηγορούμενου ως ηθικού αυτουργού ενεργούντος, β)ότι η κατηγορία πρέπει να μεταβληθεί σε πλαστογραφία πιστοποιητικού του άρθρου 217 ΠΚ, επειδή η πλαστογραφία θα εξυπηρετούσε την προσωπική και κοινωνική του πρόοδο και επιτυχία με τη λήψη απλώς της πιστοποίησης του πτυχίου του και δεν θα έβλαπτε άλλον υποψήφιο, διότι οι εξετάσεις δεν ήταν ανταγωνιστικές. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, το ως άνω πλαστό έγγραφο (τετράδιο) δεν εμπίπτει στα αναφερόμενα στο άρθρο 217 ΠΚ έγγραφα, ήτοι πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή άλλα συναφή έγγραφα, ο δε σκοπός τόσον του αυτουργού, άγνωστου προσώπου, όσο και του ηθικού αυτουργού κατηγορουμένου ήταν να παραπλανήσουν ως ανωτέρω τα προαναφερόμενα όργανα και όχι απλώς να διευκολύνουν την κοινωνική πρόοδο του τελευταίου, Β)της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρ. 220 παρ.1 ΠΚ) απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορούμενου, ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα αυτό. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις. Πρέπει όμως να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ, δεδομένου ότι μετά την τέλεση των παραπάνω πράξεων, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα επέδειξε καλή συμπεριφορά, εργαζόμενος, παράλληλα με την προετοιμασία του για τις επόμενες εξετάσεις, ως διανομέας σε κατάστημα φαγητού, και μετέπειτα υπηρέτησε στο Γενικό Νοσοκομείο - κέντρο υγείας της Κω, επιδεικνύοντας εργατικότητα, υπευθυνότητα, επιστημονική επάρκεια και εξαίρετη συμπεριφορά (βλ. σχετική βεβαίωση του Γενικού ως άνω νοσοκομείου) όπως του είχαν αναγνωρισθεί πρωτοδίκως, και του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ καθόσον και μέχρι την τέλεση της πράξεως διήγαγε έντιμο βίο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 2986/2011 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1α, 94, 216 παρ. 1, και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις σαφείς και ορισμένες, παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν την πλαστογραφία εγγράφου και τη χρήση αυτού, καθώς και την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαίωσης, β) αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον δόλο του κατηγορουμένου, ως ηθικού αυτουργού στις δύο ως άνω αξιόποινες πράξεις, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει και συγκεκριμένα αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα που ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον άγνωστο αυτουργό την απόφαση να προβεί στην ανωτέρω πλαστογραφία και τη χρήση πλαστού εγγράφου (με συμβουλές, πειθώ και φορτικότητα), με την χρήση του πλαστογραφημένου τετραδίου εξετάσεων, που παρέδωσε με εντολή του ο άγνωστος αυτουργός στην Επιτροπή εξετάσεων, για να χρησιμεύσει στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι της γενόμενης μεταγενέστερα ως άνω θετικής βαθμολογίας του, πάνω στο τετράδιο εξετάσεων στο ΔΙΚΑΤΣΑ, από τους παραπλανηθέντες βαθμολογητές του μαθήματος της παθολογίας, υπαλλήλους καθηγητές του ΔΙΚΑΤΣΑ, (ήδη ΔΕΠ/ΑΕΙ), με έννομη συνέπεια, σύμφωνα με το νόμο, να καταταγεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους της άνω υπηρεσίας στον κατάλογο των επιτυχόντων για την αναγνώριση του πτυχίου του Ιατρικής Σχολής της αλλοδαπής, ως ισότιμου με εκείνα των Ελληνικών ΑΕΙ και στη συνέχεια βάσει αυτού να λάβει έγγραφη βεβαίωση ισοτιμίας του πτυχίου του αλλοδαπής ιατρικής σχολής της Ρουμανίας με εκείνα των Ελληνικών ΑΕΙ και στη συνέχεια βάσει αυτού να λάβει έγγραφη βεβαίωση ισοτιμίας του πτυχίου του, που μπορούσε να αξιοποιήσει για άσκηση στην Ελλάδα του ιατρικού επαγγέλματος προς βιοπορισμό, γ) αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι πρόκειται για πλαστογραφία πιστοποιητικού, καθόσον αναφέρεται ειδικά ότι πλαστογραφήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο το τετράδιο εξετάσεων και όχι κάποιο πιστοποιητικό ή τίτλος σπουδών και επίσης αναφέρεται ότι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν η με την ως παραπάνω γενόμενη πλαστογραφία του τετραδίου εξετάσεων και τη χρήση του πλαστού αυτού δημόσιου εγγράφου στην αρμόδια επιτροπή βαθμολόγησης, και συγκεκριμένα ότι σκοπός του άγνωστου φυσικού δράστη, αλλά και του κατηγορουμένου ηθικού αυτουργού, ήταν να παραπλανήσουν τους βαθμολογητές του ΔΙΚΑΤΣΑ για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ίδιου του κατηγορουμένου, συνισταμένου στην αναγνώριση στην Ελλάδα του πτυχίου του, Ιατρικής σχολής της Ρουμανίας και δεν ήταν αποκλειστικός σκοπός αυτού η άμεση συντήρηση και η διευκόλυνση της κοινωνικής του προόδου, άρα ορθά κρίθηκε από το δικαστήριο ότι δεν πρόκειται για πλαστογραφία πιστοποιητικού του άρθρου 217 ΠΚ, δ) συνιστά πλαστογραφία δημοσίου εγγράφου και δη του γραπτού τετραδίου εξετάσεων του ΔΙΚΑΤΣΑ (που είναι ΝΠΔΔ), η συμμετοχή κάποιου τρίτου προσώπου και ο διαγωνισμός του με εγγραφή των απαντήσεων των τεθέντων θεμάτων- ερωτήσεων και των στοιχείων ταυτότητας, στη θέση άλλου προσώπου, του ηθικού αυτουργού, στις γραπτές εξετάσεις μαθήματος, ενώ δεν πρόκειται για κατάρτιση ιδιωτικού πλαστού εγγράφου, ώστε να έχει έννομη επιρροή η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συναίνεση αυτού στην πλαστογραφία, και στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται κατά τα ανωτέρω ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος στην άνω τελεσθείσα πλαστογραφία δημοσίου πλέον εγγράφου και στη χρήση αυτού, ε) το έγγραφο που πλαστογράφησε ο άγνωστος μη αποκαλυφθείς φυσικός αυτουργός, δεν αποτελεί απλό εσωτερικό έγγραφο της υπηρεσίας του ΔΙΚΑΤΣΑ, αλλά αφού βαθμολογήθηκε με βαθμός επιτυχίας, με βαθμό Μ.Ο. 6,5, από τους δύο παραπλανηθέντες βαθμολογητές, συνιστά πλέον δημόσιο έγγραφο, που βεβαίωσε ψευδές γεγονός, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος συμμετείχεν στις εξετάσεις, καταχώρησε ο ίδιος τις γραπτές απαντήσεις και μάλιστα βαθμολογήθηκε με επιτυχή βαθμό και έτσι πέτυχε, με την χρήση του πλαστογραφημένου αυτού τετραδίου εξετάσεων, που συμπλήρωσε τα στοιχεία του κατηγορουμένου και παρέδωσε με εντολή του ο άγνωστος αυτουργός στην Επιτροπή εξετάσεων, την υφαρπαγή αυτής της ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι της γενόμενης μεταγενέστερα ως άνω θετικής βαθμολογίας του, πάνω στο επίσημο τετράδιο εξετάσεων, από τους παραπλανηθέντες βαθμολογητές του μαθήματος της παθολογίας, υπαλλήλους καθηγητές του ΔΙΚΑΤΣΑ (ήδη ΔΕΠ/ΑΕΙ), με έννομη συνέπεια να καταταγεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους της άνω υπηρεσίας στον κατάλογο των επιτυχόντων για την αναγνώριση του πτυχίου του Ιατρικής Σχολής της αλλοδαπής, ως ισότιμου με εκείνα των Ελληνικών ΑΕΙ και στη συνέχεια βάσει αυτού να λάβει έγγραφη βεβαίωση ισοτιμίας του πτυχίου του, που μπορούσε να αξιοποιήσει για άσκηση στην Ελλάδα του ιατρικού επαγγέλματος προς βιοπορισμό. Η ανωτέρω δε βαθμολόγηση συνιστά μεν κρίση των βαθμολογητών, αλλά ταυτόχρονα συνιστά και βεβαίωση γεγονότος, κατά την έννοια του άρθρου 220 ΠΚ, αφού βεβαιώνεται ταυτόχρονα η συμμετοχή του ίδιου του κατηγορουμένου στις εξετάσεις και η επιτυχής δοκιμασία αυτού στο εξετασθέν μάθημα, που δεν είναι αληθές και που αποτελούσε προϋπόθεση για να περιληφθεί στον εκδοθέντα κατάλογο των επιτυχόντων και να αναγνωρισθεί από το ΔΙΚΑΤΣΑ περαιτέρω η ως άνω ισοτιμία του πτυχίου του, στ) από το αιτιολογικό προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε, ειδικά μνημονευόμενη και η από 23-4-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, που αφορά την ως άνω πλαστογραφία των τετραδίων εξετάσεων, τα δε λοιπά δέκα έξι τον αριθμό αναγνωσθέντα έγγραφα, που αναφέρει ο αναιρεσείων στον υπό στοιχεία ΒΙ, 5 λόγο αναιρέσεως, που συνιστούν πράγματι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και για τα οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, έλλειψη αιτιολογίας, αναφορικά με την μη ειδική έκθεση και αναφορά στο αιτιολογικό των εκθέσεων αυτών, οι οποίες, η πρώτη έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και οι λοιπές 15, εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση αυτών, αφορούν, όλες αυτές οι εκθέσεις, άλλους διωκόμενους υποψηφίους διαγωνισθέντες στο ΔΙΚΑΤΣΑ και όχι τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και επομένως δεν συντρέχει έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη μη ειδική αναφορά και των αποδεικτικών αυτών μέσων στο αιτιολογικό, αφού δεν αφορούσαν τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Συναφώς, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, που κρίνεται απορριπτέα η παραπάνω αιτίαση για μη ειδική αναφορά στο αιτιολογικό των ανωτέρω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτές δεν αφορούν τις εναντίον του κατηγορουμένου κατηγορίες, οι δε επικαλούμενες στο δικόγραφο της αναιρέσεως 20 αναιρετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έκριναν τέτοια ίδια περίπτωση, ασχέτων προς τον κατηγορούμενο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αλλά εκθέσεις που αφορούσαν τον ίδιο κατηγορούμενο και εσφαλμένα δεν είχαν συνεκτιμηθεί και αναφερθεί στο αιτιολογικό των εκεί αποφάσεων που αφορούσαν, ζ) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και εσφαλμένη αξιολόγηση των εγγράφων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο έτερος, από το άρθρο 171 παρ.1δ, 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης και λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος που του παρέχονται από το νόμο και την ΕΣΔΑ, λόγω των προηγούμενων πλημμελειών και ελλείψεων αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, χωρίς επίκληση κάποιου συγκεκριμένου υπερασπιστικού δικαιώματος που παραβιάστηκε ή κάποιου λόγου για τον οποίον παραβιάστηκαν οι αρχές της δίκαιης δίκης που καθιερώνονται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 2 παρ.1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου αυτής, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερθέντα και οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2011 αίτηση του Ν. Κ. του Θ. για αναίρεση της 2986/ 2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική Αυτουργία σε Πλαστογραφία με χρήση. Υφαρπαγή Ψευδούς Βεβαίωσης-46 παρ. 1 α, 216 παρ. 1 -220 παρ. 1 ΠΚ.. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και παραγραφής ως πλημ/τος. Το ΔΙΚΑΤΣΑ, είναι ΝΠΔΔ και δη υπηρεσία του δημόσιου τομέα, ήτοι αρμόδιο από το νόμο όργανο του Ελληνικού κράτους, ( άρθρα 1, 2, 5 του ν. 741/1997 περί ΔΙΚΑΤΣΑ και ήδη 1, 4 Ν. 3328/2005 περί ΔΟΑΤΑΠ ), για την επίσημη από το κράτος αναγνώριση ισοτιμίας στην Ελλάδα των τίτλων σπουδών πανεπιστημίων της αλλοδαπής προς τίτλους σπουδών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 39/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 401-402-409/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1.Α. Ρ. του Α., 2.Π. Χ. του Κ., 3.Χ. Κ. του Γ., 4.Η. Κ. του Γ., 5.Α. Γ. ή Κ. του Θ., 6.Η. Μ. του Ε. και 7.Χ. Π. του Ν..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 540/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. αα, 8 παρ.1, 20 παρ. 1, 21, 24, 33,54, 58 εδ.α,β του ν. 3028/2002, ορίζονται τα ακόλουθα: " Ως αρχαία μνημεία ή αρχαία νοούνται όλα τα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στους προϊστορικούς, αρχαίους, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους και χρονολογούνται έως και το 1830, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 20. Στα αρχαία μνημεία συμπεριλαμβάνονται σπήλαια και παλαιοντολογικά κατάλοιπα για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ως νεότερα μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που είναι μεταγενέστερα του 1830 και των οποίων η προστασία επιβάλλεται λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 6 και 20.(2αα). Κάθε πρόσωπο που ανακαλύπτει ή βρίσκει ακίνητο αρχαίο οφείλει να το δηλώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική, αστυνομική ή λιμενική αρχή. Η δήλωση περιέχει την ακριβή τοποθεσία όπου βρίσκεται ή ανακαλύπτεται το αρχαίο και κάθε άλλη χρήσιμη λεπτομέρεια. Τα στοιχεία της δήλωσης καταγράφονται σε έκθεση της παραπάνω αρχής. Αν το αρχαίο ανακαλύπτεται ή βρίσκεται σε ακίνητο όπου εκτελούνται έργα ή εργασίες, αυτές πρέπει να διακόπτονται αμέσως μέχρις ότου αποφανθεί η Υπηρεσία. (8 παρ.1). Στα κινητά μνημεία περιλαμβάνονται: α) αυτά που χρονολογούνται έως και το 1453, β) τα μεταγενέστερα του 1453, που χρονολογούνται έως και το 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή άλλης αρχαιολογικής έρευνας ή που αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία, καθώς και οι θρησκευτικές εικόνες και λειτουργικά αντικείμενα της ίδιας περιόδου, γ) τα μεταγενέστερα του 1453, που χρονολογούνται έως και το 1830, δεν υπάγονται στην περίπτωση β' και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της κοινωνικής, τεχνικής, λαογραφικής, εθνολογικής, καλλιτεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής ή επιστημονικής σημασίας τους, δ) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της κοινωνικής, τεχνικής, λαογραφικής, εθνολογικής, καλλιτεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής ή επιστημονικής σημασίας τους και ε) τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης κοινωνικής, τεχνικής, λαογραφικής, εθνολογικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής ή επιστημονικής σημασίας τους. (20 παρ.1). Τα αρχαία κινητά μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453 ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και είναι εκτός συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα. Δικαίωμα κυριότητας σε εισαγόμενα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1453 αναγνωρίζεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 33 και των παραγράφων 5 και 7 του άρθρου 28. Τα αρχαία κινητά μνημεία που αποτελούν ευρήματα ανασκαφής ή άλλης αρχαιολογικής έρευνας ανεξάρτητα από τη χρονολόγησή τους, ανήκουν κατά κυριότητα και νομή στο Δημόσιο, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και εκτός συναλλαγής. (21). Όποιος βρίσκει ή αυτός στον οποίο περιέρχεται κινητό αρχαίο που χρονολογείται έως και το 1453, οφείλει να το δηλώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική, αστυνομική ή λιμενική αρχή και να το θέτει στη διάθεσή της. Η δήλωση περιέχει την ακριβή τοποθεσία εύρεσης του αρχαίου, τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στο πρόσωπο που προβαίνει σε αυτή, τα στοιχεία του προηγούμενου κατόχου και κάθε άλλη χρήσιμη λεπτομέρεια. Τα στοιχεία της δήλωσης καταγράφονται σε έκθεση της παραπάνω αρχής. Αν το αρχαίο ανακαλύπτεται ή βρίσκεται σε ακίνητο όπου εκτελούνται έργα ή εργασίες, αυτές πρέπει να διακόπτονται αμέσως μέχρι να αποφανθεί η Υπηρεσία. Κάθε πρόσωπο το οποίο αποκτά την κυριότητα μνημείου μεταγενέστερου του 1453, που υπάγεται στις παραγράφους 1β και 6 του άρθρου 20, οφείλει να υποβάλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στις αρχές της προηγούμενης παραγράφου δήλωση για τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε σε αυτό και για τα στοιχεία του προηγούμενου κατόχου του. (24). Το δικαίωμα κυριότητας σε αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1453 και εισάγονται νομίμως διατηρείται, εφόσον αυτά δεν είχαν εξαχθεί από την ελληνική επικράτεια κατά την πεντηκονταετία πριν την εισαγωγή και εφόσον δεν είχαν παράνομα αφαιρεθεί από μνημείο, αρχαιολογικό χώρο, εκκλησία, μουσείο, δημόσια συλλογή, συλλογή θρησκευτικών μνημείων, χώρο αποθήκευσης ευρημάτων ανασκαφών ή άλλο παρεμφερή χώρο που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, ή δεν προέρχονται από παράνομη ανασκαφή εντός αυτής, ανεξάρτητα από το χρόνο εξαγωγής τους. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία κτήσης ή εισαγωγής, καθώς και να αποδείξει την προέλευσή τους αν η Υπηρεσία θεωρεί ότι τα αρχαία είχαν εξαχθεί από την ελληνική επικράτεια κατά την τελευταία πεντηκονταετία πριν την εισαγωγή ή ότι προέρχονται από τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις. Εάν αποδειχθεί ότι τα εισαγόμενα αρχαία εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες, εξομοιώνονται πλήρως με τα αρχαία της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 21. Εάν δεν καταστεί δυνατή η απόδειξη της προέλευσής τους σύμφωνα με τα παραπάνω, χορηγείται στον ενδιαφερόμενο άδεια κατοχής, εκτός εάν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα κωλύματα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 23. Το δικαίωμα κυριότητας σε προγενέστερα του 1453 αρχαία τα οποία εισάγονται για ορισμένο χρονικό διάστημα διατηρείται χωρίς να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου. (33). Με κάθειρξη μέχρι (10) δέκα ετών τιμωρείται η υπεξαίρεση (άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα), αν έχει αντικείμενο μνημείο με ιδιαίτερα μεγάλη αξία ή αν ο δράστης τελεί την πράξη της υπεξαίρεσης μνημείων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. (54). Όποιος παραλείπει τη δήλωση που επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 και της παραγράφου 1 του άρθρου 24 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Όποιος παραλείπει τη δήλωση που επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 24 ή της παραγράφου 2 του άρθρου 33 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Στην περίπτωση των μνημείων που χαρακτηρίζονται κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 20 του νόμου αυτού, το έγκλημα του προηγούμενου εδαφίου τελείται μόνο εφόσον ο υπόχρεος προς δήλωση έλαβε αποδεδειγμένα γνώση της διοικητικής πράξης χαρακτηρισμού. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου ο δράστης τιμωρείται με χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. (58 εδ. α,β). Όποιος μεταβιβάζει την κυριότητα ή την κατοχή μνημείου ή αποκτά την κυριότητα ή αποδέχεται να περιέλθει στην κατοχή του μνημείο χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια, έγκριση ή γνωστοποίηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, αν πρόκειται για αρχαίο μνημείο που δεν έχει δηλωθεί νόμιμα. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη (59). Εξάλλου, από τις διατάξεις των παρ.1 του αρ. 375 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι ξένο, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, δ) το πράγμα, κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, να μην έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Περαιτέρω ο ανωτέρω ν. 3028/2002 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων των άρθρων 372, 375 και 394 του ΠΚ, που περιλαμβάνονται στα άρθρα 53, 54 και 55 αυτού, αλλά απλώς επαυξάνουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις ποινές των εγκλημάτων αυτών και τα καθιστούν κακουργήματα. Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι εκείνος, ο οποίος γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο κάτοχος αρχαίου αντικειμένου, το οποίο, κατά τα άρθρα 1 και 2 του ως άνω νόμου, ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, εκτός των αδικημάτων που διαπράττει από τη μη δήλωση τούτου μέσα στις ως άνω προθεσμίες, τελεί και το έγκλημα της υπεξαιρέσεως από τη στιγμή που εκδηλώνει πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως. Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αυτής, η οποία είναι έγκλημα στιγμιαίο, θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματώνεται η παράνομη αυτή ιδιοποίηση του αρχαίου αντικειμένου, δηλαδή που πραγματώνεται η εξωτερική πράξη, με την οποία αναιρείται οριστικά η εξουσία του ιδιοκτήτη στο πράγμα. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται το ξένο κινητό αρχαίο πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθόν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 401, 402, 409/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, όπως και στον πρώτο βαθμό, για υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων σε βαθμό πλημμελήματος και όχι κακουργήματος (όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) και για το πλημμέλημα παράλειψης της υποχρέωσης δήλωσης αρχαίου μνημείου, σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης περιήλθαν πληροφορίας ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Ρ. αγοράζει, συλλέγει, πωλεί και κατέχει αρχαία αντικείμενα, τα οποία φυλάγει στην οικία του και στην οικία το πατέρα του. Οι Αστυνομικοί εντόπισαν τις οικίες αυτές, οι οποίες βρίσκονταν εντός του χώρου του πρατηρίου υγρών καυσίμων που διατηρούσε αυτός στο ... . Στις 8.4.2003 μετέβησαν στην οικία του και πριν αρχίσει η έρευνα, τους παρέδωσε 2.550 χάλκινα νομίσματα, 221 ασημένια νομίσματα, ένα χρυσό νόμισμα και διάφορα άλλα χάλκινα αντικείμενα. Στην οικία δε του πατέρα του βρέθηκαν 753 ασημένια νομίσματα, ένας ανιχνευτής και διάφορα άλλα αντικείμενα (δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, σφραγιδόλιθα) και νομίσματα. Όλα τα ως άνω αντικείμενα αποτελούν αρχαία μνημεία, αφού χρονολογούνται έως και το έτος 1943, καθώς και μεταγενέστερα έως και το έτος 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, η δε αξία τους είναι ιδιαίτερα μεγάλη καθόσον ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 146.750 ευρώ (βλ. εκθέσεις εκτίμησης κατασχεθέντων νομισμάτων και αρχαιοτήτων των αρμοδίων επιτροπών). Περιήλθαν δε στην κατοχή του κατά μη εξακριβωθέντα κατά την ανάκριση χρόνο, πάντως μετά τον Ιούλιο του 2002 και μέχρι τον Απρίλιο του 2003 και υπαίτια παρέλειψε να τα δηλώσει στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή, αναφέροντας και τον τρόπο περιέλευσης αυτών στην κατοχή του και θέτοντάς τα στη διάθεσή τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στις 8.4.2003, οπότε και εκδηλώθηκε και έγινε γνωστή η πρόθεσή του περί ενσωματώσεως αυτών στην προσωπική του περιουσία. Ο κατηγορούμενος αυτός σε σχετική ερώτηση των Αστυνομικών περί του τρόπου περιελεύσεως των ως άνω αντικειμένων στην κατοχή του, δήλωσε ότι ορισμένα από αυτά αγόρασε από τους συγκατηγορουμένους του 1)Ι. Π., 2)Π. Χ., 3)Χ. Κ., 4)Η. Κ., 5)Α. Γ. ή Κ., 6)Η. Μ. και 7)X. Π.. Κατόπιν τούτου οι Αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου Ι. Π., που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και στην οδό ... αριθ. 8, όπου μετά από νομότυπη έρευνα που διενήργησαν, βρήκαν 687 νομίσματα και 5 εικόνες. Τα αντικείμενα αυτά πλην δυο (2) εικόνων, αποτελούν αρχαία μνημεία, καθόσον χρονολογούνται έως και το έτος 1453 καθώς και μεταγενέστερα έως και το έτος 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Περιήλθαν δε στην κατοχή του κατά μη εξακριβωθέντα κατά την ανάκριση τρόπο και χρόνο, πάντως μετά τον Ιούλιο του έτους 2002, και μέχρι τον Απρίλιο του 2003 και υπαίτια παρέλειψε να τα δηλώσει στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή, αναφέροντας και τον τρόπο περιελεύσεως αυτών στην κατοχή του και θέτοντας στη διάθεσή τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στις 8.4.2003, οπότε και εκδηλώθηκε και έγινε γνωστή η πρόθεσή του περί ενσωματώσεως αυτών στην προσωπική του περιουσία. Η συνολική δε αξία τούτων ανέρχεται, σύμφωνα με την εκτίμηση της επιτροπής αρχαιοτήτων, στο ποσό των 43.450 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθένας από τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο των κατηγορουμένων στη Θεσσαλονίκη και σε μη εξακριβωθέντα επακριβώς κατά την ανάκριση χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Ιούλιο του έτους 2002 έως τον Απρίλιο του έτους 2003 διέθεσε στον συγκατηγορούμενό του Α. Ρ. περίπου διακόσια (200) χάλκινα νομίσματα και εκατό (100) ασημένια νομίσματα, τα οποία αποτελούν αρχαία μνημεία, αφού χρονολογούνται έως και το έτος 1453 και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, η δε συνολική τους αξία ανέρχεται, σύμφωνα με την εκτίμηση της επιτροπής αρχαιοτήτων, στο ποσό των 6.250ευρώ, παρότι γνώριζε ότι αυτά ήταν προϊόντα υπεξαίρεσης αρχαίων μνημείων, η οποία είχε τελεσθεί από αγνώστους σε άγνωστο τόπο και χρόνο. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: Α) ο πρώτος κατηγορούμενος για τις πράξεις α) της υπεξαίρεσης αρχαίων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και β) της παράβασης της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου, Β)ο δεύτερος κατηγορούμενος για τις πράξεις α) της πλημμεληματικής υπεξαίρεσης αρχαίων μνημείων και β) της παράβασης της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου και Γ) οι λοιποί κατηγορούμενοι για την πράξη της διάθεσης μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος".
Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές ήτοι: 1)Στις 8.4.2003, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε παράνομα: τριακόσια τριάντα οκτώ (338 ) ασημένια νομίσματα, ένα (1) χρυσό νόμισμα, διακόσια εβδομήντα δύο (272) χάλκινα νομίσματα, δεκαοκτώ (18) χάλκινα δακτυλίδια εκ των οποίων τα οκτώ είναι σπασμένα, δυο χάλκινα βραχιόλια, είκοσι οκτώ (28) χάλκινα αντικείμενα, ένα (1) χάλκινο καντάρι, μία (1) χάλκινη τρίποδη βάση, πέντε (5) χρυσά μικροαντικείμενα, τρία (3) πήλινα αντικείμενα, ένα (1) γυάλινο μπουκάλι, ένα (1) πέτρινο αντικείμενο, ένα (1) απολίθωμα και τρεις (3) ξύλινες εικόνες διαφόρων διαστάσεων που απεικονίζουν διάφορους Αγίους, που βρέθηκαν ύστερα από νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε κατά τον ως άνω χρόνο στην οικία του επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, Όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα αποτελούν αρχαία μνημεία, αφού χρονολογούνται έως και το έτος 1453 καθώς και μεταγενέστερα έως και το έτος 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Περιήλθαν δε αυτά στην κατοχή του κατά μη εξακριβωθέντα στην ανάκριση τρόπο και χρόνο, πάντως μετά τον Ιούλιο του 2002 μέχρι τον Απρίλιο του 2003, και υπαίτια παρέλειψε να τα δηλώσει στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα κατά τον παραπάνω χρόνο (8-4-2003), γιατί τότε εκδηλώθηκε και έγινε γνωστή η πρόθεση του αυτή περί ενσωματώσεως αυτών στην προσωπική του περιουσία. Τα αρχαία αυτά μνημεία έχουν συνολική αξία 43.450 Ευρώ, σύμφωνα με την εκτίμηση της επιτροπής αρχαιοτήτων, (δηλαδή 61 μεταλλικά, πήλινα, λίθινα και γυάλινα αντικείμενα αξίας 21.000 Ευρώ, καθώς 611 νομίσματα αξίας 21600 Ευρώ και τρεις εικόνες αξίας 850 Ευρώ, ήτοι 21.000 + 21.600 + 850 = 43.450 ευρώ). 2)Σε μη εξακριβωθέντα στην ανάκριση χρόνο, πάντων μετά τον Ιούλιο του 2002 μέχρι τον Απρίλιο του 2003, παρέλειψε να προβεί σε δήλωση χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή των αρχαίων μνημείων που περιήλθαν στην κατοχή του. Συγκεκριμένα, ενώ έγινε κάτοχος των αρχαίων μνημείων που αναφέρονται στην με αριθ. 1. πράξη του παρέλειψε υπαίτια να δηλώσει αυτά στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή καθώς και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του και να τα θέσει στην διάθεσή τους".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης 401, 402, 409/10-2-2008 αποφάσεως, α) από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού, προκύπτει ασάφεια και αντίφαση σχετικά με τον αριθμό και το είδος των υπεξαιρεθέντων αρχαίων αντικειμένων και δη, στο μεν αιτιολογικό ο κατηγορούμενος φέρεται ότι υπεξαίρεσε παράνομα 687 νομίσματα και 3 εικόνες, στο διατακτικό αναφέρεται ότι υπεξαίρεσε, 338 ασημένια νομίσματα, 1 χρυσό νόμισμα, 272 χάλκινα νομίσματα, 188 χάλκινα δακτυλίδια, 2 χάλκινα βραχιόλια, 28 χρυσά μικροαντικείμενα, 1 χάλκινο κοντάρι, 1 χάλκινη τρίποδη βάση, 5 χρυσά μικροαντικείμενα, 3 πήλινα αντικείμενα, 1 γυάλινο μπουκάλι, 1 πέτρινο αντικείμενο, 1 απολίθωμα και 3 ξύλινες εικόνες, ήτοι συνολικά 611 νομίσματα και όχι 687 που αναφέρει το αιτιολογικό και πλην των 3 εικόνων, και 43 αρχαία αντικείμενα, που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου αυτού, που ουδόλως αναφέρονται στο αιτιολογικό. β), στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό αναφέρεται ότι τα παραπάνω αρχαία αντικείμενα, ανήκοντα κατά κυριότητα στο Δημόσιο, περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, κατά μη εξακριβωθέντα κατά την ανάκριση τρόπο και χρόνο, πάντως μετά τον Ιούλιο του 2002 και μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2003 και υπαίτια παρέλειψε να τα δηλώσει στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στις 8-4-2003, οπότε και εκδηλώθηκε και έγινε γνωστή η πρόθεσή του περί ενσωματώσεως αυτών στην προσωπική του περιουσία, χωρίς να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και να προσδιορίζεται με ποιο τρόπο εκδήλωσε ο κατηγορούμενος την συγκεκριμένη ημερομηνία της 8-4-2003, την πρόθεσή του για ενσωμάτωση των αρχαίων στην προσωπική του περιουσία, αφού κατά τις παραδοχές αυτές απλώς την ημέρα αυτή έγινε έρευνα στην οικία του, όπου βρέθηκαν τα αρχαία και κατασχέθηκαν και αυτός συνελήφθη, τα οποία αρχαία και κατείχε και δεν είχε δηλώσει, με υπαίτια καθυστέρηση, από άγνωστο χρόνο, από του Ιουλίου 2002 μέχρι και του Απριλίου 2003. Έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς το χρόνο τέλεσης της υπεξαίρεσης και το χρόνο έναρξης του χρόνου της παραγραφής αυτής, ενόψει του ότι το έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης είναι στιγμιαίο. Επιπλέον δημιουργείται ασάφεια και ως προς τον ακριβή χρόνο τέλεσης του πλημμελήματος παράλειψης δήλωσης των αρχαίων που περιήλθαν στην κατοχή του, αφού καθίσταται ανέφικτος και ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, δηλαδή αν συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναγκαία από τα άρθρα 8, 24 και 58 του ν. 3028/2002 υπαίτια καθυστέρηση υποβολής της δήλωσης κατοχής των αρχαίων μνημείων στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή, καθόσον τίποτε περί αυτού δεν εκτίθεται στο αιτιολογικό, δεν αναφέρεται πότε συγκεκριμένα παρήλθεν η εύλογη προθεσμία δήλωσης του άρθρου 24 του άνω νόμου, ώστε να προκύψει και η υπαίτια καθυστέρηση, ενώ υπό την εκδοχή ότι τα αρχαία βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου τον τελευταίο μήνα, τον Απρίλιο του 2003 (βλ. αιτιολογικό), αφού αυτά κατασχέθηκαν στην οικία του και υπεξαίρεσε στις 8-4-2003, δεν μπορεί να συναχθεί καν καθυστέρηση υποβολής της σχετικής δήλωσης κατοχής.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, σε βαθμό πλημμελήματος, για υπεξαίρεση αρχαίων τελεσθείσα στις 8-4-2011 και παράλειψη υποβολής σχετικής δήλωσης κατοχής των αρχαίων κατά το χρόνο, από Ιουλίου 2002 μέχρι Απριλίου 2003. Επομένως, το αξιόποινο των ως άνω πράξεων, που διώκονται σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (22-5-2008), αφού έγινε δεκτός ως άνω ως βάσιμος λόγος αναίρεσης και από την τέλεσή τους μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, (13-12-2011) έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής και για τα δύο ως άνω πλημμελήματα και πρέπει περαιτέρω να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις ανωτέρω δύο πλημμεληματικές πράξεις που καταδικάστηκε ο αιτών αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 401, 402, 409/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Ι. Π. του Γ..
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά του αναιρεσείοντος Ι. Π. του Γ., ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: "Στη Θεσσαλονίκη στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές ήτοι: 1)Στις 8.4.2003, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε παράνομα: τριακόσια τριάντα οκτώ (338 ) ασημένια νομίσματα, ένα (1) χρυσό νόμισμα, διακόσια εβδομήντα δύο (272) χάλκινα νομίσματα, δεκαοκτώ (18) χάλκινα δακτυλίδια εκ των οποίων τα οκτώ είναι σπασμένα, δυο χάλκινα βραχιόλια, είκοσι οκτώ (28) χάλκινα αντικείμενα, ένα (1) χάλκινο καντάρι, μία (1) χάλκινη τρίποδη βάση, πέντε (5) χρυσά μικροαντικείμενα, τρία (3) πήλινα αντικείμενα, ένα (1) γυάλινο μπουκάλι, ένα (1) πέτρινο αντικείμενο, ένα (1) απολίθωμα και τρεις (3) ξύλινες εικόνες διαφόρων διαστάσεων που απεικονίζουν διάφορους Αγίους, που βρέθηκαν ύστερα από νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε κατά τον ως άνω χρόνο στην οικία του επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, Όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα αποτελούν αρχαία μνημεία, αφού χρονολογούνται έως και το έτος 1453 καθώς και μεταγενέστερα έως και το έτος 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Περιήλθαν δε αυτά στην κατοχή του κατά μη εξακριβωθέντα στην ανάκριση τρόπο και χρόνο, πάντως μετά τον Ιούλιο του 2002 μέχρι τον Απρίλιο του 2003, και υπαίτια παρέλειψε να τα δηλώσει στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα κατά τον παραπάνω χρόνο (8-4-2003), γιατί τότε εκδηλώθηκε και έγινε γνωστή η πρόθεση του αυτή περί ενσωματώσεως αυτών στην προσωπική του περιουσία. Τα αρχαία αυτά μνημεία έχουν συνολική αξία 43.450 Ευρώ, σύμφωνα με την εκτίμηση της επιτροπής αρχαιοτήτων, (δηλαδή 61 μεταλλικά, πήλινα, λίθινα και γυάλινα αντικείμενα αξίας 21.000 Ευρώ, καθώς 611 νομίσματα αξίας 21600 Ευρώ και τρεις εικόνες αξίας 850 Ευρώ, ήτοι 21.000 + 21.600 + 850 = 43.450 ευρώ). 2)Σε μη εξακριβωθέντα στην ανάκριση χρόνο, πάντων μετά τον Ιούλιο του 2002 μέχρι τον Απρίλιο του 2003, παρέλειψε να προβεί σε δήλωση χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή των αρχαίων μνημείων που περιήλθαν στην κατοχή του. Συγκεκριμένα, ενώ έγινε κάτοχος των αρχαίων μνημείων που αναφέρονται στην με αριθ. 1 πράξη του παρέλειψε υπαίτια να δηλώσει αυτά στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή καθώς και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του και να τα θέσει στην διάθεσή τους".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση Αρχαίων μνημείων - Παράλειψη Δήλωσης (Ν. 3028/2002). Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε, του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, και ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής ως πλημμελήματος.
| null | null | 1
|
Αριθμός 37/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ'αριθ.17-18/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ., κάτοικο Θεσσαλονίκης, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προηγούμενη επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγω ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν το λόγο αυτόν. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Αν ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, δηλαδή, δεν συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, ή δεν αποδεικνύεται, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στα πλαίσια έρευνας του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 17-18/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος, καταδικάσθηκε για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία ενώ την κήρυξε αθώα για την πράξη της απιστίας. Η απόφαση αυτή, εκδόθηκε, με ωσεί παρούσα την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, εφόσον εκπροσωπήθηκε από την εξουσιοδοτημένη συνήγορό της Ανθή Γκιουρτζίδου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 502 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως σημειώνεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11-1-2011 και καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο στις 9-3-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική υπό την αυτή ημεροχρονολογία βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε, μετά την πάροδο δέκα ημερών από την καταχώρηση, στις 9-3-2011, της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο και ειδικότερα στις 7-6-2011 από την αναιρεσείουσα με την ιδιότητα τόσο της κατηγορουμένης όσο και της δικηγόρου, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμό 15/2011 έκθεση αναιρέσεως που υπογράφεται από την ασκήσασα δικηγόρο και κατηγορουμένη και τον δικαστικό γραμματέα. Οι επικαλούμενοι με την αίτηση αναιρέσεως λόγοι ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπροθέσμου ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου συνίστανται στο ότι: "Η δικηγόρος Ανθή Γκιουρτζίδου, η οποία με υπερασπίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία του Πενταμελούς Εφετείου, δεν μ' ενημέρωσε ότι δεν προτίθεται να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Θεώρησα δεδομένο ότι έχει ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης, εξάλλου είχε ολόκληρο το φάκελο της δικογραφίας καθώς χειριζόταν την υπόθεση ήδη από το πρωτόδικο δικαστήριο. Δεν γνωρίζω το λόγο για τον οποίο δεν άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης. Πριν λίγες μέρες από τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκα ότι δεν έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης". Τα περιστατικά που παραπάνω αναφέρει η αναιρεσείουσα, δεν συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, με την έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε, καθόσον η μη ενημέρωσή της από την πληρεξούσια δικηγόρο της η οποία την υπερασπίστηκε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, ότι δεν προτίθεται να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είναι από εκείνα που εμπίπτουν στα μη δυνάμενα να προβλεφθούν και να αντιμετωπισθούν εξαιρετικά γεγονότα, ούτε απέκλειαν την δυνατότητα να πληροφορηθεί η αναιρεσείουσα, από τη Γραμματεία του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω και της ιδιότητάς της ως δικηγόρου, πότε καταχωρήθηκε η καθαρογραμμένη καταδικαστική απόφαση στα οικεία βιβλία και με επιμέλεια να ληφθεί ακριβές αντίγραφο αυτής της αποφάσεως, ώστε να ασκηθεί αναίρεση από την ίδια. Επιπροσθέτως δεν γίνεται μνεία στην ειδική αίτηση αναιρέσεως των αποδεικτικών από τα οποία να προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι συνιστούν την ανωτέρα βία, συνεπεία των οποίων να δύναται να δικαιολογηθεί η καθυστερημένη άσκηση του άνω ενδίκου μέσου (ΑΠ. 501/2011, Α.Π. 2088/2010). Δεν καλύπτεται η έλλειψη αυτή, από την αναφορά στο από 5-12-2011 υπόμνημά της, που εγχειρίσθηκε στις 6-12-2011 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, της από 2-12-2011 δήλωσης της συνηγόρου της Ανθής Γκιουρτζίδη, η οποία την εκπροσώπησε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, η οποία βεβαίωση, σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογεί λόγο ανωτέρας βίας, αφού βεβαιώνει ότι δεν άσκησε αναίρεση εξαιτίας της πεποίθησής της ότι θα ασκήσει η ίδια η αναιρεσείουσα. Υπό τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως που ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2011 αίτηση της Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.17-18/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης. Παραδεκτό - απαράδεκτο. Εκπρόθεσμη άσκησή της. Ανώτερη βία Μη ενημέρωση της αναιρεσείουσας δικηγόρου, ότι η εκπροσωπήσασα αυτήν συνήγορος δεν θα ασκήσει αναίρεση. Θα πρέπει με την άσκηση του ενδίκου μέσου να παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα που να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της ανώτερης βίας. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 38/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριατόπουλο, περί αναιρέσεως της 583-584/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, καθώς και στο από 6 Απριλίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 182/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το αδίκημα της πλαστογραφίας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 143 και 145 του ΚΠΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται από το γραµµατέα µε ευθύνη δική του, καθώς και µε ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν µε συντομία τις καταθέσεις των µμαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση µε εκείνες που έγιναν στην ανάκριση. Επίσης, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουµένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και δηλώσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα µέρη των µαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Επίσης έχει τη δυνατότητα και να τα υπαγορεύσει ή και να επιτρέψει σε εκείνον που εξετάζεται την υπαγόρευσή τους. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στα πρακτικά. Την ευθύνη της πιστής τήρησης και ακρίβειας των πρακτικών έχει ο γραµµατέας της έδρας, αλλά τελεί, κατά το άρθρο 141 παρ.1, υπό την ευθύνη όµως, άρα και εποπτεία του προεδρεύοντος, κατά το άρθρο 140, του οποίου η γνώµη υπερισχύει σε περίπτωση διαφωνίας τους για καταχωρούµενο ζήτηµα, ο πρόεδρος δε µπορεί να τροποποιήσει ή να προσθέσει κάτι στα πρακτικά, σε περίπτωση άρνησης του γραµµατέα, δικαιουµένου απλώς του γραµµατέα, να διατυπώσει στα ίδια τα πρακτικά τις όποιες επιφυλάξεις ή παρατηρήσεις του, αν επιµένει στην άποψή του για διαφορετική αντίληψη των συµβάντων πραγµάτων. Επί της έδρας ο γραµµατέας οφείλει να ακολουθεί µόνο τις οδηγίες του προεδρεύοντος σχετικά µε αυτά που πρέπει να καταχωρήσει στα πρακτικά, ακόµα και καθ' υπαγόρευση και όχι άλλων παραγόντων της δίκης. Μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει θεωρεί και µονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν από το γραµµατέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Μέσα σε οκτώ ηµέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραµµατέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, χωρίς να προκύπτει οιαδήποτε ακυρότητα από την παραβίαση της προθεσμίας αυτής (ΑΠ 1493/2009). Μέσα σε είκοσι ηµέρες από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραµµένων πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστή η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συµπλήρωση των ελλείψεων. Τη διόρθωση ή τη συµπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε. Τα πρακτικά της ποινικής δίκης, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά. Δηλώσεις ή αιτήσεις και αυτοτελείς ισχυρισµοί του κατηγορουµένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΠ 2044/2007). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 38,141 παρ.3 και 338 παρ.1, 2 του ΚΠΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, όπως είναι και τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως, αποδίδεται δε η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, α) το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα και β) αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (338 παρ.2) και διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αντίγραφο των σχετικών πρακτικών μετά του προσβληθέντος εγγράφου (38). Η άνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα μπορεί να έχει εφαρμογή και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν προσβάλλεται για πλαστότητα τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εφόσον όμως αυτή η πλαστότητα συνδέεται με λόγο αναίρεσης και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως συμβαίνει π.χ. όταν στα πρακτικά αναγράφονται αλλοιωμένες οι καταθέσεις των μαρτύρων ή αν δεν έχουν καταχωρηθεί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και αυτοί ουδόλως ερευνήθηκαν, δηλαδή αν πρόκειται για νομική πλημμέλεια που ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 2137/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 583, 584/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών η αναιρεσείουσα δικηγόρος κηρύχθηκε ένοχος πλημμεληματικής πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης χρηματικού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε βαθμό κακουργήματος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών και τεσσάρων μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική επί 10 ευρώ την ημέρα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς υποβληθέντα παραδεκτά αυτοτελή ισχυρισμό, καταχωρημένο στα πρακτικά και αναπτυχθέντα προφορικά "περί μη υπάρξεως εγκλήματος υπεξαίρεσης, αλλά ενοχικής διαφοράς στο πλαίσιο έμμεσης αντιπροσώπευσης του εντολέα της κατηγορουμένης δικηγόρου", για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας σχετικά με το δόλο και το χρόνο τέλεσης της ιδιοποίησης των χρημάτων και με το χρόνο τέλεσης της πλημμεληματικής πλαστογραφίας και με το δόλο της πλαστογραφίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 82 παρ. 2, 100 και 375 παρ.2 του ΠΚ. Στη συνέχεια, με τους κρινόμενους παραδεκτά ασκηθέντας, από 6-4-2011 προσθέτους λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκτενώς αναφέρει πλαστότητα των καθαρογραμμένων πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, εξειδικεύει την πλαστογραφία των πρακτικών, βάσει επικαλουμένου και προσκομιζόμενου επισήμου αντιγράφου των προχείρων πρακτικών του γραμματέα της έδρας, στα κατατεθέντα διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που καταχωρήθηκαν στα επίσημα πρακτικά, επικαλούμενη, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε για τη συναγωγή της κρίσης για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων ήτοι για την ενοχή, στα αναφερόμενα μετά πλαστογράφηση καθαρογραμμένα πρακτικά. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου του Αρείου Πάγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την δικάσιμο της 17-5-2011, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ζήτησε αναβολή της δίκης, η οποία και δόθηκε με την 831/2011 απόφαση, προκειμένου να προσκομίσει η αναιρεσείουσα τα ζητηθέντα με την από 17-5-2011 αίτησή της, χειρόγραφα πρακτικά συνεδριάσεως του γραμματέα της έδρας. Ήδη δε η αναιρεσείουσα, προσκομίζει ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από τα πρόχειρα πρακτικά του γραμματέα της έδρας Νίκου Βαβάτσικου, από 10-1-2011 και δεύτερα πρόχειρα πρακτικά από 11-11-2011, με επιπλέον δύο σελίδες από την κατάθεση του μηνυτή Α. Σ., υπάρχουν δε μικρές διαφορές μεταξύ των προχείρων πρακτικών μεταξύ τους και σε σχέση με τα καθαρογραμμένα της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με μαρτυρικές καταθέσεις και με αναπτυχθέντα από την κατηγορουμένη δικηγόρο, του ισχυρισμού της ότι πρόκειται για έμμεση αντιπροσώπευση υπ' αυτής του μηνυτή πελάτη της, επιπλέον δε, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους άνω προσθέτους λόγους αυτής, ότι στο ακροατήριο δεν αναγνώσθηκαν τα 41 έγγραφα που ζητήθηκε να αναγνωσθούν, ότι στα πρόχειρα πρακτικά του γραμματέα της έδρας δεν υπάρχει αναφορά ανάγνωσης, η δε αναφορά στα καθαρογραμμένα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν είναι πλαστή και συμπληρώθηκε εκ των υστέρων ύστερα από πάροδο πολλών ημερών, για να καλυφθεί το κενό της διαδικασίας, παραβιασθείσας της δημοσιότητας της διαδικασίας, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ. Ήδη η αναιρεσείουσα, συνταξιούχος δικηγόρος, παρασταθείσα μετά συνηγόρου στο ακροατήριο, κατονόμασε ως πλαστογράφους των άνω πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως τον πρόεδρο του δικαστηρίου και τον γραμματέα της έδρας και ζήτησε αναβολή της δίκης επί της άνω αναιρέσεώς της και των προσθέτων λόγων αυτής, γιατί η νόθευση των πρακτικών αυτών, με διορθώσεις και προσθήκες που έγιναν σε αυτά εκ των υστέρων και χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία διορθώσεως του άρθρου 145 ΚΠΔ, επηρεάζει τη βασιμότητα των προβαλλόμενων ως παραπάνω λόγων αναιρέσεως. Μετά από αυτά, τα προσβαλλόμενα για πλαστότητα (νόθευση) ως άνω πρακτικά της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αναίρεση αποφάσεως αποτελούν μεν, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, αναγκαίο έγγραφο για να αποφανθεί επί των προβαλλόμενων ως παραπάνω προσθέτων λόγων αναιρέσεως αυτής, ήτοι η αποδιδόμενη πλαστότητα των πρακτικών συνδέεται με λόγους αναιρέσεως και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου, αφού θα κρίνει τη βασιμότητα ή μη των λόγων αναιρέσεως, με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού: α) την ευθύνη τήρησης και ακρίβειας των πρακτικών έχει ο γραμματέας της έδρας, αλλά τελεί υπό την εποπτεία του προεδρεύοντος, του οποίου και η γνώμη υπερισχύει σε περίπτωση διαφωνίας τους για καταχωρούμενο ζήτημα, οποιαδήποτε δε παραδρομή ή παράλειψη του γραμματέα κατά την τήρηση των πρόχειρων πρακτικών, μετά και από συνεννόηση με τον προεδρεύοντα, μπορεί να αποκατασταθεί μέχρι να καθαρογραφούν τα επίσημα πρακτικά, χωρίς καμία διαδικασία διόρθωσης του άρθρου 145 ΚΠΔ, β)η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε εντός της προβλεπόμενης 20ημέρου προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμμένων πρακτικών, τη διόρθωση των νυν για πλαστότητα προσβαλλόμενων πρακτικών, γ)η αναιρεσείουσα, για απόδειξη της επικαλούμενης πλαστότητας των πρακτικών, προσάγει ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο τα πρόχειρα πρακτικά της δίκης, που τήρησε ο γραμματέας της έδρας, το παρόν δικαστήριο, ερευνώντας την αμφισβητούμενη γνησιότητα των πρακτικών, άγεται σε κρίση ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις πλαστογραφίας των καθαρογραμμένων πρακτικών και το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της παρούσας αναιρετικής δίκης ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (αρ. 338 παρ. 2 ΚΠΔ), διαβίβασης κατ'άρθρο 38 ΚΠΔ της υπόθεσης πλαστογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα και οι προαναφερθέντες συναφείς λόγοι αναιρέσεως (πρόσθετοι), που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω προβαλλόμενη πλαστότητα των καθαρογραμμένων πρακτικών αυτών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία θεωρεί πλέον ως γνήσια το δικαστήριο, πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 375 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του ιδίου άρθρου 375 ΠΚ, όπως αντικ. με την παρ. α' του άρθρου 1 ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του άνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται ο δράστης να έχει λάβει στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ξένο κινητό πράγμα, να το ιδιοποιηθεί παρανόμως και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, χωρίς δικαίωμα. Από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αρ. 375 ΠΚ. (βλ. Γάφου Ποιν. Δικ. Ειδ. Μέρος, σελ. 7 υποσημ. 62, Μπουρόπουλου Ερμ. Ποιν. Κώδικα υπ' άρθρο 375 σελ. 27 υποσημ. 8, ΑΠ 481/2000 Ποιν.Χρ. Ν.934, ΑΠ 300/2001 Ποιν. Λογ. Α.211). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 914 και 375 ΠΚ συνάγεται ότι αν ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ. Αν, όμως, αυτός (εντολοδόχος) απέκτησε το κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα, τότε δεν γίνεται κύριος αυτού, μη αποδίδων δε τούτο στον εντολέα, διαπράττει υπεξαίρεση.(ΑΠ Πολ. 1894/2008, 339/2005).
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ως παραπάνω ειδική και εµπεριστατωµένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, απαιτείται και για την απόρριψη παραδεκτά υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, όχι όμως για αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς ή για επιχειρήματα του κατηγορουμένου, διότι αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισµούς του κατηγορουµένου, εµπεριέχεται από τα πράγµατα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, ήτοι για τη συνδροµή της αντικειµενικής και υποκειµενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Αυτοτελείς δε ισχυρισµοί στην ποινική δίκη, είναι εκείνοι που προβάλλονται από τον κατηγορούµενο ή το συνήγορό του στο ποινικό δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, έχουν ορισµένο αίτηµα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισµό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη µείωση της ποινής. Ήτοι είναι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννοµη σηµασία και πρέπει να απαντηθούν από το δικαστήριο.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 583, 584/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατά κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στις 23 Ιουλίου 2001 τραυματίσθηκε σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στην περιοχή της ... ο εξετασθείς μάρτυρας και μηνυτής Ζ. Α., βούλγαρος υπήκοος, ηλικίας τότε 21 ετών περίπου, οικονομικός μετανάστης με πολύ μεγάλη δυσχέρεια συνεννόησης και επικοινωνίας έξω από το στενό συγγενικό του περιβάλλον. Στο ίδιο ατύχημα τραυματίστηκε και ο εξάδελφός του, του οποίου ο πατέρας Σ. Κ. (εξετασθείς, επίσης στο ακροατήριο ως μάρτυρας), αδελφός της μητέρας του μηνυτή, έχει έλθει στην Ελλάδα ως οικονομικός μετανάστης πριν από 15 περίπου χρόνια, απασχολούμενος ως αγρεργάτης σε κτήματα της περιοχής της ... και γνωστός της κατηγορουμένης, δικηγόρου Αθηνών, στα κτήματα της οποίας στη ... είχε απασχοληθεί και αυτός κατά καιρούς. Κατόπιν προτροπής και μεσολάβησης του θείου του ο μηνυτής μετά το ατύχημα ήλθε σε επαφή με την κατηγορουμένη δικηγόρο και κατάρτισε με αυτήν σύμβαση έμμισθης εντολής, αναθέτοντας σ' αυτήν τον εν γένει νομικό χειρισμό της υποθέσεως ώστε να εισπράξει την αποζημίωση, που δικαιούνταν από τους συνυπόχρεους προς τούτο, υπαίτιο οδηγό, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "NOROSTERN COLONIA HELLAS". Η κατηγορουμένη αμέσως μετά την ως άνω συμφωνία (σύμβαση εντολής) στις 9 Αυγούστου 2001 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή επιδίκαση απαίτησης αποζημίωσης κατά το άρθρο 728 Κ.Πολ.Δικ., κατά των άνω συνυπόχρεων, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου 2001 ο μηνυτής με το .../2001 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριαννής Κλάδη-Κοκκίνου, διόρισε αυτήν ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο για τον δικαστικό χειρισμό της αστικής του υπόθεσης, καθώς επίσης και για την συμβιβαστική εξώδικη επίλυση της. Η κατηγορουμένη δικηγόρος συνέταξε ακολούθως την από 27 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο αυτοκίνητο ατύχημα, την οποία όμως δεν κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, διότι στη συνέχεια επιτεύχθηκε με τη συναίνεση και του παθόντος μηνυτή εξώδικος συμβιβασμός με την ασφαλιστική εταιρία. Το συνταχθέν πρακτικό συμβιβασμού η κατηγορουμένη το προσκόμισε στη ..., τόπο διαμονής του μηνυτή (παθόντος), ο οποίος και το υπόγραψε σε όλες του τις σελίδες στις 2 Νοεμβρίου 2001, βεβαιωθέντος αυθημερόν του γνησίου της υπογραφής του από το Α.Τ. Ζαχάρω. Ακολούθως το πρακτικό αυτό το υπέγραψαν στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2001 οι λοιποί συμβληθέντες, ήτοι ο οδηγός του αυτοκινήτου, η εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου ομόρρυθμης εταιρίας και ο εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρίας. Το ποσό που συμφωνήθηκε με το πρακτικό συμβιβασμού να καταβληθεί στο μηνυτή Ζ. Α. από την ασφαλιστική εταιρία ανέρχονταν σε 16.000.000 δραχμές, αναγραφέν ολογράφως και αριθμητικώς στο πρακτικό. Σε εκτέλεση της υποχρεώσεως που αναλήφθηκε με το πρακτικό συμβιβασμού η ασφαλιστική εταιρία στις 12 Νοεμβρίου 2001 εξέδωσε δύο εξοφλητικές αποδείξεις, την με αριθμό 03177621 για ποσό 16.000.000 δραχμές με αιτιολογία "ποσό αποζημίωσης κεφάλαιο", και την με αριθμό 03177721 για ποσό 1.000.000 δραχμές με την αιτιολογία "δικαστική δαπάνη", το συνολικό δε ποσό των 17.000.000 δραχμών (ή 49.889,95 €) η κατηγορουμένη το έλαβε αυθημερόν (12-11-2001) από την ασφαλιστική εταιρία για λογαριασμό του μηνυτή ως πληρεξούσια δικηγόρος και αντιπρόσωπος τούτου στα πλαίσια εκτέλεσης της δοθείσας σ' αυτήν από τον παθόντα εντολής και με την ιδιότητα της εντολοδόχου τούτου (μηνυτή), δοθέντος ότι το χρηματικό αυτό ποσό ως απόκτημα από την εκτέλεση της εντολής ο μηνυτής το εμπιστεύθηκε στην κατηγορουμένη ως πληρεξούσια δικηγόρο του, αξιολογώντας αυτήν ως πρόσωπο απολύτως έμπιστο και λόγω της παραπάνω ιδιότητας της (πρβλ. Συμβ. ΑΠ 494/2007, Συμβ ΑΠ 403/2002). Στις 19 Νοεμβρίου 2001 η κατηγορουμένη δικηγόρος, προτιθέμενη να ιδιοποιηθεί μέρος εκ του ποσού των 17.000.000 δραχμών που είχε ήδη περιέλθει στην κατοχή της ως απόκτημα από την εκτέλεση της εντολής, παρέστησε στον μηνυτή ψευδώς ότι από την ασφαλιστική εταιρία είχε εισπράξει για λογαριασμό του στις 12 Νοεμβρίου 2001 μόνο το ποσό των 8.000.000 δραχμών ή 23.477,62 €, από το οποίο, αφού παρακράτησε για τη συμφωνηθείσα αμοιβή της το ποσό των 800.000 δραχμών ή 2.347,76 € (ποσοστό 10% επί του ποσού των 8.000.000 δραχμών), απέδωσε στον μηνυτή την ίδια ημερομηνία (19-11-2001) το υπόλοιπο των 7.200.000 δραχμών ή 21.129,86 € αφενός μεν με την καταβολή σ' αυτόν σε μετρητά του ποσού των 700.000 δραχμών αφετέρου δε με την κατάθεση σε προσωπικό του λογαριασμό στο υποκατάστημα της ΑΤΕ ... του ποσού των 6.495.231 δραχμών ή 19.075,57 €. Όμως η κατηγορουμένη από το ποσό των 17.000.000 δραχμών (16.000.000 + 1.000.000) που είχε εισπράξει στην πραγματικότητα από την ασφαλιστική εταιρία, έπρεπε να παρακρατήσει για τη συμφωνηθείσα αμοιβή της το ποσό του 1.600.000 δραχμών (κεφάλαιο 16.000.000 δρχ. Χ 10%) και να αποδώσει, στο μηνυτή εντολέα της το υπόλοιπο των 15.400.000 δρχ. (14.400.000 + 1.000.000) και όχι μόνο το ποσό των 7.200.000 δρχ., ιδιοποιηθείσα έτσι χωρίς νόμιμο λόγο το ποσό των 8.200.000 δρχ. ή 24.064,56 € (17.000.000 - 7.200.000 = 9.800.000 - 1.600.000). Στις 19 Νοεμβρίου 2001, που η κατηγορουμένη απέδωσε στο μηνυτή το ως άνω ποσό των 7.200.000 δρχ., συνέταξε παρουσία τούτου στη ... και εξοφλητική απόδειξη με την υπογραφή του ιδίου, αφήνοντας σκοπίμως ασυμπλήρωτο το κενό που αναφέρονταν στο καταβληθέν ποσό, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη του εντολέως της και ως εκ του γεγονότος ότι αυτός ήταν αλλοδαπός οικονομικός μετανάστης με πολύ μεγάλη δυσχέρεια στην ελληνική γραφή και στην κατανόηοη του περιεχομένου οιουδήποτε με έννομη συνέπεια εγγράφου. Όταν ο μηνυτής ενημερώθηκε για το ακριβές ποσό που έπρεπε να λάβει και η κατηγορουμένη αρνήθηκε να του το αποδώσει, άσκησε κατ' αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την από 1 Οκτωβρίου 2002 αγωγή με την οποία ζητούσε να του καταβάλει η κατηγορουμένη το ποσό των 9.000.000 δρχ. Κατά την εκδίκαση της αγωγής η τελευταία επικαλέσθηκε στις προτάσεις της και προσκόμισε στις 15 Ιανουαρίου 2003 την ως άνω από 19-11-2001 εξοφλητική απόδειξη που έφερε την υπογραφή του μηνυτή, στην οποία αναγράφονταν ψευδώς ότι αυτός έλαβε από την κατηγορουμένη το ποσό των 14.400.000 δρχ. σε πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του. Η κατηγορουμένη εν αγνοία του μηνυτή εντολέα της εν όψει της δίκης στις 14-1-2003 (την προτεραία της προσκομίσεως του στο δικαστήριο) νόθευσε την ως άνω εξοφλητική απόδειξη, συμπληρώνοντας στο κενό που αυτή άφησε επί του εγγράφου με διαφορετικό στυλό το ποσό των 14.400.000 δρχ., ως δήθεν καταβληθέν στο μηνυτή προκειμένου με τη χρήση του πλαστού (νοθευμένου) αυτού εγγράφου να παραπλανήσει το Δικαστήριο σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εμφανίζοντας ψευδώς τον μηνυτή ως πλήρως εξοφληθέντα του εγγράφου δε αυτού (νοθευμένου) η κατηγορουμένη δικηγόρος έκανε χρήση, προσκομίζοντας τούτο κατά τα άνω στο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας) προς απόκρουση της αγωγής του εντολέα της. Με βάσει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η κατηγορουμένη δικηγόρος τέλεσε κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τις αξιόποινες πράξεις : α) της κακουργηματικής υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα του χρηματικού ποσού των 8.200.000 δραχμών, το οποίο ο μηνυτής είχε εμπιστευθεί στην κατηγορουμένη δικηγόρο ως απόκτημα από την εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτήν εντολής λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως εντολοδόχου (άρθρο 375 §§ 2 και 1 του Π.Κ.), αποβλέποντας για την εκτίμηση του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στις κατά το χρόνο της πράξης (19-11-2001, οπότε και εκδηλώθηκε εξωτερικώς η πρόθεση ιδιοποίησης) συνθήκες της αγοράς από τις οποίες κάθε φορά διαμορφώνεται η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν η αξία του συγκεκριμένου πράγματος ή αντικειμένου είναι ή όχι ιδιαίτερα μεγάλης ή ευτελής (ΑΠ 1371/2007, ΑΠ 1571/2006) και β) της με τη μορφή της νόθευσης πλημμεληματικής πλαστογραφίας εγγράφου (εξοφλητικής απόδειξης) μετά χρήσεως (άρθρο 216 §1 Π.Κ.) όπως αμφότερες οι πράξεις αυτές περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις. Αμφότερα τα εγκλήματα αυτά συρρέουν αληθινά, διότι είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους λόγω ετερότητας του πληττόμενου με το καθένα από αυτά έννομου αγαθού. Μεταξύ τους τελούν σε σχέση αληθινής πραγματικής συρροής και όταν η πλαστογραφία προηγείται της υπεξαίρεσης, αλλά και όταν έπεται αυτής, διαπραττόμενη προς συγκάλυψη της (ΑΠ 1571/2006). Η κατηγορουμένη αρνήθηκε την κατηγορία, ισχυρισθείσα ειδικώς για την κακουργηματική υπεξαίρεση ότι τα χρήματα που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής ως εντολοδόχου περιήλθαν στην κυριότητά της και δεν κατέστη απλούς κάτοχος αυτών με αποτέλεσμα να μην πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με την κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του και ως εκ τούτου σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων αυτός (εντολοδόχος) απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 Π.Κ. (ΑΠ 100/2004, ΑΠ 685/2004, ΑΠ 394/ 2003, ΑΠ 115/2004). Άλλωστε από τη συνδέουσα το μηνυτή με την κατηγορουμένη δικηγόρο συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής (και της με αυτήν συνδεδεμένης μονομερούς δικαιοπραξίας της συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας) δεν προκύπτει βούληση του εντολέα μηνυτή να περιέλθει στην κυριότητα της κατηγορουμένης εντολοδόχου το ποσό των 8.200.000 δρχ. (απόκτημα από την εκτέλεση της εντολής), πράγμα που θα συνέβαινε μόνο όταν ο μηνυτής είχε προς αυτήν ανεξόφλητο προσωπικό του χρέος (βλ. και ΑΠ 1967/2006). Εν όψει όλων αυτών πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω αξιοποίνων πράξεων με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 375 παρ.1 εδ.β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρατίθεται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την πλαστογραφία της από 19-11-2001 εξοφλητικής απόδειξης μετά χρήσεως αυτής σε δικαστήριο και της παράνομης ιδιοποίησης εκ μέρους της κατηγορουμένης δικηγόρου του χρηματικού ποσού του εγκαλούντος, ύψους 8.2000.000 δραχμών, που περιήλθε στην κατοχή της, ως εντολοδόχου του εγκαλούντος πελάτη της β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος της κατηγορουμένης και για τις δύο αξιόποινες πράξεις που κηρύχθηκε ένοχη, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η υποκειμενική υπόσταση αυτών, και δη αναφέρεται η εξωτερίκευση της θελήσεως αυτής να ενσωματώσει στην περιουσία της το περιελθόν, κατόπιν σύμβασης δικηγορικής εντολής, και ευρισκόμενο στην κατοχή της ως άνω χρηματικό ποσό, που εισέπραξε αυτή στις 12-11-2001, από ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό του ζημιωθέντος και εντολέα της, του εγκαλούντος αλλοδαπού πελάτη της, για να του το αποδώσει, παραστήσασα ψευδώς στον εντολέα της ότι εισέπραξε μικρότερο ποσό συμβιβαστικής αποζημίωσης, 8.000.000 δραχμές, αποδώσασα μόνον εκ τούτου 7.200.000 δραχμές, παρακρατήσασα το συμφωνηθέν ποσόν της αμοιβής της εκ 10%, ήτοι 800.000 δραχμές, ενώ αυτή είχεν στην πραγματικότητα εισπράξει, με δύο χωριστές αποδείξεις, για λογαριασμό του ζημιωθέντος πελάτη της, ποσά 16.000.000 δραχμών, για αποζημίωση και 1.000.000 δραχμές, για τη δικαστική δαπάνη και έτσι παράνομα δεν απέδωσε το άνω εισπραχθέν υπ' αυτής και αποκρυβέν και ιδιοποιηθέν παράνομα χωρίς δικαίωμα ποσόν των 8.200.000 δραχμών, που ανήκεν κατά κυριότητα στον δικαιούχο πελάτη της, νοθεύσασα μάλιστα ως προς το ποσόν την από 19-11-2001 εξοφλητική απόδειξη που είχεν υπογράψει ο λαβών εγκαλών, λαβών μόνον ποσόν 7.200.000 δραχμών, αναγράψασα εκ των υστέρων σε αυτή την απόδειξη (με νόθευση) ψευδώς ως ληφθέν δήθεν ποσόν 14.000.000 δραχμών, για να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη για να αποκρούσει σχετική από 1-10-2002 αγωγή του εγκαλούντος κατ' αυτής, για καταβολή του οφειλόμενου και υπεξαιρεθέντος ως άνω υπολοίπου ποσού αποζημιώσεώς του, με τη χρήση της νοθευμένης αυτής απόδειξης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προφανώς εννοουμένου και συναγομένου από τις άνω παραδοχές ως σκοπού αυτής, την παραπλάνηση του δικάζοντος επί της αγωγής δικαστή (άμεσος δόλος), γ) με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαντήθηκε εμμέσως πλην σαφώς και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι πρόκειται για περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης και συγκεκριμένα στο αιτιολογικό ορίζεται σαφώς ότι η κατηγορούμενη τέλεσε την αποδιδομένη σε αυτήν αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως του ανωτέρω ποσού, δηλαδή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, το οποίο εισέπραξε και έτσι περιήλθε στην κατοχή της με την ιδιότητα της εντολοδόχου, ενώ ανήκε στον εγκαλούντα, για λογαριασμό του οποίου και το εισέπραξε, με βάση την σύμβαση της εντολής και την εξουσιοδότηση του εγκαλούντος αλλοδαπού πελάτη της ως ασφαλιστική αποζημίωση, το οποίο ποσό όφειλε κατά τη σύμβαση και το νόμο να αποδώσει σε αυτόν (εντολέα της) και το οποίο παράνομα, δηλαδή χωρίς την συναίνεση του πελάτη της, στον οποίο και ανήκε κατά κυριότητα, ιδιοποιήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία της, εκδηλώσασα έτσι την βούλησή της αυτή, στοιχειοθετούμενου συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, μη συντρέχουσας κατά τις ανωτέρω παραδοχές περίπτωσης έμμεσης αντιπροσώπευσης και απόκτησης της κυριότητας των εισπραχθέντων χρημάτων από την κατηγορουμένη, όπως αβάσιμα υποστήριξε στο δικάσαν δικαστήριο της ουσίας και ισχυρίζεται με αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, αφού στα πλαίσια της συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των καταβαλλομένων σε αυτόν χρημάτων, για λογαριασμό του εντολέα πελάτη της και η κατηγορουμένη ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει στον εντολέα της ότι απέκτησε από την εκτέλεσή της, δ) αναφέρεται ότι το άνω υπεξαιρεθέν ποσόν ήταν εμπιστευμένο στην κατηγορουμένη ως απόκτημα από την εκτέλεση της σύμβασης εντολής, ε) προσδιορίζεται σαφώς και επακριβώς ο χρόνος τέλεσης της ιδιοποίησης των χρημάτων (19-11-2001) και ο χρόνος της νοθεύσεως της εξοφλητικής απόδειξης (14-1-2003).
Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 100 ΠΚ, όπως ίσχυεν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (7-12-2010), προ της τροποποιήσεώς του, δια του 67 παρ.3 του ν. 3994/2011, "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα ..." και κατά τη διάταξη του άρθρου 100 Α' ΠΚ. "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 ΠΚ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη". Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αναστολή εκτελέσεως της ποινής διατάσσεται από το δικαστήριο για ποινή μέχρι τριών ετών μάλιστα στην περίπτωση του άρθρου 99 χωρίς αίτημα, στην δε του άρθρου 100 και 100Α με αίτημα για το οποίο σε περίπτωση απορρίψεώς του πρέπει να υπάρχει αιτιολογία για ποινή δε μεγαλύτερη των τριών ετών δεν προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως. Ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά την διατήρηση της αυτοτέλειάς του, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικώς και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε κατ' έφεση από το Πενταμελές Εφετείο, ένοχη κατά συρροή υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφίας μετά χρήσεως και αφού της αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, της επιβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως, τριών ετών για την α' πράξη και οκτώ μηνών για τη β' πράξη και μετ' επιμέτρηση των επί μέρους ποινών, συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, ενώ από τα πρακτικά προκύπτει υποβολή αιτήματος εκ μέρους των συνηγόρων της κατηγορουμένης αναστολής της ποινής, σύμφωνα μόνον με το άρθρο 100 του ΠΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 100 του ΠΚ, με την αιτίαση ότι η εφαρμογή του άρθρου 100 ΑΚ, έπρεπε να εξεταστεί αυτοτελώς για κάθε συρρέον έγκλημα και όχι με βάση την επιβληθείσα συνολική ποινή φυλακίσεως, που προέβη το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, κατά το άρθρο 82 παρ.3 του ΠΚ, το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο (κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου) καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το κατώτατο και το ανώτατο όριό του από την ίδια διάταξη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Κατ' εξουσιοδότηση της προμνησθείσας διάταξης, είχαν εκδοθεί κατά το παρελθόν οι υπ' αριθμ. 134423 α Οικ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των ως άνω Υπουργών, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν, αντίστοιχα, τα ποσά της μετατροπής κάθε ημέρας φυλάκισης σε 1500 έως 20.000 δρχ και σε 4,40 έως 59,00 ευρώ, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1112/Β/13-6-2008), με τίτλο "Αναπροσαρμογή των ποσών της μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών", που άρχισε να ισχύει μετά 15νθήμερο, δηλαδή από τις 28-6-2008, και με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλάκισης σε δέκα (10) έως εξήντα (60) ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη μετατροπή της επιβληθείσας συνολικής ποινής των τριών ετών και τεσσάρων μηνών στην αναιρεσείουσα, διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα των συνηγόρων της κατηγορουμένης για μετατροπή σε χρηματική ποινή της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης των τριών ετών και τεσσάρων μηνών, είναι νόμιμο, κατά το άρθρο 82 παρ.2 εδ. τελ. ΠΚ, διότι η ποινή βάσης των τριών ετών μετατρέπεται σύμφωνα με τους όρους μετατροπής της ποινής βάσης. Κριτήριο συνεπώς, για τη μετατροπή της συνολικής ποινής, αποτελεί η μετατροπή της ποινής βάσης και όχι το ύψος της συνολικής ποινής, το οποίο μπορεί και να ξεπερνά , όπως εν προκειμένω, το όριο της μετατρεψιμότητας( ΑΠ 85/2005, ΑΠ 1799/2007). Πρέπει δε να γίνει δεκτό και κατ' ουσίαν, διότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η μετατροπή εν προκειμένω είναι αρκετή για να αποτρέψει την κατηγορουμένη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Περαιτέρω, το ποσό της μετατροπής, αποβλέποντας τόσο στον επιεικέστερο κανόνα δικαίου (άρθρο 2 του ΠΚ), που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, όσον και στην οικονομική κατάσταση της καταδικασθείσας, πρέπει να καθορισθεί σε δέκα ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης".
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και το παραπάνω αιτιολογικό, το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση της καταδικασθείσας δικηγόρου, καθόρισε το ποσόν της μετατροπής σε δέκα ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, εφαρμόσαν την επιεικέστερη ως παραπάνω Υπουργική Απόφαση, που ίσχυεν, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων (19-11-2001, 14-1-2003), που το ποσόν κυμαινόταν, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου 82, μεταξύ 1500 έως 20.000 δρχ και σε 4,40 έως 59,00 ευρώ, αντίστοιχα και όχι την άνω μεταγενέστερη διάταξη που καθόριζε πλαίσιο από 10 έως και 50 ευρώ.
Συνεπώς, το δικαστήριο, είχεν δικαίωμα να καθορίσει, σύμφωνα με το νόμο και με την ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων Υπουργική Απόφαση, το ποσό της μετατροπής σε ποσό, από 4,40 έως 59 ευρώ, και καθορίζοντας αυτό σε 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, με βάση την οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης δικηγόρου, όπως σημειώνει, συμπεριέλαβε επαρκή αιτιολογία και ορθά τον επιεικέστερο νόμο (άρθρο 82 παρ.3 ΠΚ) εφάρμοσε, όπως ρητά μάλιστα το ορίζει στο άνω αιτιολογικό του και δεν εφάρμοσε, με το να ορίσει το ποσό μετατροπής στα 10 ευρώ, την μεταγενέστερη Υπουργική Απόφαση, υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που έχει κατώτατο ποσό μετατροπής τα 10 ευρώ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής όγδοος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δηλαδή για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 82 παρ.3 και 4 του ΠΚ, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες 134.423α ΟΙΚ/8-12-1992 και 58554/19-6-2006 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2011 αίτηση της Δ. Μ. του Π. μετά των από 6-4-2011 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 583,584/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτημα αναβολής για πλαστότητα πρακτικών. Υπεξαίρεση εντολοδόχου δικηγόρου. Πλημμεληματική πλαστογραφία πρακτικών δίκης. 1. Δεν αναβάλλει κατά τα άρθρα 38 και 338§2 ΚΠΔ την οριστική απόφασή του επί της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων περί αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για πλαστογραφία των πρακτικών της άνω αποφάσεως, γιατί η αποδιδόμενη πλαστότητα των πρακτικών που συνδέεται με λόγο αναιρέσεως και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου, και το δικαστήριο του Α.Π. κρίνει, κατ'άρθρο 338 παρ.2 ΚΠΔ, ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα πρακτικά είναι πλαστά. 2. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' λόγοι αναίρεσης. 3. Ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά την διατήρηση της αυτοτέλειάς του, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικώς και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. 4. Το δικαστήριο, είχεν δικαίωμα να καθορίσει , σύμφωνα με το νόμο και με την ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων Υπουργική Απόφαση, το ποσό της μετατροπής σε ποσό, από 4,40 έως 59 ευρώ, και καθορίζοντας αυτό σε 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, με βάση την οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης, όπως σημειώνει, συμπεριέλαβε επαρκή αιτιολογία και ορθά τον επιεικέστερο νόμο (άρθρο 82 παρ.3 ΠΚ) εφάρμοσε, όπως ρητά μάλιστα το ορίζει στο άνω αιτιολογικό του και δεν εφάρμοσε, με το να ορίσει το ποσό μετατροπής στα 10 ευρώ, την μεταγενέστερη Υπουργική Απόφαση, υπ' αριθ. 50492/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που έχει κατώτατο ποσό μετατροπής τα 10 ευρώ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
| null | null | 1
|
Αριθμός 36/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Κοσσίδα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 637/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006 ), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ. 2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 637/2011, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα 2,4 γραμμαρίων ηρωίνης, ως τοξικομανής, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Την 2-9-2003 ο κατηγορούμενος κατείχε ποσότητα 2,4 γραμμ. Ηρωίνης, που αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης ποσότητας, που είχε αγοράσει προηγουμένως. Την 2.30 ώρα της ίδιας ημέρας, και στην συμβολή των οδών ... και ... πλησίασε τον Αστυνομικό Π. Σ., που εκτελούσε υπηρεσία με πολιτική περιβολή, και αποπειράθηκε να του πωλήσει μία δόση ηρωΐνης, αντί 30 ευρώ, που δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο αστυνομικός τον συνέλαβε, ενώ στην σωματική έρευνα που ακολούθησε βρέθηκε να κατέχει τα 2,4 γραμμ. ηρωίνης. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών και δεν μπορούσε να την αποβάλλει με δικές του δυνάμεις.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης της άνω ναρκωτικής ουσίας ως τοξικομανής και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της καλής διαγωγής μετά την πράξη του. Ο ισχυρισμός του ότι αποπειράθηκε να πωλήσει από την δική του ποσότητα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, 1,14, 26 παρ.1, 27, 94 Π.Κ. 20 παρ.1 περ. β', ζ' και 2, 30 παρ. 1 και 4 β' του Ν. 3459/2006 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3811/2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι 1ος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ.) και 5ος περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 Ε' Κ.Π.Δ.), λόγοι αναίρεσης, χωρίς ειδικότερη ανάπτυξη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά την παρ.1 της διάταξης του άρθρου 29 του ως άνω Κ.Ν.Ν, "Όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ..." ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, " Ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν, από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, διαθέτει σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστική χρήση ..." Η κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά δικές του ανάγκες, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 29 παρ. 1 του ΚΝΝ (Ν. 3459/2006), καθώς και ο ισχυρισμός, της απόπειρας πώλησης, μέρους, από την μικρή ποσότητα που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες σε άλλον, προς ιδία αυτού αποκλειστική χρήση, κατά το προαναφερθέν άρθρο 29 παρ.4 του Κ.Ν.Ν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, δεν υπέβαλε τον κατά τα άνω αυτοτελή ισχυρισμό, ότι από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που είχε προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, προσπάθησε να διαθέσει σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστική χρήση, επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, ως εκ περισσού δε, απέρριψε αυτόν ως ουσία αβάσιμο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1Β', 2ος, λόγος αναίρεσης, περί ακυρότητας της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε, ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, από την παρ.1 του άρθρου 141 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν μεταξύ άλλων τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου, ενώ από την παρ.3 αυτού, προκύπτει ότι, τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού τα πρακτικά συνεδριάσεως απεικονίζουν τις αποφάσεις και τα αιτήματα, όπως φαίνεται ότι έγιναν και αφού δεν έγινε διόρθωση αυτών, ούτε προσβλήθηκαν αυτά, ως πλαστά, έπεται ότι ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος 4ος λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του λόγου ότι, η απαγγελία της απόφασης και ειδικότερα η απαγγελία της επιβολής χρηματικής ποινής 1.000 Ευρώ, που αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, δεν απαγγέλθηκε στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τα πρακτικά προκύπτει το αντίθετο, ότι δηλαδή η επιβολή της χρηματικής ποινής έγινε δημόσια στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 Κ.Π.Δ. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3904/21-12-2010, " αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης, το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, στη συνέχεια μετέτρεψε αυτή σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, χωρίς όμως ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής όπως όφειλε, αφού κατά το Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν.) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3811/2009, δεν απαγορεύεται η αναστολή της ποινής, ανεξάρτητα αν δεν υποβλήθηκε αίτημα από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του και συνακόλουθα να αιτιολογήσει την μη αναστολή της ποινής. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο, με το να μην ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να μην αποφανθεί περί αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, 3ος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των δέκα πέντε (15) μηνών.
Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 Κ.Π.Δ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 637/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διάταξη αυτής, περί μετατροπής, της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο, Δ. Ν. του Α., ποινής φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την ανωτέρω αίτηση για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά κατοχή και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών. Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτοτελής ισχυρισμός άρθρου 29 παρ. 4 Κ.Ν.Ν. Από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, διαθέτει σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστική χρήση. Τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε. Παραβίαση δημοσιότητας στο ακροατήριο. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας γιατί το δικαστήριο επέβαλε ποινή 15 μηνών και δεν ερεύνησε τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης και χωρίς αιτιολογία τη μετέτρεψε σε χρηματική. Αναιρεί μόνο όσον αφορά τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ.-Α. Φ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπακρώζη, περί αναιρέσεως της 34805/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2011 και 26 Ιουλίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις της, που καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 844/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 26 Ιουλίου 2011 αίτηση και να γίνει δεκτή η από 30 Ιουνίου 2011 η αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την 34805/2011 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους, που ανεστάλη για τρία χρόνια, και σε χρηματική ποινή 1.500 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης, ασκήθηκαν από την αναιρεσείουσα δύο αιτήσεις αναίρεσης, ήτοι α) η από 30.6.2011 αίτηση με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) η από 26.7.2011 αίτηση με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29.7.2011. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή για καμμία απ' αυτές δεν προηγήθηκε κρίση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ.1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 473 παρ.2 και 3 ιδίου Κώδικα προκύπτει με σαφήνεια ότι, αν ο κατηγορούμενος ασκήσει αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (είτε αυτοπροσώπως είτε δι'αντιπροσώπου, κατά το άρθρο 465 ΚΠΔ), ενώ ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής (παρών δε θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς, από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 502 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ) η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά γενική, όμως, αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναίρεσης λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, δηλαδή δε συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα ή δεν αποδεικνύεται, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ. Ως ανώτερη βία, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό είτε αντικειμενικά είτε σε σχέση με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση ν' αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δε μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτώς επισκοπούμενα, για την έρευνα του παραδεκτού της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη 34805/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δημοσιεύτηκε στις 18.5.2011 με την παρουσία της εκκαλούσας-κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο αναφερόμενο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ στις 22 Ιουνίου 2011. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της προδιαληφθείσας απόφασης, ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Ιουλίου 2011, δηλαδή μετά την πάροδο της αναφερόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας που ορίζεται από το νόμο και η οποία έληξε στις 12 Ιουλίου 2011, ημέρα Τρίτη. Προς δικαιολόγηση της, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης διαλαμβάνεται σ' αυτή, κατά λέξη ότι "Λόγοι ανωτέρας βίας με ανάγκασαν να ασκήσω εκπρόθεσμα την Αίτηση Αναίρεσης, και οφείλονται στο γεγονός ότι ο πατέρας μου Ν. Φ. πάσχει από οξεία οσφυοϊσχναλγία δεξιά (δεξί πόδι) νευρολογικής σημειολογίας και έχρηζε αυστηράς κατακλίσεως κατ' οίκον επί 46 ημέρες τουλάχιστον, και χρήζει επανελέγχου, αλλά και μέχρι σήμερα παραμένει κλινήρης. Επειδή ο μοναδικός άνθρωπος που τον φροντίζει είμαι εγώ, η αναιρεσείουσα κόρη του και διαμένει μόνιμα μαζί μου στην ανωτέρω διεύθυνση, διότι είναι διαζευγμένος από του έτους 1962 και η συνεχής φροντίδα λόγω της δύσκολης και άσχημης κατάστασης της υγείας του δεν επέτρεψαν ούτε στιγμή να αποχωρήσω από δίπλα του". Όμως, τα εν λόγω περιστατικά δε συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα με την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον το πρόβλημα υγείας, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι αντιμετώπιζε ο πατέρας της δεν είναι από εκείνα που να εμπίπτουν στα μη δυνάμενα να προβλεφθούν και να αντιμετωπισθούν εξαιρετικά γεγονότα, ούτε απέκλειε τη δυνατότητα σ' αυτή να επιμεληθεί των υποθέσεών της, διορίζοντας συνήγορο ή τον υπογράφοντα το αναιρετήριο ή άλλον για την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσής της, ώστε να μην απωλέσει την εικοσαήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης. Επιπροσθέτως, δε γίνεται μνεία στην ένδικη αίτηση αναίρεσης των αποδεικτικών από τα οποία να προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά που ισχυρίζεται η αιτούσα ότι συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, συνεπεία των οποίων να μπορεί να δικαιολογηθεί η καθυστερημένη άσκηση του ένδικου τούτου μέσου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου άσκησής της, και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (583 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, η, από 30.6.2011, αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσης του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα μαρτύρων κλπ) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και παράθεση του τι προέκυψα από καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάστηκαν ένας μάρτυρας κατηγορίας, καθώς και δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ενώ απολογήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και επέβαλε σ' αυτή τις προεκτεθείσες ποινές, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραθέτει για τη θεμελίωση της ενοχής της αναιρεσείουσας, προέκυψαν "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει ....". Όμως, τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, απολογία κατηγορουμένης) δε λήφθηκαν υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το σχηματισμό της περί ενοχής της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας κρίσης του, αφού δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη, κατά το είδος τους, αλλ'ούτε και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκαν πράγματι υπ'όψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, την απαιτούμενη κατά τα παραπάνω από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πλημμέλειας η οποία προβάλλεται με τον πρώτο (α' σκέλος) λόγο αναίρεσης της ένδικης αίτησης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 26 Ιουλίου 2011, αίτηση της Χ.-Α. Φ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 34805/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Δέχεται την, από 30 Ιουνίου 2011, αίτηση της προδιαληφθείσας αναιρεσείουσας κατά της ίδιας πιο πάνω απόφασης 34805/2011.
Αναιρεί την 34805/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης. Δύο αναιρέσεις από την ίδια αναιρεσείουσα. Εξετάζονται, εφόσον για καμία απ’ αυτές δεν προηγήθηκε κρίση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκηθείσα αναίρεση, εκπροθέσμως, λόγω ανωτέρας βίας, που τα επικαλούμενα περιστατικά δε συνιστούν τέτοια. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ενώπιον, όμως του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αναίρεση είναι παραδεκτή. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα είναι βάσιμος. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 32/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α) 1.Ε. Κ. Μ. , 2. Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ., 3. Χ. Κ. Μ. Ο., 4. Α. Κ. Μ. Ο., 5. Ι. Κ. Σ., 6. Ρ. συζ. Ι. Κ. Σ., κατοίκων όλων ...,συγγενών του Σ. Κ. Μ.,
Β) 7. Ρ. Π.-Μ., 8. Α. Π.-Μ., 9. Μ. Π.-Μ., 10. Ζ. Μ.-Γ., κατοίκων όλων ..., συγγενών του Μ. Π.-Μ.,
Γ) 13. Τ. Χ.- Μ., 14. Μ. Χ.-Μ., κατοίκων ..., συγγενών του Μ. Χ. Μ.,
Δ) 15. Ν. Χ.- Ο., 16. Ε. Χ.-Ο., κατοίκων ..., συγγενών του Β. Χ. Ο.,
Ε) 17. Μ. Μ.-Α., 18. Φ. Μ.-Α., κατοίκων ..., συγγενών του Φ. Μ. Α.,
ΣΤ) 19. Μ. Χ. Ι., 20. Σ. Χ. Ι., 21.Α. Χ. Ι., 22.Χ. Α. του Χ., 23. Α. Χ. Α., κατοίκων όλων ..., συγγενών του Σ. Χ. Ι.,
Ζ) 24. Σ. Κ. Μ., που γεννήθηκε στις 27-7-1991 και ήδη έχει ενηλικιωθεί και δηλώνει ότι συνεχίζει την δίκη στο όνομά της, συγγενούς του Σ. Κ. Μ., 25. Ζ. Π.-Μ., η οποία έχει ήδη ενηλικιωθεί από 29-12-2004 και συνεχίζει τη δίκη η ίδια, κατοίκου ..., Ν. Π., αδελφής του Μ. Π.-Μ., 26. Χ. Χ.-Μ., η οποία έχει ήδη ενηλικιωθεί από τις 1-8-2005 και συνεχίζει τη δίκη η ίδια, κατοίκου ..., αδελφής του Μ. Χ. Μ., 27. Ν. Χ. - Ο., 28. Σ. Μ. - Α., που γεννήθηκε στις 13-3-1992 και ήδη έχει ενηλικιωθεί και δηλώνει ότι συνεχίζει την δίκη στο όνομά της, κατοίκου ..., συγγενούς του Φ. Μ. Α..
Η) 29. Φ. Χ.- Ο., 30. (η Ρ. Χ. Ο., απεβίωσε στις 14-2-2011), 31. Α. Χ. Ο., κατοίκων όλων ..., συγγενών του Β. Χ. Ο., 32. Ι. Χ.- Μ. Ο., 33. Φ. Χ. Μ. Ο., 34. Γ. Π. Α., κατοίκων όλων ..., συγγενών του Μ. Χ. Μ., 35. Μ. Μ. Α. Ο., 36. Χ. Μ.-Α., 37. Χ. Μ.-Α., κατοίκων όλων ..., συγγενών του Φ. Μ. Α.. Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι: Α) η υπό στοιχείο Α2, αναιρεσείουσα Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ., απεβίωσε στις 14-12-2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 463-Γ-2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κομοτηνής, Β) Η υπό στοιχείο Η30 αναιρεσείουσα Ρ. Χ. Ο. απεβίωσε στις 14-2-2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 57-Α-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κομοτηνής, Γ) Η υπό στοιχείο Η33 αναιρεσείουσα Φ. Χ. Μ. Ο. έχει απεβιώσει, κατά πληροφορίες χωρίς να υπάρχει ληξιαρχική πράξη θανάτου της, και για το λόγο αυτό δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών" που εδρεύεις στη Θεσσαλονίκης, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μαριδάκη και κατέθεσε προτάσεις, 3. Α. Κ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., 4. Φ. Κ. Ο., του Χ., κατοίκου ..., 5. Γ. Κ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι τρείς ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα και κατέθεσε προτάσεις, 6. Ε. συζ. Μ. Ο., κατοίκου ..., και 7. Ε. Ν. Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Φωτίου Σταθόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-2-2003, 23-12-2003,5-4-2004, 8-3-2004, 16-5-2003 αγωγές και παρεμπίπτουσες αγωγές όλων των διαδίκων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4812/2003 μη οριστική απόφαση και 2410/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5593/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων εκτός των 6ου και 7ου, ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ (Ολ) 22/2000). Στην περίπτωση που απλώς δηλώθηκε η διακοπή χωρίς να επακολουθήσει δήλωση για εκούσια επανάληψη από τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, η επανάληψη της δίκης μπορεί να γίνει αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του με κοινοποίηση δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στους του αποβιώσαντος με κλήση για παράσταση στη συζήτηση της αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την ένδικην αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5593/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είχε οριστεί δικάσιμος για τη συζήτηση της 1-10-2010. Από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου των απολειπομένων Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ. και Ρ. Χ. Ο., μετά δε τη δήλωση αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει κλήτευση και των κληρονόμων της δεύτερης εκ των ανωτέρω αναφερομένων αναιρεσειόντων, Ρ. Χ. Ο., ως προς την οποία είχε επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, κατά την αρχική δικάσιμο, και οι οποίοι, επίσης, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 παρ. 2, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 463-Γ-2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Κομοτηνής, η εκ των αναιρεσειόντων Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ., είχε αποβιώσει στις 14-12-2006, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί λόγω ακυρότητας του δικογράφου η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ. και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5593/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα Ζ. Κ. Σ. συζ. Ε. Κ. Μ.. Και
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος. Για τον υπολογισμό της αμοιβής της εργασίας του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λαμβάνονται υπόψη οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές και όχι οι καταβαλλόμενες.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 35/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους F.-C. R. και K. M..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 2 Αυγούστου 2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, με αριθμό 238/17.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, μετά της συνημμένης δικογραφίας την από 2-8-2011 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντα Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., για τον κανονισμό αρμοδιότητος κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ. 1, 2 ΚΠΔ, και εκθέτω προς Εσάς τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1 ΚΠΔ, "Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξ ίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξ ίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: Κατά δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου: "Το συμβούλιο εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση ή ο 'Αρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία, ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του Εισαγγελέα ή του Επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον Εισαγγελέα Εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον 'Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο". Η σύγκρουση μπορεί να είναι καταφατική, δηλαδή, περισσότερα δικαστήρια ή ανακριτικές θεωρούν εαυτά αρμόδια, ή και αποφατική, δηλαδή, όταν κανένα δεν θεωρεί εαυτό αρμόδιο, και έτσι ανακύπτει περίπτωση αρνησιδικίας. Η αίτηση πρέπει να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 19/88 Π. Χρ ΛΗ, 419).
Στην κρινόμενη περίπτωση, που αφορά δικογραφία που σχηματίστηκε κατόπιν εγκλήσεως (ΑΒΜ:Α05/2564) του Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., κατά των α) M. K., β) F.-C. R. και γ) E. M., και μετά προκαταρκτική εξέταση, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα της 1) ψευδούς καταμήνυσης, 2) ψευδορκίας και 3) συκοφαντικής δυσφήμησης, που τελέσθηκαν στις 31-1-2005 και 24-5-2005, προσδιορίστηκε να εκδικασθεί ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. ΑΤ-7480/2010 απόφασή του εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο -Πλημμελημάτων- Πειραιά λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του κατηγορουμένου F.-C. R. και λόγω συναφείας για τους λοιπούς κατηγορούμενους, με το σκεπτικό που υπάρχει στην απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Ακολούθως η υπόθεση προσδιορίστηκε να εκδικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά (πλημ/τα). Το δικαστήριο όμως με την υπ' αριθμ. 1192/2011 απόφασή του εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά την απόφαση καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με το σκεπτικό που εμπεριέχεται σ'αυτή. Πρόκειται περίπτωση αποφατικής αρμοδιότητας σύμφωνα με το άρθρο 132 παρ. 1 ΚΠΔ, καθώς και τα δύο ως άνω δικαστήρια αποποιούνται της αρμοδιότητάς τους-αποφατική σύγκρουση μεταξύ Πλημμελειοδικείου και Εφετείου- και κανένα απ'αυτά δεν υπάγεται στο άλλο (βλεπ. ΑΠ 1496/85, Π. Χρ. ΛΣΤ', Σελίς 321). Αναφορικά με την καθ'ύλη αρμοδιότητα ποίου εκ των δύο δικαστηρίων, εκθέτω τα ακόλουθα: Ο δεύτερος κατηγορούμενος R. F.-C., που κατηγορείται για ψευδορκία (άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ), πράξη προβλεπόμενη από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, σε βαθμό πλημμελήματος, που τελέστηκε στην Ελλάδα (Πειραιά) στις 24-5-2005, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιά, τυγχάνει δικηγόρος, ιταλικής υπηκοότητας, κάτοικος ... Ιταλίας, στην οδό ..., όπου ασκεί το δικηγορικό του επάγγελμα, όντας δικηγόρος της εγκαλούσης "Nαυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία Jazin Marine Services S.a.r.l" (Γιατζίν Μαριν Σερβισις ΕΠΕ), εδρεύουσα στην Ζαρζή της Τυνησίας με νόμιμο εκπρόσωπό της τον M. A. K.). Όπως προαναφέρθηκε το πρώτον εισήχθη προς εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά. Με την απόφασή του AΤ 7480/19-10-2010 έκρινε εαυτό αναρμόδιο με τις σκέψεις, ότι τυγχάνει δικηγόρος, (111 παρ. 6 ΚΠΔ), και με την κατηγορία στην ένδικη υπόθεση ψευδορκίας μάρτυρα, πλημμελήματος, αρμόδιο καθίσταται το Τριμελές Εφετείο -Πλημμελημάτων- Πειραιά, και εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά (βλεπ. σκεπτικό της απόφασης σελίς 4 της ως άνω απόφασης). Ορθοτέρα όμως εκτιμάται η άποψη και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου-Πλημμελημάτων-Πειραιά, δεχόμενο την δική του αναρμοδιότητα, με τις κάτωθι νομικές σκέψεις: Δεν υφίσταται η κατά το άρθρο 111 παρ. 6 ΚΠΔ (αναρυθμισθέν από & 7 σε & 6), ειδική ή ιδιάζουσα δωσιδικία για τον 2ο κατηγορούμενο αλλοδαπό "Δικηγόρο". Και τούτο, διότι δεν είναι Έλληνας δικηγόρος επί των οποίων έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη. Δεν έχει εγκατασταθεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 77/ 249 οδηγίας του Συμβουλίου Υπουργών επί των αλλοδαπών υπηκόων κράτους μέλους της ΕΟΚ τότε, Ε.Ε. σήμερα, που εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης της Ρώμης, και των κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής ληφθησομένων από την Ελληνική Πολιτεία νομοθετικών μέτρων, ώστε να έχει το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης άσκησης νομίμως δικηγορίας στην Ελλάδα και παροχής υπηρεσιών, που θα τον εξομοίωνε προς τον Έλληνα Δικηγόρο, υποκείμενος και αυτός, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 και 4 της προαναφερθείσης οδηγίας, στο Ελληνικό δίκαιο, ως προς τις προϋποθέσεις, τον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος της δικηγορίας, τους δεοντολογικούς κανόνες που το διέπουν, τον πειθαρχικό έλεγχο κλπ. Κώδικας Ελληνικός περί Δικηγόρων. Επομένως, ορθά κατά τα ανωτέρω δεν κέκτηται και δεν απολαύει της ιδιάζουσας δωσιδικίας του Δικηγόρου, λόγω του ότι μνημονεύονται αυστηρά περιοριστικά και στενώς ερμηνευτέα τα πρόσωπα λόγω του κινδύνου της επέκτασης της ιδιαζούσης δωσιδικίας, και για να μην αποβαίνει αυτή προνόμιο ορισμένων τάξεων, πράγμα που αντίκειται στην αντίληψη περί δικαίου και ισότητας στην απονομή της δικαιοσύνης (βλέπ. Μπουρόπουλο, Ερμηνεία Κ. Ποιν. Δ. Τ. Α' έκδοση 2ο , 1957, κάτω από το άρθρο 111 σελίς 158 σημ. 3. Γνωμ. Εισαγγελέα ΑΠ 2/1972, ΝοΒ 20 σελίς 850. Αιτιολογική έκθεση Κ. Ποιν. Δικ. έκδοση Ζαχαρόπουλου, σελ. 416. Εισηγητική έκθεση Κ. Ποιν.Δ.
ΙΙ). ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Να ορισθεί ως κατά παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης. Αθήνα 7-10-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 132 ΚΠΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών Συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής : Το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του Εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον Εισαγγελέα Εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο Συμβούλιο Εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, από τον Άρειο Πάγο, συντρέχει και επί αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ πλειόνων δικαστηρίων, τα οποία απέσχον, διότι θεώρησαν αυτά αναρμόδια οπότε δημιουργείται κίνδυνος αρνησιδικίας. Αυτό συμβαίνει και επί συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων και του τελευταίου αυτού, το οποίο την παρέπεμψε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εφόσον αμφότερα τα δικαστήρια έχουν επιληφθεί της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, δηλαδή δεν έχει επιληφθεί το Εφετείο κατόπιν εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου. Επομένως, νομίμως εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ως Συμβουλίου η κρινόμενη από 2.8.2011 αίτηση του Σ. Κ. του Α. (πολιτικώς ενάγοντος), με την οποία ζητείται ο κανονισμός της αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς λόγω της μεταξύ τους αποφατικής αρμοδιότητας επί της ποινικής υποθέσεως κατά των M. K. και R. F.-C. και δη για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ψευδορκίας, η οποία και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ.6 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν. 3904/2010, καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση πράξεων που τέλεσε δικηγόρος και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, τυγχάνει το Τριμελές Εφετείο. Η κατά την άνω διάταξη ιδιάζουσα δωσιδικία απονεμήθηκε όχι στο πρόσωπο αλλά στο αξίωμα-λειτούργημα και υφίσταται όταν ο κατηγορούμενος φέρει την ιδιότητα αυτή είτε κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος είτε κατά το χρόνο της εκδικάσεως. Δικηγόρος δε θεωρείται αυτός που έχει εγγραφεί σε κάποιο ελληνικό δικηγορικό σύλλογο, ή προκειμένου περί δικηγόρου, υπηκόου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αυτός που έχει εγκατασταθεί και παρέχει τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Επικράτεια, δυνάμει της 77/ 249 οδηγίας του Συμβουλίου Υπουργών επί των αλλοδαπών, που εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης της Ρώμης και των κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής ληφθησομένων από την Ελληνική Πολιτεία νομοθετικών μέτρων (ήδη ΠΔ 258/1987).
Συνεπώς, ο αλλοδαπός δικηγόρος, πολίτης Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος όμως δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και δεν ασκεί τα δικηγορικά του καθήκοντα εντός της Ελληνικής Επικράτειας δεν απολαύει της δωσιδικίας, που θεσπίζει η ως άνω διάταξη του άρθρου 111 παρ.6 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος R. F.-C. Ιταλός υπήκοος και κάτοικος ... Ιταλίας, παραπέμφθηκε, μαζί με την M. K., στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για να δικαστεί για ψευδορκία μάρτυρα (άρθρα 224 παρ. 2 ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά την 24-5-2005. Το εν λόγω δικαστήριο στο οποίο ο αιτών (Σ. Κ.) παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, με την υπ' αριθμ. ΑΤ 7480/2010 απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του ως άνω κατηγορουμένου (R. F.-C.), η οποία προέκυψε από την ανάγνωση (σε μετάφραση) του από 14.10.2010 εγγράφου του Δικηγορικού Συλλόγου Γένοβα ς και παρέπεμψε την υπόθεση, κατ' άρθρο 111 παρ.6 του ΚΠΔ, στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1192/2011 απόφαση, κήρυξε επίσης εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με τις εξής σκέψεις: "Τα πλημμελήματα των δικηγόρων δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 111 ΚΠΔ από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων (βλ. την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού, η οποία αναριθμήθηκε σε παράγραφο 6 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 Ν. 3904/2010). Καθιερώνεται ούτως ιδιάζουσα δωσιδικία, μεταξύ των άλλων αναφερομένων στο άρθρο προσώπων και για τους δικηγόρους, με την υπαγωγή των πλημμελημάτων αυτών στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου. Η εν λόγω ιδιάζουσα δωσιδικία των δικηγόρων, αφορώσα αξίωμα και όχι πρόσωπο, καθιδρύθη προς αποτροπή επηρεασμού του δικαστηρίου εκ του αξιώματος και της βαρύτητος της ασκούμενης υπ' αυτών υπηρεσίας και ένεκα της ανάγκης διαφυλάξεως του γοήτρου αυτών δικαιολογείται δε από την ιδιαίτερη θέση αυτών στην δικαστική λειτουργία και την κοινωνική ιεραρχία, απαιτούσης μείζονας εγγυήσεις για την εξασφάλιση αντικειμενικής κρίσεως και της συνυπηρεσίας των μετά των αποτελούντων το συνήθως καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο (Εισηγητική Έκθεση ΚΠοινΔ II). Η ως άνω διάταξη εισάγει, ως εικός, εξαίρεση από τους κανόνες περί της καθ' ύλην αρμοδιότητος κανόνων, μνημονεύει περιοριστικώς τα σ' αυτή πρόσωπα και είναι στενώς ερμηνευτέα, λόγω των μειονεκτημάτων που ενυπάρχουν στην επέκταση της ιδιαζούσης δωσιδικίας και για να μην αποβαίνει αυτή προνόμιο ορισμένων τάξεων, πράγμα που αντίκειται στην αντίληψη περί δικαίου και ισότητος στην απονομή του δικαίου (βλ. Εισηγητική Έκθεση ΚΠοινΔ έκδ. Ζαχαρόπουλου σελ. 146. Εισηγητική Έκθεση II). Εφ' όσον αυτή είναι η έννοια της προαναφερομένης διατάξεως και αυτός ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτήν, ο αλλοδαπός δικηγόρος δεν απολαύει της δωσιδικίας, που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αλλ' υπάγεται στο κατά τους γενικούς κανόνας αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο και προκειμένου πλημμελήματος, που τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως η οποία υπερβαίνει το έτος, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείον (άρθρο 112 και 114 ΚΠοινΔ). Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί ούτε εκ των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 Π.Κ και 4 Α.Κ, που ορίζουν, το μεν πρώτο ότι οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της επικρατείας και παρ' αλλοδαπών ακόμα τελουμένων πράξεων, ... το δε δεύτερο ότι ο αλλοδαπός απολαμβάνει τα αστικά δικαιώματα του ημεδαπού, αφού μ' αυτά επιτάσσεται η εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών νόμων επί των αλλοδαπών και παρέχονται δικαιώματα σ' αυτούς, ως υποκειμένων των εννόμων σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου αντιστοίχως. Διάφορη βεβαίως προσήκει λύση εάν και όταν δικηγόρος, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εγκατασταθεί και παράσχει τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Επικράτεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 77/249 οδηγίας του Συμβουλίου Υπουργών επί των αλλοδαπών, που εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης της Ρώμης και των κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής ληφθησομένων από την Ελληνική πολιτεία νομοθετικών μέτρων, οπότε λόγω της θεσμοθετούμενης ελευθερίας εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών, ο αλλοδαπός δικηγόρος θα εξισωθεί στην περίπτωση αυτή προς τον Έλληνα συνάδελφόν του υποκείμενος κατά τα άρθρα 2 και 4 της προμνησθείσης οδηγίας, στο ημεδαπό δίκαιο και ως προς τις προϋποθέσεις, τον τρόπο ασκήσεως της δικηγορίας, τους δεοντολογικούς κανόνες, τον πειθαρχικό έλεγχο κλπ ...".
Ενόψει όλων των ανωτέρω επήλθε αποφατική σύγκρουση και εφόσον ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο, αρμόδιος προς κανονισμό αρμοδιότητας είναι εν προκειμένω ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο. Ο κατηγορούμενος R. F.-C. που κατηγορείται για ψευδορκία, ήτοι για πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα σε βαθμό πλημμελήματος, η οποία τελέσθηκε στις 24-5-2005 στον Πειραιά, είναι δικηγόρος, έχει ιταλική υπηκοότητα και κατοικεί στη ... Ιταλίας στην οδό ... αριθμός 7. Ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν είναι Έλληνας δικηγόρος και δεν έχει εγκατασταθεί κατά την προαναφερόμενη Οδηγία της ΕΟΚ ούτε ασκεί νομίμως δικηγορία στην Ελληνική Επικράτεια και επομένως, κατά τους γενικούς κανόνες, αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω υποθέσεώς του είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς [άρθρ. 112 και 114 ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος περί κανονισμού αρμοδιότητας και να προσδιοριστεί ως αρμόδιο δικαστήριο καθ' ύλη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς για την εκδίκαση της υποθέσεως κατά του κατηγορουμένου R. F.-C. και του συγκατηγορουμένου του M. K..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 2.8.2011 αίτηση του Σ. Κ. για άρση της συγκρούσεως αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Προσδιορίζει ως αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της αναφερόμενης στο σκεπτικό εκκρεμούς υποθέσεως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας δικαστηρίου. Προσδιορίζει ως αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της αναφερόμενης στο σκεπτικό εκκρεμούς υποθέσεως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς.
| null | null | 2
|
Αριθμός 28/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστάσιο Ρήγα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2711/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2009 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί. Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται ερήμην". Από τις διατάξεις αυτές, λαμβανόμενες υπόψη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αναβληθεί αυτή για μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική δικάσιμο, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατ' αυτή, οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική αυτή δικάσιμο δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, σύμφωνα με το όρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες (ΑΠ 213/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει, να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς όλους τους μετέχοντες στη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο της 3-12-2010, κατά την οποία ο μεν αναιρεσίβλητος Μ. Κ. επροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, •το δε αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου του, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ , συμφωνά με το άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο (3-12-2010) η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε, οίκοθεν, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, αυτής (21-10-2011). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δεν εμφανίσθηκε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου Παρέδρου του (αρθρ. 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας, δεν προκύπτει αν το ως άνω αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που κατά την αρχική δικάσιμο δεν ήταν παρόν, αλλ' είχε παραστεί με δήλωση του πληρεξούσιου του Παρέδρου, κλήθηκε να παραστεί κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο (21-10-2011). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28 Δεκεμβρίου 2009 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 621/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις23 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 22/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. L. P. του I., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ... και 2. S. K. του K., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 15/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Π. του Α..
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Απριλίου 2011 και 1η Ιουλίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 561/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) η από 11.4.2001 με αριθμό 1/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας L. P. του I. και β) η από 1.7.2011 με αριθμό 51/2001 του S. K. του K. ενώπιον του Διευθυντή Καταστήματος Κράτησης Πατρών, κατά της υπ' αριθμ. 15/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, έχουν ασκηθεί νομότυπα και του πρώτου από αυτούς, εμπρόθεσμα, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Α) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του δεύτερου κατηγορουμένου S. K.:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 1,2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης, αν ο διάδικος είναι παρών, διαφορετικά από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αυτή δεν αρχίζει πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας προκύπτει ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 13.1.2011 με παρόντα τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα S. K., όπως δε προκύπτει από την επί της προσβαλλόμενης αποφάσεως καταχωρηθείσα σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα, η ίδια (τελεσίδικη) απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το πιο πάνω Δικαστήριο ουσίας ειδικό βιβλίο στις 3 Μαρτίου 2011. Η κρινόμενη όμως, αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω υπ' αριθμ. 15/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ασκήθηκε την 1η Ιουλίου 2011, με δήλωση το ιδίου ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα από τον τελευταίο σχετική υπ' αριθμ. 51/1.7.2011 έκθεση, ήτοι μετά την πάροδο της πιο πάνω δεκαήμερης από την καταχώρηση της απόφασης προθεσμίας. Επομένως, η υπό κρίση ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως και, πρέπει, για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλος λόγος ανυπέρβλητου κωλύματος, που εμπόδισαν τυχόν την εμπρόθεσμη άσκησή της. Περαιτέρω πρέπει, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Β) Ως προς την αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, L. P.:
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, τη δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', ειδικότερα δε "ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α')".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 15/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων L. P. κηρύχθηκε ένοχος μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, S. K., της πράξεως της άμεσης συνέργειας από κοινού σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, από τον τρίτο κατηγορούμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Σ. Π.. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και, αφού ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) για άμεση συνέργεια, ο συνήγορός του (κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος) έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ζήτησε την αθώωσή του, άλλως, αν κηρυχθεί ένοχος, ζήτησε κατά λέξη: "να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84§2α' ΠΚ)". Το αυτό ζήτησε και ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, μετά την κήρυξη από την Πρόεδρο περαιωμένης της συζητήσεως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινη πράξεως της άμεσης συνέργειας από κοινού τελεσθείσας με τον κατηγορούμενο S. K., σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, απορρίπτοντας, χωρίς αιτιολογία, τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση του προαναφερόμενου ελαφρυντικού. Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αίτησής του επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη αυτή, που αποτελεί τον κατ' άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αφού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ζητεί δε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το προσβαλλόμενο μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτό για νέα συζήτηση, με σκοπό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του αυτός. Όμως, για να έχει το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σε αυτοτελή ισχυρισμό, πρέπει, ο ισχυρισμός αυτός να έχει υποβληθεί ενώπιόν του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να περιέχονται σ' αυτόν τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί η απλή παραπομπή στη διάταξη του νόμου ή επίκληση αυτής, στην παρούσα δε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο, να αιτιολογήσει την απόφασή του. Κατόπιν αυτών, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: Α) Την από 11 Απριλίου 2011 (υπ' αριθμ. 1/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας), κατατεθείσα αίτηση του L. P. του I., και, Β) Την από 1η Ιουλίου 2011 (με αριθμό 51/2011 ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών), αίτηση του S. K. του K., για αναίρεση της με αριθμό 15/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση του β΄ κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ασκήθηκε με δήλωσή του στο Διευθυντή των φυλακών, μετά την παρέλευση 10ημέρου από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο τηρούμενο στο εκδόσαν αυτή Δικαστήριο, βιβλίο. Απορρίπτει αυτήν ως απαράδεκτη. Ο καταδικασθείς με την αυτή απόφαση (παρών κατά την έκδοση της αυτής αποφάσεως και εμπρόθεσμα ασκήσας αναίρεση, πρώτος αναιρεσείων) για άμεση συνέργεια από κοινού σε μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι απέρριψε σιγή του αυτοτελή ισχυρισμό, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του, για αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου. Δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό αυτό, που υποβλήθηκε ενώπιόν του, αλλά όχι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν περιέχονται σ’ αυτόν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του. Αβάσιμη κατ’ ουσίαν και αυτή η αίτηση – Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 12/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Δημητροκάλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FIRST DATA HELLAS S.A.", " FIRST DATA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (πρώην "FIRST DATA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ", πρώην "ΔΕΛΤΑ ΣΙΝΓΚΙΟΥΛΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" και πρώην "GRAFO Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία Επεξεργασίας Χάρτου και Εμπορίας Αναλωσίμων Ειδών Η/Υ"), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Χριστινάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2512/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2669/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 15-2-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, για τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό χρονικά διαστήματα, καθώς και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς αμφότεροι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά το ποσοστό της προσαύξησης 150% της παράνομης υπερωριακής εργασίας, να απορριφθούν δε όλοι οι άλλοι λόγοι του αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1§§1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών, λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005), η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΟλΑΠ 36/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-8-1983 από την εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια αόριστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λιθογράφος χειριστής μηχανών κατασκευής μηχανογραφικών εντύπων. Το έτος 2000 την παραπάνω αρχική εργοδότρια του ενάγοντος διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η εναγομένη. Η εργασιακή σχέση του ενάγοντος διήρκησε μέχρι 5-3-2004, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε έγγραφα τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε ως αποζημίωση 83.981,33 ευρώ (μικτά) και μετά από αφαίρεση του αναλογούντος ΦΜΥ το ποσό των 71.185,27 ευρώ. Η εναγομένη μετά την εξαγορά της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της αγόρασε νέες "φινιριστικές" μηχανές τύπου LASER και προέβη σε προσλήψεις νέου εξειδικευμένου προσωπικού, απολύοντας, αναγκαστικά, υπαλλήλους που δεν διέθεταν τα προσόντα που η νέα τεχνολογία απαιτούσε. Το ίδιο συνέβη και με τον ενάγοντα που ήταν απόφοιτος ΤΕΙ, του οποίου η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 5-3-2004 και στη θέση του προσέλαβε τον Κ., απόφοιτο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με την ειδικότητα του μηχανολόγου και εμπειρία στις μηχανές νέας τεχνολογίας. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε από έχθρα και μίσος του εκπροσώπου της εναγομένης προς αυτόν, επειδή είχαν διαφορετικές απόψεις σε διάφορα τεχνικά θέματα, επειδή ο ενάγων διεκδίκησε επίμονα την αντικατάσταση του παλαιού αυτοκινήτου με καινούργιο, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει νέα από 1-11-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με δυσμενέστερους εργασιακούς όρους και επειδή ζήτησε και έλαβε το υπόλοιπο της αδείας του για το έτος 2003. Στη συνέχεια, δέχεται το Εφετείο ότι η από 5-3-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν άκυρη εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, δέχεται το ίδιο δικαστήριο, ο ενάγων από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002 εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή επί εννέα ώρες (9) ώρες καθημερινά με αποτέλεσμα να πραγματοποιεί από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2001 5 ώρες υπερεργασίας κάθε εβδομάδα και από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2002 τρεις (3) ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και δύο (2) ώρες παράνομης υπερωρίας κάθε εβδομάδα. Με βάση τις ώρες που εργάσθηκε εδικαιούτο τα ακόλουθα ποσά: Κατά το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 760.000 δραχμές (μεικτά) : 1) Κατά το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 για υπερεργασία με βάση το ωρομίσθιο των 4560 δραχμών (760.000 δραχμές καταβαλλόμενος μισθός Χ 0,006) συν προσαύξηση 25% από 1140 δραχμές ίσον 5.700 δραχμές επί 20 ώρες μηνιαίως ίσον 114.000 δραχμές το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 1.368.000 δραχμές. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου του των 40 ωρών την εβδομάδα το ποσό των 180.000 δραχμών και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή, 2) Κατά το διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 για υπερεργασία με βάση το ωρομίσθιο των 5.040 δραχμών (840.000 δραχμές καταβαλλόμενος μισθός Χ 0,006) συν προσαύξηση από 25% από 1260 δραχμές ίσον 6.300 δραχμές Χ 20 ώρες μηνιαίως ίσον 126.000 δραχμές Χ 12 μήνες ίσον 1.512.000 δραχμές. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του το ποσό των 180.000 δραχμών μηνιαίως και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή. 3) Κατά το διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-3-2001 για υπερεργασία 5ωρών την εβδομάδα με βάση το πιο πάνω ωρομίσθιο των 5040 δραχμών συν προσαύξηση 25% από 1200 δραχμές ίσον 6300 δραχμές Χ 20 ώρες μηνιαίως ίσον 126.000 δραχμές. Από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών εβδομαδιαίως, δηλαδή 12 ωρών το μήνα με βάση το ωρομίσθιο από 5040 δραχμές πλέον προσαύξηση 50% από 2520 δραχμές ίσον 7560 δραχμές Χ 12 ώρες ίσον 90.720 δραχμές Χ 9 μήνες ίσον 816.480 δραχμές και για παράνομη υπερωρία 2 ωρών την εβδομάδα και 8 ωρών το μήνα το ποσό των 725.760 δραχμών (5040 ωρομίσθιο + 100%, όπως ζητεί με την αγωγή, ίσον 10.080 δραχμές Χ 8 ώρες ίσον 80640 δραχμές Χ 9 μήνες ίσον 725760 δραχμές) και συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες το έτος 2001 το συνολικό ποσό 992.480 (126.000 + 90.720 + 725.760) δραχμών. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν; μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του το ποσό των 180.000 δραχμών τον Ιανουάριο του 2001 και το ποσό των 160.000 δραχμών καθένα από τους υπόλοιπους μήνες και συνολικά το ποσό των 1.940.000 δραχμών και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για τις αιτίες αυτές. Κατά το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, ο ενάγων δικαιούταν για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών πλέον προσαύξηση 50% από 2520 δραχμές ίσον 7560 δραχμές το ποσό των 1.088.640 δραχμών (7560 δραχμές Χ 12 ώρες το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 1.088.640 δραχμές) και για παράνομη υπερωρία 2 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών πλέον 100% προσαύξηση, όπως ζητεί με την αγωγή, ίσον 10.080 δραχμές Χ 8 ώρες το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 967.680 δραχμές και συνολικά το ποσό των 2.056.320 δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού έχει καταβληθεί στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές, κατά την αγωγή, το ποσό των 1.940.000 δραχμών και, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά από 116.320 δραχμές ή 341,36 ευρώ. Κατά το διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 ο ενάγων δικαιούταν για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών το ποσό των 1.088.640 δραχμών και για παράνομη υπερωρία το ποσό των 967.680 δραχμών και συνολικά 2.056.320 δραχμών, έναντι του οποίου έχει λάβει κατά την αγωγή το ποσό των 1.940.000 δραχμών και δικαιούται υπόλοιπο από 116.320 δραχμές ή 341,36 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της από 19-4-1999 (πράξη καταθ. Υπ. Εργασίας 17/27-4-99 Υποχρ. Υ Α 11206/22-6-99) κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για αποδοχές αδείας 1999, εφόσον από τις 26 ημέρες που δικαιούταν έλαβε άδεια μόνο για τις 14 ημέρες, δικαιούται για το υπόλοιπο 12 ημερών αποδοχές αδείας 1999 το ποσό 433.848 (36.154 δραχμές Χ 12 ημέρες) δραχμών ή 1.273,21 ευρώ, για επίδομα αδείας 1999 614.618 δραχμές ή 1.803,72 ευρώ (36154Χ 17), έναντι του οποίου έλαβε κατά την αγωγή το ποσό των 2.523,84 ευρώ και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή. Ο ενάγων όμως δεν δικαιούται για τις αποδοχές αδείας των 12 ημερών που δεν ελάμβανε προσαύξηση των αποδοχών αυτών αδείας κατά 100%, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ζήτησε την άδεια των 12 ημερών και η εναγομένη δεν του τη χορήγησε και τον εξανάγκασε να εργασθεί κατά το χρόνο της αδείας του αυτής. Οι εργασίες προκοστολόγησης στις οποίες ο ενάγων προέβαινε, καθώς και η συνεργασία του με το τμήμα προμηθειών και πωλήσεων, ήταν συναφείς και στενά συνυφασμένες με τις ανατεθείσες σ' αυτόν αρμοδιότητες ως προϊστάμενος του τμήματος παραγωγής, δηλαδή οι πιο πάνω απασχολήσεις του ανάγονταν στον κύκλο των κύριων και αρχικά συμφωνημένων αρμοδιοτήτων του, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται υπέρ αυτού αξίωση ιδιαίτερης αμοιβής, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, την οποία ο ενάγων δεν επικαλείται. Από το 1990 η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος "Σ Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." του παραχώρησε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, πληρώνοντας η ίδια όλα τα λειτουργικά έξοδα (καύσιμα, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιστρα, δαπάνες συντήρησης), προκειμένου να διευκολυνθεί ο ενάγων στην εκτέλεση της εργασίας του και για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησής της και όχι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, με αποτέλεσμα η εν λόγω παροχή να μην συνυπολογίζεται στο μισθό του. Μετά το 1995 στον ενάγοντα, λόγω καταστροφής του πιο πάνω αυτοκινήτου σε τροχαίο ατύχημα, παραχωρήθηκε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου HUNDAI και από το 1998 μέχρι το 2003 άλλο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ROVER. Επίσης, η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος όσο και η εναγομένη διάδοχος της, είχαν παραχωρήσει σ' αυτόν τη χρήση δυο κινητών τηλεφώνων με δαπάνες τους για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του και, συνεπώς, τα ποσά λειτουργίας των κινητών δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του συμβατικού μηνιαίου μισθού του. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων τόσο το αυτοκίνητο όσο και τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιούσε για την κάλυψη και των προσωπικών του αναγκών. Τέλος, δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της αρχικής εργοδότριας "Σ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", κατά την οποία, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, η εργοδότρια υποχρεούται να του μεταβιβάσει την κυριότητα του αυτοκινήτου του οποίου του είχε παραχωρήσει τη χρήση για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφή και επαρκή περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που επιβάλλουν την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος, μέρος πρώτο, δέκατος πέμπτος, μέρος πρώτο, και δέκατος έκτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Από το άρθρο 352§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν εκτελούσε εργασίες στο τμήμα προμηθειών, παραβίασε το άρθρο 352§1 ΚΠολΔ σχετικά με τη δύναμη της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που έγινε με τις προτάσεις της, στις οποίες ανέφερε ότι για τις εργασίες προκοστολόγησης και προμηθειών δεν δικαιούταν ο αναιρεσείων να εγείρει αξιώσεις για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής, διότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του. Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η μη λήψη αυτής από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον που ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο δέκατος πέμπτος, δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια περί μη λήψεως υπόψη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι για τις εργασίες προκοστολόγησης και προμηθειών δεν δικαιούταν ο αναιρεσείων να εγείρει αξιώσεις για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής διότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αποδειχθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, περί της επάρκειάς του στην εργασία του, περί υπάρξεως έχθρας και εμπάθειας που έτρεφαν προς αυτόν ο νόμιμος εκπρόσωπος και ο εμπορικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης, καθώς και περί των μηνιαίων αποδοχών που αυτός ελάμβανε, δεν στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο, διότι πρόκειται περί συμπερασμάτων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι όλως αορίστως με αυτόν προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους κανόνες της λογικής, χωρίς να τους αναφέρει. Με τους τρίτο και έβδομο, πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν εφάρμοσε την από 25-11-1937 ΣΣΕ των λιθογράφων, που προέβλεπε μεγαλύτερα ποσοστά κατά τις εκεί διακρίσεις για τις ώρες εργασίας πέραν των 40 ωρών του νόμιμου ωραρίου εβδομαδιαίως. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι η προαναφερθείσα κλαδική ΣΣΕ δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν συμμετείχε στη σύναψή της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η παράλειψη του Εφετείου να αιτιολογήσει από ποια στοιχεία που προτάθηκαν και αποδείχθηκαν εξήγαγε αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το αναφερόμενο ύψος του ποσού που καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας του δεν ελέγχεται ακυρωτικώς, διότι η αιτιολόγηση αυτή αποτελεί στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η πλημμέλεια ή ανεπάρκεια της οποίας δεν ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτος. Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την προσαύξηση πέραν του ποσοστού 100% για το μήνα Μάρτιο του έτους 2001, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση. Ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του από τους αρ. 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 4§5 του ν. 874/2000, με το να δεχθεί προσαύξηση μόνο 100% για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας και όχι 200% που ζητούσε, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ως άνω προσαύξηση (100%), ενώ, όπως από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δεν υπολόγισε την προσαύξηση με το προαναφερόμενο ποσοστό.
Ο έλεγχος του παραδεκτού του πραγματικού ισχυρισμού, ως προϋπόθεση του βάσιμου του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αποτελεί απαραίτητο όρο του ελέγχου από τον Άρειο Πάγο της κρίσης του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη προβολής πραγματικού ισχυρισμού. Αυτό συμβαίνει ως προς το βάσιμο του αναιρετικού λόγου, διότι δεν υφίσταται λογικά παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων τα οποία δεν προτάθηκαν νόμιμα και παραδεκτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον ενδέκατο, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του ότι με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι έλαβε το ποσό των 2.523,84 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 1999, ενώ αυτό το ποσό το έλαβε για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας έτους 1999. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων δεν καθορίζει σ' αυτήν από το συνολικό ποσό των 2.523,84 ευρώ που έλαβε από την αναιρεσίβλητη ποιο μέρος αφορά αποδοχές αδείας και ποιό επίδομα αδείας.
Κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται για τις αποδοχές αδείας των 12 ημερών που δεν έλαβε προσαύξηση των αποδοχών αυτών αδείας κατά 100%, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ζήτησε την άδεια των 12 ημερών και η εναγομένη δεν του τη χορήγησε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δέκατος τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι λόγοι αναίρεσης για να είναι ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτήν πλημμέλεια. Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο, έκτο, δέκατο και δωδέκατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες αιτήσεις του, χωρίς όμως να τις καθορίζει επακριβώς, ώστε να κριθεί αν αυτές αποτελούν αιτήσεις κατά την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αλλά παραπέμποντας για τον προσδιορισμό τους στις αντίστοιχες σελίδες και παραγράφους της ένδικης αγωγής του.
Συνεπώς, οι άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι, η δε αοριστία τους δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του αναιρεσείοντος, αφού δεν απάντησε ως προς τη βάση της αγωγής του, με την οποία είχε ζητήσει για την εργασία του ως προγραμματιστή τα ποσά των 16.800 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2000 μέχρι 5-3-2004 και 15.600 για τους υπόλοιπους μήνες των ετών 2002, 2003 και 2004 μετά την πρόσληψη προγραμματιστή λόγω της απαραίτητης συμμετοχής του στην εργασία αυτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος της αυτό και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστη τη σχετική βάση αυτής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο, αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος, για παράνομη υπερωριακή εργασία των χρονικών διαστημάτων από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 και 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή του προσαύξηση του ωρομισθίου του ίση με το 100%, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ζητεί προσαύξηση ίση με το 200%, αντί του δικαιουμένου από αυτόν ποσοστού 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον εν μέρει και δη κατά το ποσοστό 150% της προσαύξησης βάσιμο θεμελιωτικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8. του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επίσης, οι έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς αμφότεροι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι εν μέρει βάσιμοι και δη κατά το ποσοστό της προσαύξησης 150%, αβάσιμοι δε κατά το επιπλέον ποσοστό.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής και ειδικότερα, αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για παράνομη υπερωριακή εργασία των χρονικών διαστημάτων από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 και 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, και την προσαύξηση αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 2669/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 10η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν είναι παράνομη, για κάθε ώρα ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του ωρομισθίου. Δικαστική ομολογία είναι μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος και μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον που ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως, ενώ, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη. Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 13 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7428/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2010 αίτησή της, με τις δε από 14-11-2011 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 & 1 του ν. 2112/1920, και των άρθρων 648, 652 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του µισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συµβάσεως ή το νόµο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η µονοµερής µεταβολή γίνεται από αυτόν σύµφωνα µεν µε τους όρους της συµβάσεως ή του νόµου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος. Η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική µεταβολή των όρων της συµβάσεως, αφού η µεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα ο µονοµερής προσδιορισµός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώµατος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώµατος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο µονοµερής προσδιορισµός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων µε αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώµατος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώµατος να λαµβάνει υπόψη, κατά την άσκηση του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου µέρους. Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται επί συµβάσεως παροχής εξαρτηµένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωµα του εργοδότη για προσδιορισµό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το µισθωτό αποτελεί µονοµερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισµούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόµο ή στη συµφωνία των µερών. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασµό και µε εκείνες των άρθρων 656,349 - 351,57,200,288 ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο µεταβολή των όρων της συµβάσεως δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το µισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωµα είτε να αποδεχθεί τη µεταβολή και να παραµείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύµβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη µεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συµβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη µεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών. Τέτοια περίπτωση βλαπτικής µεταβολής της συµβάσεως εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, συντρέχει και όταν ο εργοδότης, στα πλαίσια της γενοµένης οργανωτικής αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεώς του, τοποθετεί τον µισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση µε εκείνη, στην οποία προηγουμένως είχε τοποθετηθεί, και µε άλλο αντικείµενο απασχολήσεως, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άµεση ή έµµεση υλική ζηµιά, όπως µείωση των αποδοχών του ή ηθική βλάβη. Στην περίπτωση αυτή, ο µισθωτός δικαιούται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349 - 351 του ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, εκτός άλλων, αφού εκφράσει την αντίδρασή του για τη βλαπτική µεταβολή, να παραµείνει στη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να τον απασχολεί ο εργοδότης στην υπηρεσία, που προηγουμένως ήταν τοποθετημένος ή σε παρεµφερή υπηρεσία και να του καταβάλει τη διαφορά µεταξύ των αποδοχών, που είχε για την εργασία του στην προηγούμενη υπηρεσία και των αποδοχών, που του καταβάλλει για τα νέα καθήκοντά του. Επιπλέον, εάν η επιχειρηθείσα από τον εργοδότη µεταβολή, καθ' υπέρβαση των τασσομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού (57 ΑΚ), ως προς την επαγγελματική του αξία και τον εκθέτει στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από την παραπάνω πράξη του εργοδότη. Εξάλλου, στο άρθρο 10 παρ. 9-11 του ιδρυτικού της εκκαλούσας νόµου 1730/1987 ορίζεται ότι "9. Η ΕΡΤ. Α. Ε. λειτουργεί µε βάση τον Υπηρεσιακό Οργανισµό, το Γενικό Κανονισµό Προσωπικού, τον Κανονισµό Διενέργειας Προμηθειών και Εκτέλεσης Έργων και τον Εσωτερικό Κανονισµό Λειτουργίας της ΕΡΤ ΑΕ. 10. Με τον Υπηρεσιακό Οργανισµό της ΕΡΤ ΑΕ ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν την συγκρότηση των υπηρεσιών και επιτροπών, τον καθορισµό των αρμοδιοτήτων των γενικών διευθύνσεων, την κατανοµή των αρμοδιοτήτων στις ειδικότερες υπηρεσίες, την κατανοµή της παραγωγής στους τοµείς, τις θέσεις και τον αριθµό του προσωπικού και γενικά κάθε λεπτομέρεια, σχετική µε την οργάνωση και λειτουργία της ΕΡΤ - ΑΕ. 11. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των συλλογικών συµβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, ο Γενικός Κανονισµός Προσωπικού προβλέπει και ρυθµίζει γενικά και ειδικά προσόντα για την πρόσληψη και απόλυση προσωπικού, τις σχέσεις, το είδος και τις διακρίσεις της απασχόλησης με σύμβαση εργασίας ή έργου ή έμμισθης εντολής .... και γενικά όλα τα θέματα κατάστασης του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ".Ο ως άνω Γενικός Κανονισμός προσωπικού της εκκαλούσας, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 του νόμου 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/20.4.1989 τ. Β') και έχει συνεπώς ισχύν νόμου, ορίζει στο άρθρο 13 παρ. 12 "Στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων της ΕΡΤ - ΑΕ ή των Υπηρεσιών που επιτρέπεται απόσπαση για υπηρεσιακούς λόγους, καταβάλλεται κατά τον χρόνο άσκησης των καθηκόντων αυτών επίδομα .... ", στο άρθρο 18 παρ. 8 "Προϊστάμενοι των Υπηρεσιακών Μονάδων, εφόσον προέρχονται από το Τακτικό Προσωπικό, τοποθετούνται υπάλληλοι με βαθμό Α' των κλάδων Τριτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ... ", στην παρ. 9 "Η ανάθεση καθηκόντων γίνεται ως εξής: α) Προϊσταμένων Ραδιοφωνικών Σταθμών από τον Πρόεδρο ΔΣ - Δ/ντα Σύμβουλο της ΕΡΤ ΑΕ μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή ΕΡΑ", β) Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Μονάδων, που υπάγονται στον Πρόεδρο Δ/ντα Σύµβουλο, από τον ίδιο, γ) Προϊσταμένων Τοµέων Διευθύνσεων και Ανεξαρτήτων Υποδιευθύνσεων από τον αρµόδιο Γενικό Διευθυντή, δ) Προϊσταμένων όλων των άλλων υπηρεσιακών µονάδων από το Π. Υ. Σ µετά από εισήγηση του αρµοδίου Προϊσταμένου Διεύθυνσης", στην παρ. 11 "Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου ισχύει για τρία (3) χρόνια. Οι Προϊστάμενοι όλων των υπηρεσιακών µονάδων επαναξιολογούνται κάθε τρία χρόνια από τα ίδια όργανα που αποφάσισαν την ανάθεση. Βασικά κριτήρια επαναξιολόγησης είναι α) Η εξέλιξη του κόστους λειτουργίας της µονάδας, β) Η εξέλιξη της παραγωγής, παραγωγικότητας της µονάδας και γ) Οι πρωτοβουλίες περιορισµού της γραφειοκρατίας", στην παρ. 12 του αυτού ως άνω άρθρου "Με απόφαση του οργάνου που τον επέλεξε και µε την ίδια διαδικασία προϊστάμενος µπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της 3 ετίας, λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του µε βάση συγκεκριμένα στοιχεία. Η παρούσα δεν ισχύει για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους των Προϊστάμενων Τοµέων και των Διευθυντών", στην παρ. 14 "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου, αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από το βαθµό ή το µισθολογικό κλιµάκιο που κατέχει", στην παρ. 15 "η εκτέλεση καθηκόντων προϊσταμένου δεν διαφοροποιεί το µισθολογικό κλιµάκιο του υπαλλήλου που ασκεί τα καθήκοντα αυτά", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου ΓΚΠ ορίζεται: "Οι θέσεις της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού της ΕΡΤ - ΑΕ είναι οι εξής: Πρόεδρος- Δ/νων Σύμβουλος, Γενικοί Διευθυντές, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων, Τομεάρχες, Προϊστάμενοι τοπικών Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών, Προϊστάμενοι Υποδιευθύνσεων, Προϊστάμενοι Τμημάτων Κέντρων Εκπομπής Γραμματείας ΔΣ, Προϊστάμενοι Κλιμακίων Γραφείων". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 64 του Υπηρεσιακού Οργανισμού της ΕΡΤ - ΑΕ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 10 και 19 παρ 4. του νόμου 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 22969/Ε1/4049/17-10-2001 απόφαση των Υπουργών Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 1405Β/22-10-2001) και επέχει ισχύ νόμου: "Για το συντονισμό των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων δύναται να ορίζεται για κάθε πρόγραμμα Συντονιστής Προγράμματος με αρμοδιότητα: την παρακολούθηση και το συντονισμό του έργου των αρμοδίων υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή παρουσίαση του τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος. Οι Συντονιστές Προγράμματος ορίζονται µε απόφαση του αρµοδίου Γενικού Διευθυντή και επιλέγονται είτε από το προσωπικό της ΕΡΤ - ΑΕ, είτε προσλαμβάνονται με απόφαση του Προέδρου ΔΣ, Διευθύνοντος Συμβούλου και µε τη διαδικασία, που προβλέπεται για το Προσωπικό Ειδικών Θέσεων. Με την ίδια απόφαση τοποθέτησης καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, καθώς και το ειδικό επίδοµα θέσης (εάν πρόκειται για προσωπικό της ΕΡΤ) ή οι όροι παροχής των υπηρεσιών τους στην εταιρεία (εάν πρόκειται για Προσωπικό Ειδικών θέσεων)". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι ο Συντονιστής του Ραδιοφωνικού ή Τηλεοπτικού Προγράμματος, του οποίου ο διορισµός είναι δυνητικός, δεν καταγράφεται µεν στην αναφερόμενη από το ΓΚΠ της εκκαλούσας ιεραρχία, αλλά, λόγω των ως άνω αρμοδιοτήτων του για παρακολούθηση και συντονισµό του έργου των αρµοδίων υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης, ουσιαστικά κατατάσσεται σε επίπεδο διευθυντή, µετά τον αρµόδιο Γενικό Διευθυντή, στον οποίο και µόνο λογοδοτεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 ιδρύθηκε, με τη μορφή ΝΠΙΔ για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση, η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ - ΑΕ", στην οποία συγχωνεύθηκαν, εκτός των άλλων, η Ε.Ρ.Τ.1 και η Ε.Ρ.Τ.2, τη λειτουργία των οποίων συνεχίζει αυτή, ως καθολική, διάδοχός τους, ενώ το προσωπικό τους που υπηρετούσε, ως τακτικό προσωπικό ή με σύμβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου ή αορίστου µε σύµβαση έµµισθης εντολής, αυτοδικαίως, θεωρήθηκε δικό της προσωπικό και συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν µε την ίδια σχέση εργασίας και µε την ίδια ειδικότητα (άρθρ. 12 και 15 του ως άνω ιδρυτικού της νόµου). Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι κάτοχος δυο πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσέφερε τις υπηρεσίες του στη, µετέπειτα συγχωνευθείσα στην εκκαλούσα, ΕΡΤ-2 από το έτος 1984, αρχικά δυνάµει διαδοχικών συµβάσεων µισθώσεως έργου, ως τεχνικός, και από το έτος 1985, δυνάµει µεταξύ τους καταρτισθείσας συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σύµβουλος προγράμματος Τ/Ο - Ρ/Φ - Κ/Φ. Έκτοτε, προσέφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορες θέσεις ευθύνης και δη έως τις 5-6-1985, ως Προϊστάμενος του τµήµατος Ελέγχου Προγράμματος και από τις 6-6-1985 έως τις 26 -11-1985, ως Διευθυντής Προγραμμάτων στην ΕΡΤ 2. Ακολούθως εις εκτέλεση της από 13-11-1985 ΚΥΑ του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης αποσπάστηκε σε προσωρινή θέση στο πολιτικό γραφείο του Υφυπουργού Πολιτισμού Γεωργίου Α. Παπανδρέου, όπου και υπηρέτησε περί τα τρία έτη, ενώ εν συνεχεία, εις εκτέλεση της Φ.910.27/23/Η 4912/20-7-1988 ΚΥΑ Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και Υφυπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης αποσπάστηκε σε προσωρινή θέση στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Γεωργίου Α. Παπανδρέου, όπου και παρέμεινε για άλλα τρία έτη, ήτοι μέχρι τις 11- 4-1991 οπότε και τοποθετήθηκε ως μέλος της Επιτροπής Κοστολογίου της ΕΤ2. Ήδη, μετά τη συγχώνευση στην εκκαλούσα της πρώην ΕΡΤ-2, ο εφεσίβλητος, εντάχθηκε από 1-5-1989, στο μεταβατικό κλάδο ΤΕΠ- Μ2 : Σχεδιαστών - Ελεγκτών Προγραμμάτων. Από τις 30-12-1993 έως τις 30-5-1995 του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή Γραφείου Προέδρου Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ. της εκκαλούσας, ενώ στις 2-6-1995, τοποθετήθηκε στην ιεραρχικά ανώτατη θέση του Γενικού Διευθυντή της Ε Τ 1, όπου παρέμεινε μέχρι τις 6-3-1996. Ακολούθως, στις 9-5-1996, τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του γραφείου Προέδρου του Δ.Σ., παρέμεινε δε στη θέση αυτή μέχρι τις αρχές Απριλίου 2002. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 15348/22- 4- 2002 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης της εκκαλούσας του ανατέθηκαν καθήκοντα Συντονιστή του Τηλεοπτικού και του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της ΕΡΤ, µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο Ελληνισµό και ειδικότερα του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΤ-SAT (Διεύθυνση Διεθνών Τηλεοπτικών Εκπομπών) και της ΕΡΑ 5 (Διεύθυνση Διεθνών Ραδιοφωνικών Εκπομπών), ενώ µε την ίδια απόφαση αποφασίστηκε η καταβολή σ' αυτόν του ειδικού επιδόματος αυξημένης ευθύνης, όπως αυτό είχε καθοριστεί µε την υπ' αριθ. πρωτ. 335/14-3-2002 απόφαση του Προέδρου Δ.Σ-Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας. Στις 7-4-2005, µε την 2495/2005 απόφαση των Γενικών Διευθυντών Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της εκκαλούσας, εν σχέσει µε τα καθήκοντα του εφεσιβλήτου, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα επί λέξει: "Τροποποιούµε την 15348/22-4-2002 απόφασή µας ως ακολούθως : Αναθέτουµε καθήκοντα Συντονιστή του Ραδιοφωνικού προγράμματος της ΕΡΤ, µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο ελληνισµό, στον τακτικό υπάλληλο Γ. Σ.. Στον παραπάνω αναθέτουµε ειδικότερα τα καθήκοντα του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΑ 5 (Δ/νσης Διεθνών Ραδιοφωνικών Εκποµπών). Κατά τα λοιπά ισχύει η ως άνω απόφασή µας.". Με την τελευταία απόφαση ουσιαστικά αφαιρέθηκαν από τον εφεσίβλητο τα καθήκοντα του Συντονιστή του Τηλεοπτικού Προγράμματος της ΕΡΤ, τα οποία ασκούσε από 10-4-2002, περιορισθείς σ' αυτά του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της ΕΡΤ µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο ελληνισµό και δη σ' αυτά του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΑ 5, τα οποία, επίσης, ασκούσε από 10-4-2002. Ακολούθως, µε την 310.483/13-6-2005 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ραδιοφωνίας, ανακλήθηκε η προηγούμενη υπ. αριθ. 2495/2005 απόφαση από 15-6-2005, οπότε ο εφεσίβλητος απηλλάγη των ως άνω καθηκόντων του και τοποθετήθηκε πλέον ως υπάλληλος βάσης, ενώ έκτοτε έπαυσε η προς αυτόν καταβολή του ειδικού επιδόματος αυξημένης ευθύνης. Με το από 30-6-2005 έγγραφό του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύµβουλο της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε για την ενέργεια αυτή του Γενικού Διευθυντή Ραδιοφωνίας, θεωρώντας ότι έχει υποβιβαστεί για λόγους µη υπηρεσιακούς, αλλά καθαρά πολιτικούς και δη, διότι υπήρξε στενός συνεργάτης και Διευθυντής του γραφείου του νυν Προέδρου του ΠΑΣΟΚ επί δεκαετία και επί δύο φορές υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στη Μεσσηνία, συμμετείχε, δε, ενεργώς στα συνδικαλιστικά δρώµενα του συλλόγου του, έχοντας µάλιστα εκλεγεί, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Δ.Σ. της εκκαλούσας, ζητώντας να αρθεί η σε βάρος του αδικία και να αξιοποιηθεί από την εταιρεία σε θέση ανάλογη µε τα προσόντα του και την εµπειρία του, όπως συνέβαινε πριν από την προαναφερόμενη υπηρεσιακή µετακίνησή του, άλλως δήλωνε ότι θα στρεφόταν δικαστικά κατά της εκκαλούσας, ενώ εν συνεχεία µε την από 6-7-2005 αίτησή του, ζήτησε να μετακινηθεί στη Διεύθυνση Δηµοσίων Σχέσεων, αφού µετά την ένταξή του στο προσωπικό βάσης δεν µπορούσε πλέον να παραµείνει στη δύναµη του γραφείου της Γενικής Διεύθυνσης της ΕΡΑ. Για τη θέση του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού προγράμματος της ΕΡΤ για τον απόδηµο ελληνισµό, την οποία κατείχε ο εφεσίβλητος µέχρι τις 15-6-2005, προσελήφθη ο µη ανήκων στο προσωπικό της εκκαλούσας, αθλητικός δημοσιογράφος, Κ. Β., ως προσωπικό ειδικών θέσεων, ενώ ο εφεσίβλητος αδρανοποιήθηκε πλήρως, καθώς επί τέσσερις µήνες δεν του είχε ανατεθεί οποιοδήποτε εργασιακό αντικείµενο και δεν διέθετε δικό του γραφείο, ακολούθως, δε, τοποθετήθηκε, ως βασικό προσωπικό, στη Διεύθυνση Δηµοσίων Σχέσεων της εκκαλούσας, χωρίς να προκύπτει το ακριβές αντικείµενο της εργασίας του. Η απαλλαγή του εφεσιβλήτου από τα ως άνω καθήκοντα του Συντονιστή, η αδρανοποίησή του επί τέσσερις µήνες και κυρίως η εν συνεχεία ανάθεση σ' αυτόν, ως ανήκοντος πλέον στο βασικό προσωπικό, καθηκόντων, καταφανώς υποδεέστερων, έγινε από την εκκαλούσα, με βάση μεν το διευθυντικό της δικαίωμα, χωρίς, όμως, να εξυπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση των υπηρεσιών της, αλλά από εμπάθεια και εκδικητικά, χωρίς υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου, εξαιτίας των γνωστών αντίθετων πολιτικών του πεποιθήσεων. Πράγματι η μη αξιοποίηση από την εκκαλούσα της μη αμφισβητούμενης απ' αυτόν ευδόκιμης υπηρεσίας του και της πολύχρονης εμπειρίας του σε υψηλές θέσεις της ιεραρχίας, δεν εξυπηρετούσε καμία υπηρεσιακή της ανάγκη ή σκοπό, αλλά υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας, λόγω της γνωστής πολιτικής του τοποθέτησης και της ιδιότητάς του ως στελέχους του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί την εμπειρία του ενάγοντος, ούτε καταλογίζει σ' αυτόν οποιαδήποτε πλημμέλεια ή ανεπάρκεια ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, ισχυρίζεται, δε, ότι η τοποθέτηση στη θέση του εφεσιβλήτου του μη ανήκοντος στο προσωπικό της, ως άνω αθλητικού δημοσιογράφου Κ. Β., έγινε στα πλαίσια της ανάγκης αναδιοργάνωσης των προγραμμάτων της, που αφορούν τον απόδημο ελληνισμό, του οποίου βασικό μέρος είναι οι Έλληνες ναυτικοί σε ποντοπόρα πλοία, οι οποίοι ζητούν πολλά αθλητικά προγράμματα, για το λόγο δε αυτό η ΕΡΑ 5 αναμεταδίδει μεγάλα αθλητικά γεγονότα, ο δε νέος Συντονιστής, ως έμπειρος αθλητικός δημοσιογράφος, μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω βελτίωση των Ρ/Φ προγραμμάτων που αφορούν τους απόδημους Έλληνες. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι πειστικός, προτείνεται αλυσιτελώς, καθόσον κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η απαλλαγή του εφεσιβλήτου από τα καθήκοντα του Συντονιστή και η ανάθεση αυτών στον ως άνω δημοσιογράφο, αλλά η αδρανοποίηση του επί πολλά έτη θητεύσαντος σε επιτελικές θέσεις εφεσιβλήτου και η εν συνεχεία θέση αυτού εκτός ιεραρχικής κλίμακας με την ανάθεση σ' αυτόν καταφανώς υποδεέστερων καθηκόντων, αυτών, δηλαδή, του βασικού προσωπικού. Δεν έχει καταγραφεί άλλος παρόμοιος υποβιβασμός στο προσωπικό της εκκαλούσας, δηλαδή η ανάθεση καθηκόντων βασικού προσωπικού σε υπάλληλό της που είχε τοποθετηθεί προηγουμένως στη 2η θέση της ιεραρχίας, δηλαδή αυτή του Γενικού Διευθυντή (όπως ο εφεσίβλητος), ο οποίος υπόκειται ιεραρχικά μόνο στον Πρόεδρο ΔΣ - Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαλούσας. Από την υπηρεσιακή αυτή µετακίνηση του εφεσιβλήτου προκλήθηκε ζηµία σ' αυτόν τόσο υλική, αφού συνεπεία αυτής διεκόπη η προς αυτόν καταβολή του επιδόματος αυξημένης ευθύνης, ποσού 1.200€ µηνιαίως, όσο και ηθική, δεδοµένου ότι η συνεχής δωδεκαετής θητεία του σε επιτελικές θέσεις, συνέδεσε το πρόσωπό του µε τη θέση αυτού, ως ανώτατου στελέχους της εκκαλούσας στη συνείδηση των συναδέλφων του και η ως άνω µετακίνησή του και ο εξ αυτής υποβιβασµός του, αποτέλεσε αντικείµενο συζητήσεων και δημιούργησε κλίµα αμφισβήτησης και δυσπιστίας στο πρόσωπό του στον κύκλο των συναδέλφων του, των οποίων µέχρι πρότινος και επί µακρόν προΐστατο. Ενόψει αυτών, καταλήγει το Εφετείο, η µετακίνησή του από τη θέση του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της εκκαλούσας στο βασικό προσωπικό της, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος, συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώµατος της τελευταίας, µε συνέπεια την πρόκληση ηθικής και περιουσιακής ζηµίας του εφεσιβλήτου και αποτελεί µονοµερή από την εκκαλούσα βλαπτική µεταβολή των όρων της συµβάσεως εργασίας και προσβολή της προσωπικότητας του εφεσιβλήτου ως προς την επαγγελματική της έκφανση. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 64/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τούτο είχε δεχθεί ότι η μετακίνηση του εφεσιβλήτου και ο εξ αυτής υποβιβασμός του συνιστούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της, ένεκα της οποίας αυτός έχει υποστεί υλική και ηθική ζημία, και μετά ταύτα την υποχρέωσε να τον απασχολεί με τους προ της μεταβολής όρους, καθώς και να του καταβάλει το ποσό των 14.400 € για την ανόρθωση της ζημίας που υπέστη ένεκα της περικοπής του επιδόματος αυξημένης ευθύνης (ήτοι 1.200 € Χ 12 μήνες), αναγνώρισε δε και την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 1.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον η κρίση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εργοδότιδας, της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου και της πρόκλησης ηθικής βλάβης και υλικής ζημίας, δικαιολογείται από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, και είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ. 1, ενιαίως κρινόμενοι, με στοιχ. Ι.α, Ι.γ (κατά το πρώτο μέρος του), ΙΙ και ΙΙΙ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια. Επίσης, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, ως άνω, ζητήματα.
Συνεπώς και ο με στοιχ. Ι.γ (κατά το δεύτερο μέρος του),από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον, από το άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με στοιχ. Ιβ, (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, αν και έλαβε υπόψη του την, από 30-6-2005, επιστολή του αναιρεσίβλητου, προς τον τότε πρόεδρο της ΕΡΤ-Α.Ε., όμως δεν έλαβε υπόψη και την ομολογία του, που περιέχεται σ' αυτήν και αναφέρεται στο ουσιώδες περιστατικό της άσκησης του παραπάνω δικαιώματος της. Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο τρόπος ασκήσεως από το Δικαστήριο της ουσίας της διακριτική ευχέρειας του να συναγάγει από το παραπάνω έγγραφο (κατά την ΚΠολΔ 352 παρ.2), ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο της ουσίας, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων. Τέλος απαράδεκτος είναι και κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη, για την έκβαση της δίκης και τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος, ομολόγησε ότι η συμπεριφορά των οργάνων της διοίκησης της ήταν αψεγάδιαστη και ζήτησε να αξιοποιηθεί σε θέση ανάλογη με τα προσόντα και την εμπειρία του, διότι αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά συνιστούν επιχειρήματα διαδίκου. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-4-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ ( ΕΡΤ. ΑΕ)", για την αναίρεση της 7428/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απαλλαγή του αναιρεσιβλήτου από τα καθήκοντα του Συντονιστή, η αδρανοποίησή του επί τέσσερις μήνες και κυρίως η εν συνεχεία ανάθεση σ' αυτόν, καθηκόντων, καταφανώς υποδεέστερων, έγινε από την αναιρεσείουσα, από εμπάθεια και εκδικητικά, χωρίς υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου. Η μετακίνησή αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας, με συνέπεια την πρόκληση ηθικής και περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου ως προς την επαγγελματική της έκφανση. Ο τρόπος ασκήσεως από το Δικαστήριο της ουσίας της διακριτική ευχέρειας του να συναγάγει από το έγγραφο, ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 15/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινωφελούς Επιχείρησης Υποστήριξης Δήμου Τρίπολης (ΚΕΥΔΗΤ), όπως μετατράπηκε και μετονομάστηκε η Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Τρίπολης (ΔΕΑΔΗΤ), που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (στο σύνολό του) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2350Γ'/2-6-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (15-11-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δηµόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισµός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόµου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νοµικό χαρακτηρισμό των συµβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συµβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισμό της συµβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7- 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων ( αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Δήμου Τρίπολης, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συµβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Εξάλλου, από το συνδυασµό των διατάξεων ΑΚ 376, 648, 653 και 680, προκύπτει ότι ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του μισθού, που καθορίζεται µε την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, για πλήρη απασχόληση και αν ο εργοδότης, για λόγους που αφορούν αυτόν, δε χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που τίθενται στη διάθεση του για όλο το χρονικό όριο εργασίας, που ορίζεται από το νόµο ή από τη σύμβαση, εκτός αν ρητώς ή σιωπηρώς συμφωνήθηκε να εργάζεται αυτός κάθε ηµέρα λιγότερες ώρες του νοµίµου ωραρίου µε αντίστοιχη μείωση του μισθού του. Από τη διάταξη δε του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου" συνάγεται ότι η γενομένη από τον εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως του, δεν επιφέρει την λύση αυτής, αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα, είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του υπό τους όρους αυτής, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του, να ζητήσει την νόμιμη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει την μεταβολή και να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρησή τους, οπότε αν ο εργοδότης εμμείνει στην μεταβολή και αποκρούσει την προσφερόμενη από τον εργαζόμενο παροχή των υπηρεσιών περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει τις γι' αυτήν αποδοχές, τις οποίες δεν δικαιούται ν' αξιώσει ο μισθωτός, από μόνο το γεγονός της ανωτέρω μεταβολής. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1, ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται, κατά το άρθρο 159 ΑΚ, την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Αναφορικά δε με τα αποτελέσματα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας (όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση), που είναι απόλυτη κατ άρθρο 159 ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, εφόσον η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, ενώ προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη και εκτελεσθεί, η μεταβολή από τον εργοδότη των όρων της εργασιακής συμβάσεως, δια της μειώσεώς των ωρών της κανονικής ημερησίας εργασίας του και του αντικειμένου αυτής και καταβολή μειωμένου μισθού, έστω και με την συναίνεση του μισθωτού (πολύ δε περισσότερο χωρίς αυτή), χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου, δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση μερικής απασχολήσεως και επομένως ο εργοδότης οφείλει το μισθό για την πλήρη απασχόληση (παραίτηση από την ελαχίστων νομίμων ορίων του οποίου δεν είναι έγκυρη), ακόμη και αν ο μισθωτός αποδέχθηκε μετά ταύτα την άτυπη μεταβολή και συνέχισε την παροχή της εργασίας του υπό τους όρους αυτής. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ότι με την 10/15.10.1999 απόφαση της εκκαλούσας-εναγομένης αποφασίστηκε η πρόσληψη διευθυντικών στελεχών, εξωτερικών συνεργατών και εργατοτεχνικού προσωπικού για τη λειτουργία του παιδικού σταθµού ... του Δήµου Τρίπολης, µε συµβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο ετών, µε δυνατότητα ανανέωσης, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισης των συµβάσεων αυτών ως συµβάσεων αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, πέραν των άλλων ειδικοτήτων, αποφασίστηκε η πρόσληψη μαγείρισσας ή μάγειρα, µε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης (τετράωρη καθημερινή απασχόληση), υπεύθυνου για το μαγειρείο και την επιμελημένη και έγκαιρη προετοιμασία του φαγητού, σύμφωνα με το καθορισμένο διαιτολόγιο του παιδικού σταθμού. Ακολούθως, με την 448/31.12.1999 απόφαση του προέδρου της εκκαλούσας-εναγομένης προσελήφθη η εφεσίβλητη- ενάγουσα ως μαγείρισσα για τη λειτουργία του παιδικού σταθμού. Στην ανωτέρω απόφαση γίνεται αναφορά της 10/99 απόφασης με την οποία αποφασίστηκε η πρόσληψη μάγειρα ή μαγείρισσας για τετράωρη καθημερινή απασχόληση. Αργότερα, στις 13.10.2000, έγινε αναγγελία της πρόσληψης της εφεσίβλητης- ενάγουσας με καθεστώς μερικής απασχόλησης, χωρίς όμως να προσδιορίζεται το ωράριο εργασίας της, στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998. Στις 11.6.2001 καταρτίστηκε η με αριθμό πρωτ. 777/11.6.2001 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με την οποία αρχικά προσελήφθη η εφεσίβλητη-ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.6.2001 μέχρι 31.12.2001. Περαιτέρω, επακολούθησαν διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων και ειδικά οι από 11.6.2001, 2.1.2002, 29.11.2002 και 2.1.2004 έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τα χρονικά διαστήματα 1.6.2001 έως 31.12.2001, 2.1.2002 έως 1.1.2003, 2.1.2003 έως 31.12.2003 και 2.1.2004 έως 31.12.2004, αντίστοιχα, χωρίς ρητή πρόβλεψη περί μειωμένης απασχόλησης. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα απασχολούνταν καθημερινά για ένα τετράωρο και συγκεκριμένα από 10.00' έως 14.00', δηλαδή, ακολουθούσε τους όρους της απόφασης πρόσληψης της για μερική καθημερινή τετράωρη απασχόληση, όπως αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα αποσπάσματα του βιβλίου παρουσίας προσωπικού του παιδικού σταθμού, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας-εναγομένης. Εξάλλου και η εφεσίβλητη- ενάγουσα αποδέχεται ότι ακολουθούσε το επιβληθέν από την εκκαλούσα- εναγομένη, όπως εκθέτει, ωράριο εργασίας. Επομένως, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα εμπίπτει στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και πλέον οι διαδοχικές συμβάσεις, που κατάρτισε με την εκκαλούσα-εναγομένη και οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων είναι τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω π.δ/τος, ο συνολικός αυτός χρόνος υπηρεσίας, που παρασχέθηκε σε μειωμένο ωράριο εργασίας, έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους και το αντικείμενο της σύμβασης αφορά δραστηριότητες που σχετίζονται ευθέως και άμεσα με πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Εξάλλου και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την 1559/28.12.2005 απόφαση του έκρινε ότι στο πρόσωπο της εφεσίβλητης ενάγουσας συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επικυρώνοντας έτσι και την 478/23.11.2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Τρίπολης. Περαιτέρω, και όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό περί πλήρους απασχόλησης και όχι μερικής. Σύμφωνα με τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ακυρότητα της σύμβασης, καθόσον δεν τηρήθηκε αρχικά ο έγγραφος τύπος, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης για μερική απασχόληση, αφετέρου δε δεν αναγγέλθηκε η πρόσληψη στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Τα αποτελέσματα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας (όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση), ακυρότητα που είναι απόλυτη (ΑΚ 159) και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεδομένου ότι η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ότι από αυτήν γεννάται αυτόματα έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης, όπως ισχυρίζεται η εφεσίβλητη- ενάγουσα, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης της μερικής απασχόλησης, θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, με συνέπεια να δικαιούται η εφεσίβλητη - ενάγουσα αποζημίωση για την παροχή της εργασίας της αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), την οποία και έλαβε τουλάχιστον μέχρι και τον Αύγουστο 2006, αρνούμενη στη συνέχεια, απαιτώντας αποδοχές που δικαιούνται οι εργαζόμενοι στην ίδια ειδικότητα, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, παρόλο που η εκκαλούσα προσέφερε και προσφέρει τις νόμιμες αποδοχές της για μερική τετράωρη καθημερινή απασχόληση. Στη συνέχεια κατέληξε στην κρίση ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε, κρίνοντας ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δεχόμενη ακολούθως και τις αξιώσεις της εφεσίβλητης ενάγουσας περί καταβολής δεδουλευμένων ως εργαζόμενης σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως προς τα όλα τα αιτήματα της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, αν και δέχεται ότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης για μειωμένη απασχόληση και ακόμη ότι δεν αναγγέλθηκε η με μειωμένη απασχόληση πρόσληψη της αναιρεσείουσας στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όμως κατέληξε στην κρίση ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, ως προς το καθεστώς της απασχόλησης της, διότι η αναιρεσείουσα δεν συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, αφού τέτοια σύμβαση δεν μπορούσε να καταρτιστεί εγκύρως, μεταξύ των διαδίκων. Και τούτο, αν και έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε, αρχικά, την 1-6-2000 και συνεπώς η αρχική σύμβαση καταρτίστηκε πριν την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν. Ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ., πρώτος, (στο σύνολο του) και τέταρτος, (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 278/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσείοντες, εργαζόμενοι στην ΔΕΥΑΛ, δεν δικαιούνται τα έξοδα κίνησης, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τους ΟΤΑ, την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π..Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 16/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκε η 417/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2001),χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλΑΠΟλ.7/2011).Στηνπροκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 1998 μέχρι και 2005 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως δασοπόνος με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταία εκ των οποίων έληξε στις 31.10.2005. Ότι ο χρονικός περιορισμός των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας είναι καταχρηστικός και δεν δικαιολογείται από τη φύση των υπηρεσιών της ή των καλυπτόμενων αναγκών του εναγομένου με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι περαιτέρω η καταγγελία της υποκρυπτόμενης σύμβασης εργασίας της αορίστου χρόνου είναι άκυρη διότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και το εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της περιήλθε σε υπερημερία και προσέβαλλε την προσωπικότητα της. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να κηρυχθεί άκυρη η από 31.10.2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσό για μισθούς υπερημερίας και να υποχρεωθεί να αποδέχεται την προσφερόμενη από αυτή εργασία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση εντός τριετίας από της δημοσιεύσεώς της και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη - άρθ. 518 παρ. 2, 553 παρ. 1α), έκρινε νόμιμη την αγωγή, εκτός από το αίτημα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και στη συνέχεια δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα η οποία είναι πτυχιούχος δασοπόνος του τμήματος δασοπονίας του ΤΕΙ Καβάλας κατά τη διάρκεια των ετών 1998 έως και 2005 προσλήφθηκε από το εναγόμενο προκειμένου να παράσχει την εργασία της ως δασοπόνος στο Δασαρχείο Γ. δυνάμει των κατωτέρω αναφερομένων αποφάσεων της Διεύθυνσης Δασών Κιλκίς. Ειδικότερα προσλήφθηκε με την υπ. αριθμ. 5238/13.10.1998 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 16.10.1998 μέχρι 15.6.1999, με την υπ. αριθμ. 4447/16.11.1999 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 17.11.1999 μέχρι 16.7.2000, με την υπ. αριθμ. 4478/20.11.2000 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 20.11.2000 μέχρι 19.7.2001, με την υπ. αριθμ. 1611/17.7.2002 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2002 μέχρι 16.3.2003, με την υπ. αριθμ. 2473/10.9.2003 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 16.9.2003 μέχρι 15.5.2004 και με την υπ. αριθμ. 2002/3.8.2005 απόφαση και παρείχε την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 4.8.2005 μέχρι 31.10.2005. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στο Δασαρχείο Γ. με την αυτή ιδιότητα, τα αυτά καθήκοντα απασχολούμενη με πενθήμερη εργασία και ωράριο 07.00 έως 14.30 κατά δε τη διάρκεια της απασχόλησής της ασχολούνταν με την παραλαβή και καταμέτρηση δασικών προϊόντων, με θέματα διαχείρισης δασών και εκτέλεσης δασοτεχνικών έργων, συμμετείχε στη λήψη στοιχείων και τη σύνταξη μελετών οδοποιίας, αναδασώσεων, αντιπλημμυρικών έργων βελτίωσης δασικού οδικού δικτύου και αντιπυρικών ζωνών. Από το ανωτέρω προκύπτει ότι η σύναψη των διαδοχικών αυτών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι η τελευταία κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού (εναγομένου). Αυτό συνάγεται από την ίδια τη φύση της εργασίας για την οποία έγινε η πρόσληψή της, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εποχιακού χαρακτήρα αλλά και από τη φύση των καλυπτομένων από την εργασία της υπηρεσιακών αναγκών του Δασαρχείου Γ. που είναι σταθερές, συνήθεις, τακτικές και προβλέψιμες όπως προκύπτει αφενός μεν από τις αλλεπάλληλες ανανεώσεις των συμβάσεών της για μεγάλο χρονικό διάστημα επτά ετών, αφετέρου δε από την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης δασοπόνου στο Δασαρχείο Γ. την κάλυψη της οποίας ζητά η πιο πάνω υπηρεσία. Περαιτέρω δε προκύπτει και από το γεγονός ότι σε περίπτωση απομάκρυνσης της ενάγουσας το εναγόμενο θα αναγκασθεί να προσλάβει άλλη υπάλληλο με την ίδια ειδικότητα, αφού, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυρας, οι ανάγκες του Δασαρχείου Γ. είναι αυξημένες λόγω του αριθμού των εκτελούμενων έργων η δε εκτέλεση πολλών έργων καθυστερούσε κατά τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των λήξεων των συμβάσεων και μέχρι την ανανέωσή τους. Εξάλλου η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται περαιτέρω από την προσκομιζόμενη υπ. αριθμ. πρωτ. 2507/15.9.2004 βεβαίωση του Δασαρχείου Γ., όπου αναφέρεται, ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω υπηρεσίας. Όσον αφορά δε τη μεσολάβηση μεταξύ των παραπάνω συμβάσεων, συνολικής διάρκειας 40 μηνών, μικρότερων ή μεγαλύτερων χρονικών διαστημάτων αυτά δεν κρίνεται ότι διέκοπταν τη συνεχόμενη σχέση εργασίας της ενάγουσας με το εναγόμενο, αφού όπως κατέθεσε ο ίδιος ως άνω μάρτυρας τα διαστήματα μεταξύ της λήξης της μίας σύμβασης και μέχρι την έναρξη της επόμενης η ενάγουσα εργαζόταν στο Δασαρχείο χωρίς να αμείβεται.
Συνεπώς οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας και ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειάς τους δεν δικαιολογούνται ούτε από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων αναγκών του εναγομένου αλλά έγιναν καταχρηστικά προκειμένου να καταστρατηγηθούν σε βάρος της οι διατάξεις του νόμου 2112/20 .......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Mονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω διαδοχικές εργασιακές συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, η οποία δεν λύθηκε έγκυρα στις 31.10.2005, και το εναγόμενο, μη αποδεχόμενο την προσφερόμενη από την ενάγουσα εργασία κατέστη υπερήμερο και οφείλει να της καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου). Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), δεν έχουν εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 81 παρ. 3 ν. 1958/1991, που απαγορεύουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου, και γ) 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, δεν επιβαλλόταν ούτε από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-10 αίτηση για αναίρεση της 417/2006 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Και
Καταδικάζει τo αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το δικαστήριο, προκειμένου να επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί ένσταση ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής θα γίνει βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησης της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 19/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Π. Ψ., κατοίκου ... και 3. Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Δάρμαρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2515/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 10-5-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 14 παρ,1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή τον διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση της ΑΚ 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους. Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ. προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις ... . (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (παρ. 1). Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημίσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτής χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) είναι ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας. Στην εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο "ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΉΣ", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με εκδότη διευθυντή τον δεύτερο εναγόμενο (και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), καταχωρήθηκαν στα φύλλα της 16-5-1999, της 23-5-1999 και 27-6-1999 τρία δημοσιεύματα από την τρίτη των εναγομένων (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), δημοσιογράφο, που αναφέρονταν μεταξύ άλλων και στο πρόσωπο του ενάγοντος. Συγκεκριμένα στην πρώτη σελίδα του φύλλου της 16-5-1999 με τίτλο "Η συμμορία της Πεντέλης-Εμπρηστές δασών και καταπατητές γης" δημοσιεύθηκε κείμενο, υπογεγραμμένο από την τρίτη εναγομένη, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Για σωρεία κακουργημάτων κατηγορείται σπείρα οικοπεδοφάγων, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών και στην οποία μετέχουν μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και υποθηκοφύλακες. Η σπείρα ,σύμφωνα με το πόρισμα εξονυχιστικής έρευνας που διενήργησε ο Εισαγγελέας κ. Η. Κολιούσης, προετοίμασε και εξετέλεσε σχέδιο καταπάτησης 2500 στρεμμάτων στην Πεντέλη. Στην συνέχεια τα πούλησε ως οικόπεδα, προτού ακόμα σβήσουν τα αποκαΐδια μεγάλης πυρκαγιάς που είχε κατακαύσει την περιοχή. Είναι προφητικό αλλά και αποκαλυπτικό εν προκειμένω έγγραφο του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Αθηνών κ. Γ. Κολιοκώστα, το περιεχόμενο του οποίου φέρνει σήμερα στην δημοσιότητα "ΤΟ ΒΗΜΑ". Σύμφωνα με το έγγραφο οι εμπρησμοί των δασών είναι έργο οργανωμένων εγκληματικών ομάδων με ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς επαγγελματίες κακοποιούς". Στις σελίδες Α 48-50 υπάρχει άρθρο με τίτλο " Η συμμορία της Πεντέλης-Αυτοί είναι οι εμπρηστές" και υπότιτλο "Για πρώτη φορά στα χέρια της δικαιοσύνης ηθικοί αυτουργοί πυρπόλησης των δασών-σπείρα, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος και όπου μετέχουν, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και υποθηκοφύλακες κατηγορείται για σωρεία κακουργημάτων" στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Για πρώτη φορά καταπατητές-ηθικοί αυτουργοί πυρπόλησης των δασών στα χέρια της δικαιοσύνης! Σπείρα οικοπεδοφάγων, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών και όπου μετέχουν μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας κατηγορείται για σωρεία κακουργημάτων καθώς: Με πρωτοφανείς παρανομίες προετοίμασαν και εκτέλεσαν στη συνέχεια σχέδιο καταπάτησης έκτασης 2,500 στρεμμάτων στην Πεντέλη που πωλήθηκε σε οικόπεδα προτού ακόμη σβήσουν τα αποκαΐδια μεγάλης πυρκαϊάς που μετέτρεψε σε κρανίου τόπο την περιοχή! "ΤΟ ΒΗΜΑ" ανοίγει σήμερα τον φάκελο των ηθικών αυτουργών των πυρκαϊών και φέρει στο φως το αποκαλυπτικό και συγκλονιστικό ως προς το περιεχόμενο του πόρισμα εξονυχιστικής έρευνας που πραγματοποίησε ο εισαγγελεύς κ. Η. Κολιούσης, εμπειρότατος στη δίωξη και αποκάλυψη καταπατητών, ο οποίος προχώρησε στον εντοπισμό και στη σύλληψη (για πρώτη φορά) οικοπεδοφάγων - ηθικών αυτουργών εμπρησμού των δασών μας. Οι διώξεις εις βάρος τους είναι ήδη γεγονός και είναι βαρύτατες, σε βαθμό κακουργήματος και σε συνδυασμό με το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/50). Πρωτοφανείς οι μεθοδεύσεις που περιγράφονται λεπτομερώς στο εισαγγελικό πόρισμα για το πώς τα δάση γίνονται οικόπεδα αφού πρώτα παραδοθούν στις φλόγες! Οι απάτες διαδέχονται η μία την άλλη και πρόσωπα ανωτέρω πάσης υποψίας (συμβολαιογράφοι, υποθηκοφύλακες κ.α.) πρωτοστατούν στα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος". "Οικόπεδοφάγοι, ηθικοί αυτουργοί της πυρπόλησης των δασών και της εξαφάνισης του δασικού πλούτου της χώρας, για πρώτη φορά, έχουν πρόσωπο. Έχουν ταυτότητα και ονοματεπώνυμο ... Με κινήσεις μικροχειρούργου, ο εισαγγελέας Κολιούσης, με εντολή του προϊσταμένου του κ. Γ. Κολιοκώστα, κατόρθωσε να αποκαλύψει πρωτοφανείς μεθοδεύσεις της σπείρας των καταπατητών, στην οποία τον πρώτο ρόλο διαδραμάτισε μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών με τη συνεπικουρία μεγαλοσυμβολαιογράφου, ενώ στις παρανομίες πρωταγωνιστής υπήρξε ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας (εκεί ανήκει η Πεντέλη) Π. Σ. (ενάγων). Άπαντες διώκονται ποινικώς για σωρεία κακουργημάτων και σε συνδυασμό με τον νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος! Αλλά ας πάρουμε τα γεγονότα με την σειρά, έτσι όπως λεπτομερώς ιστορούνται στο εισαγγελικό πόρισμα, αποτέλεσμα πολύμηνης και κοπιαστικής έρευνας του Εισαγγελέα ...". Αφού παρουσιάζεται το ιστορικό της υπόθεσης με αναφορά στη δράση της δικηγόρου Μ. Π.-Θ., το κείμενο συνεχίζει "Η Π. δεν παραιτήθηκε ωστόσο της προσπάθειας και της έκνομης δραστηριότητας ... Αυτή τη φορά δεν προσέφυγε στο δικαστήριο, ούτε ισχυρίστηκε ότι το συμβόλαιο ήταν καμμένο. Έκανε κάτι καλύτερο και πιο παράνομο. Πλησίασε τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας (υπηρετεί ακόμη) Π. Σ., στον οποίο, όπως σημειώνει ο κ. Κολιούσης, "η πολιτεία του εμπιστεύτηκε την διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών" και τον έπεισε (έναντι ποίου ανταλλάγματος;) να μεταγράψει το 1995 το συμβόλαιο του 1936!! Και ο υποθηκοφύλακας το έκανε! (αποδεικνύεται από τις πραγματογνωμοσύνες δύο γραφολόγων, των Ι. Μ. και Χ. Κ.) ...". Στην σελίδα Α-50 του ως άνω φύλλου υπάρχει άρθρο με τίτλο "Ποιοί θα καθίσουν στο σκαμνί" και υπότιτλο "Το κατηγορητήριο" στο κείμενο του οποίου αναφέρονται,μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Τα κακουργήματα βροχή και τα αδικήματα σωρεία. Ο μισός Ποινικός Κώδικας αναφέρεται στο "δια ταύτα", του συγκλονιστικού, ως προς το περιεχόμενο, πορίσματος του Εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση, που αποκάλυψε για πρώτη φορά σπείρα επαγγελματιών κακοποιών, ηθικών αυτουργών εμπρησμών της Πεντέλης ... Ο δεύτερος μεγάλος κατηγορούμενος είναι ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας Π. Σ.. Πρόσωπο κλειδί στην κομπίνα καν με καθοριστικό ρόλο στην δράση της σπείρας για άμεση οικοπεδοποίηση των καμμένων. Είναι ο άνθρωπος που μετέγραψε εν έτει 1995 πλαστό συμβόλαιο (όπως αποδείχθηκε) του 1936, έναντι αδράς αμοιβής. Η κατηγορία σε βάρος του βαρύτατη. Πλαστογραφία με χρήση με σκοπό το όφελος κακουργηματικής μορφής και. σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/1950) ..." Στο φύλλο της 23-5-1999 της ίδιας δημοσιογράφου με τίτλο "Στα χέρια της Δικαιοσύνης η συμμορία της Πεντέλης" και υπότιτλο "Στον ανακριτή καλούνται για σωρεία κακουργημάτων οι εγκέφαλοι της σπείρας των οικοπεδοφάγων μετά τις αποκαλύψεις του Βήματος, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα "... Συμμορίας, συγκροτούμενης από πολίτες ανωτέρω πάσης υποψίας, εξ αυτών ορισμένοι δημόσιοι λειτουργοί, που βαρύνονται με το καθήκον της διασφάλισης της δημόσιας περιουσίας και των συναλλαγών, καθώς μετά την ολοκλήρωση της επιτυχημένης εισαγγελικής έρευνας από τον Εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση, τώρα τον λόγο έχει ο ανακριτής ... Και ενώ η Π. σύντομα λογοδοτεί στη Δικαιοσύνη, βαρυνόμενη με σωρεία κακουργημάτων, παραλλήλως κινείται σε βάρος της και η πειθαρχική διαδικασία από τον Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι μέλος. Πειθαρχικώς διώκεται άλλωστε ήδη και ο υποθηκοφύλακας - πλαστογράφος. Ο λόγος για τον πρωταγωνιστή της συμμορίας της Πεντέλης, υποθηκοφύλακα Κρωπίας Π. Σ., τον άνθρωπο που με τα μελανότερα χρώματα περιγράφει ο εισαγγελέας στο πόρισμα του. Τον δημόσιο λειτουργό που απεδείχθη ότι πλαστογράφησε το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και μετέγραψε εν έτει 1995 συμβόλαιο (το πλαστό) τη χρονιά που εφέρετο ότι συνετάγη. Το έτος 1936! Το συμβόλαιο που φέρει αριθμό .../36 μετεγράφη από τον Σ., που διέπραξε, όπως αναφέρεται στο εισαγγελικό πόρισμα, το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση και με σκοπό το όφελος σε συνδυασμό του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/50). Στον υποθηκοφύλακα-πλαστογράφο η πολιτεία (δυστυχώς) εμπιστεύτηκε τη διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών", όπως επισημαίνεται στο εισαγγελικό πόρισμα, αλλά ο δημόσιος λειτουργός διευκόλυνε τη σπείρα πλαστογραφώντας το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου έναντι αδράς αμοιβής, πλαστογραφία που απεδείχθη δίχως την παραμικρή αμφιβολία από τις πραγματογνωμοσύνες δύο γραφολόγων, των κκ. Ι. Μ. και Χ. Κ.. Και κάτι ακόμη. Ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας ανέλαβε να διεκπεραιώσει τη βρώμικη δουλειά, να μεταγράψει συμβόλαιο για το 1936., διότι τότε, τη δεκαετία του '30, η Πεντέλη υπαγόταν στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας! Τόσο μεθοδικοί και διαβασμένοι ήταν οι εγκέφαλοι της σπείρας, η δικηγόρος Π. και ο σκληρός πυρήνας του σωματείου "Μεγαλόχαρη", που επίσης διώκονται ποινικώς ...". Στο φύλλο της 27-6-1999, η ως άνω δημοσιογράφος καταχώρισε άρθρο με τίτλο "Στη φυλακή η συμμορία της Πεντέλης" και υπότιτλο "Συνεχίζονται οι ανακρίσεις για τους οικοπεδοφάγους-εμπρηστές", στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ οι αποκαλύψεις του τύπου επιβεβαιώνονται με τόσο απόλυτο τρόπο. Και οι αποκαλύψεις του "Βήματος" (16-5-1999) για τη σπείρα των καταπατητών-εμπρηστών μεγάλης έκτασης κομμένου δάσους στην Πεντέλη επιβεβαιώθηκαν μέχρι κεραίας. Ο ανακριτής που διαδέχθηκε τον εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση έστειλε ήδη στον Κορυδαλλό δύο μέλη της συμμορίας. Η μεγαλοδικηγόρος της Αθήνας Μ. Θ.-Π. (εγκέφαλος της πρωτοφανούς απάτης) ήδη βρίσκεται στις φυλακές ενώ τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο συμβολαιογράφος Αθηνών Δ. Δ.. Για τον πρωταγωνιστή της κομπίνας, τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας, Π. Σ. (περιέργως ακόμη δεν έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, αν και ποινικώς διώκεται για σωρεία κακουργημάτων σε συνδυασμό με τον νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος) αναμένεται εντός των ημερών να αποφασίσει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μια και ανακριτής και εισαγγελέας διαφώνησαν για την προφυλάκιση του (Η Μ. Θ.-Π.) Έναντι αδράς (;) αμοιβής έπεισε τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας να μεταγράψει εν έτει 1995 συμβόλαιο καθ' ολοκληρία πλαστό που εφέρετο ότι είχε συνταχθεί το 1936 (!) και αποδείκνυε ότι το δάσος ήταν ιδιωτική έκταση και ανήκε στον Χ. Γ. ...". Και συνεχίζει το Εφετείο: Τα ως άνω δημοσιεύματα έγιναν με βάση το από 30-4-1999 πόρισμα της προκαταρκτικής εξετάσεως που διενήργησε, κατόπιν παραγγελίας του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας Αθηνών Γ. Κολιοκώστα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηλίας Κολιούσης, σχετικά με υπόθεση που αφορούσε προσπάθεια καταπατήσεως μεγάλης εκτάσεως της Πεντέλης, που ανήκε στην Ιερά Μονή Πεντέλης, και την εν συνεχεία αυτής άσκηση ποινικής διώξεως για μία σειρά αδικημάτων σε βάρος των προσώπων που εμπλέκονταν στην υπόθεση, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο εισαγγελικό πόρισμα είχε προκύψει ότι η δικηγόρος Αθηνών Μ. Π.-Θ. από κοινού με τους Χ. Γ., Δ. Α., Μ. Φ., Ν. Β., Α. Α. και Α. Β. κατήρτισαν το έτος 1995 πλαστό δακτυλογραφημένο ακριβές αντίγραφο δήθεν του με αρ. .../1936 συμβολαίου που φερόταν ότι είχε δήθεν συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο Κρωπίας Αναστάσιο Στυλιανάκη και είχε μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας στις 3-12-1936 στον τόμο ... και με αρ. 319, με το οποίο εμφανιζόταν ο Γ. Γ. να έχει αγοράσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης τμήμα ακινήτου επιφανείας 1000 περίπου στρεμμάτων, ευρισκομένου στην Πεντέλη Αττικής. Στη συνέχεια το προσκόμισαν στον συμβολαιογράφο Αθηνών Δημήτριο Δημητρέλλο, προς τον οποίο ο Χ. Γ. εμφανίσθηκε ως δήθεν διάδοχος του πατέρα του Γ. Γ. και κύριος της ανωτέρω εκτάσεως, προκειμένου να συμφωνήσει για την μεταβίβαση αυτής με το με αρ. .../1995 προσύμφωνο πωλήσεως στους φερομένους ως δήθεν αγοραστές Δ. Α., Μ. Φ., Ν. Β., Α. Α. και Α. Β.. Αναφορικά με την συμμετοχή του ενάγοντος στην υπόθεση αυτή, το εισαγγελικό πόρισμα αναφέρει επί λέξει τα εξής: "έτσι κατάφερε (ενν. η δικηγόρος Μ. Θ.-Π.) και έπεισε τον Υποθηκοφύλακα Π. Σ. (στον οποίο η πολιτεία εμπιστεύτηκε την διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών) και νόθευσε το σχετικό βιβλίο (δηλαδή τον υπ' αριθ. ... τόμο μεταγραφών στον αριθμό 314/3-12-1936), έτσι ώστε να φαίνεται, ότι το συμβόλαιο αυτό είχε μεταγραφεί ήδη από το 1936. Ειδικότερα από την από 8-4-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Ι. Δ. Μ. και Χ. Δ. Κ. προκύπτει ότι το βιβλίο ήταν νοθευμένο και ότι την νόθευση πραγματοποίησε δυστυχώς ο ίδιος ο υποθηκοφύλακας Π. Σ., προφανώς ύστερα από προτροπή της δικηγόρου Π.-Θ., η οποία είχε κάθε λόγο να θεωρηθεί γνήσιο το υπ' αριθ. 588/1936 συμβόλαιο που προαναφέρθηκε ... Η ανωτέρω δικηγόρος που ενεργούσε για λογαριασμό του σωματείου "Η ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ" και γνώριζε την πλαστότητα του συμβολαίου, αφού δεν ήταν δυνατόν να πείσει τον Ηγούμενο της Μονής Πεντέλης να το αναγνωρίσει ως γνήσιο, στράφηκε στον Υποθηκοφύλακα Κρωπίας από τον οποίο ζήτησε να νοθεύσει τον αντίστοιχο τόμο του 1936, έτσι ώστε να φαίνεται ότι είχε μεταγραφεί από τότε το συμβόλαιο που προαναφέρθηκε. Ο ανωτέρω υποθηκοφύλακας δυστυχώς δέχθηκε και νόθευσε τον υπ' αρ. .../1936 τόμο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το υπ' αριθ. .../1936 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Αναστασίου Σπηλιώτη είχε μεταγραφεί στον αριθμό ... στις 3-12-1936. Η αξία της έκτασης (που ανέκαθεν πριν καταστραφεί από την πυρκαϊά του 1995 ήταν δάσος πεύκης και δασική έκταση με πουρνάρια κλπ.) ξεπερνούσε το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών ...Υπάρχουν επίσης ενδείξεις σε βάρος του Υποθηκοφύλακα Κρωπίας για πλαστογραφία (νόθευση) σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (δηλαδή της Ιεράς Μονής Πεντέλης) με σκοπό το όφελος και το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (αρθ. 26 παρ.Ια, 27 παρ 1, 216 παρ. 3 Π.Κ. σε συνδ. με αρθ 1 παρ 1 Ν. 1608/1950, όπως αντικ με άρθρο 4 παρ 5 Ν. 1738/1987 αρθ 2 Ν. 1877/90, αρθ. 36 Ν. 2172/1993 και αρθ 4 παρ 3α Ν. 2408/1996) ...". Από τα επίμαχα δημοσιεύματα προκύπτει ότι τα γεγονότα που αναγράφονται σε αυτά πηγάζουν από το περιεχόμενο του ως άνω από 30-4-1999 εισαγγελικού πορίσματος και αναφέρονται σε αυτό (πόρισμα). Με αυτά (δημοσιεύματα) γίνεται επιλεκτική ανασκόπηση του ως άνω εισαγγελικού πορίσματος με συνδυασμό σχολίων και καυστικής επικρίσεως των ατόμων που περιλαμβάνονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων. Τα όσα αναγράφονται στα δημοσιεύματα αναφορικά με τον ενάγοντα, στο μέτρο που αυτά αποτελούν γεγονότα, πράγματι αναφέρονται σχεδόν στο σύνολο τους, στο εισαγγελικό πόρισμα.
Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ψευδών γεγονότων, στο μέτρο που αυτά περιλαμβάνονται στο εισαγγελικό πόρισμα, στο οποίο άλλωστε γίνεται συνεχώς αναφορά στα ανωτέρω δημοσιεύματα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, ο ενάγων αποτελούσε ένα από τα πρόσωπα, τα οποία συνέπραξε σε ένα συνολικό εγκληματικό σχέδιο, το οποίο αποσκοπούσε στον αποχαρακτηρισμό καταστραφείσας από πυρκαιϊά δασικής έκτασης στην περιοχή Πεντέλης, μεγάλης αξίας, και την εν συνεχεία πώληση αυτής σε τρίτους καταπατητές. Για την συμμετοχή του ενάγοντος ασκήθηκε στη συνέχεια εναντίον του ποινική δίωξη για νόθευση εγγράφου, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, με σκοπό το όφελος, βλάπτοντας την περιουσία ΝΠΔΔ (Ιερά Μονή Πεντέλης) και η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερέβαινε τα 50.000.000 δραχμές. Η κατά το πόρισμα αποδιδομένη στον ενάγοντα εγκληματική ενέργεια (νόθευση της εγγραφής στο βιβλίο μεταγραφών) ήταν απολύτως αναγκαία για να επιτευχθεί ο αποχαρακτηρισμός και η πώληση δασικής εκτάσεως στην Πεντέλη, ενώ η απόδοση της νοθεύσεως στον ενάγοντα βασίσθηκε στο συμπέρασμα της από 8-4-1999 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δύο δικαστικών γραφολόγων, του Ι. Μ. και Χ. Κ..
Συνεπώς δικαιολογείται πληροίς στα ως άνω δημοσιεύματα ο χαρακτηρισμός του ενάγοντος ως "πρωταγωνιστή" ή ως "προσώπου-κλειδί" και με καθοριστικό ρόλο στην δράση της σπείρας στην ως άνω υπόθεση, για την απόδοση του ανωτέρω εγκληματικού σχεδίου. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι είχε συνταχθεί μία μόνο έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και όχι δύο, ως αναφέρεται στο δημοσίευμα (η δεύτερη από 4-3-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αφορούσε την εξ υπαρχής πλαστότητα του αντιγράφου του με αρ. .../1936 συμβολαίου και όχι την νόθευση της εγγραφής του οικείου βιβλίου μεταγραφών του υποθηκοφυλακίου Κρωπίας), όπως αβασίμως ισχυρίζεται στην έφεση του ο ενάγων, αφού η ως άνω από 8-4-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που αφορούσε την συγκεκριμένη νόθευση υπογράφεται από δύο γραφολόγους που ορίσθησαν ως πραγματογνώμονες. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το πόρισμα αυτής ήταν εντελώς αναξιόπιστο είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η τρίτη των εναγομένων, δημοσιογράφος, στηριχθείσα στο ανωτέρω εισαγγελικό πόρισμα, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει την αξιοπιστία ή μη της ανωτέρω εκθέσεως. Περαιτέρω, ναι μεν η φράση "έναντι αδράς αμοιβής", που περιλαμβάνεται στα δημοσιεύματα και η οποία άλλοτε συνοδεύεται με ερωτηματικό και άλλοτε όχι, δεν περιέχεται, πράγματι, στο πόρισμα, μπορεί όμως να συναχθεί συμπερασματικά από τον "σκοπό προσπορισμού οφέλους", που είναι στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στον ενάγοντα. Στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικό ότι στο 39° φύλλο του με αρ. 7/2000 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβούλιου Εφετών Αθηνών γίνεται σαφής μνεία "υποσχέσεων αμοιβής" της ως άνω δικηγόρου Μ. Θ.-Π. προς τον ενάγοντα, προκειμένου να δεχθεί αυτός να προβεί στην αλλοίωση της σχετικής ενδείξεως στον τόμο ... και με αριθμό εγγραφής 319 των παλαιών βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας του έτους 1936. Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε αντίστοιχες περιπτώσεις υπάρχουν εντονότατες υπόνοιες χρηματισμού των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών προκειμένου να δεχθούν να προβούν σε ανάλογες έκνομες ενέργειες, οι οποίες (υπόνοιες) συνήθως δεν απέχουν από την πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του ότι, λόγω της φύσεως της συναλλαγής, είναι σχεδόν αδύνατη η στοιχειοθέτηση, έστω και ενδείξεων τελέσεως του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας.
Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι η ως άνω αναφορά έγινε από την τρίτη των εναγομένων εν γνώσει της αναλήθειάς της και επομένως αυτή δεν είναι συκοφαντική. Εξ άλλου η χρήση της λέξεως "δυστυχώς" που χρησιμοποιεί δύο φορές ο εισαγγελικός λειτουργός στο πόρισμα του, αναφερόμενος στην φερομένη εγκληματική δράση του ενάγοντα, δικαιολογεί την κρίση της συντάκτριας των επίμαχων δημοσιευμάτων ότι η συμμετοχή του ενάγοντος περιγράφεται στο πόρισμα "με τα μελανότερα χρώματα". Βέβαια στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα υπάρχουν κάποιοι έντονοι χαρακτηρισμοί και μειωτικές εκφράσεις που αφορούν τα εμπλεκόμενα στην ανωτέρω υπόθεση πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνεται και ο ενάγων ("εμπρηστές - οικοπεδοφάγοι" "υποθηκοφύλακας πλαστογράφος"), αλλά από το όλο περιεχόμενο και το ύφος των κειμένων προκύπτει ότι με αυτά ασκείτο οξεία κριτική με δυσμενείς χαρακτηρισμούς στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα οποία ασκούσαν έργα δημοσίου ενδιαφέροντος, προκειμένου να στιγματισθεί ένα τόσο σοβαρό περιστατικό. Η ως άνω κριτική κρίνεται από το Δικαστήριο θεμιτή, εν όψει της προαναφερθείσας ιδιότητας των εμπλεκομένων προσώπων και ειδικότερα του ενάγοντος, και της ιδιαίτερης απαξίας των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών, που αφορούσαν ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος και ειδικότερα το ευαίσθητο ζήτημα της προστασίας του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων στην περιοχή Πεντέλης που είχαν καταστραφεί, λόγω πυρκαϊάς, από επίδοξους καταπατητές. Μάλιστα στα ως άνω δημοσιεύματα ρητώς αναγράφεται ότι "η δικογραφία έχει πάρει το δρόμο της. Ο ανακριτής έχει τώρα το λόγο ... Στον ανακριτή καλούνται για σωρεία κακουργημάτων ... Συνεχίζονται οι ανακρίσεις για τους οικοπεδοφάγους - εμπρηστές"), με συνέπεια να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία στον αναγνώστη ότι η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ποινικής προδικασίας και ο ενάγων δεν έχει καταδικασθεί, αλλά ότι κατηγορείται. Το ότι στο ένα από τα ως άνω δημοσιεύματα γίνεται λόγος ότι ο ενάγων διώκεται "ποινικώς για σωρεία κακουργημάτων σε συνδυασμό με το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος", ενώ η απαγγελθείσα κατηγορία σε βάρος αυτού αφορούσε μία μόνο πράξη σε βαθμό κακουργήματος, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω κρίση, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων στην έφεση του, διότι η ως άνω αναφορά αποτελεί προφανώς σφάλμα από παραδρομή, εν όψει του αριθμού των εμπλεκομένων στην όλη υπόθεση προσώπων, γεγονός που συνάγεται από το ότι λίγο πιο κάτω, στο κείμενο του ίδιου δημοσιεύματος (όπως και στα προηγούμενα) περιγράφεται σαφώς η αποδιδόμενη με το εισαγγελικό πόρισμα εγκληματική σε βαθμό κακουργήματος συμπεριφορά του ενάγοντος, που αφορά μία πράξη και συνεπώς ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί για ποια πράξη κατηγορείται ο ενάγων. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στα ως άνω δημοσιεύματα γεγονότα στοιχειοθετούν συκοφαντικά για τον ενάγοντα περιστατικά (αρθ. 363 Π.Κ.). Περαιτέρω η δημοσίευση των ανωτέρω κειμένων, αφ' ενός μεν έγινε από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μεταδόσεως πληροφοριών και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της ανωτέρω εφημερίδας για γεγονός μείζονος ενδιαφέροντος, όπως το κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα της προστασίας του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων που είχαν καταστραφεί από πυρκαϊά στην περιοχή Πεντέλης από επίδοξους καταπατητές, και μάλιστα από την εγκληματική δραστηριότητα δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, που κατείχαν σημαντικές θέσεις και προς σχολιασμό αυτών, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφ' ετέρου δε, δεν αποσκοπούσε ειδικώς στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής του αξίας, Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνάγεται και από το ότι λίγες ημέρες μετά τα ανωτέρω δημοσιεύματα, καταχωρήθηκε στις 21-7-1999 στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" λεπτομερές δημοσίευμα από την εξετασθείσα ως μάρτυρα δημοσιογράφο Δέσποινα Μπρούσαλη, κατόπιν προηγουμένως συνεννοήσεως αυτής με την τρίτη εναγομένη, δημοσιογράφο, με τίτλο "υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου έκανε την πλαστογραφία στο βιβλίο και υπέρτιτλο "Π. Σ." (ενάγων) όπου περιέχονται όλοι οι προβληθέντες από τον ενάγοντα υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, ότι στην ανωτέρω νόθευση του σχετικού τόμου με αρ. ... του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας προέβη συγκεκριμένη υπάλληλος της ως άνω υπηρεσίας, η οποία εργαζόταν εκεί με παράλληλη αντίκρουση από τον ενάγοντα του πορίσματος της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναφορά σε τεχνική έκθεση, ορισθέντων από τον ίδιο τεχνικών συμβούλων. Μάλιστα στην ως άνω εφημερίδα δημοσιεύθηκαν στην συνέχεια στις 21-6-2000, 26-6-2000 και 27-6-2000 αναλυτικά και λεπτομερή δημοσιεύματα από την διεξαχθείσα δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπου ήταν κατηγορούμενος και ο ενάγων, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση που χαρακτήρισε τον ενάγοντα "ως το τραγικότερο θύμα αυτής της υποθέσεως" και στην τελική απαλλακτική για τον ενάγοντα δικαστική κρίση. Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα του εφέτη Γεώργιου Σακκά, ο οποίος κατά τα λοιπά συντάσσεται με τα όσα προαναφέρθηκαν, σε πολλά σημεία, αλλά και στους τίτλους των ως άνω δημοσιευμάτων η επανειλημμένη χρήση των λέξεων "συμμορία " και "σπείρα" στην οποία ως μέλος αναφέρεται ο ενάγων, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού ως κατηγορούμενου, υπερβαίνει το αντικειμενικό αναγκαίο μέτρο για την στηλίτευση της εγκληματικής δραστηριότητας του ενάγοντος, όπως αυτή περιγράφεται στο ως άνω εισαγγελικό πόρισμα, και χρησιμοποιήθηκε από την τρίτη εναγόμενη, έμπειρη δημοσιογράφο, με σκοπό την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, οι ως άνω αναφορές του ενάγοντος ως μέλους "συμμορίας" και "σπείρας" συνιστούν οξεία έκφραση της φερόμενης ως τελεσθείσας από τον ενάγοντα εγκληματικής συμπεριφοράς εν όψει του αριθμού των εμπλεκομένων στην ως άνω υπόθεση προσώπων, του επιδιωκόμενου από αυτούς σκοπού και της βαρύτητας των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών, όπως τους αποδίδονται με το προαναφερόμενο εισαγγελικό πόρισμα, η οποία ουσιαστικά περιγράφει με μία λέξη (βλ. και άρθρο 187 Π.Κ. όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) την εγκληματική δραστηριότητα της ως άνω ομάδας προσώπων που φέρεται ότι εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή και συνακόλουθα του ενάγοντος με συνέπεια να μην υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο. Άλλωστε κατά την ως άνω κρατήσασα γνώμη από την ανάγνωση των επίμαχων δημοσιευμάτων δεν διακρίνεται υποκειμενική, κακόβουλη διάθεση της συντάκτριας αυτών που να τείνει στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος. Τέλος το γεγονός ότι με την με αριθμό 1926/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως για την οποία διώχθηκε με το σκεπτικό ότι στην πράξη αυτή προέβη υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου και όχι ο ενάγων, δεν μπορεί, κατά την ομόφωνη, περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ούτε από το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στον δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, έστω και υπό την μορφή της ελαφράς αμέλειας, διότι όση επιμέλεια και αν κατέβαλαν αυτοί κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούσαν να υπερκεράσουν την εισαγγελική αρχή για να διαπιστώσουν τελικά την ύπαρξη ή μη ευθύνης του ενάγοντος για την αποδιδομένη σε αυτόν αξιόποινη πράξη. Χαρακτηριστικό της έλλειψης υπαιτιότητας, αλλά και των σοβαρών στοιχείων σε βάρος του ενάγοντος είναι και το γεγονός ότι για την πράξη που του αποδόθηκε με το εισαγγελικό πόρισμα και για την οποία του απαγγέλθηκε κατηγορία από τον ανακριτή, διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση με το με αρ. 4003/1999 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που ήρε την διαφωνία μεταξύ Ανακριτή και Εισαγγελέα ως προς το ζήτημα αυτό, μετά την απολογία του ενάγοντος, ότι αίτηση αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεως αυτού με περιοριστικούς όρους απορρίφθηκε με την με αρ. 575/1999 διάταξη του 9ου Ειδικού Ανακριτή Αθηνών, ότι αυτός παραπέμφθηκε για την ως άνω σε βαθμό κακουργήματος πράξη με το προαναφερθέν με αρ. 7/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και ότι διατάχθηκε η εξακολούθηση της κρατήσεως του για ένα εξάμηνο ακόμη με το με αρ. 101/2000 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή του παραδεκτώς πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, τον οποίο επανέφεραν αυτοί με τις προτάσεις τους ενώπιον του και δέχθηκε παράλληλα ότι τα ως άνω δημοσιεύματα έγιναν χωρίς σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος και δεν ήταν συκοφαντικά, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προ διαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και ειδικότερα τα περί της μη συνδρομής εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο (ΑΚ 57 και 59) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, η οποία (έλλειψη) αποκλείει την εφαρμογή τους στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει μόνο τις παραδοχές που εκτίθενται αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγους της αίτησης, αλλά, πέραν τούτων, και όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες (οι οποίες δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο), από όλες δε τις παραδοχές αυτές, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει, όπως προελέχθηκε, πληρότητα (επάρκεια) και σαφήνεια αιτιολογιών, που στηρίζουν πλήρως και επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της. Συγκεκριμένα, σαφώς το εφετείο εξετάζει και τους μη αναφερόμενους στο εισαγγελικό πόρισμα ισχυρισμούς, στο μέτρο που αυτοί αποτελούν γεγονότα και αποφαίνεται ότι η συντάκτρια αυτών δημοσιογράφος δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους, αποκλείοντας παράλληλα τις περιεχόμενες στην ιστορική βάση της συκοφαντικής δυσφημήσεως βάσεις της δυσφημήσεως και εξυβρίσεως. Επίσης, οι αναφερόμενες σε ανεπαρκή αιτιολογία αιτιάσεις, συνδεόμενες μόνον με επιλεκτικές και αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, εφόσον δεν προσδιορίζονται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχονται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, δεν επιδρούν επί του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος του εφετείου, ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως και παράλληλα (κατ' αποδοχή της επαναφερθείσης ενώπιον του ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων), ότι τα αναφερόμενα στα δημοσιεύματα περιστατικά και λοιπές δυσμενείς κρίσεις έγιναν από την τρίτη αναιρεσίβλητη δημοσιογράφο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και χωρίς ειδικό σκοπό εξυβρίσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει, όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την παραδοχή του ότι "σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα ο ενάγων αποτελούσε ένα από τα πρόσωπα τα οποία συνέπραξε σε ένα συνολικό εγκληματικό σχέδιο", παραμόρφωσε κατά τούτο το περιεχόμενο της εισαγγελικού πορίσματος. Προφανές είναι ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαγνωστικού σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, με την έννοια του λάθους αναγνώσεως του κειμένου του εισαγγελικού πορίσματος, το οποίο κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρεσείοντα μέρος περιέχεται στις αιτιολογίες της, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του, με τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
Επειδή ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη προταθέντων ουσιωδών πραγμάτων δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991).
Εν προκειμένω με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, καταλογίζεται στο εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τους οποίους εξέφρασε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση συκοφαντικής δυσφημήσεως ως προς τους θεμελιωτικούς της αγωγής του ισχυρισμούς 1) ότι μετέχει σε σπείρα-συμμορία καταπατητών γης και εμπρηστών δασών και 2) ότι έχει ήδη αποδειχθεί η διπλή κατηγορία ότι ο ίδιος πλαστογράφησε το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και μετέγραψε το έτος 1995 το υπ' αριθμ. .../1936 συμβόλαιο. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως, εκτιμώμενους ενιαίως κατά τη σχετική παραδοχή του και τους απέρριψε με την παραδοχή ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με την μορφή συκοφαντικής δυσφημήσεως. Σε κάθε περίπτωση, τον μεν πρώτο ισχυρισμό ρητά το εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε με την παραδοχή ότι με βάση τα αναφερόμενα στο εισαγγελικό πόρισμα, δικαιολογείται πλήρως ο χαρακτηρισμός στα άνω δημοσιεύματα ως προσώπου-κλειδί με καθοριστικό ρόλο στη δράση της σπείρας, τον δε δεύτερο απέρριψε εμμέσως πλην σαφώς με την παραδοχή ότι ο αναγνώστης των δημοσιευμάτων μπορούσε να αντιληφθεί για ποια πράξη κατηγορείται ο αναιρεσείων. Συνακόλουθα αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος του αναιρετηρίου περί ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα "επιχειρήματα" του αναιρεσείοντος.
Με τον δέκατο τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, διότι με την απόρριψη της αγωγής του " του στέρησε την αποτελεσματική προστασία της προσωπικότητας και της ιδιωτικής του ζωής". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων της πιο πάνω διάταξης, πλήττεται η κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας. Πέραν των πιο πάνω παραδοχών, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ αποτελεί ουσιαστική διάταξη, η οποία μπορεί, σε περίπτωση παραβίασης της να ελεγχθεί με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 346/2009, ΑΠ 345/2009). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δε, το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, και προβλέπει στην παράγραφο 1, πως κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Η προστασία, την οποία εξασφαλίζει η πιο πάνω διάταξη ισχύει και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν πράξεις ιδιωτικών προσώπων. Παράλληλα, το άρθρο 10 της ίδιας σύμβασης προστατεύει την ελευθερία έκφρασης, δηλαδή κατά, τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα, την ελευθερία γνώμης, λήψης και μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, με την πρόβλεψη, περαιτέρω, πως η άσκηση της ελευθερίας αυτής είναι δυνατόν να υπαχθεί σε όρους. Περιορισμούς και κυρώσεις που αποτελούν το αναγκαίο μέτρο, εκτός των άλλων, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων. Το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης περιλαμβάνει "την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών". Έχει κριθεί, πώς η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τά σπουδαιότερα θεμέλια σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, μία από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την εξέλιξη της και την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Είναι σημαντική όχι μόνο για τις "πληροφορίες" ή "ιδέες" που γίνονται δεκτές ευνοϊκά ή θεωρούνται αβλαβείς ή αδιάφορες, αλλά και γι' αυτές που προσκρούουν, δυσαρεστούν ή ανησυχούν το Κράτος ή ένα οποιοδήποτε μέρος του πληθυσμού. Αυτό θέλει ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος χωρίς την οποία δεν υπάρχει "δημοκρατική κοινωνία" (Απόφαση Handyside της 7ης Δεκεμβρίου 1976 Σειρά Aαρ 24 σελ. 23 παρ. 49 δε D GOMIEN, D. HARRIS. L. ZWAAK: Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης και Πρακτική μτφρ. Εφη Τσατσαρέλη Παπαζήση. Αθήναι 2001 σελ. 433) Ειδικότερα, ως προς τον τύπο, είναι βέβαιο, πως η λειτουργία μιας εφημερίδας συνίσταται στο να δημοσιεύσει πληροφορίες, ιδέες και σχόλια. Η ελευθερία του τύπου προσφέρει στην κοινή γνώμη έναν από τους καλύτερους τρόπους για να γνωρίσει και να κρίνει. Χρειάζεται, όμως να γίνει προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε γεγονότα και αξιολογικές κρίσεις... για τις αξιολογικές κρίσεις η απαίτηση για απόδειξη της ακριβείας τους δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και υπονομεύει την ίδια την ελευθερία της γνώμης, θεμελιώδες στοιχείο του δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης (Απόφαση Lingens της 8ης Ιουλίου 1986 Σειρά Α' αρ. 103 σελ. 28 παρ. 46 σε όπ. παρ. σελ. 449). Άλλωστε, ο ρόλος του τύπου, ως προστάτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι ζωτικός στην λειτουργία της δημοκρατίας. Η ανεμπόδιστη λειτουργία του τύπου εγγυάται την υγιή λειτουργία της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων των πολιτών για πληροφόρηση και την ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών (Sunday Times v.UK (No1 ) A30 (1979).2 EHRR 245 para 65 PC, Sunday Times vUK (No2)A 217 (1991) 14 EHRR 229 para 50 PC, Jersild v.Denmark A. 298 19 EHRR 1 Para 35, Goodwin v.UK 1996-II. 23 EHRR 123 para 39 GC. Vides Aisavrzibas Klubs v. Lithuania, Judgment of 27 May 2004, para 24.Ozgur Radgo-Ses Radjo Televizyon Vapim Ve Tauitim AS v Turkey hudoc (2006) para 78, News Verlags Gm 3 Hand Co KGV v. Austria 2000-1.31 EHRR 246 para 56 βλ. Για τα παραπάνω Yonaka Arai σε Oboyle and Warbrick: Law of the Eyropean Convention on Human Rights Oxford University Press, New York 2009. Κατά ταύτα, και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όσα ήδη έγιναν δεκτά, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την κακή ερμηνεία και παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων της ΕΣΔΑ. Μετά απ' αυτά, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προπαρατέθηκαν, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.1.2008 αίτηση του Π. Σ. προς αναίρεση της με αριθμό 763/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα.
| null | null | 1
|
Αριθμός 20/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη - Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2)Α. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., 3) Χ. χήρας Δ. Δ., κατοίκου ..., 4) Α. Π. Β., κατοίκου ...,5) Σ. χήρας Ι. Π., το γένος Σ., κατοίκου ..., 6) Θ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. χήρας Α. Φ., κατοίκου ..., 8) Ρ. χήρας Δ. Β. -Β., κατοίκου ..., 9) Ι. Β. του Μ., κατοίκου ..., 10) Α., Γ. Κ., κατοίκου ..., 11) Α. χήρας Ν. Ο.-Β., κατοίκου ...,12) Γ. Π. του Β., κατοίκου ..., 13) Μαρίας χήρας Βασιλείου Παπαβασιλείου -Καλογιάννη, κατοίκου ..., 14) Ο. χήρας Μ. Μ., κατοίκου ..., 15) Ι. Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 16) Α. Κ. ή Τ. του Ν. κατοίκου ..., των δύο τελευταίων ως μόνων κληρονόμων και καθολικών διαδόχων Α. χήρας Ι. Χ., το γένος Γ. Χ. ή Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Παπαζήση, ο οποίος κατέθεσε πρόσθετους λόγους και προτάσεις.
Τον αναιρεσίβλητο: Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" Νομού Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Στάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 81/2010 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2010 αίτησή και τους από 18-8-2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 14/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη . κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 ΚΠολΔ και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως του (ΟλΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά (ΑΠ 143/2011, ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη την 2467/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς αντίκρουση των, με τις προτάσεις του καθού η αίτηση, προταθέντων αποδεικτικών εγγράφων για το κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος των επιδίκων απαλλοτριωτέων, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριωτέων ακινήτων στην περιοχή Νεοφύτου Δούκα, Αργύρη Εφταλιώτη, Ατλαντίδος και Δορυλαίου Μαλακοπής Κάτω Τούμπας με συντελεστή δόμησης 2,1 σε 1400 ευρώ ανά τ.μ με χρόνο εκτίμησης την 5-5-2008. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης ρητώς αναφέρεται σ' αυτήν ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και ιός εκ τούτου δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω αποδεικτικό στοιχείο.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.7, 8 εδαφ. γ, 9 του Ν. 2882/2001 και κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 6 και 29 παρ. 4 εδαφ. β του ίδιου νόμου, κατά την ειδική διαδικασία του προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου " οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα στο οποίο να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν μέσα σε δύο ημέρες από τη συζήτηση και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των αντιδίκων μέσα στην επόμενη ημέρα". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 237 παρ. 3 εδαφ. γ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρο 18 παρ.1 εδαφ. β του Ν 2882/2001 εφόσον δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού, προκύπτει ότι η προσκομιδή, από κάποιον από τους διαδίκους με την προσθήκη που έκανε στις προτάσεις - υπόμνημα, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται γι' αυτήν, νέων αποδεικτικών μέσων που τείνουν στην αντίκρουση των προσκομισθέντος και επικληθέντων με τις προτάσεις υπόμνημα του αντιδίκου και τείνουν στην αντίκρουση τους είναι παραδεκτή (ΑΠ 528/2005 Νόμος). Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338-340, 346,591 παρ 1 ΚΠολΔ, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 Ν. 2882/2001(ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι και στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη τις 1391/2009 και 1851/2008 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες ο καθού προσκόμισε με την προσθήκη και αντίκρουση είναι, σύμφωνα με την άνω σκέψη, αβάσιμος αφού οι αποφάσεις αυτές τείνουν στην αντίκρουση των αποφάσεων, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, με τις προτάσεις -υπόμνημα, οι αιτούντες.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή. δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Επομένως για να είναι ορισμένος ο λόγος (χυτός αναιρέσεως, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει επί πλέον να εξειδικεύεται με σαφήνεια και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση, που έγκειται ακριβώς το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα. Εξάλλου κατά τον αριθμό 19 του αυτού ως άνω άρθρου 559 αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ελλείψεις της αιτιολογίας αφορούν τα νομικά η πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του διατάγματος, 1 παρ. του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 του Ν. 2882/2001 σχετικά με τον καθορισμό της πλήρους αποζημιώσεως και επιπλέον ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκής και αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα προσάπτει τις αιτιάσεις: "Ότι η προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στον καθορισμό της τιμής των 1300 ευρώ το τ.μ χωρίς να αιτιολογεί "ειδικώς και εμπεριστατωμένος κατά το άρθρο 93 παρ. 3 Συντ. που στήριξε το δικανικό της πόρισμα. Ότι η γενική αναφορά ως δικανικό συμπέρασμα "Αφού συνεκτιμηθούν όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των αποζημιωτέων εδαφικών τμημάτων, ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας τους σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες καν χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της ρυμοτομίας ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε (συνυπολογιζόμενης όμως της ανατίμησης που επήλθε ανεξαρτήτως αυτών), και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, ανέρχεται, κατά τον αμέσως προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, σε 1300 ευρώ ανά τ.μ." είναι πλήρως αόριστη, αφού δεν εξειδικεύει σε ποια από τα αντιφατικά μεταξύ τους αποδεικτικά μέσα στηρίχθηκε και ποια απέρριψε, δεν αιτιολογεί ποια από τα παραπάνω συγκριτικά στοιχεία έκρινε πρόσφορα και ποια ως απρόσφορα." Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν εξειδικεύει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα και με την άνω μείζονα σκέψη το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και που έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή των άνω κανόνων. Ο αυτός πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος,διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, η οποία είναι ανέλεγκτη (αρθ. 561παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου κατά τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠοΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2010 αίτηση του Γ. Π. κ.λ.π και από 18-8-2011 προσθέτους λόγους για αναίρεση της 81/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης .Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχόμενη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 24/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Χ., κατοίκου Αθηνών, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16408/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 213/26-10-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476.1 και 513.1 εδ.α' ΚΠΔ, την από 6.6.2011 αίτηση αναίρεσης του Κ. Χ. Τ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 16408/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας και εκθέτω τα εξής: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση εκείνου που το άσκησε, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (σε συμβούλιο), απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473.1,2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της απόφασης, αν ο διάδικος είναι παρών, διαφορετικά από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παραγρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Κ. Τ. του Χ. άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 16408/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, που εκδόθηκε με παρόντα τον ίδιο και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) μήνα για παράβαση του Α.Ν. 690/1945. Η αναίρεση ασκήθηκε με σχετική αίτηση-δήλωση του ιδίου που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6.6.2011, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο την 5.5.2011, όπως αυτό πιστοποιείται από την βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθήνας, που υπάρχει στο σώμα της απόφασης.
Συνεπώς, η αναίρεση αυτή είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία άσκησής της έληγε την 15.5.2011, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) € (άρθρα 476.1, 513.1α'και 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 6.6.2011 αίτηση αναίρεσης του Κ. Χ. Τ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 16408/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας και β) να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) €. Αθήνα 18.10.2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως και, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής, η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Όταν η αίτηση ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά την ΚΠΔ 473§2, η προθεσμία είναι είκοσι (20) ημέρες, σε κάθε δε περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν, πριν από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της §3 του αυτού άρθρου. Η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της συγχωρείται όταν στην κατά την ΚΠΔ 474, συντασσόμενη έκθεση, γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμμα, το οποίο κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Κ. Τ. του Χ. άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 16408/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, που εκδόθηκε με παρόντα τον ίδιο και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) μήνα για παράβαση του Α.Ν. 690/1945. Η αναίρεση ασκήθηκε με σχετική αίτηση-δήλωση του ιδίου που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6.6.2011, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο την 5.5.2011, όπως αυτό πιστοποιείται από την βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθήνας, που υπάρχει στο σώμα της απόφασης.
Συνεπώς, η αναίρεση αυτή είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία άσκησής της έληγε την 25.5.2011, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκησή της. Σημειώνεται, ότι ο αναιρεσείων που άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, ειδοποιήθηκε διά του πληρεξουσίου του και αντικλήτου του δικηγόρου να προσέλθει στο Συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά την ΚΠΔ 476§1 εδ. τελ., όπως προκύπτει από την επισημείωση του γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας.
Κατ' ακολουθίαν των όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) € (άρθρα 476§1, 513§1α και 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2011 αίτηση του Κ. Τ. του Χ. για αναίρεση της 16408/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση 10ημέρου από την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).
| null | null | 0
|
Αριθμός 24/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ο. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2. Ο. Μ. του Ο., κατοίκου ..., 3. Χ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 4. Χ. Μ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 5. Χ. Ο. του Χ., κατοίκου ..., 6. Ι. Ι. του Μ., κατοίκου ..., 7. Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., απάντων περιοχής ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Παναγιώτας Σμυρνιού και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Η 90/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 692/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Συμβάσεως της Ρώμης "δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις εταίρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την προάσπισην της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων ...". Από τη διάταξη αυτή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εθνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετη διάταξη νόμου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 78, 80, 81 και 105 ΑΚ και 12 παρ.1 και 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η σωματειακή ελευθερία, ήτοι το δικαίωμα των πολιτών να συνιστούν μη κερδοσκοπικά σωματεία ή να είναι μέλη τούτων, μπορεί να περιορισθεί, με τη μορφή της μη αναγνώρισης ή της διάλυσης του σωματείου με δικαστική απόφαση, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου είναι παράνομοι ή αντίκεινται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια ότι η μη αναγνώριση ή η διάλυση του σωματείου για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται σε μία δημοκρατική κοινωνία ως αναγκαίο μέτρο και αποτελεί επιτακτική κοινωνική ανάγκη για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας η την πρόληψη διαταραχών της τάξης. Η ανάγκη προσφυγής στο περιοριστικό αυτό μέτρο δικαιολογείται όταν υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ της παραβίασης και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει. Προσέτι δε η ανάγκη αυτή πρέπει να είναι άμεση και να αποδεικνύεται πειστικά. Απλές μόνο υπόνοιες ή εντυπώσεις για τις προθέσεις ή τις τυχόν σκοπούμενες δραστηριότητες του σωματείου ως παράνομες ή αντικείμενες στη δημόσια τάξη με βάση μόνο την φραστική διατύπωση του καταστατικού ή την ερμηνεία όρων τούτου, δεν μπορούν από μόνες να θεμελιώσουν την, κατά την ανωτέρω έννοια, κοινωνική ανάγκη προσφυγής στο περιοριστικό μέτρο της μη αναγνώρισης του σωματείου. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί και εγγραφεί στο βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης το υπό ίδρυση σωματείο , του οποίου ήταν μέλη της προσωρινής διοικούσας επιτροπής με την επωνυμία "ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΕΒΡΟΥ Της ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ" με έδρα το χωριό Κόμαρο του δήμου Αλεξανδρούπολης νομού Έβρου. Σκοποί του εν λόγω σωματείου καθορίζονται η διατήρηση, διαφύλαξη και προβολή των λαϊκών παραδόσεων, λαϊκών, χορών, λαϊκών στοιχείων και εθίμων της περιοχής, καθώς και η διδασκαλία και μεταβίβαση αυτών στις επόμενες γενιές, η συμβολή στην εν γένει πνευματική, πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξη και σύσφιξη των πνευματικών μορφωτικών και προσωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών και η ψυχαγωγία των μελών του σωματείου. Τακτικά μέλη εγγράφονται όσοι εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και κατ' ευθείαν απόγονοι αυτών και έχουν την Ελληνική υπηκοότητα, καταγόμενοι ή κάτοικοι της περιοχής νοτίου Έβρου, ήτοι οι μη ανταλλάξιμοι Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα κάτοικοι του νομού Έβρου κατά την αναφερόμενη διαδικασία (βλ. άρθρα 2,4 του καταστατικού). Έτσι ως τακτικά μέλη του υπό έγκριση σωματείου είναι δυνατόν να εγγραφούν οι μη ανταλλάξιμοι και απόγονοι αυτών, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι ή καταγόμενοι από την περιοχή του νοτίου Έβρου. Όμως στην επωνυμία του σωματείου συμπεριλαμβάνεται η έκφραση "της μειονότητας Δυτικής Θράκης", χωρίς έτερο προσδιορισμό της λέξης "μειονότητας", εκτός του τοπικού Δυτική Θράκη. Η επωνυμία του σωματείου αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο τις ταυτότητας του κατά τις σκέψεις που προεκτέθηκαν. Με τη μνεία της λέξης "μειονότητας" προκύπτει ασάφεια και αμφιβολία εάν αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα, που μόνη αυτή αναγνωρίζεται από την προαναφερόμενη συνθήκη της Λωζάνης, ή αναφέρεται σε τυχόν έτερη (Εθνική κ.λ.π.) που δεν έχει αναγνωρισθεί από καμία διεθνή συνθήκη και προσκρούει στην εσωτερική δημόσια τάξη. Με την ασάφεια αυτή προκαλείται σύγχυση και παραπλάνηση και ως προς τα μέλη που εκπροσωπεί το εν λόγω σωματείο και την ταυτότητά τους. Η αοριστία είναι σκόπιμη αφού οι αιτούντες δεν στερούνται της δυνατότητας να ιδρύσουν σωματείο με επωνυμία σαφή και ακριβόλογη με προσδιορισμό "της μειονότητας" ως μουσουλμανικής, τη μόνη που αναγνωρίζεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση. Έτσι εμφανίζεται ότι υπάρχουν άδηλοι σκοποί του σωματείου με αντίστοιχο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Με τον τρόπο αυτό η επωνυμία του εν λόγω σωματείου δεν διατυπώνεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και αναμφίβολο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΑΚ και επομένως η αναγνώρισή του δεν είναι δυνατή. Η μη αναγνώριση του σωματείου δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της σωματειακής ελευθερίας, ενόψει των δυνατοτήτων που παρέχονται στους αιτούντες να συστήσουν σωματείο με σαφώς προσδιοριστική της ταυτότητας του επωνυμία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση για την αναγνώριση του εν λόγω σωματείου δεν είναι νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΑΚ. Και τούτο διότι την ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια τάξη από το σκοπό και τη λειτουργία του υπό αναγνώριση σωματείου και κατ' επέκταση την άρνηση αναγνώρισης αυτού, στήριξε όχι στο περιεχόμενο του καταστατικού του, αλλά σε μία απλή υποψία ότι από την ασάφεια που προκύπτει από την περιεχόμενη στην επωνυμία φράση "..της μειονότητας Δυτικής Θράκης", χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό της έννοιας "μειονότητα", αν δηλαδή πρόκειται για θρησκευτική ή άλλη (εθνική κ.λ.π.), προκύπτουν άδηλοι σκοποί του σωματείου με αντίστοιχο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Όμως, μια τέτοια ασάφεια από μόνη της δεν αρκεί για να θεμελιώσει .κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και συνακόλουθα επιτακτική κοινωνική ανάγκη άρνησης αναγνώρισης του ένδικου σωματείου. Τούτο δε ισχύει πολύ περισσότερο αφού από το όλο περιεχόμενο του καταστατικού, όπως αυτό αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαίτερα από την περικοπή αυτού ότι "ως τακτικά μέλη του υπό έγκριση σωματείου είναι δυνατόν να εγγραφούν οι μη ανταλλάξιμοι και απόγονοι αυτών μουσουλμάνοι το θρήσκευμα Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι ή καταγόμενοι από την περιοχή του νοτίου Έβρου", προκύπτει ότι πρόκειται για μουσουλμανική μειονότητα. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 692/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 4/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπροέδρους, Χαράλαμπο Δημάδη, Ανδρέα Τσόλια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνεδρίασε δημόσια στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (νόμιμου αναπληρωτή του κωλυομένου Εισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο.
Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.
Των Προσθέτως Παρεμβαινόντων:
Α. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ.-Ε. Δ. ΟΕ" και διακριτικό τίτλο "ATLANTIC PICTURES", με έδρα τα Μελίσσια Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε
ΥΠΕΡ: του Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ...
ΚΑΤΑ: της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ - ΕΡΤ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, με έδρα την Αθήνα.
Β. Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των σωματείων των εργαζομένων στην Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης", (Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ), με έδρα στην Αγία Παρασκευή Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΥΠΕΡ: του Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ...
ΚΑΤΑ: της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ - ΕΡΤ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, με έδρα την Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2000 ανακοπή της ήδη καθής η κλήση αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4086/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6509/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο καλών - αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1000/2010 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο της από 21.6.2007 αίτησης, του Χαριλάου Καραβαγγέλη, για αναίρεση της υπ' αρ. 6509/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 7 Οκτωβρίου 2010 κλήση του καλούντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, Γεώργιος Λαλλάς και δήλωσε ότι του κοινοποιήθηκε η από 22 Σεπτεμβρίου 2011 δήλωση της πρώτης εκ των προσθέτως παρεμβαινόντων ομόρρυθμης εταιρείας με την οποία δηλώνει ότι παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 18.3.2011 πρόσθετης παρέμβασής της. Οι παραστάντες πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν, ο μεν του καλούντος- αναιρεσείοντος την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δε της καθής η κλήση αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε α) να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1730/87 που ορίζει η ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στους πιστωτές της τόκο υπερημερίας με προνομιακό επιτόκιο 6%, όπως το δημόσιο, και όχι με το σύνηθες επιτόκιο, που ισχύει για όλους του οφειλέτες και β) να αναιρεθεί η 6509/04 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με σκοπό να απορριφθεί η έφεση της ΕΡΤ ΑΕ κατά της 4086/02 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των παραστάντων διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 23 Φεβρουαρίου 2012, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι: Νικόλαος Ζαΐρης, Αντιπρόεδρος, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειος Φράγγος, Νικόλαος Τρούσας και Δημήτριος Κόμης Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, που έχει ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από την πρόσθετη παρέμβαση µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ.
Στην προκείµενη περίπτωση, η Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Κ. - Ε. Δ. ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ATLANTIC PICTURES", επικαλούμενη ότι έχει έννομο συμφέρον, άσκησε την, από 18-3-2011, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση της, κατά τη συζήτηση δε της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης Γεώργιος Λαλλάς δήλωσε ότι η παραπάνω εταιρεία, με την προσκομιζόμενη, από 22-9-2011, εξώδικη δήλωση της, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης πρόσθετης παρέμβασης, πριν τη συζήτηση αυτής. Όπως προκύπτει από την, επ' αυτής, επισημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., με χρονολογία 22-9-2011, η παραπάνω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 22-9-2011, με αυτήν δε η προσθέτως παρεμβαίνουσα, διά του υπογράφοντος την εξώδικη δήλωση δικηγόρου της Θωμά Κουβέλη, στον οποίο έχει χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, με το 18004/19-9-2011 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γιάννη Γουβέλη, δηλώνει, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης. Η ως άνω παραίτηση, που έγινε µε εξώδικο, είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η πρόσθετη αυτή παρέμβαση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295, 299 ΚΠολΔ). Επομένως, η δίκη που ανοίχθηκε με αυτήν πρέπει να κηρυχθεί καταργηµένη. Με την από 7-10-2010 κλήση του αναιρεσείοντος Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., εισάγεται νομίμως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της, από 21-6-2007, αιτήσεως του, περί αναιρέσεως της 6509/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1000/2010 αποφάσεως του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο παρέπεμψε το λόγο αυτό στην Ολομέλεια, διότι έκρινε, ότι, με την επ' αυτού διάγνωση, δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και ως δυνάμενο να οδηγήσει στην άρνηση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987, ως αντισυνταγματικής (ΚΠολΔ 563 παρ.2 στοιχ. β', 23 παρ.2 του ν. 1756/1988). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει επίσης, ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί αναιρέσεως (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωμα "να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση".
Στην προκειμένη υπόθεση, η οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, για την επίλυση του ως άνω νομικού ζητήματος, άσκησε, για πρώτη φορά, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση η "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Ελληνικής Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης", (Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ), ως αναγνωρισμένη δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση των εργαζομένων στην Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, με την από 12-9-2011 πρόσθετη παρέμβαση της, επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων του αναιρεσείοντος - εργαζομένου, αλλά και του συλλογικού συμφέροντος των μελών της, δοθέντος ότι τα ζητήματα που θα κριθούν είναι γενικότερου ενδιαφέροντος.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως.
Κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοια αυτής οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας, μη ανεκτής από την κρατούσα στην Χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ισχυρισμός συνδέεται με νομοθετική ρύθμιση ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα κανόνα δικαίου, η οποία προβάλλεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα, και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας ή προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (ΟΛ.ΑΠ. 20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη "ΕΡΤ ΑΕ", με επιταγή κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της 5980/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντα, για τόκους του οφειλομένου κεφαλαίου, το ποσό των 4.351.000 δρχ., εκ του οποίου το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό τόκων 6% ετησίως ανέρχεται σε 957.870 δρχ., το υπόλοιπο δε εκ τόκων ποσό της επιταγής, ήτοι 3.393.130 δρχ. αντιστοιχεί στο πέραν του 6% ετησίως ποσοστό τόκου. Έκρινε δε ότι, ως προς το τελευταίο αυτό ποσό τόκου, δεν είχε αξίωση ο καθού η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 14 παρ.5 του ν. 1730/1987, απολάμβανε των αναφερόμενων οικονομικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου, και, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε την επιταγή κατά το παραπάνω ποσό. Ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, περί αντιθέσεως της ρύθμισης του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987 στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν διαλαμβάνεται στις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο στην αναιρετική δίκη. Παρά ταύτα παραδεκτώς προτείνεται κατά τρόπο ορισμένο το πρώτον, μετά την συμπλήρωση του από τον Εισηγητή δικαστή (άρθρο 562 παρ. 4), με την ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως, εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και επιπρόσθετα προκύπτουν από τις αιτιολογίες της απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανέρχεται σε 6%. Εξάλλου, στις διατάξεις του ιδρυτικού της ΕΡΤ-Α.Ε. Ν. 1730/1987, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Στην παρ.1 του άρθρου 1 ότι: "ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας και έχει έδρα την Αθήνα ... ", στην παρ. 3 του αυτού άρθρου ότι: "Η ΕΡΤ-Α.Ε. είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα (Ν. 1256/82), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος. Έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο που ασκείται από την Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου Τηλεθεατών- Ακροατών", στην παρ. 1 του άρθ. 2 ότι: "Σκοπός της ΕΡΤ-Α.Ε. είναι η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της με τα μέσα αυτά α) στην ενημέρωση β) στην μόρφωση και γ) στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού. Η ΕΡΤ-Α.Ε δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους", στην παρ. 1 του άρθρου 13 ότι: "Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΕΡΤ-ΑΕ, είναι εκείνο που προκύπτει μετά την απογραφή και αποτίμηση των περιερχόμενων σ' αυτήν περιουσιακών στοιχείων, ενεργητικών και παθητικών των καταργούμενων ΕΡΤ-1 και ΕΡΤ-2 και την απεικόνιση τους στον ισολογισμό που συντάσσεται στη συνέχεια. Το κεφάλαιο ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή)", στην παρ. 1 του άρθρου 14 "Πόροι της ΕΡΤ είναι α) έσοδα από ανταποδοτικό τέλος (εισφορά) που εισπράττει η ΕΡΤ-ΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων β) έσοδα από διαφημίσεις γ) έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και δ) έσοδα από κάθε άλλη πηγή" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ότι οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ-ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ειδικότερα των άρθρων 1 παρ. 1, 3 α και 2 παρ.1 του Ν. 1730/1987 προκύπτει ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση είναι Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό την εποπτείαν του Κράτους. Περαιτέρω, με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 1730/1987 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της "ΕΡΤ ΑΕ" και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία", ενώ µε την παρ. 13 του άρθρου 19 του νόµου αυτού ορίζεται ότι "Για µια τριετία από τη δημοσίευση του νόµου αυτού η "ΕΡΤ Α.Ε." και οι θυγατρικές εταιρείες της δεν υπόκεινται σε γενικούς ή ειδικούς άµεσους ή έµµεσους φόρους, σε κάθε µορφής τέλη ή δικαιώµατα ή κρατήσεις ή εισφορές και γενικά απολαμβάνουν αυτοδικαίως όλες τις συναφείς απαλλαγές και ατέλειες (µε την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. β του ν. 1642/86 και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1326/83) του Δηµοσίου, καθώς και κάθε άλλο προνόµιο του, ιδίως οικονοµικό και δικονοµικό. Εξαιρούνται οι εργοδοτικές εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων και οι επιβαρύνσεις για το προσωπικό τους, καθώς και οι φόροι και τα τέλη υπέρ των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης. Επομένως, κατά τις διατάξεις αυτές, αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ΕΡΤ-ΑΕ να καταβάλει στους πιστωτές της τόκο υπερημερίας με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, το οποίο είναι μικρότερο από το γενικό επιτόκιο του τόκου υπερημερίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά" (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη "ΕΡΤ ΑΕ", με επιταγή κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της 5980/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντα, για τόκους του οφειλομένου κεφαλαίου, το ποσό των 4.351.000 δρχ., εκ του οποίου το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό τόκων 6% ετησίως ανέρχεται σε 957.870 δρχ., το υπόλοιπο δε εκ τόκων ποσό της επιταγής, ήτοι 3.393.130 δρχ. αντιστοιχεί στο πέραν του 6% ετησίως ποσοστό τόκου. Έκρινε δε ότι, ως προς το τελευταίο αυτό ποσό τόκου, δεν είχε αξίωση ο καθού η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη απολάμβανε των αναφερόμενων οικονομικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου, και, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε την επιταγή, κατά το παραπάνω ποσό. Με τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε υπέρ της αναιρεσίβλητης ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτή σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αναιρεσείοντος, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση, (η οποία είναι Ν.Π.Ι.Δ., λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας), είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα (Ν. 1256/82), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, το κεφάλαιο της ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή) και δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους. Η επέκταση αυτή και στην αναιρεσίβλητη ΕΡΤ Α.Ε. της διατάξεως του άρθρου 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόµων περί δικών του Δηµοσίου (β.δ. της 26.6/10-7-1944), η οποία ορίζει ότι ανάµεσα στα ουσιαστικά προνόµια του Δηµοσίου συγκαταλέγεται και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Δηµόσιο και το οποίο ανέρχεται σε 6%, δηλαδή σε ποσοστό λιγότερο του 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης του Δηµοσίου και το οποίο ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση α) µε τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού µε αυτή αναγνωρίζεται υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. ευνοϊκή µεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δηµοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) µε την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του δανειστή της ΕΡΤ Α.Ε. (στην προκειμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος), χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δηµοσίου συμφέροντος και δ) µε την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάµεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα µέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία της ΕΡΤ Α.Ε., το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή λιγότερο του 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό. Το προαναφερόμενο προνόμιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι πλέον η ΕΡΤ-ΑΕ, η οποία αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέσω των θυγατρικών της εταιρειών, ενόψει του ότι στην παρ. 1 του άρθρου 14 ορίζεται, μεταξύ των άλλων και ότι πόροι της ΕΡΤ είναι και τα έσοδα από διαφημίσεις και από κάθε άλλη πηγή και ακόμη ότι οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ-ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία και συνεπώς είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας (πρβλ. Ολ ΑΠ.(πλήρη) 5/2011, που έκρινε ότι η προβλεπόμενη επέκταση της ως άνω διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς το ποσοστό του επιτοκίου και στον ΟΛΠ ΑΕ., που αποτελεί επίσης επιχείρηση κοινής ωφέλειας, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ΟλΑΠ 23/2004 που έκρινε ότι η προβλεπομένη επέκταση της ως άνω διάταξης ως προς την έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση µόνο καταψηφιστικής αγωγής και στην ΟΣΕ ΑΕ, που επίσης αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, αντίκειται στα άρθ. 4§1 και 20§1 του Συντάγματος, καθώς και ΟλΑΠ 11/2008, κατά την οποία η επέκταση επίσης στην ΟΣΕ ΑΕ της προβλεπομένης για το Δηµόσιο βραχυπρόθεσμης παραγραφής των κατ' αυτής αξιώσεων των εργαζοµένων της προσκρούει στις διατάξεις των άρθ. 4§§1 και 2, 20§1, 22§1 β, 25§1 του συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συµφώνου για τα Ατοµικά και Πολιτικά Δικαιώµατα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα µε το ν. 2462/1997). Έπρεπε, επομένως, το Εφετείο να µην εφαρμόσει τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987, οι οποίες προβλέπουν χαµηλό τόκο υπερημερίας υπέρ της αναιρεσίβλητης ΕΡΤ ΑΕ, ώστε είναι βάσιµος ο παραπεμφθείς στην ολομέλεια δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), µε τον οποίο προβάλλεται, οµοίως, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, πρέπει 1) να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, κατά το μέρος της με το οποίο δέχθηκε την από 28-11-2000 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την από 24-11-2000 επιταγή του αναιρεσείοντος, κατά το αιτούμενο ποσό των 9.957,82 ευρώ (3.393.130 δραχμών), που αντιστοιχεί στο πέραν του 6% ετησίως ποσοστού του νομίμου τόκου υπερημερίας, 2) να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (580 παρ.3 ΚΠολΔ) και 3) να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργηµένη τη δίκη που ανοίχθηκε με την, από 18-3-2011, πρόσθετη παρέμβαση της Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. - Ε. Δ. ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ATLANTIC PICTURES".
Αναιρεί, την προσβαλλόμενη, με αριθμό 6509/2004, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2012.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η επέκταση, με το άρθρο 14 παρ 5 του Ν. 1730/1987, και στην ΕΡΤ Α.Ε. του προνομίου του άρθρου 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10-7-1944), κατά το οποίο το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Δημόσιο ανέρχεται σε 6%, έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, β) το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γ) την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και δ) την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Το προαναφερόμενο προνόμιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι πλέον η ΕΡΤ ΑΕ, η οποία αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέσω των θυγατρικών της εταιρειών, ενόψει του ότι πόροι της ΕΡΤ είναι και τα έσοδα από διαφημίσεις και από κάθε άλλη πηγή και ακόμη ότι οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία και συνεπώς είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2469/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Καρπαθάκη - Δανιήλ, περί αναιρέσεως της 1195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 958/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός με την ανωτέρω έννοια είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον καταδικασθέντα κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις της παραγ. 2 άρθρου 84 ΠΚ, καθόσον η αναγνώρισή της έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της επιβλητέας ποινής στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 363 και 368 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκλημα για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, η δικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο γνώσεως του δικαιούχου, αφού το στοιχείο αυτό αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έναρξη και έγκυρη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας Όσον αφορά δε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ., για την πληρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση δε με την εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης πρέπει να προσδιορίζονται οι ασάφειες, αντιφάσεις και τα λογικά κενά που εμφιλοχώρησαν στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση της δικαστικής απόφασης. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών, οι οποίοι και εκπροσώπησαν την τρίτη απ αυτές στη δίκη, δεν πρόβαλαν αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στα πρόσωπά τους ελαφρυντικής περιστάσεως εκ των αναφερομένων στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ και δη στο πρόσωπο των 1ης και 3ης της ελαφρυντικής περιστάσεως της παραγ. 2α της ανωτέρω διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του μη προβληθέντος αυτού ισχυρισμού και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, διότι ουδεμία διέλαβε αιτιολογία επί του ισχυρισμού αυτού, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την κατηγορία και τα αποδεικτικά μέσα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεως των άρθρων 224 παρ. 2 ΠΚ και 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ και εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, συνεπεία των ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών που περιέχει στο σκεπτικό της, με αποτέλεσμα να στερείται νόμιμης βάσης. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, προεχόντως είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα δεν αναφέρεται ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, των οποίων ουδεμία γίνεται αναφορά, ούτε επισημαίνονται οι ασάφειες, αντιφάσεις και τα λογικά κενά που υπάρχουν στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση πάντοτε με την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στερούν την απόφαση νόμιμης βάσης.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί, κατά τα ανωτέρω μέρος τους τυγχάνουν απαράδεκτοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτά πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης οι συνήγοροι των αναιρεσειουσών πρόβαλαν το απαράδεκτο της σε βάρος τους ασκηθείσης ποινικής δίωξης, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, διότι, όταν υποβλήθηκε η έγκληση στις 17-4-2003, είχε παρέλθει τρίμηνο, από τότε που φέρονται ότι ισχυρίσθηκαν ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους, με τις ένορκες καταθέσεις, που έδωσαν στις 7-1-2003 η πρώτη και τρίτη και στις 23-12-2002 η δεύτερη, στον Πταισματοδίκη - Ειρηνοδίκη Ακράτας, τα αναφερόμενα στις καταθέσεις συκοφαντικά για τον εγκαλούντα γεγονότα. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση των καταθέσεων αυτών περί τα τέλη Μαρτίου 2003 και έκτοτε μέχρι την υποβολή της έγκλησης στις 17-4-2003 δεν παρήλθε τρίμηνο. Διέλαβε λοιπόν το Δικαστήριο αιτιολογία επί του ισχυρισμού αυτού, όπως υποχρεούταν, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη, και οι τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε επί του ισχυρισμού τους αυτού, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω η απόφαση δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, εκ του ότι το σκεπτικό αποτελεί κατά μεγάλο μέρος επανάληψη του διατακτικού, στο οποίο παρατίθενται πέραν των κατά νόμο στοιχείων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και πραγματικά περιστατικά, αφού όπως λέχθηκε σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου πλήττουν, υπό την επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και την κατ ουσία κρίση του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 12-5-2008 αίτηση των 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 για αναίρεση της με αριθμ. 1195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € για κάθε μία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 2005/2009 ΑΠ 141/2008, 187/2008). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως εκείνοι αναγνωρίσεως ελαφρυντικών (ΑΠ 2038/2009). Έγκληση. Προθεσμία υποβολής. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για πληρότητα αιτιολογίας επί εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως (ΑΠ 431/2004). Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Πότε οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι ορισμένοι (ΑΠ Ολ 2/2002, ΑΠ 724/2006). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1782/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, περί αναιρέσεως της 165/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.12.2008 αίτησή του και στο από 24.4.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 191/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ α-γ του Κ.Π.Δ, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν.3090/2002, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί, επίσης, για τον λόγο αυτόν να διατάξει την διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου, δεν το επιτρέπουν. Σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 του Κ.Π.Δ), αλλά και σε στάδιο προγενέστερο εκείνης, όταν λ.χ. έχει συμπράξει και στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν εκ προκαταλήψεως να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο. Η ίδια δυνατότητα επηρεασμού του μπορεί να προκύψει και όταν στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης συμμετείχε συγγενής του εξ αίματος. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα εξαιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του, δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που, λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του ... κατά της υπ' αριθ. 165/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προέκυψε ότι στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 1938/2006 καταδικαστική απόφαση, συμμετείχε ως Εισαγγελέας ο Γεώργιος Καλούδης, ο οποίος είναι γιος του Προέδρου της συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, και ο οποίος πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά και ενόψει της προαναφερθείσης δυνατότητας επηρεασμού της γνώμης του ως άνω Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως και προσδιορισμού της σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επειδή ο αναιρεσείων δεν έχει κληθεί να παραστεί κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 Κ.Π.Δ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της προκείμενης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση, στην οποία δεν θα συμμετάσχει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου προκειμένου να μη συμμετέχει στη σύνθεση ο προεδρεύων Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
Αριθμός 1910/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Αρβανιτάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Σύνδεσμος Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιριών ΕΣΑΚΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κόλια, και 2. Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία "Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών Α.Σ. ΠΑΟΚ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7495/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 2442/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και με την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου και συνεκδικάσθηκε με την από 25-2-1996 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5664/1999 μη οριστική, 23642/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-6-2008 αίτησή του και τους από 3-9-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγους αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 959/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 23642/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αντίθετων αγωγών του ιδίου και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και με την οποία α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή του πρώτου για αναγνώριση ως έγκυρης της από 22.7.1994 σύμβασης εκχωρήσεως και επιδίκαση στον αναιρεσείοντα του ποσού των 142.500.000 δραχμών της φερόμενης ως εκχωρηθείσης απαιτήσεως του δεύτερου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και β) έγινε δεκτή η αντίθετη αγωγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκαν ως εικονικές και εντεύθεν άκυρες οι αναφερόμενες, από Ιουλίου 1994, πέντε συμβάσεις εκχωρήσεως. Την αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί ήδη ο ενάγων και εναγόμενος-αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο και στο από 3-9-2009 δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11α' του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά που περιοριστικώς καθορίζονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, ή περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ.ΑΠ 2/2008). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64§2, 339, 409§§1 και 2, 410§3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ προκύπτει ότι δεν μπορεί να εξετασθεί ως μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, ο διάδικος, και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλος της διοίκησης νομικού προσώπου (ΑΠ 1566/2006), τούτο δε ισχύει, για την ταυτότητα επίσης του νομικού λόγου, και για τις ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω προσώπων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά και οι οποίες επομένως αποτελούν όχι απλώς αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όλους του νόμου, αλλά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 227/2006), και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Τέλος, κατά το άρθρο 562§2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις υπ' αριθμ. 2343, 2344, 2345 και 2346/3.4.1997 ένορκες βεβαιώσεις των Α.Κ., Α.Κ., Ι.Κ. και Μ.Α., αντίστοιχα, που είχαν δοθεί σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων (δικαστικά τεκμήρια) και οι οποίες αποτελούσαν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο για τον λόγο ότι οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσαντες ήταν κατά τον χρόνο που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις μέλη του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος και εναγομένου, αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών ΑΣ ΠΑΟΚ", γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, είχε προβάλει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του. Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης αυτής, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει στο Εφετείο κανέναν ισχυρισμό ότι τα ειρημένα πρόσωπα ήταν μέλη του Δ.Σ. του δεύτερου εφεσιβλήτου κατά τον ανωτέρω χρόνο (3.4.1997) και ότι κατά συνέπειαν οι δοθείσες από αυτούς ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ήταν ανυπόστατο, έστω και ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικτικό μέσο και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αναφερομένου (στην έφεση) μόνο του εξ αυτών Μ. Α. ως μέλους του ΔΣ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ΑΣ ΠΑΟΚ "κατά τον χρόνο της συνάψεως και αναγγελίας των εκχωρήσεων (Ιούλιος-Αύγουστος 1994)", όχι δε και κατά τον ως άνω κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της 3.4.1997. Επομένως και αφού δεν πρόκειται για καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του ΚΠολΔ, ο προβαλλόμενος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (ίδια διάταξη άρθρ. 562§2 του ΚΠολΔ), απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης που να μπορεί να ελεγχθεί κατά την ειρημένη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 1987/2007, 1255/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ένδικες συμβάσεις εκχωρήσεως που είχαν συναφθεί εγγράφως μεταξύ του αναιρεσείοντος, Προέδρου από την 15-9-1993 του Δ.Σ. του δεύτερου αναιρεσιβλήτου αθλητικού σωματείου ΠΑΟΚ, και του τελευταίου αυτού Σωματείου-δεύτερου αναιρεσιβλήτου και με τις οποίες εφέρετο ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο είχε εκχωρήσει στον αναιρεσείοντα τις αναφερόμενες αξιώσεις του κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ελληνικός Σύνδεσμος Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιρειών-ΕΣΑΚΕ" ήταν εικονικές, γενόμενες όχι στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και προκειμένου το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΑΣ ΠΑΟΚ να αποφύγει την κατάσχεση των απαιτήσεών του αυτών στα χέρια του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκ μέρους των δανειστών του, και βάσει του πορίσματος αυτού το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 23642/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Στο αιτιολογικό της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης το Εφετείο προβαίνει και στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, καθώς και σε επιχειρήματα που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, τέτοια δε επιχειρήματα αποτελούν και οι αναφερόμενες στον πρώτο λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων περικοπές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη ότι α) δεν εξηγείται λογικά ότι το σωματείο ΠΑΟΚ, που κατά το καλοκαίρι του 1994 είχε άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις (...), αποφάσισε να εκχωρήσει το σύνολο των εσόδων του στον Πρόεδρο του Δ.Σ., ώστε απλώς και μόνο να διασφαλιστεί η επιστροφή των χρηματικών ποσών που κατά τους ισχυρισμούς του είχε δανείσει στο σωματείο (...). Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο ενάγων-εναγόμενος Α.Ο. είχε ενισχύσει οικονομικά το σωματείο ΠΑΟΚ με το ποσό των 1.201.205.333 δρχ. (...) και ότι η γενική συνέλευση των μελών του σωματείου στις 14.11.1993 εξουσιοδότησε το ΔΣ να κινήσει τη διαδικασία για τη διασφάλιση των χρημάτων που είχε καταβάλει στο σωματείο (όμως, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης της Γ.Σ. και ήταν έγκυρες και όχι εικονικές, και τούτο διότι ...), β) οι απαιτήσεις που αφορούσαν τις επίμαχες συμβάσεις εκχώρησης και μετά την αναγγελία τους συνέχισαν να εισπράττονται από το φερόμενο ως εκχωρητή σωματείο ΠΑΟΚ, γ) το γεγονός ότι οι απαιτήσεις του σωματείου ΠΑΟΚ εισπράττονταν από το ίδιο και μετά τις γενόμενες αναγγελίες δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ορισμένες από τις τραπεζικές επιταγές που εξέδωσαν οι ΕΣΑΚ και η εταιρεία BRAVO AE αναφέρουν τον ενάγοντα Α.Ο. ως δικαιούχο του αναφερόμενου ποσού, και δ) τα ανωτέρω γίνονταν γιατί αυτός εκπροσωπούσε το σωματείο ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και για την ταχεία είσπραξη των αντίστοιχων ποσών, ενώ η δεύτερη επιταγή που αφορούσε αποκλειστικά το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ ανέγραφε ως δικαιούχο το σωματείο, διότι με το ποσό αυτό οι υπάλληλοι θα απέδιδαν το ΦΠΑ στο Ελληνικό Δημόσιο, εκτός του ότι η πληρωμή των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και του ΦΠΑ από την ΕΣΑΚ γινόταν σε χρονική απόσταση μεταξύ τους 20 ημερών. Τα επιχειρήματα αυτά του δικαστηρίου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αιτιολογία της απόφασης που στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα και που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, και ως εκ τούτου ο σχετικός ως άνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και στέρησε έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων και εκείνα που ο τελευταίος αναφέρει στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως (απόφαση ΔΣ ΠΑΟΚ της 14.11.1993, 7160/27.5.1996 βεβαίωση Δ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης κ.λ.π.), κατά συνέπειαν δε ο πρόσθετος αυτός, από το άρθρο 559 αρ.11γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα τελευταία αυτά έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.6.2008 αίτηση του Α. Ο. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 959/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και τους από 3.9.2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’ και 19 του άρθρου 559. Πότε ιδρύονται. Απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, οι καταθέσεις και οι ένορκες βεβαιώσεις των μελών της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου. Αιτιολογίες αποφάσεως. Δεν αποτελούν αιτιολογία (παραδοχές) τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρον 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, όπως δεν ελέγχονται αναιρετικώς ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει την Εφ. Θεσσ. 959/2008.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1909/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 926/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1910/2.6.2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., την οποία ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 926/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 568§§2 και 4 του ΚΠολΔ, στην αναιρεσείουσα, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του ίδιου ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της κλητευθείσης ως άνω αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης.
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 159/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία και κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ήδη η αναιρεσείουσα-εναγομένη με την υπό κρίση αίτησή της, και για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 601§2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο στις διαφορές του άρθρου 592§1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτές που αφορούν το διαζύγιο, δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων συζύγων, δεν είναι παράνομο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, οι καταθέσεις των τέκνων των διαδίκων τις οποίες αυτά έδωσαν νομίμως σε άλλη, εκτός των δικών που ορίζει το άρθρο 592§1, δίκη μεταξύ των γονέων τους (ΑΠ 1496/2002), το ίδιο δε ισχύει και για τις ένορκες βεβαιώσεις που τα τέκνα των διαδίκων συζύγων έδωσαν σε άλλη, ως ανωτέρω, δίκη μεταξύ των γονέων τους και οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπόψη στη δίκη διαζυγίου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο α) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την υπ' αριθμ. .../8.1.2007 ένορκη βεβαίωση των τέκνων των διαδίκων Ε. και Σ. που είχε δοθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Πατρών Η. Σπανού στα πλαίσια προηγούμενης, μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα δίκη διαζυγίου γονέων τους, δίκης ασφαλιστικών μέτρων διατροφής, και β) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την από 8.8.2006 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, και αντιστοίχως, 1ον) σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη νομίμως ελήφθη υπόψη η προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση των τέκνων των διαδίκων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ 2ον) από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και την ως άνω εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσείουσας, ως αποδεικτικό μέσον (έγγραφο). Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει άλλον λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρ. 191§1 του ΚΠολΔ) του τελευταίου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.4.2010 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 926/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γαμικές διαφορές. Απόδειξη. Στις γαμικές διαφορές(διαζύγια κ.λπ.) επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μαρτυρικές καταθέσεις ή (και) ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων των διαδίκων που δόθηκαν νομίμως σε άλλη δίκη. Απορρίπτεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 1907/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δρακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8238/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 27-1-2005 αίτησή της. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1760/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το εφετείο εξέδωσε τη 1527/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα τα οποία έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική αυτή δύναμή τους δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν. Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατατάξεως, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ' ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αποφάσεως μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και του καθ' ου η εκτέλεση (Α.Π.1501/2006). Με βάση τ' ανωτέρω - αφού, με μόνη την αμφισβήτηση του ανακόπτοντος και την αντίστοιχη παράλειψη του καθ' ου η ανακοπή να επικαλεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του, το ύψος αυτής και τον προνομιακό της χαρακτήρα, το δικαστήριο οφείλει να δεχθεί το λόγο της ανακοπής - κατά της αποφάσεως με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως για το λόγο αυτό, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως που προϋποθέτουν υποχρέωση του δικαστηρίου να ερευνήσει τα αποδεικτικά μέσα, όπως εκείνοι του άρθρου 559 αριθ.11 και 12 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν το εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 15-7-2002 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 1856/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η από 17-12-1999 ανακοπή της αναιρεσιβλήτου κατά του ... πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα), κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την ανακοπή, μεταρρύθμισε δε τον προσβαλλόμενο πίνακα ώστε να καταταγεί προνομιακά η αναιρεσίβλητη στο ποσό των 39.369,04 ευρώ με αντίστοιχη αποβολή του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με την ανακοπή της είχε αμφισβητήσει την απαίτηση και το προνόμιο του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος, κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν επικαλέσθηκε, όπως όφειλε, τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του και τον προνομιακό της χαρακτήρα.
Συνεπώς οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 και 12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι προϋποθέτουν υποχρέωση του δικαστηρίου να ερευνήσει τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, δεν υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 1527/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή. Σύμβαση έργου. Στοιχεία για να είναι ορισμένη. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Όχι λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι [Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 35/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών].
| null | null | 2
|
Αριθμός 1906/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. (Φ.) Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Χρυσό.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.273/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 35/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία και κατά παραδοχήν της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ήδη ο αναιρεσείων- εναγόμενος με την υπό κρίση αίτησή του, και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.
II. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το απαράδεκτο και να εκτίθενται τα περιστατικά που το δημιουργούν ή το αποκλείουν. Αλλιώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, και αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων προβάλλει με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά λέξη ότι εσφαλμένα η με αριθμό 273/2010 (προσβαλλόμενη) απόφαση του Εφετείου Κρήτης, έκρινε ότι η έφεση μου ασκήθηκε εμπρόθεσμα. "Όπως ήδη έχω ισχυρισθεί (δεν αναφέρει πού και τι έχει ισχυρισθεί), η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι νομότυπη και επομένως δεν είχε συντελεστεί η έναρξη της προθεσμίας όταν άσκησα την έφεση". Με αυτό το περιεχόμενο και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, του αναιρετηρίου είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το εκπρόθεσμο και εντεύθεν το απαράδεκτο της εφέσεως που κήρυξε το δικαστήριο και τα περιστατικά που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποκλείουν το απαράδεκτο αυτό, ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της αποφάσεως για την επικαλούμενη πλημμέλεια. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης ως άνω πρωτόδικης απόφασης (η κατά της οποίας έφεση απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε ως εκπρόθεσμη), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε παρά το νόμο επέβαλε στον αναιρεσείοντα- εναγόμενο τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, διότι αυτός αποδέχθηκε την αγωγή και ομολόγησε τη βάση της. Ενόψει του ότι δεν προσβάλλεται η πρωτόδικη αυτή απόφαση και ως προς την ουσία της υπόθεσης, η αίτηση, η οποία άλλωστε δεν προκύπτει ότι έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι κατά τούτο, καθόσον δηλαδή στρέφεται κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, απαράδεκτη, αφού η προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα ως προς τα έξοδα. δεν επιτρέπεται αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως (άρθρ. 193 του ΚΠολΔ, όπως εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικών εξόδων, ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρ. 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-11-2010 αίτηση του Φ. Χ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. 35/2007 και 273/2010 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και του Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. για παρά τον νόμο κήρυξη ή μη απαραδέκτου. Απαράδεκτο ενδίκου μέσου που προσβάλλει την απόφαση μόνο ως προς τα έξοδα (χωρίς όμως να προσβάλλει και την ουσία της υποθέσεως). Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 35/2007 και 273/2010 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και Εφετείου Κρήτης αντίστοιχα.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1848/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστο Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 270/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1346/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 12/28-1-2011 , στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιόν σας κατά τα άρθρα 525, 527 και 528§1 Κ.Π.Δ. την με αριθμ. πρωτ. 8531/14-10-2010 κατατεθείσα αίτηση του Ι. Π. του Μ. που κατέθεσε ενώπιόν μας στις 14-10-10 δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου Γεωργίου Στεφανάκη (βλ. συνημμ. από 12/10/10 εξουσιοδότησή του) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αρ. 270/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών με τριετή αναστολή και με το ελαφρυντικό του αρ.84§2α' ΠΚ για απόπειρα ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή (αρ. 42§1, 94§1, 84§2α, 343 Β' ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Η ανωτέρω αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 270/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ. τα από 12/10/10 βεβαίωση και πιστοποιητικό περί του αμετακλήτου των Γραμματέων του Εφετείου Πειραιώς και Αρείου Πάγου αντίστοιχα) στηριζομένη, κατά τους ισχυρισμούς του, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525§1 Κ.Π.Δ., παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527§3 και 528§1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία (βλ. Α.Π. 1097/95 Π.Χρ. ΜΣΤ'/1247, Α.Π. 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ'/896, Α.Π. 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660). Κατά την διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς όφελος του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα οσάκις μετά την οριστική καταδίκη της αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τους καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί, προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06 Π.Χρ. ΝΣΤ/444 κ 975 αντίστοιχα). Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών με την υπ' αρ. 270/05 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Πειραιώς συνίστανται εις το ότι: 1) Τον Νοέμβριο του έτους 1998 επιχείρησε να έλθει σε συνουσία με την κρατούμενη Ε. Τ. η οποία είχε προσέλθει στο Ακτινολογικό Τμήμα του παραπάνω Νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις, χαϊδεύοντας το στήθος και τα οπίσθιά της και βγάζοντας το πέος του έξω από το παντελόνι του και προτρέποντάς την να χαϊδέψει τα γεννητικά του όργανα και 2) την 12-1-1999 επιχείρησε να έλθει σε συνουσία με την κρατουμένη Μ. Λ., η οποία είχε προσέλθει στο Ακτινολογικό Τμήμα του παραπάνω Νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις, χαϊδεύοντας και τσιμπώντας τα οπίσθιά της. Σε όλες όμως τις προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει το σκοπό του για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, αφού οι παραπάνω παθούσες αντέδρασαν έντονα στις ερωτικές του επιθυμίες και αποχώρησαν αμέσως από το Νοσοκομείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την ανάγνωση των πρακτικών της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 270/21.02.2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς (καθώς και -κατά παραπομπήν- των πρακτικών της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. ΒΤ2014/23.03.2004 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς) προκύπτει άνευ ετέρου ότι ουδέποτε ετέθη στην κρίση των δικασάντων δικαστών το υπ' αριθμ. 10226/23.02.2000 πόρισμα πειθαρχικής προκαταρκτικής εξετάσεως που διενήργησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, κ. Αναστασία Μασούρα με αφορμή τις από 21.01.1999 καταγγελίες των κρατουμένων κκ. Ε. Τ. και Μ. Λ., και το οποίον πόρισμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σχετική δικογραφία πρέπει να αρχειοθετηθεί, καθόσον ουδέν πειθαρχικό παράπτωμα διέπραξε ο αιτών δεδομένου ότι οι καταγγελίες τους απεδείχθησαν ψευδείς. Ειδικότερα, όσον αφορά στις καταγγελίες της κρατουμένης, κ. Ε. Τ., αυτές απεδείχθησαν ψευδείς και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Και τούτο, διότι κατά τους φερομένους χρόνους τελέσεως εκ μέρους του των υποτιθέμενων αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της, αποδεδειγμένα ευρισκόταν εκτός υπηρεσίας, τελώντας σε νόμιμη άδεια απουσίας! Η ανωτέρω εισαγγελική λειτουργός θεμελιώνει περαιτέρω την κρίση της περί του ψεύδους των καταγγελιών της κ. Τ., στο γεγονός ότι αφενός μεν προέβη στην καταγγελία της αδικαιολόγητα καθυστερημένα σε σχέση με τον υποτιθέμενο χρόνο τελέσεως και τη βαρύτητα της υποτιθέμενης προσβολής της, αφετέρου δε ουδέν ανέφερε περί της προσβολής της στους άνδρες της εξωτερικής φρουράς και τις αρμόδιες υπαλλήλους της Κ.Κ.Φ.Γ. Κορυδαλλού (βλ. σελ. 2 του πορίσματος). Όσον δε αφορά στις καταγγελίες της κρατουμένης κ. Μ. Λ. περί δήθεν τελέσεως ασελγών πράξεων σε βάρος της την 12.01.1999, απεδείχθη ευθέως ότι αυτές ήταν ψευδέστατες. Και τούτο, διότι "στις 11.01.1999 και 12.01.1999, όπως προκύπτει από το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, δεν μετήχθη στο ανωτέρω νοσοκομείο η καταγγέλλουσα κρατούμενη Μ. Λ., διαψευδόμενη και ως προς το σημείο αυτό της από 21.01.1999 αναφοράς της, στην οποία ρητώς αναφέρει ότι μετήχθη στις 11.01.1999 και 12.01.1999 στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού για ακτινογραφία. Εξάλλου η καταγγέλουσα κρατουμένη Μ. Λ. στη χωρίς όρκο εξέτασή της ενώπιον του Αστυνόμου Α', Β. Θ., του Τ.Α. Ιωαννίνων μεταξύ άλλων αναφέρει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του συγκεκριμένου υπαλλήλου, ανακαλούσα κατά τον τρόπο αυτό την από 21.01.1999 αναφορά καταγγελία της" (βλ. σελ. 5-6 του πορίσματος). Από μόνη την επισκόπηση του ως άνω πορίσματος αποδεικνύεται το αβάσιμον και έωλον των σε βάρος του καταγγελιών των κκ. Τ. και Λ., οι οποίες, εντούτοις, απετέλεσαν αποκλειστικώς τη βάση, επί της οποίας στηρίχθηκε η καταδικαστική απόφαση τόσον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, όσον και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Είναι, ωστόσο, πλέον ή βέβαιον ότι αν το συγκεκριμένο Εισαγγελικό πόρισμα είχε τεθεί στην κρίση των δικασάντων δικαστών, αυτοί θα είχαν αχθεί άνευ ετέρου σε απαλλακτική κρίση, δεδομένου ότι δι' αυτού κονιορτοποιείτο και το τελευταίο ψήγμα βασιμότητας των κατηγοριών που του απεδόθησαν. Μία μαρτυρική κατάθεση χαρακτηρίζεται άνευ ετέρου ως νέα απόδειξη εφόσον δεν έλαβε για οιονδήποτε λόγο χώρα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, λ.χ. είτε γιατί δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του μάρτυρα είτε γιατί ο μάρτυρας δεν κλήθηκε, είτε γιατί αρνήθηκε νόμιμα τη μαρτυρία του, είτε γιατί δεν επετράπη η εξέτασή του. Νέα είναι μία κατάθεση μάρτυρα και εφόσον δεν τέθηκε υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ως πραγματικό στοιχείο (βλ. Ζησιάδη, όπ.π., τόμ. Γ', σελ. 380, Δαλακούρα, ΜΝΗΜΗ, όπ.π., σελ. 528, Τσιρίδη, Η επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου, ΝοΒ 1996, 769 επ.). Εφόσον συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν επεκλήθη κατά τη διάρκεια της ακροαματικής αποδεικτικής διαδικασίας, ώστε να καταστεί προσιτό στο δικάσαν δικαστήριο και αξιοποιήσιμο πριν την απαγγελία της αποφάσεώς του, αποτελεί δίχως άλλο νέο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 525 § 1 αρ. 2 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω ο αιτών προσάγει και επικαλείται δύο ένορκες βεβαιώσεις των κκ. Α. Γ. και Σ. Φ. αντίστοιχα, εκ των οποίων ουδείς κατέθεσε είτε στην πρωτοβάθμια είτε στη δευτεροβάθμια δίκη, μολονότι αμφότεροι ήταν ουσιωδέστατοι μάρτυρες και γνώστες του γεγονότος. Η μεν κ. Γ. στην υπ' αριθμ. 1259/26.07.2010 ένορκη βεβαίωσή της δηλώνει ότι εκτελούσε χρέη νοσοκόμου από το έτος 1995 μέχρι το έτος 2001 στο ιατρείο του Κ.Κ.Φ.Γ.Κ. και από το 2001 έως σήμερα στο ιατρείο του νοσοκομείου κρατουμένων Κορυδαλλού. Την περίοδο 1995 μέχρι το 2000 ήταν υπεύθυνη για τη διακομιδή των γυναικών ασθενών κρατουμένων και ως εκ τούτου έχει την πλήρη και αληθή εικόνα των διαδικασιών και των ιατρικών εξετάσεων. Δηλώνει δε κατηγορηματικά ότι δεν θα μπορούσα ποτέ, ακόμη και αν υποθετικώς ήθελα, να προβώ στις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκα και καταδικάσθηκα. Επικαλείται περαιτέρω την ένορκη κατάθεση της ιδίας στο πλαίσιο της πειθαρχικής προκαταρκτικής εξετάσεως που διενήργησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, κ. όπου είχε δηλώσει επίσης ενόρκως ότι "οι κρατούμενες, όταν προσέρχονται για ακτινολογικές εξετάσεις, συνοδεύονται πάντα από γυναίκα υπάλληλο του νοσοκομείου, και αν δεν υπάρχει γυναίκα, από υπαρχιφύλακα ή φύλακα άνδρα που παραμένουν και οι ίδιοι στο χώρο της ακτινολογικής εξέτασης και επομένως και να ήθελε ο κ. Ι. Π. να προβεί σε σεξουαλική παρενόχληση των κρατουμένων, θα του ήταν αδύνατο, εφόσον παρευρίσκονται και άτομα που συνοδεύουν τις κρατούμενες". Καταθέτει δε εν συνεχεία ότι παρόλο που της ζητήθηκε από τον τότε συνήγορό τoυ να καταθέσει στο Εφετείο Πειραιώς το 2005 ως μάρτυς υπερασπίσεως και όντως παρευρέθη κατά τη δικάσιμο του δικαστηρίου, εντούτοις δεν της δόθηκε η δυνατότητα να καταθέσει, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μη λάβει γνώση των αληθών πραγματικών περιστατικών, τα οποία θα οδηγούσαν στην πλήρη διαφοροποίηση της δικαστικής αποφάσεως. Ο δε κ. Σ. Φ. στην υπ' αριθμ. 1270/29.07.2010 ένορκη βεβαίωσή του καταθέτει ότι σύμφωνα με την προσωπική του αντίληψη ως υπαρχιφύλακος του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού για διάστημα τεσσάρων (4) ετών, είναι ευσυνείδητος, ηθικός και καλός στη δουλειά του υπάλληλος, καθώς και ότι ουδέποτε έχει ακουστεί το παραμικρό σε βάρος του. Διευκρινίζει δε ότι όταν εξετάζονται οι κρατούμενες, οι πόρτες του ακτινολογικού είναι ανοικτές και οτιδήποτε να συμβεί, ακούγεται. Δηλώνει δε ότι παρ' όλο που προανακριτικώς κατέθεσε στον Πταισματοδίκη Νίκαιας και, ακολούθως, κατά την προκαταρκτική (πειθαρχική) εξέταση ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, εντούτοις οι καταθέσεις του δεν αξιολογήθησαν, γεγονός που οδήγησε στην άδικη καταδίκη του. Στη συνέχεια επικαλείται -και αυτός- την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει ότι τις πρωινές ώρες (ότε και του αποδίδεται ότι προέβη στις καταγγελόμενες πράξεις) είναι απολύτως αδύνατον να λάβουν χώρα τοιαύτα περιστατικά, διότι οι πόρτες είναι ανοικτές και οι κρατούμενες συνοδεύονται από δύο άτομα και υπάρχει μεσοτοιχία του ακτινολογικού τμήματος με το οδοντιατρικό, παθολογικό και μικροβιολογικό, και, επομένως, οτιδήποτε και αν συνέβαινε, θα ακουγόταν. Τέλος, επισημαίνει εμφατικώς ότι στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού τηρείται βιβλίο εισόδου-εξόδου των υπαλλήλων, καθώς και βιβλίο εξωτερικών ιατρείων για τα "ραντεβού" με τις εκάστοτε κρατούμενες του νοσοκομείου, όπου και εμφαίνονται τόσον οι ώρες κατά τις οποίες απουσίαζε εκτός νοσοκομείου, όσον και οι ώρες προσελεύσεως των συγκεκριμένων κρατουμένων, γεγονός που πιστοποιεί πως πολλά από τα συγκεκριμένα "ραντεβού" δεν συνέπιπταν με τις ώρες εργασίας του. Τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία (πόρισμα προκ/κής πειθαρχικής εξέτασης, ένορκες βεβαιώσεις κ' λοιπές αποδείξεις) προέκυψαν (απεκαλύφθησαν) μετά την οριστική καταδίκη του αιτούντος, αφού επηκολούθησαν χρονικώς της καταδικαστικής υπ' αρ. 270/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημ/των) και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, είναι δε ικανά από μόνα τους να καταστήσουν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος (βλ. συνημμ. ως άνω έγγραφα). Εν όψει αυτών ο επικαλούμενος λόγος για επανάληψη της διαδικασίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρ. 528§1 Κ.Π.Δ., η προσβαλλομένη υπ' αρ. 270/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Όμως δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης αυτής, γιατί το αξιόποινο των παραπάνω πράξεων, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον αιτούντα Νοέμβριο του 1998 και 12/1/1999, λόγω του πλημμεληματικού τους χαρακτήρα, έχει εξαλειφθεί (άρθρ. 111§§1, 3, 112, 113§§ 2, 3, 42§1, 94, 343β' Π.Κ. ως ισχύουν), αφού από το φερόμενο ως άνω χρόνο τέλεσης των πράξεων αυτών και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί ο από το Νόμο καθοριζόμενος συνολικώς, από οκτώ έτη, χρόνος παραγραφής, στον οποίο υπολογίζεται και ο από (3) έτη χρόνος αναστολής της παραγραφής. Επομένως πρέπει να παύσει οριστικά (άρθρ. 370 β' Κ.Π.Δ.) η ασκηθείσα κατά του αιτούντος ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις (ΑΠ 1906/03 Π.Χρ. ΝΔ'/726).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω 1) Να γίνει δεκτή η από 14/10/10 κατατεθείσα αίτηση του Ι. Π. του Μ., κατ. ... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 270/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς. 2) Να ακυρωθεί η παραπάνω απόφαση και 3) Να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος Ι. Μ. Π., για απόπειρα ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στον Κορυδαλλό Αττικής τον Νοέμβριο του 1998 και την 12/1/1999. Αθήνα 3/12/10
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική γι'αυτόν για πλημμέλημα, υπ'αριθ.270/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, για το λόγο ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδεικτικά στοιχεία γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει, μετά ταύτα, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ'αριθ.270/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση, ο αιτών καταδικάσθηκε για απόπειρα ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι: "Στον Κορυδαλλό Αττικής και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, δεν ολοκλήρωσε όμως την ενέργεια για την τέλεσή του από εξωτερικά εμπόδια και όχι από δική του βούληση. Συγκεκριμένα ενώ εργαζόταν σε νοσοκομείο, επιχείρησε να ενεργήσει ασελγή πράξη με πρόσωπο που είχε εισαχθεί στο ίδρυμα αυτό και ειδικότερα τυγχάνων υπάλληλος (βοηθός ακτινολόγου) του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού 1)το Νοέμβριο του έτους 1998 επιχείρησε να έλθει σε συνουσία με την κρατούμενη Ε. Τ. η οποία είχε προσέλθει στο Ακτινολογικό Τμήμα του παραπάνω Νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις, χαϊδεύοντας το στήθος και τα οπίσθια της και βγάζοντας το πέος του έξω από το παντελόνι του και προτρέποντάς την να χαϊδέψει τα γεννητικά του όργανα και 2)την 12-1-1999 επιχείρησε να έλθει σε συνουσία με την κρατούμενη Μ. Λ., η οποία είχε προσέλθει στο Ακτινολογικό Τμήμα του παραπάνω Νοσοκομείου, προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις, χαϊδεύοντας και τσιμπώντας τα οπίσθιά της. Σ' όλες όμως τις προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει το σκοπό του για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, αφού οι παραπάνω παθούσες αντέδρασαν έντονα στις ερωτικές του επιθυμίες και αποχώρησαν αμέσως από το Νοσοκομείο". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία: 1)το υπ'αριθ.10226/23-2-2000 πόρισμα της πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης που διενήργησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς Αναστασία Μασούρα, με αφορμή τις από 21-1-1999 καταγγελίες των κρατουμένων Ε. Τ., Μ. Λ., Θ. Α. και Ν. Κ. σε βάρος του αιτούντος και 2)τις υπ'αριθ.1259/26-7-2010 και 1270/29-7-2010 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Οικονόμου, των υπαλλήλων του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού Α. Γ. και Σ. Φ., αντίστοιχα, από τα οποία, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε.
Από τις παροαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες καθεαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Εφετείο το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ'αριθ.270/2005 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 21-1-1999 υποβλήθηκαν στον Εισαγγελέα-Επόπτη των Φυλακών Κορυδαλλού έγγραφες καταγγελίες των κρατουμένων στις φυλακές αυτές Ε. Τ., Ν. Κ., Μ. Λ. και Θ. Α., σύμφωνα με τις οποίες ο σωφρονιστικός υπάλληλος του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού Ι. Π., που εκτελούσε καθήκοντα βοηθού ακτινολόγου στο εν λόγω Κατάστημα, το καλοκαίρι του 1998 και στις αρχές του 1999, όταν αυτές προσήλθαν στο ακτινολογικό ιατρείο για να υποβληθούν σε ακτινολογικές εξετάσεις, επιχείρησε σε βάρος τους ασελγείς χειρονομίες και τους έκανε ανήθικες προτάσεις. Με αφορμή τις καταγγελίες αυτές αφενός ασκήθηκε κατά του συγκεκριμένου σωφρονιστικού υπαλλήλου, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ποινική δίωξη για απόπειρα ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή (άρθρο 343 στοιχ.β'ΠΚ), αφετέρου παραγγέλθηκε, αρμοδίως, η διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξετάσεως, για να διερευνηθεί τυχόν πειθαρχική ευθύνη του ιδίου υπαλλήλου ενόψει της καταγγελθείσης συμπεριφοράς του. Η ασκηθείσα ποινική δίωξη αυτή κατέληξε στην αμετάκλητη καταδίκη του, όπως προεκτέθηκε, με την υπ'αριθ.270/2005 απόφαση του Τριμελούς (για πλημμελήματα) Εφετείου Πειραιώς, ενώ η διενεργήσασα την πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα Εισαγγελέας Αναστασία Μασούρα, στο από 23-2-2000 πόρισμά της, (ως νέα απόδειξη επικαλούμενο, κατά τα ανωτέρω), συμπεραίνει ότι οι κρίσιμες άνω καταγγελίες "δεν ευσταθούν κα ουδέν πειθαρχικό παράπτωμα διεπράχθη εκ μέρους του υπαλλήλου Ι. Π.". Οι ανωτέρω Ε. Τ. και Μ. Λ., για τις σε βάρος των οποίων ως άνω αξιόποινες πράξεις καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σωφρονιστικός υπάλληλος, κατά τα εκτεθέντα, δεν προσήλθαν να καταθέσουν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε στο πρωτόδικο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το τελευταίο, όπως προκύπτει από την ανωτέρω υπ'αριθ.270/2005 απόφασή του και τα πρακτικά της, στήριξε την καταδικαστική κρίση του στην απολογία του κατηγορουμένου, στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιόν του (κατηγορίας Ν. Κ. και υπερασπίσεως Α. Β. και Μ. Ν.) στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (όπου περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Α., κατηγορίας και Θ. Μ., υπερασπίσεως) και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Μεταξύ των εγγράφων αυτών που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη είναι και τα εξής: 1)Η από 22-3-1999 έκθεση ένορκης εξετάσεως της ως άνω Ε. Τ. ως μάρτυρος ενώπιον του Υπαστυνόμου Α. Σ. Μ., δοθείσα στα πλαίσια της διαταχθείσης (κατόπιν της ανωτέρω διώξεως) προανακρίσεως. Στην κατάθεση αυτή η εν λόγω μάρτυρας-καταγγέλουσα, αφού επιβεβαιώνει ρητώς το περιεχόμενο της ως άνω από 21-1-1999 καταγγελίας της, εκθέτει περαιτέρω με λεπτομερή τρόπο και διεξοδικά τα σε βάρος της περιστατικά των ασελγών πράξεων που επεχείρησε ο κατηγορούμενος σωφρονιστικός υπάλληλος κατά τις δύο μεταβάσεις της στο ακτινολογικό ιατρείο του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού, τις οποίες προσδιορίζει χρονικά την πρώτη "το καλοκαίρι του 1998 δεν θυμάται πότε ακριβώς", και την δεύτερη μετά δύο μήνες. Ήτοι, ειδικότερα, ότι ο ανωτέρω, κατά τη διαδικασία του ακτινολογικού ελέγχου για πρόβλημα στη μέση της, την μεν πρώτη φορά "έπιασε τα οπίσθιά της" λέγοντας "τι σφιχτό δέρμα που έχεις" και ρωτώντας αυτήν "αν έχει σχέσεις με άνδρα όσο είναι στη φυλακή" ή "αν έχει σχέσεις ομοφυλικές", τη δε δεύτερη "τη χάιδεψε στο στήθος και τα οπίσθιά της, προτρέποντας την να του χαϊδέψει τα γεννητικά του όργανα, βγάζοντας έξω το πέος του", 2)Το έγγραφο με αριθ.πρωτ.3736/9-3-2004 της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, με το οποίο διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς η συνημμένη σ'αυτό υπεύθυνη δήλωση της ανωτέρω Ε. Τ.. Στη δήλωση αυτή η δηλούσα, ενόψει εκδικάσεως της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, απευθυνόμενη στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ζητεί να της επιτραπεί να μην εμφανισθεί στο δικαστήριο αυτό λόγω της εκτιθέμενης ασθένειας της (καρκινοπαθής με παρά φύση έδρα) και περαιτέρω ζητεί για τον κατηγορούμενο "να δικασθεί με την κατάθεσή της" 3)Η από 12-2-2005 υπεύθυνη δήλωση της ιδίας (Ε. Τ.), όπου αυτή δηλώνει και πάλι, ενόψει εκδικάσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό (στις 21-2-2005), την αδυναμία της να εμφανισθεί στο δικαστήριο για τους λόγους υγείας που εκθέτει (οι ίδιοι όπως ανωτέρω) και καταλήγει "παρακαλώ θερμά να δικάσετε σύμφωνα με την κατάθεσή μου" και 4)Η "έκθεση εξέτασης μάρτυρα (χωρίς όρκο)" της Μ. Λ. δοθείσα ενώπιον του Αστυνόμου Β' Β. Θ., στα Ιωάννινα το έτος 1999 (δεν μνημονεύεται σ'αυτήν ημερομηνία συντάξεώς της), στην οποία η εν λόγω μάρτυρας αναφέρεται ρητώς στην ως άνω από 21-1-1999 καταγγελία της, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει και πάλι, προσθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος "από ότι είχε ακούσει στη Φυλακή παρενοχλούσε και άλλες γυναίκες" και καταλήγοντας ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη.
Όπως ήδη εκτέθηκε, ο ως άνω κατηγορούμενος ήδη αιτών προς υποστήριξη της ένδικης αιτήσεώς του επικαλείται το από 23-2-2000 πόρισμα, που συνέταξε η διενεργήσασα την πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση, με αφορμή τις κρίσιμες ως άνω από 21-1-1999 καταγγελίες των κρατουμένων γυναικών, Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς Αναστασία Μασούρα. Το πόρισμα αυτό, όπως προκύπτει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης και τα εκεί φερόμενα ως αναγνωσθέντα πρακτικά και έγγραφα, δεν είχε υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε, αν και προϋπήρχε της εκδικάσεως της υποθέσεως τόσον σε πρώτο βαθμό (το έτος 2004), όσον και κατ'έφεση (το έτος 2005). Ήταν επομένως άγνωστο στους καταδικάσαντες δικαστές και συνιστά νέα απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 525 ΚΠοινΔ, που προεκτέθηκε. Το εν λόγω πόρισμα, όπως απ'αυτό προκύπτει, περιλαμβάνει στην πραγματικότητα την κρίση της Εισαγγελέως που το συνέταξε, σχετικά με τις κρίσιμες καταγγελίες, για τις οποίες συμπεραίνει ότι "δεν ευσταθούν" διότι ειδικότερα 1)η μεν Ε. Τ., εξεταζόμενη ενώπιόν της ενόρκως στις 11-3-1999, προσδιόρισε ότι τα καταγγελθέντα απ'αυτήν συνέβησαν στις 28-6-1998 και 8-8-1998, χρονολογίες, όμως, κατά τις οποίες ο ανωτέρω Ι. Π. ήταν εκτός υπηρεσίας και σε 15νθήμερη άδεια, αντιστοίχως και 2)η δε Μ. Λ., σύμφωνα με τις εγγραφές του βιβλίου εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, δεν μετήχθη στο εν λόγω Νοσοκομείο για ακτινογραφία στις 11 και 12-1-1999, όπως κατήγγειλε, αλλά στις 4 και 5-1-1999. Περαιτέρω το πόρισμα αυτό επικεντρώνεται, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ του ότι δεν ευσταθούν οι ανωτέρω καταγγελίες, στο ότι οι κρατούμενες γυναίκες, που προσέρχονται για ακτινολογική εξέταση στο άνω Νοσοκομείο, συνοδεύονται πάντοτε από φύλακες γυναίκες, οι οποίες παραμένουν μέχρι την ολοκλήρωση της εξετάσεως σε χώρο που επικοινωνεί με το ακτινολογικό εργαστήριο, με πόρτα ανοιχτή, έτσι ώστε γίνεται αντιληπτό απ'αυτές οτιδήποτε συμβεί ή ειπωθεί στο χώρο του εργαστηρίου. Επικαλείται, επίσης, ο αιτών, ως νέες αποδείξεις, τις δύο ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν, μεταγενέστερες της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως, στις οποίες οι ενόρκως βεβαιούντες, χωρίς να αναφέρονται στις συνθήκες, υπό τις οποίες προσήλθαν για ακτινογραφίες οι ως άνω Ε. Τ. και Μ. Λ. στο ακτινολογικό ιατρείο του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, απλώς επιχειρηματολογούν γιατί ο ήδη αιτών δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε σεξουαλική παρενόχληση (είτε με πράξεις είτε με λόγια) των εν λόγω κρατουμένων, εκθέτοντας όσα ανωτέρω διατυπώνονται, προς άντληση του ίδιου επιχειρήματος, στο πόρισμα, ότι δηλαδή οι κρατούμενες προσέρχονται για ακτινολογική εξέταση συνοδευόμενες από γυναίκες-φύλακες, που τις αναμένουν σε χώρο από τον οποίο μπορούν να αντιληφθούν οτιδήποτε συμβεί κατά τη διενέργεια του ακτινολογικού ελέγχου "διότι οι πόρτες είναι ανοιχτές". Οι νέες αυτές αποδείξεις (πόρισμα και ένορκες βεβαιώσεις), αξιολογούμενες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που τέθηκαν υπόψη του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου, είτε, πολύ περισσότερο, καθεαυτές δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών-κατηγορούμενος είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε και επομένως δεν θα οδηγούσαν, αν ήταν γνωστές στο εν λόγω Δικαστήριο, και μάλιστα με βεβαιότητα σε διαφορετική κρίση και απαλλαγή του κατηγορουμένου αιτούντος. Πράγματι, η συλλογιστική του πορίσματος, γιατί η καταγγελία της Ε. Τ. δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω Ε. Τ. στις 11-3-1999, που (κατά το πόρισμα) κατέθεσε στην Εισαγγελέα, θυμόταν πότε ακριβώς συνέβησαν όσα περιέλαβε στην καταγγελία της κατά του ήδη αιτούντος (δηλαδή θυμόταν ότι συνέβησαν στις 28-6-1998 και στις 8-8-1998) και δεν θυμόταν τις χρονολογίες αυτές μετά λίγες ημέρες, ήτοι στις 22-3-1999, όταν κατέθεσε, κατά τη διενέργεια προανακρίσεως, ενώπιον του υπαστυνόμου Σ. Μ. και είπε σχετικώς ότι τα καταγγελθέντα απ'αυτήν συνέβησαν "το καλοκαίρι του 1998 δεν θυμάται πότε" και "μετά δύο μήνες". Επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άνω συλλογιστική του πορίσματος, γιατί δεν ευσταθεί η καταγγελία της Μ. Λ., διότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν συνέβησαν πράγματι όσα αυτή κατήγγειλε εκ μόνου του γεγονότος ότι δύο μεταβάσεις της που δέχεται το πόρισμα ότι έγιναν στο υπόψη ακτινολογικό ιατρείο έχουν καταγραφεί ότι έγιναν κατ'άλλους χρόνους, από εκείνους που στην καταγγελία της αυτή αναφέρει. Εξάλλου, και με την παραδοχή των αναφερομένων στο πόρισμα και τις ένορκες βεβαιώσεις συνθηκών συνοδείας και φυλάξεως των κρατουμένων, κατά τις μεταβάσεις τους στο ακτινολογικό ιατρείο του Νοσοκομείου Κρατουμένων, δεν κρίνεται αληθές το περαιτέρω εκεί αναφερόμενο περί "ανοιχτής πόρτας" του ακτινολογικού εργαστηρίου, ενόψει της καταθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της μάρτυρος Ν. Κ., η οποία ως προς το σημείο αυτό ανέφερε ότι κατά τις 3-4 μεταβάσεις της για ακτινογραφία στο άνω ιατρείο η πόρτα του εργαστηρίου "ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη" και "μέσα στο ακτινολογικό ήταν ο κατηγορούμενος και η ασθενής". Η ίδια μάρτυρας, τέλος, αν και ανήρεσε κατά των ανωτέρω κατάθεσή της όσα είχε καταγγείλει ότι έγιναν σε βάρος της από τον κατηγορούμενο ήδη αιτούντα (όπως και η Θ. Α. στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τρόπο μη πειστικό αμφότερες) κατέθεσε, όμως ότι "οι άλλες φωνάζανε ότι τις πείραξε". Ο αιτών, άλλωστε, σύμφωνα με την υπ'αυτού επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Υπαλλήλων Καταστημάτων Κράτησης με αριθ.πρωτ.104969/2-10-2006 (δηλαδή μεταγενέστερη του άνω πορίσματος), τιμωρήθηκε πειθαρχικά για την ανωτέρω σε βάρος της Ε. Τ. και Μ. Λ. συμπεριφορά του με ποινή προστίμου ίσου με τις αποδοχές δέκα (10) ημερών. Από όλα τα ανωτέρω το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2010 αίτηση του καταδικασμένου Ι. Π. του Μ., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθ.270/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, διότι από τα νέα γεγονότα (πόρισμα πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης και ένορκης βεβαίωσης) δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών – κατηγορούμενος είναι αθώος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1847/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σταμούλας Ψύχα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1630/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον H. I. του J..
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 648/11.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6 Ιουλίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φλώρινας, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, (με παράδοση της κλήσης στα χέρια του), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2011 (με αριθμό 12/2011 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θράκης) αίτηση του Χ. Σ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1630/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο αναιρεσείων κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί κατά την παρούσα δικάσιμο – δεν εμφανίστηκε – απορρίπτεται η αίτηση του ως ανυποστήρικτη.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1846/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγτή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Η. Φ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 239-240/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών , με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1151/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό248/22.11.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την -ενώπιον της Διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης Πατρών-, ασκηθείσα, υπ' αριθ.69/15-9-2011 αίτηση αναίρεσης του Η. Φ. του Ι., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, κατά της υπ' αριθ. 239-240/7-4-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και ενός(1) μηνός ως και χρημ. Ποινή (300)€, για ληστεία κατ' εξακολούθηση και παράνομη οπλοφορία, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: -Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ,οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας, την οποίαν επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου, ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, -ως προς το παραδεκτό του -από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν, από το δικαστήριο της ουσίας .(ΑΠ (Ολ) 19/2001, ΑΠ (ΟΛ) 2/2002, ΑΠ360/2006, ΑΠ1842/2007). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. -Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 239-240/7-4-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, για έλλειψη αιτιολογίας, και δη κατά λέξη "για έλλειψη της ειδικής αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου", Δεν αναφέρονται όμως σ' αυτήν, σε ποιο ή σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια της αιτιολογίας της αποφάσεως, ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε εξειδικεύεται ποια πραγματικά περιστατικά δεν αναφέρονται σ' αυτήν κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις. Έτσι όμως -όπως διατυπώνεται η αίτηση αυτή- είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αόριστη , και -ως εκ τούτου,- απαράδεκτη. - Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220)€- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ.476§1 και 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 69/15-9-2011 αίτηση αναίρεσης του Η. Φ. του Ι., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, κατά της υπ' αριθ. 239-240/7-4-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος ." Αθήνα 21-11-2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ " στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο, γιατί αλλοιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 15 Σεπτεμβρίου 2011, αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 239-240 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας και της παράνομης οπλοφορίας σε συνολική ποινή κάθειρξης πέντε ετών και ενός μηνός, καθώς και σε χρηματική ποινή τριακοσίων ευρώ. Ζητείται δε η αναίρεσή της, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στη σχετική έκθεση "για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η ένδικη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15 Σεπτεμβρίου 2011, αίτηση του Η. Φ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 239-240/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1845/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Κ. Χ. του Ε., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1183/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 870/2011.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Αυγούστου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του ..., Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Τρικάλων, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18 Απριλίου 2011, αίτηση του Κ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1183/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
Αριθμός 1839/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Μ. Π. του Ι. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και 2)Σ. Χ. του Χ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για αναίρεση της υπ'αριθ.4969/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Κ. Λ. του Γ. και 2)Ι. Κ. του Γ. , κατοίκων ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Παπαλάμπρου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιουλίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2011.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 27-7-2011 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)Μ. Π. και β)Σ. Χ. του Χ. , κατά της υπ'αριθμ.4969/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται; α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή, την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικός με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4969/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες Σ. Χ. και Μ. Π. κηρύχθηκαν ένοχοι συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, αντίστοιχα και τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών σε καθένα, η εκτέλεση της οποίας, για μεν το δεύτερο κατηγορούμενο, Μ. Π. , μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ, για κάθε ημέρα, για δε τον πρώτο κατηγορούμενο, Σ. Χ. , ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει τις πράξεις που τους αποδίδονται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Ειδικότερα από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Χ. στην Αθήνα στις 15-3-2004, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΙΝΑ ΧΟΛΙΝΤΑΙΥΣ ΧΟΟΥΜΣ ΕΠΕ" κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-3-2004 αγωγή της εν λόγω εταιρίας κατά των εγκαλούντων αδελφών Κ. Λ. και Ι.Κ. στην οποία ισχυρίζονταν ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, σε βάρος αυτών, μεταξύ άλλων ότι αυτοί ασκώντας από κοινού την διοίκηση και διαχείριση της ως άνω εταιρίας κατά το διάστημα 3-2-1987 έως το τέλος του έτους 1992, υπέπεσαν σε οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος τους, ότι υπεξαίρεσαν και ιδιοποιήθηκαν χρηματικά ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δρχ. που ανήκουν στην εταιρία, ότι συνέστησαν προς το σκοπό από ομάδα μαζί με άλλους, και ότι διασκέπτονταν συνεχώς ανταλλάσσοντας απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο θα υπεξαιρούσαν τα ποσά αυτά, ότι κατάρτισαν ψευδείς ισολογισμούς, καταχωρώντας σ'αυτούς μικρότερες εισπράξεις από τις πραγματικές, παρακρατώντας για λογαριασμό τους τα ως άνω χρηματικά ποσά από τα έσοδα της εταιρίας. Συγκεκριμένα διέλαβαν ότι οι εγκαλούντες υπεξαίρεσαν από κοινού από τα έσοδα της εταιρίας για το έτος 1987 το συνολικό ποσό των 51.206.147 δρχ. (150.274, 83 €) και για το έτος 1988 το συνολικό ποσό των 20.965.527 δρχ. (61.527,59 €) ότι δεν παρέδωσαν τα βιβλία της εν λόγω εταιρίας στην αρμόδια ΔΟΥ Αίγινας, προκειμένου να διενεργείτο ο απαιτούμενος έλεγχος, με αποτέλεσμα να προχωρήσει η ΔΟΥ αυτή σε εξωλογιστικό έλεγχο κερδών και σε καταλογισμό φόρων και προστίμων δεκάδων εκατομμυρίων σε βάρος της, καθώς και ότι μετά από ενδελεχή έρευνα για την ανεύρεση των παραπάνω χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν, διαπιστώθηκε ότι από αυτά τα 30.000.000 δρχ. (88041,00 €) είχαν δοθεί ως προκαταβολή από τον εγκαλούντα Κ. Λ. για να αγοράσει μετοχές της εταιρίας "ΑΝΜΑΝΚΟ ΑΕ" Τα παραπάνω περιστατικά που διέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος στην ως άνω αγωγή ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε ότι ήταν ψευδή, ωστόσο τα διέλαβε στην αγωγή με δόλια προαίρεση διάδοσης τους σε τρίτους προς δυσφήμηση των εγκαλούντων. Πράγματι δεν έλαβαν γνώση των περιστατικών αυτών τρίτα άτομα που ενεπλάκησαν στην κατάθεση του δικογράφου της αγωγής, στη λήψη αντιγράφων και στην επίδοσή της (γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι κ.λπ.). Αποδείχθηκε περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Π. , στην Αθήνα στις 15-3-2004 με πρόθεση προκάλεσε στον συγκατηγορούμενο του Σ. Χ. (γαμβρό του) την απόφαση να τελέσει την άδικη ως άνω πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με πειθώ και φορτικότητα προτροπές και παραινέσεις έπεισε αυτόν να προβεί υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας "ΑΙΓΙΝΑ ΧΟΛΙΝΤΑΙΥΣ ΧΟΟΥΜΣ ΕΠΕ" στην κατάθεση της ως άνω αγωγής, με τα ψευδή ως άνω γεγονότα σε βάρος των εγκαλούντων και να τελέσει την παραπάνω περιγραφόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που διέπραξε". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα, του ότι: Α)Ο Σ. Χ. : Στην Αθήνα στις 15-3-2004 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, καίτοι γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας "ΑΙΓΙΝΑ ΧΟΛΙΝΤΑΙΥΣ ΧΟΟΥΜΣ Ε.Π.Ε.", κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-3-2004 αγωγή της παραπάνω εταιρίας κατά των εγκαλούντων αδελφών Κ. Λ. και Ι. Κ. (αριθ. έκθ. κατάθ. 35257/2141), στην οποία ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς περί των ανωτέρω εγκαλούντων, μεταξύ άλλων και ότι αυτοί, ασκώντας από κοινού τη διοίκηση και διαχείριση της άνω εταιρίας, από 3-2-1987 μέχρι το τέλος του έτους 1992 υπέπεσαν σε οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος της, ότι υπεξαίρεσαν και ιδιοποιήθηκαν απ' αυτήν χρηματικά ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, ότι προς τούτο συνέστησαν με άλλους ομάδα που διαπράττει αξιόποινες πράξεις (με την έννοια ότι διασκέπτονταν συνεχώς και αδιαλείπτως ανταλλάσσοντας απόψεις και θέσεις για τον τρόπο με τον οποίον θα υπεξαιρούσαν τα άνω ποσά και θα τα καθιστούσαν τμήμα της περιουσίας τους, αλλά και με τέτοιον τρόπο ώστε να αλληλοωθούνται στις άνω πράξεις), ότι κατήρτισαν ψευδείς ισολογισμούς στους οποίους καταχώρησαν μικρότερες εισπράξεις από τις πραγματικές και παρακράτησαν προς ίδιον όφελος από τα έσοδα της τα άνω χρηματικά ποσά και ειδικότερα ότι υπεξαίρεσαν από κοινού από τα έσοδα της για το έτος 1987 το συνολικό ποσό των 51.206.147 δρχ. (150'.274,83 ευρώ) και για το έτος 1988 το συνολικό ποσό των 20.965.527 δρχ. (61.527,59 ευρώ), ότι δεν παρέδωσαν τα βιβλία της άνω εταιρίας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αίγινας προκειμένου να διενεργήσει τον απ απαιτούμενο έλεγχο, με αποτέλεσμα να προχωρήσει η ανωτέρω Δ.Ο.Υ. σε εξωλογιστικό έλεγχο κερδών και σε καταλογισμό φόρων και προστίμων δεκάδων εκατομμυρίων σε βάρος της, καθώς και ότι μετά από ενδελεχή έρευνα για την ανεύρεση των άνω χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν διαπιστώθηκε ότι απ' αυτά 30.000.000 δρχ. (88.041,00 ευρώ) είχαν δοθεί ως προκαταβολή από τον εγκαλούντα Κ. Λ. για να αγοράσει μετοχές της εταιρίας "ΑΝΜΑΝΚΟ Α.Ε.". Τα παραπάνω ψευδή περιστατικά ο ανωτέρω κατηγορούμενος μερίμνησε να αποτυπωθούν στο δικόγραφο της άνω ασκηθείσας αγωγής με δόλια προαίρεση διάδοσης τους σε τρίτους προς δυσφήμιση των ανωτέρω εγκαλούντων και πράγματι έλαβαν γνώση των περιστατικών αυτών τρίτα άτομα που ενεπλάκησαν στην κατάθεση του δικογράφου της αγωγής, στη λήψη αντιγράφων και στην επίδοση της (γραμματείς δικαστηρίου, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι κ.α.). Β) Ο Μ. Π. : Στην Αθήνα στις 15-3-2004 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις έπεισε το συγκατηγορούμενό του Σ. Χ. (γαμπρό του) να τελέσει υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας "ΑΙΓΙΝΑ ΧΟΛΙΝΤΑΙΥΣ ΧΟΟΥΜΣ Ε.Π.Ε." την αμέσως παραπάνω περιγραφόμενη άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που διέπραξε. ". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διέλαβε σε αυτή την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, για το ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, είχαν γνώση της αναλήθειας όσων γεγονότων, ο πρώτος από αυτούς με την αγωγή διέδωσε. Τούτο γιατί, ενόψει των όσων ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες, από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η γνώση τους γι'αυτά. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσης, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει απλώς στο σκεπτικό της, την περιεχόμενη στο νόμο φράση "εν γνώσει", χωρίς όμως να έχουν εκτεθεί και να έχουν αιτιολογηθεί από το Δικαστήριο από ποία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή, η οποία μάλιστα, δεν προκύπτει ούτε από τις καθόλου παραδοχές και την κύρια αιτιολογία της, περί ενοχής, κρίσης του. Συγκεκριμένα, δεν παρατίθενται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες τελούσαν "εν γνώσει" του ψεύδους των γεγονότων τα οποία διέδωσε ο πρώτος από αυτούς με την αγωγή σε βάρος των εγκαλούντων, με την προτροπή του ηθικού αυτουργού, Μ. Π. . Απλά, σε σχέση με το στοιχείο αυτό του αμέσου δόλου, περιορίζεται το Δικαστήριο με την απόφαση να παραθέσει στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των ψευδών γεγονότων που διέδωσε ο εξ αυτών, Σ. Χ. , χωρίς όμως η γνώση αυτή των κατηγορουμένων να είναι αυτονόητη, αφού τα γεγονότα δεν συνδέονται αναπόσπαστα με αυτούς για να δύναται να συναχθεί ότι εκείνοι είχαν γνώση του ψεύδους, ενώ περαιτέρω από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσωπική αντίληψη των κατά τα άνω διαδοθέντων από αυτούς ψευδών γεγονότων. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει μετά από αυτό, η έρευνα των ετέρων λόγων των αναιρέσεων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4969/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση κατά συρροή, ηθική αυτουργία στις άνω πράξεις. Αιτήσεις αναίρεσης με την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τη γνώση ότι διέδωσε με αγωγή του ψευδή γεγονότα. Αναιρεί απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1838/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της με αριθμό 456/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 954/2011.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 25 Ιουλίου 2011 αίτηση αναίρεσης του ανωτέρω κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 2011 αποδεικτικό της επιμελήτριας δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αγρινίου ..., περί επιδόσεως στον αναιρεσείοντα προσωπικά της υπ' αριθμ. 954/6.9.2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον ως άνω Εισαγγελέα για αν εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Πλην όμως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Δημήτριος Τσούγκος μετά του ανωτέρω εντολέα του και ζήτησε αναβολή της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως του πελάτη του προκειμένου ο τελευταίος να ανεύρει χρήματα για να πληρώσει τα έξοδα παραστάσεως του εν λόγω συνηγόρου του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Το αίτημα αυτό αναβολής απορρίφθηκε από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου διότι κρίθηκε ότι δεν συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση αναβολής της συζητήσεως κατά το άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ. Κατά την μετά ταύτα εκ νέου εκφώνηση της υποθέσεως ο αναιρεσείων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο. Η παράσταση όμως στον Άρειο Πάγο με συνήγορο είναι υποχρεωτική όπως προκύπτει από το άρθρο 513 παρ. 3 ΚΠοινΔ και το άρθρο 36 παρ.1 ν.δ. 3026/1954 περί του Κώδικος των Δικηγόρων και ο αναιρεσείων που δεν παρίσταται προσηκόντως με το να εμφανισθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου μόνος του, θεωρείται ως μη επιθυμών κατ' ουσία την εξέταση του ενδίκου μέσου του και επομένως ως μη εμφανισθείς. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/7/2011 δήλωση - αίτηση του Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 456/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1837/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Σ. του Ν., ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Τσιτσιρίγκου περί αναιρέσεως της με αριθμό 134/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 633/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 22 ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμυνας, ως λόγου που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, απαιτείται, πέραν των άλλων, άδικη επίθεση που στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή άλλου και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, εφόσον είναι παρούσα, δηλαδή έχει αρχίσει ήδη και συνεχίζεται ή έληξε μεν, αλλά υπάρχει κίνδυνος συνέχισης ή επανάληψης της προσβολής. Δεν υφίσταται κατάσταση άμυνας, όταν συντρέχει περίπτωση αμοιβαίας επίθεσης και απόκρουσης, όπου δε μπορεί κανείς να διακρίνει τον επιτιθέμενο και τον αποκρούοντα, καθώς και όταν η παρούσα επίθεση μπορεί ν' αποτραπεί ή να παραμερισθεί με άλλα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ακίνδυνη φυγή αυτού, κατά του οποίου στρέφεται η επίθεση, αν δε μειώνεται η τιμή ή η αξιοπρέπειά του. Κατά δε το άρθρο 23 ίδιου Κώδικα, χωρίς την ύπαρξη των κατ' άρθρο 22 στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δε νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνου, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας, ενώ αυτός μένει ατιμώρητος εξαιτίας έλλειψης καταλογισμού, αν η υπέρβαση των ορίων της άμυνας οφειλόταν στο φόβο ή την ταραχή του από άδικη επίθεση. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο από το άρθρο 22 ΠΚ περί αμυν ς ισχυρισμός, η συνδρομή των προϋποθέσεων του οποίου αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' - ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 134/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" Τις πρώτες πρωινές ώρες της 2-4-2007, ο κατηγορούμενος Σ. Α., τότε Μαθητής V Τάξης της ΣΣΑΣ (Ο), βρισκόταν εντός του καφέ - μπαρ με την επωνυμία "ΜΙΚΡΟ ΚΑΦΕ" επί της οδού ... αρ. 12 της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να συνοδεύσει, μετά το πέρας της εργασίας της, την εργαζόμενη εκεί ιδιώτιδα Κ. Κ. - Ε., με την οποία διατηρούσε αισθηματικό δεσμό. Για τον ίδιο λόγο βρισκόταν στο καφέ-μπαρ και η μητέρα της τελευταίας Κ. Κ.. Περί ώρα, 04.05", ενώ η Κ. Κ.-Ε. "έκλεινε ταμείο" και στο κατάστημα δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες, πλην των προαναφερομένων, εισήλθε σ' αυτά ο ιδιώτης Σ. Χ. με τον οποίον η Κ. Κ. -Ε. διατηρούσε αισθηματικό δεσμό στο παρελθόν. Επειδή, κατά τα φαινόμενα, η σχέση της Κ. με τον Σ.. δεν είχε λήξει ομαλά, η είσοδος του τελευταίου στο κατάστημα είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φορτισμένη ατμόσφαιρα που δεν άργησε να εξελιχθεί σε διαπληκτισμό μεταξύ τον Σ. και των υπολοίπων. Ο λόγος για τον οποίον βρέθηκε ο Σ. στο κατάστημα ήταν διότι τουλάχιστον ως προς τη δική του οπτική - ο δεσμός του με την Κ. δεν είχε λήξει, αλλά συνεχιζόταν υπό συνθήκες κρίσης λόγω της παράλληλης σχέσης που διατηρούσε η Κ. με τον κατηγορούμενο. Όταν λοιπόν ο κατηγορούμενος ανέλαβε να απομακρύνει δια της βίας τον Σ. από το κατάστημα έγινε συμπλοκή μεταξύ τους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο τελευταίος και να υποστεί "θλαστικό τραύμα μήκους ενός εκατοστού στη μεσότητα της ρινός μετά ερυθράς εκχυμώσεως και οιδήματος των μαλακών μορίων, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστικές εκχυμώσεις κιτρινομελαίνης χροιάς των ζυγωματικών άμφω, εκδορά μήκους 1,5 εκατ. στη δεξιά μετωπιαία χώρα, τρεις εκδορές μήκους 3-4 εκατ. στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού μηρού μετά θλαστικής εκχυμώσεως κιτρινωπής χροιάς, μετατραυματική ζάλη και κεφαλαλγία". Ο παθών απέδωσε τον τραυματισμό του σε επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον χτύπησε πολλές φορές με τα χέρια και τα πόδια. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από το κατάστημα, απωθώντας τον με τα χέρια. Εκείνος όμως πιάστηκε από τον λαιμό του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο τελευταίος (όπως ομολόγησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) να τον χτυπήσει κατά αρχάς στον πρόσωπο - χωρίς να θυμάται πόσες φορές - και στη συνέχεια να τον σπρώξει, ρίχνοντας τον στο έδαφος. Την εκδοχή του κατηγορουμένου σε γενικές γραμμές επιβεβαίωσαν και οι αυτόπτες μάρτυρες. Όμως, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι κάπως έτσι εξελίχθηκε το επεισόδιο, είναι σαφές ότι ο κατηγορούμενος εκ προθέσεως χτύπησε τον παθόντα προκαλώντας του τις παραπάνω αναφερθείσες σωματικές βλάβες. Μάλιστα το είδος των σωματικών βλαβών, το ευαίσθητο του σημείου που προκλήθηκαν (πρόσωπο και στήθος) καθώς και η σφοδρότητα των χτυπημάτων, που προκύπτει από την επισκόπηση των αντίστοιχων φωτογραφιών, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας του παθόντος βίωσε τον κίνδυνο επέλευσης βαριάς σωματικής βλάβης.
Εξάλλου, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ως αυτοτελή ισχυρισμό άρσης του αδίκου της πράξης του το γεγονός ότι η συμπεριφορά του απέναντι στον παθόντα εντάσσονταν στα πλαίσια της "άμυνας" απέναντι στην επίθεση που δέχθηκε από τον τελευταίο και όλως επικουρικώς υπέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί άρσης καταλογισμού της πράξης στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της άμυνας καθώς ο κατηγορούμενος ενεργούσε υπό το κράτος ταραχής και φόβου. Όμως, η όλη εξέλιξη του επεισοδίου παραπέμπει σε ένα διαπληκτισμό, όπου δεν υπήρχαν διακριτοί ρόλοι επιτιθέμενου και αμυνόμενου. Η αλληλουχία των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία, αρχικά ο Σ. αρνήθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από το κατάστημα, εν συνεχεία ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον βγάλει δια της βίας και εν τέλει, επειδή ο παθών γαντζώθηκε από τον λαιμό του, ο κατηγορούμενος τον χτύπησε, δημιουργεί την εικόνα ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο ήταν επιτιθέμενοι και όχι αμυνόμενοι, δηλαδή ότι και οι δύο "τελούσαν εν αδίκω". Δεν αποδείχθηκε συνεπώς ότι η πράξη του κατηγορουμένου ήταν αναγκαία για την προστασία του ιδίου από άδικη και παρούσα επίθεση του παθόντος σε βάρος του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι σωματικές κακώσεις που αυτός (κατηγορούμενος) έφερε, ήταν σαφώς ήσσονος βαρύτητος (βλ. ιατρική βεβαίωση 424 ΓΣΝΕ). Κατόπιν των παραπάνω, κατά την πλειοψηφούσα (3-2) άποψη των μελών του δικαστηρίου, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για επικίνδυνη σωματική βλάβη, απορριπτόμενων ομόφωνα των αυτοτελών ισχυρισμών περί άμυνας και υπέρβασης αυτής ως ουσία αβασίμων". Ακολούθως, το προδιαληφθέν Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους από τον αναιρεσείοντα προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, κήρυξε ένοχο αυτόν για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραπάνω παραδοχές και σχετικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι τελούσε σε κατάσταση άμυνας και επικουρικά ότι ενεργούσε υπό το κράτος φόβου και ταραχής, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή- αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και δικαιολογούν την απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμον, του προδιαληφθέντος ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 22 λαι 23 ΠΚ και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τόσο ο παθών όσο και ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων ήταν αμοιβαίως επιτιθέμενοι και όχι αμυνόμενοι, ότι δηλαδή και οι δύο ενεργούσαν άδικη επίθεση ο ένας εναντίον του άλλου. Ενώ, στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίθεση του κατηγορουμένου ήταν αναγκαία για την προστασία του ίδιου από άδικη και παρούσα επίθεση του παθόντος σε βάρος του σε συνδυασμό με την παραδοχής αυτής (απόφασης), ότι οι σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στον αναιρεσείοντα ήταν σαφώς ήσσονος βαρύτηττας από εκείνες του παθόντος. Χωρίς, εξάλλου, να στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, δε διέλαβε και σκέψη για την απόρριψη και του επικουρικά προβληθέντος ισχυρισμού του ότι δηλαδή αυτός ενήργησε από φόβο ή ταραχή, αφού προϋπόθεση τούτων, είναι η ύπαρξη άμυνας, που όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται εν προκειμένω. Επομένως, οι περί του αντίθετου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 22 και 23 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των παραπάνω λόγων αναίρεσης υπό τη επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και τυγχάνουν απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4 Μαΐου 2011, αίτηση του Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 134/2010 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση, για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό περί άμυνας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1836/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση-Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 91730/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό577/2011.
Α φ ο ύ κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ α' ΚΠοινΔ αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, από το υπό ημερομηνία 12 Αυγούστου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι κάτοικος εξωτερικού, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, με την επίδοση κλήσης στην αντίκλητο δικηγόρο που έχει διοριστεί νόμιμα και έχει ασκήσει και το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2011 αίτηση για αναίρεση της 91730/2010 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 1835/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαος Κωνσταντόπουλος-Εισηγητής, Ανδρέας Ξένος και Αθανάσιος Γεωργόπουλος, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.14047/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 13 Οκτωβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 197/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, Π. Π., καθώς και από 14 Οκτωβρίου 2011, από τον αυτό κατηγορούμενο, κατά της υπ'αριθμ.14047/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 14047/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω α.ν.690/1945 σε συνδ. με το αρθρ.8 παρ.1 Ν.2636/95 και τα άρθρ.1,2,3 και 5 παρ.7 ΑΝ 539/45, σε φυλάκιση συνολική δέκα έξι (16) μηνών, και χρηματική ποινή, επίσης συνολική, είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό της, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της : "Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη στις κάτωθι ημεροχρονολογίες και κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2004 έως 14-3-2008, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν εργοδότης επιχειρήσεως, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες αποδοχές, που καθορίζονται από την σύμβαση εργασίας και από τις συλλογικές συμβάσεις καθώς επίσης δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα και τα επιδόματα αδείας εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΓΙΝΑ Ανώνυμη Εμπορική Εκδοτική Εταιρία" απασχόλησε με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους κάτωθι εργαζομένους στους οποίους δεν κατέβαλε διαφορές αποδοχών, δεδουλευμένες αποδοχές από το έτος 2004 έως το έτος 2008, αποζημίωση αδείας, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων. Αναλυτικότερα, απασχόλησε τους εξής εργαζόμενους, υπό την ιδιότητα τους στην επιχείρηση, όπως αναλυτικώς κατωτέρω εκτίθεται:
Κ. Δ. του Π., Ε. Χ. του Κ., Τ. Χ. του Σ., Κ. Χ. του Δ., Λ. Π. του Γ., Σ. Ο. του Π., Κ. Α. του Ν., και δεν κατέβαλε σε αυτούς τις αποδοχές και τα επιδόματα όπως αναλυτικώς κατωτέρω εκτίθεται: Στην Κ. Δ. του Π. με ειδικότητα, Γραφίστας-Σελιδοποιός, ημερομηνία πρόσληψης την 1-6-2007 και νόμιμο μισθό (ΣΣΕ 14-4-2006) από 1/1/2007 1.274 Ευρώ μικτά (άγαμη) για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: 2007 1/6/2007 - 30/6/2007: 1274€- 680€ έλαβε = 594€ μικτά υπόλοιπο 1/7/2007 - 31/7/2007 1274 € - 809,40 € έλαβε = 464,60€ μικτά υπόλοιπο. 1/8/07 -31/8/07: 1274€ -809,40€ έλαβε = 464,60 € μικτά υπόλοιπο. 1/9/2007 - 30/9/2007: 1274€ - 769,40€ = 504,60€ μικτά υπόλοιπο. 1/10/2007 - 31/10/2007: 1274 € - 459,40€ έλαβε = 814,60€ μικτά υπόλοιπο. 1/11/2007 -31/12/2007 1274€ Χ 2 μήνες = 2.548 € μικτά Επίδομα Αδείας 2007: 1/2 μισθός : 637€ μικτά.
Δώρο Χριστουγέννων 2007 22,52 ημερομίσθια Χ 1274/25 = 1147,94€ + 47,82€ (0,04166) = 1.195,64€ - 550€ έλαβε = 645,64€ υπόλοιπο μικτά Αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας 2007: 14 ημερομίσθια Χ 1.274/25 = 713,44 - 203,84 (έλαβε 4 ημέρες) = 509, 60€ μικτά υπόλοιπο. Σύνολο 2007: 7.182,64€ μικτά 2008 1/10/2008 - 14-3-2008 : 1.274 Χ 2,5 μήνες = 3.185€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 10. 367, 64€ μικτά.
2) Στην Ε. Χ. του Κ. με ειδικότητα Γραφίστας -σελιδοποιός, ημερομηνία πρόσληψης 3-5-2004 και νόμιμο μισθό (ΣΣΕ 9-9-2004) από 1/1/2004 0-3 χρόνια, έγγαμη 1.181,40 ευρώ μικτά και από 1/1/2005 1.247,40 ευρώ μικτά, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα:
Νόμιμος μισθός (ΣΣΕ 14-4-2006) Από 1/1/2006, 1.322,20 ευρώ μικτά Από 1/1/2007, 1.401,40 ευρώ μικτά Από 1/5/2007, 0-3 χρόνια, έγγαμη 1.465,10 ευρώ μικτά 2004 3/5/04-31/12/04: 1.181,40€ - 750 € έλαβε μηνιαίως = 431,40€ Χ 8 μήνες = 3.451,20€ μικτά υπόλοιπο.
Επίδομα αδείας 2004: 1/2 μισθός: 1.181,40€/2 = 590,70€ - 345,00€ έλαβε = 245,70€ υπόλοιπο.
Δώρο Χριστουγέννων 2004 1 μισθός : 1.181,40€ + 49,21 (0,04166) 1.230,61€ - 750€ έλαβε = 480,61€ μικτά υπόλοιπο. Σύνολο 2004: 4.177,51 € μικτά.
2005 1/1/2005 - 31/12/2005: 1.247,40€ - 750€ έλαβε μηνιαίως = 497,40€ Χ 12 μήνες = 5,968,80€ μικτά υπόλοιπο.
Δώρο Πάσχα 2005: 1/2 μισθός 1247,40€ /2 = 623,70€ +25,98€ (0,04166)=649,68€ -345€ έλαβε = 304,68€ υπόλοιπο.
Επίδομα αδείας 2005: 1/2 μισθός 1.247,40€/2 = 623,70€ -345€ έλαβε = 278,70€ υπόλοιπο.
Δώρο Χριστουγέννων 2005 1 μισθός: 1247,40€ + 51,96€ (0,04166) = 1.299,36 € μικτά.
Σύνολο 2005: 7. 851,54€ μικτά 2006 1/1/2006 -30/9/2006: 1.322,20€ - 750€ έλαβε μηνιαίως = 572,20€ Χ 9 μήνες = 5.149,80€ μικτά υπόλοιπο.
Δώρο Πάσχα 2006: 1/2 μισθός: 1.322,20€ 12 = 661,10€ + 27,54€ (0,04166) = 688,64€ -345€ έλαβε = 343,64€ μικτά υπόλοιπο Επίδομα αδείας 2006: 1/2 μισθός: 1.322,20€/2 = 661,10€ -345€ έλαβε = 316,10 € μικτά υπόλοιπο.
Δώρο Χριστουγέννων 2006: 1 μισθός: 1.322,20 € + 55,08€ (0,04166) = 1.377,2€ έλαβε = 627,28 ευρώ μικτά υπόλοιπο Σύνολο 2006: 6.436,82€ μικτά.
2007 1/2/2007 - 30/4/2007: 1.401,400€ -1.000€ έλαβε= 401,400 Χ 3 μήνες = 1.204,20€ μικτά υπόλοιπο.
1/5/2007 - 31/7/2007: 1.465,10€ -1000 € έλαβε = 465,10Χ 3 μήνες = 1.395,30 € μικτά υπόλοιπο.
1/8/2007 - 31/8/2007: 1.465,10 € - 800€ έλαβε 665,10€ μικτά υπόλοιπο.
1/9/2007 - 30/9/2007: 1.465,10€ -1.000€ έλαβε = 465,10€ μικτά υπόλοιπο 1/8/2007 -31/8/2007: 1.465,10€ - 800 € έλαβε = 665,10€ μικτά υπόλοιπο.
1/9/2007 - 30/9/2007: 1.465,10€ -1.000€ έλαβε = 465,10€ μικτά υπόλοιπο 1/10/2007-31/12/2007:146 5,10€ Χ 3 μήνες = 4.395,30€ μικτά Δώρο Πάσχα 2007: 1/2 μισθός: 1.401,40€ 12 = 700,70€ + 29,19€ (0,04166)= 729, 89€ - 345€ έλαβε = 384,89€ υπόλοιπο.
Επίδομα αδείας 2007: 1/2 μισθός: 1.465,10€/2 = 732,55€ - 345€ έλαβε = 387,55€ υπόλοιπο.
Δώρο Χριστουγέννων 2007: 1 μισθός: 1.465,10€ +61,03€ (0,04166) = 1.526,13€ -1.000 έλαβε = 526,13€ μικτά υπόλοιπο.
Αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας 2007: 26 ημερομίσθια Χ 1.465,10€ /25 = 1.523,70€ - 234,41€ (έλαβε 4 ημερομίσθια) = 1.289,29€ μικτά υπόλοιπο.
Σύνολο 2007: 10.712,86€ μικτά.
2008 1/1/2008-14/3/2008 1.645,10€Χ 2,5 μήνες = 4.112,75€ μικτά.
Συνολικό οφειλόμενο ποσό Έτη 2004 - 2008 : 33.291,48€ μικτά.
3)
Στον Τ. Χ. του Σ. με ειδικότητα Εσωτερικός συντάκτης και με συμβάσεις ορισμένου χρόνου: 10/11/2004 -31/3/2005, 1/4/2005 -30/6/2005, 1/7/2005-31/12/2005, 1/1/2006-31/12/2006 από 1/1/2007 αορίστου χρόνου. (ΣΣΕ 7-3-2006 Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Συντακτικών μελών της Ενώσεως Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες - μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, Πρ. Καταθ. 8/13-3-2006 Επιθ. Εργασίας Ανατ. Τομέα - Αθηνών), μόμιμο μισθό από 1/1/2007 (2-4 χρόνια επίδομα Η/Υ σελιδοποίησης): 1271,55 € μικτά και από 13/2/2008, έγγαμος 1392,65€ μικτά, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, 2007 1/10/2007-31/12/2007: 1271,55€Χ 3μήνες = 3.814,65€ μικτά Αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας 2007: 24 ημερομίσθια Χ1271,55€/25= 1220,6€ 8 -406,89€ (έλαβε 8 ημερομίσθια) = 813,79€ μικτά υπόλοιπο.
Σύνολο 2007: 4.628,44 € μικτά 2008 1/1/2008 -12/2/2008: 1271,55€ Χ 1,5 μήνες = 1907,32€ μικτά 13/2/2008 -14/3/2008: 1392,65X1 μήνας = 1392,65 € μικτά Σύνολο 2008: 3.299,97€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 7.928,41€ μικτά 4)
Στην Κ. Χ. του Δ. με ειδικότητα Εσωτερικός Συντάκτης και συμβάσεις ορισμένου χρόνου 9/5/2005 - 30/9/2005, 1/10/2005 -31/12/2005, 1/1/2006 -31/12/2006, 1/1/2007 -31/12/2007, συνέχιση εργασιακής σχέσης από 1/1/2008 χωρίς ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου (ΣΣΕ 29.7.2004 (Πρ. Καταθ 8/13-3-2006 Επιθ. Εργασίας Ανατ. Τομέα Αθηνών και ΣΣΕ 7/3/2006 (Πρ. Καταθ. 8/13-3-2006 Επιθ. Εργασίας Ανατ. Τομέα Αθηνών). Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Συντακτών μελών της Ενώσεως Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών που απασχολούνται σε εφημερίδες - μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, 2005 Από 1/1/2005: Νόμιμος μισθός : 2-4 χρόνια, άγαμη 1.078 € μικτά 9/5/2005 -31/5/2005: 20/25 Χ 1.078 € = 862,40€ -444€ έλαβε = 418,40€ μικτά υπόλοιπο.
1/10/2005 -31/12/2005 : 1078€ - 888€ έλαβε μηνιαίως = 190€ Χ 3 μήνες = 570€ μικτά υπόλοιπο Επίδομα αδείας 2005 1/2 μισθός: 1078€ 12 = 539€ -222€ έλαβε = 317€ μικτά υπόλοιπο Δώρο Χριστουγέννων 2005: 1078€ +44,90€ (0,04166) = 1122, 90€ -888€ έλαβε = 234,90€ μικτά υπόλοιπο Σύνολο 2005: 4.076,30€ μικτά.
2006 Από 1/1/2006 Νόμιμος μισθός: 2-4 χρόνια άγαμη, 1.143€ μικτά Από 1/9/2006 Νόμιμος μισθός : 4-6 χρόνια, άγαμη 1.217€ μικτά 1/6/2006-30/8/2006: 1.143€-888€ έλαβε μηνιαίως = 255€Χ 8 μήνες = 2.040€ μικτά υπόλοιπο 1/9/2006 - 31/12/2006: 1.217€ -888€ έλαβε μηνιαίως = 329€ Χ 4 μήνες = 1.316€ μικτά υπόλοιπο.
Δώρο Πάσχα 2006: 1/2 μισθός: 1.143€/2 =571,50€ + 23,80€ (0,04166) = 595,30€ - 444€ έλαβε = 151,30€ μικτά υπόλοιπο Επίδομα αδείας 2006:1/2 μισθός: 1217€/2 = 608,50€ μικτά Δώρο Χριστουγέννων 2006: 1217€ +50,70€ (0,04166) = 1.267,70€ - 888€ έλαβε = 379,70€ μικτά υπόλοιπο 2007 Από 1/1/2007: Νόμιμος μισθός: 4-6 χρόνια άγαμη 1.290€ μικτά 1/1/2007 - 31/1/2007: 1290€ -888€ έλαβε = 402€ μικτά υπόλοιπο 1/2/2007- 28/2/2007: 1290€ - 924€ έλαβε = 366€ μικτά υπόλοιπο 1/3/2007 - 30/4/2007: 1290€ - 998€ έλαβε μηνιαίως = 292€ Χ 2 μήνες = 584€ μικτά 1/5/2007 -31/7/2007 : 1290€ - 1211€ έλαβε μηνιαίως = 79€ Χ 3 μήνες = 237€ μικτά υπόλοιπο 1/8/2007 -31/8/2007: 1290€ -1011€ έλαβε = 279 μικτά υπόλοιπο 1/9/2007 - 30/9/2007: 1290€ -1211€ έλαβε = 79 μικτά υπόλοιπο 1/10/2007 - 31/12/2007: 1290€ Χ 3 μήνες = 8.870€ μικτά Δώρο Πάσχα 2007: 1290€ +53,74€ (0,04166) = 1343,74€ - 1000€ έλαβε = 343,84€ μικτά υπόλοιπο Επίδομα αδείας 2007: 1/2 μισθός: 1290€/2 = 645€ -629,72€ έλαβε = 15,28€ μικτά υπόλοιπο Αποζημίωση λόγω μη ληφθείσης αδείας 2007: 24/25Χ 1290€ = 1238,40€ 980,40€ (έλαβε 16 ημέρες) = 258€ μικτά υπόλοιπο Σύνολο 2007: 6.500,39€ μικτά 2008 1/1/2008 - 14/3/2008 (έναρξη επίσχεσης εργασίας) 1290€ Χ 2,5 μήνες = 3.225€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 2005 - 2008:18,297,19 μικτά 5) Στην Λ. Π. του Γ. με την ειδικότητα Εσωτερική συντάκτης, που απασχολήθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου από 21/2/2007 - 31/12/2007 και συνεχίστηκε η εργασιακή της σχέση, από 1/1/2008 χωρίς ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, 2007 Από 21/2/2007 : Νόμιμος μισθός 0-2 χρόνια άγαμη, 998€ μικτά Καταβαλλόμενος μισθός 1.047,90€ μικτά Από 1/10/2007 - 31/12/2007: 1.047,90€ Χ 3 μήνες = 3.143,70€ μικτά Επίδομα αδείας 2007: 1/2 μισθός 1047,90€/2 = 523,95€ μικτά Αποζημίωση-αδείας - 2007: 20,46€ - ημερομίσθια Χ 1047,90€/25 = 857,60€ - 502,99€ (έλαβε 12 ημέρες) = 354,61€ μικτά υπόλοιπα Σύνολο 2007: 4.022,26€ μικτά 2008 Από 1/1/2008 -14/3/2008: 1047,90€ Χ 2,5 μήνες = 2.619,75€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 2007-2008: 6.642,01 € μικτά 6) Στην Σ. Ο. του Π. με ειδικότητα, Εσωτερική Συντάκτης, με σύμβαση ορισμένου χρόνου 21/2/2007 - 31/12/2007, συνέχιση εργασιακής σχέσης από 1/1/2008 χωρίς ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, 2007 Από 21/2/2007: Νόμιμος μισθός 0-2 χρόνια, άγαμη 998€ μικτά Καταβαλλόμενος μισθός: 1.047,90€ μικτά Από 1/10/2007 -31/12/2007: 1047,90€ Χ 3 μήνες = 3. 143,70€ μικτά Επίδομα αδείας 2007:1/2 μισθός: 1047,90€/2 = 523,95€ μικτά Αποζημίωση αδείας 2007: 20,46 ημερομίσθια Χ 1047,90€/25 = 857, 60€ -502,99€ (έλαβε 12 ημέρες) = 354,61€ μικτά υπόλοιπο. Σύνολο 2007: 4.022,26€ μικτά 2008 Από 1/1/2008 - 14/3/2008 : 1047.90Χ 2,5 μήνες = 2.619,75€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 2007 - 2008 : 6.642,01€ μικτά 7) Στον Κ. Α. του Ν. - με ειδικότητα Εσωτερικός Συντάκτης και σύμβαση ορισμένου χρόνου 21/2/2007 -31/12/2007, συνέχιση εργασιακής σχέσης από 1/1/2008 χωρίς ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα, 2007 Από 21/2/2007: Νόμιμος μισθός 0-2 χρόνια άγαμος 998€ μικτά Καταβαλλόμενος μισθός 1.047,90€ μικτά Από 1/10/2007 -31/12/2007: 1047,90€ Χ 3 μήνες = 3.143,70 € μικτά Επίδομα αδείας 2007: 1/2 μισθός : 1047,90€/2 = 523,95€ μικτά Αποζημίωση άδειας 2007: 20,46 ημερομίσθια Χ 1.047,90€/25 = 857,60€ -502,99€ (έλαβε 12 μέρες) = 354,61€ μικτά υπόλοιπο. 2008 Από 1/1/2008 - 14/3/2008: 1047,90€Χ2,5 μήνες = 2.619,75€ μικτά Συνολικό οφειλόμενο ποσό 2007-2008 : 6. 642,01€ μικτά Πρέπει επομένως, σύμφωνα με όλα όσα αποδείχθηκαν να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται. " Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1,2,98 ΠΚ, άρθρου μόνου παρ.1 ΑΝ 690/45, όπως αντικ. με άρθρ.8 παρ.1 Ν.2336/1995, σε συνδ.με αρθρ.1,2,3 και 5 παρ.7 ΑΝ 539/45, με αρθρ.3 παρ.16 N.4504/66 και με την υπ'αριθμ.19040/81 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Περί χορηγήσεως επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα" τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση η ιδιότητα του κατηγορουμένου, η οποία τον καθιστά ποινικά υπεύθυνο ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας εταιρίας (Ανώνυμης), οι απασχοληθέντες σε αυτοί, ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η εργασία καθενός, οι μηνιαίες αποδοχές τους, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε σε κάθε εργαζόμενο, έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο σε καθένα υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο με την άνω ιδιότητά του σε κάθε εργαζόμενο αποδοχές, που είχαν καθοριστεί από το νόμο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί επανάληψη του διατακτικού και έτσι, υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης. Όμως, το διατακτικό εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. 2)Δεν αιτιολογείται στην απόφαση, αν η μη καταβολή των αποδοχών και των οφειλομένων λοιπών χορηγιών στους εργαζόμενους, οφειλόταν σε πρόθεσή του να μην καταβάλει αυτά στους εργαζόμενους στην εταιρία του και έτσι, η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αβάσιμα όμως, διότι ειδική αιτιολογία για το δόλο απαιτείται μόνο αν αυτός είναι άμεσος ή ενδεχόμενος και όχι στην παρούσα περίπτωση της παράβασης του ΑΝ 690/45, διότι, στην παράβαση αυτή ο δόλος υπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως (μοναδικός του κυρίου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων), με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (κατά τις παραπάνω διακρίσεις), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον απόντα, άλλωστε, κατηγορούμενο ειδικότερα δε, αντιπαρήλθε την άνω υποχρέωση του με την εξής τυπική κατά λέξη αιτιολογία: "από την έρευνα του χαρακτήρα του καταδικασθέντος και τις υπόλοιπες περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συντρέχει επομένως, περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους του καταδικασθέντος, η κάθε ημέρα φυλακίσεως να υπολογισθεί προς δέκα (10,00) ευρώ". Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί με την τυπική κατά τα άνω αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 14047/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Π. Π. του Η. και της Ε. ποινής φυλακίσεως των δεκαέξι (16) μηνών. Και
Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου μόνου παρ. 1 ΑΝ 690/1945 και 1, 2, 3, 5, παρ.7 ΑΝ 539/1945. Μη καταβολή αποδοχών και επιδομάτων κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή σε εργαζομένους – Αιτιολογημένη καταδίκη κατηγορουμένου, ο οποίος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ανώνυμης εταιρίας, δεν κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές και τα δώρα εορτών στους εργαζομένους στην εταιρία – εφόσον η ποινή δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται, και χωρίς αίτημα, να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσής της και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του, χωρίς να αρκεί η επανάληψη του νόμου. Αναιρείται εν μέρει, λόγω αρνητικής υπέρβασης εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού, κατόπιν επιβολής, συνολικής ποινής φυλάκισης 16 μηνών, η τελευταία μετατράπηκε σε χρηματική, χωρίς ειδική αιτιολογία.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1834/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικολάου Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.- Α. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αντωνιάδη περί αναιρέσεως της με αριθμό 10924/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1εδ. α' του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περισώσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από όρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ταυ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής-συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 10.924/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, Ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος (κατά πλειοψηφία), σωματικής βλάβης από υπόχρεο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Την 16.10.2004 ο εγκαλούσα υπέγραψε δελτίο παραγγελίας αποτρίχωσης προκειμένου να υποβληθεί σε θεραπεία για την μείωση της τριχοφυΐας της στα πόδια με την μέθοδο αποτρίχωσης με παλμικό, αντί του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού των 1093 ευρω μαζί με τον ΦΠΑ και σε χρονικό διάστημα 28 συνεδριών. Η θεραπεία συμφωνήθηκε να της γίνει από εξειδικευμένο υπάλληλο της εταιρείας με την επωνυμία ... ΕΠΕ ... ΕΕ (Κέντρο Αδυνατίσματος), που εδρεύει στην Αθήνα και επί της ..., νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο κατηγορούμενος - εκκαλών. Μετά το πέρας της συνεδρίας, που έλαβε χώρα την 10.1.2005 και πριν αποχωρήσει από το κατάστημα της ως άνω εταιρίας η εγκαλούσα αισθάνθηκε αφόρητους πόνους στη δεξιά κνήμη και συγχρόνως εμφανίσθηκαν εγκαύματα, στη εν λόγω κνήμη, που οφείλετο στο γεγονός ότι η κοπέλα που προέβη στην συνεδρία αυτή δεν είχε τις κατάλληλες γνώσεις και χρησιμοποίησε λάθος υλικό και συγκεκριμένα μαύρο μολύβι για να οριοθετήσει το σημείο στο οποίο θα γινόταν η αποτρίχωση. Η ως άνω σωματική βλάβη της εγκαλούσης οφείλετο σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος με στην ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλει και συγκεκριμένα δεν μερίμνησε, όπως ώφειλε και ήταν υποχρεωμένος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας για τη σωστή και ακίνδυνη εφαρμογή της θεραπείας αποτρίχωσης με τη μέθοδο αποτρίχωσης με παλμικό φως στην εγκαλούσα από εξειδικευμένο προσωπικό. Στοιχειοθετείται, ως εκ τούτου η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεω, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, ο οποίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης, κατά πλειοψηφία".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα την 16-10-2004 από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και ήταν υποχρεωμένος λόγω της ιδιότητας του, να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η συμπεριφορά του και προξένησε σωματική βλάβη σε άλλον και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ας νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ ...", που παρέχει υπηρεσίες αισθητικής και αδυνατίσματος, δεν μερίμνησε, όπως όφειλε και ήταν υποχρεωμένος από την ιδιότητα του, για την σωστή και ακίνδυνη εφαρμογή της θεραπείας αποτρίχωσης, με την μέθοδο αποτρίχωσης με παλμικό φως στην Ε. Ρ.. από επιστημονικό και εξειδικευμένο προσωπικό με αποτέλεσμα την πρόκληση εγκαύματος της στην δεξιά κνήμη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 2γ 314 παρ. 1 α', 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Εφετείου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ιδιότητα που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο η ευθύνη για το επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια διότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αυτός καταδικάσθηκε όχι ως προκαλέσας με δική του ενέργεια αυτοπροσώπως το αποτέλεσμα αυτό, αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος της λειτουργίας του κέντρου αισθητικής, που διατηρούσε η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία, δεν μερίμνησε για την πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού στο κέντρο, για την εφαρμογή της θεραπείας αποτρίχωσης. Επίσης, προσδιορίζονται στην απόφαση με σαφήνεια: α) τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, που δικαιολογούν την εφαρμογή των κατά τα άνω αναφερομένων διατάξεων, β) η αμέλεια, την οποία το Δικαστήριο προσδιόρισε ως μη συνειδητή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν και γ) τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία, τα οποία θεμελιώνουν τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2011 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2128/8-3-11 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Α.- Α. Π. του Π. για αναίρεση της με αριθμό 10.924/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών.-Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας (ΕΠΕ), από μη συνειδητή του αμέλεια, δεν μερίμνησε για τη σωστή και ακίνδυνη εφαρμογή της θεραπείας αποτρίχωσης στην παθούσα από επιστημονικό και εξειδικευμένο προσωπικό, με αποτέλεσμα να της προκληθεί σωματική βλάβη. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 1834/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.11.1989 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2627/1992 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4033/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26.06.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 30188/12-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Α.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Με την, κατά τα άρθρα 632 επ.ΚΠολΔ, ανακοπή του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 585 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως είτε κατά της ύπαρξης της απαιτήσεως (Ολ.ΑΠ 10/1997), καθένας δε από τους λόγους αυτούς συνιστά αυτοτελή βάση ακυρότητας της διαταγής πληρωμής. Κατά το άρθρο 634 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ.1), ... αν δε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η. αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής (παρ.2). Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται η επίδοση της διαταγής πληρωμής ως ειδικός λόγος αναστολής της παραγραφής της αξίωσης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ο δε χρόνος της αναστολής αυτής διαρκεί εξακολουθητικά από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής. Και τούτο εν όψει του ότι, αν μετά από άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αυτή ακυρωθεί, εκλείπει ο κατά το άρθρο 634 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος διακοπής της παραγραφής, προκειμένου όμως να μη βρεθεί ο δικαιούχος ενώπιον παραγεγραμμένης απαιτήσεώς του, το διάστημα που μεσολάβησε από την επίδοση, της διαταγής πληρωμής μέχρι την τελεσίδικη ακύρωσή της λογίζεται ως χρόνος αναστολής της παραγραφής. Έτσι αποκλείεται η παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή πληρωμής και μάλιστα όχι μόνον αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, όπως ρητώς ορίζεται στο νόμο, αλλά, προδήλως και κατά μείζονα λόγο, και όταν απορριφθεί η ανακοπή, δηλαδή γενικότερα σε κάθε περίπτωση, κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης και μέχρι περατώσεώς της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η με την επίδοση της διαταγής πληρωμής διακοπείσα παραγραφή (Ολ.Α.Π. 12/2001). Με την τελεσίδικη δε απόρριψη της ανακοπής, όπως και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης άσκησης ανακοπής μετά από δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής στον καθ' ου οφειλέτη (άρθρο 933 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), η επιδικαζόμενη με αυτή αξίωση αποκτά ισχύ δεδικασμένου και υπόκειται σε 20ετή παραγραφή κατά τον κανόνα του άρθρου 268 του Α.Κ.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ.7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της 2627/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας υπέρ της αναιρεσείουσας, με βάση την ιδιότητα της ως νόμιμης κομίστριας συναλλαγματικών (ποσού 1.500.000 δραχμών), αποδοχής του αναιρεσιβλήτου, 5251/1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατόπιν σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, ότι η εναντίον αυτού αξίωση της αναιρεσείουσας από τις επίδικες συναλλαγματικές υπέκυψε στην εκ του άρθρου 70 παρ.1 του ν. 5325/1932 τριετή παραγραφή, η οποία διεκόπη μεν με την επίδοση της διαταγής πληρωμής προς τον αναιρεσίβλητο στις 14-11-1989, ωστόσο μετά την άσκηση της ανακοπής και της από 18-12-1992 έφεσης (αρ. εκθ. καταθ. 13312/31-12-1992)της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη της συζήτησης της έφεσης (24-1-2008). Έτσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία (που οδήγησε σε εσφαλμένη μη εφαρμογή) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 634 παρ.2 του ΚΠολΔικ., για την οποία εσφαλμένως δεν δέχθηκε 'ότι απέκλειε την παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης από τις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, λόγω της καθιερούμενης, με την εν λόγω διάταξη, πλασματικής αναστολής της παραγραφής από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της ανακοπής. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ. μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4033/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4.033/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 634 Κ.Πολ.Δικ. Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, η οποία όμως θεωρείται ότι βρίσκεται σε αναστολή (κατά πλάσμα του άρθρου 634 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) μέχρι την τελεσίδικη απόρριψη ή παραδοχή της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής χωρίς να ισχύει παραγραφή εν επιδικία στο διάστημα αυτό, εάν δε τελεσιδικήσει διαταγή πληρωμής ισχύει η εικοσαετής παραγραφή άρθρ.268 Α.Κ. Αναιρεί απόφαση Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως άρθρου 634 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1833/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγα περί αναιρέσεως της 28/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 211 εδ. α' ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητας της επ` ακροατηρίου διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή, λόγω της γενικότητάς της, προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. (Ολ.Α.Π. 4/2008). Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ.2 σε συνδυασμό με 171 παρ.1 ΚΠΔ), καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας , σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης και των εγγράφων του φακέλου, εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως μάρτυρας κατηγορίας, ο Γ. Β. Σ., Λιμενικός Υπάλληλος, ο οποίος, ως ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, είχε συντάξει και τη σχετική έκθεση αυτοψίας, για την παράνομη πράξη της κατάληψης αιγιαλού, την οποία εφέρετο να έχει διαπράξει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Κατά την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα, δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από τον παρόντα στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου, αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επομένως η σχετική, κατά τα άνω, ακυρότητα καλύφθηκε αφού δεν προτάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ` ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Β'Κ.Π.Δ. προβλεπόμενος 1ος λόγος αναιρέσεως, λόγω ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατ `άρθρο 170 παρ.2 σε συνδυασμό με 171 παρ.1 Κ.Π.Δ. για τον ως άνω λόγο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά τα διάταξη της παρ.1 εδ. α' του άρθρου 29 του Ν. 2971/2001 (αντίστοιχη της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 α'του Α.Ν 2344/1940, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 263/1968), "Όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.....". "Αιγιαλός", κατά διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, "είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Εξάλλου, κατά τα άρθρα 4 και 5 του αυτού νόμου, ο καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου επιτροπή (ή από την, κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις, επιτροπή του άρθρου 10 του Α.Ν. 1540/1939), αλλά, για την στοιχειοθέτηση του οριζόμενου αδικήματος στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 29, δεν απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση, ο προηγούμενος καθορισμός του αιγιαλού από την παραπάνω επιτροπή, διότι η ιδιότητα του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, ήτοι, από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, το δικαστήριο δε της ουσίας, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, μπορεί να καθορίσει παρεμπιπτόντως τα όρια του αιγιαλού σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα παραπάνω και συγκροτούντα την έννοια του αιγιαλού στοιχεία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, ενώ η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι, κατ` αρχή, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Μόνο, αν, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 28/2011 απόφασή του, (από παραδρομή αναφέρεται ως 28/2010), κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του Ν.2971/2001 "περί αιγιαλού και παραλίας" τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτή ποινές "Όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε...". Κατά τα άρθρα, δε, 1 και 2 του ίδιου νόμου αιγιαλός είναι η χερσαία ζώνη που περιβάλλει τη θάλασσα και βρέχεται από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, αποτελεί δε κτήμα κοινόχρηστο που ανήκει στο Δημόσιο και προστατεύεται από αυτό, ενώ δεν επιτρέπεται η κατασκευή κτισμάτων και εν γένει κατασκευασμάτων παρά μόνο για κοινωφελείς περιβαλλοντικούς, πολιτιστικούς σκοπούς, για απλή χρήση και για εξυπηρέτηση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, κατά το άρθρο 3 του αυτού νόμου, ο καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται από την προβλεπόμενη σε αυτό επιτροπή, αλλά, για την στοιχειοθέτηση του στο άρθρο 29παρ.1 του Ν. 2971/2001 οριζομένου αδικήματος, δεν απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση, ο προηγούμενος καθορισμός του αιγιαλού από την παραπάνω επιτροπή, διότι η ιδιότητα του αιγιαλού δεν δημιουργείται με την έκθεση της επιτροπής αυτής, αλλά υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, ήτοι, από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, το δικαστήριο δε της ουσίας, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, μπορεί να καθορίσει παρεμπιπτόντως τα όρια του αιγιαλού σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα παραπάνω και συγκροτούντα την έννοια του αιγιαλού στοιχεία... "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, την απολογία του κατηγορούμενου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 18-02-2004 στη θέση "..." Δ.Δ. Πορτοχελίου προέβη: α) στην κατασκευή κλιμάκων, με μπετόν και πέτρες σε μήκος περί τα 15 τ.μ., β) τριών (3) τοιχίων αντιστήριξης, σε ένα από τα οποία έχει δημιουργηθεί στεγασμένος χώρος, ενώ στο άλλο έχει μπαζωθεί τμήμα του αιγιαλού και έχει επιστρωθεί με πλάκες. Τα ανωτέρω έργα συνδέονται μέσω στοάς, που έχει διανοιχθεί κάτω από την επαρχιακή οδό με την εξοχική κατοικία ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με άδεια από την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Αργολίδας και την Πολεοδομία Κρανιδίου και έτσι επέφερε μεταβολή του αιγιαλού της ως άνω θαλάσσιας περιοχής. Οι κατασκευές αυτές έχουν πραγματοποιηθεί αναμφισβήτητα επί του αιγιαλού, ήτοι εντός της χερσαίας ζώνης που περιβάλλει τη θάλασσα και βρέχεται από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, στον καθορισμό του οποίου, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες σκέψεις, προβαίνει παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο, με βάση τα παραπάνω και συγκροτούντα την έννοια του αιγιαλού στοιχεία. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο άγεται ειδικότερα με βάση τα εξής στοιχεία: α) Το με αριθμ. πρωτ. 2142/06/2004 έγγραφο του Υ/Χ Πορτοχελίου καθώς και το έντυπο σήμα αυτού στα οποία ρητά αναφέρονται ότι τα εν λόγω έργα έχουν γίνει εντός του αιγιαλού και β) τη συνημμένη στη δικογραφία φωτογραφία στην οποία εμφαίνεται η διαμορφωθείσα κατάσταση. Κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και. Κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης. Περαιτέρω και όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου περί παραγραφής της παραπάνω πράξης του, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι οι αναφερόμενες κατασκευές, ήτοι οι κλίμακες από μπετόν και πέτρες, τα τοιχία αντιστήριξης, ο στεγασμένος χώρος και το μπάζωμα τμήματος του αιγιαλού έλαβαν χώρα το έτος 2000, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Εξάλλου οι παραπάνω κατασκευές δεν απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση τους και η καταγγελία αυτών των παράνομων κατασκευών έγινε κατά το χρόνο τέλεσης τους όπως είναι λογικό και όχι μετά από τέσσερα χρόνια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 1 14, 16, 17, 26 παρ.1, 27 παρ.1 Π.Κ, 1 παρ.1 και 29 παρ.1 του Ν.2971/2001,τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα: α)αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναλυτικά και κατ` είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία στο σύνολό τους το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την περί ενοχής κρίση του β) το δικαστήριο αιτιολογημένα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του σκεπτικού του, που αναφέρθηκαν παραπάνω, δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης των κατασκευών στον αιγιαλό από τον αναιρεσείοντα, την 18-2-2004 και όχι το έτος 2000, που διατεινόταν αυτός και αιτιολογημένα απέρριψε στη συνέχεια την ένστασή του, περί παραγραφής που είχε προτείνει. Η ειδικότερη αιτίαση, ότι ο χρόνος τέλεσης της κατά τα άνω πράξης, είναι το έτος 2000 και όχι η 18-2-2004, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτη, καθόσον με την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου περί ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. γ) αναφέρονται τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του αιγιαλού, όπως αυτά στη νομική σκέψη της παρούσας αναπτύχθηκαν και αιτιολογημένα προσδιορίζεται ότι οι κατασκευές στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων, ήτοι κατασκευή κλιμάκων από μπετόν και πέτρες 15 τ.μ, τριών τοιχίων αντιστήριξης κ.λ.π. έχουν πραγματοποιηθεί επί του αιγιαλού, ήτοι εντός της χερσαίας ζώνης που περιβάλλει τη θάλασσα και βρέχεται από τις μέγιστες, πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων και παρατίθενται τα στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο άγεται στην κρίση αυτή. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο 2ος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ως άνω αιτιάσεις. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-3-2011 (με αριθμό πρωτ. 558/2011) αίτηση του Π. Κ. του Α. για αναίρεση της με αριθμό 28/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετη κατασκευή σε αιγιαλό. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Έννοια αιγιαλού. Πραγματικά περιστατικά. Ο αναιρεσείων, επέφερε μεταβολή σε αιγιαλό με την κατασκευή έργου. Ποινική Δικονομία.. Λόγοι αναίρεσης: Απόλυτη ακυρότητα λόγω εξέτασης ως μάρτυρα προανακριτικού υπαλλήλου. Σχετική η ακυρότητα. Αν δεν προταθεί στο δικαστήριο ουσίας, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1831/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 992/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Α. Μ. του Γ., κάτοικο ... και 2)Ν. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σφυρή.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/14-10-2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/2011.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρ. 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 περ. β του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το αρθρ. 1 παρ. 10 του ν. 2408/1996, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίσθηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών....". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του. Ο εξαναγκασμός πρέπει να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και τις ελευθερίες στις συναλλαγές. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου. Δεν αποκλείεται δε και μια προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει, ή αν η απειλή ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Για την υποκειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και, επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Αν η απειλή δεν επέφερε το σκοπούμενο αποτέλεσμα του εξαναγκασμού σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή του απειλούμενου ή την επέλευση ζημίας στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν ολοκληρώνεται, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, υπάρχει απόπειρα εκβιάσεως, δηλαδή πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 του ΠΚ "όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απειλής είναι η πρόκληση στον άλλον τρόμου ή ανησυχίας, με την απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως χωρίς να απαιτείται και σκοπός πορισμού οφέλους. Από άποψη υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται δόλος, ο οποίος προϋποθέτει γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργειά του συνιστά βία ή άλλη παράνομη πράξη και τη θέληση να προκαλέσει στον άλλο τρόμο ή ανησυχία. Μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα εκβιάσεως σε απειλή είναι επιτρεπτή όταν ο δράστης, ο οποίος αποπειράθηκε να εξαναγκάσει κάποιον, με απειλές, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεν απέβλεπε στον πορισμό οφέλους.
Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών α) χαρακτήρισε ως απειλές τις υπό στοιχεία α έως ζ μερικότερες πράξεις απόπειρας εκβιάσεως που συμπεριλαμβάνονταν στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 948-948α/2009 καταδικαστικής, για τους κατηγορουμένους Α. Μ. και Ν. Μ., αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, πράξεις που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από αυτούς στα Καλάβρυτα κατά το από 2.1.2004 έως 16.6.2005 χρονικό διάστημα σε βάρος του Γ. Π., ακολούθως δε έπαυσε υπό όρους κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005 την ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις, και β) κήρυξε αθώους τους αυτούς ως άνω κατηγορούμενους για τη μερικότερη πράξη απόπειρας εκβιάσεως που φερόταν ότι είχε τελεσθεί από αυτούς στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβριο του 2005 σε βάρος του αυτού ως άνω παθόντος. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Γ. Π., μόνιμα εγκατεστημένος από ετών στις ΗΠΑ, πληροφορήθηκε περί τα τέλη του Ιανουαρίου 1988, ότι εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στην Κοινότητα Ελαιώνα Αιγιαλείας Αχαΐας ακίνητο εκτάσεως 105.838 τ.μ. της Α.Ε. "Ελληνική Βιομηχανία Προφιλέ Αλουμινίου" που είχε υπαχθεί στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 7 παρ.3 του Ν. 1386/1983. Ο μηνυτής θεωρώντας αξιόλογη την απόκτηση του ακινήτου και ενδιαφερόμενος για την αξιοποίηση των καταθέσεών του (στις Τράπεζες και σε μετρητά) στην Ελλάδα, ύψους 70.000.000 δραχμών τουλάχιστον, έδωσε εντολή στη μητέρα του να συμμετάσχει για λογαριασμό του στον πλειστηριασμό. Η τελευταία ανέθεσε στον αδελφό του μηνυτή και γιο της Σ. Π. να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό και να πλειοδοτήσει για λογαριασμό του μηνυτή. Ο πλειστηριασμός έγινε στις 10-2-1988. Το ακίνητο κατακυρώθηκε στο μηνυτή μέσω του για λογαριασμό του συμμετασχόντος στον πλειστηριασμό αδελφού του με πλειστηρίασμα το ποσό των 70.000.000 δραχμών, το οποίο εξοφλήθηκε από τη μητέρα του μηνυτή. Στις 15-2-1988 ο αδελφός του μηνυτή Σ. Π. μετέβη στις ΗΠΑ, όπου επισκέφθηκε το μηνυτή αδελφό του, στον οποίο παρέστησε ψευδώς ότι το πλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε όχι στο ποσό των 70.000.000 δραχμών, που διέθετε ο μηνυτής, αλλά στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, το ήμισυ του οποίου διέθεσαν τρίτα πρόσωπα και ότι τυπικά έγινε η κατακύρωση στο όνομά του, ενώ κατ' ουσίαν το ήμισυ του ακινήτου ανήκε στα τρίτα αυτά πρόσωπα. Ο μηνυτής, πεισθείς στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του αδελφού του, με το 55119/16.2.1988 ειδικό πληρεξούσιο που συνετάγη ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, κατέστησε πληρεξουσίους του τη μητέρα του και τον πατέρα του Ν. Π., στους οποίους παρέσχε την πληρεξουσιότητα: α) να αποδεχθούν για λογαριασμό του την κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου και β) να πωλούν και μεταβιβάζουν σε τρίτους το ήμισυ (διαιρετώς) του άνω ακινήτου σε τρίτους. Με βάση το πληρεξούσιο αυτό η μητέρα του μηνυτή, ως άμεση αντιπρόσωπός του, αποδέχθηκε για λογαριασμό του την κατακύρωση και εξόφλησε το πλειστηρίασμα. Στη συνέχεια ο μηνυτής με το .../15-3-1988 έγγραφο ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, ανακάλεσε την ως άνω πληρεξουσιότητα, την ανάκληση δε αυτή ο μηνυτής γνωστοποίησε στη μητέρα του με συστημένη επιστολή του συνοδευόμενη και από το ανωτέρω έγγραφο του Γενικού Προξένου, που περιήλθε στις 28.3.1988. Παρά ταύτα, η μητέρα του μηνυτή με τα υπ' αριθμ. .., … και …/19.4.1988 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Καπανδριτίου Αττικής Ε. Χαντζή, νόμιμα μεταγεγραμμένα, μεταβίβασε αιτία πωλήσεως, διαιρετά τμήματα του παραπάνω ακινήτου σε τρίτους. Συγκεκριμένα: α) με το πρώτο συμβόλαιο πώλησε στον Γ. Μ., πατέρα των κατηγορουμένων, ο οποίος μεταπεβίωσε και καθολικός του διάδοχος είναι, μεταξύ άλλων, και ο κατηγορούμενος Α. Μ., τμήμα από το παραπάνω ακίνητο, εκτάσεως 17.390 τ.μ., έναντι τιμήματος 6.000.000 δραχμών, β) με το δεύτερο συμβόλαιο πώλησε στον κατηγορούμενο Ν. Μ. τμήμα από το παραπάνω ακίνητο, εκτάσεως 17.390 τ.μ., έναντι τιμήματος 6.000.000 δραχμών και γ) με το τρίτο συμβόλαιο πώλησε στους Β. Μ. και Π. σύζ. Β. Μ., κατά ποσοστό 70% και 30% αδιαιρέτως, αντιστοίχως, τμήμα από το παραπάνω ακίνητο, εκτάσεως 18.130,24 τ.μ, έναντι τιμήματος 6.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια με την 8159/2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκαν άκυρες οι παραπάνω δικαιοπραξίες, με τις οποίες έγινε η πώληση των τμημάτων αυτών του ακινήτου, καθόσον ο μηνυτής, πριν από την κατάρτιση αυτών, είχε ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα βάσει της οποίας τις συνήψε η μητέρα του μηνυτή. Μετά την έκδοση της 531/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της παραπάνω αποφάσεως αίτηση αναίρεσης εκ μέρους των ανωτέρω αγοραστών και των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αγοραστή Γ. Μ., ο μηνυτής επέστρεψε από τις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Αίγιο. Έκτοτε έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες με τη μεσολάβηση των πληρεξουσίων δικηγόρων των αγοραστών και του μηνυτή ακόμα και με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Α., για συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, δοθέντος ότι οι αγοραστές είχαν καταβάλει το τίμημα για την αγορά των παραπάνω διαιρετών τμημάτων του ακινήτου και είχαν υποστεί οικονομική ζημία πλην όμως αυτές απέβησαν άκαρπες, εξαιτίας κυρίως της άρνησης του μηνυτή να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που είχαν αγοράσει. Η συμπεριφορά αυτή του μηνυτή εξόργισε τους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και τους κατηγορουμένους, με αποτέλεσμα έκτοτε να δημιουργηθούν μεταξύ των κατηγορουμένων και του μηνυτή συνεχή επεισόδια με εκατέρωθεν απειλές και εξυβρίσεις και υποβολή εκατέρωθεν μηνύσεων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι α) στις 2.1.2004 ο κατηγορούμενος Α. Μ. σε συνάντηση που είχε με τον αδελφό του μηνυτή Μ. Π., του απηύθυνε την απειλητική φράση "έχει τελειώσει η προθεσμία σας...κανονίστε να πάρω το κτήμα...θα πέσουν κεφάλια...θα πεθάνετε....", β)στις 22.10.2004 ο κατηγορούμενος Ν. Μ. ευρισκόμενος μπροστά σε συζήτηση που είχε ο μηνυτής με τον Α. Μ., παρότρυνε τον τελευταίο να βιοπραγήσει σε βάρος του μηνυτή απευθύνοντάς του τη φράση "τι τον κοιτάς, σκότωσέ τον", γ) στις 7.1.2004 ο κατηγορούμενος Α. Μ. απείλησε τον μηνυτή απευθύνοντάς του τη φράση "θα σκοτώσω εσένα και τα παιδιά σου εάν δεν γράψεις στο όνομά μου το ακίνητο που κέρδισες στο Δικαστήριο". Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος αυτός μέχρι τις 13.1.2004 τηλεφωνούσε στο σπίτι του μηνυτή, απειλώντας τον ότι θα σκοτώσει τον ίδιο και την οικογένειά του, απευθύνοντας μάλιστα στη θυγατέρα του μηνυτή τη φράση "πες στον πατέρα σου ότι θα του λιώσω το κεφάλι", δ) στις 17.6.2004 ο κατηγορούμενος Ν. Μ. απείλησε τον μηνυτή, απευθύνοντάς του τη φράση "θα σε σκοτώσω εάν δεν γράψεις το κτήμα στο όνομά μου", ε) στις 3.5.2005 ο κατηγορούμενος Α. Μ. εισήλθε στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του μηνυτή Κ. Σ. και απηύθυνε σ' αυτόν τη φράση "να ειδοποιήσεις τον πελάτη σου ότι βρίσκεται στα τελευταία του και αν δεν μου γράψει το κτήμα θα τον σκοτώσω", στ) στις 10.5.2005 ο κατηγορούμενος Ν. Μ. απείλησε τον μηνυτή απευθύνοντας τούτη φράση "μαλάκα....κλέφτη είναι τα τελευταία σου" και ζ) στις 16.6.2005 στα Καλάβρυτα ο κατηγορούμενος Α. Μ. προσήλθε στο ΑΤ Κλειτορίας και καταμήνυσε ψευδώς τον μηνυτή ότι εισήλθε παράνομα και αυθαίρετα σε κτήμα του ίδιου στον Ελαιώνα και θέριζε βρώμη, ενώ γνώριζε ότι το κτήμα ανήκε στον μηνυτή. Όλες οι προαναφερθείσες απειλές των κατηγορουμένων προκάλεσαν φόβο και ταραχή στο μηνυτή. Όμως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω απειλές των κατηγορουμένων ήσαν ικανές να κάμψουν την ελεύθερη βούληση και να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της απόφασης του μηνυτή και να αχθεί ο ίδιος σε εξώδικο συμβιβασμό μαζί τους και να τους μεταβιβάσει τα τμήματα των ακινήτων που διεκδικούσαν ή να τους καταβάλει την αξία τους, ενόψει μάλιστα ότι ο μηνυτής γνώριζε πολύ καλά τους τρόπους με τους οποίους μπορούσε να εξουδετερώσει τις απειλές αυτές και να απαλλαγεί από αυτές. Σε κάθε περίπτωση ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, οι κατηγορούμενοι είχαν καταβάλει στη μητέρα του μηνυτή το τίμημα για την αγορά των παραπάνω ακινήτων με τις προαναφερθείσες δικαιοπραξίες, που ακυρώθηκαν, άσχετα του ότι μπορεί να το ενθυλάκωσε ο Σ. Π., ότι ο μηνυτής ενώπιον του δικηγόρου Αιγίου Στάθη Θεοδωρακόπουλου, πληρεξουσίου δικηγόρου των αγοραστών, αλλά και ενώπιον του Μητροπολίτη Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Α. είχε υποσχεθεί στους κατηγορουμένους και τους λοιπούς αγοραστές να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που διεκδικούσαν, και ότι ο μάρτυρας κατηγορίας Μ. Π. αδελφός του μηνυτή έχει αναγνωρίσει το δίκαιο του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων, οι κατηγορούμενοι πίστευαν ότι το περιουσιακό όφελος που επιδίωκαν από τις πράξεις τους αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησής τους και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος). Με τα δεδομένα αυτά δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, αλλά αντίθετα οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα της απειλής κατ' εξακολούθηση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (...). Όλες οι παραπάνω μερικότερες πράξεις της απειλής των κατηγορουμένων, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή με χρηματική ποινή (αρθρ. 333 παρ. 1 ΠΚ) τελέστηκαν πριν την 17-6-2005 ήτοι πριν από τη δημοσίευση του Ν. 3346/2005. Επομένως, για τις μερικότερες αυτές πράξεις της απειλής πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη .... Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα. και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας δεν αποδείχθηκε ότι κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 οι κατηγορούμενοι ανέθεσαν σε άγνωστα άτομα να παρακολουθούν το σπίτι του μηνυτή καθώς και να παρακολουθούν τον ίδιο στο χώρο της εργασίας του και να του τηλεφωνούν συνέχεια στην οικία του, προκειμένου να προκαλέσουν σε αυτόν φόβο και ανησυχία με σκοπό να εξαναγκάσουν τον μηνυτή να μεταβιβάσει σ' αυτούς τα διεκδικούμενα τμήματα από το προαναφερθέν ακίνητο ιδιοκτησίας του, και να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του μηνυτή. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε πραγματικά χώρα η παραπάνω απειλή των κατηγορουμένων, ούτε σε κάθε περίπτωση ότι η απειλή αυτή ήταν ικανή να εμποιήσει τρόμο και να επηρεάσει τη βούληση του μηνυτή μέχρι του σημείου ώστε να καμφθεί η αντίστασή του και να υποχρεωθεί στη μεταβίβαση των διεκδικούμενων ακινήτων στους κατηγορουμένους. Επομένως, για την μερικότερη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά την κρίση για το ότι οι υπό στοιχ. α-ζ μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως κατ` εξακολούθηση έφεραν το χαρακτήρα απειλής, για τις οποίες έπαυσε υφ` όρον την ποινική δίωξη, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση, από την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την ως άνω κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω πράξεις στοιχειοθετούσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απειλής και όχι της απόπειρας εκβιάσεως κατ` εξακολούθηση. Συγκεκριμένα: α) Ενώ δέχεται ότι έλαβαν χώραν από την πλευρά των κατηγορουμένων σε βάρος του μηνυτή και παθόντος Γ. Π. οι ως άνω υπό στοιχεία α έως ζ απειλές, εν τούτοις, στη συνέχεια, δέχεται, αντιφατικά, ότι οι απειλές αυτές δεν ήταν ικανές να αναγκάσουν το μηνυτή να προβεί στην περιουσιακή διάθεση που αποσκοπούσαν, να έλθει, δηλαδή, σε εξώδικο συμβιβασμό με αυτούς, γιατί, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό, ο μηνυτής "γνώριζε πολύ καλά τους τρόπους με τους οποίους μπορούσε να εξουδετερώσει τις απειλές αυτές και να απαλλαγεί από αυτές", χωρίς να εξηγείται ποιοι ήταν οι τρόποι αυτοί και χωρίς να αιτιολογείται από πού συνήγαγε το συμπέρασμα αυτό, καταλήγει δε, εν τέλει, στο ότι οι πιο πάνω απειλές συγκροτούσαν το έγκλημα της κοινής απειλής (του άρθρου 333 του ΠΚ) και δεν αποτελούσαν στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως. β) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες, με τη μεσολάβηση τρίτων, μεταξύ κατηγορουμένων και μηνυτή για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Το όφελος, δηλαδή, που επεδίωκαν να αποκομίσουν οι κατηγορούμενοι συνίστατο στο ότι, μέσω του επιδιωκόμενου με την εκβίαση συμβιβασμού, ο μηνυτής θα στερείτο των αξιώσεων που απέρρεαν από την αναγνωρισθείσα ακυρότητα των συμβάσεων πωλήσεως και θα παρέμεναν αυτοί στην κατοχή και απόλαυση των ακινήτων που τους είχαν ακύρως μεταβιβαστεί. Εξάλλου, ναι μεν, με βάση τα συμβόλαια που ακυρώθηκαν, οι κατηγορούμενοι αγοραστές κατέβαλαν το τίμημα αγοράς, το οποίο, όμως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν φαίνεται να κατέληξε στα χέρια του μηνυτή παθόντος, οι δε οποιεσδήποτε αξιώσεις των κατηγορουμένων από τις πωλήσεις που ακυρώθηκαν για το τίμημα που καταβλήθηκε, με τα πιο πάνω περιστατικά, δεν αφορούν παθητικά το μηνυτή, αλλά εκείνον που εισέπραξε το τίμημα και ωφελήθηκε από αυτό. Από αυτά, όμως, δημιουργείται αντίφαση με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν σκοπό πορισμού περιουσιακού οφέλους σε βάρος του μηνυτή, για τον οποίο λόγο και έγινε η μετατροπή της κατηγορίας. γ) Δεν αιτιολογείται γιατί, και αν ακόμη οι κατηγορούμενοι πίστευαν ότι είχαν νόμιμη απαίτηση κατά του μηνυτή, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς την πλήρωση ή μη της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως, αφού αφενός δεν γίνεται δεκτό ότι αυτοί προέβησαν σε κάποια νόμιμη ενέργεια για να αναλάβουν τα χρηματικά ποσά που είχαν καταβάλει ως τίμημα των ακινήτων, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, δεν είχε εισπράξει ούτε ωφεληθεί ο μηνυτής, και αφετέρου οι επαπειλούμενες σε βάρος του μηνυτή ενέργειες δεν απαιτείτο να ήταν και παράνομες, δοθέντος ότι εκβίαση συνιστά και η απειλή ασκήσεως νομίμου δικαιώματος, προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Έτσι, όμως, η ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385§1 του ΠΚ παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον, εξαιτίας των ως άνω ασαφειών και αντιφάσεων, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξή της, με την οποία έπαυσε υφ` όρον την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις επτά μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως κατ` εξακολούθηση, όπως αυτές προσδιορίζονται ανωτέρω με τα στοιχεία α-ζ, τις οποίες χαρακτήρισε ως απειλή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το σημείο αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 992/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τη διάταξή της περί παύσεως υφ` όρον της ποινικής διώξεως κατά των κατηγορουμένων Α. Μ. του Γ. και Ν. Μ. του Γ. για τις επτά μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως κατ` εξακολούθηση, όπως αυτές προσδιορίζονται στο σκεπτικό με τα στοιχεία α-ζ, τις οποίες χαρακτήρισε ως απειλή κατά μετατροπή της κατηγορίας. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση αποφάσεως, με την οποία έπαυσε υφ' όρον η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για μερικότερες πράξεις απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως απειλή. Στοιχεία εγκλημάτων εκβιάσεως και απειλής. Επιτρεπτή η μεταβολή κατηγορίας από απόπειρα εκβιάσεως σε απειλή όταν ο δράστης της απειλής δεν είχε και σκοπό πορισμού οφέλους. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και παραπομπή.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1830/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη,Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο περί αναιρέσεως της ΑΤ6287/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 11 Αυγούστου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου στο Κ. Κ. Χαλκίδας Α. Μ., ο αναιρεσείων, ο οποίος κρατείτο στο εν λόγω Κατάστημα, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με επίδοση της κλήσεως στα χέρια του, πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2011 (με αριθ. πρωτ. 5076/2011) αίτηση του Α. Ν. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ 6287/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1829/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. M. του M., κατοίκου ... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράπτη περί αναιρέσεως της 27387/2011 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ρ. Σ., κατοίκου ... , που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2011.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικώς μεν α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως, δηλαδή, επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Ήτοι αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, που καλούνται να εκφέρουν κρίση σε αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική πεντακοσίων (500) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψε ότι η κατηγορουμένη "με πρόθεση τέλεσε την πράξη που περιγράφεται στο διατακτικό". Κατά το διατακτικό, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, συνίσταται στο ότι αυτή: "Στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2004, εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ... για να πληρωθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για το χρηματικό ποσό των [8.500,00] ευρώ, σε διαταγή Μ. Τ. , νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Ρ. Σ. , ο οποίος είναι και νόμιμος κομιστής αυτής. Και αφού παρουσιάστηκε την 3-3-2004 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79§1 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη εξέδωσε τυπικά έγκυρη τραπεζική επιταγή, ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε για έλλειψη αντικρίσματος και ότι αυτή ενέργησε με πρόθεση. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αρκεί δε το ότι το Δικαστήριο τα έλαβε όλα υπόψη και όχι μόνο μερικά από αυτά. β) Δεν ήταν αναγκαίο να μνημονευθούν ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο οι από 1.6.2004 και 25.5.2005 εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης της δικηγόρου - δικαστικής γραφολόγου Ι. Β. - Π. , τις οποίες είχε προσκομίσει η κατηγορουμένη και οι οποίες αναγνώσθηκαν, γιατί αυτές, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, θεωρούνται απλά έγγραφα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το ότι δεν αναφέρεται σ` αυτήν ποια αποδεικτικά μέσα οδήγησαν στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κρίση και ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω εκθέσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώριση στα πρακτικά κάθε δηλώσεως των εξεταζόμενων ή αυτών που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν αντίκειται στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά προσφυγή κατά της αρνήσεως του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής αποφάσεως και μόνο μαζί με αυτήν. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, τα πρακτικά τηρούνται συνοπτικά και πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Εξάλλου, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να ζητήσει την καταχώρηση στα πρακτικά δηλώσεώς του, από την οποία εξαρτά συμφέρον, ή, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να υποβάλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε, δια του συνηγόρου της, αίτημα "αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου κατά τη δικάσιμο της 13.5.11 που έχει προσδιοριστεί να υπάρχει η πρωτόδικη απόφαση". Το Δικαστήριο, παρά το ότι δεν υπεχρεούτο να απαντήσει γιατί το αίτημα αυτό ήταν εντελώς αόριστο, το απέρριψε με την αιτιολογία ότι "το αίτημα της αναβολής πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν αποδεικνύεται ότι η έκδοση απόφασης άλλου Δικαστηρίου θα συμβάλει στην ανακάλυψη της αλήθειας στην παρούσα δίκη, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προσδιορίζεται το αποδεικτέο θέμα στο οποίο θα συνεισφέρει η επικαλούμενη απόφαση". Δεν προκύπτει, όμως, ότι η κατηγορουμένη ζήτησε την αναβολή κατ` άρθρο 59 του ΚΠοινΔ μέχρι να κριθεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων αν ο Μ. Τ. (σε διαταγή του οποίου φέρεται ότι εκδόθηκε η ένδικη επιταγή) έχει διαπράξει σε βάρος της πλαστογραφία με τη συμπλήρωση και υπογραφή της επιταγής. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των αυτών πρακτικών δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα πρόβαλε ισχυρισμό περί πλαστογραφήσεως της επιταγής από τον Μ. Τ. ούτε ότι ζήτησε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να αναγνώσει το υπ` αριθ. 1452/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, υπήρχε, όμως, στη δικογραφία, και ότι εκείνος αρνήθηκε, ούτε ότι η αναιρεσείουσα προσέφυγε, σχετικώς, στο Δικαστήριο. Κατά συνέπειαν, τα ως άνω αίτημα αναβολής κατ` άρθρο 59 του ΚΠοινΔ, ισχυρισμός περί πλαστογραφίας και αίτημα αναγνώσεως του βουλεύματος θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής από το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ (με βάση το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είχε ήδη αναβληθεί δύο φορές η υπόθεση), και τρίτος λόγος αυτής, κατά το σημείο με το οποίο προτείνεται ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση γιατί απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την πλαστογραφία και δεν αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα το ως άνω βούλευμα, χωρίς, όμως, να προσβάλλονται τα πρακτικά ως πλαστά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η συναφής με τον πρώτο λόγο αιτίαση, η οποία προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ότι το Δικαστήριο, με το να απορρίψει χωρίς αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας για αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως κατ` άρθρο 59 του ΚΠοινΔ, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύει η αιτίαση της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκε, αφού, δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 45/16 Μαΐου 2011 αίτηση της Σ. συζ. Σ. Μ., το γένος M. Σ. , για αναίρεση της υπ` αριθ. 27387/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στοιχεία εγκλήματος. Επιτρεπτή παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό, το οποίο περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά. Δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ιδιωτικές εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και αναγνώσθηκαν, γιατί αυτές δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αλλά συνεκτιμώνται μαζί με τις άλλες αποδείξεις ως απλά έγγραφα. Από τα πρακτικά, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, ούτε ότι προβλήθηκε ισχυρισμός για πλαστότητα ούτε ότι ζητήθηκε η ανάγνωση εγγράφου, το οποίο δεν αναφέρεται στα αναγνωστέα. Η παραβίαση διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1828/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου V. N. του T., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 27/2010 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον M. M. N..
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων Υ. Ν.), ο οποίος, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 3 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Γ. Τ., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στα χέρια του στο Κ. Κ. Τρικάλων, όπου κρατείτο, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 10 Μαΐου 2011, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως, με την υπ' αριθ. 785/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Εμφανίσθηκε, όμως, η δικηγόρος Ζωή Γεωργοπούλου και ζήτησε, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, αδυνατεί αυτός να παραστεί λόγω αιφνίδιας ασθενείας του. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 515§1 του ΚΠοινΔ, δεν συγχωρείται δεύτερη αναβολή της συζητήσεως. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 4/20 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του V. N. του T., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.